ADS

click to open

Πέμπτη 2 Φεβρουαρίου 2023

Sto Spiti Dipla sto Rema.

....Για τον Αλκιβιάδη, η αναδρομή στο παρελθόν δεν είναι μια απλή διαδικασία ανάμνησης, αλλά ένα ταξίδι εσωτερικής ανασκόπησης. Μέσα από τα κύματα της νοσταλγίας, το χθες συνομιλεί με το σήμερα, επιτρέποντάς του να δει καθαρά τη διαδρομή που διήνυσε η οικογένειά του στα δύσκολα χρόνια του «Αραπορέματος». Οι μνήμες δεν παραμένουν νεκρά γράμματα στο μυαλό του· ζωντανεύουν ξανά, κουβαλώντας όλο το φορτίο της αγωνίας, της φτώχειας, αλλά και της αστείρευτης ελπίδας εκείνης της εποχής.
 Κοιτάζοντας πίσω, ο Αλκιβιάδης αναγνωρίζει ότι οι κακουχίες, οι αντιξοότητες και το παράδειγμα της αλύγιστης μητέρας του, της Ιοκάστης, υπήρξαν τα υλικά από τα οποία πλάστηκε ο χαρακτήρας του. Οι δυσκολίες δεν τον λύγισαν· λειτούργησαν ως ο καθρέφτης που του έδωσε τη δυνατότητα να καταλάβει ποιος ήταν, από πού ξεκίνησε και ποιος είναι σήμερα.
Ήδη τα πρώτα χρόνια έχουν περάσει από τότε που η οικογένεια του Αλκιβιάδη άφησε πίσω της τις πλαγιές του Λακωνικού Πάρνωνα και το φτωχικό χωριό καταγωγής της, για να ριζώσει στη Λαμία. Τα πρώτα χρόνια έμειναν σ’ μια περιοχή από τις παλαιότερες και φτωχότερες γειτονιές της Λαμίας που βρίσκεται σε μια ρεματιά γεμάτη ανηφόρες, καθώς χαρακτηριστικά ήταν τα τσιμεντένια σκαλοπάτια που υπήρχαν για να προσεγγίζουν οι κάτοικοι τα σπίτια τους. Οι περισσότεροι που κατοικούσαν στην γειτονιά αποτελούσαν φθηνό εργατικό δυναμικό που πήγαιναν στη δουλειά τους με τα πόδια, δεν είχε λεωφορείο η γειτονιά και οι πιο πολλοί ζούσαν κάτω από το όριο της φτώχειας. Τούτη η πινακοθήκη ανθρώπων και χαρακτήρων εκπροσωπούσε την αληθινή ζωή της συνοικίας και  την τεράστια δυσκολία να είσαι φτωχός, όπως η συντριπτική πλειονότητα του κόσμου, που ζούσε εκεί. Πρόσφυγες, εσωτερικοί μετανάστες και μεροκαματιάρηδες πάλευαν σφιχτά δίπλα-δίπλα για ένα αυριανό ξημέρωμα με περισσότερη ελπίδα.
Υπάρχουν μορφές που σημαδεύουν ανεπίστρεπτα την πορεία μας. Δεν πρόκειται απαραίτητα για ιστορικά πρόσωπα ή ηχηρά ονόματα, αλλά για καθημερινούς ανθρώπους της διπλανής πόρτας —αυτούς που φορούν τη φθαρμένη στολή εργασίας, την πρόχειρη ποδιά του νοικοκυριού ή τα απλά καθημερινά ρούχα. Με το ήθος, τη σιωπηλή αφοσίωση και τη στάση ζωής τους, χαράζουν πορείες και εμπνέουν, αυξάνοντας την αγωνιστικότητα απέναντι στα εμπόδια. Σε αυτόν τον κύκλο των ανθρώπων-προτύπων, κομβική θέση κατείχε η μητέρα του η Ιοκάστη σαν σιωπηλός φάρος της Ζωής τους,. Ως αληθινή μαχητής της ζωής, στεκόταν ακλόνητη απέναντι στις συμπληγάδες της φτώχειας και της προσαρμογής στη νέα πόλη. Με αστείρευτο σθένος, δεν επέτρεψε ποτέ στον εαυτό της να λυγίσει, αποτελώντας το ασφαλές καταφύγιο της οικογένειας. Η Ιοκάστη επιζητούσε διαρκώς από τον σύζυγό της, τον Κλέαρχο, πιο ενεργή και ουσιαστική συμμετοχή στα καθημερινά καθήκοντα και στις οικογενειακές ευθύνες. Η σύμπνοια αυτή θεωρούνταν από εκείνη μονόδρομος για να επιτευχθεί η ομαλή προσαρμογή στη Λαμία και να διασφαλιστεί τελικά η ευημερία και το μέλλον των παιδιών τους.
Η μορφή τη υπερέβαινε τα όρια μιας απλής μητρικής φιγούρας, ήταν σύμβολο αγώνα, εσωτερικής δύναμης και ηθικής ακεραιότητας. Στις δύσκολες συνθήκες της λαϊκής συνοικίας του «Αραπορέματος», η παρουσία της λειτούργησε ως ο αόρατος άξονας γύρω από τον οποίο περιστρεφόταν η επιβίωση και η συνοχή ολόκληρης της οικογένειας. Κατάφερε το δυσκολότερο έργο: να προσφέρει στα παιδιά της ασφάλεια και ρίζες για να πατούν γερά στη γη, αλλά και φτερά για να τολμήσουν να ονειρευτούν και να διεκδικήσουν ένα καλύτερο αύριο. Η ανθεκτικότητά της δεν εκφραζόταν με μεγαλοστομίες, αλλά με την ίδια της τη στάση ζωής. Κάθε της πράξη αποτελούσε ένα αθόρυβο μάθημα αξιοπρέπειας, διδάσκοντας στα παιδιά της ότι η πρόοδος έρχεται μέσα από την επιμονή και την πίστη στο κοινό καλό. Τέτοιες γυναίκες, με τα καθημερινά τους ρούχα και τις μεγάλες τους καρδιές, δεν περιορίζονται στο να μεγαλώνουν παιδιά. Χτίζουν χαρακτήρες, θεμελιώνουν αξίες και αφήνουν πίσω τους μια ανεκτίμητη κληρονομιά γενναιότητας που αντέχει στον χρόνο.
«Λενε πως  το ύψος του ανθρώπου ξεκινά από τα πόδια και φτάνει μέχρι το κεφάλι. Απ’ εκεί και πάνω, ξεκινάει το ανάστημα.» Η φράση αυτή περικλείει ακριβώς την ουσία της Ιοκάστης. Η χαλκέντερη αυτή γυναίκα, με την αδιάκοπη εργατικότητα και το σπάνιο σθένος της, δεν στεκόταν απλώς στα πόδια της· στεκόταν στο ύψος των περιστάσεων, ξεπερνώντας τα όρια στο ίδιο της το μπόι μέσα από την ψυχική της μεγαλοπρέπεια. Μέσα στις αντίξοες συνθήκες της Λαμίας της δεκαετίας του 1960, σήκωσε στους ώμους της τα δυσβάστακτα βάρη της οικογένειας, αποδεικνύοντας έμπρακτα τι σημαίνει αφοσίωση και μόχθος. Το αληθινό της ανάστημα δεν μετριόταν με μέτρα, αλλά με τα έργα της. Η αναγνώριση και η αποδοχή από τον περίγυρό της δεν της χαρίστηκαν, κερδήθηκαν μέρα με τη μέρα, μέσα από τον ιδρώτα, την αξιοπρέπεια και τη σιωπηλή δύναμη της ψυχής της. Καθώς κυλούσε ο καιρός και οι απαιτήσεις της ζωής στο  Αραπόρεμα,πλήθαιναν και οι αντοχές της οικογένειας δοκιμάστηκαν εκ των έσω. Απέναντι στον αδιάκοπο, τιτάνιο αγώνα της Ιοκάστης, η στάση του Κλέαρχου εξελίχθηκε σε μια βαθύτερη συναισθηματική και πρακτική απόσυρση. Όταν η καθημερινότητα απαιτούσε αποφάσεις, ο Κλέαρχος έμενε πρακτικά αμέτοχος, αφήνοντας ολόκληρο το βάρος της πορείας στους ώμους της συζύγου του.  Ακόμη και όταν εμφανίστηκαν οι πρώτες αχτίδες φωτός, οι ευκαιρίες για μια καλύτερη μέρα, ο δισταγμός και η αναβλητικότητά του λειτούργησαν ως τροχοπέδη. Ο φόβος του αγνώστου και η αποστροφή προς τη δυσκολία τον καθήλωσαν, στερώντας του την ευκαιρία να σταθεί ισάξιος δίπλα σε μια γυναίκα που είχε μάθει μόνο να προχωρά μπροστά.
Η Εξέλιξη της πορείας του Κλέαρχου στη Λαμία σκιαγραφούσε μια προσωπικότητα με αντιφάσεις. Από τη μια πλευρά, διέθετε μια αξιοσημείωτη λειτουργική προσαρμοστικότητα. Κατάφερε γρήγορα να κατανοήσει τους κανόνες του νέου αστικού περιβάλλοντος και να βρει τον τρόπο να επιβιώσει σε αυτό. Είχε τον εγωισμό και την τολμηρότητα να κινηθεί δραστήρια εκεί που τα δικά του, προσωπικά ενδιαφέροντα βρίσκονταν στο προσκήνιο. Ωστόσο, όταν η εξίσωση μεταφερόταν στο πεδίο της οικογενειακής ευθύνης, η εικόνα άλλαζε δραματικά. Ο Κλέαρχος υστερούσε σημαντικά στο κεφάλαιο της αφοσίωσης. Δεν ήταν «εραστής του κόπου», της  σκληρής και απαιτητικής δουλειάς, ακόμα κι όταν αυτή απέφερε καρπούς για το κοινό καλό. Έτσι, ενώ η Ιοκάστη σήκωνε στις πλάτες της το βάρος του αύριο με ακλόνητη ανθεκτικότητα, ο Κλέαρχος παρέμενε δέσμιος μιας επιλεκτικής δραστηριότητας, υπολειπόμενος των αυτονόητων υποχρεώσεών του ως πατέρας και σύζυγος.
Επιπλέον άρχισε και έδειχνε υπερβολικό ενδιαφέρον για το γυναικείο φύλο. Του άρεσε ο γυναικείος «ποδόγυρος». Σε ποιον δεν αρέσει άλλωστε; Το μάτι του με ευκολία έπεφτε σε κάθε γυναικείο «ποδόγυρο», λες και ήταν πεινασμένος. Λες και είχε να δει γυναίκα από την εποχή που η μάνα του τον βύζαινε. Στα τριάντα του χρόνια τότε δεν είχε την εικόνα του απόλυτου αρσενικού που κατεβαίνει από το ακριβό του αυτοκίνητο, και  πηγαίνει στην πολυτελή του έπαυλη όπου τον περιμένει ένας τόνος γυναίκες! Όχι! Η εμφάνιση του Κλεαρχου ήταν λίγο πιο πάνω από τον μέσο όρο, εποχιακός εργάτης ήταν, η οικογένεια αρχικά έμενε σε μια τρύπα γιατί ο Κλέαρχος δεν είχε μεγάλα όνειρα για κάτι καλύτερο και στον τρίτο τους χρόνο στη Λαμία απέκτησε και κυκλοφορούσε με ένα μηχανάκι ZÜNDAPP KS 50 SUPER. Οι έντονες ερωτικές του εμπειρίες ήδη από τα εφηβικά του χρόνια τον βοηθούσαν να καταλαβαίνει πότε μια γυναίκα είναι διαθέσιμη και ταυτόχρονα δεν φοβόταν να οδηγήσει την κατάσταση μέχρι το σεξ. Ο Αλκιβιαδης σκεφτόταν πως για μια νέα δυναμική και πολύ όμορφη γυναίκα όπως η μητέρα τους η Ιοκάστη, ο Κλέαρχος της άρεσε σαν άνδρας και τον θεωρούσε sexy, τότε ήταν πολύ πιθανό να τον θεωρούν sexy και άλλες γυναίκες, και αυτός να εξερευνούσε τις πιθανότητες να κάνει σεξ και με άλλες γυναίκες! Κάτι που αποδείχτηκε πως ο Κλέαρχος είχε ταλέντο να ανακαλύπτει γυναίκες παθιασμένες για σεξ! Η στάση του Κλέαρχου απέναντι στην ίδια τους την επιβίωση αποκάλυψε το βαθύ ρήγμα της προσωπικότητάς του. Οι περιστασιακές του ασχολίες ως φορτοεκφορτωτής του εξασφάλιζαν απλώς το μεροδούλι-μεροφάι, αφήνοντας πίσω τους μια μόνιμη αίσθηση ανασφάλειας. Κάθε φορά που κάποιος τον ρωτούσε για τη δουλειά του, οι γενικόλογες και αόριστες απαντήσεις του πρόδιδαν την ανάγκη να συγκαλύψει την αλήθεια μιας ζωής που στηριζόταν σε δουλειές του ποδαριού.
Η γειτονιά τους.
Φτωχικά σπίτια κατά μήκος του ρέματος, τα περισσότερα αν όχι όλα χτισμένα με λάσπη και τούβλα και µε θέα στο ρέμα. Μια γειτονιά με αναμνήσεις αλλοτινών εποχών, που παιδιά έπαιζαν ανέμελα κρυφτό, κυνηγητό, ανεβοκατέβαιναν τα σκαλάκια, με τις φωνές τους να αντηχούν στα γύρω στενά και οι μανάδες να μαζεύονται στα πεζούλια για κουβέντα μετά τη λάτρα του σπιτιού. Χαμηλά σπίτια, με μια τουαλέτα στον εξωτερικό χώρο. Αρκετά μεγάλες οι αυλές τότες, πλακοστρωμένες ή όχι, ήτανε καθεμιά κι ένας παράδεισος. Περιβολάκια και παρτέρια ολόγυρα με λογής-λογής λουλούδια, από γιασεμί και σκυλάκια, μέχρι χρυσάνθεμα, μέχρι γαζίες και ξέχωρα αυτά που είναι φυτεμένα στις γλάστρες. Η ύδρευση ήταν ένα από τα βασικότερα προβλήματα. Τα χρόνια εκείνα οι κάτοικοι της γειτονιάς έπαιρναν το νερό από μια δημοτική  βρύση, από όπου το μετέφεραν με δοχεία. Ο ευπρεπισμός των σπιτιών και η φροντίδα της αυλής ήταν βασικό μέλημα των κατοίκων του φτωχού συνοικισμού. Στα πλινθόκτιστα σπίτια ζούσε ένας ολόκληρος κόσμος με μεγάλες στερήσεις, αναζητώντας συνεχώς τρόπους να ομορφαίνει την δύσκολη καθημερινότητά του. Όλοι γνωρίζονταν μεταξύ τους, βοηθούσαν ο ένας τον άλλο στις δυσκολίες και τις γιορτές έστηναν γλέντια στις αυλές. Η δύσκολη πρόσβαση λόγω της μορφολογίας του εδάφους με τις ανηφόρες και τις κατηφόρες δεν ενοχλούσε κανέναν.
Το πρωτο τους σπίτι παλιό στενόμακρο με τεράστιο κήπο, Μπροστά από την πόρτα της κύριας κατοικίας υπήρχε μια μεγάλη κληματαριά, για να τους προστατεύει από τον ήλιο και τη βροχή ανάλογα µε την εποχή. Λίγο πέρα από την κύρια κατοικία, υπήρχε κήπος µε τριανταφυλλιές, γαριφαλιές, ντάλιες, ζουμπούλια, γιασεμιά, κυκλάμινα και πανσέδες και  πολλά δένδρα. Ένας καταπράσινος κήπος περιφραγμένος με λυγαριές, σκίνα και βάτα. Ακριβώς δίπλα στον χωμάτινο κακοτράχαλο δρόμο αμέσως μετά τη κοίτη του ρέματος όπου τα νερά του απ' άκρη σ' άκρη, στέρευαν το καλοκαίρι.
Οι χειμωνιάτικες λίμνες που στα παιδικά του μάτια έμοιαζαν τεράστιες, μεταμορφώνονται σε γούρνες χάνοντας το πολύ νερό τους και ο ποταμός αυτό το θηρίο του χειμώνα γίνεται ένα καχεκτικό ρυάκι τα καλοκαίρια. Η οικογένεια μένει σε δυο συνεχόμενα ισόγεια δωμάτια. Ένα οι γονείς και το άλλο τα παιδιά. Το υπόλοιπο σπίτι έχει ακόμη δυο συνεχόμενα στη σειρά ισόγεια δωμάτια με τζάκι όπου έμεναν οι ιδιοκτήτες. Τους χωρίζει μια απλή μεσοτοιχία. Η κουζίνα και  τουαλέτα είναι εξωτερικές και κοινές. Στον κήπο υπάρχουν δυο ακόμη κτίσματα που χρησιμεύουν για αποθήκες. Ανατολικά στο σύνορο του κήπου υπάρχει μια μικρή οικία πρόσφατα ανακαινισμένη. Η ιδιοκτήτης  μια γυναίκα μεγάλης ηλικίας είχε αποβιώσει πρόσφατα και οι κληρονόμοι ευρισκόμενοι στην Αμερική είχαν παραχωρήσει την διαχείριση στους γείτονες τους που συγχώνευσαν τις αυλές και την μικρή οικία την έχουν ενοικιάσει σε μια έφηβη σπουδάστρια.
Μόλις είχαν περάσει δυο χρόνια από την μετακόμιση της οικογένειας στο οίκημα και οι ιδιοκτήτες της οικίας αναχώρησαν στην Αθήνα για μόνιμη εγκατάσταση και ταυτόχρονα ενοικίασαν τα δωμάτια τους σ’ ένα ζευγάρι λίγο μεγαλύτεροι από στην ηλικία των γονιών του που ήρθαν στη Λαμία από τα μέρη της Θεσσαλίας. Όταν τους πρωτοείδε, με το πλάι του ματιού του ο Αλκιβιάδης τους έκανε τριανταπεντάρηδες την εποχή εκείνη που αντάλλαξαν γνωριμία με τους γονείς του μέσα από τα ευχάριστα και πλατιά χαμόγελα τους. Ο άνδρας ψηλός, λιγνός, καλοντυμένος κι ευγενής, ήταν όμως στεγνός με λευκή επιδερμίδα και ξανθά μαλλιά. Φορούσε καινούργια ρούχα, το κοστούμι του, από φτηνό γκρίζο ύφασμα, ήταν τόσο καινούργιο, πού διατηρούσε ακόμα την τσάκιση του πανταλονιού και το σακάκι του ερχόταν πολύ φαρδύ με αποτέλεσμα οι ώμοι του να «κρεμάνε». Ο Αλκιβιαδης τον θυμάται ότι συνήθως φορούσε γυαλιά ηλίου, εκινείτο νωχελικά και τόσο αργά που έδειχνε ανίκανος να κάνει οτιδήποτε βιαστικά. Τον φαντάστηκε να καίγεται το σπίτι του και αυτός να κινείται με την ταχύτητα που μεγαλώνει το γρασίδι, για να το σώσει. Η γυναίκα αντιθέτως ήταν μια μπριόζα και, πληθωρική γυναίκα με πλούσιες καμπύλες και μπούστο, κέρδιζε πάντα τις εντυπώσεις. Μια αυθόρμητη παρουσία που με τα πλούσια προσόντα της άφησε κάγκελο τον Κλέαρχο, ο οποίος παριστάνοντας τον αδιάφορο και ντροπαλό στους γύρω του, την κοίταξε με λαγνεία και το βλέμμα του ήταν «γεμάτο», δεν άφηνε περιθώριο για κάτι άλλο, εκφράζοντας το μέγιστο της επιθυμίας του. 
Εκείνη δεν φάνηκε να ενοχλείται, απεναντίας το λάγνο βλέμμα του Κλέαρχου δεν την άφησε εντελώς ανεπηρέαστη. Παρόλο που μπορεί να μην το έδειξε, το πρόσεξε, την επηρέασε, την έκανε να νιώσει κολακεία. Τον κοίταξε του σκάει η γυναίκα ένα απίστευτα χαριτωμένο χαμόγελο, γεμάτο νάζι και τσαχπινιά. Απ' αυτά τα χαμόγελα που λένε «αν δεις καράβι στο βουνό, γυναίκα, το έχει τραβήξει». Η πληθωρική γυναίκα γνωρίζει πολύ καλά πως να ανάβει φωτιές και να ανεβάζει τη θερμοκρασία στα ύψη με το πληθωρικό κορμί και τα πλούσια προσόντα της και να κερδίζει την εκτίμηση του αρσενικού πληθυσμού.
Ο Κλέαρχος από εκείνη την ημέρα την είχε μέσα στο μυαλό του συνέχεια και δεν μπορούσε να την βγάλει. Ένιωθε κάτι μέσα του να φτερουγίζει. Ένα πρωτόγνωρο ηδονικό αναρρίγισμα διατρέχει τη ραχοκοκαλιά του. Εκείνη ήξερε ότι του άρεσε. Κάθε φορά που την συναντούσε η φωνή του λιγώνονταν και όλο του το παρουσιαστικό άλλαζε όψη. Προσπαθούσε να δείχνει ευγενικός και εξυπηρετικός μα καταλάβαινε την έξαψη του, τον ήξερε καλά. Ήξερε ότι έριχνε κλεφτές ματιές στο στήθος της, ακόμη πιο κλεφτές ματιές στον πισινό της και πως από το πρόσωπο επικεντρώνοταν με ηδονική λαχτάρα, στα χείλη της.. Του έριχνε ικανοποιημένη, χαμόγελα όλο υπονοούμενα γνωρίζοντας καλά τις σκέψεις που περνούσαν από το μυαλό του και τα λαγγεμένα μάτια της μαρτυρούσαν και την δική της ηδονή.
Ο Κλέαρχος αυτά έβλεπε και ηδονικές ανατριχίλες δονούσαν το κορμί του. Την φανταζόταν σαν ερωμένη του που τον ερέθιζε περισσότερο από την τρυφερότητα και τους ήσυχους, δακρύβρεχτους οργασμούς της Ιοκάστης του.
Ο Αλκιβιάδης το θυμάται που ένα βράδυ του φθινοπώρου που ο σύζυγός χαιρέτησε την οικογένεια τους γιατί αναχωρούσε για τα χωριό τους. Θα επέστρεφε στη Θεσσαλία όπου είχε κάποιες οικογενειακές υποθέσεις να τελειώσει, πήρε άδεια από την νέα του εργασία και θα έλειπε ίσως τρεις με τέσσερις εβδομάδες. Και κάπου εκεί άνοιξε η συζήτηση για το αν θα μπορούσαν οι γονείς του μέχρι να επιστρέψει να νοιάζονται και να προσέχουν την σύζυγο του και αν χρειαστεί κάποια βοήθεια να της συμπαρασταθούν. Μεγάλο λάθος του.
Η Νεφέλη, -ήταν το όνομα της- έμεινε στη μοναξιά της που της δημιουργεί ένα συναισθηματικό και σωματικό κενό. Αυτή η απουσία του συζύγου την κάνει πιο ευάλωτη, πιο δεκτική σε εξωτερικά ερεθίσματα. Το τολμηρό βλέμμα του Κλεαρχου ήταν μια διεισδυτική, σχεδόν σωματική επαφή που την χάιδευε υποδηλώνοντας την επιθυμία του, σιωπηλά και έντονα, προκαλώντας της ηλεκτρισμό. Το απολάμβανε να νιώθει τα μάτια του να τη χαϊδεύουν, να τον βλέπει να ανάβει να κοκκινίζει και να ζορίζεται, ξέροντας ότι έφτανε να κουνήσει το μικρό της δαχτυλάκι για να τον έχει δικό της όποτε ήθελε. Είναι παντρεμένη με ένα καλό άνθρωπο αλλά δυστυχώς η ζωή τους έφερε δυσκολίες στο γάμο τους! Ο σύζυγος απουσιάζει τακτικά στις δουλειές του, η γυναίκα νιώθει συναισθηματικά κενά, ανάγκη για επιβεβαίωση έχει μια αίσθηση παραμέλησης. Ο Κλέαρχος ήταν ιδανική περίπτωση εραστή για τη Νεφέλη να λειτουργήσει ως διέξοδος στις σεξουαλικές ανάγκες της, χωρίς όμως να σημαίνει ότι δεν αγαπά το σύντροφό της ή ότι δεν θέλει να διατηρήσει το γάμο της.  
Ούτε ο Κλέαρχος αντιστάθηκε στον πειρασμό, δεν είχε εσωτερικούς φραγμούς, και ηθικούς ενδοιασμούς να τα φορέσει στην Ιοκάστη. Δεν είχε κανένα πρόβλημα, και φυσικά δεν έχασε την ευκαιρία να πέσει στο ερωτικό κρεβάτι με τη νέα γειτόνισσα κι όπως ήτανε φυσικό, καθόλου δεν δίστασε να ταράξει τα νερά της σεμνότυφης και συντηρητικής εποχής του, στη φτωχική συνοικία. Μια σειρά από σαθρά τούβλα χωρίζει τις κρεβατοκάμαρες τους και δεν χρειάζεται να ψάχνουν για ερωτική φωλιά φτάνει να απουσιάζουν τα έτερα τους ήμισυ.
....Η Ιοκάστη ως συνήθως απουσίαζε απ' τα χαράματα στη δουλειά της και ο Κλέαρχος που ήταν άνεργος την εποχή εκείνη μόλις είχε γυρίσει απ' την αγορά αναζητώντας μεροκάματο, αλλά επέστρεψε σπίτι άπραγος. Εκεί τον βρήκε η Νεφέλη γυρίζοντας από το συνοικιακό μπακάλικο να καπνίζει αραγμένος στο πλατύσκαλο της εξώπορτας στη κοινή αυλή τους. Η ίδια πάντως ήταν στα καλύτερά της! Όμορφη και θελκτική γυναίκα, φρόντιζε να το επιδεικνύει όσο μπορούσε. Διένυε τα καλύτερά της χρόνια. (ήταν τότε στα τριανταπέντε!)
Ο Κλέαρχος της φαινόταν πολύ προβληματισμένος.
«Καλημέρα  γείτονα τι κάνεις; Πως έτσι αραχτός σήμερα;» 
«Καλημέρα Νεφέλη. Περίμενα να ξεκινήσει το εκκοκκιστήριο σήμερα  αλλά το ανέβαλαν για την επόμενη εβδομάδα!» Ο Κλέαρχος δούλευε σαιζόν στους ριζόμυλους.
«Πολύ σκεφτικό σε βλέπω συμβαίνει κάτι;»
«Όχι! απλά δεν έχω ιδιαίτερη διάθεση!»
«Και ποιος σου χάλασε τη διάθεση αν επιτρέπεται;»
«Μα τι να σου λέω Τώρα» 
«Δεν ξέρω γιατί, αλλά κάτι σαν συζυγικό καυγαδάκι μου μυρίζει...Με την Ιοκάστη ε;»
«Όχι δεν τσακώθηκα με την Ιοκάστη αλλά έχω πολύ σημαντικότερα προβλήματα μαζί της.» 
Η Νεφέλη κάτι είχε πάρει το αυτί της για το πρόβλημα του Κλεαρχου όταν κρυφάκουσε το ζευγάρι που λογομαχούσαν προχθές (ε, να μη μάθει γιατί λογομαχούσαν;) γιατί η Ιοκάστη δεν του καθόταν να τη γαμήσει. Η κοπέλα είχε βλέπεις προτεραιότητα να ασχοληθεί με τα παιδιά τους και να ξεκουραστεί μετά από μια κοπιαστική μέρα. Τον κοίταξε με κατανόηση και προσπάθησε να δώσει δίκιο και στον μεν και στο δε. Ήξερε από πρώτο χέρι ότι ο γάμος δεν είναι «παίξε γέλασε», είναι κατάσταση ζόρικη που εξαρχής απαιτεί ειδικό εξοπλισμό. Εκτός από παπά, κουμπάρο και κουφέτα, εκτός από κατσαρόλες και σερβίτσια, πρέπει να έχεις και υπομονή (απεριόριστη) και κατανόηση (κυρίως για τα ακατανόητα) και τόσα άλλα που δεν χρειάζεται να τα αναφέρει, αφού ωραιότατα τα έχουν ταξινομήσει όλα αυτά τα βιβλία – εγχειρίδια του τύπου «πώς να σώσετε τον γάμο σας».
«Γι' αυτό έχεις αυτά τα μούτρα γείτονα;» Γελάει; «Βρε τη ρουφιάνα την Ιοκάστη; Τι του έκανες ρε κούκλα μου του παιδιού και δε μιλιέται; Αχ ρε Ιοκάστη!»
«Νεφέλη παίζεις με τον πόνο μου!»
Η Νεφέλη χαμογέλασε με καλοσυνάτη ανοχή. «Για συμπαράσταση κερνάω καφέ της παρηγοριάς, βάλε το τσιγάρο και έλα μέσα να τα πούμε! Και γι’ αυτά ακριβώς τα προβλήματα μας αν θέλεις να μιλήσουμε. Τι σε απασχολεί; Φιλικά στα λέω μη με παρεξηγάς. Επειδή σε νοιάζομαι στα λέγω. Εκτός και εάν δεν είμαι καλή παρέα;»
«Είπα εγώ ότι δεν είστε καλή παρέα; Τον καφέ ευχαρίστως, ειδικά από τα χεράκια σου. Έλα που κομμάτι δυσκολεύομαι όμως να σου πω για τα πολύ προσωπικά μου.»
«Τι φοβάσαι την κριτική, ή την παρεξήγηση;»
«Δεν ξέρω πως να εκφράσω τα παράπονά μου»  
«Πες μου τώρα ότι έχεις και παράπονα. Τι σου λείπει δηλαδή; Ωραίος άνδρας είσαι! Τι ωραίος δηλαδή μ' αυτό το γεροδεμένο σου κορμί παίρνεις τα μυαλά στα θηλυκά. Και ωραία γυναίκα για το κρεβάτι έχεις. Τι άλλο είναι αυτό που θέλεις;» 
«Ναι ωραία όλα αυτά άλλα δεν αντέχω άλλο. Να σου πω κάτι μεταξύ μας ; Δεν πάει άλλο με την Ιοκάστη και με αυτό το συνέχεια είμαι κουρασμένη! Σαν άνδρας έχω και άλλες ανάγκες αν με καταλαβαίνεις.»
«Τι θες να πεις δηλαδή; Ότι κουράστηκε η κυρία να της τον χώνεις; Άγιε μου Φανούριε, σχώρα με! Πάλι αμάρτησα και έγινα αθυρόστομη! Δεν το κάνω επίτηδες η ρουφιάνα, μου ξεφεύγουν.»
«Έτσι είναι αποφεύγει το σεξ λες και το χει βαλσαμώσει το μουνί της.»
«Αα είσαι και εσύ, από αυτούς τους στερημένους. Σκέψου και μένα που περνάνε εβδομάδες χωρίς να δω χαρά στα σκέλια μου.» 
Δευτερόλεπτα σιωπής. Η Νεφέλη χαμογελά αμήχανα. Ο Κλέαρχος την κοιτά έντονα στα μάτια.
«Δηλαδή  ο Μπαργαλάτσος του νοικοκύρη σου είναι σαν ένα όπλο που δεν μπορεί να κάνει καλά την δουλειά του;.»  
«Γενικά δεν είναι και πολύ του sex, δεν κάνει πολλά πράγματα στο κρεβάτι, δεν έχει φλόγα. Θα έλεγα ότι με πηδάει που και που επειδή πρέπει, η επειδή απλά του το ζητάω επίμονα.» 
«Δεν το πιστεύω! Τι μου λες! Πως γίνεται κύριε από τα Τρίκαλα να έχεις μια γυναίκα σαν την Νεφέλη, καύλα σκέτη και να μη  βάζεις φωτιά στη σεξουαλική σας καθημερινότητα!  Νεφέλη φωτιές μου άναψες και δεν είμαστε πια παιδιά! Απ' όταν σε είδα σε θέλω τόσο.»
«Κούκλε μου η αλήθεια εδώ που τα λέμε είναι πως ένα δίκιο το 'χει η Ιοκάστη σου, όλη μέρα δουλεύει σαν σκυλί για τον επιούσιο για τα απαραίτητα που χρειάζεται για να ζήσει η οικογένεια σας.... που χρόνος για σένα! Και απ' ότι καταλαβαίνω η Κυρία σου δεν το έχει το σεξουαλικό άθλημα στο φόρτε της,» του λέει αποπνέοντας σεξουαλική έλξη, και ερωτική επιθυμία έχοντας αφεθεί στις σκέψεις της σε ένα συναρπαστικό ταξίδι ευχαρίστησης όπου οι άγριες επιθυμίες της θα ικανοποιούνται με τρόπο που θα αφήσουν άναυδο το γείτονα της. «Αν λοιπόν συμφωνείς και εσύ αφού το βλέπω πόσο με θέλεις εγώ δεν έχω ενδοιασμούς να σε μοιράζομαι σεξουαλικά μαζί της. Ο Κλέαρχος έμεινε κατάπληκτος και ένιωθε τον πούτσο του να θεριεύει και μόνο με τη σκέψη πως θα τσαλαβουτούσε μέσα στο υγρό μουνάκι της. Ήταν σαν να είχε ακούσει τις μύχιες επιθυμίες που είχε στο μυαλό του. Δεν είχε αντίρρηση τελικά γι’ αυτά που του ζήτησε η νέα γειτόνισά αλλά, δεν είχε συνηθίσει ν’ αποφασίζουν άλλοι γι’ αυτόν. Σήκωσε τα μάτια και την κοίταξε. Το βλέμμα της ήταν καθαρό, αποφασιστικό αλλά στο βάθος διέκρινε παράκληση. «Πάμε μέσα στη κρεβατοκαμαρα.» Τον παροτρύνει! Έσβησε το φως και όταν εκείνος μπήκε, τύλιξε τα χέρια της γύρω από το λαιμό του κι αναζήτησε τα χείλη του. Αφέθηκε στο αγκάλιασμα της, ανταποδίδοντας το φιλί και σιγά-σιγά την έσφιξε πάνω του, την χάιδεψε αναστατώνοντας τα μαλλιά και την παρέσυρε στον καναπέ για να καταλήξουν λίγο αργότερα στο κρεβάτι…
....Ήταν ένα φθινοπωρινό σκηνικό του καιρού. Ηλιοφάνεια με λίγες αραιές νεφώσεις που ταξίδευαν νωχελικά στον ουρανό. Στο σχολείο του Αλκιβιάδη είχε γίνει απολύμανση από την υγειονομική υπηρεσία των σχολικών κτηρίων και οι μαθητές είχαν απομακρυνθεί πολύ νωρίτερα από το συνηθισμένο. Έτσι, βρέθηκε ξαφνικά με αρκετές ώρες ελεύθερες μπροστά του. Η Ιοκάστη, όπως πάντα, βρισκόταν στη δουλειά της. Ο Κλέαρχος, αν δεν είχε καταφέρει να βρει κάποιο μεροκάματο, σκέφτηκε ο Αλκιβιάδης, θα ήταν μάλλον στο καφενείο, σκυμμένος πάνω από την τράπουλα, όπως συνήθιζε όταν δεν είχε δουλειά. Τα μικρότερα αδέλφια του, όπως γινόταν συχνά, βρίσκονταν στη θεία τους, η οποία έμενε άνεργη εκείνη την εποχή και μπορούσε να τα κρατά όταν οι γονείς έλειπαν.
Η γειτονιά στο «Αραπόρεμα» ζούσε τον καθημερινό της ρυθμό και το ρέμα κυλούσε αδιάφορο δίπλα στα σπίτια, κρατώντας μέσα του τις μικρές και μεγάλες ιστορίες των ανθρώπων που ζούσαν στις όχθες του. Ο Αλκιβιάδης, φτάνοντας στην είσοδο της αυλής, σταμάτησε ξαφνιασμένος. Στο βάθος του μεγάλου κήπου είδε τρία κοριτσόπουλα να στέκονται σχεδόν ακίνητα, αμίλητα, στριμωγμένα πίσω από τις ξύλινες γρίλιες του κλειστού παραθύρου του σπιτιού όπου έμενε η Νεφέλη. Η προσοχή τους ήταν στραμμένη προς το εσωτερικό του δωματίου. Δεν μιλούσαν, μόνο αντάλλασσαν πότε-πότε γρήγορες ματιές μεταξύ τους, σαν να είχαν βρεθεί μπροστά σε κάτι που δεν καταλάβαιναν, αλλά τους είχε τραβήξει έντονα την περιέργεια. Ήταν η δωδεκάχρονη εξαδέλφη του, η Μερόπη, η εντεκάχρονη Ιόλη από την απάνω γειτονιά και η δεκάχρονη Μυρσίνη, το γειτονόπουλο που έμενε τρία σπίτια παρακάτω, στην όχθη του ρέματος. Ανάμεσα στο παιχνίδι και στην παιδική περιέργεια, είχαν ξεχάσει για λίγο τον χρόνο. Κάθε τόσο όμως έριχναν ανήσυχες ματιές γύρω τους, μήπως εμφανιστεί κάποιος απρόσμενα και τις αντιληφθεί. Ο μεγάλος κήπος, με τα δέντρα, τις φυλλωσιές και τους φράχτες από λυγαριές και βάτα, λειτουργούσε σαν φυσικό καταφύγιο, κρύβοντας τις μικρές φιγούρες τους από τα αδιάκριτα βλέμματα των γειτόνων και από τους περαστικούς του χωμάτινου δρόμου δίπλα στο ρέμα. Με τα κεφάλια σκυφτά, κρατούσαν την ανάσα τους και αφουγκράζονταν τους αμυδρούς ήχους που έφταναν από το κλειστό δωμάτιο. Δεν καταλάβαιναν πραγματικά τι συνέβαινε· μόνο ένιωθαν πως είχαν βρεθεί μπροστά σε κάτι κρυφό, σε έναν κόσμο των μεγάλων που μέχρι τότε τους ήταν άγνωστος. Η παιδική περιέργεια, εκείνη η ακατανίκητη ανάγκη να ανακαλύψεις όσα σου κρύβουν, τις είχε φέρει ως εκεί. Κοιτάζονταν μεταξύ τους σιωπηλές, με μάτια γεμάτα απορία, σαν να προσπαθούσαν να ενώσουν κομμάτια μιας ιστορίας που δεν μπορούσαν ακόμη να κατανοήσουν. Ο έρωτας, αυτή η βαθιά ανθρώπινη δύναμη που συνοδεύει τον άνθρωπο από τα πρώτα του βήματα στη ζωή, παρέμενε για εκείνες ένα ακατανόητο μυστήριο. Ένα κομμάτι του κόσμου των ενηλίκων που μόλις άρχιζε να αποκαλύπτεται μπροστά τους, αφήνοντας πίσω του ερωτήματα, εντυπώσεις και μια παράξενη αίσθηση ότι η παιδική ηλικία τους πλησίαζε σιγά-σιγά στο τέλος της. Χωρίς να το γνωρίζουν, εκείνη τη στιγμή δεν παρατηρούσαν απλώς ένα γεγονός· άγγιζαν, με τον αθώο τρόπο της ηλικίας τους, το πέρασμα από τον κόσμο της ανεμελιάς στον κόσμο των σύνθετων ανθρώπινων σχέσεων. Πρώτη τον είδε η ξαδέλφη του, η Μερόπη. Μόλις τα βλέμματά τους συναντήθηκαν, το κορίτσι τινάχτηκε απότομα, σαν να την είχε διαπεράσει ηλεκτρικό ρεύμα. Για μια στιγμή έμεινε ακίνητη, με τα μάτια ορθάνοιχτα. Ύστερα έσκυψε προς τις άλλες δύο φίλες της και κάτι τους ψιθύρισε βιαστικά. Γύρισε πάλι προς το μέρος του. «Σςςςςς…» Έφερε το δάχτυλό της μπροστά στα χείλη της, ζητώντας του σιωπή. Ο Αλκιβιάδης στάθηκε απορημένος. Ήταν σχεδόν βέβαιος πως βρισκόταν μόνος του, κι όμως η συμπεριφορά τους τον μπέρδευε. Αμήχανος, γύρισε το κεφάλι του και κοίταξε πίσω του, μήπως υπήρχε κάποιος άλλος που δεν είχε προσέξει. Δεν καταλάβαινε τι ακριβώς συνέβαινε. Ξαφνικά η Μερόπη πετάχτηκε όρθια από το περβάζι. Μια μικρή αναστάτωση απλώθηκε ανάμεσα στα κορίτσια. Τις έπιασε από τα χέρια και, χωρίς να χάσει χρόνο, του έκανε νόημα να την ακολουθήσει. Χωρίς φωνές και χωρίς θόρυβο, σαν μικροί συνωμότες που μόλις είχαν αποκαλυφθεί, ξεκίνησαν όλοι μαζί να τρέχουν. Τα κορίτσια μπροστά, ο Αλκιβιάδης πίσω τους, διέσχισαν αλαφιασμένοι τον μεγάλο κήπο και κρύφτηκαν στην παλιά αποθήκη, στην άκρη της αυλής. Εκεί, ανάμεσα σε παλιά αντικείμενα, μυρωδιές ξύλου και χώματος, σταμάτησαν λαχανιασμένοι. Κανείς δεν μιλούσε. Μόνο κοιτάζονταν μεταξύ τους, με εκείνο το παράξενο μείγμα φόβου, ντροπής και ενθουσιασμού που νιώθουν τα παιδιά όταν, χωρίς να το επιδιώξουν, έχουν βρεθεί μπροστά σε έναν άγνωστο κόσμο των μεγάλων. Στο εσωτερικό του δωματίου, πίσω από τις κλειστές γρίλιες, ο χρόνος είχε χάσει το νόημά του. Ο Κλέαρχος και η Νεφέλη είχαν παραδοθεί στη δύναμη της στιγμής, ενώ από το γραμμόφωνο ακουγόταν χαμηλά το «Diana» του Paul Anka, σαν να προσπαθούσε η μουσική να σκεπάσει τα μυστικά που γεννιούνταν μέσα στο μικρό δωμάτιο. Η Νεφέλη, που μέχρι εκείνη τη στιγμή είχε δει στον Κλέαρχο μόνο έναν γοητευτικό γείτονα, ανακάλυπτε μια πλευρά του που την αιφνιδίαζε. Εκείνος ένιωθε πως είχε βρει έναν άνθρωπο που τον θαύμαζε και τον επιθυμούσε, μακριά από τις καθημερινές απαιτήσεις, τις στερήσεις και τις εντάσεις του σπιτιού του. Και έξω, στην άλλη πλευρά του παραθύρου, τα κορίτσια προσπαθούσαν να καταλάβουν έναν κόσμο που μόλις άρχιζε να τους αποκαλύπτεται. Τα αυτιά τους άκουγαν ψιθύρους και κινήσεις, τα μάτια τους όμως έπεφταν πάνω στις γρίλιες που άφηναν να περνά το φως, όχι η αλήθεια. Ήταν εκείνη η παράξενη ηλικία όπου η περιέργεια συναντά την αμηχανία, όπου τα παιδιά στέκονται στο κατώφλι της ενηλικίωσης χωρίς ακόμη να γνωρίζουν τι ακριβώς αντικρίζουν. Λίγο αργότερα, στο δωμάτιο επικράτησε ησυχία. Η Νεφέλη έφτιαξε τα μαλλιά της, τακτοποίησε το φόρεμά της, άναψε δύο τσιγάρα και του πρόσφερε το ένα. Ήταν μια από εκείνες τις μικρές, καθημερινές κινήσεις που έμοιαζαν να σφραγίζουν μια μεγάλη αλλαγή. Έξω η γειτονιά συνέχιζε να ζει όπως πάντα, χωρίς να γνωρίζει πως πίσω από έναν τοίχο είχαν ήδη αρχίσει να γράφονται ιστορίες που θα άφηναν σημάδια. Ο Κλέαρχος δέχτηκε να περάσει το κατώφλι του σπιτιού της Νεφέλης εκείνο το πρωινό, αφού πρώτα εκείνη τον διαβεβαίωσε πως ο σύζυγός της δεν επρόκειτο να επιστρέψει πριν περάσουν αρκετές εβδομάδες. Η Ιοκάστη είχε ήδη φύγει από τα χαράματα για τη δουλειά της στο εκκοκκιστήριο της βαμβακουργίας του Μουζέλη. Εκείνη η απουσία της δεν ήταν μια απλή απουσία. Ήταν η καθημερινή θυσία μιας γυναίκας που πάλευε για την επιβίωση της οικογένειάς της. Η Ιοκάστη είχε μάθει να μετρά τη ζωή με τον μόχθο. Πριν ακόμη βρεθεί στο εκκοκκιστήριο, είχε γνωρίσει τις σκληρές συνθήκες ενός εργοστασίου κεραμοποιίας, δουλεύοντας σε περιβάλλον δύσκολο ακόμη και για άνδρες. Το σώμα της κουβαλούσε την κούραση, αλλά η ψυχή της κρατούσε όρθιο το σπίτι. Η Νεφέλη, από την άλλη πλευρά, μιλούσε στον Κλέαρχο για τα δικά της κενά και τις απογοητεύσεις του γάμου της. Προσπαθούσε να του εξηγήσει πως η μοναξιά, η απόσταση και η αίσθηση παραμέλησης είχαν δημιουργήσει μέσα της ένα κενό που ζητούσε να καλυφθεί. Ο Κλέαρχος άκουγε περισσότερο με τον εγωισμό του παρά με τη λογική του. Τα λόγια της Νεφέλης άγγιζαν ένα σημείο μέσα του που είχε ανάγκη επιβεβαίωσης. Ήθελε να αισθανθεί ξανά δυνατός, επιθυμητός, σημαντικός. Δεν έβλεπε εκείνη τη στιγμή το βάρος των συνεπειών· έβλεπε μόνο την ευκαιρία να αποδείξει στον εαυτό του κάτι που ίσως φοβόταν πως είχε χάσει. Κι έτσι, ενώ η Ιοκάστη πάλευε καθημερινά για το αύριο των παιδιών τους, ο Κλέαρχος επέλεγε έναν δρόμο που θα άφηνε αργότερα βαθύτερα σημάδια απ’ όσα μπορούσε τότε να φανταστεί. ο δωμάτιο είχε χάσει την τάξη του. Αντικείμενα είχαν μετακινηθεί, έπιπλα είχαν παραμεριστεί βιαστικά, σαν να είχε περάσει από μέσα τους μια θύελλα συναισθημάτων που δεν άφησε τίποτα ανέγγιχτο. Η Νεφέλη είχε παραδοθεί στη στιγμή, ενώ ο Κλέαρχος, παρασυρμένος από την ανάγκη του να αισθανθεί ξανά δυνατός και επιθυμητός, άφηνε στην άκρη κάθε σκέψη για τις συνέπειες. Το γραμμόφωνο συνέχιζε να παίζει τον ίδιο δίσκο του Paul Anka, επαναλαμβάνοντας τη μελωδία που είχε γίνει το αθέατο φόντο μιας απαγορευμένης ιστορίας. Για λίγο όλα γύρω τους έμοιαζαν να έχουν σταματήσει. Υπήρχαν μόνο η στιγμή, η ένταση και η ψευδαίσθηση πως ο κόσμος έξω από το δωμάτιο δεν υπήρχε. Κι όμως, ο κόσμος υπήρχε. Κάποια στιγμή, ανάμεσα στους ήχους της μουσικής και στη σιωπή που ακολουθεί τις μεγάλες εξάρσεις, ο Κλέαρχος ένιωσε ένα παράξενο σκίρτημα. Κάτι στο παράθυρο τράβηξε την προσοχή του. Ήταν μια κίνηση; Μια σκιά; Μια αντανάκλαση; Στην αρχή προσπάθησε να το αγνοήσει. Όμως η αίσθηση επέμενε. Κοίταξε προς τις γρίλιες και για μια στιγμή το πρόσωπό του άλλαξε. Γιατί εκεί, στην άλλη πλευρά του τζαμιού, δεν ήταν μόνο η μουσική που τους συντρόφευε. Υπήρχαν μάτια που κοιτούσαν. Και τότε, για πρώτη φορά μέσα σε εκείνη τη μέθη της στιγμής, πέρασε από το μυαλό του Κλέαρχου η σκέψη πως ίσως το μυστικό τους δεν ήταν πια μόνο δικό τους. Σηκώθηκε αργά και πλησίασε το παράθυρο. Με μια προσεκτική κίνηση άνοιξε ελάχιστα τα παραθυρόφυλλα και κοίταξε έξω μέσα από τις γρίλιες. Για λίγα δευτερόλεπτα έμεινε ακίνητος, προσπαθώντας να καταλάβει αν πράγματι κάποιος βρισκόταν εκεί ή αν το παιχνίδι του φωτός και των σκιών τού είχε δημιουργήσει μια ψευδαίσθηση. Τότε την είδε. Απέναντι, στην είσοδο της μικρής κάμαρας, στεκόταν η νεαρή σπουδάστρια που έμενε στην αυλή. Μόλις είχε επιστρέψει και κοιτούσε γύρω της με απορία. Είχε παρατηρήσει τα παιδιά να τρέχουν αναστατωμένα προς την αποθήκη και προσπαθούσε να καταλάβει τι είχε συμβεί. Για μια στιγμή οι δύο κόσμοι συναντήθηκαν μέσα από μια σιωπηλή ματιά. Ο Κλέαρχος την παρατήρησε περισσότερο απ’ όσο χρειαζόταν. Δεν ήταν μόνο η ομορφιά της που τράβηξε την προσοχή του, αλλά η αίσθηση της νιότης, της ανεμελιάς και της διαφορετικής ζωής που αντιπροσώπευε. Ήταν ένας κόσμος μακριά από τη δική του καθημερινότητα, από τα βάρη, τις στερήσεις και τις ευθύνες που απέφευγε συχνά να αντιμετωπίσει. Η κοπέλα, από την πλευρά της, ένιωσε πως κάτι παράξενο υπήρχε πίσω από εκείνο το παράθυρο. Δεν μπορούσε να ξέρει, δεν μπορούσε να εξηγήσει, μόνο διαισθανόταν πως κάποιο μυστικό κρυβόταν στην ατμόσφαιρα. Ο Κλέαρχος έκλεισε αργά το παραθυρόφυλλο και γύρισε προς τη Νεφέλη. «Ήταν οι σκιές από τα δέντρα», είπε καθησυχαστικά. «Ο αέρας κουνάει τα φύλλα και μπερδεύει το μάτι.» Όμως ο ίδιος ήξερε πως κάτι είχε ήδη αλλάξει μέσα του. Η εικόνα εκείνης της στιγμής είχε μείνει χαραγμένη στη σκέψη του. Όχι επειδή είχε συμβεί κάτι, αλλά επειδή αποκάλυπτε για άλλη μια φορά μια πλευρά του χαρακτήρα του: την αδιάκοπη ανάγκη του να κυνηγά το καινούργιο, το απρόσιτο, την επιβεβαίωση που του έδινε την ψευδαίσθηση πως παρέμενε κυρίαρχος της ζωής του. Και χωρίς να το γνωρίζει ακόμη, κάθε τέτοια επιλογή τον απομάκρυνε λίγο περισσότερο από εκείνους που πραγματικά τον χρειάζονταν. Τον είδε η Νεφέλη και τον παρατήρησε για λίγο σιωπηλή. «Τι είναι αυτό με σένα;» του ψιθύρισε, προσπαθώντας να καταλάβει τη σκέψη που είχε σκοτεινιάσει για μια στιγμή το πρόσωπό του. Ο Κλέαρχος έκλεισε το γραμμόφωνο και για λίγο έμεινε ακίνητος. Η σιωπή που ακολούθησε έκανε πιο έντονους όλους τους ήχους έξω από το δωμάτιο: τα φύλλα των δέντρων, τα βήματα στην αυλή, την ανάσα μιας γειτονιάς που συνέχιζε να ζει χωρίς να γνωρίζει όλα όσα κρύβονταν πίσω από τους τοίχους.
Στην αποθήκη, η Μερόπη προσπαθούσε ακόμη να συνέλθει από την αναστάτωση της στιγμής. Είχε το πρόσωπό της κατακόκκινο από την ταραχή και την αμηχανία, όχι επειδή καταλάβαινε πραγματικά όσα είχαν συμβεί, αλλά επειδή είχε βρεθεί ξαφνικά μπροστά σε έναν κόσμο άγνωστο και μπερδεμένο για την ηλικία της. Γύρισε προς τον Αλκιβιάδη και του χαμογέλασε καθησυχαστικά. «Τι έπαθες; Σαν να είδες φάντασμα κάνεις.» Ο Αλκιβιάδης ήταν μόλις δέκα χρονών. Κατέβασε το βλέμμα του. Τα μάγουλά του είχαν κοκκινίσει και ένιωθε πως δεν είχε λόγια για να εξηγήσει αυτό που συνέβαινε μέσα του. Ήταν ένα συναίσθημα παράξενο, ένα μπέρδεμα από απορία, ντροπή και αμηχανία. Έσφιξε και ξέσφιξε τα λεπτά δάχτυλά του πάνω στα γόνατά του, προσπαθώντας να βάλει σε τάξη τις σκέψεις του. Η Μερόπη άπλωσε το χέρι της και του έπιασε το δικό του, σαν να ήθελε να τον τραβήξει πίσω στην ασφάλεια της παιδικής τους ηλικίας. «Είσαι καλά;» τον ρώτησε χαμηλόφωνα. Εκείνος δεν απάντησε αμέσως. Μόνο κοίταξε προς την πόρτα της αποθήκης, εκεί όπου ο κόσμος των μεγάλων φαινόταν ξαφνικά πολύ πιο περίπλοκος απ’ όσο τον είχε φανταστεί. Ο Αλκιβιάδης σάστισε. Πήρε μια βαθιά ανάσα και σήκωσε το κεφάλι του κοιτάζοντάς τη με ένα βλέμμα γεμάτο απορία. Δεν ήξερε αν έπρεπε να γελάσει, να απαντήσει ή απλώς να μείνει σιωπηλός. «Τα συμπαθώ… ή τουλάχιστον προσπαθώ», ψέλλισε. Η Μερόπη χαμογέλασε, βλέποντας την αμηχανία του. «Έλα από δω. Έλα κοντά μου», του είπε χαμηλόφωνα, σαν να ήθελε να τον καθησυχάσει. Για λίγο έμειναν σιωπηλοί. Από την αποθήκη άκουγαν μόνο τον αέρα που περνούσε ανάμεσα από τα κλαδιά του κήπου και το απαλό θρόισμα των φύλλων. Ήταν μια από εκείνες τις στιγμές που τα παιδιά νιώθουν πως κάτι αλλάζει γύρω τους, χωρίς ακόμη να μπορούν να το εξηγήσουν. Η Μερόπη κάθισε δίπλα του και πέρασε το χέρι της στους ώμους του με τη φυσικότητα ενός παιδιού που θέλει να δώσει θάρρος σε κάποιον που αγαπά. «Μη φοβάσαι», του είπε. «Όλοι έτσι νιώθουν καμιά φορά. Σαν να μην ξέρουν τι να πουν.» Ο Αλκιβιάδης χαμογέλασε αχνά. Ένιωθε ακόμη μπερδεμένος, σαν να προσπαθούσε να καταλάβει μια γλώσσα που μόλις άρχιζε να μαθαίνει. Η Μερόπη γύρισε προς τα άλλα κορίτσια και είπε γελώντας: «Είναι πολύ γλυκό το ξαδερφάκι μου. Ακόμα ντρέπεται να μιλήσει.» Και τα κορίτσια γέλασαν σιγανά, όχι κοροϊδευτικά, αλλά με εκείνη την αθώα χαρά των παιδιών που ανακαλύπτουν σιγά-σιγά πως μεγαλώνουν. Ο Αλκιβιάδης χαμογέλασε. «Ευχαριστώ», είπε χαμηλόφωνα. Η Μερόπη τον κοίταξε με ένα ζεστό χαμόγελο. «Ξέρεις πως σ’ αγαπάμε.» «Κι εγώ σας αγαπώ», απάντησε. Για λίγο σώπασε. Κοίταξε γύρω του, σαν να ήθελε να βεβαιωθεί πως κανείς δεν τους άκουγε. Ήξερε καλά πως με τη Μερόπη δεν ήταν εύκολο να ζητήσει κανείς να μείνει μακριά από τις μικρές τους περιπέτειες. Η περιέργειά της και η αγάπη της για τις σκανταλιές ήταν κομμάτι του χαρακτήρα της. Έκλεισε για λίγο τα μάτια του και κοίταξε το ταβάνι της αποθήκης. Η σκέψη του ταξίδευε ακόμη σε όσα είχαν συμβεί εκείνη τη μέρα, σε εικόνες και συναισθήματα που δεν μπορούσε να τακτοποιήσει εύκολα μέσα του. Όταν ξανάνοιξε τα μάτια του, κοίταξε τη Μερόπη. Εκείνη είχε σηκώσει ελαφρά τα φρύδια της. Στο βλέμμα της υπήρχε εκείνη η γνώριμη έκφραση: λίγη τρυφερότητα, λίγη διάθεση για πείραγμα και μια σιωπηλή υπόσχεση πως θα ήταν δίπλα του. Μια μπούκλα από τα μαλλιά της είχε πέσει, όπως συνήθως, πάνω από το δεξί της μάτι. Ήταν μια μικρή λεπτομέρεια που ο Αλκιβιάδης θυμόταν πάντα. Τώρα δεν ένιωθε πια μόνο αμηχανία. Ένιωθε πως μπορούσε να εμπιστευτεί κάποιον. Έχωσε τα χέρια του βαθιά στις τσέπες του και ένιωσε τα μάγουλά του να ζεσταίνονται. Κοίταξε τη Μερόπη σαν να της ζητούσε χωρίς λόγια μια εξήγηση, μια συμβουλή, έναν τρόπο να καταλάβει αυτόν τον καινούργιο κόσμο που άρχιζε σιγά-σιγά να ανοίγεται μπροστά του. Και η Μερόπη, όπως πάντα, κατάλαβε. Η Μερόπη ήταν ο αδιαφιλονίκητος αρχηγός της παρέας. Από μικρή είχε μια έμφυτη εξυπνάδα και μια σπάνια ευκολία στον λόγο. Με τις ιστορίες της, τα πειράγματα της και τον αστείρευτο αυθορμητισμό της είχε καταφέρει να γίνει το κέντρο της μικρής τους ομάδας. Όλοι την ακολουθούσαν, όχι επειδή το επέβαλλε, αλλά επειδή είχε εκείνη τη φυσική ικανότητα να δίνει ζωή σε κάθε παιχνίδι και σε κάθε στιγμή. Ένας θόρυβος από το διπλανό δωμάτιο της σπουδάστριας τους επανέφερε απότομα στην πραγματικότητα. Η ατμόσφαιρα άλλαξε και τα παιδιά κατάλαβαν πως είχαν βρεθεί μπροστά σε έναν κόσμο των μεγάλων, έναν κόσμο γεμάτο μυστικά, επιλογές και αντιφάσεις που ακόμη δεν μπορούσαν να κατανοήσουν. Η Μερόπη συνέχισε να τον κοιτάζει με εκείνο το γνώριμο, σκανταλιάρικο βλέμμα της. «Ξέρεις ποιος είναι μέσα στο δωμάτιο της γειτόνισσας;» τον ρώτησε. Ο Αλκιβιάδης την κοίταξε απορημένος. «Δεν ξέρω… αλλά μάλλον εσείς ξέρετε.» Τα μάτια της Μερόπης χαμογέλασαν πριν ακόμη χαμογελάσει το πρόσωπό της. Ήταν φανερό πως κάτι είχε καταλάβει, κάτι που εκείνος ακόμη προσπαθούσε να επεξεργαστεί. Η Μερόπη ήταν ένα κορίτσι με έντονη προσωπικότητα. Μέτριο ανάστημα, ζωηρή έκφραση, καστανά μαλλιά που συχνά έπεφταν ατίθασα στο πρόσωπό της και ένα βλέμμα γεμάτο περιέργεια και διάθεση για περιπέτεια. Ήταν από εκείνα τα παιδιά που έδιναν κίνηση και χρώμα στη γειτονιά. Η Ιόλη ήταν διαφορετική παρουσία. Ψηλή για την ηλικία της, ήσυχη αλλά εντυπωσιακή, συχνά έδινε την εντύπωση πως μεγάλωνε λίγο πιο γρήγορα από τα υπόλοιπα παιδιά. Η ζωή αργότερα την πήγε σε άλλους δρόμους και η γειτονιά έμαθε νέα της μόνο από μακριά. Η Μυρσίνη, πιο ήρεμη και λεπτή παρουσία, με τα σκούρα μαλλιά της και το συγκρατημένο χαμόγελό της, συμπλήρωνε την παρέα με τον δικό της τρόπο. Ήταν εκείνη η εποχή που οι μέρες ήταν γεμάτες παιχνίδι. Κρυφτό στις αυλές, κυνηγητό στα στενά, ποδόσφαιρο στις αλάνες, φωνές παιδιών που αντηχούσαν μέχρι το βράδυ. Η γειτονιά, παρά τις δυσκολίες της, ήταν ένας ολόκληρος κόσμος. Ο Αλκιβιάδης θυμάται πως όσο μεγάλωνε άρχισε σιγά-σιγά να βλέπει διαφορετικά τα πράγματα γύρω του. Τα κορίτσια της παρέας δεν ήταν πια μόνο σύντροφοι στα παιχνίδια, ήταν πρόσωπα που τον προκαλούσαν να ανακαλύψει έναν νέο τρόπο επικοινωνίας, γεμάτο πειράγματα, γέλια και μια πρωτόγνωρη αμηχανία. Ήταν η ηλικία όπου η παιδική ανεμελιά άρχιζε να υποχωρεί και στη θέση της ερχόταν η πρώτη επίγνωση πως ο άνθρωπος αλλάζει. Χωρίς να το καταλαβαίνει, ο Αλκιβιάδης περνούσε σιγά-σιγά από τον κόσμο των παιδιών στον κόσμο της εφηβείας. .

Η συνέχεια στο...
Click to Open
Υποτακτική αγάπη!
.....

0 comments:

Δημοσίευση σχολίου

 
Web Informer Button