Ο Αλκιβιάδης σήμερα σκέφτεται αναδρομικά με την έννοια της αναπόλησης και βρίσκεται σε μια νοητική κατάσταση όπου στρέφει την προσοχή του στο παρελθόν, ανακαλώντας μνήμες, γεγονότα ή συναισθήματα που έχουν ήδη συμβεί. Αυτή η διαδικασία τον συνοδεύει από μια συναισθηματική χροιά και μια γλυκιά νοσταλγία. Δεν πρόκειται απλώς για ψυχρή ανάκληση δεδομένων, αλλά για επαναβίωση των συναισθημάτων που τον συνόδευαν τις στιγμές εκείνες και αυτό αποτελεί μέρος της διαμόρφωσης της ταυτότητας του, καθώς επανεκτιμά ποιος ήταν και ποιος είναι τώρα.
Υπάρχουν μερικά πρόσωπα που σημαδεύουν την ύπαρξή μας, που με τη δράση, τα λόγια και την παρουσία τους επηρέασαν βαθιά τον τρόπο που σκεφτόμαστε, αισθανόμαστε και ζούμε. Αυτές οι μορφές, είτε υπήρξαν ποτέ είτε όχι, αφήνουν ανεξίτηλο το στίγμα τους στην ύπαρξη μας και τη συλλογική μας μνήμη.
Πρόσωπα, πρότυπα που αποτελούν πηγή έμπνευσης για τη διαμόρφωση της προσωπικότητας μας, και καθορίζουν τη στάση ζωής μας και της συμπεριφοράς μας, αυξάνουν την αγωνιστικότητα μας για την επίλυση προβλημάτων, παρέχοντας μας οράματα.
Ο Αλκιβιάδης μιλάει για καθημερινούς ανθρώπους που με το παράδειγμά τους σιωπηλά χωρίς επίδειξη, χαράσσουν πορεία για τη ζωή τους επηρεάζοντας και τη δική σου ζωή. Μιλάει για αυτούς τους ανθρώπους που φορούν στολές εργασίας, ποδιές νοικοκυριού, ή απλώς τα καθημερινά τους ρούχα, και με τη στάση τους κάνουν τον κόσμο λίγο καλύτερο.
Ένα τέτοιο πρόσωπο υπήρξε η μητέρα τους η Ιοκάστη που ως πραγματικός μαχητής της ζωής απέναντι στις δύσκολες συνθήκες επιδείκνυε εξαιρετική ψυχική ανθεκτικότητα, δύναμη και επιμονή και δεν σταματούσε να αγωνίζεται. Αναζητούσε από τον πατέρα τους τον Κλέαρχο ενεργή συμμετοχή στα καθήκοντα και στις ευθύνες προκειμένου να έχει επιτυχία η προσαρμογή τους που είναι απαραίτητη για τη διασφάλιση της ευημερίας των παιδιών τους και της οικογενείας τους.
Τι να πει κανείς γι' αυτή τη γυναίκα! Τα λόγια είναι πολύ λίγα για μια τέτοια γυναίκα, που δεν έδωσε απλώς αγάπη, αλλά δίδαξε με το παράδειγμά της πώς να στέκεται κανείς όρθιος στις δυσκολίες.
«Θάρρος δεν είναι να μη φοβάσαι, αλλά να προχωράς παρά το φόβο» Δίδαξε στα παιδιά της ότι η αληθινή δύναμη κρύβεται στην καρδιά και στην επιμονή. Τους έδωσε φτερά, κρατώντας τις ρίζες τους. Η αγάπη της ήταν η βάση για να νιώσουν τα παιδιά ασφάλεια, και το θάρρος της το εφόδιο για να πετάξουν. Η ανθεκτικότητά της δεν χρειαζόταν λόγια. Φαινόταν στον τρόπο που συνέχιζε να προσπαθεί, ακόμα κι όταν η ζωή την δοκίμαζε. Τέτοιες γυναίκες δεν μεγαλώνουν απλά παιδιά, χτίζουν χαρακτήρες, μεταλαμπαδεύουν αξίες και αφήνουν μια κληρονομιά αγάπης και γενναιότητας που διαρκεί για πάντα.
Η Ιοκάστη! Μια ηρωίδα εργαζόμενη μητέρα ήταν το κέντρο της ζωής τους, μια γυναίκα ανθεκτική σε σκληρή δουλειά και σε δύσκολες συνθήκες σήκωσε τα βάρη της οικογενείας τους.. Χαλκέντερη, είχε ανάστημα.. Λένε «Το ύψος του ανθρώπου ξεκινά από τα πόδια και φτάνει μέχρι το κεφάλι. Απ’ εκεί και πάνω, ξεκινάει το ανάστημα». Το ανάστημα της Ιοκάστης ήταν πιο ψηλό από το μπόι της. Μέσα από την εργατικότητα και τις πράξεις της εισέπραττε την αναγνώριση και την αποδοχή.
Δυστυχώς ωριμάζοντας οι συνθήκες της προσαρμογής στη Λαμία τα δείγματα του Κλέαρχου δεν έχουν να κάνουν με πολύ μεγάλη διάθεση για προσπάθεια. Με την αδράνεια του μένει αμέτοχος, δεν παίρνει αποφάσεις ή καθυστερεί ήδη τη δύσκολη προσπάθεια για την αναμενόμενη πρόοδο τους.
Ακόμη και όταν υπήρξαν ελπιδοφόρες ενδείξεις, θετικών ευκαιριών, οι πρώτες αχτίδες μιας νέας ανατολής για την οικογένεια εκ μέρους του υπήρχε μια υποβόσκουσα δυσκολία, μια αναμονή ένας δισταγμός. Δεν ήταν αρκούντως παρών σ’ αυτή τη δύσκολη προσπάθεια. Ο φόβος της δυσκολίας τον εμπόδιζε να βοηθήσει να κάνουν το επόμενο βήμα.
Ο Κλέαρχος από τα πρώτα χρόνια στη Λαμία έδειξε δείγματα εύκολης λειτουργικής προσαρμογής η οποία τον βοήθησε να επιβιώσει και να προσαρμοστεί γρήγορα και αποτελεσματικά στις νέες απαιτήσεις, και να ενταχθεί στο νέο, αστικό περιβάλλον. Είχε εγωισμό και εκεί που είχε ιδιαίτερα ενδιαφέροντα ήταν τολμηρός και δραστήριος. Σαν οικογενειάρχης όμως δεν επέδειξε το αναγκαίο επίπεδο υπευθυνότητας, ευσυνειδησίας και αφοσίωσης απέναντι στην οικογένεια του. Η προσπάθεια του δεν ήταν αρκετή, δεν επαρκούσε, υπολειπόταν του δέοντος. Δεν ήταν αυτό που ορίζουμε «εραστής του κόπου.» Δηλαδή δεν ήταν λάτρης της σκληρής δουλειάς ακόμη και όταν αυτή αποδίδει αποτελέσματα. Δεν κατέβαλε την προσπάθεια που χρειαζόταν για να να ανταποκριθεί επαρκώς στις οικογενειακές υποχρεώσεις του σαν σύζυγος και πατέρας. Βέβαια δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι οι ακαμάτηδες στο καφενείο στο χωριό του, δίνοντας έμφαση στην αποφυγή της σκληρής χειρονακτικής εργασίας, έλεγαν. «Αν ήταν η δουλειά καλή, θα δούλευε κι ο δεσπότης»
Επιπλέον ήταν ένας άνδρας που έδειχνε υπερβολικό ενδιαφέρον για το γυναικείο φύλο. Του άρεσε ο γυναικείος «ποδόγυρος». Σε ποιον δεν αρέσει άλλωστε; Το μάτι του με ευκολία έπεφτε σε κάθε γυναικείο «ποδόγυρο», λες και ήταν πεινασμένος. Λες και είχε να δει γυναίκα από την εποχή που η μάνα του τον βύζαινε. Στα τριάντα του χρόνια τότε δεν είχε την εικόνα του απόλυτου αρσενικού που κατεβαίνει από το ακριβό του αυτοκίνητο, και πηγαίνει στην πολυτελή του έπαυλη όπου τον περιμένει ένας τόνος γυναίκες! Όχι! Η εμφάνιση του Κλεαρχου ήταν λίγο πιο πάνω από τον μέσο όρο, εποχιακός εργάτης ήταν, η οικογένεια αρχικά έμενε σε μια τρύπα γιατί ο Κλέαρχος δεν είχε μεγάλα όνειρα για κάτι καλύτερο και στον τρίτο τους χρόνο στη Λαμία απέκτησε και κυκλοφορούσε με ένα μηχανάκι ZÜNDAPP KS 50 SUPER. Οι έντονες ερωτικές του εμπειρίες ήδη από τα εφηβικά του χρόνια τον βοηθούσαν να καταλαβαίνει πότε μια γυναίκα είναι διαθέσιμη και ταυτόχρονα δεν φοβόταν να οδηγήσει την κατάσταση μέχρι το σεξ. Ο Αλκιβιαδης σκεφτόταν πως για μια νέα δυναμική και πολύ όμορφη γυναίκα όπως η μητέρα τους η Ιοκάστη, ο Κλέαρχος της άρεσε σαν άνδρας και τον θεωρούσε sexy, τότε ήταν πολύ πιθανό να τον θεωρούν sexy και άλλες γυναίκες, και αυτός να εξερευνούσε τις πιθανότητες να κάνει σεξ και με άλλες γυναίκες! Κάτι που ο Κλέαρχος είχε ταλέντο να ανακαλύπτει γυναίκες παθιασμένες για σεξ!
Εργαζόταν περιστασιακά φορτοεκφορτωτής και σε όποιον τον ρωτούσε με τι ασχολείται, απαντούσε τόσο γενικόλογα όπως θα έκανε οποιοσδήποτε τη βγάζει με δουλειές του ποδαριού και θέλει να το κρύψει. Τα πρώτα χρόνια έμειναν σ’ μια περιοχή από τις παλαιότερες και φτωχότερες γειτονιές της Λαμίας που βρίσκεται σε μια ρεματιά γεμάτη ανηφόρες, καθώς χαρακτηριστικά ήταν τα τσιμεντένια σκαλοπάτια που υπήρχαν για να προσεγγίζουν οι κάτοικοι τα σπίτια τους. Οι περισσότεροι που κατοικούσαν στην γειτονιά αποτελούσαν φθηνό εργατικό δυναμικό που πήγαιναν στη δουλειά τους με τα πόδια, δεν είχε λεωφορείο η γειτονιά και οι πιο πολλοί ζούσαν κάτω από το όριο της φτώχειας. Τούτη η πινακοθήκη ανθρώπων και χαρακτήρων εκπροσωπούσε την αληθινή ζωή της συνοικίας και καταλαβαίνουμε την τεράστια δυσκολία να είσαι φτωχός, όπως η συντριπτική πλειονότητα του κόσμου, που ζούσε εκεί.
Φτωχικά σπίτια κατά μήκος του ρέματος, τα περισσότερα αν όχι όλα χτισμένα με λάσπη και τούβλα και µε θέα στο ρέμα. Μια γειτονιά με αναμνήσεις αλλοτινών εποχών, που παιδιά έπαιζαν ανέμελα κρυφτό, κυνηγητό, ανεβοκατέβαιναν τα σκαλάκια, με τις φωνές τους να αντηχούν στα γύρω στενά και οι μανάδες να μαζεύονται στα πεζούλια για κουβέντα μετά τη λάτρα του σπιτιού. Χαμηλά σπίτια, με μια τουαλέτα στον εξωτερικό χώρο. Αρκετά μεγάλες οι αυλές τότες, πλακοστρωμένες ή όχι, ήτανε καθεμιά κι ένας παράδεισος. Περιβολάκια και παρτέρια ολόγυρα με λογής-λογής λουλούδια, από γιασεμί και σκυλάκια, μέχρι χρυσάνθεμα, μέχρι γαζίες και ξέχωρα αυτά που είναι φυτεμένα στις γλάστρες. Η ύδρευση ήταν ένα από τα βασικότερα προβλήματα. Τα χρόνια εκείνα οι κάτοικοι της γειτονιάς έπαιρναν το νερό από μια δημοτική βρύση, από όπου το μετέφεραν με δοχεία. Ο ευπρεπισμός των σπιτιών και η φροντίδα της αυλής ήταν βασικό μέλημα των κατοίκων του φτωχού συνοικισμού. Στα πλινθόκτιστα σπίτια ζούσε ένας ολόκληρος κόσμος με μεγάλες στερήσεις, αναζητώντας συνεχώς τρόπους να ομορφαίνει την δύσκολη καθημερινότητά του. Όλοι γνωρίζονταν μεταξύ τους, βοηθούσαν ο ένας τον άλλο στις δυσκολίες και τις γιορτές έστηναν γλέντια στις αυλές. Η δύσκολη πρόσβαση λόγω της μορφολογίας του εδάφους με τις ανηφόρες και τις κατηφόρες δεν ενοχλούσε κανέναν.
Το σπίτι παλιό στενόμακρο με τεράστιο κήπο, Μπροστά από την πόρτα της κύριας κατοικίας υπήρχε μια μεγάλη κληματαριά, για να τους προστατεύει από τον ήλιο και τη βροχή ανάλογα µε την εποχή. Λίγο πέρα από την κύρια κατοικία, υπήρχε κήπος µε τριανταφυλλιές, γαριφαλιές, ντάλιες, ζουμπούλια, γιασεμιά, κυκλάμινα και πανσέδες και πολλά δένδρα. Ένας καταπράσινος κήπος περιφραγμένος με λυγαριές, σκίνα και βάτα. Ακριβώς δίπλα στον χωμάτινο κακοτράχαλο δρόμο αμέσως μετά τη κοίτη του ρέματος όπου τα νερά του απ' άκρη σ' άκρη, στέρευαν το καλοκαίρι.
Οι χειμωνιάτικες λίμνες που στα παιδικά του μάτια έμοιαζαν τεράστιες, μεταμορφώνονται σε γούρνες χάνοντας το πολύ νερό τους και ο ποταμός αυτό το θηρίο του χειμώνα γίνεται ένα καχεκτικό ρυάκι τα καλοκαίρια. Η οικογένεια μένει σε δυο συνεχόμενα ισόγεια δωμάτια. Ένα οι γονείς και το άλλο τα παιδιά. Το υπόλοιπο σπίτι έχει ακόμη δυο συνεχόμενα στη σειρά ισόγεια δωμάτια με τζάκι όπου έμεναν οι ιδιοκτήτες. Τους χωρίζει μια απλή μεσοτοιχία. Η κουζίνα και τουαλέτα είναι εξωτερικές και κοινές. Στον κήπο υπάρχουν δυο ακόμη κτίσματα που χρησιμεύουν για αποθήκες. Ανατολικά στο σύνορο του κήπου υπάρχει μια μικρή οικία πρόσφατα ανακαινισμένη. Η ιδιοκτήτης μια γυναίκα μεγάλης ηλικίας είχε αποβιώσει πρόσφατα και οι κληρονόμοι ευρισκόμενοι στην Αμερική είχαν παραχωρήσει την διαχείριση στους γείτονες τους που συγχώνευσαν τις αυλές και την μικρή οικία την έχουν ενοικιάσει σε μια έφηβη σπουδάστρια.
Μόλις είχε περάσει ένας χρόνος από την μετακόμιση της οικογένειας στο οίκημα και οι ιδιοκτήτες της οικίας αναχώρησαν στην Αθήνα για μόνιμη εγκατάσταση και ταυτόχρονα ενοικίασαν τα δωμάτια τους σ’ ένα ζευγάρι λίγο μεγαλύτεροι από στην ηλικία των γονιών του που ήρθαν στη Λαμία από τα μέρη της Θεσσαλίας. Όταν τους πρωτοείδε, με το πλάι του ματιού του ο Αλκιβιάδης τους έκανε τριανταπεντάρηδες την εποχή εκείνη που αντάλλαξαν γνωριμία με τους γονείς του μέσα από τα ευχάριστα και πλατιά χαμόγελα τους. Ο άνδρας ψηλός, λιγνός, καλοντυμένος κι ευγενής, ήταν όμως στεγνός με λευκή επιδερμίδα και ξανθά μαλλιά. Φορούσε καινούργια ρούχα, το κοστούμι του, από φτηνό γκρίζο ύφασμα, ήταν τόσο καινούργιο, πού διατηρούσε ακόμα την τσάκιση του πανταλονιού και το σακάκι του ερχόταν πολύ φαρδύ με αποτέλεσμα οι ώμοι του να «κρεμάνε». Ο Αλκιβιαδης τον θυμάται ότι συνήθως φορούσε γυαλιά ηλίου, εκινείτο νωχελικά και τόσο αργά που έδειχνε ανίκανος να κάνει οτιδήποτε βιαστικά. Τον φαντάστηκε να καίγεται το σπίτι του και αυτός να κινείται με την ταχύτητα που μεγαλώνει το γρασίδι, για να το σώσει. Η γυναίκα αντιθέτως ήταν μια μπριόζα και, πληθωρική γυναίκα με πλούσιες καμπύλες και μπούστο, κέρδιζε πάντα τις εντυπώσεις. Μια αυθόρμητη παρουσία που με τα πλούσια προσόντα της άφησε κάγκελο τον Κλέαρχο, ο οποίος παριστάνοντας τον αδιάφορο και ντροπαλό στους γύρω του, την κοίταξε με λαγνεία και το βλέμμα του ήταν «γεμάτο», δεν άφηνε περιθώριο για κάτι άλλο, εκφράζοντας το μέγιστο της επιθυμίας του.
Εκείνη δεν φάνηκε να ενοχλείται, απεναντίας το λάγνο βλέμμα του Κλέαρχου δεν την άφησε εντελώς ανεπηρέαστη. Παρόλο που μπορεί να μην το έδειξε, το πρόσεξε, την επηρέασε, την έκανε να νιώσει κολακεία. Τον κοίταξε του σκάει η γυναίκα ένα απίστευτα χαριτωμένο χαμόγελο, γεμάτο νάζι και τσαχπινιά. Απ' αυτά τα χαμόγελα που λένε «αν δεις καράβι στο βουνό, γυναίκα, το έχει τραβήξει». Η πληθωρική γυναίκα γνωρίζει πολύ καλά πως να ανάβει φωτιές και να ανεβάζει τη θερμοκρασία στα ύψη με το πληθωρικό κορμί και τα πλούσια προσόντα της και να κερδίζει την εκτίμηση του αρσενικού πληθυσμού.
Ο Κλέαρχος από εκείνη την ημέρα την είχε μέσα στο μυαλό του συνέχεια και δεν μπορούσε να την βγάλει. Ένιωθε κάτι μέσα του να φτερουγίζει. Ένα πρωτόγνωρο ηδονικό αναρρίγισμα διατρέχει τη ραχοκοκαλιά του. Εκείνη ήξερε ότι του άρεσε. Κάθε φορά που την συναντούσε η φωνή του λιγώνονταν και όλο του το παρουσιαστικό άλλαζε όψη. Προσπαθούσε να δείχνει ευγενικός και εξυπηρετικός μα καταλάβαινε την έξαψη του, τον ήξερε καλά. Ήξερε ότι έριχνε κλεφτές ματιές στο στήθος της, ακόμη πιο κλεφτές ματιές στον πισινό της και πως από το πρόσωπο επικεντρώνοταν με ηδονική λαχτάρα, στα χείλη της.. Του έριχνε ικανοποιημένη, χαμόγελα όλο υπονοούμενα γνωρίζοντας καλά τις σκέψεις που περνούσαν από το μυαλό του και τα λαγγεμένα μάτια της μαρτυρούσαν και την δική της ηδονή.
Ο Κλέαρχος αυτά έβλεπε και ηδονικές ανατριχίλες δονούσαν το κορμί του. Την φανταζόταν σαν ερωμένη του που τον ερέθιζε περισσότερο από την τρυφερότητα και τους ήσυχους, δακρύβρεχτους οργασμούς της Ιοκάστης του.
Ο Αλκιβιάδης το θυμάται που ένα βράδυ του φθινοπώρου που ο σύζυγός χαιρέτησε την οικογένεια τους γιατί αναχωρούσε για τα χωριό τους. Θα επέστρεφε στη Θεσσαλία όπου είχε κάποιες οικογενειακές υποθέσεις να τελειώσει, πήρε άδεια από την νέα του εργασία και θα έλειπε ίσως τρεις με τέσσερις εβδομάδες. Και κάπου εκεί άνοιξε η συζήτηση για το αν θα μπορούσαν οι γονείς του μέχρι να επιστρέψει να νοιάζονται και να προσέχουν την σύζυγο του και αν χρειαστεί κάποια βοήθεια να της συμπαρασταθούν. Μεγάλο λάθος του.
Η Νεφέλη, -ήταν το όνομα της- έμεινε στη μοναξιά της που της δημιουργεί ένα συναισθηματικό και σωματικό κενό. Αυτή η απουσία του συζύγου την κάνει πιο ευάλωτη, πιο δεκτική σε εξωτερικά ερεθίσματα. Το τολμηρό βλέμμα του Κλεαρχου ήταν μια διεισδυτική, σχεδόν σωματική επαφή που την χάιδευε υποδηλώνοντας την επιθυμία του, σιωπηλά και έντονα, προκαλώντας της ηλεκτρισμό. Το απολάμβανε να νιώθει τα μάτια του να τη χαϊδεύουν, να τον βλέπει να ανάβει να κοκκινίζει και να ζορίζεται, ξέροντας ότι έφτανε να κουνήσει το μικρό της δαχτυλάκι για να τον έχει δικό της όποτε ήθελε. Είναι παντρεμένη με ένα καλό άνθρωπο αλλά δυστυχώς η ζωή τους έφερε δυσκολίες στο γάμο τους! Ο σύζυγος απουσιάζει τακτικά στις δουλειές του, η γυναίκα νιώθει συναισθηματικά κενά, ανάγκη για επιβεβαίωση έχει μια αίσθηση παραμέλησης. Ο Κλέαρχος ήταν ιδανική περίπτωση εραστή για τη Νεφέλη να λειτουργήσει ως διέξοδος στις σεξουαλικές ανάγκες της, χωρίς όμως να σημαίνει ότι δεν αγαπά το σύντροφό της ή ότι δεν θέλει να διατηρήσει το γάμο της.
Ούτε ο Κλέαρχος αντιστάθηκε στον πειρασμό, δεν είχε εσωτερικούς φραγμούς, και ηθικούς ενδοιασμούς να τα φορέσει στην Ιοκάστη. Δεν είχε κανένα πρόβλημα, και φυσικά δεν έχασε την ευκαιρία να πέσει στο ερωτικό κρεβάτι με τη νέα γειτόνισσα κι όπως ήτανε φυσικό, καθόλου δεν δίστασε να ταράξει τα νερά της σεμνότυφης και συντηρητικής εποχής του, στη φτωχική συνοικία. Μια σειρά από σαθρά τούβλα χωρίζει τις κρεβατοκάμαρες τους και δεν χρειάζεται να ψάχνουν για ερωτική φωλιά φτάνει να απουσιάζουν τα έτερα τους ήμισυ.
....Η Ιοκάστη ως συνήθως απουσίαζε απ' τα χαράματα στη δουλειά της και ο Κλέαρχος που ήταν άνεργος την εποχή εκείνη μόλις είχε γυρίσει απ' την αγορά αναζητώντας μεροκάματο, αλλά επέστρεψε σπίτι άπραγος. Εκεί τον βρήκε η Νεφέλη γυρίζοντας από το συνοικιακό μπακάλικο να καπνίζει αραγμένος στο πλατύσκαλο της εξώπορτας στη κοινή αυλή τους. Η ίδια πάντως ήταν στα καλύτερά της! Όμορφη και θελκτική γυναίκα, φρόντιζε να το επιδεικνύει όσο μπορούσε. Διένυε τα καλύτερά της χρόνια. (ήταν τότε στα τριανταπέντε!)
Ο Κλέαρχος της φαινόταν πολύ προβληματισμένος.
«Καλημέρα γείτονα τι κάνεις; Πως έτσι αραχτός σήμερα;»
«Καλημέρα Νεφέλη. Περίμενα να ξεκινήσει το εκκοκκιστήριο σήμερα αλλά το ανέβαλαν για την επόμενη εβδομάδα!» Ο Κλέαρχος δούλευε σαιζόν στους ριζόμυλους.
«Πολύ σκεφτικό σε βλέπω συμβαίνει κάτι;»
«Όχι! απλά δεν έχω ιδιαίτερη διάθεση!»
«Και ποιος σου χάλασε τη διάθεση αν επιτρέπεται;»
«Μα τι να σου λέω Τώρα»
«Δεν ξέρω γιατί, αλλά κάτι σαν συζυγικό καυγαδάκι μου μυρίζει...Με την Ιοκάστη ε;»
«Όχι δεν τσακώθηκα με την Ιοκάστη αλλά έχω πολύ σημαντικότερα προβλήματα μαζί της.»
Η Νεφέλη κάτι είχε πάρει το αυτί της για το πρόβλημα του Κλεαρχου όταν κρυφάκουσε το ζευγάρι που λογομαχούσαν προχθές (ε, να μη μάθει γιατί λογομαχούσαν;) γιατί η Ιοκάστη δεν του καθόταν να τη γαμήσει. Η κοπέλα είχε βλέπεις προτεραιότητα να ασχοληθεί με τα παιδιά τους και να ξεκουραστεί μετά από μια κοπιαστική μέρα. Τον κοίταξε με κατανόηση και προσπάθησε να δώσει δίκιο και στον μεν και στο δε. Ήξερε από πρώτο χέρι ότι ο γάμος δεν είναι «παίξε γέλασε», είναι κατάσταση ζόρικη που εξαρχής απαιτεί ειδικό εξοπλισμό. Εκτός από παπά, κουμπάρο και κουφέτα, εκτός από κατσαρόλες και σερβίτσια, πρέπει να έχεις και υπομονή (απεριόριστη) και κατανόηση (κυρίως για τα ακατανόητα) και τόσα άλλα που δεν χρειάζεται να τα αναφέρει, αφού ωραιότατα τα έχουν ταξινομήσει όλα αυτά τα βιβλία – εγχειρίδια του τύπου «πώς να σώσετε τον γάμο σας».
«Γι' αυτό έχεις αυτά τα μούτρα γείτονα;» Γελάει; «Βρε τη ρουφιάνα την Ιοκάστη; Τι του έκανες ρε κούκλα μου του παιδιού και δε μιλιέται; Αχ ρε Ιοκάστη!»
«Νεφέλη παίζεις με τον πόνο μου!»
Η Νεφέλη χαμογέλασε με καλοσυνάτη ανοχή. «Για συμπαράσταση κερνάω καφέ της παρηγοριάς, βάλε το τσιγάρο και έλα μέσα να τα πούμε! Και γι’ αυτά ακριβώς τα προβλήματα μας αν θέλεις να μιλήσουμε. Τι σε απασχολεί; Φιλικά στα λέω μη με παρεξηγάς. Επειδή σε νοιάζομαι στα λέγω. Εκτός και εάν δεν είμαι καλή παρέα;»
«Είπα εγώ ότι δεν είστε καλή παρέα; Τον καφέ ευχαρίστως, ειδικά από τα χεράκια σου. Έλα που κομμάτι δυσκολεύομαι όμως να σου πω για τα πολύ προσωπικά μου.»
«Τι φοβάσαι την κριτική, ή την παρεξήγηση;»
«Δεν ξέρω πως να εκφράσω τα παράπονά μου»
«Πες μου τώρα ότι έχεις και παράπονα. Τι σου λείπει δηλαδή; Ωραίος άνδρας είσαι! Τι ωραίος δηλαδή μ' αυτό το γεροδεμένο σου κορμί παίρνεις τα μυαλά στα θηλυκά. Και ωραία γυναίκα για το κρεβάτι έχεις. Τι άλλο είναι αυτό που θέλεις;»
«Ναι ωραία όλα αυτά άλλα δεν αντέχω άλλο. Να σου πω κάτι μεταξύ μας ; Δεν πάει άλλο με την Ιοκάστη και με αυτό το συνέχεια είμαι κουρασμένη! Σαν άνδρας έχω και άλλες ανάγκες αν με καταλαβαίνεις.»
«Τι θες να πεις δηλαδή; Ότι κουράστηκε η κυρία να της τον χώνεις; Άγιε μου Φανούριε, σχώρα με! Πάλι αμάρτησα και έγινα αθυρόστομη! Δεν το κάνω επίτηδες η ρουφιάνα, μου ξεφεύγουν.»
«Έτσι είναι αποφεύγει το σεξ λες και το χει βαλσαμώσει το μουνί της.»
«Αα είσαι και εσύ, από αυτούς τους στερημένους. Σκέψου και μένα που περνάνε εβδομάδες χωρίς να δω χαρά στα σκέλια μου.»
Δευτερόλεπτα σιωπής. Η Νεφέλη χαμογελά αμήχανα. Ο Κλέαρχος την κοιτά έντονα στα μάτια.
«Δηλαδή ο Μπαργαλάτσος του νοικοκύρη σου είναι σαν ένα όπλο που δεν μπορεί να κάνει καλά την δουλειά του;.»
«Γενικά δεν είναι και πολύ του sex, δεν κάνει πολλά πράγματα στο κρεβάτι, δεν έχει φλόγα. Θα έλεγα ότι με πηδάει που και που επειδή πρέπει, η επειδή απλά του το ζητάω επίμονα.»
«Δεν το πιστεύω! Τι μου λες! Πως γίνεται κύριε από τα Τρίκαλα να έχεις μια γυναίκα σαν την Νεφέλη, καύλα σκέτη και να μη βάζεις φωτιά στη σεξουαλική σας καθημερινότητα! Νεφέλη φωτιές μου άναψες και δεν είμαστε πια παιδιά! Απ' όταν σε είδα σε θέλω τόσο.»
«Κούκλε μου η αλήθεια εδώ που τα λέμε είναι πως ένα δίκιο το 'χει η Ιοκάστη σου, όλη μέρα δουλεύει σαν σκυλί για τον επιούσιο για τα απαραίτητα που χρειάζεται για να ζήσει η οικογένεια σας.... που χρόνος για σένα! Και απ' ότι καταλαβαίνω η Κυρία σου δεν το έχει το σεξουαλικό άθλημα στο φόρτε της,» του λέει αποπνέοντας σεξουαλική έλξη, και ερωτική επιθυμία έχοντας αφεθεί στις σκέψεις της σε ένα συναρπαστικό ταξίδι ευχαρίστησης όπου οι άγριες επιθυμίες της θα ικανοποιούνται με τρόπο που θα αφήσουν άναυδο το γείτονα της. «Αν λοιπόν συμφωνείς και εσύ αφού το βλέπω πόσο με θέλεις εγώ δεν έχω ενδοιασμούς να σε μοιράζομαι σεξουαλικά μαζί της. Ο Κλέαρχος έμεινε κατάπληκτος και ένιωθε τον πούτσο του να θεριεύει και μόνο με τη σκέψη πως θα τσαλαβουτούσε μέσα στο υγρό μουνάκι της. Ήταν σαν να είχε ακούσει τις μύχιες επιθυμίες που είχε στο μυαλό του. Δεν είχε αντίρρηση τελικά γι’ αυτά που του ζήτησε η νέα γειτόνισά αλλά, δεν είχε συνηθίσει ν’ αποφασίζουν άλλοι γι’ αυτόν. Σήκωσε τα μάτια και την κοίταξε. Το βλέμμα της ήταν καθαρό, αποφασιστικό αλλά στο βάθος διέκρινε παράκληση. «Πάμε μέσα στη κρεβατοκαμαρα.» Τον παροτρύνει! Έσβησε το φως και όταν εκείνος μπήκε, τύλιξε τα χέρια της γύρω από το λαιμό του κι αναζήτησε τα χείλη του. Αφέθηκε στο αγκάλιασμα της, ανταποδίδοντας το φιλί και σιγά-σιγά την έσφιξε πάνω του, την χάιδεψε αναστατώνοντας τα μαλλιά και την παρέσυρε στον καναπέ για να καταλήξουν λίγο αργότερα στο κρεβάτι…
....Ήταν ένα φθινοπωρινό σκηνικό του καιρού. Ηλιοφάνεια με λίγες νεφώσεις. Στο σχολείο του Αλκιβιάδη έγινε απολύμανση από την υγειονομική υπηρεσία σχολικών κτηρίων και έδιωξαν τους μαθητές πολύ ενωρίς. Η Ιοκάστη είναι στη δουλειά, ο Κλέαρχος εάν δεν έχει βρει μεροκάματο σίγουρα, σκέπτεται ο Αλκιβιάδης θα ‘ναι στο καφενείο να παίζει χαρτιά. Τα μικρά αδέλφια του συνήθως είναι στη θεία τους που είναι άνεργη αυτή την εποχή.
Ο Αλκιβιάδης φθάνοντας στην είσοδο της αυλής βλέπει τρία κοριτσόπουλα, ασάλευτα-αμίλητα να στέκονται στριμωγμένες πίσω από τις γρίλιες στο κλειστό παράθυρο του σπιτιού που μένει η Νεφέλη και να έχουν επικεντρώσει το ενδιαφέρον και την προσοχή τους στα όσα συμβαίνουν στο εσωτερικό του δωματίου. Είναι η δωδεκάχρονη εξαδέλφη του η Μερόπη, η εντεκάχρονη Ιόλη από την απάνω γειτονιά και η δεκάχρονη Μυρσίνη, γειτονόπουλα που μένει τρία σπίτια παρακάτω στην όχθη του ρέματος. Ταυτόχρονα, έριχναν κλεφτές ματιές γύρω τους μην τύχει και φανεί κάποιος απρόοπτος επισκέπτης. Ο τεράστιος κήπος γύρω τους τις προφυλάσσει από τα αδιάκριτα βλέμματα των γειτόνων και από τυχαίους περαστικούς στο χωματόδρομο.
Με τα κεφάλια σκυφτά στήνουν τ' αυτί, αφουγκράζονται με έξαψη και ενδιαφέρον τη γλυκιά ευωδιά της ερωτικής διέγερσης που σαν αχτίνα ξεπηδά μέσα από τις χαραμάδες στις γρίλιες του παραθύρου. Το ηδονικό σμίξιμο δυο σωμάτων. Ανυπόμονα και σε απόλυτη σιωπή, περίμεναν τη συνέχεια της ερωτικής πράξης που εξελισσόταν εντός του δωματίου. Τα κοριτσόπουλα παρακολουθούν τον έρωτα που είναι χωμένος στο πετσί του ανθρώπου, υποδόρια, εσώψυχα. Προίκα του για να ’χει ο άνθρωπος μαγιά να αναπλάθεται.
Πρώτη τον είδε η ξαδέλφη του η Μερόπη. Μόλις τον είδε το κορίτσι τινάχτηκε σαν να την χτύπησε ρεύμα. Κάτι ψιθύρισε στα αλλά δυο κορίτσια. Τον κοιταξε, «Σςςςςς»... έβαλε το δάχτυλο της μπροστά στα χείλη της. Του ζητούσε να μην μιλήσει. Απορημένος αν και ήταν σίγουρος πως ήταν μονάχος του, γύρισε το κεφάλι του και κοίταξε πίσω του αν υπάρχει και κάποιος άλλος. Αμήχανος προσπαθούσε να καταλάβει τι συμβαίνει. Ξαφνικά η Μερόπη πετιέται όρθια από το περβάζι, επικρατεί μια μικρή αναστάτωση, τράβηξε τις φίλες της από τα χέρια και του έκανε νόημα να τρέξει και να τις ακολουθήσει χωρίς θόρυβο και τα κορίτσια και αυτός, όλοι μαζί πιλαλούν αλαφιασμένοι να κρυφτούν στην αποθήκη, εκεί στην άκρη του μεγάλου κήπου.
........ Στο εσωτερικό του δωματίου εδώ και ώρες ο Κλέαρχος έχει πέσει με τα μούτρα ανάμεσα στα σκέλια της Νεφέλης. Οι ερωτικές φωνές της καλύπτονται από τον ήχο του γραμμοφώνου που έπαιζε το «Diana» του Paul Anka.
Λίγο αργότερα η Νεφέλη, διαπίστωνε πως ο Κλέαρχος ήταν όντως εξαιρετικά προικισμένος από τη φύση. Ακριβώς την ίδια διαπίστωση προσπαθούσαν να ανιχνεύσουν και τα κοριτσόπουλα κρυφά μέσα απ΄τις γρίλιες του παραθύρου στο δωμάτιό. Προσπαθούν να δουν αυτό που ακούν, με τα δικά τους μάτια, χωρίς όμως να τα καταφέρνουν. Οι γρίλιες επιτρέπουν να περνάει το φως αλλά είναι αδιαπέραστες στο βλέμμα τους.
Το κεφάλι της Νεφέλης ανεβοκατέβαινε πάνω στο προικισμένο πέος του Κλέαρχου. «Τι 'ναι αυτό, αντράκλα μου, αυτό είναι η πηγή με το αθάνατο νερό» του είπε εντυπωσιασμένη από την ποσότητα και την ορμή του σπέρματος του και έσκυψε ξανά πάνω στην πηγή, για να κατακτήσει την αθανασία.
Αφού ξεδίψασε, ανακάθισε στο κρεβάτι, έφτιαξε τα μαλλιά της, διόρθωσε το μπούστο της, άναψε δυο τσιγάρα και του πρόσφερε το ένα. Καρέλια κασετίνα τα τσιγάρα.
Ο Κλέαρχος δέχτηκε να πάει στο κρεβάτι της Νεφέλης το πρωινό, αφού πρώτα τον διαβεβαίωσε πως ο άντρας της και δεν θα επέστρεφε πριν από τον επόμενο μήνα. Και η Ιοκάστη είχε φύγει πρωί-πρωί στη δουλειά στο εκκοκκιστήριο της βαμβακουργίας του Μουζέλη. Η Ιοκάστη για να τους θρέψει και να τους μεγαλώσει τα παιδιά της. Δουλεύει σκληρά! Τα πρώτα χρόνια ξεκίνησε να εργάζεται σ' ένα εργοστάσιο παραγωγής κεραμοποιίας, σε σκληρές συνθήκες εργασίας ακόμη και για τους άνδρες.
Η Νεφέλη φρόντισε ακόμα να ενημερώσει τον Κλέαρχο πως ο σύζυγός της είχε πρόβλημα και ανικανότητα να διατηρήσει μια στύση που να είναι αρκετή και ικανοποιητική για την σεξουαλική επαφή τους. Έτσι λοιπόν θεωρεί να είναι κατανοητό πώς αναζητεί τρόπους για να ημερέψει τις ατίθασες σεξουαλικές ορμές της. Για την ακρίβεια, του είπε. «Είμαι σίγουρη πως στους φίλους του θα έχει υπερηφανευτεί πολλές φορές ότι μου πετάει τα μάτια έξω. Πως με πηδάει πρωί και βράδυ και ας έχει να με πηδήξει κάτι μήνες. Ειλικρινά δεν ενθυμούμε πότε του σηκώθηκε για τελευταία φορά.».
Από την άλλη ο Κλέαρχος σκοπεύει να της αποδείξει πως είναι ακμαίος, ντούρος και βαρβάτος, χαρίζοντας της μια πρωτόγνωρη σεξουαλική εμπειρία.
Τα δωμάτιο είναι άνω κάτω. Οι δυο εραστές κυνηγιούνται παρασύροντας στο πέρασμά τους έπιπλα και αντικείμενα. Η σεξουαλική επιθυμία της Νεφέλης δεν προβληματίζει τον Κλέαρχο που είναι ένας ερωτικά ακούραστος επιβήτορας. Πού και πού σταματούν για λίγο τις ερωτικές περιπτύξεις για να βάλουν ξανά από την αρχή στο πικ απ τον δίσκο του Paul Anka που καλύπτει τους ερωτικούς τους στεναγμούς.
«Πού έμαθες να τα κάνεις όλα αυτά γαμιά μου;» Του λέει κάθε λίγο και λιγάκι η Νεφέλη.
Την ώρα που η Νεφέλη λέει... «είσαι θεός γαμιά μου, θεός!!» και αυτός μπαίνει για μια ακόμα φορά μέσα της φωνάζοντας. «Τι καύλα είσαι εσύ!!», ο Κλέαρχος συνειδητοποιεί πως ίσως έχουν κι άλλη παρέα εκτός από τον Paul Anka. Κάτι σκιές του φάνηκαν σαν τρεμούλιασμα στο παράθυρο...
Σηκώθηκε πήγε στο παράθυρο το άνοιξε αμυδρά, κοίταξε ερευνητικά έξω για μερικά δευτερόλεπτα με το ένα μάτι πίσω από τις γρίλιες των κλειστών παραθυρόφυλλων. Κοιτάζοντας είδε την αχνή φιγούρα, όπως σχηματιζόταν μέσα από το κλειστό παράθυρο σηκώνοντας τα φρύδια του. Ακριβώς απέναντι στεκόταν η νεαρή ψηλή μελαχρινή κοπέλα, η σπουδάστρια που έμενε απέναντι στη μοναχική κάμαρα. Στεκόταν μπροστά στην είσοδο που οδηγούσε στη μικρή κάμαρα της, μόλις αφιχθείσα στην αυλή, την ώρα που τα κοριτσόπουλα και ο Αλκιβιάδης ειχαν φτάσει και προσπαθούσαν να κρυφτούν στην αποθήκη. Η νεαρή κοπέλα κοίταζε ερευνητικά με τα μάτια γεμάτα καχυποψία προς το μέρος του παραθύρου ψάχνοντας την αιτία που θα μπορούσε να λύσει τις απορίες και τα ερωτηματικά που είχαν γεννηθεί μέσα της γιατί τα παιδιά αλαφιασμένα τρέξανε να κρυφτούνε. Ίσως να αναρωτιέται ποια είναι η σκανταλιά που να έχουν κάνει και έτρεξαν πανικόβλητα..
Ο Κλέαρχος έμεινε για λίγο σιωπηλός και σκεφτικός χαζεύοντας με τη μορφή της όμορφης νεαρής κοπέλας στη συνέχεια αποφάσισε να χειριστεί την κατάσταση επιθετικά. Άνοιξε ελάχιστα το παραθυρόφυλλο κοιτάζοντας έξω απ' το παράθυρο. Οι ματιές τους συναντήθηκαν. Την κοίταξε έντονα κι επίμονα και κι εκεί οι ματιές τους κόλλησαν θαρρείς και μαγνητίστηκαν. Ένα ανεξήγητο συναίσθημα με μια ματιά χωρίς λέξεις νιώθουν σ' όλο τους το είναι. Αυτή κατάφερε να διαβάσει στο βλέμμα του το ερωτικό κάλεσμα πριν ο Κλέαρχος ξανακλείσει τα παραθυρόφυλλα. «Μ’αρέσουν οι τριαντάρες και σαραντάρες αλλά εσύ νεαρή μου έχεις άλλη χάρη, άλλη καύλα.» Έλεγε το βλέμμα του. Η σκέψη ότι η δεκαοκτάχρονη κοπελιά που ήταν εκεί έξω πιθανώς αφουγκραζόταν το ερωτικό τους παραλήρημα τον ικανοποιούσε και του ξεσήκωνε ταυτόχρονα τη στύση. Ιδέες τρύπωσαν στο μυαλό του. Στη συνέχεια γύρισε το κεφάλι του και κοίταξε ερευνητικά το προφίλ της Νεφέλης. «Έχεις δίκιο. Ο αέρας ήταν που κουνούσε τα φύλλα των δέντρων και έριχνε σκιές στο παράθυρο. Δεν υπάρχει ψυχή έξω.» της λέει καθησυχαστικά, και δεν έκλεισε πάλι το παράθυρο.
«Πάντα αναμμένη», σκέφτηκε για την Νεφέλη. «Πάντα πρόθυμη».
Αλλά τώρα είχε τρυπώσει καλά στο μυαλό του η μορφή της όμορφης δεκαοκτάχρονης .. Χαμογέλασε πλατιά με τη σκέψη αυτή, η όμορφη μελαχρινή νεαρή γυναίκα τον καύλωνε τόσο πολύ. Τούμπανο πάλι το πέος του..
Τον βλέπει η Νεφέλη και του ψιθύρισε. «Τι είναι αυτό με σένα.»
Ο Κλέαρχος έκλεισε το πικ απ κι άφησε τις ερωτικές κραυγές τους να φτάσουν εκεί έξω στη νεαρή κοπέλα που τώρα ήταν σίγουρος ότι τους αφουγκραζόταν...
Στην αποθήκη η Μερόπη στάθηκε να πάρει ανάσα, σήκωσε το φουστάνι της και με την άκρη του σκούπισε το κατακόκκινο και ξαναμμένο κάτω από τις σκούρες αφέλειες πρόσωπο της.
Μετά το ξάφνιασμα, του χαμογέλασε και τον κοίταξε τρυφερά.. «Ντροπαλό και συνεσταλμένο το ξαδερφάκι μου;» Ο Αλκιβιάδης ήταν μόλις δέκα χρονών. Κατέβασε τα μάτια. Τα μάγουλά του κοκκίνισαν, ένιωσε αμήχανα. Την κοίταξε ανέκφραστος, σαν να προσπαθούσε να καταλάβει μια ξένη γλώσσα. Έσφιξε και ξέσφιξε πάνω στα γόνατά του τα λεπτά δάχτυλά του.
Η Μερόπη άπλωσε αργά το χέρι της και έπιασε το χέρι του Αλκιβιάδη. «Νόμιζα ότι συμπαθούσες τα κορίτσια.»
Ο Αλκιβιάδης σάστισε. Παίρνοντας μια βαθιά ανάσα ανασήκωσε το κεφάλι του κοιτάζοντας την ερωτηματικά με ακαθόριστο συναίσθημα. «Τα συμπαθώ. Ή τουλάχιστον... προσπαθώ!» Ψέλλισε.
«Έλα από δω. Έλα κοντά μου.» Του ψιθύριζε συνωμοτικά και το χέρι της σφίχτηκε. Έμειναν και οι δύο για λίγο σιωπηλοί, ενώ ένας δροσερός άνεμος έκανε τα δέντρα του κήπου γλυκά να θροΐζουν.
Έκατσε όσο το δυνατόν πιο κοντά του περνώντας απαλά το μπράτσο της γύρω από τους ώμους του, κι άρχισε να τον χαϊδεύει απαλά. Τον χάιδευε στοργικά στο πίσω μέρος του κεφαλιού.
«Εμείς σου αρέσουμε σαν κορίτσια;» Τον ρώτησε μ' ένα ιδιαίτερα χαρούμενο ύφος και ένα μείγμα παιχνιδιάρικης διάθεσης. Πρέπει να πέρασε ένα λεπτό μέχρι ν' αρχίσει ο εγκέφαλός του να επεξεργάζεται τα λόγια της, τον τόνο της και τη σκαμπρόζικη έκφρασή της.
Ένιωθε εντελώς ανήμπορος, τα έχει χαμένα, δεν ξέρει πώς να αντιδράσει. Απλά κατάφερε να κουνήσει καταφατικά το κεφάλι του αλλά δεν απάντησε.
«Είναι πολύ γλυκό αγόρι, το ξαδερφάκι μου.» λέει στις άλλες κοπέλες.
Ο Αλκιβιάδης χαμογέλασε.«Ευχαριστώ.»
Η Μερόπη πρόσθεσε: «Ξέρεις ότι σ’ αγαπάμε.»
«Κι εγώ σας αγαπώ.» Σταμάτησε και κοίταξε τριγύρω του σαν να περίμενε να περάσει κάποιος. Το να ζητάει απ' την ξαδέρφη του τη Μερόπη την εποχή εκείνη να μην τον μπλέκει με τις σκανδαλιές της ήταν σαν να ζητάει από οποιονδήποτε άλλο άνθρωπο να πάψει να αναπνέει για δέκα ολόκληρα λεπτά.
Έκλεισε τα μάτια του κοιτώντας το ταβάνι της αποθήκης. Εκείνη τη στιγμή κάτι φάνηκε να του περνάει απ' το μυαλό. Όταν κοίταξε ξανά τη ξαδέρφη του, την είδε που είχε σηκώσει τα φρύδια της και το βλέμμα της ήταν γεμάτο με μια ακαταμάχητη αδερφική τρυφερότητα αναμειγμένη μ' ένα διαβολικά, σκανταλιάρικο χαμόγελο και οι βόστρυχοι από τα μαλλιά της που, ως συνήθως, έπεφταν πάνω απ' το δεξί της μάτι. Τώρα το βλέμμα του Αλκιβιάδη ήταν υπομονετικό, γεμάτο κατανόηση. Τα χέρια του που δεν ήταν ποτέ νευρικά, αμήχανα τα έχωσε βαθιά στις τσέπες του και ένιωσε μια γλυκιά ζέστη στα μάγουλά του και κοίταξε την Μερόπη ζητώντας σιωπηρά την καθοδήγησή της.
Η Μερόπη έγειρε πάνω του. Με ανάλαφρες κινήσεις έβαλε το χέρι της μέσα στο κοντό παντελόνι του. Είδε τα μάτια της να λάμπουν, τη μύτη της να ζαρώνει και τα λακκάκια στα μάγουλά της να βαθαίνουν ψαχούλεψε και βρήκε αυτό που ζητούσε. Αλκιβιάδης επιφυλακτικός και συνεσταλμένος την κοίταζε απορημένος και γεμάτος αμφιβολία δεν ήξερε τι πρέπει να κάνει. Έχει μια ανησυχία, νιώθει κάπως περίεργα. Ένα κύμα ρίγους, είχε διαπεράσει το κορμί του και ήταν κάτι που του άρεσε! Στο πρόσωπο του το κοκκίνισμα απλώθηκε σαν κρασί χυμένο πάνω σε λινό ύφασμα.
Στη θηλυκή παρέα τους ήταν το μοναδικό αγόρι. Εκείνη τη στιγμή ένιωθε παράξενα, νιώθει πως το μυαλό του έχει μένει κολλημένο στο κενό και να μην τον βοηθά να βρει έναν τρόπο να διαχειριστεί την ευχάριστη επαφή με τα κορίτσια.
«Μυρσίνη! η σειρά σου να γνωρίσει ο ξαδερφούλης μας το κατοικίδιο σου.» Πρόσταξε την Μυρσίνη μετά από μια εύθραυστη παύση η Μερόπη και της ανασήκωσε το φόρεμα ψηλά. Η κίνηση αυτή του αποκάλυψε το λευκό κιλοτάκι της Μυρσίνης. Η Μυρσίνη χαμογέλασε λοξά, και στη συνέχεια το χαμόγελο της έγινε πιο πλατύ. Χαμόγελο ανέμελου νεαρού κοριτσόπουλου. «Πω πω! Ανυπόμονη είσαι σήμερα. Θέλεις να το δείξω αυτή τη στιγμή;»
«Ναι!» και τη βοήθησε να παραμερίσει το εσώρουχο. Στη θέα του τρυφερού αιδοίου η καρδιά του Αλκιβιάδη άρχισε να χτυπά πιο γρήγορα ευρισκόμενος σε μια κατάσταση που του προκαλεί αμηχανία.
«Έλα χάιδεψε το, μην ντρέπεσαι» τον ενθαρρύνει με τρυφερότητα η Μερόπη ώστε να ξεπεράσει τους ενδοιασμούς του.
Η Μερόπη ήταν ο αδιαφιλονίκητος αρχηγός της παρέας. Από πολύ μικρή είχε έμφυτη εξυπνάδα αλλά και στις πάρλες τέτοια ευφράδεια που όλους τους είχε χαζέψει με τις χάρες της, γρήγορα λοιπόν έγινε η βασίλισσα της παρέας, και τους είχε όλους του χεριού της.
Ένας θόρυβος που ακούστηκε από το δωμάτιο της σπουδάστριας,, τους επανέφερε στην τάξη… κι έβαλε τέλος στη γλυκιά αυτή εμπειρία του Αλκιβιάδη. Αυτή ήταν η πρώτη του «ερωτική επαφή» με το άλλο φύλλο. Της μικρής του ξαδερφούλας την ώρα εκείνη τα μάγουλά της ήταν ξαναμμένα, η αναπνοή της λαχανιασμένη και σίγουρα κάτι άλλο πιο εντυπωσιακό είναι αυτό που ζητούσε και όχι το δικό του αυτό που είχε μέσα από το παντελόνι.
Η Μερόπη συνέχισε να κρατάει το βλέμμα καρφωμένο πάνω του. Υπήρχαν, άραγε, κάποια ίχνη περιέργειας εκεί μέσα; «Ξέρεις ποιος είναι μέσα στο δωμάτιο της γειτόνισσας;» Τον ρώτησε.
Κοιτάχτηκαν μέσα στην απόλυτη σιωπή.
Τελικά ο Αλκιβιάδης της είπε: «Δεν ξέρω ποιος είναι, αλλά εσείς πιθανότατα ξέρετε.»
«Χαμογελούν» τα μάτια της, και το χαμόγελό της απλώνεται σε όλο της το πρόσωπο. Αυτό σημαίνει ότι ήξερε. Με κάποιο τρόπο, η Μερόπη συνέχισε να χαμογελάει και να συζητάει ήρεμα με την Μυρσίνη, ενώ μέσα της σίγουρα επικρατούσε καταιγίδα, ξαναμμένη από το θέαµα που μόλις πριν λίγο προσπαθούσε να απολαύσει, έχοντας ζωντανή εικόνα στη σκέψη της πως ο θείος της, αυτές τις στιγμές μέσα στο δωμάτιο γαμούσε τη γειτονισσα του.
Η εντεκάχρονη εξαδέλφη του η Μερόπη: Μέτριο ανάστημα, γεμάτο σώμα, ωραίο πρόσωπο, μαλλιά καστανά προς το ξανθό, με αφέλειες ανακατεμένες και αφοπλιστικά ατημέλητες και μάτια με σκανταλιάρικο βλέμμα. Μια αεικίνητη παρουσία, πρόσχαρη, ορεξάτη παιχνιδιάρα που ψάχνει να βρει εκείνο που θέλει. Ήταν σκέτο πειραχτήρι δίνοντας μια φρέσκια αύρα στην παρέα, η γλώσσα της έκοβε κι έραβε μ' αφάνταστη ευκολία.
Η εντεκάχρονη Ιόλη! Πολύ ψηλή για την ηλικία της, μια εντυπωσιακή σωματική παρουσία, που ξεπερνούσε κατά πολύ το μέσο όρο ύψους των συνομηλίκων της και τραβούσε την προσοχή. Με μια τέτοια παρουσία η Ιόλη έδινε την αίσθηση ότι ανήκε σε μεγαλύτερη ηλικιακή ομάδα! Σύντομα η οικογένεια της μετακόμισε σ' άλλη γειτονιά. Μάθανε ωστόσο ότι οι ζουμερές καμπύλες είχαν εξελιχτεί σε μια γοητευτική μελαχρινή ψηλή κοπέλα. Όπως τους πληροφόρησε η Μερόπη, η Ιόλη παντρεύτηκε πολύ σύντομα, ούτε καν ώριμη έφηβη ακόμη.
Η δεκάχρονη Μυρσίνη: Κανονικό ανάστημα, αδύνατο σωματάκι, μελαχρινή, τα πυκνά, μαύρα μαλλιά της ήταν συνήθως πιασμένα σε έναν μικρό κότσο στον αυχένα της.
Ήταν η εποχή και η ηλικία τους που με όλα τα παιδιά της γειτονιάς παίζανε κρυφτό, κυνηγητό, μακριά γαϊδούρα, κλέφτες και αστυνόμους, αγαλματάκια, μήλα και τέτοια σπουδαία πράγματα που είναι αναπόφευκτα συνυφασμένα με τα πρώτα εφηβικά σκιρτήματα.
Υπήρχαν και κάποιες στιγμές, που Αλκιβιάδης όταν δεν έτρεχε ανέμελα στις αλάνες της γειτονιάς με τα άλλα αγόρια να παίζουν κυρίως το πάθος τους που ήταν το ποδόσφαιρο, αναζητούσε τη χαρούμενη παρέα σ΄ αυτά τα μυστηριακά διαφορετικά πλάσματα που τον έλκυαν σαν μαγνήτες όταν τον πείραζαν. Τον πείραζαν και αυτός ένιωθε ευχάριστα χάρη στα πειράγματα τους. Αα! τα όμορφα τα κοριτσόπουλα. Ήταν πολύ σκανταλιάρικα. Πολύ φασαριόζικα κοριτσόπουλα. Τα ολόγλυκα πειραχτήρια του Αλκιβιάδη που στο παιχνίδι μαζί τους θυμάται πως είχε τα πρώτα του ερωτικά σκιρτήματα. Ηταν στην ηλικία που άρχισε να «ωριμάζει» και να ανακαλύπτει τη φάση της αυτοικανοποίησης.
Υποτακτική αγάπη!.....





'
0 comments:
Δημοσίευση σχολίου