ADS

click to open

Δευτέρα 6 Φεβρουαρίου 2023

Prothalamos Tis Efivias

.......Όταν ξεκίνησε η νέα σχολική χρονιά, ο χρόνος στη γειτονιά και στο σπιτικό τους κυλούσε αθόρυβα, χωρίς μεγάλες ανατροπές και θεαματικά γεγονότα. Οι μέρες διαδέχονταν η μία την άλλη με τον ίδιο γνώριμο ρυθμό, κουβαλώντας μικρές χαρές, μικρές λύπες και τις συνήθεις έγνοιες που συντροφεύουν τη ζωή των περισσότερων ανθρώπων. Κι όμως, ο Αλκιβιάδης, χρόνια αργότερα, θα καταλάβαινε πως η ιστορία μιας γειτονιάς δεν γράφεται από τα σπουδαία περιστατικά, αλλά από εκείνες τις ασήμαντες, σχεδόν ανεπαίσθητες αλλαγές που περνούν απαρατήρητες την ώρα που συμβαίνουν. Είναι αυτές που σμιλεύουν τους ανθρώπους, τις σχέσεις τους και, τελικά, τη μνήμη ενός τόπου. Η νεαρή σπουδάστρια δεν επέστρεψε τη νέα σχολική περίοδο. Η μικρή κάμαρα που νοίκιαζε έμεινε άδεια, ενώ η επαφή με την οικογένεια της χάθηκε οριστικά. Ο Αλκιβιάδης δεν έμαθε ποτέ τι απέγινε, ούτε αν κάποιος από τους δικούς του κράτησε κάποια επικοινωνία μαζί της. Έμεινε μόνο μια αχνή ανάμνηση, σαν πρόσωπο που πέρασε για λίγο από τη ζωή τους και χάθηκε μέσα στον χρόνο. Η Ιόλη δεν εμφανίστηκε ούτε εκείνη στο σχολείο. Η Μερόπη, που διατηρούσε ακόμη επαφή μαζί της, τους πληροφόρησε πως η οικογένειά της, αμέσως μετά τις καλοκαιρινές διακοπές, είχε μετακομίσει σ' ένα κεφαλοχώρι στον κάμπο του Σπερχειού. Αργότερα ο Αλκιβιάδης πληροφορήθηκε πως, μόλις τελείωσε το δημοτικό, η Ιόλη παντρεύτηκε. Ήταν ακόμη παιδί. Δεν πρόλαβε να γνωρίσει την εφηβεία ως περίοδο ελευθερίας, ονείρων και αναζητήσεων· η ζωή την κάλεσε πρόωρα να φορέσει τα βάρη της ενηλικίωσης.
Η Μερόπη, πάλι, ακολούθησε διαφορετικό δρόμο. Αφού τελείωσε το δημοτικό, άλλαξε μέσα σε λίγους μήνες. Ψήλωσε, σοβάρεψε και έχασε εκείνη τη σκερτσόζικη παιδική ανεμελιά που τη χαρακτήριζε. Στο βλέμμα της είχε εγκατασταθεί μια πρόωρη ωριμότητα. Έπιασε δουλειά σε μια βιοτεχνία ενδυμάτων, αφήνοντας κι εκείνη πίσω της, σχεδόν απότομα, τα ανέμελα χρόνια της παιδικής ηλικίας.
Το νέο τους σπίτι ήταν μια μικρή, αυτόνομη μονοκατοικία με μεγάλη αυλή. Ο Κλέαρχος, νοσταλγώντας τις συνήθειες του χωριού τους, δεν άργησε να μεταμορφώσει ένα μεγάλο τετράγωνο κομμάτι της σε καταπράσινο λαχανόκηπο. Ντομάτες, πιπεριές, μελιτζάνες, φασολιές και κάθε λογής εποχικά λαχανικά φύτρωναν χρόνο με τον χρόνο, λες και ένα μικρό κομμάτι της λακωνικής γης είχε μεταφερθεί στη νέα τους γειτονιά.
Με τη μετακόμιση, ο Αλκιβιάδης δεν έχασε την επαφή του ούτε με τη Μερόπη ούτε με τη Μυρσίνη. Οι δρόμοι τους όμως δεν διασταυρώνονταν πια τόσο συχνά. Οι επισκέψεις αραίωσαν, τα παιχνίδια έγιναν λιγότερα και οι συναντήσεις περιορίστηκαν στις Κυριακές ή στις μεγάλες γιορτές. Χωρίς να το καταλάβουν, η παιδική τους συντροφιά άρχισε σιγά σιγά να σκορπίζει. Ο Κλέαρχος περίμενε, για μία ακόμη χρονιά, να ξεκινήσει η εποχική λειτουργία του εργοστασίου με τους ρυζόμυλους του Μουζέλη, όπου εργαζόταν κάθε σαιζόν. Η Ιοκάστη είχε προσληφθεί κι εκείνη στο ελαιουργικό εργοστάσιο του ίδιου συγκροτήματος, στο τμήμα όπου επεξεργάζονταν τον βαμβακόσπορο για την παραγωγή βαμβακέλαιου.
Η καθημερινότητα της οικογένειας απέκτησε ξανά τον γνώριμο ρυθμό της. Οι γονείς εργάζονταν ασταμάτητα για να μη λείψει τίποτε από το σπίτι, ενώ τα παιδιά, σχεδόν χωρίς να το αντιληφθούν, άφηναν πίσω τους την ανέμελη παιδική ηλικία και έκαναν τα πρώτα, διστακτικά βήματα προς την εφηβεία. Η Ιοκάστη, μόλις τελείωνε τη βάρδια της στο εργοστάσιο, γύριζε βιαστικά στο σπίτι. Δεν υπήρχε χρόνος για ξεκούραση. Την περίμενε η σκάφη στην αυλή, γεμάτη ρούχα. Ήταν τρία παιδιά· τι να πρωτοπρολάβει; Έπλενε ως αργά το βράδυ, με τα χέρια της βουτηγμένα στο σαπουνόνερο, τρίβοντας ασταμάτητα, ενώ η νύχτα κατέβαινε σιγά σιγά πάνω στη γειτονιά. Τα δάχτυλά της κοκκίνιζαν από το κρύο τον χειμώνα και ζάρωναν από το νερό, όμως εκείνη συνέχιζε ακούραστα, σαν να μην είχε γνωρίσει ποτέ την έννοια της κούρασης.
Αυτή είναι η εικόνα που έμεινε ανεξίτηλη στη μνήμη του Αλκιβιάδη. Η μάνα του σκυμμένη πάνω από τη σκάφη, να δίνει καθημερινά μια αθόρυβη μάχη, χωρίς παράπονο και χωρίς να ζητά αναγνώριση. Εκεί, μέσα στις πιο απλές κινήσεις της καθημερινότητας, έκρυβε όλη την αξιοπρέπεια και τη δύναμη μιας γυναίκας της δεκαετίας του 1960, που κρατούσε όρθιο το σπίτι της.
Μάνα, μητέρα, μαμά… Όπως κι αν την αποκαλούσαν, η λέξη ηχούσε μέσα του σαν προσευχή. Δεν ήταν μόνο εκείνη που τον έφερε στη ζωή. Ήταν το χέρι που τον σήκωνε όταν έπεφτε, η αγκαλιά που χώραγε κάθε του φόβο, η φωνή που τον γαλήνευε, το βλέμμα που τον περίμενε πάντα να γυρίσει στο σπίτι.
Μεγαλώνοντας κατάλαβε πως οι μεγάλες μορφές της ζωής δεν φορούν πάντοτε στέμματα ούτε γράφονται στα βιβλία της ιστορίας. Καμιά φορά στέκονται σκυμμένες πάνω από μια ξύλινη σκάφη, με τα μανίκια σηκωμένα, πλένοντας τα ρούχα των παιδιών τους αργά μέσα στη νύχτα.
Ήταν ήδη αργά. Η νύχτα είχε προχωρήσει και το φθινοπωρινό στερέωμα έμοιαζε να στροβιλίζεται αργά γύρω από τον ακίνητο Πολικό Αστέρα. Ο μικρός Αλκιβιάδης συνήθιζε να σηκώνει το βλέμμα του ψηλά και να χάνεται μέσα στις αμέτρητες κουκκίδες του ουρανού. Χρόνια αργότερα θα μάθαινε τα ονόματά τους· τότε όμως του αρκούσε να τις θαυμάζει. Η Μεγάλη Άρκτος χαμήλωνε προς τον βορρά, ενώ ψηλότερα η Κασσιόπη άπλωνε το γνώριμο σχήμα της, σαν ένα φωτεινό γράμμα «W». Ένα κιτρινοπορτοκαλί μισοφέγγαρο κυριαρχούσε στον ουρανό, λούζοντας τη γειτονιά μ' ένα απαλό, γαλήνιο φως. Οι απέναντι λόφοι, προς το στρατόπεδο, είχαν πια χάσει τις λεπτομέρειές τους και στέκονταν σαν συμπαγείς σκοτεινές σιλουέτες. Πιο πέρα, προς την ανατολή, η πόλη λαμποκοπούσε φεγγαρόλουστη, ενώ στο πρώτο πλάνο οι ασημοπράσινες λεύκες της ρεματιάς υψώνονταν ακίνητες, σαν σιωπηλοί φρουροί της νύχτας.
Στην αυλή, η Ιοκάστη είχε ανάψει το καζάνι. Το νερό έβραζε αργά, μαζί με φύλλα λεμονιάς και πορτοκαλιάς, για να μοσχοβολούν τα ρούχα όταν θα πλένονταν με το σπιτικό σαπούνι. Η ευωδιά από τα εσπεριδοειδή ανακατευόταν με τον ατμό που ανέβαινε προς τον ουρανό, δίνοντας στη νύχτα μια μυρωδιά που ο Αλκιβιάδης δεν ξέχασε ποτέ.
Η ξύλινη σκάφη ήταν ακουμπισμένη πάνω στον χοντρό πάγκο της αυλής, εκείνον ακριβώς που ο Κλέαρχος χρησιμοποιούσε τα βράδια του χειμώνα για να γεμίζει και να συσκευάζει τα κυνηγετικά του φυσίγγια. Το ίδιο ξύλο που φιλοξενούσε το κυνήγι, φιλοξενούσε τώρα τη μπουγάδα της οικογένειας. Έτσι ήταν το σπίτι τους· τίποτε δεν περίσσευε και τίποτε δεν έμενε ανεκμετάλλευτο. Κάθε αντικείμενο υπηρετούσε τη ζωή με περισσότερους από έναν τρόπους.
Ο Αλκιβιάδης κάθισε δίπλα της για να της κάνει παρέα. Θρόνος του ήταν ένα μικρό ξύλινο σκαμνάκι. Στα γόνατά του είχε ανοιγμένο το σχολικό του βιβλίο και διάβαζε, φωτισμένος από το λιγοστό κιτρινωπό φως της λάμπας πετρελαίου. Το σώμα του βρισκόταν στην αυλή, δίπλα στη μητέρα του που έτριβε ακούραστα τα ρούχα μέσα στη σκάφη. Το μυαλό του όμως είχε ταξιδέψει πολύ μακριά. Οι γραμμές του βιβλίου γίνονταν εικόνες, οι εικόνες περιπέτειες, κι εκείνος, παρασυρμένος από τη ζωηρή φαντασία του, ζούσε μέσα στην ιστορία περισσότερο απ' όσο τη διάβαζε.
Δεν κατάλαβε πότε η Ιοκάστη σταμάτησε να πλένει.
Ένα απότομο τράβηγμα τον επανέφερε στην πραγματικότητα.
Η μητέρα του άρπαξε ξαφνικά το βιβλίο από τα χέρια του. Από τις σελίδες του γλίστρησε ένα διπλωμένο χαρτί, που έπεσε στο χώμα της αυλής.
Η Ιοκάστη τον κοίταξε αυστηρά.
«Τι είναι αυτό;»
Ο Αλκιβιάδης έμεινε άφωνος. Τα χείλη του άνοιξαν σαν να ήθελαν να πουν κάτι, μα καμία λέξη δεν βγήκε.
«Τι είναι αυτό;» επανέλαβε ήρεμα, κρατώντας ακόμη το βιβλίο στα χέρια της.
Ο Αλκιβιάδης κατάπιε δύσκολα. Έσκυψε να μαζέψει τις σελίδες που είχαν σκορπίσει στο πάτωμα, κερδίζοντας λίγες ακόμη στιγμές σιωπής. Δεν φοβόταν τόσο την τιμωρία, όσο μήπως απογοητεύσει εκείνη τη γυναίκα που ήταν ολόκληρος ο κόσμος του.
Με αμηχανία βρέθηκε αντιμέτωπος με μια κατάσταση που δεν μπορούσε να διαχειριστεί με λόγια.
Το βλέμμα του καρφώθηκε στη μητέρα του, σαν το σπινθηροβόλο βλέμμα μιας αγελάδας που αιφνιδιάστηκε και δεν ξέρει προς τα που να στραφεί. Η εικόνα αυτή θύμιζε στον ώριμο πια Αλκιβιάδη μια παράξενη ειρωνεία της ιστορίας: τον ομώνυμο Αλκιβιάδη, τον περίφημο Αθηναίο για τη ρητορική του δεινότητα και την ακατάβλητη αυτοπεποίθησή του, να στέκει ξαφνικά άφωνος μπροστά στη μητέρα του, τη Δεινομάχη. Κι εκείνος, ο μικρός Αλκιβιάδης, δεν διέφερε καθόλου εκείνη τη στιγμή· όλη η ευφράδεια που πίστευε πως διέθετε είχε χαθεί. Οι λέξεις τον εγκατέλειψαν και έμεινε να την κοιτάζει βουβός.
Η αιτία της ταραχής του βρισκόταν τώρα απλωμένη στο χώμα της αυλής.
Δεν ήταν το σχολικό του βιβλίο που τόσο επιμελώς κρατούσε ανοιχτό, αλλά το κρυφό του ανάγνωσμα. Ο «Γκαούρ – Ταρζάν».Το λεπτό εκείνο περιοδικό, κρυμμένο επιδέξια μέσα στις σελίδες του σχολικού βιβλίου, ήταν ο αληθινός κόσμος του. Κάθε τεύχος ξεχείλιζε από συναρπαστικές περιπέτειες με τους θρυλικούς ήρωες, γεμάτες δράση, μυστήριο, εξωτικά τοπία και φαντασία. Εκεί ταξίδευε ο νους του κάθε φορά που υποτίθεται πως διάβαζε το μάθημά του.
Η Ιοκάστη δεν χρειάστηκε να πει πολλά. Ένα βλέμμα ήταν αρκετό.
Ο μικρός κατάλαβε πως είχε συλληφθεί επ' αυτοφώρω.
Κι όμως, μέσα του, όσο κι αν ντρεπόταν, δεν μπορούσε να πιστέψει ότι είχε κάνει κάτι πραγματικά κακό. Δεν έκλεβε, δεν έλεγε ψέματα από κακία· απλώς είχε παραδοθεί στην ακατανίκητη γοητεία της περιπέτειας. Οι ζούγκλες του Ταρζάν, τα άγρια τοπία, οι γενναίοι ήρωες και οι αμέτρητοι κίνδυνοι τον τραβούσαν πολύ περισσότερο από τους κανόνες της γραμματικής και της αριθμητικής. Ήταν το πρώτο του μεγάλο μάθημα πως η φαντασία, όσο πολύτιμη κι αν είναι, έχει κι αυτή την ώρα της.
Στο μύχιο, άγουρο παρελθόν του, εκεί όπου οι πρώτες συγκινήσεις χαράσσονται ανεξίτηλα στην ψυχή ενός παιδιού, ο μικρός Αλκιβιάδης ζούσε με πάθος τις περιπέτειες των αγαπημένων του ηρώων. Κάθε καινούργιο τεύχος του «Γκαούρ – Ταρζάν» ήταν για εκείνον ένα ταξίδι σε κόσμους μακρινούς, όπου η φαντασία δεν γνώριζε σύνορα.
Ο Γκαούρ, ο μελαχρινός γίγας, γενναίος, λεβέντης και δίκαιος, του φάνταζε ανώτερος από όλους. Στο παιδικό του μυαλό προσωποποιούσε το ελληνικό φιλότιμο, τη δύναμη και την ακεραιότητα. Ο ξανθός Ταρζάν, όσο γενναίος κι αν ήταν, έμοιαζε περισσότερο αφελής και απλοϊκός μπροστά στην επιβλητική μορφή του Γκαούρ. Και ύστερα ήταν οι δύο γυναικείες μορφές που γοήτευαν τη νεανική του φαντασία. Η Ταταμπού, η μελαχρινή Ελληνοαφρικανή σύντροφος του Γκαούρ, με την εξωτική ομορφιά, το λαμπερό χαμόγελο και την ήρεμη καλοσύνη της. Και η Τζέιν, η ξανθιά Αγγλίδα του Ταρζάν, δυναμική, έξυπνη και μυστηριώδης.
Η παιδική του φαντασία, που δεν γνώριζε ακόμη τα όρια της πραγματικότητας, έπλαθε δικές της ιστορίες. Έφερνε τους τέσσερις ήρωες κοντά, άλλαζε τις μοίρες τους, επινοούσε περιπέτειες, αντιζηλίες και απρόσμενες συμμαχίες. Η Ταταμπού γινόταν το σύμβολο της καλοσύνης και της γλυκύτητας, ενώ η Τζέιν αποκτούσε έναν χαρακτήρα πιο τολμηρό και απρόβλεπτο, σαν ηρωίδα μυθιστορήματος. Ποιο αγόρι εκείνης της ηλικίας δεν θα παραδινόταν σε τέτοιες ονειροπολήσεις; Δεν ήταν ακόμη έρωτας· ήταν η πρώτη αφύπνιση της φαντασίας, εκείνη η αδιόρατη στιγμή όπου οι ήρωες των περιοδικών παύουν να είναι απλώς εικόνες πάνω στο χαρτί και γίνονται πρόσωπα που κατοικούν μέσα στη μνήμη. Εκεί, σ' εκείνα τα κιτρινισμένα φύλλα των περιοδικών, άρχιζαν δειλά να ξυπνούν οι πρώτες αισθητικές συγκινήσεις, που αργότερα θα μεταμορφώνονταν σε συναισθήματα της εφηβείας και της νιότης.
Ήταν δώδεκα χρονών· σε λίγο θα τελείωνε το δημοτικό. Βρισκόταν σ' εκείνη τη λεπτή, σχεδόν αδιόρατη ηλικία όπου η παιδικότητα απομακρύνεται σιωπηλά και η εφηβεία πλησιάζει χωρίς ακόμη να έχει φανερωθεί ολοκληρωτικά. Οι ιστορίες του Γκαούρ και του Ταρζάν δεν του χάριζαν μόνο περιπέτεια. Ξυπνούσαν μέσα του έναν άγνωστο μέχρι τότε κόσμο. Μια διάχυτη, γλυκιά διέγερση έτρεχε κάτω από το δέρμα του σαν ανεπαίσθητο ρίγος. Οι ήρωες, οι εξωτικές ζούγκλες, οι κίνδυνοι και κυρίως οι γυναικείες μορφές που ζωντάνευαν στις σελίδες του περιοδικού, άναβαν τη φαντασία του και γέμιζαν τον νου του με εικόνες που ούτε ο ίδιος μπορούσε ακόμη να εξηγήσει.
Η Ιοκάστη, όμως, ζούσε σε έναν διαφορετικό κόσμο. Μια φορά την εβδομάδα πήγαινε και καθάριζε το σπίτι του διευθυντή του σχολείου. Εκείνος της είχε εκφράσει την ανησυχία του. 
«Είναι έξυπνο παιδί», της είχε πει. «Μπορεί να προχωρήσει. Τον τελευταίο καιρό όμως δείχνει αφηρημένος. Σαν να βρίσκεται αλλού όταν κάνει μάθημα.» Τα λόγια του καρφώθηκαν μέσα της. Δεν είχε τη δυνατότητα να του αγοράσει πολλά πράγματα, είχε όμως ένα όνειρο: να μάθει γράμματα το παιδί της. Να αποκτήσει όσα εκείνη δεν είχε ποτέ την ευκαιρία να γνωρίσει.
Έτσι είχαν συμφωνήσει. Ο Αλκιβιάδης θα γινόταν πιο επιμελής και πιο συνεπής στα μαθήματά του.
Δεν έλεγε ψέματα. Διάβαζε. Διάβαζε μάλιστα με πάθος. Μόνο που διάβαζε εκείνα που αγαπούσε ο ίδιος. Κι εκείνο το φθινοπωρινό βράδυ, δίπλα στη σκάφη της μπουγάδας, η Ιοκάστη τον συνέλαβε όχι να τεμπελιάζει, αλλά να έχει κρύψει μέσα στο σχολικό του βιβλίο το αγαπημένο του ανάγνωσμα. Το βλέμμα της γέμισε απογοήτευση περισσότερο παρά θυμό. Δεν την πονούσε το περιοδικό· την πονούσε η σκέψη πως ίσως το παιδί της άφηνε να του ξεγλιστρήσει η μοναδική ευκαιρία που του πρόσφερε η ζωή.
Ο Αλκιβιάδης δεν τόλμησε να αντιμιλήσει. Ένιωθε πως είχε αδικήσει τη μητέρα του. Κι όμως, βαθιά μέσα του ήξερε πως εκείνες οι πολύχρωμες σελίδες δεν ήταν απλώς παιχνίδι. Ήταν το πρώτο παράθυρο που άνοιγε η φαντασία του προς έναν κόσμο μεγαλύτερο από τη φτωχική αυλή τους.
Η Ιοκάστη δεν θύμωσε επειδή ο γιος της διάβαζε μια ιστορία περιπέτειας. Θύμωσε γιατί μέσα στα μάτια της είδε ξαφνικά έναν δρόμο που φοβόταν. Έναν δρόμο γεμάτο χαμένες ευκαιρίες, όπως τόσους ανθρώπους είχε δει γύρω της να μένουν πίσω επειδή δεν πρόλαβαν ή δεν μπόρεσαν να μάθουν γράμματα.
Δεν κατάλαβε εκείνη τη στιγμή πως ο Αλκιβιάδης δεν είχε εγκαταλείψει τα βιβλία του· απλώς είχε ανοίξει ένα δεύτερο βιβλίο, αυτό της φαντασίας. Εκείνο που δεν γράφεται σε τετράδια, αλλά χαράζεται βαθύτερα στη μνήμη.
«Μάνα», θα ήθελε ίσως να της πει πολλά χρόνια αργότερα, «δεν ήμουν αδιάβαστος. Απλώς διάβαζα και τον κόσμο που υπήρχε πέρα από τις σελίδες των σχολικών βιβλίων». Εκείνη όμως τότε δεν μπορούσε να το γνωρίζει. Ήταν μια μάνα κουρασμένη, που κουβαλούσε στους ώμους της όχι μόνο τρία παιδιά, αλλά και το βάρος μιας ολόκληρης εποχής. Η αγάπη της είχε τη μορφή της αυστηρότητας, γιατί έτσι είχε μάθει να προστατεύει.
Και ίσως αυτό ήταν το παράδοξο της Ιοκάστης: προσπαθώντας να του δείξει τον δρόμο προς το μέλλον, δεν κατάλαβε πως ήδη του είχε χαρίσει το πιο πολύτιμο εφόδιο, την πείνα για ιστορίες, για ανθρώπους, για γνώση. Χρόνια αργότερα ο Αλκιβιάδης θα καταλάβαινε πως εκείνο το άρπαγμα του βιβλίου από τα χέρια του δεν ήταν απόρριψη. Ήταν αγωνία. Ήταν η αγάπη μιας μάνας που δεν ήξερε άλλον τρόπο να πει: «Φοβάμαι μήπως η ζωή σε πληγώσει περισσότερο απ’ όσο πλήγωσε εμένα».
Εκείνη την εποχή η Ιοκάστη δούλευε ασταμάτητα. Η εργασία στο εργοστάσιο δεν αρκούσε πάντα για τις ανάγκες μιας οικογένειας με τρία παιδιά. Έτσι, όταν παρουσιαζόταν η ευκαιρία, αναλάμβανε περιστασιακές δουλειές σε σπίτια, καθαρίζοντας για πολλές ώρες, μέχρι αργά το απόγευμα ή και το βράδυ. Δεν το έβλεπε σαν βάρος. Το θεωρούσε χρέος της. Κάθε δραχμή που κέρδιζε είχε μέσα της κόπο, ιδρώτα και αγωνία, αλλά και την κρυφή ελπίδα πως τα παιδιά της θα είχαν μια ζωή λίγο καλύτερη από τη δική της.
Ένας από τους ανθρώπους για τους οποίους εργαζόταν περιστασιακά ήταν ένας τριαντάρης εργένης, Έλληνας γεννημένος στον Καναδά. Είχε μεγαλώσει μακριά από την Ελλάδα, σε μια άλλη κοινωνία, αλλά διατηρούσε έντονα τα ελληνικά χαρακτηριστικά στην εμφάνισή του. Η όμορφη ελληνική κατατομή του, το ήρεμο παρουσιαστικό του και ο διαφορετικός τρόπος που αντιλαμβανόταν τον κόσμο τον ξεχώριζαν από τους ανθρώπους της μικρής τους κοινωνίας. Για την Ιοκάστη ήταν ένας άνθρωπος από έναν μακρινό κόσμο, σχεδόν από μια άλλη πραγματικότητα. Εκείνη γνώριζε τη σκληρή πλευρά της ζωής, το μεροκάματο, την ευθύνη και την αγωνία της επιβίωσης. Εκείνος κουβαλούσε την εμπειρία ενός τόπου όπου οι άνθρωποι είχαν άλλες ευκαιρίες και άλλους ορίζοντες. Παρόλα αυτά, όταν περνούσε το κατώφλι του σπιτιού του για τη δουλειά της, παρέμενε η ίδια Ιοκάστη. Μια γυναίκα περήφανη, που δεν ζητούσε λύπηση, μόνο σεβασμό. Τα χέρια της μπορεί να μαρτυρούσαν τον κόπο της ημέρας, αλλά το βλέμμα της κρατούσε ακόμη εκείνη τη δύναμη που την έκανε να στέκεται όρθια απέναντι στις δυσκολίες.
Πρώτη φορά τον είδε ο Αλκιβιάδης να εμφανίζεται μπροστά του εκείνο το μαγιάτικο πρωινό που μύριζε καλοκαίρι. Ο αέρας είχε ήδη εκείνη τη ζεστασιά που προμήνυε τον ερχομό των μεγάλων ημερών, και μέσα σε αυτό το φωτεινό σκηνικό παρουσιάστηκε ένας άνθρωπος που στον μικρό Αλκιβιάδη φάνηκε σχεδόν σαν να είχε ξεπηδήσει από τις σελίδες των αγαπημένων του αναγνωσμάτων.
Ψηλός, καστανός, με κατατομή αρχαίου ελληνικού αγάλματος. Ψηλό μέτωπο, δυνατά χαρακτηριστικά και μια παρουσία που αμέσως τραβούσε το βλέμμα. «Να ο Γκαούρ», σκέφτηκε αυθόρμητα, μόνο που αυτή τη φορά δεν ήταν ο μελαχρινός γίγαντας των ιστοριών του, αλλά μια πιο ανοιχτόχρωμη, πραγματική εκδοχή του ήρωα που θαύμαζε. Το πρόσωπό του είχε μια παράξενη γοητεία. Τα όμορφα χαρακτηριστικά του συνδυάζονταν με ένα βαθιά μελαγχολικό βλέμμα. Τα μαύρα μάτια του, φωτεινά και ανήσυχα, έμοιαζαν να κρύβουν μέσα τους αναμνήσεις από έναν άλλο κόσμο, μακριά από τον τόπο όπου τώρα είχε επιλέξει να ριζώσει. Και όταν μιλούσε, ο ήρεμος και γοητευτικός τόνος της φωνής του δημιουργούσε την αίσθηση ότι κάθε λέξη του είχε βάρος.
Ήταν ένας άνθρωπος που είχε επιστρέψει στη γη των γονιών του, όχι ως επισκέπτης, αλλά ως δημιουργός. Γεννημένος και μεγαλωμένος στον Καναδά, κουβαλούσε την εμπειρία μιας άλλης κοινωνίας, όμως επέλεξε συνειδητά να επιστρέψει στην Ελλάδα και να ασχοληθεί δυναμικά με τη γεωργία.
Είχε σπουδάσει μηχανολόγος μηχανικός, θα μπορούσε να ακολουθήσει έναν διαφορετικό δρόμο, έναν δρόμο γραφείου και τεχνικής καριέρας. Όμως κάποια στιγμή πήρε μια απόφαση ζωής: να αφήσει την ασφάλεια του επαγγέλματος και να δώσει τη γνώση του στη γη. Η επιστροφή του δεν ήταν μια ρομαντική φυγή προς το παρελθόν, αλλά μια οργανωμένη προσπάθεια. Διέθετε ένα αμερικανικό τζιπ, ένα μεγάλο τρακτέρ, μια πλατφόρμα μεταφοράς και πλήθος γεωργικών μηχανημάτων. Για τα δεδομένα της εποχής, ο εξοπλισμός αυτός φάνταζε σχεδόν εξωπραγματικός στα μάτια του μικρού Αλκιβιάδη.
Μέσα στον κόσμο της αυλής τους, όπου η μητέρα του πάλευε καθημερινά με τη σκάφη, το μεροκάματο και τις ανάγκες μιας οικογένειας, εκείνος ο άνθρωπος έμοιαζε να φέρνει μαζί του έναν άλλο ορίζοντα. Έναν κόσμο όπου η γνώση, η τόλμη και η επιλογή μπορούσαν να αλλάξουν τη μοίρα ενός ανθρώπου.
Κοντράστ η Ιοκάστη στα τριάντα τρία της χρόνια πλέον. Στη φαντασία του μικρού Αλκιβιάδη, η Ταταμπού των παιδικών του αναγνωσμάτων έπαιρνε σάρκα και οστά σε μια άλλη μορφή: σε μια γυναίκα της καθημερινής ζωής, καστανή με ανοιχτή απόχρωση στα μαλλιά, γεροδεμένη, με εκείνη τη σιωπηλή δύναμη που χαρακτήριζε τις γυναίκες της υπαίθρου.
Μια γνήσια Σπαρτιάτισσα.
Και δεν ήταν τυχαίο που η Σπάρτη αναφέρεται από τον Όμηρο ως «καλλιγύναικα», τόπος ξακουστός για τις γυναίκες του. Στους παλιούς μύθους η Περίβοια, κόρη του Ευρυμέδοντα, αναφέρεται ως μία από τις ομορφότερες γυναίκες της εποχής της. Όμως η ομορφιά δεν βρισκόταν μόνο στα χαρακτηριστικά του προσώπου· βρισκόταν στη δύναμη, στην αντοχή και στην αξιοπρέπεια.
Η Ιοκάστη εργαζόταν περιστασιακά στη δούλεψη του. Συνήθως τις Κυριακές και αρκετές φορές, όταν υπήρχε ανάγκη, βοηθούσε επικουρικά στα κτήματα. Φρόντιζε το σπίτι και τις εγκαταστάσεις της επιχείρησης, τακτοποιούσε τους χώρους και διατηρούσε την τάξη σε έναν κόσμο που απαιτούσε συνεχή φροντίδα.
Τον τελευταίο καιρό, ιδιαίτερα στις εποχές που δεν υπήρχε διαθέσιμο εποχικό προσωπικό ή όταν ο εργοδότης απουσίαζε, αναλάμβανε και μέρος των εργασιών στα κτήματα. Έλεγχε τα συστήματα ύδρευσης, φρόντιζε το πότισμα των καλλιεργειών και παρακολουθούσε τη γη σαν να ήταν ένα κομμάτι από το ίδιο της το σπίτι. Και αυτή η ενασχόληση την γέμιζε.
Εκεί, ανάμεσα στα φυτά και στα νερά, ξεχνούσε για λίγο την κούραση της καθημερινότητας. Τσαλαβουτούσε στα αυλάκια χαρούμενη και αμέριμνη σαν μικρό παιδί, με μια χαρά απλή και καθαρή, σαν εκείνη που αισθάνεται κάποιος όταν ξαναβρίσκει μια ξεχασμένη πλευρά του εαυτού του.
Ο εργοδότης της είχε παρατηρήσει αυτή τη σχέση που είχε με τη γη. Κατάλαβε ότι δεν έκανε απλώς μια εργασία για το μεροκάματο. Είχε γνώση, εμπειρία, υπευθυνότητα και έναν βαθύ σεβασμό απέναντι στη φύση και στη δημιουργία.
Γι' αυτό και συχνά ζητούσε τη βοήθειά της.
Δεν έβλεπε πλέον μόνο μια γυναίκα που καθάριζε και βοηθούσε στις ανάγκες της επιχείρησης. Έβλεπε έναν άνθρωπο εμπιστοσύνης, κάποιον που μπορούσε να αναλάβει ευθύνη και να φροντίσει τη γη όπως θα τη φρόντιζε ο ίδιος.
Το μαγιάτικο εκείνο πρωινό είχε μια γλυκιά ηρεμία. Η αυγή είχε μόλις σκορπίσει το φως της και όλα προμήνυαν μια όμορφη μέρα. Ο αέρας μύριζε άνοιξη και η φύση έμοιαζε να έχει ξυπνήσει χαρούμενη.
Στο πλάτωμα της γειτονιάς περίμενε το τζιπ. Ήταν έτοιμο να μεταφέρει την Ιοκάστη στις εγκαταστάσεις του κτήματος.
Η Ιοκάστη τούς σύστησε.
«Λέανδρος», είπε, «ο γιος μου ο Αλκιβιάδης».
Του χαμογέλασε πλατιά.
«Όμορφη μέρα σήμερα. Κοίτα να την απολαύσεις, νεαρέ μου», του είπε με εκείνη τη ζεστή, φιλική φωνή που έκανε τον άλλον να αισθάνεται αμέσως οικεία.
Ξεκίνησαν. Το τζιπ απομακρύνθηκε αργά από τη γειτονιά, αφήνοντας πίσω του τα σπίτια και τα γνώριμα μονοπάτια.
«Μάλλον το κυριακάτικο πρωινό προμηνύει δύσκολη μέρα για τον λεβέντη μου», είπε η μητέρα του με έμφαση. Ο Λέανδρος γύρισε και την κοίταξε ερωτηματικά.
Η Ιοκάστη, χαμογελώντας, του εξήγησε το περιστατικό με το βιβλίο και την τιμωρία που του είχε επιβάλει. Ένα πλατύ χαμόγελο φώτισε το πρόσωπο του Λέανδρου, αποκαλύπτοντας τα λευκά, γερά δόντια του. «Έχουν δίκιο λοιπόν αυτά που λένε για τις Σπαρτιάτισσες», είπε γελώντας. «Τίμιες και αυστηρές! Εσύ τι λες, αγόρι μου;»
Ο Αλκιβιάδης, λίγο αμήχανος, απάντησε: «Μάλλον έτσι θα ’ναι».
Ο Λέανδρος τον παρατήρησε για λίγο. «Λιγομίλητος... Λακεδαιμόνιος μου φαίνεται;» ρώτησε πειρακτικά.
«Μπα», απάντησε η Ιοκάστη. «Απλώς είναι λιγάκι ντροπαλός».
Και το τζιπ συνέχισε τον δρόμο του, αφήνοντας πίσω το πρωινό της γειτονιάς και οδηγώντας τους προς μια ακόμη μέρα από εκείνες που, χωρίς να το γνωρίζουν τότε, θα έμεναν χαραγμένες στη μνήμη.
Το κτήμα απλωνόταν σε τετρακόσια στρέμματα επίπεδης, εύφορης γης.
Κάμπος. Μια πράσινη θάλασσα ανθρώπινης καλλιέργειας, όπου η γη δεν ήταν απλώς χώμα, αλλά σύντροφος και τροφός. Η ευλογημένη Μητέρα Γη που, με την υπομονή των εποχών, δίνει στον άνθρωπο τον καρπό του μόχθου του.
Στη βόρεια πλευρά του κτήματος βρισκόταν ένα μεγάλο πάρκινγκ στρωμένο με χαλίκι. Μπροστά του υψωνόταν το δίπατο σπίτι με τα αετώματα του, ένα κτίσμα που διατηρούσε ακόμη την αρχοντιά και την ομορφιά μιας άλλης εποχής. Δίπλα του στέκονταν δύο τεράστιες αποθήκες, απαραίτητες για τις ανάγκες μιας μεγάλης γεωργικής επιχείρησης.
Λίγο πιο πέρα, μπροστά από τις αποθήκες, ήταν το πηγάδι με το αρτεσιανό νερό. Ανάμεσα σε δύο υπεραιωνόβια πλατάνια, που άπλωναν τους μεγάλους ίσκιους τους, έμοιαζε σαν μικρή όαση δροσιάς μέσα στον κάμπο.
Γύρω από το σπίτι υπήρχε ο μπαξές με τα λεμονόδεντρα. Την άνοιξη ο αέρας γέμιζε από το άρωμα των ανθών και το καλοκαίρι οι καρποί έδιναν χρώμα και ζωή στο τοπίο. Ήταν μια εικόνα που θύμιζε την ονειρική Εδέμ. Ένας μικρός παράδεισος που άλλαζε πρόσωπο μαζί με τις εποχές, αλλά ποτέ δεν έχανε τη γοητεία του. Ανατολικά απλωνόταν ένα μικρό δάσος από βυσσινιές και ένας αμπελώνας. Εκεί η φύση είχε τη δική της τάξη και αρμονία, σαν να είχε σχεδιαστεί από χέρι έμπειρου κηπουρού.
Στα δυτικά περνούσε το αρδευτικό κανάλι. Τα νερά του, κρυμμένα μέσα σε μια εκρηκτική πρασινάδα, κυλούσαν ανάμεσα σε μια απέραντη διπλή σειρά τεράστιων κυπαρισσιών που στέκονταν στις όχθες του σαν αιώνιοι φρουροί. Το κυπαρίσσι ήταν ένα δέντρο βαθιά δεμένο με την ελληνική παράδοση. Όμορφο, επιβλητικό και γεμάτο συμβολισμούς.
Στην αρχαία μυθολογία, ο Κυπάρισσος από την Κέα, μετά τον άδικο χαμό ενός ιερού ελαφιού που αγαπούσε, βυθίστηκε σε τέτοια θλίψη ώστε παρακάλεσε τον Απόλλωνα να κρατήσει αιώνια τη μνήμη του πόνου του. Ο θεός τον άκουσε και τον μεταμόρφωσε σε κυπαρίσσι. Από τότε το δέντρο συνδέθηκε με τη μνήμη, το πένθος και τον κόσμο των νεκρών, αφιερωμένο στον Πλούτωνα.
Και ίσως γι’ αυτό τα κυπαρίσσια έχουν αυτή τη μοναδική παρουσία. Δεν είναι μόνο όμορφα δέντρα. Είναι σαν να κουβαλούν μέσα τους τη σιωπή των αιώνων.
Το κυρίως κτήμα απλωνόταν απέραντο μπροστά τους. Η μεγαλύτερη έκτασή του ήταν αφιερωμένη στις βαμβακοκαλλιέργειες. Το καλοκαίρι ο κάμπος μεταμορφωνόταν σε μια λευκή θάλασσα, όταν τα βαμβακόφυτα άνοιγαν τα άνθη τους και η γη έμοιαζε να έχει σκεπαστεί από χιόνι.
Ο Λέανδρος και η Ιοκάστη έμοιαζαν σαν να γνωρίζονταν από χρόνια, κι ας είχαν περάσει μόνο λίγες ημέρες από την πρώτη τους γνωριμία.
Ο Αλκιβιάδης το παρατηρούσε.Το έβλεπε στα μάτια τους.
Τα μάτια έχουν πάντοτε τον πρώτο λόγο. Πριν ακόμη μιλήσουν οι άνθρωποι, πριν ανταλλάξουν σκέψεις και λόγια, έχουν ήδη επικοινωνήσει με έναν τρόπο αθόρυβο και βαθύτερο. Από την πρώτη τους συνάντηση, χωρίς οι ίδιοι να το αντιλαμβάνονται, είχαν ήδη ανταλλάξει πλήθος μικρών σημάτων: εμπιστοσύνη, εκτίμηση, συμπάθεια. Κανείς δεν το είχε πει με λόγια, αλλά υπήρχε στον αέρα.
Μετά από ώρες κοντά στον Λέανδρο, ο Αλκιβιάδης ένιωσε κι ο ίδιος αυτή τη διαφορετική σχέση που γεννιόταν. Ήταν κάτι σαν σχέση δασκάλου και μαθητή. Ένιωθε πως απέναντί του βρισκόταν ένας άνθρωπος που θα μπορούσε να στηρίξει τα όνειρα και τις φιλοδοξίες του, ακόμη κι αν κάποτε δεν τα καταλάβαινε πλήρως.
Κάποια στιγμή, καθώς ο μικρός θαύμαζε το όμορφο σπίτι, ο Λέανδρος τον ρώτησε: «Αν μπορούσες να προσθέσεις κάτι σ’ αυτό το σπίτι, τι θα ήθελες να είναι;»
Ο Αλκιβιάδης σκέφτηκε λίγο. «Ένα γαλλικό μπιλιάρδο στο μεγάλο ισόγειο», απάντησε.
Ο Λέανδρος τον κοίταξε έκπληκτος. Από τις συζητήσεις τους είχε καταλάβει πως ο μικρός είχε αντιληφθεί τη δική του αγάπη για το άθλημα. Το χαμόγελό του άνοιξε και τον αγκάλιασε πατρικά, με μια αυθόρμητη στοργή που ο Αλκιβιάδης δεν ξέχασε ποτέ.
Εκείνη η υπέροχη μέρα έγινε η αρχή για κάτι καινούριο. Ήταν το έναυσμα που τον έκανε να προσπαθήσει να μάθει μπιλιάρδο, αλλά και σκάκι. Δύο παιχνίδια που δεν ήταν απλώς διασκέδαση, αλλά σχολεία σκέψης, υπομονής και στρατηγικής. Και τότε κατάλαβε κάτι που πολλά χρόνια αργότερα θα αναγνώριζε: Η γλυκιά του μανούλα τού είχε επιβάλει τη γλυκύτερη τιμωρία. 
Ίσως το γνώριζε από πριν. Ίσως μέσα στην αυστηρότητά της έκρυβε μια μεγάλη σοφία.
Γιατί πώς να μην την αγαπούσε;
Πώς να μην τη λάτρευε;
Ήδη είχε φτάσει το μεσημέρι. Ο ήλιος στεκόταν ψηλά και έκαιγε τον κάμπο. Ο καύσωνας, αν και είχε κάπως υποχωρήσει, εξακολουθούσε να κρατά γερά την κυριαρχία του. Η γη ανέδιδε εκείνη τη χαρακτηριστική μυρωδιά της ζέστης, ενώ οι σκιές λιγόστευαν κάτω από το αλύπητο φως. Ο Λέανδρος είχε καταφύγει κάτω από τη βαθιά σκιά του μεγάλου πλάτανου και παιδευόταν με την επισκευή ενός ενδιάμεσου κρουνού στο αρτεσιανό δίκτυο άρδευσης. Τα χέρια του ήταν λερωμένα από τη δουλειά, μα η προσοχή του παρέμενε συγκεντρωμένη στο πρόβλημα που προσπαθούσε να λύσει.
Η Ιοκάστη πλησίασε από την πλευρά του σπιτιού. Ήταν λουσμένη στον ιδρώτα από την εργασία της. Ο ήλιος είχε ζωγραφίσει μικρές σταγόνες στο πρόσωπό της και τα ρούχα της μαρτυρούσαν τον κόπο της ημέρας.
«Λέανδρε», του είπε, «θέλεις να μαγειρέψω κάτι συγκεκριμένο; Έχουμε ακόμη αρκετές δουλειές και βλέπω πως θα μας πάρει αργά μέχρι να τελειώσουμε».
Εκείνος σήκωσε το βλέμμα του. Για μια στιγμή ξεχάστηκε.
Δεν ήταν μόνο η παρουσία της. Ήταν η εικόνα της μέσα σε εκείνο το τοπίο: ο άνθρωπος της καθημερινής προσπάθειας, της φροντίδας, της γης. Μια γυναίκα που δεν στεκόταν απλώς δίπλα στη ζωή, αλλά συμμετείχε σε αυτήν με όλο της το είναι. Η σκέψη του απομακρύνθηκε για λίγο από τον κρουνό που επισκεύαζε. Και τότε συνέβη το απρόοπτο.
Ένας ξαφνικός πίδακας αρτεσιανού νερού πετάχτηκε από το άνοιγμα του ενδιάμεσου κρουνού και τους κατάβρεξε και τους δύο.
Για μια στιγμή έμειναν ακίνητοι, ξαφνιασμένοι. Ύστερα κοιτάχτηκαν.
Και μέσα στην κάψα του μεσημεριού, κάτω από τον αιωνόβιο πλάτανο, ένα απλό ατύχημα μετατράπηκε σε μια μικρή στιγμή χαράς. Το νερό που προοριζόταν να ποτίσει τη γη είχε δροσίσει δύο ανθρώπους που πάλευαν μαζί μέσα στην ίδια καθημερινότητα.
Το λεπτό λινό φόρεμα της Ιοκάστης, βρεγμένο από τον ξαφνικό πίδακα του νερού, είχε κολλήσει επάνω της και αποκάλυπτε περισσότερο την παρουσία της παρά την έκρυβε. Η ζέστη της ημέρας, ο κόπος της δουλειάς και η δροσιά του νερού είχαν δημιουργήσει μια εικόνα απρόσμενη, σχεδόν έξω από τον καθημερινό χρόνο. Στεκόταν μπροστά του με τα μαλλιά της ανακατεμένα κάτω από το μαντήλι της, το πρόσωπό της φωτισμένο από το μεσημεριάτικο φως, με εκείνη τη φυσική ομορφιά που δεν χρειαζόταν προσπάθεια. Η Ιοκάστη ήταν πάντα μια γυναίκα με δυνατή παρουσία· σταρένιο δέρμα, γερό κορμί δουλεμένο από τη ζωή και μια ήρεμη αξιοπρέπεια που την ακολουθούσε παντού. Ο Λέανδρος έβγαλε το βρεγμένο πουκάμισό του και έμεινε κάτω από τη σκιά του πλάτανου, ένας άντρας της γης και της προσπάθειας. Η δουλειά είχε χαράξει το σώμα του, αλλά περισσότερο από όλα τον χαρακτήριζε εκείνη η σιγουριά του ανθρώπου που είχε μάθει να παλεύει μόνος του.
Για μια στιγμή κοιτάχτηκαν. Και τότε, πριν προλάβουν να σκεφτούν οτιδήποτε, ένα αυθόρμητο γέλιο ξέφυγε και από τους δύο. Ήταν ένα γέλιο καθαρό, απελευθερωτικό, σαν να έσπασε για λίγο η σοβαρότητα της καθημερινότητας. Ένας ήχος που γέμισε τον ίσκιο των δέντρων και ανακατεύτηκε με το τρεχούμενο νερό του αρτεσιανού.
Ύστερα όμως η χαρά υποχώρησε και ήρθε η σιωπή. Τα βλέμματά τους συναντήθηκαν ξανά, αυτή τη φορά διαφορετικά. Υπήρχαν στιγμές που οι άνθρωποι δεν χρειάζονται λέξεις. Τα μάτια αποκαλύπτουν πράγματα που η λογική προσπαθεί να κρύψει. Μια αμηχανία, μια έλξη, μια εσωτερική αναστάτωση που κανείς από τους δύο δεν περίμενε. Η Ιοκάστη δεν είχε φανταστεί ποτέ ότι θα μπορούσε να βρεθεί μπροστά σε ένα τέτοιο συναίσθημα. Είχε μάθει να ζει με το καθήκον, την οικογένεια, τις ευθύνες. Κι όμως, εκείνη τη στιγμή, κάτω από τον μεγάλο πλάτανο, ένιωσε για λίγο πως υπήρχε μέσα της ένα κομμάτι που παρέμενε ζωντανό και ζητούσε να ακουστεί.
Ο Αλκιβιάδης, εξήντα χρόνια μετά από εκείνες τις ημέρες, θυμήθηκε τα λόγια του παππού του! «Οι ποιητές τα καταφέρνουν καλύτερα να μας κάνουν να νιώσουμε τι σημαίνει πάθος. Γιατί έχουν τις λέξεις να το πουν, χωρίς να προσπαθούν να το εξηγήσουν» Και έχοντας εσωτερικεύσει τις επιταγές μιας χριστιανικού τύπου ηθικής, μιας ηθικής που του εμφύσησε κυρίως η μητέρα του,  προσπαθούσε να κατανοήσει τους ανθρώπους και τις επιλογές τους μέσα στο πλαίσιο της εποχής τους.
Η Ιοκάστη είχε διανύσει μια δύσκολη και επίπονα κουραστική πορεία ζωής. Μια διαδρομή που πολλές φορές περιόρισε τα όνειρά της, την ανάγκασε να υποτάξει τις προσωπικές της επιθυμίες στις ανάγκες της οικογένειας και να κοιτάζει το παρόν με αγωνία, αλλά και το μέλλον με διαρκή ανησυχία.
Κι όμως, μέσα σε όλες αυτές τις στερήσεις, υπήρχε μέσα της μια βαθιά ανάγκη να παραμένει όρθια. Το μητρικό της ένστικτο τής έλεγε πως χρωστούσε στους γιους της όχι μόνο την προστασία και τη φροντίδα, αλλά και ένα παράδειγμα ζωής. Έπρεπε να αντέξει, να συνεχίσει, να κρατήσει ενωμένο το μικρό τους σύμπαν.
Ο Αλκιβιάδης, κοιτάζοντας πλέον από την απόσταση των χρόνων, καταλάβαινε πως η μητέρα του δεν ήταν μόνο η γυναίκα της αυστηρής ηθικής και των αρχών. Ήταν ένας άνθρωπος με επιθυμίες, αδυναμίες, ανάγκες και όνειρα που ίσως ποτέ δεν ειπώθηκαν δυνατά. Η ίδια η ζωή, με τις στερήσεις και τις ευθύνες της, την είχε μάθει να βάζει το καθήκον πάνω από τον εαυτό της. Και ίσως αυτό ήταν το μεγάλο μάθημα που του άφησε: πως οι άνθρωποι δεν χωρίζονται εύκολα σε σωστούς και λάθος, σε δυνατούς και αδύναμους. Κουβαλούν μέσα τους αντιθέσεις, παλεύουν ανάμεσα σε αυτό που επιθυμούν και σε αυτό που πιστεύουν πως πρέπει να κάνουν.
Και ο Αλκιβιάδης, μετά από τόσα χρόνια, δεν προσπαθούσε πια να κρίνει την Ιοκάστη. Προσπαθούσε να την καταλάβει. Με τόλμη λοιπόν, σήμερα, επιχειρεί να προσεγγίσει περιοχές αχαρτογράφητες. Περιοχές που κάποτε θα θεωρούνταν σχεδόν βέβηλες, όχι από έλλειψη σεβασμού, αλλά από την ανάγκη να αναζητήσει πίσω από την εικόνα της μητέρας του τον άνθρωπο.
Με μια παράξενη, σχεδόν βλάσφημη ομορφιά, προσπαθεί να φανερώσει τη δύναμη του ερωτικού πόθου — εκείνου του πόθου που πολλές φορές ασφυκτιά μέσα στις κοινωνικές συμβάσεις, στις ηθικές επιταγές και στους ρόλους που επιβάλλει η εποχή. Ενός πόθου που δεν ακυρώνει την αγάπη, την οικογένεια ή το καθήκον, αλλά αποκαλύπτει τη σύνθετη φύση της ανθρώπινης ψυχής. Δεν γράφει πια μόνο για τη μητέρα του όπως την γνώρισε. Επιχειρεί να δημιουργήσει έναν παράλληλο, ελεύθερο προσωπικό κόσμο της Ιοκάστης, έναν κόσμο που ίσως δεν έζησε ποτέ, αλλά που θα μπορούσε να είχε υπάρξει στη σφαίρα του ονείρου και της μυθοπλαστικής φαντασίας. Έναν κόσμο που ίσως να ταίριαζε περισσότερο στη φίλη της, εκείνη την κοκκινομάλλα γυναίκα με τα βιολετιά μάτια, που έμοιαζε να κουβαλά μέσα της μια διαφορετική αντίληψη για τη ζωή, πιο απελευθερωμένη, πιο τολμηρή, πιο κοντά στις κρυφές επιθυμίες της ανθρώπινης φύσης.
Για την Ιοκάστη, όμως, έναν άνθρωπο μεγαλωμένο μέσα σε άλλες αξίες, σε στερήσεις, ευθύνες και θυσίες, ένας τέτοιος κόσμος ίσως να ήταν απαγορευμένος. Ίσως να παρέμενε μόνο ως μια μακρινή σκιά, μια σκέψη που δεν ειπώθηκε ποτέ.
Κι έτσι, για τον Αλκιβιάδη του σήμερα, όλη αυτή η αναζήτηση γίνεται ένα νοσταλγικό φλας-μπακ σε μια εποχή όπου ο έρωτας, οι ενοχές, οι τύψεις, η φιλία και η πίστη δοκιμάζονταν καθημερινά μέσα στο πέρασμα του χρόνου. Μια εποχή όπου οι άνθρωποι αγαπούσαν βαθιά, αλλά συχνά μάθαιναν να σωπαίνουν ακόμη βαθύτερα.
Ζήσε τη χαρά του πνεύματος και τη σοφία των αισθήσεων. Ζήσε εκείνο που είσαι βαθιά μέσα στη φαντασία σου, εκεί όπου δεν υπάρχουν φόβοι, απαγορεύσεις και προκαθορισμένοι ρόλοι. Γιατί στον φανταστικό μας κόσμο δεν κατοικούν ξένα συναισθήματα. Είναι τα ίδια συναισθήματα που γνωρίζουμε όλοι, εκείνα που γεννιούνται μέσα μας και πολλές φορές φοβόμαστε να αναγνωρίσουμε ή να εκφράσουμε. Τι είναι άραγε αυτά τα αισθήματα που κρύβουμε τόσο προσεκτικά; Είναι η επιθυμία για ελευθερία; Είναι η ανάγκη να αγαπήσουμε χωρίς φόβο; Είναι η βαθύτερη λαχτάρα να γνωρίσουμε τον εαυτό μας πέρα από τις εικόνες που οι άλλοι δημιούργησαν για εμάς;
Η μυθοπλασία έχει αυτή τη μοναδική δύναμη. Μπορεί να ψιθυρίσει στον κόσμο αλήθειες που η καθημερινότητα δυσκολεύεται να προφέρει. Μπορεί να μιλήσει για την εσωτερική μας ζωή, για τις κρυφές μας επιθυμίες, για τις αντιφάσεις της ψυχής μας. Εκεί, στον χώρο της φαντασίας, ο άνθρωπος μπορεί να αισθανθεί ότι πετά μακριά από τα αόρατα δεσμά των κοινωνικών προσδοκιών, από τις ηθικές αναστολές, από τους φόβους που κληρονομήθηκαν μέσα στους αιώνες.
Όχι για να αρνηθεί τις αξίες του, αλλά για να καταλάβει καλύτερα τον εαυτό του. Γιατί ίσως η μεγαλύτερη ελευθερία δεν είναι να κάνεις ό,τι θέλεις, αλλά να έχεις το θάρρος να γνωρίσεις όσα υπάρχουν μέσα σου.
Στην Ιοκάστη είχε υποσχεθεί πως θα στρώσει τον πισινό του κάτω και θα μάθει γράμματα. Ήταν άλλωστε αυτό που του ζητούσε συνεχώς, όχι με αυστηρότητα μόνο, αλλά με εκείνα τα αμέτρητα ενθαρρυντικά λόγια που χρησιμοποιούσε για να του δείξει πως η γνώση μπορούσε να γίνει το διαβατήριο για μια καλύτερη ζωή.
Στον Λέανδρο είχε υποσχεθεί πως δεν θα ξανασχοληθεί με την πυγμαχία, το άθλημα που τόσο αγαπούσε. Ο Λέανδρος το θεωρούσε παρεξηγημένο και δεν το ενέκρινε. Προσπάθησε να ακολουθήσει τη συμβουλή του· να μάθει σκάκι, να γνωρίσει τον κόσμο του γαλλικού μπιλιάρδου, να καλλιεργήσει άλλες πλευρές του εαυτού του.
Σε όλα αυτά, όμως, κατάφερε μόνο τα μισά.
Σήμερα δεν ψάχνει δικαιολογίες ούτε παραπονιέται για όσα δεν έγιναν. Η αλήθεια, όπως την βλέπει τώρα με την απόσταση των χρόνων, είναι κάπου στη μέση. Προσπάθησε. Δεν εγκατέλειψε. Όμως δεν επέμεινε όσο θα έπρεπε. Δεν έδωσε στον εαυτό του εκείνη τη σκληρή δοκιμασία που ίσως χρειαζόταν για να ανακαλύψει μέχρι πού μπορούσε να φτάσει. Ίσως γιατί ποτέ δεν έβαλε πραγματικά ορόσημα στη ζωή του. Δεν χάραξε καθαρούς στόχους, δεν δημιούργησε μεγάλες προκλήσεις που θα τον ανάγκαζαν να μετρήσει τις δυνάμεις του, να ζυγίσει τις αντοχές του και να προχωρήσει με αποφασιστικότητα.
Και χρόνια αργότερα, όταν έμαθε για τη μικρή χαριτωμένη συμμαθήτριά του στο δημοτικό, τη Στέλλα με τα φωτεινά μελένια μάτια, ένιωσε έναν παράξενο θαυμασμό. Είχε επιστρέψει στην Ελλάδα από τη Γαλλία, έχοντας κερδίσει μια υποτροφία μουσικών σπουδών και είχε αφιερώσει τον εαυτό της στο όνειρό της.
Εκείνη δεν είχε απλώς ονειρευτεί. Είχε αγωνιστεί.
Και ίσως αυτή να ήταν η μεγάλη διαφορά. Όχι το ταλέντο, όχι οι ευκαιρίες, αλλά η επιμονή. Η δύναμη να συνεχίζεις όταν το όνειρο παύει να είναι μια όμορφη σκέψη και γίνεται καθημερινή δοκιμασία.
Ο ήλιος είχε πλέον χαθεί πίσω από τις ψηλές κορυφές του Παρνασσού. Η ατμόσφαιρα άλλαζε αργά χρώματα, παίρνοντας εκείνες τις βαθιές αποχρώσεις του δειλινού, ενώ τα πουλιά είχαν ήδη κουρνιάσει στα δέντρα αναζητώντας την ησυχία της νύχτας.
Τους άφησε στο πλάτωμα της γειτονιάς τους, εκεί όπου όλα ήταν γνώριμα και οικεία. Μια απίστευτα όμορφη Κυριακή είχε τελειώσει. Μια μέρα απλή, μα γεμάτη μικρές στιγμές που αργότερα θα έμεναν μέσα στη μνήμη σαν πολύτιμα θραύσματα ενός παρελθόντος που δεν επιστρέφει. Τα πρόσωπα ήταν χαμογελαστά. Στα μάτια όλων υπήρχε η ικανοποίηση μιας ημέρας που είχε αφήσει πίσω της κάτι περισσότερο από μια απλή ανάμνηση.
Από την πρώτη στιγμή ήταν φανερό πως ανάμεσα στην Ιοκάστη και τον Λέανδρο υπήρχε μια ιδιαίτερη επικοινωνία. Μια αμοιβαία έλξη χαρακτήρων, μια αίσθηση ότι καταλάβαινε ο ένας τον άλλον χωρίς πολλά λόγια. Ο Λέανδρος την έκανε να νιώθει ξεχωριστή, να θυμάται ίσως μια πλευρά του εαυτού της που η καθημερινότητα, οι ευθύνες και οι στερήσεις είχαν αφήσει στο περιθώριο.
Όμως η Ιοκάστη γνώριζε καλά τα όρια της ζωής της. Δεν είχε νόημα να περιμένει κάτι περισσότερο. Δεν ήταν μια γυναίκα που ξεχνούσε ποια ήταν, ούτε εκείνη που θα αρνιόταν όσα είχε χτίσει με κόπο. Τον Κλέαρχο τον αγαπούσε. Τον τιμούσε. Ήταν ο άνθρωπος με τον οποίο είχε μοιραστεί τις δυσκολίες, τις χαρές, τις αγωνίες και τα χρόνια της ζωής της. Και ίσως αυτή να ήταν η πιο δύσκολη αλήθεια της ανθρώπινης καρδιάς: ότι μπορεί κάποιος να αισθανθεί μια ξαφνική συγκίνηση, μια βαθιά ανθρώπινη σύνδεση, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι παύει να αγαπά εκείνον που επέλεξε να έχει δίπλα του.

Η συνέχεια στο...

0 comments:

Δημοσίευση σχολίου

 
Web Informer Button