ADS

click to open

Κυριακή 5 Φεβρουαρίου 2023

Oi Geitones Sto Rema

.......... Στο Νότιο-ανατολικό σύνορο κατά μήκος του ρέματος ήταν μια μεγάλη πέτρινη οικοδομή, με κεραμοσκεπή, μια παραδοσιακή οικία με ημιυπόγειο χώρο  χρησίμευε  ως αποθήκη και κελάρι. Η οικία ήταν περιτριγυρισμένη από έναν μεγάλο κήπο με πράσινο και δέντρα. Ο ιδιοκτήτης της οικίας ήταν ένας πενηνταπεντάρης στην ηλικία άνδρας, εργένης, ράπτης το επάγγελμα, και στην οικία του είχε διαμορφωμένο χώρο όπου λειτουργούσε το ραφείο του (ραφτάδικο).Σε αυτό το σπίτι βασίλευε συνήθως μια ατμόσφαιρα απόλυτης μοναξιάς και απομόνωσης. Λες και ήταν βυθισμένο σε μια συνεχή, βαριά σιωπή. Ο ράπτης κατά κανόνα ασχολείτο με επιδιορθώσεις ρούχων με περιορισμένη πελατεία, η οποία βασιζόταν κυρίως σε γείτονες και πελάτες της περιοχής για μικρομετατροπές. Ήταν χαρακτήρας ερμητικά κλειστός σαν όστρακο, είχε μια δυσκολία στην επικοινωνία και ελάχιστα ήταν γνωστά για την προσωπική του ζωή. Ο Αλκιβιάδης δεν θυμάται αν τον είχε εντοπίσει ποτέ σε κοινωνικές ή ερωτικές περιστάσεις με γυναίκα. Τα μεγαλύτερα παιδιά της γειτονιάς έλεγαν πως τον ειχαν δει στα στενά της πλατείας Λαού στα πορνεία που ικανοποιούσε τις γενετήσιες ανάγκες του. Την ησυχία και την γαλήνη τακτικά του την χαλούσαν τα παιδιά της γειτονιάς και ήταν και κάποιες φορές που τον έφερναν σε εξαιρετικά δύσκολη θέση, εξαιτίας της φασαρίας, της αναστάτωσης και της οχλοβοής που προκαλούσαν, διότι ακριβώς στο δυτικό σύνορο του κήπου του, υπήρχε ευρύχωρη χωμάτινη αλάνα και εκεί τα παιδιά ξεφάντωναν παίζοντας ποδόσφαιρο, στέλνοντας πολλές φορές το τόπι στη αυλή του. Άντε να πείσεις τα παιδιά της αλάνας να κάνουν ησυχία. Όποιος μένει σε περιοχές με αλάνες και παιδικές χαρές ξέρει.
Βόρειο δυτικά πάλι κατά μήκος του ρέματος μετά από δυο ακόμη σπίτια με κήπους που τα διαχωρίζουν στενά σοκάκια όρθιο στέκονταν ένα τρίτο σπίτι λίγο ψηλότερα από την κοίτη του ρέματος μια όμορφη μονοκατοικία με αποθήκες και εξωτερικά ουρητήρια όπως όλα τα σπίτια χαμηλά στο ρέμα. Είχε επίσης πολύ μεγάλο κήπο, ολόκληρο περιβόλι, γεμάτο τζανεριές, κόκκινες με τραγανό καρπό. Όταν ήταν άγουρα τα έτρωγαν και ξίνιζαν το μούτρο τους. Είχε επίσης λεμονιές, αχλαδιές και κερασιές. Ήταν ιδιοκτησία μιας ευγενικής και όμορφης χήρας με λίγα παραπανίσια κιλά, της Ασπασίας. Την εποχή εκείνη η Ασπασία πρέπει να ήταν στα πενήντα της χρόνια περίπου. Τον σύζυγο τον είχε χάσει πρόσφατα από ατύχημα σε οικοδομή. Ο γιος της είχε παντρευτεί στην Αθήνα και ερχόταν στη μητέρα κάποιες φόρες στις γιορτές. Είχε και κάποιο εισόδημα από τα αδέλφια της που ειχαν προκόψει στην Αμερική και ζούσε με αξιοπρέπεια. Το εισόδημα της ήταν αρκετό για να καλύψει τις βασικές της ανάγκες, επιτρέποντας της να διατηρεί την αυτοεκτίμηση της στη γειτονιά. Η χήρα από τον πρωτο χρόνο της άφιξης της οικογένειας τους στη γειτονιά τον μικρό Αλκιβιάδη τον συμπάθησε ιδιαίτερα! Δεν άργησε να δημιουργηθεί ένας συναισθηματικός δεσμός, ο οποίος προέκυψε μέσα από μια αμοιβαία υποστήριξη σε μια δύσκολη περίοδο, όπου η Ασπασία, λόγω ιδιαίτερης συμπάθειας, του αναθέτει εργασίες (θελήματα) στον μικρό Αλκιβιάδη. Το καλοκαίρι της πήγαινε νερό με το σταμνί! Το σταμνί ήταν απαραίτητο στοιχείο σε κάθε νοικοκυριό της γειτονιάς, καθώς δεν υπήρχε ακόμη τρεχούμενο νερό στη συνοικία, και έπρεπε να μεταφέρεται από μια κεντρική βρύση του οικισμού. Φρόντιζε, περιποιόταν και σκάλιζε τον κήπο της με δημιουργική διάθεση, με τον ζήλο και τον ενθουσιασμό ενός προσκυνητή που βαδίζει σε ιερά χώματα. Το χειμώνα έκοβε τα ξύλα για το τζάκι και καθάριζε το χιόνι στην αυλή της. Αυτές τις δουλειές τις θεωρούσε αποκλειστικά δικές του. Η χήρα το είχε καταλάβει και δεχόταν τη βοήθεια του πάντα με τρυφερό χαμόγελο. Το σπίτι της μοσχοβολούσε, έψηνε τακτικά φρέσκο ψωμί, έφτιαχνε γλυκά και νόστιμα φαγητά. Και πάντα κάτι θα είχε να τον φιλέψει.  Το έθιμο του ποδαρικού την πρωτοχρονιά που σχετίζεται με τον ένα ή τον άλλο τρόπο με την τύχη, ήταν που «χρωμάτιζε» τις γιορτινές αυτές μέρες την επαφή του με την ευγενική αυτή γυναίκα και αποτελούσε μια όαση χαράς. Ήταν ιδιαίτερα προσεκτική ποιος θα της κάνει ποδαρικό στο σπίτι της, πίστευε ότι σαν παιδί είχε αθώα καρδιά, τον θεωρούσε καλότυχο και γουρλή. Έτσι από την παραμονή τον είχε επιφορτίσει να τελεί  ευλαβικά το έθιμο να της κάνει ποδαρικό για το καλό του χρόνου.
Ακόμη στη συνέχεια μετά από δυο σπίτια με κήπους, βόρειο δυτικότερα έστεκε ένα σπίτι ψηλό δίπατο, έμοιαζε με αρχοντικό. Εκεί έμενε επίσης μια χήρα με δυο παιδιά. Αγόρια. Ο μεγάλος είχε μείνει  μόνιμος στο στρατό, ο μικρότερος είχε τελειώσει το εξατάξιο γυμνάσιο τότε, ανέμενε να πάει φαντάρος σύντομα. Εκείνη έκανε ότι μπορούσε να τα ζήσει. Ήταν μια πενηντάρα στεγνή γυναίκα. Πότε καθαρίστρια, πότε μαμή. Κάτω από το σπίτι στην αυλή δυο τεράστιες καρυδιές λες και αιώνες πολλούς ζούσαν εκεί και έκρυβαν στη σιωπή της την ιστορία της γειτονιάς. Ψηλές, με κορμούς θεόρατους, λες και ήταν από τους χρόνους του άρχοντα Παλαιολόγου και στη βάση τους είχε πηγάδι με τουλούμπα νερού.
Πάνω από τα σπίτια αυτά ήταν μια πολύ μεγάλη ανηφόρα και στο πλάτωμα έστεκε σαν αετό φωλιά το σπίτι της Ιόλης με τη μεγάλη αυλή του με μια τεράστια συκιά και δυο όμορφες αμυγδαλιές. Εκεί στα τέλη του Φλεβάρη αρχές Μάρτη κιτρίνιζε το πλάι της αυλής από τα κίτρινα κρινάκια και το λεπτό άρωμα τους. Η Ιόλη στα ένδεκα της χρόνια ήταν πολύ ψηλό με γεροδεμένο κορμό κοριτσόπουλο, έδειχνε μεγαλύτερη σε εμφάνιση. Αντίθετα με την Ιόλη η μητέρα της ήταν  μετρίου αναστήματος λεπτοκαμωμένη, περιποιημένη και φιλάρεσκη, ξεχώριζε για την εμφάνιση και το ύφος της. Μια φατσούλα σπιρτόζα με καστανόξανθα σγουρά μαλλιά. Το περιβάλλον της ζωηρής μαμάς της, έχει να λέει πάντως ότι είναι σέξι και κοκέτα.  Μια γυναίκα που μπορείς να την πάρεις στα χέρια σου, να την σηκώσεις στην αγκαλιά σου, να την στριφογυρίσεις και όταν πέσετε στο κρεβάτι θα ταιριάξετε καλύτερα στα σεξουαλικά παιγνίδια.
«Οι ψηλές είναι για την παρέλαση και οι κοντές για το κρεβάτι.» Του έλεγε ο σοφός παππούς του.
Ήταν  τριάντα χρονών, παντρεύτηκε στα δέκα οκτώ της χρόνια λόγω ότι ήταν έγκυος στην Ιόλη και δυστυχώς έχει πλέον παγιδευτεί σε έναν γάμο χωρίς να την ικανοποιεί το σεξ. Δεδομένου ότι δεν δουλεύει και μένει συνέχεια στο σπίτι έχει δικό της πολύ ελεύθερο χρόνο για τον εαυτό της. Ακόμα και όταν γυρίζει ο σύζυγος από τα ταξίδια του ασχολείται πολύ ελάχιστα μαζί της με αποτέλεσμα η ερωτική της διάθεση να μην καλύπτεται όσο θα ήθελε..
Ο πατέρας της Ιόλης ένας σαραντάρης με πλούσιο κατσαρό μαλλί,μετρίου αναστήματος, και αυτός και ο Αλκιβιαδης σκεφτόταν πως ήταν λίγο βιολογικά παράξενο, παράξενο που η κόρη βγήκε τόσο ψηλή.
Συνήθως εργαζόταν στις περιοχές της βορείου Ελλάδας και απουσίαζε πολύ συχνά και μεγάλα διαστήματα από την οικογενειακή τους εστία, λόγω εργασίας και σαν γονέας που λείπει συχνά γινόταν συναισθηματικά μη διαθέσιμος στην Ιόλη, και σεξουαλικά μη διαθέσιμος στη μητέρα της.
Σύντομα, τη σεξουαλική ευχαρίστηση που στερείται η μητέρα της Ιόλης από την απουσία του πατέρα της θα αναλάβει να καλύψει ο νεότερος από τους γιους της μαμής. 
Η ιστορία τους ξεκινά μόλις είχε φύγει και πάλι ο πατέρας της Ιόλη για ένα από τα ταξίδια του και η μητέρα της αποφάσισε μια μικρή ανακαίνιση στο σπιτικό τους. Όχι ιδιαίτερα πράγματα ένα φρεσκάρισμα. Η Ιόλη θα έμενε μεχρι αργά το βράδυ στης Μερόπης, ένα τετράγωνο χώριζε τα σπίτια τους, τα κορίτσια ετοίμαζαν ένα θεατρικό μονόπρακτο για το σχολείο , γεμάτο, χιούμορ, κέφι, και έξυπνες ατάκες έκαναν τις απαραίτητες πρόβες, 
Όταν στη μητέρα της παρουσιάστηκε μια δυσκολία να μετακομίσει ένα έπιπλο σκέφτηκε να ζητήσει από την γειτόνισσα την μαμή που έμενε ποιο κάτω στο ρέμα αν μπορούσε να την βοηθήσει. Η μαμή της είπε ότι αν δεν την πείραζε να της έστελνε στο σπίτι της για βοήθεια ο εικοσάχρονος γιος της που σύντομα θα παρουσιαζόταν για την στρατιωτική του θητεία και ήταν αργόσχολος αυτή την εποχή. Η μητέρα της Ιόλης την βρήκε ενδιαφέρουσα την πρόταση και την ευχαρίστησε προκαταβολικά. Όταν έφτασε ο νεαρός και του άνοιξε την πόρτα, έπαθε πλάκα όπως τον είδε να στέκεται εκεί, είχε πολύ καιρό να τον δει και για μια στιγμή αιφνιδιάστηκε που είδε πόσο όμορφο παλικάρι είχε γίνει ο εικοσάχρονος νεαρός γιος της μαμής. Στη θέα του όμορφου νεαρού άνδρα μια καταιγίδα έντονων σεξουαλικών σκέψεων την πλημμυρίζουν. Μια σεξουαλική διέγερση που τη βιώνει ως μια πλημμύρα σκέψεων που αποζητούν ικανοποίηση. Ο σύζυγος στα βουνά της Ροδόπης σκέφτεται, η Ιόλη με το θεατρικό της στη φίλη της θα το πάει μεχρι αργά το βράδυ αποφασίζει λοιπόν μέσα από την βοήθεια του νεαρού στην εργασία να παίξει και λίγο ερωτικά με το παλικάρι!
Τον ρώτησε εάν βιάζεται, αν έχει κάτι άλλο να κάνει και τον καθυστερεί.
«Όχι! Ήρθα να βοηθήσω και μετά θα πω στη λέσχη για μπιλιάρδο να περάσει η ώρα μου.»
«Αν δεν βιάζεσαι κάτσε τότε! Έχεις φάει;»
«Ναι μόλις τελείωσα το μεσημεριανό, απ' το τραπέζι έρχομαι.»
«Ωραία να σου φτιάξω πρώτα ένα καφέ! Πως τον πίνεις.»
«Μέτριο, προς το γλυκό!»
«Κούκλε μου έχουμε τα ίδια γούστα. Ώστε στη λέσχη για μπιλιάρδο!»
«Ναι! Εκτός και εάν θέλεις επιπλέον βοήθεια είμαι διαθέσιμος να μείνω να σε βοηθήσω.»
«Αν θέλω λέει!» (Καύλες είναι αυτές αγόρι μου που έχω και πρέπει να ικανοποιούνται. Αυτό θέλω) σκέφτηκε η μητέρα της Ιόλης. 
«Λοιπόν πιες τον καφέ σου με την ησυχία, πάω στην κρεβατοκάμαρα να βάλω κάτι ποιο πρόχειρο για τις δουλειές και γυρίζω.»
Όλα τα σημάδια ήταν ολοφάνερα έβγαζαν μάτι, ότι η γυναίκα ήθελε απλά σεξ από εκείνον άλλο που ο νεαρός δεν έπαιρνε ακόμη χαμπάρι. Τον αφήνει εκεί στο σαλονάκι να πίνει τον καφέ του και πηγαίνει στην κρεβατοκάμαρα. Εμφανίστηκε σε λίγο μ' ένα λινό κοντό φλοράλ τιραντέ φόρεμα με βολάν στο στήθος, μεγάλο ντεκολτέ που τόνιζε τα βυζιά της και άφηνε ακάλυπτα το όμορφα πόδια της, για να φαίνεται αέρινη και αυθόρμητη. Ένα αέρινο φουστανάκι το οποίο πολύ λίγα άφηνε στην φαντασία του νεαρού. Έβαλε και μια μικροσκοπική κιλότα που μόλις καλύπτει το αιδοίο της, ένοιωθε όντως αέρινη. Στη διάρκεια των εργασιών δεν είναι λίγες οι φορές που έχει τσακώσει με την άκρη του ματιού της, το νεαρό, να «παίρνει μάτι» κάτω από το ανάλαφρο φόρεμα κάθε φορά που έσκυβε για κάποια εργασία και του πρόσφερε σέξι πλάνα αφειδώς. Το ματάκι του ταξίδευε κάτω από το φουστάνι της, το οποίο… «κατά λάθος», είχε σηκωθεί πολλές φορές μέχρι πάνω, κάνοντας το νεανικό του πέος να πάλλεται.Ήταν πλέον και η ίδια σε μια τέτοια κατάσταση, που άρχισε να υγραίνει.
Έτσι, ήρθε η στιγμή που πήρε τη μεγάλη απόφαση να ξελογιάσει ερωτικά τον νεαρό άντρα, να ξεπεράσει τη μονογαμική της σχέση και να πάρει ηδονή από άλλον άνδρα.
Με τη βοήθεια του μετέφερε στον εσωτερικό διάδρομο του σπιτιού την ξύλινη σκάφη που χρησημοποιούσε για να πλένει τα ρούχα τους, τη γέμισε χλιαρό νερό και του ζήτησε να την βοηθήσει να πλυθεί γιατί νοιώθει άσχημα μετά από τόση δουλειά και ιδρώτα. Η ίδια, τον ρώτησε εάν έχει κανένα πρόβλημα να μείνει γυμνή μπροστά του και να κάνει το  μπάνιο της.  Πόσο ποιο ξεκάθαρα να του πει δηλαδή ότι μόνο το σεξ ζητάει από εκείνον!
Γδύθηκε και μπήκε στη σκάφη γυμνή, ο νεαρός την κοιτούσε με τα μελαγχολικά του μάτια χωρίς να κάνει την παραμικρή κίνηση δεν αισθανόταν και πολύ άνετα. Τον λυπήθηκε λίγο για να είναι ειλικρινής. Του ζήτησε εάν έχει την καλοσύνη να της τρίψει την πλάτη. Είναι έμπειρη το ξέρει η επαφή με το γυμνό δέρμα ενισχύει την αίσθηση δεσίματος ανάμεσα σε δυο ανθρώπους. Δίχως αντίρρηση ο νεαρός μας άρχισε να τρίβει την πλάτη της με το σφουγγάρι στην αρχή. Αργότερα πέταξε το σφουγγάρι και τα χέρια του ταξίδευαν στη γυμνή πλάτη της κι αυτή αναστέναξε. Της ξέφυγε ένα τρεμάμενο βογκητό, η τριβή της κίνησης θέριεψε μέσα της. Τα χείλη της γλιστρούν πάνω στα δικά του και η γλώσσα της στο στόμα να του δίνει ένα παθιασμένο φιλί. Με τα χέρια της του κατέβασε το φερμουάρ του παντελονιού. «Θέλεις να σταματήσω;» Του λέει. Αυτός δεν μίλησε καθόλου. Είχε αφεθεί στα χάδια της και δεν θα ήθελε να τελειώσουν. Ήταν πρωτόγνωρο το συναίσθημα!
Της είπε ότι δεν μπορούσε να πιστέψει ότι αυτό που ονειρευόταν τα βράδια του, έγινε πραγματικότητα. Ένα πλατύ χαμόγελο φάνηκε στο πρόσωπο της. Τον ρώτησε αν λέει αλήθεια ότι πραγματικά είχε φαντασιώσεις με εκείνη και του είπε ότι αισθανόταν ιδιαίτερα κολακευμένη από αυτό που μόλις είχε πει και πως της άρεσε ιδιαίτερα που ένας άντρα και μάλιστα νεαρός να αυνανίζεται για χάρη της.
Βγαίνει από τη σκάφη, σκουπίζεται, τον πήρε από το χέρι και τον πήγε στο κρεβάτι. Εκεί αφέθηκε στα χάδια της με μια τρυφερότητα και ένα πάθος ταυτόχρονα. Στη συνέχεια είχαν επανωτά σμιξίματα και οργασμούς που δεν ήθελαν να σταματήσουν ποτέ. Την επισκέπτεται από τότε τακτικά, με πολύ προσοχή βέβαια, μην καταλάβει κανένας κάτι.
.......Και όμως η Ιόλη εκείνη τη σκηνή με τη μητέρα της γυμνή μέσα στη σκάφη και το νεαρό άνδρα να της χαιδευει το γυμνό κορμί της, την είδε ανέλπιστα ολοζώντανη. Κυριολεκτικά αιφνιδιάστηκε όταν, χωρίς να το περιμένει κανείς γύρισε σπίτι να πάρει κάτι σημειώσεις και είδε τη μάνα της και το νεαρό, «με τα δάχτυλα τους στο μέλι» να επιδίδονται σε παθιασμένα φιλιά και χάδια σε στιγμές έντονης ερωτικής έκφρασης.. Αφού ολοκλήρωσε την παρατήρηση, απομακρύνθηκε αθόρυβα πριν γίνει αντιληπτή! Ξεπερνώντας μια αρχική άρνηση της πραγματικότητας, που της προκάλεσε το  απρόσμενο περιστατικό, ήλθε μια συναισθηματική εκτόνωση.  Περνώντας οι ημέρες η Ιόλη άρχισε να βλέπει την κατάσταση πιο ψύχραιμα έχοντας περάσει από τη φάση της άρνησης σε μια φάση ρεαλιστικής, αλλά ένοχης αποδοχής. Σε μια στάση ανοχής, δικαιολογεί την απιστία της μητέρα της και κατανοεί τα κίνητρά της, γιατί θεωρεί ότι ο γάμος των γονιών της ήταν ήδη προβληματικός.
Ξύπνησαν μέσα της τα πρώτα νεανικά ερωτικά σκιρτήματα, τα οποία συνοδεύονταν από μια αυθόρμητη εμφάνιση των πρώτων ερωτικών συναισθημάτων στην πρώιμη νεότητα της. Η Ιόλη νιώθει μια σεξουαλική έλξη για τον εραστή της μητέρας της ως μια μορφή του «συμπλέγματος της Ηλέκτρας». Υποσυνείδητα θελει να αναλάβει τον ρόλο της μητερας της στην αγκαλια του εραστη, να τη φιλά παθιασμένα, και να της ψιθυρίσει στο αυτί της πόσο τη θελει.
Με αμηχανία εκμυστηρεύεται και μοιραζεται το πολύ προσωπικό στην Μερόπη ότι εδώ και λίγο καιρό έχει καταλάβει ότι η μητέρα της απατάει τον πατέρα της με έναν πολύ νεότερο άνδρα. Τι να κάνει; Πώς μπορεί να διαχειριστεί αυτή τη δύσκολη υπόθεση. Δεν ένιωθε απαραίτητα ιδιαίτερα άσχημα στο πρόβλημα, και η στάση της αυτή κρύβει μια βαθύτερη επιθυμία της, που ήταν πως πολύ θα ήθελε να σμίξει και εκείνη με το νεαρό άνδρα κάποια στιγμή.
Η παμπόνηρη και αθυρόστομη ξαδερφούλα του Αλκιβιάδη η Μερόπη λες και διάβασε τις σκέψεις της Ιόλης, της βρήκε τη λύση στο ερώτημα πως να διαχειριστεί αυτή τη δύσκολη υπόθεση, που την προσγειώνει. «Τι να κάνεις;. Μην είσαι αφελής, κάνε συμφωνία με την μαμά σου μόλις αποκτήσεις περίοδο και ωρίμανση να σου τον δώσει εσένα τον νεαρό. Που και που της τον δανείζεις και αυτής για τη χάρη που θα σου κάνει». Της λέει  χαμογελώντας. «Τη βρίσκω πολύ δίκαιη συμφωνία» συμπλήρωσε με μια παιχνιδιάρικη διάθεση για να την πειράξει.
«Η περίοδος μου έχει ξεκινήσει ήδη» λέει κάπως προβληματισμένη η Ιόλη και βγάζει έναν αναστεναγμό, σημάδι ότι εκφράζει αμφιβολίες, για την πρόταση της Μερόπης, χωρίς όμως να είναι απόλυτα αρνητική!
«Τι έπαθες Ιόλη μου και σε βλέπω έτσι αλαφιασμένη;!» Της λέει η Μερόπη.
Η Ιόλη έδειχνε αιφνιδιασμένη, διστακτική, σαν να μην απορρίπτει άμεσα την πρόταση, αντίθετα, αφήνει περιθώρια πιθανής αποδοχής, δείχνοντας ότι η πρόταση της προκάλεσε το ενδιαφέρον, παρά το απρόσμενα δύσκολο να υλοποιηθεί. 
«H αλόγα η αψηλιά και άχαρη, δεν είναι ιδέα μου...τη γαργαλάει το μουνάκι της... γουστάρει και τον νεαρό να της ηρεμήσει το γαργαλητό..... ψάχνεται από τώρα για επιβήτορα!» Αυτά βέβαια η Μερόπη δεν τα εξέφρασε ανοιχτά, (φόρα παρτίδα) στην Ιόλη, αλλά τα κράτησε για τον εαυτό της. 
Σήμερα ο Αλκιβιάδης αποστασιοποιημένος από τα δρώμενα εκείνης της προ εφηβικής τους ηλικίας τους ... σκέπτεται  με ψύχραιμη και ουδέτερη στάση ότι η Ιόλη και η Μερόπη από τα ένδεκα τους χρόνια είχαν προχωρημένες σκέψεις και ανησυχίες για τις σεξουαλικές επιθυμίες και την ανακάλυψη της ηδονής. Η σεξουαλική τους ωρίμανση είχε  ήδη ενεργοποιηθεί, και η ενεργοποίηση τους αυτή συνοδευόταν από την αναζήτηση της σεξουαλικής ικανοποίησης τους.
Έχουν περάσει μερικές εβδομάδες ήδη, που ειχαν εσπευσμένα μετακομίσει από το σπίτι και από την γειτονιά τους η Νεφέλη με τον σύζυγο της. Λένε πως οι μετακομίσεις συχνά κλείνουν έναν κύκλο και ανοίγουν έναν νέο, τόσο για αυτούς που φεύγουν όσο και για αυτούς που μένουν πίσω. Η συζυγική σχέση του Κλεαρχου με την Ιοκάστη στη συνέχεια κυλούσε σε «ήρεμα νερά» χωρίς αναταράξεις και προβλήματα. Μπορεί να μην υπήρχε λήθη, αλλά τη διαχείριση της σχέσης τους την τακτοποίησαν και πάλι το ίδιο εκείνο βράδυ. Τακτοποίησαν τις διαφορές τους αυτόματα, χρησιμοποιώντας τις ίδιες στρατηγικές που συνήθιζαν, ακόμα κι αν αυτές δεν επίλυαν το ουσιαστικό πρόβλημα.
Η Ιοκάστη νιώθει ανήμπορη να λειτουργήσει αυτόνομα, να αισθανθεί ευτυχισμένη χωρίς την συνεχή επιβεβαίωση και την παρουσία του Κλεαρχου. «Αφέθηκε» σε στιγμές συναισθηματικής εξάρτησης, όταν αισθάνθηκε το ζεστό σπέρμα του να εκτοξεύεται μέσα στα τοιχώματα του κόλπου της και να τα χτυπά με δύναμη. Η αίσθηση του καυτού αντρικού υγρού την έκανε πια να αμοληθεί ξέφρενα στο πέλαγος της ηδονής και να αδειάσει και αυτή όλη της την καύλα που είχε μαζεμένη. Μετά, αφέθηκε από κάτω του ξεθεωμένη, πλακωμένη απ’ το βαρύ αντρικό κορμί που αγκομαχούσε, εκστατική και απόλυτα ικανοποιημένη. Η Ιοκάστη καθώς παντρεύτηκε τον Κλέαρχο στη σχέση τους θυμόταν πάντα ένα πράγμα. Η γυναίκα γεννήθηκε για να γαμιέται κι ο άντρας για να γαμάει. Γι αυτό και αυτή δε άφηνε ποτέ την ευκαιρία να πάει χαμένη όταν είχε διάθεση. Ο Κλέαρχος ήταν σπάνιας απόδοσης αρσενικό στο κρεβάτι και σκεφτόταν πως ήταν τυχερή που τον είχε. Τώρα μικρό το κακό αν καμιά φορά γαμούσε και καμιά άλλη γυναίκα, την ανδρική απιστία μάλλον τη θεωρούσε «φυσική ανάγκη» ή «αναγκαίο κακό» που συνδέεται με παλιές αντιλήψεις ότι ο άνδρας είναι ο «κυνηγός» και η απιστία του είναι κάτι φυσικό, ασήμαντο, συγχωρητέο.
......... Στο βόρειο μέρος της αυλής του σπιτιού που έμεναν ξεκινούσαν τσιμεντένια σκαλοπάτια που κατέληγαν σ’ ένα ανηφορικό σοκάκι και από εκεί στον εξωτερικό  δρόμο. Τα σκαλοπάτια κατέληγαν σε έναν διαδρομο απέναντι από την κυρία είσοδο στην αυλή τους. Στο διαδρομο διπλά στα σκαλοπάτια ο Κλέαρχος είχε στήσει έναν ξύλινο πάγκο και επάνω του είχε τοποθετήσει την Μηχανή Ρελιάσματος που γέμιζε τα κυνηγετικά του φυσίγγια. Ο Κλέαρχος ήταν ένας μανιώδης κυνηγός και ένας πραγματικός φυσιολάτρης. Από την νεαρή του ηλικία, εδώ και χρόνια γέμιζε τα κυνηγετικά του φυσίγγια στο χέρι, με άριστη ποιότητα υλικών. Το να φτιάξει κανείς ένα καλό φυσίγγιο δεν ήταν ιδιαίτερα δύσκολο.
Είναι περασμένο μεσημέρι το σκηνικό γύρω είναι ένας μουντός βροχερός καιρός αλλά με υψηλή θερμοκρασία και ο Κλέαρχος παλεύει στο πάγκο του με τα φυσίγγια του, όταν μέσα από το σοκάκι στο τελευταίο πλατύσκαλο εμφανίζεται η Νιόβη ντυμένη με φούστα midi και κοντό ανοιξιάτικο σακάκι. Η Νιόβη ήταν μια κοπελάρα δεκαοκτώ χρονών, ψηλή, καστανόξανθη, και γεμάτη σφρίγος. Αισθανόταν ήδη πολύ γυναίκα. Το σώμα της ήταν άριστα σχηματισμένο, τα μπούτια της δεμένα, οι γάμπες της μακριές και χυτές, τα στήθια της στητά και ολοστρόγγυλα τέντωναν το στενό πουκάμισο της, καθώς δεν φορούσε σουτιέν, οι τεντωμένες ρώγες της σχηματιζόντουσαν προκλητικά πάνω στο λευκό ύφασμα. Οι ερωτικές της εμπειρίες ήταν λιγοστές. Είχε κάποιες παρέες νεαρών φίλων στην πόλη, αλλά μεχρι πρόσφατα πριν έλθει στην πόλη στο χωριό ζούσε σε σπίτι αυστηρών αρχών, με πολύ αυστηρό πατέρα και σεμνή μητέρα, και δεν είχε ποτέ τολμήσει να αφήσει ελεύθερο τον εαυτό της. Αυνανιζόταν τα  βράδια, για να μπορέσει να ηρεμήσει και να κοιμηθεί, αλλά κάθε πρωί ξυπνούσε μελαγχολική, καθώς της έλειπε η αντρική αγκαλιά, που τόσο την αισθανόταν πια απαραίτητη.
Νωπές είναι οι μνήμες της από το επεισόδιο με τον γείτονα της τον Κλέαρχο να είναι στο απέναντι υπνοδωμάτιο της γειτόνισσας τους Νεφέλης  και τα τρία μικρά κοριτσόπουλα να προσπαθούν να πάρουν μάτι μέσα από τις γρίλιες του παράθυρου τον Κλέαρχο ξαπλωμένο ανάσκελα και Νεφέλη πάνω στο καυλί του! Κατάλαβε πως η Νεφέλη και ο Κλέαρχος ψωνίστηκαν όταν ο σύζυγος της Νεφέλης απουσίαζε στην πατρίδα τους και η γυναίκα του Κλεαρχου η Ιοκάστη δούλευε, στον κάμπο. Η Νιόβη
αισθάνθηκε το μουνάκι της να πλημμυρίζει. Το κορμί της φούντωσε ολόκληρο. Κλείστηκε στην κάμαρα της και, άρχισε με το αριστερό χέρι να τσιμπάει τα βυζιά της και με το δεξί να τρίβει απ’ έξω το μουνί της μεχρι να έρθει σε οργασμό. 
 ...Η Νιόβη από εκεί απ' το πλατύσκαλο αντιλαμβάνεται τον Κλέαρχο στον πάγκο του, συγκεντρωμένο με αφοσίωση στη δημιουργική χειρωνακτική δραστηριότητα του, με πάθος και αφοσίωση στην εργασία του, αγνοώντας το περιβάλλον του. Κοντοστέκεται στο μεγάλο πλατύσκαλο αφήνει σκόπιμα έναν φάκελο παρουσίασης με σημειώσεις να πέσει από τα χέρια της στο τσιμέντο σε μια κλασική τεχνική να κεντρίσει την προσοχή του Κλέαρχου και να του μεταφέρει κρυφά μια πληροφορία. Ο ξαφνικός ήχος του φακέλου στο δάπεδο λειτουργεί ως ερέθισμα και διακόπτει την αποξένωση του Κλεαρχου από το περιβάλλον, τον ενεργοποιεί και η προσοχή του στρέφεται στο κορίτσι!  Η Νιόβη ρίχνει μια ματιά στον Κλέαρχο, το βλέμμα της είναι παιχνιδιάρικο, με νάζι και πονηριά (Αχ συγνώμη που σε έκανα να ανησυχήσεις, δεν το ήθελα). Είναι ένα βλέμμα που «μιλάει» και δείχνει διάθεση για φλερτ, χωρίς να είναι απαραίτητα σοβαρό. Δεν ήθελε να δείξει ότι το ήθελε, αλλά το βλέμμα της «πρόδιδε» την επιθυμία της.
Στη συνέχεια με μια άμεση, ενεργητική αντίδραση για να διορθώσει δήθεν την κατάσταση, σκύβει να πάρει το φάκελο αδέξια, οι σημειώσεις σκόρπισαν. Σκύβοντας, τα πόδια της είναι σε διάσταση και δεν έχει λυγίσει τα γόνατα. Προσπαθεί με ηρεμία και αργές κινήσεις να ανακτήσει τον έλεγχο του φακέλου και να μαζέψει τις σημειώσεις. Μαζεύοντας τα χαρτιά της, στριφογυρίζει στη θέση της ώστε ο Κλέαρχος που βρίσκεται τώρα ακριβώς πίσω της χαμηλά στην αυλή και σε κάποια σχετικά μικρή απόσταση να να έχει θέα τους γυμνασμένους γλουτούς της και στην υπερυψωμένη περιοχή του όρους της Αφροδίτης μέσα από τι μικρό κιλοτάκι της.
Ο Κλέαρχος την κοιτούσε με ελαφρώς ανοιχτό στόμα χαλαρά χείλη, ενισχύοντας την αίσθηση στο ενδιαφέρον που του προκαλεί το κορίτσι. «Κοίτα το καυλιάρικο μωρό! Μου δείχνει το «μύδι» της! Μωρό μου τι καύλα είσαι εσύ!» Μονολόγησε ο Κλέαρχος ερεθισμένος από τη θέα που του προσέφερε η έφηβη γυναίκα. Τα βλέμματα τους συναντούνται και  αναμετράει ο ένας τον άλλο. Τα μαύρα μάτια του ακτινοβόλησαν όπως το σπασμένο γυαλί. Στα τριάντα δυο του χρόνια είναι στα ντουζένια του σαν γάτος που γυρνοβολάει στα κεραμίδια. Και δεν υπάρχει κάτι που να μπορεί να τον περιορίσει. Η Νιόβη σηκώθηκε όρθια του χαμογέλασε ικανοποιημένη πονηρά και όλο νόημα. Τον Κλέαρχο στεγνός πυρετός τον έπιασε. Αχ αυτό το κορίτσι με τα μάτια φωτιά. Τον κοίταζε και άναβε. Κατέβαινε τα σκαλοπάτια και χόρευαν οι ρώγες της. Το κορίτσι βιώνει κι αυτό το ερωτικό σκίρτημα σαν γαργαλητό στο στομάχι. Έχει κι αυτό ερωτικά σκιρτήματα που δεν την αφήνουν ήρεμα να κοιμηθεί τα βράδια. Η Νιόβη, ένιωθε μια ευχάριστη περιέργεια για το ενδιαφέρον που της έδειχνε ο άνδρας. Άκουσε τη φωνή της μητέρας της να ψιθυρίζει στο μυαλό της.«Εε, λοιπόν, αυτός είναι ένας άντρας που δε θα είχα πρόβλημα να του κατεβάσω το παντελόνι.» Η ανάρμοστη σκέψη την έκανε να νιώσει ντροπή κι έδιωξε τα μη λογοκριμένα σχόλια της μητέρας της απ’ το μυαλό της. Τον κοιτούσε με ιδιαίτερο ενθουσιασμό, καθώς σκέψεις ρίζωναν μέσα της. Η ιδέα να της κάνει έρωτα αυτός ο άντρας ήταν ιδιαίτερα ερεθιστική και ήταν και κάτι που δρα ως διεγερτικό της σεξουαλικής επιθυμίας πάνω της. Το μυαλό της ήταν ήδη γεμάτο με τρυφερές περιπτύξεις και λάγνες φαντασιώσεις, παρορμήσεις που επιθυμούσε για να τις δοκιμάσει.
...Η βροχή είχε σταματήσει όταν έφτασε και ο Αλκιβιάδης στο σπίτι. Άνοιξε την πόρτα. Τους είδε. Κοιτούσε ο ένας τον άλλο. Το δεξί του χέρι χάιδευε τρυφερά τους μηρούς της. Ήταν σίγουρος στο σάλιο του είχε τη γεύση της ανάμεικτη με του φαγητού που έβραζε και δοκίμαζε εάν είναι έτοιμο.  Ο Κλέαρχος όπως είχε τον τρόπο του στην κρεβατοκάμαρα έτσι είχε τον τρόπο του και στην κουζίνα.  Μαγείρευε για την οικογένεια αρκετές φορές γιατί η Ιοκάστη δουλεύει πολλές ώρες.. Ναι δεν μαγείρευε κάτι ιδιαίτερα πέρα από τα συνηθισμένα και τα κατάφερνε πολύ καλά..
Η Νιόβη, πρέπει πριν μπει ο Αλκιβιάδης μέσα να είχε αφεθεί στο χάδι του. Να ένιωθε το χέρι του αργά να ανεβαίνει όλο και ψηλότερα, να είχε κλείσει τα μάτια και το εσώρουχό της να είχε υγρανθεί. Το ραδιόφωνο έπαιζε ένα άσμα απ’ τα παλιά. Ελαφρό-λαϊκό. Του απομάκρυνε το χέρι. Κάθισε σεμνότερα.
Ο Αλκιβιάδης τους κοιτούσε. Αυτή ήταν δεκαοχτώ χρονών περίπου κι ο Κλέαρχος τριάντα δυο, τόσο νέα! Φαινόταν κοριτσάκι μπροστά του. Η ζωή της ανήκε.
Ο Κλέαρχος φώναξε τον Αλκιβιάδη εκεί έξω στην αυλή. Μέχρι να ετοιμαστεί το φαγητό, του έδωσε χρήματα να τρέξει να αγοράσει μια σαμπρέλα ποδηλάτου για το ποδήλατο που τους είχε δανείσει ο φύλακας του ορυζόμυλου. Το κατάστημα ήταν μακριά στο κέντρο της πόλης. Ο Αλκιβιάδης, αντί να δείξει υπακοή, προέβαλε αντιρρήσεις, αρνήθηκε πεισματικά, δεν του άρεσε η ιδέα να τους αφήσει μόνους. Ο Κλέαρχος του αγρίεψε αλλά στη συνέχεια άλλαξε γνώμη, το ξανασκέφτηκε έβαλε πάλι τα χρήματα στην τσέπη του μουρμουρίζοντας. Ο Αλκιβιάδης μουρμούρισε και αυτός στον εαυτό του. «Κάνε υπομονή μέχρι τα δέκα οκτώ σου και τότε εάν σου αγριέψει ξανά τον πατάς στο λαιμό.» Είπαμε ήταν μόνο δέκα χρόνων..  Έτσι ήταν από παιδί. Ο χαρακτήρας του ανθρώπου φαίνεται εκεί γύρω στα δέκα του.


Click to Open
Έναρξη της Εφηβίας!
.....

0 comments:

Δημοσίευση σχολίου

 
Web Informer Button