
..Ο Κλέαρχος, στα πρώτα χρόνια της εγκατάστασής τους στη Λαμία, είχε περιορισμένη συμμετοχή στα οικογενειακά βάρη. Η συμβολή του απείχε αισθητά από την ευθύνη που, ως πατέρας και σύζυγος, όφειλε να αναλαμβάνει. Σε σύγκριση με την Ιοκάστη, η προσφορά του ήταν πενιχρή· στη καλύτερη περίπτωση, αισθητά μικρότερη από εκείνη που απαιτούσαν οι περιστάσεις. Αντίθετα, η Ιοκάστη υπήρξε η ακούραστη εργάτρια της οικογένειας. Σαν μέλισσα που δεν σταματά ποτέ να συλλέγει τον καρπό του μόχθου της ή σαν μυρμήγκι που προνοεί αδιάκοπα για το αύριο, εργαζόταν συχνά σε δύο δουλειές, αναλαμβάνοντας σχεδόν ολοκληρωτικά τις ευθύνες του σπιτιού και την ανατροφή των παιδιών. Η προσφορά της έμοιαζε με το νερό μιας πηγής που αναβλύζει αδιάκοπα μέσα από μια σχισμή του βράχου. Κυλά αθόρυβα από το βουνό, διασχίζει τις πλαγιές και, χωρίς να ζητά ανταπόδοση, ποτίζει τον διψασμένο αγρό, χαρίζοντας του ζωή και καρποφορία. Έτσι ακριβώς ήταν και η Ιοκάστη· η αθόρυβη δύναμη που συντηρούσε την οικογένεια, η σταθερή πηγή από την οποία όλοι αντλούσαν ασφάλεια, ελπίδα και αντοχή. «Της άξιζε άραγε να μένει σ’ αυτόν τον γάμο;» Το ερώτημα αυτό βασάνιζε τον Αλκιβιάδη, καθώς περνούσε στην εφηβεία και άρχιζε να βλέπει με διαφορετικά μάτια τη σχέση των γονιών του. Τον εκνεύριζε η παθητική στάση της μητέρας του, η εύκολη συγχώρεση που έδειχνε ακόμη και ύστερα από στιγμές έντασης ή βίας και η αδυναμία της να ορθώσει ένα αδιαπραγμάτευτο «ως εδώ». Στο μυαλό του σχηματιζόταν η εικόνα μιας σχέσης στην οποία ο Κλέαρχος, όταν θύμωνε, χρησιμοποιούσε την οργή του ως μέσο επιβολής και χειραγώγησης. Κι όμως, ύστερα από κάθε έκρηξη ακολουθούσαν στιγμές μεταμέλειας, καλοσύνης και συμφιλίωσης. Η Ιοκάστη ανακουφιζόταν, συγχωρούσε και προσπαθούσε να αποκαταστήσει την οικογενειακή γαλήνη. Ο νεαρός Αλκιβιάδης δεν μπορούσε ακόμη να εξηγήσει αυτή την αντίφαση· μόνο αργότερα κατάλαβε πόσο συχνά τέτοιοι κύκλοι δένουν τους ανθρώπους ακόμη πιο σφιχτά, δημιουργώντας έναν δεσμό που δύσκολα σπάει. Συχνά αναρωτιόταν μήπως η πρώτη μεγάλη επιλογή της ζωής της είχε αποκτήσει μέσα της σχεδόν ιερό χαρακτήρα. Από τη στιγμή που, ανάμεσα σε τόσους νέους των χωριών του Ζάρακα, είχε διαλέξει τον Κλέαρχο, ένιωθε πως όφειλε να υπερασπιστεί την απόφασή της απέναντι σε κάθε δυσκολία. Μεγαλωμένη σε μια εποχή όπου η πατριαρχική αντίληψη θεωρούσε αυτονόητη την ανδρική κυριαρχία και τη γυναικεία αντοχή, είχε μάθει πως ο γάμος διατηρείται με υπομονή, σιωπή και θυσίες, ακόμη κι όταν αυτές κοστίζουν ακριβά. Αυτό ήταν που δυσκολευόταν περισσότερο να κατανοήσει ο Αλκιβιάδης. Πώς μια τόσο δυναμική, εργατική και αξιοπρεπής γυναίκα μπορούσε να παραμένει τόσο βαθιά δεμένη με έναν άνδρα που την πλήγωνε, αλλά που, παρά τα σοβαρά ελαττώματά του, εξακολουθούσε να κατέχει μια ξεχωριστή θέση στην καρδιά της. Ίσως η αγάπη, η συνήθεια, η κοινή διαδρομή, τα παιδιά, οι κοινωνικές αντιλήψεις της εποχής και η ελπίδα ότι «αύριο θα είναι καλύτερα» να είχαν πλεχτεί τόσο σφιχτά μεταξύ τους, ώστε ούτε η ίδια να μπορούσε πια να ξεχωρίσει πού τελείωνε η αφοσίωση και πού άρχιζε η παραίτηση. Ο Αλκιβιάδης, ακόμη και σήμερα, δεν γνωρίζει αν τότε έκρινε σωστά τα πράγματα. Από μικρός, όμως, είχε την αίσθηση πως η Ιοκάστη δεν μπορούσε να φανταστεί τη ζωή της χωρίς τον Κλέαρχο. Είχε πλέξει τη μοίρα της με τη δική του. Μαζί του είχε αποφασίσει να δημιουργήσει οικογένεια, μαζί του είχε ονειρευτεί το αύριο, μαζί του είχε μοιραστεί τις μεγαλύτερες χαρές αλλά και τις πιο σκληρές δοκιμασίες της ζωής. Δεν ήθελε να τον εγκαταλείψει ούτε να τον διαψεύσει. Παρά τις απογοητεύσεις, τις πίκρες και τις πληγές που της προκάλεσε, παρέμενε πιστή στην επιλογή της, σαν να θεωρούσε ότι η αγάπη δεν δοκιμάζεται στις εύκολες μέρες αλλά στις δύσκολες. Ο Αλκιβιάδης δεν μπόρεσε ποτέ να ξεκαθαρίσει μέσα του αν αυτή η στάση γεννιόταν από βαθιά αγάπη, από αφοσίωση, από το αίσθημα του καθήκοντος ή από τις αντιλήψεις μιας ολόκληρης εποχής που δίδασκε στις γυναίκες πως ο γάμος ήταν υπόθεση ζωής και τιμής. Ίσως να ήταν όλα αυτά μαζί. Ένα μόνο πίστευε: η Ιοκάστη αγάπησε τον Κλέαρχο με όλη τη δύναμη της ψυχής της. Και αυτή η αγάπη υπήρξε τόσο βαθιά, ώστε πολλές φορές ξεπέρασε ακόμη και τα όρια της ίδιας της αντοχής της. «Ποιος μπορεί, άραγε, να γνωρίζει τι πραγματικά κρατά δύο ανθρώπους μαζί;» αναρωτιόταν συχνά. ις ημέρες εκείνες ο Κλέαρχος, παίζοντας με πάθος τον ρόλο του εραστή, έκανε τη Νεφέλη να νιώθει πως κάθε συνάντησή τους ήταν ξεχωριστή. Όσο ο σύζυγός της απουσίαζε, οι κλεμμένες ώρες τους έμοιαζαν να αποκτούν μια ένταση που ξεπερνούσε την ίδια την πραγματικότητα. Η ατμόσφαιρα άλλαζε κάθε φορά που βρισκόταν στο σπίτι της· η προσμονή, ο κίνδυνος της αποκάλυψης και η αίσθηση του απαγορευμένου έκαναν το πάθος τους ακόμη πιο έντονο. Ο χρόνος τους ήταν πάντοτε περιορισμένος. Δεν υπήρχε χώρος για αναβολές ούτε για περιστροφές· ζούσαν την κάθε στιγμή με τη βιασύνη ανθρώπων που γνώριζαν πως ο χρόνος δούλευε εναντίον τους. Σιγά σιγά, όμως, η ισορροπία της σχέσης άρχισε να μεταβάλλεται. Η Νεφέλη επιθυμούσε όλο και πιο συχνές συναντήσεις. Η ανάγκη της για την παρουσία του Κλέαρχου γινόταν ολοένα πιο απαιτητική, σαν να μην της αρκούσαν πια οι λίγες κλεμμένες ώρες που μοιράζονταν. Εκείνος, που στην αρχή απολάμβανε αυτή τη φλόγα, άρχισε να αισθάνεται πως η σχέση έπαυε να είναι μια αυθόρμητη απόδραση από την καθημερινότητα και μετατρεπόταν σε υποχρέωση. Η επιμονή της Νεφέλης τον έφερνε σε δύσκολη θέση. Για πρώτη φορά ένιωθε ότι δεν ήταν εκείνος που όριζε τον ρυθμό της σχέσης. Η συνεχής αναζήτηση της συντροφιάς του, όσο κολ Το τέλος της παράνομης σχέσης τους γράφτηκε ένα μοιραίο βράδυ. Ήταν περασμένα μεσάνυχτα. Ο Αλκιβιάδης κοιμόταν μαζί με τα δύο μικρότερα αδέλφια του στο μικρό τους δωμάτιο. Δύο σιδερένια κρεβάτια χώριζαν τον λιτό εκείνο χώρο· στο ένα κοιμόταν ο δεκάχρονος Αλκιβιάδης και στο άλλο τα δύο μικρότερα παιδιά. Μέσα στον βαθύ του ύπνο τον ξύπνησε απότομα ένας ασυνήθιστος θόρυβος από το διπλανό δωμάτιο. Για λίγα δευτερόλεπτα έμεινε αποπροσανατολισμένος, προσπαθώντας να καταλάβει αν όσα άκουγε ήταν όνειρο ή πραγματικότητα. Κράτησε την ανάσα του και αφουγκράστηκε. Πίσω από τη λεπτή μεσοτοιχία ακούγονταν υψωμένες φωνές. Η μητέρα του μιλούσε με τρόπο που δεν την είχε ξανακούσει ποτέ. Στη φωνή της υπήρχαν θυμός, πίκρα και μια βαθιά πληγωμένη αξιοπρέπεια. «Πουτάνα!... Δεν ντρέπεται; Τόσοι άντρες υπάρχουν στον κόσμο και βρήκε τον δικό μου;» Ο Αλκιβιάδης ένιωσε το στομάχι του να σφίγγεται. Δεν καταλάβαινε όλες τις λέξεις, καταλάβαινε όμως το νόημα. Κάτι είχε σπάσει οριστικά. Η φωνή του Κλέαρχου ακουγόταν χαμηλή, κομμένη από βαθιές ανάσες, σαν άνθρωπος που προσπαθούσε μάταια να συγκρατήσει μια κατάσταση η οποία είχε ήδη ξεφύγει από κάθε έλεγχο. Από τον τόνο του ο Αλκιβιάδης κατάλαβε πως η σύγκρουση δεν είχε μόλις αρχίσει· είχε προηγηθεί μια μακρά, οδυνηρή συζήτηση, της οποίας εκείνος άκουγε μόνο τις τελευταίες, πιο σκληρές λέξεις. Ξαπλωμένος ακίνητος στο σκοτάδι, με τα δύο μικρότερα αδέλφια του να συνεχίζουν να κοιμούνται ανυποψίαστα, ένιωσε για πρώτη φορά πως οι μεγάλοι μπορούσαν να πληγώνουν ο ένας τον άλλον τόσο βαθιά, ώστε οι πληγές τους να περνούν μέσα από τους τοίχους και να φτάνουν μέχρι τις ψυχές των παιδιών τους. Στην αρχή, μισοκοιμισμένος ακόμη, ο Αλκιβιάδης αναρωτήθηκε τι ακριβώς συνέβαινε. Οι φωνές ακούγονταν μπερδεμένες μέσα στη νυχτερινή σιωπή και το μυαλό του δυσκολευόταν να ξεχωρίσει το όνειρο από την πραγματικότητα. Όσο όμως περνούσαν τα λεπτά, κατάλαβε πως η μητέρα του ήταν βαθιά θυμωμένη. Δεν άκουγε μόνο την ένταση της φωνής της· άκουγε την πληγή. Σχεδόν ασυναίσθητα, εικόνες άρχισαν να περνούν από το μυαλό του. Μικρές σκηνές, βλέμματα, συμπεριφορές και περιστατικά που μέχρι τότε έμοιαζαν ασύνδετα, έβρισκαν ξαφνικά τη θέση τους σαν κομμάτια ενός παζλ. Γύρισε αργά στο πλάι, έκλεισε τα μάτια και έκανε πως κοιμόταν. Δεν ήθελε να καταλάβουν οι γονείς του ότι είχε ξυπνήσει. Έμεινε ακίνητος, ακούγοντας τις φωνές να περνούν μέσα από τη λεπτή μεσοτοιχία και να χαράζονται ανεξίτηλα στη μνήμη του. Χρόνια αργότερα θα συνειδητοποιούσε πως δεν θα μπορούσε ποτέ να γνωρίσει ολόκληρη την αλήθεια. Κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει απόλυτα όσα διαδραματίζονται ανάμεσα σε δύο ανθρώπους πίσω από μια κλειστή πόρτα. Εκείνος μπορούσε μόνο να αφηγηθεί τα γεγονότα όπως τα είδε, όπως τα άκουσε και, κυρίως, όπως τα επεξεργάστηκε το παιδικό και αργότερα το ώριμο μυαλό του. Πολύ σύντομα η Ιοκάστη πρέπει να είχε αρχίσει να υποψιάζεται τι συνέβαινε. Τα σημάδια υπήρχαν παντού. Ήταν ολοφάνερα, σχεδόν κραυγαλέα. Η αλήθεια στεκόταν μπροστά στα μάτια της· εκείνο που δυσκολευόταν ήταν να τη δεχτεί. Ίσως, μάλιστα, να είχε προηγηθεί και το αναμενόμενο ψιθύρισμα κάποιου «καλοθελητή» από τον στενό κοινωνικό τους κύκλο. Σε μικρές συνοικίες σαν το Αραπόρεμα, τα μυστικά σπάνια έμεναν για πολύ κρυφά. Κάποιο βλέμμα, κάποια κουβέντα, κάποιο μισόλογο ήταν αρκετό για να ταράξει την εύθραυστη ισορροπία και να αναγκάσει την Ιοκάστη να αντικρίσει αυτό που, μέχρι τότε, προσπαθούσε να μην πιστέψει. Μέσα στη νύχτα, η Νεφέλη δεν μπορούσε να βρει ησυχία. Η ερωτική επιθυμία την κρατούσε άυπνη, αναστατώνοντας το σώμα και τον νου της. Υπολογίζοντας πως η Ιοκάστη, εξαντλημένη από τον καθημερινό μόχθο, θα είχε αποκοιμηθεί βαθιά, έδινε διακριτικά σήματα μέσα από τον κοινό τοίχο που χώριζε τις δύο κρεβατοκάμαρες. Ήταν το δικό της κάλεσμα προς τον Κλέαρχο, μια σιωπηλή υπενθύμιση πως τον περίμενε. Η Ιοκάστη, όμως, δεν κοιμόταν. Κρατούσε τα μάτια της κλειστά, μα ο ύπνος δεν την είχε επισκεφθεί. Το μυαλό της στριφογύριζε ασταμάτητα, βυθισμένο σε σκέψεις που δεν μπορούσε ούτε να διώξει ούτε να βάλει σε τάξη. Προσπαθούσε να πείσει τον εαυτό της πως όλα όσα άκουγε ήταν υπερβολές, πως οι φόβοι της γεννιούνταν περισσότερο από την ανασφάλεια παρά από την πραγματικότητα. Δεν ήταν, όμως, αφελής. Εδώ και καιρό έφταναν στ’ αυτιά της ψίθυροι. Στη μικρή εκείνη συνοικία, όπου οι ζωές των ανθρώπων σπάνια έμεναν κρυφές, οι κουβέντες ταξίδευαν γρήγορα από αυλή σε αυλή. Άλλοτε ως υπονοούμενα, άλλοτε ως βεβαιότητες, οι ιστορίες επαναλαμβάνονταν με ολοένα μεγαλύτερη λεπτομέρεια. Κάποιοι ισχυρίζονταν πως η Νεφέλη φλέρταρε ανοιχτά τον Κλέαρχο. Άλλοι πήγαιναν ακόμη παραπέρα, βεβαιώνοντας πως, όσο έλειπε ο σύζυγός της, οι δυο τους είχαν ξεπεράσει προ πολλού τα όρια μιας αθώας γνωριμίας. Η Ιοκάστη πάλευε να αντισταθεί στις φήμες. Ήθελε να πιστέψει τον άντρα της, να προστατεύσει την οικογένειά της από το δηλητήριο του κουτσομπολιού. Κι όμως, όσο περισσότερο προσπαθούσε να διώξει τις υποψίες, τόσο εκείνες επέστρεφαν πιο επίμονες, φωλιάζοντας μέσα της σαν σκιά που αρνιόταν να διαλυθεί. Πάλι του έδωσε ένα ελαφρυντικό. Το συνήθιζε άλλωστε η Ιοκάστη. Να βρίσκει έναν τρόπο να τον δικαιολογεί, να απαλύνει μέσα της τις ευθύνες του και να σκεπάζει, όσο μπορούσε, τις πράξεις του. Κι έπειτα αναρωτιόταν: μπορούσε άραγε να είναι τόσο σοβαρή αυτή η σχέση με τη Νεφέλη; Ήταν, πράγματι, μια όμορφη και εντυπωσιακή γυναίκα, με έναν αυθορμητισμό που τραβούσε τα βλέμματα των ανδρών, παντρεμένων και ανύπαντρων. Όμως η Ιοκάστη δεν στάθηκε μόνο εκεί. Προσπάθησε, σχεδόν παρά τη θέλησή της, να δει και τη δική της πλευρά. Ίσως κι εκείνη να κουβαλούσε τα δικά της αδιέξοδα, τη δική της μοναξιά, τη δική της έλλειψη τρυφερότητας μέσα στον γάμο της. Ίσως η στέρηση, η εγκατάλειψη ή η ανάγκη για συντροφικότητα να την είχαν οδηγήσει σε επιλογές που, υπό άλλες συνθήκες, δεν θα έκανε ποτέ. Αυτές οι σκέψεις δεν απάλυναν τον πόνο της Ιοκάστης. Της επέτρεπαν, όμως, να βλέπει τους ανθρώπους όχι μόνο μέσα από τα λάθη τους, αλλά και μέσα από τις αδυναμίες τους. Με όλα αυτά να στριφογυρίζουν αδιάκοπα στο μυαλό της, πήρε τελικά τη δυσκολότερη ίσως απόφαση της ζωής της. Όχι επειδή ξέχασε, ούτε επειδή έπαψε να πονά. Αλλά επειδή η καρδιά της εξακολουθούσε να αγαπά τον Κλέαρχο περισσότερο απ' όσο της επέτρεπε η λογική. Έτσι, βρήκε τη δύναμη να τον συγχωρήσει, με τον δικό της τρόπο, ελπίζοντας πως η συγχώρεση θα μπορούσε να γίνει η αρχή μιας νέας ισορροπίας και όχι η λήθη όσων είχαν συμβεί. Ο Κλέαρχος τής έριξε μια φευγαλέα ματιά. Βλέποντάς τη να μοιάζει βυθισμένη στον ύπνο, σηκώθηκε αθόρυβα από το κρεβάτι και βγήκε από το δωμάτιο. Η Ιοκάστη, όμως, δεν κοιμόταν. Με την ευκινησία αιλουροειδούς σηκώθηκε αμέσως, τον παρακολούθησε να κατευθύνεται προς την εξωτερική τουαλέτα και, μέσα σε λίγες στιγμές, πήρε τη δική της απόφαση. Έκλεισε σιγά την πόρτα του δωματίου των παιδιών για να μην ακούσουν τίποτε. Ύστερα στάθηκε στην εξώπορτα και περίμενε. Το νυχτερινό αεράκι περνούσε ανάμεσα από τα δέντρα της αυλής και η σιωπή της νύχτας έκανε κάθε δευτερόλεπτο να μοιάζει ατελείωτο. Η Ιοκάστη δεν ήταν γυναίκα των τεχνασμάτων. Ήταν αυθόρμητη, ειλικρινής, σχεδόν παιδική στον τρόπο που αγαπούσε. Δεν είχε μάθει να παίζει παιχνίδια ούτε να κρύβεται πίσω από προσποιήσεις. Δεν ήξερε πολλά γράμματα, όμως διέθετε εκείνη τη βαθιά σοφία που γεννά ο μόχθος και η ζωή. Στα τριάντα δύο της χρόνια παρέμενε μια όμορφη, γεροδεμένη γυναίκα, ερωτευμένη ακόμη με τον άνδρα που είχε διαλέξει να πορευτεί μαζί του. Όταν ο Κλέαρχος βγήκε από την τουαλέτα και τη διέκρινε να στέκεται στην πόρτα, πάγωσε. Ήταν σαν να του είχε πέσει κεραυνός. Μέσα σε μια στιγμή κατάλαβε ότι εκείνη γνώριζε ή, τουλάχιστον, υποψιαζόταν πολύ περισσότερα απ' όσα πίστευε. «Δεν κοιμάσαι;» κατάφερε να ψελλίσει. «Προσπάθησα…» απάντησε ήρεμα. «Ανησύχησα όταν σηκώθηκες. Όλα καλά;» «Ν… ναι. Όλα καλά.» Η Ιοκάστη τον κοίταξε επίμονα. «Έχεις κάτι να μου πεις; Σε ξέρω πολύ καλά, Κλέαρχε.» Έπεσε σιωπή. Ο Κλέαρχος έμεινε ακίνητος. Δεν έβρισκε λέξεις. Για πρώτη φορά ένιωθε πως δεν είχε απέναντί του μια γυναίκα έτοιμη να τον δικαιολογήσει, αλλά έναν άνθρωπο που περίμενε μόνο την αλήθεια. Σιωπή. Ο Κλέαρχος έμεινε ακίνητος, με το βλέμμα χαμηλωμένο, περιμένοντας την αντίδρασή της. Για πρώτη φορά δεν έβρισκε ούτε μια λέξη να τον υπερασπιστεί. «Τι έπαθες και δεν μιλάς;» τον ξαναρώτησε η Ιοκάστη, χωρίς να υψώσει τη φωνή της. Η ηρεμία της τον μπέρδευε περισσότερο από οποιαδήποτε έκρηξη θυμού. Άνοιξε το στόμα του, μα οι λέξεις έβγαιναν κομμένες. «Ξέρεις… εγώ… δεν είναι…» Σταμάτησε. Ούτε ο ίδιος δεν πίστευε όσα πήγαινε να πει. Η Ιοκάστη τον κοίταξε κατάματα. «Εσύ βέβαια… Μαζί δεν μιλάμε, Κλέαρχε; Ή μήπως έχασες ξαφνικά τη λαλιά σου;» Εκείνος κατάπιε με δυσκολία. Ένιωθε πως κάθε δικαιολογία που θα ξεστόμιζε θα γκρεμιζόταν πριν ακόμη ολοκληρωθεί. Για πρώτη φορά δεν φοβόταν τον θυμό της. Φοβόταν τη σιωπηλή απογοήτευσή της.
Η Ιοκάστη έκανε ένα βήμα προς το μέρος του. «Δεν ζητάω πολλά. Μόνο να με κοιτάξεις στα μάτια και να μου πεις την αλήθεια. Ό,τι κι αν είναι, θέλω να το ακούσω από σένα. Όχι από τις γειτόνισσες, ούτε από τα κουτσομπολιά της συνοικίας.»
Η αυλή βυθίστηκε ξανά στη σιωπή.
Δύσκολη ώρα και ο κόμπος στο λαιμό. Ένιωθε ότι τον έλουζε κρύος ιδρώτας. Ζύγωσε κοντά της σιγά-σιγά, σαν να αποκάλυπτε ένα παράνομο μυστικό, ταραγμένος και στάθηκε απέναντί της. Κοιταχτήκανε, σαν να αναγνωρίζανε ο ένας στην όψη του άλλου για πρώτη φορά. Οι θολές αναλαμπές που μισοκαιγόταν στα μάτια της τώρα, άναψαν και γίνανε πυρκαγιά. Τον άρπαξε από το σβέρκο τον κόλλησε επάνω της και άρχισε να τον φιλάει παθιασμένα. Πρώτα άγγιξε τα δόντια του, μετά αισθάνθηκε το σάλιο του. Τον τράβηξε από το χέρι και ανήμπορος να αντιδράσει τον παρέσυρε σαν αιχμάλωτο στην κρεβατοκάμαρα στο κρεβάτι. Του συμπεριφέρεται σαν να μην έχει αλλάξει τίποτε, σαν να μην συνέβη ποτέ τίποτα. Ξαναφιληθήκανε. Κι αυτή τη φορά το φιλί τους ήταν μακρόσυρτο και πεινασμένο και σκληρό κι οι μύες στην πλάτη της κινούνταν με έναν ζωώδη τρόπο.
Το φιλί του τώρα ήταν μανιασμένο, συναρπαστικό και την έκανε να νιώσει μια δόση τρέλας ν' απλώνεται ανάμεσά τους σαν πυρακτωμένο σίδερο. Έψαξε και βρήκε το θηρίο του όρθιο, είχε αρχίσει να φουσκώσει και να σκληρύνει υπερβολικά. Ενθουσιάστηκε! Ο κόλπος της ήταν πολύ υγρός και ανοιχτόχρωμος, ζεστός και φιλόξενος, αλλά κυρίως η κλειτορίδα της στεκόταν όρθια και σκληρή. Σε μια παθιασμένη ερωτική στιγμή, όπου οι αισθήσεις της κυριαρχούν! Τον φιλούσε με ένταση και πάθος, και με μια αίσθηση κυριαρχίας. Δεν είναι φιλιά απαλά, αλλά φιλιά που διεκδικούν. «Καμία πουτάνα δεν θα μου τον πάρει!» Σε μια έκφραση απελευθέρωσης που ξεσπά με άγριο τρόπο, τα καταπιεσμένα συναισθήματα της που ειχαν συσσωρευτεί μέσα της. Ήταν τόσο καυλωμένη που ήταν όλη σαν ένα πυροτέχνημα! Αναστέναζε και βογκούσε από καύλα και ηδονή ,λες και ήταν μόνοι τους μέσα σε μια ερημιά και όχι στον κοιτώνα τους.. Πριν καλά καλά τον πάρει όλο μέσα της, ήρθε ο πρώτος της οργασμός. Ο Κλέαρχος είχε μείνει άφωνος, γιατί σίγουρα ήταν κάτι που δεν το περίμενε. Τη νιώθει πως είχε χάσει τον έλεγχο εντελώς. Μοιάζει με λέαινα που συμπεριφέρεται σαν αρσενικό λιοντάρι αν πρόκειται για την κυριαρχία της. .
Ήταν η κλιμάκωση, το «κρεσέντο» στις φωνές της Ιοκάστης που ξύπνησαν τον Αλκιβιάδη από τον βαθύ του ύπνο. Επάνω στην κορύφωση της σεξουαλικής επαφής τους και του οργασμού της, σε μια έντονη απελευθέρωση συναισθημάτων, ξεσπάει. Η ένταση στη φωνή της είχε αλλάξει, λες και είχε σκληρύνει, έμοιαζε πολύ αποφασιστική.
«Αρκετά! Ως εδώ ξετσίπωτη πουτάνα! Απ' αύριο ετοίμασε τα μπογαλάκια σου και ψάξε να βρεις αλλού σπίτι. Να εξαφανιστείς! Να μη σε ξαναδώ μπροστά μου! Θα σε ξεσκίσω»….
Και όταν η Ιοκάστη λέει κάτι το εννοεί, οι προθέσεις είναι ξεκάθαρες, και τα λόγια της αντικατοπτρίζουν τις πραγματικές της σκέψεις και συναισθήματα.
Του Κλέαρχου του φαίνεται όλο αυτό που συμβαίνει σαν ψέμα αλλά ταυτόχρονα τον ανακούφιζε αυτή η έκρηξη της Ιοκάστης και την ευγνωμονούσε μ' όλη του την καρδιά. Όταν η έντονη σεξουαλική τους ορμή είχε υποχωρήσει επιτρέποντας στο σώμα του να «ηρεμήσει» τον τυραννούσε ακόμη μια αβεβαιότητα μέσα του. Της φίλησε τα χέρια δεν τολμούσε τώρα να την φιλήσει στο πρόσωπο, ....
«Ήξερες;»
«Ναι. Μην συνεχίζεις.»
Έψαξε μέσα στα μάτια του, όπως το έκανε παλιά, όταν τον ήθελε.
Τότε είναι που η Ιοκάστη λες και δεν είχε συμβεί τίποτα τον φίλησε με θέρμη, με δύναμη, το φιλί της δεν ήταν τρυφερό ή διερευνητικό, αλλά διεκδικητικό με μια έντονη σεξουαλική επιθυμία. Και πολλή, πολλή ώρα, τόσο, που όταν απομάκρυνε τα χείλη της απ' τα δικά του, ένας ασίγαστος πόθος είχε και πάλι φωλιάσει μέσα της. Σηκώνεται ανοίγει με προσοχή την πόρτα του δωματίου των παιδιών τους. Σιγουρεύεται ότι κοιμούνται, και την ξανακλείνει με προσοχή. Δεν έχει αναστολές ένιωθε το μουνί της γεμάτο υγρά, και χώνεται κάτω από τα σκεπάσματα στην αγκαλιά και πάλι του Κλέαρχου. Το κορμί της έβραζε και ζητάει ξανά την αντρική επαφή του. Ο Κλέαρχος της χαμογέλασε. Μ΄ ένα χαμόγελο με υπονοούμενα, που δείχνει σιγουριά γνωρίζοντας ότι πλέον αυτός ως άντρας είναι κυρίαρχος στο κρεβάτι, και έχει τον έλεγχο της κατάστασης. Η σκέψη του πως η Νεφέλη είναι ακριβώς δίπλα τους και τους ακούει του απογειώνει την σεξουαλική ορμή του για να συνεχίσουν το παθιασμένο σεξ με την Ιοκάστη
«Μη βιάζεσαι…», της είπε. «Έχουμε ώρα ακόμα. Να πάρω ανάσα! ».
....Σε μια ατμόσφαιρα μυστηρίου, κουτσομπολιού και επίμονων φημών για όσα είχαν συμβεί εκείνο το βράδυ, η γειτονιά άρχισε να βουίζει. Στις μικρές κοινωνίες τα νέα ταξιδεύουν πιο γρήγορα από τους ανθρώπους και, μέχρι να φτάσουν στον προορισμό τους, έχουν ήδη αλλάξει πρόσωπο πολλές φορές. Λίγες ημέρες αργότερα, ο σύζυγος της Νεφέλης επέστρεψε νωρίτερα απ' όσο όλοι περίμεναν. Κανείς δεν έμαθε ποτέ αν γύρισε επειδή τελείωσαν οι υποθέσεις του ή επειδή κάποιο ανήσυχο στόμα φρόντισε να του μεταφέρει όσα ψιθύριζε η γειτονιά. Ο Αλκιβιάδης δεν ήταν εκεί για να γνωρίζει τι ακριβώς ειπώθηκε ανάμεσα στους δύο συζύγους. Εκείνο που έμαθε αργότερα ήταν πως η Νεφέλη παραπονέθηκε στον άνδρα της ότι ο Κλέαρχος την ενοχλούσε, ότι την πολιορκούσε επίμονα και πως εκείνη αναγκαζόταν να αποκρούει τις προσεγγίσεις του. Ήταν αλήθεια; Ήταν ένα ψέμα που γεννήθηκε από τον φόβο μήπως αποκαλυφθεί η σχέση τους; Ή μήπως ήταν ένας τρόπος να διασώσει τον γάμο της και την υπόληψή της μέσα σε μια κοινωνία που συγχωρούσε ευκολότερα έναν άπιστο άνδρα παρά μια άπιστη γυναίκα; Ο Αλκιβιάδης δεν τόλμησε ποτέ να απαντήσει με βεβαιότητα. Με τα χρόνια κατάλαβε πως οι άνθρωποι, όταν φοβούνται ότι θα χάσουν όσα έχτισαν, είναι ικανοί να αφηγηθούν μια διαφορετική εκδοχή της αλήθειας, όχι πάντοτε από κακία, αλλά πολλές φορές από ανάγκη να επιβιώσουν. Κι έτσι, μέσα σε λίγες μόνο ημέρες, ο μεγάλος έρωτας που φάνηκε πως μπορούσε να ανατρέψει τα πάντα, μεταμορφώθηκε σε μια ιστορία γεμάτη ψιθύρους, μισόλογα και αλληλοκατηγορίες. Η γειτονιά συνέχισε να κουβεντιάζει, ο καθένας προσθέτοντας το δικό του κομμάτι στην ιστορία, μέχρι που κανείς δεν μπορούσε πια να ξεχωρίσει πού τελείωναν τα γεγονότα και πού άρχιζε ο μύθος. Στις μέρες μας ακούμε συχνά για περιστατικά παρενόχλησης και πολλοί πιστεύουν πως πρόκειται για ένα φαινόμενο της σύγχρονης εποχής. Η ελληνική μυθολογία, όμως, μας οδηγεί πολύ πίσω, ίσως ακόμη και στη μυκηναϊκή εποχή, με πρωταγωνιστή τον Λαπίθη Ιξίωνα, βασιλιά της Λάρισας. Σύμφωνα με τον μύθο, ο Ιξίων υπήρξε ο πρώτος άνθρωπος που φόνευσε συγγενή του. Για το ανοσιούργημά του κανείς δεν δεχόταν να τον εξαγνίσει, ώσπου ο ίδιος ο Δίας τον λυπήθηκε, τον καθάρισε από το μίασμα, τον ανέβασε στον Όλυμπο και τον έκανε συνδαιτυμόνα των θεών. Ο Ιξίων, όμως, αντί να δείξει ευγνωμοσύνη στον ευεργέτη του, έστρεψε το βλέμμα του προς την Ήρα και άρχισε να την παρενοχλεί. Η ίδια η θεά, σύμφωνα με τον μύθο, παραπονιέται στον Δία: «Μου ρίχνεται εδώ και πολύ καιρό. Στην αρχή παραξενευόμουν που είχε τα μάτια του καρφωμένα πάνω μου. Αναστέναζε και δάκρυζε κρυφά. Κι όταν έδινα το ποτήρι μου πίσω στον Γανυμήδη, εκείνος ζητούσε να πιει από το ίδιο· κι όταν το κρατούσε στα χέρια του, το φιλούσε.» Η ιστορία αυτή δείχνει πως η απρεπής επιμονή, η κατάχρηση της φιλοξενίας και η προσβολή των ορίων του άλλου δεν είναι επινοήσεις της δικής μας εποχής. Απλώς σήμερα τους δίνουμε ονόματα που τότε δεν υπήρχαν. Αναλογιζόταν ο Αλκιβιάδης πως, με τις διαφορές που χωρίζουν τον μύθο από την πραγματική ζωή, κάτι αντίστοιχο είχε συμβεί και με τον Κλέαρχο. Ο άνθρωπος που είχε γίνει δεκτός με εμπιστοσύνη στη γειτονιά, βρέθηκε τελικά μπλεγμένος σε μια ιστορία που διέλυσε φιλίες, σπίτια και συνειδήσεις. Οι συνέπειες, βέβαια, δεν είχαν τίποτε το μυθολογικό· ήταν απολύτως ανθρώπινες. Ήταν λίγο πριν από το μεσημέρι όταν σημειώθηκε το περιστατικό. Ο Κλέαρχος βρισκόταν σε μια μεγάλη αποθήκη σιτηρών μαζί με άλλους δύο εργάτες. Δούλευαν ασταμάτητα, ξεφορτώνοντας βαριά σακιά από ένα φορτηγό και στοιβάζοντάς τα στο εσωτερικό της αποθήκης. Ο ιδρώτας έτρεχε από τα πρόσωπά τους και η σκόνη από το σιτάρι είχε γεμίσει τον αέρα. Εκείνη την ώρα εμφανίστηκε ο σύζυγος της Νεφέλης. Καλοντυμένος, με αποφασιστικό βήμα, μπήκε στην αποθήκη χωρίς να χαιρετήσει κανέναν και στάθηκε απέναντι από τον Κλέαρχο. «Ξέρεις εσύ γιατί ήρθα», του είπε κοφτά. Ο Κλέαρχος άφησε κάτω το σακί που κρατούσε και τον κοίταξε με απορία. «Και γιατί να ξέρω; Τι ακριβώς υποτίθεται ότι ξέρω;» Ο άνδρας πλησίασε ακόμη περισσότερο. «Θα σου πω εγώ. Ζητώ τον λόγο γιατί παρενοχλείς τη γυναίκα μου.» Για μια στιγμή επικράτησε σιωπή. Οι δύο εργάτες σταμάτησαν τη δουλειά τους και κοίταζαν εναλλάξ τους δύο άνδρες, αντιλαμβανόμενοι πως η κατάσταση μπορούσε να ξεφύγει από στιγμή σε στιγμή. Ο Κλέαρχος ένιωσε την ενόχληση να γίνεται θυμός. Κατάλαβε πως η συζήτηση δεν οδηγούσε πουθενά. Ό,τι κι αν έλεγε, ο άλλος είχε έρθει ήδη αποφασισμένος να τον θεωρεί ένοχο. Τα λόγια δεν επρόκειτο να αλλάξουν τη γνώμη του. «Δεν έχω να δώσω εξηγήσεις σε κανέναν», απάντησε κοφτά ο Κλέαρχος. Προσπαθούσε να συγκρατήσει την οργή του, γιατί καταλάβαινε πως ο άλλος δεν είχε έρθει για κουβέντα. «Λοιπόν, άκουσέ με καλά», συνέχισε ψύχραιμα. «Η Νεφέλη είναι γυναίκα σου. Καλά κάνει και είναι. Εμένα τι με νοιάζει;» Δυστυχώς, ο άνθρωπος απέναντί του έμοιαζε να γυρεύει καβγά. «Ξέρεις τι λέω εγώ;» «Τι;» «Αν μάθω ξανά πως την παρενοχλείς, θα σε...» Άφησε την απειλή να αιωρηθεί. Στον Κλέαρχο φάνηκε παράξενος ο τρόπος που του μιλούσε. Στο χωριό του, στη Νότια Λακωνία, λίγα μόλις χρόνια πριν, δύσκολα θα τολμούσε κάποιος να του απευθυνθεί έτσι. Εκείνη τη μέρα, όμως, δεν είχε καμία διάθεση να πιαστεί στα χέρια. Ο άλλος, αντίθετα, επέμενε. Με ύφος ενοχλημένου πετεινού και μια κοφτή, καμπανιστή φωνή, προκαλούσε επίμονα την έκρηξη. «Πολύ μεγάλη ιδέα έχεις για τον εαυτό σου. Αυτό πάει πολύ. Άντε στον διάβολο!» «Πρόσεξε, Κλέαρχε. Πρόσεξε καλά.» Ο Κλέαρχος τον κοίταξε κατάματα. «Κι εγώ θα σου πω κάτι. Άντρας δεν είναι εκείνος που φοβερίζει και μένει στις απειλές.» Για μια στιγμή φάνηκε πως οι δύο άντρες θα πιάνονταν στα χέρια. Οι εργάτες που παρακολουθούσαν τη σκηνή άφησαν αμέσως τη δουλειά τους και μπήκαν ανάμεσά τους, καταφέρνοντας την τελευταία στιγμή να τους χωρίσουν πριν η λογομαχία μετατραπεί σε συμπλοκή. Αργότερα ο Αλκιβιάδης αναρωτιόταν πολλές φορές γιατί ο Κλέαρχος δεν όρμησε επάνω του εκείνη τη στιγμή. Δεν ήταν άνθρωπος που άναβε εύκολα. Όμως τέτοιες προσβολές δύσκολα τις άφηνες να περάσουν χωρίς να σου ανέβει το αίμα στο κεφάλι. Κι όμως, την ώρα που ο άντρας της Νεφέλης αποχωρούσε, ο Κλέαρχος του φώναξε με μια παράξενη ηρεμία: «Άκου, φίλε μου. Εγώ έχω τη συνείδησή μου ήσυχη. Εσύ κοίτα να μαζέψεις την κυρά σου. Αυτή είναι η συμβουλή μου.» Η συνέχεια ήταν όπως συμβαίνει συχνά στις ιστορίες που, παρά τις βαθιές πληγές τους, δεν καταλήγουν στη ρήξη. Η Ιοκάστη κοίταξε τον Κλέαρχο. Μια ανεπαίσθητη χλομάδα πέρασε από το πρόσωπό της. Εκείνος άνοιξε τα χέρια του σαν φτερά αετού κι εκείνη ακούμπησε αργά στο στήθος του. Με μάτια που γυάλιζαν από ευγνωμοσύνη, της έσφιξε τα χέρια, περνώντας τα δάχτυλά της μέσα στα δικά του. Εκείνη τη στιγμή κατάλαβε, ίσως περισσότερο από κάθε άλλη φορά, πόση δύναμη αντλούσε από αυτή τη γυναίκα. Ακόμη και πολλά χρόνια αργότερα, του άρεσε να κουλουριάζεται πλάι της, να αναπνέει το άρωμά της και να χαϊδεύει τα απαλά μάγουλά της, σαν να αναζητούσε εκεί τη γαλήνη που δεν έβρισκε πουθενά αλλού. Ο χρόνος, όταν του το επιτρέψουν οι άνθρωποι, μαλακώνει τις γωνίες. Οι ρήξεις, ο θυμός, οι προδοσίες και ο πόνος μπορούν, αργά ή γρήγορα, να καταλαγιάσουν. Μόνο ο θάνατος δεν διορθώνεται. Λίγο αργότερα, οι νέοι γείτονες μάζεψαν αθόρυβα τα λιγοστά τους υπάρχοντα και μετακόμισαν σε μια γειτονιά λίγο πιο πέρα. Έφυγαν χωρίς φωνές, χωρίς εξηγήσεις, αφήνοντας πίσω τους μόνο τις φήμες, τα κουτσομπολιά και μια ιστορία που η γειτονιά θα συνέχιζε να διηγείται για πολλά ακόμη χρόνια
Η συνέχεια στο...

Οι Γείτονες τους στο Ρέμα!.....
0 comments:
Δημοσίευση σχολίου