ADS

click to open

Τρίτη 7 Φεβρουαρίου 2023

Ta Prota Chronia Stin Efivia

.1961–1962. Μία ακόμη σχολική χρονιά έφτανε στο τέλος της· η τελευταία του Αλκιβιάδη στο δημοτικό σχολείο. Ήταν μια χρονιά ξεχωριστή, ίσως η πιο καθοριστική της μέχρι τότε ζωής του, αν και τότε δεν μπορούσε ακόμη να το αντιληφθεί. Συχνά η ζωή αλλάζει πορεία όχι εξαιτίας των μεγάλων γεγονότων, αλλά από αφορμές που, τη στιγμή που συμβαίνουν, μοιάζουν εντελώς ασήμαντες. Ένα τυχαίο περιστατικό, μια σύντομη συνάντηση, μια γνωριμία, μια κουβέντα που ειπώθηκε χωρίς δεύτερη σκέψη, μπορούν αργότερα να αποδειχθούν οι αόρατοι μοχλοί που αλλάζουν ολόκληρη την πορεία ενός ανθρώπου.
Έτσι και για τον Αλκιβιάδη.
Κανείς δεν θα μπορούσε τότε να φανταστεί ότι μια φαινομενικά ασήμαντη εμπειρία θα φώλιαζε τόσο βαθιά μέσα του, ώστε να γεννήσει ένα όνειρο που θα τον συνόδευε για χρόνια. Ένα απλό παιδί της γειτονιάς άρχισε να ονειρεύεται τη θάλασσα. Να ονειρεύεται πως κάποτε θα γινόταν κι εκείνος ένας σύγχρονος Αργοναύτης, ταξιδευτής των ωκεανών, αναζητώντας τόπους μακρινούς, άγνωστους, που μέχρι τότε γνώριζε μόνο μέσα από τις σελίδες των βιβλίων του. Χωρίς να το γνωρίζει, το πρώτο σπέρμα αυτού του ονείρου είχε ήδη πέσει μέσα του.
Έξω, οι δρόμοι λούζονταν από τον ανοιξιάτικο ήλιο. Σχολώντας από το δημοτικό, ο Αλκιβιάδης σεργιάνισε στις αλάνες της γειτονιάς περισσότερο απ' όσο έπρεπε. Το πλήρωσε ακριβά. Γέμισε μώλωπες, ενώ στην κνήμη του άνοιξε ένα βαθύ, εγκάρσιο σκίσιμο, σαν να την είχε χαράξει ξυράφι, τόσο βαθύ που έφτανε σχεδόν ως το κόκαλο. Με αφόρητους πόνους έτρεξε προς το τέλος της αλάνας, εκεί όπου δυο μικρόσωμα, καχεκτικά δέντρα έριχναν λίγη σκιά πάνω στο ξερό χώμα. Κάθισε λαχανιασμένος, προσπαθώντας να καταπραΰνει τον πόνο και να ξαναβρεί την ανάσα του. Κι εκεί, μέσα στη σιωπή εκείνου του ανοιξιάτικου απογεύματος, συνέβη κάτι που έμελλε να μείνει ανεξίτηλο στη μνήμη του.
Τα ξαφνιασμένα μάτια του είδαν έναν νεαρό άνδρα να ξεπροβάλλει από τον κήπο μιας παρακείμενης κατοικίας. Φορούσε ολόλευκη ναυτική στολή. Το λευκό της άστραφτε κάτω από το φως του ήλιου και έμοιαζε σχεδόν εξωπραγματικό. Ο Αλκιβιάδης έμεινε ακίνητος, κρυμμένος πίσω από τη λιγοστή σκιά των δέντρων. Τον παρακολουθούσε χωρίς να μπορεί να αποσπάσει το βλέμμα του. Κάτι ανεξήγητο διαπέρασε ολόκληρο το κορμί του. Ήταν σαν μια αόρατη δύναμη να άγγιξε την ψυχή του και να άνοιξε μπροστά του έναν κόσμο που μέχρι τότε αγνοούσε.
Ένα λαμπερό μυστήριο τον τύλιξε. Ένα τρελό όνειρο γεννήθηκε εκείνη ακριβώς τη στιγμή.
Με τα μάτια της φαντασίας του είδε τον εαυτό του να ταξιδεύει στα πέρατα της γης, να διασχίζει ωκεανούς, να γνωρίζει λιμάνια και πολιτείες που μέχρι τότε υπήρχαν μόνο μέσα στα βιβλία του. Για λίγες στιγμές έπαψε να πατά στη γη. Ένιωσε πως αρμένιζε πάνω στα γαλανά νερά μιας απέραντης θάλασσας. Χωρίς ακόμη να το γνωρίζει, εκείνο το ανοιξιάτικο απόγευμα είχε γεννηθεί μέσα του ο ναυτικός που θα γινόταν αργότερα.
Αγαπούσε τη θάλασσα με μια αγάπη που δύσκολα μπορούσε να εξηγήσει. Κάθε φορά που κατηφόριζε στις ακτές της Αγίας Μαρίνας, γέμιζε η ψυχή του χαρά. Μόλις έφτανε κοντά της, άπλωνε το βλέμμα του παγανιά να κυνηγήσει όλες τις ομορφιές της. Ακολουθούσε με τα μάτια τον μακρινό ορίζοντα και άφηνε τη φαντασία του να καλπάζει αχαλίνωτη, παρασύροντάς τον στα πιο μαγευτικά ταξίδια. Χωρίς ακόμη να το γνωρίζει, εκεί, μπροστά στην απέραντη γαλάζια της αγκαλιά, άρχιζε να θεμελιώνεται το ίδιο του το πεπρωμένο. Η θάλασσα τον περίμενε υπομονετικά, σαν να γνώριζε ότι κάποτε θα τον δεχόταν στοργικά στους κόλπους της και θα τον έκανε δικό της άνθρωπο.
Αργότερα, όταν ωρίμασε, κατάλαβε πως η ζωή μοιάζει περισσότερο με ποτάμι παρά με δρόμο. Κυλά αδιάκοπα προς μία μόνο κατεύθυνση, από το παρελθόν προς το μέλλον, χωρίς ποτέ να γυρίζει πίσω. Όπως δεν μπορεί κανείς να αγγίξει δύο φορές το ίδιο νερό, έτσι και καμιά στιγμή δεν επιστρέφει. Ο άνθρωπος μπορεί να μάθει να κολυμπά μέσα στο ρεύμα του χρόνου, ποτέ όμως να το ανακόψει. Το ποτάμι του χρόνου μας ωριμάζει, μας μεταμορφώνει, σμιλεύει τον χαρακτήρα μας, μα συγχρόνως διαβρώνει πρόσωπα, τόπους και αναμνήσεις. Κι όμως, μέσα σ' αυτή την αδιάκοπη ροή, υπάρχουν στιγμές που στέκονται σαν βράχοι· στιγμές φαινομενικά ασήμαντες, που καθορίζουν ολόκληρη τη ζωή μας. Ίσως γι' αυτό ο Χόρχε Λουίς Μπόρχες έγραψε: «Ο χρόνος είναι ένα ποτάμι που με παρασύρει, αλλά εγώ είμαι το ποτάμι». Γιατί ο χρόνος δεν είναι κάτι έξω από εμάς· είναι η ίδια η ύπαρξή μας που κυλά ασταμάτητα, ώσπου να συναντήσει τη δική της θάλασσα.
... Τελειώνοντας το δημοτικό, ο Αλκιβιάδης γράφτηκε στο Οικονομικό Γυμνάσιο Λαμίας. Στη Λαμία της δεκαετίας του 1960 λειτουργούσαν δύο Γυμνάσια Αρρένων, που στεγάζονταν στο ίδιο κτήριο, ένα Γυμνάσιο Θηλέων και το Οικονομικό Γυμνάσιο, το μοναδικό μικτό σχολείο της πόλης. Από τους μαθητές του Τρίτου Δημοτικού, μόνο ο Αλκιβιάδης και μία ακόμη συμμαθήτριά του επέλεξαν να συνεχίσουν εκεί τις σπουδές τους. Η επιλογή τους ξένισε αρκετούς. Οι περισσότεροι θεωρούσαν φυσικό δρόμο τα κλασικά γυμνάσια· το Οικονομικό φαινόταν διαφορετικό, πιο πρακτικό, πιο κοντά στην αγορά εργασίας. Εκείνη την εποχή, το Οικονομικό Γυμνάσιο Λαμίας αποτελούσε ένα σημαντικό εκπαιδευτικό ίδρυμα για ολόκληρη την περιοχή. Μαζί με τη γενική μέση εκπαίδευση, παρείχε γνώσεις λογιστικής, εμπορικών μαθημάτων και οικονομικής οργάνωσης, προετοιμάζοντας τους μαθητές για επαγγέλματα που συνδέονταν με το εμπόριο, τις επιχειρήσεις και τη δημόσια διοίκηση. 
Ο Αλκιβιάδης, βέβαια, δεν γνώριζε ακόμη αν αυτή η επιλογή θα καθόριζε τη ζωή του. Άλλωστε, η καρδιά του ταξίδευε ήδη αλλού. Από τότε που είχε αντικρίσει εκείνον τον νεαρό ναυτικό με την κατάλευκη στολή, ένα καινούργιο όνειρο είχε ριζώσει μέσα του. Τα εμπορικά βιβλία και οι λογιστικές πράξεις μπορεί να γέμιζαν τις σχολικές αίθουσες, όμως εκείνος, κάθε φορά που σήκωνε το βλέμμα προς τον ουρανό ή άκουγε τη λέξη «λιμάνι», έβλεπε μπροστά του θάλασσες, καράβια και μακρινούς ορίζοντες. Κανείς δεν μπορούσε ακόμη να φανταστεί πως το πραγματικό σχολείο της ζωής του δεν θα ήταν οι σχολικές αίθουσες, αλλά οι μηχανές των πλοίων, οι ωκεανοί και τα λιμάνια του κόσμου.
Θα ήταν ήδη δεκατεσσάρων χρονών ο Αλκιβιάδης όταν άλλαξαν και πάλι σπίτι. Νοίκιασαν ένα μεγαλύτερο, μόλις τρία κάθετα σοκάκια βορειοδυτικά από το προηγούμενο, ακολουθώντας την κοίτη του ίδιου ρέματος, μέσα στην ίδια παλιά συνοικία που τόσο αγαπούσαν. Τα παιδιά μεγάλωναν και οι γονείς τους κατάλαβαν πως ο μικρός χώρος δεν τους χωρούσε πια. Η νέα γειτονιά δεν διέφερε πολύ από την παλιά. Διατηρούσε την ίδια παραδοσιακή όψη, τον ίδιο χαρακτήρα. Στενά δρομάκια, σπίτια σκαρφαλωμένα το ένα πάνω από το άλλο στις πλαγιές του λόφου, αυλές γεμάτες βασιλικούς, γεράνια και γιασεμιά, κι ανάμεσά τους πέτρινα ή τσιμεντένια σκαλοπάτια που διευκόλυναν την πρόσβαση εκεί όπου η φυσική κλίση του εδάφους ήταν απότομη.
Τα σκαλοπάτια ξεκινούσαν από την όχθη του ρέματος και ανηφόριζαν ψηλά, ώσπου κατέληγαν σ' ένα μεγάλο χωμάτινο πλάτωμα. Δεξιά κι αριστερά υψώνονταν τα σπίτια, λιτά αλλά επιβλητικά, σαν μικρές αετοφωλιές, τα περισσότερα διώροφα, άλλα με μικρές κι άλλα με μεγάλες αυλές. Από τα μπαλκόνια τους άνοιγε μπροστά τους ολόκληρη η πόλη, απλωμένη σαν ζωγραφιά, ενώ στο βάθος ο Σπερχειός και ο θεσσαλικός κάμπος χάνονταν μέσα στην αχλή των εποχών.
Το νέο σπίτι δεν ήταν απλώς μεγαλύτερο. Ήταν σαν να άνοιγε μπροστά τους έναν καινούργιο ορίζοντα. Οι τοίχοι του χωρούσαν πλέον τις φωνές τριών παιδιών που άφηναν πίσω τους την παιδικότητα και προχωρούσαν, χωρίς ακόμη να το καταλαβαίνουν, προς την εφηβεία.
Το σπίτι που νοίκιασαν ήταν διώροφο, με ισόγειο και έναν όροφο, χτισμένο στην αριστερή πλευρά, περίπου στο μέσον της μεγάλης πέτρινης κλίμακας. Ανήκε σε μια κοντούλα, στρουμπουλή γυναίκα, γύρω στα σαρανταπέντε, που είχε μείνει χήρα και κατοικούσε στο ισόγειο μαζί με τον δωδεκάχρονο γιο της.
Χαμηλά, στην όχθη του ρέματος, απλωνόταν μια παρόχθια δενδροστοιχία, ένα μικρό δάσος από πανύψηλες λεύκες. Με τους γερούς κορμούς και το βαθύ ριζικό τους σύστημα συγκρατούσαν το χώμα, προστατεύοντας τις όχθες από τη διάβρωση και τα πλατώματα όπου ήταν σκαρφαλωμένα τα σπίτια της γειτονιάς. Ήταν μια εικόνα ζωής, ένα μικρό οικοσύστημα μέσα στην πόλη. Οι λεύκες στέκονταν η μια πλάι στην άλλη, ψηλές και ευθυτενείς, σαν σιωπηλοί φρουροί του ρέματος. Στα πυκνά τους κλαδιά έβρισκαν καταφύγιο δεκάδες σπουργίτια και δεκαοχτούρες. Από τα χαράματα ως το σούρουπο ο αέρας γέμιζε από τα κελαηδήματα και τα φτερουγίσματά τους. Η φασαρία που ξεσήκωναν ήταν αντιστρόφως ανάλογη με το μικρό τους μέγεθος, χαρίζοντας στη γειτονιά μια αδιάκοπη μουσική υπόκρουση.
Τα καλοκαιρινά απογεύματα, όταν φυσούσε το ελαφρύ αεράκι από τον Σπερχειό, οι κορφές των λευκών λεύκων κυμάτιζαν σαν πράσινη θάλασσα. Το θρόισμα των φύλλων τους γινόταν ένα γνώριμο νανούρισμα για τους ανθρώπους της γειτονιάς και, χωρίς να το καταλαβαίνουν, συνόδευε τις πιο απλές στιγμές της καθημερινής τους ζωής.
Πίσω από τις λεύκες, σ' ένα ευρύχωρο πλάτωμα, ήταν απλωμένα τα πρώτα σπίτια της γειτονιάς. Στη δεξιά του πλευρά υψώνονταν τρία σπίτια, όπου κατοικούσαν ισάριθμες οικογένειες δεμένες μεταξύ τους με στενούς συγγενικούς δεσμούς. Ήταν συνηθισμένο εκείνα τα χρόνια, στις γειτονιές της επαρχίας, το πατρικό σπίτι να χωρίζεται ή να χτίζονται νέα σπίτια μέσα στο ίδιο οικόπεδο, ώστε να στεγάσουν τα παιδιά όταν δημιουργούσαν τις δικές τους οικογένειες. Έτσι γενιές ολόκληρες μεγάλωναν σχεδόν κάτω από την ίδια αυλή, μοιράζονταν τις ίδιες χαρές, τις ίδιες λύπες και τις ίδιες καθημερινές έγνοιες. Από τα πρώτα κιόλας χρόνια της εγκατάστασής τους στη γειτονιά, ο Κλέαρχος και η Ιοκάστη είχαν αναπτύξει σχέσεις οικειότητας και αμοιβαίας εκτίμησης με τις οικογένειες αυτές. Οι πόρτες έμεναν συχνά ανοιχτές, οι επισκέψεις ήταν αυθόρμητες και η βοήθεια δεδομένη όποτε παρουσιαζόταν ανάγκη. Στο μικρότερο από τα τρία σπίτια κατοικούσε μια χήρα γυναίκα μαζί με τους δύο γιους της, δυο νέους που είχαν ήδη φτάσει σε ηλικία γάμου. Η ζωή τους, όπως και των περισσότερων ανθρώπων της γειτονιάς, κυλούσε ήσυχα, χωρίς να γνωρίζουν πως πολύ σύντομα οι δρόμοι τους θα διασταυρώνονταν ουσιαστικά με εκείνους της οικογένειας του Αλκιβιάδη.
Ο Αλκιβιάδης δυσκολευόταν να εξηγήσει αυτό που θυμόταν από τις γειτονιές που απλώνονταν κατά μήκος του ρέματος. Του φαινόταν πως σχεδόν κάθε δεύτερο σπίτι έκρυβε μια γυναίκα που πάλευε μόνη με τη ζωή. Άλλες είχαν χάσει τον άντρα τους και είχαν ντυθεί πρόωρα στα μαύρα· άλλες ήταν οι λεγόμενες «ζωντοχήρες», γυναίκες που ζούσαν ουσιαστικά μόνες, επειδή οι άντρες τους είχαν φύγει, τις είχαν εγκαταλείψει ή έλειπαν για χρόνια στα ξένα ή στη θάλασσα. Δεν ήταν μόνο προσωπικές ιστορίες· ήταν η εικόνα μιας ολόκληρης εποχής. Οι πόλεμοι, η φτώχεια, η μετανάστευση και η σκληρή εργασία είχαν αφήσει βαθιά σημάδια στην κοινωνία. Πολλοί άνδρες χάνονταν νωρίς, ενώ άλλοι αναζητούσαν αλλού την τύχη τους, αφήνοντας πίσω γυναίκες που σήκωναν μόνες το βάρος του σπιτιού και της ανατροφής των παιδιών.
Έτσι, στις φτωχικές συνοικίες της Λαμίας, οι γυναικείες μορφές κυριαρχούσαν στη γειτονιά. Ήταν οι γυναίκες που άναβαν τις σόμπες, κουβαλούσαν νερό, έπλεναν στη σκάφη, μεγάλωναν παιδιά, παρηγορούσαν αρρώστους και κρατούσαν όρθιο το σπιτικό με πείσμα και αξιοπρέπεια. Για τον μικρό Αλκιβιάδη αυτές οι γυναίκες δεν ήταν απλώς γειτόνισσες· ήταν οι αθόρυβες ηρωίδες της καθημερινότητας, οι πραγματικοί στύλοι πάνω στους οποίους στηριζόταν η ζωή της γειτονιάς.
Στην πραγματικότητα, οι ζωντοχήρες της εποχής ζούσαν μέσα σε μια γκρίζα κοινωνική ζώνη. Στην κλειστή και βαθιά πατριαρχική κοινωνία της γειτονιάς, η απουσία του άνδρα –του «νοικοκύρη», όπως συνήθιζαν να λένε– έκανε τη θέση τους εύθραυστη. Κάθε τους κίνηση μπορούσε να γίνει αντικείμενο σχολιασμού, κάθε συναναστροφή να παρεξηγηθεί και κάθε χαμόγελο να αποκτήσει νόημα που ίσως ποτέ δεν είχε. Ζούσαν ισορροπώντας ανάμεσα στην ανάγκη να διαφυλάξουν την υπόληψή τους και στην ανάγκη να επιβιώσουν και να μεγαλώσουν τα παιδιά τους. Έπρεπε να δείχνουν δυνατές, αξιοπρεπείς και συνετές, γνωρίζοντας πως η κοινωνία ήταν πολύ αυστηρότερη απέναντι στις ίδιες απ' ό,τι στους άνδρες. Κι όμως, πίσω από αυτή τη διαρκή δοκιμασία, κρύβονταν γυναίκες με αξιοθαύμαστη αντοχή. Χωρίς να το επιδιώκουν, έγιναν σύμβολα καρτερίας και δύναμης. Κουβάλησαν μόνες τους το βάρος της οικογένειας, της εργασίας και της καθημερινότητας, αφήνοντας ένα αποτύπωμα πολύ μεγαλύτερο απ' όσο τους αναγνώριζε η κοινωνία της εποχής.
Στη δεύτερη και μεγαλύτερη κατοικία του πλατώματος έμενε η οικογένεια της μεγαλύτερης κόρης της χήρας. Ήταν μια ευρύχωρη, νεόδμητη οικοδομή, κατασκευασμένη από τσιμέντο και τούβλα, με τον καινούργιο τρόπο δόμησης που είχε αρχίσει πλέον να επικρατεί σε ολόκληρη την Ελλάδα. Τα παλιά υλικά έδιναν σταδιακά τη θέση τους στις νέες κατασκευές, καθώς οι άνθρωποι αναζητούσαν πιο άνετα και πιο λειτουργικά σπίτια. Η οικογένεια είχε τρεις κόρες, ηλικίας από τεσσάρων έως δώδεκα ετών την εποχή που μετακόμισε η οικογένεια του Αλκιβιάδη στη νέα γειτονιά. Οι παιδικές φωνές τους έδιναν ζωή στο σπίτι και αποτελούσαν ένα ακόμη κομμάτι της καθημερινής κίνησης του μικρού αυτού κόσμου γύρω από το ρέμα.
Στην τρίτη κατοικία, μια πέτρινη μονοκατοικία, μικρότερη και λιγότερο ευρύχωρη, κατοικούσε η μικρότερη κόρη της χήρας μαζί με τα δύο μικρά παιδιά της, ένα αγόρι και ένα κορίτσι.
Το παλιότερο όμως σπίτι ήταν εκείνο όπου έμενε η ίδια η χήρα μητέρα τους μαζί με τους δύο μικρότερους γιους της. Ήταν μια παλιά ξύλινη κατασκευή από συμπαγή ξυλεία, στηριγμένη πάνω σε πέτρινα θεμέλια για μεγαλύτερη αντοχή. Ένα σπίτι άλλης εποχής, από εκείνα που συναντούσε κανείς κυρίως σε ορεινές περιοχές και παραδοσιακούς οικισμούς.
Οι τρεις κατοικίες, η μία δίπλα στην άλλη, έμοιαζαν σαν μια μικρή οικογενειακή πολιτεία. Μέσα τους αποτυπωνόταν η πορεία μιας ολόκληρης κοινωνίας: από το παλιό ξύλινο σπίτι των γονιών, στο πέτρινο σπίτι της επόμενης γενιάς και τέλος στη νέα τσιμεντένια κατοικία των παιδιών που προσπαθούσαν να χτίσουν ένα διαφορετικό μέλλον.
Ο μεγαλύτερος γιος της χήρας ήταν ένας άνθρωπος με περιορισμένες γνωστικές και προσαρμοστικές δυνατότητες, αλλά με καλή σωματική υγεία και αξιοσημείωτη δύναμη. Παρά τις δυσκολίες του, είχε καταφέρει να ενταχθεί στην καθημερινότητα της γειτονιάς. Ήταν συνεργάσιμος, με μια αθώα και καλοπροαίρετη διάθεση, και εξέφραζε χωρίς δυσκολία τα συναισθήματά του. Εργαζόταν συνήθως ως βοηθός σε οικοδομικές εργασίες, όπου η σωματική του δύναμη ήταν πολύτιμη. Οι άνθρωποι της γειτονιάς τον γνώριζαν καλά και, παρά τις αδυναμίες του, τον αποδέχονταν ως ένα οικείο πρόσωπο της καθημερινότητάς τους. Το γεγονός ότι ήταν ερωτευμένος με την κοντούλα, στρουμπουλή σπιτονοικοκυρά της οικογένειας του Αλκιβιάδη αποτελούσε ένα από τα συχνά θέματα συζήτησης στη γειτονιά. Όχι απαραίτητα από κακία, αλλά επειδή στις μικρές κοινωνίες οι ανθρώπινες σχέσεις γίνονταν εύκολα μέρος των καθημερινών συζητήσεων. Ο μικρότερος γιος εκείνη την εποχή υπηρετούσε τη στρατιωτική του θητεία. Ήταν ένας ψηλός, όμορφος, μελαχρινός νέος, από εκείνους που τραβούσαν εύκολα την προσοχή. Όταν απολύθηκε από τον στρατό, επέστρεψε στο πατρικό σπίτι έχοντας μαζί του και μια γυναίκα από την Αθήνα, τη μέλλουσα σύζυγό του. Η συμβίωση όμως δεν κράτησε πολύ. Το μικρό ξύλινο σπίτι, που ήδη φιλοξενούσε τη μητέρα και τους δύο γιους της, αποδείχθηκε ανεπαρκής χώρος για τέσσερις ανθρώπους με διαφορετικές ανάγκες και χαρακτήρες. Όπως συχνά συμβαίνει στις κλειστές κοινωνίες, σύντομα άρχισαν οι ψίθυροι και οι υποθέσεις. Κάποιοι απέδιδαν την αποτυχία της σχέσης σε ασυμφωνίες χαρακτήρων, άλλοι μιλούσαν για δύσκολες οικογενειακές ισορροπίες και για μια πιθανή αντιπαλότητα ανάμεσα στη μητέρα και τη νέα γυναίκα που μπήκε στο σπίτι. Η αλήθεια, όμως, όπως συμβαίνει συνήθως, παρέμεινε κρυμμένη πίσω από τις πόρτες εκείνου του παλιού ξύλινου σπιτιού.
Κατά μήκος των τσιμεντένιων σκαλοπατιών που ξεκινούσαν από τον μικρό πεζόδρομο, παράλληλα με την όχθη του ρέματος, και ανηφόριζαν μέχρι το χωμάτινο πλάτωμα, υπήρχαν τρεις ή τέσσερις κατοικίες σε κάθε πλευρά. Δεξιά και αριστερά, τα σπίτια ήταν σκαρφαλωμένα στις πλαγιές, ακολουθώντας τη φυσική κλίση του εδάφους και δημιουργώντας τη χαρακτηριστική εικόνα της παλιάς γειτονιάς.
Ανάμεσά τους ξεχώριζε μια μεγάλη, υπερυψωμένη πέτρινη κατοικία στην ανατολική πλευρά των σκαλοπατιών, ακριβώς απέναντι από το σπίτι που είχε νοικιάσει η οικογένεια του Αλκιβιάδη. Ήταν χτισμένη σε προνομιακή θέση, με θέα προς το ρέμα, εκεί όπου η κοίτη του έκανε μια μεγάλη καμπή και ο χρόνος, το νερό και η φύση είχαν δημιουργήσει ένα μικρό υδάτινο φαράγγι με απόκρημνα τοιχώματα και πλούσια βλάστηση. Μπροστά από το σπίτι απλωνόταν ένα μεγάλο επικλινές οικόπεδο, που έφτανε από την υπερυψωμένη κοίτη του ρέματος μέχρι τις αποθήκες οι οποίες βρίσκονταν κάτω από το τεράστιο μπαλκόνι της κατοικίας. Ήταν ένας χώρος που έδινε την αίσθηση κτήματος μέσα στη γειτονιά, ένα σημείο που δέσποζε πάνω από τα υπόλοιπα σπίτια. Η κατοικία και το οικόπεδο ανήκαν σε έναν έμπορο της πόλης, ο οποίος διατηρούσε το κατάστημά του στο κέντρο. Ήταν περίπου πενήντα ετών, ένας άνθρωπος της αγοράς, συνηθισμένος στον καθημερινό αγώνα της δουλειάς. Η σύζυγός του, μια γυναίκα γύρω στα σαράντα, ήταν σεμνή και χαμηλών τόνων, χωρίς να επιζητά την προσοχή. Το ζευγάρι είχε δύο κόρες που φοιτούσαν στο εξατάξιο γυμνάσιο της εποχής. Η μεγαλύτερη μάλιστα ολοκλήρωνε εκείνη τη χρονιά τις σπουδές της. Ήταν δύο όμορφα, χαμογελαστά, μελαχρινά κορίτσια, που έδιναν ζωή στο μεγάλο πέτρινο σπίτι και αποτελούσαν μέρος της καθημερινής εικόνας της γειτονιάς.
Η Ιοκάστη είχε αναπτύξει μια ζεστή και ειλικρινή φιλία και με τις δύο κόρες της χήρας. Η μεγαλύτερη, η Πανδώρα, ήταν περίπου συνομήλικη της, ενώ η μικρότερη, η Περσεφόνη, δύο με τρία χρόνια νεότερη. Η Πανδώρα δεν ήταν ούτε Αρσακειάς ούτε Ουρσουλίνα. Δεν ανήκε σε εκείνο το πρότυπο της μορφωμένης και αυστηρά πειθαρχημένης γυναίκας που πρόβαλλε η εποχή. Ήταν μια χαριτωμένη, μυρωδάτη κοκκινομάλλα, κοντή αλλά με αρμονικές αναλογίες, με ένα συμπαθητικό πρόσωπο χλωμό και λευκό, και δυο βιολετί μάτια που ασκούσαν μια αδιόρατη γοητεία. Το ζωηρό, πεταχτό περπάτημα της ταίριαζε με τον ιδιόμορφο χαρακτήρα της. Ήταν αθεράπευτα ρομαντική, σταθερή στις απόψεις της και πολλές φορές αφελής με τον γλυκό τρόπο των ανθρώπων που βλέπουν τον κόσμο περισσότερο με την καρδιά παρά με τη λογική. Αν της έδινες αφορμή να μιλήσει, μπορούσε να ξεχάσει τον χρόνο και να συνεχίσει ακούραστα, ξεδιπλώνοντας σκέψεις, ιστορίες και όνειρα.
Αν όμως βρισκόταν απέναντι σε ανθρώπους που δεν συμπαθούσε –και στη μικρή κοινωνία της συνοικίας υπήρχαν αρκετοί που δεν ανήκαν στον δικό της κύκλο– γινόταν ξαφνικά σιωπηλή. Έκλεινε τον εαυτό της και δύσκολα άνοιγε συζήτηση. Η Πανδώρα είχε παντρευτεί έναν άνδρα αρκετά διαφορετικό από εκείνη. Ήταν ένας κοντός και λεπτός τριανταπεντάρης, με τα μαλλιά του συνήθως ατημέλητα και συχνά με αρκετές ημέρες αξύριστος. Εργαζόταν ως εργάτης στις οικοδομές, όπως πολλοί άνδρες της εποχής που πάλευαν καθημερινά με τη σκληρή χειρωνακτική εργασία για το μεροκάματο.
Η Περσεφόνη ήταν διαφορετικός χαρακτήρας από τη μεγαλύτερη αδελφή της. Μετρίου αναστήματος, με λευκή επιδερμίδα και λεπτό σκελετό, είχε μια ήρεμη και ντελικάτη παρουσία. Ήταν συμπαθητική γυναίκα, χωρίς έντονα εξωτερικά χαρακτηριστικά, αλλά με μια φυσική ευγένεια που κέρδιζε εύκολα τη συμπάθεια των ανθρώπων. Τα καστανά μαλλιά της σχημάτιζαν μικρές απαλές μπούκλες γύρω από το πρόσωπό της, ενώ τα ανοιχτοκάστανα, υγρά μάτια της εξέπεμπαν μια γλυκύτητα και μια πραότητα που πρόδιδαν άνθρωπο με καλούς τρόπους, υπομονή και εσωτερική ισορροπία. Η Περσεφόνη είχε παντρευτεί έναν ψηλό, καστανό άνδρα με όμορφη κατατομή και ψηλό μέτωπο. Ήταν ένας άνθρωπος που ακολουθούσε αρκετά τα πρότυπα εμφάνισης της εποχής, με το ντύσιμό του συχνά επηρεασμένο από τις πιο έντονες, ακόμη και υπερβολικές, μόδες εκείνων των χρόνων. Όταν γνωρίστηκαν, εκείνος υπηρετούσε τη στρατιωτική του θητεία στην κοντινή μονάδα. Αργότερα εργάστηκε ως υδραυλικός, ενώ παράλληλα ασχολήθηκε και με το εμπόριο, αναζητώντας πάντα ευκαιρίες για ένα καλύτερο εισόδημα. Ήταν άνθρωπος με έντονα ενδιαφέροντα και μεγάλο πάθος για το ποδόσφαιρο, όπως πολλοί άνδρες της εποχής, για τους οποίους η ομάδα τους αποτελούσε κομμάτι της καθημερινής τους ζωής.
Η Ιοκάστη και η Περσεφόνη, από τον πρώτο χρόνο που γνωρίστηκαν, συνδέθηκαν σχεδόν αμέσως. Υπήρξε από την αρχή μια όμορφη και αυθόρμητη επικοινωνία ανάμεσά τους. Οι χαρακτήρες τους ταίριαζαν χωρίς προσπάθεια και σύντομα ένιωσαν σαν να γνωρίζονταν από χρόνια. Δεν χρειάστηκε να περάσει πολύς χρόνος για να δημιουργηθεί εκείνη η ιδιαίτερη οικειότητα που δεν γεννιέται από τη συχνή παρουσία μόνο, αλλά από την αμοιβαία κατανόηση. Είχαν τα απαραίτητα στοιχεία μιας αληθινής φιλίας: εμπιστοσύνη, συμπάθεια, σεβασμό και τη δυνατότητα να μοιράζονται μικρές και μεγάλες στιγμές της καθημερινής τους ζωής. Όπως λέει και η παλιά σοφή σκέψη: «Ο καλός φίλος και η σκιά εμφανίζονται μόνον όταν ο ήλιος λάμπει». Και ίσως ο πιο ουσιαστικός ορισμός της φιλίας να είναι πως φίλος είναι εκείνος που γνωρίζει τις αδυναμίες σου, γνωρίζει την ιστορία σου, και παρ’ όλα αυτά εξακολουθεί να σε αγαπά και να σε εκτιμά. Η Ιοκάστη δεν είχε την ευκαιρία να αποκτήσει ουσιαστική σχολική μόρφωση. Οι γνώσεις γραφής και ανάγνωσης που διέθετε ήταν περιορισμένες. Μπορούσε να γράψει το ονοματεπώνυμό της, συχνά με προσπάθεια, όμως δεν μπορούσε να διαβάσει ή να συντάξει ένα κείμενο. Ήταν μια πραγματικότητα αρκετά συνηθισμένη για πολλές γυναίκες των παλαιότερων γενεών, ιδιαίτερα εκείνες που προέρχονταν από αγροτικές περιοχές, όπου οι συνθήκες ζωής, η φτώχεια και οι οικογενειακές ανάγκες συχνά στερούσαν από τα παιδιά τη δυνατότητα μιας ολοκληρωμένης εκπαίδευσης.
Η Ιοκάστη όμως είχε αποκτήσει μια άλλη μορφή γνώσης. Ήξερε να διαχειρίζεται ένα σπίτι, να μεγαλώνει παιδιά, να εργάζεται σκληρά, να καταλαβαίνει τους ανθρώπους και να στέκεται όρθια απέναντι στις δυσκολίες. Ήταν η γνώση που δεν γράφεται σε βιβλία, αλλά χαράζεται πάνω στη ζωή.
Η Περσεφόνη, έχοντας ολοκληρώσει τη βασική της εκπαίδευση, είχε αποκτήσει τις απαραίτητες γνώσεις και δεξιότητες της εποχής: μπορούσε να διαβάζει και να γράφει με άνεση, κάτι που της επέτρεπε να έχει μια διαφορετική σχέση με τον γραπτό λόγο. Όταν γνωρίστηκαν με την Ιοκάστη, της μετέδωσε σιγά σιγά ένα προσωπικό της πάθος, μια μικρή αλλά πολύτιμη χαρά μέσα στην καθημερινότητα. Ήταν το πάθος μιας απλής γυναίκας και νοικοκυράς, η οποία δεν είχε εξωτερική αμειβόμενη εργασία, αλλά αφιέρωνε τον χρόνο και την ενέργειά της στην οικογένεια και στο σπίτι.
Μέσα στη λιτή ζωή της φτωχογειτονιάς, μέσα στις επαναλαμβανόμενες υποχρεώσεις και στις δυσκολίες της καθημερινότητας, τα οικογενειακά περιοδικά ποικίλης ύλης της εποχής έγιναν για εκείνη μια μικρή διέξοδος, ένας κόσμος ονείρου και φαντασίας. Ιδιαίτερα το «Ντόμινο» και το «Ρομάντζο», με τα δημοφιλή φωτορομάντζα τους, είχαν γίνει η αγαπημένη της συντροφιά. Τα αγόραζε ανελλιπώς κάθε εβδομάδα. Ύστερα, καθόταν στο προσήλιο της αυλής της, εκεί όπου ο ήλιος μαλάκωνε τις ώρες της ημέρας, και βυθιζόταν στις ιστορίες τους. Δεν τα διάβαζε απλώς· τα ζούσε με τη φαντασία της.
Κρατούσε όλα τα τεύχη προσεκτικά φυλαγμένα σε μια ντουλάπα στο δωμάτιό της. Και πολλές φορές, όταν το επέτρεπε ο χρόνος ή όταν αναζητούσε ξανά εκείνη τη γνώριμη αίσθηση, έβγαζε κάποιο παλιότερο τεύχος και το ξαναδιάβαζε, σαν να επισκεπτόταν έναν αγαπημένο τόπο που γνώριζε καλά.
Η Ιοκάστη, εντυπωσιασμένη από τα φανταχτερά εξώφυλλα των περιοδικών και τις εικόνες που έμοιαζαν να ανοίγουν ένα παράθυρο σε έναν διαφορετικό κόσμο, ζήτησε από την Περσεφόνη να της διαβάσει τα φωτορομάντζα τους.
Και κάπως έτσι, όπως αρχίζουν όλα τα παραμύθια, ξεκινούσε μια μικρή απόδραση από την καθημερινότητα. Μια φορά κι έναν καιρό, ζούσε ένα αγόρι κι ένα κορίτσι. Δυο άνθρωποι που η ζωή έφερνε κοντά, μέσα από συμπτώσεις, δυσκολίες και δοκιμασίες. Και ύστερα ερχόταν εκείνο το συναίσθημα που πάντα συγκινούσε τους ανθρώπους. Η αγάπη, ο έρωτας, η προσμονή, η ελπίδα.
Όταν η Περσεφόνη έφτασε στο τέλος της ιστορίας και η τελευταία φράση έγραφε το γνωστό «συνεχίζεται στο επόμενο τεύχος», η Ιοκάστη ένιωσε εκείνη τη γλυκιά αγωνία της αναμονής. Είχε ήδη δεθεί με τους ήρωες, ήθελε να μάθει την εξέλιξη της ιστορίας, να δει αν οι δυσκολίες θα ξεπερνιούνταν και αν στο τέλος η αγάπη θα νικούσε.
Έτσι, κάθε Σάββατο, όταν η Περσεφόνη αγόραζε το νέο τεύχος του «Ντόμινο» ή του «Ρομάντζου», οι δύο γυναίκες συνέχιζαν το μικρό τους τελετουργικό. Η Περσεφόνη διάβαζε τις νέες συνέχειες στην Ιοκάστη, και μαζί ταξίδευαν για λίγο μακριά από τις έγνοιες της καθημερινής ζωής.
Πολλές φορές, όταν η Περσεφόνη δεν μπορούσε ή όταν υπήρχε κάποια δυσκολία, τα περιοδικά περνούσαν στα χέρια του Αλκιβιάδη. Εκείνος, μικρό παιδί ακόμη, διάβαζε τις ιστορίες στη μητέρα του, χωρίς τότε να γνωρίζει ότι αυτές οι μικρές στιγμές, κάτω από το φως του σπιτιού τους, θα έμεναν χαραγμένες βαθιά στη μνήμη του.
Αισθήματα και αγάπες, έρωτες και λουλούδια, μικρές και μεγάλες δοκιμασίες. Αυτό ήταν το περιεχόμενο εκείνων των ιστοριών, σε μια εποχή όπου ο ρομαντισμός είχε ακόμη τη δική του θέση στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων. Όνειρα σε συνέχειες. Όπως αργότερα έγιναν τα τηλεοπτικά σήριαλ, έτσι παλιότερα ήταν τα φωτορομάντζα των περιοδικών. Ιστορίες γεμάτες πάθη, χωρισμούς, παρεξηγήσεις, δοκιμασίες και τελικά την προσμονή της λύτρωσης. Πονεμένες ιστορίες που έκαναν τις ευαίσθητες ψυχές να συγκινούνται και πολλές φορές να δακρύζουν. Ήταν οι σαπουνόπερες μιας άλλης εποχής. Βάσανα, λυγμοί, κατατρεγμοί, αλλά πάντα με την ελπίδα ότι κάπου στο τέλος η αγάπη θα επικρατούσε και η δικαιοσύνη των συναισθημάτων θα αποκαθιστούσε την τάξη στον κόσμο.
Για την Ιοκάστη, αυτές οι στιγμές λειτουργούσαν σαν ένα αντίβαρο στη σκληρή πραγματικότητα της καθημερινότητάς της. Ανάμεσα στις δουλειές του σπιτιού, στις στερήσεις και στις ατελείωτες υποχρεώσεις, τα περιοδικά αυτά της πρόσφεραν λίγη πνευματική ανάσα, μια μικρή απόδραση, έναν χώρο όπου μπορούσε για λίγο να ονειρευτεί. Και ίσως τελικά εκεί να βρίσκεται η διαχρονική δύναμη όλων των λαϊκών αναγνωσμάτων: στην ανθρώπινη ανάγκη να πιστεύει κανείς σε μια ιστορία, σε ένα θαύμα, σε ένα παραμύθι που μπορεί, έστω και για λίγο, να κάνει τη ζωή πιο φωτεινή.
Γιατί η ανάγκη να ονειρευόμαστε είναι παλιά όσο και ο ίδιος ο άνθρωπος. Αυτή είναι που γέννησε και συνεχίζει να τρέφει κάθε μορφή αφήγησης, από τα παλιά φωτορομάντζα μέχρι τα σύγχρονα μυθιστορήματα και τις τηλεοπτικές ιστορίες.
Εκεί, στη γειτονιά τους, έρχονταν και οι μέρες του χιονιά. Οι μέρες εκείνες που ο χειμώνας κατέβαινε βαρύς από τα βουνά και τα πουλιά, διωγμένα από το κρύο, εγκατέλειπαν τα ψηλώματα. Χιλιάδες μαζί κατηφόριζαν προς τον κάμπο, πετούσαν χαμηλά πάνω από τις στέγες και σχημάτιζαν μεγάλα σμήνη στον γκρίζο ουρανό, αναζητώντας καταφύγιο και τροφή. Ήταν οι μέρες που η ζωή περιοριζόταν μέσα στο σπίτι. Οι ώρες περνούσαν αργά, με τη φωτιά να τριζοβολάει στο τζάκι ή στη σόμπα, να σκορπάει ζεστασιά και να συγκεντρώνει γύρω της την οικογένεια.
Αυτό θυμόταν περισσότερο από όλα ο Αλκιβιάδης: τη φωτιά. Τον ήχο της, τη μυρωδιά του ξύλου που καιγόταν, εκείνη τη μοναδική αίσθηση ασφάλειας που δημιουργούσε μέσα στο σπίτι, όταν έξω ο χιονιάς κάλυπτε τα πάντα. Ήταν μια εποχή όπου ο χρόνος έμοιαζε να κυλά διαφορετικά. Πιο αργά. Σαν οι επιθυμίες, τα όνειρα και οι ανησυχίες να έπρεπε κι αυτά να περιμένουν μέχρι να περάσει η βαριά ανάσα του χειμώνα.
Βρίσκονταν πλέον στο νέο τους σπίτι, πιο ευρύχωρο και πιο άνετο, ένα σπίτι που μπορούσε να καλύψει καλύτερα τις ανάγκες μιας οικογένειας που μεγάλωνε. Ένας νέος χώρος ζωής, όπου οι παλιές συνήθειες, οι οικογενειακές στιγμές και οι μνήμες συνέχιζαν να χτίζουν σιγά σιγά την ιστορία τους.
Τέτοιες μέρες ήταν που ξεκίνησε μια παράδοση στη γειτονιά τους. Ο Λυκούργος, ο σύζυγος της Πανδώρας, ήταν εκείνος που το πρότεινε και το οργάνωσε. Ήθελε να φέρει πιο κοντά τις οικογένειες, να δημιουργήσει μικρές οικογενειακές συγκεντρώσεις μέσα στις κρύες μέρες του χειμώνα, τότε που οι άνθρωποι είχαν περισσότερο ανάγκη τη ζεστασιά της παρέας. Του άρεσε το κρασάκι και τα μικρά μεζεδάκια που το συνόδευαν. Ήξερε πως η χαρά δεν βρίσκεται πάντα στα μεγάλα πράγματα, αλλά στις απλές στιγμές που μοιράζεσαι με ανθρώπους αγαπημένους.
Ήταν κοντός και γεροδεμένος, σχετικά λιπόσαρκος, αλλά με νεύρο και ζωντάνια. Στη γειτονιά τον χαρακτήριζαν δικαίως μερακλή. Ήξερε να απολαμβάνει τη ζωή και να βρίσκει αφορμές για χαμόγελο ακόμη και όταν οι συνθήκες δεν ήταν εύκολες.
Στην οικογένειά του μπορεί να έλειπαν αρκετά από τα υλικά αγαθά, όμως δεν έλειπε η διάθεση για χαρά, η συντροφικότητα και το γλέντι. Δεν αντιμετώπιζαν τη φτωχική τους ζωή με μοιρολατρία. Αντίθετα, έβρισκαν τρόπους να τη γεμίζουν με μικρές απολαύσεις, όπως μόνο οι άνθρωποι που έχουν μάθει να εκτιμούν τα απλά πράγματα μπορούν. «Τώρα είναι η ιδανική εποχή για να μαζευόμαστε στο σπίτι, με φίλους, μ’ ένα ποτήρι κρασί στο χέρι, και να μοιραζόμαστε εμπειρίες και συναισθήματα», έλεγε. Και ίσως αυτό ακριβώς ήταν το βαθύτερο νόημα αυτών των συναντήσεων. Δεν ήταν μόνο το κρασί και οι μεζέδες. Ήταν η ανάγκη των ανθρώπων να μοιράζονται το βάρος της ζωής, να μιλούν για τις χαρές και τις αγωνίες τους, να αισθάνονται ότι κανείς δεν πορεύεται μόνος του.
Οι οικογενειακές αυτές στιγμές ηρεμίας και χαλάρωσης άλλοτε γίνονταν στο σπίτι της Πανδώρας, που διέθετε ένα ευρύχωρο σαλόνι με τζάκι, και άλλοτε στο δικό τους σπίτι, γύρω από τη ζεστασιά της ξυλόσομπας.
Με τον καιρό, αυτές οι συναντήσεις δημιούργησαν έναν ισχυρό δεσμό ανάμεσα στις οικογένειες. Δεν ήταν απλώς επισκέψεις και φιλοφρονήσεις της γειτονιάς· ήταν μια μορφή συντροφικότητας, ένας τρόπος να μοιράζονται τις χαρές, τις δυσκολίες και τις μικρές καθημερινές τους ιστορίες. Σπάνια συμμετείχε και η οικογένεια της Πηνελόπης. Ο σύζυγός της, φανατικός ποδοσφαιρόφιλος, συνήθως απουσίαζε, με αποτέλεσμα να μην ακολουθεί ούτε εκείνη στις συγκεντρώσεις.
Για την Ιοκάστη, όμως, αυτές οι ώρες είχαν ιδιαίτερη σημασία. Ήταν από τις λίγες στιγμές που μπορούσε να ξεκλέψει λίγο χρόνο για τον εαυτό της. Για λίγο ξεχνούσε την κούραση της καθημερινότητας, τις απογοητεύσεις, τα όνειρα που είχαν μείνει πίσω και τις δυσκολίες μιας ζωής που πολλές φορές κουβαλούσε σχεδόν μόνη της. Δεν ήταν μόνο η σωματική κούραση από τις ατελείωτες δουλειές. Ήταν και εκείνη η βαθύτερη κόπωση ενός ανθρώπου που αισθάνεται ότι οι ευθύνες της οικογένειας βαραίνουν κυρίως στους δικούς του ώμους.
Ο Κλέαρχος δεν ήταν κακός άνθρωπος. Τον αγαπούσε και τον σεβόταν. Όμως δεν ήταν ο δυναμικός οικογενειάρχης που θα αναλάμβανε πρωτοβουλίες, θα έβλεπε μπροστά και θα μοιραζόταν ισότιμα το βάρος της καθημερινής ζωής. Ήταν ένας άνθρωπος της εποχής του, με τις αρετές και τις αδυναμίες του. Και η Ιοκάστη, μέσα από αυτές τις μικρές οικογενειακές συγκεντρώσεις, έβρισκε μια ανάσα· έναν χώρο όπου μπορούσε για λίγο να αφήσει στην άκρη τις υποχρεώσεις και να θυμηθεί πως, πέρα από μητέρα και σύζυγος, ήταν και η ίδια ένας άνθρωπος με ανάγκες, συναισθήματα και όνειρα.
Η καθημερινότητα φάνταζε πολλές φορές δυσβάσταχτη. Οι απαιτήσεις ήταν αμέτρητες και οι ώρες της ημέρας δεν έφταναν ποτέ για όλα όσα έπρεπε να γίνουν. Κι όμως, μέσα σε αυτή τη δύσκολη πραγματικότητα, υπήρχε ένας άνθρωπος που κρατούσε σταθερά όρθιο το σπίτι τους: η Ιοκάστη.
Ήταν ο στυλοβάτης της οικογένειας. Όχι με μεγάλα λόγια και εντυπωσιακές κινήσεις, αλλά με τη σιωπηλή δύναμη της καθημερινής προσφοράς. Με το ξύπνημα νωρίς το πρωί, με τη φροντίδα των παιδιών, με τις ατελείωτες δουλειές, με την αγωνία να μη λείψει τίποτα από την οικογένειά της.
Η μεγαλύτερη επιθυμία της ήταν να βλέπει τα παιδιά της χαρούμενα. Να τους δώσει περισσότερα από όσα είχε η ίδια στερηθεί. Να τους ανοίξει δρόμους που εκείνη δεν μπόρεσε να ακολουθήσει.
Η Ιοκάστη ήταν μια ηρωίδα χωρίς τίτλο. Από εκείνες τις γυναίκες που δεν γράφονται στα βιβλία της ιστορίας, αλλά πάνω στις οποίες στηρίζονται ολόκληρες οικογένειες. Ο Κλέαρχος, αντίθετα, ήταν ένας άνθρωπος με διαφορετικό χαρακτήρα. Δεν ήταν κακός ούτε αδιάφορος για την οικογένειά του, αλλά συχνά άφηνε το μεγαλύτερο βάρος των ευθυνών στους ώμους της συντρόφου του. Η Ιοκάστη ήταν εκείνη που έπαιρνε τις πρωτοβουλίες, που αντιμετώπιζε τις δυσκολίες και που κρατούσε την καθημερινότητα σε λειτουργία. Κι όμως, η σχέση τους είχε τη δική της ισορροπία. Η Ιοκάστη ήταν ο άνθρωπος που τον ηρεμούσε, που του πρόσφερε ασφάλεια και γαλήνη. Ο Κλέαρχος ένιωθε μεγάλη ικανοποίηση γνωρίζοντας πως δίπλα του είχε μια γυναίκα δυναμική, αυτάρκη και ικανή να αντιμετωπίσει όσα η ζωή τους έφερνε. Ίσως χωρίς να το συνειδητοποιεί πλήρως, στηριζόταν στη δύναμή της. Γιατί ορισμένοι άνθρωποι δεν κρατούν απλώς μια οικογένεια ενωμένη· γίνονται οι ίδιοι το θεμέλιο της.
Ο Λυκούργος εργαζόταν κι αυτός σκληρά. Κάθε μέρα έδινε τη δική του μάχη για το μεροκάματο. Η οικοδομή ήταν ένας κόσμος σκληρός: κασμάς, φτυάρι, τενεκές, βάρη, σκόνη και ιδρώτας. Από τα αξημέρωτα σηκωνόταν και έφευγε, με το σώμα του να κουβαλά καθημερινά την κούραση της δουλειάς.
Βογκούσε και πάλευε να τα φέρει βόλτα. Όχι για πλούτη και ανέσεις, αλλά για μια ζωή με αξιοπρέπεια. Για το τραπέζι της φαμίλιας του. Για να μη λείψουν τα βασικά από το σπίτι του.
Όμως ο χρόνος και η σκληρή εργασία άφηναν το σημάδι τους. Στα τριάντα πέντε του χρόνια ένιωθε ήδη κουρασμένος. Το σώμα του πολλές φορές δεν ακολουθούσε τις επιθυμίες του. Μετά από μια ολόκληρη ημέρα βαριάς χειρωνακτικής εργασίας, η ενέργεια και η διάθεσή του είχαν μειωθεί.
Η Πανδώρα, όμως, ήταν μια γυναίκα με έντονο ταμπεραμέντο. Της άρεσε η τρυφερότητα, το παιχνίδι, η ερωτική επικοινωνία μέσα στον γάμο τους. Είχε ανάγκη να νιώθει επιθυμητή και αγαπημένη. Και σταδιακά άρχισε να αισθάνεται πως κάτι είχε αλλάξει.
Δεν ήταν ότι ο Λυκούργος δεν την αγαπούσε. Την αγαπούσε με τον τρόπο που ήξερε. Όμως η κούραση, οι έγνοιες και η καθημερινή πάλη για επιβίωση είχαν αρχίσει να δημιουργούν μια απόσταση ανάμεσά τους. Η Πανδώρα ένιωθε πως δεν την πρόσεχε όπως παλιά. Ότι δεν της έδινε την προσοχή και τη φροντίδα που είχε ανάγκη. Τα παράπονά της πλήθαιναν.
«Δεν με προσέχεις πια», του έλεγε. «Δεν ενδιαφέρεσαι για μένα όπως παλιά».
Και πολλές φορές, όταν οι σκέψεις και τα παράπονά της γίνονταν βαριά, τα μοιραζόταν με την Ιοκάστη. Ίσως γιατί την εμπιστευόταν, ίσως γιατί έβλεπε σε εκείνη μια γυναίκα που μπορούσε να καταλάβει τις δυσκολίες της συζυγικής ζωής. Η Πανδώρα, σε αντίθεση με πολλές άλλες γυναίκες της γειτονιάς, είχε περισσότερο χρόνο να φροντίσει τον εαυτό της. Ήταν νοικοκυρά και, παρότι η καθημερινότητά της είχε κι αυτή τις δυσκολίες της, δεν είχε το ίδιο αδιάκοπο βάρος εργασίας που κουβαλούσαν άλλες γυναίκες, όπως η Ιοκάστη.
Ήταν δεκαπέντε χρόνια παντρεμένη. Μέσα στη συνήθεια της οικογενειακής ζωής, των υποχρεώσεων και της καθημερινής επανάληψης, είχε κάπως ξεχάσει εκείνη τη νεαρή γυναίκα που υπήρξε κάποτε. Εκείνη που χαιρόταν με την προσοχή, που ήθελε να νιώθει όμορφη, επιθυμητή και ξεχωριστή.
Τελευταία άρχισε να επιστρέφει σε σκέψεις που για χρόνια είχε αφήσει στην άκρη. Στα τριάντα πέντε της ένιωθε πως βρισκόταν ακόμη σε μια ηλικία όπου μπορούσε να αναζητήσει ξανά πλευρές του εαυτού της που είχαν μείνει ανεκπλήρωτες. Δεν αναζητούσε απαραίτητα μια μεγάλη ανατροπή ούτε μια άλλη ζωή. Ίσως περισσότερο αναζητούσε εκείνη τη μικρή επιβεβαίωση που κάνει έναν άνθρωπο να αισθάνεται ζωντανός. Ήθελε κάποιος να την προσέξει, να της δείξει ενδιαφέρον, να την κάνει να αισθανθεί πως εξακολουθεί να έχει γοητεία και παρουσία. Όχι απαραίτητα γιατί ζητούσε έναν μεγάλο έρωτα, αλλά γιατί μέσα της υπήρχε η ανάγκη να θυμηθεί πως, πέρα από σύζυγος και νοικοκυρά, ήταν ακόμη μια γυναίκα με επιθυμίες, όνειρα και συναισθήματα.
Η Πηνελόπη ζούσε στον δικό της κόσμο, έναν κόσμο φτιαγμένο από τις ιστορίες των φωτορομάντζων. Εκεί έβρισκε τη δική της παρηγοριά, τη δική τους αμείωτη και αυτάρκη ενέργεια. Οι ιστορίες αυτές δεν ήταν απλώς ένα ανάγνωσμα για εκείνη· ήταν ένα μικρό παράθυρο σε μια ζωή διαφορετική, γεμάτη συναίσθημα, περιπέτεια και ρομαντισμό. Στην πραγματική ζωή παρέμενε πάντοτε μια γυναίκα μειλίχια, ήρεμη, γαλήνια και προσιτή σε όλους. Δεν προκαλούσε εντάσεις και απέφευγε τις συγκρούσεις.
Ο σύζυγός της, αντίθετα, ήταν ένας άνθρωπος εξωστρεφής, «έξω καρδιά», με την αυθόρμητη και κάποιες φορές υπερβολική συμπεριφορά που χαρακτήριζε αρκετούς άνδρες της εποχής. Η μεγάλη του αγάπη ήταν το ποδόσφαιρο και γι’ αυτό συχνά απουσίαζε από τις οικογενειακές συναθροίσεις. Όταν όμως τύχαινε να παρευρίσκεται και το κρασί έρρεε άφθονο, η διάθεσή του γινόταν πιο εκδηλωτική. Υπήρχαν στιγμές που το βλέμμα του σταματούσε στην Ιοκάστη. Ο θαυμασμός του για την παρουσία της ήταν φανερός και, χωρίς να το αντιλαμβάνεται ίσως ο ίδιος, η συμπάθεια άρχισε να μετατρέπεται σε έλξη. Η Ιοκάστη ξεχώριζε. Δεν ήταν μόνο η ομορφιά της· ήταν η ζωντάνια της, η δύναμη του χαρακτήρα της, η ενέργεια που εξέπεμπε. Τα μελιά προς καστανά μάτια της, το γεροδεμένο και αρμονικό κορμί της, ο δυναμισμός και η χαρά που έβγαζε για τη ζωή την έκαναν να τραβά τα βλέμματα. Εκείνο το βράδυ, με το κρεμεζί φόρεμά της, τα καστανά μαλλιά της ελεύθερα και ατίθασα, είχε μια παρουσία που δεν περνούσε απαρατήρητη. Η Ιοκάστη, όμως, ήξερε να διαχειρίζεται τέτοιες καταστάσεις. Τον απέκρουε ευγενικά, χωρίς προσβολές και χωρίς ψυχρότητα. Με καλοσύνη, αλλά και με σαφή όρια. Και προς τιμή του, εκείνος σεβάστηκε τη στάση της. Δεν ξεπέρασε ποτέ τα όρια ούτε την παρενόχλησε. Η κοινωνία όμως γύρω τους ήταν διαφορετική. Τα βλέμματα, τα υπονοούμενα και τα σχόλια συχνά αποκάλυπταν μια άλλη πλευρά της εποχής. Η Πανδώρα, παρότι μπροστά στην Ιοκάστη έδειχνε φιλική και εγκάρδια, κάποιες φορές άφηνε πίσω της λόγια γεμάτα υπαινιγμούς. Σχόλια που γεννιούνταν από σύγκριση, ίσως από ζήλια, ίσως από τις δικές της ανικανοποίητες επιθυμίες.
Τα υπονοούμενα για την εμφάνιση της Ιοκάστης, για το σώμα της, για την παρουσία της, ήταν ένα δείγμα του καθημερινού σεξισμού που αντιμετώπιζαν πολλές γυναίκες εκείνης της εποχής. Ιδιαίτερα οι γυναίκες που εργάζονταν και κινούνταν σε περιβάλλοντα όπου κυριαρχούσαν ανδρικές αντιλήψεις.
Στο πρόσωπο της Ιοκάστης φαίνεται καθαρά αυτή η αντίφαση: μια γυναίκα που θαυμάζεται για τη δύναμη και την ομορφιά της, αλλά ταυτόχρονα γίνεται αντικείμενο σχολιασμού και κρίσης από την ίδια την κοινωνία που την περιβάλλει.
Ήταν μια εποχή που η Πανδώρα περνούσε τακτικά για φιλικές επισκέψεις από το χώρο εργασίας της  Ιοκάστης. Εκεί ανάμεσα στα μηχανήματα συναντούσε την Ιοκάστη, ήταν η μοναδική γυναίκα εργαζόμενη στο χώρο ευθύνης της και τρεις τέσσερις  άνδρες… Όπως μέσα στα πουλιά ξεχωρίζει το αηδόνι για τ’ όμορφο τραγούδι του έτσι ανάμεσα στους εργαζόμενους ξεχώριζε η Ιοκάστη που ακτινοβολούσε λάμψη, ομορφιά. Ακτινοβολούσε αγέρωχη χωρίς μακιγιάζ! Αφήνει το στίγμα της και ξεχωρίζει, δείχνει ότι έχει δυναμισμό αλλά και αυτοπεποίθηση για την φυσική της εμφάνιση.
Η Πανδώρα σχεδόν δεν το πίστευε αυτό που αντίκρισε τη μέρα εκείνη. Ένας άνδρας που έκανε την καρδιά της να πεταρίσει σαν πετροχελίδονο που το χτυπάει η καταιγίδα πέρα στους λόφους του Αγίου Λουκά. Ήταν ψηλός, γεροδεμένος, με καστανά μακριά μαλλιά που ξεκουράζονταν στους φαρδιούς γεροδεμένους ώμους του, σαν νύμφες ξαπλωμένες στα βράχια. Χαμογελούσε και το χαμόγελό του έκανε τη Πανδώρα να την περιλούσει η ταραχή που την βυζοχτυπούσε την ώρα εκείνη. Η Πανδώρα ύψωσε το βλέμμα της και τα μάτια της διασταυρώθηκαν με εκείνα του εργάτη. Ένιωσε να  μουδιάζει από γλυκιά ηδονή καθώς τα μάτια του όργωναν το κορμί της κι ένα συγκαταβατικό χαμόγελο να παιχνιδίζει στα χείλη του.
Δάγκωσε τα χείλη της ηδονικά, ένα πλατύ χαμόγελο σχηματίστηκε στο πρόσωπό της, σαν να του έλεγε.«Είμαι διαθέσιμη, έτοιμη να τρυγήσω μαζί σου την ηδονή.» Το λαχνό της βλέμμα υποδηλώνει «σε θέλω εδώ και τώρα». Αυτός ο άνδρας της διεγείρει τις αισθήσεις και το μυαλό. Είναι αυτό που λατρεύει στο σεξ.
Εστιάζει την προσοχή της στην Ιοκάστη. Τα σκούρα βιολετιά μάτια της έλαμπαν ζωηρά, και σήμερα ήταν αρκούντως φλύαρη.
«Βρε κορίτσι μου, στις ομορφιές σου είσαι όπως πάντα.... ελκυστική, σέξι! Πως τα καταφέρνεις!; Θέλω τη συμβουλή σου.» της λέει μ' ένα σκανταλιάρικο χαμόγελο στα μάτια.
«Εδώ εργάζεται αυτό το ομορφόπαιδο; ολόκληρος παίδαρος είναι, δύο μέτρα» Τα λόγια της έβγαιναν βιαστικά με αδημονία και φανερή περιέργεια.
Η Ιοκάστη την κοίταξε συλλογισμένη, έχωσε δύο δάκτυλα μέσα στη σφαίρα των καστανών μαλλιών της και άρχισε να ξύνει το κεφάλι της αμήχανα για μερικά δευτερόλεπτα πριν απαντήσει.
«Ναι. Είναι υπεύθυνος του ηλεκτρομηχανολογικού εξοπλισμού της επιχείρησης.» Την πληροφορεί, ακούγοντας υπομονετικά τη φλυαρία της
«Γουάου, τι αρσενικό είναι ετούτο! Πω-πω!, Ρε, τι κούκλος είναι αυτός; Τι παίδαρος; Λοιπόν φιλενάδα προτείνω να το πας παρακάτω με τον γκόμενο! Να κάνεις κάποια κίνηση να πάρει κάποιο σήμα. Βγάλε πράσινο που έχουν κολλήσει οι σηματοδότες σου και ανάβουν κόκκινο ασταμάτητα.» Της είπε.
«Ααα. Εσύ τρελάθηκες. Τι λόγια είναι αυτά που λες κορίτσι μου.» Είπε η Ιοκάστη.
«Δεν το βλέπεις πως να σε γνωρίσει καλύτερα θελει ο κούκλος. Γι αυτό γίνονται οι σχέσεις φιλενάδα, για να γνωριστούν δυο άνθρωποι καλύτερα σε βάθος και πλάτος. Επαναλαμβάνω λοιπόν. Αν και εφόσον σε γουστάρει ο γκόμενος, μην καθυστερείς, διότι όσο το σουρντίζεις το πράγμα, και δεν «επιτίθεσαι», φιλενάδα έχεις εν πολλοίς χαμένο και παιχνίδι.»
Ταυτόχρονα ένας ακόμη παίδαρος από την απέναντι βιομηχανική μονάδα έρχεται να ρωτήσει για κάποιο μηχανολογικό πρόβλημα τον φίλο του. Η Πανδώρα δεν μπορεί να το πιστέψει μ’ αυτά τα όμορφα αντρικά κορμιά που βλέπει σήμερα.
«Εδώ ρε φιλενάδα μου δεν είναι βιοτεχνία. Εδώ χωρίς να το καταλάβω έχω βρεθεί σ΄ ένα ανδρολίβαδο! Τόσοι άνδρες; Και τι άνδρες! Ποιος τη χάρη σου, αχ και να είχα την τύχη σου! Μόνο μία απορία μου καρφώθηκε… Μπορείς, αλήθεια, ένα τέτοιο αρσενικό που κάνει «γκελ» στις γυναίκες χωρίς να καταβάλλει τη στοιχειώδη προσπάθεια να φλερτάρει να τον απορρίπτεις;» Της λέει.
Δεδομένου ότι η Πανδώρα δεν δουλεύει και μένει συνέχεια στο σπίτι έχει το προνόμιο να έχει άφθονο ελεύθερο χρόνο και ο κόσμος των φαντασιώσεων της είναι φλογερός και ορμητικός. Φαντασιώνεται μια πλούσια ερωτική ζωή και αφήνει τη φαντασία της να την παρασύρει σε ένα κλίμα αισθησιασμού, που ξυπνά μέσα της αναμνήσεις ή και κρυφούς πόθους εφηβικών και πρώιμων ενήλικων περιπλανήσεων. Εκεί που ο ερωτισμός της αντικαθιστά τον φόβο, και το ποθητό γίνεται σχεδόν προσιτό γνώριμο και την οδηγεί σε ανεξερεύνητα ερωτικά μονοπάτια και περιπετειώδης εμπειρίες. Ακόμα και αν τα σενάρια που φτιάχνει η φαντασία της είναι σοκαριστηκά.
Η Πανδώρα είχε αφεθεί σ’ έναν δικό της φαντασιακό κόσμο, έναν κόσμο επιθυμιών και ονείρων που ζούσε βαθιά μέσα της. Δεν ήταν απλώς κάποιες περαστικές σκέψεις ή μια στιγμιαία περιέργεια. Ήταν ένας ολόκληρος εσωτερικός κόσμος, που είχε δημιουργήσει μέσα στα χρόνια και που πολλές φορές ερχόταν να καλύψει όσα η καθημερινότητα δεν της είχε προσφέρει. Μέσα στη φαντασία της υπήρχαν πρόσωπα, ιστορίες, συναισθήματα και εικόνες μιας ζωής διαφορετικής. Ένας κόσμος όπου η γυναίκα μπορούσε να αισθάνεται επιθυμητή, ξεχωριστή, ζωντανή. Ένας κόσμος που δεν υπάκουε πάντα στους περιορισμούς της πραγματικής ζωής. Κι όμως, η σχέση της με την Ιοκάστη ήταν κάτι πολύ πιο σύνθετο. Την θαύμαζε. Θαύμαζε τη δύναμή της, την αυτοπεποίθησή της, τη λεβέντικη κορμοστασιά της, τον τρόπο που στεκόταν απέναντι στη ζωή. Η Ιοκάστη είχε κάτι που η Πανδώρα ένιωθε πως της έλειπε: μια εσωτερική σιγουριά, μια φυσική παρουσία που δεν ζητούσε επιβεβαίωση από κανέναν.
Ήθελε να της μοιάσει. Ίσως, κάπου βαθιά μέσα της, να ήθελε να γίνει σαν εκείνη. Όμως ο θαυμασμός πολλές φορές μπλέκεται με τη σύγκριση. Και η σύγκριση γεννά αντιφατικά συναισθήματα. Εκεί που η Πανδώρα ένιωθε θαυμασμό για την Ιοκάστη, ταυτόχρονα ένιωθε και μια μικρή ζήλια για όλα εκείνα που έβλεπε πάνω της και θα ήθελε να έχει η ίδια.
«Ίσως αυτό να ήταν που δυσκολευόταν τότε να καταλάβει», σκεφτόταν ο Αλκιβιάδης πολλά χρόνια αργότερα. «Η Πανδώρα δεν ζητούσε πραγματικά να γίνει κάποια άλλη. Ήθελε απλώς να ξαναβρεί ένα κομμάτι του εαυτού της που είχε χαθεί μέσα στις υποχρεώσεις, στη συνήθεια και στον χρόνο».
Και ίσως γι’ αυτό η Ιοκάστη την γοήτευε τόσο. Γιατί έβλεπε σε εκείνη μια γυναίκα που, παρά τις δυσκολίες της ζωής, δεν είχε χάσει ποτέ την αίσθηση της παρουσίας της.
Η Ιοκάστη συνέχισε να εργάζεται σκληρά αφιερώνοντας πολλές ώρες στη δουλειά, πριν γυρίσει σπίτι για να συνεχίσει και τις δουλειές του σπιτιού.
Τελειώνοντας λοιπόν το δημοτικό σχολείο, ο Αλκιβιάδης γράφτηκε στο Οικονομικό Γυμνάσιο Λαμίας.
Έτσι, σχεδόν μόνος από τους παλιούς συμμαθητές του, ο Αλκιβιάδης πέρασε σε ένα νέο κεφάλαιο της ζωής του. Άφηνε πίσω του τη γνώριμη γειτονιά, τις αλάνες, τα παιχνίδια και τις παιδικές του αναμνήσεις και έμπαινε στην εφηβεία, σε έναν κόσμο με νέες απαιτήσεις, νέες γνωριμίες και νέες αναζητήσεις.
Τελειώνοντας η σχολική χρονιά στο γυμνάσιο, το καλοκαίρι του 1965, ο δεκαπεντάχρονος Αλκιβιάδης βρέθηκε μπροστά στην πρώτη μεγάλη δοκιμασία της εφηβείας του. Ο πατέρας του, ο Κλέαρχος, τον μετέφερε στα Καμένα Βούρλα για να εργαστεί.
Ήταν η εποχή που τα Καμένα Βούρλα αποτελούσαν ένα από τα δημοφιλέστερα τουριστικά θέρετρα της χώρας και προσέφεραν πολλές ευκαιρίες εποχικής εργασίας. Εκεί ο Αλκιβιάδης έκανε τα πρώτα του βήματα στον χώρο του τουρισμού. Ξεκίνησε πλένοντας ποτήρια στο μπαρ ενός γνωστού ξενοδοχείου, όμως πολύ σύντομα, με εργατικότητα και υπευθυνότητα, έγινε βοηθός σερβιτόρου, θέση που κράτησε μέχρι το τέλος της καλοκαιρινής περιόδου. Στα Καμένα Βούρλα πέρασε τρεις μοναχικούς μήνες.
Όταν τελείωνε η εργασία της ημέρας και η κίνηση του ξενοδοχείου σταματούσε, ο δεκαπεντάχρονος έφηβος δεν αναζητούσε πάντα την παρέα των άλλων. Έπαιρνε το ποδήλατό του, δύο κουβέρτες και κατευθυνόταν προς το πευκόδασος πάνω από την ακρογιαλιά του Κρυονερίου, όπου περνούσε πολλές νύχτες κοιμώμενος κάτω από τον ανοιχτό ουρανό. Του άρεσε αυτός ο τρόπος ζωής. Ήταν μια καθαρά εφηβική εμπειρία, μια πρώτη γνωριμία με την ανεξαρτησία και τη σιωπή. Εκεί, μέσα στην ανία και στη μοναξιά της ερημιάς, μακριά από την ασφάλεια του σπιτιού και τις γνώριμες φωνές της γειτονιάς, ένιωθε πως στηριζόταν αποκλειστικά στον εαυτό του. Και μέσα σε αυτή τη μοναχική δοκιμασία ανακάλυπτε μια δύναμη που μέχρι τότε δεν γνώριζε ότι έκρυβε μέσα του.
Με τα σκούρα μελένια μάτια του κοιτούσε ανάμεσα από τα δέντρα τον απέραντο ουρανό, τη θάλασσα και τη σιωπή του κόσμου. Ίσως τότε, χωρίς ακόμη να το καταλαβαίνει, γεννιόταν μέσα του εκείνη η βαθιά ανάγκη για περιπλάνηση, για αναζήτηση και για ταξίδι.
Με την έναρξη της νέας σχολικής χρονιάς είχε ήδη εφαρμοστεί η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του 1964 στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Η εκπαίδευση χωριζόταν πλέον σε δύο τριετείς κύκλους, στο Γυμνάσιο και στο Λύκειο, ενώ καθιερώθηκε το «Ακαδημαϊκό Απολυτήριο» για την εισαγωγή στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση. Παράλληλα καταργήθηκαν οι εισαγωγικές εξετάσεις στα ΑΕΙ, καθιερώθηκε η δημοτική γλώσσα ως όργανο και αντικείμενο διδασκαλίας και τέθηκαν ως βασικοί στόχοι η διεύρυνση της πρόσβασης όλων των κοινωνικών τάξεων στην εκπαίδευση, η δωρεάν παιδεία και η ανάπτυξη ενός παράλληλου δικτύου τεχνικής και επαγγελματικής εκπαίδευσης. Για τον Αλκιβιάδη, όμως, αυτές οι μεγάλες αλλαγές της εποχής δεν ήταν απλώς πολιτικές και εκπαιδευτικές αποφάσεις. Ήταν μια πραγματικότητα που επηρέαζε άμεσα τη δική του ζωή. Από το Γυμνάσιο που είχε τελειώσει, για να συνεχίσει στο Λύκειο απαιτούνταν πλέον εισαγωγικές εξετάσεις. Και τότε η τύχη, ή ίσως εκείνο το παράξενο παιχνίδι των συμπτώσεων που πολλές φορές καθορίζει την πορεία μιας ζωής, παρενέβη.
Την ημέρα των εξετάσεων ένα απρόσμενο περιστατικό τον έκανε να χάσει το λεωφορείο της γραμμής από τα Καμένα Βούρλα προς τη Λαμία. Δεν κατάφερε να φτάσει έγκαιρα και δεν έλαβε μέρος στις εξετάσεις. Ήταν ένα γεγονός μικρό στην επιφάνεια, αλλά μεγάλο μέσα του. Στο μυαλό του είχε ήδη αρχίσει να φωλιάζει η σκέψη πως το Λύκειο αποτελούσε έναν δρόμο που οδηγούσε κυρίως προς την Τριτοβάθμια Εκπαίδευση και αργότερα σε θέσεις ευθύνης μέσα στην κοινωνία. Ένας δρόμος που απαιτούσε χρόνο, στήριξη και οικονομικές δυνατότητες. Και ο Αλκιβιάδης γνώριζε καλά την πραγματικότητα της οικογένειάς του. Δεν υπήρχε το οικονομικό υπόβαθρο που θα του επέτρεπε εύκολα να ακολουθήσει έναν τόσο μακρύ κύκλο σπουδών. Η ζωή του είχε ήδη αρχίσει να του δείχνει πως τα όνειρα δεν αρκεί μόνο να υπάρχουν· χρειάζονται και τις κατάλληλες συνθήκες για να μπορέσουν να ανθίσουν. Έτσι, ένα χαμένο λεωφορείο και μια χαμένη εξέταση έγιναν ένας ακόμη σταθμός στη διαδρομή του. Μια διαδρομή που σιγά σιγά τον απομάκρυνε από τον κόσμο των βιβλίων και τον έφερνε πιο κοντά στον κόσμο της εργασίας, της θάλασσας και της προσωπικής αναζήτησης.
Σκέφτεται μη ρεαλιστικές τις προσδοκίες για συνέχιση στις σπουδές του, κρίνοντας αντικειμενικά, ως ανυπέρβλητα τα εμπόδια που αποφέρουν οι οικονομικές δυσκολίες και η έλλειψη οικονομικής υποστήριξης από το οικογενειακό περιβάλλον. Έτσι, θεωρούσε τον εαυτό του ευάλωτο. Καθόλου περίεργο λοιπόν, που λίγο πριν ξεκινήσει το σχολικό έτος, το παράτησε οριστικά το λύκειο. Κατέληξε στο συμπέρασμα ότι θα ήταν μεγάλη σπατάλη χρόνου αν έμενε εκεί άλλα τρία χρόνια. Νόμιζε ότι ήταν σωστή η κίνησή του που έλαβε την απόφαση να παραιτηθεί από τη συνολική προσπάθεια ολοκλήρωσης των σπουδών του! Είχε αρχίσει δειλά-δειλά να σχεδιάζει το μέλλον του. Γυρίζοντας στη Λαμία και εγκαταλείποντας το Λύκειο είχε δυο σκέψεις στο μυαλό του. Πρώτον να βγάλει ναυτικό φυλλάδιο και δεύτερο να φοιτήσει στη σχόλη εμποροπλοιάρχων τη φημισμένη «ΛΑΜΙΑΚΗ». Οι απόφοιτοι της σχολής την εποχή εκείνη  ήταν περιζήτητοι στην εμπορική ναυτιλία.
Το ναυτικό φυλλάδιο, λόγω της ηλικίας του, απαιτούσε γονική συναίνεση. Από τον Κλέαρχο θα ήταν πολύ εύκολο να την εξασφαλίσει, όμως εκείνος επιθυμούσε η συγκατάθεση να έρθει από την Ιοκάστη. Ήθελε τη δική της αποδοχή, σαν να είχε μεγαλύτερη σημασία η δική της γνώμη.
Στην αρχή η Ιοκάστη ήταν ανένδοτη. Δεν μπορούσε εύκολα να δεχτεί ότι το παιδί της ήθελε να φύγει στη θάλασσα, σε έναν άγνωστο και δύσκολο κόσμο. Μαλάκωσε τις αντιστάσεις της όταν της υποσχέθηκε ότι μέχρι να παρουσιαστεί για τη στρατιωτική του θητεία δεν θα έφευγε. Βαθιά μέσα της πίστευε πως ίσως ήταν ένας νεανικός ενθουσιασμός που σύντομα θα περνούσε, κι έτσι τελικά έδωσε τη συγκατάθεσή της. Το πρόβλημα όμως της σχολής αποδείχτηκε ανυπέρβλητο. Ήταν ημερήσια σχολή και τα δίδακτρα ήταν δυσβάσταχτα για το οικογενειακό τους βαλάντιο. Έτσι, ως εναλλακτική λύση, αποφάσισε να φοιτήσει στο νυχτερινό τμήμα εργοδηγών μηχανολόγων της σχολής και παράλληλα να εργαστεί. Βρήκε δουλειά σε ένα κατάστημα χονδρεμπορικής δημητριακών προϊόντων στην περιοχή της λαχαναγοράς. Ταυτόχρονα έκανε και μερικές επιπλέον εργασίες, βοηθώντας στα ξεφορτώματα των φορτηγών, για να εξασφαλίζει κάποιο πρόσθετο χαρτζιλίκι. Ήταν όμως και η εποχή που απέκτησε τη βλαβερή συνήθεια του καπνίσματος. Την ίδια περίοδο, η υπεύθυνη της σχολής αγγλικών όπου φοιτούσε κάλεσε την Ιοκάστη και της εκμυστηρεύτηκε τις συχνές απουσίες του. Βλέπετε, ο νεαρός Αλκιβιάδης είχε ανακαλύψει τότε ένα άλλο πάθος. Το γαλλικό μπιλιάρδο του φαινόταν πολύ πιο ενδιαφέρον από τα μαθήματα. Και, όπως θα παραδεχόταν πολλά χρόνια αργότερα, εκείνο το παλικάρι της εποχής δεν είχε ακόμη μάθει πως τα όνειρα χρειάζονται, εκτός από φαντασία, και πειθαρχία για να πραγματοποιηθούν. 
Ο Αλκιβιάδης, από τότε που η οικογένειά του άλλαξε για άλλη μια φορά κατοικία, συναντούσε τη Μυρσίνη αραιά και πού. Όταν τύχαινε να βρεθούν, αντάλλασσαν νέα, έκαναν παρέα και συνέχιζαν μια σχέση που περιείχε «όλα μαζί»: φιλία, κοινωνική οικειότητα και μια λανθάνουσα ερωτική έλξη που ποτέ δεν είχε ξεκαθαριστεί απόλυτα. Υπήρξε, ωστόσο, μια περίοδος που οι συναντήσεις τους έγιναν πιο συχνές. Τότε ανάμεσά τους αναπτύχθηκε ένα έντονο φλερτ. Όπως έλεγε ο σοφός παππούς του: «Όπου υπάρχει φλερτ, δεν υπάρχει αθωότητα».
Στα χρόνια της εφηβείας τους έγιναν αρκετές προσπάθειες να οδηγηθούν σε μια ολοκληρωμένη ερωτική συνεύρεση. Κάθε φορά, όμως, κάτι απρόβλεπτο συνέβαινε και, σαν από μηχανής Θεός, η Ιοκάστη εμφανιζόταν την πιο κρίσιμη στιγμή. Η παρουσία της λειτουργούσε καταλυτικά. Οι προσπάθειές τους διακόπτονταν, οι στιγμές έμεναν ανολοκλήρωτες και η υπόσχεση μιας επόμενης ευκαιρίας μεταφερόταν συνεχώς στο μέλλον, ένα μέλλον που τελικά δεν ήρθε ποτέ.
Ήταν μια κατάσταση παράξενη και δύσκολη να εξηγηθεί. Σαν η Ιοκάστη να διέθετε κάποια ανεξήγητη διαίσθηση, σαν να μπορούσε να αντιλαμβάνεται πράγματα πριν ακόμη συμβούν. Σαν κάποια αόρατη δύναμη να τη χρησιμοποιούσε ως προειδοποιητικό σημάδι, ως ένα «καμπανάκι» κινδύνου που έμπαινε ανάμεσά τους και ανέκοπτε την πορεία τους. Ίσως, μέσα στη φαντασία του Αλκιβιάδη σήμερα, να έμοιαζε σαν οι ίδιες οι δυνάμεις της ζωής να του ψιθύριζαν:
«Πρόσεχε. Μην μπλέξεις. Δεν ταιριάζουν οι δρόμοι τους. Δεν υπάρχει μέλλον εδώ. Άφησέ το να περάσει». Και πράγματι, πέρασε.
Με τον χρόνο οι συναισθηματικοί δεσμοί χαλάρωσαν, οι αναμνήσεις ξεθώριασαν και η σχέση τους πήρε τη θέση της στο αρχείο του παρελθόντος, εκεί όπου φυλάσσονται οι άνθρωποι και οι στιγμές που κάποτε έμοιαζαν σημαντικοί, αλλά τελικά ανήκαν μόνο σε μια άλλη εποχή της ζωής.

Η συνέχεια στο...
Click to Open
Εφηβικές Φουσκοδεντριές!.....

0 comments:

Δημοσίευση σχολίου

 
Web Informer Button