ADS

click to open

Σάββατο 14 Ιανουαρίου 2023

Tria Kofta Ki Ena Paratetameno Sfirigma Toy Apoxeretismou

..... Το απομεσήμερο έφτασαν στη Μονεμβασιά. Λίγα μόλις μέτρα μπροστά τους απλωνόταν η θάλασσα, με τις γαλαζοπράσινες αποχρώσεις της να λαμπυρίζουν κάτω από το φως του δειλινού. Στα δεξιά, πάνω από τη Φοινίκη, ο ήλιος ετοιμαζόταν να βυθιστεί στα νερά του Λακωνικού κόλπου, σκορπίζοντας στον ουρανό πορφυρές και χρυσοκόκκινες ανταύγειες. Μπροστά τους ορθώνονταν τα μεσαιωνικά τείχη της Μονεμβασιάς. Πίσω τους, σαν να φύλαγαν ένα πολύτιμο μυστικό αιώνων, κρυβόταν η καστροπολιτεία με τα πέτρινα σπίτια, τα στενά καλντερίμια, τα αρχοντικά και τις βυζαντινές εκκλησίες της.
Ο πελώριος Βράχος υψωνόταν αγέρωχος πάνω από τη θάλασσα. Η άγρια πέτρα συνομιλούσε με το απέραντο γαλάζιο, κι έμοιαζε σαν ο χρόνος να είχε σταματήσει εκεί, αφήνοντας ανέγγιχτη την ανάσα των περασμένων αιώνων. Ο Αλκιβιάδης στάθηκε και κοίταζε μαγεμένος. Ποτέ άλλοτε δεν είχε αντικρίσει τη θάλασσα τόσο κοντά. Τόσο μεγάλη. Τόσο απέραντη. Χωρίς ακόμη να το γνωρίζει, στεκόταν μπροστά στο πρώτο μεγάλο θαλασσινό κατώφλι της ζωής του. Ήταν κοντά στο ηλιοβασίλεμα, στα τέλη του Ιούλη, και η ζέστη ήταν διαβολεμένη. Εκεί όμως, στην ακροθαλασσιά, όπου άρχιζε η τσιμεντένια προβλήτα του λιμανιού, το δροσερό θαλασσινό αγέρι δρόσιζε τον τόπο και κρατούσε τη θερμοκρασία σε ανεκτά επίπεδα. Παρ’ όλα αυτά, είχαν λουστεί στον ιδρώτα καθώς περίμεναν να επιβιβαστούν στο μικρό επιβατικό καΐκι που θα τους μετέφερε στο μεγάλο καράβι. Εκείνο στεκόταν φουνταρισμένο αρόδο, στον ανοιχτό κόρφο του λιμανιού, και φάνταζε στα μάτια του μικρού Αλκιβιάδη σαν ένα πελώριο ασπρόμαυρο κάστρο. Πάμφωτο, επιβλητικό και περήφανο, λικνιζόταν απαλά πάνω στη θάλασσα, που ήταν γεμάτη μικρές ρυτίδες από το απογευματινό αεράκι.
Κατάμαυρο ήταν το σκαρί του. Ολόλευκη η γέφυρα. Και στην πλώρη, γραμμένο με λευκή λαδομπογιά, ξεχώριζε το όνομά του μαζί με το νηολόγιο του.
Ο Αλκιβιάδης δεν μπορούσε να πάρει τα μάτια του από πάνω του. Δεν είχε ξαναδεί ποτέ τόσο μεγάλο πλοίο. Του φαινόταν πως δεν ήταν φτιαγμένο από σίδερο, αλλά από όνειρα· σαν να είχε έρθει από κάποιον άλλον κόσμο για να παραλάβει ανθρώπους και ζωές και να τους μεταφέρει σε μια καινούργια μοίρα.
Στο άκρο της τσιμεντένιας προβλήτας της μικρής μαρίνας του λιμανιού είχε πλαγιοδετήσει η «Αρτεμισία», ένα παραδοσιακό ξύλινο επιβατικό καΐκι, καλοδιατηρημένο και καλοτάξιδο, που μόλις είχε βγει από τον ταρσανά του Γυθείου, ολόφρεσκο βαμμένο. Ήταν γερό σκαρί, φροντισμένο με μεράκι, με ξύλινα καθίσματα για τους επιβάτες και όλα όσα χρειάζονταν για τα σύντομα θαλασσινά περάσματα. Τα πλευρά του, φρεσκοβαμμένα, λουστραρισμένα και κατάλευκα, λαμποκοπούσαν κάτω από τις τελευταίες ακτίνες του ήλιου, ενώ το ξύλο μοσχοβολούσε ακόμη μπογιά και θάλασσα. Ο καπετάνιος, ήρεμος και ατάραχος μέσα στο απογευματινό μελτέμι, καλωσόριζε τους επιβάτες και τους καθοδηγούσε, έναν-έναν, να πάρουν με ασφάλεια τις θέσεις τους. Οι κινήσεις του είχαν εκείνη τη σιγουριά που αποκτά μόνο όποιος έχει περάσει τη ζωή του πάνω στο κατάστρωμα. Ήταν λίγο πριν ο ήλιος βουλιάξει στα νερά του Λακωνικού κόλπου και χαθεί πίσω από τον ορίζοντα, όταν ο καπετάνιος του καϊκιού, με την ήρεμη και σίγουρη φωνή του, έγνεψε στον άνθρωπο της προβλήτας. Εκείνος έλυσε τους κάβους. Ο καπετάνιος έβαλε εμπρός τη μηχανή και κράτησε σταθερά την τιμονιέρα στα χέρια του. Η Αρτεμισία ανασηκώθηκε ελαφρά και λικνίστηκε, καθώς έβαλε όπισθεν για να απομακρυνθεί από την προβλήτα. Με μια επιδέξια μανούβρα έστρεψε την πλώρη προς τα ανατολικά και πήρε πορεία για το μεγάλο καράβι που περίμενε φουνταρισμένο στ’ ανοιχτά. Θα μπορούσε να οδηγήσει το καΐκι ακόμη και με κλειστά μάτια. Είχε κάνει αυτό το πέρασμα αμέτρητες φορές, τόσες ώστε είχε πάψει να τις μετρά. Κι όμως, ποτέ δεν του έγινε συνήθεια. Κάθε απόπλους είχε τη δική του ψυχή, το δικό του χρώμα, τη δική του ανάσα. Κρατώντας το τιμόνι, ένιωθε πάντοτε την ίδια γλυκιά αίσθηση ελευθερίας που του χάριζαν η θάλασσα και ο ανοιχτός ουρανός. Και καθώς το καΐκι γλιστρούσε πάνω στο νερό, αφουγκραζόταν τον γνώριμο, καθησυχαστικό βόμβο της μηχανής, σαν να άκουγε έναν παλιό φίλο να του μιλά.
Η «Αρτεμισία» ταρακουνήθηκε ελαφρά καθώς άφηνε την προβλήτα του μικρού λιμανιού και γλιστρούσε προς τα βαθιά νερά.Ο καιρός ήταν μαλακός, καλοκαιρινός, με έναν ήπιο πουνέντε να χαϊδεύει τη θάλασσα. Μα εκεί, κοντά στην προβλήτα, το καΐκι άρχισε να μποτζάρει από τ’ αντιμάμαλο, που γεννιόταν καθώς το κύμα χτυπούσε στο τσιμέντο και γύριζε πίσω αφρισμένο. Ο καπετάνιος κρατούσε σταθερά το τιμόνι. Με μικρές, ανεπαίσθητες κινήσεις έφερνε την «Αρτεμισία» πότε δεξιά και πότε αριστερά, σχεδιάζοντας οχτάρια πάνω στο νερό ώσπου να βγει από τα ανακατεμένα απόνερα και να πατήσει την ήρεμη θάλασσα. Σαν να μην υπήρχε η παραμικρή δυσκολία, σιγοτραγουδούσε κιόλας. Το απαλό αεράκι χάιδευε τα πρόσωπά τους. Ήταν ζεστό, παρόλο που το σούρουπο είχε κιόλας αρχίσει ν' απλώνεται. Λευκά, ακίνδυνα σύννεφα σκόρπιζαν εδώ κι εκεί στον ορίζοντα, ενώ τα νερά που έσκιζε η «Αρτεμισία» ήταν καταγάλανα και γαλήνια. Όταν η «Αρτεμισία» έβαλε πλώρη για τ’ ανοιχτό πέλαγος και άρχισε ν' απομακρύνεται από την ακτή, ο Αλκιβιάδης ένιωσε πως μαζί με το καΐκι απομακρυνόταν κι ένα κομμάτι από την ίδια του τη ζωή. Πίσω του έμενε ο μικρός, φτωχός οικισμός τους. Έμενε το πετρόκτιστο, ασβεστωμένο σχολείο στα Κουλέντια. Έμενε η μικρή καταπράσινη λιμνούλα στου Μεϊμέτ Αγά, με το λιγοστό τρεχούμενο νερό που πότιζε τα περιβόλια του οικισμού. Έμεναν οι ελιές, οι ξερολιθιές, τα μονοπάτια, οι άνθρωποι του.
Δεν ήξερε αν θα τα ξανάβλεπε ποτέ.
Κι αυτή η σκέψη, χωρίς ακόμη να μπορεί να τη διατυπώσει με λόγια, βάρυνε την παιδική του καρδιά περισσότερο κι από τη σιωπή της θάλασσας. Πριν γνωρίσει την απεραντοσύνη της θάλασσας, ο Αλκιβιάδης είχε γνωρίσει τη μικρή τεχνητή λιμνούλα στα δυτικά όρια του οικισμού τους, κάτω από τη σκιά ενός γιγάντιου, αιωνόβιου πλατάνου. Ένα πυκνό στεφάνι από βάτα, σφεντάμια, φτέρες και ανθοφόρους θάμνους αγκάλιαζε τη μικρή ασημένια λίμνη με τα κρυστάλλινα νερά της. Ξεπρόβαλε γαλήνια πίσω από τον πελώριο πλάτανο, στο τέλος μιας διχάλας του μονοπατιού που φιδόσερνε ανάμεσα στα περιβόλια.
Στην ήρεμη επιφάνειά της επέπλεαν υδρόβια φυτά, ενώ γύρω της άνθιζαν πολύχρωμα αγριολούλουδα, συνθέτοντας μια πανδαισία χρωμάτων. Ο αέρας ήταν πλημμυρισμένος από χιλιάδες ευωδιές· θυμάρι, δυόσμο, άγρια μέντα, ανθισμένους θάμνους και νοτισμένο χώμα. Ανέπνεες βαθιά και νόμιζες πως η ίδια η φύση γέμιζε τα πνευμόνια σου με τη μυρωδιά της ζωής. Εκεί γνώρισε το πρώτο νερό που αγάπησε. Εκεί έμαθε να στέκεται σιωπηλός και να κοιτάζει το είδωλό του να τρεμοπαίζει στην ατάραχη επιφάνειά του. Δεν μπορούσε τότε να φανταστεί πως, λίγα χρόνια αργότερα, η μοίρα θα τον οδηγούσε μπροστά σε μιαν άλλη υδάτινη απεραντοσύνη, εκεί όπου ο ορίζοντας χανόταν μέσα στη θάλασσα.
Το μακρινό ταξίδι του ξενιτεμού μόλις είχε αρχίσει. Πρώτος του σταθμός ήταν το ασπρογάλαζο καΐκι, η «Αρτεμισία», που τους απομάκρυνε σιγά σιγά από τη στεριά. Ήταν το πρώτο βήμα μιας πορείας χωρίς γυρισμό.
Η φαμίλια άφηνε πίσω της τον τόπο όπου γεννήθηκε, μόχθησε και ονειρεύτηκε. Πάνω απ’ όλους, όμως, η Ιοκάστη ήταν εκείνη που είχε πάρει μέσα της τη μεγάλη απόφαση. Γύρισε την πλάτη της σε ό,τι αγαπούσε, σε ό,τι της ήταν γνώριμο και οικείο. Όχι γιατί το αρνήθηκε, αλλά γιατί η αγάπη της για τα παιδιά της ήταν μεγαλύτερη από την αγάπη της για τον τόπο της. Το τίμημα ήταν βαρύ. Μα μπροστά στην ελπίδα να τους χαρίσει μια ζωή πιο ανθρώπινη, με περισσότερες ευκαιρίες και λιγότερες στερήσεις, κάθε πόνος έμοιαζε μικρότερος.
Δεν εγκατέλειπε την πατρίδα της. Την κουβαλούσε μέσα στην καρδιά της, μαζί με τις προσευχές, τις μνήμες και την ελπίδα πως μια μέρα τα παιδιά της θα δικαίωναν αυτή τη μεγάλη θυσία.
Ο Τηλέμαχος, ο τετράχρονος αδελφός του, άκουσε τον υπόκωφο παφλασμό των κυμάτων καθώς χτυπούσαν στον καθρέφτη του καϊκιού και το λίκνιζαν απαλά. Ήταν η πρώτη του επαφή με τη θάλασσα και τρόμαξε. Έμεινε ακίνητος. Το πρόσωπό του σκοτείνιασε από τον φόβο και τα μικρά του χέρια άρχισαν να τρέμουν. Ασυναίσθητα άρπαξε το παντελόνι του συνεπιβάτη που στεκόταν μπροστά του και το κράτησε σφιχτά, σαν να ήταν το μοναδικό του στήριγμα. Τα μάτια του γέμισαν δάκρυα.
Ο άγνωστος κύριος γύρισε, τον κοίταξε με καλοσύνη, ακούμπησε απαλά το χέρι του στον ώμο του και του μίλησε με ήρεμη, καθησυχαστική φωνή. Ο Τηλέμαχος αναστέναξε. Άφησε δειλά το παντελόνι, σήκωσε για λίγο το βλέμμα και το χαμήλωσε πάλι. Ένιωθε μικρός, ανήμπορος και χαμένος μέσα σ' έναν κόσμο που δεν γνώριζε. Κάθισε καταγής στο κατάστρωμα, αγκάλιασε τα γόνατά του, ακούμπησε επάνω τους το πηγούνι του και ξέσπασε σ' ένα σιγανό, πνιγμένο κλάμα. Η μητέρα του έσπευσε κοντά του. Τον σήκωσε απαλά και, βλέποντας το πρόσωπό του λουσμένο στα δάκρυα, παρέδωσε το δίχρονο παιδί που κρατούσε στην αγκαλιά της στον άνδρα της. Έβγαλε τη ζακέτα της, τύλιξε μ' αυτήν τον μικρό και τον έκλεισε στην αγκαλιά της. Ο Τηλέμαχος κουλουριάστηκε επάνω της και γράπωσε σφιχτά τα δάχτυλά της. «Ψυχή μου…» του ψιθύριζε χαϊδεύοντας τα μαλλιά του. «Εδώ είμαι εγώ. Δεν θα σ' αφήσω ποτέ.»
Τον κράτησε πάνω στο στήθος της όπως τότε που ήταν ακόμη μωρό, λικνίζοντας τον ανεπαίσθητα, ώσπου το κλάμα του άρχισε να σβήνει. «Εδώ είναι η μανούλα σου», του είπε γλυκά και ακούμπησε ένα φιλί στο μέτωπό του. Ο Τηλέμαχος αναστέναξε βαθιά. Σιγά σιγά η ανάσα του γαλήνεψε. Σήκωσε τα μάτια του και τα κάρφωσε στο πρόσωπό της. Εκεί όπου πριν λίγο κατοικούσε ο φόβος, τώρα άρχισε να φωλιάζει η ανακούφιση. Τα μάτια του έλαμψαν ξανά. Γιατί, όσο βρισκόταν στην αγκαλιά της μητέρας του, ένιωθε πως κανένα κύμα δεν μπορούσε να τον βλάψει.
Η «Αρτεμισία» προχωρούσε με τη μισή της ταχύτητα, σκαμπανεβάζοντας ακόμη από το πάλεμα της με την παλίρροια. Ύστερα από λίγο έφτασε στο έμπα του λιμανιού, εκεί όπου, λίγο πιο πέρα, ορθωνόταν αγκυροβολημένο το μεγάλο ποστάλι. Ο καπετάνιος έκοψε κι άλλο ταχύτητα. Με μια προσεκτική στερνή μανούβρα έστριψε το τιμόνι για να καβατζάρει και να φέρει το καΐκι στην υπήνεμη πλευρά του πλοίου, εκεί όπου το κύμα έσπαζε πιο ήμερα. Μόλις μπήκαν στην απανεμιά, η «Αρτεμισία» γαλήνεψε. Το ελαφρύ λίκνισμα παρέμενε, μα η θάλασσα δεν είχε πια την αγριάδα του ανοιχτού πελάγους.
«Στις θέσεις σας, παρακαλώ!» φώναξε ο καπετάνιος με στεντόρεια αλλά καθησυχαστική φωνή. «Ένας-ένας στη σκάλα. Πρώτα οι γυναίκες και τα παιδιά.» Ένα σωρό δειλά πρόσωπα στράφηκαν προς το μέρος του. Για μια στιγμή επικράτησε απόλυτη σιωπή. Ύστερα οι επιβάτες, σαν να πήραν όλοι μαζί θάρρος από τη σιγουριά της φωνής του, έσπευσαν να υπακούσουν.
Τρία κοφτά κι ένα παρατεταμένο σφύριγμα έσκισαν τον απογευματινό αέρα. Ήταν ο χαιρετισμός και μαζί ο αποχαιρετισμός του καραβιού. Οι προπέλες άρχισαν να αναδεύουν τα νερά του λιμανιού. Ψηλά, στο κατάστρωμα, στη γέφυρα και στην προκυμαία, μαντίλια υψώθηκαν και ανέμισαν στον αέρα.Το καράβι σφύριζε την αναχώρησή του και, παίρνοντας αργά φόρα, χυνόταν ελεύθερο προς το ανοιχτό πέλαγος. Μαζί του αποκρίνονταν και τα μικρά καΐκια του λιμανιού, σφυρίζοντας κι εκείνα το δικό τους αντίο στους ταξιδιώτες. Ήταν ο αποχαιρετισμός για όσους έφευγαν. Για εκείνους που άφηναν πίσω τον τόπο τους και ξεκινούσαν για άλλες πολιτείες, για μια καινούργια ζωή, γεμάτη ελπίδες αλλά και άγνωστες δοκιμασίες. Καθώς το πλοίο αύξανε σιγά σιγά ταχύτητα, οι επιβάτες εξακολουθούσαν να κουνάνε τα μαντίλια τους με όση δύναμη είχαν ακόμη στα χέρια τους, σαν να μπορούσαν έτσι να κρατήσουν ζωντανό τον τελευταίο δεσμό με τα αγαπημένα πρόσωπα που ολοένα μίκραιναν στην ακτή
Και όταν πια οι μορφές χάθηκαν μέσα στην απόσταση, τα μαντίλια δεν έπαψαν αμέσως να ανεμίζουν. Έμεναν υψωμένα για λίγες ακόμη στιγμές, σαν να αρνούνταν να παραδεχθούν πως ο αποχωρισμός είχε γίνει πια πραγματικότητα.
Ο ήλιος τραβούσε δυτικά, πίσω από τα ψηλώματα, και οι τελευταίες του αχτίδες πορφυροβάφανε τα νερά, που έμοιαζαν με στρωμένο γυαλί. Οι ίσκιοι έπεφταν βιαστικοί πάνω στα κύματα της λακωνικής ακτής. Μπροστά απλωνόταν το Μυρτώο Πέλαγος, κι εκεί το πλοίο χάραζε τη δική του πορεία στον ανοιχτό ορίζοντα. Πίσω τους έμενε η Παλιά Μονεμβασιά, γαντζωμένη στον μεγάλο Βράχο, μικραίνοντας ολοένα μέσα στο σούρουπο. Ο ουρανός ήταν καθαρός. Ένα-ένα τα πρώτα αστέρια άναβαν στο στερέωμα.
Ο επτάχρονος Αλκιβιάδης στεκόταν ακίνητος στο κατάστρωμα και κοίταζε τη στεριά που χανόταν. Δεν το γνώριζε ακόμη. Εκείνο το βράδυ αποχαιρετούσε για πρώτη φορά την πατρίδα του∙ χρόνια αργότερα, όμως, η θάλασσα θα γινόταν η δεύτερη πατρίδα του.
Το σούρουπο παρέδωσε αθόρυβα τη σκυτάλη στη νύχτα, που μοσχοβολούσε την υγρή ανάσα της θάλασσας. Το φεγγάρι, ένας χρυσαφένιος δίσκος, αναδυόταν αργά στον μακρινό ορίζοντα, έτοιμο κι αυτό να αρχίσει το δικό του ταξίδι στον ουρανό, πάνω από πέλαγα και ωκεανούς, πάνω από θάλασσες άγνωστες και μακρινές. Ο Αλκιβιάδης, ακουμπισμένος στην κουπαστή του ποσταλιού, παρακολουθούσε σιωπηλός τη στεριά που τον γέννησε να χάνεται σιγά σιγά μέσα στα αφρισμένα απόνερα της προπέλας. Ήταν η πρώτη φορά που καταλάβαινε πως η πατρίδα μπορεί να μικραίνει μπροστά στα μάτια σου, ώσπου να γίνει μια αχνή σκιά στον ορίζοντα, κι όμως να μεγαλώνει ολοένα μέσα στην καρδιά σου. Οι τελευταίες ανταύγειες της δύσης έσβηναν πίσω από τις βουνοκορφές. Το σούρουπο σκέπαζε το Μυρτώο Πέλαγος, ενώ πέρα από την κορυφή της Κουλοχέρας βυθίζονταν στο σκοτάδι τα χωριά του Ζάρακα. Ένας μεγαλόπρεπος γλάρος βούτηξε στα ήρεμα νερά, κι οι ομόκεντροι κύκλοι που άφησε πίσω του άνοιγαν ολοένα πάνω στη γαλήνια επιφάνεια της θάλασσας. Μπροστά τους πρόβαλε η βραχονησίδα Παραπόλα. Στην αρχή δεν ήταν παρά μια μικρή σκοτεινή κουκκίδα στο βάθος του αστροφώτιστου ορίζοντα. Όσο όμως το καράβι πλησίαζε, η άμορφη σκιά αποκτούσε σχήμα και όγκο, σαν να αναδυόταν αργά μέσα από τη θάλασσα για να τους καλωσορίσει στο πρώτο βήμα της μεγάλης τους ξενιτιάς.
Και πίσω, πολύ μακριά πια, μια άλλη σκοτεινή κουκκίδα, καταμεσής του Μυρτώου Πελάγους, ξεχώριζε ακόμη. Ήταν ο πελώριος βράχος της Μονεμβασιάς. Η αγέρωχη καστροπολιτεία απομακρυνόταν ολοένα, σαν πέτρινο καράβι αγκυροβολημένο αιώνες τώρα ανάμεσα στον ουρανό και στη θάλασσα.
«Κυρά Μονοβασιά μου, πέτρινο καράβι μου.
Χιλιάδες οι φλόκοι σου και τα πανιά σου.
Κι όλο ασάλευτη μένεις να με αρμενίζεις μες στην οικουμένη.»
Έτσι ύμνησε ο Γιάννης Ρίτσος τον γενέθλιο τόπο του. Εκείνον τον μοναχικό βράχο, την αρχαία Άκρα Μινώα, που, σύμφωνα με την παράδοση και τις ιστορικές μαρτυρίες, αποκόπηκε από την Πελοπόννησο ύστερα από ισχυρό σεισμό τον 4ο αιώνα μ.Χ., παίρνοντας τη μορφή που διατηρεί ως σήμερα.
Ο Αλκιβιάδης δεν γνώριζε τότε ούτε την ιστορία του βράχου ούτε τους στίχους του ποιητή. Εκείνο που ήξερε ήταν πως, όσο το καράβι απομακρυνόταν, τόσο εκείνος ένιωθε πως άφηνε πίσω του ολόκληρη τη ζωή του.
Είχε πια σχεδόν νυχτώσει.

Η συνέχεια στο...
Click to Open
Άφιξη στο Λιμάνη του Πειραιά!
.....

0 comments:

Δημοσίευση σχολίου

 
Web Informer Button