....Μια καλοκαιρινή μέρα, προς το τέλος της δεκαετίας του 1980. Βρισκόμουν αραγμένος στην πρύμνη ενός φορτηγού πλοίου γενικού φορτίου, ταξιδεύοντας στον ποταμό Ορινόκο με προορισμό το λιμάνι του Πουέρτο Ορντάς, βαθιά στο εσωτερικό της Βενεζουέλας. Ρεμβάζοντας την άγρια ομορφιά της φύσης, άφηνα τη σκέψη μου να περιπλανιέται σε φιλοσοφικούς δρόμους. Ήταν η ώρα που ο ήλιος ετοιμαζόταν να μας αποχαιρετήσει, η στιγμή που η φύση μοιάζει να επιτελεί καθημερινά το ίδιο μικρό θαύμα. Κάθε δειλινό, σχεδόν την ίδια ώρα και πάνω στον ίδιο ουράνιο καμβά, ζωγράφιζε με τα πιο απίθανα χρώματα τη μεγαλοπρεπή έξοδο του ουράνιου αναχωρητή. Σε εκείνο το φωτεινό μεταίχμιο ανάμεσα στη μέρα και τη νύχτα, τα πάντα γύρω λούζονταν από μια λάμψη σχεδόν θεϊκή, σαν ο κόσμος να κρατούσε για λίγο την ανάσα του πριν παραδοθεί στη σιωπή του σούρουπου.Μυριάδες πορφυροκόκκινες πινελιές βάφουν τον ορίζοντα, λούζουν με απόκοσμο φως τα νερά του θηριώδους ποταμού και διαπερνούν τα δαντελένια σύννεφα. Ο ήλιος βουτά στα δυτικά, πίσω από τις μακρινές οροσειρές, σαν κυνηγημένο πουλί που αναζητά καταφύγιο. Ο χρόνος μοιάζει να παγώνει, σαν να επιθυμεί να κρατήσει αυτή την εικόνα ζωντανή για πάντα. Εκείνες τις στιγμές τα λόγια περισσεύουν. Μόνο οι καρδιές χτυπούν πιο δυνατά και η σκέψη αφήνεται να ταξιδέψει πέρα από τον ορίζοντα, σε τόπους που μόνο η φαντασία γνωρίζει. Μέσα σ' εκείνο το ηλιοβασίλεμα, με όλη την ομορφιά και τη μεγαλοπρέπεια της φύσης που μας αγκάλιαζε, ήρθε και κάθισε δίπλα μου ο γραμματικός του πλοίου.
«Χμ…», σκέφτηκα. Από την έκφρασή του καταλάβαινα πως οι έγνοιες της επίπονης δουλειάς, ύστερα από ένα δύσκολο και εξαντλητικό εικοσιτετράωρο, εξακολουθούσαν να τον κρατούν σε διαρκή υπερένταση. Αναζητούσα έναν τρόπο να τον αποσπάσω από τις σκέψεις της εργασίας, να μην τις αφήσω να τον συντροφεύουν ούτε σ' αυτές τις λιγοστές ώρες της ανάπαυσής του. Άλλωστε, μπροστά σε μια τόσο μαγευτική δύση, θα ήταν κρίμα να μη χαρίσει στον εαυτό του λίγες στιγμές γαλήνης. Άλλωστε, οι βάρδιες στη γέφυρα είχαν διακοπεί προσωρινά, ώστε να έχει λίγο ελεύθερο χρόνο πριν από την είσοδό μας στα δύσκολα, από κάθε άποψη, λιμάνια του ποταμού. Έμεινε για αρκετή ώρα βυθισμένος στις σκέψεις του, σιωπηλός, σαν να πάλευε με όσα κουβαλούσε μέσα του. Δεν θέλησα να εκείνη τη σιωπή. Περίμενα υπομονετικά, ώσπου, όταν ένιωσα πως είχε αρχίσει να γαληνεύει, τον παρακίνησα να συνεχίσει την αφήγηση που είχαμε διακόψει την προηγούμενη μέρα! Tην εξομολόγηση για τα κρυφά, τα ανομολόγητα πάθη του και τις μικρές, ασήμαντες αμαρτίες που εξακολουθούσαν να βαραίνουν τη συνείδησή του.
Αυτά που δεν λες, αυτά που δεν ζεις, αυτά που δεν θέλεις να παραδεχτείς ούτε στον ίδιο σου τον εαυτό, είναι τελικά εκείνα που σε δυναστεύουν. Έχω καταλάβει πως οι συναισθηματικές του προκλήσεις τον καταπιέζουν σε τέτοιο βαθμό, ώστε πολλές φορές νιώθει την ανάγκη να δραπετεύσει, να βρει ένα κάλεσμα για φυγή. Κι αν σε αυτό προσθέσεις τον αισιόδοξο, ανέμελο χαρακτήρα του —την έμφυτη τάση του να μην επιβαρύνει κανέναν με τις δικές του σκοτούρες— γίνεται ακόμη πιο κατανοητό γιατί επιλέγει συχνά τη σιωπή αντί της εξομολόγησης.
Κάθισε πιο αναπαυτικά και άφησε τις σκέψεις του ελεύθερες να σμίξουν με τον ορίζοντα, καθώς το ηλιοβασίλεμα γινόταν ο καμβάς πάνω στον οποίο ξεδιπλωνόταν ολόκληρη η ανάλυση του καημού του έρωτα που κουβαλούσε στα σπλάχνα του. Παρασυρμένος από τα εφήμερα πάθη και τα πρωτόγνωρα ερωτικά σκιρτήματα που του είχε ξυπνήσει η νεαρή κυρία, βυθιζόταν ολοένα και περισσότερο στις σκέψεις του. Τόμοι ολόκληροι έχουν γραφτεί και ποτάμια δακρύων έχουν χυθεί για ιστορίες σαν κι αυτή. Γιατί ο έρωτας, όσο μοναδικός κι αν μοιάζει σε εκείνον που τον βιώνει, κουβαλά πάντοτε κάτι από τη διαχρονική ανθρώπινη μοίρα: την ελπίδα, την αυταπάτη, την προσμονή και, συχνά, την απώλεια.
Αυτά που δεν λες, αυτά που δεν ζεις, αυτά που δεν θέλεις να παραδεχτείς ούτε στον ίδιο σου τον εαυτό, είναι τελικά εκείνα που σε δυναστεύουν. Έχω καταλάβει πως οι συναισθηματικές του προκλήσεις τον καταπιέζουν σε τέτοιο βαθμό, ώστε πολλές φορές νιώθει την ανάγκη να δραπετεύσει, να βρει ένα κάλεσμα για φυγή. Κι αν σε αυτό προσθέσεις τον αισιόδοξο, ανέμελο χαρακτήρα του —την έμφυτη τάση του να μην επιβαρύνει κανέναν με τις δικές του σκοτούρες— γίνεται ακόμη πιο κατανοητό γιατί επιλέγει συχνά τη σιωπή αντί της εξομολόγησης.
Κάθισε πιο αναπαυτικά και άφησε τις σκέψεις του ελεύθερες να σμίξουν με τον ορίζοντα, καθώς το ηλιοβασίλεμα γινόταν ο καμβάς πάνω στον οποίο ξεδιπλωνόταν ολόκληρη η ανάλυση του καημού του έρωτα που κουβαλούσε στα σπλάχνα του. Παρασυρμένος από τα εφήμερα πάθη και τα πρωτόγνωρα ερωτικά σκιρτήματα που του είχε ξυπνήσει η νεαρή κυρία, βυθιζόταν ολοένα και περισσότερο στις σκέψεις του. Τόμοι ολόκληροι έχουν γραφτεί και ποτάμια δακρύων έχουν χυθεί για ιστορίες σαν κι αυτή. Γιατί ο έρωτας, όσο μοναδικός κι αν μοιάζει σε εκείνον που τον βιώνει, κουβαλά πάντοτε κάτι από τη διαχρονική ανθρώπινη μοίρα: την ελπίδα, την αυταπάτη, την προσμονή και, συχνά, την απώλεια.
.........Άνοιξα την πόρτα του ταξί και, μόλις πάτησα το πόδι μου έξω, ένα κύμα ζέστης με χτύπησε καταπρόσωπο, σαν να είχα μόλις αποβιβαστεί από αεροπλάνο σε κάποιο αεροδρόμιο της κεντρικής Αφρικής. Μπροστά μου απλωνόταν η μεγάλη μαρίνα, γεμάτη σκάφη που λικνίζονταν νωχελικά στα ήρεμα νερά. Πίσω μου, μια μικρή πλατεία, κρυμμένη μέσα στο πράσινο, στεκόταν σαν όαση δροσιάς μέσα στην αποπνικτική ατμόσφαιρα εκείνης της ζεστής καλοκαιρινής ημέρας.. Βρέθηκα μπροστά στο κτίριο με τον αριθμό που ανέγραφε η κάρτα ως έδρα της εταιρείας. Έριξα μια ερευνητική ματιά στην είσοδο και γρήγορα εντόπισα τον όροφο όπου στεγάζονταν τα γραφεία που αναζητούσα. Βγαίνοντας από τον ανελκυστήρα, ένας μακρύς διάδρομος με οδήγησε σε μια ευρύχωρη αίθουσα, λουσμένη στο φυσικό φως. Άφησα το βλέμμα μου να περιπλανηθεί στον χώρο. Στη σειρά απλώνονταν γραφεία, πίσω από τα οποία γυναίκες και άνδρες εργάζονταν αθόρυβα, με τα δάχτυλά τους να χορεύουν πάνω στα πληκτρολόγια ή να απαντούν σε τηλεφωνικές κλήσεις. Ο χώρος έσφυζε από μια συγκρατημένη κινητικότητα, από εκείνη τη διακριτική, οργανωμένη ένταση που μαρτυρά ότι όλα λειτουργούν με ακρίβεια.Την είδα όρθια μπροστά στο μεγάλο φωτοτυπικό μηχάνημα, να περιμένει υπομονετικά τις σελίδες που ξεπρόβαλλαν μία-μία. Φορούσε ένα απαλό γκρι παντελόνι, σε απόχρωση πλυμένης στάχτης, που αγκάλιαζε διακριτικά τη σιλουέτα της και κατέληγε λίγο πάνω από τους αστραγάλους, αναδεικνύοντας τις καλλίγραμμες, αθλητικές γάμπες της. Το συνδύαζε με ένα αμάνικο βαμβακερό πόλο σε ζωηρό ηλεκτρίκ μπλε, με ανασηκωμένο γιακά, που εφάρμοζε άψογα πάνω στο σώμα της. Μια φαρδιά ζώνη σε σκούρα μολυβί απόχρωση τόνιζε τη λεπτή της μέση, ενώ ένα ζευγάρι μπεζ ξώφτερνες γόβες ολοκλήρωνε το σύνολο με διακριτική κομψότητα. Καθώς τεντώθηκε για να φτάσει τις τελευταίες σελίδες, οι κινήσεις της είχαν μια φυσική, αβίαστη χάρη. Ψηλή, λυγερή και ευθυτενής, έμοιαζε να κινείται με την άνεση ανθρώπου που αισθανόταν απόλυτα συμφιλιωμένος με τον εαυτό του. Τα μεγάλα, σκούρα μάτια της είχαν μια ιδιαίτερη λάμψη, ενώ τα πλούσια καστανά μαλλιά της κυμάτιζαν απαλά στους ώμους της, σαν να τα άγγιζε διαρκώς ένα ανεπαίσθητο αεράκι. Τη στιγμή που σήκωσε το δεξί της χέρι για να τακτοποιήσει τις φωτοτυπίες, πρόσεξα τη βέρα στο δάχτυλό της. Η εικόνα εκείνη με αιφνιδίασε. Για μια στιγμή αναρωτήθηκα πώς να ήταν ο άντρας που είχε σταθεί αρκετά τυχερός ώστε να μοιράζεται τη ζωή του μαζί της. Ένα ανεπαίσθητο τσίμπημα ζήλιας με διαπέρασε· τόσο ξαφνικό και τόσο αληθινό, που με ξάφνιασε ακόμη και εμένα.
Την παρακολούθησα να κατευθύνεται προς το γραφείο της. Το παράστημα της απέπνεε μια αβίαστη κομψότητα, ενώ κάθε της βήμα είχε έναν φυσικό, ανεπιτήδευτο ρυθμό που αιχμαλώτιζε το βλέμμα μου. Δεν μπορούσα να πάρω τα μάτια μου από πάνω της· το λικνιστό βάδισμά της είχε κάτι το μαγνητικό, κάτι που με αναστάτωνε χωρίς να μπορώ να εξηγήσω το γιατί. Ένιωθα να παρασύρομαι σε έναν κόσμο όπου οι σκέψεις δεν γεννιούνται στο μυαλό, αλλά αναβλύζουν από την καρδιά. Ήταν ένα συναίσθημα που νόμιζα πως είχα ξεχάσει, κι όμως εκείνη τη στιγμή επέστρεφε με διπλάσια δύναμη, αφήνοντάς με ανυπεράσπιστο απέναντί του. Προσπάθησα να επανέλθω στην πραγματικότητα. Ρώτησα ποιος ήταν ο υπεύθυνος πληρωμάτων. «Το γραφείο εκεί», μου απάντησαν, δείχνοντάς μου προς την άκρη της αίθουσας. Ακολούθησα με το βλέμμα την κατεύθυνση που μου υπέδειξαν. Ήταν εκείνη.
Ζαλισμένος και στιγμιαία αποπροσανατολισμένος, έμεινα ασάλευτος για λίγα δευτερόλεπτα που μου φάνηκαν ατελείωτα. Την κοίταξα σαν να την αντίκριζα εκείνη ακριβώς τη στιγμή για πρώτη φορά, λες και όλα όσα είχα παρατηρήσει νωρίτερα δεν ήταν παρά μια αμυδρή προετοιμασία για την πραγματική της παρουσία. Σήκωσε το βλέμμα της προς το μέρος μου και μου χάρισε ένα από εκείνα τα πλατιά, φωτεινά χαμόγελα που έχουν τη δύναμη να μεταμορφώνουν ολόκληρο έναν χώρο. Ένιωσα το βλέμμα της να με αγγίζει με μια ζεστασιά που δεν περίμενα. Όταν μίλησε, η φωνή της είχε ένα πλούσιο, μεστό ηχόχρωμα, ευχάριστο και καθησυχαστικό. Άπλωσε το χέρι της για να με χαιρετήσει. Η χειραψία της ήταν σταθερή και ειλικρινής. Για μια στιγμή μου φάνηκε πως το χέρι της έμεινε μέσα στο δικό μου περισσότερο απ’ όσο όριζαν οι κανόνες της ευγένειας, ίσως γιατί ο χρόνος είχε αρχίσει να κυλά διαφορετικά για μένα. Η πρώτη εντύπωση που σχημάτισα ήταν εκείνη μιας εξαιρετικά ευχάριστης γυναίκας. Σεμνής, προσιτής και διαλλακτικής. Πίσω από την επαγγελματική της παρουσία διέκρινες μια λεπτότητα χαρακτήρα και μια πνευματική καλλιέργεια που σπάνια αποκαλύπτονται τόσο γρήγορα σε μια πρώτη γνωριμία.
.......Όταν ολοκλήρωσε την αφήγησή του, έμεινε για λίγη ώρα βυθισμένος στις σκέψεις του. Έμοιαζε με ποιητή που, παρασυρμένος από τον ερωτικό του καημό, μετουσιώνει το μαρτύριο του σε αισθητική δημιουργία, σε πνευματική ομορφιά, αναζητώντας μέσα από τις λέξεις τη λύτρωση που δεν του χάρισε η ζωή. Ύστερα, με ένα απότομο τίναγμα, σαν να ξυπνούσε από βαθιά ονειροπόληση, επέστρεψε στην πραγματικότητα. Περιέφερε το βλέμμα του γύρω του και στο τέλος το κάρφωσε πάνω μου, σαν να περίμενε μια απάντηση, μια επιβεβαίωση ή έστω μια λέξη.
Εγώ, όμως, έμεινα σιωπηλός. Δεν είπα τίποτα.
Αυτός ήταν ο γραμματικός του πλοίου μας. Ένας άνθρωπος που ξεχείλιζε από ζωή και πάθος και που αφηγούνταν τον τελευταίο του ερωτικό καημό με την ποιητική άδεια που μόνο οι βαθιά ερωτευμένοι δικαιούνται να παίρνουν. Ήταν ένας όμορφος νεαρός άνδρας, γεμάτος ζωντάνια και αστείρευτη ενεργητικότητα. Η παρουσία του απέπνεε μια αβίαστη αρρενωπότητα, ενώ τα ξανθά του μαλλιά και το αετίσιο, διαπεραστικό βλέμμα του συμπλήρωναν μια φυσιογνωμία που δύσκολα περνούσε απαρατήρητη. Πίσω όμως από την εξωστρεφή του εικόνα έκρυβε μια ευαισθησία που αποκαλυπτόταν μόνο όταν μιλούσε για τον έρωτα.
Περίμενε υπομονετικά να διαβάσει την αντίδρασή μου. Όσο, όμως, εγώ σιωπούσα, τόσο η προσμονή μεγάλωνε και η περιέργειά του γινόταν σχεδόν απτή. Δεν μπόρεσα να μην το βρω διασκεδαστικό, η ίδια η αναμονή τον είχε αιχμαλωτίσει περισσότερο κι από την απάντηση που περίμενε.
«Πώς είναι να διηγείσαι ξανά και ξανά μια επιθυμία τόσο παλιά όσο και ο ίδιος ο άνθρωπος;» τον ρώτησα τελικά. Κράτησα για λίγο το βλέμμα μου πάνω στα ανοιχτοκάστανα μάτια του και συνέχισα:
«Νομίζω πως κάθε φορά που την αφηγείσαι, ξυπνά μέσα σου εκείνη η κρυφή ορμή να δοκιμάσεις ξανά τα όριά σου, να περπατήσεις στα μονοπάτια της περιπέτειας και να αντικρίσεις το άγνωστο που κατοικεί στα πιο σκοτεινά βάθη της ψυχής σου.»
«Μάστορα, το έχουμε ξαναπεί. Η δική σου καρδιά είναι χτισμένη με σκληρούς, άκαμπτους νορβηγικούς γρανίτες.» Μου χαμογέλασε πειρακτικά. «Ο έρωτας είναι παράξενο πράγμα. Σου χαρίζει μια μέθη που δεν ζαλίζει μόνο την καρδιά· τυλίγει και το μυαλό, αλλάζει τις σκέψεις, τις βεβαιότητες και, πριν το καταλάβεις, σε οδηγεί σε δρόμους που άλλοτε δεν θα τολμούσες ούτε να κοιτάξεις.»
«Ίσως να δείχνω απόμακρος ή ακόμη και παράξενος στον τρόπο που αντιμετωπίζω τις σχέσεις με το άλλο φύλο. Μην ξεχνάς, όμως, πως το «φαίνομαι» και το «είμαι» σπάνια ταυτίζονται. Η εικόνα που εκπέμπουμε είναι πολλές φορές μια σκιά της πραγματικής μας φύσης.» Του απάντησα με ύφος σχεδόν ακαδημαϊκό, σαν να εξετάζαμε μια φιλοσοφική έννοια κι όχι τις αδυναμίες της ανθρώπινης καρδιάς.
««Ο έρωτας βλέπει όχι με τα μάτια, αλλά με το μυαλό», είχε γράψει κάποτε ένας μεγάλος συγγραφέας. Κι εγώ πιστεύω πως η αγάπη δεν είναι απλώς ένα συναίσθημα που αστράφτει σαν νεραϊδόσκονη. Είναι κάτι που ωριμάζει, δοκιμάζεται και, όταν είναι αληθινό, αντέχει πολύ περισσότερο από την πρώτη του λάμψη.» Συνέχισα τον αντίλογο μου, κρατώντας τον ίδιο φιλικό τόνο με τον οποίο μου είχε απευθυνθεί, αποδεχόμενος τη σπόντα του περισσότερο ως ένδειξη οικειότητας παρά ως πρόκληση.
Το βλέμμα του ταξίδεψε αργά γύρω του, ώσπου χάθηκε στην άκρη του ορίζοντα. Αυτή τη φορά ήταν η δική του σειρά να σωπάσει.
«Σε καταλαβαίνω. Η έξαψη βρίσκει εύκολα τον δρόμο της και φωλιάζει χαμηλά, στην κοιλιά, σαν φίδι που ξυπνάει από τον λήθαργό του.» Τον πείραξα γελώντας, με τις καλύτερες προθέσεις και μια διάθεση ανάλαφρη, σχεδόν συντροφική.
«Καλωσόρισες στην παρέα των φευγάτων», μου είπε χαρούμενα. Κούνησε το κεφάλι και χαμογέλασε πλατιά, μ' εκείνο το γνώριμο, αυθόρμητο γέλιο που φώτιζε το πρόσωπό του κάθε φορά που τον πείραζα καλόκαρδα. Σε λίγο γελούσαμε κι οι δυο με την καρδιά μας, σαν να είχε διαλυθεί κάθε ίχνος σοβαρότητας από τη συζήτησή μας.
«Μάστορα, κάπου διάβασα κι εγώ πως η φαντασία έχει τρεις πιστούς υπηρέτες: τον ερωτευμένο, τον ποιητή και τον τρελό.» Το είπε με τη γνώριμη μαλακή φωνή του. Εκείνη τη στιγμή έμοιαζε ο πιο καλόκαρδος νέος του κόσμου. Το πρόσωπό του ήταν καθαρό, σχεδόν φωτεινό, και το χαμόγελό του είχε μια αφοπλιστική αθωότητα που δύσκολα μπορούσε να προσποιηθεί κανείς.
Στο αυγουστιάτικο σούρουπο το πλοίο μας προχωρούσε αργά μέσα από ένα πλατύ κανάλι, μίλια μακριά από το σημείο όπου τα νερά του τεράστιου ποταμού ξεχύνονταν στον Ατλαντικό Ωκεανό. Γλυκού νερού δελφίνια, με ασημένιες και ρόδινες ανταύγειες πάνω στο σώμα τους, ξεφυσούσαν και κυλούσαν νωχελικά στην επιφάνεια, σαν να μας κρατούσαν συντροφιά μέσα στην απέραντη μοναξιά του ταξιδιού. Η ατμόσφαιρα ήταν γαλήνια και διάφανη, κι όμως το τοπίο απέπνεε μια πρωτόγονη αγριάδα. Μακριά, προς τα δυτικά, λίγα σύννεφα άρχιζαν να υψώνονται στον ορίζοντα. Το βλέμμα αγκάλιαζε την πυκνή, σκουροπράσινη βλάστηση που σκέπαζε σαν αδιάσπαστος μανδύας τους χαμηλούς λόφους, τους οποίους διέκοπταν βαθιές, σκοτεινές κοιλάδες. Ανάμεσά τους χάνονταν μονοπάτια που, το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου, παρέμεναν αδιάβατα. Πιο πέρα απλωνόταν η πυκνή ζούγκλα, αχανής και ανεξερεύνητη, που εκτεινόταν για χιλιάδες χιλιόμετρα, τυλιγμένη στη θαμπή αχλή της ζέστης, σαν ένας κόσμος που αντιστεκόταν πεισματικά στην ανθρώπινη παρουσία.
Όταν φτάνει η εποχή των βροχών, από τον Μάιο έως τον Νοέμβριο, ο ποταμός φουσκώνει και τα νερά του ξεχειλίζουν, κατακλύζοντας αχανείς εκτάσεις καλλιεργήσιμης γης και βοσκοτόπων. Εκεί όπου λίγους μήνες πριν απλώνονταν χωράφια και λιβάδια, απλώνεται τώρα μια ατέλειωτη υδάτινη επιφάνεια.
Είναι ένας ποταμός των αντιθέσεων· μια υδάτινη αρτηρία που εδώ και αιώνες ισορροπεί στο μεταίχμιο της πολιτισμικής αλλαγής. Από τις απομονωμένες πηγές του, όπου ακόμη επιβιώνουν κοινότητες αποκομμένες από τον σύγχρονο κόσμο, έως τις εκβολές του στον Ατλαντικό, ενώνει τόπους, ανθρώπους και εποχές που μοιάζουν να ανήκουν σε διαφορετικούς κόσμους.
Τον θυμάμαι όταν τον πρωτογνώρισα. Μου είχε εξομολογηθεί πως ήταν παράφορα ερωτευμένος με μια όμορφη γιατρό ισπανικής καταγωγής από το Caracas, την πρωτεύουσα της Venezuela.
«Αγιάτρευτος έρωτας», μου έλεγε κάθε φορά που η κουβέντα έφερνε το όνομά της. Εκείνη τον είχε επισκεφθεί σε τρία ή τέσσερα λιμάνια της Caribbean Sea. Ταξίδευε αεροπορικώς και ερχόταν στο πλοίο μόνο και μόνο για να περάσει λίγες ώρες μαζί του. Ήταν από εκείνες τις μικρές, κλεμμένες συναντήσεις που κρατούν ελάχιστα, αλλά αρκούν για να θρέψουν έναν μεγάλο έρωτα.
Του θύμισα κάποιες ιστορίες που ταξίδευαν από στόμα σε στόμα πάνω στα κύματα, ιστορίες που αναφέρονταν στα παράξενα καμώματα του έρωτά του με την κυρία.
«Μάστορα, μην ακούς τις ιστορίες. Προσπαθούν να με διαβάλουν», είπε χαμογελώντας με νόημα.
«Οι φήμες, πάντως, επιμένουν και ολοένα φουντώνουν. Λένε πως κινδυνεύεις να καείς από ένα φλογερό ειδύλλιο», του απάντησα.
Απολάμβανα τον μυρωδάτο διπλό εσπρέσο μαζί με το κρουασάν μου, ενώ οι σκέψεις μου περιπλανιόνταν προσπαθώντας να ψυχογραφήσουν τον φίλο μου. Κάθε καινούργια γνωριμία ήταν γι' αυτόν η αρχή ενός νέου κεφαλαίου, μια εμπειρία που τη βίωνε με πάθος, σαν να μπορούσε κάθε φορά να τον οδηγήσει στον μεγάλο έρωτα που αναζητούσε. Τον παρατηρούσα για λίγο σιωπηλός. Έπειτα τον ρώτησα:«Έχεις διαβάσει εκείνο το ποίημα για τον μεταλλωρύχο που έσκαβε αδιάκοπα στα βάθη της γης, αναζητώντας τον θησαυρό που ονειρευόταν να βρει;»
ΤΗ ερώτησή μου τού φάνηκε παράξενη. Για μια στιγμή με κοίταξε απορημένος, σαν να προσπαθούσε να μαντέψει πού απέβλεπα.
……«Βράχε γίνε κομμάτια
έτσι όπως σε χτυπώ με το βαρύ σφυρί
για ν’ ακουστεί ο κρότος σου ως τον ουρανό!
Εκεί κάτω πρέπει να ανοίξω το δρόμο μου
προς ένα τέρμα που μόλις τολμώ να φανταστώ
Άραγε λάθεψα; Αυτό το μονοπάτι
δεν οδηγεί στο φως
Αν ψάχνω προς τα πάνω
το φως με τυφλώνει.
Όχι, πρέπει να κατέβω στα σπλάχνα της γης,
Εκεί που βασιλεύει νύχτα…
Βαρύ σφυρί άνοιξε μου το δρόμο.
Που πάει ολόισα στη καρδιά της φύσης.»….***
«Μπορείς να το πεις στην απλή γλώσσα; Στην καθημερινή διάλεκτο που καταλαβαίνει η κοινή λογική;» μου απάντησε χαμογελώντας.
«Το ποίημα είναι σαν τις Περσείδες που ίσως σταθούμε τυχεροί και δούμε απόψε να διασχίζουν τον έναστρο ουρανό. Εκείνη τη βροχή από πεφταστέρια που κάθε Αύγουστο κάνει ακόμη και τους λιγότερο ρομαντικούς να σηκώνουν το βλέμμα ψηλά.
Απολάμβανα τον μυρωδάτο διπλό εσπρέσο μαζί με το κρουασάν μου, ενώ οι σκέψεις μου περιπλανιόνταν προσπαθώντας να ψυχογραφήσουν τον φίλο μου. Κάθε καινούργια γνωριμία ήταν γι' αυτόν η αρχή ενός νέου κεφαλαίου, μια εμπειρία που τη βίωνε με πάθος, σαν να μπορούσε κάθε φορά να τον οδηγήσει στον μεγάλο έρωτα που αναζητούσε. Τον παρατηρούσα για λίγο σιωπηλός. Έπειτα τον ρώτησα:«Έχεις διαβάσει εκείνο το ποίημα για τον μεταλλωρύχο που έσκαβε αδιάκοπα στα βάθη της γης, αναζητώντας τον θησαυρό που ονειρευόταν να βρει;»
ΤΗ ερώτησή μου τού φάνηκε παράξενη. Για μια στιγμή με κοίταξε απορημένος, σαν να προσπαθούσε να μαντέψει πού απέβλεπα.
……«Βράχε γίνε κομμάτια
έτσι όπως σε χτυπώ με το βαρύ σφυρί
για ν’ ακουστεί ο κρότος σου ως τον ουρανό!
Εκεί κάτω πρέπει να ανοίξω το δρόμο μου
προς ένα τέρμα που μόλις τολμώ να φανταστώ
Άραγε λάθεψα; Αυτό το μονοπάτι
δεν οδηγεί στο φως
Αν ψάχνω προς τα πάνω
το φως με τυφλώνει.
Όχι, πρέπει να κατέβω στα σπλάχνα της γης,
Εκεί που βασιλεύει νύχτα…
Βαρύ σφυρί άνοιξε μου το δρόμο.
Που πάει ολόισα στη καρδιά της φύσης.»….***
«Δηλαδή, τι θέλει να πει το ποίημα;» αναρωτήθηκε.
Κρατώντας το ποτήρι με την παγωμένη σανγκρία, χαμήλωσε το βλέμμα και το περιεργάστηκε για λίγο, σαν να περίμενε πως κάπου μέσα στις κόκκινες ανταύγειες της κρυβόταν η απάντηση. Ύστερα σήκωσε ξανά τα μάτια του και με κοίταξε ερευνητικά.
«Προσπαθώ να ζωγραφίσω το πορτρέτο σου», του είπα χαμογελώντας. «Κι όσο σε παρατηρώ, τόσο πείθομαι πως κάθε καινούργια γνωριμία γίνεται για σένα ένα ακόμη ταξίδι. Κάθε συναίσθημα ξεπερνά το προηγούμενο σε ένταση, γιατί μέσα σε κάθε γυναίκα αναζητάς, συνειδητά ή ασυνείδητα, την ίδια ανεκπλήρωτη υπόσχεση του μεγάλου έρωτα.»«Μπορείς να το πεις στην απλή γλώσσα; Στην καθημερινή διάλεκτο που καταλαβαίνει η κοινή λογική;» μου απάντησε χαμογελώντας.
«Το ποίημα είναι σαν τις Περσείδες που ίσως σταθούμε τυχεροί και δούμε απόψε να διασχίζουν τον έναστρο ουρανό. Εκείνη τη βροχή από πεφταστέρια που κάθε Αύγουστο κάνει ακόμη και τους λιγότερο ρομαντικούς να σηκώνουν το βλέμμα ψηλά.
Ίσως γι' αυτό μου θυμίζουν τον μύθο της Δανάης· εκείνη τη χρυσή βροχή με την οποία ο Δίας την επισκέφθηκε, χαρίζοντας στον κόσμο τον Περσέα. Άλλο ο μύθος κι άλλο οι Περσείδες, κι όμως και τα δύο μιλούν στην ίδια ανθρώπινη ανάγκη: να πιστέψεις πως, κάποτε, κάτι φωτεινό θα πέσει από τον ουρανό και θα αλλάξει τη ζωή σου.»
Πρόκειται για μια βροχή αστεριών. Αποτελείται από υπολείμματα του κομήτη Swift-Tuttle που κάνει μια πλήρη περιφορά γύρω από τον ήλιο κάθε 130 χρόνια. Οι διάττοντες αστέρες που παρατηρούμε είναι τα σωματίδια σκόνης και βράχων που άφησε πίσω του ο κομήτης αυτός κατά την πορεία του μέσα από το ηλιακό μας σύστημα. Το όνομά τους οφείλεται στο βόρειο αστερισμό του Περσέα, όπου βρίσκεται και το σημείο εκκίνησης τους. Το φαινόμενο αυτό παρατηρείται εδώ και δυο χιλιάδες χρόνια. Με κοίταξε παράξενα γεμάτος ευφορία, στη συνέχεια γύρισε το βλέμμα του αφήνοντας το να χαθεί στο μακρινό ορίζοντα, έβλεπε τ’ αστέρια καθώς κρυβόταν ένα, ένα, πίσω από τα σύννεφα που έφταναν από τη δύση κάνοντας το τοπίο μελαγχολικό. Γύρισε με κοίταξε για λίγο ερευνητικά, σαν να ήμουν μηχάνημα που έκαιγε κάποιο άγνωστο μέχρι τότε καύσιμο. Χάνοντας κάθε ενδιαφέρον, γύρισε το βλέμμα του προς τον ουρανό και η συζήτησή μας ξέφτισε. «Δεν είναι αυτός για τέτοιες κουβέντες, πρέπει να είπε μέσα του.» Σαν από μηχανής θεός, μια σκιά φάνηκε στην αλέα της πρύμνης. Καθώς πλησίαζε και το φως αποκάλυπτε σιγά σιγά τα χαρακτηριστικά της, διακρίναμε τον τρίτο πλοίαρχο του πλοίου. Ήταν ένα νεαρό, γοητευτικό παλικάρι από την Κρήτη, που ήρθε χαμογελώντας να προστεθεί στην παρέα μας.
Τον καλωσορίσαμε με πειράγματα και μια θέση στο τραπέζι. Ήμουν βέβαιος πως η νύχτα μόλις άρχιζε και πως θα απλωνόταν μεγάλη, γεμάτη κουβέντες, γέλια και ιστορίες.
«Γιαννάκη, μόλις είχα αρχίσει να ανακρίνω τον φίλο μας, που κάθεται εκ δεξιών μου, για την τελευταία σας περιπέτεια στην Ιαπωνία. Έλα, λοιπόν, κάθισε δίπλα μας, πάρε ένα ποτήρι σανγκρία και διηγήσου την ιστορία με τον μοναδικό τρόπο που ξέρετε εσείς οι Κρητικοί να αφηγείστε.»
Έπεσε σιωπή. Από εκείνες τις σιωπές που γεννιούνται μόνο όταν όλοι περιμένουν κάτι να αρχίσει.
..... Βρισκόμαστε στο 1987, στο Kawasaki, μια μεγάλη βιομηχανική πόλη στο νησί Honshu, ανάμεσα στο Tokyo και τη Yokohama, στις ακτές του Tokyo Bay. Σημαντικός λιμένας και ένα από τα μεγαλύτερα βιομηχανικά κέντρα της χώρας, αποτελούσε τμήμα της αχανούς μητροπολιτικής ζώνης που απλωνόταν γύρω από το Τόκιο. Ξεφυλλίζοντας τον τουριστικό οδηγό, ανακαλύψαμε πως λίγα μόλις χρόνια νωρίτερα, το 1983, είχε ανοίξει τις πύλες του το Tokyo Disneyland. Το νέο θεματικό πάρκο είχε ήδη αποκτήσει τεράστια φήμη και θεωρούνταν ένας από τους δημοφιλέστερους τουριστικούς προορισμούς της Ιαπωνίας. Η ιδέα να το επισκεφθούμε γεννήθηκε σχεδόν αυθόρμητα. Αποφασίσαμε, λοιπόν, να αφιερώσουμε το Σαββατοκύριακο σε μια εκδρομή εκεί. Ήμασταν τρεις: ο γραμματικός, εγώ και ο δόκιμος μηχανικός, ένα καλό παιδί με καταγωγή από την περιοχή του Γυθείου.
Βρισκόμασταν στο τελευταίο Σάββατο του Ιουλίου. Στην απέναντι όχθη του ποταμού που διέσχιζε την περιοχή γιορταζόταν ένα από τα μεγάλα καλοκαιρινά φεστιβάλ της Ιαπωνίας, που κορυφωνόταν με μια εντυπωσιακή επίδειξη πυροτεχνημάτων. Από νωρίς το απόγευμα πλήθη κόσμου κατέκλυζαν τις όχθες του ποταμού, περιμένοντας το νυχτερινό θέαμα που κάθε χρόνο συγκέντρωνε εκατοντάδες χιλιάδες, αν όχι και πάνω από ένα εκατομμύριο, θεατές.
Βρισκόμασταν στο τελευταίο Σάββατο του Ιουλίου. Στην απέναντι όχθη του ποταμού που διέσχιζε την περιοχή γιορταζόταν ένα από τα μεγάλα καλοκαιρινά φεστιβάλ της Ιαπωνίας, που κορυφωνόταν με μια εντυπωσιακή επίδειξη πυροτεχνημάτων. Από νωρίς το απόγευμα πλήθη κόσμου κατέκλυζαν τις όχθες του ποταμού, περιμένοντας το νυχτερινό θέαμα που κάθε χρόνο συγκέντρωνε εκατοντάδες χιλιάδες, αν όχι και πάνω από ένα εκατομμύριο, θεατές.
Ήταν πέντε κορίτσια, μάλλον συμφοιτήτριες κάποιας κολεγιακής ομάδας. Νεαρές, γύρω στα δεκαοκτώ τους χρόνια, κομψές, με πλούσια μαύρα μαλλιά και αμυγδαλωτά μάτια που πρόδιδαν τη ζωηράδα της ηλικίας τους. Ήταν ντυμένες ομοιόμορφα. Φορούσαν λευκά, καλοσιδερωμένα πουκάμισα και κοντές γκριζογάλανες πλισέ φούστες με φαρδιές τιράντες που έπεφταν από τους λεπτούς ώμους τους. Λευκές αθλητικές κάλτσες έφταναν λίγο πιο κάτω από τα γόνατα, ενώ τα μαύρα δερμάτινα σκαρπίνια ολοκλήρωναν την προσεγμένη τους εμφάνιση. Η ομοιομορφία της ενδυμασίας τους, η ευγένεια των κινήσεών τους και η ανεπιτήδευτη χάρη της νιότης τους τραβούσαν αμέσως το βλέμμα, χωρίς να χρειάζονται τίποτε το επιτηδευμένο για να ξεχωρίζουν. Τα άβαφα πρόσωπά τους και τα διάφανα βλέμματά τους χάριζαν στη νεανική τους παρουσία μια αίσθηση σεμνότητας και αθωότητας.
Μάστορα, η εικόνα της σχολικής στολής έχει γίνει, εδώ και δεκαετίες, αντικείμενο της λαϊκής κουλτούρας και της φαντασίας..
Ο γραμματικός είχε έναν μοναδικό τρόπο να μαγνητίζει τις γυναίκες. Και, αν δεν κάνω λάθος, μάστορα, εσύ ήσουν που τον βάφτισες "άνθρωπο της θανατηφόρας έλξης". Από τότε το παρατσούκλι τού έμεινε.».
Στάθηκε απέναντί τους και τις παρακολουθούσε σιωπηλός. Τα πρόσωπά τους ακτινοβολούσαν από νιότη και ανεμελιά. Ξαφνικά, με μια κίνηση που κανείς μας δεν περίμενε, άρχισε να βγάζει το λευκό μεταξωτό πουκάμισό του, από φίνο ινδικό μετάξι. Η έκπληξη ζωγραφίστηκε στα πρόσωπα των κοριτσιών, ανακατεμένη με αμηχανία και περιέργεια. Το άπλωσε προσεκτικά στο έδαφος, σαν να έστρωνε ένα μικρό χαλί. Ύστερα γονάτισε μπροστά στην ψηλότερη, που έμοιαζε να είναι η αρχηγός της παρέας, και με μια θεατρική υπόκλιση την παρακάλεσε να περάσει πατώντας πάνω στο πουκάμισό του. Τα κορίτσια τον κοιτούσαν αποσβολωμένα, αδυνατώντας να πιστέψουν αυτό που εκτυλισσόταν μπροστά στα μάτια τους. Ύστερα ξέσπασαν σε γέλια, καθάρια και κελαρυστά, σαν ανοιξιάτικα τιτιβίσματα νεοσσών που γέμισαν τον αέρα με ζωντάνια. Η απρόσμενη αυτή χειρονομία είχε μετατρέψει τη στιγμή σε παιχνίδι και εκείνες την ακολούθησαν με την αθωότητα της ηλικίας τους.
Όταν, ύστερα από λίγη διστακτικότητα, η νεαρή κοπέλα αποφάσισε να του κάνει το χατίρι και πέρασε πάνω από το απλωμένο πουκάμισο, εκείνος το σήκωσε αμέσως στην αγκαλιά του. Το κράτησε με ευλάβεια, σαν να ήταν ένα πολύτιμο κειμήλιο, και με μια κίνηση γεμάτη τρυφερότητα ακούμπησε τα χείλη του επάνω του.
«Θησαυρέ μου, από τη στιγμή που σε είδα, ήθελα μόνο να σου χαρίσω ένα χαμόγελο. Να δω τα μάτια σου να λάμπουν από χαρά», είπε με μια βαθιά υπόκλιση.
Γοητευμένες από την προσωπικότητά του και το αδιαμφισβήτητο ταμπεραμέντο του, τα κορίτσια ανταποκρίθηκαν με έναν αυθορμητισμό που ούτε εμείς περιμέναμε. Η εξέλιξη της μικρής αυτής παράστασης ήταν απρόσμενη και το αποτέλεσμα εντυπωσιακό. Ο γραμματικός διέθετε ένα σπάνιο χάρισμα. Ήξερε να κερδίζει τους ανθρώπους σχεδόν ακαριαία, με το χιούμορ, τη ζεστασιά και τη θεατρικότητα των κινήσεών του. Ήταν ένας άνθρωπος που δύσκολα περνούσε απαρατήρητος. Κι έτσι, πάνω στο πλακόστρωτο της Ντίσνεϊλαντ, γεννήθηκαν τρεις κεραυνοβόλοι εφηβικοί έρωτες. Ή, τουλάχιστον, έτσι μας άρεσε να πιστεύουμε εκείνο το απόγευμα. Την ημέρα της αναχώρησης, η προβλήτα είχε γεμίσει με νεαρές κοπέλες που κρατούσαν λευκά μαντίλια και προσπαθούσαν να συγκρατήσουν τα δάκρυά τους. Άλλες χαμογελούσαν μέσα από τη συγκίνησή τους, άλλες έκλαιγαν χωρίς να νοιάζονται ποιος τις έβλεπε. Ο πιο δύσκολος αποχαιρετισμός, όμως, ήταν εκείνος του δόκιμου μηχανικού. Στη σκάλα του πλοίου είχε σφιχταγκαλιαστεί με την κοπέλα του και κανείς από τους δύο δεν έδειχνε διατεθειμένος να αφήσει τον άλλον. Έμεναν εκεί, βυθισμένοι στην αγκαλιά τους, σαν να πίστευαν πως, αν κρατιούνταν λίγο ακόμη, θα μπορούσαν να σταματήσουν τον χρόνο. Μόνο όταν λύθηκε και ο τελευταίος κάβος αναγκάστηκαν να χωριστούν. Εκείνος ανέβηκε αργά στο κατάστρωμα, ενώ εκείνη έμεινε στην προβλήτα να τον κοιτάζει ώσπου το πλοίο χάθηκε σιγά σιγά από μπροστά της.
«Αληθεύει μάστορα ότι το επόμενο ταξίδι είναι Ιαπωνικοί λιμένες;.» Με ρώτησαν αδημονώντας να μάθουν αν όντως αληθεύει.
«Είναι πολύ πιθανόν.» Τους απάντησα τόσο αφηρημένα και τόσο αόριστα.
Η έκφραση στο πρόσωπο του ανθυποπλοιάρχου έμοιαζε να επιβεβαιώνει αυτό που όλοι γνωρίζαμε, αλλά κανείς δεν έλεγε δυνατά: ο χωρισμός πονάει, ακόμη κι όταν ξέρεις πως είναι αναπόφευκτος.
Πονάει όταν σκέφτεσαι. Πονάει όταν θυμάσαι. Πονάει ακόμη και όταν έχει περάσει ο καιρός και έχεις αποκτήσει την απαραίτητη απόσταση, ελπίζοντας πως η λήθη θα απαλύνει τις αναμνήσεις.
Βλέποντας τη συγκίνηση να βαραίνει την ατμόσφαιρα, αποφάσισα να αλλάξω κουβέντα. Με ένα χαμόγελο και λίγη διάθεση για πείραγμα προσπάθησα να διώξω από πάνω μας το βάρος του αποχωρισμού.
«Νίκο, αληθεύει εκείνη η ιστορία με την όμορφη γιατρό από το Καράκας, που έχει ορκιστεί πως, όπου κι αν σε συναντήσει, θα σε ευνουχίσει;» τον ρώτησα γελώντας.
«Μάστορα, μην ακούς τι λένε. Φήμες είναι», απάντησε χαμογελώντας πονηρά.
«Για να είμαι απόλυτα ειλικρινής, οι ερωτικές σου περιπέτειες με μπερδεύουν αφάνταστα», του είπα με ύφος τόσο σοβαρό, που για μια στιγμή αναρωτήθηκε αν μιλούσα στ' αλήθεια. «Ξέρεις τι εννοώ... Πώς τα καταφέρνεις κάθε φορά;»
«Εσύ τι άποψη έχεις;» με ρώτησε.
«Η ερωτική επιθυμία δεν είναι κάτι που το εξηγείς ούτε κάτι που το καταλαβαίνεις απόλυτα», του απάντησα, δίνοντάς του επίτηδες μια νερόβραστη απάντηση. «Απλώς υπάρχει. Την ακούω στα κύματα που ψιθυρίζουν για μια ζεστή νύχτα με υγρασία, στο Μαρακαΐμπο, τότε που γνώρισες τη φιλήδονη Ιζαμπέλ και χορεύατε παθιασμένα, επαναλαμβάνοντας το “Live now. Life is short. Time is luck”.
Υποψιάζομαι πως κάτι έφτασε και στ' αυτιά της γιατρού για εκείνο το βράδυ. Κι οι φήμες λένε πως η κοπελιά δεν σηκώνει πολλά. Φυλάξου λοιπόν, και κράτα τον νου σου. Έχω δει ταύρο να ερωτεύεται και να μουγκρίζει σαν να τον τσίμπησε αλογόμυγα. Κι έχω δει τράγο να παίρνει από πίσω μια γίδα και να μην την αφήνει στιγμή από τα μάτια του. Ο έρωτας, φίλε μου, κάνει ακόμη και τα πιο περήφανα πλάσματα να ξεχνούν τον εαυτό τους.»
**.....Έγνων δὲ ἐγὼ καὶ ταῦρον ἐρασθέντα, καὶ ὡς οἴστρῳ πληγεὶς ἐμυκᾶτο· καὶ τράγον φιλήσαντα αἶγα, καὶ ἠκολούθει πανταχοῦ.
**Δάφνις και Χλόη.... Έλληνας Λόγγος, συγγραφέας του 3ου μ.Χ. αιώνα.
***Ο μεταλλωρύχος – Ερρίκος Ίψεν 1871





'

0 comments:
Δημοσίευση σχολίου