ADS

click to open

Παρασκευή 23 Δεκεμβρίου 2011

Halkenteros Captain! Part: II (To Tajidi Stin Anatoliki Akti)

Λιόγερμα, όταν ο Ήλιος που δύει θέλει να παίξει με τα φωτεινά του χρώματα, τότε ο καμβάς της ανοικτής θάλασσας με τον ορίζοντα γίνονται έργο τέχνης, όλα φαίνονταν να φλέγονται γύρω του με την πλάση βαμμένη στα χρώματα του.
Η αίσθηση είναι μοναδική και δεν μπορώ να σκεφτώ τις κατάλληλα καλύτερες  λέξεις για να μπορεί κανείς να περιγράψει το υπέροχο θέαμα.
Η ηλιοφάνεια που είχε επιστρέψει για τα καλά τις τελευταίες ημέρες στον Ατλαντικό ωκεανό. Το λαμπερό φως του απογευματινού Ήλιου φώτιζε το γραφείο του πλοιάρχου, όπου βρισκόμασταν αφού είχε  περάσει κάποιος χρόνος από το δείπνο των πέντε, όταν ο νεαρός Φιλιππινέζος ασυρματιστής του πλοίου κατέφθασε, κρατώντας στα χέρια του το νέο μετεωρολογικό δελτίο κάτωχρος και θορυβημένος, η αναστάτωση του ήταν εμφανής και τόσο έντονη, που μας έγινε εύκολα αντιληπτή. 
Οι πληροφορίες σύμφωνα με το δελτίο καιρού που κρατούσε στο χέρι του ήταν επικαιροποιούμενο δελτίο καιρού με τα τελευταία προγνωστικά στοιχεία που στόχο είχε να ενημερώσει ότι τις τελευταίες ώρες, εκδόθηκε  επείγουσα προειδοποίηση κινδύνου προς όλα τα πλοία με την υποτιθέμενη ωκεάνια διαδρομή μας από το διεθνή μετεωρολογικό οργανισμό για τη ναυτιλία με πρόβλεψη για πολύ έντονα καιρικά φαινόμενα δυτικά από το αρχιπέλαγος των Αζορών. Το αρχιπέλαγος στις Αζόρες στον Βόρειο Ατλαντικό, είναι γνωστό για το υποτροπικό, αλλά εξαιρετικά μεταβλητό κλίμα του, όπου οι καταιγίδες, οι ισχυροί άνεμοι και η ομίχλη είναι συχνά φαινόμενα καθ' όλη τη διάρκεια του έτους. Γενικά ο Ατλαντικός Ωκεανός στην περιοχή των Αζορών είναι «άγριος», με έντονα ρεύματα και συνθήκες που διαφέρουν από τις πιο θερμές, ρηχές θάλασσες. Το κλίμα χαρακτηρίζεται από υψηλή υγρασία και γρήγορες εναλλαγές του καιρού, με βροχές και ανέμους να εμφανίζονται συχνά. 
Ο πλοίαρχος έμεινε για λίγο ασάλευτος μπροστά στο δελτίο καιρού. Σήκωσε το βλέμμα του κοίταξε τον ασυρματιστή και παρά την οικειότητα, στο βλέμμα του υπήρχε μια αίσθηση αμηχανίας, έκανε ένα  συνοφρυωμένο μορφασμό, γύρισε σε μένα και μου είπε.
«Ψάξε βαθιά κάποιον που γυρνά άσκοπα από εδώ κι από κει χωρίς να έχει τίποτα συγκεκριμένο στο μυαλό του και θα βρεις τον άνθρωπο που αναζητάς.» Δίνοντας μια ιδιαίτερη βαρύτητα στο περιεχόμενο της παρατήρησης του.
«Είναι ιδέα πως μου δίνεις την εντύπωση ότι είσαι λίγο αυστηρός μαζί του;» τον ρώτησα σε μια προσπάθεια εξομάλυνσης και υπεράσπισης του ασυρματιστή.
«Δεν είπα πως είναι «ηλίθιος», απλώς η έλλειψη εμπειρίας του είναι εμφανής, η διαίσθηση μου λέει ότι δεν λαμβάνει την προγματικότητα στα σοβαρά πως βρισκόμαστε εξακόσια πενήντα μίλια νοτιότερα από την υποτιθέμενη διαδρομή μας και απλά του έχω επιστήσει την προσοχή μην κάνει λανθασμένες εκτιμήσεις στις επαφές μας με τους ναυλωτές και δημιουργηθούν καταστάσεις.»
Περίμενα να ακούσω κανένα κήρυγμα με την κλασική  προσέγγιση της ευθύνης, στην εργασία, «ο άνθρωπος πρέπει να εκτελεί το καθήκον του, με προσοχή και επιμέλεια,» όμως αυτός με αιφνιδίασε, προκαλώντας μου έκπληξη. Ο καπετάν Στέφανος ήταν πολύ πιο χαλαρός, και απροσδόκητα ευγενικός σε σχέση με το «κηρυγματικό» ύφος που ανέμενα.
Ξανακοίταξε το μετερεωλογικό δελτίο με τις τελευταίες πληροφορίες τους έριξε μια ματιά με τη δέουσα προσοχή, αφού τελείωσε τον έλεγχο το δίπλωσε προσεκτικά και το έδωσε πίσω στον ασυρματιστή, χαμογελώντας κεφάτα.
«Ξέχνα το, δεν υπάρχει λόγος να ανησυχείς, πάντως ευχαριστώ για την έγκαιρη ενημέρωση.» Του είπε σε μια τυπική και κλασική αντίδραση ενός έμπειρου πλοιάρχου που θέλει να διατηρήσει την ψυχραιμία στο πλοίο. 
«Ελπίζω να μην συνέβη τίποτα δυσάρεστο στην περιοχή.» Συμπλήρωσε την σκέψη του.
Ο ασυρματιστής ήρεμος και αντιλαμβανόμενος ότι δεν υπάρχει κάποιο ιδιαίτερο πρόβλημα για το πλοίο, απευθύνθηκε με την ανατολίτικη ευγένεια που τον χαρακτήριζε.
«Αν δε με θέλετε τίποτα άλλο να πηγαίνω κύριε.»
Το πλοίο γλιστρούσε με εντυπωσιακά ευνοϊκές καιρικές συνθήκες παρασυρμένο από τα θαλάσσια ρεύματα νοτιοδυτικά από τα νησιά Μαδέρας, ένα ακόμη  αρχιπέλαγος στον Ατλαντικό ωκεανό, νότια απο τις Αζόρες.  Η πορεία του είναι σταθερή, χωρίς κινδύνους, ταξιδεύει σε ήρεμη θάλασσα με προορισμό τον λιμένα Τσάρλεστον στις νοτιοανατολικές ακτές των Ηνωμένων Πολιτειών.
Το βαρόμετρο ήταν σταθερά σε υψηλές τιμές η ταχύτητα του σκάφους αύξανε εξ’ αιτίας των ευνοϊκών συνθηκών της θάλασσας και το ελαφρό αεράκι είχε και αυτό στρέψει πίσω αυτή τη φορά στην πρύμνη, ερχόμενο από την ανατολή, το ίδιο το ταξίδι έμοιαζε ότι ήταν ένας ευχάριστος περίπατος.
Η θύελλα που εκτείνεται βορειοδυτικά από το αρχιπέλαγος των Αζορών και απλώνεται μέχρι το ακρωτήριο Χατέρας στην ανατολική ακτή των ηνωμένων πολιτειών, δεν μας απειλεί, έχουμε γλιτώσει είναι μακριά μας, μερίμνησε εντελώς γι’ αυτό ο έμπειρος πλοίαρχος, να παρακάμψει την ωκεάνια διαδρομή.
Χρόνια τώρα πέρασε το μεγαλύτερο διάστημα της υπηρεσίας του πλοίαρχος διασχίζοντας την θαλάσσια οδό στον Ατλαντικό ωκεανό όλες τις εποχές του έτους, τα ήξερε καλά αυτά τα νερά τα είχε ζήσει στο πετσί του, οι γνώσεις του δεν ήταν από τους χάρτες. Ήταν ένας τολμηρός ναυτικός που ταυτόχρονα ήξερε πώς να διατηρεί τη ναυσιπλοΐα του σκάφους μέσα από τις καλύτερες συνθήκες.
Η επαναλαμβανόμενες συχνές καταιγίδες και οι θύελλες καθιστούν τα περιβάλλοντα ύδατα της παραπάνω περιοχής επικίνδυνα για τη ναυσιπλοΐα.
Αφήνοντας πίσω μας τον Ατλαντικό ωκεανό διασχίζουμε μια αλυσίδα από μικρά αμμώδη και συχνά ελώδη νησιά που βρίσκονται κατά μήκος της ακτής, εισερχόμαστε στο τέλος ενός ευρύ κόλπου όπου αντικρίζουμε με γαλανό ασυννέφιαστο ουρανό το Τσάρλεστον. Ο αέρας ήταν καθαρός αρωματισμένος με τη μυρωδιά των δένδρων. Μετά από αρκετός ημέρες ταξίδι στην ανοικτή θάλασσα και στον ωκεανό αντικρίζοντας τη στεριά έκλεισα τα μάτια μου και στάθηκα ανασαίνοντας τη δροσερή μυρωδιά του, ήταν η μυρωδιά που φανταζόμουν ότι πρέπει να έχει ο αέρας, και να την κρατάς για πάντα στα πνευμόνια σου. Έχεις την αίσθηση ότι είσαι πλημυρισμένος οξυγόνο.
Το Τσάρλεστον είναι από τους πιο πολυάσχολους λιμένας των νοτιοανατολικών Ηνωμένων Πολιτειών, διαχειρίζεται δε το παράκτιο και υπερπόντιο εμπόριο. Το λιμάνι είναι τοποθετημένο σε μια στενή και χαμηλή χερσόνησο στη συμβολή των μαιάνδρων τριών ποταμών που περιβάλλονται από κόκκινους λόφους. Όταν βρέχει οι ποταμοί φουσκώνουν και πλημμυρίζουν κάνοντας γόνιμο το έδαφος στις κοιλάδες τους. Έτσι κατά μήκος στις όχθες τω ποταμών, έχουν αναπτυχθεί οργιώδης βλάστηση και γιγάντια αειθαλή δένδρα με τεράστιους κορμούς και πυκνό φύλλωμα όπου μέσα τους κρύβονται κοπάδια από χιλιάδες πουλιά, ο πλούτος και η έκταση της βλάστησης είναι κάτι το εντυπωσιακό.
Η πόλης ιδρύθηκε το χίλια εξακόσια εβδομήντα και ονομάστηκε προς τιμή του  Charles ΙΙ, βασιλιά της Αγγλίας. Η κοινότητα άκμασε και ευημέρησε σύντομα ως εμπορικό  κέντρο για τις μεγάλες φυτείες ρυζιού της περιοχής, λουλακιού, και πιο πρόσφατα βαμβακιού και ως σημαντικός λιμένας της Αμερικής στο εμπόριο σκλάβων.
Τελευταίες οδηγίες που ήρθαν μας γνωστοποιούσαν ότι θα παραμείνουμε στο εξωτερικό αγκυροβόλιο του λιμένος εν αναμονή, μέχρι να απελευθερωθεί η προβλήτα εκφόρτωσης.
Μείναμε για μια εβδομάδα στο αγκυροβόλιο και στη συνέχεια το πλοίο μεθόρμισε και πρόσδεσε στη προβλήτα εκφόρτωσης του λιμένος,.
Ηταν η δεύτερη ημέρα στο λιμάνι που μας επισκέφτηκε απρόσμενα ένας άντρας, επρόκειτο για Έλληνα της διασποράς από κάποιο χωριό της ανατολικής  Κρήτης. Ένας άνδρας εβδομηντάρης περίπου, όχι πολύ ψηλός με γκρίζα μαλλιά, πλατύ ευχάριστο πρόσωπο και σκούρα μάτια! Παρατήρησα ότι στα χέρια του κρατούσε συνήθως ένα καπέλο που σπάνια τον είδα να το έχει φορέσει.
Ήταν μετανάστης πρώτης γενιάς, επρόκειτο για άτομο έφυγε από την Ελλάδα, μετα τον πόλεμο εργάστηκε σκληρά στην Αμερική. Η μεταπολεμική αυτή γενιά που χαρακτηρίστηκε ως η γενιά που «άφησε τα πάντα πίσω» για ένα καλύτερο αύριο! Συνταξιούχος πλέον, χαιρόταν σαν μάθαινε την άφιξη ελληνικού πλοίου στον λιμένα. Η θέα της γαλανόλευκης και το άκουσμα της ελληνικής γλώσσας από το πλήρωμα τον συνέδεε με τις ρίζες του. Είχε ακόμη έντονες μνήμες από την πατρίδα, διατηρεί τις παραδόσεις, τη γλώσσα και τις συνήθειες της παλιάς του πατρίδας, ενώ η καθημερινότητά του περιλαμβάνει την ενημέρωση από ελληνικές εφημερίδες! Συχνά ονειρευόταν την επιστροφή αλλά τελικά επέλεξε να μείνει στη χώρα όπου μεγάλωσαν τα παιδιά του, διατηρώντας όμως στενούς δεσμούς με την Ελλάδα. 
Κατά το διάστημα παραμονής των ελληνικών πλοίων στον λιμένα, διαμόρφωνε θερμές φιλίες με τους Έλληνες ναυτικούς, Το φλύαρο αλλά εξαιρετικά ευγενικό χιούμορ του γινόταν αποδεκτό λόγω της ευγένειας που τον συνόδευε. Μιλούσε πολύ, ίσως να γινόταν κάποιες στιγμές κουραστικός, αλλά αυτό δεν ακύρωνε τις καλές του προθέσεις. Κάθισε μερικές φορές στο πλοίο και μοιράστηκε την παρέα μας το δείπνο, με αποτέλεσμα δημιουργήθηκε μια οικειότητα.
Μας πληροφόρησε με μια αδιόρατη πικρία στη φωνή του, πως δεν υπήρχαν  παρά μόνο ελάχιστοι ελληνικής καταγωγής κάτοικοι στην περιοχή τα τελευταία χρόνια.
Κάθισε μερικές φορές και μοιράστηκε την παρέα μας στο δείπνο, σ' ένα χαλαρό περιβάλλον που επέτρεψε, να έχουμε ουσιαστική επικοινωνία.
Ενθυμούμε τη γιαγιά από τα χωριά του Ζάρακα Λακωνίας που μας έλεγε πως το κοινό γεύμα και το μοίρασμα της τροφής αποτελεί μια πράξη φροντίδας και αποδοχής, που μετατρέπει τους συμμετέχοντες σε «επίτιμους συγγενείς. Το δείπνο έλεγε δεν είναι μόνο θρέψη του σώματος, αλλά ένα ιερό τελετουργικό που ενώνει τους ανθρώπους. 
Ο συμπατριώτης μας δεν ήταν ο τύπος του συνταξιούχου που παίρνει το καλάμι του και απομονώνεται στην παραλία. Παρά τη συνταξιοδότησή του, παράμενε δραστήριος, κοινωνικός και ενεργός, αποφεύγοντας την παθητική απομόνωση που συχνά συνδέεται με την τρίτη ηλικία (το στερεότυπο του συνταξιούχου που ψαρεύει μόνος). Και τις ημέρες αυτές σ’ αυτή τη γωνιά της γης ένοιωθε την καρδιά του να φτερουγίζει χαρούμενα ανάμεσα σε συμπατριώτες του.
Κάποια στιγμή του ζήτησα, εάν χωρίς να του γίνομαι ενοχλητικός όποτε έχει χρόνο μέσα στη βδομάδα, δεν με βιάζει εάν μπορεί να με βοηθήσει σε κάποιες αγορές μου που μου ζήτησε η σύζυγός μου στο εμπορικό κέντρο της πόλης!Δέχτηκε αμέσως και με προθυμία να με βοηθήσει. Μου δήλωσε πως ευχαρίστως θα μου πρόσφερε τη βοήθειά του με όλη του την καρδιά όχι απλώς από υποχρέωση, αλλά επειδή το επιθυμεί ειλικρινά.
«Τι είναι αυτό που θελει η συμβία, που δεν το έχουμε στην Ελλάδα;» Με ρώτησε ο Καπετάν Στέφανος. 
«Κάτι σεντόνια θελει. Μου ζήτησε από εδώ την Αμερική να αγοράσω δυο ζευγάρια σεντόνια με διπλή ύφανση βαμβακερό από την εσωτερική πλευρά και λινό από την εξωτερική, και η ύφανση να έχει τόσες πλέξεις στη ίντσα. Μα την αλήθεια τώρα που το συζητάμε ξέχασα πόσες πλέξεις μου είπε. Να την πάρω τηλέφωνο να την ρωτήσω και να μου τις υπενθυμίσει και πάλι.»
«Είσαι σίγουρος, ότι δεν παντρεύτηκες κλώνο της Υπατία; Άκου πλέξεις στην ίντσα, αυτό δεν το είχα ακούσει ξανά.» Μου είπε ο πλοίαρχος και χαμογέλασε συγκαταβατικά και με μια δόση αποστασιοποίησης
Τελικά όντως ήταν μεγάλη η χαρά του να μας ξεναγήσει παρέα και ο πλοίαρχος το Σάββατο στο μεγάλο εμπορικό κέντρο που υπάρχει στην έξοδο της πόλης. Εκεί να ψάξουμε και θα βρούμε ότι θέλουμε για να αγοράσουμε, μετά να καθίσουμε σε κάποιο από τα πολύ καλά εστιατόρια να απολαύσουμε τις πάμπολλες θαλασσινές λιχουδιές της περιοχής.
Να μην ξεχνάτε μας ενημέρωσε ότι βρισκόμαστε ήδη στο ξεκίνημα του Απρίλη στη διάρκεια του οποίου στην περιοχή πραγματοποιούνται οι γιορτές που περιλαμβάνουν το φεστιβάλ  ευχαριστιών του αλιευτικού στόλου των θαλασσινών, και την εορταστική εκδήλωση κατά την οποία γιορτάζουν την αλιευτική βιομηχανία γαρίδων.
Χρησιμοποιώντας  τον αστικό αυτοκινητόδρομο ο πατριώτης οδηγούσε ήρεμα φροντίζοντας να μην ξεπεράσει το όριο ταχύτητας, διασχίσαμε την μεγάλη κεντρική οδό της παλιάς πόλης όπου συναντάμε πολλά ιστορικά κτήρια από την περίοδο του δεκάτου εβδόμου και δεκάτου ογδόου αιώνα που παραμένουν σε αρίστη κατάσταση με παραδοσιακά χρώματα και επιβλητική εμφάνιση όταν τα φώτιζε ο Ήλιος.
Ο πατριώτης μας πληροφόρησε ότι το μεγάλο αναπαλαιωμένο κτήριο μπροστά μας έχει κατασκευαστεί το χίλια επτακόσια εβδομήντα ένα από τους Βρετανούς, χρησιμοποιείτο ως ένας εμπορικός οίκος για το ρύζι και το λουλάκι, καθώς επίσης και ένα μεγάλο  τμήμα που βλέπουμε με τους πυργίσκους και τις πολεμίστρες του ήταν οι παλιές φυλακές [τα μπουντρούμια] ένα μνημείο πόνου και δυστυχίας για τους έγχρωμους Αμερικανούς την εποχή της δουλείας, ακόμη και τα πληρώματα των πλοίων που είχαν το ίδιο χρώμα καταδικάζονταν σε φυλάκιση για όλο το διάστημα που το πλοίο παρέμενε στο λιμάνι.
Είναι το κτήριο όπου συνδέεται στενά το παρόν με το παρελθόν διότι εκεί στεγάστηκαν οι τρεις υπογράφοντες την Διακήρυξη της ανεξαρτησίας.
Σταμάτησε το αυτοκίνητο σε ένα τεράστιο  στεγασμένο πάρκινγκ και ξεκινήσαμε περπατώντας για το εμπορικό κέντρο, που ξεδιπλωνόταν μπροστά μας και το πλαισίωναν πολλά καταστήματα σε λαμπερά διώροφα κτήρια με μεγάλους άνετους δρόμους και καταπράσινες φροντισμένες πρασιές. Χωρίς να θέλω να υπερβάλλω  όλο το τοπίο θύμιζε την πεμπτουσία του αμερικανικού τρόπου ζωής. Περάσαμε πρώτα από το κιόσκι με τις εφημερίδες, για να πάρει ο συμπατριώτης την αγαπημένη του εφημερίδα.
Στη συνέχεια έκανε ότι μπορούσε να μας εξυπηρετήσει, με απογοήτευση διαπίστωσε ότι δεν υπήρχε ελπίδα να ικανοποιήσει  τις δύσκολες καταναλωτικές αναζητήσεις μου, σύμφωνα πάντα με τις περιγραφές της αξιολάτρευτης συζύγου μου.
Σπαταλήσαμε αρκετό από το χρόνο μας για ψάξιμο, τελικά περισσότερο από ταπεινωτικές ενοχές για την ταλαιπωρία που υπέβαλα την παρέα, για να μην πέσουν τα μούτρα μου που λέμε, αποφάσισα και αγόρασα ένα ζευγάρι μεταξωτά σεντόνια, αλλά δυστυχώς όταν τα έφερα στην Ελλάδα η σύζυγος μου τα θεώρησε πολύ κιτς, υπερβολικά κακόγουστα, με  έλλειψη αισθητικής φινέτσας και μέτρου, ουδέποτε τα είδα να τα χρησιμοποιεί, κάπου τα καταχώνιασε ώστε να μην είναι προσβάσιμα σαν να μην υπήρξαν ποτέ.
..Το βράδυ της ιδίας ημέρας μας βρήκε καθισμένους στο αίθριο ενός κομψού ρεστοράν, δίπλα στο ποτάμι που το σκουρόχρωμο νερό του σερνόταν σαν φίδι μπροστά μας, απολαμβάνοντας το δείπνο που είχαμε παραγγείλει μια αρκετά πλούσια ποικιλία από θαλασσινά, φλυαρώντας για θέματα της πατρίδας με συντροφιά τα νυκτερινά τιτιβίσματα από τα χιλιάδες πουλιά στα δένδρα του ποταμού.
Όλα ήταν εξόχως εξαιρετικά, τα τιμήσαμε δεόντως με το λευκό ντόπιο κρασί, και για το τέλος απολαύσαμε από ένα ποτήρι γαλλικό κονιάκ με πλούσιο άρωμα.
Αναχωρώντας από τον λιμένα, βρισκόμασταν στον ανοικτό ωκεανό, που αντιμετωπίσαμε μεγάλο πρόβλημα με την ποιότητα των καυσίμων. Για να αποκαταστήσω το πρόβλημα ώστε το πλοίο να μείνει σε κατάσταση αξιοπλοΐας Αναγκάστηκα για μεγάλο χρονικό διάστημα, να αντικαταστήσω τα δίκτυα καυσίμων με ελαφρύ καύσιμο που δεν το χρησιμοποιούμε σε συνθήκες ανοικτής θάλασσας για οικονομικούς λόγους.
Η ταλαιπωρία για την αποκατάσταση του προβλήματος που προέκυψε ήταν μια δουλειά απίστευτα έντονη και χρονοβόρα, βρισκόμασταν όλο το πλήρωμα της μηχανής σε εργασιακές συνθήκες ανάγκης για περισσότερο από είκοσι τέσσερις ώρες σκληρής και εξαντλητικής εργασίας.
Έχοντας ήδη πιει τον πέμπτο η έκτο καφέ, είχα την εντύπωση ότι κοιμόμουν όρθιος, και ονειρευόμουν ένα κρεβάτι όπως ο πεινασμένος σκύλος ένα κόκκαλο. Τα μάτια μου ήταν κόκκινα από την αϋπνία και το σώμα μου ανέδινε μυρωδιά ιδρώτα ανακατεμένου με καύσιμα πετρέλαια.
Ανεβαίνοντας από το μηχανοστάσιο ανακάλυψα τον πλοίαρχο φρέσκο και ξεκούραστο να μασουλίζει τις πρωινές του φρυγανιές καθισμένος αναπαυτικά και άνετα στο σαλόνι, στις πιο χαλαρές στιγμές του.
«Αυτή μάλιστα είναι ζωή! την επομένη φορά μπαρκάρω πλοίαρχος.» Του είπα.
Περίμενε να τελειώσω ότι είχα να πω για το συμβάν και τις ενέργειες για την πλήρη αποκατάσταση και επιστράτευσε μια σύντομη συνάμα δε πικάντικη ιστορία για να μου μεταδώσει ενέργεια να με ξυπνήσει.
Χαμογέλασα. Δεν αστειευόταν, το πίστευε ότι ύστερα από την τελευταία σκληρή δοκιμασία χρειαζόμουν όντως μια κάποια χαλάρωση.
«Όσο ενδιαφέρουσα και να είναι η ιστορία δεν θα καταφέρει να με κρατήσει ξύπνιο, ούτε το μυαλό μου να λειτουργήσει καλύτερα! Έχω φτάσει στα όριά μου και το μόνο που σκέφτομαι, με όλη μου την ύπαρξη, είναι να ξαπλώσω.», και τον άφησα πριν ακόμη προλάβει να ξεκινήσει την διήγηση της ιστορίας του.
Την μεθεπομένη μέρα ήρθε στο γραφείο μου κρατώντας το τελευταίο εισερχόμενο τηλεγράφημα, από την εταιρεία των ναυλωτών ξεστομίζοντας εκνευρισμένος αυτά που είχε στο μυαλό του όπως κάποιος δεν συγκρατεί τις σκέψεις του και τις εκφράζει άμεσα και οργισμένα. Μου το έδωσε να το διαβάσω.
Οι ναυλωτές ευγενικά διαμαρτύρονταν, για την ποσότητα που καταναλώσαμε στο ελαφρύ καύσιμο ενώ το πλοίο ταξίδευε σε ανοικτή θάλασσα, και σύμφωνα με το ναυλοσύμφωνο, σελίδα τέσσερα παράγραφος επτά, το πλοίο σε ανοικτή θάλασσα υποχρεούται οι καταναλώσεις να είναι βαρέα καύσιμα.
Η μουρμούρα του είχε να κάνει με τους γραφιάδες που έστειλαν το τηλεγράφημα. Τον πονούσε αυτή η σκέψη, δεν το μπορούσε, απεχθανόταν τους γραφειοκράτες που κυριαρχούσαν παντού πλέον.
«Μπορεί να έχεις δίκιο, αλλά δεν πρέπει καθόλου να ξεχνάς ότι αυτοί είναι οι ισχυροί σήμερα, αυτό είναι νομοτελειακό. Στο χωριό μου έχουμε μια παροιμία! «Όχι όπως ήξερες μα όπως βρήκες. Αυτή η διαμάχη είναι μια πολύ παλιά ιστορία, αντιπαραθέσεις με βαθιές ρίζες στο παρελθόν, οι οποίες ανακυκλώνονται και επανέρχονται στην επικαιρότητα.» Του είπα.
Η δροσερή αύρα του ωκεανού πλημμύριζε την ατμόσφαιρα του βαθυγάλανου ουρανού, διασχίζαμε την περιοχή ανατολικά του ακρωτηρίου Χατέρας, το πλοίο γλιστρούσε σιωπηλά κατά μήκος του ορίζοντα με πορεία που οδηγούσε στο βορρά διασχίζοντας τον ωκεανό και το δροσερό αεράκι της άνοιξης.
Οι συχνές καταιγίδες και οι θύελλες καθιστούν την περιοχή επικίνδυνη καθώς τα θαλάσσια ύδατα επηρεάζονται από τις ανατολικές και δυτικές δονήσεις του ρεύματος του Κόλπου. Η περιοχή από το ακρωτήριο Χατέρας είναι γνωστή ως "νεκροταφείο του Ατλαντικού" λόγω των πολλών ναυαγίων της.
Ρεύμα του κόλπου είναι το θερμό ρεύμα που δημιουργείται στον κόλπο του Μεξικού και ρέει βορειοανατολικά κατά μήκος της ακτής της Βόρειας Αμερικής προς τη Νέα Γη έπειτα ανατολικά πέρα από τον Ατλαντικό Ωκεανό στις ακτές των βρετανικών νησιών. Οι μελέτες έδειξαν ότι το ρεύμα του Κόλπου περιπλανιέται όπως ένας μεγάλος ποταμός μεταξύ του ακρωτηρίου Χατέρας και τη Νέα Αγγλίας.
Πλέοντας προς την είσοδο του κόλπου Σαιντ Λόρενς, ένα μεγάλο βραχίονα του Ατλαντικού Ωκεανού, στον ανατολικό Καναδά, συνερπασμένος αντίκρισα δεκάδες φάλαινες που περιέβαλαν το πλοίο ακολουθώντας την πορεία μας αναδύονται και βυθίζονται με ρυθμό και παφλασμό στην επιφάνεια εκεί που τα γλυκά νερά του ποταμού Σαιντ Λόρενς κυλούν αέναα στη θάλασσα, στροβιλίζονται σε δίνη με τα νερά του ωκεανού, και το πλούσιο σε οξυγόνο υγρό περιβάλλον έλκει τις φάλαινες, σ’ ένα συμπόσιο από εδέσματα, γαρίδες κριλ, καλαμάρια, ρέγκες, σολομό και βακαλάο.
Το πλοίο εισήλθε στον Σαιντ Λόρενς, ποταμό στην ανατολική Βόρεια Αμερική, η κύρια έξοδος των μεγάλων λιμνών, ρέει βορειοανατολικά από τη λίμνη Οντάριο στον ομώνυμο κόλπο στο βόρειο Ατλαντικό ωκεανό, ως τμήμα του θαλάσσιου δρόμου ενός συστήματος από λεκάνες, και εκβαθυμένων καναλιών που επιτρέπουν τη μετάβαση των ποντοπόρων σκαφών στο εσωτερικό των Ηνωμένων Πολιτειών και του Καναδά, συνδέοντας τις μεγάλες λίμνες με τον Ατλαντικό Ωκεανό.
Πλέοντας δυτικά από την πόλη του Κεμπέκ ένα πρωί προς το λιμένα προορισμού Τρουά Ριβιέρ κατά μήκος του ευρύ ποταμού, ξαφνικά αιφνιδιαστήκαμε, ο εθνικός μας ύμνος δονούσε την ατμόσφαιρα του μπλε ουρανού, φάνηκε να προέρχεται από τη δασώδη ακτή. Πλησιάζοντας γινόταν αντιληπτό ότι η μουσική ερχόταν από μια μεγάλη εξοχική κατοικία, μοναχική στην υπερυψωμένη κοίτη του ποταμού. Ένα τεράστιο μεγάφωνο παιάνιζε και δίπλα του σ’ ένα ιστό κυμάτιζε η Ελληνική σημαία. Φθάνοντας στο λιμένα ο πράκτορας μας διηγήθηκε την ιστορία.
Ένας ναυπηγός έκτισε μακριά από το αστικό περιβάλλον την κατοικία του στην υπερυψωμένη όχθη του ποταμού μεταξύ των πόλεων του Κεμπέκ και της Σορέλ, άρχισε αυτό το χόμπι του χαιρετισμού στα διασχίζοντα τον ποταμό σκάφη το χίλια εννιακόσια εξήντα τέσσερα, για να μαθαίνει στα μικρά παιδιά του γεωγραφία και ακούραστα το συνεχίζει είκοσι και πλέον χρόνια μετά, μέχρι σήμερα.
Στα ντουλάπια του έχει κρεμασμένες και περιποιημένες σημαίες όλων των εθνών. Μια στεγανή κονσόλα περιέχει το κασετόφωνο και τις κασέτες των εθνικών ύμνων.
Τα σκάφη συνήθως τον χαιρετούν επιστρέφοντας ευγενικά το χαιρετισμό με τρία μακροχρόνια σφυρίγματα και δυο σύντομα.
Ο λιμένας άφιξης το Τρουά Ριβιέρ, είναι ένας σε βαθιά νερά λιμένας και ένα βιομηχανικό κέντρο, που παράγει μεγάλες ποσότητες ξυλείας, ειδικά δημοσιογραφικό χαρτί. Η δεύτερη παλαιότερη αποικία στον Καναδά μετά από το Κεμπέκ.
Το όνομά του σημαίνει «τρεις ποταμούς» για τα τρία κανάλια μέσω των οποίων ο ποταμός Άγιος  Μαυρίκιος  χύνεται στον ποταμό του  Σαιντ Λόρενς.
Το φορτίο ήταν οικοδομική ξυλεία με προορισμό την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου.
Την προβλήτα δεν την χώριζε παρά ένας δρόμος από την πνιγμένη στη βλάστηση περιοχή, οι συνεχόμενες συστάδες θάμνων σχημάτιζαν ένα πράσινο και καφέ χάλι πάνω από αρδευτικά κανάλια, προάγγελο ενός μεγάλου δάσους που επεκτείνονταν προς το βορρά, και καλύπτεται με τα πυκνά κωνοφόρα δένδρα, και το νερό του ποταμού με την υγρή μυρωδιά του να κυλάει πλάι μας κατά μήκος της όχθης................

Click to Open
Halkenteros Captain! Part III:
.....

Πέμπτη 22 Δεκεμβρίου 2011

Halkenteros Captain! Part: I (O apoplous)

Αρκετά ψηλός άνδρας, μια φιγούρα με έντονη φυσική παρουσία που τραβούσε την προσοχή, το διαπεραστικό βλέμμα του, του προσέδιδε αυτοπεποίθηση, αποφασιστικότητα και μια σιγουριά για τις ικανότητες του. 
Αν και πλησίαζε στην προχωρημένη ηλικία των εξήντα του χρόνων, δεν έδειχνε παραίτηση, αλλά αντίθετα διατηρούσε ακμαία και αξιοθαύμαστη ενεργητικότητα. Συχνά η εμφάνιση του ήταν χαλαρή, επιμελώς ατημέλητη, με μια μόνιμη αξυρισιά που σου έδινε την εντύπωση του απεριποίητου, αν και ήταν πολύ καθαρός. Παρά τη φθορά του χρόνου διατηρούσε στιβαρή σωματική διάπλαση για την ηλικία του ψυχική δύναμη, θάρρος και αντοχή.
Είναι ζωντανές ακόμη οι μνήμες μου με τους αρχικές διαφωνίες, τις αμφιβολίες και τους δισταγμούς που είχα σχετικά με το να δεχτώ τη συνεργασία με το συγκεκριμένο άτομο  χωρίς να τον γνωρίζω προσωπικά, απλά έχοντας στο παρελθόν ακούσει διάφορες παραλλαγές του ίδιου θέματος για την προσωπικότητα του.
Βρισκόμαστε προς το τέλος του χειμώνα στα χίλια εννιακόσια ογδόντα πέντε, δεν ήταν παρά μόνο μόλις λίγες ημέρες που είχα γυρίσει στην πατρίδα, στη ζεστή οικογενειακή αγκαλιά από το τελευταίο μου μπάρκο, ένα μακρύ ταξίδι, και τις ημέρες εκείνες αρμένιζα  σ’ ένα απόλυτα γαληνεμένο νοητικό σύμπαν. Βρισκόμουν σε μια αίσθηση νοητικής ανάπαυλας, όπου οι σκέψεις ήταν ήρεμες και το μυαλό ταξίδευε χωρίς εντάσεις.
Ενα πρόωρο τηλεφώνημα με αιφνιδιάζει και ακυρώνει τα όποια σχέδια της καθημερινότητας μου. Με κάλεσε στο γραφείο του ο καπετάν Γιώργης, διευθυντής της εταιρείας, μου δήλωσε ότι θα ξεκινούσε χρονοναύλωση ένα πλοίο που ήταν παροπλισμένο με την κρίση της ναυτιλίας από το χίλια εννιακόσια ογδόντα ένα στην Ελευσίνα. Το πλοίο θα ξεκινούσε, με πλήρωμα από τις Φιλιππίνες και θα προτιμούσε να δεχόμουν να αναλάβω την επιστασία του μηχανοστασίου στο ξεκίνημα του.
Πλοίαρχος με πληροφόρησε θα ήταν ο καπετάν Στέφανος. Είχα ακούσει κάτι φήμες, σε συνδυασμό με τις ιστορίες που κυκλοφορούσαν στα καπνιστήρια για τους Χιώτες καπεταναίους κυρίως δε όσο αφορούσε την παλαιά γενιά, και το μυαλό μου λειτούργησε προστατευτικά. Εγώ σαν νεαρός πρώτος μηχανικός, είχα κάποιους ενδοιασμούς και μια βαθιά δυσπιστία να συνεργαστώ με την παλιά φρουρά των καπεταναίων από τη Χίο. Η δυσπιστία λειτούργησε ως «καμπανάκι» ως προστατευτικός μηχανισμός για να αποφύγω προβλήματα.
«Καπετάν Γιώργη με ρίχνεις στα βαθιά από άποψη συνεργασίας χωρίς να ξέρω επαγγελματικό κολύμπι!» του είπα. «Έχω ακούσει ιστορίες και θα είναι κρίμα στα πρώτα χρόνια της θαλάσσιας καριέρας μου σε επιστασία μηχανοστασίου να δημιουργήσω και να μου δημιουργηθούν προβλήματα.» συμπλήρωσα.
Ο καπετάν Γιώργης ήταν ένας χαρισματικά έξυπνος άνθρωπος. Είχε μια συνδυαστική ικανότητα στρατηγικής, να επηρεάζει, να μαγνητίζει και να καθοδηγεί τους άλλους. Στα οργανωτικά προσόντα στη δουλειά του ήταν απαράμιλλος, στον τομέα της διοίκησης, της οργάνωσης και της αποτελεσματικότητας. Η κρίση του απ’ όσα γνωρίζω ποτέ του δεν τον είχε προδώσει.
«Εντάξει παραδέχτηκε!» που σήμαινε πως γνώριζε και αυτός τις φήμες! «Αλλά να ξέρεις «Θοδωρή παιδί μου» όπως με αποκαλούσε, μην ακούς τις φήμες αν δεν έχεις ιδία αντίληψη, δεν είναι ο πιο αξιόπιστος τρόπος για να σχηματίσεις άποψη, οι φήμες συχνά αλλοιώνουν την πραγματικότητα. Είμαι σίγουρος δεν θα έχεις κανένα πρόβλημα, άκου τη συμβουλή μου και θα με θυμηθείς.»
Το πλοίο μεταφέρθηκε στη ναυπηγοεπισκευαστική ζώνη Δραπετσώνας-Κερατσινίου που αποτελεί κεντρικό σημείο στον Πειραιά για επισκευές, βαφές, και κατασκευές πλοίων, θαλαμηγών και επαγγελματικών σκαφών. Στην περιοχή δραστηριοποιούνται εξειδικευμένες εταιρείες που προσφέρουν μηχανουργικές, ελασματουργικές και ναυπηγικές εργασίες, κυρίως γύρω από την περιοχή του Αγίου Διονυσίου και την πρώην ζώνη λιπασμάτων.
Συμπληρώνοντας το πλοίο τις απαραίτητες επισκευές στη ναυπηγοεπισκευαστική ζώνη του Περάματος αναχωρήσαμε ταξίδι με προορισμό τον λιμένα της Κωστάντζας στη Ρουμανία προς φόρτωση.
Ο Καπετάν Στέφανος στα καθήκοντα της πλοιαρχίας του ήταν μια δυναμική παρουσία με αποφασιστικότητα. Αναλάμβανε πρωτοβουλίες με χαρακτηριστική ικανότητα. Μακριά από τις εργασιακές πιεστικές καταστάσεις, ήταν νηφάλιος και είχε καθαρή σκέψη.
Από όλα τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του χαρακτήρα του ήταν η ετοιμότητα ανά πάσα  να διηγηθεί μια ιστορία αν έβρισκε ακροατήριο. Με ευκολία είχε την ικανότητα να μετατρέπει καθημερινά, κοινότοπα περιστατικά σε συναρπαστικές ιστορίες και προσάρμοζε τις ιστορίες τους ώστε να κρατούν αμείωτο το ενδιαφέρον. Συνήθιζε να διηγείται ιστορίες και δεν σε άφηνε να αποχωρήσεις αν δεν είχες ακούσει πρώτα την ιστορία του, βγαλμένη από την πολύχρονη περιπλάνηση του στους ωκεανούς του κόσμου.
Με την πάροδο του χρόνου είχαμε προχωρήσει σε μια διαδικασία αφήγησης ιστοριών, όπου ο όγκος τους ήταν τόσες πολλές που ήταν αδύνατον να μετρηθούν ή να τις θυμηθεί. Η τελική κατάληξη ήταν κάποιες φορές να ξεχνάει ότι μου έχει ήδη διηγηθεί την ιστορία και να την επαναλαμβάνει με μικρές παραλλαγές.
Με την σημερινή εμπειρία μου πλέον οι ενδοιασμοί του παρελθόντος να συνεργαστώ μαζί του διαψεύστηκαν από την πολύ καλή συνεργασία μας, επιτρέποντας μου, σήμερα με μια πιο ώριμη αξιολόγηση τολμώ να πω, συγκαταλεγόταν ανάμεσα στους καλύτερους, πλοιάρχους που γνώρισα στην καριέρα μου. Τέρας ψυχραιμίας, μυαλό ξυράφι, μεθοδικός.
Αφήσαμε πίσω μας το Αιγαίο Πέλαγος προς τα Στενά των Δαρδανελίων (αρχαίος Ελλήσποντος) και εισήλθαμε σε ένα από τα πιο στρατηγικά θαλάσσια περάσματα στον κόσμο, που ενώνει το Αιγαίο με τη Θάλασσα του Μαρμαρά. Διασχίζοντας τα στενά του Ελλησπόντου, γίνεσαι μάρτυρας σ΄ ένα σκηνικό όπου η ιστορία συναντά τη φύση σε ένα ονειρικό τοπίο, συνδυάζοντας τη βουκολική ομορφιά της ακτογραμμής με τη ναυτική παράδοση. Είναι ένα μέρος όπου η ομορφιά της φύσης και η βαριά ιστορική κληρονομιά συνυπάρχουν αρμονικά. Μια περιοχή με εξαιρετικά έντονο ιστορικό, φορτίο, όπου το παρελθόν είναι «ζωντανό» στο παρόν και κάθε σπιθαμή εδάφους αναβλύζει την πνευματική περιπέτεια του πολιτισμού μας στη διάβα της ιστορίας μας από τους Αργοναύτες έως και σήμερα.
Πήρα και εγώ κουράγιο βρίσκοντας πεδίο λαμπρό να τον εντυπωσιάσω, κάνοντας μια διάλεξη με ιστορικές αναδρομές της περιοχής.
Ελλήσποντος στενό μεταξύ της ασιατικής Τουρκίας και της χερσονήσου της Καλλίπολη της ευρωπαϊκής Τουρκίας. Συνδέει την αιγαία θάλασσα και τη θάλασσα του μαρμαρά, διαμορφώνοντας κατά συνέπεια μια σύνδεση στην υδάτινη οδό μεταξύ της μεσογείου και μαύρης θάλασσας. Το στενό αποτελεί ένα μέρος του ορίου μεταξύ της Ευρώπης και της Ασίας.
Η ονομασία προέρχεται από τον ελληνικό μύθο που είναι γνωστός από την αρχαιότητα. Το αρχαίο όνομα,  λέγεται έχει προέλθει από την Έλλη, η οποία πνίγηκε στο στενό όταν έπεσε από το πίσω μέρος του χρυσόμαλλου κριού. Επίσης Δαρδανέλια από τον Λέανδρο ένα νέο από τη Άβυδο που ήταν σφοδρά ερωτευμένος με την Ηρώ ιέρεια της θεάς Αφροδίτης. Ηρώ και Λέανδρος....... και του αφηγούμαι το δραματικό μύθο....
Την επομένη της άφιξης εις τον λιμένα της Κωστάντζας βγήκαμε στην πόλη ο πλοίαρχος θα πήγαινε στον πράκτορα για υποθέσεις που αφορούσαν το πλοίο και τα φορτία του και εγώ στο σιδηροδρομικό σταθμό της πόλης οπού θα συναντούσα την σύζυγο μου που ερχόταν από το αεροδρόμιο του Βουκουρεστίου μαζί με τον μόλις ενάμιση χρονών μικρό υιό μας. Στην έξοδο από την πύλη του λιμένος στη απαρχή μιας πλατείας θέλησα να αγοράσω μερικά λουλούδια σ’ ένα υπαίθριο ανθοπωλείο. Όπως κρατούσα τα χρήματα για να πληρώσω την πωλήτρια δυο νεαρά άτομα εμφανίστηκαν από το πουθενά, αυτά που οι γηγενείς Ρουμάνοι αποκαλούν τουρκόγυφτους και μου άρπαξαν τα χρήματα μέσα από τα χέρια.
Τα αντανακλαστικά του θύμισαν αιλουροειδή της αφρικάνικης σαβάνας που επιτίθεται στη λεία του.  Με εξαιρετικά γρήγορες, ευέλικτες και ακριβείς κινήσεις έφτασε και άρπαξε από το σβέρκο το νεαρό που είχε τα χρήματα μου, τον ταρακούνησε και τον ανάγκασε να του παραδώσει πίσω τα χρήματα. Η σκηνή με την αντίδραση του ήταν απίστευτη, είχα μείνει άφωνος.
Δεν ήταν διατεθειμένος να τους αφήσει να του ξεφύγουν μου δήλωσε κοφτά. Από τότε η  θύμηση του συμβάντος πλανιόταν συχνά ανάμεσα μας.
Θόρυβος και οχλοβοή βασίλευε στο σιδηροδρομικό σταθμό της Κωστάνζας με την άφιξη του τρένου. Μεγάλο πλήθος κόσμου που περίμενε, βιάζεται να επιβιβαστεί ή να αποβιβαστεί, συχνά συνδεδεμένο με το συναίσθημα της αναμονής, της συνάντησης ή του αποχωρισμού. Επιβάτες και αποσκευές συνωστίζονταν στην αποβάθρα. Παραμένοντας λίγο πίσω από την αποβάθρα παρατηρούσα καρτερικά μέσα από αυτό το χαοτικό πηγαινέλα των επιβατών τα παράθυρα των βαγονιών προσπαθώντας να εντοπίσω που βρίσκεται η σύζυγος μου.
Ενστικτωδώς, χωρίς συνειδητή σκέψη και προσπάθεια την προσοχή μου τράβηξε στα μπροστινά παράθυρα, αψεγάδιαστο γυναικείο πρόσωπο, μ’ ένα ζευγάρι πράσινα μάτια να λάμπουν σαν φρεσκοκομμένο γρασίδι, κοιτούσαν με αδημονία γύρω τους. Για μια στιγμή  ο νους μου αναγνωρίζει τον πειρασμό, και η σκέψη αυτή λειτουργεί ως μια προειδοποίηση ότι βρίσκομαι μπροστά σε μια δοκιμασία. Γύρισα και πάλι το βλέμμα στο υπόλοιπο τρένο για να αντικρίσω τη σύζυγο μου, ήταν όμως πολύ αργά, πριν ακόμη τελειώσω την σκέψη μου μια ξεκάθαρη και καταφανώς οργισμένη φωνή αντήχησε στη γλώσσα μας μέσα στη οχλοβοή.
«Εάν δεν κάνω λάθος εγώ είμαι στ’ άλλο παράθυρο.»
Την κοίταξα κι αντίκρισα μέσα στην όμορφη νεανική ματιά της ένα σμήνος λέξεων να βγαίνουν απ τα μάτια της. Είδα τη φλόγα που πρόδιδε αυτά που το μυαλό της επεξεργάζονταν. Κάνοντας ένα μορφασμό, απελπισίας και καρτερικότητας, τα συναισθήματα μου έγιναν μέσα μου ένα κουβάρι, αναρωτήθηκα πως θα είναι τα χειρότερα που με αναμένουν.
«Ηρέμησε, όλα θα ξεκαθαρίσουν και θα διορθωθούν, φέρθηκες όμως πολύ απρόσεκτα, χωρίς σεβασμό.» Δικαιολόγησα τον εαυτό μου με μια ειλικρίνεια. Ένα καυτό ρεύμα διαπέρασε όλα μου τα κύτταρα, και η «αύρα» της βυθίστηκε μέσα μου κι απάλυνε την ένταση, με υπομονή και ψυχραιμία, οι καταστάσεις βρίσκουν τον δρόμο τους. Γεμίζει ο νους μου αναμνήσεις από την γνωριμία μας.  Εκείνες οι πρώτες στιγμές της γνωριμίας μας έχουν μείνει ανεξίτηλα χαραγμένες στη μνήμη μου. Ήταν μια έντονη, ακαταμάχητη έλξη και μια ιδιαίτερη σύνδεση που μπορεί να νιώσει κανείς με ένα άλλο άτομο. Η χημεία μας αυτή, εκδηλώθηκε ως μαγνητισμός, και έγινε αισθητή ακόμα και από την πρώτη γνωριμία ως ένας σπινθήρας που δεν έσβησε. 
Καστανόξανθη ψηλή, ζωντανή, απλή, με μάτια που πετούσαν φλόγες, δεν περνούσε απαρατήρητη. Περπατούσε στους δρόμους της γειτονιάς με βήμα ζωηρό, κι εγώ την καμάρωνα. Ήμουν λίγο μεγαλύτερος της, αυτή ακόμα φοιτούσε στο λύκειο. Η γνωριμία, ο έρωτας και ο γάμος μας έγιναν σε σύντομο χρονικό διάστημα... Σύντομα γίνανε ζευγάρι από τα πλέον αξιαγάπητα της γειτονιάς... Άριστη σύζυγος και υποδειγματική μάνα καμάρωνε για τα παιδιά μας....
«Το ήξερε πως ήταν η γυναίκα που αγαπούσα, δεν υπήρχαν περιθώρια παρερμηνείας και δεν της ήταν δυνατόν να αγνοήσει την πραγματικότητα.» Κι ένα περιπαικτικό χαμόγελο σκίασε το πρόσωπο μου, υποδηλώνοντας πως μπορεί να αναγνωρίστηκε η πράξη μου ως «λάθος» εκείνη τη χρονική στιγμή, όμως είναι κάτι που μπορεί να αλλάξει πολύ εύκολα αργότερα. «Ο έρωτας είναι θέμα φυσικής, ο γάμος είναι θέμα χημείας». Που σημαίνει πως ο έρωτας βασίζεται στην αρχική έλξη, ενώ ο γάμος απαιτεί την αρμονική συνύπαρξη και την αντίδραση των χαρακτήρων για να διαρκέσει. Η αγάπη μας δεν εστιάζεται να κοιτάζουμε ο ένας τον άλλο, αλλά να βλέπουμε μαζί προς την ίδια κατεύθυνση. 
Τελικά μια κατάσταση, η οποία ενδεχομένως αναμενόταν να είναι λίγο περίπλοκη, επιλύθηκε με απλούστερους χειρισμούς, χωρίς να χρειαστεί η επιστράτευση εξαιρετικά λεπτών ή στρατηγικών διπλωματικών κινήσεων. Ετούτη η γυναίκα δεν είναι απλώς σύντροφος, αλλά μια προσωπικότητα με μοναδικά χαρακτηριστικά που αναβαθμίζουν τη σχέση μας. Έχει έναν δικό της, ιδιαίτερο τρόπο να αντιδρά και να εκφράζει την αγάπη της, λειτουργεί ως «κινητήριος δύναμη», που δίνει ζωή σε μια σχέση. Η οργή της δεν κράτησε παρά ελάχιστα, γρήγορα καταλάγιασε, ένα γλυκό σαν Ήλιος χαμόγελο φώτισε τα χαρακτηριστικά της και το όμορφο πρόσωπο της έγινε μια εικόνα γεμάτη φως και ευφορία!
Ενθαρρυμένος πήρα κουράγιο, και ξεφυσώντας με ανακούφιση αισθάνθηκα το κουβάρι να ξετυλίγεται μέσα μου, όλα μου τα σύννεφα διαλύθηκαν και το πρόβλημα βρήκε τη λύση του!
Στον Λιμένα της Κωστάντζας μείναμε περίπου σαράντα ημέρες αν θυμάμαι καλά,. Μεγάλο διάστημα. Την εποχή εκείνη ήταν τα τελευταία χρόνια πριν από την πτώση του κομμουνιστικού καθεστώτος στη Ρουμανία. Βασικά χαρακτηριστικά της περιόδου εκείνης ήταν οικονομική εξαθλίωση και δρακόντεια μέτρα λιτότητας. Τρόφιμα, καύσιμα, ηλεκτρικό ρεύμα και θέρμανση ήταν σε δελτίο. Ελλείψεις βασικών αγαθών, ψωμί, γάλα, κρέας και άλλα βασικά είδη ήταν καθημερινότητα. 
Ο καπετάν Στέφανος είχε ταξιδέψει με πλοία μεταφέροντας φορτία πολλές φορές στη Ρουμανία στο παρελθόν. Έχαιρε εκτίμησης και είχε σημαντικές διασυνδέσεις και γνωριμίες στον λιμένα, που του παρείχε την ικανότητα να επικοινωνεί απευθείας και να έχει προσωπικές σχέσεις τόσο με τους επίσημους φορείς (αρχές, όπως λιμεναρχείο, τελωνείο) όσο και με το εργατικό ή διοικητικό προσωπικό του λιμανιού. Οι προσωπικές του σχέσεις με τους παράγοντες του λιμανιού ήταν καίριας σημασίας που μας εξασφάλιζε ευκολία στη διεκπεραίωση υποθέσεων του πλοίου με άμεση πρόσβαση και δυνατότητα παράκαμψης γραφειοκρατικών διαδικασιών.
Η διαδικασία φόρτωσης του πλοίου, εξελισσόταν ομαλά, βάσει προγράμματος και χωρίς απρόοπτα και ιδιαίτερα περιστατικά. 
Απέναντι από την προβλήτα φόρτωσης βρισκόταν ένα όμορφο κλασσικού ρυθμού κτίριο. Το κλασικό κτίριο που βρίσκεται στην είσοδο του λιμένα της Κωνστάντζας, στις ακτές της Μαύρης Θάλασσας, είναι το περίφημο Καζίνο της Κωνστάντζας (Cazinoul din Constanța) 
Πρόκειται για ένα εντυπωσιακό κτίριο σε στιλ Αρ Νουβό (Art Nouveau), το οποίο αποτελεί το πιο εμβληματικό αξιοθέατο της πόλης και σύμβολό της. Αν και το σημερινό κτίριο ολοκληρώθηκε στις αρχές του 20ου αιώνα (1910), η ιστορία του είναι συνδεδεμένη με την ακμή της Κωστάντζας ως λιμανιού και αποτελεί ένα από τα εμβληματικότερα κτίρια των Βαλκανίων συμβολίζοντας την άνοδο και τη ματαιοδοξία της βαλκανικής αστικής τάξης στα τέλη του 19ου αιώνα. Ποιος ξέρει πόσες περιουσίες και αξιοπρέπειες χάθηκαν μέσα στις, αίθουσες αυτού του κτιρίου - αφιερωμένου στη θέα Τύχη! 
Την εποχή εκείνη λειτουργούσε ως εστιατόριο με μουσική, για την ελίτ, αλλά το συνηθέστερο ήταν να  κάνουν κατάληψη τα ελληνικά πληρώματα στα περισσότερα τραπέζια στις αίθουσες και στο υπαίθριο.
Με τις γνωριμίες μας και με το ανάλογο αντίτιμο είχαμε αποκτήσει πρόσβαση και επιρροή να έχουμε συνήθως ένα τραπέζι επάνω στο κύμα, ο πλοίαρχος, εγώ, η σύζυγος μου και ο μικρός υιός μας.
Τα σαββατόβραδα το εστιατόριο ήταν δημοφιλής επιλογή για πολύ κόσμο που εξορμούσε ακόμη και από τις γύρω πυκνοκατοικημένες αστικές περιοχές για τη ζωντανή του ατμόσφαιρα, όπου η κράτηση ήταν απαραίτητη. Αποφασίσαμε κάπως αργά να βγούμε για βραδινό δείπνο. Το εστιατόριο σε μια κατάσταση έντονης κίνησης, τα συνήθη  πιο προνομιακά τραπέζια ήταν πλήρη. Αντιλαμβάνομαι ένα τραπέζι από αυτά στο μπαλκόνι με θέα τη θάλασσα είχε ταμπέλα «RESERVE», και ακριβώς πίσω του έχει ένα άλλο μόλις ετοιμάζεται να εκκενωθεί και ο σερβιτόρος πρόθημα το ετοιμάζει για την παρέα  μας. Καλώ τον σερβιτόρο φιλικά και του ζητώ να μας δώσει το «RESERVE» τραπέζι με το αζημίωτο και να μεταφέρει την ταμπέλα στο πίσω που ετοίμαζε.
«Μάλιστα κύριος» μου λέει. 
Το βλέμμα του ταξίδεψε γρήγορα γύρω του, με επιδέξιες κινήσεις και με μεγάλη ταχύτητα μεταφέρει την πινακίδα στο ημιστρωμένο πίσω τραπέζι και μας βάζει να καθίσουμε  στο μπροστινό χώρο με θέα τον Εύξεινο Πόντο.
Μόλις και τελείωσε την ετοιμασία και στο πίσω τραπέζι κατέφθασε, ένα νεαρό ζευγάρι που όπως κατάλαβα πρέπει να είχε αντιληφθεί τη σκηνή. Αφού είχε περάσει κάποιο εύλογο διάστημα η κοπέλα φιλικά ασχολήθηκε με τον μικρο μας μπόμπιρα που ήταν ιδιαίτερα δραστήριος, με ασταμάτητη δράση δημιουργώντας μια μικρή αναστάτωση η παρουσία του. «Ζήτησα συγγνώμη αν τους ενοχλεί». Τουναντίον έδειχνε πολύ ενθουσιασμένη μαζί του, δεν άργησαν να γίνουν φίλοι! Πιάνοντας μια φιλική κουβέντα μάθαμε ότι ο άνδρας ήταν διπλωμάτης καριέρας και μέλος της διπλωματικής βαθμίδας, επιτετραμμένος στην Πρεσβεία της Σαουδικής Αραβίας στην Ρουμανία. Είχαν επισκεφτεί με την μνηστή του την Κωστάντζα και το «RESERVE» τραπέζι προοριζόταν για το ζευγάρι.
Η αλήθεια είναι δεν αισθάνθηκα και πολύ καλά για τη λαθροχειρία του σερβιτόρου., αλλά αυτό δεν άλλαζε κάτι. 
«Αυτό είναι ακόμα ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό τα τελευταία χρόνια αυτής της χώρας! Και οι Έλληνες ναυτικοί έχουν τον τρόπο τους! Αυτά παθαίνει όποιος δεν έχει DUNHILL τσιγάρα μαζί του. Χάνει το πρωτο τραπέζι πίστα. Πάντως σας εύχομαι καλή σας όρεξη από καρδιάς.» Τους δήλωσα. 
Και σαν μια μικρή συγγνώμη για να μην έχουμε τύψεις, η ευγένεια τους να μας δώσει μια ευκαιρία να αποκαταστήσουμε την ατασθαλία μας προσφέροντας τους ένα μπουκάλι με το όντως θαυμάσιο τοπικό κόκκινο κρασί, θα μας τιμούσε ιδιαίτερα να μην μας το αρνηθούν. Και το συμβάν πήρε τέλος μέσα σε απόλυτη οικειότητα φιλικά και πολιτισμένα.
...Αν και η άνοιξη έχει ήδη αρχίσει για τα καλά, Οι μέρες μεγάλωναν, η θερμοκρασία ανέβαινε αλλά την ήμερα εκείνη ο Ήλιος είχε κρυφτεί πίσω από τα απειλητικά γκρίζα και μαύρα σύννεφα, που έμοιαζαν ίδια με τον καπνό από τις καμινάδες των εργοστασίων που αναδύονταν  πέρα στον ορίζοντα του λιμένος, όταν γυρίζαμε από άλλη μια ακόμη συνηθισμένη έξοδο στην πόλη.
Η Κωστάντζα είναι πόλης που φημίζεται για τον πολεοδομικό της σχεδιασμό και την έμφαση στο αστικό πράσινο. Έχει μεγάλους δρόμους με δενδροστοιχίες, πολλές πλατείες και πάρκα πλημμυρισμένα με πολύχρωμα εποχιακά λουλούδια. 
Βρισκόμαστε σε μια από τις κεντρικές  πλατείες της πόλης και ξαφνικά  αντιλαμβάνομαι την σύζυγο μου με μια αυθόρμητη κίνηση να έχει εφορμήσει μέσα στο πάρκο της πλατείας και αρχίζει να ξεριζώνει δύο-τρία λουλούδια και να τα βάζει στη τσάντα που κουβαλούσε μαζί της.
Από την έκπληξη μου βρέθηκα σε μια κατάσταση απόλυτης αμηχανίας προκαλώντας μου ένα άβολο αίσθημα, απέναντι στο εαυτό μου και τον κόσμο γύρω μας. Εκείνες τις στιγμές ενιωσα μια επιθυμία να εξαφανιστώ από προσώπου γης, για κάτι που έκανε κάποιος άλλος.
Εκφράζοντας ταυτόχρονα έντονα την δυσαρέσκειά μου, με τρόπο άμεσο και εμφατικό σε μια μορφή συναισθηματικής εκτόνωσης με έντονη, λεκτική έκφραση. Στο μέτωπο της φάνηκαν λεπτές ρυτίδες που πρόδιδαν τον εκνευρισμό της για την συμπεριφορά μου, και παραβιάσα τα ορια, αλλά παρά ταύτα συνέχιζε και ταχτοποιούσε τα λάφυρα της χωρίς ίχνος ταραχής.
Βλέποντας γύρω μου γρήγορα αντιλήφθηκα ότι είχα υψώσει την φωνή μου παραπάνω απ' το φυσιολογικό, πήρα βαθιές ανάσες και έμεινα να την παρατηρώ  να τελειώσει.
Όταν μετά παρέλευση έξι μηνών επέστρεψα στην πατρίδα έκπληκτος αντίκρισα στον είσοδο του σπιτιού μας αριστερά και δεξιά στην πόρτα δυο λευκές μπιγκόνιες τεράστιες, ύψος απίστευτο πάνω από δυο μέτρα.
Γύρισα και κοίταζα ερωτηματικά πότε τη σύζυγο μου και πότε τα λουλούδια
Για λίγο σταθήκαμε χωρίς κανένας απ’ τους δυο να μιλεί! Η αμηχανία, τόσο έντονη που η ομιλία περίττευε. Μεσολάβησε ένα διάστημα σιωπής, την διαισθανόμουν ότι κάτι περίμενε από μένα.
Ολόκληρη η σκηνή του επεισοδίου της πλατείας πέρασε για μια στιγμή μπροστά από τα μάτια μου, σαν μέσα από μια ομίχλη το παλιό και ξεχασμένο γεγονός το έζησα ξανά, μέχρι που εκείνη έσπασε τη σιωπή.
Τις έθρεψε η βαθιά «χριστιανική» σου ευλογία εκεί στο πάρκο της Κωστάντζας.» Μου είπε με μια αιχμηρή κριτική. «Μα καλά δε ντρεπόσουν ολόκληρος άνδρας να βρίζεις μες στο κόσμο; Να σε χαρώ εγώ που μου παριστάνεις και τον καλλιεργημένο και ευγενικό.»
Μου εξήγησε ότι δεν είχε δει ξανά λευκές μπιγκόνιες ήταν κάτι πολύ σπάνιο στην Ελλάδα μέχρι τα πρόσφατα χρόνια, διαφορετικά δεν υπήρχε λόγος να τις κουβαλήσει από την Ρουμανία και μάλιστα με αυτό τον τρόπο. Από πάντα την θυμάμαι να έχει έμπνευση με φαντασία, ένα ιδιαίτερο πάθος, μια τρυφερή αγάπη με τα λουλούδια και της αναγνωρίζω το εκπληκτικά καλό της γούστο.
................Η φόρτωση στο λιμένα έλαβε τέλος, η αλήθεια είναι ότι διήρκεσε μεγάλο χρονικό διάστημα, συνέργησε σ’ αυτό το αποτέλεσμα και οι γνωριμίες του πλοιάρχου και οι αντίστοιχες «δωροδοκίες.»
Η σύζυγος με τον μικρο υιό μας επέστρεψαν αεροπορικώς από Βουκουρέστι στην πατρίδα, και το πλοίο ξεκίνησε το προγραμματισμένο του ταξίδι για τους ανατολικούς λιμένες της Βορείου Αμερικής.
Διασχίζοντας την Μεσόγειο θάλασσα, βράδυ της δεύτερης εβδομάδας το πλοίο μπήκε στο Στενό του Γιβραλτάρ πλέοντας σε ήρεμα νερά.  Μπροστά μας σ' ένα άνοιγμα δέκα μιλίων βρισκόταν οι Ηράκλειες στήλες. Η νύχτα δροσερή και ένα αραιό πούσι αιωρείται εκεί έξω άλλα διακρίνονταν καθαρά το σκοτεινό περίγραμμα των ισπανικών ακτών και τα φώτα πορείας από κάποια παραπλέοντα σκάφη. Στο πλοίο επικρατούσε μια ζεστή ατμόσφαιρα με υγρασία. 
Δεξιά πρόβαλε ο βράχος του Γιβραλτάρ και αριστερά από την πλευρά του Μαρόκου το Τζεμάλ Μουσά. Στήλες του Ηρακλή είναι το όνομα που τους δίνεται από τους αρχαίους Έλληνες σε δύο οξυμένους βράχους που πλαισιώνουν την ανατολική είσοδο του στενού, το Γιβραλτάρ και τη Σέουτα και διαμορφώνουν το κλασσικό πέρασμα, οι οποίοι στέφθηκαν ασημένιοι από τους φοινικικούς ναυτικούς για να χαρακτηρίσουν τα όρια της ασφαλούς ναυσιπλοΐας για τους αρχαίους μεσογειακούς λαούς. Διανύουμε ήδη τη δεύτερη εβδομάδα από την αναχώρηση, με προορισμό το λιμένα του Νόρφολκ στις ανατολικές ακτές της Βορείου Αμερικής. που έχουμε αφήσει πολύ πίσω μας το πέρασμα στα στενά με της στήλες του Ηρακλή. 
Ήταν τελευταίο δεκαήμερο του Μαρτίου και τα έντονα καιρικά φαινόμενα που συμβαίνουν συχνά την περίοδο της ισημερίας είχαν αρχίσει με τρομερή βιαιότητα προκαλώντας ισχυρούς ανέμους και θύελλες. Όλη τη μέρα ο άνεμος ούρλιαζε και η βροχή σφυροκοπούσε το πλοίο, λες και οι μεγάλες δυνάμεις της φύσης θέλουν να γνωρίσουμε την παρουσία τους και να δείξουν στην ανθρωπότητα ότι ποτέ της δεν θα είναι ασφαλής ακόμη και πίσω από τα κάγκελα του πολιτισμού της. Καθώς το βράδυ έπεφτε, η θύελλα γινόταν ακόμη πιο δυνατή, θορυβώδης, εφιαλτική. Ουρλιάζοντας ο άνεμος σαν τραυματισμένο θηρίο, συναντούσε τον αχό της βροχής και γίνονται ένα με τον παφλασμό των κυμάτων της θάλασσας, προμηνύοντας ακόμη μια δύσκολη και βασανιστική βραδιά.
Εξαντλημένοι και κακοπαθημένοι από το συνεχές σκαμπανέβασμα του πλοίου προσπαθούσαμε να μείνουμε όρθιοι τις δυο τελευταίες ημέρες που βρισκόμασταν στο έλεος της θύελλας.
Ο καπετάν Στέφανος αρκετά έμπειρος θαλασσοπόρος με πολύχρονη καριέρα πλοιάρχου και με καταγωγή από την ναυτομάνα Χίο είχε καταφέρει και διατηρούσε ακέραια την ψυχραιμία του, ταυτόχρονα δε μου έλεγε παλιές ναυτικές ιστορίες με παράξενα καιρικά φαινόμενα, θάλασσες που «θυμώνουν» και κακουχίες με παλαιού τύπου πλοία, στο μακρύ διάστημα που του κρατούσα συντροφιά στη γέφυρα του πλοίου.
«Οι Μάγνητες τολμηροί και ριψοκίνδυνοι θαλασσοπόροι από την πατρίδα του Ιάσονα άφηναν το πλοίο να αρμενίζει με τον καιρό, αυτή είναι αυθεντική μοναδική αναλλοίωτη συνταγή, όσο διαφορετικές κι’ αν είναι η εποχές.» Μου τόνισε.
«Δεν έχεις άδικο.» του απάντησα, «Διαφορετικές εποχές, πολιτισμοί, κουλτούρες, και μνήμες ν’ αναπηδούν, και σε παρασύρουν στο χθες. Όπου και να κοιτάξεις πάντα θα βρεις κάτι που να συνδέει το παρόν με το παρελθόν. Ένα ταξίδι στο χρόνο είναι η ζωή, και το ταξίδι εμπλουτίζει με εμπειρία τη ζωή του ταξιδιώτη.» 
«Ο αγώνας για να ανταπεξέλθεις στις αντίξοες συνθήκες της θεομηνίας απαιτεί την υπομονή και την επιμονή της Πηνελόπης, και να ξέρεις ότι κάθε εποχή που φεύγει είναι μια σελίδα που γυρίζει αλλά και η νέα σελίδα γράφεται πάντα με το ίδιο αλφάβητο.» Συνέχισε τις ιστορίες του.
Ελέγχοντας τα νεοεισερχόμενα δελτία του καιρού σε συνδυασμό με τους χάρτες ο πλοίαρχος συνόψισε την κατάσταση, και μιλώντας ήρεμα χωρίς να υψώσει τη φωνή του διέταξε τον τιμονιέρη πορεία νότια νοτιοδυτική να αποφύγουμε το χαμηλό βαρομετρικό που απλωνόταν σε μεγάλη έκταση εμπρός μας στα δυτικά από τις Αζόρες νήσους στον ανοικτό ωκεανό.
Μερικά θέματα τα αντιμετώπιζε πολύ πρακτικά, «φροντίζοντας το καράβι να περνάει τα μεγάλα κύματα δίχως να μπατάρει», όπως συνήθιζε να λέει.
«Ανίκανοι γραφειοκράτες μουρμούρισε πολύ θυμωμένος, με την προηγμένη τεχνολογία σας που υποτίθεται ότι ήρθε να διαδραματίσει έναν σημαντικό ρόλο και να αντικαταστήσει ανθρώπους σαν εμάς. Κάπου εδώ έξω υπάρχει κι ένας άλλος κόσμος για τον οποίο δεν γνωρίζουν το παραμικρό. Είναι αυτό που λέμε η φύση σε συνδυασμό με τον ανθρώπινο παράγοντα που δεν έχει σχέση με τα ηλεκτρονικά τους κόλπα. Οι άνθρωποι λοιπόν σαν κι εμάς καλούνται να αντιμετωπίσουν αυτό το κόσμο σε καθημερινή βάση για χρόνια ολόκληρα.»
Διακρίνοντας την δυσφορία στον τόνο της φωνής του, προσπάθησα να διασκεδάσω την εκδήλωση της οργής του.
«Για να το λες έτσι θα είναι, αλλά πρέπει να έχεις και πίστη στο μέλλον, ο κόσμος ανήκει στους νέους μαζί με όλα τα κουμπιά του, έχουν  αδιαμφισβήτητες ικανότητες τόνισα για να διεκδικήσουν το μέλλον με περισσότερο πείσμα.»
Σε καμία περίπτωση δεν ήταν δύστροπος και σκυθρωπός άνθρωπος, παρά το γεγονός ότι η συμπεριφορά του μπορεί να μην ήταν πάντα «χαλαρή» και ιδιαίτερα κοινωνική στο εργασιακό του περιβάλλον. Ο στόχος της επίκρισης του του ήταν το επικουρικό γραφείο ενημέρωσης για ασφαλή πλεύση της ωκεάνιας διαδρομής, που τα πρώτα χρόνια, ήταν αρκετές φορές αναποτελεσματικό και πολλές φορές οι πληροφορίες τους εγκυμονούσαν και κινδύνους.
Ξημερώνοντας, το φως του πορτοκαλί  Ήλιου φώτιζε τα γαλανά νερά η ατμόσφαιρα ήταν ευχάριστα δροσερή, οι άνεμοι είχαν κοπάσει η διαυγής ατμόσφαιρα δεν έδειχνε ότι στο διάστημα των τελευταίων τριών ημερών, αυτό το απέραντο τμήμα του ωκεανού είχε δεχθεί την επίθεση μιας φοβερής θύελλας και είχε βρεθεί στο έλεος των ανέμων.
Η φυσική του αντοχή είχε ξεπεράσει τα όρια της εξάντλησης, με αποτέλεσμα να μην τον κολλάει ύπνος, αν και έχει διανύσει πολύ χρόνο στη γέφυρα από την τελευταία φορά που είχε ξυπνήσει.
Ανοιγοκλείνοντας τα μάτια του στο φως της καινούργιας ημέρας άφησε το βλέμμα του να χαθεί στο μακρινό και φωτεινό ορίζοντα, τα μάτια του πρόδιδαν πως το μυαλό του ήταν αλλού.
Τότε ήταν που μου άνοιξε την πόρτα της ζωής του, σε κάτι πολύ προσωπικό που δεν το εκμυστηρεύεσαι στον καθένα, διηγήθηκε τα σημάδια του πόνου που κουβαλούσε στην ψυχή του, τη μεγαλύτερη τραγωδία που δε νομίζω πως θα ‘θελα να το ακούσω ότι έχει συμβεί, με λίγες λέξεις μόνο.
Δεν θα μπορούσε κανείς να συνδέσει το θάνατο μ, έναν τέτοιο άνθρωπο.
Τότε ήταν που ξεπέρασε τις άμυνές του, σταμάτησε να είναι τυπικός και μοιράστηκε μαζι μου μια πολύ προσωπική στιγμή της ζωής του κατι που δεν το εκμυστηρεύεσαι στον καθένα. Μου διηγήθηκε με λίγες λέξεις μόνο τα σημάδια του πόνου που κουβαλούσε στην ψυχή του, τη μεγαλύτερη τραγωδία που δε νομίζω πως θα ‘θελα να την ακούσω ότι του έχει συμβεί. 
Μια ανάμνηση ένα όραμα οτι ο θάνατος αφήνει έναν πόνο που κανείς δεν μπορεί να θεραπεύσει σαν σκέψη διαπερνά το βλέμμα του. Μπορεί να έφταιγε η κούραση η τα γεγονότα από τις προηγούμενες ημέρες, αλλά όταν μίλησε η φωνή του πρόδιδε μια βαθιά απογοήτευση και ψυχικό πόνο.
.......Έχουν περάσει μερικά χρόνια από τότε. Ήταν ένα φθινοπωρινό πρωινό στην λεωφόρο Κηφισίας στη διάβαση των πεζών με τα φανάρια, από μια στιγμιαία ολιγωρία έφυγε από το πλάι της ο μικρούλης γιος του. Ξέφυγε από το χέρι της μητέρας του, και έγινε το μεγάλο κακό! Τέτοιες στιγμές όπου ένα παιδί ξεφεύγει από το χέρι της μητέρας του και καταλήγει στην άσφαλτο, αποτελεί μια από τις πιο εφιαλτικές στιγμές για κάθε γονέα.Το κορμί του κύλησε στην  άσφαλτο. Είχε σκοτωθεί το παιδί του, άφησε την τελευταία πνοή το αγγελούδι τους, εμπρός στα ματιά της μικρής του αδελφής και της δυστυχισμένης μητέρας.  Πρώτα είδαν τον τρόμο στα ματάκια του και τα μικρά λευκά του δόντια στο ανοιχτό του στόμα και έπειτα παρουσιάστηκε το άλικο τριαντάφυλλο στο μπρος μέρος του κεφαλιού του. Η μάνα έπεσε δίπλα του σαν να ‘χε δεχτεί μια δυνατή γροθιά πίσω στη ράχη γονάτισε πάνω του το αγκάλιασε με λαχτάρα και το έσφιξε με δύναμη στο κορμί της, να το προστατεύσει, να διώξει το κακό..
Τον κρατούσε στην αγκαλιά της κι έσφιγγε ο άψυχο κορμάκι του κι έκλαιγε και ούρλιαζε με ασύνορη αγωνία μες στην απόγνωση της, να αρνηθεί την αποδοχή του θανάτου και στην προσπάθεια της να του δώσει ζωή μέσω της αγκαλιάς της.. «Όχι, όχι γλυκέ μου Ιησού, όχι γιατί να συμβεί:»
Στον απόηχο από την βουή της κυκλοφοριακής συμφόρησης ταξίδευε το κλάμα της χαροκαμένης μάνας για τη συμφορά που τη βρήκε, δείχνοντας ότι ο πόνος της δεν έχει όρια, είναι χαοτικός και αβάσταχτος. Η μέρα ήταν συννεφιασμένη, βροχερή, και η ψιλή βροχή ξέπλενε το αίμα από την ανοικτή πληγή στο λαβωμένο πρόσωπο του και ποτίζει τα ρούχα της χαροκαμένης μάνας..
«Δεν ξέρω εάν ποτέ θα τα καταφέρω να ξεπεράσω την απώλεια του. Μια ομίχλη σκεπάζει μέσα μου τις αναμνήσεις του, και είναι αναμνήσεις που αξίζει τον κόπο να τις κρατήσω σφικτά.»
Τον καταλαβαίνω πως έχει μια βαθιά ανθρώπινη ανάγκη να διατηρήσει ζωντανές τις όμορφες στιγμές από το αγγελούδι του. Τις θεωρεί πραγματικό «θησαυρό» της ζωής τους. Οι απαντήσεις για να νιώσουμε καλύτερα γυρεύουν πάντα το μυστικό εκείνο που δε φαίνεται το κρυμμένο στις σκιές και στο σκοτάδι. Και το τραγούδι που σφύριζε ο άνεμος εμπρός μας ανάμεσα στα ικριώματα των γερανών του πλοίου, μιλά για δυστυχία και θλίψη, για πόνο και θάνατο. Το πένθος δεν έχει χρόνο. Δεν υπάρχει «σωστός» τρόπος ή χρονικό όριο για να νιώσει καλύτερα. Κάθε άνθρωπος το βιώνει διαφορετικά. 
Η μνήμη με το πέρασμα του χρόνου αλλάζει μορφή. Στην αρχή ο πόνος είναι οξύς και κυριαρχεί. Με τον καιρό, ο πόνος αυτός  μεταμορφώνεται σε μια πιο γλυκιά ανάμνηση. Δεν θα ξεχάσει, με την έννοια της λήθης, αλλά θα μάθει να ζει κουβαλώντας την μνήμη του μικρού παιδιού του μαζί του!
...... Νεώτερες οδηγίες μας  πληροφορούν ότι λιμένας προορισμού εκφόρτωσης είναι το Τσάρλεστον στην ανατολική ακτή των ηνωμένων πολιτειών, όχι το Νόρφολκ.
«Λέω ότι είναι καλύτερα να ηρεμήσεις, νομίζω ότι είναι όλα υπό έλεγχο πλέον, στην κατάσταση που είσαι είναι καιρός να ξεκουράσεις το ταλαιπωρημένο κορμί σου.»
«Έχεις απόλυτο δίκιο, νοιώθω ψόφιος στην κούραση τα μέλη μου με πονάμε και το κεφάλι μου πηγαίνει να σπάσει.»
«Θα έχουμε αρκετό χρόνο μπροστά μας, ώστε να κάνουμε κατάδυση στα βάθη της  ψυχής μας, και να περπατήσουμε στα μονοπάτια των αναμνήσεων από τα ταξίδια μας.» Συμπλήρωσα.

Click to Open
Halkenteros Captain! Part II:
.....

Τετάρτη 30 Νοεμβρίου 2011

O Varonos

Με συγκίνηση αναφέρομαι σε «ξεπλυμένες αναμνήσεις» από τους καθημερινούς ήρωες της ναυτικής μου ζωής. Αυτές οι «ξεπλυμένες αναμνήσεις» από τη ζωή μου ταξιδεύοντας στους ωκεανούς τους απέραντους και στα λιμάνια τα μακρινά κουνούν πάντα τις χορδές της ψυχής μου. Μια ιστορία, ένα αφιέρωμα από ανθρώπους που γνώρισα, οι οποίοι αφού εκτέλεσαν το καθήκον τους κι εκπλήρωσαν την αποστολή τους στη θάλασσα, στη συνέχεια, αποσύρθηκαν, διακριτικά και με μετριοφροσύνη, στην τοπική κοινωνία τους, την όποια υπηρετήσαν με ακάματο ζήλο. Σήμερα αυτές οι αναμνήσεις μου καταθέτονται χωρίς υπερβολές η ωραιοποιήσεις, με μια ειλικρίνεια και μια αυθεντικότητα, χωρίς περιττά στολίδια.
Έχουν κιόλας περάσει επτά με οκτώ χρόνια από τότε,  μεσοκαλόκαιρο, που βρέθηκα στον λιμένα της Πύλου για ένα μακρύ χρονικό διάστημα σε πλοίο της εταιρείας που κρίθηκε απαραίτητο να εκτελέσει μερικές επείγουσες και αναγκαίες εργασίες επισκευών στο αγκυροβόλιο του ομώνυμου κλειστού κόλπου.
.........."Η Πύλος βρίσκεται σε εξαιρετική γεωγραφική θέση ενώ το λιμάνι της είναι ένα από τα μεγαλύτερα και ασφαλέστερα λιμάνια του κόσμου, με μήκος 4800μ και πλάτος 3600μ. [Το Λιμάνι] Το βάθος της θάλασσας φτάνει τα 50μ. Στα δυτικά, μπροστά από το λιμάνι υπάρχει η νήσος Σφακτηρία. Στα νότια του νησιού βρίσκεται η νησίδα Πύλος ή Τσιχλι-μπαμπά ή Φανάρι. Αναφέρεται από τον Όμηρο ως το Βασίλειο του Νέστορα που, σύμφωνα με την παράδοση, ιδρύθηκε απ' τον μυθικό Πύλο".......
........ Μετά από μια κοπιαστική στη διάρκεια της ημέρας εργασία, με τη δύση του ηλίου επέστρεφα από το πλοίο μαζί με τα συνεργεία παρέα στο ξενοδοχείο με την λαμπερή και ανανεωμένη λάντζα του λιμανιού ο «Άγιος Νικόλαος».
Διαβαίνοντας την έξοδο της προβλήτας του μικρού λιμένος και καθώς περπατούσα στον προαύλιο χώρο των πρώτων εστιατορίων, ξαφνικά ακούω μια βαριά ζεστή αντρική φωνή να φωνάζει το όνομά μου.  Ασχολούμενος να σκέφτομαι τα προφανή καθημερινά προβλήματα των επισκευών του πλοίου βάδιζα  λίγο αφηρημένα ξαφνιάστηκα επιστρέφοντας στην πραγματικότητα. Σηκώνω τα μάτια να δω ποιος με φώναξε. Μετά την αρχική μου σαστιμάρα και αμηχανία η αναγνώριση έρχεται με λίγη καθυστέρηση, μέσα μου άστραψε ένα χαμόγελο αφύπνισης όταν αντιλαμβάνομαι ξαφνικά ποιος ήταν πίσω από το κάλεσμα.
Ο Βαρόνος!!
Τον ατένιζα να κάθεται στο παραλιακό τραπέζι του εστιατόριου πάνω στο κύμα, διπλά από την έξοδο της προβλήτας αποβίβασης του λιμένα. Παρόλο που Φορούσε ένα ολοκαίνουργιο λινό κουστούμι, το σακάκι το είχε ριγμένο στην πλάτη μιας καρέκλας. Μάλλον ένιωθε την ανάγκη να αποβάλει την επισημότητα του κουστουμιού, αφαιρώντας το σακάκι. Ήταν η πρώτη μου φορά που συνειδητοποίησα ότι παρά τη μοναδικότητα του και την αίγλη του παρελθόντος «ο Βαρόνος» ανήκε και αυτός στα ανώνυμα πρόσωπα του μεγάλου πλήθους. Τα μάτια του εκείνα τα λαμπερά μαύρα μάτια του αυτό το παράθυρο της ψυχής του που τον είχα γνωρίσει σε μια άλλη, πιο ένδοξη εποχή, είχαν χάσει πολύ από την φωτεινότητα τους.
«Δε μου λες, άκουσα καλά ή με γελάνε τα αυτιά μου;» του λέω σαν να «ξύπνησα» ξαφνικά από τη στοχαστική μου διάθεση και μεταφέρθηκα στο «εδώ και τώρα».
«Τι ακριβώς ακούσατε που σας έκανε να αμφιβάλλετε για τα αυτιά σας;» μου λέει. «Για να σε βοηθήσω να το ξεδιαλύνεις δεν σε γελούν τα αυτιά σου, φίλε μου!» συνεχίζει, κάτι που δείχνει ότι, ο «Βαρόνος», παραμένει οξυδερκής και κυρίαρχος του παιχνιδιού, θυμίζοντας μου ότι οι τίτλοι μπορεί να φθείρονται, αλλά η προσωπικότητα όχι.
«Μάλιστα! Τώρα το σκηνικό αποκτά μια εντελώς διαφορετική τροπή! Καλησπέρα.» του λέω.
«Καλησπέρα βρε Λακωνικό «Μανιαούρι.» Η ατάκα του δίνει μια βιωματική τοπική χροιά στην πραγματικότητα της κοινής καταγωγής μας και μιας παλιάς γνώριμης κατάστασης.. «Καλά λένε βουνό με βουνό δεν σμίγει.» υποδηλώνοντας πως θεωρεί μοιραία τη συνάντηση μας, από τότε που είχαμε μοιραστεί ένα κοινό παρελθόν που είχαμε ξεχάσει.
Έγινε μια μικρή παύση που λειτουργούσε ως η «σιωπή» πριν από μια συναισθηματική αντάμωση. Και η αντάμωση μας σήμερα δεν είναι απλώς μια συνάντηση, είναι η στιγμή που οι δρόμοι μας που κάποτε είχαν χωρίσει, τέμνονται ξανά, έχοντας πλέον το βάρος των εμπειριών που μεσολάβησαν και ο καθείς κουβαλούσε στην πλάτη του.
«Να που βρέθηκες και στα δικά μας όμορφα μέρη της Μεσσηνιακής Μάνης παλιέ καλέ μου φίλε.» Ο «Βαρόνος» ήταν ο άντρας με το κουστούμι στην καρέκλα, και εγώ μείωσα την απόσταση που μας χώριζε. Ήμασταν απλώς δύο άνθρωποι που, μετά από χρόνια, έβρισκαν ξανά το χαμένο νήμα της συνέχειας μας, μ' ένα σφίξιμο του χεριού μας και μια αγκαλιά που επιβεβαιώνει ότι παραμένουμε οι «δικοί μας» άνθρωποι συμπυκνώνοντας όλη τη νοσταλγία μας!
«Το σφίξιμο του χεριού δεν ήταν απλώς ένας χαιρετισμός· ήταν η επισφράγιση μιας υπόσχεσης ότι, όσα χρόνια κι αν πέρασαν, όσες διαδρομές κι αν άλλαξαν, ο ένας αναγνωρίζει πάντα τον άλλον μέσα στο πλήθος. Η αγκαλιά που ακολούθησε έκλεισε τον κύκλο, διαλύοντας το τελευταίο ίχνος του «Βαρώνου» και αφήνοντας στη θέση του μόνο τον παλιό, αληθινό φίλο.
Να σας τον συστήσω. Τον πρωταγωνιστή, μετατρέποντας τον «Βαρόνο» από έναν απλό σημερινό χαρακτήρα σε μια προσωπικότητα που είχε επιβληθεί στον χώρο του. Ο «Βαρόνος» δεν ήταν απλώς ένα πρόσωπο ήταν μια γέφυρα ανάμεσα σε δύο κόσμους, σ' εκείνες τις παλιές μας όμορφες νεανικές στιγμές μας και αντιπροσώπευε τις φιλοδοξίες και τη μοίρα όλων μας. Την προσπάθεια να διατηρήσουμε ένα «σοβαρό προφίλ» και μια αίγλη, ενώ η ζωή μας φθείρει. Ο «Βαρόνος» ήταν η αλήθεια που κρύβουμε μέσα μας.
Δεν ήταν απλώς ένας άνθρωπος, ήταν μια «ιστορία» που κυκλοφορούσε από στόμα σε στόμα. Τα έργα και οι ημέρες του ήταν ένας θρύλος στα καπνιστήρια και τις τραπεζαρίες των πλοίων της εταιρείας μη εξαιρούμενων και των γραφείων στην Ακτή Μιαούλη. Η Ακτή Μιαούλη είναι το «στρατηγείο» των εφοπλιστών και των ναυτιλιακών εταιρειών στον Πειραιά, ένας χώρος όπου ο μύθος, το χρήμα και η ιστορία συχνά διαπλέκονται. Τα τελευταία χρόνια είχε χαθεί από την πιάτσα της Ακτής Μιαούλη λες και άνοιξε η γη και τον κατάπιε. Ίσως είχε αποσυρθεί, αλλά η «αύρα» του παράμενε διαχρονική. Είχα να μάθω νέα του περισσότερο από μια δεκαετία.
«Για κοίτα, φίλε μου, πώς γυρίζει ο τροχός!» του λέω.  Ο τροχός που γύρισε και μας έφερε, να κοιταζόμαστε στα μάτια χωρίς τις μάσκες των γραφείων της Ακτής Μιαούλη και τις απαιτήσεις του «θρύλου» που τον ακολουθούσε. 
«Που χάθηκες μεγάλε μου «Βαρόνε»  τον ρωτάω οικειότητα, απόδειξη ότι η απουσία του ήταν αισθητή, ότι η ιστορία του δεν είχε ολοκληρωθεί στο μυαλό μου  μέχρι σήμερα που τον ξανάσυναντησα. Όταν έπαψε να μου σφίγγει το χέρι κάθισα στην άδεια καρέκλα στο πλάι του απολαμβάνοντας το ανάλαφρο δροσερό απογευματινό αεράκι που σάρωνε την επιφάνεια της παραλίας κουβαλώντας την υγρασία της θάλασσας αλλά και τη μυρωδιά από τα τριαντάφυλλα και τις βουκαμβίλιες που φύτρωναν στις αυλές γύρω μας.
«Λοιπόν καλέ μου φίλε! Τι χαμπάρια: Πως τα πάτε με τις εργασίες των επισκευών; Τρελό τρέξιμο  βλέπω πάλι σήμερα; Πότε σαλπάρουμε;» Έκανε μαζεμένες τις ερωτήσεις και τώρα περίμενε απαντήσεις. Αυτή η καταιγίδα των ερωτήσεων από τον «Βαρόνο» ήταν το οριστικό πέρασμα από το παρελθόν στο παρόν και το μυαλό του να παραμένει συντονισμένο με τους ρυθμούς της δουλειάς και της θάλασσας. Το κατάλαβα ότι το ήξερε πως θα με συναντούσε και με περίμενε. Δεν ρωτάει από περιέργεια, αλλά από μια ανάγκη να νιώσει ότι ανήκει ακόμα σε αυτόν τον κόσμο, έστω και μέσα από τις ιστορίες του φίλου του.
 Καθώς τον κοίταζα να περιμένει την απάντηση, ένιωσα τη σκόνη των γραφείων της Ακτής Μιαούλη να παραμερίζει. Δεν ήταν πια ένας περαστικός, ήταν ο παλιός εκείνος συνεργάτης που ακόμα κι αν δεν ήταν πια καράβι, να ταξιδεύει, είχε πάντα την πυξίδα στο βλέμμα του.
«Φίλε μου θέλω να φύγει αυτή η εβδομάδα γιατί είμαι οριακά με τόση πίεση !Αυτό το «οριακό» αίσθημα, ειδικά όταν τρέχω απαιτητικές επισκευές, είναι εξαντλητικό. Το να νιώθεις πως η εβδομάδα δεν τελειώνει ποτέ είναι το τίμημα του να είσαι υπεύθυνος για ένα έργο που δεν επιδέχεται λάθη. Αυτές οι επισκευές είναι από τις πιο δύσκολες που έχω τρέξει! Άντε να παραδώσουμε να ηρεμήσω λίγο!»
«Από όσο θυμάμαι κάθε φορά τα ίδια συμβαίνουν με τις επισκευές!» Η απάντηση του «Βαρόνου» είναι ένας καθρέφτης. Με αυτή τη φράση, του απομυθοποιεί το άγχος μου. Μου υπενθυμίζει ότι αυτό που σήμερα μου φαίνεται ως ανυπέρβλητο βουνό και «τρελό τρέξιμο», είναι στην πραγματικότητα ένας κύκλος που έχει επαναληφθεί άπειρες φορές. Είναι ο τρόπος του να μου πει. «Έχεις φάει με το κουτάλι τις επισκευές, ξέρεις πώς τελειώνουν αυτές οι ιστορίες». Υπήρχε μια παράδοξη ηρεμία στα λόγια του. Ο «Βαρόνος» δεν προσπαθεί να με καθησυχάσει με κούφια λόγια, αλλά με τη στωικότητα κάποιου που έχει δει πολλά πλοία να μπαίνουν και να βγαίνουν από το λιμάνι. Αυτή η υπενθύμιση του «Βαρόνου» με «ξεκλειδώνει». Νιώθω ότι μετά από αυτή την κουβέντα, το «τρέξιμο» δεν είναι πια ένα βάρος, αλλά μια γνώριμη διαδρομή που απλώς πρέπει να ολοκληρώσω για να έρθει η λύτρωση της παράδοσης.
«Κι εσύ πως τα βολεύεις που είσαι συνταξιούχος σήμερα.» Τον ρώτησα με αφοπλιστική και αντρική ειλικρίνεια που έχουν μόνο οι παλιοί συνάδελφοι. «Σε ρωτώ γιατί πολύ σύντομα θα βρεθώ να βράζω στο ίδιο καζάνι μ’ εσένα.»  Η επισήμανση μου κλείνει οριστικά την απόσταση ανάμεσα στον «Βαρόνο» του καιρού εκείνου και στο σήμερα. Δεν είναι εκείνος πια ο θρύλος των καπνιστηρίων, αλλά αυτές τις στιγμές είμαστε δύο παλιοί συνάδελφοι που σύντομα θα μοιράζονται την ίδια διαδρομή, με διαφορετική ταχύτητα ο καθένας, αυτός ως προπορευόμενος που έχει ήδη φτάσει εκεί που εγώ οδεύω.
Ο Βαρόνος με κοίταξε, και για μια στιγμή, είδα στα μάτια του όχι τη χαμένη λάμψη του παρελθόντος, αλλά μια ήρεμη αποδοχή του παρόντος. «Στο ίδιο καζάνι, φίλε μου», είπε χαμηλόφωνα, «αλλά τουλάχιστον, εκεί δεν θα έχουμε προθεσμίες παράδοσης.» Το αδιάφορο κούνημα των ώμων του ήταν η πιο εύγλωττη απάντηση που θα μπορούσε να μου δώσει. Ηταν κίνηση ενός ανθρώπου που, παρόλο που έχει αποσυρθεί, δεν έχει «αποδεχτεί» την αποστρατεία. Ο «Βαρόνος» δεν είναι συνταξιούχος από επιλογή, αλλά από ανάγκη, λόγω χρόνου, και το γεγονός ότι δεν τον ενθουσίαζε η ιδιότητα του συνταξιούχου πρόσδιδε στον χαρακτήρα του μια τραγική αξιοπρέπεια και αυτό το κούνημα των ώμων του «μιλάει» τόσο πολύ εύγλωττα. Ο «Βαρόνος» παραμένει, στον ψυχισμό του, ο άνθρωπος που κυριαρχούσε στα καπνιστήρια. Το κουστούμι του μπορεί σήμερα να είναι κάπως επαρχιώτικο, αλλά το βλέμμα του παραμένει στραμμένο στα «λιμάνια» και στη «δράση». Η συνταξιοδότηση γι' αυτόν δεν ήταν ανάπαυση, ήταν απώλεια ταυτότητας. Δεν θέλει να με αποθαρρύνει, ούτε να παραπονεθεί, γι' αυτό και δεν μου απαντά. Αφήνει τη σιωπή να γίνει ο καθρέφτης της δικής του πικρίας. Καταλαβαίνει ότι το «καζάνι» στο οποίο θα βρεθώ κι εγώ, δεν είναι ένα μέρος για να ξεκουραστώ, αλλά για να περιμένω το τέλος της ημέρας. Υπήρχε κάτι βαθιά ανθρώπινο στο να στέκομαι μπροστά σε έναν άνθρωπο που κάποτε ήταν «θρύλος» και τώρα δεν έχει πια πού να διοχετεύσει τη δύναμή του.  Το κούνημα των ώμων του ήταν μια ολόκληρη εξομολόγηση. Δεν χρειαζόταν λόγια για να καταλάβω πως, για εκείνον, η συνταξιοδότηση δεν ήταν η ανταμοιβή μιας ζωής, αλλά η αναγκαστική απόσυρση ενός στρατιώτη που είχε ακόμα το όπλο στα χέρια, αλλά δεν είχε πια μέτωπο να πολεμήσει.
Με πληροφόρησε πως αυτή την εποχή έμενε σε μία ερημική μικρή εξοχική αγροικία που είχε κληρονομήσει σε μικρή απόσταση από την Καλαμάτα και τώρα είχε την δυνατότητα να απολαμβάνει μια παλιά του και αγαπημένη συνήθεια, τις χαλκογραφίες.  Η αποκάλυψη αυτή μου μοιάζει με εξομολόγηση από τη μία τα πολυσύχναστα λιμάνια με τον θόρυβο, την κίνηση, το «τρελό τρέξιμο» τους που ζούσε, και από την άλλη πέρασε στην απόλυτη ηρεμία στη σιωπή της αγροικίας στην Καλαμάτα και τη λεπτομέρεια και στην ηρεμία της χαλκογραφίας. Λένε πως οι ζωγράφοι κι οι ναυτικοί φτιάχνουν τα ίδια σπίτια και η κληρονομιά του φίλου μας δεν αποτελούσε εξαίρεση. Και οι δύο φτιάχνουν κόσμους, ο ένας με τα χρώματα και ο άλλος με τη ρότα, και οι δύο έχουν ανάγκη τον ορίζοντα μπροστά τους. Ήταν ένα μικρό τούβλινο χαμηλοτάβανο σπίτι με ασπροβαμένους τοίχους, και η εξώπορτα του έβγαζε απευθείας στην θέα της θάλασσας και ήταν το ιδανικό «λιμάνι για έναν άνθρωπο σαν τον «Βαρόνο». Δεν έχει εγκαταλείψει τη θάλασσα, απλώς την έχει φέρει στην πόρτα του, όχι για να τη δαμάσει πια, αλλά για να την ατενίζει. Είναι το σημείο όπου ο πολύβοος λιμένας έγινε το απάγκιο του. 
Με τα μάτια της φαντασίας μου φιλοτέχνησα την σημερινή μελαγχολική εικόνα της ζωής του, ενός μοναχικού ερημίτη σ’ ένα σπίτι πολύχρωμο, σαν σκηνικό σε φωτεινό ηλιόλουστο τοπίο να πηγαίνει χωρίς παρέα ατέλειωτους περιπάτους, γυροφέρνοντας στο μυαλό του αναμνήσεις και αφηρημένες σκέψεις σαν ένα σμάρι από παλιές φωτογραφίες που ένας θεός μονάχα ήξερε που τον ταξίδευαν.
Να  αφηγείται περιστατικά και περιπέτειες μ’ ευλάβεια ποιμένα γονιού που τις άκουγαν για πρώτη φορά τα μικρά του εγγόνια από την κόρη της αδελφής του, περιγραφικός, ευφάνταστος, αγγίζοντας με τον τρόπο αυτό τις ευαίσθητες χορδές της καρδιάς και του μυαλού τους. Οι περιπέτειες του από τα πολυσύχναστα λιμάνια δεν πάνε χαμένες, αλλά γίνονται παραμύθια για τα εγγόνια, αποκτώντας μια νέα, σχεδόν ιερή αξία. Να τους περιγράφει τις ιστορίες του σαν ιερά κειμήλια μ' έναν απίστευτα ποιητικό τρόπο, και να τα κάνει να γελούν χάρη στην αριστουργηματική αφηγηματική του τέχνη. Η αξιοθαύμαστη δεξιοτεχνία και η θεατρικότητα, με την οποία χειρίζεται τις ιστορίες του απ' όσο γνωρίζω είναι μοναδική. Μέσα από τα εγγόνια, ο θρύλος του συνεχίζεται, οι εμπειρίες του δεν σβήνουν και ο ίδιος βρίσκει μια δεύτερη νεότητα μέσα από τα μάτια τους. 
Μερικοί άνθρωποι σε κάνουν να μελαγχολείς και να θλίβεσαι ότι κατασπατάλησαν το χρόνο τους και χαράμισαν τις ικανότητες τους με δραστηριότητες σε σκοτεινές γωνιές και αδιέξοδα στενοσόκακα. 
«Η ζωή είχε το βλέμμα της γυρισμένο προς τη μια μεριά και αυτός προς την άλλη,» σκέφτηκα φευγαλέα, αλλά που να πάρει ο διάβολος δεν τους βρίσκεις κάθε μέρα αυτούς τους εξαιρετικά διαφορετικούς ανθρώπους.  Η θλίψη για όσα θα μπορούσε να έχει κάνει, υποχώρησε μπροστά σ' αυτό που ήταν: ένας άνθρωπος που είχε το θάρρος να στρέφει το βλέμμα του εκεί που κανείς άλλος δεν κοίταζε. 
Η μνήμη μου με ταξίδεψε δυο δεκαετίες πίσω. Ύστερα από είκοσι χρόνια η ανομοιομορφία της μνήμης είναι συγκλονιστικά αληθινή, όταν πρόκειται να θυμηθείς γεγονότα που συνέβησαν στο μακρινό παρελθόν. Υπάρχουν στιγμές που αναδύονται με μια τρομακτική διαύγεια, κάθε ήχος, κάθε μυρωδιά, κάθε λεπτομέρεια του χώρου,  και άλλες που παραμένουν σαν θολά, δυσδιάκριτα περιγράμματα, κρυμμένα πίσω από την ομίχλη του χρόνου. Με πικρή γεύση είναι θαρραλέο να παραδεχθώ ότι το παρελθόν μας περιέχει εικόνες που θα ήθελα να ξεχάσω. Όταν αποδέχεται κανείς ότι δεν είναι όλα φωτεινά στη ζωή του, τότε μόνο αποκτά την ωριμότητα να την κοιτάξει κατάματα. Ο χρόνος συγκρατεί τα αγκάθια που μας πλήγωσαν, ίσως για να μας υπενθυμίζουν τα όριά μας, αλλά συγχρόνως αφήνει να γλιστρήσουν στη λήθη στιγμές που ίσως ήταν πολύτιμες αλλά δεν είχαν την ένταση του τραύματος για να μείνουν χαραγμένες. Εκείνο τον καιρό πιστεύαμε πως ήμασταν σπουδαίοι κι οι μέρες έδειχναν να είναι πολύ μεγαλύτερες από ότι σήμερα. Η λεβεντιά και η ειλικρίνεια ήταν το σήμα κατατεθέν μας. Ανθρώπων που σφυρηλατήθηκαν πάνω στη θάλασσα δουλεύοντας με τα στοιχεία της φύσης, η υποκρισία δεν είχε θέση, γιατί η ίδια η θάλασσα απαιτεί καθαρότητα και αλληλεγγύη. Ήμασταν νέοι, ο χρόνος μας έμοιαζε άπειρος, όπως και οι δυνάμεις μας. Πιστεύαμε ότι μπορούσαμε να δαμάσουμε τα κύματα, τις αντιξοότητες, τον ίδιο τον κόσμο. Αυτή η σπουδαιότητα που νιώθαμε δεν ήταν αλαζονεία, ήταν η ευλογία της νιότης μας ήταν η ανάγκη και ο τρόπος μας να αναπνέουμε. Είναι φορές που αναρωτιέμαι τι είναι αυτό που περισσότερο από όλα μας αφαίρεσε στην διάβα του ο χρόνος. Όσο μεγαλώνουμε, ο χρόνος συμπιέζεται από τις ευθύνες, τα πρέπει και το βάρος των αναμνήσεων. Οι μέρες μας γίνονται πια μικρές, γιατί τις μετράμε με το ρολόι της λογικής και όχι με το μέτρο της περιπέτειας. Ίσως ο χρόνος να μην μας αφαίρεσε κάτι συγκεκριμένο, ίσως απλά να μας φόρτωσε με τόση ευθύνη που η ελαφρότητα, αναγκαστικά, έπρεπε να ξεπέσει κάπου στην άκρη του δρόμου για να αντέξουμε το βάρος της. Η λεβεντιά όμως εκείνη δεν χάθηκε, απλώς έγινε πιο σιωπηλή, πιο εσωτερική, κρυμμένη πίσω από την αυλαία των είκοσι χρόνων που μεσολάβησαν.
Το κύμα θρόιζε σε χαμηλούς τόνους θαρρείς και μας άκουγε αφηρημένα τους δυο άνδρες που είχαμε απορροφηθεί στη συζήτηση εκεί στην άκρη της θάλασσας, σκαλίζοντας το παρελθόν μας, και με κάθε καινούργια ιστορία που διηγείται ο Βαρόνος να μεγαλώνει το κέφι μας. Μας αγκάλιασε η νύχτα που άπλωσε τις μαύρες φτερούγες της παντού δημιουργεί μια ατμόσφαιρα μυσταγωγίας.  Οι μαύρες φτερούγες της, αντί να είναι απειλητικές, λειτουργούν σαν μια αγκαλιά που μας απομονώνει από τον υπόλοιπο κόσμο, επιτρέποντα μας να είμαστε για λίγο ξανά εκείνοι οι «σπουδαίοι» νέοι που ήσασταν πριν από είκοσι χρόνια και η συζήτηση, είναι μια τελετή συμφιλίωσης με το παρελθόν μας.
 Ο «Βαρόνος», μέσα από την αφήγησή του, δεν ανακαλεί απλώς γεγονότα, ανασταίνει τη νιότη μας. Εκείνη η «ελαφρότητα» για την οποία αναρωτιόμουν αν χάθηκε για πάντα, επιστρέφει μέσα από το γέλιο και τη μοιρασιά μας, έστω και για λίγο, κάτω από το πέπλο της νύχτας. 
Πίσω από το δάκτυλο της στεριάς που χωνόταν στον υδάτινο κόρφο, ξεπρόβαλε το μισοφέγγαρο, κοντράστ στο φωτισμένο μεγάλο φορτηγό πλοίο που βρισκόταν αγκυροβολημένο μέσα στον κόλπο, και μπόλικα αστέρια εμφανίστηκαν στον ουρανό.
Το δάκτυλο της στεριάς και ο «υδάτινος κόρφος είναι η αγκαλιά της γης που εισχωρεί στη θάλασσα και μοιάζει με τη συμφιλίωση των δύο κόσμων που συζητάμε, της αέναης κίνησης των πολυσύχναστων λιμένων, και της στεριάς με το αγροτόσπιτο που τον περιμένει. Το πλοίο, ακίνητο τώρα στο αγκυροβόλιο, μοιάζει με φάντασμα των περασμένων ετών, ένα μεγαθήριο που αναπαύεται, ενώ το μισοφέγγαρο μας υπενθυμίζει τον χρόνο που κυλάει, αδιάφορος και αιώνιος. Τα αστέρια μέσα στη νύχτα είναι τα μόνα που μένουν σταθερά, οι «πυξίδες» των ναυτικών, που βλέπουν από ψηλά και τις πικρίες και τις χαρές μας.
Η αλήθεια είναι πως στην πραγματικότητα ο «Βαρόνος» ποτέ δεν έγινε πραγματικός ναυτικός,  δεν κυλούσε στο αίμα του ιδιαίτερα η θάλασσα. Ένα αρκετά μεγάλο διάστημα είχε εγκαταλείψει το ναυτικό επάγγελμα και ασχολήθηκε εκεί στη γενέτειρα του την Καλαμάτα με το εμπόριο ελαιόλαδου. Η επιχείρηση του απλώθηκε πολύ σύντομα με κύριο αντικείμενο τις εξαγωγές σε Ευρωπαϊκές χώρες. Το ίδιο πολύ σύντομα για κάποιους ανεξιχνίαστους λόγους, ήλθε και η κατάρρευση της επιχείρησης. Την εποχή εκείνη κυκλοφορούσαν τουλάχιστον εκατό εκδοχές για τα γεγονότα που αφορούσαν την κατάληξη της επιχείρησης, με εκατό διαφορετικές αιτιολογήσεις. Η αλήθεια θα μπορούσε άνετα να βρίσκεται σε οποιαδήποτε από αυτές.
 Η δική του θέση για αυτά που κυκλοφορούσαν ήταν αφοπλιστική.
«Υπάρχει στην αγορά κορεσμός υπερτιμημένων λαδιών πρώτης ποιότητας. Μια αγορά που θα πρέπει να σας επισημάνω ότι βρίσκεται ήδη σε συνεχή ύφεση. Για να ξεκινήσεις λοιπόν ένα καινούργιο προϊόν λαδιού με επιτυχία απαιτείται μια πολύ επιθετική προώθηση του προϊόντος και έμπειρο δυναμικό πωλήσεων. Εγώ απλά απέτυχα δεν είχα αυτές τις προϋποθέσεις.» Δήλωνε με παρρησία στους συνομιλητές του.
Η πρώιμη γνωριμία μου με τον «Βαρόνο» τον καιρό που ασχολήθηκε περιστασιακά αλλά με μια επιτυχία ανέλπιστη με το λαθρεμπόριο τσιγάρων και ποτών στην Κωστάντζα τον μεγαλύτερο λιμένα της Ρουμανίας. Όχι τίποτα σπουδαίο και μεγάλο βέβαια, αλλά ένα μικρό καθημερινό οικονομικό πάρε δώσε, που η οργάνωση και εκτέλεση του ήταν μια ιδιοφυής, σκέψη του φίλου μας. Ουσιαστικά ήταν μια χαμαλίδικη δουλίτσα, περιορισμένων οικονομικών μεγεθών και δυνατοτήτων.
Τις εποχές εκείνες η Κωστάντζα ήταν πάντα πόλη εξαιρετικά φιλόξενη για τους Έλληνες ναυτικούς και ιδανικός τόπος για ανθρώπους σαν τον Βαρόνο. Για όποιον είχε ζήσει τα χρόνια εκείνα τις συνθήκες που επικρατούσαν στα οικονομικά όρια του λιμένα της Κωστάντζα εύλογα  θεωρούσε ότι βρισκόταν σε μια περιοχή όπου το λάδωμα ελάμβανε χώρα σε μεγαλύτερη έκταση και επιτυχέστερα από ότι στην υπόλοιπη Ρουμανία. 
Και αυτό που είχα καταλάβει ήταν ότι για κάποιο λόγο όλοι οι συμμετέχοντες εμπιστεύονταν τους Έλληνες ναυτικούς δεν υπήρχε δυσπιστία για τις μη νόμιμες μικρό συναλλαγές της καθημερινότητας που τους απέφερε μερικά οφέλη στις πολύ δύσκολες ημέρες διαβίωσης που περνούσαν .
Κυβερνητικοί υπάλληλοι και εργαζόμενοι στην ελεύθερη ζώνη εμπορίου του λιμένος σε συνεργασία με τους υψηλόβαθμους κρατικούς λειτουργούς του λιμένα κάλυπταν τις εμπορικές δραστηριότητες του Βαρόνου στις παρυφές τις παραοικονομίας. Με έξυπνο τρόπο όλη η δραστηριότητα ήταν ένα μέρος από μια καλοστημένη κομπίνα, που είχε να κάνει με την αγοραπωλησία των τσιγάρων και των ποτών της ελεύθερης ζώνης.
Από κάθε άποψη  το εμπορικό αλισβερίσι του φίλου μας ήταν ικανοποιητικά προσοδοφόρο  για το μέγεθος της συναλλαγής. Αυτό επέτρεπε στον απλό Τρίτο μηχανικό του πλοίου να απολαμβάνει με περίσσια άνεση τα άδυτα της κρυφής νυκτερινής ζωής που εξελίσσεται στον περίγυρο του λιμένα με ανέσεις βαρόνου εξ’ ου και η προσωνυμία "Βαρόνος".
Απόψε μου αφηγήθηκε το τέλος αυτής της ιστορίας του χωρίς να του το ζητήσω, μου παρουσίασε την εικόνα των γεγονότων λιτά και απέριττα, όπως ακριβώς τα είχε ζήσει. Στο βλέμμα του υπήρχε και πάλι η ίδια πειρακτική έκφραση όπως και τότε που ήμασταν ανέμελοι νέοι.Ήταν φανερό πως είχε εξαιρετική διάθεση απόψε. Στο τραπέζι το μπουκάλι του ερυθρού ξηρού οίνου με το σύνθετο διαυγές ερυθρό χρώμα, τις πλούσιες και ελκυστικές ανταύγειες και τα αρώματα ώριμων κόκκινων φρούτων, με νότες μπαχαρικών έχει σχεδόν καταναλωθεί προσφέροντας ικανοποιήση στις διατροφικές μας απαιτήσεις σε γεύση και απόλαυση. «Είναι μια ιστορία απ’ αυτές που κολλούνε στη συνείδηση σου και σ΄ ακολουθούν σαν βδέλλα και δεν εννοούν να ξεκολλήσουν από την θύμηση μου.» Άρχισε σαν πρόλογο. την ιστορία του, έκανε μια μικρή παύση ώστε να βάλει τις σκέψεις του σε τάξη, κι ύστερα ξεκίνησε με ήρεμο ρυθμό να μου διηγιέται την ιστορία του από τα χρόνια εκείνα....
¦(..... Η σύμβαση εργασίας με την εταιρεία μας είχε λήξει για μένα και τον έτερο τρίτο μηχανικό του πλοίου καθώς επίσης και για τον ανθυποπλοίαρχο. Όλων μας η καταγωγή κατά μια περίεργη σύμπτωση ήταν από την Μεσσηνία. Το σχέδιο αναχώρησης από το πλοίο περιελάμβανε διανυκτέρευση στην Κωστάντζα, την επομένη άφιξη στο αεροδρόμιο του Βουκουρεστίου, και επιβίβαση στην πρωινή πτήση  με προορισμό την Αθήνα. Την τελευταία μας ημέρα η νύκτα στην Κωστάντζα μας βρήκε στην απόλυτη «έκρηξη» της νιότης. Ηταν οι στιγμές όπου η λογική, και τα «πρέπει» σταμάτησαν να υπάρχουν, και μας είχε μείνει μόνο η ωμή, λαϊκή ανάγκη για ζωή. Μας βρήκε πελάτες στοιβαγμένους σ’ ένα υπόγειο μαγαζί με κλειστά παντζούρια σε περιβάλλον που δημιουργεί μια αίσθηση ασφάλειας και απομόνωσης, όπου ο έξω κόσμος δεν έχει θέση. Όταν είσαι είκοσι χρόνια νεότερος, ο καπνός δεν σε πνίγει, και είναι το σύννεφο μέσα στο οποίο ζεις την ευτυχία σου. Η αγάπη και το σ’ αγαπώ  στο σκοτεινό, υπόγειο σκηνικό και η ανάγκη για τρυφερότητα είναι συγκλονιστική. Μας δείχνει ότι, όσο σκληροτράχηλοι κι αν ήμασταν στη δουλειά, η καρδιά μας αναζητούσε απεγνωσμένα αυτό το σ’ αγαπώ για να επιβεβαιώσει ότι είμαστε ζωντανοί. Σε εκείνο το υπόγειο της Κωστάντζα, η πραγματικότητα της θάλασσας είχε δώσει τη θέση της σε μια άλλη, πιο μεθυστική πραγματικότητα. Εκεί, ανάμεσα στα τσιγάρα και τους ήχους της νύχτας, δεν υπήρχαν πλοία, δεν υπήρχαν προθεσμίες, δεν υπήρχε το άγχος. Υπήρχε μόνο το τώρα, μια αγκαλιά και η υπόσχεση πως ο κόσμος, έστω και για λίγο, ήταν ακριβώς εκεί που τον αναζητούσαμε. Εκείνη την σχεδόν απελπισμένη ευτυχία που νιώθει κανείς όταν είναι νέος και πιστεύει πως η νύχτα δεν θα τελειώσει ποτέ. Ήταν περασμένα μεσάνυχτα που έγινε η έφοδος της αστυνομίας, η αναταραχή και ο σάλος που επακολουθήσαν μου είναι δύσκολο να τον περιγράψω. Όσοι βρίσκονταν μέσα σ’ αυτό το καπηλειό συνελήφθησαν σχεδόν όλοι, εκτός από δυο τρεις που κατάφεραν να ξεφύγουν από τις πίσω εξόδους. Ποτέ δεν μου είχε περάσει από το νου ότι θα μπορούσε να μας συμβεί αυτό, και ήταν απόλυτα φυσιολογικό να ένοιωθα ελαφρά σοκαρισμένος από την απρόσμενη εξέλιξη. Κατά εξαιρετικά ευτυχή συγκυρία ο επικεφαλής της επιχείρησης ήταν πρόσωπο γνωστό από τα εμπορικά μας πάρε δώσε, και όπως καταλαβαίνεις βοήθησε σ’ αυτό η πρότερη γνωριμία μας, και μου ‘δωσε αυτοπεποίθηση τη δύσκολη εκείνη ώρα. Ξεμπλέξαμε σχετικά ανώδυνα με τις αρχές και τα τυπικά της ανάκρισης, κανένας δεν ρώτησε ποιος και γιατί ούτε χαρτιά μας ζήτησαν. Ευγενικά φερόμενοι με σεβάστηκαν τον .....«Βαρόνο»..!
Παράλληλα διαπίστωσα ότι είχε χαράξει, και η αραιά ομίχλη που πλανιόταν πάνω από την θάλασσα έκανε τον χειμωνιάτικο πορτοκαλί ήλιο που εμφανίστηκε πέρα στον ορίζοντα να φαντάζει ωχρός, μελαγχολικός, όταν εγώ και οι δυο καλοί μου φίλοι, πακέτο βρεθήκαμε στο αεροδρόμιο του Βουκουρεστίου με φιλική συνοδεία των αρχών μετανάστευσης της χώρας. Στη σκέψη πολλών συναδέλφων μας πιθανολογώ να φάνταζε ότι υπέστην βαρύ προσωπικό πλήγμα μετά την σύλληψη μας, αλλά εγώ απλώς  έμεινα με την αίσθηση ότι υπήρξε ένα σχεδόν χιουμοριστικό στοιχείο στην όλη υπόθεση.
Υπάρχουν στιγμές που αναρωτιέμαι αν έζησα λάθος την ζωή μου. Πιστεύεις ότι είσαι ένα συγκεκριμένο πρόσωπο και με τον καιρό διαπιστώνεις πως είσαι πολύ διαφορετικός. ........) μου τελείωσε την αφήγηση του!
«Αυτή η διαπίστωση είναι ίσως το πιο ώριμο και πολύτιμο συμπέρασμα που μπορεί να φτάσει ένας άνθρωπος.» Του λέω. «Το ότι πιστεύεις πως είσαι ένα πρόσωπο και με τον καιρό διαπιστώνεις πως είσαι πολύ διαφορετικός δεν είναι αποτυχία, είναι εξέλιξη. Είναι η στιγμή που το εγώ των είκοσι χρόνων των πολυσύχναστων λιμένων και των υπόγειων της Κωστάντζας συναντά τον εαυτό μας στο σήμερα, με όλες τις ρυτίδες, τις εμπειρίες και τα αγκάθια της μνήμης μας. Και το «λάθος;». Ποιος ορίζει τι είναι «λάθος» στη ζωή μας; Αν είχες ζήσει διαφορετικά, δεν θα ήσουν ο «Βαρόνος» που κάθεται σήμερα στην άκρη της θάλασσας, να φιλοσοφεί μαζί μου, να εκτιμά τη μελαγχολία μιας χαλκογραφίας και να έχει την ενσυναίσθηση να αναγνωρίζει την ομορφιά στην ατέλεια.» συμπλήρωσα.
«Απλά συνεχίζω την ζωή μου, κάθε μέρα που ξημερώνει είναι και μια καινούργια μέρα  που ξημερώνει μια ευκαιρία για κάτι καινούργιο που αξίζει να το ζήσεις.» μου λέει.
«Μην προσπαθείς να διορθώσεις το παρελθόν, είναι κάτι αδύνατο, στο τέλος, όλοι μας είμαστε μια συλλογή από τις εκδοχές του εαυτού μας που αφήσαμε πίσω.» συμπλήρωσα τη φιλοσοφική του διάθεση.
......Στο τραπέζι κατέφθασε το δεύτερο μπουκάλι του ερυθρού ξηρού οίνου με το σύνθετο διαυγές ερυθρό χρώμα, τις πλούσιες και ελκυστικές ανταύγειες και τα αρώματα ώριμων κόκκινων φρούτων, με νότες μπαχαρικών. 
Είχα μάθει από συνάδελφο ναυτικό που είχε επαφή μαζί του, πως κράτησε την υπόσχεση που είχε δώσει στην παρέα του. Ξαναγύρισε με την βοήθεια και της εταιρείας στην Ρουμανία και μετέφερε στην Ελλάδα, όλες τις αποσκευές τους που ειχαν μείνει στο ξενοδοχείο της Κωνστάνζας.... 
Η επιστροφή στην Κωστάντζα για τις αποσκευές, πρόσθετε την τελευταία, απαραίτητη πινελιά στον χαρακτήρα του «Βαρόνου». Δεν ήταν μόνο ο «ποιητής» των πολύβοων λιμανιών ή ο ερημίτης της Καλαμάτας· Ήταν ένας άνθρωπος που τηρούσε τον λόγο του, ένας άνθρωπος της παλιάς κοπής.
 Στον κόσμο των ναυτικών, όπου όλα είναι ρευστά και ο χρόνος μετριέται με εξάντες, το να κρατήσεις μια υπόσχεση, ακόμα κι αν αφορά απλώς πράγματα και αποσκευές, είναι πράξη ηθικής ανωτερότητας. Ο «Βαρόνος ουσιαστικά «έκλεισε» τον κύκλο μας εκείνης της εποχής.  Δεν αφήσαμε τίποτα να αιωρείται στο παρελθόν. Ήταν σαν να ξεκαθαρίσαμε τους λογαριασμούς μας με τη ζωή που ζήσαμε τις εποχές εκείνες, ώστε να μπορούμε, ο καθένας με τον τρόπο του, να προχωρούμε σήμερα.
Εκείνη η κίνηση του να γυρίσει στην Κωστάντζα και να φέρει πίσω τα υπάρχοντα τους ήταν η δική του σιωπηρή διαβεβαίωση ότι όλα όσα ζήσαμε εκείνο τον καιρό ήταν αληθινά. Δεν ήταν ένα μεθυσμένο όνειρο σε ένα υπόγειο, ήταν μια ιστορία που άξιζε να διασωθεί, ακόμα και με τις αποσκευές της.
Αυτή η κίνηση του Βαρόνου είναι τελικά ο λόγος που σήμερα, σαράντα χρόνια μετά, μπορώ να μιλώ για εκείνον με τόσο σεβασμό και τόση θέρμη!
 Δεν τον συνάντησα ξανά. Η απουσία επαφής μας, σε συνδυασμό με την ανάμνηση της προσωπικότητας του, μου προσδίδει μια σχεδόν μυθική διάσταση στη μορφή του. Υπάρχουν άνθρωποι στη διάβα της ζωής μας που, ακόμη και μετά από μια σύντομη γνωριμία, αφήνουν πίσω τους ένα κενό που μοιάζει με την ησυχία μετά από μια καταιγίδα. Το γεγονός ότι σήμερα, αναπολώντας τον, μου δείχνει ότι ο χαρακτήρας του είχε μια ιδιαίτερη βαρύτητα. Τον φαντάζομαι σε μια εικόνα που ακροβατεί ανάμεσα στην ηρεμία της φύσης και τη θυελλώδη, νοσταλγική ζωή του παρελθόντος. Να ασχολείται με την σχολαστική και υπομονετική τέχνη της χαλκογραφίας, που απαιτεί λεπτομέρεια και σταθερό χέρι, και με τη φροντίδα του μεγάλου κήπου, όπου η ζωή αναπτύσσεται οργανικά κάτω από τον μεσογειακό ήλιο. Να περιποιείται τον κήπο του με την ίδια αφοσίωση που διεκδικούσε την προσοχή των γυναικών στα λιμάνια της Μαύρης Θάλασσας, με μια ανάμνηση που ίσως ακόμα να τον στοιχειώνει. Η ετικέτα του «καλύτερου εραστή», όπως ψιθύριζαν οι κακές γλώσσες, ίσως είναι για εκείνον το τελευταίο του τρόπαιο, μια υπενθύμιση μιας εποχής που η ζωή του ήταν γεμάτη ένταση, σε αντίθεση με τη σημερινή του απομόνωση στην αγροικία. Ίσως η σκέψη μου να επιστρέφει σε εκείνον γιατί ο «Βαρόνος» αντιπροσώπευε στις σκέψεις μου κάτι που σπανίζει. Την αίσθηση της πλήρους ζωής. Έναν άνθρωπο που δεν φοβήθηκε ούτε τις περιπέτειες στα λιμάνια, ούτε την ηρεμία της δημιουργίας στον κήπο του. Αναρωτιέμαι αν τελικά υπέκυψε στην πρόκληση της κοινότητας να συμμετάσχει σ' έναν ενεργό κοινωνικό ρόλο, να θέσει υποψηφιότητα για το τοπικό κοινοτικό συμβούλιο ή αν επέλεξε να παραμείνει πιστός στη μοναχική του τέχνη, αφήνοντας την πολιτική για τους νεότερους.

Κυριακή 20 Νοεμβρίου 2011

Len Pos o Xronos Giatreuei Tis Pliges

Cape Town South Africa...
Κέιπ Τάουν.... Άνοιξη του χίλια εννιακόσια εβδομήντα έξι.
Οι δυο νεαροί μας φίλοι αποφάσισαν ότι ήταν η ώρα που έπρεπε να γυρίσουν στο πλοίο αφού είχαν απολαύσει ένα πλούσιο βραδινό γεύμα τελειώνοντας έτσι μια ευχάριστη εξόρμηση κατά τη διάρκεια της βραδιάς στο μοναδικό αυτό κοσμοπολίτικο λιμάνι της Νοτίου Αφρικής.
Το Κέιπ Τάουν είναι μία από τις παγκόσμιες πρωτεύουσες της υψηλής γαστρονομίας. Δεν είναι μόνο ο νυχτερινός ουρανός της Χώρας της Νότιας Αφρικής που είναι γεμάτος άστρα, είναι και τα εστιατόρια της πόλης που τα αστέρια Michelin δίνουν και παίρνουν, τοποθετώντας πόλη του Κέιπ Τάουν στην κορυφή της προτίμησης των καλοφαγάδων του κόσμου!  
Η κορυφαία και φημισμένη αστακό-μακαρονάδα του «Ακρωτηρίου» είναι ένα must για εκείνους που ψάχνουν την απόλυτη γεύση. Το άφθονο φρέσκο ψάρι, ο αστακός, αχινοί, και τα υπόλοιπα θαλασσινά, είναι καθημερινά στη διάθεσή σας. Επιλεγμένα εμφιαλωμένα κρασιά, συμπληρώνουν άριστα το μενού, είτε αυτό περιλαμβάνει ψάρι ή κρέας.
Τίποτα δεν προμήνυε αυτό που θα ακολουθούσε! Ήταν λίγο πριν τα μεσάνυχτα που το ταξί τους άφηνε πίσω τους την μεγάλη και στρογγυλή πλατεία που περιβάλει το Greenways Hotel στην Torquay Avenue, της πόλης του Ακρωτηρίου στη Νότιο Αφρική, όταν βρέθηκαν αντιμέτωποι με ένα τελείως απροσδόκητο επεισόδιο με εξελίξεις καταιγιστικές και τελείως απρόσμενες. 
Μια αναπάντεχη απόπειρα ληστείας τους είχε σαν συνέπεια την περιπετειώδη καταδίωξη τους, που παρά ολίγο έλειψε να καταλήξει σε τραγικό μακελειό.   
Όλα ξεκίνησαν στο σταυροδρόμι που δημιουργείται το αρχικό ύψος της Torquay Avenue. Ο οδηγός μιας μεγάλη παλαιάς αμερικάνικης Πλίμουθ τους έκλεισε το δρόμο δημιουργώντας μπλόκο στο ταξί που τους μετέφερε από το εστιατόριο στο πλοίο, με οδηγό του ταξί έναν Λιβανέζο που ήταν και ο  ιδιοκτήτης του. Στο παλιό αυτοκίνητο επέβαινε μια ομάδα από νέγρους που επιχειρούσαν να ακινητοποιήσουν το ταξί και να ληστέψουν τους νεαρούς επιβάτες του.
Για μεγάλη τους τύχη ο οδηγός του ταξί απόλυτα ψύχραιμος και νηφάλιος χωρίς να το καλοσκεφτεί ζύγισε με ψυχραιμία τα δεδομένα, δεν ακινητοποιήθηκε και με φιλότιμες προσπάθειες και συντονισμένες ενέργειες κατάφερε να διαφύγει από τον εγκλωβισμό των επίδοξων ληστών.
Ταυτόχρονα έβγαλε από το ντουλαπάκι του αυτοκινήτου και το εναπόθεσε στην άδεια θέση του συνοδηγού το τεράστιο μάγκνουμ 44 όπλο που κουβαλούσε μαζί του. Ακολούθησε καταδίωξη από τους επίδοξους ληστές μέχρι και την λεωφόρο heerengracht όπου και εγκατέλειψαν την προσπάθεια τους.
Οι δύο μας φίλοι με ορθάνοιχτα μάτια έμειναν να κοιτάζουν άλαλοι και αποσβολωμένοι τον οδηγό του ταξί, που η ψυχραιμία του τους έκανε να μοιάζουν με πανικόβλητες νοικοκυρές.
Μόνο όταν φτάσανε στο πλοίο και ξανάνιωσαν ασφαλείς, κατόρθωσαν να καλύψουν τον πανικό και το χτυποκάρδι τους, ν’ αρθρώσουν λόγο και να περιγράψουν τον ηρωισμό και το θάρρος του ταξιτζή τους.
Υπήρχε μεγάλο ποσοστό εγκληματικότητας στο Κέιπ Τάουν, σε ορισμένες περιοχές της πόλης οι κλεφτές, οι ληστές, οι πόρνες, οι λαθρέμποροι ναρκωτικών και οι κάθε λογής φυγόδικοι αποτελούσαν κράτος εν κρατεί. Το μεγαλύτερο ποσοστό της εγκληματικότητας αφορούσε το μαύρο πληθυσμό της πόλης που αυξάνονταν ραγδαία.
Ήταν η εποχή εκείνη που στη χώρα του απαρτχάιντ το να αφαιρέσεις ζωή νέγρου και μάλιστα επίδοξου ληστή ήταν αμελητέο αδίκημα.
Οι επιβάτες του ταξί  ήταν ο νεαρός μηχανικός του πλοίου ο Αλκιβιάδης παρέα με τον Παυσανία νεαρό δόκιμο μηχανικό με καταγωγή από ναυτική οικογένεια νησιού των Κυκλάδων που τελειώνοντας τη στρατιωτική του θητεία αρχικά αναζήτησε την επαγγελματική του τύχη στην στεριά χωρίς αποτέλεσμα ώστε τελικά να ακολουθήσει και αυτός την επαγγελματικη του τύχη στην θάλασσα.
«Τα καλά μας έρχονται με δυσκολία και μετά από αναζήτηση, ενώ τα κακά και χωρίς να τα αναζητήσουμε.» Του  έλεγε ο σοφός παππούς του Αλκιβιάδη.
Έτσι μέσα από αυτή την περιπέτεια και το σοκ, ξεκίνησε να αναπτύσσεται μέσα στα χρόνια μια δυνατή φιλία μεταξύ των δυο ανδρών, μια όμορφη αλλά και δυνατή φιλική σχέση.  Ο ένας θα ανακαλύψει στον άλλο στοιχεία που του λείπουν.. Ο Παυσανίας είναι ένας ευγενικός νεαρός, γοητευτικός άνδρας με την κοσμοπολίτικη αύρα ενός καλλιτέχνη εν αντιθέσει με τον Αλκιβιάδη που σαν τον κότσυφα αγαπά την μοναξιά, συχνά παραδοσιακός, αλλά ευθύς κοινωνικός, πρόθυμος για παρέα και γεμάτος καλές προθέσεις.
Και η φιλία τους μοιάζει με τα παλιά βιβλία, που ο χρόνος έρχεται και τους προσδίδει πολύ μεγαλύτερη αξία.
Ο Παυσανίας στις ημέρες εκείνης της εποχής, είχε κοντά μαύρα κατσαρά μαλλιά, οβάλ λευκό πρόσωπο, μαύρα μάτια ανθρακίτης, χέρια περιποιημένα, συμμετρική περιφέρεια, ίσια πλάτη. Δεν ήταν στεγνός αλλά ούτε παχύς, φαρδύς με στέρνο ανοικτό. Είχε μια ελκυστικά αέρινη αίσθηση η όλη του παρουσία.
Το δίλημμα που βασάνιζε τον καιρό εκείνο τον Παυσανία, αφορούσε μια μικροκαμωμένη ξανθιά κοπέλα ένα πλάσμα γλυκύτατο, ανήσυχο, που αντιμετώπιζε ακόμη και τα σοβαρά πράγματα με μια ελαφρότητα, και είχε πολλά παράπονα από την ερωτική τους σχέση. Σαν γειτόνοι είχαν ζήσει μαζί όλα τους τα χρόνια στο νησί μέχρι την αποφοίτηση απ' το τοπικό λύκειο. 
Μετακομίζοντας ο Παυσανίας στην Αθήνα και σαν φοιτητής στη σχολή Εμπορικού ναυτικού πολλές φορές αναρωτήθηκε τι ήταν εκείνο που τον κρατούσε σ’ αυτή τη σχέση. Όλα αυτά τα χρόνια των σπουδών του η σχέση τους πέρασε από πολλές δοκιμασίες. Την περίοδο της στρατιωτικής του θητείας η κοπέλα ουσιαστικά είχε φύγει από την ζωή του, την είχε δει ελάχιστες φορές και αυτές φευγαλέα.
Ταυτόχρονα μάθαινε ότι κάποιο διάστημα είχε μπει στη ζωή της παλιός συμμαθητής τους.
Πάει καιρός τώρα που η φίλη του μόνη της πια προσπαθεί ορμητικά να ξαναμπεί και πάλι στην ζωή του.
Ταυτόχρονα την ίδια εποχή μια νεαρή ψηλή καστανή γυναικεία φιγούρα, εργαζομένη σε μεγάλη πολυεθνική εταιρεία ανακάλυπτε πως πολύ της άρεσε αυτός ο ευγενικός άνδρας και αναζητούσε μια μόνιμη σχέση μαζί του. Αυτή η νέα του γνωριμία ήταν κάτι σαν τονωτική ένεση στην ιδέα που είχε για τον εαυτό του.
Απόλυτα φυσιολογικό σκέφτεται ο Αλκιβιάδης για τον φίλο του! 
«Να μην το ξεχνάς στις γυναίκες αρέσουν οι ευγενικοί άνδρες!» , έλεγε ο σοφός παππούς του. 
Για τον Παυσανία την εποχή εκείνη ήταν  περίπλοκο να περιγράψει με λόγια την ψυχοσωματική κατάσταση του, καθώς οι αναμνήσεις γλιστρούσαν στο μυαλό του με αφορμή τις δυο γυναίκες.
Είχε την αίσθηση ότι βάδιζε μέσα σ’ ένα τοπίο μετά την βροχή, στην υγρασία, ενός παράξενου δρόμου. Και πως η λύση ήταν εκεί στο τέλος του δρόμου και τον περίμενε.
Το πρόβλημα του είναι ότι ο δρόμος σε κάποιο σημείο του διχαλώνει. Από το ένα μονοπάτι βρίσκεται το ξανθό κορίτσι, το χθες και η σιγουριά του γνώριμου, από το άλλο η  νέα γνωριμία, το αχαρτογράφητο άγνωστο ακόμη μα επιθυμητό..
«Ποιο δρόμο θέλεις να διαλέξεις, η εκλογή βρίσκεται μόνο στα χεριά σου,» του είπε ο Αλκιβιάδης όταν ο Παυσανίας του εκμηστηρεύτηκε το δίλημμα του.
«Ο ποιητής έχει απαντήσει προ πολλού στο ερώτημα αυτό!» συμπλήρωσε.
Δυο δρόμοι χωρίζουν σ’ ένα δάσος κι εγώ αποφάσισα.
Τον λιγότερο ταξιδεμένο πήρα.
Κι αυτή είναι όλη κι όλη η διαφορά.
«Για να υποστηρίξω την όποια απόφαση σου αν βέβαια το χρειάζεσαι, αυτό που έχω να σου πω είναι ότι για μένα προσωπικά δεν χρειάζεται να ξέρω που πάω! Από τη στιγμή που βγήκα στο δρόμο αφήνω το ένστικτο μου και την καρδιά μου να με οδηγεί.» Του λέει ο Αλκιβιάδης.
«Εσύ είσαι σε διλληματική θέση και είναι πολύ αργά για να υποχωρήσεις στις επιθυμίες της ξανθιάς σου μα ίσως και πολύ νωρίς για να δράσεις στη νέα σου γνωριμία.» Συμπλήρωσε.
Προς το παρόν του Παυσανία του ήταν πολύ δύσκολο να αποφασίσει, δεν επιθυμούσε να δοκιμάσει την τύχη του, μέσα από ένα κυκεώνα συναισθημάτων.
Λεν πως ο χρόνος γιατρεύει όλες τις πληγές.
Λένε ειν’ εύκολο το χτες να λησμονήσεις.
Όμως εγώ νιώθω ακόμα σα νάταν χτες.
Τα δάκρυα, τα φιλιά κι όλες τις συγκινήσεις.

.....Να ξέρεις πως αργά η γρήγορα θα υπακούσεις στα αληθινά καλέσματα της καρδίας σου.
Ίσως αύριο ίσως μετά από καιρό, ακόμη δεν ξέρω πότε.
Αναρωτήθηκες ποτέ πόσοι είναι αυτοί που παρόλο που ξέρουν ότι βρίσκονται σε λάθος δρόμο, λάθος περιβάλλον, ακόμη και λάθος σχέση, κάνουν το μεγάλο και τολμηρό βήμα να επανεξετάσουν τον εαυτό τους και τις πραγματικές επιθυμίες τους και να ξεκινήσουν να κάνουν αυτό που πραγματικά θέλουν, να ξαναδούν τον εαυτό τους σε καθαρό καθρέπτη;
Η αναβλητικότητα είναι φυγή από τις τωρινές στιγμές. Παρά τις μακροπρόθεσμες αρνητικές συνέπειες της, ελάχιστοι άνθρωποι θα είναι ειλικρινείς αν πουν ότι δεν είναι αναβλητικοί.
Στην πραγματικότητα δεν αναβάλλεται κάτι όταν δεν το κάνεις, απλούστατα δεν έγινε.
Για μερικούς δε γίνεται τρόπος ζωής, ν’ αναβάλλουν πάντα για μια μέρα που δεν θ’ έρθει ποτέ.
.....Ο Παυσανίας άρχισε να του διηγείται την ιστορία της γνωριμίας με την νεαρή ξανθή κοπέλα αλλά, κατά ένα περίεργο τρόπο, του Αλκιβιάδη του φαινόταν ν’ ήξερε τα κυριότερα σημεία. Ποιος αλήθεια δεν έχει περάσει από το στάδιο αυτό.
«Ποτέ δεν τα πήγαμε τόσο καλά από την αρχή κιόλας αυτής της σχέσης υπήρχαν προβλήματα ανάμικτα με τα αισθήματα.»
«Γιατί συνέχιζες;» τον ρώτησε.
«Έλπιζα πάντα ότι τα πράγματα θα καλυτέρευαν.»
«Συμπεριφέρεσαι πολύ ανόητα αν αποζητάς μια εξήγηση έξω από τον εαυτό σου για το τι πρέπει να αποφασίσεις.»
Και όταν η σχέση τους έδειχνε να ξαναρχίζει, το κύμα του μέλλοντος ήρθε και τουμπάρισε την βάρκα του. Αισθανόταν ελαφρώς και αορίστως ένοχος για το γεγονός, αλλά μόνο ελαφρώς και αορίστως.
 Οι κυκεώνες των αισθημάτων είναι ένα μακρύ ταξίδι που κρατεί αιώνες, ποτέ του δεν φτάνει στο τέλος. Πόσοι και πόσοι ταξιδιώτες δεν έχουν περάσει από τους σταθμούς του. Άλλοτε με σκληρές αποφάσεις άλλοτε με ήπιους τόνους.
Ο φίλος μας το ένοιωθε, έφτανε στο τέλος, ολοκληρώνοντας αυτό το ταξίδι. Δεν εξαίρω το γεγονός ότι ήταν συνετός και συμβιβασμένος με τη μοίρα του και η εξέγερση ήταν πάντα ξένη με τη σκέψη του. Παρόλα αυτά συνέχισε με μεγαλύτερη ένταση την προσπάθεια να κάνει γνωστό το τέλος του ταξιδιού του με την ανήσυχη και με μια ελαφρότητα ερωτική τους σχέση.
Όχι δεν ήταν ερωτευμένος μαζί της. Οι δυο τους απλώς ζούσαν ένα ιντερμέτζο καλοτυχίας, ενισχυμένο από μια δόση σεξουαλικής εναρμόνισης.
Δεν είχε κανένα λόγο να πιστεύει πως αυτό το πράγμα θα κρατούσε και πάλι για πολύ.
Αυτή τη φορά δεν έχει πισωγυρίσματα, η σχέση τους είχε γεράσει πριν την ώρα της.
Ήταν δική του απόφαση να φτάσουν στο τέλος.
Τρεις μήνες αργότερα.
Βρίσκονται στην μεγάλη δεξαμενή επισκευών Keppel Verolme BV, στα ναυπηγεία με έδρα το Ρότερνταμ στην Περιοχή του Rozerburg στην ανατολική όχθη του μεγάλου καναλιού, του θαλάσσιου δρόμου που ενώνει τη Βόρειο θάλασσα με την Κεντρική Ευρώπη. Βασικές υπηρεσίες του είναι επισκευή,  συντήρηση, τροποποίηση, ανακαίνιση και κατασκευή πλοίων. Στη δυτική πλευρά του καναλιού είναι η περιοχή του Vlaardingen, με τις απέραντες εκτάσεις από τουλίπες, το χαρακτηριστικό λουλούδι της Ολλανδίας. Ένα μοναδικό θέαμα. Ένα πολύχρωμο χαλί από τουλίπες σκεπάζει τις καλλιέργειες, και συνθέτουν μια πανδαισία χρωμάτων και μας υπενθυμίζουν ότι έφτασε η άνοιξη.
Ο Παυσανίας γύρισε στην καμπίνα του μετά απ' το τέλος της καθημερινής απασχόλησης του στις επισκευές του μηχανοστασίου, και βρήκε την 'Άντζελα να κοιτάζει το επαγγελματικό προσωπικό του ημερολόγιο. Το είχε ανοιγμένο σε μια συγκεκριμένη σελίδα και διάβαζε μια υποσημείωση.
«Πάντως κάτι έχει μείνει να σου θυμίζει τα παλιά.» του είπε η Άντζελα.
Ο Παυσανίας έμεινε για λίγο σιωπηλός, έβγαλε την φόρμα εργασίας του και κοίταξε τον κοπέλα του με θλιμμένο βλέμμα. «Είναι κάποια πράγματα που δεν χρειάζεται να τα ξέρεις» είπε.
 Ένοιωθε κάπως προβληματισμένος με τον τρόπο που συνήθως οι γυναίκες βγάζουν διάφορα αυθαίρετα συμπεράσματα και βυθισμένος στις σκέψεις του, έκανε ένα γρήγορο πέρασμα στο μπάνιο και ξεκίνησε ένα χαλαρωτικό ντους.
«Ξέρεις καλύτερα να υπάρχει διάλογος μεταξύ μας, και να λέει ο ένας στον άλλο τους λόγους για τους οποίους είναι χαρούμενος η λυπημένος» Συνέχισε η κοπέλα.
«Ε, ναι,» είπε ο Επαμεινώνδας, όμως δεν προχώρησε παραπέρα. Πολύ θα ήθελε να της εξηγήσει πως τώρα βρισκόταν στην αρχή ενός γλυκού ονείρου, με μια γυναίκα που τον ήθελε και τον αγαπούσε.
«Το ξέρεις ότι έχεις ένα ύφος σα δαρμένο σκυλί;» του λέει η Άντζελα.
«Ε, δε νομίζω ότι είναι και τόσο άσχημη η κατάσταση μου, απλώς νοιώθω λίγο απαίσια, με ταλαιπωρεί λίγο ο πονοκέφαλος» της είπε.
«Ακόμη περιμένω να μου πεις γιατί έχεις αυτό το λυπημένο ύφος,» είπε η Άντζελα.
Ήταν βέβαιος πως αρκούσε ακόμη μια ερώτηση για να ξεκινήσουν μια ατελείωτη κουβέντα, η όποια μπορεί και να κρατούσε και ώρες. Προτίμησε να μην το ρισκάρει και δεν απάντησε.
Η Άντζελα. έπιασε τον εαυτό της ν’ ανασηκώνει τους ώμους της για να καμωθεί ότι δεν την πείραζε η σιωπή του. Όμως άνθρωπος ήταν και την ενοχλούσαν όταν κάθε τόσο ανακάλυπτε αναμνήσεις της εφηβικής του ηλικίας. Στριφογύρισε το ρολόι στον καρπό της και κοίταξε την ώρα.
«Αν είναι να με κάνεις να σ’ ερωτευτώ τρελά, τότε φρόντισε να μη φάμε την ώρα μας κλεισμένοι εδώ στην μικρή καμπίνα σου, ετοιμάσου να πάμε στο Ρότερνταμ.»
Ο Παυσανίας έμεινε σκεπτικός για λίγο, του ξέφυγε ένας αναστεναγμός ευχαρίστησης, και μόνο με την σκέψη της τον έκανε να χαμογελάσει.
«Σα να ‘χεις δίκιο, Άντζελα. ίσως είμαι και εγώ τρελά ερωτευμένος μαζί σου, έχω δαγκώσει την λαμαρίνα που λένε.» Αργά και τρυφερά την τράβηξε κοντά του, το πρόσωπο του λουζόταν στο απογευματινό φως, ακτινοβολώντας μια λάμψη. Τα μάτια του αντίκρισαν τα δικά της. Την φίλησε στο στόμα σφαλίζοντας τα μάτια του, απαλά στην αρχή, κι ύστερα παθιασμένα ξεχνώντας τα πάντα.
Το κάθε τι από τα περασμένα έσβησε μέσα στην ομίχλη. Το παρελθόν είχε ξεχαστεί.
Ζωντανή απόδειξη πως η ζωή σπάνια είναι έτσι όπως μας τη λένε.
Η Άντζελα ήταν μια ψηλή και αρκετά όμορφη κοπέλα με ίσια καστανά μαλλιά. Τα ταξίδια ήταν το πάθος της. Κατέφθασε στο πλοίο με την άφιξη στον λιμένα και θα έμενε σε όλη την διάρκεια των επισκευών δυο εβδομάδες περίπου. Ο δεσμός τους είχε επισημοποιηθεί και λογάριαζαν σύντομα να παντρευτούν. Έγινε κλήρωση για τον κουμπάρο, μεταξύ Αλκιβιάδη και της κολλητής της. Ο κλήρος πάντα πέφτει στα κορίτσια.
Απ’ όσο δύναται να γνωρίζει ο Αλκιβιάδης η Άντζελα εξακολουθούσε ν’ αποτελεί μυστήριο σε ότι αφορούσε την προηγούμενη προσωπική της ζωή. Στα είκοσι πέντε χρόνια της τώρα δεν είχε κάποιο σοβαρό ερωτικό δεσμό με κανέναν, η έτσι φαινόταν τουλάχιστον.
Ωστόσο σήμερα έδειχνε φρέσκια και ευτυχισμένη.
Την ιδία ώρα στο καπνιστήριο του πλοίου εξελίσσεται διάλογος μεταξύ του Πρώτου και του Τρίτου μηχανικού.
«Τι λες μωρέ, ανήκουστο», είπε ο πρώτος χαμογελώντας αχνά, προσπαθώντας να αστειευτεί. Ο Τρίτος μηχανικός ο Μανώλης ο κρητικός δικαιολογείτο ως συνήθως για τις συχνές άδειες απουσίας που ζητούσε. Τακτικό το φαινόμενο.
Παραπονιόταν δε για τα προβλήματα που είχε με την τελευταία σχέση του.
«Έχω τσακωθεί τόσες φορές μ’ αυτή την καρακάξα που ούτε παντρεμένοι να ήμασταν.»
«Εσύ μια ζωή αφήνεις τις γυναίκες και σε κάνουν ότι θέλουν,» του είπε ο Πρώτος μηχανικός.
«Μερικές απ’ αυτές σίγουρα με κάνουν ότι θέλουν» απάντησε με νόημα ο νεαρός κρητικός.
«Ναι οι όμορφες,» είπε ο Πρώτος. «Δε σ’ έχω δει ποτέ να κάνεις χατίρια σε άσχημη.»
«Πρώτε μου επιτρέπεις να σου πω κάτι; Δε νομίζω πως θ’ άντεχα να ζω παντρεμένος, δεν τις αντέχω τις εντάσεις.»
«Τότε καημένε μου, ετοιμάσου για ένα δύσκολο ταξίδι» του είπε ο Πρώτος.
«Μπα!» έκανε ο Μανώλης απορημένος. Και μόνο στη σκέψη του μονίμου δεσμού δεν ένοιωθε καλά. Είχε την αίσθηση πως η ζωή του θα γεμίσει ετερόκλητες ευθύνες, μπερδεμένες μεταξύ τους.
Τελειώνοντας οι επισκευές, ο Μανώλης αποχαιρετώντας την τελευταία κατάκτηση του,
δεν θα ξεχνούσε ποτέ την έκφραση της, εκείνη την χαμένη, απελπισμένη έκφραση που είναι εντελώς περιττή κάθε λέξη.
....Της Άντζελας της προκαλούσε θλίψη το γεγονός πως ο χρόνος παραμονής στο Ρότερνταμ τέλειωσε, στενοχωρημένη αποχαιρετούσε τον καλό της και γύρισε στην Ελλάδα ευτυχισμένη.
Ο Παυσανίας έμεινε μέχρι αργά στην κουπαστή του πλοίου, παρακολουθώντας τον ήλιο που έδιωχνε την αραιή ομίχλη, η όποια ως εκείνη τη στιγμή ήταν απλωμένη πάνω από τα νερά του καναλιού. Το επόμενο χρονικό διάστημα οι εξελίξεις απέδειξαν πως ο χρόνος γιατρεύει όλες τις πληγές.

 
Web Informer Button