ADS

click to open

Πέμπτη 16 Μαρτίου 2017

To Proto Mparko: Anthismeni Orchidea Sti Sera

Ναυτικός! Το πρώτο Μπάρκο, Δόκιμος μηχανικός. ...Ένας νεαρός άνδρας κουβαλά στην ψυχή του την αγριάδα, τη σιωπή και την απομόνωση του Λακωνικού Πάρνωνα, έτοιμος να τις μεταφέρει στην απέραντη μοναξιά και στον ατέλειωτο στοχασμό που θα του χαρίσει η θάλασσα.
Η επιλογή του να γίνει ναυτικός δεν είναι απλώς μια επαγγελματική απόφαση. Είναι μια βαθιά προσωπική ρήξη. Είναι το πέρασμα από έναν κόσμο όπου τα βουνά ορίζουν τον ορίζοντα, σε έναν άλλον όπου ο ορίζοντας δεν τελειώνει ποτέ.
Αφήνοντας πίσω του τις απόκρημνες πλαγιές του Πάρνωνα, εκεί όπου το βλέμμα συναντούσε πάντα μια κορυφή, βρίσκεται τώρα αντιμέτωπος με την απεραντοσύνη του πελάγους. Έναν κόσμο χωρίς σύνορα, όπου ο ουρανός και η θάλασσα ενώνονται σε μια αδιάκοπη γραμμή και ο άνθρωπος μένει μόνος με τον εαυτό του.
Εκεί, πάνω στο πλοίο, ανάμεσα στον παλμό της κύριας μηχανής, στη μυρωδιά του πετρελαίου και στον ασταμάτητο ήχο των κυμάτων, οι υπαρξιακές του ανησυχίες αποκτούν σχήμα. Η θάλασσα δεν γίνεται μόνο τόπος εργασίας· μετατρέπεται σε τόπο αυτογνωσίας. Κάθε ταξίδι είναι μια δοκιμασία, κάθε λιμάνι μια σύντομη ανάπαυλα και κάθε αναχώρηση μια νέα αναμέτρηση με τη μοναξιά, τον χρόνο και τα όρια της ανθρώπινης αντοχής.
Έτσι αρχίζει το πρώτο μπάρκο. Όχι μόνο ως η απαρχή μιας ναυτικής σταδιοδρομίας, αλλά ως η αρχή μιας μακράς εσωτερικής πορείας, όπου ο Αλκιβιάδης θα μάθει ότι η μεγαλύτερη θάλασσα που καλείται να διασχίσει δεν είναι εκείνη που απλώνεται μπροστά στην πλώρη, αλλά εκείνη που απλώνεται μέσα του.
Ήταν ένας νέος άνδρας καλοφτιαγμένος, με τα κλασικά και γοητευτικά χαρακτηριστικά της μεσογειακής φυσιογνωμίας. Ψηλός, με φαρδιούς ώμους και γεροδεμένο σώμα. Τα μαλλιά του ήταν πυκνά και κυματιστά, τα χείλη του σαρκώδη και καλοσχηματισμένα, τα μάτια του σκούρα, μελιά, γεμάτα ζωντάνια, ενώ τα διακριτικά λακκάκια στα μάγουλά του συμπλήρωναν μια φυσική γοητεία που δεν επιδίωκε να επιδείξει.Ήταν ένας άνθρωπος ήρεμος, σχεδόν εσωστρεφής. Διέθετε μια έμφυτη ευγένεια, απέφευγε τις άσκοπες συναναστροφές, είχε λίγους αλλά αληθινούς φίλους και κουβαλούσε μέσα του περισσότερες ανησυχίες απ' όσες άφηνε να φανούν.
Γεννημένος πριν από είκοσι δύο χρόνια στις δυτικές παρυφές του Λακωνικού Πάρνωνα, έχοντας μόλις ολοκληρώσει τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις στα μέσα της δεκαετίας του 1970-80, στεκόταν μπροστά σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι της ζωής του. Αναζητούσε απαντήσεις στις υπαρξιακές του ανησυχίες, στους προβληματισμούς που τον συνόδευαν από την εφηβεία και στα αμέτρητα ερωτήματα που αναδύονταν αδιάκοπα μέσα του. Προσπαθούσε να διακρίνει πώς θα ήταν η επόμενη ημέρα και με ποιον τρόπο θα μπορούσε να οικοδομήσει ένα καλύτερο μέλλον.
Οι προκλήσεις που είχε μπροστά του ήταν διττές. Από τη μία, επιθυμούσε να εξελιχθεί επαγγελματικά, να αποκτήσει γνώσεις, εμπειρίες και μια θέση που θα του εξασφάλιζε αξιοπρέπεια και προοπτική. Από την άλλη, γνώριζε καλά ότι κάθε όνειρο όφειλε να συμβιβαστεί με τους περιορισμούς που επέβαλλε η καθημερινή βιοπάλη και οι οικονομικές συνθήκες της εποχής. Έπρεπε να επιλέξει έναν δρόμο που δεν θα ικανοποιούσε μόνο τις φιλοδοξίες του, αλλά θα του επέτρεπε και να σταθεί με ασφάλεια απέναντι στις απαιτήσεις της ζωής. Κάπου ανάμεσα σε αυτά τα δύο άκρα γεννήθηκε η σκέψη της θάλασσας. Όχι μόνο ως επάγγελμα, αλλά ως μια μεγάλη δοκιμασία· μια πορεία που θα του πρόσφερε τα μέσα για να ζήσει και, ίσως, τον χρόνο και τη μοναξιά που χρειάζονταν για να γνωρίσει βαθύτερα τον εαυτό του.
Η επιλογή του να στραφεί στη θάλασσα δεν ήταν μια φυγή προς το άγνωστο. Ήταν ένας τρόπος να επιβιώσει χωρίς να προδώσει την κληρονομιά και τις αξίες που κουβαλούσε μέσα του. Η θάλασσα δεν του υποσχόταν ευκολίες· του υποσχόταν, όμως, ελευθερία. Την ελευθερία να δοκιμαστεί απέναντι στις δυνάμεις της φύσης και όχι απέναντι στις μικρότητες των ανθρώπων. Στη στεριά, η καπιταλιστική πυραμίδα απαιτούσε μια μορφή υποταγής που εκείνος βίωνε ως πνευματικό ακρωτηριασμό. Αντιλαμβανόταν ότι η κοινωνική ανέλιξη δεν στηριζόταν πάντοτε στην εργατικότητα, στη γνώση ή στην αρετή, αλλά συχνά στην ικανότητα προσαρμογής σε ένα σύστημα συμβιβασμών, σιωπών και υποκρισίας. Αρνιόταν να σκάψει μέσα στη λάσπη για μια επίπλαστη δόξα. Προτιμούσε να αναμετρηθεί με τη φουρτουνιασμένη θάλασσα παρά με τις ήρεμες, αλλά αθέατες, τρικυμίες της ανθρώπινης ιδιοτέλειας. Γνώριζε πως ούτε το πέλαγος ήταν δίκαιο·όμως οι κανόνες του ήταν ειλικρινείς. Η θάλασσα δεν χάριζε τίποτα, αλλά ούτε και εξαπατούσε κανέναν.
Οι πρόγονοί του, στις αγκαλιές του Πάρνωνα και του Ταϋγέτου, εκεί όπου η κοιλάδα του Ευρώτα σμίγει με τη λακωνική γη, μεγάλωσαν με την πεποίθηση ότι η ανδρεία ήταν αρετή ισότιμη με τον έρωτα, την τιμή και την αυτοθυσία. Δεν ήταν μια αφηρημένη έννοια, αλλά τρόπος ζωής, μέτρο της ανθρώπινης αξίας.
Μέσα του ένιωθε πως αποτελούσε τον συνεχιστή αυτής της παράδοσης. Πίστευε ότι η αξία ενός άνδρα δεν μετριέται από τη θέση που κατέχει σε μια εταιρεία ούτε από τον τίτλο που συνοδεύει το όνομά του, αλλά από την ακεραιότητα του χαρακτήρα του, τη δύναμη της ψυχής του και την πίστη στις αρχές του.
Έτσι, σχεδόν αβίαστα, μέσα από μια διαδικασία διαδοχικών αποκλεισμών, απέρριψε τις επαγγελματικές επιλογές της στεριάς. Δεν τις θεώρησε κατώτερες· απλώς δεν ταίριαζαν στη δική του ιδιοσυγκρασία και στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόταν τη ζωή. Στο τέλος απέμεινε μία μόνο διαδρομή: ο δρόμος της θάλασσας. Όχι ως εύκολη λύση, αλλά ως ο φυσικός προορισμός ενός ανθρώπου που προτιμούσε να δοκιμάζεται από τα στοιχεία της φύσης παρά να συμβιβάζεται με όσα θεωρούσε ξένα προς τον χαρακτήρα και τις αξίες του. Η θάλασσα και το πλοίο δεν αποτελούν γι' αυτόν απλώς ένα μέσο βιοπορισμού. Είναι ένας καθαρός χώρος, ένας τόπος όπου η πραγματικότητα δεν επιδέχεται προσχήματα. Παρά τις αντίξοες συνθήκες του μηχανοστασίου, τη ζέστη, τον θόρυβο, το λάδι και τον ιδρώτα, εκεί η αλήθεια είναι απόλυτη. Η μηχανή είτε λειτουργεί είτε όχι. Η βλάβη είτε αποκαθίσταται είτε παραμένει. Είσαι ικανός ή δεν είσαι. Δεν υπάρχουν περιθώρια για ωραιοποιήσεις, προσωπικές δημόσιες σχέσεις ή τεχνητές εντυπώσεις.
Αυτή η αυστηρή ειλικρίνεια είναι που τον γοητεύει. Η θάλασσα τού επιτρέπει να παραμένει ένας μοναχικός λύκος, χωρίς να χρειάζεται να πατήσει πάνω στις αποτυχίες των άλλων για να προχωρήσει. 
Η ιεραρχία του πλοίου είναι σαφής και λειτουργική. Δεν καταργεί τις ανθρώπινες αδυναμίες, αλλά θεμελιώνεται πρωτίστως στην ευθύνη, στη γνώση και στην ικανότητα να ανταποκρίνεται κανείς στις απαιτήσεις της εργασίας. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον μπορεί να διαφυλάξει ό,τι θεωρεί πολυτιμότερο: την προσωπική του ηθική. Δεν αισθάνεται την ανάγκη να την διαπραγματευθεί ούτε να την προσαρμόσει στις επιδιώξεις της στιγμής. Την κρατά προστατευμένη στα ενδότερα της ύπαρξής του, ως τη μόνη πυξίδα που δεν επηρεάζεται ούτε από τους ανέμους ούτε από τα κύματα.
Η απόφασή του να ακολουθήσει τη θάλασσα δεν υπήρξε μια απλή επαγγελματική επιλογή. Ήταν μια κλήση, ένας βαθύς ψυχικός συντονισμός με έναν κόσμο που, αν και μέχρι τότε του ήταν άγνωστος, ένιωθε πως τον περίμενε από καιρό.
Το γεγονός ότι δεν προερχόταν από ναυτική οικογένεια, ούτε είχε μεγαλώσει σε κάποιο λιμάνι, καθιστούσε την απόφασή του ακόμη πιο ιδιαίτερη. Δεν υπήρχε οικογενειακή παράδοση να συνεχίσει ούτε κάποια εξωτερική επιρροή που να τον ωθεί προς τη θάλασσα. Η επιλογή γεννήθηκε αποκλειστικά μέσα του, ως μια αυθόρμητη και ακατανίκητη εσωτερική ανάγκη, σύμφυτη με την ιδιοσυγκρασία του.
Η ιδέα του πρώτου μπάρκου λειτούργησε ως ο καταλύτης που ένωσε όλες τις μέχρι τότε διάσπαρτες ανησυχίες του σε μία ενιαία κατεύθυνση. Εκεί όπου οι περισσότεροι έβλεπαν ένα δύσκολο επάγγελμα με καλές αποδοχές και μακρόχρονες απουσίες από το σπίτι, εκείνος διέκρινε μια υπαρξιακή διέξοδο. Έναν τόπο όπου η εργασία, η μοναξιά, η πειθαρχία και η αδιάκοπη συνύπαρξη με το άπειρο της θάλασσας θα του επέτρεπαν να δοκιμάσει όχι μόνο τις γνώσεις και τις αντοχές του, αλλά και τον ίδιο του τον εαυτό. Το πλοίο έπαψε να είναι ένα μεταφορικό μέσο και μεταμορφώθηκε σε έναν ιδιότυπο χώρο μύησης. Εκεί πίστευε πως οι ανησυχίες του δεν θα έμεναν πλέον άφωνες. Θα αποκτούσαν πεδίο δράσης, θα συγκρούονταν με την πραγματικότητα και, μέσα από αυτή τη σύγκρουση, ίσως γεννούσαν τις απαντήσεις που αναζητούσε.
Η ιδέα να «μπαρκάρει» άρχισε να φωλιάζει ολοένα και πιο επίμονα μέσα του. Του φαινόταν μια επιλογή ζωής γεμάτη προκλήσεις: αξιοπρεπής αμοιβή, προοπτικές επαγγελματικής εξέλιξης, απαιτητικά και ενδιαφέροντα καθήκοντα, ταξίδια σε τόπους άγνωστους. Ήταν ένας κόσμος που ταίριαζε στις επιθυμίες, στις ανησυχίες και στις ανάγκες του· ένας κόσμος που, χωρίς να μπορεί να το εξηγήσει, «έκανε κλικ» μέσα του.
Όσοι δρόμοι κι αν ανοίγονταν μπροστά του, εκείνος είχε ήδη πάρει την απόφασή του. Ήθελε να γίνει ναυτικός. Και όσο περνούσε ο καιρός, η απόφασή του δεν αδυνάτιζε· ρίζωνε βαθύτερα και στερεωνόταν μέσα του σαν τον βράχο του Γιβραλτάρ, ακλόνητη απέναντι σε κάθε αμφιβολία.
Αγαπούσε τη θάλασσα χωρίς να μπορεί να εξηγήσει λογικά το γιατί. Δεν ήταν αποτέλεσμα ανατροφής ούτε οικογενειακής παράδοσης. Μηδέ συγγενείς στα καράβια είχε, μηδέ μεγάλωσε σε κανένα λιμάνι. Κι όμως, κάθε φορά που σκεφτόταν το πέλαγος ένιωθε πως κάτι τον καλούσε. Σαν να υπήρχε μια αόρατη συγγένεια ανάμεσα στην ψυχή του και στην απεραντοσύνη της θάλασσας, μια έλξη που δεν υπαγόταν στη λογική αλλά στο ένστικτο και στο πεπρωμένο.
Ίσως υπάρχουν αποφάσεις που δεν γεννιούνται από τη σκέψη, αλλά από μια εσωτερική βεβαιότητα. Και αυτή ήταν μία από αυτές. Είχε πλέον πάρει την απόφασή του. Θα έσπαζε τη γραμμική πορεία που η κοινωνία της στεριάς φαινόταν να επιφυλάσσει για τους περισσότερους ανθρώπους και θα χάραζε τη δική του διαδρομή πάνω στους θαλάσσιους χάρτες. Δεν τον συγκινούσε η ασφάλεια μιας προβλέψιμης ζωής· τον καλούσε η αβεβαιότητα της θάλασσας, γιατί μέσα της διέκρινε την ελευθερία να δοκιμάσει τα όριά του. Για έναν άνθρωπο με τη δική του ψυχική κράση, που κουβαλούσε μέσα του την περηφάνια, την αντοχή και τη λιτή αξιοπρέπεια του Πάρνωνα, το να γίνει ναυτικός δεν αποτελούσε απλώς επαγγελματική επιλογή. Ήταν η ύψιστη δοκιμασία του χαρακτήρα του. Ήταν μια συνειδητή αναμέτρηση με τη μοναξιά, την ευθύνη, τον φόβο και το άγνωστο. Δεν αναζητούσε μια εύκολη ζωή. Αναζητούσε μια ζωή που να αξίζει να τη ζήσει. Λίγες ημέρες αργότερα βρέθηκε στην Ακτή Μιαούλη, στον Πειραιά. Κρατούσε στο χέρι το Ναυτικό του Φυλλάδιο και το βιογραφικό του, τα πρώτα διαπιστευτήρια μιας ζωής που μόλις άρχιζε να ανοίγεται μπροστά του. Περπατούσε ανάμεσα στα ναυτιλιακά γραφεία με την αισιοδοξία, αλλά και την αβεβαιότητα, που συνοδεύει κάθε νέο άνθρωπο όταν αναζητά την πρώτη μεγάλη ευκαιρία της ζωής του.
Διέθετε όλα τα τυπικά προσόντα. Είχε ολοκληρώσει τις υποχρεώσεις του, κατείχε τα απαραίτητα πιστοποιητικά και πληρούσε όλες τις επίσημες προϋποθέσεις για να διεκδικήσει μια θέση δόκιμου μηχανικού στην ποντοπόρο ναυτιλία.
Η συγκυρία αποδεικνυόταν ευνοϊκή. Η ελληνική εμπορική ναυτιλία εξακολουθούσε να αναπτύσσεται και οι ναυτικοί ήταν περιζήτητοι για τη στελέχωση των πλοίων. Την ίδια στιγμή, η ανεργία και οι περιορισμένες επαγγελματικές προοπτικές στη στεριά οδηγούσαν χιλιάδες νέους, αλλά και ανθρώπους μεγαλύτερης ηλικίας, να αναζητήσουν μια καλύτερη τύχη στη θάλασσα. Για άλλους ήταν μια λύση ανάγκης· για εκείνον, όμως, ήταν μια συνειδητή επιλογή ζωής.
Καθώς διέσχιζε την Ακτή Μιαούλη, ανάμεσα στις προσόψεις των ναυτιλιακών εταιρειών, ένιωθε πως κάθε πόρτα που χτυπούσε μπορούσε να είναι η αρχή του πρώτου του μπάρκου. Δεν κρατούσε στα χέρια του μόνο ένα Ναυτικό Φυλλάδιο. Κρατούσε το διαβατήριο προς έναν κόσμο που μέχρι τότε υπήρχε μόνο στη φαντασία και στα όνειρά του.
Η Ακτή Μιαούλη στον Πειραιά έσφυζε από ζωή. Κάθε πρωί γέμιζε από ναυτικούς που περίμεναν μια ευκαιρία, κρατώντας στα χέρια τους το ναυτικό φυλλάδιο και λίγες ελπίδες για ένα μπάρκο. Άλλοι έμπαιναν και έβγαιναν βιαστικά από τα ναυτιλιακά γραφεία· άλλοι περίμεναν υπομονετικά ένα τηλεφώνημα ή μια υπόσχεση. Όλους τους ένωνε η ίδια προσδοκία: να βρεθεί ένα πλοίο που θα τους άνοιγε ξανά τον δρόμο προς τη θάλασσα.
Δεν χρειάστηκε να περιμένει πολύ.
Τη στιγμή που το αεροπορικό εισιτήριο με προορισμό έναν λιμένα του Περσικού Κόλπου βρέθηκε στα χέρια του, οι επαγγελματικές του αναζητήσεις έπαψαν να είναι ένα όνειρο και μετατράπηκαν σε χειροπιαστή πραγματικότητα. Το πρώτο του μπάρκο ήταν γεγονός.
Είχε προσληφθεί ως δόκιμος μηχανικός σε ένα ατμοκίνητο γκαζάδικο, ήδη είκοσι ετών, ένα πλοίο που είχε ναυπηγηθεί στα τέλη της δεκαετίας του 1950 και είχε διαγράψει τη δική του μακρά πορεία στις θάλασσες του κόσμου. 
Με μήκος περίπου 170 μέτρα και νεκρό βάρος που ξεπερνούσε τους 41.000 τόνους, το πλοίο δεν εντυπωσίαζε με τη νεότητά του, αλλά με την ιστορία και την αντοχή του. Είχε υπηρετήσει για χρόνια την ελληνική εμπορική ναυτιλία και τώρα ετοιμαζόταν να υποδεχθεί έναν νέο άνθρωπο στα πρώτα του βήματα.
Κρατώντας το εισιτήριο στα χέρια του, ένιωσε πως έκλεινε οριστικά ένα κεφάλαιο της ζωής του και άνοιγε ένα άλλο. Από εκείνη τη στιγμή δεν ήταν πλέον ένας νέος που αναζητούσε εργασία. Ήταν ένας δόκιμος μηχανικός που ετοιμαζόταν να γνωρίσει τη θάλασσα όχι από την ακτή, αλλά από το κατάστρωμα και το μηχανοστάσιο ενός πλοίου που θα γινόταν το πρώτο μεγάλο σχολείο της ζωής του.
ο «Pelineon», ένα ατμοκίνητο θηρίο γεννημένο στα τέλη της δεκαετίας του 1950, δεν ήταν απλώς ένα πλοίο. Ήταν ένας ζωντανός οργανισμός από ατσάλι, ατμό, φωτιά και σκουριά, που έμοιαζε να περιμένει υπομονετικά τον επόμενο άνθρωπο για να δοκιμάσει τις αντοχές και το σθένος του.
Ήταν ένας κόσμος ατμού και ιστορίας.
Ένας κόσμος όπου ο χρόνος έμοιαζε να έχει σταματήσει. Εκεί, η καρδιά του πλοίου δεν χτυπούσε με ηλεκτρονικά κυκλώματα και αυτοματισμούς, αλλά με τον ρυθμό της ατμομηχανής. Εκείνη ήταν η ψυχή του σκάφους, ένας γιγάντιος μηχανικός οργανισμός που απαιτούσε αδιάκοπη φροντίδα, γνώση και σεβασμό.Το μηχανοστάσιο απλωνόταν σαν ένας μεταλλικός λαβύρινθος. 
Ατελείωτες σωληνώσεις, βαλβίδες, αντλίες και λέβητες που ανάσαιναν ασταμάτητα μέσα σε έναν κόσμο από θόρυβο, κραδασμούς και θερμοκρασίες που δοκίμαζαν τα όρια της ανθρώπινης αντοχής. Ο ατμός δεν ήταν απλώς η κινητήρια δύναμη του πλοίου· ήταν η ίδια η πνοή του. Κάθε διαρροή, κάθε μεταβολή της πίεσης, κάθε ασυνήθιστος ήχος αποτελούσε ένα μήνυμα που έπρεπε να διαβαστεί σωστά και έγκαιρα.
Για έναν νέο δόκιμο μηχανικό, όλα αυτά δεν ήταν απλώς τεχνικές εγκαταστάσεις. Ήταν ένα πανεπιστήμιο χωρίς αίθουσες διδασκαλίας, όπου κάθε βάρδια αποτελούσε μάθημα και κάθε λάθος μπορούσε να έχει συνέπειες. Εκεί δεν υπήρχαν συντομεύσεις ούτε εύκολες απαντήσεις. Υπήρχαν μόνο η γνώση, η πειθαρχία και η καθημερινή αναμέτρηση με μια μηχανή που απαιτούσε απόλυτο σεβασμό.
Ο νεαρός δόκιμος δεν αντίκριζε απλώς ένα παλιό πλοίο. Έβλεπε την πρώτη μεγάλη δοκιμασία της ζωής του. Και το «Pelineon», σιωπηλό και επιβλητικό, έμοιαζε να τον περιμένει για να αποφασίσει αν ήταν άξιος να γίνει ένας από τους ανθρώπους της μηχανής. Εκεί, η γνώση δεν προσφερόταν μέσα από βιβλία ή θεωρητικές διαλέξεις. Κατακτιόταν με την επαφή του χεριού πάνω στο μέταλλο, με το βλέμμα που μάθαινε να διακρίνει την παραμικρή μεταβολή και με την ικανότητα να αφουγκράζεται τους παλμούς του μηχανοστασίου. Κάθε ήχος, κάθε κραδασμός, κάθε αλλαγή στη θερμοκρασία ή στην πίεση έκρυβε ένα μήνυμα που έπρεπε να αποκωδικοποιηθεί.
Για τον εσωστρεφή χαρακτήρα του, το μηχανοστάσιο δεν ήταν ένας εχθρικός χώρος. Ήταν ένας κόσμος που του ταίριαζε. Ένας κόσμος όπου η αξία του ανθρώπου δεν μετριόταν από την ευφράδεια του λόγου, αλλά από την καθαρότητα της σκέψης, την προσοχή στη λεπτομέρεια και την υπευθυνότητα απέναντι στο καθήκον. Ανάμεσα στα έμβολα, στους λέβητες, στους μεταλλικούς θορύβους και στη βαριά μυρωδιά του πετρελαίου, η ευγένεια και η εσωτερική του γαλήνη μετατρέπονταν σε δύναμη. Ως μηχανικός δεν είχε ανάγκη από πολλά λόγια· είχε ανάγκη από καθαρό μυαλό, ψυχραιμία και αυτοπειθαρχία. Το μηχανοστάσιο απαιτούσε ανθρώπους που πρώτα άκουγαν και ύστερα μιλούσαν.
Εκεί, στα «εντόσθια» του πλοίου, όπου η θερμότητα, ο ιδρώτας και ο αδιάκοπος παλμός της ατμομηχανής συνέθεταν μια ιδιότυπη καθημερινότητα, οι υπαρξιακοί του προβληματισμοί άρχισαν να μετασχηματίζονται σε πράξη. Η τεχνική κατάρτιση δεν του πρόσφερε μόνο επαγγελματικές γνώσεις· του δίδαξε την αξία της πειθαρχίας, της υπομονής και της ευθύνης. Και ίσως, χωρίς ακόμη να το αντιλαμβάνεται, μέσα από αυτή τη μαθητεία να άρχιζε να βρίσκει τις πρώτες απαντήσεις στα ερωτήματα που τον συνόδευαν από τα νεανικά του χρόνια.
Ήταν το πρώτο του μπάρκο. Και ήταν, ταυτόχρονα, το πρώτο και ίσως το σημαντικότερο βήμα της προσωπικής του διαδρομής προς την ωριμότητα. Τώρα στέκεται μέσα σε ένα μηχανοστάσιο που πάλλεται από ζωή, ατμό και υπόκωφους μεταλλικούς παλμούς. Έναν κόσμο όπου η φωτιά μεταμορφώνεται σε δύναμη και ο ατμός κινεί χιλιάδες τόνους ατσαλιού πάνω στις θάλασσες του κόσμου.
Δεν είναι πια απλώς ο εσωστρεφής νέος που αναζητούσε απαντήσεις και φοβόταν την πυραμίδα της κοινωνίας της στεριάς. Είναι ένας άνθρωπος που αρχίζει να συμφιλιώνεται με τη φύση του. Κάθε βάρδια, κάθε δυσκολία και κάθε ευθύνη σμιλεύουν αργά τον χαρακτήρα του. Κουβαλά ακόμη μέσα του τη λιτή ευγένεια και την περηφάνια του Πάρνωνα, όμως αυτές αποκτούν τώρα ένα νέο περίβλημα: την πειθαρχία του μηχανοστασίου, την ακρίβεια της τεχνικής γνώσης και την αδιάκοπη ευθύνη απέναντι στη μηχανή και στους ανθρώπους που εξαρτώνται από αυτήν.
Δεν υπήρχε ναυτική μοίρα χαραγμένη στην οικογενειακή του ιστορία. Δεν κληρονόμησε τη θάλασσα· την επέλεξε. Και μέρα με τη μέρα την κατακτούσε όχι ως κληρονομικό δικαίωμα, αλλά ως προσωπικό επίτευγμα, με τη θέληση, την επιμονή και τον μόχθο του.Ίσως κάθε άνθρωπος να κουβαλά μέσα του μια προσωπική Οδύσσεια. Εκείνος δεν έψαχνε μια Ιθάκη για να επιστρέψει. Αναζητούσε μια Ιθάκη που δεν υπήρχε ακόμη· μια εσωτερική πατρίδα, όπου οι αμφιβολίες θα μεταμορφώνονταν σε γνώση,  ο φόβος σε αυτοπεποίθηση και η αναζήτηση σε βεβαιότητα.
Το πρώτο του μπάρκο δεν ήταν ο τερματισμός μιας διαδρομής. Ήταν η στιγμή που άρχιζε πραγματικά το μεγάλο ταξίδι προς τον ίδιο του τον εαυτό. Αναζητούσε μια ζωή όπου ο ιδρώτας του δεν θα χανόταν στους αδιόρατους μηχανισμούς της γραφειοκρατίας ούτε θα σπαταλιόταν σε ατέρμονους διαδρόμους γραφείων. Ήθελε να αποκτά χειροπιαστό αντίκρισμα· να μετατρέπεται στην εύρυθμη λειτουργία μιας μηχανής, στην ασφαλή πορεία ενός πλοίου, στην επιβίωση ενός σκαριού που πάλευε με τη φουρτούνα.
Γνώριζε, ωστόσο, ότι κάθε επιλογή έχει και το τίμημά της.
Οι πανεπιστημιακές σπουδές, που κάποτε είχαν περάσει σαν αχνή σκέψη από το μυαλό του, έμεναν τώρα στο περιθώριο της ζωής του. Δεν τις απέρριπτε· απλώς η θάλασσα είχε προηγηθεί. Ήταν μια διαπίστωση πικρή, μα ταυτόχρονα ώριμη. Είχε επιλέξει έναν διαφορετικό δρόμο και ήταν αποφασισμένος να τον βαδίσει μέχρι το τέλος, χωρίς να μετανιώνει για όσα άφηνε πίσω.
Κι όμως, βαθιά μέσα του, η φλόγα της γνώσης δεν είχε σβήσει. Είχε μόνο αναβληθεί.
Ίσως κάποια μέρα.
Ίσως...
Και αυτό το «ίσως» έμελλε να παραμείνει μέσα του σαν ένας μοναχικός φάρος στο βάθος του ορίζοντα. Όχι για να τον βασανίζει ούτε για να του θυμίζει μια αποτυχία, αλλά για να φωτίζει σιωπηλά την ύπαρξη μιας ακόμη διαδρομής  που δεν είχε ακόμη περπατήσει. Είχε αποδεχθεί ότι, προς το παρόν, οι σπουδές έπρεπε να παραμερίσουν. Η ζωή τον καλούσε αλλού. Στο κατάστρωμα, στο μηχανοστάσιο, στις βάρδιες, στους ωκεανούς. Εκεί έπρεπε πρώτα να δοκιμαστεί, να εργαστεί, να ωριμάσει και να αποδείξει στον εαυτό του ότι μπορούσε να σταθεί όρθιος απέναντι στις απαιτήσεις της ζωής.
Μέσα στην πειθαρχία του μηχανοστασίου ενηλικιωνόταν οριστικά ως άνθρωπος. Η καθημερινή ευθύνη, η γνώση που κατακτιόταν με κόπο και η συναίσθηση ότι από τις πράξεις του εξαρτιόταν η ασφαλής λειτουργία ενός ολόκληρου πλοίου, σφυρηλατούσαν τον χαρακτήρα του περισσότερο από οποιαδήποτε θεωρητική διδασκαλία. Κι όμως, βαθιά μέσα του παρέμενε μια σιωπηλή εκκρεμότητα. Ένα κομμάτι της ψυχής του εξακολουθούσε να διψά για τη γνώση που μόνο τα βιβλία, οι αίθουσες διδασκαλίας και ο γόνιμος διάλογος μπορούν να προσφέρουν. Δεν το θεωρούσε αποτυχία ούτε απωθημένο. Το έβλεπε ως μια υπόσχεση προς τον μελλοντικό του εαυτό. Ίσως κάποτε, όταν η θάλασσα θα είχε ολοκληρώσει τη δική της διδασκαλία, να ερχόταν η ώρα της επιστροφής στα θρανία. Γιατί υπάρχουν ταξίδια που γίνονται με πλοία και άλλα που γίνονται με τα βιβλία. Και εκείνος ήξερε πως, αργά ή γρήγορα, ήταν προορισμένος να ζήσει και τα δύο.
....Πάνω από πέντε μήνες είχαν περάσει από τότε που πρωτομπάρκαρε και βαφτίστηκε στην αλμύρα της θάλασσας. Η μαθητεία του δεν είχε γίνει σε αίθουσες διδασκαλίας, αλλά πάνω στη λαμαρίνα, μέσα στη ζέστη των λεβήτων, στον αδιάκοπο παλμό της ατμομηχανής και στην απαιτητική καθημερινότητα του μηχανοστασίου. Στο διάστημα αυτό είχε μυηθεί στη γλώσσα του πλοίου. Είχε μάθει να διαβάζει τους ήχους των μηχανών, να αναγνωρίζει τη σημασία κάθε κραδασμού, να ξεχωρίζει πότε ένας μεταλλικός ήχος έκρυβε μια απλή ιδιοτροπία και πότε προμήνυε μια σοβαρή βλάβη. Είχε συνηθίσει 
την υγρασία που εισχωρούσε στα ρούχα και στα κόκαλα, την αλμύρα που σκλήραινε το δέρμα, τον ιδρώτα που ανακατευόταν με το πετρέλαιο και την καθημερινή απαίτηση της θάλασσας να παραμένει διαρκώς σε εγρήγορση. Η μύηση αυτή δεν ήταν εύκολη. Ήταν μια αργή και συχνά επίπονη διαδικασία μεταμόρφωσης. Ο ναυτικός καλείται να αποβάλει, σχεδόν ανεπαίσθητα, τις συνήθειες της στεριάς, τις μικρές ανέσεις της καθημερινότητας και τον γνώριμο ρυθμό της ζωής στην ξηρά. Αντιλαμβάνεται ότι στο πλοίο ο χρόνος μετριέται διαφορετικά· όχι με ημερολόγια και ρολόγια, αλλά με βάρδιες, λιμάνια και ταξίδια. Χωρίς σχεδόν να το καταλάβει, είχε πάψει να είναι ο νεαρός που μετρούσε τις ημέρες μέχρι την επιστροφή. Είχε γίνει ένας κρίκος στην αλυσίδα του πλοίου, ένα αναπόσπαστο μέρος του μηχανισμού του. Η καθημερινότητά του συγχρονιζόταν πλέον με τον ρυθμό της μηχανής και με τις ανάγκες του πληρώματος. Η γοητεία του ναυτικού επαγγέλματος υπήρξε πάντοτε ένα ισχυρό αφήγημα. Η λογοτεχνία, ο κινηματογράφος και οι ιστορίες των θαλασσοπόρων γέννησαν την εικόνα του ανθρώπου που ταξιδεύει αδιάκοπα προς μακρινούς τόπους και εξωτικά λιμάνια. Όμως αυτή είναι μόνο η μία όψη της θάλασσας. Η άλλη όψη αποκαλύπτεται μόνο σε εκείνους που ζουν πάνω στο πλοίο. Είναι η σύγκρουση ανάμεσα στον μύθο και στην πραγματικότητα· ανάμεσα στη ρομαντική εικόνα του ταξιδιώτη και στην καθημερινή δοκιμασία του επαγγελματία ναυτικού. Είναι η βιολογική κόπωση από τις αδιάκοπες βάρδιες, η ψυχική φθορά της απομόνωσης, η ευθύνη που δεν επιτρέπει λάθη και η διαρκής συνύπαρξη με το απρόβλεπτο της θάλασσας.
Μόνο όταν ο άνθρωπος συμφιλιωθεί με αυτή τη σκληρή πραγματικότητα παύει να αισθάνεται φιλοξενούμενος στο πλοίο. Τότε αρχίζει να γίνεται πραγματικός ναυτικός. Για τον άνθρωπο της στεριάς, ο ναυτικός είναι εκείνος που ταξιδεύει και γνωρίζει τον κόσμο. Η φαντασία τον τοποθετεί σε εξωτικά λιμάνια, σε μακρινούς πολιτισμούς και σε τόπους που οι περισσότεροι θα γνωρίσουν μόνο μέσα από φωτογραφίες και χάρτες. Η πραγματικότητα, όμως, είναι πολύ διαφορετική. Τις περισσότερες φορές ο ναυτικός δεν βλέπει την πόλη. Βλέπει την προβλήτα, τους γερανούς, τις στοιβαγμένες σειρές των κοντέινερ, τις σωληνώσεις των τερματικών σταθμών και τα ρυμουλκά που κινούνται αδιάκοπα γύρω από το πλοίο. Οι ώρες παραμονής στα λιμάνια έχουν περιοριστεί στο ελάχιστο και ο χρόνος δεν ανήκει πλέον στον άνθρωπο, αλλά στο πρόγραμμα φόρτωσης και εκφόρτωσης.
Έτσι γεννιέται ένα από τα μεγάλα παράδοξα της ναυτικής ζωής. Η απεραντοσύνη της θάλασσας συνυπάρχει με τον εγκλεισμό στον περιορισμένο χώρο του πλοίου. Ο ορίζοντας είναι ανοιχτός όσο πουθενά αλλού, όμως η καθημερινότητα εκτυλίσσεται μέσα σε λίγα τετραγωνικά μέτρα από ατσάλι.
Η ρομαντική εικόνα του ναυτικού εξακολουθεί να συγκινεί. Ίσως γιατί λειτουργεί σαν ένα πέπλο που επιτρέπει στους ανθρώπους της στεριάς να ονειρεύονται τη θάλασσα χωρίς να αντικρίζουν το πραγματικό της κόστος. Πίσω από κάθε ταξίδι κρύβονται αμέτρητες ώρες εργασίας, ευθύνης, απομόνωσης και σωματικής καταπόνησης. Ο ίδιος ο ναυτικός, όμως, όταν αναγνωρίζει αυτή την πραγματικότητα, δεν χάνει τον ρομαντισμό του. Αντίθετα, αποκτά επίγνωση. Μαθαίνει να αγαπά τη θάλασσα χωρίς αυταπάτες, να τη σέβεται χωρίς εξιδανικεύσεις και να αποδέχεται ότι τίποτε δεν του χαρίζεται. Η θάλασσα δεν προσφέρει δώρα. Ανταμείβει μόνο εκείνους που είναι πρόθυμοι να πληρώσουν το τίμημά της. Κάθε ανατολή που χρωματίζει τον ωκεανό, κάθε ηλιοβασίλεμα που χάνεται πίσω από τον ορίζοντα, κάθε στιγμή απόλυτης γαλήνης πάνω στο κατάστρωμα έχει ήδη εξοφληθεί. Έχει πληρωθεί με ατέλειωτες βάρδιες, με ιδρώτα, με μοναξιά, με την απουσία από τους ανθρώπους που αγαπά και με τη σιωπηλή θυσία που συνοδεύει κάθε πραγματικό ναυτικό. Μόνο τότε η ομορφιά της θάλασσας αποκτά την πραγματική της αξία. Γιατί δεν είναι ένα δώρο· είναι ένα κέρδος.
Η θάλασσα υπήρξε πάντοτε η μεγάλη αγάπη του Έλληνα και η αέναη κοιτίδα του πολιτισμού του. Από τα πρώτα πλεούμενα του Αιγαίου έως τα σύγχρονα εμπορικά πλοία, δεν αποτέλεσε απλώς μια θαλάσσια οδό επικοινωνίας, αλλά έναν τρόπο ύπαρξης. Στη θάλασσα ο Έλληνας έμαθε να εμπορεύεται, να πολεμά, να δημιουργεί, να μεταναστεύει, να επιστρέφει και να ονειρεύεται. Για τον Έλληνα ναυτικό, που διασχίζει τους ωκεανούς, η θάλασσα δεν είναι ένα τοπίο· είναι μια δύναμη της φύσης, ανεξάρτητη από την ανθρώπινη βούληση. Αγωνίζεται καθημερινά να τη δαμάσει, αδιαφορώντας αν το κακόβουλο κύμα θα φιλά την πρύμνη του ή αν το αγέρι θα φυσά πρίμα στα άρμενα. Γνωρίζει, όμως, βαθιά μέσα του ότι η νίκη του δεν είναι ποτέ οριστική. Η θάλασσα προσφέρει ζωή, πλούτο και ταξίδια. Ταυτόχρονα, όμως, κρύβει τον θάνατο,την απώλεια και την άβυσσο. Μέσα σε αυτή τη διαρκή αντίφαση γεννιέται ο ιδιαίτερος δεσμός του ναυτικού μαζί της. Δεν είναι δεσμός κυριαρχίας, αλλά σεβασμού. Ο ναυτικός δεν την υποτάσσει ποτέ πραγματικά· μαθαίνει μόνο να συνυπάρχει μαζί της, να αφουγκράζεται τις διαθέσεις της και να αναγνωρίζει τα όρια της δικής του δύναμης.
Ίσως γι' αυτό, από την αρχαιότητα έως σήμερα, η θάλασσα προσωποποιείται τόσο συχνά ως γυναίκα. Όχι επειδή αποτελεί απλώς αντικείμενο εξιδανίκευσης ή ερωτικού συμβολισμού, αλλά επειδή ενσαρκώνει τις ίδιες αντιφάσεις που συνοδεύουν τη  ζωή: είναι γενναιόδωρη και απρόβλεπτη, τρυφερή και αδυσώπητη, γαλήνια και καταστροφική. Όπως η γυναίκα στις μεγάλες μυθολογικές και ποιητικές παραδόσεις, έτσι και η θάλασσα γεννά, προστατεύει, προκαλεί, δοκιμάζει και, όταν θελήσει, αφαιρεί.
Γι' αυτό ο ναυτικός δεν παύει ποτέ να τη σέβεται. Δεν την πλησιάζει ως κατακτητής, αλλά ως συνοδοιπόρος. Και ίσως αυτή να είναι η μεγαλύτερη σοφία που μπορεί να του διδάξει η ζωή στη θάλασσα: ότι υπάρχουν δυνάμεις απέναντι στις οποίες η αληθινή ανδρεία δεν βρίσκεται στην κυριαρχία, αλλά στην ταπεινότητα.
..............Το τελευταίο τους ταξίδι, με αφετηρία τον Περσικό Κόλπο και προορισμό λιμένες της Ευρώπης, δεν θα ήταν μια απλή μετακίνηση από έναν γεωγραφικό χώρο σε έναν άλλο. Θα ήταν ένας μεγάλος θαλάσσιος κύκλος, ένας περίπλους της Αφρικής από τα ανατολικά προς τα δυτικά, μια διαδρομή που απαιτούσε χρόνο, υπομονή και αδιάκοπη επαγρύπνηση.
Αφήνοντας πίσω τους τα νερά του Περσικού Κόλπου, το πλοίο θα κατευθυνόταν προς τον Ινδικό Ωκεανό, για να ακολουθήσει τη μακρά πορεία γύρω από την αφρικανική ήπειρο και να αντιμετωπίσει τις ιδιαιτερότητες μιας από τις πιο απαιτητικές θαλάσσιες διαδρομές. Δεν υπήρχαν σύντομοι δρόμοι ούτε εύκολες λύσεις. Μόνο ανοιχτή θάλασσα, ατελείωτα μίλια και η καθημερινή ευθύνη ενός πλοίου που έπρεπε να συνεχίσει αδιάκοπα την πορεία του.
Τέτοια ταξίδια δεν δοκιμάζουν μόνο τις μηχανές και το σκαρί. Δοκιμάζουν κυρίως τους ανθρώπους που βρίσκονται πάνω σε αυτά. Η ναυτοσύνη, η ψυχραιμία, η συνεργασία και η αντοχή γίνονται απαραίτητες αρετές. Η επανάληψη των ημερών, η απόσταση από τη στεριά και η διαρκής παρουσία του ωκεανού μετατρέπουν την καθημερινότητα σε μια άσκηση υπομονής και εσωτερικής ανθεκτικότητας. Για το πλήρωμα, κάθε μίλι που περνούσε δεν ήταν μόνο μια γεωγραφική απόσταση που μειωνόταν. Ήταν μια ακόμη δοκιμασία που προστίθετο στην εμπειρία τους. Και για τον νεαρό δόκιμο μηχανικό, αυτό το ταξίδι θα γινόταν ένα ακόμη μάθημα στη μεγάλη σχολή της θάλασσας.
Σε έναν ενδιάμεσο σταθμό του μεγάλου ταξιδιού, το πλοίο έφτασε στα νησιά του Πράσινου Ακρωτηρίου για ανεφοδιασμό καυσίμων. Η στάση αυτή δεν ήταν προγραμματισμένη ως παραμονή, αλλά ως μια αναγκαία διαδικασία για τη συνέχιση του ταξιδιού. Η θάλασσα, όμως, έχει τους δικούς της ρυθμούς και συχνά επιβάλλει τις δικές της καθυστερήσεις. Ένα λειτουργικό πρόβλημα στο πλοίο ανεφοδιασμού καυσίμων στάθηκε η αιτία να παραμείνουν «ράδα», στο ασφαλές αγκυροβόλιο του νησιωτικού συμπλέγματος, για περισσότερο από δύο ημέρες. Το πλοίο ακινητοποιήθηκε προσωρινά, όχι από κάποια μεγάλη βλάβη, αλλά από εκείνες τις μικρές απρόβλεπτες καταστάσεις που αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της  ναυτικής ζωής. Για τους ανθρώπους της στεριάς, δύο ημέρες αναμονής ίσως να ήταν απλώς μια καθυστέρηση. Για το πλήρωμα, όμως, πάνω σε ένα πλοίο που βρίσκεται μακριά από κάθε οικείο τόπο, ο χρόνος αποκτά διαφορετική διάσταση. Η αγκυροβολία γίνεται μια περίοδος αναμονής, παρατήρησης και εσωτερικής περισυλλογής.
Τα νησιά του Πράσινου Ακρωτηρίου, χαμένα στον Ατλαντικό Ωκεανό, βρίσκονται δυτικά του δυτικότερου άκρου της αφρικανικής ηπείρου. Το αρχιπέλαγος αποτελείται από δέκα κύρια νησιά και μικρότερα νησίδια, τα οποία χωρίζονται γεωγραφικά σε δύο ομάδες: τα προσήνεμα νησιά, που δέχονται πρώτα τους ανέμους του ωκεανού, και τα υπήνεμα, που προστατεύονται περισσότερο από την αγριότητα των θαλάσσιων ρευμάτων.
Για τον νεαρό δόκιμο μηχανικό, η προσωρινή αυτή στάση δεν ήταν απλώς μια τεχνική αναμονή. Ήταν ακόμη μία σελίδα στο μεγάλο ημερολόγιο της θάλασσας. Ένας ακόμη τόπος που περνούσε από μπροστά του, όχι σαν τουρίστας, αλλά ως ναυτικός — ένας άνθρωπος που ανήκε πλέον σε έναν κόσμο όπου οι αποστάσεις μετριούνται σε μίλια και οι εμπειρίες σε ταξίδια.
Τα νησιά του Πράσινου Ακρωτηρίου φέρουν ακόμη τα σημάδια της ηφαιστειακής τους γέννησης. Σκληρά, ορεινά και  ανεμοδαρμένα, υψώνονται μέσα στον Ατλαντικό σαν απομεινάρια μιας αρχαίας γεωλογικής πάλης ανάμεσα στη φωτιά της γης και στη δύναμη του ωκεανού. Τα περισσότερα από αυτά είναι ορεινά, με απότομες πλαγιές και γυμνά τοπία που μαρτυρούν τη διαρκή προσπάθεια της φύσης να επιβιώσει σε ένα δύσκολο περιβάλλον.Το κλίμα τους είναι τροπικό αλλά ξηρό, με μικρές μεταβολές μέσα στον χρόνο. Οι άνεμοι κυριαρχούν στο αρχιπέλαγος και συχνά μεταφέρουν μαζί τους λεπτή σκόνη από την έρημο Σαχάρα, ταξιδεύοντας πάνω από την αφρικανική ήπειρο πριν καταλήξουν στα νησιά. Η βροχή είναι σπάνια και ακανόνιστη, ενώ η βλάστηση παραμένει περιορισμένη, αποτελούμενη κυρίως από ανθεκτικούς θάμνους, αλόες και φυτά προσαρμοσμένα στην παρατεταμένη ξηρασία.
Η έλλειψη νερού υπήρξε πάντοτε μία από τις μεγάλες δοκιμασίες του αρχιπελάγους. Οι παρατεταμένες περίοδοι ανομβρίας αποτελούν διαρκή απειλή για έναν τόπο που δεν διαθέτει σημαντικές φυσικές ανανεώσιμες πηγές γλυκού νερού. Η ζωή εκεί απαιτεί προσαρμογή, οικονομία και σεβασμό απέναντι στους περιορισμούς της φύσης. 
.... Απογευματινές ώρες, ο ήλιος χαμήλωνε αργά προς τον ορίζοντα και έλουζε το τοπίο με ένα απαλό, χρυσαφένιο φως. Οι σκιές των λόφων μάκραιναν σιωπηλά, σαν να προσπαθούσαν κι αυτές να αγγίξουν κάτι χαμένο στον χρόνο, κάποια ανάμνηση ενός παρελθόντος που δεν τους ανήκε αλλά παρέμενε χαραγμένο πάνω στην πέτρα. Μακριά από το θόρυβο του μηχανοστασίου, ο Αλκιβιάδης βρέθηκε μόνος να περιπλανιέται χωρίς συγκεκριμένο προορισμό. Δεν είχε σχέδιο ούτε προγραμματισμένη διαδρομή. Άφηνε απλώς τα βήματά του να τον οδηγούν στους ήσυχους χωματόδρομους στην είσοδο του μικρού παραθαλάσσιου οικισμού. Ο άνεμος ερχόταν από τη θάλασσα μεταφέροντας την αρμύρα του ωκεανού, ανακατεμένη με τη μυρωδιά της ξερής γης και της άγριας βλάστησης. Ήταν μια διαφορετική σιωπή από εκείνη του πλοίου. Στο μηχανοστάσιο η σιωπή διακοπτόταν από τον αδιάκοπο παλμό της μηχανής· εδώ κυριαρχούσε ο ήχος του ανέμου και των κυμάτων. Περπατώντας ανάμεσα στους χαμηλούς λόφους και τα λιτά σπίτια του νησιού, ένιωθε για πρώτη φορά μετά από μήνες ότι  είχε χώρο να ακούσει τις δικές του σκέψεις. Η θάλασσα που μέχρι τότε ήταν εργασία, ευθύνη και δοκιμασία, γινόταν για λίγο καθρέφτης της ψυχής του. Ίσως εκείνη τη στιγμή, σε έναν άγνωστο τόπο στη μέση του Ατλαντικού, άρχιζε να καταλαβαίνει ότι το ταξίδι του δεν ήταν μόνο από λιμάνι σε λιμάνι. Ήταν ένα ταξίδι προς τον ίδιο του τον εαυτό. Είχε πέντε μήνες τώρα να περπατήσει στη στεριά. Πέντε μήνες όπου ο κόσμος του περιοριζόταν στο πλοίο, στις βάρδιες, στο μηχανοστάσιο και στον αδιάκοπο ρυθμό της μηχανής. Η γη κάτω από τα πόδια του είχε γίνει σχεδόν μια μακρινή ανάμνηση. Γι’ αυτό και εκείνη η ημέρα είχε μια ιδιαίτερη αξία. Ήταν ελεύθερος για ολόκληρο το εικοσιτετράωρο να περιπλανηθεί χωρίς πρόγραμμα, χωρίς υποχρεώσεις, χωρίς τον ήχο της βάρδιας να καθορίζει τον χρόνο του.
Άφησε τα βήματά του να τον οδηγήσουν στη μικρή πόλη του νησιού, χτισμένη στις πλαγιές ενός λόφου που έβλεπε προς το λιμάνι και τον προστατευμένο κόλπο όπου αγκυροβολούσαν τα πλοία. Από εκεί ψηλά, η εικόνα άνοιγε μπροστά του σαν ένα τεράστιο παράθυρο προς τον κόσμο. Η απλωσιά του τοπίου δημιουργούσε την αίσθηση ενός πανοραμικού μπαλκονιού πάνω από τον ωκεανό. Η θάλασσα, τα πλοία, οι αποστάσεις και ο καθαρός ορίζοντας του έδιναν για λίγο την ψευδαίσθηση ότι μπορούσε να δει όχι μόνο μακριά στον χώρο, αλλά και βαθύτερα μέσα στον χρόνο.
Το βλέμμα του ταξίδευε πίσω, στα περασμένα. Όχι με πόνο, αλλά με εκείνη τη σιωπηλή περισυλλογή που έρχεται όταν ο άνθρωπος αρχίζει να αποδέχεται όσα δεν μπορούν πλέον να αλλάξουν. Το νοητικό του ταξίδι δεν είχε πια σκοπό να αναζητήσει κάτι χαμένο. Δεν έψαχνε απαντήσεις ούτε προσπαθούσε να αναστήσει στιγμές που είχαν τελειώσει. Είχε έρθει η ώρα να αφήσει πίσω του όσα τον κρατούσαν δεμένο. Τις αναμνήσεις, τις προσδοκίες και τα συναισθήματα μιας σχέσης που είχε ολοκληρώσει τον κύκλο της. Και ίσως εκεί, σε έναν άγνωστο λόφο ενός νησιού στη μέση του Ατλαντικού, ανάμεσα στη σιωπή της γης και στην απεραντοσύνη της θάλασσας, να κατάλαβε ότι ορισμένες απώλειες δεν είναι μόνο τέλος. Μπορεί να είναι και η αρχή μιας νέας πορείας.
Από πότε είχε να κλάψει στ’ αλήθεια, ούτε ο ίδιος δεν θυμόταν. Ίσως από τότε που είχε αφήσει πίσω του μια σχέση που, αν και δεν είχε μεγάλη διάρκεια, του είχε αφήσει ένα αποτύπωμα περισσότερο βαθύ απ’ όσο ήθελε να παραδεχτεί. Ήταν μια σχέση με αδυναμίες, γεμάτη εντάσεις και αμφιβολίες, όμως αυτό δεν έκανε τον πόνο του μικρότερο. Θυμόταν εκείνη τη μεγάλη συζήτηση. Τα λόγια που ειπώθηκαν, τις σιωπές ανάμεσα στις φράσεις, τα δάκρυα που κύλησαν και τη στιγμή που και οι δύο κατάλαβαν πως ο δρόμος τους είχε φτάσει στο τέλος του. Ίσως υπήρχε ακόμη μια αμυδρή επιθυμία να παραμείνουν μαζί, μια μικρή ελπίδα ότι κάτι θα μπορούσε να αλλάξει. Όμως η πραγματικότητα είχε ήδη μιλήσει.
Κι όμως, τότε δεν είχε κλάψει. Ίσως από άμυνα. Ίσως από εκείνη την παράξενη εσωτερική παγωμάρα που εμφανίζεται όταν ο άνθρωπος προσπαθεί να παραμείνει δυνατός τη στιγμή που μέσα του όλα καταρρέουν. Το γεγονός ότι δεν έκλαψε δεν σήμαινε ότι δεν πόνεσε. Μερικές φορές ο βαθύτερος πόνος είναι εκείνος που δεν βρίσκει διέξοδο στα δάκρυα. Άλλωστε, εδώ και καιρό προσπαθούσαν να ποτίσουν ένα μαραμένο λουλούδι. Έδιναν χρόνο, προσπάθεια και συναίσθημα σε κάτι που είχε ήδη αρχίσει να χάνει τη ζωή του. Ο αμείλικτος χρόνος είχε αποδείξει αυτό που μέσα του γνώριζε: ότι ίσως 
εκείνος ο δεσμός δεν ήταν το μεγάλο συναίσθημα που περίμενε, αλλά ένας έντονος ενθουσιασμός που δεν μπορούσε να αγνοήσει την πραγματικότητα. Στις γκρίζες εκείνες στιγμές ένιωθε πως σπαταλούσε σταγόνες από την ψυχή του σε έναν δρόμο χωρίς προορισμό. Δεν μπορούσε να φανταστεί τη σχέση αυτή να μεταμορφώνεται σε κάτι βαθύτερο, κάτι που θα άντεχε στον χρόνο και στις δοκιμασίες της ζωής. Έκρυψε καλά τον πόνο του. Ίσως γιατί ο άνθρωπος πολλές φορές προσπαθεί να προστατεύσει όχι μόνο τους άλλους, αλλά και την εικόνα που έχει για τον ίδιο του τον εαυτό.
Γιατί ο χωρισμός είναι πάντα μια απώλεια, ακόμη κι όταν γνωρίζουμε ότι είναι η σωστή επιλογή.
Ο χρόνος δεν θεραπεύει τα πάντα. Δεν διαγράφει τις αναμνήσεις ούτε εξαφανίζει τα σημάδια. Μας μαθαίνει όμως να ζούμε με τα κενά, μέχρι κάποια στιγμή αυτά να γεμίσουν ξανά — όχι απαραίτητα με ό,τι χάσαμε, αλλά με κάτι νέο, κάτι πιο φωτεινό, κάτι που θα έρθει όταν είμαστε έτοιμοι να το δεχτούμε.
Σήμερα, η ανάγκη του για νέες γνωριμίες δεν ήταν πια μια απεγνωσμένη κραυγή για βοήθεια ούτε μια προσπάθεια να καλύψει βιαστικά ένα κενό που άφησε πίσω του. Ήταν κάτι διαφορετικό· μια ώριμη προσμονή που άρχιζε να ξυπνά ξανά μέσα του. Ένα συναίσθημα ήρεμο αλλά επίμονο, που μεγάλωνε αθόρυβα, όπως κάτι που βρίσκει ξανά ζωή ύστερα από μια μεγάλη περίοδο σιωπής. Δεν αναζητούσε πλέον κάποιον για να ξεχάσει το παρελθόν. Ήθελε να συναντήσει έναν άνθρωπο με τον οποίο θα μπορούσε να μοιραστεί το παρόν και ίσως το μέλλον. Η καρδιά του, που για καιρό είχε μείνει κλειστή 
για να προστατευτεί, άρχιζε πάλι να αφήνει χώρο για μια νέα πιθανότητα.
Χαμένος στις σκέψεις του, συνέχισε την περιπλάνησή του. Στην επόμενη διακλάδωση πήρε τον δεξιό δρόμο που οδηγούσε προς ένα μικρό πανδοχείο ψηλότερα στον λόφο. Ο δρόμος ήταν ανηφορικός, αλλά ομαλός. Δεν υπήρχαν σκαλοπάτια ούτε  απότομες δυσκολίες· μόνο μια αργή ανάβαση που του επέτρεπε να περπατά χωρίς βιασύνη, αναπνέοντας τον ζεστό ανοιξιάτικο άνεμο που κατέβαινε από τα βουνά. Ο αέρας περνούσε πάνω από τα γυμνά ασβεστολιθικά πετρώματα, διέσχιζε τους γκρίζους λόφους και χανόταν στις μικρές, πολυσχιδείς κοιλάδες όπου βρίσκονταν διάσπαρτοι οι λιτοί τοπικοί οικισμοί.
Κάθε τόσο σταματούσε και γύριζε το βλέμμα του πίσω. Δεν κοιτούσε μόνο το τοπίο· έμοιαζε να προσπαθεί να κρατήσει μέσα του αυτή τη στιγμή, αυτή την αίσθηση ελευθερίας που του πρόσφερε η στεριά ύστερα από τόσους μήνες εγκλεισμού στο πλοίο.
Η ημέρα ήταν ζεστή. Ο ουρανός είχε ένα παράξενο γκριζογάλαζο χρώμα, σαν να παρέμενε ακόμη
καλυμμένος από τα τελευταία ίχνη μιας αμμοθύελλας που είχε περάσει από το νησί. Η σκόνη της ερήμου, μεταφερόμενη από τους ανέμους, αιωρούνταν ακόμη στην ατμόσφαιρα, μα οι τελευταίες της ουρές άρχιζαν να διαλύονται προς τη δύση. Ο αέρας γινόταν σταδιακά πιο καθαρός. Ο ουρανός, ώρα με την ώρα, ξεθώριαζε διαφορετικά, καθώς η σκόνη υποχωρούσε και ταξίδευε μακριά, προς έναν άλλο τόπο. Η διαφάνεια του ορίζοντα επέστρεφε αργά. Και τότε ο ήλιος, απαλλαγμένος από το πέπλο της σκόνης, ξαναφάνηκε κυρίαρχος. Έκαιγε πάνω από τους γυμνούς λόφους, πάνω από την πέτρα και τη θάλασσα, φωτίζοντας έναν κόσμο που έμοιαζε να ανανεώνεται μαζί με τις σκέψεις του.
Μακριοί μαντρότοιχοι συνόδευαν τους ανηφορικούς δρόμους, φτιαγμένοι από πέτρα που είχε μαυρίσει με τα χρόνια κάτω από τον ήλιο και τους ανέμους. Οι σκούροι ηφαιστειογενείς βράχοι, σιωπηλοί μάρτυρες μιας αρχαίας γεωλογικής ιστορίας, έδιναν σταδιακά τη θέση τους σε μικρές νησίδες πράσινου, περιορισμένες αλλά πολύτιμες μέσα σε αυτό το άνυδρο τοπίο.
Οι θαλασσινές εικόνες εναλλάσσονταν με τους φτωχούς, γραφικούς οικισμούς που ήταν απλωμένοι στις πλαγιές. Σπίτια λιτά, χτισμένα με τα απαραίτητα, μαρτυρούσαν έναν τρόπο ζωής προσαρμοσμένο στις δυσκολίες της γης και της έλλειψης νερού. Ανάμεσα σε αυτή την εικόνα της φθοράς και της εγκατάλειψης, μερικά νεότερα σπίτια έκαναν δειλά την εμφάνισή τους, σαν σημάδια μιας αργής αλλαγής που προσπαθούσε να διεκδικήσει χώρο μέσα στο παλιό τοπίο. Ροδιές, χαρουπιές, συστάδες από φραγκοσυκιές και ψηλές φοινικιές πρόσθεταν μικρές πινελιές ζωής και χρώματος. Η φύση, ακόμη και εδώ, σε έναν τόπο σκληρό και φειδωλό, έβρισκε τρόπους να επιμένει.
Όπου υπήρχε λίγη πρασινάδα, λίγα αγριοκάτσικα έβοσκαν ελεύθερα, σκαρφαλώνοντας στις φαρδιές, φαγωμένες από τον χρόνο πεζούλες. Κινούνταν με την άνεση πλασμάτων που είχαν μάθει να επιβιώνουν εκεί όπου ο άνθρωπος θα έπρεπε να παλέψει για κάθε μικρή κατάκτηση. Το τοπίο δεν ήταν πλούσιο με την έννοια της αφθονίας. Ήταν όμως πλούσιο σε αντοχή. Και ίσως γι’ αυτό ο νεαρός ναυτικός ένιωθε μια παράξενη οικειότητα μαζί του· γιατί, όπως και ο ίδιος, έτσι κι αυτός ο τόπος είχε μάθει να στέκεται όρθιος απέναντι στις δυσκολίες.
Μπροστά του, στο ύψωμα, εμφανίστηκε ένα μικρό πανδοχείο που εξυπηρετούσε κυρίως τους επισκέπτες του νησιού, αλλά και τα πληρώματα των πλοίων που έριχναν άγκυρα στο αγκυροβόλιο για ανεφοδιασμό καυσίμων και προμήθεια φρέσκων τροφίμων.
Ήταν ένας τόπος προσωρινής στάσης για ανθρώπους που, όπως κι εκείνος, βρίσκονταν συνεχώς σε κίνηση. Ναυτικοί από διαφορετικές χώρες, με διαφορετικές γλώσσες και ιστορίες, περνούσαν από εκεί για λίγες ώρες ή ημέρες, πριν ξαναχαθούν στον μεγάλο δρόμο της θάλασσας.
Στάθηκε στο πλάτωμα και άφησε το βλέμμα του να κατέβει προς το αγκυροβόλιο, στην υπήνεμη πλευρά του νησιού, εκεί όπου ο προστατευμένος κόλπος άνοιγε προς τα νοτιοδυτικά και φιλοξενούσε τα πλοία που περίμεναν τη σειρά τους για ανεφοδιασμό. Η ατμόσφαιρα παρέμενε ελαφρά θολή. Η σκόνη που είχε αφήσει η αμμοθύελλα δεν είχε απομακρυνθεί εντελώς και ο μυχός του όρμου διακρινόταν αχνά από την απόσταση. Οι γραμμές των πλοίων χάνονταν μέσα στο γκριζογάλαζο πέπλο της ημέρας, σαν εικόνες μισοσβησμένες από μια παλιά φωτογραφία.
Οι γλάροι συνέχιζαν το αθόρυβο, κυκλικό τους πέταγμα πάνω από τα μικρά ψαροκάικα του κόλπου. Κινούνταν με μια αργή, σχεδόν τελετουργική αρμονία, ενώ κάτω από αυτά η θάλασσα παρέμενε ήρεμη, σαν να κρατούσε μέσα της όλες τις ιστορίες των ανθρώπων που πέρασαν από τα νερά της.
Βέβαια, δεν είχε ανέβει ως εκεί για να θαυμάσει τη θέα ούτε για να αναζητήσει κάποια ιδιαίτερη εμπειρία. Ήθελε απλώς να αφήσει να περάσουν μερικές ώρες ανεμελιάς, μακριά από τη ρουτίνα του πλοίου και τον αδιάκοπο ρυθμό της δουλειάς.
Καθώς, λοιπόν, βυθιζόταν στις αξεδιάλυτες σκέψεις του — όχι από κάποια συγκεκριμένη έγνοια, αλλά από εκείνη την ήρεμη αφηρημάδα που συχνά καταλαμβάνει τον άνθρωπο όταν βρίσκεται μόνος — δεν αντιλήφθηκε παρά την τελευταία στιγμή ότι κάποιος τον παρατηρούσε.
Δύο μάτια είχαν στραφεί προς το μέρος του από την άκρη του δρόμου, εκεί στον εξωτερικό χώρο του πανδοχείου, ανάμεσα στα λιγοστά δέντρα που προσπαθούσαν να επιβιώσουν μέσα στο ξηρό τοπίο.
Ανασήκωσε αργά το βλέμμα του.
Και τότε την είδε.
Στεκόταν αρκετά μέτρα μακριά του, ήσυχη, σχεδόν ακίνητη, σαν να αποτελούσε μέρος της εικόνας γύρω της. Δεν μπορούσε ακόμη να γνωρίζει τίποτε γι’ αυτήν· ούτε ποια ήταν, ούτε από πού ερχόταν, ούτε γιατί το βλέμμα της είχε σταθεί πάνω του. Υπήρχε μόνο εκείνη η παράξενη στιγμή της πρώτης 
αναγνώρισης, όταν δύο άγνωστοι άνθρωποι συναντώνται πριν ακόμη ανταλλάξουν λέξη.
Για λίγες στιγμές, όλα γύρω του έμοιαζαν να απομακρύνονται. Ο θόρυβος του δρόμου, η θάλασσα, το πανδοχείο, ακόμη και η σκέψη του ταξιδιού του, πέρασαν σε δεύτερο πλάνο.
Μια αδιόρατη ομίχλη, γεννημένη όχι από τον ατλαντικό αέρα αλλά από την ξαφνική εντύπωση που του προκάλεσε η παρουσία της, στάθηκε μπροστά στα μάτια του.
Εκτός από εκείνον και το κορίτσι, ελάχιστοι άνθρωποι βρίσκονταν εκεί γύρω. Και μέσα σε εκείνη τη μικρή, σχεδόν απομονωμένη γωνιά του νησιού, ανάμεσα στη θάλασσα και στους γυμνούς λόφους, άρχισε μια συνάντηση που κανείς από τους δύο δεν είχε προγραμματίσει.
Μυστήριο.
Γιατί τόση ερημιά;
Συνήθως, όπως τον είχαν πληροφορήσει, αυτές τις ώρες το πανδοχείο είχε αρκετή κίνηση. Ναυτικοί από τα αγκυροβολημένα πλοία, άνθρωποι του νησιού και περαστικοί γέμιζαν τον εξωτερικό χώρο, δίνοντας ζωή στο μικρό αυτό σημείο του λόφου. Σήμερα, όμως, επικρατούσε μια παράξενη ησυχία.
Ίσως ήταν η ώρα. Ίσως η ζέστη. Ίσως απλώς μια από εκείνες τις τυχαίες στιγμές που η ζωή δημιουργεί χωρίς προειδοποίηση.
Την παρατηρούσε με ενδιαφέρον, προσπαθώντας να καταλάβει ποια ήταν. Υπήρχε κάτι στον τρόπο που στεκόταν, στην ηρεμία του βλέμματός της, που του είχε τραβήξει την προσοχή. Κι όμως, όσο πλησίαζε προς το πανδοχείο, προσπάθησε να κρύψει την περιέργειά του. Έκανε πως δεν την είχε προσέξει.
Προχώρησε αδιάφορα, με εκείνη τη μικρή προσποίηση που χρησιμοποιούν οι άνθρωποι όταν δεν 
θέλουν να αποκαλύψουν ότι κάτι τους έχει ήδη αγγίξει.
Ήταν όμορφη.
Όχι μόνο με την ομορφιά που τραβά αμέσως τα βλέμματα, αλλά με εκείνη τη σπάνια παρουσία που κάνει τον άνθρωπο να σταματά για λίγο και να παρατηρεί.
Ήταν ψηλή, με μια φυσική κομψότητα στις κινήσεις της. Τα μάτια της, βαθιά βιολετί, είχαν μια παράξενη ένταση που τον έκανε να θέλει να τα κοιτάξει ξανά. Η σταρένια επιδερμίδα της ταίριαζε με το φως του νησιού, ενώ τα κυματιστά μαλλιά της, πλούσια και ελεύθερα, ανέμιζαν απαλά στον θαλασσινό αέρα και έπεφταν στους ώμους της.
Μέσα σε εκείνο το άνυδρο τοπίο, ανάμεσα στην πέτρα, τον άνεμο και την αλμύρα του ωκεανού, η παρουσία της έμοιαζε σχεδόν απρόσμενη.
Σαν κάτι που είχε εμφανιστεί εκεί όχι για να αλλάξει το τοπίο, αλλά για να αλλάξει τη δική του σκέψη.
Βράδυνε το βήμα του και πλησίασε αργά, προσπαθώντας να κρατήσει την έκφρασή του ανέκφραστη. Όταν βρέθηκε πιο κοντά, άφησε για μια στιγμή το βλέμμα του να σταθεί στην κατατομή της.
Ήταν από εκείνες τις παρουσίες που δύσκολα περιγράφονται με απλές λέξεις. Το σώμα της είχε μια αρμονία που δεν φαινόταν αποτέλεσμα προσπάθειας, αλλά φυσικής ισορροπίας. Οι καμπύλες της έμοιαζαν σαν να είχαν σχεδιαστεί με ακρίβεια από έναν αόρατο τεχνίτη, με εκείνη τη χαρούμενη μαστοριά που μόνο η φύση γνωρίζει. Η σιλουέτα της ήταν λεπτή και ταυτόχρονα γεμάτη ζωντάνια. Στεκόταν όρθια, με μια φυσική αυτοπεποίθηση, ενώ τα μακριά της πόδια τόνιζαν ακόμη περισσότερο τη χάρη της κίνησης της. Το κοντό, λινό, αμάνικο φόρεμα που φορούσε ταίριαζε με την απλότητα του νησιωτικού τοπίου, ενώ τα αθλητικά παπούτσια της έδιναν μια ανεπιτήδευτη, σχεδόν παιχνιδιάρικη νότα.
Του πέρασε από το μυαλό μια παράξενη σκέψη: πως αν το έδαφος δεν έβαζε τα δικά του όρια, εκείνα τα πόδια θα μπορούσαν να συνεχίζουν τον δρόμο τους για πάντα, σαν να ανήκαν περισσότερο στην κίνηση παρά στη στάση.
Και ίσως αυτό ήταν που τον εντυπωσίασε περισσότερο. Δεν ήταν μόνο η ομορφιά της. Ήταν η αίσθηση ελευθερίας που εξέπεμπε, σαν άνθρωπος που δεν στεκόταν απλώς σε έναν τόπο, αλλά ανήκε σε έναν ολόκληρο ορίζοντα. Ήταν άραγε η χλομάδα της που την έκανε τόσο ξεχωριστή; Ίσως. Ίσως ήταν εκείνη η λεπτή ευαισθησία που διέκρινε στη μορφή της, κάτι εύθραυστο και ταυτόχρονα δυνατό, που πάντα τον γοήτευε στους ανθρώπους. Είχε πάντοτε μια αδυναμία σε ό,τι φαινόταν ευάλωτο, σε εκείνες τις παρουσίες που δεν επιβάλλονταν, αλλά κέρδιζαν την προσοχή μέσα από μια ήσυχη δύναμη. Η ομορφιά της είχε μια ιδιαίτερη πολυμορφία, αποτέλεσμα της συνάντησης διαφορετικών πολιτισμών και καταβολών, όπως συμβαίνει σε τόπους όπου οι δρόμοι των ανθρώπων διασταυρώνονται εδώ και αιώνες. Όταν πλησίασε σε απόσταση τεσσάρων-πέντε μέτρων, εκείνη χαμογελούσε.
Ένα φωτεινό, αυθόρμητο χαμόγελο που έκανε το βλέμμα της ακόμη πιο ζωντανό. Εκείνος όμως, πιστός στην παλιά του συνήθεια, δεν σκέφτηκε ούτε για μια στιγμή ότι μπορεί να απευθυνόταν σε εκείνον.
Ήταν βέβαιος πως πίσω του βρισκόταν κάποιος άλλος. Κάποιος που είχε τραβήξει την προσοχή της, κάποιος πιο άξιος αυτού του χαμόγελου από τον ίδιο.
«Ποιος είναι, τέλος πάντων, αυτός ο τυχερός που δέχεται ένα τέτοιο χαμόγελο;» σκέφτηκε.
Σταμάτησε σχεδόν ασυναίσθητα και γύρισε το κεφάλι του πίσω. Δεν υπήρχε κανείς.
Ο δρόμος πίσω του ήταν άδειος. Και τότε, για μια στιγμή, ένιωσε μια μικρή έκπληξη. Ίσως γιατί η πιθανότητα ότι εκείνο το βλέμμα και εκείνο το χαμόγελο προορίζονταν για τον ίδιο ήταν κάτι που δεν είχε επιτρέψει ποτέ στον εαυτό του να φανταστεί.
Στο σημείο εκείνες τι στιγμές στο χωματόδρομο δεν υπήρχε κανείς άλλος. Μόνο εκείνος και η άγνωστη κοπέλα.
Όταν γύρισε ξανά προς το μέρος της, βρέθηκε αντιμέτωπος με τα πιο έντονα σκούρα βιολετί μάτια που είχε αντικρίσει ποτέ στη ζωή του. Ήταν τόσο κοντά πλέον, ώστε μπορούσε να διακρίνει κάθε λεπτομέρεια στο βλέμμα της — μια παράξενη ανάμειξη ανυπομονησίας και ελαφριάς ανησυχίας, σαν να περίμενε κάτι από εκείνον. Την υπολόγισε κάπου στην αρχή της τρίτης δεκαετίας της 
ζωής της. Νεαρή, με μια ομορφιά που δεν μπορούσε εύκολα να κατατάξει σε γνώριμα πρότυπα.
Μια κρεολή μορφή, ξεχωριστή, όμορφη, σαν ανθισμένη ορχιδέα μέσα σε μια προστατευμένη σέρα.
Του ήταν δύσκολο να μαντέψει την καταγωγή της. Στο πρόσωπό της συναντούσε διαφορετικές αναφορές, σαν ίχνη από μακρινά ταξίδια ανθρώπων και πολιτισμών. Υπήρχαν γραμμές που του θύμιζαν τη Μεσόγειο, άλλες που έφερναν στο νου βορειότερες καταβολές, και κάποιες άλλες που παρέπεμπαν στην Αφρική και στις ερήμους του νότου. Όλη η παρουσία της είχε μια απαλή, σχεδόν καραμελένια απόχρωση. Ένα χρώμα ζεστό και φωτεινό, σαν γυάλινο βάζο με μέλι που έχει μείνει για ώρα κάτω από τον ήλιο.
Και τότε, παράξενα, η εικόνα αυτή δεν τον οδήγησε σε κάποιο μακρινό τόπο.
Του έφερε στον νου τον Ευρώτα.
Τους ήσυχους ανοιξιάτικους απογευματινούς καιρούς στην ιδιαίτερη πατρίδα του, όταν το φως του ήλιου έπεφτε πάνω στο νερό και δημιουργούσε μικρές χρυσαφένιες αντανακλάσεις που έμοιαζαν να τρεμοπαίζουν σαν ζωντανές. Για μια στιγμή, το νησί του Ατλαντικού και η κοιλάδα του Ευρώτα ενώθηκαν μέσα στο βλέμμα του.Τον μάγεψαν οι χρυσαφιές ανταύγειες στις ίριδες των ματιών της, η ζεστασιά του χαμόγελου της, η αρμονία της παρουσίας της. Υπήρχε κάτι πάνω της που δεν μπορούσε να εξηγήσει με τη λογική. Ήταν σαν μια αίσθηση που έφτανε πριν από τη σκέψη.
Όλα αυτά τον παρέσυραν.
Για μια στιγμή ένιωσε σαν να είχε σταματήσει ο χρόνος γύρω του. Σαν μια δύναμη αόρατη να είχε έρθει κοντά του και να του ψιθύριζε πως η ζωή δεν ήταν μόνο βάρδιες, μηχανές, ατσάλι και μοναξιά.
Κι εκείνος, χαμένος μέσα σε έναν κόσμο που είχε δημιουργηθεί ξαφνικά γύρω του, άκουγε την καρδιά του να χτυπά δυνατά, σαν ταμπούρλο σε μια γιορτή που είχε ξεχάσει πως μπορούσε ακόμη να ζήσει.
Ένιωθε σαν το διψασμένο χώμα που περιμένει τη βροχή ύστερα από μια μεγάλη περίοδο ξηρασίας. Όχι από ανάγκη απελπισίας, αλλά από μια βαθιά επιθυμία αναγέννησης.
«Δεν είναι φαντασίωση», σκέφτηκε.
Ήταν εκεί μπροστά του. Μια πραγματική παρουσία, μια στιγμή που δεν είχε σχεδιάσει, αλλά που ίσως περίμενε χωρίς να το γνωρίζει. Δεν είχε εξαφανιστεί, ούτε είχε χαθεί μέσα στην κίνηση του πανδοχείου όπως για μια στιγμή φοβήθηκε. Κοίταξε γύρω  του και είδε μερικούς ανθρώπους να περνούν την είσοδο, να μπαίνουν στον χώρο του καταλύματος, όμως η παράξενη ησυχία της στιγμής παρέμενε.
Το πανδοχείο βρισκόταν σε μια διχάλα του δρόμου, σε ένα σημείο που αποτελούσε σχεδόν φυσικό σύνορο ανάμεσα σε δύο γειτονιές. Δίπλα του υψωνόταν μια μεγάλη διπλή αυλόθυρα, παλιά και επιβλητική, που άνοιγε προς μια ευρύχωρη αυλή. Στο εσωτερικό της υπήρχαν μερικά δωμάτια για τους περαστικούς και τους ναυτικούς που αναζητούσαν λίγη ξεκούραση πριν συνεχίσουν το ταξίδι τους. Πιο πίσω βρισκόταν το εστιατόριο με το υπαίθριο μπαρ, ένας χώρος όπου άνθρωποι από διαφορετικούς τόπους συναντιούνταν για λίγες ώρες, πριν ξαναχωρίσουν στους δρόμους της θάλασσας.
Εκείνη όμως παρέμενε έξω. Και τότε τα βλέμματά τους συναντήθηκαν ξανά. Αυτή τη φορά δεν υπήρχε 
απόσταση, ούτε αμφιβολία. Για λίγες στιγμές δεν χρειάστηκε να ειπωθεί τίποτα. Ήταν σαν να είχε δημιουργηθεί ένας  αόρατος χώρος ανάμεσά τους, ένας χώρος όπου η περιέργεια, η έλξη και η αναμονή υπήρχαν πριν ακόμη γεννηθεί η πρώτη λέξη.
Εκείνος, που είχε μάθει να ακούει τους ήχους της μηχανής για να καταλαβαίνει τι συμβαίνει μέσα στο πλοίο, προσπαθούσε τώρα να καταλάβει κάτι πολύ πιο δύσκολο: το βλέμμα ενός ανθρώπου.
Και εκείνη τη στιγμή ήξερε πως η παρουσία της δεν ήταν απλώς μια όμορφη εικόνα που πέρασε μπροστά του. Ήταν μια συνάντηση. Τώρα την κοιτούσε κι εκείνος στα μάτια.Μα είχε χάσει τα λόγια του. Όσες φράσεις κι αν προσπαθούσε να βρει, καμία δεν 
του φαινόταν αρκετή για να περιγράψει αυτό που ένιωθε εκείνη τη στιγμή. Δεν ήταν μόνο η ομορφιά της που τον είχε αιφνιδιάσει· ήταν η παρουσία της, ο τρόπος που στεκόταν απέναντί του, σαν να είχε φέρει μαζί της έναν διαφορετικό κόσμο.
Του ξεμυάλιζε τα μάτια. Κάθε δευτερόλεπτο που περνούσε έκανε ακόμη δυσκολότερο το πρώτο βήμα, την πρώτη λέξη, εκείνη τη μικρή φράση που θα άνοιγε τον δρόμο ανάμεσά τους. Για λίγα λεπτά στάθηκαν ο ένας απέναντι στον άλλο χωρίς να μιλούν. «...και έχοντες να πουν πολλά, τα λίγα δεν μπορούσι...»
Η σιωπή τους έλεγε περισσότερα από όσα θα μπορούσαν να πουν οι λέξεις. Η ηρεμία και η γοητεία της νεαρής γυναίκας τον έκαναν να αισθάνεται παράξενα άβολα. Εκείνος, που δεν δίσταζε να μπει σε ένα μηχανοστάσιο γεμάτο θόρυβο, θερμότητα και κίνδυνο, τώρα δυσκολευόταν να προφέρει μια απλή ανθρώπινη φράση. Και πριν προλάβει να συγκεντρώσει τη σκέψη του, εκείνη πήρε την πρωτοβουλία.
Έσπασε πρώτη τη σιωπή.
«Hello... welcome to our island... what can I help you with?»
Η φωνή της ήταν ήρεμη, σχεδόν 
τραγουδιστή, με εκείνη τη χαρακτηριστική πορτογαλική προφορά που μαλάκωνε τις αγγλικές λέξεις και τους έδινε μια ιδιαίτερη μουσικότητα. Για πρώτη φορά από τη στιγμή που την αντίκρισε, ο κόσμος γύρω του άρχισε ξανά να κινείται.Η φωνή της έφτασε στ’ αυτιά του σαν η πιο γλυκιά μελωδία άρπας. Είχε κάτι ζεστό και γοητευτικό, σαν μια καλοκαιρινή μέρα που τυλίγει τον άνθρωπο χωρίς να το καταλαβαίνει. Στο γλυκό φως του δειλινού έμοιαζε σχεδόν σαν οπτασία. Το βλέμμα της, μαγευτικό και καθαρό, παρέμενε καρφωμένο πάνω του, σαν να προσπαθούσε να καταλάβει ποιος ήταν αυτός ο σιωπηλός άγνωστος που στεκόταν μπροστά της.
Δεν ήξερε τι είχε διακρίνει στο πρόσωπό του και του χαμογελούσε έτσι. Ένα χαμόγελο αυθόρμητο, που άφηνε να φανούν τα όμορφα δόντια της ανάμεσα στα σαρκώδη χείλη της. Εκείνη περίμενε.
Περίμενε αρκετή ώρα μια απάντηση, όμως η παρατεταμένη σιωπή του άρχισε να γίνεται αμήχανη. Ένας μικρός αναστεναγμός ξέφυγε από εκείνη, όχι από ενόχληση, αλλά ίσως από απορία για τον παράξενο άνθρωπο που είχε απέναντί της.
Κι εκείνος ακόμη προσπαθούσε να καταλάβει τι του συνέβαινε.
«Πώς έγινε αυτό το θαύμα;» αναρωτήθηκε.
Δεν ήταν ότι δεν είχε γνωρίσει γυναίκες στη ζωή του. Δεν ήταν ένας άνθρωπος άπειρος ή απομονωμένος από τις ανθρώπινες σχέσεις. Αντίθετα, τα πήγαινε καλά μαζί τους. Είχε εκείνες τις αδιόρατες αρετές που κάνουν έναν άνδρα προσιτό και αγαπητό: ήξερε να ακούει, να δείχνει τρυφερότητα, να σέβεται και να αγαπά. Είχε υπάρξει και σε σχέση που κράτησε σχεδόν δύο χρόνια. Η κοπέλα εκείνη ήταν ένας καλός σύντροφος, ένας άνθρωπος που στάθηκε δίπλα του. Όμως ανάμεσα τους υπήρχε μια ουσιαστική διαφορά που με τον χρόνο έγινε όλο και πιο εμφανής. 
Οι στόχοι του.
Ο δρόμος που ήθελε να ακολουθήσει, η ανάγκη του να ανοίξει τα φτερά του προς τη θάλασσα και να δοκιμάσει τον εαυτό του, ήταν κάτι που δύσκολα μπορούσε να συμβαδίσει με τη ζωή που εκείνη φανταζόταν.
Δεν χώρισαν από έλλειψη εκτίμησης.
Χώρισαν γιατί κάποτε δύο άνθρωποι μπορούν να αγαπούν ο ένας τον άλλον και παρ’ όλα αυτά να κοιτούν προς διαφορετικούς ορίζοντες.
Τώρα ήταν ελεύθερος.
Και ίσως γι’ αυτό, για πρώτη φορά μετά από καιρό, μπορούσε να αφήσει μια νέα στιγμή να τον
αγγίξει χωρίς φόβο. Σήμερα, όμως, μια παράξενη αδεξιότητα δεν τον άφηνε να συγχρονιστεί με τη στιγμή. Ήταν σαν αποτέλεσμα εκείνου του ισχυρού συναισθήματος που γεννιέται κάποιες φορές, όταν δύο άνθρωποι συναντιούνται και, πριν ακόμη γνωριστούν,  δημιουργείται μια ανεξήγητη έλξη, ένας ακαριαίος δεσμός από την πρώτη ματιά. Προσπάθησε να θυμηθεί πότε ήταν η τελευταία φορά που ένα τόσο χαριτωμένο πλάσμα είχε δείξει τέτοιο ενδιαφέρον για εκείνον. Μια τόσο γοητευτική παρουσία, με εκείνη τη ζεστή φωνή και το βλέμμα που έμοιαζε να κρύβει περισσότερα απ’ όσα φανέρωνε.
Της απάντησε στον χαιρετισμό με κάποια δυσκολία. Έψαχνε τις σωστές λέξεις και, όπως συμβαίνει σε τέτοιες στιγμές, οι λέξεις γίνονται παράξενες. Άλλοτε έρχονται εύκολα και άλλοτε, ακριβώς όταν τις χρειάζεσαι περισσότερο, αρνούνται να υπακούσουν.
Μπορεί να είχε ζήσει πέντε καλοκαιρινές σεζόν στα κοσμοπολίτικα Καμένα Βούρλα. Εκεί, ως έφηβος, είχε γνωρίσει τη ζωή, είχε μεγαλώσει, είχε έρθει σε επαφή με τον κόσμο των σχέσεων και των ανθρώπινων επιθυμιών. Δεν ήταν ένας νέος που αγνοούσε τις γυναίκες ή την ανθρώπινη φύση.
Κι όμως, τώρα, απέναντι σε αυτή τη νεαρή γυναίκα, ένιωθε ξανά σαν να βρισκόταν στην αρχή. Γιατί δεν ήταν μόνο η εξωτερική της ομορφιά που τον είχε ταράξει. Ήταν κάτι βαθύτερο. Ήταν η ένταση που ένιωθε πίσω από το βλέμμα της, μια αδιόρατη δύναμη που συνδύαζε θηλυκότητα, αυτοπεποίθηση και μυστήριο.Και αυτό ήταν που τον αποσυντόνιζε περισσότερο. Ότι για πρώτη φορά μετά από καιρό δεν 
ένιωθε πως απλώς γνώριζε μια όμορφη γυναίκα. Ένιωθε πως βρισκόταν μπροστά σε μια στιγμή που μπορούσε να αλλάξει κάτι μέσα του.
«Όμως, διάβολε, γιατί δεν μπορώ να αντιδράσω σαν ενήλικας; Γιατί αφήνω τον εαυτό μου να ταράζεται έτσι;» αναρωτήθηκε.
Και, αν το σκεφτόταν ψύχραιμα, η απάντηση ήταν απλή. Το κορίτσι που στεκόταν απέναντί του ήταν μια γυναίκα που του άρεσε, μια γνωριμία που ίσως θα κρατούσε όσο το πλοίο παρέμενε στο νησί. Μια όμορφη συνάντηση σε έναν ενδιάμεσο σταθμό του ταξιδιού του, τίποτε περισσότερο — ή τουλάχιστον έτσι προσπαθούσε να πείσει τον εαυτό του.
Της χαμογέλασε. Ένα χαμόγελο αληθινό, αλλά κάπως αμήχανο. Για κάποιον ανεξήγητο λόγο, οι κατάλληλες λέξεις δεν  έρχονταν. Έμεναν κάπου μέσα του, σαν να περίμεναν μια στιγμή που δεν αποφάσιζαν να φτάσουν. Εκείνη δεν βιάστηκε να μιλήσει. Τον κοίταζε προσεκτικά στο πρόσωπο, σαν να προσπαθούσε να διαβάσει κάτι που δεν είχε ειπωθεί. Δεν ήταν ένα απλό βλέμμα περιέργειας· έμοιαζε σαν να αναζητούσε μια κρυφή ένδειξη, ένα σημάδι που θα της αποκάλυπτε ποιος ήταν πραγματικά ο άνθρωπος που στεκόταν μπροστά της.Κι εκείνος, για πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό, ένιωσε πως κάποιος δεν κοιτούσε απλώς την εικόνα του. Προσπαθούσε να δει μέσα του.
Είσαι απ’ το καράβι που έφτασε σήμερα;»
Άκουσε ξανά τη φωνή της.
Και πάλι εκείνη η φωνή, απαλή και ζεστή σαν μέλι, πέρασε μέσα του και του μαλάκωσε τις αισθήσεις. Ήταν παράξενο πώς μια απλή ερώτηση μπορούσε να έχει τέτοια επίδραση πάνω του.
«Ναι. Ήρθαμε στο αγκυροβόλιο για καύσιμα. Εσύ είσαι από εδώ;» απάντησε. Ήταν μια συνηθισμένη
απάντηση. Μια απάντηση απλή, σχεδόν νερόβραστη, όπως θα έδινε σε οποιονδήποτε άλλο άνθρωπο. Προσπάθησε να κρυφτεί πίσω από την καθημερινότητα των λέξεων, να συμπεριφερθεί φυσιολογικά.
Η κοπέλα χαμογέλασε.
«Όντως! Κύριε...» Σταμάτησε για μια στιγμή, αφήνοντας τη φράση μετέωρη. Περίμενε από εκείνον να συστηθεί.
Και τότε συνέβη κάτι παράξενο. Για έναν άνθρωπο που είχε αντιμετωπίσει την πρώτη του βάρδια σε ένα ατμοκίνητο μηχανοστάσιο, που είχε σταθεί απέναντι στη μοναξιά της θάλασσας, αυτή η απλή στιγμή φάνηκε σχεδόν δυσκολότερη.
Μάζεψε τη σκέψη του, το βλέμμα του, την ψυχραιμία του.
«Αλκιβιάδης... αλλά οι φίλοι μου με φωνάζουν Άλκη.»
«Διδώ... Χάρηκα πολύ, κύριε Άλκη.» Το είπε και γέλασε.
Ένα γέλιο καθαρό, γάργαρο, που έμοιαζε να ταιριάζει με τον ανοιχτό αέρα του νησιού. Ύστερα άπλωσε το χέρι της για χειραψία.
Ήταν μια απλή κίνηση. Και όμως, για εκείνον, ήταν σαν να έλειπε αυτή η  τελευταία μικρή λεπτομέρεια από μια ήδη φορτισμένη στιγμή. Σαν μια σταγόνα που έπεσε σε ένα ποτήρι γεμάτο μέχρι το χείλος. Ξεροκατάπιε.
Άπλωσε το χέρι του και άγγιξε το δικό της.
Και τότε ένιωσε την καρδιά του να ανεβάζει ρυθμό.
Όχι από φόβο. Από εκείνη την παράξενη ταραχή που γεννιέται όταν ο άνθρωπος συναντά κάτι απρόσμενο και, για μια στιγμή, ξεχνά όλες τις άμυνες που είχε χτίσει γύρω του.
«Πολύ σκεφτικό σας βλέπω. Έτσι σκεφτικός είστε πάντα;»
Ο Άλκης χαμογέλασε λίγο αμήχανα. «Όχι ιδιαίτερα. Απλώς μου ήρθαν κάποιες σκέψεις τώρα που συστηθήκαμε.»
«Αν μου επιτρέπεις... τι αφορούν αυτές οι σκέψεις;»
Για μια στιγμή δίστασε. Ύστερα απάντησε:
«Το όνομά σου.» Σταμάτησε λίγο, σαν να ζύγιζε τα λόγια του.
«Οι αρχαίοι Ρωμαίοι έλεγαν πως τα ονόματα είναι οιωνοί. Πως κάτι μπορεί να κρύβεται μέσα τους. Διδώ λοιπόν...»
Εκείνη τον κοίταξε με ενδιαφέρον. «Υπάρχει μια πολύ παλιά ιστορία που αγαπούσε ο παππούς μου», είπε. «Δεν τον γνώρισα ποτέ, αλλά από όσα μου έχουν πει, ήταν άνθρωπος που αγαπούσε τις ιστορίες και τις παραδόσεις. Θυμάμαι μόνο ότι το όνομα αυτό είχε κάποια σημασία για εκείνον. Την ιστορία όμως δεν την έμαθα ποτέ.»
Έμεινε για λίγο σιωπηλή. Σαν να αναζητούσε μέσα στη μνήμη της κάτι που δεν είχε προλάβει να γνωρίσει.
Ο Άλκης την κοίταξε με μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Δεν ήταν μόνο το όνομα που του είχε κινήσει την περιέργεια τώρα. Ήταν η αίσθηση πως πίσω από αυτό το όμορφο πρόσωπο υπήρχε μια ιστορία που δεν είχε ακόμη ειπωθεί.
«Η Διδώ ήταν μια όμορφη πριγκίπισσα της αρχαιότητας», άρχισε να λέει ο Άλκης, με τη φωνή του να γίνεται πιο ήρεμη. «Ερωτεύτηκε παράφορα τον Τρώα ήρωα Αινεία, όταν εκείνος βρέθηκε στις ακτές της Καρχηδόνας ύστερα από το ναυάγιο και την περιπλάνησή του, πριν συνεχίσει το ταξίδι του προς την Ιταλία. Όμως ο Αινείας είχε μια αποστολή. Οι θεοί, σύμφωνα με τον μύθο, του είχαν ορίσει έναν δρόμο που έπρεπε να ακολουθήσει. Έτσι την εγκατέλειψε για να συνεχίσει την πορεία του και να γίνει ο γενάρχης του ρωμαϊκού έθνους. Η Διδώ, συντριμμένη από την προδοσία του έρωτά της, έδωσε τέλος στη ζωή της. Και πριν πεθάνει, σύμφωνα με την παράδοση, καταράστηκε τον Αινεία και τους απογόνους του.  Από αυτή την κατάρα γεννήθηκε ο μυθολογικός λόγος της αιώνιας έχθρας ανάμεσα στην Καρχηδόνα και τη Ρώμη.»
Σταμάτησε για λίγο και την κοίταξε. «Αναρωτιέμαι λοιπόν... όταν ο νονός σου σου έδωσε αυτό το όνομα, είχε φανταστεί άραγε ότι σου έδινε απλώς ένα όνομα ή μήπως, χωρίς να το ξέρει, σου έδινε έναν χρησμό; Ένα πεπρωμένο;»
Η Διδώ τον κοίταξε σιωπηλή.
Δεν ήξερε αν την είχε γοητεύσει περισσότερο η ιστορία ή ο τρόπος που εκείνος την αφηγούνταν. Γιατί δεν μιλούσε σαν κάποιος που απλώς θυμόταν έναν μύθο. Μιλούσε σαν κάποιος που έψαχνε μέσα στον μύθο κάτι που αφορούσε τους ίδιους.
Συναρπαστικά ρομαντική η ιστορία σας!» είπε η Διδώ χαμογελώντας. «Είτε πρόκειται για παραμύθι είτε για πραγματική ζωή, η ιστορία μιας ερωτευμένης πριγκίπισσας έχει πάντα κάτι που μαγεύει τον άνθρωπο. Ίσως γιατί όλοι μέσα μας αναζητούμε μια ιστορία που να ξεπερνά τα συνηθισμένα.»
Σταμάτησε για λίγο και κοίταξε προς την αυλή του πανδοχείου. «Έχετε χρόνο; Θέλετε να καθίσουμε εδώ στην αλέα, να πιούμε κάτι δροσιστικό και να μου διηγηθείτε την ιστορία της;»
Η πρόσκλησή της τον αιφνιδίασε ευχάριστα. Δεν ήταν μόνο η αποδοχή της. Ήταν ο τρόπος που το είπε. Σαν να μην ζητούσε απλώς να ακούσει έναν παλιό μύθο, αλλά να γνωρίσει λίγο περισσότερο τον άνθρωπο που τον αφηγούνταν.
«Ναι, ευχαρίστως», απάντησε. «Έχω χρόνο και με μεγάλη μου χαρά δέχομαι την πρόσκλησή σου.»
Χαμογέλασε.«Η ιστορία της Διδώς είναι ένα από τα πιο κλασικά παραδείγματα τραγικού έρωτα. Ένας μύθος που ενέπνευσε τη λογοτεχνία, τη μουσική και τις τέχνες για αιώνες. Ίσως γιατί μιλά για κάτι που οι άνθρωποι γνωρίζουν καλά: για την αγάπη, την απώλεια και τη σύγκρουση ανάμεσα στην καρδιά και στο πεπρωμένο.»
Προχώρησαν προς την αλέα του πανδοχείου. Κάτω από τη σκιά των δέντρων, με τον ήχο της θάλασσας να φτάνει από μακριά, ο Άλκης ετοιμάστηκε να της διηγηθεί την ιστορία μιας γυναίκας που έφερε το ίδιο όνομα με εκείνη. Μια ιστορία για έναν ταξιδιώτη, μια γυναίκα που αγάπησε και έναν δρόμο που ίσως κανείς δεν μπορεί να αποφύγει. Κάθισαν σε μια γωνιά της εξωτερικής αλέας του πανδοχείου, σε ένα τραπέζι κάτω από μια συστάδα τροπικών δέντρων που άπλωναν τη σκιά τους πάνω από τον χώρο.
Η Διδώ δίπλωσε προσεκτικά την ελαφριά ζακέτα της και την ακούμπησε στην άδεια καρέκλα δίπλα της. Η κίνησή της ήταν απλή, σχεδόν αδιάφορη, όμως έκρυβε μια παράξενη αυτοπεποίθηση. Έδειχνε 
σαν να μην την απασχολούσε καθόλου η παρουσία των άλλων γύρω τους, σαν ο κόσμος του πανδοχείου να είχε απομακρυνθεί για λίγο. Η αδιαφορία της δεν έμοιαζε επιτηδευμένη. Ήταν φυσική.
Σαν να γνώριζε ότι τον είχε αιφνιδιάσει και, αντί να προσπαθεί να το κρύψει, απολάμβανε αυτή τη μικρή αμηχανία του. Του χαμογελούσε αφοπλιστικά, σαν να περίμενε με υπομονή τις ερωτήσεις και τα σχόλιά του. Ανάμεσά τους υπήρχε το ψυχρό μάρμαρο του τραπεζιού.Ένα μικρό, ασήμαντο εμπόδιο, που όμως εκείνη τη στιγμή έμοιαζε να χωρίζει δύο ανθρώπους που μόλις είχαν συναντηθεί και προσπαθούσαν να βρουν τον πρώτο κοινό τους βηματισμό.
Ο Άλκης παρήγγειλε ένα μικρό ποτήρι ξανθιάς μπίρας. Η Διδώ προτίμησε έναν χυμό σταφυλιού.Η καρδιά του εξακολουθούσε να χτυπά γρήγορα, όμως ο πρώτος πανικός είχε περάσει. Εκείνη η στιγμιαία ανάγκη να φύγει, να κρυφτεί πίσω από τη σιωπή του, είχε υποχωρήσει. Ήταν ακόμη ταραγμένος, αλλά τώρα μπορούσε να μείνει.
Έπλεξε τα δάχτυλά του και άρχισε να τα στριφογυρίζει νευρικά πάνω στο τραπέζι. Έψαχνε την κατάλληλη στιγμή, την κατάλληλη λέξη. Ήθελε να πει κάτι. Να ανοίξει την πρώτη πραγματική κουβέντα τους.
«Να μιλάμε καλύτερα στον ενικό;» της είπε.
Η Διδώ συμφώνησε με ένα μικρό κούνημα του κεφαλιού της και ένα χαμόγελο που έδειχνε πως η απόσταση ανάμεσά τους είχε ήδη αρχίσει να μικραίνει.
«Έχεις εκπληκτικά όμορφα μάτια. Μεγάλα και εκφραστικά...» Το είπε απλά, χωρίς υπερβολή, σαν να εξέφραζε μια σκέψη που του είχε έρθει αυθόρμητα.
Η Διδώ σήκωσε τα φρύδια της σε μια παιχνιδιάρικη, σχεδόν κωμική έκφραση. Χαμογέλασε αυτάρεσκα, σαν να απολάμβανε το κομπλιμέντο, τέντωσε αδιάφορα το καλοφτιαγμένο κορμί της και τον κοίταξε με μια τρυφερή, πειρακτική ματιά. Ύστερα σούφρωσε παιχνιδιάρικα τη μύτη της και γέλασε. Ένα γέλιο καθαρό, μελωδικό, που γέμισε τον χώρο ανάμεσά τους.
Για τον Άλκη εκείνος ο ήχος είχε κάτι σχεδόν μαγικό. Είχε περάσει πολύς καιρός από την τελευταία φορά που ένα τόσο απλό πράγμα —ένα χαμόγελο, ένα γέλιο, μια ανθρώπινη παρουσία— είχε καταφέρει να τον αγγίξει τόσο βαθιά.
Ένιωσε ένα κύμα ικανοποίησης να τον πλημμυρίζει. Η καρδιά του χτύπησε πιο δυνατά. Και για πρώτη φορά μετά από καιρό, δεν ένιωθε απλώς ότι περνούσε μια ευχάριστη στιγμή. Ένιωθε ότι ξυπνούσε μέσα του κάτι που είχε μείνει για καιρό σιωπηλό.
Βυθίστηκαν και πάλι για λίγο στη σιωπή. Ήταν μια παράξενη σιωπή, όχι αμήχανη, αλλά γεμάτη προσμονή. Σαν να προσπαθούσε ο ένας να παρασύρει τον άλλο σε πιο γνώριμα νερά, να ανακαλύψουν τον ρυθμό της παρουσίας τους. Κανείς δεν είχε το θάρρος να κάνει το πρώτο βήμα. Και όμως, κανείς δεν ήθελε πραγματικά να αντισταθεί στο δυνατό ρεύμα που είχε ήδη δημιουργηθεί ανάμεσά τους.
Η Διδώ πήρε το ποτήρι της, το άφησε απαλά πάνω στο τραπεζάκι και πλησίασε. Κάθισε δίπλα του, σταύρωσε τα πόδια της με φυσική κομψότητα και, σαν να ήταν το πιο απλό πράγμα στον κόσμο, άρχισε να τον ρωτά για τα πάντα.
Για το πλοίο.
Για τη ζωή του στη θάλασσα.
Για τον τόπο από όπου ερχόταν.
Για όσα είχε αφήσει πίσω του.
Οι ερωτήσεις της δεν είχαν την περιέργεια ενός περαστικού ανθρώπου. Είχαν τη διάθεση κάποιου που ήθελε πραγματικά να γνωρίσει. Ύστερα, ανάμεσα στα σοβαρά και στα αστεία, άπλωσε το χέρι της προς το μέρος του. «Δώσε μου την παλάμη σου», του είπε χαμογελώντας.
«Θα σου πω το μέλλον.»
Ο Άλκης χαμογέλασε. Ήξερε πως επρόκειτο για ένα παιχνίδι, για μία από εκείνες τις λαϊκές δοξασίες που περνούν από γενιά σε γενιά, κατάλοιπα της σχέσης των ανθρώπων με το παρελθόν τους και με τις παραδόσεις που κουβαλούν. Στην περιοχή αυτή, οι παλιές πορτογαλικές επιρροές είχαν αφήσει το δικό τους αποτύπωμα σε έθιμα, ιστορίες και τρόπους σκέψης.
Κι όμως, εκείνη τη στιγμή, κάτω από τα τροπικά δέντρα της αλέας, μέσα στο αχνό φως του δειλινού, ο Άλκης δεν ήταν βέβαιος αν ήθελε πραγματικά να ακούσει το μέλλον του.Ίσως γιατί, για πρώτη φορά μετά από καιρό, το μέλλον καθόταν ήδη απέναντί του.
Υπήρχε κάτι απροσδιόριστο στις κινήσεις της. Σαν να ξεκινούσε ένα παιχνίδι με τους δικούς της κανόνες, ένα παιχνίδι που δεν χρειαζόταν εξηγήσεις ούτε βιαστικές λέξεις. Μόνο παρουσία. Καθώς πήρε την παλάμη του στα χέρια της, ένιωσε ένα παράξενο ρίγος να τον διαπερνά. Ήταν ένα μικρό, ανεξήγητο θαύμα που γεννήθηκε από ένα τόσο απλό άγγιγμα.
Οι αισθήσεις του ξύπνησαν. Και πριν προλάβει να τις συγκρατήσει, το βλέμμα του στράφηκε πάνω της με μια δύναμη που δεν μπορούσε να ελέγξει. Σαν άγρια άλογα που, ύστερα από χρόνια περιορισμού, απελευθερώνονται ξαφνικά από τα δεσμά τους. Εκείνη τη στιγμή ένιωσε πως είχε γίνει διάφανος.
Δεν υπήρχαν πλέον άμυνες, ούτε η ψυχραιμία που είχε μάθει να κρατά στο μηχανοστάσιο, ούτε η απόσταση που συνήθιζε να διατηρεί με τους ανθρώπους. Κάθε μικρή της κίνηση έφτανε μέχρι τη σκέψη του και από εκεί περνούσε σε ολόκληρη την ύπαρξή του. Η Διδώ κρατούσε το χέρι του και τον κοιτούσε στα μάτια. Όχι σαν κάποια που απλώς παρατηρούσε την αντίδρασή του, αλλά σαν να προσπαθούσε να ανακαλύψει κάτι βαθύτερο πίσω από το βλέμμα του.
Έσφιξε απαλά τα δάχτυλά της γύρω από την παλάμη του και για λίγες στιγμές έμειναν έτσι, χωρίς να μιλούν.Ύστερα τον άφησε.
Ο Άλκης κοίταξε το χέρι του και είδε για λίγο το αχνό αποτύπωμα των δακτύλων της πάνω στο δέρμα του. Ένα μικρό σημάδι. Κι όμως, εκείνη τη στιγμή, του φάνηκε σαν κάτι πολύ περισσότερο από ένα απλό άγγιγμα. Έμεινε για λίγο ακίνητος και αμίλητος. Δεν έκανε τίποτε άλλο παρά να την κοιτάζει, χαμογελαστός, με ένα χαμόγελο απλό και καθαρό, σαν εκείνα των ανέμελων παιδιών που δεν έχουν ακόμη μάθει να κρύβουν όσα αισθάνονται.
Ήθελε να της μιλήσει. Να μοιραστεί μαζί της κάτι από όλα όσα κουβαλούσε μέσα του αυτούς τους μήνες. Τις σκέψεις του, τη μοναξιά του ταξιδιού, εκείνες τις ώρες στο μηχανοστάσιο όπου ο θόρυβος των μηχανών γινόταν η μόνη του συντροφιά. Την είχε ανάγκη αυτή τη γυναικεία παρουσία. Όχι μόνο για την ομορφιά της, όχι μόνο για τη γοητεία της στιγμής. Του είχε λείψει η απλή ανθρώπινη επαφή. Ένα βλέμμα που δεν ζητούσε τίποτα, μια φωνή που δεν έδινε εντολές, ένα χαμόγελο που δεν κρινόταν από την απόδοση ή την ικανότητά του.
Η παρουσία της δίπλα του είχε ανοίξει έναν χώρο μέσα του που είχε μείνει κλειστός για καιρό. Αφέθηκε σε ένα γλυκό, ηδονικό λίμνασμα αισθήσεων. Του αρκούσε να τη βλέπει.
Να ακούει το χαμηλόφωνο γέλιο της, εκείνο το γέλιο που σχημάτιζε δύο υπέροχα λακκάκια στα μάγουλά της και έκανε το πρόσωπό της να φωτίζεται.
Του αρκούσε;
Όχι βέβαια.
Γιατί τώρα που είχε ξαναθυμηθεί πόσο όμορφη ήταν η ανθρώπινη εγγύτητα, δεν ήθελε απλώς να την παρατηρεί. Ήθελε να την πλησιάσει.
Τότε τα λόγια του ξεχύθηκαν ξαφνικά, σαν να είχε φύγει από πάνω του ένα βάρος που τον πίεζε.
Της είπε πως είχε μια παράξενη αίσθηση. Σαν να μην μπορούσε να μιλήσει, σαν οι λέξεις να είχαν χαθεί για λίγο, ενώ την ίδια στιγμή οι σκέψεις του ήταν καθαρές, τακτοποιημένες, σχεδόν υπερβολικά ξεκάθαρες. «Ίσως πάλι να ήταν για καλό», πρόσθεσε χαμογελώντας.
«Γιατί αν κατάφερνα να σου μιλήσω τόσο γρήγορα για όλα αυτά που αισθανόμουν, μάλλον θα με περνούσες για τρελό... ή θα γελούσες μαζί μου.»
Η Διδώ τον κοίταξε με εκείνο το βλέμμα που δεν ήξερε αν έκρυβε πείραγμα ή τρυφερότητα.
Ο Άλκης χαμογέλασε.«Μου έκανες τίποτα μάγια;» Το είπε αστειευόμενος, σαν να προσπαθούσε να κρύψει πίσω από το χιούμορ την αλήθεια που τον είχε αιφνιδιάσει.
Η απάντησή της ήρθε αμέσως. «Προσπαθώ.» Η φωνή της ήταν χαδιάρικη, παιχνιδιάρικη.
Ήταν φανερό πως τον πείραζε. Και είχε κάθε λόγο να το κάνει. Ο ίδιος ένιωθε τόσο αδέξιος  εκείνη τη στιγμή, που σχεδόν φανταζόταν πως είχε γίνει γελοίος στα μάτια της.
Όμως εκείνη δεν γελούσε ειρωνικά. Γελούσε μαζί του. Και αυτή η διαφορά τον ανακούφισε.
«Έχεις ένα υπέροχο χαμόγελο», της είπε ύστερα. «Όχι μόνο όμορφο... φυσικό και λαμπερό. Από αυτά που δεν προσποιούνται τίποτα.»
Η Διδώ χαμογέλασε ξανά.
Και ο Άλκης σκέφτηκε πως ίσως τελικά κάποια μάγια να είχαν γίνει πράγματι.
Η Διδώ, δήθεν αδιάφορα, ήπιε μια γουλιά από το ποτό της με το καλαμάκι. Ύστερα άρχισε να σιγομουρμουρίζει έναν λαϊκό σκοπό, χτυπώντας απαλά με τα δάχτυλά της τον ρυθμό πάνω στην επιφάνεια του τραπεζιού. Τα μάτια της έλαμπαν.
Και ο Άλκης ένιωθε πως εκείνη η μαγευτικά αθώα ματιά της είχε έναν παράξενο τρόπο να τον αφοπλίζει. Δεν ήταν μόνο η ομορφιά της. Ήταν η άνεση με την οποία υπήρχε στον χώρο, η φυσικότητα στις κινήσεις της, σαν να μην χρειαζόταν να προσπαθήσει για να τραβήξει την προσοχή.
Μιλούσε τρυφερά. Εκείνος, με πιο αργές κινήσεις αυτή τη φορά, άπλωσε το χέρι του πάνω στην ξύλινη επιφάνεια του τραπεζιού και άγγιξε ανάλαφρα τα δάχτυλά της. Παρατήρησε τις λεπτομέρειες.
Τα μακριά, όμορφα νύχια της βαμμένα σε απαλό ροζ χρώμα. Ένα απλό δαχτυλίδι που φορούσε, στολισμένο με μια μικρή ιριδίζουσα πετρούλα.
Η Διδώ κοίταξε το χέρι της. Και σαν να είχε ακούσει μια ερώτηση που εκείνος δεν είχε τολμήσει 
να διατυπώσει, μίλησε.
«Ήμουν αρραβωνιασμένη.»
Σταμάτησε για λίγο. «Εκείνος βρίσκεται στην Πορτογαλία. Ερχόταν να με επισκεφτεί δυο ή τρεις φορές τον χρόνο. Δεν ήμουν όμως πια σίγουρη πόσο σοβαρή ήταν πραγματικά αυτή η σχέση.»
Έκανε μια μικρή παύση. «Τελείωσε πριν από έναν χρόνο. Απλώς στο λέω... σε περίπτωση που αναρωτιόσουν.»
Ο Άλκης την κοίταξε χωρίς να απαντήσει αμέσως. Απολάμβανε ακόμη και τον τρόπο που η πορτογαλική προφορά της χρωμάτιζε τις λέξεις της, δίνοντάς τους μια διαφορετική μουσικότητα.
«Κατάλαβα», είπε μόνο.
Δεν ήθελε να δείξει ούτε ανακούφιση ούτε απογοήτευση. Ήθελε απλώς να σεβαστεί την ειλικρίνειά της. Οι παλάμες της όμως του έκαναν εντύπωση. Ήταν παράξενα κρύες για την εποχή. Και ίσως αυτό να ήταν το μόνο πράγμα πάνω της που εκείνη τη στιγμή δεν ταίριαζε με τη ζεστασιά που ένιωθε να εκπέμπει.
«Εσύ δεν φοράς δαχτυλίδι;» τον ρώτησε.
«Όχι», της απάντησε.
Μια απλή λέξη. Κι όμως, για εκείνον εκείνη τη στιγμή είχε μια παράξενη σημασία.
Η σκέψη να μοιραστεί τη νύχτα μαζί της, που είχε γεννηθεί μέσα του από την πρώτη τους  συνάντηση, άρχισε τώρα να παίρνει πιο καθαρή μορφή. Όχι σαν βιαστική επιθυμία, αλλά σαν μια φυσική συνέχεια αυτής της απρόσμενης γνωριμίας.
Όταν, μετά τον καφέ, παρήγγειλαν και ποτά με αλκοόλ, η ατμόσφαιρα έγινε ακόμη πιο ζεστή. Τα ροζ βαμμένα νύχια της Διδώς κροτάλιζαν απαλά πάνω στο κρυστάλλινο ποτήρι, σαν να κρατούσαν τον ρυθμό μιας  μουσικής που μόνο εκείνοι μπορούσαν να ακούσουν. Ο Άλκης άρχισε να χαλαρώνει. Άφησε πίσω του την αμηχανία των πρώτων στιγμών και απόλαυσε απλώς την παρουσία της. Το δροσερό αεράκι που κατέβαινε από τους λόφους, ο ήχος της θάλασσας από μακριά και η ζεστή απογευματινή ατμόσφαιρα έμοιαζαν να συμπληρώνουν το σκηνικό. Μια πολύχρωμη πεταλούδα ήρθε 
ξαφνικά και στάθηκε για λίγο πάνω στο τραπέζι. Η μικρή αυτή, απρόσμενη παρουσία τον ενθουσίασε σαν παιδί. Χαμογέλασε και παρήγγειλε ακόμη δύο ποτά. Η μέρα του στο νησί είχε εξελιχθεί σε κάτι περισσότερο από μια ευχάριστη παρένθεση στο ταξίδι του.
Ήταν κάτι που δεν είχε προβλέψει. Για λίγο έπεσε ανάμεσά τους μια αμήχανη σιωπή. Όχι από απόσταση. Αλλά από εκείνες τις σιωπές που εμφανίζονται όταν δύο άνθρωποι έχουν ήδη πει αρκετά και προσπαθούν να ακούσουν τι συμβαίνει μέσα τους. Η Διδώ, με την άκρη των δαχτύλων του δεξιού χεριού της, άρχισε να σχεδιάζει μικρούς κύκλους πάνω στο τραπέζι. Σαν να ανακάτευε ένα μπολ γεμάτο αναμνήσεις. Ο Άλκης της χαμογέλασε. Ήταν ένα γνώριμο χαμόγελο, ένα χαμόγελο που δεν το σκέφτηκε πριν το δώσει. Βγήκε αυθόρμητα από μέσα του. Τα μάτια του στένεψαν από μια απρόσμενη 
γλυκύτητα. Άπλωσε το χέρι του και, με μια φυσική κίνηση, τακτοποίησε μια μπούκλα από τα ήδη ανακατεμένα μαλλιά της. Ήταν τόσο ξαφνικό και τόσο αυθόρμητο, που η Διδώ δεν μπορούσε παρά να του ανταποδώσει το χαμόγελο.
Τη στιγμή που τα δάχτυλά του άγγιξαν τα μαλλιά της, εκείνη αναρίγησε. Ήταν σαν να είχε βρεθεί ξαφνικά σε ένα ξέφωτο της εξοχής και οι ζεστές ακτίνες του ήλιου να είχαν πέσει πάνω στο πρόσωπό της, ξυπνώντας κάτι ξεχασμένο μέσα της.
Τον κοίταξε στα μάτια. Για λίγες στιγμές έμεινε σιωπηλή, σαν να ζύγιζε αν έπρεπε πραγματικά να πει αυτό που ένιωθε.
«Εγώ, από την πρώτη στιγμή, ευχόμουν να με κοιτάξεις», του είπε τελικά. Η φωνή της ήταν χαμηλή, σχεδόν ψιθυριστή. «Αναρωτιόμουν... και ανησυχούσα αν θα το κάνεις.» Μιλούσε γρήγορα, σαν να ξεστόμιζε μια φράση που την είχε  επαναλάβει πολλές φορές μέσα στο μυαλό της, περιμένοντας την κατάλληλη στιγμή για να την αφήσει ελεύθερη.
Ο Άλκης την κοίταξε ξαφνιασμένος. Για πρώτη φορά κατάλαβε ότι δεν ήταν μόνο εκείνος που είχε αισθανθεί εκείνη τη μυστηριώδη έλξη από την πρώτη ματιά. Η σιωπή, τα βλέμματα και οι μικρές κινήσεις που νόμιζε πως μόνο αυτός αντιλαμβανόταν, είχαν περάσει και από την άλλη πλευρά.
Η Διδώ κοίταξε γύρω της. «Θέλω να φύγουμε από εδώ», είπε. Σταμάτησε λίγο και χαμογέλασε αμήχανα. «Δεν νιώθω πολύ άνετα σε αυτό το περιβάλλον που βρισκόμαστε.»
Ύστερα του πρότεινε να περπατήσουν μέχρι το παλιό πορτογαλικό οχυρό, λίγο πιο πέρα.
Ο Άλκης κοίταξε προς την κατεύθυνση που του έδειχνε.
«Πού είναι αυτό;»
Δεν απάντησε αμέσως. Μόνο κίνησε αργά τα μάτια της προς τα δυτικά, δείχνοντάς του τον δρόμο.
Εκεί, πέρα από τους χαμηλούς λόφους και τη θάλασσα, στεκόταν το παλιό κάστρο. Ένας ακόμη τόπος γεμάτος ιστορίες. Και χωρίς να το γνωρίζουν ακόμη, οι δυο τους ήταν έτοιμοι να προσθέσουν τη δική τους μικρή ιστορία πάνω σε εκείνο το ξεχασμένο κομμάτι γης.
Ο Άλκης κοίταξε τον χωματόδρομο που ανηφόριζε ελαφρά. Εκεί, στη βορειοδυτική άκρη της ακτής, στεκόταν το παλιό οχυρό. Πίσω του, στις φτωχογειτονιές του νησιού, απλώνονταν τα σπίτια από ξύλο και πέτρα, με τους απαλούς, ξεθωριασμένους χρωματικούς τόνους τους, σαν να είχαν κρατήσει πάνω τους τη σκόνη του χρόνου. Για λίγες στιγμές έμεινε ακίνητος. Συνήθως στη ζωή του είχε μάθει να σκέφτεται πριν αποφασίσει. Να ζυγίζει τους κινδύνους, να ακολουθεί κανόνες, να μην αφήνει το συναίσθημα να υπερισχύει της λογικής. Στο πλοίο αυτό ήταν απαραίτητο.
Μια λάθος εκτίμηση, μια βιαστική κίνηση, μπορούσε να έχει συνέπειες.
Όμως τώρα δεν βρισκόταν στο μηχανοστάσιο. Δεν υπήρχαν μηχανές που έπρεπε να ελεγχθούν, ούτε οδηγίες που έπρεπε να ακολουθήσει. Υπήρχε μόνο ένας δρόμος που ανηφόριζε προς ένα παλιό κάστρο και μια γυναίκα που τον περίμενε.
Πήρε βαθιές ανάσες. Ο θερμός αέρας του νησιού γέμισε τα πνευμόνια του, φέρνοντας μαζί του τη μυρωδιά της θάλασσας και της γης. Ξεπέρασε τους τελευταίους δισταγμούς του. Ίσως γιατί κατάλαβε πως κάποιες στιγμές στη ζωή δεν χρειάζονται εξηγήσεις. Χρειάζονται μόνο την τόλμη να τις ζήσεις.
«Γιατί όχι;» απάντησε.
«Δεν είναι πολύ μακριά. Θα πάμε με τα πόδια», τον πληροφόρησε η Διδώ και σηκώθηκε.
Βγήκαν από τον χώρο του πανδοχείου και για λίγο περπάτησαν πλάι-πλάι, χωρίς να μιλούν. Η εικόνα αυτή του έφερε κάτι από τα παλιά. Δύο άνθρωποι που περπατούν μαζί, χωρίς ιδιαίτερο σκοπό, μόνο επειδή θέλουν να βρίσκονται ο ένας δίπλα στον άλλο. Μια απλή στιγμή που όμως είχε ξεχάσει πόσο σημαντική μπορούσε να είναι.
Η Διδώ σταμάτησε και γύρισε προς το μέρος του. Του έδωσε το χέρι της. Εκείνος το πήρε τρυφερά.
Για λίγο ένιωσε παράξενα οικεία. Σαν μια κίνηση τόσο φυσική, που όμως του είχε λείψει περισσότερο απ’ όσο μπορούσε να παραδεχτεί. Είχε περάσει σχεδόν ένας χρόνος από τότε που τελείωσε η τελευταία του σχέση. Και είχαν περάσει ήδη έξι μήνες από τη μέρα που μπάρκαρε. Έξι μήνες θάλασσας, μηχανών, λιμανιών και μοναχικών ωρών. Έξι μήνες χωρίς καμία γυναικεία παρουσία στη ζωή του. Και τώρα, περπατώντας δίπλα σε αυτή τη γυναίκα, κατάλαβε κάτι που ίσως δεν είχε τολμήσει να παραδεχτεί μέχρι εκείνη τη στιγμή.
Το πάθος που κάποτε ένιωθε για την πρώην σύντροφό του είχε αλλάξει μορφή. Δεν ήταν πια εκείνη η ένταση που τον κρατούσε δεμένο. Είχε γίνει μια ανάμνηση πιο μαλακή, πιο ήρεμη, σχεδόν ουδέτερη.
Όχι επειδή δεν είχε σημασία. Αλλά επειδή ο χρόνος είχε κάνει τη δουλειά του. Είχε πάρει τον πόνο και τον είχε μετατρέψει σε μια σελίδα του παρελθόντος. Και ίσως τώρα, για πρώτη φορά, ένιωθε πραγματικά ελεύθερος να ανοίξει μια καινούργια.
Μπροστά τους απλωνόταν η θάλασσα. Λαμπερή και γαλάζια, μέχρι εκεί που έφτανε το βλέμμα. Τα κύματα λικνίζονταν απαλά, αφήνοντας έναν χαμηλό αναστεναγμό, σαν μια πελώρια αναπνοή της ίδιας της θάλασσας. Ο ήλιος χαμήλωνε αργά πίσω από τον ορίζοντα και ο ουρανός είχε βαφτεί με εκείνο το ζεστό, θαμπό πορτοκαλί χρώμα, εκεί όπου το νερό συναντούσε τον ουρανό.
Πίσω τους, οι σκιές τους είχαν μακρύνει πάνω στον δρόμο. Δύο σκοτεινές μορφές που προχωρούσαν δίπλα-δίπλα, σαν να κουβαλούσαν μαζί τους όσα είχαν αφήσει πίσω, αλλά και όσα ακόμη περίμεναν να συναντήσουν. Μακριές σαν τις  ελπίδες και τους φόβους για το μέλλον.
Ο Άλκης κοίταξε μπροστά. Για λίγο δεν μίλησε. Ίσως γιατί εκείνη η στιγμή δεν ζητούσε λόγια.
«Είναι μακριά ακόμη;» ρώτησε τελικά.
Η Διδώ γύρισε προς το μέρος του. «Όχι πολύ. Γιατί;»
«Τίποτα...» Σταμάτησε για λίγο και έδειξε μπροστά. «Εκείνο είναι;»
Η Διδώ κοίταξε προς το οχυρό. «Ναι... Δεν θ’ αργήσουμε να φτάσουμε.»
Ξαφνικά το τοπίο άνοιξε μπροστά τους. Στην απότομη κορυφή ενός λόφου, που έμοιαζε με έναν τεράστιο σωρό από χαλάσματα αφημένο από τον χρόνο, εμφανίστηκαν τα ερείπια του Κάστρου. Ήταν ελάχιστα μακριά από την πολιτεία κι όμως έμοιαζε να βρίσκεται έξω από τον κόσμο. Φωλιασμένο σε μια σχεδόν αόρατη πλαγιά, ένα χαμηλό, παλιό, μαύρο τείχος ξεπρόβαλε μέσα από την πέτρα. Το σχήμα του χανόταν μέσα στον συμπαγή βράχο, σαν να είχε γεννηθεί μαζί με τα τοιχώματα του λόφου και να είχε δεθεί αρμονικά με τη σκληρή φύση του τόπου. Μια ανοιχτή είσοδος στεκόταν μπροστά τους. Έμοιαζε με το μάτι του παρελθόντος. Ένα μάτι που κοιτούσε σιωπηλά το μελαγχολικό, σκούρο τριανταφυλλί πανόραμα του ήλιου που βασίλευε και, πιο πέρα, τα σύννεφα που είχαν βαφτεί με αποχρώσεις μαβί και χρυσού πάνω από τα βουνά του νησιού. Το οχυρό έδινε την παράξενη εντύπωση πως κάποιος, με ένα αόρατο χέρι, το είχε πάρει και το είχε μεταφέρει μακριά από τον χρόνο και τον κόσμο.
Ο Άλκης ένιωσε μια παράξενη γαλήνη. Γύρω τους απλωνόταν μια βαθιά σιωπή. Όχι η σιωπή της μοναξιάς που γνώριζε στο πλοίο. Μια άλλη σιωπή. Μια σιωπή γεμάτη παρουσία, μνήμες και 
προσμονή.
Χαμηλή, θαμνώδης βλάστηση απλωνόταν γύρω από το παλιό οχυρό. Ένας φυσικός φράχτης από βάτα, με τα κλαδιά τους να κρέμονται σαν ξέπλεκα μαλλιά, και από σκίνα που είχαν ριζώσει βαθιά στη γη, το περιέβαλλε σαν μια ξεχασμένη άμυνα που είχε δημιουργήσει η ίδια η φύση. Στο δυτικό άκρο του, προς την πλευρά της θάλασσας, απλωνόταν ένας αβαθής βάλτος. Τα νερά του γυάλιζαν στο φως του δειλινού. Καλαμιώνες και κιτρινωπά βουρλοτόπια σχημάτιζαν μικρούς κόσμους ζωής γύρω από την πρασινωπή φλέβα του νερού, που ξεκινούσε από τη γη και, σε ένα επίμηκες τοξοειδές σχήμα, προχωρούσε αργά μέχρι την ακτή. Εκεί, λίγο πριν συναντήσει το κύμα, χανόταν ανάμεσα στα γκρίζα στίγματα της άμμου. Ήταν ένας τόπος παράξενος. Ένα σημείο όπου η ξηρή πέτρα του ανθρώπου συναντούσε το υγρό στοιχείο της φύσης. Ένα παλιό οχυρό που αντιστεκόταν στον χρόνο και ένας βάλτος που συνέχιζε αθόρυβα να γεννά ζωή.
Στις εκβολές του βάλτου, το λιγοστό νερό του κατάφερνε να συντηρεί μερικές συστάδες από μαγγρόβια φυτά. Στέκονταν εκεί καθαρά και ευδιάκριτα, σαν λεπτομερείς πινελιές μέσα στο τοπίο, με τις ρίζες τους βυθισμένες στο ρηχό νερό και τα κλαδιά τους να καθρεφτίζονται στην ήρεμη επιφάνεια. Λίγο πιο πέρα, στη δεξιά πλευρά του βάλτου, μια μικρότερη συστάδα είχε διαφορετική όψη. Δεν ξεχώριζε με την ίδια καθαρότητα. Ήταν ένας θολός μαυροπράσινος λεκές, μια ασαφής παρουσία που απλωνόταν αργά μέχρι τη θάλασσα, σαν ένα κομμάτι γης που αρνιόταν να διαχωριστεί από το νερό.
Ο Άλκης την κοίταξε για λίγο. Εκείνη η σκοτεινή γραμμή, εκεί όπου τελείωνε η στεριά και άρχιζε η απεραντοσύνη της θάλασσας, του έδωσε την παράξενη αίσθηση πως έβλεπε τα σύνορα του κόσμου.
Μερικές δεκάδες μέτρα πέρα από το οχυρό, στην ακροθαλασσιά, δέσποζε ένα πλάτωμα που κατέληγε σε έναν επίπεδο, κατακόρυφο βράχο. Η επιφάνειά του κατέβαινε απότομα προς τα κάτω και στη βάση του σχημάτιζε μια βαθιά κοιλότητα, πριν χαθεί μέσα στα νερά του ωκεανού. Το έδαφος σε ορισμένα σημεία του πλατώματος είχε υποχωρήσει από τον χρόνο και  τη διάβρωση. Μέσα στις μικρές σχισμές της γης είχαν βρει καταφύγιο θάμνοι και αγριολούλουδα, μικρές νησίδες ζωής πάνω στην τραχιά πέτρα. Δεν υπήρχε τίποτα ανάμεσα στο χείλος του γκρεμού και στη θάλασσα. Μόνο η λεία, κάθετη επιφάνεια του βράχου που κατέβαινε σαν λάμα μαχαιριού και βυθιζόταν στα βαθιά νερά.
Ο Άλκης πλησίασε προσεκτικά. Για μια στιγμή το βλέμμα του χάθηκε στο κενό. Η θάλασσα κάτω από τα πόδια του δεν ήταν πια η γνώριμη θάλασσα του ναυτικού, αυτή που γνώριζε μέσα από το μηχανοστάσιο και το κατάστρωμα. Ήταν η αρχέγονη θάλασσα.
Απέραντη, σιωπηλή και αδιάφορη.
Πισωπάτησε απότομα, σχεδόν τρομαγμένος από το θέαμα που αντίκρισε, και χωρίς να το καταλάβει σκόνταψε πάνω στη Διδώ, που στεκόταν λίγα βήματα πίσω του, κρατώντας την ασφαλή απόσταση.
«Πώς σου φαίνεται;» τον ρώτησε.
«Επικίνδυνα όμορφο», της απάντησε. Κοίταξε ξανά προς τα κάτω. «Από κάτω ο βράχος είναι φαγωμένος από το κύμα. Νιώθω σαν να στεκόμαστε πάνω σε σανίδα κατάδυσης. Δεν θα έπρεπε να υπάρχει ένα προστατευτικό κιγκλίδωμα, κάτι τέλος πάντων;»
«Οι νησιώτες ξέρουν να προσέχουν», του είπε. «Και οι επισκέπτες είναι σπάνιοι σ’ αυτό το μέρος.»
«Δικαιολογίες του αρχιτέκτονα», σχολίασε χαμογελώντας. «Ποιος ξέρει πόσοι έχουν φάει τα μούτρα τους εδώ πάνω.»
Η Διδώ τον κοίταξε με παιχνιδιάρικη σοβαρότητα. «Έπεσαν μόνοι τους ή τους έσπρωξαν;»
Εκείνος γύρισε και την κοίταξε. Το χαμόγελό του ήταν γλυκό, σχεδόν παιδικό. «Με κοροϊδεύεις;»
Κάθισαν στη σκιά μιας πεζούλας, με τις πλάτες ακουμπισμένες στην τραχιά πέτρα, και έμειναν για λίγο σιωπηλοί, χαζεύοντας τα θαλασσοπούλια που έκοβαν κύκλους στον αέρα και, ξαφνικά, βουτούσαν προς το νερό. Ο ωκεανός στο βάθος  είχε πάρει ένα βαθύ μπλε χρώμα που σιγά-σιγά συγχωνευόταν με το γαλάζιο του ουρανού. Η γραμμή του ορίζοντα είχε  χαθεί. Δεν υπήρχαν σύννεφα, ούτε κάποιο σημάδι που να χωρίζει τον ουρανό από τη θάλασσα. Μόνο η απεραντοσύνη. Ο απογευματινός άνεμος έφερνε μέχρι εκεί τον απόηχο των φωνών από το μικρό αγκυροβόλιο και τα κρωξίματα των χελιδονιών που διέγραφαν τόξα στον αέρα, κυνηγώντας την τροφή τους πάνω από τον βάλτο. Ο Άλκης ένιωθε τα 
συναισθήματά του σαν ένα μπερδεμένο κουβάρι που δεν μπορούσε εύκολα να ξετυλίξει.
Την ήθελε. Αυτό ήταν αναμφίβολο.
Ένιωθε πόθο, αλλά μαζί με τον πόθο ερχόταν και ο φόβος. Όχι ο φόβος της στιγμής. Ο φόβος της επόμενης μέρας. 
Η σκέψη της αναχώρησης, της απομάκρυνσης, της πιθανής εγκατάλειψης. Η ζωή του ήταν ήδη δεμένη με ένα πλοίο που σύντομα θα συνέχιζε το ταξίδι του και εκείνη θα έμενε πίσω, σε ένα νησί που ίσως να γινόταν ξαφνικά η πιο δυνατή του ανάμνηση.
Κάποιες στιγμές η σιωπή ανάμεσά τους παρατεινόταν. Δεν ήταν όμως μια άβολη σιωπή. Ήταν μια σιωπή γεμάτη λέξεις που δεν είχαν ειπωθεί. Άφηναν μόνο μικρούς αναστεναγμούς να ξεφύγουν, σαν να τους ανακούφιζαν από την πίεση ενός συναισθήματος που μεγάλωνε και τους ξεπερνούσε.
Η τελευταία αναλαμπή του ήλιου χάθηκε αργά στον δυτικό ουρανό. Το γαλάζιο είχε ήδη μεταμορφωθεί σε μενεξεδί και μαβί αποχρώσεις. Οι τελευταίες ακτίνες του ήλιου, πρώτα κόκκινες, ύστερα σταχτιές και φαιές, έσβηναν πίσω από τον ορίζοντα, ενώ η λευκή λάμψη του φεγγαριού ξεπρόβαλε όλο και πιο αποφασιστικά. Ο φωτεινός του δίσκος κυρίευε σιγά-σιγά τη νύχτα. Το φεγγάρι ήταν ίσως το πιο άστατο από τα ουράνια σώματα, μα ταυτόχρονα και το πιο συνεπές. Δεν έχανε ποτέ το ραντεβού του με τη γη.
Ένα σύννεφο που πριν έμοιαζε γκρίζο, καθώς πέρασε μπροστά του, μεταμορφώθηκε σε φωτεινή, γαλακτερή σκιά. Ο ουρανός σκοτείνιασε βαθιά, τ' αστέρια άναψαν ένα-ένα και το φεγγάρι έγινε ένας μεγάλος καθρέφτης που σκορπούσε στο σκοτάδι ένα ψυχρό, ασημένιο φωτοστέφανο. Τα άστρα έμοιαζαν πιο κοντινά, σχεδόν απλωμένα πάνω από τη γη. Μακριά από τα τεχνητά φώτα της πόλης, ο ουρανός αποκάλυπτε το πραγματικό του βάθος, έναν κόσμο γεμάτο αμέτρητες μικρές λάμψεις που προκαλούσαν δέος. Τα λουλούδια του βάλτου μοσχοβολούσαν μέσα στη νύχτα, σκορπώντας το μοναδικό τους άρωμα γύρω τους. Το ολόγιομο φεγγάρι συνέχισε την πορεία του και έριξε το χρυσοκόκκινο φως του πάνω στα ερείπια του παλιού κάστρου. Το εγκαταλειμμένο οχυρό έμοιαζε τότε με αρχαίο μνημείο, σιωπηλό και ακίνητο, σαν να παρακολουθούσε αιώνες ανθρώπινων ιστοριών.
Από μια συστάδα θάμνων ερχόταν ο επαναλαμβανόμενος ήχος των γρύλων και ο απαλός αναστεναγμός των καλαμιών που κινούνταν στον άνεμο. Τα τζιτζίκια είχαν σωπάσει από νωρίς. Η φύση είχε βυθιστεί σε μια βαθιά ηρεμία. Η νύχτα τούς βρήκε τον έναν δίπλα στον άλλο. Η ατμόσφαιρα ήταν δροσερή, ο ρυθμός του κύματος επαναλαμβανόμενος, σχεδόν υπνωτικός, σαν το μουρμούρισμα ενός μικρού παιδιού που αποκοιμιέται. 
Ο ήχος της θάλασσας απομάκρυνε τις σκέψεις του Άλκη και τον παρέσυρε σε μια πρόσκαιρη λήθη. Ένιωθε τη Διδώ ακουμπισμένη τρυφερά στον ώμο του. Τότε, στο πλάτωμα, ήρθαν και κάθισαν δύο γλάροι. Ήταν, όπως φάνηκε, ζευγάρι. Η Διδώ χαμογέλασε και το εξέλαβε ως καλό οιωνό.
Έρωτας, αγάπη, πάθος. Δεν μπορούσε παρά να είναι ένα καλό σημάδι.
Ίσως τα πουλιά είχαν έρθει να συντροφεύσουν τη δική τους ευτυχία με τη δική τους τρυφερότητα — μια τρυφερότητα κοινή σε όλα τα πλάσματα της φύσης. Ο Άλκης δεν θυμόταν τίποτα άλλο από εκείνη τη στιγμή. Μέχρι που ένα δυνατό σκούντημα στα πλευρά του και η φωνή της Διδώς τον επανέφεραν στην πραγματικότητα.
«Ε, θαλασσοπόρε!»
Άνοιξε τα μάτια του ξαφνιασμένος.
Η Διδώ ήταν γονατισμένη μπροστά του.
«Ε... τι;»
«Αν είναι  δυνατόν!» είπε γελώντας. «Κοιμήθηκες; Χριστέ μου! Έτσι φέρεσαι πάντα όταν βγαίνεις ραντεβού;»
Στεκόταν τόσο κοντά του, που για μια στιγμή ένιωσε πάλι να χάνεται μέσα σ’ εκείνα τα βαθιά γκριζοπράσινα μάτια της.
«Απλώς σκεφτόμουν», απάντησε.
Ανακάθισε στο έδαφος και γύρισε λίγο στο πλάι. Δίπλωσε τις γάμπες κάτω από τους μηρούς της με μια απλή, φυσική κίνηση, σχεδόν σαν γάτα που βολεύεται στον χώρο της, και τέντωσε απαλά τους λεπτούς αστραγάλους της. Τον κοίταξε με περιέργεια.
«Ήθελα να ξέρω τι σκέφτεσαι.»
Καθώς την είδε να κάθεται με τόση φυσικότητα στις γάμπες της, μια σκέψη πέρασε αμέσως από το μυαλό του. «Σίγουρα έχει κάνει μαθήματα μπαλέτου», σκέφτηκε. Υπήρχε μια χάρη στις κινήσεις της, μια άνεση στο σώμα της που δεν ήταν τυχαία. 
Ύστερα πήρε ένα υπερβολικά σοβαρό ύφος, σαν να επρόκειτο να της ανακοινώσει κάτι σπουδαίο, και έδειξε προς το ιστιοφόρο που λικνιζόταν αγκυροβολημένο στο βάθος του όρμου.
«Αν αποκτήσω ένα τέτοιο σκάφος», της είπε, «θα χρειαστώ και μούτσο.»
Η Διδώ τον κοίταξε για λίγο σκεπτική, σαν να αξιολογούσε μια πολύ σοβαρή επαγγελματική πρόταση.
Ύστερα χαμογέλασε. «Κάνε με δεύτερο καπετάνιο», του είπε με κέφι και παιχνιδιάρικη διάθεση. Έσκυψε λίγο προς το μέρος του και πρόσθεσε: «Και κόλλα το.» Το γέλιο της γέμισε τον χώρο γύρω τους.
Δεν της απάντησε αμέσως. Ήταν η σειρά του να ανακαθίσει στο έδαφος. Για λίγο έμεινε να την κοιτάζει κάτω από το φως του φεγγαριού, σαν να προσπαθούσε να αποτυπώσει στη μνήμη του κάθε λεπτομέρεια της στιγμής. Τα μάτια της είχαν μέσα τους σκούρες και πράσινες αποχρώσεις, σαν χαλκοπράσινα οπάλια που άλλαζαν χρώμα ανάλογα με το φως. Άπλωσε το χέρι του διστακτικά και ακούμπησε απαλά το αυτί της, ύστερα στάθηκε για μια στιγμή στον λαιμό της. Ένιωσε την ανεπαίσθητη αλλαγή στην αναπνοή της, εκείνη τη μικρή αντίδραση που πρόδιδε πως και εκείνη είχε αντιληφθεί την ένταση της στιγμής. Υπήρχε κάτι σχεδόν εξωπραγματικό ανάμεσά τους. Σαν να είχαν απομακρυνθεί από τον χρόνο, από το πλοίο, από το νησί, από όλα όσα τους περίμεναν την επόμενη μέρα.
Ήθελε να κρατήσει αυτή τη στιγμή ζωντανή. Όχι μόνο την εικόνα της, αλλά το συναίσθημα που του δημιουργούσε. Για πρώτη φορά μετά από καιρό δεν ένιωθε μόνος. Η παρουσία της δίπλα του, η σιωπή της, το βλέμμα της, όλα έμοιαζαν να του θυμίζουν πως κάτω από την πειθαρχία του ναυτικού και την αντοχή που είχε χτίσει, υπήρχε ακόμη ένας άνθρωπος που μπορούσε να συγκινηθεί, να επιθυμήσει, να ελπίσει.
Έμειναν ακίνητοι, πιασμένοι ο ένας μέσα στην παρουσία του άλλου, πρόσωπο με πρόσωπο, με τις ανάσες τους να μπερδεύονται μέσα στη σιωπή της νύχτας. Γύρω τους ο καλοκαιρινός κήπος του βάλτου ανέπνεε μαζί τους. Ο αέρας ήταν γεμάτος από τη θαλασσινή αύρα και το άρωμα των λουλουδιών που φύτρωναν ανάμεσα στο νερό και την πέτρα. Η Διδώ βρισκόταν κοντά του, κάτω από το φως του φεγγαριού. Τα μαλλιά της έμοιαζαν να κρατούν μέσα τους μια ασημένια λάμψη και το πρόσωπό της είχε εκείνη την ηρεμία που τον είχε μαγέψει από την πρώτη στιγμή.
Για λίγο ξέχασε το πλοίο, το ταξίδι, την αναχώρηση Ξέχασε τον χρόνο.
Υπήρχε μόνο εκείνη η στιγμή.
Η εγγύτητα μεταξύ τους έμοιαζε να διαλύει όλες τις αποστάσεις που μέχρι τότε κουβαλούσε μέσα του. Όλες οι άμυνες, η πειθαρχία, η μοναχικότητα των τελευταίων μηνών υποχώρησαν μπροστά σε ένα συναίσθημα που δεν μπορούσε να εξηγήσει.
Η Διδώ ανταποκρίθηκε με την ίδια τρυφερότητα, σαν να καταλάβαινε χωρίς λόγια όσα δεν μπορούσε να της πει. Έμειναν έτσι για ώρα, χαμένοι σε μια στιγμή που κανείς από τους δύο δεν ήθελε να τελειώσει. Ο Άλκης ήξερε όμως πως κάθε όμορφη στιγμή στη θάλασσα έχει κάποτε την ώρα της αναχώρησης. Και ίσως αυτό ήταν που φοβόταν περισσότερο.
Όχι αυτό που ζούσε. Αλλά αυτό που θα ερχόταν όταν θα έπρεπε να φύγει. Έδειχναν ότι θα μείνουν για πάντα έτσι. Μια βαριά σιωπή έπεσε ανάμεσά τους. Εκείνος απλώς συνέχισε να την κοιτάζει επίμονα. Η Διδώ άρχισε να αισθάνεται τη νυχτερινή δροσιά στους γυμνούς της ώμους.  Δεν είχε κουνούπια ούτε για δείγμα. Ο βορινός άνεμος τα παρέσερνε προς τη μαγκρόβια βλάστηση, στην άλλη άκρη του κόλπου. Ανατρίχιασε, σηκώθηκε και απομακρύνθηκε αμίλητη, διέσχισε το πλάτωμα και στάθηκε στην άκρη του αγναντεύοντας το πέλαγος με την πλάτη στραμμένη προς το μέρος του. Δεν έκανε καμία κίνηση να την ακολουθήσει. Ο χρυσός δίσκος της σελήνης συνέχισε να ανεβαίνει μεγαλόπρεπα στον ουρανό αναγγέλλοντας μια ακόμη όμορφη  καλοκαιρινή νύχτα. Ξαφνικά η Διδώ σηκώνεται στις μύτες των ποδιών τεντώνεται ολόκληρη και  απλώνει κουνώντας ρυθμικά τα χέρια της. Μοιάζει με χελιδόνα που ετοιμάζεται να πετάξει, από τη γωνία από όπου έβλεπε τη σκηνή δεν μπορούσε να διακρίνει το πρόσωπό της, είχε όμως εξαιρετική θέα της κορυφής του κεφαλιού της με τα όμορφα μαλλιά της γεμάτα χρυσοκόκκινες ανταύγειες λες και παίρνουν λάμψεις απ' τον ουρανό.
«Πες μου για σένα». της λέει.
«Τι θες να μάθεις;»
«Τα πάντα. Ξεκίνα και θα σου κάνω ερωτήσεις αν θέλω να μάθω περισσότερα».
«Οκέι». Κι άρχισε να μιλάει. Η φωνή της απέκτησε ένα αστείο σχεδόν βιμπράτο τόνο και γελάσανε κι οι δύο. Η εικόνα  του κοριτσιού που αναδύθηκε από την ιστορία της του ήταν ακόμα πιο ξεκάθαρη από την εικόνα της γυναίκας που καθόταν τώρα κι ακουμπούσε επάνω του με το χέρι της κάτω από το μπράτσο του. Του εκμυστηρεύτηκε ότι δεν γνώρισε ποτέ τον πατέρα της και η μητέρα της εργαζόταν αυτό τον καιρό στην Πορτογαλία. Έμενε στο νησί με την γιαγιά της η οποία απουσίαζε όλη την εβδομάδα αυτή. Είχε πάει στο άλλο άκρο του μικρού νησιού στην αδελφή της. Η θάλασσα στα πόδια τους να τους καλεί, μα αυτοί την άκουγαν μόνο στα μικρά διαλείμματα της επαφής τους. Το βλέμμα 
της ήταν καρφωμένο στ’ άστρα. Ο «Θαλασσοπόρος» την είχε αγκαλιά κάνοντας την, να ξεχάσει τον χρόνο και τον τόπο όταν της έδειχνε τα φωτεινά άστρα που στόλιζαν τη καθαρή νύχτα και της μάθαινε τους ναυτικούς μύθους για τα αστέρια εκείνα που αντανακλούν πάνω σε ευαίσθητες καρδιές.
«Και αυτά τα δύο ; Αυτά τα δύο που είναι τόσο φωτεινά και κολλημένα;»
«Μωρό μου αυτά τα δύο είναι εσύ και εγώ. Φωτεινά και αγαπημένα.»
«Για πόσο;»
Την κοίταξε με το βλέμμα του έμπειρου εραστή που κρυφογελάει με την αθωότητα και την αφέλεια του έρωτα. «Μέχρι να σταματήσουν να λάμπουν Μωρό μου. Μέχρι να σβήσουν και να πέσουν μαζί στο κενό.»
Χώθηκε όσο πιο βαθιά μπορούσε στην αγκαλιά του. Η ματιά του την προσκαλούσε να τον εμπιστευτεί και να γίνει ένα μαζί του. Δεν ένιωθε φόβο. Εκεί, στην άκρη του λόφου να ενώσουν τις ζωές τους. Τον ήθελε. Στηριζόμενος στο ένα χέρι την φίλησε απαλά στο λαιμό.
Η Διδώ έκλεισε τα μάτια προσπαθώντας να βυθιστεί στον παφλασμό των κυμάτων, στην αύρα της θάλασσας, στην αίσθηση του βότσαλου στο γυμνό κορμί της. Με την ψυχή της ν᾿ αναδεύει σκέψεις σιωπηλά. Δίπλα της ο Θαλασσοπόρος, και μπροστά τους φανταζόταν το καρπό του έρωτα τους. 
«Θαλασσοπόρε θέλω… θέλω… Να είσαι εσύ αυτός …» του ψιθύρισε με αβέβαιη φωνή. 
Της χαμογέλασε πλατιά, καλοσυνάτα και χάιδεψε το στόμα της με τα δάκτυλα του. Την έκανε να σωπάσει. Η Διδώ άφησε το βλέμμα να ατενίζει τα δύο αυτά αστέρια, τα δικά τους άστρα, να της λούζουν το πρόσωπο όταν τον κοιταξε.
Αυτός ξέσπασε στα γέλια.
«Τι συμβαίνει;»
«Τίποτα, τίποτα» της απάντησε σηκώνοντας τους ώμους του. «Με κάνεις και γελάω.»
«Γιατί;»
«Δεν ξέρω, για όλα»
«Ευχαριστώ! Μπορούμε να περάσουμε, απόψε τη νύχτα μαζί.» είπε.
Την κοίταξε. «Πώς;»
«Απόψε το βράδυ θα κλείσεις ένα μονόκλινο δωμάτιο στο σπίτι μου.»
«Μάλιστα» είπε απλώς.
«Θα τα κανονίσω εγώ».
«Ναι, ε;» Συνέχισε να τη κοιτάζει
«Πάει πολύς καιρός από τότε που μια κοπέλα σε κάλεσε για φαγητό; Λοιπόν τι λες;» Τον ρώτησε μετά από λίγο.
«Λοιπόν τι;»
«Θα έρθεις;»
Γέλασε και την ξαναφίλησε. Λίγο πιο βαθιά, με τα χείλη λίγο πιο ανοιχτά. «Γιατί όλα πρέπει να είναι πολύπλοκα μαζί σου;»
«Παρεμπιπτόντως» του είπε «δεν είμαι τόσο σκληρό καρύδι, θέλω να ξέρω αν θα έρθεις ή όχι»
Οι λέξεις αυτές αντήχησαν στο μυαλό του εκεί έξω στην απλωσιά του καθαρού αέρα. Δεν ήταν τόσο οι ίδιες οι λέξεις, όσο ο τόνος που χρησιμοποίησε. Και οι λέξεις αυτές ήταν ποτισμένες με έναν ακατανίκητο σεξουαλικό πόθο. Ήταν ανάγκη; 
«Κι αν δεν σου αρέσω; Αν είμαι γκέι;»
«Φοβάσαι;»
Αυτός ένιωσε να ηρεμεί κάπως. Παρόλο που η καρδιά του εξακολουθούσε να χτυπάει γρήγορα, ο πανικός, το ένστικτο της φυγής, είχε υποχωρήσει.
«Είσαι σίγουρη;»
«Ναι. Χάρηκες;»
«Κι αν…» πήγε να πει, αλλά σταμάτησε. 
«Τι, φοβάσαι ότι θα βρεθείς σε άγνωστο χώρο ενώ είσαι μαζί μου;»
«Όχι» της είπε χαμογελώντας. «Εννοώ… κι αν ερωτευθούμε; Με τρόπο μη αναστρέψιμο;»
«Πολύ αργά» είπε
«Ναι, αυτό ακριβώς λέω κι εγώ».
«Όχι, εγώ άλλο εννοώ: Έχουμε ήδη ερωτευτεί».
«Α, ναι;»
«Λίγο. Όσο χρειάζεται». 
«Αυτό φοβάμαι» της είπε, έγνεψε καταφατικά δίχως να δείχνει διατεθειμένος να ξεκινήσει. 
Έμεινε να κοιτάζει το βάλτο, και η νύχτα ήταν τόσο φωτεινή που ξεχώριζε η σκιά κάθε φυτού. Το νερό έλαμπε στο φως του φεγγαριού και μουρμούριζε μοναχικό, χωρίς να το συντροφεύουν τα πετάγματα των χελιδονιών, και όπου ήταν στάσιμο, αντικαθρεφτίζονταν τ’ αστέρια. Στο φωτεινό μονοπάτι πίσω τους διαγραφόταν ακόμη και οι σκιές από τα φύλλα στις φραγκοσυκιές και η ασημένια εικόνα τους φαίνεται τον ενέπνευσε για ενδοσκόπηση ενώ μες στη σιγαλιά της νύχτας οι καλαμιές ψιθυρίζουν την προσευχή της γης που αποκοιμιέται και μέσα στους πανάρχαιους τοίχους του κάστρου βασίλευε επιβλητική σιωπή λες και η νύχτα έπνιξε τους θορύβους..
Γύρισε το βλέμμα στον αστροφώτιστο νυκτερινό ουρανό άφησε τη σκέψη του να ταξιδέψει στους νυχτερινούς ψιθύρους και ακολουθώντας το ρυθμό της ανάσας του το βλέμμα του χάθηκε στη δημιουργία του σύμπαντος, σ’ αυτό το Μπινγκ Μπάνγκ, τη μεγάλη έκρηξη που λένε, στα αστέρια που παρουσιάζονται με τη σαφήνεια των αστραφτερών διαμαντιών. Στα βορειοδυτικά φαινόταν η ουρά του Δράκοντα, με την Μικρή Άρκτο από κάτω και τον Ηρακλή από πάνω, σ’ αυτό τον γαλαξία που βρίσκεται η Γη μας.
«Σκέψου».... συνομιλούσε με τον εαυτό του..... πως υπήρχε η πιθανότητα πως αυτός και η Διδώ, και όλη η ανθρωπότητα να υπήρχαν ήδη, αν μη τι άλλο σαν δυναμικό, σαν μια δυνατότητα, και νοιώθει το αίμα του να κυλάει πιο γρήγορα. Το νιώθει να ξεχύνεται απελευθερωμένο και ν' απλώνεται σε όλο σου το σώμα, μέχρι που τα μάγουλά του να παίρνουν χρώμα, το κόκκινο της ταραχής, ανάβουν και κορώνουν και τα μάτια του κάνουν σινιάλο και γνέφουν σ’ ένα άστρο από τον ουρανό να κατέβει, σαν ταξί να τους ταξιδέψει στα μονοπάτια της σκέψης εκεί που αξίζει για 'κείνον να πορευτούν. Ένιωσε πως είχε γίνει απόλυτη σιωπή. Τέντωσε τ΄ αυτιά του. Όμως ήταν σαν να είχε σωπάσει ολόκληρη η πλάση. Ο απόηχος από το τραγούδι των γρύλων είχε σβήσει ακόμη και οι γλάροι είχαν σωπάσει. Μοναχά το απαλό φύσημα του αέρα ακουγόταν γύρω τους. Κι έμεινε εκεί να ταξιδεύει... κοιτάζοντας... κοιτάζοντας την απεραντοσύνη του σύμπαντος με κομμένη την ανάσα. 
Αιφνίδια ακούστηκε στο πέρα στο πέλαγος από την πλευρά του αγκυροβολίου εκκωφαντικός θόρυβος σαν μια ηχηρή παραφωνία μες τη νυχτερινή σιωπή! Ήταν από το βίντσι της άγκυρας ενός τεράστιου πετρελαιοφόρου που αγκυροβολούσε στα ανοιχτά του υπήνεμου κόλπου.
Σηκώθηκε, διακόπτοντας τη νοητική του δραστηριότητα. Έγειρε πάνω της, την αγκάλιασε, την έσφιξε δυνατά και την φίλησε απαλά στα χείλη μ’ εκείνο τον τρόπο που ξυπνούσε μεμιάς τις αισθήσεις και χαμογέλασε με το χάος των συναισθημάτων και των σκέψεων του. Η ψυχή του γνωρίζει πως τώρα χρειάζεται να εστιάσει την ενέργειά της εκεί. O χρόνος είναι σχετικός σκέφτηκε, το παρελθόν πέρασε σαν να μην υπήρξε ποτέ, το μέλλον δεν υπάρχει γιατί δεν έχει συμβεί ακόμη, το παρόν είναι το μόνο που έχουμε στα χέρια μας και οφείλουμε να το ζήσουμε.
«Πάμε» της είπε και ξεκίνησαν να ανηφορίζουν την ωχρή πλαγιά. Η φύση ριγά τρεμουλιάζει, ταλαντεύεται γύρω τους. Το νυχτερινό θερμό και υγρό τροπικό αεράκι του νησιού που φυσούσε ακόμη πάνω από τα ασβεστολιθικά πετρώματα των βουνών του νησιού χαϊδεύει τα πρόσωπα τα μέλη τους.
Μια πρώην πορτογαλική αποθήκη είχε τροποποιηθεί σε άνετο και ευρύχωρο σπίτι από τον παππού της. Ο παππούς της ένα λυγερόκορμος άνδρας στη φωτογραφία, είχε έρθει στο νησί από την Ισπανία, από ένα μέρος κοντά στα γαλλικά σύνορα, ήταν Βάσκος στην καταγωγή, κανείς δε γνώριζε τους λόγους που είχε εγκαταλείψει την Ισπανία και είχε εγκατασταθεί στο νησί.
Η κυρίως κάμαρα νοικοκυρεμένη, σκουπισμένη με επιμέλεια, φτωχική είχε όλα τα απαραίτητα. Ποτέ του δεν ρώτησε και δεν έμαθε εάν έμενε μόνη της.
Βούλιαξε στα μαξιλάρια του καναπέ. Δεν είχε κοιμηθεί και πολύ τις τελευταίες σαράντα οκτώ ώρες αλλά τι να τον κάνει τον ύπνο.
Η Διδώ του έριξε μια ματιά πάνω από τον ώμο της καθώς έμπαινε στην κουζίνα λικνίζοντας προκλητικά τους γοφούς της.
«Παλιοκόριτσο! Διαβολεμένα υπέροχο.» Μουρμούρισε χαμογελώντας πλατιά. 
Εκείνη του έβγαλε περιπαιχτικά τη γλώσσα κι ύστερα εξαφανίστηκε στο εσωτερικό της κουζίνας.
Σηκώθηκε, τέντωσε, ίσιωσε το κορμί του και την ακολούθησε.
«Πρέπει να σε προειδοποιήσω» του δήλωσε ότι δεν υπήρχαν σπουδαία πράγματα σ΄ αυτή τη κουζίνα και δεν ξέρει τι θα μπορούσε να μαγειρέψει. «Θα δοκιμάσω να ετοιμάσω κάτι πρόχειρο.»
Ξαφνικά συνειδητοποίησε ότι ενώ μιλούσαν μεταξύ τους χρησιμοποιώντας λέξεις για να επικοινωνούν, άλλα μέρη του εαυτού τους είχαν πιάσει μια πιο λεπτομερή συζήτηση.
Η επαφή της σάρκας της, καταλυτικός παράγοντας, τον απορύθμιζε εντελώς, δεν ήξερε που βρισκόταν, το μυαλό του έβραζε. Ήθελε να κατακτήσει αυτή τη γυναίκα. Την έβρισκε τόσο απίστευτα ποθητή. Ένοιωθε την ενέργεια να διαστέλλεται μέσα του, σαν λάβα ενεργού ηφαιστείου που αναζητεί διέξοδο στο κεντρικό του κρατήρα. Ήταν να μην ξυπνήσει μέσα του το αρσενικό και η ακόρεστη δίψα στα θέλγητρα και στην μαγεία του έρωτα, και στις ερωτικές απολαύσεις. Μερικές φορές ο άντρας αναζητά την αμμουδερή παραλία, τη βελούδινη αίσθηση της νύχτας, το άρωμα του αγιοκλήματος στο κορμί νεαρών κοριτσιών.
Η Διδώ τραβήχτηκε από την αγκαλιά του και στάθηκε στο κέντρο του δωματίου. Η ανάσα της ήταν τραχιά και τα μαλλιά της ανακατωμένα.
«Περίμενε» του είπε απλά.
Αυτός ξετρελαμένος μαζί της έκανε να την αγκαλιάσει ξανά, ένοιωθε τόσο όμορφα όταν μύριζε το υπέροχο ζεστό κορμί της, το γεμάτο ζωή.
Η Διδώ έβλεπε να την καρφώνει με τρόπο έντονο, κι ίσως πρόστυχο και λάγνο. Κοκκίνισε… τον σταμάτησε τεντώνοντας τα χέρια στο στήθος του και πισωπάτησε στην κουζίνα να ετοιμάσει το γεύμα τους. Υπάκουσε έμεινε ακίνητος στη θέση του ενώ το πάθος του καταλάγιαζε αργά στα μάτια του έμεινε να κοιτάζει στις γρίλιες των παραθύρων. Πέρα απ' τα παντζούρια του σπιτιού είναι η ζεστή μαύρη βελούδινη νύχτα, η θάλασσα και πέρα μακρυά η ατέλειωτη έρημος.
Κάθισε αναπαυτικά στην άκρη στο τραπέζι της κουζίνας και μες τη ζάλη του την έβλεπε να πηγαινοέρχεται από τα ντουλάπια στο ψυγείο και στα συρτάρια για να βρει ότι της χρειαζόταν. Ηταν ικανή. Αυτός είχε πολύ καιρό να δει μια γυναίκα να ετοιμάζει δείπνο με τόση δεξιοτεχνία
Στο ψυγείο υπήρχε πιλάφι με αστακό-ουρές που είχε μαγειρέψει μονάχη της την προηγουμένη. Το έβαλε στο τηγάνι να το ενυδατώσει με μπαχαρικά. «Λοιπόν πρώτα θα τελειώσω μ' αυτό» του είπε δείχνοντας το τηγάνι «και ύστερα θα φάμε στο τραπέζι όπως όλοι οι πολιτισμένοι άνθρωποι.»
«Όπως επιθυμείτε» της απάντησε δήθεν ενοχλημένος.
Άφησε το φαγητό να ετοιμαστεί κανένα δεκάλεπτο και αυτός τη βοήθησε να στρώσουν το τραπέζι.
Η μυρωδιά του φαγητού άρχισε ν΄ απλώνεται στην κουζίνα. Το πιλάφι με αστακό-ουρές ήταν ονομαστό σ' όλο το νησί. Κοιτώντας ο ένας τον άλλο στα μάτια απήλαυσαν το γεύμα τους. Το φαγητό της ήταν πραγματική απόλαυση.
Κάποια στιγμή δεν άντεξαν, αγκαλιαστήκαν, την σήκωσε στον αέρα και τη στριφογύρισε. Η ανάσα της πάνω στο λαιμό του, ένα ζεστό αεράκι πριν την καταιγίδα. Τα δάχτυλά της χαρτογράφησαν το δέρμα του, ξυπνώντας μνήμες που είχε ξεχάσει πως είχε. Χωρίς να το ΄χουν σχεδιάσει, βρέθηκαν ξαφνικά στο κρεβάτι αγκαλιασμένοι πάντα. Τα χείλη τους συναντήθηκαν, αφήνοντας τις λέξεις περιττές, γιατί τα σώματα μιλούσαν πιο δυνατά σε μια παθιασμένη στιγμή, χαμογελώντας, ώσπου τα χαμόγελα έγιναν σιγανά μουρμουρητά κι ασυνάρτητοι ήχοι. 
«Σε θέλω τόσο πολύ» της εκφράζει το έντονο πάθος του και τη συναισθηματική του ανάγκη σε μια άμεση ομολογία επιθυμίας, και έντονου πόθου το πόσο επιθυμητή είναι η επαφή μαζί της
Αυτή αναστέναξε τον αγκάλιασε με τα χέρια της και τον τράβηξε τον έφερε ακόμα πιο κοντά της. Την γευόταν επιτέλους και η γεύση της ήταν πιο γλυκιά και καυτή από κάθε προσδοκία κι ονείρωξη του. Άρχισαν να γδύνουν ο ένας τον άλλο με βιασύνη, καθώς και οι δυο τους απολάμβαναν αυτά τα παρατεταμένα υγρά φιλιά τους. Της έλυσε το στηθόδεσμο της και τα αλαβάστρινα στήθη της με τις μικρές ροζ θηλές ανέπνευσαν επιτέλους ελεύθερα και πανέμορφα. Η φύση τους οδηγούσε σε πρωτόγνωρα μονοπάτια που όμως, έδειχναν να περπατούν με εμπειρία φλογερών εραστών.  Οι ανάσες τους έγιναν  βογκητά. Δεν άντεχαν άλλο. Το φεγγαρόφωτο που τρύπωνε από το μικρό παράθυρο έριχνε τραχιές σκιές στον χώρο.
Μόλις χαλάρωσαν λίγο και η αναπνοή τους επανήλθε στο φυσιολογικό της ρυθμό, μένουν για λίγο σιωπηλοί. Κοιταχτήκανε. Και, καθώς σήκωσε το χέρι του για να κρατήσει το δικό της, τον πρόλαβε. Τα δάχτυλά τους πλέχτηκαν μεταξύ τους. Το νυχτερινό αεράκι του καλοκαιριού έμπαινε από τα ανοιχτά παράθυρα δροσίζοντας το ονειροπόλο πρόσωπο της νεαρής κοπέλας, σέρνοντας μαζί του ευωδιές από τις ολάνθιστες αυλές των σπιτιών. Ωστόσο, μια βαθιά αυλακιά ανάμεσα στα φρύδια έκλεινε προσωρινά μέσα της την αναταραχή της ψυχής της. Η Διδώ έγειρε το κεφάλι της ελαφρά στο πλάι, σαν να τον κοιτούσε από διαφορετική γωνία και έσπασε πρώτη την σιωπή. 
«Πες μου, για εκείνη, γιατί χωρίσατε;»
«Τι;» .
«Εκείνη. Εκείνη για την οποία δεν ήθελες να μιλήσεις όταν σε ρώτησα αν είχες φορέσει δαχτυλίδι και δίστασες ν’ απαντήσεις. Δεν θες να το συζητήσουμε;»
Την κοίταξε. Δεν ήξερε, ήθελε;
«Είσαι σίγουρη ότι θες…»
«Ναι, θέλω να μου πεις» είπε.
«Πόσο χρόνο έχουμε;»
«Σε πονάει ακόμη;»
«Πού και πού. Σκέφτομαι όμως ότι, αφού δεν συμφωνούσε με το επάγγελμα μου, τότε χωρισμός ήταν αναπόφευκτος».
«Αυτό πιστεύεις;»
«Ναι» είπε. «Αλλά τότε δεν ήμουν σίγουρος.»
«Γιατί με κοιτάζεις έτσι;»
«Πως σε κοιτάζω;»
Δεν του απάντησε, αλλά ξέσπασε σε χαρούμενο γέλιο. Το γέλιο της ήταν γάργαρο που όμως δεν άκουγε το κελάηδημα του γιατί μπερδευόταν το μυαλό του με τον απόηχο των λόγων του για τη παλιά του ιστορία.
«Έχεις μια ατελείωτη γλυκύτητα.» Της λέει και με το δάχτυλό του σήκωσε το πιγούνι της.
«Θέλω να μείνω ξαπλωμένη εδώ (για πάντα) και να σε ακούω να μου μιλάς.. Θέλω ν’ αποκοιμηθώ στην αγκαλιά σου καθώς θα μου μιλάς. Πες μου μια ιστορία απ’ τα ταξίδια σου.»
«Φοβάμαι πως ακόμα κι εκεί είμαι σκέτη απογοήτευση: Δεν είμαι κάλος με τις ιστορίες. Είμαι άνθρωπος χωρίς ιδιαίτερη φαντασία.»
«Νομίζω πως υπερβάλλεις. Βλέπεις, ακόμα και η επιλογή του επαγγέλματός σου αυτό λέει. Παραδέξου το: Εσύ ο ίδιος είσαι η διάψευση των όσων διατείνεσαι. Πες μου απλά την δική σου ιστορία. Μου κάνει.» Του λέει η Διδώ.
«Αφού επιμένεις. Μα δεν είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα! Φοβάμαι ότι δεν έχω καμία ιδιαίτερη αξία για κανέναν άλλον εκτός από τον εαυτό μου».
«Με περιπαίζεις; η μου φαίνεται».
«Ε, πού και πού το κάνω κι αυτό. Βάλτε το στη λίστα με τα υπόλοιπα ελαττώματά μου».
«Ποτέ φεύγεις;» Τον ρώτησε.
«Τα πρωί. Όταν ξημερώσει.» 
Αυτό την ευχαρίστησε, ενώ του ψιθύριζε… «Σε τούτα τα μέρη το πρωί αργεί να ξημερώσει, κι όλη η Νύχτα είναι μπροστά μας …όλη η Νύχτα.» Και ανέβηκε πάλι επάνω του.
Το χαμηλό φως των κεριών που τρεμόπαιζε έκανε τις σκιές δυο ενωμένων κορμιών να χορεύουν στον τοίχο, σ ένα κρεσέντο περιπτύξεων. Ο ερωτικός χορός που βρισκόταν σε εξέλιξη απειλούσε να κάψει το μικρό δωμάτιο. Όταν την πήρε στην αγκαλιά του, επιθυμούσε να κάνει δικά του όλα τα πλούτη της ζωής. Στο πρόσωπό της βλέπει όλη την πανίδα και τη χλωρίδα της γης: γαζέλα, ελαφίνα, κρίνο και τριαντάφυλλο, χνουδάτο ροδάκινο, μυρωδάτο βατόμουρο... είναι πολύτιμος λίθος, φίλντισι, αχάτης, μαργαριτάρι, μετάξι, το γαλάζιο του ουρανού, η δροσιά των πηγών, ο αέρας, η φλόγα, η γη και το νερό. Την έσφιξε πάνω του με τόση δύναμη που την πόνεσε. Τον ήθελε και παρακαλούσε μέσα της να κρατήσει κι άλλο κι άλλο, πολύ περισσότερο. Για πάντα.
Η καυτή του ανάσα μέτρησε κάθε ύψωμα στην σπονδυλική της στήλη. Έφτασε στη μέση της κι ακολούθησε το ερωτικό της ύψωμα. Δεν άντεχε άλλο, της ήλθε να λιποθυμήσει.
Αυτός ανάσαινε πια, καυτά, στην είσοδο της σχισμούλας της που έλαμπε από την υγρασία… κι εκεί ακριβώς ήταν που άγγιξε τα κατακόκκινα έξω χείλη της με την άκρη της γλώσσας του. Πίεσε το πρόσωπό του εμπρός και οδήγησε τη γλώσσα του βίαια μέσα της.
Αυτό ήταν! Είναι η στιγμή της μεγάλης κραυγής της που ξεπήδησε από τους γοφούς της, ο κορμός της εκτοξεύεται σαν πυροτέχνημα από τη λυγερή της μέση, τα βυζιά της ερμίνες φυλακισμένες στην ίδια τους την κραυγή, πυρωμένο κάρβουνο το στόμα της που ουρλιάζει. Και τα χέρια της ρυάκια που τραγουδούν και σκορπούν αρώματα. Αυτός ξαναβρίσκει στο κορμί της τα λαμπερά αστέρια της ονειροπόλας σελήνης, το φως του ήλιου, τον ίσκιο των σπηλαίων. Μια αλυσιδωτή αντίδραση ξεκίνησε. Τον έπνιξαν τα υγρά της που έβγαιναν σε κύματα. Ένα ρίγος διέτρεξε τη ραχοκοκαλιά τους, καθώς ο έρωτας απογειώθηκε, μια έκρηξη λευκού φωτός στο μαύρο της νύχτας, μια στιγμή παράδοσης όπου ο χρόνος σταμάτησε να μετράει. Στην ηρεμία που ακολούθησε, αγκαλιασμένοι, «αφουγκράζονται» τη σιγαλιά της νύχτας, προσπαθώντας να ακούσουν, να «νιώσουν» την απόλυτη ησυχία, προσέχοντας ακόμα και τον πιο ανεπαίσθητο ήχο, σαν να προσπαθούσαν να φυλακίσουν τη στιγμή της απόλυτης ευτυχίας τους, ενώ οι αναπνοές τους έβρισκαν ξανά τον ρυθμό τους.
.... Μέσα σε ανεμοψιθυρίσματα, τον πήρε στα κλεφτά στην αγκαλιά του για λίγο ο Μορφέας. Όταν ξαφνικά τα παντζούρια γέμισαν γραμμές φωτός, ο κόσμος είχε γράψει τον νυχτερινό του κύκλο.
Με το πρώτο φως της αυγής, αχτίδες του ανατέλλοντος Ήλιου απ’ το φεγγίτη εισχώρησαν στο δωμάτιο και μαζί με το γλυκοχάραμα, έμπαινε και η μυρουδιά από τα κίτρινα άνθη της αλόης. Έξω ακούγονταν οι πρώτες φωνές των πουλιών. Ξύπνησε αλαφιασμένος στη μικρή κάμαρα και για λίγα δευτερόλεπτα προσπαθούσε να σηνειδητοποιήσει που βρισκόταν και τι είχε γίνει το βράδυ. Όταν συνήλθε και κοίταξε στο κρεβάτι η Διδώ κοιμόταν ακόμη. Το μαλακό φως του χαράματος έριχνε πάνω στο ξαπλωμένο σώμα της ένα απαλό φωτεινό πέπλο και ύπνος της ήταν γεμάτος χάρη. Στο πρόσωπο της πλανιόταν ένα ήρεμο χαμόγελο που πότε άλλοτε δεν θυμόταν να είχε ξαναδεί σε κοπέλα. Ήταν ακόμη πιο όμορφη στην αγκαλιά του Μορφέα. Έσκυψε και τη φίλησε στο μέτωπο. Τον πιάνει μια θλίψη. Σε λίγο θα τελειώσει αυτό το θαύμα που έζησε τη νύχτα. Αισθάνεται σαν τη σταχτοπούτα στο ανάποδο. Ως αυτή τη νύχτα δεν είχε ζήσει ξανά τέτοιες στιγμές, με καμία άλλη. Μα σε λίγο το παραμύθι θα τελειώσει κι αυτός αισθάνεται ότι θέλει να βάλει τα κλάματα. «Πως στο διάολο νιώθω έτσι;» συλλογίστηκε.
Την ώρα που αυτός γύρισε να ντυθεί την άκουσε να του λέει χαμηλόφωνα καλημέρα. Ανακάθισε στο στρώμα, στην άκρη του κρεβατιού γυμνή, και έριξε στην πλάτη τα ξέπλεκα μαλλιά της, με τα ρούχα δίπλα της διπλωμένα προσεκτικά. Τα τρυφερά της μάτια τον κοιτούσαν με ανάμεικτα συναισθήματα. Της ανταπέδωσε το βλέμμα και διέκρινε ένα δάκρυ να κυλά σαν μαργαριτάρι στο μάγουλο της. Ζύγωνε η ώρα ν' αναχωρήσει. Ήταν σαν αποβλακωμένος, λες και είχε λυγίσει από ένα αόρατο βάρος, αλλά ενθυμούμενος όλες εκείνες τις στιγμές που έζησαν το βράδυ του φαίνονται σαν απ’ τις πιο ευχάριστες  της ζωής του. Έξω ο ήλιος που είχε μόλις ανατείλει διατηρούσε ακόμη τις πορτοκαλιές αποχρώσεις του και το φως της ημέρας που έμπαινε στο δωμάτιο έδινε μια λάμψη στο περιβάλλον.
Μουρμούριζε στη γλώσσα του λέξεις μέσα από τα δόντια του, που για εκείνη ήταν ακατανόητες και δεν άργησε να της μεταδώσει την νευρικότητα του έτσι όπως στεκόταν σκεφτική και λίγο χλωμή. Ποιος ξέρει τι είχε μες το μυαλό της. Όταν μίλησε η φωνή της έτρεμε. «Τι μουρμουρίζεις; Το ξέρεις ότι παραμιλάς;» Του είπε αφού δεν καταλαβαίνει λέξη από τι της λέει.
«Τίποτα μάτια μου γλυκά. Όποιος δεν ξέρει τι να πει.... παραμιλάει. Ένας άγγελος είσαι καρδιά μου και δεν έχω το κουράγιο να... δεν ξέρω πως να.... πως να σε αποχωριστώ. Να πάλι μ' έπιασε λογοδιάρροια.» Της είπε.
Δάκρυα της ήρθαν δάκρυα στα μάτια.
«Σιώπα και μην λες ανοησίες.» Του ψιθύρισε.
Πήγε στην άκρη του κρεβατιού, κάθισε ακούμπησε το χέρι του στο μάγουλό της και της χάιδεψε τα μαλλιά. Τίναξε λίγο το κεφάλι της σα να'θελε να βάλει στη σειρά τα μυαλά της. «Πρέπει να φύγεις;»
Μάλλον τα λόγια της έκρυβαν έναν τόνο παραίτησης, μια σιγανή θλίψη και διάχυτη μελαγχολία να ρίχνει σκιά στο πρόσωπο της ... την φόβιζε η μοναξιά.
Έσκυψε το κεφάλι του και την φίλησε με μια βαθιά τρυφερότητα. Ένοιωθε επάνω στα χείλη του τη γεύση της αλμύρας από τα δάκρυα της – και ήταν η γεύση όλης της θλίψης, όλης της ανθρώπινης αδυναμίας. Για μια στιγμή τα πάντα σταμάτησαν μέσα του, λες μια βαθιά γαληνή είχε χυθεί επάνω του.
«Το πλοίο είναι έτοιμο για αναχώρηση και με περιμένει».
Εκείνη δεν κουνήθηκε καθάριζε τη φωνή της για να του πει αυτά που ήθελε, ενώ τα μάτια της ήταν σαν ένα δάσος σκιές. Δάγκωσε τα χείλη της. Η σκέψη ότι θα της έφευγε τώρα, ήταν τρομερή, τα χεριά της έτρεμαν, το πρόσωπο της συννέφιασε θλιμμένα, είχε γίνει κόκκινη σαν πιπεριά. Η φωνή της έτρεμε, τα χείλη και τα ρουθούνια της μύτης ανοιγόκλειναν όπως τα φύλλα από τον αγέρα, όπως τα φτερά του πουλιού κάτω από τον Ήλιο.
Μια στιγμή, ένιωσε να του κόβονται τα γόνατα. «Θα μπορέσω να φύγω απ’ το φιλντισένιο μου κλουβί; Ή θα με βρει εδώ ο ήλιος;» 
Έσκυψε πάνω της, μυρίζοντας τα μαλλιά της. «Είσαι τόσο όμορφη.»
Έξω ακούστηκαν οι πρώτες φωνές, το γάβγισμα ενός σκύλου και ποδοβολητά παιδιών που ξεκινούσαν για το σχολείο τους. Όπως τον έβλεπε, να ετοιμάζεται να φύγει, την πήρε πάλι το παράπονο.
«Μη φεύγεις.» Τα πλουμιστά της μάτια ήταν γεμάτα δάκρυα.
Έμεινε ασάλευτος ενώ μέσα του προσπαθούσε να φανεί ήρεμος κι αποφασιστικός, αλλά δεν τα κατάφερνε. Να πνίγει στη θάλασσα ήθελε έτσι που τον είχε αγκαλιασμένο.
«Σε παρακαλώ μείνε εδώ μαζί μου». Του είπε με φωνή σπασμένη.
Κούνησε το κεφάλι του. «Διδώ ακόμη κι’ αν έσκιζα την καρδιά μου στα δυο, δεν θ’ άλλαζε σε τίποτα η κατάσταση. Δεν μπορώ να μείνω εδώ στα νησιά του πράσινου ακρωτηρίου. Πρέπει να γυρίσω πίσω στο πλοίο μου. Ούτε και εσύ μπορείς να ‘ρθεις μαζί μου» της είπε, και προχώρησε με αργά βήματα προς την πόρτα.
Η Διδώ τινάχτηκε σα να τη δάγκωσε φίδι και τον πλησίασε από πίσω. Δισταχτικά άπλωσε τα χέρια και τα πέρασε γύρω από τη μέση του. Εκείνος δεν αντέδρασε κι εκείνη παίρνοντας περισσότερο θάρρος σφίχτηκε πάνω του ακουμπώντας το πρόσωπο της στην πλάτη του. Έμειναν για λίγα λεπτά έτσι, σαν σύμπλεγμα απελπισίας. Γιατί, ο καθένας, από τη δική του πλευρά, ήταν πραγματικά απελπισμένος. Αυτός γύρισε μέσα στο χειραγκάλιασμα της κοπέλας και το πρόσωπο της βρέθηκε στο στήθος του. Της χάιδεψε τα μαλλιά. Οι ώμοι της Διδώ άρχισαν να τραντάζονται από αναφιλητά και τα δάκρυα να μουσκεύουν το μπλουζάκι του. Πέρασε το αριστερό χέρι του γύρω από τους ώμους της, σα για να τους κάνει να σταματήσουν το τράνταγμα. Με το δεξί έπιασε το πηγούνι της και της σήκωσε το κεφάλι. Ύστερα έσκυψε και φίλησε τα γεμάτα δάκρυα μάτια της, γευόμενος την αρμύρα τους.
Τη φίλησε με θέρμη με δύναμη, με μια αγάπη που δεν είχε νιώσει γι’ άλλη γυναίκα. Και πολλή ώρα, πολλή ώρα, τόσο που όταν απομάκρυνε τα χείλη του απ’ τα δικά της, η πιο αγνή τρυφερότητα είχε έρθει να φωλιάσει μέσα του. Η καρδιά του χτυπούσε γρήγορα τώρα, όπως ακριβώς την ώρα που έκαναν έρωτα χθες το βράδυ. Έμειναν έτσι αγκαλιασμένοι αρκετά.
Σκούπισε με το πανωφόρι τα μάτια της και του χαμογέλασε με κόπο. Η φωνή της άλλαξε, λες κι είχε σκληρύνει, έμοιαζε πιο αποφασιστική. 
«Θα σε ξαναδώ;». Τον ρώτησε.
Αυτός χλόμιασε ένοιωσε τα αισθήματα του να βρίσκονται παγιδευμένα σε ιστό της αράχνης που προσπαθούσαν ν' απαλλαγούν. Χαμήλωσε τη ματιά του στο πάτωμα, δεν μπορούσε να συναντήσει το βλέμμα της. Μια στιγμή δισταγμού. Έπειτα μίλησε με μια φωνή γεμάτη θλίψη.
«Δεν μπορώ να σου πω, το ελπίζω στο μέλλον. Πολλά μπορεί να συμβούν». Είπε και αναχώρησε. Ένα πικρό χαμόγελό της τον κατευόδωσε.
Στην επιστροφή για το πλοίο διανύοντας τον κατηφορικό χωματόδρομο μέσα από τα χαμηλά σπίτια, τα χαρακτηριστικά του προσώπου του τραβηγμένα, το βλέμμα του χαμηλωμένο και άδειο, ένα βαθύ κενό, σημάδι πόνου που κουβαλούσε από τις εικόνες της χθεσινής βραδιάς να του υπενθυμίζει πως ένα κομμάτι του εαυτού του, έμεινε πίσω μαζί της, σαν σκιά ονείρου, για να του την θυμίζει. Ισιώνοντας το κορμί του κοίταξε για μια τελευταία φορά πίσω του και τράβηξε το σκονισμένο δρόμο βαδίζοντας ολόισια, χωρίς να σταματήσει καθώς απομακρυνόταν από τη μικρή πόλη του νησιού.
Ήθελε να βάλει τα κλάματα, που έζησε μια δυνατή ερωτική σχέση που όμως δεν μπορούσε να έχει ευτυχές τέλος. Η Διδώ ήταν πραγματικά ξεχωριστή.
«Παρακαλώ, προσέξτε την σκάλα» είπε ο βατσιμάνης του πλοίου.
Ανοιγόκλεισε τα μάτια του σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια να κρατήσει τον έλεγχο, και σε μια εφηβική του συνήθεια να σωπαίνει υποφέροντας!
«Καλώς ήρθες στο Πλοίο». 
Όταν ανέβηκε στο κατάστρωμα, είναι η στιγμή που καταλαβαίνει πως τρέχει να ξεφύγει, να ξεφύγει από κάτι που κουβαλά στις αποσκευές της ψυχής του. 
Μετά από μια εξαντλητική ήμερα στα καθήκοντα του, το βράδυ στη καμπίνα του, πέταξε βιαστικά τα ρούχα του κι έπεσε ξερός στο κρεβάτι. Άναψε ταυτόχρονα το πορτατίφ κι ένα τσιγάρο. Το ένα για να τον φωτίζει και το άλλο για να τον σκοτίζει. Είναι οι στιγμές που συνειδητοποιεί ότι ο χρόνος μπορεί να την διώξει από τις σκέψεις του, αλλά δύσκολα θα σβήσει το αποτύπωμα της. Έτριψε τα μάτια του και δοκίμασε να ιεραρχήσει τις επιθυμίες του. Του είναι πολύ πιο εύκολο να πει «Μπαρκάρισα και είμαι εδώ για να εξελιχθώ στο επάγγελμα μου» παρά «τα παρατάω και φεύγω γιατί δεν αντέχω να μην αναπνέω τον ίδιο αέρα με εκείνη». Από τη μία η «καυτή» ανάμνηση και από την άλλη το αλάτι της θάλασσας! Το σώμα του θυμάται τη θερμότητα της, ενώ το μυαλό του τον αναγκάζει να επιλέξει τη φυγή.
Τον πρώτο καιρό σαν έπεφτε στο κρεβάτι να κοιμηθεί, πέρασε νύχτες άγρυπνες ν' αναθυμιέται, τα ίδια και τα ίδια!  Προσπαθούσε να κοιμηθεί ήρεμος, μα η σκέψη της ροκάνιζε αδιάκοπα μια γωνιά του μυαλού του. Φανταζόταν ότι την κρατούσε στην αγκαλιά του. Έτσι τη σκεφτόταν. Μυροβόλα η αύρα της, να τον καλεί γοερά, δροσερή κ' ευώδης η ανάσα του κορμιού της, έρχονταν να τον τριβελίζει επιθυμώντας το άγγιγμα της. Να γεύεται τα χάδια της μέχρι που τον έπνιγε η μοναξιά εκεί που τελειώνει η μελαγχολία, κ’ ένα σύννεφο ν’ απλώνεται παντού στις σκέψεις του. Η εικόνα όμως της Διδώ με τα θολωμένα μάτια της έρχεται ακόμη στο νου και του ανακατεύει κάποιες στιγμές τις σκέψεις του και πότε-πότε τον κυρίευαν τύψεις και μια κρυφή ενοχή, για όσα συνέβησαν εκείνο το βράδυ και τα κουβαλούσε μέσα του. Τα βιολετιά τα μάτια της, άνοιγαν μ’ ένα μονάχα βλέμμα τους ρωγμές σε όσα μέσα του κρατούσαν. Το μόνο που είχε να κάνει ήταν να αποδεχτεί την πραγματικότητα και μαζί της τη θλίψη πως ότι τελειώνει δε γυρίζει πίσω. Κι αν πάλι γυρίσει, δε θα είναι το ίδιο. Δικαιολογείται στον εαυτό του, λέγοντας ότι δεν γινόταν αλλιώς! Ο ναυτικός ξέρει καλύτερα από τον καθένα ότι, ο προορισμός δεν είναι στατικός. Όπως το πλοίο άφησε πίσω του το Πράσινο Ακρωτήρι και χάθηκε στον ορίζοντα, έτσι και η ψυχή του οφείλει να συνεχίζει το ταξίδι της. Η προσκόλληση στην ανάμνηση είναι κίνδυνος. Το γεγονός ότι το Πράσινο Ακρωτήρι ήταν ήδη χιλιάδες λεύγες μακριά λειτουργούσε ως φυσικό σύνορο, μια γεωγραφική επιβεβαίωση ότι η απόσταση είναι ο καλύτερος σύμμαχος της λήθης. Η μοίρα του ναυτικού, αυτή η διαρκής κίνηση, δεν είναι πια η κατάρα του, αλλά η θεραπεία του. Η θλίψη που νιώθει δεν είναι πλέον δηλητήριο, είναι μια ήπια μελαγχολία, σαν το χρώμα του ουρανού λίγο πριν βγει το φεγγάρι. Είναι ο αποχαιρετισμός σε ένα κομμάτι του εαυτού του που πέθανε, για να μπορέσει να αναπνεύσει το τώρα. Όταν διψάς δεν είναι ανάγκη να πέσεις στο ποτάμι να πνιγείς, σκύβεις, πίνεις, ξεδιψάς και φεύγεις. Και το κάθε λιμάνι είναι ένα ποτάμι που ξεδιψάς, σκέφτεται κοιτάζοντας τα φώτα του Αλτσεσίρας στο πέρασμα του Γιβραλτάρ. Πίνεις την ομορφιά του, αντλείς τη δύναμη της στιγμής, και συνεχίζεις. Δεν μένεις για να δεις την παλίρροια να σε παρασύρει. Είναι η σοφία του ταξιδευτή που έμαθε ότι η ομορφιά μιας στιγμής δεν χρειάζεται να γίνει ιδιοκτησία του για να παραμείνει πολύτιμη. 
Με το καιρό του φαινόταν σαν ψέμα που η σιλουέτα της σταδιακά γίνεται θολή, μέχρι που τελικά ξεθωριάζει, απομακρύνεται μέσα στο σύθαμπο και ο πόνος του μαραίνεται όπως μαραίνονται τα κομμένα τριαντάφυλλα λες και ο εφήμερος ο έρωτας τους ήταν φαντασιακός. Και  όμως η χημεία που τους ένωσε ήταν μια ανεξήγητη πραγματικότητα. Ηταν απ' αυτές τις φορές που η πραγματικότητα τον άγγιξε πέρα από κάθε φαντασίωση μεχρι που ο χρόνος τις σκέψεις του για εκείνη τις παρέσυρε όπως ο άνεμος που περνά και γυμνώνει το δέντρο από όλα τα νεκρά του φύλλα και οι αναμνήσεις, οι εικόνες της, όλα έγιναν αέρας, καπνός, λησμονιά στον πάτο του πηγαδιού! Η ερωτική τους βραδιά, στην πιο γυμνή και ειλικρινή της μορφή, έπαψε να του είναι ένα ανοιχτό δικαστήριο και έγινε μια κλεισμένη ιστορία, ένα βιβλίο που τοποθετήθηκε στο ράφι, όχι γιατί ξεχάστηκε η ύπαρξή του, αλλά γιατί δεν υπήρχε πλέον λόγος να ξαναδιαβαστεί. Η λήθη δεν είναι το να μην θυμάσαι, σκέφτηκε, αλλά το να θυμάσαι χωρίς να πονάς.

Παρασκευή 10 Φεβρουαρίου 2017

Me To Perasma Tou Xronou H Foto Ksethoriase!

"Στου αδελφού μου την μαρμάρινη κρύα πλάκα επάνω, 
δέσποζε φωτογραφία μ' ένα πανέμορφο ιστιοφόρο.
Στην πρύμνη του κυμάτιζε τεραστία νορβηγική σημαία. 
Με το πέρασμα του χρόνου η φωτογραφία ξεθώριασε.
Σήμερα έγινε λάμψεις πάνω σ’ ένα κόκκινο φόντο.
Λες και την κοιτάζεις στο φως μεσ’ από κλειστά βλέφαρα."


Η ιστορία μου αυτή, είναι ένας στοχασμός και μια υπενθύμιση ότι η ζωή είναι ο αγώνας ενάντια στο αναπόφευκτο του θανάτου και ο αγώνας η κινητήρια δύναμη της ύπαρξής μας. Ο πρόωρος χαμός του αδελφού μου, άφησε πίσω του μια ασίγαστη θλίψη. Η απώλεια αυτή μου γεννά σκέψεις για το εφήμερο της ύπαρξης μας και τα ανεκπλήρωτα όνειρα μας. Αυτός ο πόνος γίνεται το θεμέλιο για βαθιά ενδοσκόπηση και επαναξιολόγηση της ζωής μας. Ο ξαφνικός αποχαιρετισμός του μου ανατρέπει κάθε έννοια χρόνου και σκοπιμότητας. Τα «ανεδαφικά όνειρα» που είχαμε πλάσει μαζί παύουν πλέον να μοιάζουν με αφελείς ψευδαισθήσεις και γίνανε μνήμες οι στιγμές που ζήσαμε και όσα οραματιστήκαμε μαζί. Η ύπαρξη του αδελφού μου, ακόμα και πρόωρα απούσα, εξακολουθεί να διαμορφώνει τον δικό μου τρόπο σκέψης. Η μνήμη του δίνει νέο νόημα σε κάθε μου βήμα, ωθώντας να εκτιμήσω την κάθε στιγμή ως μοναδική. Η κληρονομιά που μου αφήνει είναι μια σιωπηλή παραίνεση. Να συνεχίσω να ζω με αυθεντικότητα, κρατώντας ζωντανά τα όνειρα που κάποτε μοιραστήκαμε.
Η καταγραφή της προσωπικής ιστορίας του αδελφού μου πρόκειται για μία περιπλάνηση που έχει να κάνει με τον κύκλο της σύντομης ζωής του και λειτουργεί ως συνδετικός κρίκος για την κατανόηση του εφήμερου χαρακτήρα της ζωής μας. Ο κύκλος της ζωής μας υπενθυμίζει να εκτιμούμε την κάθε στιγμή, καθώς η ανθρώπινη ύπαρξη είναι σύντομη. Ο αδελφός μου είχε τα στοιχεία ενός χαρισματικού ανθρώπου! Διέθετε τη φυσική ικανότητα να μαγνητίζει τους γύρω του. Να εμπνέει εμπιστοσύνη, είχε επικοινωνιακό ταλέντο, ενσυναίσθηση και μια εσωτερική δύναμη που δημιουργούσε έλξη στους άλλους. Δεν έμενε στην επιφάνεια των πραγμάτων. Είχε βαθιά σκέψη, παρατηρητικότητα και κριτική ικανότητα. Αναζητούσε το νόημα πίσω από τις πράξεις και διέθετε πλούσιο εσωτερικό κόσμο. 
Τον διέκρινε μια αξιοθαύμαστη επιμονή να επιμένει σε μια διαρκή περιπλάνηση να γεύεται το αέναο ταξίδι της ζωής και στη διαρκή αναζήτηση του απολεσθέντα παράδεισου. Ήταν άνθρωπος που αρνείται να συμβιβαστεί με το εφήμερο και είχε μετατρέψει την ίδια του την ύπαρξη σε έναν «Οδυσσέα», ο οποίος βρίσκει την ευτυχία όχι στον προορισμό, αλλά στην ίδια τη διαδρομή. Η ζωή του ήταν μια διαρκής περιπλάνηση ωθούμενος από μια εσωτερική εγρήγορση και από την άρνηση της στασιμότητας.  Ένιωθε εγκλωβισμένος να περιορίζεται στην καθημερινή επιβίωση, ότι ζούσε σε μια πεζή εποχή χωρίς οράματα, και ιδανικά που να μπορούν να τον εμπνεύσουν και αναζητούσε την ουσία της ζωής έξω από τα στενά πλαίσια του συμβατικού τρόπου σκέψης. 
Την εποχή που διαδραματίζεται η ιστορία μας ο αδελφός είχε αφήσει πίσω του τα είκοσι πέντε χρόνια του και όδευε για τα τα πρώτα του άντα. 
Έχοντας χαθεί στις αναζητήσεις στα «γιατί» και «πώς», ήταν η περίπτωση ενός νέου άνδρα που αδυνατούσε να βρει το ζωτικό του χώρο. Αδυνατούσε να μένει άπραγος στο συντηρητικό περιβάλλον που στήνει ακόμα και φράκτες ανάμεσα στους ανθρώπους και αρνείται παθιασμένα την οποιαδήποτε μεταβολή, ενώ γύρω του τα πάντα σαλεύουν. Η προσωπική του στάση ζωής ήταν σαν την προσευχή, που μπορείς να την κάνεις παντού. Έτσι και τη ζωή του μπορούσε να την ζήσει παντού. Πάλευε με τους προσωπικούς του δαίμονες αλλά και με όσα εμπόδια η ζωή έσπερνε στον δρόμο του τα αντιμετώπιζε με γλυκόπικρο χιούμορ ως ένα άτομο που αδυνατεί να ωριμάσει, με αποτέλεσμα να βιώνει δυσκολίες σε επαγγελματικό, προσωπικό και κοινωνικό επίπεδο.
Επεδίωκε να είναι πάντα πρόσχαρος και χαμογελαστός με όλους. Προσφιλής του συνήθεια ήταν να λέει μικρά ανέκδοτα που ελαφρύνουν την ατμόσφαιρα και δημιουργούν κλίμα ζεστασιάς. Ακόμη και αν δεν τον συμπαθούσες ιδιαίτερα, ωστόσο ποτέ δεν θα επιθυμούσες το κακό του. Κινιόταν ανέγγιχτος μέσα στη μικρή ζούγκλα του περίγυρου του, κι είχε το χάρισμα της ειλικρίνειας ώστε πολύ εύκολα να μαντέψεις τις σκέψεις του, και δεν ήταν απαραίτητο να ζητήσεις την γνώμη του. Την έλεγε πρώτος. Ήταν το τυπικό του ανθρώπου να παίρνει τα πράγματα ελαφρά, μέχρι την τελευταία στιγμή, και στο τέλος μόνο να ξεσπά σε μια ασύγκριτη δραστηριότητα.
Την εποχή που διαδραματίζονται τα γεγονότα της ιστορίας μας ο αδελφός μου είχε εγκατασταθεί και ζούσε μόνιμα στο νησί της Ρόδου. Γνώρισε το νησί πρώτη φορά πριν από μερικά χρόνια όταν το επισκέφθηκε στη διάρκεια της στρατιωτικής του θητείας με αφορμή στρατιωτικές ασκήσεις. Από τα πρώτα λεπτά που πάτησε το πόδι μου στο νησί δεν του άφησε πολλά περιθώρια συναισθηματικών επιλογών. Το ερωτεύτηκε αναγκαστικά. Και αστραπιαία. Πριν καν πατήσει το έδαφος του, ακόμα απ’ το καράβι, από την πρώτη του ματιά. Όπως ακριβώς όταν ερωτεύεσαι κάτι πριν το αγγίξεις, μόνον απ’ την αύρα του.
Η βιομηχανία αναψυχής και διακοπών είχε μεγάλη ανάπτυξη στο νησί, και αυτό ήταν που έφερε πολύ κόσμο αποφασισμένο να επενδύσει στον τομέα αυτό.
Η Ρόδος είναι από εκείνους τους προνομιούχους τόπους που διαθέτει μερικά συγκριτικά πλεονεκτήματα. Την μακραίωνη ιστορίας της, την μεγάλη σε διάρκεια ηλιοφάνεια το έτος, και την θάλασσα, με ότι αυτό συμπεριλαμβάνει. Αν δε σε όλα αυτά προσθέσει κανείς και την φυσική ομορφιά του τοπίου, καταλαβαίνει εύκολα γιατί η Ρόδος αποτελεί ένα από τα πιο ελκυστικά σημεία της Μεσογείου. Σήμερα είναι ένα νησί γεμάτο από αξιοθέατα που καλύπτουν τα ενδιαφέροντα και των πιο απαιτητικών επισκεπτών.
Κλείνοντας αισίως ήδη μια πενταετία στο νησί των ιπποτών, τελευταία αισθανόταν ότι η ζωή του είναι πια μια μόνιμη ρουτίνα. Η δουλειά που είχε επιλέξει σαν μεταβατική έγινε μόνιμη, πληκτική και η σχέση του με την Μποέμ Ιρλανδή ζωγράφο αν και είχε κάνει τους πιο απίθανους συμβιβασμούς κατέληξε σε αδιέξοδο.  Αναμφίβολα αν και η Ιρλανδή έχαιρε ιδιαίτερης κοινωνικής εκτίμησης, ήταν ένας άνθρωπος που ζούσε ελεύθερα, δημιουργικά, χωρίς συγκεκριμένα όρια και αυστηρούς κανόνες με αποτέλεσμα να απομακρυνθεί ο ένας από τον άλλο. Ζούσαν δύο διαφορετικές..... παράλληλες..... πραγματικότητες που δεν συναντιόνταν τον τελευταίο καιρό. Η ζωή του δεν κυλούσε σε καλά χαραγμένες ράγες, άρχιζε να νιώθει ότι έχει τελματώσει και εκτροχιάζεται δημιουργώντας συναισθηματικές πληγές. Το να επουλώσεις τις πληγές είναι η μεγαλύτερη πρόκληση στην ζωή. Είναι ο καιρός που πρέπει κάτι ν’ αλλάξει, κάτι που θα τον πάει παραπέρα. Αν κι αυτό του φαίνεται εξαιρετικά δύσκολο, αναζητάει κάθε πληροφόρηση που θα τον βοηθήσει να υπερβεί τις παλιές πληγές. Είναι καιρός για μετακίνηση. Ένα απεριόριστο Σύμπαν δυνατοτήτων είναι διαθέσιμο μέσα του αρκεί να ξέρει πού να κοιτάξει και πώς να κοιτάξει.
Τον πρώτο του χρόνο στη Ρόδο μπήκε στη δούλεψη μιας εταιρείας θαλασσίου τουρισμού. Έγινε κάτοχος διπλώματος ταχύπλοου και ταυτόχρονα αποφοίτησε τη ναυαγοσωστική σχολή και με την πάροδο του χρόνου έγινε το δεξί χέρι του διευθυντή της εταιρείας. Έμεινε κάτι παραπάνω από ένα χρόνο σ’ αυτή την δουλειά μέχρι που αποφάσισε να κάνει κάτι δικό του. Αρχικά υπερεκτίμησε τις επιχειρηματικές του ικανότητες και συνάντησε μεγάλες δυσκολίες να σταθεί σταθερά στα δικά του πόδια. Από τις κοπιαστικές ατέλειωτες μέρες και τις ακόμα πιο οδυνηρές νύχτες ήρθαν επιτυχίες που σημάδεψαν την ζωή του. Μια επιχείρηση του με αντικείμενο την γρήγορη διατροφή κατάφερε να επιβιώσει στη διάρκεια της λειτουργίας της και να γίνει αρκετά κερδοφόρα επιχείρηση. Όλα κυλούσαν πάνω στις ράγες τις καθημερινής ρουτίνας, τίποτε δεν προμήνυε εκτροχιασμό κι ανατροπή. Δυστυχώς, σύντομα, όλα τα παραπάνω έγιναν η νέα του καθημερινότητα κι αυτό τον ασφυκτιούσε. Ο αδελφός μου λάτρευε να ζει έξω από τις γραμμές και τα πλαίσια διψούσε για νέες εμπειρίες. Πέντε χρόνια αργότερα πούλησε την επιχείρηση που δημιούργησε και ανέπτυξε με μεράκι, με εξαιρετικό κέρδος είναι η αλήθεια. Έτσι και αλλιώς δεν είχε βάλει ποτέ ταμπέλες στη ζωή του, μια ζωή που έμοιαζε ανερμάτιστη και έρμαιο των δύσκολων διαδρομών και καταστάσεων, όπως προτιμούσε να παρηγορεί τον εαυτό του.
Του άρεσε το καζίνο, το ρίσκο, η αδρεναλίνη του τζόγου τον παρέσερνε, καθόταν απέναντι από την πράσινη τσόχα και η βραδιά του έμοιαζε με μια μικρή, συμπυκνωμένη ζωή. Για εκείνον, δεν ήταν ποτέ μόνο τα χρήματα. Ήταν η ηλεκτρισμένη σιωπή και η ψευδαίσθηση ότι, έστω και για μια στιγμή, μπορούσε να κοιτάξει την τύχη στα μάτια και να την αναγκάσει να ανοιγοκλείσει πρώτη τα βλέφαρα.
 Αυτή η ανάγκη του για το ρίσκο, όμως, ήταν ένα νόμισμα με δύο όψεις. Η αδρεναλίνη είναι εθιστική και όταν το ρίσκο σταματά να είναι ψυχαγωγία και γίνεται ανάγκη για να νιώσει κανείς ζωντανός, το παιχνίδι αλλάζει κανόνες και αρχίζει να ορίζει εκείνο τον παίκτη, αντί για το αντίθετο. Δεν ακολουθούσε πάντα τον κανόνα «παν μέτρον άριστον»  Του φαινόταν δύσκολο να καταλάβει ότι όλα στη ζωή είναι μια πείνα, μια άσβεστη πείνα που μπορεί να σε κατασπαράξει τον ίδιο και να σε οδηγήσει στην καταστροφή. Η ψευδαίσθηση ότι μπορούσε να χορτάσει τη ζωή ήταν το πιο γλυκό του καταφύγιο στο οποίο ήταν παγιδευμένος. Έξω είχε αρχίσει να σουρουπώνει και η πιο λατρεμένη του ώρα της ημέρας τον βρήκε στους δρόμους της παλιάς πόλης να σέρνει αργά τα βήματά του. Είχε φτάσει η στιγμή για την πιο χαλαρωτική απόλαυση. Διάλεξε μια καφετέρια στο πολύβουο πεζόδρομο και κάθισε να απολαύσει μια δροσιστική μπύρα, ενώ ο ήλιος προσπαθούσε να κρυφτεί πίσω από τα επιβλητικά κτίρια. Το συνηθισμένο αυτό δροσιστικό υγρό ξύπνησε τις αισθήσεις του, βοηθώντας τον να ρουφήξει απερίσπαστος τις τελευταίες αχτίδες του πορτοκαλόχρου Ήλιου. Ένα αίσθημα ευεξίας και πληρότητας τον κατέλαβε μονομιάς. Άρχισε να χαζεύει τους περαστικούς και να μεταφέρεται νοητά στις επόμενες τρεις ώρες και στην προγραμματισμένη επαγγελματική συνάντηση που θα είχε με έναν Πέρση επιχειρηματία, έχοντας κατά νου να εξασφαλιστεί το βέλτιστο αποτέλεσμα από τις διαπραγματεύσεις τους.
Ένας ντόπιος επιχειρηματίας - έμπορος έργων τέχνης - περιστασιακά συνεργαζόταν με τον αδελφό μου, ήταν αυτός που είχε προγραμματίσει αυτό το ραντεβού, δηλώνοντας του ταυτόχρονα με έμφαση.
«Για τους ξένους επενδυτές, η ευγενική συμπεριφορά, ο σεβασμός, και η προσοχή είναι απαραίτητα στοιχεία ώστε να ανοίξουν οι πόρτες σε μια επιτυχημένη επαγγελματική συνάντηση.»
Και συνέχισε με νόημα. «Όταν η τέχνη και το εμπόριο αντιμετωπίζονται ως βασικοί πυλώνες του πολιτισμού και της κοινωνικής εξέλιξης, τότε οι λαοί διαμορφώνουν και μια κοσμοπολίτικη αντίληψη, που οδηγεί στην έννοια πρόοδος.»
Στο διπλανό τραπέζι ένα ανέμελο νεαρό ζευγάρι είχε μόλις τελειώσει το φαγητό του και επιδιδόταν σ' ένα παθιασμένο φιλί. Τα βλέφαρα φτερούγιζαν αντανακλώντας το πάθος τους και η αλογοουρά της όμορφης κοπέλας λικνιζόταν με χάρη στην πλάτη της. Ο αδελφός μου χαμογέλασε συγκαταβατικά, καθώς χαιρόταν ιδιαίτερα να βλέπει ερωτευμένους ανθρώπους να πετάνε στα σύννεφα. Είχε νιώσει αρκετές φορές ερωτευμένος με κάποιες απ' τις γυναίκες που είχε κατά καιρούς στο πλάι του, όμως ο χρόνος ερχόταν αμείλικτος ν' αποδείξει ότι ήταν ένας απλός ενθουσιασμός. Η ιστορία δίδασκε ότι ο αδελφός μου πάντα έφευγε πρώτος από τις σχέσεις του. Εκείνο το γκρίζο δευτερόλεπτο που διαισθανόταν ότι σπαταλάει τις σταγόνες της ψυχής του σ' έναν δεσμό χωρίς μέλλον, εξαφανιζόταν χωρίς δεύτερη σκέψη. Αντιλαμβανόταν την ψυχή του ως πεπερασμένη κι ήθελε να διαφυλάξει το μεγαλύτερο δυνατό μέρος της ατόφιο για τη δικιά του μελλοντική πριγκίπισσα της καρδιάς του.
«Ο έρωτας είναι σαν μια καινούργια χώρα που ναι μεν κρατάς χάρτη για να την ανακαλύψεις αλλά στο βάθος εύχεσαι να χαθείς στα σύνορα της». Μιλούσε στον εαυτό του,  μιλούσε μέσα του.
Χαμογέλασε ενθυμούμενος τα παιδικά μας χρόνια και τις διηγήσεις του σοφού παππού μας.  «Είστε φτιαγμένοι από το ίδιο υλικό όπως τα δέντρα. Όταν το πιστέψετε μπορείτε να ανθίσετε». Μας έλεγε με στοργική  αγάπη.
Με τον Τζαφέρ –όπως λεγόταν ο Πέρσης-  είχαν γνωριστεί μια κρύα νύχτα του τελευταίου χειμώνα την ώρα που ολόκληρη η πόλη κοιμόταν εκεί που μπορείτε να ικανοποιήσετε την αδρεναλίνη σας ή να απολαύσετε τον καφέ και το ποτό σας  στο πολυτελέστατο μπαρ του Καζίνο της Ρόδου.  Ήταν ένας τριανταπεντάρης κοσμοπολίτης άνδρας με καταγωγή από την Περσία κι από το κλειστό κύκλο του ανατραπέντα Σάχη. Τη νύχτα εκείνη φλυάρησαν ευχάριστα για αρκετό χρονικό διάστημα. Έκτοτε οι δρόμοι τους μέχρι και σήμερα δεν ξανασυναντήθηκαν.
Απόψε συναντιούνται και πάλι. Το ραντεβού με τον Τζαφέρ ήταν για τις εννέα και μισή άλλα φρόντισε να φτάσει δέκα λεπτά νωρίτερα Το γραφείο του Πέρση όπου θα γινόταν η συνάντηση ήταν σ’ να στενό δρόμο της παλιάς πόλις, στο εσωτερικό μια μικρής αυλής που δεν την έβρισκε κάνεις εύκολα. Ο αδελφός μου ενστικτωδώς το σημείωσε αυτό στο μυαλό του. Κάτι δεν πήγαινε καλά. Το ένστικτο κι η διαίσθηση του τον προειδοποιούσαν. Το στομάχι του σφίχτηκε. Προσπάθησε να πείσει τον εαυτό του ότι αυτό που ένοιωθε είναι το τρακ της συνάντησης.
Σαν έφτασε βρήκε τον Τζαφέρ να τον περιμένει στο δροσερό περιβάλλον του γραφείου. Το εσωτερικό του γραφείου με την εμφάνιση του έδινε την εντύπωση, άνεσης και πλούτου για τον ιδιοκτήτη του. Ο Τζαφέρ περνούσε λίγα χρόνια τον αδελφό μου αλλά τα γκριζαρισμένα μαλλιά πρόσθεταν αλλά πέντε στην ηλικία του. Ήταν ένας εύρωστος άνδρας γύρω στο μπόι του αδελφού μου – ένα ογδόντα πέντε – γεροδεμένος. Απέπνεε έναν αέρα ήρεμης αυτοπεποίθησης που δημιουργούσε εκ πρώτης όψεως την εντύπωση ανθρώπου καλόβολου και ευτυχισμένου. 
Αντάλλαξαν χειραψία επιφυλακτικά αναμετρώντας ο ένας τον άλλο. Τότε από το πρόσωπο του αδελφού μου φάνηκε ένα διάφανο χαμόγελο. Ήταν το χαμόγελο του ανθρώπου που ενώ ανάλαβε μια δουλειά για την όποια δεν νοιαζόταν ιδιαίτερα, είχε αποφασίσει να την κάνει όσο καλύτερα μπορούσε.
Ο Τζαφέρ του εκμυστηρεύτηκε πως είχε μια εταιρία με πλούσια εμπειρία σε υπηρεσίες που προσφέρονται σε ξενοδοχεία και στη θάλασσα στο χώρο σκαφών αναψυχής στη περιοχή του περσικού κόλπου. Απόφαση του ήταν να προχωρήσει σε παρόμοιες επενδύσεις στο νησί της Ρόδου και αναζητούσε συνεργάτη ικανό να μπορεί να διαχειριστεί την επένδυση. Το ζήτημα της χρηματοδότησης ήταν αποκλειστικά δική του ευθύνη, αυτός απλώς αναζητούσε τον άξιο μάνατζερ ώστε να προχωρήσει τα επιχειρηματικά σχεδία του.
Περνώντας οι μέρες ο αδελφός μου με τον Τζαφέρ είχαν δημιουργήσει μια περίεργη σχέση, που ήταν ταυτόχρονος φιλική και τυπική. Αν και είχαν πλέον μια οικειότητα που τους επέτρεπε να αποκαλούνται με τα μικρά τους ονόματα, ο αδελφός μου συνέχιζε να έχει ελάχιστες πληροφορίες για το παρελθόν του Τζαφέρ, και είχε σκεφτεί πολλές και διαφορετικές θεωρίες.
Ανάμεσα στα σχέδια τους ήταν και η αγορά ενός σκάφους με αντικείμενο τον θαλάσσιο τουρισμό. Ο αδελφός μου γνώριζε ότι στην αγορά προσφερόταν προς πώληση ένα παραδοσιακό εντυπωσιακό ξύλινο σκάφος αναψυχής, ένα τρεχαντήρι 18 μέτρων ο πιο χαρακτηριστικός και διαδεδομένος τύπος ξύλινου σκάφους στο Αιγαίο. Ένα σκαρί ναυπηγημένο στους φημισμένους ταρσανάδες της Σάμου.
Ήταν χωρίς υπερβολή ένα εντυπωσιακό σκάφος. Ήταν εξ ολοκλήρου κατασκευασμένο με πευκόξυλο από τα δάση της Σάμου.  Φαρδύ στη μέση και με χαμηλά ύφαλα είχε έντονα καμπυλωτές πρύμη και πλώρη κι ένα σκαλιστό άλμπουρο που ορθωνόταν ψηλά πάνω από την κουπαστή. Σαν ιστιοφόρο ήταν καλά εξοπλισμένο μ’ έναν τρίγκο μια μπούμα και δυο φλόκους. Ήταν ένα τυπικό δείγμα τρεχαντήρι, ήταν εντυπωσιακό και πολύ όμορφο. Το καθόλου ευκαταφρόνητο αμπάρι του είχε μετατραπεί σε καμπινές και το κατάστρωμα σε γέφυρα μ' ένα τεράστιο σαλόνι.
Μετά από μερικά τηλέφωνα έμαθε ότι το όμορφο σκαρί βρίσκεται αυτή την εποχή σε μαρίνα σκαφών αναψυχής στην Αττική.
Αναχώρησε αρχικά με το πλοίο της γραμμής για το νησί της Κω, να τακτοποιούσε κάποιες εκκρεμότητες σε μια μικρή επιχείρηση ειδών τουρισμού που συνεργαζόταν και ακολούθως θα πετούσε για την Αθήνα να συναντήσει τον πωλητή του σκάφους.
Το πρωινό τον βρήκε καθισμένο αναπαυτικά στη μικρή αίθουσα του αεροδρομίου, βλέποντας το πολύβουο πλήθος που ξεχυνόταν μπροστά του σαν ορδή μυρμηγκιών. Ένα συνονθύλευμα χρωμάτων, αρωμάτων και εκφράσεων γέμιζε το οπτικού του πεδίου. Έκλεισε τα μάτια και αφέθηκε να καταγράψει τις εικόνες. Στο μαύρο φόντο των βλεφάρων του μια απρόσκλητη λάμψη άρχισε να μεγαλώνει. Όταν τα άνοιξε ξανά, ανακάλυψε μια φωτεινή γυναικεία οπτασία. Εστίασε ο βλέμμα στο πρόσωπο το σαγηνευτικά οικείο σ' αυτόν.
Η Ζανέτ!
Ήταν η λάμψη που αποτυπώθηκε στα βλέφαρά του, με τα ελεύθερα πυρρόξανθα μαλλιά της να πλαισιώνουν τ’ όμορφο πρόσωπο της. Τα μάτια της γαλάζια με ασυνήθιστο βάθος. Η μυτούλα της αναιδής και τα σαρκώδη χείλη της μισάνοιχτα καθώς εισερχόταν στην κλιματιζόμενη αίθουσα με την θορυβώδη παρέα της. Ο ήλιος της μεσογείου δεν είχε καταφέρει να σβήσει τις απαλές φακίδες που στόλιζαν τη ράχη της μύτης της και που μόλις διακρίνονταν κάτω από το ηλιοκαμένο χρώμα της. Του φαινόταν ιδιαίτερα ελκυστικό το ψεγάδι τούτο. Και το στόμα της ήταν ελκυστικό. Αναρωτήθηκε τι γεύση να είχε, και ένιωθε να τον ερεθίζει η σκέψη και μόνο.Το σοκ ήταν ευχάριστο σαν βουτιά σε βουνίσιο χείμαρρο. Στη θέα της αναρίγησε, αλλεπάλληλα κύματα άδραξαν τα σωθικά του και διάφορες εικόνες άρχισαν να περνούν από το μυαλό του.
Εκείνη τη στιγμή η Ζανέτ ειδοποιούμενη από κάποιο τηλεπαθητικό ένστικτο γύρισε προς το μέρος του και διέκρινε την σιλουέτα του ανάμεσα στο πλήθος. Για ένα λεπτό που κράτησε όσο μια αιωνιότητα, έμεινε σιωπηλή, κεραυνοβολημένη, από ένα αίσθημα κατάπληξης.
«Θεέ μου» ψιθύρισε. Το βλέμμα τους έσμιξε και μείναμε να κοιτάζονται. Πετάχτηκε όρθιος και με ένα τελευταίο βήμα εξαφάνισε την απόσταση που υπήρχε ανάμεσα τους.
«Πρέπει να κόψουμε αυτές τις συναντήσεις» της είπε. «Θ’ αρχίσουν να μας υποπτεύονται»
Ένα χαρούμενο πλατύ χαμόγελο εμφανίστηκε στο δροσερό πρόσωπο της. Η αντίδραση της ήταν άμεση, όσο για τον τόνο της φωνής της, διατηρούσε πάντοτε τη  χαρακτηριστική μουσικότητα.
«Δεν ξέρεις πόσο χαίρομαι που ξανά ανταμώνουμε, χαρούμενο κάθαρμα!» του φώναξε εγκάρδια.
Φτερούγισε η καρδιά του, κάτι σαν ρίγος, κάτι δύσκολο να περιγράψει, ένοιωσε ανατριχιάζοντας, ενώ τα χέρια τους δυνάμωναν το σφίξιμο τους. Όχι ακριβώς σεξουαλικό, αλλά μάλλον ένα είδος εσωτερικής επικοινωνίας.Τα χεριά τους χωρίστηκαν. Ο δεσμός ανάμεσα τους διακόπηκε, αλλά δεν χάθηκε.
Είχαν συναντηθεί πολλές φορές στο πρόσφατο παρελθόν. Την ύπαρξη με τη μικροσκοπική ελιά πάνω απ' τα χείλη την γνώριζε πολύ καλά εδώ και τρία χρόνια. Το μυαλό του έκανε χιλιάδες συσχετισμούς ταυτόχρονα, ταξιδεύοντας σε ενδόμυχες διαδρομές.
Ο χρόνος γύρισε πίσω τρία ολόκληρα χρόνια και «βυθίστηκε» στις αναμνήσεις του.
«Θα με κοιτάς χωρίς να μιλάς;»
«Μπορεί και να το κάνω» της απάντησε. «Αν το θέλω» πρόσθεσε χαμογελώντας 
Ήταν όλοι τους νεαροί έως τριάντα ετών από διάφορες χώρες της Ευρώπης, με αφοπλιστική άνεση στον λόγο και στη σωματική επικοινωνία. Αποτελούσε κι εκείνος κρίκο μιας εκλεκτής παρέας που μοιράστηκαν εμπειρίες και βιώματα απολαμβάνοντας το γαλάζιο της θάλασσας και του ουρανού. Οι γυναίκες της παρέας ήταν στην πλειονότητά τους ξανθιές, όμορφες, γεμάτες δυναμισμό και γοητεία υπεροχής. Η ζεστή αύρα του και το πλατύ χαμόγελο του, κέρδιζαν αμέσως τις εντυπώσεις και τον καθιστούσαν στο επίκεντρο.
Ο κόσμος είναι όμορφος ακριβώς γιατί αποτελείται από χιλιάδες αγόρια και χιλιάδες κορίτσια.
Η Ζανέτ ήταν γέννημα θρέμμα το Νορβηγικού βορρά, εκεί που τα βράδια του καλοκαιριού οι εποχές μπερδεύονται. Τα μεσάνυχτα το φως του ήλιου στο βάθος του ορίζοντα παραμένει ακόμα αχνό, άλλα υπαρκτό μέσα σ’ ένα βαθύ μπλε τοπίο. Μεγάλωσε δίπλα στη θάλασσα και τα καταπράσινα δάση, με προπάππο ναυτικό και θείους ιστιοπλόους, είχε από πολύ μικρή τη θάλασσα στο αίμα της. Από πιτσιρίκα είχε ένα δικό της βαρκάκι κι έκανε συνεχώς βόλτες.
Αφού ολοκλήρωσε τις σπουδές της, εργάστηκε στην εταιρεία πετροχημικών της οικογένειας, όμως πολύ σύντομα κατάλαβε ότι η συμβατική ζωή δεν της ταιριάζει. «Σε αντίθεση με τις φίλες μου, που ήθελαν να κάνουν καριέρα και οικογένεια, εγώ ήθελα να ταξιδεύω» έλεγε η Ζανέτ η οποία μέσω κοινών γνωστών είχε γνωρίσει τον αδελφό μου όταν η οικογένεια της πέρασε τις καλοκαιρινές διακοπές, με το ιδιόκτητο καταμαράν τους στο νησί της Ρόδου. Η οικογένεια της είχε στην κατοχή της ένα καταπληκτικό πανέμορφο λευκό με μαύρα ύφαλα ιστιοπλοϊκό καταμαράν.
Η Ζανέτ και ο αδελφός μου δεν ήταν παρά απλοί φίλοι.
Ήταν όμως, εξίσου αληθινό πως είχαν συμπαθήσει πολύ ο ένας τον άλλο, και πως όλοι στην παρέα το είχαν καταλάβει. Πολλοί από το περιβάλλον της Ζανέτ της είχαν πει επιδοκιμαστικά «Λιώνεις τον πάγο» και το κομπλιμέντο την είχε κολακέψει.
Τα αισθήματα του αδελφού μου ήταν τα φυσιολογικά αισθήματα οποιουδήποτε άνδρα προς μια κοπέλα τόσο γοητευτική όσο η Ζανέτ. Δεν ήξερε αν η σχέση εξελίσσονταν σε κάτι πιο σοβαρό. Δεν ήταν άλλωστε ακόμη σίγουρος αν ήθελε να γίνει κάτι τέτοιο.
Ούτε η Ζανέτ από την πλευρά της ήταν σίγουρο ότι το ήθελε. Μερικές φορές χανόταν μέσα στις ονειροπολήσεις, όπου η καριέρα της είχε δευτερεύουσα σημασία. Θα παντρευόταν φυσικά μια μέρα κι ο άνδρας που θα έπαιρνε θα ήθελε να έμοιαζε πολύ με τον αδελφό μου. Το ότι θα μπορούσε όμως να ήταν ο ίδιος ο αδελφός μου ήταν μια σκέψη που απέφευγε να την κάνει. Την γοήτευε με την απλότητα του, με την ανεπιτήδευτη συμπεριφορά του, με το ανέμελο ντύσιμο του – φορούσε σχεδόν πάντα τζιν – με τη φανερή περιφρόνηση του για την παράδοση και με την ακόμη πιο φανερή στάση του να μην τον δαμάσει η καθημερινότητα. Ο αδελφός μου ήταν η μεσογειακή φιγούρα του γοητευτικού νεαρού άνδρα που τραβούσε τα βλέμματα των θηλυκών που προσπερνούσε. Τα πάντα ήταν άψογα πάνω του. Κορμοστασιά ευθυτενής. Μαλλιά καστανόξανθα περιποιημένα, ελαφρώς κυματιστά. Πρόσωπο καθάριο. Βλέμμα ζεστό, διαπεραστικό μα και υπεροπτικό ανάβλυζε από τα μελιά του μάτια.
Έλξη υπήρχε δεν χωρούσε καμία αμφιβολία, έντονη και από τις δυο πλευρές.
Βρέθηκαν στο αεροπλάνο. Μ’ ένα μαγικό τρόπο κατάφεραν να κάθονται πλάι πλάι.
Το νησί του Ιπποκράτη, και οι ηλιόλουστες ακτές του βρισκόταν από κάτω τους καθώς το τζετ, που ανυψωνόταν τους έφερνε όλο και ψηλότερα στον ουρανό.
Ο Ζανέτ διάβαζε την εφημερίδα με απολυτή αυτοσυγκέντρωση που όμως δεν μπορούσε να ξεγελάσει τον αδελφό μου ούτε για μια στιγμή. Αποφάσισε να περιμένει για λίγο και να κάνει μερικές ερωτήσεις κατά την διάρκεια της πτήσης.
Αυτή ύψωσε το βλέμμα της, περιμένοντας τον αδελφό μου να μιλήσει πρώτος.
«Έχει περάσει καιρός από τότε.», μουρμούρισε αμήχανα.
«Από τότε που χωριστήκαμε, πόσες φορές η αύρα της άνοιξης διαδέχτηκε την πάχνη του χειμώνα;» τον ρώτησε.
Ακούγοντας τη να ομιλεί έτσι ο αδελφός μου του ξαναήρθαν στη μνήμη οι όμορφες εκείνες εποχές που ένοιωθε απέραντη τρυφερότητα γι’ αυτήν.
Ρουφούσε τα λόγια της και τα χρώματα που έβγαζαν οι λέξεις της, και τις μυρωδιές που έμοιαζαν σαν υπογραμμίσεις στις φράσεις της.
«Ε λοιπόν δεν θα σου έλεγα ψέματα, αν σου έλεγα ότι σε σκεπτόμουν όλο αυτόν τον καιρό.»
Της τόνισε με απόλυτη ειλικρίνεια.
Στη συνέχεια η πτήση για την Αθήνα ήταν επεισοδιακή με αναταράξεις.
Του κράτησε σφικτά το χέρι.
Ο αδελφός μου ανταποκρίθηκε ακουμπώντας στοργικά το χέρι στους ώμους της.
Η Ζανέτ πήρε μια βαθιά ανάσα και προσπάθησε να χαλαρώσει.
Μετά βυθίστηκαν στη σιωπή απορροφημένος ο καθένας από τις σκέψεις του.
Έκλεισαν τα μάτια κι όταν τα ξανάνοιξαν, μολονότι νόμιζαν πως πέρασαν μόλις λίγες στιγμές, διαπίστωσαν ότι ετοιμάζονταν να προσγειωθούν. Σηκώθηκαν απρόθυμα από τις θέσεις τους.
Το βραδάκι βρέθηκαν να συνωστίζονται οι δυο τους στα στενά δρομάκια και τις γραφικές πλατείες της Πλάκας. Το βράδυ ο ιερός βράχος της Ακρόπολης φάνταζε σαν κορώνα πάνω από την Πλάκα, λουσμένος καθώς ήταν στο φως των προβολέων που τον τύλιγαν σε μια γλυκιά άχλη. Την επομένη η Ζανέτ αναχώρησε για τις Σπέτσες να συναντήσει τους δικούς της.
Το προς πώληση παραδοσιακό σκάφος βρισκόταν ελλιμενισμένο στο λιμανάκι της Ζέας όπου επικρατεί συνωστισμός και φασαρία και πολλά σκάφη χρησιμοποιούν την μαρίνα για χειμερινό αγκυροβόλιο.
Για τον αδελφό μου υπήρχαν ακόμη πολλά πράγματα που έπρεπε να μάθει για το παραδοσιακό σκάφος αναψυχής. Ο πιο κατάλληλος να τον βοηθήσει ήταν ο Αλέκος. Ο Αλέκος ήταν ένας νεαρός άνδρας που είχε εργαστεί ένα ολόκληρο καλοκαίρι μαζί με τον αδελφό μου στην εταιρεία ιστιοφόρων σκαφών αναψυχής – σκιπερς- και είχαν δημιουργήσει μια εγκάρδια σχέση μεταξύ τους.
Ο πατέρας του Αλέκου, ψηλός λεπτός με πυκνά ακατάστατα μαλλιά και έντονα μαυρισμένο δέρμα, έμπειρος επιχειρηματίας που δραστηριοποιείται στο χώρο της κατασκευής και εμπορίας σκαφών αναψυχής με έδρα στη Δυτική Αττική και καλύπτει τον ευρύτερο χώρο της Ελλάδος ήταν αυτός που ανέλαβε να τον βοηθήσει. Άλλωστε το σκάφος αυτό είχε περάσει αρκετές φορές από το καρνάγιο του. Ήταν ένας κρητικός στην καταγωγή δαιμόνιος επιχειρηματίας, που ανδρώθηκε στη δύσκολη δουλειά της ναυπηγοεπισκευαστικής ζώνης της ευρύτερης περιοχής και η επιχείρηση του ανθούσε. Η αγορά είχε σε μεγάλη υπόληψη τις επιχειρηματικές ικανότητες του. 
 «Εκπλήσσομαι!» του λέει.
«Γιατί;»
«Ωραία όλα αυτά που μου λες! Σε ρωτώ λοιπόν! Γνωρίζεις στ’ αλήθεια ποιος είναι αυτός ο μυστηριώδης εργοδότης παύλα χρηματοδότης σου;» Τον ρώτησε τον αδελφό μου. «Αχ, βρε αγόρι μου! Άκουσε όμως τι θα πω εγώ τώρα. Εγώ τον τύπο το γνωρίζω πολύ καλά γιατί κάποια στιγμή τον είχα πελάτη.  Για τον Πέρση φίλο σου οι απόψεις διίστανται και κανένας δεν μπορεί να πει με σιγουριά ένα «ναι» ή ένα «όχι» κατά πόσο καλοπροαίρετος, νομοταγής και υπεύθυνος επιχειρηματίας επενδυτής είναι. Κατ’ άλλους είναι ένας ικανότατος λαθρέμπορος, και κατ’ άλλους δαιμόνιος επιχειρηματίας. Κατ' εμένα είναι ένας ικανότατος επιχειρηματίας που πατά σε δύο βάρκες, κρατώντας την ισορροπία του, έτοιμος ανά πάσα στιγμή να πεταχτεί στη μία ή στην άλλη! Μην πάρεις επάνω σου το βάρος των πράξεών του, απλά κρατήσου μακρυά του. Το γραφείο του πιστεύω ότι έχει διασυνδέσεις με Ινδούς και Πακιστανούς εμπόρους χρυσού. Είναι κρίκος μιας αλυσίδας που διακινεί παράνομα χρυσό από το Περσικό κόλπο στην Ινδία.»
Ο αδελφός μου προσώρας ταλαντεύτηκε βασανισμένος. «Δεν μπορεί να μιλάς σοβαρά» του είπε βηματίζοντας νευρικά για να απελευθερώσει ένα μέρος της νευρικότητας που τον είχε πλημμυρίσει.
«Εγώ απλά προσπαθώ να σε προειδοποιήσω. Καλύτερα να το ξανασκεφτείς. Μην μπαίνεις σε τέτοιους μπελάδες.» Συμπλήρωσε ο κρητικός και τον απέτρεψε να δεχτεί αυτή τη συνεργασία. Τη θεωρούσε λάθος.
Μια αρχική παγωνιά σκέπασε ολόκληρο το κορμί του αδελφού μου, καθώς σκέφτηκε το δίλημμα που έπρεπε ν’ αντιμετωπίσει. Η αλήθεια είναι ότι μ’ αυτά που άκουσε, μια ακόμη επαγγελματική ευκαιρία που του κτυπούσε την πόρτα έπρεπε να την απορρίψει. Ωστόσο δεν σήκωσε και μαύρα πανιά. Το ένστικτο του έλεγε ότι κάτι έκρυβε εκείνο το γραφείο πίσω από τη μικρή αυλή, αλλά ποτέ του δεν είχε αντιληφθεί κάτι το ιδιαίτερα σοβαρό και παράνομο.
Τις επόμενες ώρες είχε συνέλθει τελείως, ήταν εξαιρετικά ευδιάθετος. Δε θα ‘λεγες ότι δεν του καιγόταν καρφί. Ήταν όμως φανερό ότι ένοιωθε απελευθερωμένος. Αποφάσισε ότι δεν θα επέτρεπε στον εαυτό του να υποφέρει επειδή είχε αποτύχει να μαντέψει την πραγματικότητα που κρυβόταν πίσω από τις επαγγελματικές ασχολίες του Πέρση.
Δεν ήταν λοιπόν μεγάλη έκπληξη ότι ο αδελφός μου αποφάσισε να ακυρώσει το ραντεβού με τον μεσίτη του παραδοσιακού σκάφους. Είχε πάρει ήδη το μονοπάτι που θα τον ταξίδευε στα μυστικά βάθη μέσα στον ίδιο του τον εαυτό. Πέντε ώρες αργότερα σαλπάρισε με το πλοίο της γραμμής για τις Σπέτσες. Το γλυκό απογευματινό φως τον βρήκε ακουμπισμένο στην κουπαστή του πλοίου. Αγνάντευε το νησί και ένοιωσε χαμένος μέσα σε βαθιά γαλάζια μάτια και στο άρωμα που άφησε πίσω της η ηλιοφίλητη επιδερμίδα της.
Όταν η Ζανέτ έκανε την πρόταση στον αδελφό μου αν ήθελε να ταξιδέψουν με το ιστιοπλοϊκό νότια προς τη Μονεμβάσια και Ελαφόνησο αυτός παρ’ όλες τις επιφυλάξεις του ενθουσιάστηκε από την ιδέα. Το αναζητούσε αυτό, να φύγει μακριά, αναζητώντας καταφύγιο στην ηρεμία της θάλασσας. Εκεί πίστευε πως θα γιάτρευε τις πληγές του με τους ήχους του άνεμου και των κυμάτων.
Πιότερο από ποτέ, σήμερα λαχταρούσε να σαλπάρει και πάλι για κείνους τους  τόπους, που ‘χεν ακούσει τόσες και τόσες ιστορίες στα χρόνια που κύλησαν από τον ξενιτεμό τους.
«Είναι καλός καιρός για μετακίνηση;» τον ρώτησε την επομένη το πρωί. «Ο καλύτερος» της απάντησε και ήθελε τόσο πολύ να γευτεί την ευφορία μέσα στο αλάτι της θάλασσας.
Να ξεδιψάσει δηλαδή σε κείνη την  ακτή που βρέχεται από όλα τα… ενδεχόμενα.
Μετά τη ρώτησε επιφυλακτικά. «Και ποιος θα πλοηγήσει το σκάφος».
Η Ζανέτ έδειξε θιγμένη.
«Εγώ φυσικά». Απάντησε. «Το έχω κάνει πολλές φορές».
Περίμενε να αμφισβητήσει ο αδελφός μου τις ικανότητες της, αλλά αυτός το απέφυγε. Είχε αντιληφθεί πως η Ζανέτ ήταν ισορροπημένη κοπέλα, ίσως παραπάνω από όσο έπρεπε. Όταν διατεινόταν ότι μπορεί να κάνει μια δουλειά, δεν έλεγε ποτέ ψέματα.
Υπήρχε ωστόσο, ένα ακόμη σημείο που έπρεπε να κανονίσουν. Το σκάφος έπαιρνε τέσσερα άτομα. Έπρεπε να βρουν τους άλλους δυο.
Φίλοι του υγρού στοιχείου και οι δυο, τόλμησαν να αντιμετωπίσουν τον Ποσειδώνα! Με δίπλωμα ναυτοσύνης οι δυο τους, έδειξαν εμπιστοσύνη στην πείρα τους κι αποφάσισαν να ξελογιαστούν από το μουσικό θρόισμα του αέρα στα πανιά, να μεθύσουν από το συρτό ήχο που κάνει το σκάφος γλιστρώντας στα κύματα!
Μονάχοι τους!.
Γενικά από πλευράς καιρικών συνθηκών οι πρώτες μέρες του Αυγούστου ήταν φθινοπωρινές. Σαν Οκτώβρης ήταν! Συννεφιά, ισχυροί άνεμοι και βροχές. Ο αδελφός μου το έβρισκε εντελώς ασυνήθιστο, και αστείο μαζί, να είσαι Αύγουστο στην Ελλάδα, και μάλιστα στις Σπέτσες, και να είσαι κουκουλωμένος με νιτσεράδα!
Εκείνο το πρωί όμως ήταν χαρά Θεού, η θάλασσα γυαλί. Ο ήλιος αναδυόταν μέσα από το Αιγαίο πέλαγος γεμίζοντας τον γαλάζιο ουρανό με πορτοκαλί λιωμένα τριαντάφυλλα. Ζέστη και μια διαύγεια στην ατμόσφαιρα απίστευτη, με ασθενείς άνεμους, ανήμπορους να φουσκώσουν τα πανιά του ιστιοπλοϊκού. Ακατάλληλος καιρός για ιστιοπλοΐα.
Μπρος η μια μηχανή λοιπόν, με πέντε κόμβους ταχύτητα, το σκάφος απέπλευσε από το κοσμοπολίτικο λιμένα των Σπετσών αφήνοντας  πίσω του το ακρωτήριο του Ζάστανο, αθόρυβα και αργά, αλλά σταθερά, έβαλε πορεία στο νοτιά, πλώρη για το Κυπαρίσσι και τη Μονεμβάσια. Με το μεγάλο τιμόνι να κάνει ένα "κλικ", πότε αριστερά και πότε δεξιά, στην προσπάθειά του να υπακούσει στις εντολές του αυτόματου πιλότου. Το καταμαράν είναι το κατ’ εξοχήν σκάφος κρουαζιέρας. Ξακουστό για την όρθια, γρήγορη και ασφαλή πλεύση του σε όλες τις θάλασσες, έχει μικρό βύθισμα και εύκολο χειρισμό. Πλεονεκτήματα του, που το κάνουν ασυναγώνιστο σε σχέση με πολλά συμβατικά σκάφη. Λόγω του πλάτους και των δυο πλωτήρων του, όταν αρμενίζει με τα πανιά δεν παίρνει κλίση, αλλά ταξιδεύει ίσια  και έτσι, οι επιβάτες έχουν το μέγιστο της ασφάλειας και της απόλαυσης του ταξιδιού. Λόγω του μικρού βυθίσματος των πλωτήρων, γλιστράει γρήγορα και αθόρυβα πάνω στην επιφάνεια της θάλασσας, πάει παντού γρήγορα, άνετα και με ασφάλεια. Είναι από τα ασφαλέστερα ιστιοπλοϊκά σκάφη πρακτικά αβύθιστο, παντός καιρού, ικανό να διασχίσει και ωκεανούς. Ταυτόχρονα με τις δυο μηχανές του, μία σε κάθε πλωτήρα ότι και να συμβεί, και με μία θα φτάσει με ασφάλεια στο λιμάνι του. Ακόμη, με τις δυο μηχανές, οι μανούβρες και η προσέγγιση και στο πιο δύσκολο λιμάνι γίνονται ευκολότερα. Είναι το συνώνυμο της άνεσης και της απόλαυσης.
Είχαν απομακρυνθεί από τις Σπέτσες όταν τους θυμήθηκε ο Αίολος. Άνοιξαν τα πανιά και το ιστίο της πλώρης φούσκωνε από υπερηφάνεια. Είναι απίστευτη η δύναμη που κρύβει μέσα του ο αέρας! Με το πανί πλανάριζε το καταμαράν, ελαχιστοποιώντας έτσι την απόσταση που τους χώριζε από τον προορισμό τους.. Κάμποσες ώρες γλιστρούσαν ανάλαφρα στα κύματα, και στον ορίζοντα, εκεί που η θάλασσα σμίγει με τον ουρανό. Ήταν ένα γαλήνιο θέαμα να παρατηρείς το διπλό αφρισμένο αυλάκι που άφηναν στο πέρασμα τους και να χαϊδεύεις με το βλέμμα τα τεντωμένα και πανίσχυρα πανιά.
Από το Μυρτώο πέλαγος κρυφοκοιτάζουν πίσω από τις σχισμάδες των βράχων, και ο προορισμός τους έρχεται όλο και πιο κοντά.
Το Κυπαρίσσι!
Ανταύγειες εαρινού κήπου, άνθη ευφροσύνης σε τούλι μαγικό. Αεί ζωή και ρέμβη αγαλλίασης.
Το Κυπαρίσσι ίσως είναι ένας από τους ελάχιστους ανεπιτήδευτους παραδοσιακούς οικισμούς των ακτών του Μοριά που διατηρεί το χρώμα και τη γραφικότητά του. Βέβαια σ’ αυτό συντέλεσε η μακρόχρονη οδική απομόνωση του. Το Κυπαρίσσι ή αλλιώς Βρύση- ο παλαιότερος συνοικισμός εκ των τριών οι οποίοι αποτελούν σήμερα το χωριό (Παραλία, Μητρόπολη, Βρύση), βρίσκεται χτισμένο εκατό μέτρα ψηλά απ’ τη θάλασσα, σε μικρή απόσταση απ’ αυτήν, σε θέση με πυκνή μεσογειακή βλάστηση από πεύκα, πρίνα, χαρουπιές και κυπαρίσσια. Είναι αθέατο από την παραλία και κτίσθηκε έτσι για λόγους ασφάλειας από τους πειρατές, όταν αυτοί λυμαίνονταν τις ακτές της Πελοποννήσου. Αργότερα όταν πέρασε ο κίνδυνος, δημιουργήθηκαν οι παραθαλάσσιοι στον βαθύ και υπέροχο κόλπο του Κυπαρισσιού, με τις δύο εκπληκτικές παραλίες και τα δύο ξωκλήσια, αυτό του Αγίου Νικολάου στα βόρεια και του Αγίου Γεωργίου στον νοτιά, που ανοίγεται με εμπιστοσύνη στο βαθύ απέραντο γαλάζιο του Μυρτώου Πελάγους. Είναι ένα τοπίο με μυστική παρθενικότητα, με αρώματα βουνού και ψιθύρους της θάλασσας, από αυτούς που αρχίζουν να σπανίζουν στην Ελλάδα.
Στην πλευρά του Πάρνωνα που βρέχεται από το Μυρτώο πέλαγος οι ακρογιαλιές της περιοχής φημίζονται για τα πεντακάθαρα νερά και την ησυχία τους. Αν έχετε δικό σας σκάφος θα γνωρίσετε απάτητες ακροθαλασσιές που προσεγγίζονται δύσκολα ή και καθόλου από την στεριά, όπως ο ορμίσκος Δρυμίσκος, τέσσερα μίλια νοτιότερα απ’ το μόλο της Παραλίας, το κλειστό ακρογιάλι της Βλυχάδας το απόμερο Μπαλογκέρι, και η εσωτερική θάλασσα του Γέρακα.
Είναι η τρίτη ημέρα της θαλάσσιας περιπλάνησης!
Μεσημέρι αναχώρησαν από το Μπαλογκέρι για το νοτιά.
Την επόμενη ώρα μεγάλος αριθμός από χαμηλά σύννεφα έκαναν την εμφάνιση τους στον ουρανό από τα δυτικά, προάγγελος της μπόρας που ερχόταν.
Κατέβασαν το πανί!
Το σκάφος έπλεε με τις μηχανές με όση ταχύτητα διέθετε κι ωστόσο φαινόταν να έμενε ακίνητο στο νοτιοανατολικό άκρο της Πελοποννήσου χοροπηδώντας μέσα στην θαλασσοταραχή αψηφώντας τα κύματα και τον άνεμο.
Το μικρό σκάφος δεχόταν στη μάσκα του συμπαγείς υδάτινους τοίχους των κυμάτων κι ο άνεμος το μαστίγωνε μ’ αφρούς. Η θαλασσινή αχλή πλησίαζε την στεριά σαν μαργαριταρόσκονη, ερχόμενη από τα νερά του ρεύματος του Μυρτώου πελάγους και τα κύματα έσκαζαν σε αλλεπάλληλα μέτωπα ορμώντας στη λαμπερή λευκή άμμο και στη βάση των ανεμοδαρμένων βράχων απ’ τη θάλασσα και τους αέρηδες.
Η νοτιοανατολικές ακτές της Πελοποννήσου βρίσκονται στη ζώνη των Αληγών ανέμων. Συνηθέστερος άνεμος είναι ο νοτιοανατολικός, ο σιρόκος, αλλά το σύστημα των ανέμων αναστρέφεται εντελώς καμιά φορά και τότε ξεσπούν άγριες βορινές θύελλες που έρχονται από την βαλκανική χερσόνησο.
Το σκάφος τρεμούλιαζε στην κακοκαιρία σαν όχημα που έτρεχε πάνω σε ανώμαλο δρόμο. Οι σποραδικές αστραπές μεγάλωναν την αίσθηση του απειλητικού θυμωμένου καιρού.
Ο Ζανέτ για ένα λεπτό νόμισε πως είχε χάσει τον έλεγχο. Γρήγορα κατόρθωσε να ισορροπήσει και πάλι την πορεία, πλοηγούσε μ’ εξαιρετική προσοχή και δεξιοτεχνία. Είχε περάσει κάπου μισή ώρα που κλυδωνίζονταν και σκαμπανέβαζαν όταν συνειδητοποίησαν πως μέσα στα σύννεφα από αφρούς που στροβιλίζονταν γύρω τους, μπροστά τους ξεπρόβαλε ένα άνοιγμα, ένα κανάλι.
Αριστερά και δεξιά κάθετοι βράχοι που οι καταιγίδες αιώνων είχαν σμιλέψει τις λείες και στρογγυλές επιφάνειες τους, πλαισίωναν μια μακρόστενη λωρίδα νερού, φιδωτή μέχρι εκεί που έφτανε το βλέμμα τους και συνέχιζε ακόμα. Τα κύματα έσπαζαν πάνω στους βράχους με αμείλικτη και επίμονη μανία, που ποτέ άλλοτε δεν είχε εντυπωσιάσει τον αδελφό μου όσο τώρα. Είχε δει πολλές φορές πριν άγρια κύματα, ποτέ όμως από τόσο κοντά και μάλιστα μέσα από ένα τόσο ελαφρύ πλοιάριο. Κοίταζε με αγωνία τα κύματα που έζωναν τους βράχους.
Η Ζανέτ έστρεψε την πλώρη του σκάφους που σκαμπανέβαζε θεαματικά στη ταραγμένη θάλασσα παίρνοντας ρότα προς το άνοιγμα, με το σπρώξιμο του ανέμου να τους παρασύρει από την ανασφάλεια της τρικυμισμένης ανοικτής θάλασσας σε ήρεμα νερά. Από τη στιγμή που βρέθηκαν μέσα στο στενό πέρασμα τα ορμητικά κύματα είχαν χαλαρώσει.  Μαζί τους είχαν φύγει και οι χειρότεροι φόβοι, δεν υπήρχε πια κίνδυνος. Η ηρεμία φώλιασε ξανά στην καρδιά τους. Πέρα στον ανατολικό ορίζοντα άστραφτε ακόμη, και η βροχή που απομακρυνόταν ακουγόταν σαν χαμηλό μουρμουρητό, ενώ ο άνεμος πάνω στους ιστούς του σκάφους σφύριζε όλο και λιγότερο. Ο Ήλιος άρχισε να ξεπροβάλλει δειλά δειλά και τα σύννεφα αραίωναν. Καλωσόρισαν μ’ ανακούφιση τις νέες συνθήκες. Τελικά αποδείχτηκε πως η ικανότητα της Ζανέτ στη θάλασσα ήταν πρώτης τάξεως.
Σταδιακά η ταχύτητα του σκάφους έγινε ομαλή, ανέβασαν και πάλι το πανί. Σαν πουλί το καταμαράν διέσχισε χωρίς δυσκολία το στενό πέρασμα που οδηγούσε στον εσωτερικό κόλπο. Η θάλασσα μπροστά τους απάνεμη, το νερό γινόταν σχετικά ήρεμο και καθαρό ώστε να μπορείς να διακρίνεις τον αβαθή πυθμένα, εκεί μπορούσαν να αγκυροβολήσουν.
Ένας σταθερός νοτιοδυτικός άνεμος έπνεε και το σκάφος λικνιζόταν σαν ζωντανή ύπαρξη.
Ο αδελφός μου αμέσως κατέβασε το πανί και η Ζανέτ έκανε έναν κύκλο στον κόλπο για να βρεθούν στη θέση αγκυροβολίας.
 Μόλις το σκάφος αγκυροβόλησε στο ασφαλές λιμάνι ούτε ο αδελφός μου ούτε η Ζανέτ ένοιωθαν την ανάγκη να μιλήσουν. Υπήρχε κάποια σιωπηρή επικοινωνία μεταξύ τους, που δεν ήθελαν να την διαταράξουν με λόγια κι ήταν ευχαριστημένοι καθώς μοιράζονταν την γαληνή και το θαύμα της ήρεμης θάλασσας. Προς το παρόν τους ήταν ευχάριστο να ρουφούν το φρέσκο δροσερό αεράκι του απάνεμου αγκυροβολίου, να νοιώθουν τον ουρανό πάνω από το κεφάλι τους να καθαρίζει από τα μουντά σύννεφα, να παρακολουθούν τον ήλιο να συνεχίζει τη μακρά πορεία του προς την δύση, ζωγραφίζοντας πορφυρές και μοβ ακτίνες στον ουρανό και λούζοντας την περιοχή μ’ ένα μπρούντζινο χρώμα. Έμοιαζε σαν να μην υπήρχε στον κόσμο τίποτα άλλο γι’ αυτούς. Ακόμα κι ο χρόνος είχε σταματήσει. Ο αδελφός μου ένοιωθε πως μπορούσε να μείνει αραγμένος εκεί για πάντα, γαληνεμένος, απολαμβάνοντας το ανάδεμα του σκάφους στον μικρό κυματισμό. Ήταν ο ευτυχισμένος πολεμιστής που αναπαύεται μετά από τη μάχη. Έκτος από τον απαλό παφλασμό των κυμάτων και τον χτύπο της καρδία του, επικρατούσε απόλυτη σιγή. Ανά διαστήματα πέρα από το μικρά ταβερνάκια του χωριού ο απόηχος των γέλιων έσπαγε τη γαλήνη. Τίποτα άλλο από όσα η ζωή μπορούσε να προσφέρει δεν τον γέμιζε με τόση ευχαρίστηση και ήρεμη αίσθηση της δύναμης, όση τον πλημμύριζε αυτή η ελευθερία του ανοικτού ορίζοντα.
Χαλαρώνοντας μείνανε για λίγο σιωπηλοί, στιγμές ευδαιμονίας κάτω από τον έναστρο ουρανό.
Περνώντας η ώρα ένοιωθαν μεγάλη πείνα.
Η Ζανέτ έσπασε πρώτη τη σιωπή.
« Θα ετοιμάσω τώρα ένα γνήσιο παραδοσιακό νορβηγικό γεύμα», είπε.
Ο αδελφός μου της χαμογέλασε με εκείνο το κοφτό ανεπαίσθητο χαμόγελο του, που της άρεσε πολύ.
« Θα σε βοηθήσω» της είπε.
Τελειώνοντας το δείπνο τους και πίνοντας το δροσιστικό τους cocktail, απολάμβαναν ο ένας τη συντρόφια του άλλου, ξέροντας ότι η σιωπή ήταν φορτισμένη μ’ αυτό το κάτι.
Είχε πέσει παντού η νύκτα. Ωστόσο δεν απλωνόταν βαθύ σκοτάδι, γιατί το φεγγάρι συμπλήρωνε το γέμισμα του και έτσι ακόμη και με τη βοήθεια των φώτων της παραλίας υπήρχε ορατότητα.
Η Ζανέτ κοιτούσε προσεκτικά προς τα δυτικά του ουρανού, ψάχνοντας φανερά για κάτι. «Είναι αλήθεια», ρώτησε «πως αν ξέρεις προς ποια κατεύθυνση να κοιτάξεις, μπορείς να δεις την Αφροδίτη κατά τη διάρκεια της ημέρας; Χθες, μετά τη δύση του Ήλιου ήταν τόσο λαμπρή, που το πίστεψα».
«Είναι απόλυτα αληθινό» αποκρίθηκε ο αδελφός μου «Πρέπει να την εντοπίσεις, όταν το πετύχεις, μετά είναι πολύ εύκολο να τη δεις».
Έστρεψε τη ματιά του στον ουρανό, κι άφησε το νου του ελεύθερο να κάνει μια σύντομη βόλτα στο λαβύρινθο του απέραντου, του απάτητου χάους. Ένοιωσε ότι όλα γύρω τους αιωρούνται στο χείλος μιας αβύσσου που ξεπερνά τις βασικές ανθρώπινες γνώσεις.
«Τα επόμενα πρωινά», της είπε «αν κοιτάξεις χαμηλά στα ανατολικά -βορειοανατολικά περίπου τριάντα με σαράντα λεπτά πριν την ανατολή του ηλίου θ’ αντικρίσεις την Αφροδίτη αλλά και τον Δία, τους δύο λαμπρούς πλανήτες κοντά στο λυκαυγές».
Της διηγήθηκε μια πολύ παλιά ιστορία .
«Η αγάπη, λένε αρχίζει από το σπίτι, και το γαλάζιο πουλί του έρωτα βρίσκεται μόνο στο πίσω μέρος της αυλής μας. Μπορεί να είναι κι έτσι, άλλα η γνώση ειν’ αδιαίρετη και βρίσκεται παντού.»
«Ήταν την εποχή του γιου του βασιλιά Γύγη. Κοντά στη Μίλητο στην Ιωνία, στις όχθες του Αιγαίου, ο Θαλής, γιός του Εξαμύου και της Κλεοβουλίνης, περπατούσε στην έξοχη.
Ο Θαλής ερευνούσε τον ουρανό για να ανακαλύψει τα μυστικά της τροχιάς των αστέρων. Η νεαρή υπηρέτρια που τον ακολουθούσε είδε μια μεγάλη τρύπα στη μέση του αγρού. Την απέφυγε. Αντίθετα ο Θαλής, που συνέχιζε να ερευνά τα’ αστέρια, έπεσε μέσα. 
«Δεν μπορείς να δεις μπροστά στα πόδια σου και νομίζεις πως θα καταλάβεις τι γίνεται στον ουρανό!» του πέταξε καθώς τον βοηθούσε να βγει από την τρύπα.
«Ο Θαλής ήταν ο πρώτος «διανοητή στην ιστορία,» συνέχισε.
Η Ζανέτ το απολάμβανε! Η μεσημεριανή θαλασσοταραχή ήταν κιόλας πολύ μακρινή. Τα σκούρα μάτια της τον κοίταζαν χαμογελώντας με ικανοποίηση. 
« Είναι τόσο όμορφα εδώ», είπε. «Αυτός ο γαλήνιος κόλπος κάτω από τον έναστρο ουρανό μου θυμίζει λίγο τα φιόρδ της πατρίδας μου. Η διαφορά είναι οι φοίνικες και τα ελαιόδεντρα που δημιουργούν την μεσογειακή ατμόσφαιρα».
«Χαίρομαι που αισθάνεσαι όμορφα». Της είπε. «Μερικές φόρες είναι σαν να σε γνωρίζω όλη μου τη ζωή». Κοίταξε αλλού. «Είμαι ανόητος, σωστά;».
«Όχι». Άπλωσε το χέρι της στο μπράτσο του. Το άγγιγμα της ήταν απαλό.
Οι λέξεις βγήκαν από το στόμα του με ανάλαφρο τόνο. «Γνωρίζεις μια γυναίκα, ανακαλύπτεις ότι είναι γυναίκα που σου ταιριάζει, κάνετε τα ιδία όνειρα, γελάτε με τα δια πράγματα, έχετε τις ίδιες επιθυμίες. Τις νύκτες ξάγρυπνος και την ονειρεύεσαι. Μερικές φορές εύχεσαι η νύχτα να ’ναι ατέλειωτη, ώστε να βυθιστείς στις σκέψεις και τα ονειροπολήματά σου. Τι να προλάβεις να σκεφτείς σ’ ένα βράδυ και τι ν’ αφήσεις; και το πιο σημαντικό τι ν’ αποφασίσεις;».
Έπνεε ένας άηχος άνεμος που τώρα πια δεν τάραζε τα υπόλοιπα στοιχεία της φύσης.
Τα μάτια της τον κοιτούσαν ερωτευμένα και τα χείλη της ήταν μισάνοιχτα.
Μεσάνυχτα, ρεμβάζοντας για λίγο τη θάλασσα και τα φώτα του οικισμού από το παράθυρο της καμπίνας τους, ένιωσαν τα μάτια τους να κλείνουν. 
Ο Μορφέας ήταν πολύ γλυκός εκείνο το βράδυ. Είχαν ήδη αρχίσει να το συνηθίζουν κι' αυτό.
Με το πρώτο φως της αυγής σηκώθηκε από το κρεβάτι ανανεωμένος. Η αυγή ήταν μια ωχρορόδινη υπόσχεση πάνω από τις βουνοκορφές και η θάλασσα φάνταζε ακόμη σαν βρεγμένος ανθρακίτης με αραιά «προβατάκια» από τον απαλό πρωινό άνεμο. Στον ανατολικό ορίζοντα ξεπροβάλλει μια αναλαμπή ανάμεσα στον ουρανό και τη θάλασσα ενώ η απαλή αύρα χάιδευε το πρόσωπο του. Στάθηκε λουσμένος στη πρωινή ζεστασιά του νοιώθοντας μια απίστευτη γλυκιά ευχαρίστηση σαν παλίρροια να ρέει μέσα του, όπως η καθαρή ανοιξιάτικη βροχή που ξυπνά την κρυμμένη δύναμη μέσα σε εκατομμύρια μικροσκοπικούς σπόρους στη φύση. Καθώς περνούν τα δευτερόλεπτα η αναλαμπή γίνεται τόξο κι ύστερα δίσκος πορφυρός. Αντίκρυ, χαμηλά στην ακτογραμμή διαγράφεται το χωριό του Γέρακα με τους ασβέστες των σπιτιών ν’ αστράφτουν στο πρώτο φως. Τράβηξε μια δυνατή τζούρα νέας πνοής, τεντώθηκε για να ξυπνήσουν όλοι οι μύες και έστρεψε απαλά το βλέμμα του στη μικρή κουκέτα. Το ήρεμο σμιλεμένο πρόσωπο της κοιμισμένης Ζανέτ ήταν το πιο όμορφο χαλί στα όνειρά του.
Ποτέ στη ζωή του μέχρι σήμερα δεν είχε νοιώσει τόσο προστατευτικά για κάποιον. Ήταν ένα καινούργιο συναίσθημα γι’ αυτόν, κι ήταν σίγουρος ότι του άρεσε αυτή η ένταση των αισθημάτων του.
Το κομψό ιστιοπλοϊκό λικνιζόταν νωχελικά αγκυροβολημένο στο απάνεμο λιμάνι του Γέρακα. Το ελαφρό αεράκι σχημάτιζε μικρά κύματα που ζωντάνευαν το νερό. Μπροστά στα μάτια τους απλωνόταν φωλιασμένη μέσα στα βουνά η λιμνοθάλασσα. Του άρεσε πολύ το υγρό στοιχείο. Ήταν ικανός να κάθεται ώρες ακίνητος να το χαζεύει
Εκείνος, εκείνη, η θάλασσα και ο μακρινός ορίζοντας.
Η Ζανέτ έβαλε μπροστά τις δηζελομηχανές του σκάφους. Στην αρχή το καταμαράν φάνταζε ακίνητο, ύστερα απομακρύνθηκε με νωχελική χάρη από το αγκυροβόλιο βάζοντας πλώρη για την έξοδο από την λιμνοθάλασσα. Στ’ απόνερα του αναρριπίζονταν λευκοί ιριδισμοί, σαν διαμαντένιο κολιέ πάνω σε μπλε βελούδο.
Ένα όμορφο ζευγάρι ζει τις πιο όμορφες μέρες του ταξιδεύοντας μ’ ένα ιστιοφόρο εννέα μέτρων, ακόμα και στις πιο απρόσιτες περιοχές του ακρωτηρίου Μαλέα, χωρίς σταθερή βάση και διεύθυνση.

Πόσο γοητευτικός ήταν αυτός ο ερωτευμένος.
Α! ο φασιανός τραγουδούσε τόσο όμορφα
Θυμούμενος τις ευτυχισμένες ημέρες
Αυτούς τους τόσο στενούς δεσμούς
Ποιος άραγε μπορούσε να τους κόψει;
Μόνο η σκληρή μοίρα.
................................
Δέκα πέντε χρόνια αργότερα!
Ξυπνάς μια μέρα κι η άνοιξη γλιστράει απροειδοποίητα σαν πολύχρωμο χαλί στις δυτικές παρυφές της Πάρνηθας. Όλο τον Μάρτιο, φυσούσαν δυτικοί και βόρειοι άνεμοι και όταν ο ήλιος έδυε όλα έμοιαζαν φωταγωγημένα στις μικρές αυλές στις βόρειες συνοικίες της πόλις μας. Οι ακακίες, οι πασχαλιές, οι αμυγδαλιές, και όλα αυτά τα μεγάλα και γυμνά το χειμώνα δέντρα ξυπνάνε σαν από λήθαργο, ότι κ' αν συμβεί δε αργότερα, καταιγίδα, χιονοθύελλα, χαλάζι, δεν ξανά-κοιμούνται μέχρι τις αρχές Δεκεμβρίου. Ο δροσερός αέρας στις ανηφορικές πλαγιές μυρίζει κιόλας φυλλώματα. Την εποχή εκείνη το μεγάλο πετρελαιοφόρο όπου ήταν ναυτολογημένος, εκτελούσε εργασίες επισκευών στα ναυπηγεία του Σκαραμαγκά. Εδώ και τρεις μήνες του είχε λείψει η οικογένεια του. Λόγω πολλών άλλων πιεστικών υποχρεώσεων, δεν είχε το χρόνο που θα ήθελε να αφιερώσει στην οικογένεια του και τώρα στην διάρκεια των επισκευών προσπαθεί τον ελεύθερο χρόνο που έχει να τον αφιερώνει στην σύζυγο και τα παιδιά τους. Σήμερα ταχτοποιώντας τις τελευταίες λεπτομέρειες με τον επικεφαλής των συνεργείων επισκευών, αργά το απόγευμα αναχώρησε για το σπίτι του όπου περίμεναν την άφιξή του με ανυπομονησία.. Η σύζυγος τον πληροφόρησε στο τηλέφωνο ότι του έχει φτιάξει και ένα ταψί αναποδογυριστή μηλόπιτα με καραμελωμένα μήλα, αφράτη και να μην αργήσει και κρυώσει…  (την συνταγή της αδυναμίας του)…. Είναι έτοιμη να  την «κατασπαράξει.»
Φθάνοντας στο σπίτι, η κουζίνα μύριζε το άρωμα μέλι και κανέλας άλλα μηλόπιτα δεν φαινόταν πουθενά. Η σύζυγος απολογείται για το «Έγκλημα». Προ ολίγου πέρασε ο αδελφός σου να μας δει, κι αφού πρώτα έφαγε δυο κομμάτια μηλόπιτα, φεύγοντας μας πήρε και το ταψί ολάκερο στέλνοντας φιλιά στον αέρα......» 
«Χαλάλι του. Το ξέρεις ότι εκτιμά τη μαγειρική σου. Και κοίτα, ξέρω πως φαίνεται! Αλλά αν το καλοσκεφτείς, δεν ήταν ληστεία. Όταν αφήνεις μια μηλόπιτα να κρυώνει στο πάγκο της κουζίνας, μοσχοβολώντας κανέλα και καραμελωμένα μήλο, δεν κάνεις μαγειρική, στήνεις παγίδα! Η μυρωδιά τον τράβηξε σαν μαγνήτης, δεν είχε ελεύθερη βούληση. Για το καλό της πίτας το έκανε. Η πίτα κινδύνευε να κρυώσει τελείως και να χάσει την τραγανότητα της. Θυσιάστηκε για να την καταναλώσει στην απόλυτα σωστή στιγμή. Τουλάχιστον δεσμεύτηκε να επιστρέψει το ταψί πλυμένο;»
βιάστηκε να αναπτύξει έναν ολοκληρωμένο, χιουμοριστικό διάλογο για να δικαιολογήσει τον αδελφό του και να της φτιάξει η διάθεσή της.
Κατά τις έξι παρά κάτι κτύπησε το τηλέφωνο.
«Ο αδελφός θα ‘ναι.» Σκέφτηκε.
«Θα παίρνει με διάθεση να δικαιολογηθεί και να απολογηθεί για την ληστεία του.»
Στην άλλη άκρη ήταν όντως ο μικρότερος αδελφός του.
Η φωνή του ακούγεται «πιεσμένη», παρουσιάζει «σπασίματα». Αυτός ο τόνος της φωνής του αδελφού του τον έβγαλε απότομα από τις ευχάριστες σκέψεις του και ο ήχος της του αντήχησε σαν μικρό καμπανάκι μέσα στο κεφάλι του. Αρχικά έμεινε κατάπληκτος, ακούγοντας έτσι στην άλλη άκρη της γραμμής τον αδελφό του και όπως ήταν φυσικό, του δημιούργησε αρκετή αναστάτωση.
«Αδελφέ μου τον χάσαμε.» Κατάλαβε να του λέει. Με μια φράση γεμάτη ένταση, απόγνωση και απότομη συνειδητοποίηση μιας απώλειας.
«Τι θέλεις να πεις;» Μάταια προσπαθούσε να συνειδητοποιήσει τι ακριβώς κρύβεται πίσω από τα λόγια του αδελφού του.
«Τον χάσαμε, έφυγε ξαφνικά και αυτός απ’ την ζωή.» Η φωνή του αδελφού του ίσα που ακούστηκε, ένας ψίθυρος αφήνοντας στη συνέχεια μια βαριά, σιωπή.
Καθώς είχαν χάσει τη λατρευτή μητέρα τους πρόσφατα,–ούτε ένας χρόνος δεν είχε περάσει από την απώλειά της–, η σκέψη του πήγε αμέσως στον πατέρα τους
......Η υπέροχη μητέρα τους.
Απεβίωσε στα εξήντα επτά της χρόνια με πολύ καλή σωματική υγεία από αιφνίδιο θάνατο (την πρόδωσε η αγνή καρδιά της) που ξάφνιασε τόσο το γιατρό της, καθώς και όλους τους άλλους γύρω τους.
Υπάρχουν ακόμη μέσα του αναμνήσεις από το παρελθόν, αν και έχουν ξεθωριάσει και δεν είναι τόσο ζωντανές με το πέρασμα του χρόνου, που τις κουβαλά ακόμα και σήμερα. Τις ψυχολογικές ουλές από τον θάνατο της.
Επέστρεψε εσπευσμένα από το Χιούστον των ΗΠΑ όπου βρισκόταν.
Δεν τα κατάφερε... δεν πρόλαβε να την ασπαστεί για τελευταία φορά. Αν και το επιθυμούσε.
Τον πρώτο καιρό μες στα βαθιά μεσάνυχτα σαν λύκος μοναχικός, σερνόταν κρυφά μέσα από τους ίσκιους και τρύπωνε σαν φάντασμα στην τελευταία κατοικία της.
Ήθελε να είναι ολομόναχοι οι δυο τους. Να τα πούνε. Και να μην τους ακούει κανείς. Στεκόταν πάνω από την λιτή μαρμάρινη πλάκα, η ψυχή του κομμάτια. Κλαίει, μ' έντονο, γοερό κλάμα και τα δάκρυα που καίγανε χύνονται ζεστά απάνω στο κρύο μάρμαρο. Γονατιστός επάνω της και αναρωτιόταν «Γιατί;»  Καμία απάντηση από πουθενά. «Που πήγε η γαλήνη και η ηρεμία σου. Γιατί χάθηκε η ομορφιά της ψυχής σου; Γιατί; Χάθηκαν τα χάδια σου τα τρυφερά. Γιατί; Γιατί;»
........ Ακούγοντας λοιπόν σήμερα αναστατωμένο τον μικρότερο αδελφό του, μια βίαιη εισβολή αρνητικών σκέψεων τον κατέκλυσαν και κακά προαισθήματα ήρθαν να φωλιάσουν στο μυαλό του. Μάταια προσπαθούσε να τα διώξει λες και ήταν απαγορευμένες επιθυμίες.
«Με πήραν τηλέφωνο απ’ την Ρόδο, ο αδελφός μας (το τζινάκι μας) είναι νεκρός. Με ειδοποίησαν πως το βρήκαν νεκρό ενώ κοιμόταν στο κρεβάτι σπίτι του.»
«Πότε έγινε αυτό;» Το σοκ ήταν ισοπεδωτικό. Ήταν σαν να του κοπηκε η πραγματικότητα στα δύο. Τη μία στιγμή όλα ήταν κανονικά, και την επόμενη ο κόσμος έχει αλλάξει ολοκληρωτικά.
«Πέθανε ξαφνικά. Σταμάτησε τη νύχτα η καρδιά του.» Όπως με πληροφοτησαν οι φίλοι του που τον είδαν το τελευταίο του βράδυ. Τίποτε γι αυτους δεν προμήνυε το τραγικό περιστατικό. Ο Αδελφός μας ηταν μαζί τους μέχρι αργά στο καζίνο και στη συνέχεια αναχώρησε για το σπίτι του ώστε να κοιμηθεί. Το πρωί της Δευτέρας θα επέστρεφε στον Αφάντου όπου εργαζόταν τελευταία.
Όταν η διήγηση της συνομιλίας τελείωσε, στο δωμάτιο έπεσε μια βουβή, παγωμένη σιωπή και αμέτρητα «γιατί»!  Όλα αυτά ήταν η άμυνα του μυαλού του απέναντι σε κάτι τόσο απότομο.
Κλονίστηκε, αλλά ακόμη δεν το δεχόταν, δεν ήθελε να το πιστέψει, δεν μπορούσε να το πιστέψει.  Ο αιφνίδιος θάνατος του αδελφού του τον ταρακούνησε. Τη στιγμή που σταμάτησε η αμφιβολία και η αλήθεια δεν ήταν  πια μια υποψία που περνάει και φεύγει, η πληροφορία ρίζωσε στο μυαλό του και η ψυχή του έφτασε στα πόδια του. Ένοιωσε σαν να ‘φύγε μεμιάς όλος ο αέρας από μέσα του, είχε την αίσθηση ότι δεν μπορούσε ν’ ανασάνει. Το αίμα έτρεχε γρήγορα στα μηλίγγια του και τα δάκρυα κυλούσαν από τα δυο του μάτια. Η είδηση του θανάτου του αδελφού του ήρθε και φώλιασε μέσα του αργά επώδυνα σαν το βήμα του λύκου, όπως το σύρσιμο της έχιδνας, έτσι όπως έρχονται όλες οι κακές σκέψεις και φωλιάζουν μέσα μας μια μέρα που το κακό φουντώνει όπως οι ανοιξιάτικοι θάμνοι.
 Ο ήλιος στα δυτικά άρχισε να γέρνει, ένοιωσε μια λεπτή ψύχρα να τον ζώνει. Το δωμάτιο σκοτείνιασε, όλα γύρω του ξαφνικά σώπασαν, έξαψη πλημμύρισε το μυαλό του. Ένας οξύς πόνος άρχισε να τον βασανίζει στο στομάχι, ξεράθηκαν τα χείλη του. Ο πόνος συνέχεια δυνάμωνε. Ένοιωθε να τον διαπερνά στην αριστερή πλευρά από τη μέση του θώρακα. Τα μάτια του θάμπωναν. Αυτό που συνέβηκε ήταν κάτι που δύσκολα μπορούσε να το δεχτεί. Η γυναίκα του στεκόταν δίπλα του ξαφνιασμένη και λίγο τρομαγμένη., τον κοιτούσε στα μάτια που τώρα είχαν γίνει πελώρια κι η λάμψη τους σκιαζόταν απ’ την αγωνία, όπως το φεγγάρι απ’ τα σύννεφα.
Το έβλεπε στο συγκλονισμένο πρόσωπο του να μεγαλώνει η απελπισία του και αναζητούσε κι αυτή απαντήσεις. Αυτός με μάτια θολά λες κ’ έβλεπε έναν απαίσιο εφιάλτη, με φωνή βραχνή και αφύσικη της εξήγησε όσο πιο σύντομα τα γεγονότα που του μετέφερε ο μικρότερος αδελφός του.
Όταν της ανήγγειλε την είδηση, εκείνη ανασήκωσε τα χέρια της και τράβηξε πίσω τα μαλλιά της σα να ήθελε να σπρώξει μακριά την εικόνα που περνούσε απ’ τα μάτια της. 
Κρατήθηκε από το μπράτσο του ... 
«Πότε συνέβη το μοιραίο; Πώς έτσι ξαφνικά;» Τα χέρια της τον χάιδεψαν με τρυφερότητα στους ωμούς, έσκυψε και έγειρε στο στήθος του για να μη φανεί και το δικο της μέγεθος της θλίψης.
«Είναι τόσο απροσδόκητο.» ψέλλισε. 
«Και τόσο άδικο.» Συμπλήρωσε σαν να μονολογούσε. 
Βαθιά επηρεασμένη από την απρόσμενη είδηση που τους άφησε άναυδους, προσπάθησε να του δώσει κουράγιο και δυνάμεις. Να τον παρηγορήσει. Οι αναστεναγμοί της αντηχούσαν όμοια με το θρόισμα των φύλλων στους πανύψηλους ευκαλύπτους στο απέναντι πεζοδρόμιο του σπιτιού τους καθώς τα κουνούσε ο αγέρας, πασχίζοντας ταυτόχρονα να κρύψει τη δική της βαθιά θλίψη και συγκίνηση, να διατηρήσει την ψυχραιμία της.
Ο χρόνος κυλούσε κι αυτός έμενε εκεί ακίνητος, αναποφάσιστος λες και ήταν χωμένος στο βούρκο και βυθιζόταν αργά-αργά δίχως να μπορεί να κάνει κάτι για να ξεφύγει. 
Ο βούρκος έφτανε ήδη μέχρι το λαιμό του, τόνε ρουφάει, βουλιάζει-βουλιάζει, σε μια σιωπηλή καταβόθρα...
Είχε παραλύσει πνιγόταν.
Η γυναίκα του τον γράπωσε από τον αγκώνα, τον ταρακούνησε νοιώθοντας την αδήριτη ανάγκη του να πάρει καθαρό αέρα. Ένα αίσθημα ανακούφισης διαπέρασε τις φλέβες του. Μπορούσε ν’ αναπνεύσει ελευθέρα. Τη φίλησε για να την καθησυχάσει.
«Νομίζω ότι σας πέφτει το βάρος να φύγετε και να πάτε να τον φέρεται.» Του είπε κοιτάζοντας τον μες στα μάτια. «Ναι πρέπει να φύγω.» Της λέει με μια αποφασιστικότητα και σοβαρότητα που την άφησαν έκπληκτη
Η γυναίκα του τώρα, ειναι αυτή που είχε χάσει το θάρρος της και συνέχισε να τον κοιτάζει στα μάτια λες και την είχε πιάσει πυρετός. Ή θρησκευτική πίστη ήταν βαθιά ριζωμένη στην ψυχή της και η μεταφυσική ελπίδα την οδηγεί στη ζωή της πιστεύοντας πάντα σ’ αυτό που συνήθιζε να λέει.
«Όλα είναι γραφτό να γίνουν έτσι!» 
Συγκράτησε όμως το παραλήρημα της ψυχής της. 
«Ο Θεός ας τον δεχθεί στην αγκαλιά του. Ήταν θέλημα του.» Πρόφερε για κατευόδιο….
Το θλιβερό γεγονός απλώθηκε μπροστά του και το παρελθόν τον αγκάλιαζε σαν όνειρο σαν ίσκιος και θάμπωνε συμπυκνώνοντας την εικόνα του αδελφού του.Δεν ήθελε ακόμη να πιστέψει αυτό που συνέβηκε να το παραδεχτεί και να το συνειδητοποιήσει μέσα του.
Δεν.....δεν...δεν....  Στέκονταν όρθιος κοιτάζοντας πέρα τις βουνοπλαγιές θαρρείς και περίμενε κάποιον να ρθει.
Ζωντανή η χαμογελαστή μορφή του φαίνεται να αιωρείται μπροστά στα μάτια του..
Σαν να τη βλέπει τώρα την ψηλόλιγνη κορμοστασιά του κάτω από το λαμπερό Ήλιο του δειλινού όρθια, σα να ήθελε να αναμετρηθεί με τον ίσκιο του ή με κάτι πιο δυνατό απ’ αυτόν. Θα μπορούσε να τον ζωγραφίσει με το γλυκό χαμόγελο του και με το βλέμμα του χαμένο πέρα μακριά.
Η καρδιά φτερούγισε, χτυπάει «τρελά», χωρίς ρυθμό, και ζάλη στο κεφάλι όταν κατάλαβε ότι η πραγματικότητα έλιωσε τις ελπίδες του, αφήνοντας τον στον πόνο.
Γιατί έφυγε έτσι ξαφνικά;
«Και δεν άφησε πίσω του ούτε ένα αντίο;»
Η επίμονη αίσθηση ότι κάτι έχει σφηνώσει στον λαιμό του τον έπνιγε.
Γύρω του τόση ησυχία επικρατούσε. Ακουγόταν ακόμη και το πέταγμα της μύγας.
Οι μεγαλύτερες τραγωδίες έρχονται χωρίς να τις  έχουμε σκεφτεί και μας δαγκώνουν όπως οι δαγκάνες του σκορπιού.
«Καλό σου ταξίδι, αγαπημένε μου αδελφέ, γλυκό μας ...(Τζινάκι).. Θα μας λείψεις πάρα πολύ αγαπημένε μου αδελφέ, θα μας λείψεις ... 
Πως να σου πω το τελευταίο αντίο; πως;.» 
Η γλώσσα μπερδεύτηκε και οι  λέξεις σχηματίστηκαν στα χείλη του χωρίς να ειπωθούν.
"Όργωνε ο Xάρος, όργωνε. Τον κάματο δεν παύει
μέρα και νύχτ' ακοίμητο τ' αλέτρι του δουλεύει.
Eσυνεπήρε το βλαστό, τον έγειρε στο χώμα
και δίχως σάλαγο, βουβός, περνά και διβολίζει."
Οι λέξεις δεν μπορούν να περιγράψουν το πως νιώθει....
Με πόνο ψυχής συλλογίστηκε. Η ζωή που 'κανε  ο αδελφός του είχε αφήσει τα σημάδια της. Η μοίρα μας αν και είναι αμείλικτα σοφή, στον αδελφό του προσέφερε λιγότερα δώρα απ’ όσα του άξιζαν ν’ αποκτήσει.
Η τραγική κατάληξη του αδελφού του και η αυλαία του αποχαιρετισμού της ζωής του, ίσως τελικά και να ‘ταν ταιριαστή με το πάθος και τις κρυφές καθημερινές αλήθειες που έζησε στην σύντομη ζωή του.
Τον αδελφό του ο χρόνος και η μοίρα τον είχαν αλλάξει, και ταυτόχρονα ο ίδιος ο χρόνος του ακύρωσε και τα όνειρα για το μέλλον.
Ο δεύτερος αδελφός του το μικρό τρομαγμένο αγόρι στη λέμβο της αναχώρησης εκεί στην προβλήτα της Μονεμβασιάς, εξελίχθηκε σ’ ένα ξεχωριστό παιδί, ένα παιδί με πολλά ταλέντα, ένα νέο και πολύ όμορφο αγόρι που σκεφτόταν ότι «καλά προχωρά η ζωή».
Τον θυμάται στην εφηβεία του να συντελείτε η σωματική μεταμόρφωση του. Μέχρι τότε ένα μέτριου ύψους παιδί ψήλωσε απότομα στα δεκατέσσερα με δεκαπέντε χρόνια του, κι ακόμα συνέχισε να ψηλώνει, σαν κάποιο χέρι μαγικό να έπλασε το κορμί του. Ψήλωσε αρκετά, απέκτησε φυσική ομορφιά, και από έφηβος έδειχνε μεγάλη αυτοκυριαρχία και εμπιστοσύνη στον εαυτό του.Το πρόσωπό του είχε στιβαρή χάρη και το βλέμμα του ήταν χαϊδευτικό, ήμερο, αντίφεγγε με μελί φωτεινές αναλαμπές. Ένας όμορφος έφηβος με καστανόξανθα μαλλιά που συνήθως τα άφηνε λίγο περισσότερο μακρύτερα απ' όσο έπρεπε. Η φυσική του σεξουαλικότητα και ο ήρεμος θελκτικός τόνος της φωνής του κυριαρχούσαν στους γύρο του. Ήταν αυτός απ’ τα αδέλφια που είχε όλα εκείνα τα φυσικά σωματικά χαρίσματα των προγόνων από την πλευρά της μητέρας τους.
Αγαπούσε τον αθλητισμό και τη βυζαντινή μουσική.
Γυμνασμένος και πολύ καλός αθλητής. 
Μαύρη ζώνη στο καράτε, φοβερός στο ποδόσφαιρο.
Δεν ήταν βέβαια καμία πολύ ιδιαίτερη μεγαλοφυΐα αλλά...
Ήταν καλός σε όλα, είχε κάτι το ιδιαίτερο. 
Ήταν από τους τρεις, έξυπνος, όμορφος, γεννημένος αθλητής. Ήταν ότι μπορεί να ονειρευτεί ένας γονιός.
Η περιπετειώδης ιδιοσυγκρασία του εκδηλώνεται ήδη απ' την εφηβική του ηλικία, όπως και το πρώιμο ξεχωριστό ταλέντο του. Και τα δυο θα τον ακολουθήσουν δια βίου.
Είχε όμως ένα ελάττωμα… Ήταν ταυτόχρονα, τρομακτικά απείθαρχος, για τις απαιτήσεις που απαιτούνται για μια επιτυχή καριέρα....
Δεν είχε την ικανότητα να χαλιναγωγεί τον εαυτό του, δεν είχε την απαιτούμενη ισορροπία αποφάσεων, και το εφήμερο συναίσθημα επικρατούσε πάντα του ρεαλισμού στις αποφάσεις της ζωής του.
Πολλές φόρες την προσπάθεια των αδελφών του να δει τα γεγονότα με την συνήθη λογική την αντιμετώπιζε σχεδόν αδιάφορα. Απλώς αναρωτιόταν γιατί ανησυχούσαν όλοι τους χωρίς λόγο, και αφηνόταν να παρασυρθεί από το συναίσθημα της εφήμερης ικανοποίησης.
Ήταν ταλέντο, το οποίο αν πίστευε λίγο παραπάνω ο ίδιος, στον εαυτό του, ίσως να τον βλέπαμε σε πολλά πρωτοσέλιδα του αθλητικού τύπου. Αλλά η ζωή δεν καθορίζεται με ίσως και μπορεί αλλά από τις πράξεις και τις αποφάσεις.
Τα πρώτα χρόνια στην Λαμία ήταν μια πολύ δύσκολη εποχή για τα οικονομικά της οικογένειας. Ο Μπάμπης με παιδικό θάρρος και ευρηματικότητα συγχρόνως με την σχολική και την αθλητική απασχόληση εργαζόταν παράλληλα στους νυχτερινούς κινηματογράφους της πόλης και είχε μια αξιόλογη οικονομική συνεισφορά στην οικογένεια. Οι σχολικές του επιδόσεις στα μαθήματα ήταν σχετικά μέτριες διότι ελάχιστα τον απασχολούσαν πέρα από τα αθλητικά και τα καλλιτεχνικά μαθήματα. Η ιδιαίτερα αξιόλογη σχολική ικανότητα του ήταν η ζωγραφική. Τέλειωσε το λύκειο απλώς γιατί έπρεπε να το τελειώσει.
Μπορεί να ‘ταν ένα χαρισματικό παιδί, αλλά οδήγησε την ζωή του χωρίς πηδάλιο, ανήσυχος, χωρίς πληρότητα, τελικά βούλιαξε στο βάλτο της καθημερινότητας, με τα σπουδαία του χαρίσματα χαμένα.
Από την εφηβική του ηλικία η περιπέτεια ήταν συνυφασμένη με την ίδια τη ζωή του.
Η καριέρα του στο ποδόσφαιρο πρόωρα έσβησε.... από την εφηβεία του, για ένα καπρίτσιο και μια προσωπική κόντρα με τον προπονητή του. Το πλούσιο ποδοσφαιρικό ταλέντο με το οποίο τον προίκισε η φύση, ποτέ δεν αναδείχτηκε. 
Είχε πάρει το όνομα του αδικοχαμένου θείου του Λάμπρου, αδελφού της μητέρας τους που σκοτώθηκε σε ενέδρα στον εμφύλιο πάνω στον ανθό της ηλικίας του.
Η καταγωγή της μητέρας τους ήταν πέρα από τα ορεινά χωριά του Ζάρακα που είναι κουρνιασμένα ανάμεσα στα νοτιοανατολικά ακροβούνια του ορεινού όγκου του Πάρνωνα.
Με την άφιξη της οικογένειας στη Λαμία ο Λάμπης έγινε Μπάμπης καθώς συνηθίζεται στη ρουμελιώτικη καθημερινή διάλεκτο.
Ταυτόχρονα ήταν αυτός απ’ τα αδέλφια του είχε όλα εκείνα τα φυσικά σωματικά χαρίσματα των προγόνων από την πλευρά της μητέρας τους.
Ένα πορτραίτο νεαρού άνδρα, με στιβαρό και ταυτόχρονα ήρεμο δυναμισμό. Η ιστορία του έδειξε ότι ούτως ή άλλως εντυπωσιακή παρουσία του σίγουρα δεν περνούσε απαρατήρητη και όπου σύχναζε πολύ εύκολα οι γυναίκες βρίσκανε στην αγκαλιά του όλες τους τις καλοκαιριάτικες ερωτικές επιθυμίες. Και σίγουρα ένας τέτοιος χαρακτήρας δεν είχε δώσει πολλές αφορμές για μόνιμες δεσμεύσεις. Έμεινε μοναχικός και λεύτερος να χαρεί τη ζωή του σύμφωνα με τις ιδεολογικές του θεωρήσεις. Δεν είχε μάθει να θέτει ρεαλιστικούς στόχους, ποτέ του δεν έκανε σοβαρή προσπάθεια να καρποφορήσει ολοκληρωτικά μια σχέση του. Ίσως να μην καταλάβαινε την επιθυμία να αγαπήσει και ν’ αγαπηθεί με αφοσίωση, επειδή πιθανόν να μην αισθάνθηκε κάτι παρόμοιο......
Η φυσική του σεξουαλικότητα και ο ήρεμος θελκτικός τόνος της φωνής του κυριαρχούσαν στους γύρο του. Είχε όλα τα φυσικά και πνευματικά προσόντα να κάνει αξιοζήλευτη καριέρα στους θεατρικούς χώρους. Ήταν υπέροχος αφηγητής, τ' αδέλφια του κρέμονταν απ' τα χείλη του στις ατέλειωτες αφηγήσεις του. Δυστυχώς δεν θέλησε ν’ ασχοληθεί. Πολλοί το πίστευαν ότι ίσως αυτός ο χώρος να ‘ταν η ευκαιρία που θα κτυπούσε την πόρτα του, θα ‘ταν ο τόπος που θα του άνοιγε το δρόμο να φτάσει στο υπήνεμο λιμάνι της ταραχώδους ζωής του.
Στο στρατό υπηρέτησε σε ειδική μονάδα Μοίρας Καταδρομών.....  Η ειδική αυτή μονάδα επανδρωνόταν με εθελοντές . Η επιλογή και η εκπαίδευση όχι απλώς δεν είχε τίποτα να ζηλέψει από αντίστοιχες μονάδες ανορθόδοξου πολέμου και καταστροφών αλλά ήταν ακόμα πιο σκληρή και δύσκολη. Μάθαιναν τεχνικές επιβίωσης και τα πράγματα ήταν τόσο δύσκολα που μόνο ένα μικρό ποσοστό τελείωνε την εκπαίδευση του. Και ίσως αυτός να ήταν ο λόγος που αποφάσισε να δοκιμάσει την τύχη του. Ίσως ήθελε να αποδείξει κάτι στον εαυτό του. Ενώ είναι ικανότατος εκπαιδευόμενος ταυτόχρονα είναι απείθαρχος, δεν υπακούει συνήθως σε εντολές, δεν ευθυγραμμίζεται με τους κανόνες, για τους λοχίες και τους λοχαγούς του ήταν μια σκέτη καταστροφή. Σε κάποια χειμερινή άσκηση στο Στρυμόνα ποταμό βιαιοπράγησε με τον έχοντα το πρόσταγμα μες στο ποτάμι και για λίγο έλειψε να τον πνίξει. Βλέποντας οι εκπαιδευτές του τον ατίθασο χαρακτήρα του θεώρησαν ότι είναι καλύτερα να του δώσουν φύλλο πορείας για άλλη μονάδα με λιγότερες απαιτήσεις. Τον προγραμμάτισαν μετάθεση για την Ρόδο.
Ένας ταγματάρχης επικεφαλής της μονάδος τον θεωρούσε αφρόκρεμα της Μοίρας και όχι απαραίτητα κακό στρατιώτη... Αδυνατούσε να συναινέσει να υποβιβάσουν έναν από τους καλύτερους ορεσίβιους καταδρομείς που συνάντησε στην καριέρα του σε χωροφύλακα στη Ρόδο. Τελικά κατέληξε ανενεργός καταδρομέας στην σχολή πολέμου στη Ρεγγίνα Θεσσαλονίκης.. Ακόμη και εκεί στη Ρεγγίνα η σχέση του με τον στρατό ήταν πολυτάραχη..
Κόρη από «Σόι»! Θεσσαλονικιά! 
Με την μανά της αντάμα ροβόλησαν Αθήνα .... 
Το χέρι της κυρά Γιαννούλας  φιλούσαν... 
Μήπως και τον καταφέρει... το ναι να πει...
Έλα όμως που οι Σλαύες και οι Κροάτησες με τα φιλήδονα χείλη και τις προκλητικές καμπύλες τον σαγηνεύουν την εποχή εκείνη. Δεν του αφήνουν χώρο για ήρεμες και σταθερές σχέσεις.
Η μετέπειτα επαγγελματική ζωή του πολυτάραχη και ασταθής. Ασχολήθηκε με μια πληθώρα από επαγγέλματα. Από δουλειές του ποδαριού μέχρι επιτυχημένες επιχειρήσεις.
Με το πέρασμα του χρόνου βυθιζόταν σε μια περιπετειώδη προσωπική αναζήτηση, χωρίς πρόγραμμα και σταθερότητα. Ουσιαστικά επρόκειτο για μια συνεχή τυχοδιωκτική περιπέτεια που τη ζούσε μ’ έντονο και εφήμερο πάθος.
Ήταν μια εποχή που τον θυμάται να έχει γνωριμίες με στρατολόγο μισθοφόρων που προμήθευε βετεράνους των ειδικών δυνάμεων σε χώρες του τρίτου κόσμου. Με πολύ κόπο και πειθώ τον απέτρεψε να καταταγεί σε ιδιωτικό μισθοφορικό στρατό με έδρα το Εμιράτο του Ομάν στο Περσικό κόλπο.
Η βασική του διαμονή τα τελευταία χρόνια ήταν το νησί της Ρόδου.... Του ήταν της μοίρας γραφτό τελικά να πάει στη Ρόδο.
Μα πολλούς χειμώνες συνήθως τον βρίσκανε σε συχνά ταξίδια ενίοτε στις Σκανδιναβικές χώρες ενίοτε στην Ιρλανδία, ακόμη και στη Γαλλία και την Ολλανδία.
Ήταν νέος και τα πράγματα σύμφωνα με την δική του οπτική και κοινωνική θεώρηση του ερχόντουσαν ευνοϊκά στη ζωή του.
Η ανήσυχη φύση του από την εφηβεία ακόμη αναζητά να γευτεί πάμπολλες εμπειρίες, τις άγνωστες σ’ αυτόν πλευρές του κόσμου μας. Φύσει ανήσυχο και τολμηρό πνεύμα, η ζωή του ήταν μια περιπέτεια, μια αναζήτηση, μια Οδύσσεια.
Ο καιρός περνούσε και ο αδελφός του συνέχισε να περιπλανιέται. Κάθε τόσο άλλαζε πόλη και δουλειά. Στα ταξίδια του είδε ένα μεγάλο κομμάτι της Ελλάδας και της Ευρώπης χωρίς ουσιαστικά να το προσέξει. Γνώρισε πολλούς ανθρώπους, έκανε με μεγάλη ευκολία παντού φιλίες, οι γυναίκες τον έβρισκαν ακαταμάχητο τις τραβούσε σαν μαγνήτης.
Πάντα του ήταν ικανός να κάνει ενέργειες ανεπιτήδευτες, ανεξιχνίαστες, απρόβλεπτες. Δεν έμενε πολύ σε κάθε δουλειά. Γρήγορα έχανε το ενδιαφέρον του και ξεκινούσε χωρίς πρόγραμμα για καινούργιους τόπους.
Ήταν στην πραγματικότητα ένας εξευγενισμένος αληθινός νομάς στη σύγχρονη εποχή, σαν να ωθούσε τις ενέργειες του μια αθέατη φυσική δύναμη. Περνώντας τα πρώτα χρόνια της νιότης ίσως και να είχε στιγμές που κάνοντας ενδοσκόπηση να αισθάνθηκε ότι περπατούσε λάθος μονοπάτι στη ζωή του.
Πολλές φορές, σε ώρες περισυλλογής, ίσως και να σκεπτόταν με μια αδιόρατη πίκρα ότι ήταν πολύ αργά για να αλλάξει μονοπάτι. Μια τέτοια κατάσταση συνεχούς νεότητας που επιζητούσε να του ήταν βάρος, και έρχεται η στιγμή που υπάρχει το τίμημα και η συντριβή...... Όλα τη στιγμή αυτή έχασαν το δρόμο τους εξαφανίστηκαν.
Τον αδελφό του τον σκότωσε το ίδιο του το πάθος για τη ζωή. Και η ίδια η ζωή τον έδιωξε από την αγκαλιά της. Δε χρειάστηκε και πολύς κόπος για να αναποδογυρίσει το σκάφος παρασύροντας στο βυθό ότι υπήρχε πάνω του.
Ο σοφός ποιμένας παππούς τους έλεγε.
«Ο καλύτερος τρόπος για να προβλέψεις το μέλλον, είναι να το δημιουργήσεις εσύ ο ίδιος.»
Όταν τον βάλανε κάτω απ' τη γη ήταν μονάχα σαράντα τριών ετών.
Χάθηκε έτσι ξαφνικά. Ποιος θα το 'λεγε. Σαράντα τρία χρόνια ανέμελης ζωής που ξαφνικά ένα ύπουλο τσίμπημα στην καρδιά τον σκόρπισε για πάντα. Λάκισε απ' τούτη τη ζωή χωρίς να τους πει ούτε ένα αντίο.....
 
Web Informer Button