ADS

click to open

Παρασκευή 14 Αυγούστου 2015

Makrino Taxidi .. Part II

Ο ξεριζωμός από την ύπαιθρο από τα γονικά εδάφη, η αστυφιλία, εξακολουθεί να πιέζει την καρδιά κάθε Λάκωνα, αδιάφορο αν κατοικούσε σε πλούσιους κάμπους και δασωμένα βουνά, η σε πτωχή και χέρσα γη.
Και έφευγαν με τα καράβια τα γεμάτα νέους και νέες κι ερήμωνε η ύπαιθρος.
Οι μνήμες των πρώτων παιδικών του χρόνων ξυπνούν, έρχονται σαν κύματα και πλημυρίζουν τις σκέψεις του. Δεν μπορεί εύκολα να ξεχάσει, ξαναγυρίζει πάλι και πάλι στον τόπο του μέσα στα όνειρά του και νοσταλγεί μελαγχολικά τον τόπο που περπάτησε τα πρώτα βήματα του. Ταυτόχρονα μετρά τα πεπραγμένα της ζωής του. Τι θα ‘ταν αν δεν ακολουθούσε το δρόμο της ξενιτιάς στη ζωή του. Τι θα πετύχαινε εάν δεν έφευγε να ανοίξει νέους ορίζοντες αφανίζοντας τα εμπόδια που του έφραζαν το δρόμο προς την επιτυχία, που ο καθένας ζητάει ν’ αποκτήσει στη ζωή του. Ο σοφός παππούς του όπως πάντα με το χαμόγελο στα χείλια, συγκαταβατικός και γαλήνιος έλεγε. «Γιε μου τα στάσιμα νερά βρωμίζουν»

Monemvasia Kalokairi 1958.

Ήταν ώρα του ηλιογέρματος, ο καπετάνιος της λέμβου με την ήρεμη φωνή του διάταξε να λύσουν τον κάβο της, και κράτησε την τιμονιέρα σταθερά στα χέρια του.
Το μακρινό ταξίδι είχε ξεκινήσει.
Η λέμβος ταρακουνήθηκε καθώς έλαμνε κουπί για να ξεφύγει από τη προβλήτα του μικρού λιμένα και να γλιστρήσει στα βαθιά νερά.
Ο καιρός μαλακός καλοκαιρινός, Πουνέντες, και η λέμβος στην απογευματινή παλίρροια γύριζε κι έπιανε να μποτζάρει απ’ τ’ αντιμάμαλο πού γεννιούνταν καθώς η θάλασσα χτυπούσε στην προβλήτα και πισωγύριζε.
Ο Λάμπης άκουσε τον υπόκωφο παφλασμό των κυμάτων καθώς σκάνε στον καθρέφτη της λέμβου, λικνίζοντας την.  Τρόμαξε.
Ο Λάμπης ήταν ο δευτερότοκος τετράχρονος αδελφός του. Δε σάλευε, το πρόσωπο του είχε μια έκφραση τρομαγμένη, μια παράξενη ταραχή.. Τα χέρια του τρέμανε, άρπαξε το παντελόνι του συνεπιβάτη μπρος και το κρατούσε σφικτά φοβισμένα, δάκρυα ξεχείλισαν απ' τα μάτια του. Ο κύριος στοργικά ακούμπησε το χέρι του στον ώμο του μικρού αγοριού και του μίλησε καθησυχαστικά. Ο Λάμπης αναστέναξε άφησε το παντελόνι, κάθισε χάμω στη λέμβο αγκάλιασε τα γόνατα του, κι' ακούμπησε πάνω τους το πηγούνι του.
Η μητέρα τους πλησίασε τρομαγμένη και τον σήκωσε όρθιο, είδε το πρόσωπό του πλημμυρισμένο στα δάκρυα. Έδωσε το μικρό δίχρονο αδελφό τους που κρατούσε στην αγκαλιά της στον άνδρα της, έβγαλε τη ζακέτα της και σκέπασε το αγόρι της, κι αυτό κούρνιασε μέσα στην αγκαλιά της μάνας του γραπώνοντας τα δάχτυλά της. Τώρα τα μάτια του Λάμπη λάμπανε ζωηρά καθώς την κοίταζε.
.............Η  μητέρα τους ήταν βυθισμένη σε ακαθόριστες και αφηρημένες σκέψεις το διάστημα εκείνο. Αυτό που ονειρεύεται είναι να αλλάξει τη μοίρα τους, και να χτίσει ένα καλύτερο μέλλον για τα παιδιά της.
Το τελευταίο βράδυ ήταν ορθή μπρος στο παράθυρο τους, με κουφωμένα τα σκούρα-μελιά της μάτια, και κοίταζε. Κοίταζε  ασάλευτη, ενώ το φεγγαρόφωτο έπεφτε πάνω της, κάνοντάς τη να μοιάζει με απαστράπτουσα. Τα αστέρια έλαμπαν με το ψυχρό τους φως, ενώ η ημισέληνος έλουζε τα πάντα και η μητέρα έμενε να κοιτάζει έξω από το παράθυρο σαν να φύτρωσε ξαφνικά εκεί έξω ένας καινούργιος κόσμος και πάσχιζε να τον μάθει.
«Μανούλα, τι κοιτάζεις;!»
«Τίποτα αγάπη μου.! Απλά κάτι σκέφτομαι.»
Η φωνή της ήταν κάπως αλλιώτικη, αλλαγμένη, κάπως βραχνή, το πρόσωπο σφιγμένο, συννεφιασμένο ακίνητο και βουβό. Τα μάτια της βυθίστηκαν πάλι εκεί έξω στην απεραντοσύνη τ' ουρανού σαν κάτι να γρικούσε μέσα της και πάλευε να το ξεκαθαρίσει.
Ύστερα στράφηκε προς το μέρος τους, γλύκαινε το πρόσωπο της χαμογέλασε και τους κάλεσε κοντά της ...τα παιδιά της... τα φίλησε στα μάγουλα και άρχισε να τους μιλά για τον κόσμο. Να τους μιλά για τον κόσμο αυτόν που υπάρχει εκεί έξω πέρα απ’ τη θάλασσα και για τα παιδιά που έχουν ευκαιρίες να κάνουν μεγάλα πράγματα στη ζωή τους. Να τους μιλά για τους ανθρώπους που δημιουργούν καινούργιους κόσμους. Να τους εξηγεί πως κάθε στιγμή της ζωής είναι μια μάχη, μια απόφαση, μια γεμάτη νόημα επιλογή που σε κάνει να νιώθεις πως μπορείς να ονειρευτείς τη ζωή σου όπως την θέλεις.
Έπειτα τους είπε για την αναχώρηση.
Τώρα τα μάτια της ήταν βουρκωμένα. Τα κοιτούσε τόσο στοργικά. Γέμισαν δάκρυα και τα δικά τους. Σύρθηκαν μέσα στα απλωμένα χέρια της, μαζεύτηκαν πάνω της κουρνιάζοντας στην αγκαλιά της, εκείνη τα έσφιξε όσο πιο κοντά της μπορούσε.
«Μανούλα μην κλαις...» Της είπε λυπημένα, με μια φωνή παράξενα συρτή ο μεγαλύτερος..
«Σώπα, μην κλαις… μη φοβάσαι εμείς είμαστε εδώ..»
Η μητέρα δε μίλησε ξανά, τους κράτησε στην αγκαλιά της σιωπηλή, συνεχίζοντας να τους χαϊδεύει μέχρι που σιγά σιγά τα δάκρυα της αραίωσαν, δίνοντας τη θέση τους σε αναστεναγμούς. Κρατώντας σφιχτά τα παιδιά της, ότι γλυκό και ιερό έχει στη ζωή της αναστενάζει γιατί ’ναι όλα πίκρα και καημός. Σταδιακά πλάκωσε μια σιωπή, όπως η πίσσα που ρίχνεται στο χώμα.
Μια σιωπή βαθιά γεμάτη νόημα, ελπίδα, δύναμη, και αυθεντικότητα.
Της Μητέρας ένας τελευταίος βαρύς αναστεναγμός ξέφυγε από το στήθος που έλυσε την σιωπή.
Ξέσπασε. 
Ένα τραγούδι αντήχησε. 
Νοσταλγικό και πονεμένο τραγούδι του νόστου και της προσφυγιάς. Μια υπόκωφη μελωδία, σε παράπονο, σε λυγμό, γυμνή χωρίς μουσική, που είχε μόνο λίγες νότες σε ρυθμό κι ωστόσο ατέλειωτες παραλλαγές. 
Στο μυαλό του για χρόνια τώρα αντηχεί αυτό το τραγούδι, γλυκόλαλα και τόσο απαλά, κι αν μπορούσε να το εκφράσει, θα το έλεγε το Τραγούδι της οικογένειας τους. 
Έκλεινε τα μάτια του για ν' ακούσει την πλούσια, ζεστή και γλυκιά φωνή της μητέρας του, και οι σκέψεις του γέμιζαν με τα σκούρα μελιά μάτια της, που έλαμπαν σαν αστέρια.
.... Η λέμβος, σκαμπανέβαζε, έφτασε κάποτε, υστέρα από πάλεμα, μπροστά στο έμπα του λιμανιού δίπλα στο μεγάλο ποστάλι. Ο πηδαλιούχος της πήρε τη στροφή, να καβατζάρει, για να τη φέρει στα δίπλα στην υπήνεμη πλευρά του πλοίου με ασφάλεια στο κύμα.
Ή λάμψη της δύσης αναλήφθηκε απ' τις βουνοκορφές, το σούρουπο γέμιζε το Μυρτώο πέλαγος, και άρχισε να σκοτεινιάζει πέρα από την κορυφή της Κουλοχέρας στα χωριά του Ζάρακα. Ένα μεγάλο γλαροπούλι βούτηξε στο νερό. Τα στεφάνια πάνω στην απαλή επιφάνεια της θάλασσας πλάταιναν ολοένα. Μπροστά στον ορίζοντα πρόβαλε η βραχονησίδα Παραπόλα.
Και πίσω εκεί μακριά, μια κουκίδα, καταμεσής του Μυρτώου πελάγους ο πελώριος βράχος της Μονεμβασιάς ξεμακραίνει. Είχε πια σχεδόν νυχτώσει.
................. Μπαίνοντας στον αθέατο κόσμο της μνήμης του ανακαλύπτει τοπία ανέγγιχτα, διαβάζει ιστορίες γοητευτικές, αισθάνεται να βρίσκονται τα πάντα μέσα εκεί σε μι’ αρμονική ισορροπία. Κι όμως μια γκρίζα κουκίδα, κάτι σαν βαθειά ομίχλη, του σκεπάζει την πρόσβαση να ανακαλύψει το καράβι που τους μετέφερε στον Πειραιά.
Λίγα χρόνια αργότερα έφηβος πλέον έκανε το ίδιο ταξίδι δυο τρία καλοκαίρια.
Τα ταξίδια ήταν πανέμορφα μια και το πλοίο παράπλεε συνεχώς τις ακτές της Πελοποννήσου εκεί όπου οι νότιες παρυφές του Πάρνωνα βουτάνε στο Μυρτώο Πέλαγος και τα αρώματα του βουνού σμίγουν με την αύρα της θάλασσας.
Η άγρια ομορφιά αυτού του φυσικού τοπίου, αυτής της γεωγραφικής ορεινής περιοχής του Ζάρακα με τα πέντε χωριά του. Ομορφότερο όλων το παράκτιο Κυπαρίσσι, με μια φυσιογνωμία στεριανή και νησιώτικη μαζί, κτισμένο αμφιθεατρικά, κοιτάζει την ανατολή του ήλιου και σκοτεινιάζει νωρίς λόγω των κορυφών του Ζάρακα, που εμποδίζουν τον ήλιο από τη Δύση να φωτίσει τον τόπο. Οταν κοιτάζεις την περιοχή από τη θάλασσα, μοιάζει με θρόνο προς το Μυρτώο Πέλαγος.
Θυμάται το Γέρακα. Από τις πιο εντυπωσιακές γωνιές της Λακωνίας, ένα μικρό λιμάνι που αναδύεται μέσα από ένα επιβλητικό τοπίο. Άφωνος θα μείνει ο ανυποψίαστος επισκέπτης πλησιάζοντας το Λιμάνι του Γέρακα. Ένα σπανιότατο φιόρδ μοναδικής ομορφιάς ξεδιπλώνεται μπροστά του. «Ευλίμενον χωρίον» ονομάστηκε από τον Παυσανία, στο έργο του ΄΄Λακωνικά΄΄.
Μια ματιά είναι αρκετή για να αντιληφτεί κανείς πόσο συναρπαστικά πολυσχιδές είναι το τοπίο και να υποπτευθεί πόσο θεαματικά πολυτάραχη είναι η γεωλογική του ιστορία.
Η γαλήνη του τοπίου και η γραφικότητα του οικισμού συνθέτουν ένα μοναδικό σκηνικό.
 Ο ακύμαντος κόλπος του, ένα από τα μεγαλύτερα φυσικά λιμάνια της Μεσογείου, ετοιμάζεται να υποδεχτεί το σούρουπο. Το πλοίο έμπαινε με την πλώρη στον αρκετά στενό όρμο και φουντάριζε αρόδο, επικίνδυνα κοντά στα βράχια και τα αβαθή. Η αποβίβαση επιβατών και εμπορευμάτων γινόταν με καΐκια. Αναχώρηση με ανάποδα, διότι ούτε λόγος για χώρο να γυρίσει εκεί μέσα. Μετά το Γέρακα, στέκει καταμεσής του Μυρτώου πελάγους ένας πελώριος βράχος, η Μονεμβασιά. Το πέτρινο καράβι του Ρίτσου. Η αγέρωχη καστροπολιτεία.
 «Όταν η θάλασσα σμίλεψε την πέτρα... Όταν ο ήλιος γέμισε χρώματα τον ουρανό... Όταν η ακρογιαλιά καλύφθηκε από την ξανθιά άμμο... Γεννήθηκε ένα μέρος για τις πιο όμορφες και έντονες στιγμές μας.» Ατμόσφαιρα ερωτική, γεμάτη μυστήριο και μαγεία, είναι η ώρα που κυνηγούσε το καλύτερο ηλιοβασίλεμα του κάστρου.
Όλα αυτά τα ταξίδια του τα έζησε ακουμπισμένος στις κουπαστές του θρυλικού πλοίου της ακτοπλοΐας το περίφημο  MYΡΤΙΔΙΩΤΙΣΣΑ.
Το Μυρτιδιώτισσα είχε ναυπηγηθεί στη Σκωτία το 1929 ως LOCHNESS για την παραδοσιακή ακτοπλοϊκή εταιρία MacBrayne. Στην Ελλάδα το έφερε το 1958 ο Σ. Μπιλίνης και έγραψε την ιστορία του στη λεγόμενη «μαύρη γραμμή» (Πειραιάς- ανατολικά παράλια Πελοποννήσου, Κύθηρα) ώσπου διαλύθηκε το 1973 στο Πέραμα.
Για το ΜΥΡΤΙΔΙΩΤΙΣΣΑ, έλεγαν πως του ήταν γραφτό να ταξιδεύει σε μυστικιστικές γραμμές, από τα ανεμοδαρμένα νησιά των Εβρίδων στις κακοτράχαλες ακρογιαλιές της Λακωνίας, από την ομίχλη των Σκωτσέζικων φιόρδ στις σφηκοφωλιές των όρμων στο Κυπαρίσσι, στο Γέρακα, στο Πόρτο Κάγιο, στο Σολοτέρι.
Το Μυρτιδιώτισσα πραγματοποίησε το παρθενικό του δρομολόγιο στην άγονη γραμμή της ανατολικής Πελοποννήσου το καλοκαίρι 1958.
Ήταν ένα πλοίο ιστορία.
Μια όαση, σε μία άγονη γραμμή.
Καράβι μιας άλλης εποχής.
Κουβαλώντας πάντα περήφανες ράτσες ανθρώπων.
Με τη διαίσθησή του αρχίζει να υποπτεύεται, ίσως και να ‘ταν το πλοίο που ξεκίνησε το μακρινό ταξίδι.
.................... Είχανε κουρνιάσει στις στενές κουκέτες του πλοίου προσπαθώντας να βολευτούμε όσο καλύτερα μπορούσαν.
Ο Λάμπης γλίστρησε έξω στο κατάστρωμα μες’ από την ξύλινη πόρτα του ακκομοδεσίου του πλοίου στη δροσιά της υγρασίας της θάλασσας.
Έμεινε στη θέση του ακίνητος σαν κεραυνόπληκτος και κοίταζε σαστισμένος.
Έχει καρφώσει τα μάτια του στη στεριά, σα να προσπαθεί να συλλάβει ότι μπορεί απ' τον άγνωστο κόσμο εκεί έξω που μόλις τον γνωρίζει.
Οι αισθήσεις του λαίμαργα αποτύπωναν τη θέα από του πολύβουο λιμάνι που εκτείνονταν εμπρός του.
Οι λέξεις βγήκαν αβίαστα χωρίς δυσκολία από τα χείλη του.
«Μαμά, μαμά, έλα, έλα να δεις, πω, πω, κοίτα σπίτια! κοίτα πλοία!»
«Μαμά, μαμά να! να! και αυτοκίνητα!»

Πώς να περιγράψεις τα συναισθήματα που ένιωθε εκείνη την ώρα ο μικρός αδελφός του που ξαφνικά από το μικρό απομονωμένο οικισμό βρέθηκε στο λιμάνι του Πειραιά, μια κοσμοπολιτική πολιτεία γεμάτη ζωή και κίνηση..
Η παραλία φωτόλουστη, πλοία να πηγαινοέρχονται στο λιμάνι, ρίχνοντας ή τραβώντας την άγκυρα, να λύνονται ή να δένονται στις προβλήτες.
Το φως του ήλιου ξεχύνεται γύρω στο σκληρό γαλάζιο χρώμα του ουρανού εκτυφλωτικό, επιθετικό, σαν να θέλουν οι αχτίδες να κυνηγήσουν ότι κρύβει τον πρωτόγνωρο νέο κόσμο στα φτωχά και ανίδεα χωριατόπουλα.
Η μητέρα τους τον κοίταξε και του χαμογέλασε. Τον έσφιξε στο στήθος της, τρυφερά του πήρε τα χέρια μες στα δικά της χέρια.
Αυτή ήταν η μητέρα τους. 
Ήταν το δροσερό ποτήρι κάθε ελπίδας τους. Ήταν ένα τριαντάφυλλο, που μύριζε τόσο γλυκά.
Αμίλητη τώρα ατένιζε την θέα απ’ τον καινούργιο κόσμο και αναρωτιόταν αν αυτή η περιπέτεια, θα αποτελούσε μια νέα καλύτερη σελίδα στη ζωή τους. Σκέφτεται αν θα καταφέρουν να κάνουν όσα είχε ονειρευτεί στην εφηβεία της, σήμερα τα παιδιά της.
Αναρωτιόταν αν η απόφαση να πάρουν τους δρόμους της ξενιτιάς με στόχο να ξεφύγουν από τη φτώχεια και την μίζερη ζωή ήταν η σωστή απόφαση.
Με τα μάτια μισόκλειστα φαντάζεται ……δεν έβρισκε άκρη στις σκέψεις της.
Τόσο πολύ είχε απορροφηθεί στις σκέψεις της, που δεν πήρε είδηση πότε το πλοίο πρόσδεσε στην προβλήτα και ξεκίνησε η αποβίβαση.
.............. Το τραίνο τους μετέφερε απ’ την Αθήνα στη Λαμία με τα λιγοστά υπάρχοντα τους, που κουβαλούσαν τυλιγμένα σε σεντόνια, μόλις δυο μπόγους όλα κι όλα.
Αρχικά τον πρώτο καιρό η ζωή στη Λαμία τους βρήκε ταλαιπωρημένους, παραζαλισμένους, μα οπωσδήποτε με καλή διάθεση για ένα καινούργιο ξεκίνημα.. Ξεκίνησαν τη ζω τους μένοντας σ’ ένα φτωχικό πολύ φτωχικό σπιτάκι, ένα κοινότυπο τούβλινο κτίσμα, μόλις μια κάμαρα δίπλα στο ρέμα. Σε μια εργατική φτωχογειτονιά «το Αραπόρεμα» στης δυτικές παρυφές της πόλης, μι’ αστική περιοχή με χωριάτικο περιβάλλον.
Εκεί έζησε το τελείωμα της παιδικής ζωής, την έναρξη της εφηβείας, τη δυσκολία της καινούργιας ζωής. Ταυτόχρονα έζησε και τις πρώτες μεγάλες αλλαγές. Στην αρχη είχε την αίσθηση πως άλλαξε η ζωή τους ριζικά.... προς το καλύτερο.
Απ’ το λυχνάρι και τις λάμπες πετρελαίου που φώτιζαν τις νύχτες στο χωριό γνώρισε το ηλεκτρικό ρεύμα που δεν υπήρχε βέβαια τότε στο χωριό. Οι πιο πολλοί χωριανοί ούτε πού 'ξεραν τί είναι μαθές αυτό.
Το τζάκι και τη φουφού τα αντικατέστησαν το γκάζι και η σόμπα.
Απ’ το μονοτάξιο σχολείο βρέθηκε σε εξατάξιο.
Ένοιωσε ότι είχαν ξεφύγει απ’ την εποχή που θύμιζε την εποχή των πιονέρων και οι μιζέριες του φτωχικού οικισμού ήταν πια ανάμνηση.
..................... Στα βορειοδυτικά της γειτονιάς υπήρχαν βοσκοτόπια, μεγάλοι χέρσοι λόφοι και φαράγγια που του θύμιζαν το χωριό.  Σε μια ρεματιά υπήρχε και τεχνητή λιμνούλα όμοια με τι μικρή στέρνα στα περιβόλια του χωριού του, της έλειπε ο αιωνόβιος πλάτανος και οι πολλές μωβ περικοκλάδες αλλά είχε άφθονες καλαμιώνες.
Εκεί, στη μικρή λιμνούλα, είχε φτιάξει το δικό του καταφύγιο. Εκεί ήταν ο δικός του μικρός κόσμος όπου του άρεσε να απομονώνεται και με τα μάτια κλειστά φαντάζεται καθημερινές στιγμές απ’ το χωριό. Με τον καιρό, άρχισε να νοσταλγεί το χωριό του, θυμόταν τις ηλιόλουστες πλαγιές στο μεγάλο ρέμα κι αναστέναζε.
Ζωντανεύει όταν του ‘ρχεται η θύμηση του ποτισμένου χώματος με την ιδιαίτερη μυρουδιά της γης που αναστάτωνε το μέσα του λες και συναντούσε κάτι δικό του.
Ας ήταν μπορετό να κάθιζε, δέκα λεφτά μονάχα, κάτω απ’ το δροσό της αλαφροΐσκιωτης μουριάς στην καλοκαιρινή την κάψα, να νιώθει μια
αίσθηση δροσιάς στο πλάτωμα με το μικρό μποστάνι τους πίσω στο μεγάλο ρέμα.
Μα ήσαν μακριά, τόσο μακριά ολ' αυτά τα παιγνιδίσματα του νου…. απραγματοποίητες λαχτάρες.
............. Ο χρόνος, η εμπειρία, η συνεχής αναζητήσει γεννούν και νέα πρωτόγνωρα όνειρα στο νέο κόσμο που προβάλλει εμπρός του.
Νοιώθει απ’ την ανατολή της ζωής του σαν ευσυνείδητος εραστής που αναζητεί την θέση του κάτω από τον ήλιο.
Ο άνθρωπος στη φύση είναι σαν τη φωτιά.
Η φωτιά λένε οι αστροφυσικοί, γέννησε το σύμπαν.
Μέσα στο χάος σε μια έκρηξη τινάχτηκε η πρώτη ενέργεια που είχε θερμοκρασία. Η ενέργεια αυτή άρχισε να μικραίνει και να ψύχεται. Ταυτόχρονα όμως άρχισε να απλώνεται σχηματίζοντας, γαλαξίες, νεφελοειδείς, συστήματα, αστέρες, πλανήτες.

Click to Open
Μακρινό ταξίδι IΙI:
.....

Πέμπτη 18 Ιουνίου 2015

Makrino Taxidi .. Part.. I

Ω χώματα της γης μου!
Χώμα «Μπουμπουτσελιάνικο»**
πρωτόχωμα
τιτάνια ζύμη του κορμιού μου
του ίδιου μου του ακοίμητου μυαλού!***
**Λευκαδίτικο
***Άγγελος Σικελιανός, Λυρικός Βίος Γ΄,

Ακόμη και το πιο μακρινό ταξίδι αναγκαστικά αρχίζει με ένα απλό πρώτο βήμα.
Βλέποντας αναδρομικά ήταν φανερό ότι όλα τα σκέπαζε μια χρυσή βροχή από αναμνήσεις που έρχονται να ταράξουν τα στάσιμα νερά της λήθης.
Λες και ήταν χθες.
Δεν ήταν βέβαια.
Θυμήθηκε μια ιστορία που του ‘χε πει κάποτε ο γέρος πάππους του, που παραπονιόταν πως η ζωή του ήταν τόσο σύντομη που του φαινόταν ότι μόλις μια μέρα πριν ήταν παιδί. Ο γέρος του είχε πει. «Θυμάμαι τα καινούργια παπούτσια που φόρεσα όταν ήμουν δέκα χρονών. Μου φαίνεται σα να ‘ταν χθες. Που πήγε ο χρόνος;»
Ο χρόνος συνεχίζοντας το αιώνιο και ακούραστο ταξίδι του μας αφήνει πίσω του να ζούμε με τις νοσταλγικές αναμνήσεις μας.
Η κάθε αναδρομή σε ότι βρίσκεται θαμμένο στους απέραντους κάμπους του χρόνου, είναι συγκινητική και οι μνήμες αυτές δεν πρέπει να φθείρονται, αλλά να διατηρούν την ομορφιά και την αξία των χρόνων εκείνων. Τότε που παιδιά αμέριμνα και ξυπόλητα, ξέγνοιαστα και πεινασμένα γυρνούσαν στις γειτονιές, στους δρόμους και στα χωράφια, χωρίς τους φόβους και του κινδύνους. Τότε, που τα χρόνια ήταν τόσο πλούσια σε... φτώχεια.
Έχει περάσει καιρός από τότε. Πολύς καιρός, από τα δύσκολα χρόνια, τα χρόνια της μετανάστευσης που οι κάτοικοι της ελληνικής υπαίθρου, σαν τα πουλιά σκορπίσανε και χαθήκανε στους ορίζοντες των μεγάλων αστικών κέντρων της χώρας.
Τι τους έβγαζε από τον τόπο τους, δεν ήταν και δύσκολο να το μαντέψεις.
...............Κουλέντια Επιδαύρου Λιμηράς Λακωνίας. (Οικισμός Μπουμπουτσέλια)**
Χίλια εννιακόσια πενήντα οκτώ.............
Ήταν μόλις οκτώ χρονών, ο μεγαλύτερος (από τ' άλλα δυο αγόρια), γιος της οικογένειας. Ένα μικρό αγόρι, ψηλό, λιπόσαρκο, σα λιγνό κυπαρισσάκι 'ταν το μπόι του, με θεληματικό πιγούνι, καστανά μαλλιά και έξυπνα ερευνητικά σκούρα μάτια. Είχε γεννηθεί στην ενδοχώρα σ’ ένα μικρό χωριό μιας πάμπτωχης περιοχής του ελληνικού Νότου στις ανατολικές άγονες πλαγιές του Λακωνικού Πάρνωνα.
Μία αγροτοκτηνοτροφική περιοχή του Λακωνικού νότου που εξακολουθούσε να είναι μια δυσπρόσιτη περιοχή, για τούτο και έχει παραμείνει ανόθευτη και αληθινή λες και δεν την άγγιξε το πέρασμα του χρόνου. Τα μικρά χωριά της φωλιασμένα στα βουνά. Δεν υπήρχε εύκολος δρόμος να διαβείς, υπήρχαν όμως εκατοντάδες μονοπάτια και μια χούφτα ξωμάχοι που αντιστέκονταν στον χρόνο, άνθρωποι φιλόξενοι, ταπεινοί, καταπονημένοι, αλλά περήφανοι για την καταγωγή τους.
Tο χωριό του είναι εν’ από κείνα τα βουνίσια χωριά, που σκαρφαλώνουν στη πλαγιά του βουνού κι είναι όλα τα ίδια. Όμορφα, μα φτωχά και μίζερα κι αφημένα στην τύχη τους κι από θεούς κι ανθρώπους. Ο οικισμός τους, μικρός ασήμαντος, σκυφτός θα ‘λεγες από κάποια βαθιά στενοχώρια, γκρίζος και ισχνός όπως όλα τα μέρη που οι κάτοικοι τους ζουν μακριά από την εποχή τους. Απόμεροι, και ξεχασμένοι.
Η ορεινή ύπαιθρος γύρω τους ήταν μια άγονη γη θανάτου εγκαταλειμμένη, γεμάτη με πέτρα που λουζόταν από το ανελέητο εκτυφλωτικό φως του Ήλιου. Οι λιγοστοί κάτοικοι πάλευαν με κόπο και ιδρώτα να κερδίσουν την ζωή τους στη χέρσα γη από τα χαράματα μέχρι το βράδυ, καλλιεργώντας λίγες ελιές, λίγες συκιές, μερικά αμπέλια και ελάχιστα περιβόλια με οπωροφόρα δέντρα και λαχανόκηπους. Παιδεύονταν για το ψωμί, για το καρβέλι. Δύσκολο πράμα. Όμως η γης ήτανε για κείνους πλάσμα ζωντανό, κρύωνε, πυρωνόταν, θρασομανούσε να σπαρθεί, κοιλοπονούσε... Οι ξωμάχοι χωρικοί έτρεχαν κάθε τόσο να τη συντρέξουν, τη μια ζευγάδες και σποριάδες, την άλλη θεριστές ή μαζωχτές.
Υπήρχαν ακόμη κάμποσες ιδιοκτησίες στις μικρές κοιλάδες με μεγαλύτερα λιβάδια που καλλιεργούσαν όσπρια και σιτηρά, αυτά ανήκαν σε πολύ λίγους προνομιούχους νοικοκυραίους του χωριού.
Στενοί χωματόδρομοι και φιδογυριστά μονοπάτια που θύμιζαν λαβύρινθο από μυρμηγκοφωλιές συνέδεαν τους μικρούς οικισμούς με την καλλιεργήσιμη γη. Οι απαιτούμενες μεταφορές προσώπων και αγαθών γίνονταν με μουλάρια άλογα και γαϊδουριά. Η σταδιακή ανάπτυξη που σημειωνόταν με το πέρασμα των χρονών στα βορειότερα της Λακωνικής πεδιάδας του Ευρώτα δεν είχε ακόμη κάνει το άλμα της στις τοπικές κοινωνίες του Νότου. Στους μικρούς και απομονωμένους οικισμούς οι κάτοικοι συνήθιζαν να ανταλλάσσουν τα προϊόντα τους με τη μέθοδο της αγροτικής οικονομίας και, όσο να το κάνεις, βολευόταν κάπως η κατάσταση.
Φτωχοί άνθρωποι οι περισσότεροι, είχαν την  ανάγκη ο ένας του άλλου.
Έτσι όταν ήθελαν  να καλλιεργήσουν τη γη, συνήθως συνεταιριζόταν .
Όταν είχε κάποιος ένα ζώο «καματερό» βόδι ή μουλάρι, το  έκανε ζευγάρι μ’ άλλον και με αυτό όργωναν και έσπερναν τα χωράφια και των δύο. Τ’ αλέτρια έκοβαν ξανά και ξανά τις χαρακιές στο άνυδρο χώμα.
Στο θέρισμα που χρειαζόταν πολλά χέρια, βοηθούσαν όλοι.  Το ίδιο γινόταν και στο αλώνισμα.
Δύσκολα χρόνια, και η γη λίγη στο μερτικό τους και φτωχή, αδυνατούσε να τους θρέψει και να τους χαρίσει μια ζωή σύμφωνη μ' εκείνη που ο καθείς φτιάχνει στα όνειρα του. Τότε ο κόσμος έφευγε και πήγαινε μακριά, στην ξενιτιά, να βρει την τύχη του. Είδε κι από-είδε ο πατέρας πως προκοπή στο χωριό δεν υπήρχε. Ούτε γι' αυτόν, ούτε για την φαμελιά τους και πήρε τη μεγάλη απόφαση. Το αποφάσισε λοιπόν και γρήγορα σαν αστραπή έγιναν όλα.. Ξεκίνησαν για την πολιτεία. Με το όνειρο να γευτούν κι αυτοί τα αγαθά της μεγαλούπολης. Χρήματα βέβαια δεν υπήρχαν. Αλλά ο αδερφός του, πού 'ταν παντρεμένος εκεί, κάπως μια γωνία θα 'βρίσκε να τους βοηθήσει στο ξεκίνημα. Είχε ακούσει βέβαια κι από άλλους συγχωριανούς, πως στην πολιτεία χαμένος δεν έμενε κανείς. Ρώτησε o πατέρας του για περισσότερες λεπτομέρειες, ξαναρώτησε τα ζύγισε, τ' αποφάσισε. Πούλησε και την μικρή οικία τους με τον όμορφο φούρνο, κι από κοντά και το κτηματάκι δίπλα στο φούρνο με τις αγκινάρες πούλησε και το μικρό περιβολάκι πίσω από την μικρή λιμνούλα. Μια αγάπη βαθιά, πλατιά και απέραντη ήταν εκείνη που ένιωθε στα στήθια του γι’ αυτό το μικρό περιβόλι, με τα λίγα δέντρα στα σύνορα του. Όλα για ένα κομμάτι ψωμί βέβαια, για τα ναύλα της φαμίλιας με προορισμό τη Λαμία. Χαλάλι ας του γίνονταν του φίλου του, τ' αδερφικού, που τα παρέλαβε.
............. Το ηλιοβασίλεμα έκανε διαβολεμένη ζέστη, αλλά εκεί στο ακρογιάλι της τσιμεντένιας προβλήτας το θαλασσινό αεράκι κρατούσε την θερμοκρασία σε ανεκτά επίπεδα. Παρ’ όλα αυτά είχαν λουστεί στον ιδρώτα καθώς επιβιβάζονταν στη λέμβο που θα τους μετέφερε στο μεγάλο καράβι, που σαν κάτασπρο κάστρο, πάμφωτο, επιβλητικό και περήφανο, είχε φουντάρει αρόδο στο αγκυροβόλιο στον ανοικτό κόρφο. Όταν η λέμβος ξερεμεντζάρησε κ' έβαλε πλώρη το ανοικτό πέλαγος και απομακρυνόταν από την ακτή μαζί της απομακρυνόταν και ίσως έφευγε για πάντα, το μικρό φτωχό χωριό, το πρώτο του σχολείο, η μικρούλα λίμνη με το λιγοστό τρεχούμενο νερό που άρδευε τα περιβόλια του οικισμού..
Πριν γνωρίσει τη θάλασσα γνώρισε τη μικρή τεχνητή λίμνη στα δυτικά όρια του οικισμού τους, κάτω από τη σκιά ενός γιγάντιου αιωνόβιου πλατάνου.
Πυκνοί θάμνοι από βάτα, σφεντάμια, φτέρες και ένα πλήθος από ανθοφόρα φυτά πλαισίωναν τριγύρω την όμορφη, ήρεμη, ασημένια μικρή λιμνούλα με καθάρια νερά, που ξεπρόβαλε πίσω από τον αιωνόβιο πλάτανο στο τέλος μιας διχάλας από το στρατί που φιδοσερνόταν εμπρός του. Τα πανέμορφα και πολύχρωμα λουλούδια, τα υδρόβια φυτά που επέπλεαν, δημιουργούσαν μια πανδαισία χρωμάτων, και ο συνδυασμός των αρωμάτων με τις χιλιάδες ευωδιές να κατακλύζουν τα πνευμόνια σου.
"Τα σφεντάμια και οι φτέρες είναι ακόμα αδιάφθορα,
Αλλά χωρίς αμφιβολία, όταν αποκτήσουν συνείδηση
Θ’ αρχίσουν κι αυτά να καταριούνται και να βρίζουν."
Στοιβαγμένες εικόνες στα θολά διαμερίσματα της μνήμης, αβίαστα προβάλλουν εμπρός του.
Εικόνες της εποχής  μόλις που περπάτησε καλά, και στιγμή δεν καθότανε. Έτρεχε μες στα πεζούλια στις πλαγιές και ήταν ελεύθερος σαν τον άνεμο, χαρούμενος σαν την Άνοιξη και ανέμελος σαν το Καλοκαίρι.
Της  εποχής που πότιζε το μικρό μποστάνι τους, χαμηλά στη ρεματιά, ανάμεσα στα νεροκάλαμα, ένα λουρί χωράφι και έτρεχε ξέγνοιαστος, τσαλαβουτώντας μέσα στα νερά  με το κοντοβράκι του και με το μακρύ το φτυάρι στα αδύνατα χέρια του, να αλλάζει τα κανάλια του ποτιστικού νερού ανάμεσα στα παρτέρια με τα λαχανικά και τις κολοκυθιές τις φορτωμένες πορτοκαλιά λουλούδια, μεγάλα σαν χάλκινες τρουμπέτες, ευτυχισμένος όπως το πουλί απάνω στο κλαδί του. Τα μεσημέρια του καλοκαιριού, κάθονταν  στον ίσκιο κάτω από το μεγάλο πλάτανο, που πάνω στα κλαδιά του πετούσαν και κελαηδούσαν πουλιά, και τα χελιδόνια βουτούσαν χαριτωμένα πίνοντας το δροσερό νερό της λιμνούλας.
Τ' ήταν ο κόσμος τότε γι' αυτόν παρά ένα περιβόλι απέραντο, καταπράσινο και μοσχοβολημένο περιβόλι, με τη φύση να βρίσκεται στ’ αποκορύφωμα της λάμψης της, απ’ του ήλιου τις χρυσές ακτίνες.
Είναι μια ηδονή που δεν ξεχνιέται εύκολα απ' όσους την ένιωσαν. Όλα αυτά μνήμες και γεύσεις, μυρωδιές, ακοές, οράματα και αφές των παιδικών μας χρόνων που μας δυναστεύουν μιαν ολάκερη ζωή. Δεν το γνώρισε ολότελα το καημένο του το χωριό, που του γελούσε πάντα στον ύπνο του και στα όνειρα του.
"Με της σκέψης τα πλάνα φτερά
στο χωριό μου τρέχω να φτάσω.
Στης λιμνούλας τ’ ασημένια νερά
τ’ όνειρό μου σφιχτά ν’ αγκαλιάσω"

Σήμερα μια ζωγραφιά, ένα κάδρο, η γαλήνια ομορφιά του τοπίου είναι πάντα στο νου του, με τη σιλουέτα του μικρού σπιτιού τους, και τον λιθοχτισμένο φούρνο δίπλα στη γέρικη αμυγδαλιά. Το σπίτι ήταν κτισμένο στην νοτιοανατολική πλευρά του οικισμού κι είχε μπρος του χαντάκι. Ανάβαθο. Το χαντάκι γκρίζες πέτρες και βράχοι. Οι αιμασιές από φραγκοσυκιές και λίγα σκίνα το ένα σε απόσταση από το άλλο, το κλείνουν από πάνω προς τα κάτω σαν γκρίζοι τοίχοι που σέρνονται από πεζούλα σε πεζούλα, πάνω από το λόφο με τις χαρουπιές μέχρι κάτω τα περιβολάκια. Του φαίνονταν να είναι τα σύνορα του κόσμου. Με τον ερχομό της άνοιξης θρασομανούν τ’ αγριάγκαθα και το χαντάκι γεμίζει γαλάζιους ίσκιους. Θάμνοι γυμνοί, αγκαθωτοί και ξερά χόρτα που δυναστεύουν το τοπίο. Και για την ανάγκη τους χρησίμευε και για το σκουπίδι. Ένα ταπεινό χαμόσπιτο, φτωχικό, πέτρινο σπιτάκι με κεραμίδια, με την αυλή στο νοτιά χωρίς μαντρότοιχο. Δίπλα στο σπίτι ήταν ένα καλύβι χτισμένο με ξερολιθιά, για αποθήκη που έβαζε η φαμίλια τα φτωχικά εισοδήματα τους, καρπούς, σιτάρι, το λάδι και το κρασί που έβγαζε η γη τους, «τα λιγοστά χτήματα τους», οι κόποι κι ο ιδρώτας τους.
Πίσω από την αποθήκη, ήταν κι ένα άλλο καλύβι που έβαζαν τα ζωντανά μερικές κότες και γαλοπούλες, δυο κατσίκες, μια γαϊδουρίτσα και ένα εξαίσια όμορφο κατάμαυρο άτι μ’ ένα λευκό αστέρι κόσμημα στο μέτωπο του.
Κατά τα νοτιοανατολικά του σπιτιού ένας δρόμος δύσκολος και αρκετά κατηφορικός μετά από  τριακόσια μέτρα περίπου σταματά σ' ένα μικρο διάσελο όπου μια μικρή πηγή ανάβλυζε όλο το χρόνο λιγοστό γάργαρο νερό, όμοιο με διάφανο χρυσάφι, μέσα από τα βράχια που σχημάτιζαν έναν κατακόρυφο γκρεμό σαν φυσικό πέτρινο τείχος. Η πηγή αυτή ήταν το μέρος από όπου έβρισκαν νερό οι κάτοικοι του οικισμού δυτικά του Αγίου Παντελεήμονα.... ήταν πηγή ζωής για τους ανθρώπους.... το περισσευούμενο είχαν φτιάξει στέρνα δίπλα σε μια μεγάλη κλαίουσα ιτιά, το συλλέγουν και το χρησιμοποιούν για άρδευση στα μικρά καλλιεργήσιμα πλατώματα.... τους  μικρούς καθημερινούς μπαξέδες των οικιστών.....
Οι νοσταλγικές αναδρομές μυροβόλο αεράκι έρχονται να τον δροσίζουν και να τον τυλίγουν σαν κισσός. Η σκέψη του ατενίζει το με ιδιαίτερη χάρη το παραδοσιακό πανηγύρι του Άγιου Παντελεήμονα στην μικρή πλατεία του οικισμού.
Ο Άγιος Παντελεήμονας ακόμη και σήμερα είναι ένα μικρό εκκλησάκι χτισμένο στο ψηλότερο σημείο ενός υψώματος προστάτης φύλακας του οικισμού, με απόλυτη θέα στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, για ν’ αγναντεύει τα βουνά του τόπου, περιτριγυρισμένο απ’ τη μοναδική πλατεία του οικισμού πάνω στο λόφο. Τέτοιες μέρες ολάκερο το χωριό σηκώνεται στο ποδάρι, και βουίζει από κίνηση και ζωή και οι καμπάνες του χτυπάνε χαρούμενα.
Πλήθος κόσμου μαζεύετε μαζί την γιορτή του Αγίου Παντελεήμονα. Τα τραπεζάκια και οι καρέκλες στήνονται από τα χαράματα στον περίβολο του ναού, όταν ακόμα ο νυχτερινός ίσκιος σέρνεται απάνου στην ολόστρωτη άπλα του λόφου, που ανατριχιάζει κάθε τόσο με τις αλαφρές ριπές του ανέμου στα δέντρα που θρόιζαν και παίρνει όλους τους τόνους τού γαλάζιου και του ρόδινου. Με τον ήλιο που ανηφορίζει, η πρωινή άχνα μαζεύεται στις άκρες του ορίζοντα, όσο να χαθεί ολότελα. Κι όλα αποθεώνονται μέσα στο χρυσό φως, σχήματα, όγκοι, απλωσιές και ψηλώματα, σπίτια, δέντρα, πλαγιές. Τα νερά της μικρής λίμνης αστράφτουνε, οι πέτρες κι ο αέρας αστράφτουνε και γύρω-γύρω στον περίβολο του ναού στριμωχνόταν ένα πολύχρωμο και γραφικό πλήθος, σαν τσιγγάνοι. Φέρνοντας στη μνήμη του όλα αυτά τα ευχάριστα πράγματα του ερχόταν να κλάψει, αλλά δάγκωνε τα χείλη του γιατί πάντα τα πρώτα χρόνια στην ξενιτιά η άνοιξη τον αναστάτωνε και τα όνειρα της ζωής του άνθιζαν μέσα του, όπως οι μοβ περικοκλάδες ανάμεσα στις πέτρες του παλιού νεκροταφείου του χωριού του. Μια αδυναμία που του περνούσε με τις πρώτες ζέστες του καλοκαιριού και άφηνε τη φαντασία του να ταξιδεύει ολόγυρα.
Θυμάται τα πρώτα χρόνια που ένοιωθε τώρα πια τον εαυτό μου. Ήξερε πως ήταν φτωχοί, πως οι άνθρωποι έπρεπε να δουλεύουν για να ζήσουν, πως γι’ αυτό δούλευαν οι γονείς του την χέρσα γη, και πως σα μεγαλώσει θα δούλευε κι αυτός. Δηλαδή το ’ξερε, καθώς ήξερε πως κάθε βράδυ βασιλεύει ο ήλιος και χάνεται πίσω από το Μεγάλο Ρέμα. Το γιατί τους, δεν το απείκαζε. Στα παιδικά τα χρόνια τα παίρνουμε καθώς φαίνονται όλα. Ζωγραφιές μαζεύουμε, και τίποτα άλλο. Μα αυτό δεν πάει να πει και πως δεν ένοιωθε το κόσμο.
..... Και ήρθε μια μέρα στο τέλος του καλοκαιριού που οι γονείς του είπαν πως είναι καιρός ν’ αρχίσει να μαθαίνει γράμματα, καθότι «Άνθρωπος αγράμματος ξύλο απελέκητο». Φθινόπωρο, ο τόπος χλοϊσμένος, ήσυχος, οι χωρικοί  ετοιμάζονταν για το όργωμα, τη σπορά και τα ξεχερσώματα, τα κοπάδια βοσκούσαν στις πλαγιές. Με το γλυκοχάραμα της αυγής, στο πρώτο λάλημα του πετεινού  στο μισοσκόταδο του μικρού σπιτιού, πλησίαζε η μάνα στο λιτό ξύλινο κρεβάτι του κοιμώμενου μικρού παιδιού της, χάιδευε το μέτωπο του, ενώ ένα χαμόγελο έσκαγε στο αυλακωμένο απ' τα βάσανα πρόσωπο της, και όσο μπορούσε πιο γλυκά, του έλεγε: «Σήκω, γιέ μου. Σήκω μην και σε πάρει η μέρα και ο δρόμος είναι μακρύς.» Σηκωνόταν, ντυνόταν, έπαιρνε το δεματάκι με το λιτό φαγητό που ετοίμαζε η μάνα του, κι έτοιμος αποχαιρετούσε τον πατέρα και η μάνα φιλώντας τον ξεπροβόδιζε: «Άντε καλό δρόμο γιε μου, στην ευχή του Θεού, και να προσέχεις παιδί μου», και παρέα με τον πιστό σκύλο δίπλα του  ξεχυνόταν στο δρόμο για το χωριό την έδρα του οικισμού πίσω από την άλλη μεριά του αντικρινού λόφου. Ανηφορίζοντας το δυτικό λόφο του οικισμού προσπερνούσε ένα μικρό δασύλλιο από χαρουπιές με πλούσιες φυλλωσιές, που τις λίκνιζε ο άνεμος. Ένοιωθε μια δροσιά στην ψυχή του σαν ανάλαφρη πνοή, μεθυσμένος από τους χυμούς της φύσης. Το χώμα είναι παντού νοτισμένο. Ο ήλιος τραβά το πρωί απ’ τη χλόη την υγρασία που τη βλέπεις ν’ ανεβαίνει σχηματίζοντας διαφανές κουρτίνες κάτω απ’ τις φυλλωσιές. Φτάνοντας στην κορφή παρατηρούσε πως όλη η έκταση γύρω από την άλλη μεριά ήταν το Μεγάλο Ρέμα, η κοιλάδα που χωρίζει τον λόφο του οικισμού από το χωριό. Εκεί βρίσκονται σκόρπια μικρά καλλιεργήσιμα λιβάδια, πολλά δέντρα από ελιές, συκιές, αμυγδαλιές, και παράμερα, ξεχασμένο κομμάτι του Παραδείσου, δένδρα πυκνά το ένα πλάι στο άλλο, ένα δάσος από ορεινά κυπαρίσσια που βρέθηκε δω ανάμεσα στα βουνά. Οι πλευρές της κοιλάδας ορθάνοιχτες, να βλέπουν στο μακρινό ορίζοντα μια υποψία θάλασσας. Μια και μπεις σ’ αυτή τη φωλιά, σαν πουλί σπαρταράει η ψυχή σου, σε μεθάει το θυμάρι οι κουμαριές, κι η λυγαριά. Άφησε που σε κουφαίνουν τα κοπάδια τριγύρω με τα κουδούνια τους, σου δίνουν καινούργια ζωή, που σε κάνει κι ανασαίνεις πιο εύκολα.
Πολλές φορές οι νοτιάδες έφερναν σύγνεφα το ’να πίσω από τ’ άλλο στη κοιλάδα, μα όταν που άνοιγε πάλι ο ουρανός, γινόταν ξάστερος, ροδοβαμμένος και χαμογελούσε ως πέρα στα βουνά και στις ράχες και ήταν ο ήλιος όσο δεν παίρνει χρυσαφής, κάτι σα μέλι φωτεινό ξεχυνόταν στο Μεγάλο Ρέμα.
Στο Μεγάλο Ρέμα ήταν και μια απαλή πλαγιά μέχρι το βάθος της κοιλάδας, υπήρχε κει κοντά σ’ ένα γούπατο επικλινές μι’ άπλα, μια στενή λωρίδα γης, που κατέληγε σε μια ρεματιά, ένα φυσικό κανάλι για να φεύγουν τα βροχόνερα και τα λιγοστά νερά από τις γύρω πήγες που αναβλύζουν τη άνοιξη.
Η γη στην κοιλάδα και στις λοφοπλαγιές ήταν μοιρασμένη σε μικρά χωράφια και καλλιεργήσιμη, και ολόγυρα της στα ψηλώματα φαγωμένα βουνά, στο σύνολο της δημιουργούσε το αίσθημα της γύμνιας. Από αυτό το μέρος περνούσε ένα στριφτός μουλαρόδρομος που ανηφορίζει μέχρι την κορυφή του φαραγγιού, είναι στενός, κακοτράχαλος και γεμάτος νεροφαγώματα που οδηγούσε στο χωριό τα Κουλέντια  από τους γειτονικούς οικισμούς και τις διάφορες καλλιεργήσιμες περιοχές.
........Ήταν ένα απομεσήμερο της άνοιξης γλυκό και δροσερό, ύστερα από τη μεσημεριανή βροχή που βρισκόταν σ’ ένα γυμνό πλάτωμα της ρεματιάς, στο γυρισμό από το καθημερινό σκολειό του. Μια ώρα δρόμο για τα παιδικά του τα πόδια. Στο πρόσωπο του φυσούσε απαλό βοριαδάκι, που ερχόταν μέσ’ απ’ τους λόφους και τα πετροβούνια, με τις σταχτιές κορφές, και τα πράσινα πλατώματα.  Απάνω απ’ το κεφάλι του ένα υπέροχο ουράνιο τόξο είχε στηθεί, και μακριά στον ορίζοντα μουγκές αστραπές σκιρτούν κατά διαστήματα σαν πλοκάμια αράχνης, και η κυματιστή βροχή που έπεφτε απαλά τριγύρω από νωρίς στη ρεματιά και στις πλαγιές δίχως να σκάψει τη σημαδεμένη γη είχε τώρα σταματήσει. Οι τελευταίες βροχές σκόρπισαν γρασίδι κι αγριόχορτα στις πλάγιες, έτσι που ο γκρίζος τόπος άρχισε να χάνεται κάτω απ’ το πράσινο. Ο τόπος γέμιζε με λουλούδια από τις αμυγδαλιές και τις αχλαδιές της ρεματιάς, και στο βάθος προς τη δύση στεκόταν τα αχνογάλανα βουνά και με τη θάλασσα στην ανατολή. 
Η ρεματιά τώρα είχε πάρει ένα χρυσαφί χρώμα, ένα γαλάζιο χρυσαφί, σκεπασμένη από την αντανάκλαση του φωτεινού ουρανού, με την άνοιξη που διαβαίνει σκορπίζοντας πνοή στα μυρωδάτα χόρτα στις ντελικάτες άσπρες μαργαρίτες, κι ο χρόνος ράθυμα απλώνει τις στιγμές του και αποκοιμιέται μέσα στις παπαρούνες.. Η ησυχία και η δροσιά κυριαρχούσαν τριγύρω, μόνο οι τρίλιες των μελισσοφάγων μέσα στα βάτα έδιναν ζωντάνια στον τόπο και συνόδευαν το απαλό θρόισμα του βοριά. Ένα θέαμα μαγευτικό. Στο φαράγγι υπήρχε άφθονο νερό από τις τελευταίες βροχές του Απρίλη. Η δυνατή μυρωδιά από τις ιτιές της ρεματιάς και της υγρής κοπριάς γέμιζαν τα ρουθούνια του. Κατεβαίνοντας χαμηλότερα στο μονοπάτι το μονότονο μουρμουρητό των μικρών χειμάρρων έφτανε στα αυτιά του. Τα σύννεφα ψηλά στη δύση έμοιαζαν μπαμπακένιες τούφες σκορπισμένες στον ουρανό και περαστικά πουλιά περνούσαν κοπαδιαστά, από  ψηλά και χάνονταν πίσω απ' τις κορφές των βράχων, και πέρα στις βουνοκορφές και το ελαφρό αεράκι σχημάτιζε μικρά κύματα που ζωντάνευαν τα γύρω δέντρα. Του άρεσε πολύ το ανοιξιάτικο στοιχείο. Ήταν ικανός να κάθεται ώρες ακίνητος να χαζεύει τη φύση. 
Το αεράκι της ποταμιάς του χάιδευε το μέτωπο, ο ήλιος φώτιζε μαλακά την πρασινάδα της λαγκαδιάς όταν το βλέμμα του ακολούθησε μια σκιά μέσα στη σκιά απ' ένα περαστικό σύννεφο πάνω απ’ τους λόφους, καθώς ο ανοιξιάτικος ήλιος κατηφόριζε βαριεστημένα. Έμπλεξε τα δάχτυλά του κι άρχισε να παρατηρεί αντικρίζοντας από μακριά τη φιγούρα ενός πολύχρωμου ψηφιδωτού που προσγειώθηκε κάθισε και αναπαύεται στη διχάλα της μικρής συκιάς απέναντι στα κτήματα του Λουκά του Αρώνη. 
Ένα πουλί -από τις εξωτικότερες μορφές πουλιών- της λακωνικής γης. Ένας τσαλαπετεινός (Upupa epops) από τα πιο εντυπωσιακά πουλιά της φύσης, που ξεχωρίζει από το μακρύ λοφίο του με τις μαύρες μύτες. Τον πρωτοείδε να ξεπροβάλλει αργά μέσα από μια συστάδα από σκίνα και πουρνάρια στο μπροστινό χαντάκι πετώντας νωθρά, κυματιστά, ανοίγοντας χαρακτηριστικά αργά τις φτερούγες του, σαν πεταλούδα, αναδεικνύοντας με χάρη τούς πολύχρωμους σχηματισμούς των φτερών του. Ο Ήλιος που τώρα χαμήλωνε πέρα στα δυτικά πάνω από τον Κούνο λούζοντας στο γέρμα του με μια καθάρια ακτινοβολία γύρω του, έκανε τα πλουμιστά χρώματα του τσαλαπετεινού να λαμπυρίζουν. Το πούλι έμεινε εκεί με τις κομψές καμπυλωτές γραμμές του και τραγουδούσε.
Πανέμορφα πουλιά, έχουν δημιουργηθεί μύθοι κι ιστορίες γι΄ αυτά από τα αρχαία χρόνια!
Δεν είναι πουλιά που περνούν απαρατήρητα!
Αυτός λουσμένος από τη ζεστασιά της καθαρής ανοιξιάτικης μέρας ένοιωσε μια απίστευτη ευχαρίστηση να φουσκώνει σαν την παλίρροια μέσα του.
.......Στάθηκε μια στιγμή να αφουγκραστεί. Όχι αυτό που αφουγκράζεται δεν είναι μουρμουρητό χειμάρρου. Έτσι ακίνητος αυτό-συγκεντρώθηκε, αγναντεύοντας το μονοπάτι με τεταμένη προσοχή. Όλη του η ψυχή είχε πάει στα μάτια. Ανοιγμένα, ακίνητα δεν έκαναν ούτε δεξιά ούτε αριστερά, καρφώνονταν με ένταση στο μεγάλο νερόλακκο στην άκρη του μονοπατιού εκεί που το διέσχιζε ο μικρός χείμαρρος και ζητούσαν απαντήσεις. Ο θόρυβος του χειμάρρου τον εμποδίζει να ακούσει καθαρά τα βογκητά. Να κάτι σύρθηκε στα δεξιά του. Έμεινε στην αρχή άφωνος και κοιτούσε σαν χαμένος, ύστερα άρχισε σιγά-σιγά να καταλαβαίνει. Του 'ρθε να ξεφωνίσει. Μέσα στη γούρνα που είχε σχηματίσει ο χείμαρρος βρίσκεται φαρδύς-πλατύς ο Μπάρμπα Παναγιώτης ο γείτονας τους ένας εβδομηνταπεντάρης ψηλός, λεβεντόκορμος και καλοσυνάτος γέροντας. Ανακυλιέται ξαπλωμένος στα νερά μ’ ορθάνοιχτα χέρια και πόδια. Βογκάει βαριά. Σαν πεθαμένος που πήρε αναβολή. Προσπάθησε να του μιλήσει του γέροντα, αλλά μάταια μόνο μικρά μουγκρητά ήταν η απάντηση που έφτανε στ’ αφτιά του. Το θέαμα τον τρομοκράτησε, ακούγοντας την βαριά αναπνοή του γέροντα.
Ξυπολήθηκε και βούτηξε στα ρηχά νερά. Λίγο έλειψε να τον αφήσει ξερό από την μπόχα του κρασιού που ανέδυε η αναπνοή του γέροντα. Προσπάθησε να τραβήξει το τεράστιο κορμί έξω από το χείμαρρο χωρίς αποτελεσματικότητα, δεν τα κατάφερε, έσκυψε το κεφάλι του, δεν άντεχε άλλο κουράστηκε, εξαντλήθηκε. Το κορμί του γέροντα είχε γίνει δυο φορές βαρύτερο με τα βρεγμένα και λασπωμένα ρούχα του.
Ήταν πρώτη του φορά που άκουγε άνθρωπο να βογκίζει έτσι. Ένοιωθε τους σπασμούς του κι άκουγε τη βαριά ανάσα του. Ήξερε πως αν δεν τον ανασύρει ήταν χαμένος.
Από την προσπάθεια, έπεφτε πίσω λαχανιασμένος και πάνω που έλεγε πως απόκαμε, πως άχνα πια δεν μπόραγε να ξεστομίσει, χαλάρωνε για λίγο, έμενε να κοιτάζει κι έπιανε ξανά τη προσπάθεια εκεί που την είχε αφήσει. Έσφιξε τα χέρια του ξανάσκυψε στο πλευρό του γέροντα προσπάθησε μ' όση δύναμη μπορούσε να τον ανασύρει. Ο κόσμος γύρω του σκοτείνιασε. Άπλωνε τα χέρια σαν τυφλός, σωριάστηκε στην άκρη. Δεν άντεχε άλλο, κοντοστάθηκε ανήμπορος πια, να συνεχίσει την αγωνιώδη προσπάθεια.
«Δεν μπορώ να τα καταφέρω μόνος μου.» Παραμιλά.
«Πρέπει να τα καταφέρεις.» Μια φωνή του ψιθυρίζει.
Και ένοιωθε τόσο μόνος, η σαγήνη του τοπίου γύρω ήταν μόνο μια ψευδαίσθηση, τίποτα δεν συγκρινόταν με την αγωνία και τη μοναξιά της στιγμής αυτής. Η θλίψη του ήταν αβάσταχτη.
Ένοιωθε στο λαιμό του την αγωνία του πάθους για την ζωή που χαροπαλεύει εκεί μπρος του, αρνιόταν να την αποχαιρετήσει. Χοντρές στάλες ίδρωτα από το πρόσωπο του έσκαγαν πέφτοντας στο νερό. Ανακάθισε ξαφνικά με τους αδύνατους και κουρασμένους μύες του συ-σπασμένους. Στριφογύρισε και αφουγκράστηκε προσεκτικά. Ανεπαίσθητος, αμυδρός ήχος σαν κύμα ελπίδας τον διαπέρασε. Μονότονα επαναλαμβανόμενος θόρυβος, ερχόταν από το βόρειο μέρος της πλατωσιάς, μέσα απ’ το σύδεντρο. Του ήρθε στο μυαλό η εικόνα από τα χωράφια προς το μεγάλο κτήμα με τα λιόδεντρα που εκτεινόταν στη βόρεια πλαγιά της ρεματιάς και με τα κυπαρίσσια στο σύνορο του. Εκεί λοιπόν ο νοικοκύρης του χωριού, ο Κυρ Λουκάς στο κτήμα του απέναντι στο πλάτωμα έκοβε έκοβε ξύλα για το τζάκι του.  Αναγάλλιασε η καρδιά του. Τι τύχη κι αυτή, ξαφνική, απρόσμενη.
Το λιγνό κορμί του τρανταζόταν από του λυγμούς σαν κάποιον που παλεύει απελπισμένα να καταφέρει κάτι και παλεύει με νύχια και με δόντια.
Έτρεξε εκεί στην άκρη του κτήματος με ανοικτά τα χέρια σα να 'τρέχε να αγκαλιάσει κάποιον. Τα χείλη του σάλευαν, χαμηλόφωνα που απεγνωσμένα ζητούσαν βοήθεια. Δυσκολευόταν να αρθρώσει τις λέξεις. Όμως τότε μια εξωτερική δύναμη τον κυρίευσε, σήκωσε το κεφάλι και μια κραυγή έσκισε τον αέρα σαν να έβγαινε μόλις από τη σήραγγα που συνδέει τη ζωή με το θάνατο.
Μια κραυγή αγωνίας ήταν η νεανική φωνή, λαχανιασμένη ενός απελπισμένου παιδιού που παλεύει απελπισμένα να καταφέρει κάτι, όταν πια έχει λυγίσει και μοιάζει ανήμπορο, μοιάζει να έχει παρατήσει την προσπάθεια. 
««Μπάρμπα- Λουκά, μπάρμπα- Λουκά! Βοήθεια!!! βοήθεια!!!» φωνάζει.
«Εδώ, εδώ! Ο μπάρμπα Παναγιώτης πνίγεται. Βοήθειαααα!» φωνάζει πάλι και παλεύει απελπισμένα.
Ο Κυρ Λουκάς την κραυγή την άκουσε και ευτυχώς, ήταν ο μόνος μάρτυρας εκείνης της σπαρακτικής κραυγής εκεί καταμεσής της ερημιάς του Μεγάλου Ρέματος.
Ο Αλκιβιάδης με τα μάτια του θολά ήταν δύσκολο να δει, δεν ξεχώριζε καθαρά τώρα ολόγυρα του.
Ακόμη ο ήλιος του λάμπει αμυδρά μέσα από μια πρασινοκόκκινη ομίχλη. Ήταν σα να 'βλέπε γύρω του τα βράχια, τη ρεματιά τα δένδρα μέσα από τα τοιχώματα μιας πυκνής ομίχλης. 
Το νερό στο ρέμα ένιωθε πως δεν έτρεχε πια παρά μόνο έτρεχαν τα μάτια του, που μπόρεσε να βρει τόσο ανέλπιστα βοήθεια. 
Ο Αλκιβιάδης με τα μάτια του θολά ήταν δύσκολο να δει, δεν ξεχώριζε καθαρά τώρα ολόγυρα του.
Ακόμη ο ήλιος του λάμπει αμυδρά μέσα από μια πράσινοκοκκινη ομίχλη. Ήταν σα να 'βλέπε γύρω του τα βράχια, τη ρεματιά τα δένδρα μέσα από τα τοιχώματα μιας πυκνής ομίχλης.  
Μετά από επίμονες προσπάθειες και όταν είχαν καταφέρει να σώσουν τον μπάρμπα Παναγιώτη, η ανησυχία του καταλάγιασε, μια ζεστασιά τύλιξε το κορμί του και για λίγο έγειρε να ξαποστάσει. Ο ήλιος κόντευε να δύσει. Το ηλιόφως ανάλαφρο πορτοκαλί πέρα στα μακρινά βουνά του βορρά είχε σκοτεινιάσει. Μ’ όλη την ομορφιά του, το τοπίο ήταν θλιμμένο μοναχικό, του έφερνε την αίσθηση ενός ανεμόδαρτου ερήμου κόσμου.
Την επομένη μάθανε ότι ο μπάρμπα Παναγιώτης συμμετείχε σε φιλική κρασοκατάνυξη στο χωριό και επέστρεφε στον οικισμό καβάλα στο γάιδαρό του. Εκεί στο πέρασμα του χειμάρρου το συμπαθές αλλά αφιλότιμο ζώο ξεφορτώθηκε το βάρος που κουβαλούσε σκνίπα στο μεθύσι .
Ο μπάρμπα Παναγιώτης, εκτός του ότι ήταν παλικάρι στις χειρονακτικές εργασίες, ήταν και γερό ποτήρι. Ποτέ δεν έλεγε όχι στο κρασάκι του Θεού και τιμούσε πάντα με την παρουσία του τους φίλους που τον προσκαλούσαν, δεν έφερνε καμία αντίρρηση. Φαίνεται λοιπόν πως βρήκε καλή παρέα, καλό κρασί και λογικά το έτσουξε λίγο παραπάνω. Στην ταβέρνα υπήρχε κρασί και πολύ κέφι και όπως ήταν όλοι ξέγνοιαστοι και χαρούμενοι, απορροφημένοι από τα δικά τους μακριά από τον υπόλοιπο κόσμο, νιώσανε άρχοντες του παλιού καιρού. Ταβλωθήκανε με τις ώρες, πέρασε η ώρα χωρίς να το πάρουν χαμπάρι. Σφουγγάρια οι αθεόφοβοι, κανείς δεν ήθελε να το σταματήσει νωρίτερα γιατί τότε δεν θα είχε συμβεί αυτό που ακολούθησε με το ατύχημα του μπάρμπα Παναγιώτη. Κακός σύμβουλος το κρασί.
Αν κανείς δεν τον τύχαινε, να τον απελευθερώσει τότε ήταν καταδικασμένος, εκεί στην άκρη της γούρνας στη ρεματιά. Τα βροχόνερα που κατέβαιναν από τη πλαγιά, συνέχιζαν να ανεβάζουν τη στάθμη, γίνονταν χείμαρρος ορμητικός, θα τον παρέσερναν μαζί τους.
Θυμάται τα λόγια του γέροντα, μέρες αργότερα καθώς τον κοίταζε, χαρούμενος και ζωηρός. Ο γέροντας ένοιωθε να ξεχειλίζει από χαρά, για τη μεγάλη του τύχη, που έσμιξαν οι δρόμοι τους και είχε αίσιο τέλος το θλιβερό του ατύχημα. Τα μάτια του άστραφταν γαλήνια, τον κτύπησε στοργικά στην πλάτη, η φωνή του ήταν τρυφερή, χωρίς ν’ αστειεύεται, ακουγόταν ευγενική και στενοχωρημένη.
«Η μοίρα όλων μας είναι εδώ και ξέρουμε πως είμαστε δέσμιοι της δύναμης της. Κάνεις δεν ξέρει το γιατί. Είχα όμως μεγάλη τύχη, που εσύ βρέθηκες και στάθηκες κοντά μου, στην καμπή της μοίρας μου».
Μίλησε κάμποσο ακόμη για τα γεγονότα και για το πώς οι μοίρες τους ήταν αλληλένδετες, και ότι ήταν ο ευεργέτης του.
Ένα κύμα ευτυχίας τον αγκάλιασε, έσκυψε το κεφάλι χαμογέλασε ντροπαλά, με ταπεινότητα. Ήταν η πρώτη του φορά που άκουγε τον Μπάρμπα Παναγιώτη να μιλάει έτσι. Τότε ένιωσε τη ζεστασιά ενός ρυτιδιασμένου χεριού που αγκάλιασε το λιγνό κορμί του! Μια ζεστασιά ν' απλώνεται μέσα του, στην καρδιά του. Εκείνες τις στιγμές ένιωθε μόνο μια περηφάνια με ότι είχε βιώσει. Έστρεψε τα μάτια του, όσο κρατούσε η σιωπή κι άπλωσε το βλέμμα του στο κτήμα με τα λιόδεντρα που εκτεινόταν στη δυτική πλαγιά του οικισμού, έμεινε να κοιτάζει εκεί, μέχρι που δεν 'βλέπε πια, γιατί τα μάτια του είχαν θολώσει. Έμεινε βουβός, ακίνητος, χωρίς να βγάλει λέξη. Ήθελε να πει πολλά μα δεν μπορούσε το στόμα του να σαλέψει, και σε μια στιγμή έβαλε την παλάμη του ανάστροφα και με τον καρπό της σκούπισε τα δάκρυα.
....................Εκεί στα μέσα στην ανηφόρα της δυτικής πλαγιάς του ρέματος που οδηγούσε από τον οικισμό στο χωριό, στο μέσον σχεδόν της διαδρομής, σ’ ένα πλάτωμα, νερό γάργαρο καθάριο ανάβλυζε στη βάση ενός βράχου. Νερό-κολοκύθες κομμένες στα δυο υπήρχαν στο πλάτωμα της μικρής πηγής για τους κουρασμένους στρατοκόπους και τους διαβάτες που βάδιζαν τα ανηφορικά μονοπάτια. Η προνομιακή θέση αυτής της φυσικής τοποθεσίας για όσους ταξιδεύουν από τους οικισμούς στο χωριό είναι το μοναδικό πλάτωμα που συναντάει ο ταξιδιώτης ύστερα από μια κοπιαστική πορεία που προϋποθέτει το πέρασμα από τους μουλαρόδρομους, και τα λιθόστρωτα μονοπάτια.  Το πλάτωμα συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις, ώστε να ξεκουραστεί ο πεζοπόρος και να αποκαταστήσει το βιολογικό του ρυθμό που αναστατώθηκε από την κοπιαστική πορεία. Το πλάτωμα επιβάλλει την ανάπαυλα και διευκολύνει την έκφραση συναισθημάτων ανακούφισης για τον εξαντλημένο ταξιδιώτη. Στο διάβα τους οι ταξιδιώτες σταματούσαν εκεί για λίγο, κάθονταν αναπαυτικά στο πεζούλι κάτω από τον ίσκιο μιας μεγάλης φουντωτής σκαμνιάς, και έπιναν από το γάργαρο νερό να ξαποστάσουν και να μαζέψουν τη δύναμη που χρειάζονταν να συνεχίσουν το ταξίδι. Ταυτόχρονα στον δροσερό τον ίσκιο καθισμένοι, χαϊδεύοντας το μαλακό υγρό χώμα της αγαπημένης γης, και η οπτική επαφή με το απέναντι απλωμένο τοπίο, αποτελούσε την κατάλληλη στιγμή και τον κατάλληλο χώρο για την έκφραση των προσδοκιών τους, υποδαύλιζε τα όνειρα και θέρμαινε τις προσδοκίες τους..... Μπορούν να κολυμπήσουν μέσα τους και να ξεκινήσουν τον εσωτερικό τους διάλογο με έντονη την αίσθηση της μεταφυσικής.... να καταδυθούν στα βάθη της και να αφεθούν να τους παρασύρει η δίνη της.. Ν’ απλώσουν τα φτερά της αντίληψης και να πετάξουν στην απεραντοσύνη, στην αντανάκλαση του απερίγραπτου κενού που περιέχει τα πάντα.
Ο τόπος είναι ο πρωταγωνιστής, και η μοναξιά που δημιουργεί η άγρια ερημιά του τόπου, κυριαρχεί στο πνεύμα, μιλεί στις αισθήσεις των ανθρώπων, δείχνει το μονοπάτι της συνάντησης με μια ψιχάλα από κόκκους της γνώσης. Είναι οι στιγμές που η γαλήνη πλημμυρίζει τις κουρασμένες ψυχές, σαν το νερό που πέφτει πάνω στη χέρσα γη και την κάνει να βλαστήσει.  Μια αρχέγονη σχεδόν μεταφυσική αίσθηση τον ωθεί να ζωντανέψει με την φαντασία του, τους ανθρώπους που ζούσαν, πολεμούσαν, για την επιβίωση τους σ’ αυτό το τόπο. Σ' αυτή την σκληρή χέρσα γη κάθε πέτρα κι ένας σιωπηλός μάρτυρας του ιδρώτα τους.
Συγκεντρώνοντας νηφάλια τις αναμνήσεις παρασύρεται στα περασμένα γεγονότα που σήμαινε ότι κατόρθωνε να δει και να αισθανθεί μέσα από τις αισθήσεις του την περιγραφή του κόσμου της εποχής εκείνης. Το τοπίο φαντάζει άνεμο-δαρμένο, γυμνό, ιδίως το καλοκαίρι, η φύση μοιάζει να έχει παραμείνει αναλλοίωτη στον πέρασμα των χρόνων. Οι εικόνες είναι τόσο φευγαλέες που του διαφεύγουν οι λεπτομέρειες, στη περιγραφή μιας εποχής όπου η φυσική επικοινωνία στις κοινότητες ήταν κάτι ολότελα φυσικό να είναι δύσκολη. Ίχνος, σημάδι, δεν υπήρχε από κάποια μηχανή της σημερινής μας εποχής στα μέρη εκείνα
Ήταν οι εποχές που κάτω απ’ την αφόρητη ζέστη του καλοκαιριού πριν ακόμα ο ήλιος ξεμυτίσει βρίσκονταν όλοι στο χωράφι κι άρχιζαν την κοπιαστική διαδικασία του θερισμού με το δρεπάνι στο ένα χέρι, με την παλαμαριά στο άλλο. «Ώρα καλή κι ευλογημένη!» εύχονταν όλοι μαζί και φραπ-φραπ τα δρεπάνια άρχιζαν να κόβουν τα στάχυα. Με τι χαρά γινόταν ο θέρος το πρωί με τη δροσιά! Το μεσημέρι το λιοπύρι ήταν ανυπόφορο. Πετούσαν οι θεριστάδες τα δρεπάνια στη γη κι έπιαναν τον ίσκιο ενός δέντρου που βρισκόταν στην άκρη του χωραφιού. Εκεί έτρωγαν τα φτωχικά τους φαγητά, με γέλια, χαρές και χωρατά. Πλάγιαζαν και ξεκουράζονταν για λίγο κι όταν έπεφτε πάλι η δροσιά άρπαζαν τα δρεπάνια και συνέχιζαν τη δουλειά.
Στα ψηλώματα στους λιβαδότοπους συναντούσες πέτρινα κυκλικά αλώνια, σε τοποθεσίες επιλεγμένες, σε μέρη ανοιχτά που τα έπιαναν οι καλοκαιρινοί νοτιάδες.
Οι «ντραλίκοι», μεγάλες πέτρες όρθιες τοποθετημένες κυκλικά στ’ αλώνι να οριοθετούν το χώρο και να μην διασκορπίζονται τα στάχια.
Στη ντάλα του καλοκαιριού, καλότυχοι θεωρούνταν όσοι κοντά στο αλώνι τους είχαν κάποιο μεγάλο δέντρο στον ίσκιο του να ξαποσταίνουν
"Στριφογυρίζει τ’ άλογο στο στρίγερο τριγύρα,
τ’ αστάχυα καλοπάτητα ξεγδύνουν τα κεφάλια
και δείχνουν, του γεωργού χαρά, τη σιταροπλημμύρα."

(Η καλλιέργεια του σταριού και του κριθαριού ξεκινούσε το Δεκέμβριο και αποτελούσε  για το χωριό τον ουσιαστικό κύκλο ζωής του. Ο κύκλος αυτός συνεχιζόταν με τη συγκομιδή, και την άλεση.)
Σήμερα τ' αλώνια είναι κορνίζα μιας άλλης εποχής.
Μον’ στις ρούγες του χωριού περιπαιχτικά την παροιμία πλάθουν.
«Μην τα πετάς τα λόγια σου σαν τ' άχερα στ' αλώνι, γιατί τα παίρνει ο άνεμος και δεν τα συμμαζώνει».
Ήταν και εποχές που καθώς το τοπίο διάνυε τα πιο ζεστά καλοκαίρια το λιοπύρι ήταν ανυπόφορο, καμίνι ολόφλογο, έπεφτε και τρυπούσε τη σάρκα σαν βροχή από βελόνες. Άνεμος δε φυσούσε, τα φύλλα των δέντρων δε σαλεύανε, τα λίγα νερά της μικρής λιμνούλας ακίνητα λαμποκοπούσαν, σαν από μέταλλο ή από λάδι, και στους γύρο λόφους τ' αμπελοχώραφα, τα λιοστάσια, οι καλαμιώνες, τα βάτα, τα σφεντάμια και οι φτέρες άτρεμα φαίνονταν πεθαμένα, τα πουλιά χωνότανε βαθύτερα, λουφάζαν μέσα στα κλαριά, η γη είχε καταξεραθεί. «Το λιοπύρι ήταν τόσο δυνατό, που πάνω στην πέτρα μπορούσες να ψήσεις αυγά.» Μόνο το φλύαρο τραγούδι του τζίτζικα, φωνή της λαύρας χυνόταν ολούθε. Μα η ζωή ακολουθούσε υπομονητικά το δρόμο της, και στο χωριό έβγαιναν για λιτανεία κάτω από τον φλογερό ήλιο.....και ο γαρμπής λιοβόρι πυρωμένο σκορπούσε κύματα φλόγες κι η λαύρα του ανέμου κατακαίει τη γη.
........................ Σφύριζε το καράβι την αναχώρηση και μαζί σφύριζαν και οι λέμβοι. Σφύριζαν το φευγιό στους ταξιδιάρηδες. Για όσους ήτανε να φεύγουνε. Να πάνε μακριά σε άλλους τόπους. Σε τόπους που τους περιμένανε, και καθώς το πλοίο αύξανε ταχύτητα οι επιβάτες κουνούσαν τα μαντίλια όσο περισσότερο μπορούσαν, συντηρώντας τον δεσμό με τα πρόσωπα που χάνονταν στην ακτή. 
Ο ήλιος τραβά δυτικά πίσω απ’ τα ψηλώματα τις τελευταίες του αχτίνες, κι οι ίσκιοι πέφτουν βιαστικοί στα κύματα της λακωνικής ακτής.
Ανατολικά βρίσκεται το Μυρτώο Πέλαγος, το πλοίο σηκώνει άγκυρα χαράζει πορεία στον ανοικτό ορίζοντα.
Η Παλιά Μονεμβάσια, νότια του μεγάλου βράχου, μένει πίσω τους.
Ο ουρανός ήταν καθαρός, τα πρώτα άστρα φάνηκαν στο στερέωμα.
Το σούρουπο έδωσε τη σκυτάλη στην νύχτα που μοσχοβολά την υγρή οσμή της θάλασσας και το φεγγάρι ένας χρυσαφένιος δίσκος, αναδύεται πέρα στον μακρινό ορίζοντα έτοιμο κι’ αυτό να αρχίσει το ταξίδι του στον ουρανό, φτάνοντας πέρα, στους μακρινούς ωκεανούς, στις μακρινές θάλασσες, κι αυτός συλλογιέται ακουμπισμένος στην κουπαστή την αναχώρηση, φέρνει στα μάτια του τη γη που γεννήθηκε ν’ απομακρύνεται μέσα στ' απόνερα από αφήνει πίσω της η προπέλα του «Ποσταλιού».
Το μακρινό ταξίδι μόλις είχε ξεκινήσει.
Ήταν το πρώτο του βήμα.
Υ.Γ.
Κάθε τι που κάνουμε κάθε τι που είμαστε στηρίζεται στην προσωπική μας δύναμη και θέληση. Αν έχουμε αρκετή τότε και η πιο απλή μας ενεργεία μπορεί να ‘ναι αρκετή ν’ αλλάξει το δρόμο της ζωής μας, να ξεπεράσει και να διευρύνει τα σύνορα μας. Μόνο η επιτυχία να μη γίνει έμμονη ιδέα. Αν κάποιος θέλει να επιτύχει κάτι, η επιτυχία πρέπει να ‘ρθει ομαλά, με μεγάλη προσπάθεια, αλλά χωρίς καταπόνηση η βασανιστικές ιδέες.
«Όποιος την τύχη του ορίζει,
Βαστάει τα ηνία όλα μαζί.»

Simiosi:

**Ελληνικό, έως το 1955 ονομαζόταν Κουλέντια, οικισμός (υψόμετρο 500 μέτρα. ) του νομού Λακωνίας.
Διοικητικά ανήκει στον Δήμο Μονεμβασίας και έχει 177 κατοίκους (2001).
Τέως δήμος Ελληνικού 315 κάτοικοι.
Το Ελληνικό [ 177 ]
Η Παναγίτσα (Βουβουτσέλια) [ 15 ]
Τα Φούτια [ 123 ]


Προβολή μεγαλύτερου χάρτη

Click to Open
Μακρινό ταξίδι II:
.....

Τρίτη 9 Δεκεμβρίου 2014

O Thanatos Xora Kai Apo Tis Xaramades

Ένα ταξίδι με ρίσκο είναι η ζωή, όπου οι στιγμές είναι πολύτιμες και το μέλλον αβέβαιο. Η ζωή δεν έχει εγγυήσεις. Κάθε απόφαση, κάθε νέα αρχή, ακόμα και η παραμονή στην ασφάλεια, εμπεριέχουν το στοιχείο του απρόβλεπτου, του άγνωστου. Το άγνωστο είναι αυτό που κάνει το ταξίδι συναρπαστικό, αλλά και τρομακτικό. Αυτή η αντίφαση είναι που μας δίνει το κίνητρο να ζούμε ουσιαστικά, να αγαπάμε και να δημιουργούμε, παρά τον φόβο. Καλώς ή κακώς, δεν μπορείς να επιλέξεις, τι ενδέχεται να σου τύχει στο δρόμο σου. Αν θα υπάρχει έρωτας, αγάπη, θλίψη, απογοήτευση, θάνατος. Λυπήσου αυτούς που δεν ονειρεύονται, έλεγε ο ποιητής κι αυτούς που δεν άκουσαν ποτέ στη ζωή τους παραμύθια. 
Αυτός απόμαχος της ζωής που έχει ολοκληρώσει την επαγγελματική ενεργή πορεία του και σήμερα ονειρεύεται τα παλιά. Και το παλιό μας ξέρει και το ξέρουμε, έμαθε την κακή και την καλή μας πλευρά και μας επέλεξε ξανά και ξανά. Δε μας ζήτησε να αλλάξουμε και δεν έχει απαιτήσεις από εμάς. Συνταξιούχος, στον Φθινόπωρο της ζωής του πάει ολάκερος χρόνος που δεν έχει κάτι να γράψει. Τις μέρες τις βλέπει να περνούν και πολλές φορές του μοιάζουν να’ χουν φτερά κι άλλες πάλι να μοιάζουν παράλυτες σαν τα χλωμά φύλλα που πέφτουν στην γη και χάνονται ως να πέσει και το τελευταίο. Εκείνες τις παράλυτες ώρες αφήνει την φαντασία του να πετάξει ελευθέρα σ' αλλοτινούς καιρούς πίσω στο παρελθόν του. Ανακαλεί στη μνήμη του την αγάπη και το φόβο της θάλασσας και προβαίνει σε μια αφηγηματική κατάθεση, μέσα από την παρατηρητική ματιά του. Κλείνει τα μάτια του και πάει πίσω στον χρόνο να μοιραστεί τις πιο έντονες αναμνήσεις του. Ταξίδεψε σ ένα κόσμο που απλώνεται σε έξι ηπείρους, διασχίζοντας τους ωκεανούς με φουρτούνες και με μπουνάτσες. Οι ναυτικοί ζουν σε μια κοινωνία περίεργη, με προσδοκίες και όνειρα, και με την ελπίδα ότι οι ταλαιπωρίες, τα σκληρά ταξίδια που πλέκονται με μαγευτικές πλόες, και οι κίνδυνοι δεν αποτελούν παρά μια προσωρινή παρένθεση. Οι πολλοί τα καταφέρνουν, είναι και κάποιοι λίγοι που  αφήνουν τη ζωή τους μεσοπέλαγα, όπως ο εκλεκτός συνάδελφος του, νεαρός Πρώτος μηχανικός, από τα ορεινά χωριά της Αρκαδίας.
Συνθέτοντας τις αναμνήσεις του από μπερδεμένες εικόνες, ξεπροβάλλει την μορφή του μέσα από μια αναλαμπή που γεμίζει τις σκέψεις του. Ανασύρει νοερά από το βυθό της μνήμης, στιγμές από τη ζωή του να προβάλλονται στη γραμμή του χρόνου, μικρά σημεία στον ατέλειωτο ορίζοντα, άτονοι κύκλοι που κάποτε κλείνουν. Η μνήμη να ταξιδεύει και να μοιράζεται σε χειμώνες και καλοκαίρια και στο πέρασμα της σε μια συγκεκριμένη χρονική εξέλιξη του θυμίζει τους φίλους που χάθηκαν στα ταξίδια τους. Σάρκα και οστά έπαιρνε και η μνήμη. Η μνήμη με τους πικρούς θανάτους και η ζωή με τα πικραμένα «αντίο» γιατί η ζωή έχει αναλαμπές, σπίθες πετά και ξεγελιόμαστε, μα έχει και τις φουσκοθαλασσιές και τις τρικυμίες της. Όλοι οι θνητοί με τον ίδιο τρόπο γεννιόμαστε, αλλά μεγαλώνοντας η μοίρα μοιάζει να παίζει μαζί μας λες και είμαστε εύπλαστοι, καμωμένοι από πλαστελίνη, ενώ μας σπρώχνει από διαφορετικά μονοπάτια προς το ίδιο τέλος, το θάνατο.
Οι αναμνήσεις του που προβάλλονται στη γραμμή του χρόνου, καθώς σκέφτεται του θύμισαν τον συνάδελφο του!
Η ιστορία του ξεκίνησε απ' τον Πειραιά στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του χίλια εννιακόσια ογδόντα-ενενήντα. Γενικός διευθυντής μεγάλης και γνωστής ναυτιλιακής εταιρείας μέσω κοινής συγγενικής γνωριμίας του ζήτησε να περάσει από το γραφείο του. Ενδιαφερόταν για μελλοντική συνεργασία τους στην εταιρεία τους. Η καταπληκτικά γοργή ανάπτυξη της ελληνικής εμπορικής ναυτιλίας είχε ως αποτέλεσμα οι διαχειριστές των εταιρειών να αναζητούν νέα στελέχη, ικανά να επανδρώσουν τόσο τα πλοία όσο και τα γραφεία τους.
Το γραφείο του διευθυντή ήταν μεγαλύτερο απ' ό,τι συνήθως αυτός περίμενε να δει! Με ένα μεγάλο παράθυρο που έβλεπε στην επιβατική αποβάθρα του λιμένα. Η διακόσμηση ήταν βαριά και αντρική: είχε ένα τεράστιο γραφείο από ξύλο καρυδιάς, δερμάτινη καρέκλα, έναν μαύρο διθέσιο δερμάτινο καναπέ ασορτί πολυθρόνα και στιβαρή βιβλιοθήκη στο τοίχο φορτωμένη με φακέλους και μερικά βιβλία. Μερικές αρχειοθήκες ήταν τακτοποιημένες στην άκρη του δωματίου. Στον τοίχο πάνω από τον καναπέ υπήρχε ένας τεράστιος πίνακας του λιμένος του Πειραιά και στα ράφια υπήρχαν αρκετές κορνίζες με φωτογραφίες του διευθυντή και της οικογένειας του, υπέθεσε.. 
Η βροχή έπεφτε με δύναμη επάνω στα τζάμια των παραθύρων του γραφείου, σχηματίζοντας μικρά αυλάκια νερού στα περβάζια τους. Τρεις ορόφους πιο κάτω, η Ακτή Μιαούλη εξακολουθούσε να τρέχει, να σπρώχνει, να στριμώχνει για να προλάβει να ζήσει άλλη μια ημέρα. Τα αυτοκίνητα πιτσιλούσαν τους δρόμους, κλάξον αυτοκίνητων ηχούσαν ανυπόμονα, άνθρωποι έτρεχαν στα πεζοδρόμια κάτω από ομπρέλες και διπλωμένες εφημερίδες η αντιμετώπιζαν θαρραλέα τη βροχή με ακάλυπτο κεφάλι. Οι γρήγοροι ρυθμοί και η ενεργητικότητα του δρόμου δεν μειωνόταν καθ’ όλη την διάρκεια της ημέρας.
Ο διευθυντής στεκόταν όρθιος πίσω από το γραφείο του, απέπνεε μια αρχοντιά μέσα στο σκούρο κουστούμι του, και η ζεστή λάμψη των ματιών του ήρεμη δύναμη. Η παρουσία του φαινόταν να κυριαρχεί στο χώρο.
Αυτός αν και πεπειραμένος πλέον σε συνεντεύξεις χωρίς ιδιαίτερο λόγο και ανεξήγητα, ήταν κάπως νευρικός. Ίσιωσε την ράχη του για ν' απελευθερώσει ένα μέρος της νευρικότητας του, και κοίταξε σταθερά εμπρός του. Μεταφέροντας τους θερμούς χαιρετισμούς του κοινού τους συγγενικού προσώπου.«Χαίρομαι που σας γνωρίζω.» Είπε, ταυτόχρονα 
Ο διευθυντής τον άκουσε, χαμογέλασε ανταπέδωσε τον χαιρετισμό και του έκανε νόημα να καθίσει.
Έχοντας ανακτήσει την αυτοπεποίθηση του, απλώς δίστασε σιωπηλός για μερικά δευτερόλεπτα όταν αποφάσισε να σπάσει την εθιμοτυπία και να ξεκινήσει τη συζήτηση πρώτος. Από όσο θυμάται τον εαυτό του, πάντα το χάσιμο χρόνου το θεωρούσε ενοχλητικό.
Ρίχνοντας το βλέμμα του στο χώρο ολόγυρα τα ποιοτικά έπιπλα είναι κατασκευασμένα από υλικά υψηλής αντοχής, με κλασσική φινέτσα. «Έχετε εξαιρετικό γούστο κύριε», του είπε και έδειξε το χώρο.
Ο Γενικός διευθυντής φουσκώνοντας απó ευχαρίστηση χαμογέλασε πλατιά.
«Μου αρέσει να πιστεύω ότι έχω. Σ’ ευχαριστώ.» Του απάντησε.
Στη συνέχεια ήταν ο Γενικός που οδήγησε τη συζήτηση στη δική του αιγιαλίτιδα ζώνη. Τον ρώτησε πως απέκτησε την σχέση του με την θάλασσα και πόσο καλά τα πηγαίνει.
«Ίσως θεωρηθεί υπερβολικό από μέρους μου, αλλά στο επάγγελμα του ναυτικού βρίσκομαι κατά τύχη, αυτό συνέβη κατά την διάρκεια της γυμνασιακής μου θητείας που έπρεπε να διαλέξω το δρόμο της επαγγελματικής μου ασχολίας για την καθημερινή επιβίωση.  Ήταν η εποχή που έπρεπε να πάρω την ζωή στα χεριά μου, και αποφάσισα πως ο κόσμος εκεί έξω στη θάλασσα είναι απέραντος γεμάτος προκλήσεις». Του απάντησε.
«Το ίδιο το επάγγελμα είναι μια σαγηνευτική περιπέτεια, ταξιδεύοντας στα κύματα την ίδια μας ζωή στη καθημερινότητα της». Συμπλήρωσε την εξομολόγηση του.
Μια έκφραση ικανοποίησης απλώθηκε στο πρόσωπο του Γενικού διευθυντή, ενώ καθόταν πιο αναπαυτικά στο κάθισμα του και συνέχισε να περιεργάζεται με μεγαλύτερη προσοχή τον συνομιλητή του, το βλέμμα του καρφώθηκε επάνω του, γεμάτο ενδιαφέρον και πολλές ερωτήσεις.
«Κάποιοι λένε ότι οι προκλήσεις αρέσουν στους έξυπνους ανθρώπους του είπε. Γι’ αυτούς το χρήμα είναι αποτέλεσμα όχι ο στόχος. Και αυτοί που το κυνηγάνε το θέλουν γι’ αυτό που εκπροσωπεί, όχι γι’ αυτά που μπορεί να αγοράσει.
Εδώ στον δύσκολο κόσμο της ναυτιλίας θέλω να γνωρίζεις το πρώτο και κύριο μέλημα του κάθε γενικού διευθυντή είναι να προστατέψει τα συμφέροντα της εταιρείας και των εργαζομένων της συμπεριλαμβανομένων, όχι να ασχολείται με αφηρημένα ηθικά διλήμματα. Αλλά ταυτόχρονα η εταιρεία μας αναζητεί στελέχη με προσωπικότητα, αξιοπρέπεια, τίμια, έξυπνα, ικανά και ταλαντούχα, να τους πιστεύει και να τους εμπιστεύεται. Όταν ένα στέλεχος έχει ιδανικά και οράματα τότε είναι ικανός να υπηρετήσει αξίες.»
Αυτό το βροχερό και μουντό απόγευμα του φθινόπωρου ξεκίνησε την νέα επαγγελματική συνεργασία του με την ναυτιλιακή εταιρεία στην Ακτή Μιαούλη. Είχε ήδη επτά χρόνια στο επάγγελμα, κρατούσε στα χεριά του από το πρόσφατο παρελθόν το δίπλωμα του Πρώτου μηχανικού και αναζητούσε τώρα νέους εργασιακούς ορίζοντες πιο ανοικτούς μ ευελιξία και ασφαλές περιβάλλον εργασίας σε μια εποχή που όλα αλλάζουν.
Η αποδοχή της νέας του αυτής συνεργασίας αυτόματα έφερε την απόρριψη μιας πολύ ενδιαφέρουσας από οικονομικής άποψης πρόταση συνεργασίας με ναυτιλιακή εταιρεία που είχε στην κατοχή της πετρελαιοφόρα πλοία, Λιβανέζικων συμφερόντων. 
Την διαχείριση της εταιρείας την εκτελούσαν ελληνικά γραφεία εγκατεστημένα στην Γλυφάδα. 
Προς αμοιβαία εξυπηρέτηση στην θέση του τους πρότεινε αξιόλογο συνάδελφο του, με κοινά οράματα και κοινούς στόχους για την ζωή. 
Η εταιρεία του συνάδελφου του έκαναν μια πολύ αξιόλογη προσφορά την οποία την αποδέχτηκε μετά χαράς. Τίποτα το παράξενο. Οι μεγάλες ευκαιριακές υλικές απολαβές που προσφέρονταν στους Έλληνες, στελέχη της ναυτιλίας, ώστε να επανδρώσουν πλοία με ξένη σημαία, «ανασφάλιστα», έβρισκε πολλούς πρόθυμους να ριψοκινδυνεύουν την επαγγελματική τους καριέρα και να θέτουν την ικανότητα και τον προσωπικό τους ζήλο, αναλαμβάνοντας το ρίσκο, να συνεργαστούν με πληρώματα αμφισβητούμενης ικανότητας.
Για τον συνάδελφο του ήταν το πρώτο του ταξίδι σε καθήκοντα επιστασίας μηχανοστασίου. Το πλήρωμα  ήταν τρεις με τέσσερις Έλληνες και όλο το υπόλοιπο πλήρωμα από τη νοτιοανατολική Ασία.
Σαν σήμερα τριάντα χρόνια από τότε τον περίμενε μία πολύ δυσάρεστη έκπληξη. Εφημερίδα της εποχής δημοσίευσε τη φωτογραφία του συναδέλφου του, αναφέροντας το γεγονός της μεγάλης έκρηξης που συνέβηκε στο πλοίο κατά την διάρκεια εργασιών εκφόρτωσης σε λιμένα της Δυτικής Ευρώπης σκορπώντας το θάνατο. Διαβάζοντας την είδηση ένοιωσε να τραντάζεται σαν να ένοιωθε στα πόδια του από κάτω το χείλος της αβύσσου.
Η καρδιά του χτύπησε πιο δυνατά, στέγνωσε το λαρύγγι του, συνειδητοποιώντας ποιο είναι το πρόσωπο που αναφέρεται στο ρεπορτάζ. Θεέ μου αναφώνησε στο τέλος. Μα αυτό είναι τρελό και δεν μπορεί να είναι αλήθεια.
Ακόμη και σήμερα εξακολουθούν να τον ερεθίζουν τα γεγονότα που συνέβησαν τότε, νοιώθει ένα κενό. Το μυαλό του έχει δύσκολες αναμνήσεις, υπάρχουν εκεί μέσα του σαν ασύνδετες εικόνες που προβάλλουν μέσα από σκοτεινό φόντο. Νοιώθει απελπισμένα άβολα με τις μνήμες που ξεδιπλώνουν τα γεγονότα μιας εποχής μπροστά του. Τον θυμάται τον συνάδελφο του την τελευταία φορά που βρίσκονταν μαζί πέρα στη μακρινή Άπω ανατολή. Εκτελούσαν εργασίες επισκευών σ’ ένα τεράστιο πετρελαιοφόρο στα ναυπηγεία "Jurong" της Σιγκαπούρη. Εκεί πέρα στην μακρινή Άπω ανατολή την περίοδο που έζησαν και εργάστηκαν πλάι-πλάι, συνηθίζεται όλοι οι γηγενείς κάτοικοι να χαμογελούν. Είναι όμως ένα διαφορετικό χαμόγελο αυτό που περιορίζεται στα χείλη, δεν φτάνει ως τα μάτια.
Αντιθέτως το συνάδελφο του τον θυμάται που όταν χαμογελούσε να φωτίζονται τα λαμπερά του μάτια. Το χαμόγελο στο πρόσωπο του θύμιζε τα μικρά κύματα που σκάνε στην άκρη του γιαλού την ώρα που δεν φυσάει. Ο συνάδελφος είχε σώμα δυνατό γεμάτο υγεία. Ήταν οι καλύτερες λέξεις για να τον περιγράψει. Περπατούσε περίτεχνα, στητά, με σιγουριά, έσφυζε από ζωή. Ήταν ο τύπος του ανθρώπου που δεν υποχωρούσε κάτω από δύσκολες συνθήκες, ο ίδιος έλεγε: «Ο άνθρωπος συναντάει αντιξοότητες, στο χέρι του είναι να τις υπερβαίνει». Ποτέ δεν φοβήθηκε την σκληρή δουλειά.
 Η ζωντάνια και η ενεργητικότητα επέκτειναν τον ζωτικό του χώρο.
Ξεκίνησε ο συνάδελφος του λοιπόν το νέο ταξίδι, με πλοίο της Λιβανέζικης εταιρείας, που πάει να πει να ταξιδεύει κόντρα στον καιρό, που πάει να πει να τα δίνει όλα για να ζήσει το δικό του επαγγελματικό όνειρο. Και βρέθηκε σ’ ένα άγνωστο περιβάλλον από πλευράς συνεργατών, και δεν πτοήθηκε, του άρεσε να γινόταν αρεστός, του άρεσε να πιστεύει ότι δεν ήταν δειλός, ήταν αποφασισμένος να οικοδομήσει την προσωπική και επαγγελματική του επιτυχία.
Όλα έμελλε να γίνουν στο τρίτο του ταξίδι. Ήταν ένα τυχαίο περιστατικό που επέφερε το θανατηφόρο εργατικό ατύχημα. Προφανώς ένα παρόμοιο γεγονός όπως η απώλεια ενός φίλου συναδέλφου είναι ένα έντονα θλιβερό συναίσθημα και μια ψυχική δοκιμασία. Το μόνο σίγουρο είναι ότι σ’ αυτή την ηλικία ποτέ δεν περιμένεις το θάνατο, σε στιγμές του επαγγελματικού καθήκοντος, αλλά αυτός έρχεται χωρίς προειδοποίηση. Οι έρευνες που ακολούθησαν από εμπειρογνώμονες για την αιτία της πρόκλησης της έκρηξης κατέληξαν στο συμπέρασμα του ανθρώπινου λάθους, από τον αξιωματικό φυλακής μηχανοστασίου, μ’ αποτέλεσμα στη δεδομένη ανωμαλία να επέλθει ισχυρή έκρηξη που συμπαρέσυρε στο θάνατο τον ίδιο, τον βοηθό φυλακής, και τον συνάδελφο Πρώτο μηχανικό. Για τον έλεγχο της λειτουργίας στους λέβητες των πλοίων έγιναν ουσιώδης θεωρητικές μελέτες, και επινοήθηκαν όλο και πιο επιτυχημένα συστήματα έλεγχου με πολύπλοκες κατασκευές που να οδηγούν όλες τις απορρέουσες καταστάσεις λειτουργίας στη μηδαμινότητα ανεπιθύμητων συμβάντων. Τι συνέβη λοιπόν και στο μηχανοστάσιο έγινε έκρηξη και πήρε φωτιά; Στην πράξη αποδείχνεται τ’ αναπτυσσόμενα επιτυχημένα συστήματα έλεγχου ποτέ δεν είναι απόλυτα επιτυχημένα. Δεν μπορούν να είναι. Όσο τελειοποιημένο και πολύπλοκο κι αν είναι ένα σύστημα, πάντα θα υπάρχει τρόπος να προκαλέσει μια ανωμαλία. Αυτή είναι μια θεμελιώδης αλήθεια των μαθηματικών. Όσο σ’ όλο αυτό το σύστημα υπεισέρχεται και ο ανθρώπινος παράγοντας είναι αδύνατο να φτιάξεις ένα σύστημα τέλειο και πολύπλοκο όσο να μειώσεις την πιθανότητα της ανώμαλης λειτουργίας του στο μηδέν.
 Με τον ασφυκτικό δε και χωρίς περιορισμούς στα μέσα, ανταγωνισμό των επιχειρήσεων, και την εντατικοποίηση της εργασίας σε ρυθμό και χρόνο, καταρρίπτεται με τον πλέον απόλυτο τρόπο η πάγια αντίληψη ότι η τεχνολογία από μόνη της θα μπορέσει μέσα από την εξέλιξή της να προστατεύσει τον εργαζόμενο, να εγγυηθεί συνθήκες ασφάλειας.
...... Όταν τον τον προσφιλή του φίλο τον μετέφεραν στο κατάστρωμα το φεγγαρόφωτο, γλιστρώντας ανάμεσα από την τσιμινιέρα και τα ξάρτια του πλοίου, ζωγράφιζε φωτεινές χρυσόπλεκες λουρίδες στο γαλήνιο πρόσωπο του. Το ταξίδι  γι’ αυτόν είχε τελειώσει. Το πλοίο που τον μετέφερε ήδη είχε χαθεί στον ορίζοντα και στη ρωγμή για το άγνωστο. Πέρασε τη χαραμάδα που διαχωρίζει τη ζωή απ’ το θάνατο και εκεί που κανένας μπρος στην παντοδυναμία του θανάτου, δεν είναι πάνω απ΄ το χρόνο. Και μετά το θάνατο στο σώμα, θα επακολουθήσει ο θάνατος της μνήμης. Ο ανελέητος νόμος της ζωής. Κανείς δεν θα σε ξέρει σαν να μην είχες ποτέ υπάρξει,. 
Σήμερα ο πρόωρα αδικοχαμένος συνάδελφος του, είναι σαν την σκόνη στην άκρη του δρόμου και ο Ήλιος αδιάφορος ρίχνει τη ματιά του κάθε πρωί στα λιόδεντρα της γενέτειρας του της Αρκαδικής γης. Γι αυτόν η ανάμνηση του πρόωρα χαμένου συνάδελφου αφήνει μια θλίψη να σεργιανίζει μέσα στις έγνοιες του, και οι σκέψεις του γίνονται άηχες λέξεις που χάνονται σαν ήχοι μακρινοί και απροσπέλαστοι. Γίνονται θάλασσα και απλώνονται να μην τελειώνουν πουθενά. Του φαινόταν σα να ‘ταν χθες που περπατούσαν στις προβλήτες της Σιγκαπούρης παρέα. Ηταν μια τέτοια μέρα που για τον καλό του φίλο άνοιξε η πόρτα για την άβυσσο, και τον οδήγησε πέρα από την άβυσσο στο άγνωστο της υπέρτατης ερημιάς, και στη μοναξιά του θανάτου. Ο Άδης, είναι ερωτευμένος με όλους μας τους θνητούς, όλοι μας πρέπει να περάσουμε από τις Πύλες του Άδη, που οδηγούν στον ποταμό της θλίψης. Ο θάνατος δεν απαιτεί τίποτε απολύτως, απλά έρχεται να σε πάρει και θέλει να ταξιδέψεις μαζί του, κατά προτίμηση χωρίς μεγάλη αντίσταση. Τίποτα και κανένας δεν μπορεί τελικά να µας σώσει: Το «κακό» εισβάλλει παντού. Ο θάνατος χωράει και από τις χαραμάδες. Όταν η μοίρα σε βάλει στο μάτι δε γλιτώνεις ακόμη κι αν κρυφτείς μέσα στο πιο σκοτεινό λαγούμι.

Συνάδελφε
***Δε θέλω να του βάλουνε στην όψη του μαντίλια
για να του γίνει θάνατος πικρός σταυραδερφός του.
Πήγαινε, Ιγνάτιο. Μην  ακούς την πυρωμένη ανάσα.
Κοιμήσου, πέτα, ησύχασε. Και η θάλασσα πεθαίνει…

 Την αρχοντιά σου τραγουδώ με λόγια που στενάζουν
κι  εν’ αεράκι όπου ‘κλαιγε στα λιόδεντρα θυμάμαι.
 Κανείς δε σε γνωρίζει πια. Μα εγώ σε τραγουδάω.
Γι’ αυτούς που θ’ έρθουν τραγουδώ …….***

*** Λόρκα

Πέμπτη 13 Νοεμβρίου 2014

Asfalis Poreia Anatolika.

...Ένα ταξίδι με το αεροπλάνο, για να είναι πραγματικά ευχάριστο, δεν αρκεί μόνο να σε μεταφέρει γρήγορα στον προορισμό σου. Χρειάζεται άνεση, οργάνωση και μια αίσθηση ηρεμίας, χωρίς άγχος και ταλαιπωρία. Η ευχάριστη παραμονή μέσα στο αεροσκάφος, η εξυπηρέτηση, ο χώρος και η ατμόσφαιρα κατά τη διάρκεια της πτήσης είναι στοιχεία που κάνουν το ταξίδι μέρος της ίδιας της εμπειρίας.»
Η Alitalia φρόντισε να μας εξασφαλίσει ένα όσο το δυνατόν πιο ξένοιαστο και άνετο ταξίδι. Όλα κύλησαν ομαλά και, σε λιγότερο από δύο ώρες πτήσης, φτάσαμε ξεκούραστοι στον προορισμό μας, στον διεθνή αερολιμένα της Πίζας, στην Ιταλία. Το αεροδρόμιο βρίσκεται μέσα στα διοικητικά όρια της πόλης, γεγονός που κάνει την πρόσβαση ιδιαίτερα εύκολη, και εκεί αποβιβαστήκαμε με την ευχάριστη αίσθηση ότι το ταξίδι μας είχε ξεκινήσει με τον καλύτερο τρόπο. Η Πίζα διαθέτει ένα σχετικά μικρό αλλά σύγχρονο αεροδρόμιο, το Aeroporto Galileo Galilei, το οποίο εξυπηρετεί πτήσεις προς άλλα ιταλικά αεροδρόμια, καθώς και προς αρκετές ευρωπαϊκές πόλεις.
Ο ήλιος είχε ήδη ανέβει ψηλά σε έναν καταγάλανο ουρανό χωρίς ούτε ένα σύννεφο. Ήταν μια φωτεινή ημέρα του Μαΐου, ζεστή, με τον αέρα να μυρίζει καλοκαίρι. Ταξιδεύαμε παρέα με τον μέλλοντα πλοίαρχο του φορτηγού πλοίου, το οποίο εκείνη την εποχή ξεφόρτωνε στον λιμένα της Μαρίνα ντι Καράρα, που αποτελούσε και τον τελικό προορισμό μας. Εκεί θα παραλαμβάναμε την πλοιαρχία και την επιστασία του μηχανοστασίου, αναλαμβάνοντας τη συνέχεια της υπηρεσίας του πλοίου.» Αν και σχετικά μικρό, το αεροδρόμιο διέθετε καταστήματα, εστιατόρια και καφέ, προσφέροντας στους ταξιδιώτες μια πιο ευχάριστη παραμονή κατά την αναμονή τους. Αφού ολοκληρώσαμε τον συνηθισμένο απαραίτητο έλεγχο των επιβατών, στην έξοδο του αεροδρομίου μας περίμενε το αυτοκίνητο του πρακτορείου μας. Χωρίς καθυστέρηση επιβιβαστήκαμε και ξεκινήσαμε με προορισμό τον λιμένα. Θυμάμαι ακόμη το αυτοκίνητο· ήταν ένα «Volvo λιμουζίνα», εντυπωσιακό για την εποχή του. Μόλις διανύσαμε τα πρώτα χιλιόμετρα και βγήκαμε στην εθνική οδό Ε80, τον δρόμο που οδηγούσε προς τη Μαρίνα ντι Καράρα (Marina di Carrara), άρχισα να παρατηρώ το τοπίο της δυτικής Ιταλίας. Η περιοχή, ιδιαίτερα αγαπητή τους καλοκαιρινούς μήνες, αποτελεί έναν από τους δημοφιλέστερους προορισμούς στις ακτές της Τοσκάνης.
Κάποια στιγμή, όμως, η προσοχή μου στράφηκε στο κοντέρ ταχύτητας. Με έκπληξη διαπίστωσα ότι ο δείκτης παρέμενε σταθερά πάνω από τα διακόσια χιλιόμετρα την ώρα. Ήταν μια στιγμή που μου προκάλεσε ανάμεικτα συναισθήματα: θαυμασμό για το αυτοκίνητο και τον δρόμο, αλλά και μια μικρή ανησυχία για την ταχύτητα με την οποία κινούμασταν.
Προσπάθησα να το χειριστώ διπλωματικά. Του εξήγησα ότι στις μέρες μας ακούμε συνεχώς για εμφράγματα, εγκεφαλικά, καταθλίψεις και τόσα άλλα συναφή, και πως προσωπικά θα αισθανόμουν πολύ πιο ασφαλής στο ταξίδι μας αν οδηγούσε λίγο πιο ήρεμα.
Τι το ήθελα όμως! Με περίμενε μια καινούργια έκπληξη. Ενώ το αυτοκίνητο κινούνταν στην άσφαλτο με μεγάλη ταχύτητα, ο οδηγός μας δεν έδειξε την παραμικρή έκπληξη όταν ξαφνικά μας προσπέρασε, σχεδόν σαν να ήμασταν σταματημένοι, μια «Άλφα Ρομέο στέισον βάγκον»!
Γυρίζει τότε ο «δικός μου», με κοιτάζει, μου χαρίζει ένα πλατύ, χρυσό χαμόγελο και με αφήνει άφωνο. Προσπάθησα κι εγώ να χαμογελάσω, περισσότερο από αμηχανία παρά από ψυχραιμία, και του είπα:
«Εντάξει, κατάλαβα… να ’σαι καλά!»
Οι Ιταλοί λένε πως όταν κάποιος οδηγεί στην Autostrada, στη δική τους «εθνική οδό», καλό είναι να κινείται πάντα στη μεσαία ή στη δεξιά λωρίδα. Γιατί, όσο γρήγορα κι αν πηγαίνεις, πάντα θα υπάρχει κάποιος «οικογενειάρχης» που θα έρχεται από πίσω και θα κινείται ακόμη πιο γρήγορα!
Αναστέναξα και από εκείνη τη στιγμή δεν έβγαλα άλλη μιλιά. Τι να πω; Υπάρχουν και χειρότερα, σκέφτηκα. Άλλωστε, μπροστά μας είχαμε ακόμη δρόμο μέχρι το λιμάνι.»
Διανύοντας μια απόσταση περίπου εξήντα χιλιομέτρων μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, φθάσαμε στην προβλήτα του λιμένα, όπου βρισκόταν πλαγιοδετημένο το πλοίο μας. Ήταν ένα φορτηγό πλοίο γενικού φορτίου, το οποίο εκείνη τη στιγμή εκτελούσε εργασίες εκφόρτωσης. Το φορτίο του αποτελούνταν από μεγάλους όγκους γρανίτη Indian Juparana, προερχόμενου από την Ινδία. Ο συγκεκριμένος γρανίτης είναι επίσης γνωστός με την ονομασία Carol Pink και αποτελεί έναν γκριζορόδινο μιγματίτη της Προκαμβριανής περιόδου. Χάρη στην ανθεκτικότητά του στις γρατζουνιές, στη θερμότητα και στα οξέα που χρησιμοποιούνται στην καθημερινή μαγειρική, θεωρείται ιδιαίτερα κατάλληλος για κατασκευές όπως οι πάγκοι κουζίνας.
Η Μαρίνα ντι Καράρα είναι μια μικρή μεσογειακή πόλη, που η θάλασσα την αγκαλιάζει νωχελικά. Η περιοχή αποτελεί έναν δημοφιλή τουριστικό προορισμό, αλλά είναι κυρίως γνωστή σε όλο τον κόσμο για την εξόρυξη και την παραγωγή μαρμάρου. Το εμπορικό της λιμάνι έχει εκείνη τη διπλή γοητεία των λιμανιών της Μεσογείου: από τη μια την ομορφιά της θάλασσας, των πλοίων και της κίνησης, και από την άλλη εκείνη τη χαρακτηριστική, βαριά μυρωδιά που συχνά συνοδεύει τους χώρους όπου συναντώνται η στεριά, το εμπόριο και το ταξίδι. Τα περισσότερα λιμάνια της Μεσογείου είναι πόλεις με έντονο χαρακτήρα· πόλεις που αποπνέουν πάθος, επιθυμία και μνήμες. Στους δρόμους τους πέρασαν κουρσάροι, ταξιδιώτες και κατακτητές, άνθρωποι που άφησαν πίσω τους ιστορίες, έρωτες και πάθη. Οι εραστές τους χάθηκαν στον χρόνο, μα εκείνες παραμένουν ζωντανές, συνεχίζοντας να αναπνέουν τη θάλασσα. Ένας πλοηγός μου είχε πει κάποτε:  «Τα πάντα προέρχονται από τη θάλασσα. Δεν υπάρχει τίποτα πιο ισχυρό από αυτήν. Οι πρόγονοί μας δεν θα είχαν φτάσει ποτέ εδώ, αν πριν από όλα δεν υπήρχε η θάλασσα».
Και ίσως αυτή να είναι η μεγαλύτερη αλήθεια των λιμανιών: ότι δεν είναι απλώς τόποι αναχώρησης και άφιξης, αλλά σημεία όπου η ανθρώπινη ιστορία συναντά για πάντα τη δύναμη του νερού.
Τον πρώτο μηχανικό, τον οποίο θα αντικαθιστούσα στην επιστασία, τον γνώριζα ήδη. Είχαμε συνεργαστεί στο παρελθόν, όταν εγώ υπηρετούσα ως δεύτερος μηχανικός. Ουσιαστικά υπήρξε ο Μέντορας μου, στο μόλις πρόσφατο ξεκίνημα της νεαρής τότε καριέρας μου στην επιστασία του μηχανοστασίου. Ο αξεπέραστος Μάστρο Πέτρος…
Ένας άνθρωπος που είχε το δικό του τρίπτυχο ζωής και επαγγελματικής στάσης: δράση, δυνατότητα απόφασης, θέληση. Η συμβουλή του έμεινε χαραγμένη μέσα μου: «Ποτέ μην παρατάς την προσπάθεια.»
Οι προς παράδοση και οι προς παραλαβή επιστασίας βρεθήκαμε συγκεντρωμένοι εκεί, στο γραφείο του απερχόμενου πλοιάρχου, του καπετάν Σταμάτη. Και σχεδόν χωρίς να το καταλάβουμε, παρασυρθήκαμε από τη χαρακτηριστική λεπτότητα της παρουσίας του και από το πλατύ χαμόγελό του, ένα χαμόγελο που δεν ήταν απλώς έκφραση ευγένειας, αλλά φανέρωνε έναν άνθρωπο με εσωτερική ποιότητα. Μέσα από τον διάλογο που αναπτύχθηκε στη συνάντησή μας δημιουργήθηκε μια θετική αλληλεπίδραση. Για τα καθημερινά της ζωής, για τις εμπειρίες και τις μικρές ανθρώπινες ιστορίες, φάνηκε να μας συνδέει μια αδιόρατη οικειότητα.
Ήταν ψηλόλιγνος, ευθυτενής, ντυμένος με εκείνη την κομψότητα που θυμίζει Παριζιάνο: ένα φίνο, καλοραμμένο γκρίζο κοστούμι, γραβάτα, προσεγμένη εμφάνιση. Τα μάτια του, σκούρα, φωτεινά και σπινθηροβόλα, μαρτυρούσαν ζωντάνια και πνευματική καλλιέργεια. Είχε κουλτούρα και μια ποιότητα παρουσίας που δύσκολα περνά απαρατήρητη. Η ζεστασιά της παρουσίας του ανθρώπου δεν πουλιέται ούτε αγοράζεται», μου τόνιζε ο φιλοσοφημένος βοσκός παππούς μου. Και ίσως αυτή ακριβώς η ζεστασιά ήταν που χαρακτήριζε τον καπετάν Σταμάτη.»
Διαπίστωσα ότι πολιτικά στεκόταν στη συντηρητική πλευρά της ιστορίας, χωρίς όμως να αποστρέφεται τις μεταρρυθμίσεις. Αντίθετα, πίστευε πως κάθε αλλαγή πρέπει να γίνεται με σύνεση και πως οφείλουμε να διατηρούμε ό,τι έχει αποδειχθεί αποτελεσματικό. Το μότο του ήταν ότι σε κάθε κοινωνία υπάρχουν ιδέες, αξίες και δομές που λειτουργούν σωστά· επομένως δεν είναι πάντοτε φρόνιμο να ανατρέπονται όλα, μόνο και μόνο για χάρη της αλλαγής. Όταν ολοκληρώθηκε η διαδικασία παράδοσης και παραλαβής, περάσαμε τον ελεύθερο χρόνο μας ευχάριστα μαζί, απολαμβάνοντας το βραδινό μας γεύμα σε ένα τοπικό εστιατόριο πάνω στην υπέροχη παραλία.
Την επόμενη ημέρα, ο καπετάν Σταμάτης μαζί με τον Μάστρο Πέτρο αναχώρησαν για την Ελλάδα.»
Πέρασε ο καιρός και το επόμενο μπάρκο μου ήταν και πάλι σε ένα φορτηγό πλοίο γενικού φορτίου, ένα πλοίο τελευταίας τεχνολογίας για την εποχή του. Πλοίαρχος του πλοίου ήταν ο καπετάν Σταμάτης. Οι σκέψεις μου γύρισαν πίσω και με παρέσυραν στην πρώτη εκείνη ημέρα που τον είχα γνωρίσει. Οι αναμνήσεις μου ήταν, φυσικά, θετικές. Θυμόμουν την ευγένεια, την ποιότητα της παρουσίας του και εκείνη τη ζεστασιά που δεν ήταν απλώς τυπική συμπεριφορά. Ένιωθα μια ιδιαίτερη προσωπική ικανοποίηση που θα συνεργαζόμασταν ξανά. Ήξερα πως πέρα από την επαγγελματική σχέση, υπήρχε ήδη ένας αμοιβαίος σεβασμός που είχε δημιουργηθεί από την πρώτη μας συνάντηση.
Το πρώτο μας ταξίδι έτυχε να είναι ναύλος για τον Νότο, όπως λέει και ο ποιητής. Ναυλωθήκαμε από τη θηριώδη ιαπωνική εταιρεία θαλασσίων μεταφορών “Mitsui Line”.
Ξεκινήσαμε από λιμένες της Ιαπωνίας και το πλάνο του συμβολαίου προέβλεπε μια πραγματική ωκεάνια διαδρομή: διάσχιση του Βορείου Ειρηνικού Ωκεανού, διέλευση από τη Διώρυγα του Παναμά, προσέγγιση σε λιμένες της Καραϊβικής, λιμένες της Νοτίου Αμερικής, Αυστραλία, Φορμόζα και τελική επαναπαράδοση του πλοίου στην Ιαπωνία. Ένα ταξίδι με προσεγγίσεις σε περίπου σαράντα τρεις λιμένες, εάν η μνήμη μου δεν με απατά. Η εμπειρία μου από τη συνεργασία μας με τον πλοίαρχο και η ναυτική του ικανότητα στην πλοήγηση του πλοίου με άφησαν πραγματικά άναυδο. Ήταν από εκείνες τις περιπτώσεις όπου η γνώση, η εμπειρία και η ψυχραιμία ενός ανθρώπου γίνονται εμφανείς όχι στα λόγια, αλλά στις αποφάσεις που παίρνει καθημερινά στη θάλασσα.
Αγκυροβολήσαμε στον πρώτο λιμένα.
«Κύρια μηχανή κράτει». Μικρό διάλειμμα. Εντολή «ανάποδα». Εντολή «τέλος λειτουργίας κύριας μηχανής».
Αγκυροβολήσαμε στον δεύτερο λιμένα.
«Κύρια μηχανή κράτει». Μικρό διάλειμμα. Εντολή «ανάποδα». Εντολή «τέλος λειτουργίας κύριας μηχανής».
Και για να μην πλατειάσω τον λόγο για την ικανότητά του, αρκεί να σημειώσω ότι το ίδιο επαναλαμβανόταν σε κάθε αγκυροβόλιο. Η ικανότητά του, αλλά και η άριστη γνώση των ιδιαίτερων συνθηκών κάθε λιμένα και κάθε αγκυροβολίου, ήταν πραγματικά αξεπέραστες. Γνώριζε τα χαρακτηριστικά κάθε θαλάσσιας περιοχής, τις ιδιαιτερότητές της, τις απαιτήσεις και τις παγίδες της.
Και αυτό ακριβώς ήταν το φυσικό του χάρισμα: η γνώση που είχε αποκτήσει με τα χρόνια να μην παραμένει απλή εμπειρία, αλλά να μετατρέπεται άμεσα σε σωστή απόφαση και αποτελεσματική δράση.
Ίσως από πολλούς τεχνοκράτες η αντίληψη αυτή να θεωρείται απαίτηση άλλων εποχών. Για μένα, όμως, παραμένει διαχρονική η προσπάθεια εφαρμογής της θεωρίας στην πράξη.
Το πρώιμο στάδιο της ναυτιλίας στηρίχθηκε σε τρία βασικά στοιχεία: τους ναυτικούς, τη θάλασσα και τον καιρό. Η γνώση γεννήθηκε μέσα από την παρατήρηση, την εμπειρία και τη συνεχή προσπάθεια κατανόησης του φυσικού περιβάλλοντος. Ασφαλώς ο Πυθέας δεν πραγματοποίησε το ταξίδι του προς τη Θούλη ταξιδεύοντας στα κουτουρού. Πίσω από εκείνη τη θαλασσινή αναζήτηση υπήρχαν παρατήρηση, υπολογισμοί, γνώση των ανέμων, των ρευμάτων και των ουράνιων σωμάτων. Η τόλμη του δεν ήταν άγνοια του κινδύνου, αλλά αποτέλεσμα προετοιμασίας και γνώσης.
Το ιδανικό στέλεχος θα πρέπει να διαθέτει προσωπικά χαρακτηριστικά ικανά να του προσδώσουν εκείνες τις ιδιότητες που απαιτεί το ιδιαίτερο περιβάλλον της εργασίας στη θάλασσα.
Ο καπετάν Σταμάτης διέθετε έναν ιδιαίτερα ανεπτυγμένο σεβασμό προς την ανθρώπινη ζωή και το φυσικό περιβάλλον. Έδινε έμφαση στην ποιότητα των συνθηκών εργασίας, στην τήρηση των κανόνων υγιεινής και ασφάλειας και στη δημιουργία ενός κλίματος επαγγελματισμού μέσα στο πλοίο. Αρετές όπως η αντικειμενικότητα, η εργατικότητα, η συνέπεια, ο σωστός προγραμματισμός, η διαρκής αναζήτηση γνώσης, το κριτικό πνεύμα, ο σεβασμός στις αξίες και η ικανότητα συνεργασίας είναι μερικά από τα στοιχεία που σκιαγραφούν το επαγγελματικό και ανθρώπινο προφίλ του.
Η συνεργασία του με τους ναυλωτές, τους υπεύθυνους φορτώσεων και τις κατά τόπους λιμενικές αρχές χαρακτηριζόταν από υπευθυνότητα και δημιουργούσε μια σχέση αμοιβαίου σεβασμού, αναδεικνύοντας μια υψηλού επιπέδου προσέγγιση του ναυτικού επαγγέλματος.
Η ναυτιλία χρειάζεται ανθρώπους ικανούς που να την πιστεύουν. Το ναυτικό επάγγελμα ίσως δεν ταιριάζει σε όλους. Είναι βέβαιο όμως ότι ταιριάζει σε εκείνους που διαθέτουν ικανότητες, γνωρίζουν τις πραγματικές απαιτήσεις του και το επιλέγουν συνειδητά, αποδεχόμενοι τις ιδιαιτερότητές του.
Δυστυχώς, στις μέρες μας το ναυτικό επάγγελμα στην Ελλάδα φαίνεται να έχει χάσει μεγάλο μέρος από το κύρος και την υψηλή κοινωνική αναγνώριση που κατείχε στο παρελθόν. Η αξιοπρέπεια του ναυτικού δοκιμάζεται και πολλές φορές αντιμετωπίζεται με μια αδικαιολόγητη κοινωνική απαξίωση.
Κι όμως, εδώ, στη μοναξιά της θάλασσας και στη μακρινή ξενιτιά, σε κυριεύει και σε συναρπάζει το απέραντο των ωκεανών. Μοιράζεσαι αυτή την απεραντοσύνη με τους συναδέλφους σου, ανθρώπους που γνωρίζουν την ευθύνη, την αναμονή, την αγωνία αλλά και τη μοναδική γοητεία του θαλασσινού ταξιδιού. Οι σημερινοί «μπαρμπακαραβάδες» και «σφυροκοπανιστές» δεν είναι εκείνοι οι παλιοί, αγράμματοι ναυτικοί που κάποιοι φαντάζονται. Είναι άνθρωποι που γνωρίζουν, έχουν μορφωθεί, έχουν τεχνική κατάρτιση και έμαθαν να συζητούν ήρεμα και απλά, κουβαλώντας όμως μέσα τους την ίδια παλιά ναυτική ψυχή.
Οι επόμενες ημέρες…
Στο ταξίδι αυτό, ένας από τους λιμένες προσέγγισης ήταν και το Μανάους, βαθιά στην ενδοχώρα της Βραζιλίας, αφού προηγουμένως διασχίζαμε περίπου 900 ναυτικά μίλια στον ποταμό Αμαζόνιο.
Ο Αμαζόνιος είναι ένας από τους μεγαλύτερους ποταμούς του κόσμου. Με μήκος περίπου 6.400 χιλιομέτρων από τις πηγές έως τις εκβολές του, κατατάσσεται δεύτερος μετά τον Νείλο. Η λεκάνη απορροής του εκτείνεται σε περισσότερα από 7 εκατομμύρια τετραγωνικά χιλιόμετρα και διασχίζει χώρες όπως η Βραζιλία, το Περού, ο Ισημερινός, η Βολιβία και η Βενεζουέλα. Η ποσότητα των υδάτων που μεταφέρει είναι ασύλληπτη, ενώ η δύναμή του επηρεάζει ακόμη και τον ίδιο τον Ατλαντικό Ωκεανό, αλλάζοντας το χρώμα και την αλατότητα του σε μεγάλη απόσταση από τις εκβολές του.
Το Μανάους, πρωτεύουσα της πολιτείας Αμαζόνας στη βορειοδυτική Βραζιλία, βρίσκεται στις όχθες του Ρίο Νέγκρο, κοντά στη συμβολή του με τον Αμαζόνιο. Εκεί όπου συναντώνται τα δύο ποτάμια δημιουργείται ένα μοναδικό φυσικό φαινόμενο: τα σκοτεινά νερά του Ρίο Νέγκρο, φορτωμένα με υλικά που έχουν παρασύρει από τις ορεινές περιοχές, ενώνονται με τα καφετιά νερά του Αμαζονίου, σαν να αναμειγνύεται ο καφές με την κρέμα. Τα διαφορετικά χρώματα παραμένουν ορατά για πολλά χιλιόμετρα, πριν τελικά ενωθούν.
Το λιμάνι του Μανάους είναι προσβάσιμο σε ποντοπόρα πλοία, παρά την τεράστια απόστασή του από τις εκβολές του ποταμού. Η πόλη ιδρύθηκε από τους Πορτογάλους το 1669 και η άφιξή μας στις αποβάθρες πραγματοποιήθηκε τις απογευματινές ώρες. Τα νερά του θηριώδους ποταμού ήταν σκοτεινά, ορμητικά και αγριεμένα. Η δύναμή τους δημιουργούσε μια συνεχή πρόκληση για την ασφαλή πλαγιοδέτηση του πλοίου. Το πλοίο μας, ένα φορτηγό γενικού φορτίου 28.000 τόνων, με μια συμβατική “τουμπαριστή” κύρια μηχανή, δεν ήταν ένα εύκολο σκάφος για χειρισμούς σε ένα τόσο απαιτητικό περιβάλλον. Οι συνθήκες του λιμανιού απαιτούσαν ακρίβεια, εμπειρία και απόλυτο έλεγχο.
Και όμως, η πρόσδεση στην προβλήτα πραγματοποιήθηκε με τέτοια ακρίβεια και ηρεμία, ώστε αποτέλεσε πραγματικό σεμινάριο προς ναυτιλλομένους.»
Ο πλοηγός, με χαρά, άφησε το πρόσταγμα στις ικανότητες του πλοιάρχου μας. Στο τέλος της διαδικασίας μας χαιρέτησε αδελφικά και μας ζήτησε την τιμή να τον έχουμε μαζί μας στο βραδινό μας δείπνο. Τιμήσαμε τη βραζιλιάνικη κουζίνα με ένα εκλεκτό βοδινό, συνοδευόμενο από πορτογαλικό κρασί. Και για αρχή αλλά και για το τέλος της βραδιάς, δεν θα μπορούσε να υπάρχει κάτι πιο χαρακτηριστικό από ένα ποτήρι καϊπιρίνια, το παραδοσιακό βραζιλιάνικο ποτό. Ήταν μια όμορφη βραδιά, από εκείνες που μένουν στη μνήμη του ναυτικού: μια δύσκολη μανούβρα που ολοκληρώθηκε με επιτυχία, η αναγνώριση ενός επαγγελματία προς έναν άλλο επαγγελματία και μια απλή ανθρώπινη στιγμή μακριά από την καθημερινή πίεση του πλοίου.
Επόμενος λιμένας προσέγγισης ήταν το Μπελέμ, πόλη στη βόρεια Βραζιλία, κοντά στον Ισημερινό. Το λιμάνι της βρίσκεται κατά μήκος του Ρίο Παρά, ενός μεγάλου παραποτάμου του Αμαζονίου, ο οποίος συνδέει αυτή την υδάτινη οδό με τον Ατλαντικό Ωκεανό και επιτρέπει την πρόσβαση σε ποντοπόρα πλοία. Ο αέρας ήταν χλιαρός και υγρός. Ένας αέρας ευνοϊκός για συναντήσεις, ευνοϊκός για νέα ξεκινήματα. Βρισκόμασταν στο μπαρ του ξενοδοχείου Σέρατον, καθισμένοι αναπαυτικά με ένα ποτό στο χέρι. Δύο τραπέζια πιο πέρα βρίσκονταν δύο αιθέριες γυναικείες παρουσίες. Άνετες, με αυτοπεποίθηση, πρέπει να βρίσκονταν στα πρώτα χρόνια της τέταρτης δεκαετίας της ζωής τους. Ήταν άψογα ντυμένες, εντυπωσιακά όμορφες, με κορμί σπαθί και δέρμα μεταξένιο. Τα ξανθά μαλλιά τους, με τις κοκκινωπές ανταύγειες, μαρτυρούσαν ίσως μια μακρινή βόρεια καταγωγή. Τα μάτια τους, καθαρά και φωτεινά σαν ζαφείρια, εξέπεμπαν γοητεία. Χωρίς να το πολυσκεφτεί, έτσι όπως του ήρθε εκείνη τη στιγμή, ζήτησε από τον σερβιτόρο να κεράσει τις καταπληκτικά όμορφες κυρίες. Το ένστικτό μου έλεγε ότι ίσως έκανε λάθος, αλλά καλό είναι κάποτε να δοκιμάζουμε την τύχη μας. Ποτέ δεν ξέρεις τι μπορεί να συμβεί. Οι κυρίες, όμως, δεν παρασύρθηκαν από τη μεσογειακή μας γοητεία. Τα ποτά δεν έγιναν αποδεκτά. Ευγενικά και πολιτισμένα, είναι η αλήθεια, αλλά η απόρριψη ήταν απόλυτη.»
Συνεχίσαμε το κυκλικό μας ταξίδι με επόμενους λιμένες προσέγγισης το Σαλβαντόρ, το Ρίο ντε Τζανέιρο, το Ιτάτζαϊ, το Ρίο Γκράντε, το Μπουένος Άιρες, το Μοντεβιδέο και μερικούς ακόμη λιμένες. Τελευταίος σταθμός μας στη Νότια Αμερική ήταν ο λιμένας του Σάντος στη Βραζιλία, όπου βρίσκονταν και τα κεντρικά γραφεία της ναυλώτριας εταιρείας. Επόμενος προορισμός μας: η Μελβούρνη της Αυστραλίας.
Εδώ άρχισαν οι πραγματικές δυσκολίες του ταξιδιού, όσον αφορά την επόμενη θαλάσσια διαδρομή. Ο χειμώνας είχε κάνει αισθητή την παρουσία του στο νότιο ημισφαίριο. Ένας χειμώνας σκοτεινός, μελαγχολικός, και το ημερολόγιο έδειχνε ακόμη μόλις τα μέσα του Ιουνίου. Όλα έμοιαζαν ανάποδα για εμάς τους ανθρώπους της Μεσογείου. Ιούνιος μήνας και το σκηνικό γύρω μας να θυμίζει χειμωνιάτικο τοπίο, με βροχές, κρύο και χιόνια. Ποιος θα το φανταζόταν; Εκεί που στην πατρίδα μας ο Ιούνιος σημαίνει ήλιο, ζέστη και την προσμονή του καλοκαιριού, εδώ, στην άλλη πλευρά της γης, η φύση ακολουθούσε τον δικό της ρυθμό.»
Το ταξίδι από το Σάντος έως τη Μελβούρνη ήταν περίπου 9.500 ναυτικά μίλια μέσω του περάσματος του Μαγγελάνου και περίπου 11.100 ναυτικά μίλια μέσω του Ακρωτηρίου της Καλής Ελπίδας.
Ο πλοίαρχος συζήτησε μαζί μου το σχεδιασμό του ταξιδιού και μου εξήγησε την απόφασή του. Είχε επιλέξει να ακολουθήσουμε ανατολική πορεία, πλέοντας γύρω από το νότιο άκρο της Αφρικής, αντί να διασχίσουμε τη Γη του Πυρός και το Πέρασμα του Μαγγελάνου, τη συνηθισμένη θαλάσσια διαδρομή που ακολουθούν τα πλοία με προορισμό την Αυστραλία.
Του επισήμανα ότι η ανατολική διαδρομή θα απαιτούσε περισσότερες από τέσσερις επιπλέον ημέρες ταξιδιού και ότι τα καύσιμα είχαν υπολογιστεί με βάση την επίσημη θαλάσσια πορεία. Με την αλλαγή αυτή, το απόθεμα ασφαλείας σε καύσιμα θα περιοριζόταν σημαντικά, αφήνοντάς μας μικρότερο περιθώριο σε περίπτωση δυσμενών καιρικών συνθηκών.
«Να έχεις εμπιστοσύνη», μου είπε. «Δεν θα χρειαστούμε επιπλέον καύσιμα».
Πάντα του είχα εμπιστοσύνη, γιατί γνώριζα την υπευθυνότητά του και την ακρίβεια με την οποία αξιολογούσε όλες τις παραμέτρους ενός ταξιδιού. Δεν ήταν μια απόφαση βασισμένη στην τόλμη ή στην τύχη, αλλά στη βαθιά γνώση και στην εμπειρία του.
Ανακοίνωσε την απόφασή του στους ναυλωτές, εξηγώντας παράλληλα το σκεπτικό που την υποστήριζε. Η αντίδρασή τους ήταν άμεση. Απόλυτα αιφνιδιασμένοι από την επιλογή του πλοιάρχου, άρχισαν οι συσκέψεις και οι διαβουλεύσεις τόσο στα γραφεία των ναυλωτών όσο και στη δική μας ναυτιλιακή εταιρεία. Απορημένοι και έκπληκτοι, μετά τον αρχικό αιφνιδιασμό τους από την απόφασή μας, οι ναυλωτές αποφάσισαν να στείλουν στο πλοίο από το Σάντος τον επικεφαλής των κεντρικών τους γραφείων. Μας εξήγησε ότι είχε τη σύμφωνη γνώμη τόσο των ναυλωτών όσο και της ναυτιλιακής εταιρείας του πλοίου, δηλαδή των εργοδοτών μας, και επέμενε ότι δεν μπορούσαμε να παρακάμψουμε το καθιερωμένο δυτικό δρομολόγιο, μέσω του Περάσματος του Μαγγελάνου και του Ακρωτηρίου Χορν. Ο πλοίαρχος, όμως, παρέμεινε ανένδοτος. Η ευθύνη και η εξουσία της διακυβέρνησης του πλοίου ανήκαν σε εκείνον και αυτό δεν αποτελούσε αντικείμενο διαπραγμάτευσης.
Το ταξίδι έχει αποφασιστεί. Η πορεία μας θα είναι ανατολική και δεν πρόκειται να αλλάξει όσο εγώ είμαι πλοίαρχος του πλοίου», ήταν η θέση του. Για να διευκολύνει μάλιστα την κατάσταση και να μην αφήσει κανένα περιθώριο αμφισβήτησης, δήλωσε ότι η αντικατάστασή του στην πλοιαρχία ήταν στη διάθεση της εταιρείας, εφόσον αυτό θεωρούσαν απαραίτητο. Είναι αυτονόητο ότι και εγώ στάθηκα στο πλευρό του και συμμετείχα πλήρως στην απόφασή του. Δήλωσα και τη δική μου διαθεσιμότητα για αντικατάσταση, αν αυτή ήταν η επιλογή της εταιρείας.
Ο επικεφαλής των γραφείων αναχώρησε ξανά για νέες διαβουλεύσεις. Δεν πέρασε πολύς χρόνος και επέστρεψε στο πλοίο. Αυτή τη φορά το μήνυμα ήταν διαφορετικό: μας ευχήθηκε καλό ταξίδι, σύμφωνα με την απόφαση του πλοιάρχου. «Ασφαλής πορεία ανατολικά.»
«“Fast bind, fast find”, λένε οι Άγγλοι. Δηλαδή: «Κάλιο γαϊδουρόδενε παρά γαϊδουρογύρευε», όπως λένε στο χωριό μου.
Στη θάλασσα, περισσότερο ίσως από οπουδήποτε αλλού, η πρόνοια και η προετοιμασία δεν είναι υπερβολή· είναι απαραίτητη προϋπόθεση επιβίωσης. Η σχέση του ανθρώπου με τη θάλασσα, ιδιαίτερα στις δύσκολες και σκληρές ώρες, είναι το πεδίο όπου αναπτύσσεται μια ηρωική στάση από ανθρώπους απλούς και ταπεινούς, που τους καθοδηγεί πάνω απ’ όλα η αίσθηση του καθήκοντος. Η θάλασσα είναι όμορφη όταν θυμώνει και ζωντανεύει. Μέσα στην αγριότητά της αποκαλύπτει τη δύναμη και το μεγαλείο της. Μα την ίδια στιγμή παραμένει τρομακτική και βίαιη, υπενθυμίζοντας στον άνθρωπο ότι, όσο μεγάλη κι αν είναι η γνώση και η τεχνολογία του, βρίσκεται πάντοτε απέναντι σε μια δύναμη πολύ μεγαλύτερη από τον ίδιο.»
Εδώ θα κάνω μια μικρή παρένθεση.
Στη μεταξύ μας διαβούλευση, παρουσία του γραμματικού και του ασυρματιστή του πλοίου, ο πλοίαρχος μας εξήγησε την κατάσταση που επικρατούσε στον Νότιο Ειρηνικό Ωκεανό.
Πέρα από τις σφοδρές κακοκαιρίες που επικρατούσαν σε μεγάλη έκταση του ωκεανού, ένα ατελείωτο κύμα κακοκαιρίας σάρωνε το νότιο τμήμα του, εξαιτίας ενός στάσιμου ψυχρού μετώπου. Παράλληλα, στην περιοχή βρισκόταν σε ιδιαίτερα έντονη δραστηριότητα το εποχικό φαινόμενο Ελ Νίνιο (El Niño).
Το Ελ Νίνιο είναι ένα ωκεάνιο και ατμοσφαιρικό φαινόμενο στον τροπικό Ειρηνικό Ωκεανό, κατά το οποίο παρατηρείται ασυνήθιστη θέρμανση των επιφανειακών υδάτων, κυρίως κατά μήκος των δυτικών ακτών της Νότιας Αμερικής, επηρεάζοντας την ατμοσφαιρική κυκλοφορία και προκαλώντας σημαντικές κλιματικές μεταβολές σε πολλές περιοχές του πλανήτη.
Ο όρος αρχικά χρησιμοποιήθηκε για να περιγράψει το θερμό θαλάσσιο ρεύμα που εμφανιζόταν στην περιοχή γύρω από την περίοδο των Χριστουγέννων, γι’ αυτό και συνδέθηκε με την ισπανική ονομασία El Niño. Σήμερα χρησιμοποιείται για να περιγράψει τις ευρύτερες ωκεανογραφικές και κλιματικές ανωμαλίες που προκαλεί το φαινόμενο, ιδιαίτερα όταν αυτές παρουσιάζουν μεγάλη ένταση και διάρκεια.»
Την ημέρα του κατάπλου μας στον λιμένα του Σάντος και ενώ προσεγγίζαμε την προβλήτα φόρτωσης, μια διαβολική σύμπτωση έφερε μπροστά μας ένα πανομοιότυπο αδελφό πλοίο της ίδιας ναυλώτριας εταιρείας, της Mitsui Line. Το πλοίο αυτό, με Ιάπωνες στο πλήρωμά του και με τον ίδιο λιμένα προορισμού, τη Μελβούρνη της Αυστραλίας, αναχωρούσε εκείνη ακριβώς τη στιγμή ακολουθώντας τη συνήθη δυτική πορεία, μέσω του Περάσματος του Μαγγελάνου και του Ακρωτηρίου Χορν.
Εμείς ακολουθήσαμε διαφορετική πορεία. Πλεύσαμε αρκετά ανοικτά της Νοτίου Αφρικής, ώστε να αποφύγουμε από τη δυτική πλευρά το ψυχρό ρεύμα της Μπεγκουέλα και από την ανατολική το θερμό ρεύμα των Αγκούλας. Ο χειμώνας του νοτίου ημισφαιρίου μάς υποδέχθηκε ήπια. Ένας ήρεμος χειμωνιάτικος παγετός εμφανιζόταν τις πρωινές ώρες, χωρίς όμως έντονα καιρικά φαινόμενα.
Μετά το ήσυχο πέρασμα της Νοτίου Αφρικής συνεχίσαμε προς τα γαλλικά νότια υπερπόντια εδάφη, μια συστάδα περίπου είκοσι μικρών, ορεινών νησιών. Οι μοναδικοί κάτοικοι αυτών των απομονωμένων περιοχών ήταν το προσωπικό των μόνιμων επιστημονικών σταθμών που λειτουργούσαν εκεί. Το κλίμα ήταν εξαιρετικά υγρό αλλά ήπιο. Οι άνεμοι ελαφροί και μεταβλητοί, σπάνια ξεπερνούσαν τα 4 έως 5 μποφόρ, παραμένοντας ήρεμοι και ελάχιστα θυελλώδεις.
Με αυτές τις εξαιρετικές καιρικές συνθήκες, το πλοίο μας έφθασε έγκαιρα στη Μελβούρνη, ακριβώς σύμφωνα με το προγραμματισμένο ταξίδι του.
Την εποχή εκείνη, συνήθως η άφιξη ενός ελληνικού πλοίου στο λιμάνι της Μελβούρνης περιγραφόταν με ιδιαίτερα συγκινητικό και συναισθηματικό τρόπο. Εκεί τα πληρώματα είχαν την ευκαιρία να βρεθούν κοντά στη μεγάλη ελληνική ομογένεια, να ακούσουν τη γλώσσα τους, να συναντήσουν ανθρώπους που κουβαλούσαν την ίδια πατρίδα μακριά από αυτήν. Και για του λόγου το αληθές, το πλοίο ολοκλήρωσε τις απαραίτητες φορτοεκφορτώσεις και, παράλληλα, ένα μεγάλο μέρος του πληρώματος ξεφαντώσαμε μαζί με αρκετούς απόδημους Έλληνες σε ένα μεγάλο κέντρο διασκέδασης, όπου εμφανίζονταν ο Σπύρος και η Ζωή Ζαγοραίου. Τραγουδώντας όλοι μαζί το ανεπανάληπτο  «Μου λέτε να μη κλαίω», νιώσαμε για λίγο πως η απόσταση ανάμεσα στη θάλασσα και την πατρίδα είχε μικρύνει.
Την ώρα που λύναμε κάβους για τον απόπλου, κατέφθασε στον λιμένα και το αδελφό ιαπωνικό πλοίο της Mitsui Line, που είχε αναχωρήσει από το Σάντος. Είχε φύγει τριάντα ώρες νωρίτερα από το δικό μας πλοίο και, παρά το γεγονός ότι είχε διανύσει περίπου 1.500 ναυτικά μίλια λιγότερα, έφθασε τριάντα ώρες αργότερα, έχοντας ακολουθήσει τη συνήθη πορεία και αντιμετωπίζοντας τις δικές του δυσκολίες.“Fortis fortuna adiuvat”. Η τύχη βοηθά τους τολμηρούς, έλεγαν οι Λατίνοι.
Όταν, στο τέλος του μεγάλου κυκλικού μας ταξιδιού, φθάσαμε στην Ιαπωνία, το πλοίο και ο πλοίαρχος μας έτυχαν θερμής υποδοχής από τους ναυλωτές μας. Μας υποδέχθηκαν με ιδιαίτερη θέρμη και ενθουσιασμό, αλλά και με μια βαθιά ικανοποίηση για την επιτυχή ολοκλήρωση του ταξιδιού.
Ενσαρκώνοντας το πνεύμα της ασιατικής φιλοξενίας, οι Ιάπωνες φίλοι μας άφησαν στην άκρη την τυπική επαγγελματική επικοινωνία και μας πρόσφεραν μια ειλικρινή και εγκάρδια υποδοχή.
Δεν θυμάμαι την ποσότητα του ωμού ψαριού —του περίφημου σούσι— που, για λόγους ευγένειας, προσπάθησα να καταναλώσω ανταποκρινόμενος στον ενθουσιασμό των οικοδεσποτών μας. Θυμάμαι όμως πολύ καλά την ατμόσφαιρα: ένα γαστρονομικό ταξίδι μέσα από παραδοσιακά ιαπωνικά πιάτα, φιλικές συζητήσεις και χαμόγελα, με αποδέκτες εμάς, τους ανθρώπους που είχαμε φέρει το πλοίο τους ασφαλώς στον προορισμό του. Και τι κάνουν οι φίλοι όταν υπάρχει εκλεκτή παρέα και καλή διάθεση; Ευχαριστούν ο ένας τον άλλο και εύχονται καλά πράγματα.“Kanpai!” «Στην υγειά μας!» φίλοι μου καλοί.
Αυτό που τελικά μένει είναι μια σημαντική αίσθηση: η απλή χαρά που πηγάζει από την ομαδική εργασία, την αμοιβαία εμπιστοσύνη και την επιβεβαίωση της αξιοσύνης. Η περιπέτεια του ταξιδιού, η πάλη με τα κύματα και τους ανέμους του ωκεανού, είχε αίσιο τέλος. Παρά τις δύσκολες συνθήκες, παρά την αγριότητα της θάλασσας, δεν υπήρξαν ποτέ αβαρίες στο φορτίο. Το πλοίο ολοκλήρωσε την αποστολή του με ασφάλεια και επιτυχία.
...........Ήθελε πάντα να εγκαταλείψει τη θάλασσα, όμως ποτέ δεν μπόρεσε να απομακρυνθεί πραγματικά από τη δύναμη και την επιρροή της. Η θάλασσα είχε γίνει μέρος του χαρακτήρα του, τρόπος σκέψης και μνήμη που τον συνόδευε παντού. Όταν ήρθε η στιγμή της αλλαγής, προσαρμόστηκε χωρίς δισταγμούς στο έντονα εξελισσόμενο περιβάλλον της σύγχρονης ναυτιλίας, αποδεικνύοντας ότι η πραγματική ναυτική αξία δεν βρίσκεται μόνο στη θέση που κατέχει κάποιος, αλλά στη γνώση, στην εμπειρία και στην ικανότητα να ανταποκρίνεται στις νέες απαιτήσεις.»

 
Web Informer Button