Ένας κόσμος διαφορετικός από εκείνον που γνώριζε μέχρι τότε. Από το μικρό μονοτάξιο σχολείο του χωριού του, όπου τα παιδιά λίγα και γνωστά μεταξύ τους μοιράζονταν την ίδια αίθουσα και την ίδια αυλή, βρέθηκε σε ένα μεγάλο σχολείο με πολλές τάξεις, πολλούς μαθητές και νέους κανόνες.
Κρατούσε μέσα του ακόμη τις εικόνες του τόπου που άφησε πίσω: τις πλαγιές, τη μικρή λιμνούλα, τα μονοπάτια και τις φωνές των παιδιών του οικισμού. Μα μπροστά του άνοιγε ένας νέος δρόμος.
Ένας δρόμος που περνούσε μέσα από βιβλία, γράμματα, νέες γνωριμίες και νέες εμπειρίες. Και εκεί, ανάμεσα στα θρανία της νέας του τάξης, άρχισε ένα ακόμη κεφάλαιο της ζωής του.
Ο ήλιος, καθώς ανέβαινε ψηλά, χρύσιζε τις γυμνές κορυφές της Όθρυς, ενώ προς τον νότο ο καταπράσινος κάμπος του Σπερχειού απλωνόταν μέχρι εκεί που έφτανε το μάτι. Σκέψεις μπερδεμένες με ήχους και εικόνες περνούσαν από το μυαλό του. Και αυτός, κάπου ανάμεσα σε όλα αυτά, στεκόταν εκείνο το πρωινό των αρχών του φθινοπώρου, με τις πρώτες ελαφριές ψυχρές πνοές του ανέμου να κατεβαίνουν από τα βουνά. Με τη λαχτάρα στα μάτια και έναν κόμπο στην ψυχή ανέβαινε με τα λιγνά του πόδια τον ανηφορικό δρόμο που οδηγούσε στο Τρίτο Δημοτικό Σχολείο της Λαμίας.
Τι ανησυχία Θεέ μου! Τι αγωνία, τι ανασφάλεια ένιωθε εκείνο το πρωινό. Ήταν σαν να άφηνε πίσω του για δεύτερη φορά έναν κόσμο γνώριμο. Την πρώτη φορά ήταν το χωριό του, η γη που τον γέννησε. Τώρα ήταν η ανεμελιά των παιδικών του χρόνων. Αντίο ξενοιασιά.
Μπροστά του άνοιγε μια νέα πραγματικότητα. Η πρώτη σχολική χρονιά στο μεγάλο σχολικό συγκρότημα της πόλης. Η οικογένειά του μόλις είχε αφήσει πίσω της το μικρό φτωχικό χωριό στις νοτιοδυτικές πλαγιές του Λακωνικού Πάρνωνα και είχε αναζητήσει μια νέα ζωή στη Λαμία. Κι εκείνος, ένα άγνωστο μαθητούδι της τρίτης τάξης, βρισκόταν ξαφνικά ανάμεσα σε ένα μεγάλο πλήθος παιδιών, σε μια αυλή που δεν γνώριζε, ανάμεσα σε πρόσωπα άγνωστα και φωνές που δεν του ανήκαν ακόμη.
Ένιωθε αμήχανος, μικρός, ξένος.
Μέσα του πάλευαν η περιέργεια για τον νέο κόσμο που ανοιγόταν μπροστά του και ο φόβος μήπως δεν μπορέσει να βρει τη θέση του μέσα σ’ αυτόν. Ήταν η πρώτη του δοκιμασία στη μεγάλη πολιτεία.
Και χωρίς να το γνωρίζει τότε, εκείνη η ημέρα θα γινόταν ένα από τα πρώτα βήματα προς τον άνθρωπο που θα γινόταν αργότερα. Χαμογέλασε. Ένα χαμόγελο που άλλαξε αμέσως τα μελαγχολικά και σκληρά χαρακτηριστικά του προσώπου του. Τα μαλάκωσε. Κι όμως, πίσω από εκείνο το χαμόγελο παρέμενε κρυμμένη μια λεπτή σκιά νοσταλγίας. Ξαφνικά, χωρίς να το περιμένει, μια πλημμυρίδα αναμνήσεων τον κατέκλυσε. Το μικρό σχολείο του χωριού του ήρθε πάλι στον νου. Η αυλή, οι συμμαθητές του, οι γνώριμες φωνές, εκείνα τα πρόσωπα που άφησε πίσω του και τώρα ανήκαν σε έναν κόσμο που απομακρυνόταν όλο και περισσότερο. Έστρεψε το βλέμμα του προς τον νότο, σαν να μπορούσε μέσα από την απόσταση να ξαναδεί τον τόπο του. Ένιωσε ένα κύμα νοσταλγίας να τον πλημμυρίζει. Ήταν όμορφες αναμνήσεις, ζωντανές ακόμη μέσα του, μα ανήκαν πια στο παρελθόν. Πήρε μια βαθιά ανάσα. Σήκωσε το κεφάλι και έριξε μια διαπεραστική ματιά ολόγυρα. Ύστερα γύρισε για μια τελευταία φορά το βλέμμα του πίσω, στον δρόμο που είχε ανέβει. Για μια στιγμή δίστασε. Η νευρικότητα και η αμηχανία τον κράτησαν ακίνητο. Ύστερα, σιωπηλά και καρτερικά, ανέβηκε τα σκαλιά της εισόδου. Πέρασε τη μεγάλη σιδερένια αυλόπορτα και μπήκε στο προαύλιο που οδηγούσε στην εσωτερική αυλή του τεράστιου σχολικού κτηρίου. Και τότε η σιωπή που κουβαλούσε μέσα του σκεπάστηκε από έναν ήχο πρωτόγνωρο. Μια βαβούρα ασυνήθιστη για το νεαρό αγόρι.
Από το βάθος της μεγάλης αυλής ξεχύθηκε ένα ατέλειωτο κουβάρι από φωνές. Παιδιά φώναζαν, γελούσαν, έτρεχαν, ζούσαν.
Τόσο ξένοιαστα.
Τόσο αθώα.
Τόσο απλά.
Και εκείνος στεκόταν ανάμεσά τους, κρατώντας ακόμη μέσα του έναν ολόκληρο κόσμο που είχε αφήσει πίσω. Χαμένος μέσα στο πλήθος, κοίταξε γύρω του και, αναγνωρίζοντας μια παρέα παιδιών από τη νέα του γειτονιά, ένιωσε ένα κύμα ανακούφισης να τον πλημμυρίζει. Ένα αδιόρατο χαμόγελο σχηματίστηκε στο πρόσωπό του. Ήταν αυτό ακριβώς που χρειαζόταν η ψυχή του εκείνη τη στιγμή· κάτι που θα άλλαζε τη διάθεσή του, θα έσβηνε τη δυσφορία και την αμηχανία των πρώτων στιγμών. Όλα γύρω του έμοιαζαν θορυβώδη, ζωντανά, γεμάτα κίνηση. Τα παιδιά γελούσαν, φώναζαν, τριγύριζαν από παρέα σε παρέα, σαν να ανήκαν όλα σε έναν κόσμο που είχε ήδη τη δική του τάξη. Και τότε θυμήθηκε, με μια γλυκιά νοσταλγία, τις πρωινές διαδρομές στο χωριό του, το καθημερινό εκείνο μοτίβο που κάποτε του φαινόταν τόσο απλό και τώρα είχε γίνει ανάμνηση. Σιγά σιγά όμως κατάλαβε πως κι αυτός θα αποτελούσε πλέον ένα κομμάτι αυτής της μεγάλης συντροφιάς.
Ο χρόνος έγινε αερικό και πέρασε γρήγορα. Χωρίς να το καταλάβει, αφομοιώθηκε στο νέο του περιβάλλον. Στην αρχή η ιδιόμορφη λακωνική προφορά του ξεχώριζε ανάμεσα στις φωνές των άλλων παιδιών, μα σύντομα έγινε απλώς ένα ακόμη χαρακτηριστικό του. Δημιούργησε νέες φιλίες και ποτέ δεν ένιωσε ξένος ανάμεσα στους συμμαθητές του. Μαζί τους μοιράστηκε τις ίδιες μικρές αγωνίες, τις ίδιες ανησυχίες, τα ίδια όνειρα και τις ίδιες φιλοδοξίες. Στα θρανία του νέου του σχολείου ανακάλυψε πως η γνώση δεν ανήκε σε έναν τόπο, αλλά σε όλους εκείνους που είχαν τη θέληση να την αναζητήσουν. Δεν ήταν βέβαια κάποια ξεχωριστή μεγαλοφυΐα, ούτε μια ιδιαίτερη περίπτωση ανάμεσα στους μαθητές. Ήταν όμως ένα παιδί που «υπηρετούσε» το σχολικό του καθήκον, με τη φυσική υπακοή και την απλότητα που χαρακτήριζαν την ηλικία του.
Ανακαλεί στη μνήμη του εκείνη την πρώτη σχολική χρονιά στο νέο του σχολείο, στην τρίτη τάξη του δημοτικού, την οποία ολοκλήρωσε με άριστα δέκα. Η επίδοση αυτή δεν ήταν μόνο αποτέλεσμα της δικής του προσπάθειας· ήταν συνέχεια ενός πολύτιμου δανείου γνώσης που είχε πάρει από την Ιωάννα.
Η Ιωάννα, μια όμορφη και ευγενική κοπέλα, κατείχε μια ξεχωριστή θέση στην έναρξη της μαθητικής του ζωής. Ήταν η βασίλισσα της έκτης τάξης στο μονοτάξιο σχολείο του χωριού τους, εκεί στα μακρινά Κουλέντια. Όταν εκείνος ήταν ακόμη πρωτάκι, για έναν λόγο που ποτέ δεν κατάλαβε πραγματικά, η Ιωάννα πήρε την πρωτοβουλία να τον «υιοθετήσει», όπως συνηθιζόταν στα μονοτάξια σχολεία της εποχής. Και αυτή την υιοθεσία την έκανε πράξη με έναν τρόπο που σημάδεψε τη ζωή του: αποφάσισε να τον βοηθήσει να γίνει ένα παιδί που θα αγαπούσε τη γνώση.
Της χρωστούσε πολλά.
Οι γονείς του ήταν άνθρωποι αγράμματοι, άνθρωποι του μόχθου, που όμως του έδωσαν την αγάπη και τη δύναμη να προχωρήσει. Η Ιωάννα ήταν εκείνη που του άνοιξε την πρώτη πόρτα προς τον κόσμο των βιβλίων. Με τη δική της καθοδήγηση ένιωσε τη χαρά της μάθησης, την ικανοποίηση της ανακάλυψης, την απόλαυση της γνώσης.
Ήταν ο πρώτος άνθρωπος που του έδειξε πως το βιβλίο δεν ήταν απλώς ένα σχολικό αντικείμενο, αλλά ένας δρόμος προς κόσμους άγνωστους. Υπήρξε καλός μαθητής. Όχι ιδιαίτερα σχολαστικός, ούτε πάντα απόλυτα συνεπής στις υποχρεώσεις του, αλλά ένα παιδί ήσυχο, συνεργάσιμο, που δεν δημιουργούσε προβλήματα στους δασκάλους και στους συμμαθητές του. Και μέσα του, χωρίς ακόμη να το γνωρίζει, είχε ήδη φυτευτεί εκείνος ο σπόρος που χρόνια αργότερα θα τον οδηγούσε στην αναζήτηση της γνώσης. Κι επειδή ήθελε να τα έχει καλά και με τους γονείς του, έκανε ό,τι χρειαζόταν. Πήγαινε στο σχολείο, ανταποκρινόταν στις υποχρεώσεις του και κατέβαλλε τόση προσπάθεια όση θεωρούσε απαραίτητη, επιδιώκοντας να εξασφαλίζει έναν αξιοπρεπή βαθμό.
Ο υπόλοιπος χρόνος όμως ανήκε σε εκείνον.
Έπαιζε ποδόσφαιρο με τις ώρες και, όταν γύριζε στο σπίτι, πολλές φορές ξάπλωνε στο κρεβάτι και βυθιζόταν στις σελίδες ενός μυθιστορήματος. Διάβαζε το ένα μετά το άλλο, ταξιδεύοντας μέσα από ιστορίες και πρόσωπα που δεν είχαν καμία σχέση με την καθημερινότητά του.
Δεν ακολουθούσε το συνηθισμένο πρόγραμμα των άλλων μαθητών. Δεν υπήρχαν φροντιστήρια, ιδιαίτερα μαθήματα ή εξαντλητικές ώρες μελέτης. Κι όμως, οι επιδόσεις του στο σχολείο δεν ήταν καθόλου άσχημες.
Κατάφερνε να ισορροπεί με τον δικό του τρόπο. Ανάμεσα στις σχολικές απαιτήσεις και στην ανάγκη του για παιχνίδι, στην παρέα με τους συνομηλίκους του, στην ξεγνοιασιά, στην τεμπελιά και στο γλυκό χασομέρι της παιδικής ηλικίας. Με τα χρόνια κατάλαβε πως τα μυθιστορήματα δεν ήταν απλώς ένας τρόπος να περνά η ώρα. Ήταν ένας προσωπικός χώρος ελευθερίας. Ένας τόπος όπου μπορούσε να χάνεται, να ονειρεύεται και να ανακαλύπτει κόσμους διαφορετικούς από τον δικό του.
Και σήμερα, όταν ανακαλεί στη μνήμη του εκείνα τα παιδιά της τρίτης τάξης στο Τρίτο Δημοτικό Σχολείο της Λαμίας που κράτησαν ξεχωριστή θέση μέσα του, η απάντηση έρχεται αβίαστα.
Την πρώτη του χρονιά στο νέο του σχολείο, δύο συμμαθήτριες και ένας συμμαθητής του ξεχώριζαν τόσο για το ήθος τους όσο και για την ιδιαίτερη επιμέλεια που έδειχναν στην εκπαίδευσή τους. Ποτέ δεν ένιωσε την ανάγκη να δοκιμάσει τις δικές του δυνάμεις απέναντί τους, ούτε να τους συναγωνιστεί στις διακρίσεις. Ήξερε πως ο καθένας είχε τον δικό του δρόμο και τον δικό του τρόπο να προχωρά.
Τώρα, τόσα χρόνια μετά, τους αναζητά μέσα στις αίθουσες της μνήμης του. Θέλει να τους φέρει πάλι μπροστά του, να ξαναζωντανέψουν οι μορφές τους, να θυμηθεί τις μικρές τους συνήθειες, τα πρόσωπά τους, τα χαρακτηριστικά τους, τα σουσούμια τους.
Όμως η μνήμη δεν υπακούει πάντα στην επιθυμία. Δεν του επιστρέφει παρά μόνο αχνές εικόνες, θολές μορφές που μοιάζουν χαμένες μέσα σε χαμηλό φωτισμό. Σαν παλιές φωτογραφίες τραβηγμένες με αργή ταχύτητα κλείστρου, όπου οι μορφές έχουν αφήσει πίσω τους ένα αδιόρατο ίχνος κίνησης και τα καρέ έχουν ελαφρά κουνηθεί από το πέρασμα του χρόνου.
Κι όμως, μέσα σε αυτή την ασάφεια, παραμένει ζωντανή η αίσθηση εκείνων των παιδικών χρόνων.
Η Στέλλα. Ένα λιγνό κορίτσι με μπούκλες στα ξανθοκάστανα μαλλιά της, μελιά μάτια και ένα πρόσωπο με τέλειες, αναλογίες. Τουλάχιστον έτσι το έβλεπε εκείνος. Μια μικρή, κομψή παρουσία που θύμιζε αθλήτρια ρυθμικής γυμναστικής, γεμάτη χάρη και αρμονία. Η φήμη της μεσουρανούσε στη μαθητική τους τάξη. Μάζευε τον κόσμο γύρω της όπως το φως τις πεταλούδες. Στον Αλκιβιάδη φαινόταν σχεδόν αδύνατο να είναι μόνη της, γιατί, όπως έλεγαν οι παλιοί, οι όμορφοι άνθρωποι δύσκολα μένουν απαρατήρητοι. Η Στέλλα ήταν από εκείνα τα παιδιά που ξεχώριζαν με την καλή έννοια. Η διαλεχτή, η επιμελής, η χαρισματική μαθήτρια που έδινε την εντύπωση πως μπορούσε να ανοίξει μόνη της τον δρόμο της στη ζωή. Εκείνο όμως που την έκανε πραγματικά ξεχωριστή ήταν τα μεγάλα φωτεινά μάτια της. Κρατούσαν μια παράξενη λάμψη, ένα ξάστερο ψιχάλισμα ονείρου, σαν να έκρυβαν μέσα τους έναν κόσμο που ακόμα δεν είχε φανερωθεί. Δεν είχε προλάβει ακόμη να μπει στην εφηβεία όταν άρχισαν οι πρώτες διακρίσεις. Κέρδισε βραβεία σε διαγωνισμούς νέων μουσικών, παρακολούθησε μαθήματα στο ωδείο και διδάχθηκε από καταξιωμένους μουσικούς. Χρόνια αργότερα ο Αλκιβιάδης έμαθε πως η Στέλλα είχε συνεχίσει τις σπουδές της σε μουσικό πανεπιστήμιο στη Γαλλία με υποτροφία. Και κάποτε, τυχαία, αντίκρισε το πρόσωπό της σε εξώφυλλα περιοδικών. Το ίδιο γνώριμο, νοσταλγικό χαμόγελο, σαν παλιά φωτογραφία που αναδύεται ξαφνικά από ένα ξεχασμένο συρτάρι της μνήμης. Τα μάτια της εξακολουθούσαν να λάμπουν με την ίδια χάρη. Μια μπούκλα ξεχώριζε ανάμεσα στα ανακατεμένα μαλλιά της, ενώ τα λιτά κείμενα μιλούσαν για τη σπουδαία καλλιτεχνική της πορεία. Επιτυχημένη μουσικός, πολυτάλαντη καλλιτέχνιδα, με μια μακρά και αξιοθαύμαστη διαδρομή.
Η Στέλλα ήταν όμορφη όπως πάντα. Μόνο που τώρα είχε ολόκληρη τη ζωή μπροστά της
Η Μαρία. Ένα κοριτσόπουλο με τη λευκή λάμψη του δέρματος, σαν να ήταν πλασμένη για να γίνει το πορτρέτο μιας νεαρής κοπέλας από το χέρι ενός ζωγράφου. Ο Αλκιβιάδης πίστευε πως είχε από νωρίς τα σημάδια μιας ευαίσθητης ψυχής. Από εκείνες τις ψυχές που μπορούν να χωρέσουν μέσα τους τους ανθρώπους γύρω τους. Το πλατύ της χαμόγελο έβγαζε μια αθόρυβη αισιοδοξία και μια θετική ενέργεια που μεταδιδόταν στους άλλους. Είχε το ευλογημένο χάρισμα της δημιουργικότητας και μια φυσική ικανότητα στη μάθηση. Αγαπούσε το γράψιμο, αγαπούσε τα βιβλία, αγαπούσε τους κόσμους που ανοίγονταν μέσα από τις σελίδες τους. Χρόνια αργότερα, όταν συνάντησε το κείμενο της Rosemarie Urquico για το κορίτσι που διαβάζει, ένιωσε πως κάποια από εκείνα τα λόγια περιέγραφαν τη Μαρία. Γιατί ένα παιδί που διαβάζει δεν κουβαλά μόνο γνώσεις· κουβαλά φαντασία, όνειρα και αμέτρητους κόσμους μέσα του. Η Μαρία ξεχώριζε για τους ευγενικούς της τρόπους και την καλοσύνη της. Ήταν ήσυχο, πρόσχαρο και γλυκό κορίτσι. Θυμάται ακόμη τα μεγάλα μελαχρινά της μάτια. Κάποιες φορές είχαν μια παράξενη λάμψη, μια αστραφτερή αναλαμπή που σε έκανε δύσκολο να τα κοιτάξεις και να αποστρέψεις το βλέμμα. Κι όμως, εκείνο που την έκανε περισσότερο ξεχωριστή μέσα στην παρέα ήταν η φροντίδα με την οποία παρουσιαζόταν πάντα. Καθαρή, περιποιημένη, ποτέ ατημέλητη. Συχνά, ακόμη και την ώρα του παιχνιδιού, σταματούσε ξαφνικά και με τις παλάμες της ίσιωνε τα σγουρά μαλλιά της, που έλαμπαν στο φως. Ύστερα κοιτούσε γύρω της με εκείνη τη βαθιά μελαχρινή ματιά και χαμογελούσε. Ένα χαμόγελο γλυκό και ευαίσθητο, που αποκάλυπτε τα λευκά της δόντια και άφηνε στους άλλους μια αίσθηση χαράς.
Ο Δημήτρης.
Ευαίσθητη, εξευγενισμένη και χαρούμενη ψυχή, με μια παρουσία που έσφυζε από υγεία και ζωντάνια.
Παρότι προερχόταν από μεγαλοαστική οικογένεια, είχε καταφέρει να δημιουργήσει μια αληθινή, αμοιβαία φιλική σχέση με όλους τους συμμαθητές του. Δεν κρατούσε αποστάσεις, δεν ξεχώριζε τους ανθρώπους από την καταγωγή τους και γι’ αυτό έχαιρε της εκτίμησης και της αγάπης στις καθημερινές τους συντροφιές. Στο γαλήνιο πρόσωπό του τα φωτεινά μελιά μάτια του ξεχώριζαν. Όταν ήταν χαρούμενος έλαμπαν καθαρά, σαν να καθρέφτιζαν όλη την αισιοδοξία της ηλικίας του. Μα όταν κάτι δεν πήγαινε καλά, όταν μια δυσκολία στεκόταν μπροστά του, η λάμψη τους άλλαζε. Γίνονταν μεγαλύτερα, γεμάτα αγωνία, σαν τον ήλιο που ξαφνικά κρύβεται πίσω από βαριά σύννεφα. Ήταν από εκείνα τα παιδιά που ένιωθαν βαθιά τα πράγματα. Δεν προσπερνούσαν εύκολα τις μικρές απογοητεύσεις· τις κουβαλούσαν για λίγο μέσα τους, μέχρι να ξαναβρούν το χαμόγελό τους.
Ο Αλκιβιάδης σήμερα, χαράζοντας διαδρομή μέσα από το θολό τοπίο των αναμνήσεων, αισθάνεται πως έχει περάσει ακόμη μία πίστα ενηλικίωσης. Καθώς βολτάρει στη ζωή έχοντας συνοδοιπόρο τον χρόνο, καταλαβαίνει πως το χθες έγινε ιστορία, το αύριο παραμένει μυστήριο και το σήμερα είναι ένα δώρο — γι’ αυτό άλλωστε ονομάζεται παρόν. Φυλλομετρώντας τις σελίδες των παιδικών του χρόνων, η θύμησή τους ξαναβγαίνει μπροστά σαν νοσταλγία που κραδαίνει μια γιρλάντα χαράς. Και αυτός, ενήλικας πια, νιώθει πως βουτά ξανά τα δάχτυλα και την ψυχή του σε τόνους ζάχαρη άχνη, σε εκείνη τη γλυκιά γεύση της παιδικής αθωότητας που δεν ξεθωριάζει ποτέ ολοκληρωτικά. Ναι, έτσι ακριβώς!
Γιατί αυτή η συνειδητοποίηση είναι μια γλυκόπικρη στιγμή. Είναι εκείνο το αθόρυβο «κλικ» μέσα στο μυαλό, όταν αντιλαμβάνεσαι πως η ανεμελιά της νεότητας έχει δώσει τη θέση της στη γνώση, στην εμπειρία και στην ώριμη πραγματικότητα. Και τότε καταλαβαίνεις πως τα παιδικά χρόνια δεν χάθηκαν. Απλώς μετακόμισαν από τον κόσμο που ζούσες στον κόσμο που κουβαλάς μέσα σου.
Η συνέχεια στο...
Τα Πρώτα Χρόνια στο Αραπόρεμα!.....





'
.jpg)
Ωραίο, ανθρώπινο!
ΑπάντησηΔιαγραφή