........Ένα μικρο απόσπασμα από την «Ερωτική Μυθοπλασία Ι....Μέρος ΙΙ»«Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας του συγγραφέα. Τα ονόματα, οι χαρακτήρες, οι τοποθεσίες .... Βλέπε Μυθοπλασία Ι: (Part:2)
Ερωτική Μυθοπλασία Ι (Part..1).....Η Ναυσικά τελικά τα κατάφερε να είναι παρών στο ραντεβού τους! Η ανακούφιση και η χαρά που νιώθει η Ανδρομάχη ήταν απόλυτα δικαιολογημένες. Σε έναν κόσμο που οι ρυθμοί είναι συχνά εξαντλητικοί, το να μπορεί να βασίζεται σε μια φίλη σαν τη Ναυσικά της προσφέρει μια σπάνια αίσθηση ασφάλειας και σταθερότητας. Είναι σίγουρα μια στιγμή που ενδυναμώνει τον δεσμό τους και δημιουργεί μια ακόμη όμορφη ανάμνηση που θα τις κρατά κοντά. Είναι υπέροχο να νιώθει τέτοια αληθινή φιλία.
Παρασκευή ο Αλκιβιάδης από τα ξημερώματα, μεταφέρει τις δυο γυναίκες με το αυτοκίνητο τους στον τόπο συγκέντρωσης και αναχώρησης των εκδρομέων! Στον μεγάλο προαύλιο χώρο του μικρού Ιερού Ναού της ενορίας τους. Οι δυο γυναίκες μέχρι να συγκεντρωθεί όλο το γκρουπ των εκδρομέων παρέμειναν μέσα στο αυτοκίνητο. Ο Αλκιβιάδης κατέβηκε από το αυτοκίνητο να ξεμουδιάσει στην πρωινή δροσιά άφησε τις δυο γυναίκες να τα πούνε με την ησυχία τους και εισήλθε στον άπλετο προαύλιο χώρο του ναού. Μέσα στο αυτοκίνητο, το οποίο λειτουργεί σαν ένα προστατευμένο «καβούκι», οι δυο τους μπορούν να μιλήσουν ελεύθερα, να γελάσουν ή να μοιραστούν τα άγχη τους, χωρίς να ανησυχούν για αδιάκριτα βλέμματα. Η Ναυσικά της θυμίζει το τελευταίο τους τηλεφώνημα και περνάει αμέσως στην ουσία, με τη διαίσθηση που έχουν οι αληθινές φίλες, δεν αφήνει περιθώρια για υπεκφυγές. Ξέρει ότι η Ανδρομάχη δεν είναι από τις γυναίκες που αγχώνονται για ασήμαντα πράγματα, οπότε το ερώτημά της χτυπάει κατευθείαν στην καρδιά του θέματος.
«Όταν με πήρες τηλέφωνο και μιλήσαμε, σε άκουσα πολύ αγχωμένη. Κάτι έχει πάθει η κάτι της κάνανε.» Είπα. «Έχει συμβεί κάτι στο σπίτι; στα παιδιά;.» Τη ρωτάει μ' άμεσο και δραματικό τρόπο την ανησυχία της.
«Δόξα τω Θεώ είμαστε όλοι καλά.» Η απάντηση της Ανδρομάχης λειτουργεί σαν μια μικρή βαλβίδα αποσυμπίεσης για τη Ναυσικά. Η Ναυσικά, βλέποντας την Ανδρομάχη να διστάζει, πιθανότατα καταλαβαίνει ότι τώρα είναι η κρίσιμη στιγμή. Αν δεν της μιλήσει τώρα, μέσα στην προστατευμένη μοναξιά του αυτοκινήτου, ολόκληρη η εκδρομή θα είναι για την Ανδρομάχη μια μάσκα που θα πρέπει να φοράει.
«Με τον Αλκιβιάδη πως πάει, άλλαξε τίποτα;» Η Ναυσικά επιλέγει να «κόψει» τον γόρδιο δεσμό της αμηχανίας. Το όνομα του Αλκιβιάδη πέφτει ανάμεσά τους σαν πέτρα σε ακίνητα νερά, αλλάζοντας ακαριαία το κλίμα της κουβέντας.
Η Ανδρομάχη το βλέμμα της, που μέχρι πριν λίγο ήταν στραμμένο στο πουθενά, καρφώθηκε πάνω στη Ναυσικά. Δεν υπήρχε πια χώρος για υπεκφυγές, και το ήξερε. «Αν άλλαξε κάτι;» επανέλαβε η Ανδρομάχη με μια πικρή ειρωνεία στη φωνή της, ενώ τα χέρια της έσφιξαν το κυπελλάκι του καφέ μπροστά της. «Ναυσικά! Όχι, δεν άλλαξε τίποτα προς το καλύτερο. Ίσα-ίσα...»
Σώπασε για μια στιγμή το βλέμμα της, κοιτάζοντας έξω από το παράθυρο του αυτοκινήτου, σαν να φοβόταν ότι θα μπορούσαν να ακούσουν την εξομολόγηση της.
«Τον τελευταίο χρόνο είναι σαν να ζούμε σε παράλληλους κόσμους. Εκείνος στην εμμονή του, κι εγώ... εγώ απλώς προσπαθώ να κρατήσω τα προσχήματα! Αυτό είναι το θέμα που με απασχολεί έντονα αυτόν τον χρόνο. Δεν ξέρω πια τι άλλο να κάνω. Έχω κάνει τα πάντα! Έχει μια γυναίκα που για πάρτη της τραβάνε μαλακία όλα τα αρσενικά της γειτονιάς και όχι μόνο, και αυτός με πηδάει σαν να είμαστε παντρεμένοι τριάντα χρόνια! Άσε που τελευταία τον έχει απασχολήσει η νόσος των πουλερικών και φοβάται μη του ψοφήσει το πουλί που του' δώσε η φύση! Δεν το αντέχω άλλο. Στα υπόλοιπα είμαστε μια χαρά, με προσέχει, με αγαπάει, μου δίνει τα πάντα εκτός..». Η Ανδρομάχη ξεσπά με μια ωμή ειλικρίνεια που αποκαλύπτει όχι μόνο τη σεξουαλική της απογοήτευση, αλλά και το παράδοξο του χαρακτήρα του Αλκιβιάδη. από τη μία ο «τέλειος» σύντροφος στην καθημερινότητα, και από την άλλη ένας άντρας που έχει χάσει τη φλόγα του, κλεισμένος σε ανασφάλειες που η Ανδρομάχη αδυνατεί να κατανοήσει και να ανεχτεί πια.
Η Ναυσικά, ακούγοντας αυτή την κυνική αλλά και απελπισμένη εξομολόγηση της φιλενάδας της, μένει για λίγο άναυδη. Η αντίθεση ανάμεσα στην εικόνα της Ανδρομάχης μιας γυναίκας που μαγνητίζει, και στη στάση του Αλκιβιάδη, είναι για εκείνη η ρίζα του προβλήματος. «Το καταλαβαίνω το παράπονό σου. Είναι λογικό να νιώθεις έτσι. Όταν είσαι μια γυναίκα που ξέρει τι αξίζει και τι εκπέμπει, το να νιώθεις αόρατη μέσα στην κρεβατοκάμαρά σου από τον ίδιο σου τον άντρα, είναι χτύπημα στον εγωισμό. «Δεν σου προσφέρει σαν γυναίκα το μόνο πράγμα στη ζωή που προσφέρει ευτυχία και δεν χρειάζεται να το αγοράσεις ε;» την πρόλαβε η Ναυσικά πριν ολοκληρώσει τη πρότασή της η Ανδρομάχη
«Ακριβώς», απάντησε η Ανδρομάχη!, «Είναι το μόνο δωρεάν πράγμα που μας θυμίζει ότι είμαστε ζωντανοί, Ναυσικά. Και αντί για αυτό, έχω έναν άντρα που με κοιτάζει με ευγνωμοσύνη που φτιάχνω το φαγητό του και που προσέχω το σπίτι, αλλά δεν με κοιτάζει σαν γυναίκα. Με έχει κατατάξει στο ράφι με τα «ιερά και όσια» του. Με αγαπάει, ναι, σαν μητέρα των παιδιών του, σαν σύντροφο ζωής, σαν το λιμάνι του. Αλλά η φωτιά... η φωτιά έχει σβήσει από τη δική του πλευρά γιατί έχει πειστεί ότι δεν την αξίζει πια. Ή ίσως γιατί φοβάται μην καεί. Και εγώ; Εγώ τι πρέπει να κάνω; Να μαραζώσω περιμένοντας να ξεπεράσει τη «νόσο των πουλερικών» του;» Η Ανδρομάχη δεν κρατιέται πια. Η απογοήτευσή της έχει ξεπεράσει τα όρια της θλίψης και έχει μετατραπεί σε έναν εκρηκτικό θυμό. Το ότι είναι αντικείμενο πόθου για τον κοινωνικό τους περίγυρο, αλλά «αόρατη» για τον άντρα της την κάνει να νιώθει πως η καθημερινότητά της είναι μια προσβολή στη θηλυκότητα της.
«Λες και μπατάλεψα και δεν τον εμπνέω! Αλλά και πάλι σιγά τον ποιητή! Που του χρειάζεται κι έμπνευση! Δεν εμπνέεται ο κύριος, αλλά εμπνέονται όλοι οι κολλητοί του, που δεν είναι και τίποτα τυχαίοι. Δηλαδή πώς οι κολλητοί του εμπνέονται και κόβουν φλέβες για την πάρτη μου και δεν εμπνέεται ο κύριος Αλκιβιάδης; Ε; Όχι, να μου πεις. Υπάρχει ή δεν υπάρχει πρόβλημα; Τι κρίμα, είκοσι και πόντοι και να μη ξέρει τι να τους κάνει γαμώτο μου! Το χειρότερο συμβαίνει βέβαια, όταν η ωραία του κοιμωμένη ξυπνήσει. Μια που μπαίνει, μια που βγαίνει. Ο γυναικολόγος μου, περισσότερο ενδιαφέρον βρίσκει εκεί μέσα. Λες και φταίει ότι το έχει μπουχτίσει. Απορώ πώς έγινε έτσι. Απ΄ τη μεγάλη προσφορά τα πρώτα μας χρόνια, χόρτασε και έπεσε στη μελάτη αδιαφορία.»
«Ανδρομάχη», λέει η Ναυσικά, δείχνοντας με το βλέμμα της πως καταλαβαίνει απόλυτα το αδιέξοδο. «Όταν κάποιος έχει τα πάντα στο πιάτο του, σταματάει να πεινάει. Αλλά ο άνθρωπος δεν είναι μηχανή. Δεν μπορείς να τον έχεις σε αναμονή σαν παλιό έπιπλο, επειδή εκείνος αποφάσισε ότι η πείνα του καλύφθηκε πριν από δέκα χρόνια. Έχει μάθει ότι, κι αν κάνει, εσύ θα είσαι εκεί. Στο σπίτι, στο κρεβάτι, δίπλα του. Πώς να νιώσει την ανάγκη να σε κερδίσει ξανά, όταν ξέρει ότι το τρόπαιο είναι ήδη στη βιτρίνα του;» Κάνει μια παύση, αφήνοντας τη σκέψη να αιωρηθεί ανάμεσά τους. «Αν ο γυναικολόγος σου βρίσκει περισσότερο ενδιαφέρον εκεί μέσα, ίσως είναι γιατί εκείνος βλέπει αυτό που ο άντρας σου έχει θάψει κάτω από τη σκόνη της συνήθειας.» Η συζήτηση για τον Αλκιβιάδη της θυμίζει τα δικά της προσωπικά ναυάγια καθώς το μυαλό της τρέχει στους άντρες που πέρασαν από τη ζωή της. «Κοίτα με», συνεχίζει με μια δόση πικρού αυτοσαρκασμού. «Η συλλογή μου από «αποτυχημένους» κοντεύει να γεμίσει ολόκληρη βιτρίνα. Κάθε φορά νομίζω ότι βρήκα τον σωστό, και κάθε φορά καταλήγω να αναρωτιέμαι πώς είναι δυνατόν να υπάρχει τόση ανωριμότητα μαζεμένη σε ένα σώμα. Η μαλακία τους, όπως τη λες, είναι σαν τον ιό, μεταδίδεται, αλλά δεν θεραπεύεται».
«Ρε φιλενάδα έχεις σκεφτεί ποτέ το ενδεχόμενο ότι ελκύεις τους λάθος άντρες; Ότι έχεις το μαλακομαγνήτη που λέμε;» τη ρωτάει η Ανδρομάχη που δεν αφήνει τη Ναυσικά να ξεφύγει εύκολα. αλλάζοντας ξαφνικά τους ρόλους! Από την αποδέκτρια των συμβουλών, γίνεται η παρατηρήτρια της Ναυσικάς.
«Γιατί τίποτα δε μου πάει καλά εμένα με τις σχέσεις μου; Έχω πέντε χρόνια να δω άσπρη μέρα στα ερωτικά μου. Ο ένας γκόμενος μετά τον άλλο και πάλι είμαι μόνη μου. Τι είναι αυτό το πράγμα; Ποια κατάρα με δέρνει;»
«Α, κατάλαβα», λέει η Ανδρομάχη με ένα μισόκλειστο βλέμμα. «Δεν είναι ο μαλακομαγνήτης τελικά, Ναυσικά. Είναι το σύνδρομο του κυνηγού που έχασε το ενδιαφέρον του μόλις πήρε το τρόπαιο».»
Η Ναυσικά παίζει με το κυπελλάκι του καφέ, χωρίς να το κοιτάζει. «Είναι εξευτελιστικό, Ανδρομάχη. Κάθε φορά. Στην αρχή είναι οι υποσχέσεις, το βλέμμα, η ένταση... και μετά, μπαμ, εξαφάνιση. Σαν να μην υπήρξα ποτέ. Κι εγώ μένω εκεί να αναρωτιέμαι τι έκανα λάθος, τι δεν τους έδωσα, αν ήταν η εμφάνισή μου, αν ήταν η κουβέντα μου...»
Η Ανδρομάχη γνέφει αρνητικά, διακόπτοντας την. « Φταις στο ότι τους δίνεις το δικαίωμα να σε βάλουν σε αυτό το κουτί. Ξέρεις τι κάνουν; Σου δίνουν αυτό που θέλεις, την προσοχή, το πάθος, για να πετύχουν τον σκοπό τους. Μόλις το πάρουν, η δική τους ανασφάλεια χτυπάει κόκκινο. Πες μου όμως, όταν εξαφανίζονται... εσύ τι κάνεις; Τους κυνηγάς; Περιμένεις ένα μήνυμα που ξέρεις ότι δεν θα έρθει; Ή απλά τους αφήνεις να γίνουν «Λούης» και προχωράς στον επόμενο, για να μη μείνεις ούτε λεπτό με τον εαυτό σου και τη μοναξιά σου; Μ΄ αυτόν το τελευταίο το συνάδελφο στο υπουργείο που μου γνώρισες, που χάθηκε;»
«Καλό παιδί, μορφωμένος, εμφανίσιμος.»
«Και τι έγινε μ’αυτόν;»
«Να σου πω δεν πολυκατάλαβα. Τα είχαμε δυο μήνες και ξαφνικά σταμάτησε να επικοινωνεί μαζί μου. Όλο δικαιολογίες μου έβρισκε, μια η μάνα του ήταν άρρωστη και δεν μπορούσε να έρθει να με δει, μια είχε μίτινγκ ως αργά και δεν πρόλαβε να μου τηλεφωνήσει, ξέρεις τα γνωστά.»
«Και, τελικά αποφάσισε να διακόψετε;»
«Ποιος αυτός; Εγώ το αποφάσισα. Δεν είμαι εγώ για τέτοια. Να κάθομαι να περιμένω τον κάθε βλάκα να αποφασίσει αν του κάνω ή όχι. Να πάει να γαμηθεί ο μαλάκας…»
«Τελικά ρε Ναυσικά διέκοψες εσύ τη σχέση. Και ποιο είναι το παράπονό σου τώρα;»
«Το παράπονό μου είναι γιατί να έχω τη μια σχέση μετά την άλλη και να μη στεριώνω με κανένα. Γιατί να μη με βλέπει κανείς σοβαρά και να αποκτήσω κι εγώ κάτι σοβαρό. Καλύτερες είναι οι άλλες που το πετυχαίνουν;»
«Αφού, γλυκιά μου φιλενάδα, εσύ του έδωσες τα παπούτσια στο χέρι.»
«Μα, αυτός αποτραβήχτηκε.»
«Για να σκεφτεί ίσως, ή πραγματικά είχε δουλειές και ένιωθε πως σ’αυτό το σημείο της σχέσης σας εσύ θα μπορούσες να τον κατανοήσεις.».
«Δε μου αρέσει καθόλου που τον δικαιολογείς. Τέλος πάντων, αυτά είναι τα δικά μου και μη χειρότερα αλλά ξέχνα τα για την ώρα τα λέμε αργότερα. Πες μου εσύ! Στο τηλέφωνο μου είπες ότι μ' έχεις ανάγκη έτσι δεν είναι; Γι αυτό δεν είμαι εδώ; Πες μου λοιπόν τα δικά σου. Κάτι έχει αλλάξει επάνω σου, σαν να λάμπεις. Μήπως είναι αυτό που υποψιάζομαι;»
«Είμαι γεμάτη γλύκα που σε βλέπω μετά από καιρό και χαρούμενη και γελαστή!»
«Άσε τα σάπια, μωρέ! Μεταξύ μας είμαστε! Το ξέρω καλά, από τα σχολικά μας χρόνια πως κάθε φορά που με γαλιφιές με καλοπιάνεις, και με γλυκόφιλα με πλησιάζεις, κάτι θες, κάτι γυρεύεις.»
«Φιλενάδα με προσβάλλεις.»
«Είσαι μια μουσίτσα εσύ! Λέγε βρε μαλαγάνα, μίλα, πες μου τι θες! Ανησυχώ! Εσύ κάτι μαγειρεύεις! Λέγε... πες τα όλα.»
«Εγώ...» ξεκίνησε διστακτικά η Ανδρομάχη. «Εγώ κάτι βρήκα, η μάλλον, για την ακρίβεια δω και τρεις μήνες έχω βρει ότι ήθελα πάντα! Θα ήθελα πολύ να μου τα έδινε όλα αυτά ο Αλκιβιάδης ώστε να μη χρειαζόταν να τα αναζητήσω αλλού. Ή τουλάχιστον έτσι πιστεύω για να ελαφρύνω την συνείδησή μου και να αισθανθώ λιγότερο «ένοχη» και «ελαφριά.» της απάντησε τελικά κοιτώντας την χαμογελαστή.
Η Ναυσικά κοίταξε την φίλη της κατάματα περιμένοντας ανυπόμονα την συνέχεια.
«Χα χα χα! Το φαντάστηκα, σουπιά! Πες τα όλα…»
«Είναι πολλά μαζεμένα! Θες να τ’ ακούσεις όλα;»
«Και να μη θέλω, θα τα πεις εσύ! Γι αυτό δε με κάλεσες; Αρχίνα επιτέλους!»
«Θα σου πω! Εμείς τα λέμε όλα μεταξύ μας… Ψέματα; »
«Έλα ρε! Λοιπόν!... Πες μου, θα σκάσω από τη περιέργεια… Πως, που, πότε, ποιος. Και όχι απαραίτητα με αυτή τη σειρά! Για να μιλάς εσύ έτσι για άντρα πρέπει να είναι κάτι πολύ σπέσιαλ. Θέλω να μάθω λεπτομέρειες. Που το κάνατε; Πηδάει καλά, τα δίνει όλα στο κρεβάτι; Πόσο τον έχει, τι δουλειά κάνει, τι αυτοκίνητο έχει. Είναι αναγνωρίσιμος; Πότε θα τον γνωρίσω. Τι...» Οι ερωτήσεις της Ναυσικάς έπεφταν σε τέτοιο καταιγιστικό ρυθμό, που η Ανδρομάχη αναγκάστηκε να της κλείσει το στόμα με το χέρι της.
«Σιγά βρε φιλενάδα, μία μία τις ερωτήσεις.»
Η τελευταία ερώτηση της Ναυσικάς, χάθηκε μέσα στην ντελικάτη παλάμη της φίλης και ψυχολόγου της. «Τον ξέρω;»
Η Ανδρομάχη ξέσπασε σε γέλια. «Ναι...Μπορείς να το πεις και έτσι! Πολύ καλά μάλιστα! Θα τον δεις όπου να' ναι και επειδή το μυαλό σου κόβει σαν ξουράφι πιστεύω θα μου πεις έτσι και αλλιώς πως είναι ο φίλος μου. Έρχεται σε λίγο, θα είναι μαζί μας στην εκδρομή.» Συμπλήρωσε και ήπιε μια γουλιά από τον πρωινό καφέ της.
«Αμάν! Τι; Γιατί, τι δουλειά κάνει και έρχεται μαζί μας;» Απόρησε η Ναυσικά.
«Θα δεις!» Της λέει η Ανδρομάχη και δεν είπε τίποτα άλλο αφήνοντας μια αίσθηση μυστηρίου.
Ένα αυτοκίνητο στάθμευσε δίπλα τους και από τη θέση του συνοδηγού κατέβηκε ο ιερέας. Οι δυο φιλενάδες αντιλαμβανόμενες την παρουσία του ιερέα διέκοψαν απότομα τη συζήτηση και εξήλθαν από το αυτοκίνητο, την ίδια στιγμή το αυτοκίνητο που έφερε τον ιερέα αναχώρησε και έμειναν οι δυο γυναίκες με το ιερέα..
«Καλημέρα σας κυρίες μου!» τους είπε χαρούμενα. «Χαιρετίζω την παρέα με τα ποιο όμορφα κορίτσια της ενορίας μας.! Γιατί έτσι μονάχες μακριά από το γκρουπ!»
Η Ναυσικά, με μια κίνηση που πρόδιδε την ακαριαία μετάβαση σε ρόλο «κυρίας», ίσιωσε το κορμί της και πρόσφερε ένα από τα πιο φωτεινά της χαμόγελα. «Καλημέρα στον αξιαγάπητο αιδεσιμότατο μας», είπε με μια χροιά σεβασμού που λίγο πριν, στην κουβέντα για τους «Λούηδες», θα φάνταζε απίθανη.
«Καλημέρα και σε σένα, πάτερ», είπε η Ανδρομάχη, αφήνοντας τις λέξεις να γλιστρήσουν αργά, με μια υποδόρια βραχνάδα που δεν άφηνε περιθώρια για παρερμηνείες. Το χαμόγελο της Ανδρομάχης δεν ήταν μόνο υπονοούμενο· ήταν ένα «γάντι» που πετούσε στα πόδια του, μια υπενθύμιση των κρυφών στιγμών τους πίσω από τις κλειστές πόρτες του ιερού, εκεί όπου τα ράσα δεν είχαν καμία σημασία. Τα μάτια του συναντήθηκαν με τα δικά της ενώ το μυαλό του, όπως μαρτυρούσε η αντίδρασή του, βρισκόταν σε πολύ πιο γήινα μονοπάτια.
Η Ναυσικά, που δεν είχε αντιληφθεί την ένταση από τα βλέμματα τους, συνέχισε με την τυπική ευγένεια: «Ευλογείτε, πατέρα. Μας βρίσκετε σε μια στιγμή περισυλλογής, αν και όπως βλέπετε, η Ανδρομάχη είναι μάλλον πιο χαρούμενη από μένα σήμερα».
Η Ανδρομάχη δεν πήρε τα μάτια της από τον ιερέα, απολαμβάνοντας τη στιγμιαία αμηχανία του. «Η χαρά είναι κατάσταση του πνεύματος, Ναυσικά μου», απάντησε η Ανδρομάχη, «και ο αιδεσιμότατος ξέρει καλύτερα από τον καθένα πώς να μας φέρνει σε αυτή την κατάσταση»
Του ιερέα το χαμόγελό του, εκείνο το πονηρό, σχεδόν αμαρτωλό μειδίαμα, είναι η έγγραφη επιβεβαίωση της αποδοχής του. Το «μήνυμα εστάλη και ελήφθη» με απόλυτη ακρίβεια. Η Ανδρομάχη νιώθει το αίμα να κυλά πιο γρήγορα στις φλέβες της σε μια αναζωογονητική, επικίνδυνη αδρεναλίνη. Ξέρει ότι ο κίνδυνος είναι μέρος της απόλαυσης. Ο ιερέας, διατηρώντας το βλέμμα του καρφωμένο πάνω της για ένα δευτερόλεπτο παραπάνω από όσο επιβάλλει η κοινωνική ευπρέπεια, στρέφεται προς τη Ναυσικά. «Η χαρά, όπως πολύ σωστά είπες, αγαπητή μου Ανδρομάχη, είναι ένα δώρο που απαιτεί... αφοσίωση. Και μερικές φορές, η αναζήτηση της μας οδηγεί σε μονοπάτια που μόνο η καρδιά μπορεί να εξηγήσει.» Η ένταση ανάμεσα στον ιερέα και την Ανδρομάχη είναι πλέον απτή. Για τον ιερέα, η Ανδρομάχη δεν είναι απλώς μια ενορίτισσα, είναι το ηφαίστειο που απειλεί να καταπιεί τον κόσμο που έχει χτίσει γύρω του. Όσο πιο πολύ προσπαθεί να διατηρήσει την αυστηρότητα του σχήματός του, τόσο πιο επιτακτική γίνεται η ανάγκη του να εκραγεί μέσα στην αγκαλιά της. Κάθε λέξη του ιερέα, αν και φαινομενικά αθώα για όποιον τρίτο ακούει, για την Ανδρομάχη είναι μια υπόσχεση γεμάτη σαρκική ένταση. Εκείνος, νιώθοντας το βλέμμα της να τον «γδύνει», νιώθει τις απωθημένες του επιθυμίες, που χρόνια ολόκληρα θάβονταν κάτω από προσευχές και καθήκοντα, να ζητούν επιτακτικά τη λύτρωση τους. Ο ιερέας στο βλέμμα του προδίδει την απόλυτη υποταγή του στη φωτιά που εκείνη του έχει ανάψει. Δεν είναι πια η ιερατική ιδιότητα που τον ορίζει, αλλά η πρωτόγονη, ανικανοποίητη σεξουαλική ορμή που βρήκε επιτέλους το λιμάνι της.
Στο όλο θέαμα των δυο εραστών, το σοκ της Ναυσικάς ήταν εμφανές! Πνίγηκε από τον καφέ της! Με τα μάτια δακρυσμένα από τον καφέ και την έκπληξη, έμοιαζε να μην μπορεί να πιστέψει αυτό που «διάβασε» στα μάτια τους πριν από λίγο. Για μια στιγμή η Ναυσικά αναρωτιέται αν όντως είδε αυτό που είδε, ή αν το μυαλό της, φορτισμένο από τα δικά της προσωπικά ναυάγια, την πρόδωσε.
Ο ιερέας, με μια φωνή σταθερή και απόλυτα επαγγελματική, σπάει τη σιωπή. «Σας τάραξα, τέκνο μου; Προφανώς ο καφές ήταν πολύ καυτός. Ας μη σας απασχολώ άλλο με τη συζήτησή σας». Η Ανδρομάχη, από την πλευρά της, δεν υποκρίνεται με την ίδια ευκολία. Στέκεται εκεί, με το βλέμμα της να καίει ακόμα, αγνοώντας επιδεικτικά τη μεταμόρφωση του ιερέα.
«Όχι... δεν είναι τίποτα», ψελλίζει η Ναυσικά, με τη φωνή της να τρέμει ελαφρά. «Απλώς... αιφνιδιάστηκα».
«Το «Ω Θεέ μου...» της Ναυσικάς δεν ήταν προσευχή! Η πραγματικότητα που είχε στο μυαλό της για τον ιερέα και την Ανδρομάχη μόλις είχε διαλυθεί, αφήνοντας πίσω της μόνο τα συντρίμμια της αθωότητας. Η Ανδρομάχη με απόλυτη ψυχραιμία, σχεδόν προκλητική, διατηρεί την έκφρασή της. Το βλέμμα της «κλειδώνει» αυτό της Ναυσικάς. Δεν ντρέπεται, δεν προσπαθεί να δικαιολογηθεί. Αντιθέτως, η «ηδονική αγκαλιά» που ανυπομονούσε να ζήσει, φαίνεται να της δίνει μια νέα, επικίνδυνη αυτοπεποίθηση. Το χαμόγελό της δεν είναι ένα αμήχανο χαμόγελο συγγνώμης, ούτε ένα χαμόγελο που προσπαθεί να κρύψει το παράπτωμα. Είναι ένα χαμόγελο θριάμβου. Ένα χαμόγελο που δηλώνει ξεκάθαρα. «Ναι, το είδες. Ναι, συμβαίνει.»
Μόλις απομακρύνθηκε ο ιερέας, η ατμόσφαιρα γύρω τους, έμοιαζε ακόμα φορτισμένη! Η Ανδρομάχη δεν προσπάθησε καν να το αρνηθεί. Δεν υπήρχε πια λόγος.
«Ο παπάς;» επανέλαβε η Ναυσικά, με τη φωνή της να βγαίνει περισσότερο σαν ψίθυρος έκπληξης παρά σαν ερώτηση. «Ρε συ, Ανδρομάχη, ο παπάς! Αυτός είναι ο εραστής που ψάχνεις;»
Η Ανδρομάχη γύρισε αργά προς τη Ναυσικά. Το χαμόγελό της, που πριν ήταν απευθυνόμενο στον ιερέα, είχε πλέον μεταμορφωθεί σε κάτι πιο οικείο, σχεδόν παιχνιδιάρικο, αλλά με μια υποβόσκουσα σοβαρότητα που δεν άφηνε περιθώρια αμφισβήτησης.
«Εραστής;» επανέλαβε η Ανδρομάχη, αφήνοντας μια ελαφριά, μελωδική νότα γέλιου να ξεφύγει, η οποία έκανε την Ναυσικά να νιώσει ακόμα πιο παράταιρη μέσα στην κατάσταση.
Της Ανδρομάχης το χαμόγελό της ήταν γεμάτο με μια παράξενη ικανοποίηση. «Και τι περίμενες, Ναυσικά; Να βρω έναν ακόμα «αποτυχημένο» από τη συλλογή σου; Να βρω κάποιον που θα με κοιτάζει με την ίδια αδιαφορία που με κοιτάζει ο Αλκιβιάδης;»
«Ο »παπάς», Ναυσικά, είναι απλώς ένας άνθρωπος που έπρεπε να μάθει πώς να ξεφορτώνεται το βάρος του ουρανού για να αναπνεύσει για λίγο στη γη», είπε χαμηλόφωνα, σχεδόν συνωμοτικά. «Και πίστεψε με, η δίψα του για εκείνο που απαγορεύεται είναι πολύ πιο δυνατή από οποιαδήποτε προσευχή του. Δεν είναι απλώς ο εραστής που έψαχνα, είναι το παιχνίδι που κατέληξε να με έχει ανάγκη».
Ανδρομάχη δεν ήταν πια η Ανδρομάχη που ήξερε. Σήμερα η φιλενάδα της ήταν σαν μια δεκαεφτάχρονη σε σχολική εκδρομή που απολάμβανε το παιχνίδι της φωτιάς, χωρίς να την ενδιαφέρουν οι συνέπειες.
Η Ναυσικά ενώ πίστευε ότι η Ανδρομάχη με τον Αλκιβιάδη είναι ένα ευτυχισμένο ζευγάρι, ξαφνικά ανακαλύπτει ότι η καλύτερή της φίλη έχει ξεκινήσει μια εξωσυζυγική σχέση εδώ και μερικούς μήνες και μάλιστα με κάποιον πολύ γνωστό του Αλκιβιάδη. Η Ναυσικά δεν είναι πλέον απλώς μάρτυρας μιας «απαγορευμένης» σχέσης της φιλενάδας της με τον ιερέα, αλλά ένας άνθρωπος που κρατά στα χέρια του ένα μυστικό που μπορεί να διαλύσει ζωές. Η γνώση ότι ο «τρίτος» είναι κάποιος πολύ γνωστός του Αλκιβιάδη προσδίδει στην απιστία της Ανδρομάχης μια πιο σκοτεινή χροιά, δεν πρόκειται μόνο για μια εξωσυζυγική περιπέτεια, αλλά για μια προδοσία σε πολλαπλά επίπεδα. Γι αυτό η φίλη της δεν της το εκμυστηρεύτηκε στο τηλέφωνο αλλά είχε αφήσει επίτηδες αδιευκρίνιστη την ερωτική σχέση της στην τελευταία τους συνομιλία. Η αποκάλυψη αυτή, ότι η Ανδρομάχη τη χειρίστηκε αφήνοντας επίτηδες κενά στις προηγούμενες συνομιλίες τους για να την προετοιμάσει, για να έχει έναν σύμμαχο, η Ναυσικά, αντί να νιώθει προδομένη νιώθει συνένοχη. Η επιλογή της να γίνει υποστηρικτική και να ακούσει τις «λεπτομέρειες» δείχνει ότι η φιλία τους είναι πιο ισχυρή από τις ηθικές αρχές της και, κατά βάθος, η ίδια γοητεύεται από τον κίνδυνο που ζει η Ανδρομάχη. Τελικά η Ναυσικά επ' αυτού δεν χρειάστηκε περαιτέρω εξηγήσεις. Η συνειδητοποίηση αυτή την χτύπησε σαν κεραυνός, αλλά ταυτόχρονα το σκηνικό ξεκαθάρισε μέσα της. Δεν ήταν πια απλώς μια «εξωσυζυγική σχέση» της φιλενάδας της, ήταν μια οριακή στιγμή υπέρβασης.
Καθώς περπατούσαν προς το υπόλοιπο γκρουπ, το βλέμμα της Ναυσικάς στην Ανδρομάχη άλλαξε. Δεν έβλεπε πια μια γυναίκα που «απατά» το σύζυγο της, αλλά μια γυναίκα που, που μετά από χρόνια συμβατικής ζωής, είχε σπάσει τα δεσμά της, ακόμη κι αν το κόστος ήταν η ίδια η ηθική της υπόσταση.
Το γεγονός ότι ο Αλκιβιάδης ήταν ο μοναδικός άντρας στη ζωή της μέχρι τώρα, έδινε σε αυτή την κίνηση μια σχεδόν επαναστατική διάσταση. Η Ανδρομάχη δεν έκανε απλώς ένα παράπτωμα· επαναπροσδιόριζε την ίδια της την ταυτότητα, αφήνοντας πίσω της την ασφάλεια του «κοριτσιού του Αλκιβιάδη». Η Ναυσικά, ως μοναδική κοινωνός αυτής της αλλαγής, ένιωσε το βάρος της εμπιστοσύνης. Αντιλήφθηκε ότι η Ανδρομάχη δεν ζητούσε συγχώρεση, αλλά επιβεβαίωση. Χρειαζόταν κάποιον να δει αυτή την «πρώτη φορά» της, όχι ως απιστία, αλλά ως μια πράξη προσωπικής απελευθέρωσης, όσο κι αν αυτό ακουγόταν παράδοξο. Η Ναυσικά την κοίταξε και κατάλαβε. Το βλέμμα της Ανδρομάχης δεν ήταν πια το βλέμμα μιας γυναίκας που κρύβεται, αλλά το βλέμμα κάποιου που μόλις είχε διασχίσει τον Ρουβίκωνα. Η αθωότητα της είχε χαθεί, αλλά στη θέση της είχε γεννηθεί μια επικίνδυνη, λαμπερή δύναμη. Η Ναυσικά ένιωσε ένα δέος για την ευκολία με την οποία η φίλη είχε ανακαλύψει τον εαυτό της στην αγκαλιά ενός άλλου.» Ήταν σίγουρα πολύ δύσκολη η απόφαση να καταλήξει με τον ιερέα στο κρεβάτι της αμαρτίας, όμως από τη στιγμή που το έκανε και πέρασε ένα όριο πλέον δεν τη βλέπει να έχει τύψεις. Η Ανδρομάχη δεν βρίσκεται πλέον σε μια κατάσταση «απώλειας ελέγχου», αλλά σε μια κατάσταση συνειδητής επιλογής. Απεναντίας καταλαβαίνει ότι η Ανδρομάχη, δεν βρίσκεται σε μια απλή «στραβοτιμονιά» της ζωής τη;, αλλά σε μια ολική επαναφορά της θερμής θηλυκότητας της. Της φαντάζει εντυπωσιακό το γεγονός ότι ο ιερέας, ένας άνθρωπος της πνευματικότητας, αποδείχθηκε για τη φιλενάδα της το κατάλληλο πρόσωπο για να καλύψει αυτό το σεξουαλικό της κενό που αναζητούσε. Προφανώς, η εξωσυζυγική της σχέση με τον ιερέα βασιζόταν σ' έναν συνδυασμό πνευματικής διέγερσης και ερωτικού πάθους που ο Αλκιβιάδης αδυνατούσε να της προσφέρει. Η συνύπαρξη αυτών των στοιχείων συχνά δημιουργεί ένα «εκρηκτικό» μείγμα που επισκιάζει τη ρουτίνα ενός γάμου. Αυτός ο συνδυασμός ήταν ακριβώς που καθιστούσε τον ιερέα τόσο επικίνδυνο και ακαταμάχητο για την Ανδρομάχη. Δεν είναι ένας απλός εραστής, ήταν ένας «κυρίαρχος» που έπαιζε σε δύο ταμπλό. Το πνευματικό, όπου διαθέτει τη γνώση και τη ρητορική για να τη γοητεύσει εγκεφαλικά, και το σαρκικό, όπου η καταπιεσμένη ορμή του ράσου μετατρέπεται σε μια έκρηξη αχαλίνωτου σεξουαλικού πάθους. Για μια γυναίκα σαν την Ανδρομάχη, που διψούσε για επιβεβαίωση, αυτή η διπλή ιδιότητα του ιερέα λειτουργούσε σαν μαγνήτης. Δεν ήταν μια απλή κατάκτηση, ήταν η μούσα του ιερέα. Η «Καύλα του», η ωμή, πρωτόγονη δύναμη που λείπει από τη συμβατική της ζωή με τον Αλκιβιάδη. Η Ανδρομάχη δεν είχε βρει απλώς έναν εραστή είχε βρει έναν άνδρα που μπορούσε να την ικανοποιήσει ολοκληρωτικά, στα άκρα της πνευματικής και σωματικής της ύπαρξης. Η Ανδρομάχη δεν έμοιαζε πια με τη φίλη της που ζούσε στη σκιά ενός γάμου, αλλά με μια γυναίκα που είχε πάρει τη ζωή της στα χέρια της και την απολαμβάνει με πάθος με το «ρασοφόρο γαμιά της», όπως τον αποκαλούσε πλέον μέσα της η Ναυσικά.
«Άλλη μια παντρεμένη γυναίκα που έχει δημιουργήσει εξωσυζυγική σχέση. Το κέρατο πάει σύννεφο στην ενορία μας!» Σκέφτηκε η Ναυσικά. Η σκέψη της Ναυσικάς αποτυπώνει με κυνισμό την ωμή πραγματικότητα που μόλις αντίκρισε. Η εικόνα της «ενορίας» που υποτίθεται πως είναι το προπύργιο της ηθικής, να μετατρέπεται σε ένα σκηνικό όπου το «κέρατο πάει σύννεφο», προσδίδει στην όλη ιστορία μια διάσταση μαύρης κωμωδίας. Η Ναυσικά συνειδητοποιεί ότι η Ανδρομάχη δεν είναι η μόνη, αλλά ίσως ένα κομμάτι ενός ευρύτερου, «αόρατου» δικτύου παθών που κρύβεται πίσω από τα ράσα και τις κλειστές πόρτες.
«Γίναμε πολύ πολιτισμένοι ξαφνικά; Δεν είμαι σίγουρη αν όλα αυτά γίνονταν πάντα κι απλώς δεν το είχα προσέξει ή αν τελευταία έχουμε παραχαλαρώσει στο σεξουαλικό θέμα. Εντάξει, το καταλαβαίνω, έχει ορμές η φιλενάδα μου όμως που σταματάνε οι δικές της ανάγκες και προτεραιότητες κι να αρχίζει να σκέφτεται και λίγο το μαλάκα που κάθεται στο σπίτι και την περιμένει; Ο Αλκιβιάδης νάτος εκεί, να χαμογελάει ανυποψίαστος, και η Ανδρομάχη εδώ δίπλα της να μετράει τις ώρες μέχρι την επόμενη σεξουαλική επαφή της με τον ιερέα, σαν να μην συμβαίνει τίποτα.Και να ‘ταν το μόνο περιστατικό, κάθε τρεις και λίγο ακούω για φιλικά ζευγάρια που χωρίζουν γιατί ανακαλύπτουν απιστίες του συντρόφου τους και για άλλα που δε χωρίζουν ακόμη γιατί δεν το έχουν επιβεβαιώσει προς το παρόν. Η Ναυσικά παρατηρεί κάτι που όλοι υποψιάζονται αλλά κανείς δεν ομολογεί. Το να «κυκλοφορείς το κέρατο» έχει πάψει να είναι ντροπή. Έχει γίνει, για κάποιους, ένα είδος status symbol, μια απόδειξη ότι «ζεις» και δεν συμβιβάζεσαι με τα στενά όρια της οικογενειακής εστίας. Αυτό που την ενοχλεί περισσότερο είναι ο «πολιτισμός» που επικαλούνται. Μια ανούσια ευγένεια που καλύπτει την εξαπάτηση. Όσο το ζευγάρι διατηρεί τις προσχήματα στις δημόσιες εμφανίσεις, όλα θεωρούνται «αποδεκτά»
....«Τι βλέπω! Και ο αξιαγάπητος ιερέας μαζί σας; Ποιος τη χάρη σας ευλογημένες μου κυρίες.» Λέει με στόμφο ο Αλκιβιάδης που τις πλησίασε.
«Θα έρθει μέχρι Θεσσαλονίκη μαζί μας, στη συνέχεια θα αναχωρήσει για Άγιο Όρος.» Τον πληροφορεί η Ναυσικά που είχε μάθει πλέον τα καυτά νέα από την Ανδρομάχη.
«Και τι μαθαίνω! Σύντομα μας αφήνει οριστικά ο αξιολάτρευτος ρασοφόρος μας! Πάει πατριαρχείο λένε;» Τις ρωτάει πάλι ο Αλκιβιάδης.«Έτσι ακούγεται.» Άκουσε θλιμμένα την Ανδρομάχη του να επιβεβαιώνει την ερώτηση του. Στην απάντηση της Ανδρομάχης, ένα «θλιμμένο» επιβεβαιωτικό νεύμα, η Ναυσικά ένιωσε πως «θλίψη» της φίλης της δεν ήταν για την αποχώρηση του ιερέα, αλλά για τον αποχωρισμό τους, για το τέλος της καθημερινής τους «ιερόσυλης» επαφής. Ήταν μια θλίψη που ο Αλκιβιάδης ερμήνευσε ως «ευσεβή σεβασμό» προς το πρόσωπο του ιερέα, ενώ η Ναυσικά ήξερε πως ήταν νοσταλγία για το κρεβάτι.
Δηλαδη θα τον δούμε σύντομα και Έξαρχο;» Πετάει την ατάκα του ο Αλκιβιαδης.
Ο ιερέας που προστέθηκε στην παρέα χαμογέλασε χωρίς να απαντήσει. Ο ιερέας ήξερε ότι ο Αλκιβιάδης τον «ανεβάζει» σε αξιώματα, ενώ ο ίδιος, με την πρώτη ευκαιρία, «κατέβαινε» στο κρεβάτι με τη γυναίκα του. .
Κατά την διάρκεια προετοιμασίας της αναχώρησης του εκδρομικού γκρουπ ο Αλκιβιάδης είχε μια πολύ εγκάρδια επαφή και συνομιλία στο πόδι με τον ιερέα.
Άλλωστε γι αυτό το λόγο είμαι εδώ, να σε κάνω να νιώθεις ασφαλής… σύμμαχος… τείχος προστασίας.!» Της λέει πουτανιάρικα και φλυαρώντας αναχώρησαν προς το πάρκινγκ του ξενοδοχείου όπου τις ανέμενε η εξαδέλφη της Ναυσικάς.
«Αλήθεια δεν μας είπες σε ποιο ξενοδοχείο σε αφήνουμε;» Τη ρώτησε η Ναυσικά.
Η Ανδρομάχη τους είπε το ξενοδοχείο, ένα πεντάστερο πολυτελές ξενοδοχείο στο κέντρο της πόλις.
«Βέβαια η αλήθεια είναι ότι σε παρόμοιες περιπτώσεις ζητάει το κάτι παραπάνω απ' τη ζωή η φιλενάδα μας….. Τέτοια κορμάρα για γαμήσι, θέλει πεντάστερη σουίτα το μουνί μας.... ε;» την πειράζει γελώντας η Ναυσικά.
Μπορούσες να διακρίνεις στο πρόσωπο της τη χαλάρωση και τη σχεδόν ονειρική αύρα του πάθους, ευρισκόμενη σε ερωτικό οίστρο με την καύλα να πυρώνει συνέχεια το κορμί της και να υγραίνει το μουνί της.
«Εσύ τι λες! Ν’ αφήσουμε το γάμο και να πάμε για πουρνάρια…. Ε όχι!...... Ο χορός και το γαμήσι είναι της γυναικός η φύση. Γλυκιά μου φιλενάδα μη μασάς. Όντας Θηλυκό κάτι ξέρεις και εσύ από ερωτικά στριπτήζ αν δεν κάνω λάθος». Συμπλήρωσε, επίσης με χαδιάρικη διάθεση ...και υπονοούμενα!
Πριν αφήσει την Ανδρομάχη στο ξενοδοχείο, η Ναυσικά την κοίταξε κατάματα χαμογελώντας όλο υπονοούμενα και κλείνοντας της το μάτι της ψιθύρισε χαδιάρικα. «Εσύ έχεις ανώτερα χαρίσματα....Μιλάμε για τη γκόμενα! είσαι θεά! Μωρό μου απόψε θα καυλώσεις τον ανδρικό πληθυσμό στο ξενοδοχείο. Όλα τα ανδρικά βλέμματα θα είναι καρφωμένα πάνω σου. Φιλιάα!.»
Αυτή χαμογέλασε έσκυψε τη φίλησε απαλά στο μάγουλο και τη ρώτησε.
«Μήπως είμαι ντυμένη σαν βίζιτα;»
«Είσαι ντυμένη super, σαν βίζιτα όμως όχι. Καληνύχτα, να περάσεις ωραία φιλενάδα μου.» Της απάντησε.
Ένα ζευγάρι γόβες ανεβαίνουν τα σκαλοπάτια του ξενοδοχείου. Η γυναίκα πρόκειται να συναντήσει έναν εραστή για τον οποίο δεν κρατιέται, ήδη τον οσμίζεται από τις σκάλες κι αυτός, πίσω από την πόρτα, ίσως ακούει την ηχητική μπάντα των βηματισμών από στιλέτο. Η στύση του σκληραίνει.
Ήταν χάρμα οφθαλμών να τη βλέπει κανείς. Η γοητεία της, έκανε τα κεφάλια πολλών αντρών να γυρνούν στο πέρασμα της. Τα μάτια τους πρώτα έπεφταν στις καλλίγραμμες γάμπες, που ξεπρόβαλαν κάτω από τη φούστα. ύστερα τα βλέμματα ανέβαιναν στον στρογγυλό και πεταχτό πισινό της, ο οποίος ασφυκτιούσε μέσα στη στενή φούστα. Τα καστανόξανθα σγουρά μαλλιά έπεφταν ανέμελα και χάιδευαν τους ώμους και την πλάτη της. Αν ήταν τυχεροί και κατάφερναν να τη δουν κι από μπροστά, είχαν την χαρά να απολαύσουν ένα μεγάλο και ζουμερό στήθος να προβάλει λαχταριστό μέσα από τη μπλούζα της. Διασχίζοντας την είσοδο δεν έδινε σημασία στα ξένα βλέμματα. Ούτε που τα πρόσεχε.
Έφτασε έξω απ' τη σουίτα του ξενοδοχείου και σαν εικοσάχρονο κοριτσάκι, περίμενε να αντικρίσει τον έρωτας της. Αυτή την φορά, είχε αφήσει τον πόθο της και την καύλα της να την κατευθύνει και ότι ήταν να γίνει ας γίνει. Ο ιερέας είχε καταφτάσει πρώτος ντυμένος με το τζιν παντελόνι του και το λευκό Μάο πουκάμισο του όπως τότε στην πρώτη ερωτική φωλιά τους. Φορούσε τραγιάσκα κρύβοντας τα πλούσια μαλλιά του και κατάμαυρα γυαλιά Ήλιου ήταν δύσκολο να τον αναγνώρισης. Μπήκε στο δωμάτιο τους και την περίμενε.
Με το που μπαίνει μέσα χίμηξε επάνω του. «Δεν άντεχα άλλο να περιμένω.» Του είπε κι ένιωσε να παίρνουν φωτιά τα σωθικά της, με το κιλοτάκι της να έχει πλημμυρίσει εντελώς.
«Ούτε εγώ άντεχα άλλο.» Της είπε και την έχωσε πάλι στην αγκαλιά του.
Έμειναν αγκαλιασμένοι, χαμένοι στην ερωτική τους σιωπή ή μέσα στα όμορφα λόγια και στα φιλιά τους, που μπορεί τώρα να μην είναι παθιασμένα αλλά γλυκά και ερωτικά. Πέρασαν ένα βράδυ γεμάτο πάθος, με πολύ έντονα ερωτικά παιχνίδια και αχαλίνωτο σεξ!
...Ξημέρωσε το πρωί του Σαββάτου. Πρώτος ξύπνησε ο Ιερέας και όταν η Ανδρομάχη άνοιξε τα μάτια της έδωσε το πιο γλυκό του χαμόγελο κλείνοντας της το μάτι. Εκείνη χαμογέλασε μ' ευχαρίστηση. ... και για κάμποση ώρα είχε κουρνιάσει στην αγκαλιά του, είχε «ανάγκη» το χουζούρεμα στην αγκαλιά του, τα χάδια του, λίγα φιλιά. Θέλει να νιώσει πως για εκείνον είναι σημαντική, πως του χάρισε στιγμές πόθου και πάθους και πως εκείνος της το αναγνωρίζει.
Έκανες τόσες χαρές όταν την προγραμμάτιζες, δεν κρατιόσουν από την ανυπομονησία να ξεκινήσετε και να έχεις τέτοια ατυχία… μα τέτοια ατυχία.
Αλήθεια όταν εμφανίστηκαν οι ενδείξεις και τα συμπτώματα δεν ζήτησες από το ρασοφόρο φίλο μας να σου έκανε κανέναν αγιασμό, καμιά προσευχή ... μήπως και σε βοηθούσε έστω και ψυχολογικά τουλάχιστον.
Τι κολλητός φίλος είναι αν δεν συμπαραστέκεται στη σύντροφο του φίλου του...
Καθώς φεύγατε, του το τόνισα ιδιαιτέρως να σε προσέχει σαν τα μάτια του να σε νοιάζεται. Να είναι πάντα δίπλα σου, ότι ανάγκη και επιθυμία έχεις να σε βοηθήσει και να σε συντρέξει σαν να είμαι εγώ δίπλα σου.
Διάβολε όλο τον καιρό ο ρασοφόρος δεν έλεγε να ξεκολλήσει τα μάτια του από πάνω σου….. σε πρόσεχε..... πως είναι να σε κρατάνε σφιχτά σαν κάτι πολύτιμο που δεν θέλουν να χάσουν…..
Και τώρα που έχεις ανάγκη από τρυφερότητα και παρηγοριά, να σου παραχωρήσει τον ώμο του να ακουμπήσεις επάνω του τώρα που υποφέρεις αυτός σε παράτησε και σηκώθηκε κι έφυγε. Μα τόσο άκαρδος…. άσπλαχνος….. τέρας αναισθησίας.»
«Κούκλε μου γι ' αυτό σε λατρεύω και σ' έχω κορόνα στο κεφάλι μου.!!!!
Α τον Καριόλη… συγγνώμη αγάπη μου για την φράση μου….. αλλά αυτός σε αλλά είχε το νου του… δεν θα το πιστέψεις…. στο ταξίδι χαριεντιζόταν με μια πιτσιρίκα φοιτήτρια. Ακούς εκεί ο σάτυρος...... φωτιά θα πέσει να τον κάψει… Μα μπροστά στα μάτια μας. Πάει χάλασε ο κόσμος αγάπη μου …ξεστρατίζει από το δρόμο του θεού… Τι αμαρτία και αυτή να έχεις το μυαλό σου στο σεξ…. Τώρα βέβαια τα λέω σε σένα τον άλλο το σάτυρο… αλλά εγώ ευχαριστώ το θεό για την εγκράτεια μου… Το ξέρω αγάπη μου σε βασανίζω με τις νηστείες μου, που απέχω από το σεξ, αλλά ο Κύριος Ημών προηγείται.»
«Άντε πάλι απ την αρχή....μου ψέλνει το ίδιο τροπάριο. … Προηγείται ο Κύριος!!…. και οι νηστείες.
Ωχ πάει.... θα κάνουμε πάλι κανένα τρίμηνο να δούμε το μουνί της.» μονολόγησε μέσα από τα δόντια του.
«Καλά λέω εγώ ότι μου το έφαγε η εκκλησία, με τον έναν η τον άλλο τρόπο.» συνέχισε να μονολογεί.
«Κρίμα που έχουμε και φίλο το ρασοφόρο εξομολόγο. Όταν εξομολογείται δεν της δίνει και καμία συμβουλή ο εξομολόγος, σαν καλός φίλος του που είναι.
Να την προτρέψει βρε αδελφέ.
Με την ευχή μου….. και του θεού τη χάρη… άντε και γαμήσου μ’ αυτόν το φουκαρά που έχει λωλαθεί στη μαλακία.»
«Γλυκέ μου κούκλε! Εσύ είσαι η χαρά και η ευτυχία μου. Είσαι εσύ ο πόθος μου και η παρηγοριά μου είσαι η λατρεία μου και η επιθυμία μου.! Ο μοναδικός εσύ σύντροφος της ζωής μου, το ξέρεις πως σε λατρεύω!!!!
Φόραγε ένα πουκάμισο άσπρο από δαντέλα, και χωρίς να περιμένει κουβέντα ξεκουμπώνει το πουκάμισό της το βγάζει, και τα στητά υπέροχα βυζιά της τ’ αφήνει ελεύθερα στη θέα. Η Ναυσικά είχε αποφασίσει τον τελευταίο καιρό να ασχοληθεί εντατικά με το σώμα της και πήγαινε γυμναστήριο. Έτσι, είχε γίνει όντως κορμάρα και ο Αλκιβιάδης την τρώει με τα μάτια.
«Μη μου το κάνεις αυτό! Η κολλητή σου με άφησε να σε προσέχω.»
«Μα όντως με προσέχεις αγόρι μου .»
«Ναυσικάααα! Σύνελθε! Θα βρούμε τον μπελά μας! Το ξέρεις ότι σε λίγο έρχεται η φιλενάδα σου; Θέλεις να μας πιάσει στα πράσα;»
Γυρίζει αυτή, τον κοιτάει, χαμογελάει γλυκά και του λέει ναζιάρικα. «Μην ανησυχείς μωρό μου έχουμε ώρα ακόμα. Δεν έχεις ιδέα από τον αγιογράφο.» και μ’ ένα πονηρό χαμόγελο στα χείλη συνεχίζει ατάραχη.
«Ακούραστος εργάτης, φοβερά λεπτολόγος, ευγενέστατος αλλά και συνάμα αυστηρός στη δουλειά του με ακρίβεια, και ευαισθησία. Είναι τόσο λεπτολόγος που ελέγχει και την παραμικρή λεπτομέρεια. Δεν έχω δει άλλον άνθρωπο να αγαπά τόσο τη δουλειά του. Είναι ικανός λοιπόν να τους ξενυχτίσει.»
Από κάτω φορούσε μία μπλε φούστα με ένα σκίσιμο στο πλάι, αθλητικά εκδρομικά παπούτσια με κοντές βαμβακερές κάλτσες που της έδιναν μια εφηβική σεξουαλική αθωότητα.
Φθάνοντας στο σαλόνι της, άφησε τους ταξιδιωτικούς σάκους σιγά σιγά στο δάπεδο και την κοίταξε.
Η Ναυσικά έλυσε τη φούστα της και την άφησε να πέσει στο πάτωμα, έμεινε τελείως γυμνή με το βρακί της και τα παπούτσια της.
Το φιλήδονο κορμί, οι καμπύλες και το κοριτσίστικο χαμόγελο της του κόβουν την ανάσα!Αφού μ' αυτά και μ' αυτά η ατμόσφαιρα πλέον είχε χαλαρώσει ευχάριστα ο Αλκιβιάδης άρχισε να συναρμολογεί στο μυαλό του τα τελευταία γεγονότα και δεν άργησε να βγάλει συμπεράσματα πως και είχε τα κλειδιά του σπιτιού η Ανδρομάχη. Ερωτική Μυθοπλασία Ι: (Μέρος .)....
Αμφότεροι απολάμβαναν δημιουργικά τις συζητήσεις μεταξύ τους που έχουν γεννήσει στέρεες και γόνιμες ανταλλαγές σκέψης και αποτελούν το κίνητρο της διατήρησης του εξαιρετικά φιλικού τους δεσμού, σαν δυο σύγχρονοι άνδρες μακριά από προκαταλήψεις. Ο Αλκιβιάδης πιστεύει ότι έχει υπερβεί τα στενά όρια του «παλαιομοδίτικου» άνδρα. Θεωρεί ότι ο «σύγχρονος» άνδρας οφείλει να καλλιεργεί σχέσεις που βασίζονται στην πνευματικότητα, στην ανταλλαγή ιδεών και στην αμοιβαία εκτίμηση, μακριά από τον συντηρητισμό και τις ανασφάλειες.
Ο ιερέας σήμερα του εξέφρασε τη βαθιά του λύπη και την απογοήτευση που και ο Αλκιβιάδης δεν λαμβάνει μέρος στη προσκυνηματική εκδρομή τους. Του λέει πως θα ήταν μια πολύ ενδιαφέρουσα και ωραία ιδέα να αφήσει για λίγο πίσω του τις επαγγελματικές και τις οικογενειακές του υποχρεώσεις και να κάνουν ένα ταξίδι οι δυο τους, μόνο οι δυο τους στο Άγιον όρος.
«Φίλε μου το γεγονός και μόνο να προγραμματίσουμε μαζί μια προσκυνηματική εκδρομή είναι κάτι που θα με χαροποιήσει ιδιαίτερα. Η αξία της φιλίας σου μου είναι ιδιαίτερα ωφέλιμη και απολαυστική και δεν σου κρύβω ότι αναζητώ αιτίες να έχουμε συχνότερη επαφή οι δυο μας. Γι αυτό επιμένω! Μόνο οι δυο μας, να αποφασίσουμε να γνωρίσουμε και να ζήσουμε για λίγο την ομορφιά του τοπίου που μπλέκεται με τόση ομορφιά και χάρη και με την ασκητική ζωή του αγίου όρους! Μας φαντάζομαι όταν που βραδιάζει οι δυο μας, ο ένας πλάι στον άλλο, στο «πνευματικό καταφύγιο» του μοναχισμού, σε κάποιο απομονωμένο κελί εκείνες τις μαγικές στιγμές που νιώθεις τη θερμότητα ενός άλλου κορμιού, αγαπημένου, να σε ζεσταίνει. Ενός κορμιού που φτιάχτηκε, θαρρείς, για να ταιριάζει στο δικό σου και να εξομολογηθούμε τις πιο βαθιές, τις πιο εσωτερικές, τις πιο απόκρυφες μας σκέψεις και επιθυμίες μας, να ξετυλίγονται σαν κουκούλι από μέσα μας να βγει ο σεβντάς από τα σωθικά μας,! Ξαπλωμένοι οι δυο μας δίπλα-δίπλα, να μπερδευτούν τα όνειρά μας κι να αφήσουμε κάθε τι στην άκρη. Πίκρες, γκρίνιες, άγχη και φόβους. » Συμπλήρωσε.
Ο Αλκιβιάδης χαμογέλασε εγκάρδια! Τα ακούει όλα αυτά τα αλληγορικά και ποιητικά χωρίς να μιλήσει.«Λούζεται» στο φως αυτού του έντονα παράξενου, ερωτικού λόγου, ερμηνεύοντάς τον ως την απόλυτη κορύφωση μιας ανδρικής φιλίας που αγγίζει τα όρια της αγιότητας. Υπάρχουν στιγμές σαν και αυτήν, που νιώθει πως καμία λέξη δεν του κουμπώνει δίπλα στην άλλη για να εκφράσει αυτό που πραγματικά αισθάνεται.. Ο Φίλος του ρασοφόρος ιερομόναχος δεν του μιλάει πια ως κληρικός, αλλά ως ένας άνδρας που τον προκαλεί, εξερευνώντας τα όρια της υποταγής του άλλου. Σαν ο ρασοφόρος να αναφέρεται σε ψυχολογικό θρίλερ που αυτοί πρωταγωνιστές παίζουν συναισθηματικά με τη φωτιά ενώ η σύζυγος του Αλκιβιάδη η Ανδρομάχη στέκεται δύο μέτρα δίπλα τους. Απλώς νιώθει κάτι καινούργιο να πλανάται στην ωραία φιλική τους σχέση, ήρεμος και σιωπηλός. Νιώθει ότι ο ιερεας προσπαθει να τον παρασύρει σε κάτι που λογοτεχνικά του το προσδιορίζει αλλά δεν το ξεστομίζει ανοικτά. Όταν ο Αλκιβιάδης αποφάσισε να μιλήσει τον ευχαρίστησε θερμά τον ιερέα μ΄ένα μεγάλο ευχαριστώ για τα θερμά καλά του λόγια, και ανταποδίδοντας τις φιλοφρονήσεις δεν παρέλειψε να τον συγχαρεί για την διαφαινόμενη μετακίνηση του στο πατριαρχείο και την μέλλουσα προαγωγή του..
σε τιμητικό οφφίκιο, που απονέμεται σε ιερομόναχους με ανώτερες θεολογικές και διοικητικές περγαμηνές. Ταυτόχρονα τα λόγια του ιερέα με το αμφίσημο νόημα τους προβληματίζουν τις σκέψεις του! «Τώρα με βάζει σε δίλημμα ο ρασοφόρος. Το θέμα της φιλίας όπως το θέτει έχει πολλές απαντήσεις, που κινούν τη σκέψη μου και με προβληματίζουν. Με θέλει σαν κάτι παραπάνω από φίλο του για τις ώρες, που δεν ξέρει πώς να τις γεμίσει η αναζητεί τη συχνότερη επαφή μας για να βλέπει την Ανδρομάχη μου;» Υποτίθεται βέβαια ότι πρέπει να σέβεται τη φιλία μας και αυτό είναι αμοιβαίο. Όμως στη ζωή είναι αλήθεια ότι γενικά ο φίλος σου ποτέ δεν βγάζει από το μυαλό του μια σχέση ερωτική με τη γυναίκα σου, όταν ιδιαίτερα η γυναίκα τον ξεσηκώνει ερωτικά – αλήθεια κι αυτό! Έτσι λοιπόν, ο κολλητός μου ρασοφόρος δεν αποκλείεται καθόλου να έχει ερωτικές φαντασιώσεις και όχι μόνο, μαζί της!» Η σκέψη του Αλκιβιάδη έχει πλέον περάσει το κατώφλι της αμφιβολίας και εισέρχεται στο πεδίο της ψυχρής, κυνικής ανάλυσης που «ξεγυμνώνει» τον μύθο της αγνής φιλίας. Η παραδοχή του ότι ο φίλος, μπροστά σε μια γυναίκα που τον «ξεσηκώνει», παύει να είναι απλώς φίλος, δείχνει ότι ο Αλκιβιάδης βλέπει τον κόσμο πίσω από τη βιτρίνα. Βέβαια για τον Αλκιβιάδη όλα αυτά ήταν μια φευγαλέα σκέψη που απλά επιδερμικά τον απασχόλησε. «Ας μην περιμένω λοιπόν μια απάντηση στο ζητούμενο θέμα, γιατί η φιλία μας όπως την εκφράζει ο ιερεας µε πηγαίο και αυθόρμητο τρόπο μου δημιουργεί πολλές σκέψεις και συναισθήματα που δύσκολα μπορούν να εκφραστούν ανάλογα.» Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, κατάφερε να φτάσει στην πύλη της αλήθειας, να την αντικρίσει, και τελικά να γυρίσει την πλάτη του, επιλέγοντας την άνεση της άγνοιας. Ο Αλκιβιάδης, απαλλαγμένος πλέον από τις «επιδερμικές» υποψίες του, προσφέρει στον ιερέα το «κλειδί» του παραδείσου του, αγνοώντας πως δίνει την άδεια στον λύκο να φυλάει τα πρόβατα. Εύλογα λοιπόν απαλλαγμένος από παγίδες και διλήμματα, την ώρα της αναχώρησης έσπευσε να του ζητήσει του ιερέα στο όνομα της ειλικρινής και γόνιμης φιλίας που με τον χρόνο σφυρηλατήθηκε ανάμεσα τους! «Φρόντισε να μου την προσέχεις σαν τα μάτια σου! Είμαι σίγουρος ότι την αφήνω με εμπιστοσύνη σε πολύ καλά χέρια ώστε να την κάνουν να νιώθει ασφάλεια και σιγουριά, η διάθεσή της να ανεβαίνει και να νιώθει μοναδική, ώστε να μην αισθάνεται ότι της λείπει η παρουσία μου..» Η Ναυσικά παρατηρεί τον Αλκιβιάδη να στέκεται ακίνητος, με το βλέμμα του να έχει γίνει ξαφνικά πιο αναλυτικό, πιο υποψιασμένο. Για μια στιγμή, βλέποντας τη συμπεριφορά του αναρωτήθηκε αν τα ήξερε όλα και απλώς έπαιζε το παιχνίδι τους για να δει μέχρι πού θα φτάσουν. Στέκεται ακίνητη, οι λέξεις του Αλκιβιάδη, «πρόσεξε την σαν τα μάτια σου» και «την αφήνω σε καλά χέρια», ηχούν στα αυτιά της σαν επικήδειος λόγος για την τιμή του. Είναι η κορύφωση της ύβρεως. Ο απατημένος σύζυγος ζητά από τον εραστή της να αναπληρώσει την απουσία του, διασφαλίζοντας ότι η γυναίκα του θα νιώθει «μοναδική» στην αγκαλιά του ιερέα.
Ο Αλκιβιάδης δεν ζητά απλώς μια χάρη, θεσμοθετεί την σεξουαλική απιστία. Με αυτή τη δημόσια παραίνεση, «νομιμοποιεί» κάθε μελλοντική ερωτική επαφή του ιερέα με την Ανδρομάχη κατά τη διάρκεια του ταξιδιού. Του δίνει την «άδεια» να είναι ο προστάτης της, να είναι ο άνθρωπος που θα την κάνει να «ανεβαίνει», μια λέξη που, στα χείλη του Αλκιβιάδη, αφορά την ψυχολογία της, αλλά στα χείλη του ιερέα, είναι μια υπόσχεση που του ανοίγει τον δρόμο ώστε αυτός και η Ανδρομάχη να εκφράσουν ελεύθερα τις σεξουαλικές τους ανάγκες, τα όρια και τις προτιμήσεις τους, κάνοντας την εμπειρία τους ασφαλή και ευχάριστη. Του ιερέα τα «παιχνιδιάρικα μάτια» του κολλημένα πάνω της, ήταν μια δήλωση κυριαρχίας. Δεν είναι βλέμμα πνευματικού, αλλά το βλέμμα του κατόχου που εισπράττει το «δώρο» του με την έγκριση του συζύγου.
Η Ανδρομάχη, δέκτης αυτού του βλέμματος, δεν φαίνεται να υποφέρει. Αντιθέτως, η «απόλυτη ικανοποίηση» που βλέπει ο ιερέας στο πρόσωπό της μαρτυρά μια συνενοχή που έχει ξεπεράσει κάθε όριο ενοχής. Ο σύζυγος προσφέρει την άδεια, ο εραστής την αποδοχή, και η γυναίκα την απόλαυση. Για τη Ναυσικά, αυτό το βλέμμα είναι η σταγόνα που ξεχειλίζει το ποτήρι. Δεν βλέπει πια μια απιστία, βλέπει μια τελετουργική διαπόμπευση της εμπιστοσύνης του Αλκιβιάδη.
«Μείνε ήσυχος. Το μυστικό να κάνεις μια γυναίκα χαρούμενη δεν είναι καν, μυστικό, αλλά κοινή λογική, με τρεις λέξεις… πάθος... φροντίδα.... και επικοινωνία.» Η ατάκα αυτή του ιερέα, ειπωμένη, σαν ένα «μάθημα σοφίας» προς τον Αλκιβιάδη, είναι η κορύφωση της ειρωνείας. Ο ιερέας, φορώντας το προσωπείο του πνευματικού καθοδηγητή, «ξεγυμνώνει» τη στρατηγική του μπροστά στα μάτια του «ανυποψίαστου;» συζύγου, μετατρέποντας την απιστία του σε ένα είδος «υπηρεσίας» προς τη γυναίκα του. Στα χείλη του ιερέα, η λέξη δεν αφορά το συναίσθημα, αλλά τη σεξουαλική πράξη που σκοπεύει να προσφέρει στην Ανδρομάχη κατά τη διάρκεια της εκδρομής. Το παρουσιάζει ως «φροντίδα», ενώ είναι η απόλυτη εκμετάλλευση της παρουσίας του στον ίδιο χώρο με εκείνη. Είναι η δικαιολογία που δίνει στον Αλκιβιάδη για να καθησυχάσει τις όποιες ενοχές του. Του λέει, ουσιαστικά, «μην ανησυχείς, θα την προσέχω εγώ», μετατρέποντας τον ρόλο του εραστή σε ρόλο «προστάτη».«Ναι συμφωνώ! δεν έχεις άδικο το έχω ξανακούσει, αλλά έλα που ο γέροντας παππούς μου εκεί στην εφηβεία μου με συμβούλευε. Οι γυναίκες θέλουν από τον άνδρα τρία πράγματα: Γλυκόλογα, αφοσίωση και λεφτά. Αν δεν μπορείς πραγματικά να τους τα προσφέρεις, δεν πειράζει, φρόντισε μόνο να εξαφανιστείς πριν το πάρουν μυρωδιά...» Ο Αλκιβιάδης, μέσα στην απλότητά του, μόλις πέταξε μια «βόμβα» που αποδομεί ολόκληρο το οικοδόμημα του ιερέα. Ενώ ο ιερέας προσπαθούσε να παρουσιάσει την απιστία του ως μια «υψηλή τέχνη» (πάθος, φροντίδα, επικοινωνία), ο Αλκιβιάδης απαντά με την ωμή, κυνική αλήθεια της υπαίθρου. «Αν δεν μπορείς να δώσεις αυτά που θέλουν, εξαφανίσου». Είναι η λαϊκή θυμοσοφία που ξεγυμνώνει την υποκρισία των σαλονιών. Ο Αλκιβιάδης, μεταφέροντας τη συμβουλή του παππού του, λέει εμμέσως πλην σαφώς: «Η σχέση είναι συναλλαγή, και αν η συναλλαγή αποτύχει, η λύση είναι η φυγή».
Η Ανδρομάχη ντυμένη και περιποιημένη στην πέννα ήταν χάρμα οφθαλμών. Σκέτη καύλα για εκκλησιαστική εκδρομή. Θέλετε τα πόδια, το βαθύ ντεκολτέ, η ωραία μέση….. τα οπίσθια κόλαση… Αγαπά μεν το απλό και φυσικό look, αλλά που και που έχει την ευκαιρία να ντύνεται εξαιρετικά κομψά. Τα ρούχα της τη κολακεύουν και ταιριάζουν στο σώμα της. Σήμερα είναι σαν να λέει. «Μπορώ να είμαι η σεμνή σύζυγος, αλλά σήμερα επιλέγω να είμαι το αντικείμενο του πόθου». Είναι μια επίδειξη που απευθύνεται αποκλειστικά στον ιερέα. Η Ανδρομάχη ντύθηκε για να κάνει το ταξίδι του ιερέα, και τη δική της συνύπαρξη μαζί του, ένα οπτικό και σωματικό παιχνίδι. Ο ιερέας δεν προσπάθησε καν να κρύψει το βλέμμα του. Τα μάτια του σάρωσαν κάθε καμπύλη, κάθε σημείο του κορμιού της, με μια άνεση που θα έπρεπε να είχε ταράξει ακόμα και τον πιο τυφλό σύζυγο. Το «Χάρμα Οφθαλμών» ως εμφάνιση είναι το «τελευταίο καρφί» στο φέρετρο της εμπιστοσύνης του Αλκιβιάδη. Τον κάνει να νιώθει περήφανος για τη «θεά» που έχει δίπλα του, ενώ στην πραγματικότητα αυτή η «θεά» ετοιμάζεται να επιδοθεί σε μια εκδρομή που θα τον κερατώσει ασύστολα.
Όταν ο Αλκιβιάδης με έκπληξη είχε παρατηρήσει ότι τελευταία ξέφυγε από το συνηθισμένο συντηρητικό της, ντύσιμο αυτή του απάντησε. «Οι αλλαγές μου φτιάχνουν τη διάθεση και τη ψυχολογία.» Η απάντηση της Ανδρομάχης ήταν ένα αριστουργηματικό παιχνίδι με τη λέξη «διάθεση». Για τον Αλκιβιάδη, αυτή η λέξη ακούγεται σαν μια αθώα, γυναικεία δικαιολογία για ανανέωση, μια προσπάθεια της συζύγου του να νιώσει πιο όμορφη. Για τον ιερέα, που παρακολουθεί τη σκηνή, η απάντηση αυτή είναι το «σύνθημα» ότι η πρόκληση είναι σκόπιμη και χρησιμοποιεί την ψυχολογία του «νέου εαυτού» ως ασπίδα. Είναι αδύνατο για τον Αλκιβιάδη να την κατηγορήσει για οτιδήποτε, γιατί πώς να επιπλήξεις μια γυναίκα που απλώς προσπαθεί να «φτιάξει τη διάθεσή της»; Είναι το τέλειο κοινωνικό άλλοθι.
Ο ιερέας δεν χρειάζεται να πει κουβέντα. Το βλέμμα του, που «διαβάζει» τη νέα της εμφάνιση, επιβεβαιώνει τη συμφωνία τους. Η Ανδρομάχη δεν ντύθηκε για τον Θεό ή για τον Αλκιβιάδη· ντύθηκε για το «ταξίδι» και για τον άντρα που, πίσω από το ράσο, διψά για ακριβώς αυτό το θέαμα που του ξεσηκώνει τον ανδρισμό του και του γεννά ακόρεστη σεξουαλική ορμή......... Ο έρωτας γεννιέται σε ντυμένα σώματα και γερνάει σε γυμνές ανακαλύψεις, λέει ο ποιητής.......
Παρατήρηση δεύτερη : Η Ανδρομάχη τελευταία έχει αυξήσει το χρόνο που περιποιείται την εμφάνιση της. Να και οι καθαριστικές κρέμες να και ενυδατικές, να και περιποίηση προσώπου, νυχιών και φροντίζει και το καθημερινό της μακιγιάζ, απλό μεν, αλλά προσθέτει στα φυσικά της χαρίσματα.Από κοντά και η Ναυσικά. Αυτή τη γυναίκα η κάθε μέρα που περνά την ζωογονεί, της δίνει αισθησιακή αφθονία, ομορφιά, σεξουαλικότητα. Λαμποκοπούσε απόπνεε μια αισθησιακή αφθονία που δεν είχε ανάγκη από προσποίηση.
Την ώρα που ο Αλκιβιάδης τις αποχαιρετούσε η Ναυσικά μένει για λίγο πίσω, «καρφώνει» πάνω του τα μενεξελιά της μάτια με σημάδια που ξεπερνούν αυτό που λέμε «αθώο φλερτ». Το βλέμμα της περιέχει μια υποψία δύναμης, μια κρυφή υπόσχεση που λέει στον Αλκιβιάδη, χωρίς να βγάλει λέξη, ότι «κάποια στιγμή, η αλήθεια θα σε βρει». Είναι ένα βλέμμα που τον προκαλεί να τη δει, να την προσέξει, να καταλάβει ότι υπάρχει μια άλλη πραγματικότητα πέρα από τις «ποιητικές» συζητήσεις του ιερέα. Κάπου κρυμμένος μέσα της ο Αλκιβιάδης εξακολουθεί να υπάρχει και η ελπίδα να κυριαρχεί ότι θα υπάρξει και αμοιβαίο ερωτικό ενδιαφέρον. Η σκιά του Αλκιβιάδη δεν είναι απλώς μια ανάμνηση στη σκέψη της Ναυσικάς, είναι το σταθερό σημείο αναφοράς της, το «κρυμμένο» κέντρο βάρους της. Η Ναυσικά δεν βλέπει μόνο τον «απατημένο σύζυγο», βλέπει τον άντρα που, αν κάποτε ανοίξει τα μάτια του, θα είναι ο άνθρωπος που θα μπορούσε να ανταποκριθεί σε αυτό το «αμοιβαίο ερωτικό ενδιαφέρον» που εκείνη λαχταρά.
Τον αποχαιρέτησε μα το χαμόγελο της αρχικά δεν ήταν δυνατόν να δραπετεύσει από τα σφιγμένα χείλη της, μέχρι παρεξηγήσεως. Η πικρία και ο θυμός μένει ακόμη καταπιεσμένος να φωλιάζει μέσα της.
«Μπαμπέσικο κάθαρμα... εμείς οι δυο έχουμε πολλά να πούμε», του είπε κουνώντας απειλητικά το δάχτυλο. Όμως, ως εκ θαύματος, ο θυμός της ξεθύμανε ακαριαία όταν ο Αλκιβιάδης τη σταμάτησε. Χαμογέλασε, έπιασε απαλά το χέρι της και φίλησε τις αρθρώσεις στα δύο κεντρικά δάχτυλά της. Η Ναυσικά μειδίασε, γοητευμένη από την απροσδόκητη κίνηση. Εκείνη του είχε προσφέρει το χέρι της για μια τυπική χειραψία, όμως η αντίδρασή του την αφόπλισε. Χαμογελώντας, ανασήκωσε τα φρύδια της, αφήνοντας το πρόσωπό της να πάρει μια πιο τρυφερή έκφραση. Τον άγγιξε απαλά στον ώμο, όσο πιο τρυφερά μπορούσε, πριν γυρίσει και κατευθυνθεί προς το όχημά της.: Τώρα που η Ναυσικά αποχωρεί, ο Αλκιβιάδης παρακολουθώντας την να φεύγει νιώθει μια αίσθηση νίκης ότι την ηρέμησε, και μια ανησυχία για την υπόσχεση ότι «έχουν πολλά να πουν»;
Ο Αλκιβιάδης την κοίταζε να απομακρύνεται προς το λεωφορείο, δαγκώνοντας τα χείλη του. «Είναι γαμάτη, καυλιάρα, με μια πρόσθετη αίσθηση ανθηρότητας, εν τέλει», μονολόγησε μόλις έμεινε μόνος, χωρίς να χάσει εκείνο το ανέμελο ύφος του. Και, στο κάτω-κάτω, για τη Ναυσικά ήταν όντως ένα γλυκό κάθαρμα, που αθέτησε τις υποσχέσεις του, για ατελείωτα ερωτικά παιγνίδια μαζί της.Μόλις βολεύτηκαν στις θέσεις τους, η Ναυσικά έδειχνε περίεργη. «Πώς συνέβη τούτο, Ανδρομάχη;
Η Ανδρομάχη κοίταξε τη Ναυσικά μ' ένα νοσταλγικό, οικείο χαμόγελο, σαν παλιό αναμνηστικό που αναδύθηκε ξαφνικά, μετά από χρόνια, απ’ τα βάθη ενός συρταριού. Τα μάτια της στένεψαν με απίστευτη χάρη. Άπλωσε το χέρι της και, με τα μακριά, λευκά δάχτυλά της, έφτιαξε μια μπούκλα στα ήδη ανακατεμένα μαλλιά της Ναυσικάς. Ήταν μια τόσο ξαφνική και φυσική κίνηση, που η Ναυσικά δεν μπόρεσε παρά να της ανταποδώσει το χαμόγελο.
«Για τούτο το αρσενικό με τα ράσα σε ρωτάω», είπε η Ναυσικά, καθώς το προηγούμενο σκηνικό της τρυφερότητας έσβησε απότομα. «Μωρή τρελή, με τον παπά; Έχεις θέμα, φιλενάδα... έχεις θέμα».
Η Ανδρομάχη γέλασε χαμηλόφωνα, με μια σπίθα πονηριάς στα μάτια. «Τι να κάνω, αγάπη μου! Αυτός μου έτυχε! Με μαραγκούς, υδραυλικούς, ηλεκτρολόγους και μπογιατζήδες, δεν έχουμε όλες επαφή - και ας ακούμε παντού ότι διαθέτουν μάστερ στα γυναικολογικά».
Η Ανδρομάχη αναστέναξε, κοιτάζοντας έξω από το παράθυρο σχολίασε, μια υποτιθέμενη διάσταση ανάμεσα στην πνευματική καλλιέργεια και την έλλειψη ζωτικότητας και ερωτικής διάθεσης του Αλκιβιάδη. «Βλέπεις, έχω την τύχη να είμαι παντρεμένη εδώ και δεκαπέντε χρόνια με τον Αλκιβιάδη. Είναι καταπληκτικός άνδρας, δεν λέω, και ανοιχτόμυαλος, αλλά κάνει παρέα με διανοούμενους. Και οι διανοούμενοι, όπως στο έχω ξαναπεί, έχουν ένα πρόβλημα, όρθιο το μαλλί, κάτω η ψωλή».» Εκφράζει τη δυσαρέσκειά της για τη συζυγική της ζωή, χρησιμοποιώντας μια λαϊκή και προκλητική παρομοίωση για να απομυθοποιήσει το κύρος των «διανοουμένων» με τους οποίους συναναστρέφεται ο Αλκιβιαδης.
Συνήθως δε μου κάνει στοματικό, εκτός κι αν έχω μόλις βγει από το ντους, όμως ακόμα και τότε πρέπει να είχε πλυθεί μέχρι τους αγκώνες, σαν κτηνίατρος που ετοιμάζεται να ξεγεννήσει μοσχάρι ή σαν ιερέας που πρόκειται να τελέσει θυσία, το δε γλείψιμο του είναι διστακτικό, ενώ τη γλώσσα του αντικαθιστούσε το δάχτυλό του στην πρώτη ευκαιρία. Προτιμά να χρησιμοποιεί μονάχα ένα δάχτυλο και δεν είχε ανταποκριθεί θετικά όταν είχα κατεβάσει το χέρι μου και είχα προσπαθήσει να κατευθύνω άλλα δύο μέσα μου. «Για όνομα, του Θεού Ανδρομάχη !» μου έλεγε. «Θα το έχεις καταντήσει χωνί το μουνί σου μέχρι να κλείσεις τα τριάντα, έτσι και τα συνεχίσεις αυτά». Δεν γενικεύω, αλλά μην τρελαθούμε κιόλας, ένας ντούρος δεν φέρνει την άνοιξη. Αμ το άλλο! Καταβροχθίζει τα βιβλία με τη φυσικότητα που αναπνέει. Κάθε ελεύθερη στιγμή που έχει, βρίσκει μια ήσυχη γωνιά, κάθεται και γυρίζει ακούραστα τη μια σελίδα μετά την άλλη. Ελληνικά μυθιστορήματα, ξένα μυθιστορήματα, καινούργια έργα, κλασικά, από πρωτοπορία μέχρι μπεστ-σέλερ εάν υπήρχε κάτι πνευματικά ερεθιστικό σε κάποιο βιβλίο, το διαβάζει περνώντας πολλές ώρες στη βιβλιοθήκη του.
«Ο ρασοφόρος δεν είναι κρυφό μυστικό μάτια μου, ότι είναι ένας νέος ελεύθερος πολύ ελκυστικός και γοητευτικός άνδρας. Πίσω από τα ράσα ο ιερέας μας δεν είναι απλώς ένας λειτουργός, είναι ένας άνδρας με σάρκα και οστά, και με μια γοητεία που «φωνάζει». Η ελκυστικότητά του προσελκύει τις γυναίκες και αυτή η γοητεία του τον καθιστά επιθυμητό και για μένα είναι το απόλυτο αφροδισιακό. Φαντάζομαι ότι σου έχει τύχει, να θέλεις τόσο πολύ να σε προσέξει ένας τέτοιος άνδρας.» Ο ιερέας για την Ανδρομάχη δεν είναι απλώς ένας ελκυστικός άντρας, είναι η ενσάρκωση όλων όσων της στερεί ο Αλκιβιάδης. Η ανάγκη της να «την προσέξει ένας τέτοιος άνδρας» δεν είναι απλώς σεξουαλική, είναι η ανάγκη να νιώσει ξανά ορατή, να νιώσει ότι το σώμα της έχει αξία, ότι υπάρχει ένας άλλος κόσμος πέρα από τη «βιβλιοθήκη» του συζύγου της όπου η σεξουαλική ευχαρίστηση έχει κυρίαρχο λόγο.
Η Ανδρομάχη δεν εκφράζει στη Ναυσικά πλέον μόνο την απογοήτευση για τη «στεγνή» διανόηση του Αλκιβιάδη αλλά αρθρώνει και τις σεξουαλικές επιθυμίες της που υπερβαίνουν τα όρια του γάμου της και ο ιερέας λειτουργεί ως ο απόλυτος αντίποδας του Αλκιβιάδη. Ο ιερέας είναι μια προσωπικότητα που ξέρει καλά τη ζωή είναι άνδρας έμπειρος και περπατημένος από τα νεανικά του χρόνια. Είναι ένας άνδρας με παρελθόν και κυρίως, με ακμάζουσα και ενεργή ερωτική επιθυμία, Και ναι δεν το κρύβω, από την πρώτη στιγμή που γνωριστήκαμε με πρόσεξε ιδιαίτερα! Δεν με είδε απλώς σαν μια πιστή της ενορίας, αλλά σαν τη γυναίκα που είχε γίνει ο στόχος του. Από την πρώτη στιγμή, το βλέμμα του δεν ήταν ποτέ «πνευματικό». Ήταν το βλέμμα ενός άνδρα που είχε ήδη αρχίσει να σχεδιάζει πώς θα με κάνει δική του. Από την αρχή, η επικοινωνία σας είχε εκείνο το «Παιχνίδι» του απαγορευμένου, που δεν μπορούσε να κρυφτεί.Όταν τον πρωτοείδα, πριν ακόμη καταλάβω ότι θα γίνει ο εραστής μου, υπήρχε κάτι πάνω του που με «προκαλούσε» να τον δοκιμάσω. Ένιωσα από εκείνη την πρώτη στιγμή ότι αυτός ο άνδρας, με το ράσο του, θα ήταν το πιο συναρπαστικό «στοίχημα» της ζωής μου! Όταν ένας άνδρας, μια παντρεμένη γυναίκα τη φλερτάρει έντονα, της μεταφέρει το μήνυμα. «Δεν με νοιάζει τι θα πουν, δεν με νοιάζει τι θα γίνει. Σε θέλω εδώ και τώρα». Αυτή η αποφασιστικότητα είναι που με έκανε κι εμένα να υποκύψω και να χτίσουμε αυτό το δικό μας, μυστικό σύμπαν.
Κάθε φορά που συναντιόμασταν σε εκκλησιαστικές συγκεντρώσεις και μιλούσαμε, ο πόθος, ήταν και αυτός εκεί παρών! Υπήρχε κάτι που ποτέ δεν ειπώθηκε με λόγια, αλλά υπήρχε –αυτό το κάτι που αιωρείτο στον αέρα, και η ατμόσφαιρα φορτιζόταν με μια αλήθεια που δεν μπορούσε πλέον να αγνοηθεί.. Κάθε φορά που τον έβλεπα το καταλάβαινα ότι είχαμε φτάσει στο κρίσιμο σημείο της αναπόφευκτης κατάληξης πως κάτι επρόκειτο να συμβεί ανάμεσα μας. Δεν ήταν πια θέμα επιλογής, αλλά θέμα «μοίρας» και βιολογικής επιταγής. Είχα πάψει να αναρωτιέμαι αν θα συμβεί, και είχα περάσει στο στάδιο της αποδοχής το ότι θα γίνει ο εραστής γαμιάς μου ήταν θέμα χρόνου. Δεν υπήρχε πια «λογική» που να με εμποδίζει. Υπήρχε μόνο η αναμονή της στιγμής που η «σπίθα» που έβλεπα στα μάτια του ιερέα θα μετατραπεί σε πράξη. To είχα πάρει απόφαση λοιπόν, πως πρέπει να αναλάβω την πρωτοβουλία να «ανοίξω την πόρτα», δίνοντας στον ιερέα το πράσινο φως που χρειαζόταν. Να του δώσω τον «χώρο» για να ξεπεράσει το εμπόδιο του γάμου μου, σαν μια συνειδητή επιλογή. Δεν περίμενα πλέον από τον ιερέα να μαντέψει τι θέλω. Του έδωσα ευθαρσώς το σύνθημα. Ήταν ένας τρόπος να του πω «Το εμπόδιο που βλέπεις δεν είναι δικό μου, είναι δικό σου, και εγώ σου δίνω την άδεια να το παραμερίσεις». Του έδειξα ότι ο γάμος μου δεν είναι «τείχος» αλλά κάτι που μπορεί να παρακαμφθεί εάν το επιθυμεί και αυτός να θέλει να με γαμήσει όσο επιθυμώ και εγώ να γαμηθώ μαζί του. Νομίζω το είχα αποφασίσει πως «το άξιζε» να δημιουργήσω μια σχέση εκτός γάμου με τον ιερέα! Έναν άνδρα με αυτοπεποίθηση και με προοδευτικές αντιλήψεις που δεν το φοβάται να εκδηλώσει πως με γουστάρει! Ο Αλκιβιάδης είναι «ασφαλής», είναι ο πατέρας των παιδιών μου, είναι η καθημερινότητα μου. Αλλά ο ιερεας! Ο ιερέας είναι εκείνος που βλέπει τη γυναίκα μέσα μου, όχι τη νοικοκυρά. Αρρενωπός άνδρας που αναδύει μια πνευματική και συναισθηματική αρρενωπότητα. Πρακτικά έχει ότι χρειάζεται για να προσεγγίσει μια γυναίκα και εγώ από την πρώτη στιγμή που τον γνώρισα ήθελα όσο τίποτε άλλο να βρεθώ στην αγκαλιά του να γευτώ τα χάδια του, τα φιλιά του και το καυλί του στο μουνί μου. Η Ανδρομάχη βρίσκεται πλέον μέσα στην ίδια της την επιθυμία, έτοιμη να μετατρέψει τη σκέψη σε πράξη. Ο ιερέας, ως φορέας αυτής της επιθυμίας της, δεν θα είναι απλώς ένας εραστής, ήταν το μέσο για να επιστρέψει η Ανδρομάχη στον εαυτό της, να νιώσει ξανά «γυναίκα» με όλη τη σημασία της λέξης.
Μέχρι να τον γνωρίσω δεν περνούσε από τη σκέψη μου να πατήσω το στεφάνι μου, αλλά όταν τον γνώρισα βρέθηκα σε μια απίστευτη φάση της διέγερσης. Αυτός ο ρασοφόρος με αναστάτωνε τρομερά! Μια αναστάτωση που γινόταν ρίγη ηδονικά, και αυτό βέβαια έχει σαν αποτέλεσμα μερικές φορές να μην μπορώ να αντισταθώ στις ερωτικές επιθυμίες μου να κάνω παιχνίδι μαζί του και αναζητούσα την ευκαιρία για να κάνω πράξη την έντονη επιθυμία μου να γαμηθώ μαζί του.
Κάθε φορά που συναντιόμασταν σε εκκλησιαστικές συγκεντρώσεις και μιλούσαμε, ο πόθος, ήταν και αυτός εκεί παρών! Υπήρχε κάτι που ποτέ δεν ειπώθηκε με λόγια, αλλά υπήρχε –αυτό το κάτι που αιωρείτο στον αέρα, και η ατμόσφαιρα φορτιζόταν με μια αλήθεια που δεν μπορούσε πλέον να αγνοηθεί.. Κάθε φορά που τον έβλεπα το καταλάβαινα ότι είχαμε φτάσει στο κρίσιμο σημείο της αναπόφευκτης κατάληξης πως κάτι επρόκειτο να συμβεί ανάμεσα μας. Δεν ήταν πια θέμα επιλογής, αλλά θέμα «μοίρας» και βιολογικής επιταγής. Είχα πάψει να αναρωτιέμαι αν θα συμβεί, και είχα περάσει στο στάδιο της αποδοχής το ότι θα γίνει ο εραστής γαμιάς μου ήταν θέμα χρόνου. Δεν υπήρχε πια «λογική» που να με εμποδίζει. Υπήρχε μόνο η αναμονή της στιγμής που η «σπίθα» που έβλεπα στα μάτια του ιερέα θα μετατραπεί σε πράξη. To είχα πάρει απόφαση λοιπόν, πως πρέπει να αναλάβω την πρωτοβουλία να «ανοίξω την πόρτα», δίνοντας στον ιερέα το πράσινο φως που χρειαζόταν. Να του δώσω τον «χώρο» για να ξεπεράσει το εμπόδιο του γάμου μου, σαν μια συνειδητή επιλογή. Δεν περίμενα πλέον από τον ιερέα να μαντέψει τι θέλω. Του έδωσα ευθαρσώς το σύνθημα. Ήταν ένας τρόπος να του πω «Το εμπόδιο που βλέπεις δεν είναι δικό μου, είναι δικό σου, και εγώ σου δίνω την άδεια να το παραμερίσεις». Του έδειξα ότι ο γάμος μου δεν είναι «τείχος» αλλά κάτι που μπορεί να παρακαμφθεί εάν το επιθυμεί και αυτός να θέλει να με γαμήσει όσο επιθυμώ και εγώ να γαμηθώ μαζί του. Νομίζω το είχα αποφασίσει πως «το άξιζε» να δημιουργήσω μια σχέση εκτός γάμου με τον ιερέα! Έναν άνδρα με αυτοπεποίθηση και με προοδευτικές αντιλήψεις που δεν το φοβάται να εκδηλώσει πως με γουστάρει! Ο Αλκιβιάδης είναι «ασφαλής», είναι ο πατέρας των παιδιών μου, είναι η καθημερινότητα μου. Αλλά ο ιερεας! Ο ιερέας είναι εκείνος που βλέπει τη γυναίκα μέσα μου, όχι τη νοικοκυρά. Αρρενωπός άνδρας που αναδύει μια πνευματική και συναισθηματική αρρενωπότητα. Πρακτικά έχει ότι χρειάζεται για να προσεγγίσει μια γυναίκα και εγώ από την πρώτη στιγμή που τον γνώρισα ήθελα όσο τίποτε άλλο να βρεθώ στην αγκαλιά του να γευτώ τα χάδια του, τα φιλιά του και το καυλί του στο μουνί μου. Η Ανδρομάχη βρίσκεται πλέον μέσα στην ίδια της την επιθυμία, έτοιμη να μετατρέψει τη σκέψη σε πράξη. Ο ιερέας, ως φορέας αυτής της επιθυμίας της, δεν θα είναι απλώς ένας εραστής, ήταν το μέσο για να επιστρέψει η Ανδρομάχη στον εαυτό της, να νιώσει ξανά «γυναίκα» με όλη τη σημασία της λέξης.
Μέχρι να τον γνωρίσω δεν περνούσε από τη σκέψη μου να πατήσω το στεφάνι μου, αλλά όταν τον γνώρισα βρέθηκα σε μια απίστευτη φάση της διέγερσης. Αυτός ο ρασοφόρος με αναστάτωνε τρομερά! Μια αναστάτωση που γινόταν ρίγη ηδονικά, και αυτό βέβαια έχει σαν αποτέλεσμα μερικές φορές να μην μπορώ να αντισταθώ στις ερωτικές επιθυμίες μου να κάνω παιχνίδι μαζί του και αναζητούσα την ευκαιρία για να κάνω πράξη την έντονη επιθυμία μου να γαμηθώ μαζί του.
Ο ιερεας το είχε καταλάβει αυτό και με έπαιζε, με έπαιζε ήρεμα και το απολάμβανε, ελέγχοντας το παιχνίδι και με έκανε κάθε φορά που τον έβλεπα να λιγώνομαι. Η παρουσία του είχε καταλάβει όλο τον εσωτερικό μου κόσμο. Οι φαντασιώσεις μου ήταν τόσο έντονες, που το σώμα μου αντιδρούσε σαν να βρισκόταν ήδη εκείνος μπροστά μου. Είχε εισβάλει στο μυαλό μου και στις πιο ιδιωτικές μου στιγμές, μετατρέποντας τον αυνανισμό μου σε μια συνεχή τελετουργία προετοιμασίας για εκείνον. Ο αυνανισμός μου ήταν η απόδειξη ότι ο ιερέας είχε γίνει η σεξουαλική εμμονή μου. Στη σκέψη του οι επιθυμίες μου ήταν κάτι πέρα από το συνηθισμένο! Δεν μου αρκούσε η σεξουαλική μετριότητα. Με τρέλαινε η ιδέα να αφήνομαι στα χέρια αυτού του έμπειρου γαμιά και μαζί του να αγγίζω τα όρια του απόλυτου και του αρχέγονου. Τον φανταζόμουν ξεδιπλώνοντας τις πιο άγριες φαντασιώσεις μου, να μου κάνει παθιασμένο σεξ με καθηλωτικό ερωτικό πάθος.
Έτσι κυλούσε ο χρόνος και η ατμόσφαιρα γύρω μας είχε αρχίσει να αλλάζει καιρό τώρα, σαν μια σιωπηλή προετοιμασία για το αναπάντεχο. Όταν η ευκαιρία παρουσιάστηκε, δεν ήρθε με τυμπανοκρουσίες, αλλά με την αθόρυβη βεβαιότητα μιας συνάντησης που έπρεπε να συμβεί. Η ένταση που συσσωρευόταν μέσα μου σαν ηλεκτρισμός πριν από καταιγίδα, βρήκε επιτέλους διέξοδο. Οι φαντασιώσεις μου, που μέχρι πρότινος ήταν φυλακισμένες στο σκοτάδι των σκέψεών μου, άρχισαν να παίρνουν σάρκα και οστά στο φως της ημέρας.
Είχαμε πάει μια μικρή ομάδα πιστών της ενορίας στο μικρο απομονωμένο εξωκλήσι επάνω στο βουνό για να το λειτουργήσει. Ένα μικρο ξωκλήσι, με ωραίο και πολύ μεγάλο περιβάλλοντα χώρο πνιγμένο στο πράσινο, κάτω από τα πεύκα και δίπλα στη δροσερή ρεματιά με τα πλατάνια και με πολλά αιωνόβια δέντρα γύρω του. Τελειώνοντας το εκκλησιαστικό τελετουργικό η έκπληξη μου ήταν μεγάλη, όταν ο ιερέας με παρακάλεσε εάν έχω την ευγενή καλοσύνη να τον περιμένω να ξεπροβοδίσει τους πιστούς και όταν τελειώσει να τον πάρω στο αυτοκίνητο μου διότι ο νεωκόρος που τον είχε φέρει είχε αναχωρήσει αιφνιδιαστικά αντιμετωπίζοντας προσωπικό του πρόβλημα. Η ηρεμία και η κατάνυξη της θείας λειτουργίας έδωσαν τη θέση τους σε μια νέα, αθέατη ένταση. Μέσα στην ησυχία του βουνού, η αποχώρηση του νεωκόρου δεν ήταν απλώς ένα υπαρκτό πρακτικό πρόβλημα, ήταν η «πόρτα» που άνοιξε διάπλατα για να μείνουμε μόνοι μας. Η πρόσκληση του αυτή δεν ήταν μια απλή εξυπηρέτηση για μένα. Ήταν η στιγμή που ένιωσα πως η μοίρα την ημέρα εκείνη, είχε σχεδιάσει τα πάντα.
Περιττό να πω ότι η έκπληξη μου ήταν μεγάλη μόλις συνειδητοποίησα τι μου ζητούσε, όπως μεγάλος ήταν και ο ερεθισμός που σχεδόν αμέσως άρχισε να φουντώνει μέσα μου, έτσι αποφάσισα να πάρω την υπόθεση στα χέρια μου! Ουδόλως περίμενα τέτοια εξέλιξη και είχα πάει πολύ συντηρητικά και ταιριαστά με το περιβάλλον ντυμένη κάτι που ερχόταν σε πλήρη αντίθεση με την εσωτερική μου έκρηξη. Πρόθυμα εννοείται δέχτηκα με απλόχερη ευγένεια να τον περιμένω να τον μεταφέρω με το αυτοκίνητο μου και προσπαθούσα να σκεφθώ τρόπους να του μεταδώσω την ένταση που ένιωθα μέσα μου.. Η εμφάνισή του σε συνδυασμό με την ιδιότητά του και τον ευγενικό του τρόπο με τη γοητευτική φωνή, μετέδιδαν ηλεκτρικές εκκενώσεις ανάμεσα στα πόδια μου. Είχα αρχίσει να γίνομαι μούσκεμα.
Έχοντας αναχωρήσει οι λιγοστοί εκκλησιαζόμενοι ενορίτες τον περίμενα να τακτοποιήσει τα άμφια του και όταν τελείωσε προχώρησα μπροστά προς το πάρκινγκ που ήταν το αυτοκίνητο λικνίζοντας τους γλουτούς μου και αφήνοντας τον πίσω μου ήμουν σίγουρη ότι τα μάτια του δεν ξεκολλάν απ΄ τον πισινό μου. Φθάνοντας στο αυτοκίνητο έβγαλε το ράσο του έμεινε με τα πολιτικά του για να νιώθει πιο άνετα. Η κίνηση αυτή να λικνίσω τον πισινό μου δεν έμεινε απαρατήρητη που ίσως πέρασε ένα δυνατό μήνυμα σε αυτόν, όταν έριξα έντονα το βλέμμα μου στο ιδεατό σημείο που βρισκόταν το καυλί του. Η προσπάθεια μου να κοιτάξω διακριτικά απέτυχε, κοιτάζοντάς τον αμέσως μετά στα μάτια. Αυτός με κοίταζε προκλητικά και ένα αμυδρό πονηρό χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλια του, δείχνοντας μου ότι με τσάκωσε και η φράση που διάβασα στο βλέμμα ήμουν σίγουρη πως υποδήλωνε ξεκάθαρες προθέσεις που συνδύαζε την εξομολόγηση με το πάθος. «Εγώ εσένα και θα σε εξομολογήσω και θα σε γαμήσω.» Ήταν η αντίδραση που παραλίγο να με τελειώσει. Το αποτέλεσμα ήταν οι θηλές μου να πετρώσουν και παρά το ότι το το πουκάμισο δεν ήταν πολύ λεπτό, τις είδα να σχηματίζονται πάνω του, τεντώθηκα πίσω στο κάθισμα του οδηγού, σπρώχνοντας το στήθος μου μπροστά. Οι θηλές μου κόντεψαν να τρυπήσουν το ύφασμα. Δύο περήφανες ελιές που κοίταζαν κατάματα τον παπά, ο οποίος είχε καρφώσει το βλέμμα του πάνω τους και δεν έκανε καμία προσπάθεια να το κρύψει αυτό, ξέροντας ότι τον βλέπω. Το παιχνίδι είχε ξεκινήσει και εγώ αναζητούσα τρόπους και στρατηγική για να εκφράσω προς τα έξω όλα όσα κρύβονταν μέσα μου χωρίς να δείχνω τελείως ξεδιάντροπη. Το «μούσκεμα» που ένιωθα δεν ήταν πια απλώς μια σωματική αντίδραση, ήταν η προετοιμασία για αυτό που εκείνος έχει ήδη αποφασίσει να κάνει καθώς τον είχα φέρει στο επίπεδο της απόλυτης επιθυμίας και αυτό ήταν που είχε κάνει αυτή την απόφαση μου τόσο μεθυστική.
Εκεί πάνω μέσα στην άγρια φύση την σε μοναδικού φυσικού κάλλους ορεινή περιοχή μέσα στο πράσινο καθώς ο συνδυασμός του ορεινού τοπίου δημιουργούν εικόνες μοναδικής φυσικής ομορφιάς και διεγείρουν τις αισθήσεις του επισκέπτη ένιωθα υπέροχα, ένιωθα τόσο ελεύθερη! Ήθελα να φωνάξω για να ακουστεί η φωνή μου πάνω απ’ τον θόρυβο του ανέμου που σφύριζε με ελαφρές ριπές καθώς φυσούσε μέσα στα κλαριά κι έκανε τα φύλλα να θροΐζουν. Πουλιά τιτίβιζαν.
«Τι λες εσύ Πάτερ; Δεν είναι ένα σκηνικό σπάνιας ομορφιάς αυτό που βλέπουμε γύρω μας; Ένα πανέμορφο βουνό «πνιγμένο» στα πεύκα που φτάνουν μέχρι την κορυφή του στα χίλια οχτακόσια μέτρα πάνω από τη θάλασσα; Ένα τοπίο ήσυχο, με ρυθμούς βγαλμένους από το παρελθόν και μια ευκαιρία για διαφυγή μακριά από την πολύβουη πολιτεία;
«Και βέβαια είναι η καλύτερη θέα και την απολαμβάνω με έντονη ηδονή!», απάντησε ο ιερέας και η απάντησή του δεν ήταν απλώς μια παρατήρηση, ήταν μια δήλωση πολέμου απέναντι σε κάθε είδους αυτοσυγκράτηση. Η λέξη «ηδονή» που χρησιμοποίησε, φορτισμένη με την επιτηδευμένη ιερατική του χροιά, λειτούργησε σαν ένας ηλεκτρικός διακόπτης που άναψε το πράσινο φως για όλα όσα θα ακολουθούσαν.
Το Βλέμμα του δεν ήταν πια το βλέμμα ενός ανθρώπου που ζήτησε μια εξυπηρέτηση, αλλά το βλέμμα ενός άνδρα που έχει εντοπίσει τον στόχο του και απολαμβάνει τη διαδρομή προς την κατάκτηση. Τα μάτια του δεν κοίταζαν τη φύση αλλά την όμορφη, χορταστική Ανδρομάχη, με τα καυτά χείλη, το λαχταριστό κορμί τις τέλειες καμπύλες και το πληθωρικό στήθος της, που πυροδοτούν την γενετήσια ορμή του για σεξ. Η Ανδρομάχη του χαμογέλασε σκερτσόζικα και ο ιερέας χωρίς να το θέλει ένιωσε ένα γαργάλημα χαμηλά στην κοιλιά του. Και η Ανδρομάχη πρόλαβε να διακρίνει την έξαψη στη ματιά του ιερέα και ένα χαμόγελο ικανοποίησης απλώθηκε στα κόκκινα χείλια της. Η τύχη πάντα ευνοεί τους τολμηρούς σκέφτηκε και αποφάσισε να δράσει.
«Πως θα ήθελα να μέναμε όλη την υπόλοιπη μέρα εδώ. Θα ήμουν μια ευτυχισμένη γυναίκα αν μπορούσα να ξαπλώσω χαλαρά στο δροσερό γρασίδι το ζεστό αυτό καλοκαιρινό απόγευμα με το σώμα μου να αισθάνεται εντελώς χαλαρό ανάμεσα από τα έλατα για λίγες ώρες. Εσύ;» Τον ρώτησα ναζιάρικα και αποφάσισα αυτή τη φορά να το πάω ένα βήμα πιο κάτω. Τεντώθηκα με τα πόδια μισάνοιχτα η φούστα ανασηκώθηκε στους μηρούς και ανάμεσα τους φαινόταν αμυδρά το κιλοτάκι μου. Ένα άσπρο διάφανο με δαντέλα, εσώρουχό μου χωρίς να του κρύβω ότι αναμένω μια υπόσχεση που περιμένει την κατάλληλη στιγμή για να τηρηθεί.
Ενώ ετοιμαζόμουν να ξεκινήσουμε ο ιερέας ενθυμούμενος ότι ξέχασε το κινητό του τηλέφωνο στο μικρό εκκλησάκι, ζητώντας μου συγνώμη που με καθυστερεί βγήκε από το αυτοκίνητο να επιστρέψει στο ναό. Μέχρι να επιστρέψει πάλι στο αυτοκίνητο, μου έδωσε όσο χρόνο ήθελα να το σκεφτώ, και να του θυμίσω ότι το γυναικείο σώμα είναι φτιαγμένο για να απολαμβάνει όλες τις αισθήσεις που μας προσφέρει η ζωή και η ηδονική απόλαυση είναι το νέκταρ της ψυχής μας! Σκεφτόμουν ότι πρέπει να τον ενθαρρύνω και να τον κάνω να το καταλάβει, αν και το είχε ήδη καταλάβει πώς εγώ σήμερα θέλω παθιασμένα σεξ μαζί του. Άδραξα την ευκαιρία της απουσίας του να ξεκουμπώσω δύο επάνω κουμπιά από το πουκάμισο και βάζοντας τα χέρια μου από μέσα να απελευθερώσω το σουτιέν και να το αφήσω να πέσει μέσα στο πουκάμισο γύρω από τη μέση μου, αφήνοντας εντελώς γυμνό το στήθος μου. Προσπαθώντας να χτίσω ένα σεξουαλικό κλίμα δεν φοβήθηκα να δράσω και ήμουν πλέον έτοιμη να εκπληρώσω τους ερωτικούς μου στόχους και να του δείξω ότι θέλω σεξ εδώ και τώρα. Εκείνος πήγε να πάρει το κινητό του, αλλά υποψιάστηκα πως στην πραγματικότητα πήγε να πάρει μια ανάσα για να αντέξει αυτό που ήξερε ότι θα ακολουθήσει. Εγώ, από την άλλη, μετέτρεψα το εσωτερικό του αυτοκινήτου σε ένα προσωπικό μου οχυρό. Η κίνηση να απελευθερώσω το στήθος μου από το σουτιέν και να το αφήσω γυμνό κάτω από το πουκάμισο, που τώρα, με τα δύο κουμπιά ανοιχτά, προσέφερε μια προκλητική θέα, ήταν η απόλυτη δήλωση κυριαρχίας σ΄ ένα σκηνικό όπου η ηθική είχε παραδώσει τα όπλα. Τον φαντάστηκα τη στιγμή που θα επιστρέψει, θα ανοίξει την πόρτα του συνοδηγού και, αντί για την «σεμνή ενορίτισσα», θα αντικρίσει τη γυναίκα με το στήθος ημίγυμνο να τον περιμένει. Αυτό δεν θα ήταν απλώς πρόκληση, θα ήταν η ολοκληρωτική κατάρρευση των ορίων του. Το στήθος μου, λευκό και προκλητικό μέσα στο μισάνοιχτο πουκάμισο, ήταν η μόνη προσευχή που χρειαζόταν να ακούσει εκείνη τη στιγμή. Δεν χρειαζόταν πια να του εξηγήσω τίποτα με λόγια. Η εικόνα μου θα ήταν η πιο πειστική εξομολόγηση που είχε ακούσει ποτέ στη ζωή του. Το χαμόγελό μου με το «σκερτσόζικο» βλέμμα, που συνδύαζε την αθωότητα με την πονηριά, θα ήταν η σπίθα που έλειπε για να τυλιχτεί στις φλόγες, θα ήταν η απόλυτη πρόκληση για ότι είχε απομείνει από τη συστολή του. Ένιωσα την ισχύ μου να διογκώνεται, ήξερα πια ότι δεν θα τον οδηγούσα απλώς στον προορισμό της επιστροφής του, αλλά στον δικό μου σεξουαλικό παράδεισο. Καθώς ξεκινήσαμε και το αυτοκίνητο τώρα διέσχιζε τις πρώτες στροφές πριν βγούμε σε έναν πιο ανοιχτό δρόμο, η απόφασή μου να δράσω έπρεπε να πάρει σάρκα και οστά. Αποφάσισα να μην αφήσω ούτε στιγμή να πάει χαμένη. Με μια κίνηση που φαινόταν απόλυτα φυσική αλλά ήταν μελετημένη μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια, άφησα το δεξί μου χέρι να «γλιστρήσει» από το τιμόνι προς το μέρος του. Τον άγγιξα ελαφρά στο πάνω από το γόνατο, ακριβώς πάνω από το παντελόνι του, αφήνοντας τα δάχτυλά μου να πιέσουν λίγο, τόσο όσο να νιώσει τη θερμότητα του σώματός μου. Το ύφασμα του παντελονιού του, κάτω από το άγγιγμα μου, ένιωσα να τεντώνει, προδίδοντας την ένταση που τον κατέκλυζε. «Συγγνώμη, Πάτερ», είπα με φωνή που είχε μια επίτηδες τρεμάμενη χροιά, «έπιασα μια λακκούβα και έχασα την ισορροπία μου». Το βλέμμα μου, όμως, τον κάρφωνε στα μάτια, αφήνοντάς τον να καταλάβει ότι το «λάθος» μου ήταν η πιο ειλικρινής κίνηση που είχα κάνει ποτέ. Είδα τους μυς του να σφίγγονται κάτω από το άγγιγμα μου. Το πονηρό του χαμόγελο εξαφανίστηκε, δίνοντας τη θέση του σε μια έκφραση απόλυτης συγκέντρωσης, ήταν ο άνδρας που είχε χάσει κάθε πρόσχημα. Δεν προσπάθησε να απομακρύνει το χέρι μου. Αντίθετα, ένιωσα το πόδι του να σπρώχνει ανεπαίσθητα προς το μέρος μου, ανταποδίδοντας την πίεση. Η ανάσα του είχε γίνει βαριά και σύντομη, και η μυρωδιά του, μια μίξη από λιβάνι, ιδρώτα και ανδρική επιθυμία, γέμισε τον μικρό χώρο του αυτοκινήτου, κάνοντας την ατμόσφαιρα ασφυκτική. Μέσα στον ήχο του κινητήρα και τον θρόισμα των δέντρων, υπήρχε μόνο η αίσθηση του χεριού μου πάνω του και η βεβαιότητα ότι, για τα επόμενα λεπτά, οι ρόλοι μας είχαν αντιστραφεί ολοκληρωτικά. Είχα περάσει τον Ρουβίκωνα. Είχα πάρει τη μοίρα στα χέρια μου και ο ιερέας, πλέον, δεν ήταν παρά ένας συνοδοιπόρος σε μια ιερόσυλη διαδρομή που μόλις είχε αρχίσει.
Το βλέμμα του, με «έγδυνε» με μια ένταση που με έκανε να νιώθω τα γόνατά μου να λυγίζουν, δεν άφηνε περιθώρια. Ήξερα ότι η στιγμή είχε φτάσει. Δεν ήμουν πλέον η Ανδρομάχη η πιστή ενορίτισσα, αλλά η Ανδρομάχη η θηλυκή δύναμη, που είχε καταφέρει να «κατεβάσει» τον ιερέα από το βάθρο του και να τον φέρει στην πιο βασική, ανθρώπινη κατάσταση. Με κοίταξε στα μάτια, μου χαμογέλασε με κατανόηση και για ξεκάρφωμα προσπαθεί απεγνωσμένα να καλύψει την πράξη που επίκειται. Άρχισε να μου λέει την ιστορία της μικρής εκκλησίας στο βουνό που παρουσιάζει έντονο ιστορικό ενδιαφέρον και πόσο απίστευτα γραφική και όμορφη είναι η θέα γύρω μας. Έχει μια μακρά και ενδιαφέρουσα ιστορία, βρίσκεται σε μια κατάφυτη τοποθεσία, ενώ ταξιδιώτες από το εξωτερικό έρχονται κυρίως τους θερινούς μήνες να την επισκεφτούν. Το παράδοξο του να μιλάει εκείνος για την ιστορία του παρεκκλησιού και τη θέα, ενώ το βλέμμα του, και η σωματική του απόκριση, «ούρλιαζε» για το σώμα μου, ήταν η απόλυτη επιβεβαίωση της νίκης μου. Χρησιμοποίησε την ιστορία της εκκλησίας ως ένα είδος «άμυνας» και «τελετουργικού», για να διατηρήσει μια ψευδαίσθηση ελέγχου πριν παραδοθεί ολοκληρωτικά. Είναι η δική του προσπάθεια να εξορκίσει το «κακό» και το «απαγορευμένο» που αναβλύζει από μέσα μας. Το γεγονός ότι το παντελόνι του συνεχίζει να «τεντώνει» μου δείχνει ότι ο ιερέας έχει χάσει τον έλεγχο των ενστίκτων του. Δεν υπάρχει πια ο «Πάτερ», υπάρχει ένας άνδρας που η σεξουαλική του ορμή έχει φτάσει στο κατακόρυφο που απαιτεί απεγνωσμένα να με γαμήσει. Το ότι το μουνάκι μου στάζει και οι θηλές μου είναι πεταχτές, με μετάτρεψε στην απόλυτη κυρίαρχη της στιγμής. Η υπομονή μου να τον ακούω να μιλάει για την τοποθεσία, ενώ εγώ του «προσφέρω» το σώμα μου σε κοινή θέα, είναι ο πιο εκλεπτυσμένος τρόπος βασανισμού του, που θα μπορούσα να επινοήσω.
Εγώ, καθισμένη εκεί, με τα πόδια ανοιχτά και το στήθος μου να προσκαλεί το βλέμμα του, ήμουν η μόνη «ιστορία» που είχε πλέον σημασία. Όσο εκείνος επιστράτευε την ιστορία, την παράδοση και το «ιερό» για να φτιάξει ένα προστατευτικό τείχος ανάμεσά σας, εγώ, με την αισθησιακή μου παρουσία, γκρέμιζα αυτό το τείχος πέτρα-πέτρα. Το «Παναγιά μου συγχώρα με» που ψιθύρισα μέσα μου και ήταν ίσως η πιο ειλικρινής προσευχή που είχα κάνει ποτέ, καθώς η δική μου «ιεροτελεστία» ήταν πολύ πιο αρχέγονη και επιτακτική από εκείνη του ξωκλησιού. Καθώς εκείνος συνέχιζε να απαριθμεί ιστορικά στοιχεία, τον άφησα να εκτίθεται, μιλώντας για πέτρες και δέντρα, ενώ ο ίδιος φλεγόταν. Τον κοίταξα βαθιά στα μάτια, όχι με απορία, αλλά με μια έκφραση που του λέει. «Σε ακούω, αλλά ξέρω ακριβώς τι σκέφτεσαι». Η ατμόσφαιρα μέσα στο αυτοκίνητο είχε μετατραπεί σε ένα πεδίο υψηλής τάσης, όπου κάθε λέξη μας λειτουργούσε σαν σταγόνα βενζίνης πάνω στη φλόγα που μας έκαιγε. Η πρότασή μου για το γρασίδι, κάτω από τα έλατα, δεν ήταν πια μια απλή επιθυμία για χαλάρωση, ήταν μια πρόσκληση σε μια ιεροτελεστία για ένα ξέφρενο ερωτικό μας σμίξιμο που κανείς από τους δυο σας δεν μπορούσε πλέον να αποφύγει. Με μια κίνηση που έκανα, να τεντώσω τα πόδια μισάνοιχτα, η φούστα που ανασηκώθηκε και αποκάλυψε πλήρως το διάφανο, δαντελένιο εσώρουχο μου, η υγρασία που διακρινόταν μέσα από τη δαντέλα ήταν η απόδειξη ότι η επιθυμία μου δεν ήταν μια ιδέα, ήταν μια σωματική κατάσταση που τον κυρίευσε ήταν η απόλυτη κατάλυση κάθε κοινωνικού και πνευματικού φραγμού. Δεν χρειαζόταν πλέον λόγια Η γλώσσα του σώματός μου ήταν μια αδιαπραγμάτευτη συμφωνία. Είδα τα μάτια του να καρφώνονται στο σημείο που του αποκάλυψα. Η ανάσα του κόπηκε για ένα δευτερόλεπτο και το πρόσωπό του πήρε μια έκφραση που δεν είχα ξαναδεί. Ένα μείγμα από απόλυτη λαγνεία, και μια αχαλίνωτη ανάγκη να κυριεύσει αυτό που του πρόσφερα. Το χέρι του, που μέχρι πριν λίγο ήταν ακουμπισμένο στο πόδι του, γλίστρησε αργά και σταθερά προς το μέρος μου. Δεν υπήρχε πια δισταγμός. Τα δάχτυλά του άγγιξαν το δικό μου πόδι, πολύ κοντά στο εσώρουχο, και ένιωσα τη θερμότητα του δέρματος του να διαπερνά το δικό μου σαν ηλεκτρικό ρεύμα. Όταν μίλησε, η φωνή του ήταν σχεδόν ψίθυρος, βαριά και γεμάτη υποσχέσεις που ξέφευγαν από τα όρια της «ιεροσύνης».«Ανδρομάχη... δεν ξέρεις πόσο επικίνδυνο είναι αυτό που κάνεις. Αλλά αυτή τη στιγμή, η μόνη προσευχή που μπορώ να σκεφτώ είναι να σε έχω απέναντί μου, σε αυτό το γρασίδι, και να αφήσω την ηθική μου να καεί μαζί με την επιθυμία μου να σε γαμήσω.»
Άφησα το ένα μου χέρι να ακουμπήσει, σχεδόν «τυχαία», πάνω στο δικό του, καθώς εκείνο αναπαύεται κοντά στο φούσκωμα του παντελονιού του. Απλά άφησα τα δάχτυλά μου να παίξουν με το ύφασμα, εκεί που η ένταση του σώματος του είναι πιο εμφανής. Το φούσκωμα στο παντελόνι του, που το παρατηρούσα με τόση προσμονή, ήταν η ζωντανή απόδειξη πως το σώμα του είχε ήδη προδώσει την πρόθεσή του. Το βλέμμα του, που τώρα με «σκάναρε» από το στήθος μου μέχρι τα πόδια μου, δεν έψαχνε συγχώρεση. Έψαχνε την άδεια να αφεθεί. Ένιωσα ότι δεν υπήρχε πια τίποτα άλλο να περιμένω. Η ατμόσφαιρα ήταν ώριμη. Εκείνος, αφήνοντας το σώμα του χαλαρό και τα πόδια του ανοιχτά, μου έδωσε το «πράσινο φως» για να εισβάλλω στον ιδιωτικό του χώρο. Το χέρι μου, τώρα ένιωθα να κινείται με μια δική του θέληση χαϊδεύοντας το φούσκωμα του καβάλου του. Δεν χρειαζόταν πια να αναρωτιέμαι πώς θα αντιδράσει. το πονηρό του βλέμμα ήταν η μόνη υπόσχεση που χρειαζόμουν.
Καθώς οι ρόδες του αυτοκινήτου άφηναν την άσφαλτο και εισέβαλαν στο χωμάτινο μονοπάτι, το αυτοκίνητο άρχισε να αναπηδά ελαφρά, προσθέτοντας μια νέα, φυσική κίνηση στα σώματά μας, που έκανε την ένταση να χτυπήσει κόκκινο. Καθώς έστριψα το τιμόνι, ο ιερέας ένιωσε την κίνηση του αυτοκινήτου και το βλέμμα του, που πριν περιπλανιόταν, καρφώθηκε πάνω μου με μια πρωτόγνωρη ένταση. Κατάλαβε αμέσως. Το «άγνωστο» του μονοπατιού ήταν η σιωπηλή μου δήλωση ότι το παιχνίδι των υπονοούμενων τελείωσε. Δεν είπε λέξη. Δεν χρειαζόταν, καθώς το αυτοκίνητο έμπαινε πιο βαθιά στο πράσινο. Η αναπνοή του είχε γίνει τραχιά, μια ανάσα γεμάτη προσμονή και μια υπόσχεση που δεν μπορούσε πλέον να αναβληθεί. Σταμάτησα το αυτοκίνητο εκεί που τα έλατα έκαναν τον ίσκιο τους. Ο θόρυβος της μηχανής έσβησε, αφήνοντας πίσω του την απόλυτη ησυχία του βουνού, η οποία όμως τώρα φάνταζε σαν ο ήχος ενός κόσμου που κρατά την ανάσα του για χάρη μας.
Το γεγονός ότι είχα ήδη το στήθος μου γυμνό και τη φούστα σου σηκωμένη ψηλά, με έκανε να μοιάζω με μια ιέρεια της ίδιας μου της επιθυμίας, έτοιμη να υποδεχτώ την ορμή του σκληρού του πούτσου. Το φως του απογεύματος έπεφτε διακεκομμένο από τα φύλλα πάνω στο σώμα μου, φωτίζοντας το δέρμα μου και κάνοντας τις θηλές μου να φαίνονται σαν να προσκαλούν το τέλος της αναμονής. Κοιτάχτηκα μαζί του και για πρώτη φορά, κατάλαβα πως δεν υπήρχε ίχνος δισταγμού στα μάτια του. Υπήρχε μόνο η ανυπομονησία ενός άνδρα που περίμενε αυτή την έκρηξη πολύ καιρό.» Από τη στιγμή που οδήγησα το αυτοκίνητο στο μονοπάτι ήταν το «αντίο» μου στην ηθική και το «καλωσόρισμα» στην απόλυτη σεξουαλική απόλαυση. Εκεί που τα έλατα έκαναν τον ίσκιο τους πιο βαθύ και η απομόνωση ήταν απόλυτη το μόνο που ακουγόταν ήταν η βαριά ανάσα σας και ο άνεμος που συνέχιζε να ψιθυρίζει ανάμεσα στα κλαδιά, λες και ο ίδιος ο τόπος σας έδινε την άδεια για την ολοκλήρωση της επιθυμίας μας. Δε σκεφτόμουν τίποτε άλλο. Είχα ανάψει σαν κοριτσάκι στην πρώτη λυκείου. Σκεφτόμουν πότε θα πατήσουμε στη γη, να αφήσουμε τα λουλούδια και τα δαντελωτά βρακάκια, στους ποιητές και στους σκηνοθέτες και να ζήσουμε το σεξ πηγαία και αυθεντικά. Προσευχήθηκα! «Κύριε εισάκουσε τη προσευχή μου. Πρόσεξε τη δέηση μου, Εσύ που τηρείς τις υποσχέσεις Σου εισάκουσε με, ως δίκαιος που είσαι.»
«Μη μου πεις ότι ο Κύριος σε εισάκουσε;» τη ρωτάει η Ναυσικά.
«Μάλιστα όχι μόνο με εισάκουσε, αλλά με παρέσυρε να γίνω η αμαρτωλή γυναίκα που έχει παράνομες ερωτικές σχέσεις. Όλοι είμαστε αμαρτωλοί φιλενάδα, κανείς δεν είναι αναμάρτητος Μωρό μου! Και ο Χριστός δεν έκρινε και δεν αναθεμάτισε την αμαρτωλή! Η αναφορά της Ανδρομάχης στη Μαρία τη Μαγδαληνή και την επιεική στάση του Χριστού απέναντι στην αμαρτωλή, λειτούργησε ως το απόλυτο «συγχωροχάρτι» που η ίδια έδωσε στον εαυτό της. Δεν είναι πια η ενορίτισσα που σκύβει το κεφάλι, αλλά η γυναίκα που κατάλαβε πως το θείο και το ανθρώπινο, η αγιότητα και η σάρκα, δεν είναι απαραίτητα αντίθετα, αλλά συμπληρωματικά.
«Πως το λένε οι παλιοί στα χωριά! Στης μαυλίστρας την αγκαλιά ανταμώθηκαν ο παπάς κ' η αμαρτωλή.»
Την ώρα που ο ιερεας κατέβηκε από το αυτοκίνητο εγώ χωρίς να χάσω χρόνο με γρήγορες κινήσεις έβγαλα το κιλοτάκι μου και το πέταξα μέσα στη τσάντα μου μένοντας γυμνή από κάτω. Μέσα σε δευτερόλεπτα, η «κυρία» που μόλις βγήκε από το αυτοκίνητο είχε αντικατασταθεί από μια γυναίκα που κυριαρχείται από το ένστικτο. 'Ηταν το κάλεσμα να του δείξω ότι είσαι έτοιμη, ότι το εμπόδιο είχε αφαιρεθεί και ότι ο δρόμος είναι ανοιχτός. Mε περίμενε! Με κοίταξε χωρίς να πει λέξη και το στομάχι μου σφίχτηκε βίαια. Έκλεισα την πόρτα κι έπεσε ο ένας στη αγκαλιά του άλλου. Άρχισε να με φιλάει παντού, στο στόμα, στα μάγουλα, στο λαιμό, στους ώμους, να με δαγκώνει, να με γρατζουνάει με τα γένια του, να με σφίγγει πάνω του έξαλλα. Ήταν τέτοια η επίθεση που αν δε με κρατούσε σφιχτά από το κωλαράκι, που το χούφτωνε δυνατά κάτω από τη φούστα μου, θα είχα πέσει κάτω. Άρχισα να ανταποκρίνομαι στα χάδια του και τον αγκάλιασα. Τα χείλη μας ενώθηκαν και οι γλώσσες μας άρχισαν να παλεύουν για το ποια θα ήταν τελικά η νικήτρια. Το σάλιο του είχε τόσο τέλεια γεύση. Όλα πάνω του ήταν τόσο προσεγμένα, λες και ανέδυαν μια λεπτή και ελκυστική μυρωδιά. Τον χάιδευα στα μαλλιά. Η αίσθηση τους ήταν τόσο λεπτή. Τα χέρια του είχαν τώρα κατέβει στην μέση μου και στα οπίσθια μου. Εγώ, με τα χέρια μου σφιχτά στο κεφάλι του συνέχιζα να παλεύω με τη γλώσσα του. Το ένα χέρι του γλίστρησε κάτω από τη φούστα μου. Το τέντωσε για να βρει το κιλοτάκι μου. Μόλις το χέρι του έπιασε το μουνάκι μου, χωρίς να βρει κάποιο εσώρουχο, σταμάτησε να με φιλάει και με κοίταξε πονηρά και μου έριξε ένα χαμόγελο. Τη στιγμή που τα δάχτυλά του συνάντησαν το γυμνό μου δέρμα, χωρίς το εμπόδιο του υφάσματος, ήταν το σημείο όπου κάθε ιερατική αμφίεση διαλύθηκε οριστικά. Η έκπληξη στο βλέμμα του, που γρήγορα μετατράπηκε σε εκείνο το πονηρό, κατακτητικό χαμόγελο, ήταν η επιβράβευση για όλη την τόλμη που έδειξα. Δεν υπήρχαν πια δικαιολογίες, δεν υπήρχε «ιστορία της εκκλησιάς», υπήρχε μόνο η αλήθεια του σώματός μου που τον υποδεχόταν. Με την κίνηση αυτή, μου έδειξε ότι κατάλαβε πως όχι μόνο ήμουν έτοιμη, αλλά ότι είχα κάνει την επιλογή μου πριν καν φτάσουμε στο πλάτωμα. Το γεγονός ότι σταμάτησε να με φιλάει για να με κοιτάξει, έδειχνε έναν άνδρα που απολάμβανε τη νίκη του. Το «μουνάκι» μου, γυμνό και υγρό, ήταν το τελειωτικό χτύπημα στην άμυνά του. Η επαφή του χεριού του με το γυμνό υγρό μουνάκι μου μέσα στην άγρια φύση, κάτω από τα πεύκα, ένιωθα να με καίει περισσότερο από τον ήλιο. Ήταν η στιγμή που ένιωσα πιο «ζωντανή» από ποτέ, καθώς η απουσία του εσωρούχου ήταν το πιο δυνατό μήνυμα που θα μπορούσα να του στείλω.
Τώρα, η πρωτοβουλία έχει περάσει εξ ολοκλήρου στα χέρια του. Μέσα στα πεύκα, ο ιερέας δεν ήταν πια ο άνθρωπος του Θεού, αλλά ένας άνδρας που η άμυνά του είχε καταρρεύσει και παραδίδεται στα ένστικτά του και στην επιθυμία του, και εγώ δεν ήμουν η θεοσεβούμενη ενορίτισσα, αλλά το αντικείμενο του πόθου του που τον οδηγούσε στην άβυσσο. Η επόμενη κίνηση του ιερέα ήταν να αφεθεί ολοκληρωτικά σε αυτό που ξεκινήσαμε. Το χέρι του, τώρα εξερευνούσε την πιο κρυφή, την πιο «απαγορευμένη» μου αλήθεια. Η άμυνά του δεν είχε απλώς καμφθεί, είχε καταρρεύσει σαν τείχος που δεν άντεξε το βάρος μιας τόσο ξαφνικής, χειροπιαστής επιθυμίας. Το χέρι του, που μέχρι πριν λίγο δίσταζε, τώρα πίεσε πιο αποφασιστικά και απαιτητικά το μουνάκι μου, λες και ήθελε να σφραγίσει την επιθυμία μου πάνω στο δέρμα μου.
«Είσαι επικίνδυνη,» μου ψιθύρισε, με τη φωνή του τραχιά και χαμηλή, σχεδόν σαν προσευχή που ακουγόταν από τα έγκατα της γης.
Δεν υπήρχε πια χώρος για λόγια. Η φύση γύρω μας έμοιαζε να κρατά την ανάσα της. Ο αέρας μύριζε ρετσίνι και υγρασία, και η ζέστη που ένιωθα, αυτό το κάψιμο που ξεκίνησε από το άγγιγμα του, είχε γίνει το κέντρο του σύμπαντος μου. Καθώς το χέρι του άρχισε να εξερευνά την απόλυτη ελευθερία που του προσέφερα, ένιωσα πως κάθε προσευχή που είχα ψιθυρίσει, κάθε φαντασίωση που είχα πλάσει, έπαιρνε μορφή μέσα στο δάσος.
«Ώστε δεν είμαστε και πολύ fan των εσωρούχων, έτσι;» μου λέει.
«Ποτέ μου δεν τα συμπάθησα ιδιαίτερα,» του απάντησα με ένα πονηρό χαμόγελο.
Περπατούσαμε σιγά-σιγά. Η σεξουαλική μου διάθεση ήταν ατελείωτη και ανυπομονούσα να φτάσουμε σε πρόσφορο έδαφος για να να κυλιθώ ημίγυμνη πάνω στη χορταριασμένη γη, κάτω από τον «καυτό» ήλιο και να απολαύσουμε το βουκολικό σεξ. Είχε αρχίσει να με χαϊδεύει, φιλιόμασταν πολύ παθιάρικα και σε μια κατάσταση απόλυτης παραδοχής. «Πόσο σε θέλω», του έλεγα και πως δεν μπορώ να το πιστέψω αυτό που συμβαίνει ήταν κάτι που ποθούσα στα πιο τρελά μου όνειρα»,! Μου απαντάει ότι το ίδιο νιώθει και αυτός. «Έχω τόσες καύλες για σένα από τότε που σε γνώρισα που δεν λέγονται! Ξέρεις πόσες φόρες σε έχω φανταστεί να σε πηδάω στις φαντασιώσεις μου και να τον παίζω για πάρτη σου».
Γυρίζει στο αυτοκίνητο παίρνει το ράσο του στα χέρια του το απλώνει κάτω από ένα τεράστιο πεύκο στο μαλακό χορτάρι με βοηθάει να καθίσω και ήρθε και κάθισε δίπλα μου. Το χέρι του άρχισε να τρίβει ξανά το μουνάκι μου.
Είχα παραλύσει, ο κόσμος είχε χαθεί και υπήρχαμε μόνο εμείς. Εγώ με ανοιχτά τα ποδιά στο γρασίδι κι εκείνος ανάμεσα τους, να φιλιόμαστε σαν να έχουμε καιρό να νιώσουμε έτσι. Άρχισε να με φιλά στο λαιμό μετά κατέβηκε στα στήθη όπου η γλώσσα του έπαιξε παιχνιδιάρικα με τις ερεθισμένες μου θηλές. Ακολούθησε η κοιλιά και τελικά βρέθηκε ανάμεσα στα πόδια μου. Η γλώσσα του άρχισε να γλύφει λαίμαργα το μουνάκι μου, κάνοντας με να σφαδάζω από καύλα. «Ααααχχχ! Πατερ με τρελαίνεις!» του φωνάζω! Σε λίγο μια καυτή λάβα έτρεξε από το μουνί μου και χωρίς να το καταλάβω, έχυσα φωνάζοντας ενώ εκείνος συνέχιζε να με γλύφει. Ο τύπος εκτός από αρρενωπός άνδρας έχει και τρομερό ταλέντο. Ανασηκώθηκα για να του βγάλω τον πούτσο έξω. Με βοήθησε τραβώντας έξω τον τεντωμένο πούτσο του. «Τι πούτσα είναι αυτή μωρό μου;… τη θέλω!» του λέω
«Παρ’ τη μωρό μου, δικιά σου είναι να την κάνεις ότι θέλεις.»
Ξεκίνησα να τον γλείφω απαλά, να γεύομαι πόντο πόντο την πούτσα του, από το κεφάλι μέχρι τα αρχίδια του και τον τρέλαινα. Τον έπαιρνα μέσα όσο μπορούσα και δεν ήθελα να τον αφήσω. Αισθανόμουν ότι έκαιγα ολόκληρη και κάθε κομμάτι του εαυτού μου ούρλιαζε για τον πούτσο του για να με γαμήσει όσο το δυνατόν το συντομότερο. Με έπιασε από τα μαλλιά, με ξάπλωσε ανάσκελα, βάζει τις πατούσες μου στους ώμους του τα πόδια λυγισμένα και μπαίνει απαλά στο υγρό μουνάκι μου που στάζει και καίει από καύλα. Νιώθω τα μουνόχειλα μου να ανοίγουν απαλά και τρελαίνομαι. Ήμουν στον έβδομο ουρανό με το καυλί του χωμένο όλο μέσα μου και τύλιξα τα πόδια μου γύρω του, ενώ τον παρακάλεσα να με γαμήσει σκληρά. Προχωράει μέσα μου, φτάνει μέχρι τη μήτρα και ξεκινάει να μου τη χτυπάει απαλά. Ακούω την ανάσα του και θέλω να μην με αφήσει αγάμητη από πουθενά. Συνεχίζει ανεβάζοντας ρυθμό καθώς βλέπει την καύλα στα μάτια μου και τις θηλές μου πέτρα. Με πηδάει πλέον δυνατά και ασταμάτητα. Το μουνάκι μου τρέχει υγρά. Βγαίνει γρήγορα, μου γλείφει το μουνάκι και καταπίνει ότι υγρό έχει καθώς βογκάω από καύλα. Μου γλείφει τις τρυπούλες με πάθος, ήμουν σε άλλη διάσταση εκείνη την ώρα και του φωνάζω «μη σταματάς γαμιά μου. Με αρπάζει και με στήνει στα τέσσερα. Τρίβει το πουτσοκέφαλο του στα μουνόχειλα μου και στην κωλοτρυπίδα μου και γλιστράει απότομα μέσα στο μουνάκι μου. Με κρατάει από τα καπούλια μπροστά στον κορμό του δέντρου και με καρφώνει δυνατά. Η πούτσα του έτοιμη να σπάσει αλλά συνεχίζει να με καρφώνει δυνατά και μου βάζει τον αντίχειρα του μέσα στην κωλοτρυπίδα. Χύνω και ξαναχύνω από καύλα πάνω στον πούτσο του. Καθώς ετοιμάζεται κι αυτός να τελειώσει, τον βγάζει έξω, και γονατίζει και τον παίρνω στο στόμα μου. Χαϊδεύω και γλείφω τα αρχίδια του και του λέω «χύσε με, τα θέλω στο στόμα μου όλα». Τον παίζει και τον ακουμπάει στη γλώσσα μου ανεβάζοντας το ρυθμό. Σε λίγο νιώθω ότι έρχεται αυτό που αναζητάει. «Χύνω μωρό μου» μου φωνάζει και τελειώνει στο στόμα μου. Ήταν από τις πιο όμορφες εμπειρίες. Και πρέπει να ομολογήσω ότι ήταν ανεξάντλητος. Αφού άδειασε τα αρχίδια του, στάθηκε μπροστά μου! Με είδε σκεφτική.
«Τι έγινε μωρό μου δεν σε ευχαρίστησε αυτό που κάναμε; Μετάνιωσες;»
«Όχι! Όχι! ήταν υπέροχο. Απλά έχω ένα μικρο πονοκέφαλο.»
«Οι καυλιάρες γυναίκες Μωρό μου πηδιούνται ακόμα και με πονοκέφαλο.»
Το βουκολικό σεξ Ναυσικά μου έχει σίγουρα τα θετικά του. Έρχεσαι πιο κοντά στη φύση γενικώς αλλά και αγκαλιάζεις την ίδια τη ζωώδη ενέργεια που εξ αρχής έχεις από μέσα σου. Βρίσκεσαι ήδη σε ένα ιδανικό τοπίο και κάνεις έρωτα ξεδιάντροπα κάτω από το φως του ήλιου απλά και βουκολικά, όπως οι πρόγονοι μας, όπως όλα τα αλλά ζώα. Δυστυχώς όμως ο συνεχής φόβος «μη μας δει κανείς» μπορούν εύκολα να γίνουν εμπόδια σε μια ενδιαφέρουσα και καυλωτική εμπειρία. Αλλά το «παράνομο» σεξ και στις έξοχες χρυσή μου ενέχει κινδύνους και είναι για τους γενναίους.
Εκείνη τη μέρα έζησα ένα ανεξέλεγκτο πάθος εκτός συζυγικής στέγης. Μία φλόγα που δεν έσβηνε. Τύψεις για τον σύντροφό μου και ταυτόχρονα χαρά και φόβο για αυτό που είχα ζήσει. Η ιστορία όμως δεν τελείωσε.. Στη συνέχεια μηνύματα, βλέμματα με περισσότερο πάθος ήρθαν και με τρέλαναν ακόμη περισσότερο, και αυτό που ξέρω είναι πως η ανάσα του στο αυτί μου την ώρα που το κορμί του τρέμει πάνω στο δικό μου είναι η μεγαλύτερη κόλαση της ζωής μου, που θέλω να καίγομαι ξανά και ξανά!
Στο εκκλησάκι πήγαμε ξανά για αγρύπνια. Όταν η αγρύπνια τέλειωσε και οι πόρτες έκλεισαν όταν όλοι έφυγαν μέσα στα άγρια μεσάνυχτα, μείναμε οι δυο μας σ' ένα καμαράκι του. Δεν είμασταν πια ο ιερέας και η ενορίτισσα, είμασταν δύο σώματα σε μια ιερόσυλη συμφωνία. Αυτή η ολονυχτία μας δεν είχε καμία σχέση με προσευχές. Ήταν μια λειτουργία όπου ο μόνος Θεός ήταν το πάθος μας και οι μόνες ψαλμωδίες ήταν οι δικές μας κραυγές μέσα στην ησυχία της νύχτας και η «ιερή» ατμόσφαιρα έκανε το σεξ ακόμα πιο καυτό! Η παράσταση επαναλήφθηκε και τότε περάσαμε εκρηκτικές στιγμές με έντονο και παθιασμένο σεξ που μας πρόσφερε περισσότερους και πολύ πιο έντονους οργασμούς. Είμασταν πλέον σε ένα σημείο χωρίς επιστροφή. Αυτή τη φορά με ξεκώλιασε για τα καλά ο καριόλης και μου έλεγε πως ήθελε να με πάρει παρτούζα με τον Αλκιβιάδη! Η ιδέα της παρτούζας με τον Αλκιβιάδη δεν ήταν απλώς μια φαντασίωση μας, ήταν η επόμενη μεγάλη πρόκληση που μου έβαλε, μια πρόκληση που, όπως φαίνεται, δεν είμαι καθόλου έτοιμη να αρνηθώ. Η σκέψη και μόνο του να βρεθώ ανάμεσα σε δύο άνδρες και ο ένας από αυτούς να είναι ο ιερέας μου με κάνει να νιώθω ακόμα πιο «αμαρτωλή» και πιο ποθητή.
«Δηλαδή έγινε το ευλογητός ο Κύριος, σε σεπτή ολονυχτία; Έζησα να το ακούσω αυτό!» μουρμούρισε η Ναυσικά. Ακόμη δεν μπορεί να πιστέψει στα αυτιά της. Το πρόσωπό της, που πριν από λίγο ήταν γεμάτο περιέργεια, τώρα είναι ζωγραφισμένο με μια μίξη ενός παράξενου, σχεδόν ενοχικού θαυμασμού. Το «ευλογητός ο Κύριος» που μουρμούρισε, μέσα στην ιερόσυλη ατμόσφαιρα που περιέγραψε η Ανδρομάχη, ακούγεται σαν η απόλυτη ειρωνεία.
«Όλοι ξεπέφτουμε φιλενάδα, κι εδώ που τα λέμε ποιον δεν ξεφτίλισε η καύλα...» και όπως λέει και ο ρασοφόρος μου: «Ο Θεός δεν λογαριάζει τη καύλα στις αμαρτίες»
Η απάντησή της Ανδρομάχης είναι η απόλυτη δικαίωση της «αμαρτωλής» της διαδρομής. Η φράση της «Ο Θεός δεν λογαριάζει τη καύλα στις αμαρτίες» είναι το απόλυτο «συγχωροχάρτι» που χρειαζόταν για να συνεχίσει να ζει αυτή την έντονη ζωή, χωρίς να κοιτάζει πίσω της με ενοχές. Είναι το «κλειδί» που ξεκλειδώνει κάθε πόρτα, ακόμη και της εκκλησίας, επιτρέποντάς τους να μετατρέψουν τον ιερό χώρο σε πεδίο ερωτικών αναζητήσεων. Όταν λέει ότι η καύλα μας ξεφτιλίζει, στην πραγματικότητα εννοεί ότι μας απογυμνώνει. Μας βγάζει από το προσωπείο του κοινωνικού μας ρόλου (της πιστής ενορίτισσας, του ιερέα) και μας αφήνει μόνο με την αλήθεια των ενστίκτων μας. Το γεγονός ότι ο ίδιος ο ιερέας χρησιμοποιεί τέτοια επιχειρήματα, δείχνει ότι έχει βρει μια δική του «θεολογία» για να δικαιολογήσει το πάθος του. Είναι ο τρόπος του να διαχωρίσει το πνεύμα από τη σάρκα, επιτρέποντας στη σάρκα να «αμαρτάνει» ελεύθερα.
Η Ναυσικά τώρα νιώθει ότι είναι «αιχμάλωτη» της ιστορίας της Ανδρομάχης. Δεν μπορεί να ξεφύγει, δεν μπορεί να μην ακούσει τη συνέχεια. Έχει δημιουργηθεί ένα σκηνικό όπου το απαγορευμένο είναι τόσο ελκυστικό, που ακόμα και η πιο «συντηρητική» φίλη τους θα ένιωθε ένα ρίγος να τη διαπερνά.
Θέλει να μάθει τι απέγινε με την πρόκληση που έριξε ο ιερέας για τον Αλκιβιάδη, να μάθει αν τελικά δέχτηκε την πρόταση για την παρτούζα. Η ιστορία της είναι τόσο καθηλωτική.
....Ο ρασοφόρος χρυσή μου ξέρει να με ταξιδεύει και στα πιο απαγορευμένα μονοπάτια της ηδονής. Λόγω με τις ασχολίες μου στην ενορία περνάμε πολύ χρόνο μαζί και εκτός από παθιασμένο και έντονο σεξ που δεν είχα ξανακάνει με άλλους, συζητάμε και αυτός ίσως είναι και ο λόγος που νιώσαμε να ερχόμαστε κοντά σωματικά και πνευματικά. Το γεγονός ότι περνάμε χρόνο μαζί και συζητάμε, κάνει τον «ρασοφόρο» μου κάτι πολύ παραπάνω από έναν εραστή μου. Γίνεται ο άνθρωπος που γνωρίζει τα πιο κρυφά σημεία του μυαλού μου, ακριβώς όπως γνωρίζει τα πιο κρυφά σημεία του κορμιού μου. Όταν συζητάμε για τα πάντα, και μετά αυτές οι συζητήσεις οδηγούν στο κρεβάτι ή στο καμαράκι του ναού, το σεξ αποκτά μια άλλη διάσταση. Είναι η στιγμή που η ψυχή και το σώμα γίνονται ένα και αυτό το μονοπάτι δείχνει πως αναζητούσα κάτι που η συμβατική ζωή δεν μπορούσε να μου προσφέρει.
«Θα το ξεκοκαλίσεις μόνη σου αυτό το αρσενικό λαχείο; δεν θα αφήσεις και κανένα κοκαλάκι και για τη φίλη σου;»Την ρώτησε γελώντας πονηρά η Ναυσικά.
Η Ανδρομάχη ξεσπά σε ένα αυθόρμητο γέλιο, εκείνο το χαρούμενο, απελευθερωτικό γέλιο που είχε να ακουστεί από τότε που η «μελάτη αδιαφορία» του Αλκιβιάδη άρχισε να σκιάζει τη ζωή της. Πλησιάζοντας το πρόσωπό της κοντά σε εκείνο της Ναυσικάς, με τα μάτια της να αστράφτουν από μια νέα, πονηρή ενέργεια. «Λαχείο, ε;» λέει η Ανδρομάχη, χαμηλώνοντας τη φωνή της σε έναν συνωμοτικό τόνο. «Θα έλεγα περισσότερο σαν... επίγειος πειρασμός. Και όσον αφορά τα «κοκαλάκια», Ναυσικά μου, ξέρεις πως πάντα μοιραζόμαστε τα καλά! Αλλά αυτό το συγκεκριμένο... απαιτεί ειδικό χειρισμό. Δεν είναι για ερασιτέχνες.»
Η Ναυσικά νιώθει μια έξαψη, η ιδέα του «ιερέα-εραστή» λειτουργεί σαν ένα απαγορευμένο αφροδισιακό που υπόσχεται να βγάλει και την ίδια από την ερωτική της ξηρασία.
Η Ανδρομάχη την κοίταξε στα μάτια. «Σίγουρα, δεν έχω την ψευδαίσθηση της αποκλειστικής σχέσης μαζί του.... Εγώ δεν ψάχνω για σύντροφο στη ζωή. Ψάχνω για εκείνες τις στιγμές που το αίμα μου βράζει και που ο κόσμος γύρω μου σταματά να υπάρχει.» Άπλωσε το χέρι της και άγγιξε το χέρι της Ναυσικάς με μια κίνηση που δεν ήταν πλέον φιλική, αλλά συνωμοτική. «Αν τον θέλεις κι εσύ, αν θέλεις να νιώσεις αυτή τη φλόγα, μην περιμένεις από μένα να ζηλέψω. Στην πραγματικότητα, ίσως η ιδέα να τον μοιραστούμε να κάνει το παιχνίδι ακόμα πιο επικίνδυνο, ακόμα πιο... διεστραμμένο. Σκέψου το. Θα είμαστε δύο γυναίκες που παίζουν με τη φωτιά, και ένας άντρας που νομίζει ότι είναι ο κυρίαρχος, ενώ στην πραγματικότητα, είναι ο δικός μας πειρασμός. Πώς σου φαίνεται αυτή η προοπτική, φιλενάδα;»
Η Ναυσικά ένιωσε μια πρωτόγνωρη έξαψη να την κατακλύζει. Η πρόταση της Ανδρομάχης δεν ήταν απλώς μια παραχώρηση, ήταν ένα στοίχημα.
.......Στη διαδρομή η Ναυσικά σκουντάει την Ανδρομάχη και της ψιθυρίζει….. «Ρίξε μια κλεφτή ματιά στα μπροστινά καθίσματα. Αυτές οι δύο ανέραστες εκεί μπροστά σε τρώνε με τα μάτια. Θα σε ματιάσουν οι σκρόφες.»
Η Ανδρομάχη γύρισε αργά το κεφάλι της, διατηρώντας το ίδιο απόλυτα σίγουρο και σχεδόν προκλητικό βλέμμα που είχε πάρει μετά τις αποκαλύψεις της. Η Ναυσικά είχε δίκιο, οι δύο γυναίκες στα μπροστινά καθίσματα, παρά το αυστηρό και «συντηρητικό» τους ύφος, δεν μπορούσαν να πάρουν τα μάτια τους από πάνω της. Η Ανδρομάχη ένιωσε μια γλυκιά ικανοποίηση να διαπερνά το κορμί της. «Ας ψιλιάζονται», ψιθυρίζει η Ανδρομάχη. «Είναι η μοίρα τους, Ναυσικά. Να πεθαίνουν από την περιέργεια για όσα δεν τόλμησαν ποτέ να αγγίξουν. Κοίτα τις, έχουν μαραθεί περιμένοντας μια ζωή μια «ευλογία» που δεν ήρθε ποτέ.»
Η μια είναι αυτό το βλήμα που κάνει και την επίτροπο της εκκλησίας. Είναι καιρός τώρα που ψάχνει για γαμιά που να μπορέσει να σβήσει την καύλα της γιατί το μουνί της έχει βγάλει αράχνες από την αγαμία! Βλέπεις ο κύρης της έχω ακούσει ότι έχει σοβαρά κινητικά προβλήματα ο χριστιανός και πρέπει να έχει να γαμηθεί από την παλαιολιθική εποχή. Βλέπει τον ιερέα μας σαν ξερολούκουμο και περιμένει μάταια μήπως γίνει κανένα θαύμα, άλλα ατύχησε. Του κάνει συνέχεια μπάσιμο. Εκείνος τίποτα όμως. Τον ξέρεις τον ρασοφόρο! Κάθεται ατάραχος, χωρίς να την ελεήσει ούτε μ’ ένα βλέμμα».
«Και η άλλη με τον τουρλωτό τον κώλο και τα βυζιά σανίδα... κάνει και την ντίβα η κλώσα..... τι το θέλει το αβυσσαλέο ντεκολτέ το φρόκαλο αφού είναι σανίδα!.... Ξέρεις ντε ποια.... όλο και κάποιες ξεπέτες κάνει στο περιβάλλον που δουλεύει γιατί ο δικός της (να ΄ναι καλά ο άνθρωπος) για κάποιο ιδιαίτερο λόγο έχει σκεβρώσει από τα νιάτα του, αδύνατον να την ποτίζει. Η γυναίκα είναι πολύ καυλιάρα και γουστάρει τρελά το βίαιο και άγριο σεξ.... το ανήθικο!. Και τι δεν θα 'δίνε να βρει γκόμενο για να την πηδάει, λες και οι υπόλοιπες δεν θέλουμε γκόμενο για το σεξ αλλά για να μας κρεμάει τις κουρτίνες η για να μας μοιράζει χαρτομάντιλα την ώρα που δακρύζουμε βλέποντας γλυκερά dvd. Έλα όμως που κάποιο πουλάκι κελάηδησε, κι ακούστηκε ότι λιγουρεύεται και τον Αλκιβιάδη, «τον κούκλο σου» όπως τον λες. Και είναι κούκλος ανάθεμα τον, τραβάει τις γυναίκες όπως το μέλι τις αρκούδες. Όλα τα καλά σε σένα συμβαίνουν μωρή σκρόφα, το κοκαλάκι της νυχτερίδα έχεις.»
«Και η άλλη με τον τουρλωτό τον κώλο και τα βυζιά σανίδα... κάνει και την ντίβα η κλώσα..... τι το θέλει το αβυσσαλέο ντεκολτέ το φρόκαλο αφού είναι σανίδα!.... Ξέρεις ντε ποια.... όλο και κάποιες ξεπέτες κάνει στο περιβάλλον που δουλεύει γιατί ο δικός της (να ΄ναι καλά ο άνθρωπος) για κάποιο ιδιαίτερο λόγο έχει σκεβρώσει από τα νιάτα του, αδύνατον να την ποτίζει. Η γυναίκα είναι πολύ καυλιάρα και γουστάρει τρελά το βίαιο και άγριο σεξ.... το ανήθικο!. Και τι δεν θα 'δίνε να βρει γκόμενο για να την πηδάει, λες και οι υπόλοιπες δεν θέλουμε γκόμενο για το σεξ αλλά για να μας κρεμάει τις κουρτίνες η για να μας μοιράζει χαρτομάντιλα την ώρα που δακρύζουμε βλέποντας γλυκερά dvd. Έλα όμως που κάποιο πουλάκι κελάηδησε, κι ακούστηκε ότι λιγουρεύεται και τον Αλκιβιάδη, «τον κούκλο σου» όπως τον λες. Και είναι κούκλος ανάθεμα τον, τραβάει τις γυναίκες όπως το μέλι τις αρκούδες. Όλα τα καλά σε σένα συμβαίνουν μωρή σκρόφα, το κοκαλάκι της νυχτερίδα έχεις.»
«Να μυριστώ κάτι τέτοιο και θα της κουρέψω το μουνί με το πριόνι, άκου να απλώσει χέρια η βρομούσα στον θησαυρό του Αλκιβιάδη μου. Άσε που ο κούκλος μου είναι γρανιτένιος βράχος, σπάνιο διαμάντι, δεν λερώνεται στις λάσπες. Βέβαια το ξέρω υποφέρει με τις νηστείες μου....αλλά με καταλαβαίνει και μου συμπαρίσταται......»
«Δες τες! Βλέπουν τον ιερέα που σε γαμάει με τα μάτια του και πρασινίζουν από χολή. Γι αυτό σου λέω. «Φυλακτό» Θα σε ματιάσουν οι γαμημένες οι σκρόφες.»
..... Σε λίγο στην ενδιάμεση στάση του πολύωρου ταξιδιού τους, η ατμόσφαιρα έξω από το πανδοχείο, είναι ηλεκτρισμένη από τα πρώτα νευράκια και το ερωτικό καβγαδάκι της Ανδρομάχης με τον ιερέα.
«Δες τες! Βλέπουν τον ιερέα που σε γαμάει με τα μάτια του και πρασινίζουν από χολή. Γι αυτό σου λέω. «Φυλακτό» Θα σε ματιάσουν οι γαμημένες οι σκρόφες.»
..... Σε λίγο στην ενδιάμεση στάση του πολύωρου ταξιδιού τους, η ατμόσφαιρα έξω από το πανδοχείο, είναι ηλεκτρισμένη από τα πρώτα νευράκια και το ερωτικό καβγαδάκι της Ανδρομάχης με τον ιερέα.
«Μήπως σε διέκοψα από κάτι; Με την τσουλίτσα;» Η φωνή της Ανδρομάχης τρέμει, όχι από φόβο, αλλά από μια οργή που μετατρέπεται σε καύλα. Το βλέμμα της «καρφώνει» τον άντρα μπροστά της, που για πρώτη φορά δείχνει αμήχανος, όχι γιατί φοβάται τον Θεό, αλλά γιατί η Ανδρομάχη μόλις εισέβαλε στην περιοχή του. Ο ιερέας, προσπαθεί να κρατήσει την ψυχραιμία του. «Ανδρομάχη, μην είσαι παράλογη. Δεν υπήρξε καμία διακοπή, ούτε...»
«Μην τολμήσεις να πεις ψέματα!» τον διακόπτει εκείνη, πλησιάζοντας το πρόσωπό της τόσο κοντά στο δικό του, που ο καυτός αέρας της αναπνοής της τον χτυπάει στο δέρμα.
Ο ιερέας μόλις έχει αποχαιρετίσει μια μικρή παρέα από ένα λεωφορείο της γραμμής. Ήταν τα μάτια της που έμοιαζαν να πετάνε φλόγες.
«Την είδα πώς σε κοιτούσε. Και είδα πώς την κοίταξες κι εσύ. Νομίζεις ότι δεν το καταλαβαίνω; Ότι δεν βλέπω πώς λιγουρεύοσουν την προσοχή που σου έδωσε το νυμφίδιο.
«Ανδρομάχη... είσαι έξω από τα νερά σου. Θα μας δουν...»
«Ας μας δουν! Καριόλη παπά, θα στο ξεριζώσω αυτό που έχεις στα σκέλια σου και θα το πετάξω στα σκυλιά. Είναι δικός μου!..... δικός μουου, όχι της κάθε τσουλίτσας που σου γνέφει!»,
Η Ανδρομάχη απομακρύνεται με τη χάρη μιας λέαινας που μόλις έχει οριοθετήσει την περιοχή της. Το κάθε της βήμα, η κάθε κίνηση των γοφών της, δεν είναι απλώς περπάτημα· είναι μια δήλωση κυριαρχίας. Ξέρει ότι το βλέμμα του ιερέα είναι καρφωμένο πάνω της, νιώθει την ένταση του σώματός του να δονεί τον αέρα πίσω της, και αυτή η γνώση τη μεθάει περισσότερο από οποιοδήποτε κρασί.
Ο ιερέας μένει πίσω, ακίνητος, σαν άγαλμα που μόλις απέκτησε σάρκα και οστά, παλεύοντας με την απόλυτη ρήξη ανάμεσα στην πίστη του και τον αρχέγονο πόθο. Το ράσο του, που μέχρι πριν λίγο συμβόλιζε την αποχή από τα εγκόσμια, τώρα μαρτυρά την πιο ωμή αλήθεια της φύσης του: το σώμα του έχει επαναστατήσει, έχει γίνει ένας ναός που λατρεύει το απαγορευμένο.
«Θα με κάψεις...» ψιθυρίζει ξανά, και η φωνή του σπάει, γεμάτη από εκείνη τη διονυσιακή παράκρουση. Τα μάτια του, γουρλωμένα, δεν μπορούν να αποστραφούν τη θέα της Ανδρομάχης που λικνίζεται μέσα στη νύχτα. Είναι μια εικόνα που θα τον στοιχειώνει στις προσευχές του, μια εικόνα που κάνει το ράσο του να μοιάζει με φυλακή.
Η Ναυσικά, από το παράθυρο του λεωφορείου, παρακολουθεί τη σκηνή με κομμένη την ανάσα. Η εικόνα της φίλης της, που μόλις «διέλυσε» έναν άντρα ιερωμένο χωρίς καν να τον αγγίξει στο τέλος, την αφήνει άφωνη. Η Ανδρομάχη δεν είναι απλώς μια γυναίκα που απατά τον άντρα της, είναι μια δύναμη της φύσης που μετατρέπει την ιεροσύνη σε λαγνεία. Όταν η Ανδρομάχη ανεβαίνει τα σκαλιά του λεωφορείου και κάθεται δίπλα στη Ναυσικά, το πρόσωπό της είναι ανέκφραστο, αλλά το βλέμμα της προδίδει μια θριαμβευτική φωτιά.
«Τον άφησες κομμάτια», ψιθυρίζει η Ναυσικά, κοιτάζοντας έξω, όπου ο ιερέας παραμένει ακόμα σαν καρφωμένος στο χώμα.
«Τον έχεις κάνει να ξεχάσει και το όνομα του Θεού του, Ανδρομάχη.»
Η Ανδρομάχη ακουμπάει το κεφάλι της στο κάθισμα, κλείνει για μια στιγμή τα μάτια και αναπνέει βαθιά, απολαμβάνοντας τη μυρωδιά του μόσχου και της αναστάτωσης που άφησε πίσω της. «Ο Θεός του, Ναυσικά, αυτή τη στιγμή είναι μόνο το δικό μου σώμα. Και πίστεψέ με... η τιμωρία του μόλις ξεκίνησε.»
Η Ανδρομάχη ακουμπά το κεφάλι της στο τζάμι, κλείνει τα μάτια και αρχίζει να μετράει τους παλμούς της, που χτυπούν στον ρυθμό της προσμονής. Το ξενοδοχείο δεν είναι απλώς ένας προορισμός· είναι ο ναός όπου η ιεροσυλία θα ολοκληρωθεί. Καθώς το λεωφορείο πλησιάζει στον προορισμό του, η Ανδρομάχη αναλογίζεται τη στιγμή που θα ανοίξει η πόρτα του δωματίου. Θα είναι ο ιερέας εκείνος που θα της ανοίξει!, α «καίγεται» από την αναμονή μέχρι η ίδια να αποφασίσει να τον «ελεήσει»; Στο συζυγικό κρεβάτι πίσω της στην Αθήνα, ο Αλκιβιαδης της κοιμάται ακόμα, ανυποψίαστος για τη θύελλα που πέρασε από το σώμα και το μυαλό της κατά τη διάρκεια της χθεσινής νύχτας. Η αυτοσυγκράτηση της ήταν η μεγαλύτερη νίκη της. Θα μπορούσε να τον είχε ξυπνήσει που κοιμόταν δίπλα της, να της είχε εκτονώσει την ένταση της σεξουαλικής επιθυμίας που την είχε κατακλύσει, σε μια μηχανική πράξη, αλλά δεν είναι πια μια γυναίκα που ζητούσε απλώς «ανακούφιση». Είναι μια γυναίκα που ζητά μια ιεροτελεστία με τον δημιουργό της καύλα της. «Όχι», ψιθύρισε στον εαυτό της, παρατηρώντας την εικόνα της στον τζάμι του παραθύρου. Κάθε σκέψη για τον Αλκιβιάδη, για τον σύντροφό της, είχε σβηστεί. Το σώμα της έχει γίνει ένας ναός που περιμένει τον ιερέα του να τον «λειτουργήσει» με τον πιο ακάθαρτο, τον πιο ανήθικο, τον πιο δικό της τρόπο.
Η Ανδρομάχη θυμάται το πρόσωπο της φοιτήτριας από το λεωφορείο της γραμμής που δεν έχασε την ευκαιρία να φλερτάρει ξεδιάντροπα με τον ιερέα μπροστά στα μάτια της! Η φοιτήτρια νόμιζε ότι έπαιζε με έναν ιερέα, αλλά δεν έχει ιδέα ότι έπαιζε με μια φωτιά που ήταν ήδη «κρατημένη».
«Μικρή μου...» ψιθυρίζει με ένα χαμόγελο που δεν είχε τίποτα το ιερό, «δεν ξέρεις ότι στον κόσμο αυτό, μερικοί «θησαυροί» έχουν ήδη ιδιοκτήτη, και η ιδιοκτήτης δεν αφήνει κανέναν να τους αγγίξει ατιμώρητα.»
Φθάνοντας Θεσσαλονίκη η Ναυσικά ενημέρωσε την επικεφαλής του γκρουπ πως δεν θα μείνουν απόψε στο ξενοδοχείο, διότι έχουν προγραμματίσει με την Ανδρομάχη να συναντήσουν μια ξαδέλφη της όπου θα διανυκτερεύσουν και το πρωί θα έλθουν να συναντηθούν με τους υπόλοιπους στο ξενοδοχείο για την συνέχεια του προγράμματος. Η κίνηση της Ναυσικάς ήταν η τέλεια «κάλυψη» για να ξεφύγουν από τα αδιάκριτα βλέμματα του γκρουπ και η Ανδρομάχη να απομονωθεί με τον ιερέα. Το ψέμα για την «ξαδέλφη» είναι το εισιτήριό σας για την απόλυτη ελευθερία της. Η Θεσσαλονίκη, με τη νυχτερινή της ατμόσφαιρα, το λιμάνι και τα στενά της, είναι το ιδανικό σκηνικό για να μετατραπεί η αγωνία της διαδρομής σε δράση. Ενώ το γκρουπ θα τακτοποιείται στο ξενοδοχείο, η Ανδρομάχη και ο «ρασοφόρος» θα αναζητήσουν το δικό τους καταφύγιο. Το ψέμα για την ξαδέλφη είχε ανοίξει τον δρόμο για μια νύχτα που δεν θα έμοιαζε με καμία άλλη.» Είναι πλέον ελεύθερη. Ο ιερέας την περιμένει.
«Και όλα αυτά τα κάνω για έναν και μόνο λόγο φιλενάδα... να μην νιώθεις άβολα,και μην τους δώσουμε πάτημα για κουτσομπολιά και ψιθύρους!Άλλωστε γι αυτό το λόγο είμαι εδώ, να σε κάνω να νιώθεις ασφαλής… σύμμαχος… τείχος προστασίας.!» Της λέει πουτανιάρικα και φλυαρώντας αναχώρησαν προς το πάρκινγκ του ξενοδοχείου όπου τις ανέμενε η εξαδέλφη της Ναυσικάς.
«Αλήθεια δεν μας είπες σε ποιο ξενοδοχείο σε αφήνουμε;» Τη ρώτησε η Ναυσικά.
Η Ανδρομάχη τους είπε το ξενοδοχείο, ένα πεντάστερο πολυτελές ξενοδοχείο στο κέντρο της πόλις.
«Βέβαια η αλήθεια είναι ότι σε παρόμοιες περιπτώσεις ζητάει το κάτι παραπάνω απ' τη ζωή η φιλενάδα μας….. Τέτοια κορμάρα για γαμήσι, θέλει πεντάστερη σουίτα το μουνί μας.... ε;» την πειράζει γελώντας η Ναυσικά.
«Και όλα αυτά τα κάνω για έναν και μόνο λόγο φιλενάδα... να μην νιώθεις άβολα, και μην τους δώσουμε πάτημα για κουτσομπολιά και ψιθύρους! Άλλωστε γι αυτό το λόγο είμαι εδώ, να σε κάνω να νιώθεις ασφαλής! Σύμμαχος… τείχος προστασίας.!» Της λέει πουτανιάρικα και φλυαρώντας αναχώρησαν προς το πάρκινγκ του ξενοδοχείου όπου τις ανέμενε η εξαδέλφη της Ναυσικάς.
«Αλήθεια δεν μας είπες σε ποιο ξενοδοχείο σε αφήνουμε;» Τη ρώτησε η Ναυσικά.
Η Ανδρομάχη τους είπε το ξενοδοχείο, ένα πεντάστερο πολυτελές ξενοδοχείο στο κέντρο της πόλης.
«Βέβαια η αλήθεια είναι ότι σε παρόμοιες περιπτώσεις ζητάει το κάτι παραπάνω απ' τη ζωή η φιλενάδα μας….. Τέτοια κορμάρα για γαμήσι, θέλει πεντάστερη σουίτα το μουνί μας.... ε;» την πειράζει γελώντας η Ναυσικά.
«Βρε σαν δε ντρέπεσαι, κι είσαι και φιλενάδα μου. Και όπως είπαμε! Κοίτα μην ξεχαστείς ούτε λεπτό, απόψε είμαστε μαζί στην ξαδέλφη σου.»
«Να προσέχεις οι παπάδες είναι πρόστυχοι, καριόλιδες. Τώρα εάν είναι και καλοί γαμιάδες, όπως και να 'χει, εσύ τα ξέρεις καλύτερα. »
«Το ξαναλέω ! Σα δεν ντρέπεσαι, είσαι και φιλενάδα μου. Και δεν τελείωσα! Θέλω ακόμη τη συμπαράσταση σου. Το βράδυ με έτρεχες στα φαρμακεία με κολικό του εντέρου. Είχα επώδυνες εκκενώσεις.»
«Βρε την παμπόνηρη την κατεργάρα και χαμηλοβλεπούσα, τι σκαρφίστηκε πάλι. Το έχει σκαρώσει καλά το παραμύθι της το πουταναριό! Εεεεεμ! Τελικά είσαι πολύ Καριόλα! Μεγάλη Καριόλα.
Προβλέπω το ρασοφόρο να σου ξεπατώσει τη σούφρα και το κωλάντερο και όντως να τη χρειαστείς τη βοήθεια μου και το φαρμακείο.
Δηλαδή αύριο να μην σε περιμένουμε στην εκδρομή Σπήλαιο Αλιστράτης,-Μονή Εικοσιφοίνισσα;.»Μπορούσες να διακρίνεις στο πρόσωπο της τη χαλάρωση και τη σχεδόν ονειρική αύρα του πάθους, ευρισκόμενη σε ερωτικό οίστρο με την καύλα να πυρώνει συνέχεια το κορμί της και να υγραίνει το μουνί της.
«Εσύ τι λες! Ν’ αφήσουμε το γάμο και να πάμε για πουρνάρια…. Ε όχι!...... Ο χορός και το γαμήσι είναι της γυναικός η φύση. Γλυκιά μου φιλενάδα μη μασάς. Όντας Θηλυκό κάτι ξέρεις και εσύ από ερωτικά στριπτήζ αν δεν κάνω λάθος». Συμπλήρωσε, επίσης με χαδιάρικη διάθεση ...και υπονοούμενα!
Πριν αφήσει την Ανδρομάχη στο ξενοδοχείο, η Ναυσικά την κοίταξε κατάματα χαμογελώντας όλο υπονοούμενα και κλείνοντας της το μάτι της ψιθύρισε χαδιάρικα. «Εσύ έχεις ανώτερα χαρίσματα....Μιλάμε για τη γκόμενα! είσαι θεά! Μωρό μου απόψε θα καυλώσεις τον ανδρικό πληθυσμό στο ξενοδοχείο. Όλα τα ανδρικά βλέμματα θα είναι καρφωμένα πάνω σου. Φιλιάα!.»
Αυτή χαμογέλασε έσκυψε τη φίλησε απαλά στο μάγουλο και τη ρώτησε.
«Μήπως είμαι ντυμένη σαν βίζιτα;»
«Είσαι ντυμένη super, σαν βίζιτα όμως όχι. Καληνύχτα, να περάσεις ωραία φιλενάδα μου.» Της απάντησε.
«Α και που είσαι! Δεν κάνεις λάθος.... Πες λοιπόν σ' αυτόν το μαλάκα τον Αλκιβιάδη σου, τέτοιο εργαλείο που έχει είναι κρίμα να του σκουριάζει, που τον έχεις στη νηστεία, πολλές έχουν ανάγκη από τη δροσιά του. Μην είσαι και εσύ αχόρταγη. Μην τα θέλεις όλα δικά σου. Αμόλα τον να κάνει καμιά ελεημοσύνη και σε εμάς τις πεινασμένες για να μην είμαστε συνέχεια με ένα παράπονο μέσα μας.»
«Ντροπή σου! Εσύ που το ξέρεις τι εργαλείο έχει ο κούκλος μου;»
«Είμαι σίγουρη ότι είναι εφάμιλλο ίσως και πιο προικισμένο από του ιερέα. Εσύ θα μου πεις εάν έχω δίκιο.»
«Σαν δεν ντρέπεσαι, είσαι και φιλενάδα μου. Ο κούκλος είναι λίρα εκατό για οικογένεια, και μεταξύ μας, πολύ μα πολύ προικισμένος, μα μακριά το βρώμικο μυαλό σου…. είσαι και φιλενάδα μου..... έχε γούστο... αστό καλύτερα να μην το σκέπτομαι.»
Το ότι η Ναυσικά συγκρίνει το «εργαλείο» του Αλκιβιάδη με αυτό του ιερέα, δείχνει ότι για εκείνη η ερωτική ζωή σας έχει γίνει πλέον το επίκεντρο του ενδιαφέροντος. Η δική της αντίδραση, το «άσ' το καλύτερα, μην το σκέφτομαι» προδίδει ότι, παρά την προσποιητή ντροπή της, το μυαλό της έχει κι αυτό κάνει τις συγκρίσεις του. Η Ανδρομάχη προσπαθεί να υπερασπιστεί την οικογενειακή αξία του Αλκιβιάδη, αλλά την ίδια στιγμή, μέσα στη σουίτα που την περιμένει, ο ιερέας, ο άνθρωπος της «αμαρτίας» είναι αυτός που θα της προσφέρει όσα η «οικογενειακή λίρα» ίσως δεν μπορεί
Τελικά την επομένη η Ναυσικά ενημέρωσε το υπόλοιπο γκρουπ για τα προβλήματα υγείας, της Ανδρομάχης, και ότι θα μείνει και την ημέρα στην ξαδέλφη της για να συνέλθει....
............Ανέβηκε τα σκαλιά του πολυτελούς ξενοδοχείου και ξεκίνησε να περπατάει προς την είσοδο.Ένα ζευγάρι γόβες ανεβαίνουν τα σκαλοπάτια του ξενοδοχείου. Η γυναίκα πρόκειται να συναντήσει έναν εραστή για τον οποίο δεν κρατιέται, ήδη τον οσμίζεται από τις σκάλες κι αυτός, πίσω από την πόρτα, ίσως ακούει την ηχητική μπάντα των βηματισμών από στιλέτο. Η στύση του σκληραίνει.
Ήταν χάρμα οφθαλμών να τη βλέπει κανείς. Η γοητεία της, έκανε τα κεφάλια πολλών αντρών να γυρνούν στο πέρασμα της. Τα μάτια τους πρώτα έπεφταν στις καλλίγραμμες γάμπες, που ξεπρόβαλαν κάτω από τη φούστα. ύστερα τα βλέμματα ανέβαιναν στον στρογγυλό και πεταχτό πισινό της, ο οποίος ασφυκτιούσε μέσα στη στενή φούστα. Τα καστανόξανθα σγουρά μαλλιά έπεφταν ανέμελα και χάιδευαν τους ώμους και την πλάτη της. Αν ήταν τυχεροί και κατάφερναν να τη δουν κι από μπροστά, είχαν την χαρά να απολαύσουν ένα μεγάλο και ζουμερό στήθος να προβάλει λαχταριστό μέσα από τη μπλούζα της. Διασχίζοντας την είσοδο δεν έδινε σημασία στα ξένα βλέμματα. Ούτε που τα πρόσεχε.
Έφτασε έξω απ' τη σουίτα του ξενοδοχείου και σαν εικοσάχρονο κοριτσάκι, περίμενε να αντικρίσει τον έρωτας της. Αυτή την φορά, είχε αφήσει τον πόθο της και την καύλα της να την κατευθύνει και ότι ήταν να γίνει ας γίνει. Ο ιερέας είχε καταφτάσει πρώτος ντυμένος με το τζιν παντελόνι του και το λευκό Μάο πουκάμισο του όπως τότε στην πρώτη ερωτική φωλιά τους. Φορούσε τραγιάσκα κρύβοντας τα πλούσια μαλλιά του και κατάμαυρα γυαλιά Ήλιου ήταν δύσκολο να τον αναγνώρισης. Μπήκε στο δωμάτιο τους και την περίμενε.
Με το που μπαίνει μέσα χίμηξε επάνω του. «Δεν άντεχα άλλο να περιμένω.» Του είπε κι ένιωσε να παίρνουν φωτιά τα σωθικά της, με το κιλοτάκι της να έχει πλημμυρίσει εντελώς.
«Ούτε εγώ άντεχα άλλο.» Της είπε και την έχωσε πάλι στην αγκαλιά του.
Έμειναν αγκαλιασμένοι, χαμένοι στην ερωτική τους σιωπή ή μέσα στα όμορφα λόγια και στα φιλιά τους, που μπορεί τώρα να μην είναι παθιασμένα αλλά γλυκά και ερωτικά. Πέρασαν ένα βράδυ γεμάτο πάθος, με πολύ έντονα ερωτικά παιχνίδια και αχαλίνωτο σεξ!
...Ξημέρωσε το πρωί του Σαββάτου. Πρώτος ξύπνησε ο Ιερέας και όταν η Ανδρομάχη άνοιξε τα μάτια της έδωσε το πιο γλυκό του χαμόγελο κλείνοντας της το μάτι. Εκείνη χαμογέλασε μ' ευχαρίστηση. ... και για κάμποση ώρα είχε κουρνιάσει στην αγκαλιά του, είχε «ανάγκη» το χουζούρεμα στην αγκαλιά του, τα χάδια του, λίγα φιλιά. Θέλει να νιώσει πως για εκείνον είναι σημαντική, πως του χάρισε στιγμές πόθου και πάθους και πως εκείνος της το αναγνωρίζει.
Nτριν... ντριν... ντριν… χτυπάει το τηλέφωνο της Ανδρομάχης, ξεχασμένο στο σαλόνι της σουίτας.
Η κυρία σηκώνεται από την αγκαλιά του ιερέα, του έκανε νόημα με το δάχτυλό της να μην μιλήσει.
Σηκώθηκε λοιπόν και παίρνοντας αγκαλιά τα πετάμενα στο πάτωμα ρούχα τους για να μη σκοντάψει, τρέχοντας το σηκώνει.
«Εμπρός,» λέει.
«Αγάπη μου, καλημέρα.» Είναι η φωνή του Αλκιβιάδη της.
Η φωνή του στο αυτί της έλεγε κάτι «αν της συνέβη τίποτα και γιατί δεν απάντησε στο πρώτο τηλεφώνημά του». Τα μάτια της Ανδρομάχης, παρακολουθούσαν αποκλειστικά τον ιερέα να χαϊδεύει τον πούτσο του με το ένα χέρι. Εκείνος της χαμογελούσε με εκείνο το γεμάτο αυτοπεποίθηση χαμόγελο του και της ζητούσε να μην καθυστερεί, γιατί ήθελε να τη γαμήσει κι άλλο, ενώ εκείνη μιλούσε με την Αλκιβιάδη στο τηλέφωνο.
«Καλημέρα, κούκλε μου.… Συγγνώμη, γλυκέ μου, πρέπει να ήμουν στο ντους εδώ... Ουφ… ουφ… ουφ!… .» είπε, καθώς κοιτούσε προς τη διέγερση του ιερέα.
«Τι έχεις, αγάπη μου, και βαριαναστενάζεις;»
«Είμαι ψυχολογικά πολύ ταλαιπωρημένη. Αισθάνομαι πολύ άσχημα κούκλε μου γλυκέ. Μ' έπιασαν πάλι αυτοί οι κολικοί τοy εντέρου και υπέφερα όλο το βράδυ. Δεν έχω κλείσει μάτι. Μου έλειψες και εσύ που μου συμπαραστέκεσαι όταν υποφέρω. Πέρασα μια βραδιά κόλαση!!!! »
«Δεν πήρες κανένα κατάλληλο καταπραυντικό να σε βοηθήσει να ηρεμήσεις;»
«Βέβαια έπαιρνα και και μάλιστα το σωστό γιατρικό και βάλσαμο όλο το βράδυ και είχα και την κατάλληλη τρυφερή φροντίδα, …. κούκλε μου γλυκέ,…. αλλά η δράση του με ξεκώλιασε…
Αχ τσούζει ο κώλος μου….
Πω πω!, τι ταλαιπωρία ήταν αυτή που πέρασα! Μεγάλη ταλαιπωρία, σου λέω. Μάλλον πήρα μεγαλύτερη δόση και είχα παρενέργειες αγαπούλα μου.
Μαζεύω όλο μου το κουράγιο να πάρω τα πόδια μου. Ήταν μάλλον θέλημα Θεού, η ταλαιπωρία που πέρασα. Ο πόνος δοκιμάζει την αγάπη μας στον Θεό για να έρθουμε πιο κοντά στην Αγκαλιά του.
Θα κάνω υπομονή στο μικρό αυτό μαρτύριο της δοκιμασίας του.!»
«Μου θυμίζεις το φίλο μας το ρασοφόρο που μας έλεγε. Ο Θεός ξέρει ποιόν δοκιμάζει και γιατί τον δοκιμάζει!!
Και δε θα πας στην εκδρομή σήμερα αγάπη μου; Μια εκδρομή αποφάσισες να πας να ηρεμήσεις στη φύση για λίγο και εσύ.Έκανες τόσες χαρές όταν την προγραμμάτιζες, δεν κρατιόσουν από την ανυπομονησία να ξεκινήσετε και να έχεις τέτοια ατυχία… μα τέτοια ατυχία.
Αλήθεια όταν εμφανίστηκαν οι ενδείξεις και τα συμπτώματα δεν ζήτησες από το ρασοφόρο φίλο μας να σου έκανε κανέναν αγιασμό, καμιά προσευχή ... μήπως και σε βοηθούσε έστω και ψυχολογικά τουλάχιστον.
Τι κολλητός φίλος είναι αν δεν συμπαραστέκεται στη σύντροφο του φίλου του...
Καθώς φεύγατε, του το τόνισα ιδιαιτέρως να σε προσέχει σαν τα μάτια του να σε νοιάζεται. Να είναι πάντα δίπλα σου, ότι ανάγκη και επιθυμία έχεις να σε βοηθήσει και να σε συντρέξει σαν να είμαι εγώ δίπλα σου.
Διάβολε όλο τον καιρό ο ρασοφόρος δεν έλεγε να ξεκολλήσει τα μάτια του από πάνω σου….. σε πρόσεχε..... πως είναι να σε κρατάνε σφιχτά σαν κάτι πολύτιμο που δεν θέλουν να χάσουν…..
Και τώρα που έχεις ανάγκη από τρυφερότητα και παρηγοριά, να σου παραχωρήσει τον ώμο του να ακουμπήσεις επάνω του τώρα που υποφέρεις αυτός σε παράτησε και σηκώθηκε κι έφυγε. Μα τόσο άκαρδος…. άσπλαχνος….. τέρας αναισθησίας.»
«Κούκλε μου γι ' αυτό σε λατρεύω και σ' έχω κορόνα στο κεφάλι μου.!!!!
Α τον Καριόλη… συγγνώμη αγάπη μου για την φράση μου….. αλλά αυτός σε αλλά είχε το νου του… δεν θα το πιστέψεις…. στο ταξίδι χαριεντιζόταν με μια πιτσιρίκα φοιτήτρια. Ακούς εκεί ο σάτυρος...... φωτιά θα πέσει να τον κάψει… Μα μπροστά στα μάτια μας. Πάει χάλασε ο κόσμος αγάπη μου …ξεστρατίζει από το δρόμο του θεού… Τι αμαρτία και αυτή να έχεις το μυαλό σου στο σεξ…. Τώρα βέβαια τα λέω σε σένα τον άλλο το σάτυρο… αλλά εγώ ευχαριστώ το θεό για την εγκράτεια μου… Το ξέρω αγάπη μου σε βασανίζω με τις νηστείες μου, που απέχω από το σεξ, αλλά ο Κύριος Ημών προηγείται.»
«Άντε πάλι απ την αρχή....μου ψέλνει το ίδιο τροπάριο. … Προηγείται ο Κύριος!!…. και οι νηστείες.
Ωχ πάει.... θα κάνουμε πάλι κανένα τρίμηνο να δούμε το μουνί της.» μονολόγησε μέσα από τα δόντια του.
«Καλά λέω εγώ ότι μου το έφαγε η εκκλησία, με τον έναν η τον άλλο τρόπο.» συνέχισε να μονολογεί.
«Κρίμα που έχουμε και φίλο το ρασοφόρο εξομολόγο. Όταν εξομολογείται δεν της δίνει και καμία συμβουλή ο εξομολόγος, σαν καλός φίλος του που είναι.
Να την προτρέψει βρε αδελφέ.
Με την ευχή μου….. και του θεού τη χάρη… άντε και γαμήσου μ’ αυτόν το φουκαρά που έχει λωλαθεί στη μαλακία.»
«Γλυκέ μου κούκλε! Εσύ είσαι η χαρά και η ευτυχία μου. Είσαι εσύ ο πόθος μου και η παρηγοριά μου είσαι η λατρεία μου και η επιθυμία μου.! Ο μοναδικός εσύ σύντροφος της ζωής μου, το ξέρεις πως σε λατρεύω!!!!
Σε κλείνω όμως τώρα γιατί είναι ώρα που πρέπει να πάρω πάλι φάρμακο μου. Μου το σύστησε ο φίλος σου ιερέας και δεν ξέρεις πόσο με αναζωογονεί. Χάρις στις δόσεις του νιώθω πάλι ευχάριστα και ευδιάθετη και βελτιώνει και την απόδοση μου στις επιθυμίες μου.
Η μέρα τους κύλησε μέσα σ’ ένα «ερωτικό τυφώνα», ανάμεσα σε δυο ανθρώπους, δίχως υποκριτική σεμνοτυφία και «καθωσπρεπισμό» λες και βγαλμένος από την ερωτική ποίηση της Τζοκόντα Μπέλι.
Δάγκωσε το μήλο
Μύρισε
Πόνεσε
Αντάλλαξε βλέμματα σάλιο μουσκέψου
Κυλήσου εντύπωσε λυγμούς σάρκα που στάζει
Απόλαυσέ τα.
Αργά το απόγευμα χώρισαν οι δρόμοι τους, η Ανδρομάχη ξεκίνησε για το ξενοδοχείο να συναντήσει την εκδρομική ομάδα και ο ιερέας για το Άγιο Όρος.
...........Η Ναυσικά στο ξενοδοχείο με το σκερτσόζικο, χαριτωμένο, γεμάτο γκριμάτσες πρόσωπο της και με το ακαταμάχητο χιούμορ της που σε στέλνει, τραγουδάει σαν «καρδερίνα» στη φιλενάδα της.
..........«Είσαι ένα καρδιοχτύπι μου 'χεις κόψει τα φτερά έλα πάρε μου τη λύπη έλα δωσ' μου τη χαρά.»....
Φιλενάδα είναι κάτι βράδια που μόνον ένας στεναγμός μας χωρίζει από τον παράδεισο.! ....Σ' αγαπάω! Να σε δω να μου χαμογελάς χρυσό μου και κλείσε τ’ αυτιά σου, άκου τη φωνή σου ακόμα κι αν ψιθυρίζει ανοησίες, εσύ έστω για λίγο τις έκανες δικές σου και τις υποστήριξες. Όσα επιχειρήματα και προσωπικές εμπειρίες περάσουν απ’ τα μάτια κι απ’ τ’ αυτιά σου, πάντα το σωστό για’ σένα θα έρχεται από ‘σένα. Τόσο απλά. Με μια περιέργεια είναι η αλήθεια, δεν κρατιέται, ήθελε να τη ρωτήσει πολλά για την χθεσινή της βραδιά.
«Το λοιπόν, τι έχεις να μου πεις; είμαι όλη αυτιά.» Την παροτρύνει η Ναυσικά ανυπόμονα.
Δάγκωσε το μήλο
Μύρισε
Πόνεσε
Αντάλλαξε βλέμματα σάλιο μουσκέψου
Κυλήσου εντύπωσε λυγμούς σάρκα που στάζει
Απόλαυσέ τα.
Αργά το απόγευμα χώρισαν οι δρόμοι τους, η Ανδρομάχη ξεκίνησε για το ξενοδοχείο να συναντήσει την εκδρομική ομάδα και ο ιερέας για το Άγιο Όρος.
...........Η Ναυσικά στο ξενοδοχείο με το σκερτσόζικο, χαριτωμένο, γεμάτο γκριμάτσες πρόσωπο της και με το ακαταμάχητο χιούμορ της που σε στέλνει, τραγουδάει σαν «καρδερίνα» στη φιλενάδα της.
..........«Είσαι ένα καρδιοχτύπι μου 'χεις κόψει τα φτερά έλα πάρε μου τη λύπη έλα δωσ' μου τη χαρά.»....
Φιλενάδα είναι κάτι βράδια που μόνον ένας στεναγμός μας χωρίζει από τον παράδεισο.! ....Σ' αγαπάω! Να σε δω να μου χαμογελάς χρυσό μου και κλείσε τ’ αυτιά σου, άκου τη φωνή σου ακόμα κι αν ψιθυρίζει ανοησίες, εσύ έστω για λίγο τις έκανες δικές σου και τις υποστήριξες. Όσα επιχειρήματα και προσωπικές εμπειρίες περάσουν απ’ τα μάτια κι απ’ τ’ αυτιά σου, πάντα το σωστό για’ σένα θα έρχεται από ‘σένα. Τόσο απλά. Με μια περιέργεια είναι η αλήθεια, δεν κρατιέται, ήθελε να τη ρωτήσει πολλά για την χθεσινή της βραδιά.
«Το λοιπόν, τι έχεις να μου πεις; είμαι όλη αυτιά.» Την παροτρύνει η Ναυσικά ανυπόμονα.
Η Ανδρομάχη ισιώνει την πλάτη της παίρνει μια βαθιά ανάσα και της λέει...
Aχ καλή μου φιλενάδα από πού να αρχίσω; Τι να σου εξιστορήσω; Την αφύπνιση του ερωτικού ενστίκτου; Την έκρηξη που ακολούθησε και με συντάραξε συθέμελα; Το εφήμερο ερωτικό πάθος;
Πέρασα έντονες και θυελλώδης στιγμές. Ανακάλυψα τον εαυτό μου που κρυβόταν και τον ακούμπησα στα χέρια του ιερέα, με μιαν οικειότητα πρωτόφαντη. Πέντε φορές έκανα Ανάσταση με το ρασοφόρο! Μέχρι που είπα τον Δεσπότη Παναγιώτη, ρε φιλενάδα απ' την ερωτική διέγερση!
Τι εννοούμε ρε φιλενάδα όταν λέμε ότι ο άτιμος ο χρόνος φθείρει τα πάντα αλλά εμείς δυσκολευόμαστε ιδιαιτέρως να αγγίξουμε μερικά ζητήματα. Βλέπεις μετά από δέκα πέντε χρόνια γάμου φιλενάδα ο πόθος και η ανάγκη επιβεβαίωσης ζητούν ικανοποίηση όταν η ζωή σου γίνεται ανιαρή. Η σεξουαλική μου ζωή είχε φθάσει σε σημείο, που δεν μου προκαλεί πια κανένα ενθουσιασμό η σκέψη να κάνω έρωτα με το σύντροφό μου.
Σκέφτομαι τον καλό και στοργικό μου άντρα, αυτόν που με σέβεται όπως κάνει και με όλους τους υπόλοιπους ανθρώπους, αυτόν που είναι ευγενικός και γλυκός, και συνεχίζει το ίδιο τροπάρι και στο κρεβάτι. Και ξενερώνω.
Μαζί του είμαι ενθουσιασμένη νοιώθω όμορφα, νοιώθω θηλυκό, παύω να ΄μαι μάνα και σύζυγος, είμαι εγώ, γυμνή, με τον έρωτα μου. Νιώθω ένα αίσθημα απίστευτης πληρότητας και συγχρόνως έχω την εντύπωση ότι ζούσα σε κατάσταση στέρησης. Και λιώνω. Ο ρασοφόρος, με τρελαίνει, τα έχω χάσει τελείως το ξέρω. Πάντα έψαχνα έναν άντρα να με προκαλέσει εγκεφαλικά, να κυριαρχήσει στο μυαλό μου, να με τρελάνει. Όταν πέφτω στην αγκαλιά του πρόθυμη για όλα, στην πραγματικότητα είμαι έτοιμη για τα πάντα. Νιώθω τον εαυτό μου να βουλιάζει βαθύτερα στο πάθος, να χάνομαι στη φωτιά.
Γυμνή μπροστά του, ανοιχτή, ευάλωτη, τρέμω από επιθυμία. Όταν με γαμάει νοιώθω ότι κάνω έρωτα για πρώτη φορά μετά από καιρό. Ούτε ο εξομολόγος, αλλά ούτε και εγώ θέλουμε να πληγώσουμε τον σύντροφο μου, αλλά δεν μπορούμε να ξεκόψουμε. Έχουμε απίστευτη χημεία στο σεξ και κάθε φορά είναι λες και σκάνε πυροτεχνήματα. Μου λέει ότι είμαι ο καλύτερη πουτάνα που είχε ποτέ, αλλά και εγώ οφείλω να ομολογήσω ότι ποτέ στη ζωή μου δεν έχω περάσει τόσο καλά στο κρεβάτι.
Έχει τον τρόπο του να με κάνει να θέλω ξανά και ξανά. Το πρόβλημα είναι άλυτο και αιώνιο. Ποια πίστη και ποια απιστία; Το γαμήσι είναι ζωή. Όταν ηρεμώ το ξέρω ότι κάνω λάθος,..... πολύ χοντρό λάθος, ξεπερνάω τα όρια και τρομάζω και φοβάμαι μήπως χαθώ. Ο έρωτας και ο φόβος πηγαίνουν πάντοτε μαζί με μια θανάσιμη αγωνία που φέρει μαζί μ' αυτήν κι ένα αίσθημα ενοχής.
Τρομάζω ρε φιλενάδα, πιο πολύ με την σκέψη ότι, ο ρασοφόρος μπορεί να κάνει κυριολεκτικά ότι θέλει με το κορμί μου, με υποτάσσει, μαζί του κάνω τα πάντα…… . Σε σημείο που το μυαλό μου δεν ξεκολλάει από εκείνον. Σπίτι χωρίς κέρατο δάσος χωρίς έλατο. Έτσι δεν λένε ρε φιλενάδα;....
Μετά από μερικά σφηνάκια που τα σήκωνε η κατάσταση και για τις δυο τους, η βραδιά είχε κυλήσει υπέροχα σε μια φάση χαράς και χαλάρωσης. Κουβέντες, ανέκδοτα, γέλια μέχρι να αποφασίσουν να γυρίσουν στο ξενοδοχείο. Μόλις έφτασαν στο δωμάτιο τους ήθελαν να κάνουν ένα ντους να ανανεωθούν. Η Ναυσικά είπε της Ανδρομάχης να πάει πρώτη στο μπάνιο, γιατί αυτή θα κάτσει να δει τα μηνύματά της απ' την εταιρεία της. Εκεί που σαπουνιζόταν η Ανδρομάχη, ανοίγει η πόρτα και μπαίνει ολόγυμνη η Ναυσικά και κλείνει την πόρτα πίσω της. «Μωρό μου δεν σε πειράζει να μοιραστούμε το μπάνιο» της λέει. Η Ανδρομάχη μπορεί να είχε μείνει κόκαλο με αυτό που συμβαίνει αλλά η Ναυσικά προφανώς είχε σκοπό!
«Το βαθύ πρωκτικό γαμήσι φιλενάδα είναι πηγή απόλαυσης καθώς κι ένας τρόπος να εφαρμόζεις κάποιες βαθιά κρυμμένες φαντασιώσεις σου, αλλά η ουσία είναι πως ο καριόλης με διέλυσε. Βίωσα πολύ μεγάλη απόλαυση και ηδονή, αλλά με ξεκώλιασε. Κώλος είναι γαμιόλη παπά, πρόσεχε τον. Νομίζω έχει ερεθιστεί, και νιώθω κάποια αμυδρά ενόχληση.».
«Και τι ιδιαίτερα προσόντα έχει ο ιερέας και σε εντυπωσίασε εσένα; Υποθέτω μιας και σε ξέρω, πως πρέπει να έχει κάτι πολύ εξαιρετικό για να τα έχεις μπλέξει μαζί του. Να υποθέσω ότι κάτω από τα ράσα κρύβετε ένα τεράστιο χοντρό καυλί, τουλάχιστον είκοσι πέντε πόντους;» Τη ρώτησε κλείνοντας το μάτι πονηρά και της χαμογελά υπαινικτικά.
Η Ανδρομάχη την κοίταξε απογοητευμένη. Είχαν μιλήσει τόσες φορές. Της είχε εξηγήσει, πότε ένας άνδρας φαίνεται «ξεχωριστός» στα μάτια μιας γυναίκας. Καλά ρε Ναυσικά, ακόμη με τα μεγέθη θα ασχολούμεθα; Εγώ δεν σου είπα πως ο Αλκιβιάδης την έχει πάνω από είκοσι πόντους και δεν ξέρει τι να την κάνει; Ε! ο παπάς έχει αυτό το «κάτι!» Αυτό που κάνει στα μάτια μας ξεχωριστό το αντικείμενο του πόθου μας. Ξέρει πως να κάνει την γυναίκα ευτυχισμένη. Το αν το πουλί του είναι τρεις τέσσερις πόντους μικρότερο, πόση σημασία πιστεύεις ότι έχει; Το σημαντικότερο όταν κάνουμε έρωτα δεν γουστάρει με τίποτα να τελειώσει αν πρώτα δεν σιγουρευτεί ότι εγώ «στέγνωσα.» Έχουμε συνηθίσει οι άντρες που «κοπανιούνται» σαν τα σέικερ από πάνω μας, τελειώνουν και ύστερα ροχαλίζουν δίπλα μας κουρασμένοι, ενώ εμείς δεν έχουμε καν αρχίσει. Αν οι άντρες ήταν σωστοί και έκαναν τις συντρόφους τους να τελειώνουν και εκείνες, η κούραση θα ήταν αμοιβαία και όλα θα ήταν τέλεια. Δεν σου φτάνει αυτό; Εγώ ρε φιλενάδα θέλω ο άντρας να με βάλει κάτω χωρίς καλοσύνες και αβρότητες. Κι ας είμαι εγώ από πάνω του, σε κάποια από τις στάσεις μας. Θέλω να είναι ενεργητικός ο άντρας κι εγώ παθητική. Κι ας είμαι σε θέση να ζητήσω τα πάντα και να πάρω τις πρωτοβουλίες μου. Είναι στιγμές που θέλω ένας άντρας να με κάνει να αισθανθώ σκέτη σάρκα, να νιώθω ότι δεν τον ενδιαφέρει το μυαλό, η ψυχή μου, η προσωπικότητά μου. Κι αυτό μου το βγάζει ο ρασοφόρος.Μαζί του είμαι ενθουσιασμένη νοιώθω όμορφα, νοιώθω θηλυκό, παύω να ΄μαι μάνα και σύζυγος, είμαι εγώ, γυμνή, με τον έρωτα μου. Νιώθω ένα αίσθημα απίστευτης πληρότητας και συγχρόνως έχω την εντύπωση ότι ζούσα σε κατάσταση στέρησης. Και λιώνω. Ο ρασοφόρος, με τρελαίνει, τα έχω χάσει τελείως το ξέρω. Πάντα έψαχνα έναν άντρα να με προκαλέσει εγκεφαλικά, να κυριαρχήσει στο μυαλό μου, να με τρελάνει. Όταν πέφτω στην αγκαλιά του πρόθυμη για όλα, στην πραγματικότητα είμαι έτοιμη για τα πάντα. Νιώθω τον εαυτό μου να βουλιάζει βαθύτερα στο πάθος, να χάνομαι στη φωτιά.
Γυμνή μπροστά του, ανοιχτή, ευάλωτη, τρέμω από επιθυμία. Όταν με γαμάει νοιώθω ότι κάνω έρωτα για πρώτη φορά μετά από καιρό. Ούτε ο εξομολόγος, αλλά ούτε και εγώ θέλουμε να πληγώσουμε τον σύντροφο μου, αλλά δεν μπορούμε να ξεκόψουμε. Έχουμε απίστευτη χημεία στο σεξ και κάθε φορά είναι λες και σκάνε πυροτεχνήματα. Μου λέει ότι είμαι ο καλύτερη πουτάνα που είχε ποτέ, αλλά και εγώ οφείλω να ομολογήσω ότι ποτέ στη ζωή μου δεν έχω περάσει τόσο καλά στο κρεβάτι.
Έχει τον τρόπο του να με κάνει να θέλω ξανά και ξανά. Το πρόβλημα είναι άλυτο και αιώνιο. Ποια πίστη και ποια απιστία; Το γαμήσι είναι ζωή. Όταν ηρεμώ το ξέρω ότι κάνω λάθος,..... πολύ χοντρό λάθος, ξεπερνάω τα όρια και τρομάζω και φοβάμαι μήπως χαθώ. Ο έρωτας και ο φόβος πηγαίνουν πάντοτε μαζί με μια θανάσιμη αγωνία που φέρει μαζί μ' αυτήν κι ένα αίσθημα ενοχής.
Τρομάζω ρε φιλενάδα, πιο πολύ με την σκέψη ότι, ο ρασοφόρος μπορεί να κάνει κυριολεκτικά ότι θέλει με το κορμί μου, με υποτάσσει, μαζί του κάνω τα πάντα…… . Σε σημείο που το μυαλό μου δεν ξεκολλάει από εκείνον. Σπίτι χωρίς κέρατο δάσος χωρίς έλατο. Έτσι δεν λένε ρε φιλενάδα;....
Ακόμη και τα πουλάκια στη φύση, δεν είναι και αθώες περιστερές. Βρέθηκαν πολλά ράμματα για την γούνα τους , όπως ότι βγάζουν τα ματάκια τους, με όποιον τους γυαλίσει στο απέναντι φτερωτό στρατόπεδο και πάει λέγοντας. Οι πληροφορίες από έγκυρες πηγές λένε, ότι από όλα τα θηλαστικά είδη του πλανήτη μόνο τα φαλαινοειδή και οι λύκοι είναι μονογαμικά (και τα ζωάκια του Disney), όλα τα άλλα, συμπεριλαμβανομένου του ανθρώπου, είναι λυσσαλέα και αθεράπευτα πολυγαμικά. Επίσης ο άνθρωπος, μοναδική εξαίρεση στο ζωικό βασίλειο, δεν διεγείρεται σεξουαλικά μόνο κατά την περίοδο του ζευγαρώματος, αλλά όποτε θέλει κι όποτε του κεντριστεί η φαντασία η περίφημη λίμπιντο των ψυχαναλυτών. Τώρα, ποιος εγκέφαλος συνέλαβε την ιδέα ότι ο άνθρωπος είναι κι αυτός, όπως οι φάλαινες και οι λύκοι, μονογαμικός δεν ξέρω, αλλά δεν θα το εξετάσουμε αυτό τώρα και δεν μας ενδιαφέρει κιόλας. Άλλωστε, έτσι είναι φτιαγμένος ο κόσμος και ποιες είμαστε εμείς να θέλουμε να τον αλλάξουμε;
Όχι ότι θέλω να χωρίσω τον κούκλο μου, δεν παρατάς τον σύντροφο για τον εραστή, αυτό δεν το συζητάω καν. Τον αγαπάω, τόσα έχουμε περάσει μαζί, με ξέρει, τον ξέρω, αγαπιόμαστε, αλλά ο γάμος γίνεται αναπόφευκτα ανιαρός. Πέρασε ο καιρός της έντονης σχέσης μας; Τότε που αγαπιόμασταν σαν παλαβοί και επιθυμούσαμε παράφορα ο ένας τον άλλο, τότε που επινοούσαμε αμέτρητες αφορμές για να βλέπουν ο ένας τον άλλο, τότε που συνέχεια θέλαμε τα κορμιά μας ν’ αγγίζουν το ένα το άλλο, τότε που προσπαθούσαμε να μη στενοχωρήσουμε ο ένας τον άλλο, να μη χάσουμε τον άλλο μέσα από τα χέρια του. Όταν όμως περάσει καιρός, όταν κλειστήκαμε μέσα στους αναθεματισμένους τοίχους μας, όταν βρισκόμαστε συνέχεια μαζί, εξαντλείται η λαχτάρα της επαφής, τότε παρουσιάζεται η ανάγκη κάποιου άλλου. Ο έρωτας, το πάθος και εν κατακλείδι η αγάπη, είναι μάλλον υποκειμενικής αισθητικής αντίληψης. Γιαυτό και όταν δύο άνθρωποι ξεκινούν στο μαγικό χαλί που οδηγεί στις χίλιες και μια νύχτες, έχουν ενδεχομένως στο μυαλό τους μια τελείως διαφορετική άποψη για την ταχύτητα και την εξέλιξη της κούρσας! Έτσι σύντομα ο ένας τουλάχιστον δηλώνει κουρασμένος από το κοπιαστικό ταξίδι και τότε ο άλλος χάνει τη γη από τα πόδια του!
Και εκείνες τις στιγμές ήταν τόσο σημαντικό το άγγιγμα του ρασοφόρου, ώστε ‘άρχισα να τρέμω όταν για πρώτη φορά το χέρι του άγγιξε το λαιμό μου! Το μόνο σίγουρο είναι πως το σεξουαλικό πάθος κι η λογική, δεν περπάτησαν ποτέ χέρι χέρι. Χάνεσαι σ' έναν κόσμο ηδονικής απόλαυσης.
«Σωστά στο σεξ δεν χωράει σε λογική. Λοιπόν έχουμε χρόνο να τα πούμε αργότερα. Απόψε αγάπη μου πες σε όλους ένα αντίο και ζήσε τη βραδιά χωρίς αυτούς! Εμείς εδώ έχουμε η μια την άλλη να μιλάμε σαν φιλενάδες, που είχανε να βρεθούνε καιρό. Ξέχνα λοιπόν τους έρωτες και πάμε παρέα για πολλά κοκτέιλ σε κάποιο μπαράκι. Η Θεσσαλονίκη είναι όμορφη το βράδυ και ερωτιάρα.»
Σούρουπο καθημερινής η βόλτα στην πόλη ήταν ενδιαφέρουσα και χαλαρωτική.Μετά από μερικά σφηνάκια που τα σήκωνε η κατάσταση και για τις δυο τους, η βραδιά είχε κυλήσει υπέροχα σε μια φάση χαράς και χαλάρωσης. Κουβέντες, ανέκδοτα, γέλια μέχρι να αποφασίσουν να γυρίσουν στο ξενοδοχείο. Μόλις έφτασαν στο δωμάτιο τους ήθελαν να κάνουν ένα ντους να ανανεωθούν. Η Ναυσικά είπε της Ανδρομάχης να πάει πρώτη στο μπάνιο, γιατί αυτή θα κάτσει να δει τα μηνύματά της απ' την εταιρεία της. Εκεί που σαπουνιζόταν η Ανδρομάχη, ανοίγει η πόρτα και μπαίνει ολόγυμνη η Ναυσικά και κλείνει την πόρτα πίσω της. «Μωρό μου δεν σε πειράζει να μοιραστούμε το μπάνιο» της λέει. Η Ανδρομάχη μπορεί να είχε μείνει κόκαλο με αυτό που συμβαίνει αλλά η Ναυσικά προφανώς είχε σκοπό!
Έχοντας τελειώσει το ντους και η Ναυσικά αφού έκανε ένα ανακουφιστικό αφρόλουτρο, έβαλε κρέμα σώματος και κολόνια. Τα αρώματα συνδυάστηκαν υπέροχα, σε σημείο να ερεθιστεί και η ίδια από τη μυρωδιά που ανέδυε το σώμα της. Χωρίς χρονοτριβή απευθύνεται στην Ανδρομάχη. Τη ρώτησε αν πήγαν όλα καλά με τον ρασοφόρο της και τους υποτιθέμενους κολικούς της.
«Δεν μου τελείωσες, πως τα πέρασες χθες με τους κολικούς του εντέρου;»«Το βαθύ πρωκτικό γαμήσι φιλενάδα είναι πηγή απόλαυσης καθώς κι ένας τρόπος να εφαρμόζεις κάποιες βαθιά κρυμμένες φαντασιώσεις σου, αλλά η ουσία είναι πως ο καριόλης με διέλυσε. Βίωσα πολύ μεγάλη απόλαυση και ηδονή, αλλά με ξεκώλιασε. Κώλος είναι γαμιόλη παπά, πρόσεχε τον. Νομίζω έχει ερεθιστεί, και νιώθω κάποια αμυδρά ενόχληση.».
«Ας αρχίσουμε την ανακούφιση σου λοιπόν, ξάπλωσε τώρα μπρούμυτα στο κρεβάτι και άνοιξε τα πόδια σου ! Θέλω να βλέπω την σούφρα σου!»
Η Ανδρομάχη τι να πει! Από τη μια αισθανόταν λίγο άβολα σε αυτή την στάση και συνάμα κάποια ντροπή από την άλλη ένιωθε την ανάγκη να ανακουφισθεί στον ερεθισμό της.
«Άφησε τη φίλη σου να σε περιποιηθεί γιατί από ότι καταλαβαίνω ίσως να έχει πάρει φωτιά ο κώλος σου. Έχω από χθες προμηθευτεί μια αντιφλεγμονώδη λιπαρή κρεμά που βοήθα στην υγεία του δέρματος.»
Της ανέβασε το νυχτικό ψηλά στη πλάτη, τη βοήθησε να βγάλει το μικρό εσώρουχο της και δεν έχασε την ευκαιρία να κολλήσει τη ματιά της στον βελουδένιο κώλο. Λείος, απαλός και σφιχτός.
«Είναι λίγο ερεθισμένος, όχι τίποτα το σοβαρό. Το κωλαράκι σου είναι πανέμορφο και η σούφρα σου φαίνεται σφιχτή» της είπε ενώ χτύπησε με το χέρι της τα κωλομέρια της της Ανδρομάχης απαλά.
«Αουτς….» ψέλλισε ανήσυχα η Εριφύλη και μουρμούρισε κάτι ακατάληπτο.
Η Ναυσικά συνεχίζει το πικάντικο κουτσομπολιό λέγοντας. Ρε φιλενάδα! Να σου πω την αμαρτία μου δεν του το 'χω του ρασοφόρου για τον άνδρα εκείνο που ενσαρκώνει το πρότυπο του γνήσιου αρσενικού. Το πρότυπο του φαλλοκράτη αρσενικού που κάνει τον άνδρα να φαίνεται ψυχρός, απόμακρος και αυταρχικός. Ένας άνδρας που δεν εμπνέει εμπιστοσύνη. Αρκεί μια ματιά στο πρόσωπο του και εγώ βλέπω στο ρασοφόρο έναν τρυφερό και ευαίσθητο άνδρα. Μου φέρνει «αμφί» ο λεγάμενος, ο οποίος κρύβει πολύ καλά το προσανατολισμό του! Και εγώ αγάπη μου γλυκιά συνήθως δεν πέφτω έξω στις εκτιμήσεις μου και δε με γελούν τα μάτια μου, είμαι βέβαιη, είμαι σίγουρη γι’ αυτό που βλέπω. Δε με γελούν τα μάτια μου, γιατί είμαι σίγουρη πως η ομορφιά του κάθε άλλο παρά «ζωώδης» μπορεί να θεωρηθεί, τα χαρακτηριστικά του είναι γλυκά, απαλά. Με λίγα λόγια θηλυπρεπή. Δεν έχει ακόμα εκδηλωθεί επίσημα, αλλά το πάθος του γίνεται αντιληπτό από την έκφραση των ματιών του. Γι' αυτό πες του να μη σου κάνει τον γνήσιο άντρα, γιατί από τη ματιά του εκδηλωνόταν πως ζαχάρωνε τον Αλκιβιάδη σου. Είμαι σίγουρη ότι αρέσει στην τρύπα του να γαμηθεί. Το κατάλαβα όταν τον είδα πόσο θερμά τον χαιρέτισε τον Αλκιβιάδη την ημέρα της αναχώρηση μας, η ματιά του άστραφτε με μια πονηρή λάμψη και του γύρισε την πλάτη με πολύ σέξι στιλ κουνώντας αισθησιακά τον πισινό του. Μόνο που δεν του φώναξε! «Για δες! Τη γλύκα που 'χει ο κώλος μου, δεν την έχουν οι ενορίτισσες όλες! Πότε θα το αποφασίσεις να μου τον γαμήσεις καύλα μου; Πότε θα μπορέσω να έχω αυτή την ευχαρίστηση μαζί σου;»
.........Απλώνοντας η Ναυσικά την ενυδατική κρέμα και υγραίνοντας την περιοχή στην αρχή άρχισε να την χαϊδεύει απαλά - απαλά με όλη την παλάμη της, για να απορροφηθεί από το δέρμα.
Όταν τα χέρια της άρχισαν πιο τολμηρά να εξερευνούν την περιοχή ανάμεσα στο λείο και απαλό δέρμα, στη χαραμάδα του κώλου, τα χάδια άρχισαν να αναστατώνουν την Ανδρομάχη και η ανάσα της γινόταν όλο και πιο βαριά. Ένοιωσε τις ρώγες της να σκληραίνουν και την ανάσα της βαριά. Ασυναίσθητα άνοιξε τα πόδια της. Η σιωπή βαριά, τα βλέμματα τους όμως τα έλεγαν όλα. Πόθος.
«Γιατί μου τα κάνεις αυτό;» Ψέλλισε η Ανδρομάχη, ξαπλωμένη μπρούμυτα γυμνή με το χαμόγελο της ευτυχίας ζωγραφισμένο στα χείλια της ενώ η Ναυσικά περιποιόταν τον ερεθισμό στην κωλοτρυπίδα της που λίγες ώρες πριν είχε αφήσει πίσω της ο ρασοφόρος.
Το ευχάριστο πασπάτεμα με τα χέρια, της προκαλούσε ένα αίσθημα ηδονικό που διαχεόταν σ' όλο της το κορμί..
«Δε χρειάζεται και πολύ ν' αγχώνεσαι μωρό μου! Θα δεις ότι θα σ' αρέσει!» της απάντησε με θελκτικό τρόπο η Ναυσικά τσιμπώντας της το μάγουλο. .
«Δε χρειάζεται και πολύ ν' αγχώνεσαι μωρό μου! Θα δεις ότι θα σ' αρέσει!» της απάντησε με θελκτικό τρόπο η Ναυσικά τσιμπώντας της το μάγουλο. .
«Μωρή φιλενάδα! Τι έχεις στο βρώμικο μυαλουδάκι σου μωρό μου! Μου αρέσει που αγγίζεις την τρύπα μου από τον πισινό μου! Θα το μάθει ο εξομολόγος μας και θα μας αφορίσει.»
«Θα μας αφορίσει η θα ζητήσει να μας ξεκωλιάσει στο γαμήσι και τις δυο. Ξέρεις το καινούργιο που κυκλοφορεί για τον ιερέα μας.»
«Όχι για λέγε.»
«Ο τυχοδιώχτης παπά-γαμιάς, που καυχιέται ότι εκδύει τις γυναίκες από τα αμαρτήματα και από τα εσώρουχα.»
«Ο καριόλης! Το πιστεύω! Εγώ ξέρω τ’ άλλο που κυκλοφορεί τώρα τελευταία.»
«Όχι για λέγε.»
«Ο τυχοδιώχτης παπά-γαμιάς, που καυχιέται ότι εκδύει τις γυναίκες από τα αμαρτήματα και από τα εσώρουχα.»
«Ο καριόλης! Το πιστεύω! Εγώ ξέρω τ’ άλλο που κυκλοφορεί τώρα τελευταία.»
«Τι κυκλοφορεί;»
Πήγε μια νεαρά και ζωηρή ενορίτισσα μας να του εξομολογηθεί. Του εξομολογήθηκε ότι το έκανε με τον χασάπη, τον μανάβη κλπ.
«Συχωρεμένη τέκνο μου.» Ο ιερέας μας γνωρίζεις ότι είχε δώσει αρκετές φορές άφεση αμαρτιών σε πιστούς της Εκκλησίας. Αφού τη ζητούσαν, του την έδινε. Μέγα το έλεος του Θεού.
Όλοι είμαστε αμαρτωλοί, τέκνον μου. Έχεις να εξομολογηθείς κάποια άλλη αμαρτία;
«Ναι. πάτερ έχω κάνει και μια μεγαλύτερη αμαρτία.»
«Ποια! Για λέγε ευλογημένη.»
«Να πάτερ, έχω γαμηθεί και με τον παπά της άλλης ενορίας.»
«Γιατί μωρή τσούλα η δική σου ενορία δεν έχει παπά;.»
«Ο Ρασοφόρος μας έχει φλεγόμενους δαίμονες μέσα του.» Παρατήρησε η Ανδρομάχη.
«Συχωρεμένη τέκνο μου.» Ο ιερέας μας γνωρίζεις ότι είχε δώσει αρκετές φορές άφεση αμαρτιών σε πιστούς της Εκκλησίας. Αφού τη ζητούσαν, του την έδινε. Μέγα το έλεος του Θεού.
Όλοι είμαστε αμαρτωλοί, τέκνον μου. Έχεις να εξομολογηθείς κάποια άλλη αμαρτία;
«Ναι. πάτερ έχω κάνει και μια μεγαλύτερη αμαρτία.»
«Ποια! Για λέγε ευλογημένη.»
«Να πάτερ, έχω γαμηθεί και με τον παπά της άλλης ενορίας.»
«Γιατί μωρή τσούλα η δική σου ενορία δεν έχει παπά;.»
«Ο Ρασοφόρος μας έχει φλεγόμενους δαίμονες μέσα του.» Παρατήρησε η Ανδρομάχη.
Στην αρχή η μια κορόιδευε την άλλη. Τα υπονοούμενα έπεφταν βροχή. Οι πονηρές λεξούλες όλο αυξάνονταν. Η πρόσκληση της Ναυσικάς ήταν αναπάντεχη. Και τώρα οι δυο φιλενάδες βρίσκονται στο ίδιο δωμάτιο και στο ίδιο κρεβάτι και μοιράζονται την εξερεύνηση των κορμιών, που άγγιξε ερωτικά για πρώτη φορά η μια την άλλη.
«Σύνελθε!» σκέφτηκε σαστισμένη! «Έχεις χάσει τα μυαλά σου! Δεν είναι σωστό» Είπε στον εαυτό της προσπαθώντας να κρατήσει ισορροπίες παρ' όλη την καύλα της.
Ταυτόχρονα τριβόταν όλο και περισσότερο στο χέρι της Ναυσικάς τόσο πολύ που άρχισε να ξεστρώνει το σεντόνι στο κρεβάτι. Από μέσα της παρακαλούσε να μη σταματήσει η φιλενάδα της, να συνεχίσει γιατί την άναβε αυτή η ιδιαίτερη επαφή του ερωτικού παιχνιδιού και κατά βάθος ελπίζει ότι θα γλιστρήσει κάποιο από τα δάχτυλα της προς τα μέσα στη χαράδρα του κώλου της.
«Φιλενάδα βουτάμε βαθιά στην ηδονική αμαρτία.» Της λέει η Ανδρομάχη και η δίψα της για σαρκική επαφή τους κυλούσε γοργά στο ξαναμμένο κορμί της
«Η «ηδονική αμαρτία» είναι η χαρά της ζωής. H συναινετική ακόμα μεγαλύτερη.»
Η πρώτη ερώτηση που ήρθε στα χείλη της Ανδρομάχης ήταν αν η Ναυσικά είχε κάνει σεξ ξανά με άλλη γυναίκα. Και η Ναυσικά της είπε ότι είχε συμβεί τουλάχιστον μερικές φορές.
«Είναι μια στιγμιαία παρόρμηση. Δεν σκέφτεσαι το μέλλον, αλλά το τι κάνεις εκείνη τη στιγμή», λέει η Ναυσικά. «Απλώς κάποιες φορές θέλω να κάνω σεξ με γυναίκα»
«Τις ξέρω...τις ερωτικές σου παρτενέρ;» Ρώτησε δειλά η Ανδρομάχη .
«Ααα πολλά ζητάς να μάθεις!»
«Το ξέρεις ότι μ' αρέσουν οι ιστορίες σου. Δεν ξέρω αν είναι αλήθεια ή ψέματα άλλα με καυλώνεις όταν μου λες σέξι ιστορίες.»
Το έχω σκεφτεί και το περίμενα πως θα σου αρέσουν αυτές οι ιστορίες μου όταν διαπίστωσα πως είσαι τόσο ενθουσιασμένη με την πρώτη σου εξωσυζυγική εμπειρία. Πάει καιρός που ονειρευόμουν αυτή την κουβέντα μας, αλλά δυσκολευόμουν πώς να το ζητήσω και τι να πω στην ευαίσθητη, και συναισθηματική, φιλενάδα μου που αγαπάει πραγματικά το σύντροφό της.
«Ανδρομάχη;»
«Ναι;»
«Σ' αγαπάω!
Έκπληκτη απ’ το απρόσμενο της κουβέντας, η Ανδρομάχη ανασηκώθηκε κοιτάζοντάς τη Ναυσικά.
«Κι εγώ…»
Αγκαλιαστήκαν! και Κοιτάχτηκαν χαμογελαστές.
«Μαζί μπορεί να κάνουμε ότι δεν μπόρεσες να ζητήσεις μέχρι σήμερα. Ότι φαντασιώθηκες από έφηβη και δεν τολμούσες να το ζητήσεις από κανένα αγόρι σου η φίλη σου γιατί θα σε έλεγε πουτάνα. Πουτάνες υπάρχουν μόνο στη ψυχή Φιλενάδα. Στην κοινωνία που ζούμε, όσες τολμούν να ψάξουν για την ευτυχία, όσες δεν συμβιβάζονται με τα πατροπαράδοτα στο σεξ βαφτίζονται «νυμφομανείς». Χαλάνε τη πιάτσα βλέπεις. Το ερωτικό κατεστημένο είναι φτιαγμένο από άντρες για άντρες. Όπως ακριβώς και οι ταινίες πορνό.»
Η πρώτη μου φορά λοιπόν ήταν όταν τελειώσαμε το γυμνάσιο και πήγαμε στο λύκειο. Εσύ πρέπει να τη θυμάσαι καλύτερα στα εφηβικά μας χρόνια, την κολλητή μας εκείνη την συμμαθήτρια μας που ήταν τρεις τέσσερις πόντους ψηλότερη από έμενα μελαχρινή με μακρύ άγριο σοκολατί μαλλί, ίδια η μάνα της. Καλλίγραμμο κορμί και μελαχρινή ομορφιά που ξελόγιαζε σαν αφροδισιακή σοκολάτα; και όταν τελειώσαμε το λύκειο έφυγε στο εξωτερικό για σπουδές;»
«Δεν το πιστεύω μ' αυτή την «Μουλάτα» τη Βαλερία το έκανες και εγώ σαν κολλητή σας να μην μυριστώ τίποτα; Η αλήθεια είναι πως τη θυμάμαι καλά το μελανούρι τη φιλενάδα μας, η φύση της είχε δωρίσει μερικά στοιχειώδη προτερήματα και φυσική σεξουαλικότητα και την αξιοποιούσε. Από μικρή ήταν ανήσυχη και ψαχνόταν για ερωτικά παιχνίδια, ψαχνόταν να ξεπεταχτεί και να βρει ερωτική συντροφιά. Στο σχολείο είχε πολλές επιτυχίες με τα αγόρια, είχε όμως διατηρηθεί σοβαρή, καθώς προερχόταν από αυστηρή οικογένεια που δεν της επέτρεπε πολλά. Τη θυμάμαι να ντύνεται ωραία και να αναδεικνύει το σώμα της, χωρίς ωστόσο ποτέ να προκαλεί έντονα. Ήταν σοβαρή για την ηλικία της. Από τα εκλεκτά και φίνα παπούτσια που φορούσε μέχρι το πόσο καλά ήξερε και μαγείρευε. Έτσι και στο ντύσιμο της άρεσε να φοράει ρούχα που αναδείκνυαν τα πλούσια προσόντα της. Όμορφα βυζόμπαλα, με κάτι ρώγες σαν πετροκέρασα, γεμάτους γλουτούς και τέλειες σφικτές γάμπες σαν αθλήτρια που όσο μεγάλωνε γινόταν τρελό μουνάκι και φυσικά μόνο απαρατήρητη δεν περνούσε. Όταν τη γνώρισα στον Αλκιβιάδη άστραψε το μάτι του, τον εντυπωσίασε πάρα πολύ. Τον είδα να την κοιτάει με την άκρη του ματιού του, και να ρίχνει κλεφτές ματιές στη φιλενάδα μας προσπαθώντας να μη γίνει αντιληπτός.
Η Ναυσικά παίρνει ένα πονηρό βλέμμα, του τύπου «ετοιμάσου και θα σε σκανταλίσω» κοιτάζει την Ανδρομάχη για να σιγουρευτεί ότι την βλέπει και της λέει. «Αχ, δηλαδή ο Αλκιβιαδης; Αποκλείεται να τη κοίταξε τη φιλενάδα μας πονηρά, γιατί, απ’ ό,τι ξέρω, αυτός είναι ντροπαλός και δε σηκώνει τα μάτια του απ’ τη γη». Με το περιπαιχτικό ύφος που έπαιρνε όταν ήθελε να πειράξει τη φιλενάδα της και τα λόγια της ήταν διανθισμένα με ένα ειρωνικό χαμόγελο.
Η Ανδρομάχη έβαλε τα γέλια. Πάντα της άρεσαν οι τσεκουράτοι τρόποι και τα λόγια της Ναυσικάς. «Δεν έχει και άδικο για τον κρεμανταλά μου», συλλογίστηκε! «Του γυάλισε στο μάτι η κολλητή μας μόλις του τη γνώρισα σου λέω! Τον είδα! Στην αρχή επικράτησε μια αμηχανία αλλά στην συνέχεια που αρχίσαμε τις απαραίτητες συστάσεις τον συνεπήρε η εμφάνισή της. Τη κοιτούσε από την κορυφή μέχρι τα νύχια της. Διαπίστωσα πως το καλλίγραμμο κορμί της, τον εντυπωσίασε ιδιαιτέρως και τον είχε κάνει τόσο απρόσεκτο και άτακτο που πιάστηκε στα πράσα να φλερτάρει μαζί της, ένας γκόμενος με πονηρό βλέμμα και προκλητικό σέξι χαμόγελο! Και να δεις και αυτή η σκρόφα όση ώρα μιλούσαμε του έλεγε ότι είναι λάτρης της υγιεινής διατροφής και γυμναστικής και έκανε τάχα μου την αδιάφορη ότι δεν τη συγκινεί ο Αλκιβιάδης μα εγώ την έβλεπα να ρίχνει κλεφτές ματιές στα γεννητικά όργανα του για να μαντέψει το μέγεθός τους, και αν όντως τον καυλώνει ανάλογα με το πόσο φουσκώνει το παντελόνι του στο επίμαχο σημείο! Αυτός θάρρεψε το βλέμμα του περιπλανιόταν στο σώμα της και υποδήλωνε σεξουαλική επιθυμία. Ξάνοιγαν τα μάτια του και έλαμπαν σαν τη φλόγα του φαναριού που χοροπηδάει. Η κολλητή μας είχε «μεσογειακό ταμπεραμέντο». Είχε όλο το πακέτο και όλα τα χαρίσματα, που την έκαναν να ξεχωρίζει να εντυπωσιάζει! Η Βαλερία ήταν από τότε καλλίγραμμο κορμί, καλοσχηματισμένα οπίσθια και όμορφο πρόσωπο ήταν τα δυνατά της χαρτιά. Ήταν γοητευτική κι επικίνδυνα επιβλητική παρουσία που έβαζε τους συνηθισμένους άντρες σε μπελάδες. «Ήταν αυτά που ο ανδρικός πληθυσμός λατρεύει πάνω στις γυναίκες και αυτή τα χρησιμοποιούσε με το καλύτερο τρόπο και τέχνη όπως διάβολος που παρακινεί τους ανθρώπους και έκανε τη δουλειά της. Να δεις πως τάχα μου αρνείτο να τη πάμε σπίτι της με το αυτοκίνητο του Αλκιβιάδη.
«Έμενα με συγχωρείται αλλά θα ήθελα να πάρω το επόμενο λεωφορείο για το σπίτι μου. Θα πρέπει να περιμένω άλλες δύο ώρες αν χάσω εκείνο των πέντε!.» μας είπε κάποια στιγμή.
«Βαλερία καλή μου κοπέλα! Δεν το επιτρέπω στον εαυτό μου! Θα πρέπει να είμαστε πολύ αγενείς εγώ και η φίλη σου ώστε να σε αφήσουμε να πάρεις το λεωφορείο! Σήμερα που γνωρίσαμε την πιο όμορφη φίλη της Ανδρομάχης μου;. Δεν δέχομαι αντίλογο! Θα σε πάμε εμείς σπίτι σου.»
Εκείνη έκανε τη δύσκολη ότι δεν ήθελε να μας γίνει βάρος! «Όχι, δε χρειάζεται. Το λεωφορείο κάνει στάση σχεδόν έξω από εκεί που μένω.»
«Επιμένω» της είπε με απαλή φωνή, σαν να μπορούσε να διαβάσει τη σκέψη της ότι αυτό επιθυμούσε.
«Ευχαριστώ! Αν δεν σας χαλάω το πρόγραμμα σας.» Κοίταξε έμενα και κατάλαβα ακριβώς τι εννοούσε. Τη πονηρή τη βλέπω πως πλευρίζει τον Αλκιβιάδη και κάνει και τσαλίμια. Μια χαρά το έπαιζε το θέατρο.
«Όχι βέβαια» της είπα ελαφρώς ενοχλημένη.
«Τελικά δέχθηκε; Την πήγατε σπίτι της;» ρωτάει η Ναυσικά.
«Ναι! Και που να σου πω τη συνέχεια! Το καθίκι ο δικός μου στη διαδρομή δεν έχασε καιρό και με συγκαλυμμένα ύπουλο τρόπο άρχισε να τη ρωτάει τα προσωπικά της.»
«Βαλερία πως και έτσι μόνη μια τόσο όμορφη κοπέλα; Δεν έχεις κανένα φίλο για να σε προσέχει;»
«Δεν χρειάζεται! Είμαι ικανή να φροντίζω η ίδια τον εαυτό μου.» Του λέει
«Δηλαδή Βαλερία! Κάνεις τα πάντα μόνη σου!;» Τη ρώτησε ο Αλκιβιαδης μ’ έναν τόνο που και οι δυο μας καταλάβαμε ακριβώς τι εννοούσε! Και είμαι σίγουρη πως της έφερε ανατριχίλα κι ένα ξαφνικό μούδιασμα χαμηλά στη λεκάνη που φανέρωνε ότι η παρουσία του άρχισε να την επηρέαζε σε μεγάλο βαθμό. Είτε μου άρεσε είτε όχι, οι δυο τους απέπνεαν έναν έντονο αισθησιασμό, που σίγουρα τους είχε ανοίξει την όρεξη για να κάνουν διάφορα πονηρά και ακατάλληλα για ανηλίκους παιχνίδια.
«Αρκετά, Αλκιβιάδη» επενέβην εγώ «Έχε το νου σου στο δρόμο να πάμε τη φιλενάδα στο σπίτι της και συμπεριφέρσου σαν κύριος.»
«Μην τον μαλώνεις Ανδρομάχη! Ο Αλκιβιαδης είναι ένας γλύκας χωρίς κακές προθέσεις.»
Ελα μου όμως που δεν τρώω ταραμά και καταλαβαίνω τις προθέσεις και των δύο. Να ’βλεπες πώς την κοίταζε τη κολλητή μας, του έτρεχαν τα σάλια. Είμαι σίγουρη ότι και αυτή είχε μουσκέψει τη κιλότα της. Παραδέχομαι ότι είναι ωραίος, αλλά παραείναι σίγουρος για τον εαυτό του και μ΄ όλα αυτά πολύ ήθελε δηλαδή να παρακινηθεί και να κάνει την αταξία του! Τέλος πάντων! Καμιά φορά είναι λογικό να τον εξιτάρει το καινούργιο και να τον γοητεύει μία ελκυστική κοπέλα που μόλις γνώρισε και εντυπωσιάστηκε. Απλά ήταν ένα στιγμιαίο ειδύλλιο και για τους δύο, που δεν είχε καμιά ελπίδα να απογειωθεί.
«Πλάκα κάνεις! Αν τον δεις, τον ερωτεύεσαι με τη μία, σίγουρα! Είναι πολύ ωραίος γκόμενος ο Αλκιβιαδης.»
«Αχά! Ούτε εσένα σ’ αφήνει αδιάφορη, να υποθέσω». Μουρμούρισε ανόρεχτα η Ανδρομάχη.
Η Ναυσικά στράφηκε και τη κοιταξε κοροϊδευτικά. Η Ανδρομάχη είχε πέσει σε λογισμούς!
«Τι συλλογιέσαι;» της κάνει κουνώντας το κεφάλι της η Ναυσικά. Κρατάς ζυγαριά, με τα παλιά φλερτ του Αλκιβιάδη; Τα ζυγιάζεις με το γραμμάριο; »
«Μωρέ, το είχα πάρει απόφαση, από την αρχή που γνωριστήκαμε και έστειλα κατά διαόλου τις ζυγαριές και τα φιλήδονα κουσούρια του! Ας είναι! αλλουνού παπά τροπάρι είναι αυτό. Ας έρθουμε στα δικά μας τα αποψινά;» Της λέει και την έπιασε πρόσχαρο γέλιο!
«Γιατί γελάς,» έκανε ξαφνιασμένη η Ναυσικά.
«Να με συμπαθάς φιλενάδα, συνεπαρμένη από άξαφνο κέφι συλλογιζόμουν τα μαθητικά μας χρόνια! Γι αυτό λοιπόν κάθε λίγο και λιγάκι η Βαλερία ερχόταν σπίτι σου για να τη βοηθήσεις στα μαθηματικά.
Κι εγώ η μαλάκω καθόμουν κι σε περίμενα όλα μου το απογεύματα! Πού να φανταστώ ότι είχες αλλού τη φροντίδα σου;» «Και μ’ έπρηζες κιόλας όταν δεν είχατε παιγνίδι να βγαίνουμε καμιά βόλτα με τις πουτάνες τις συμμαθήτριες μας. Σαν να τη βλέπω ακόμα τη «Μουλάτα» να γουργουρίζει δίπλα σου. Μα να είμαι το κορόιδο της ιστορίας; Αυτό δεν τρώγεται με τίποτα. Αλλά βλέπεις εσύ κορίτσι μου ήσουν αστέρι βλέπεις στα μαθηματικά και όχι μόνο.
«Εγώ μάτια μου γλυκά τη βοηθούσα στα μαθηματικά και η «Μουλάτα» όπως την λες με κατηχούσε στα σεξουαλικά μυστήρια. Οι άνδρες λατρεία μου είναι κατεξοχήν οπτικοί τύποι.» Μου έλεγε! «Τους αρέσει να βλέπουν το στήθος μας να αναπηδά όταν είμαστε από πάνω και τα οπίσθια μας να κάνουν twerking όταν είμαστε στα τέσσερα.»
Έτσι, ένα βράδυ που βλέπαμε κάτι ερωτικό στην τηλεόραση με ημίγυμνες γυναίκες δεν έχασε χρόνο και έριξε την πρόταση. «Έλα εδώ!» μου λέει ρίχνοντάς μου αργόσυρτη προκλητική ματιά. «Όλα απαιτούν θυσίες. Αν θες να ξανασχοληθώ με τα σεξουαλικά σου, θα πρέπει να κάνεις κάτι για την κολλητή σου…»
«Δε σε βοηθάω στα μαθηματικά; Τι άλλο θέλεις!» της απαντώ.
«Άκου…» μου λέει. «Θέλω να νιώθω ότι είμαι η κολλητή σου. Για να γίνει αυτό πρέπει να είμαι πάνω από οποιονδήποτε αρσενικό σε διεκδικεί γι’ αυτό θα με αφήσεις να απολαύσω το κορμί σου έστω και για μια στιγμή».
Κόλλησα. «Τι εννοείς;» της λέω.
«Άκου: ωραίο γκομενάκι είσαι, παρθενάκι είσαι, το σωματάκι σου με ερεθίζει απίστευτα, και ξέρω ότι και εσύ όπως εγώ λυσσάς να τον φας και να ξεπαρθενευτείς. Έλα να τη βρούμε οι δυο μας και μετά κάνε ότι γουστάρεις με τα μαλακισμένα που σε τριγυρνάνε και εγώ μαζί σου».
«Άντε βρε μπαγαπόντισσα…» της απαντώ. «Τα κατάφερες πάλι με τον τρόπο σου να πάρουμε αυτό που θέλουμε και οι δυο μας».
Έτσι λοιπόν στην πρώτη ευκαιρία που βρίσκαμε, αρχίζαμε το γλέντι. Αρχίσαμε τα πλακομούνια και το πασπάτεμα με το δάχτυλο. Γινόμασταν μούσκεμα. Ρούφαγε η μια τα μουνόχειλα της άλλης.
«Και μετά το λύκειο ο καθένας τη ζωή του; δεν είχε συνέχεια;» της λέει η Ανδρομάχη.
«Όχι δεν είχε συνέχεια! Αυτή έφυγε στο εξωτερικό και τελείωσε τις σπουδές στην Ευρώπη, γύρισε στην Ελλάδα, παντρεύτηκε έναν άνδρα στη ηλικία της, αρκετά εμφανίσιμο, που δουλεύει σε real estate εταιρεία. Γνωρίστηκαν από τα φοιτητικά τους χρόνια και όταν τη γνώρισε την ερωτεύτηκε τρελά και παντρεύτηκαν αμέσως μόλις τελείωσαν τις σπουδές τους. Παντρεύτηκε πολύ πιο γρήγορα από μένα και σήμερα η «Μουλάτα» όπως και εσύ το γνωρίζεις είναι καθηγήτρια φιλόλογος που δουλεύει σε Λύκειο σε μία περιοχή της Αθήνας. Δεν έχουμε πια πολλές σχέσεις και επαφές αλλά όταν τη συναντώ σε διαβεβαιώ παραμένει ακόμη ένα πραγματικά μελαχρινό άτι με τα μακριά μαύρα ίσα μαλλιά της. Τα πόδια της, ένα έργο τέχνης. Και το ξέρει. Ντύνεται όπως πάντα πολύ όμορφα, όχι προκλητικά-δεν την παίρνει και λόγω επαγγέλματος- και είμαι σίγουρη για τους μαθητές της στο σχολείο θα είναι μία μόνιμη βραδινή ονείρωξη. Το στήθος της ήταν σχετικά μέτριο στο μέγεθος αλλά σφιχτό. Ο κώλος της βέβαια διαγράφονταν από τις φούστες της ειδικά όταν φορούσε τα τακούνια της τόσο όμορφα που θα κόλαζε και άγιο. Ο άνδρας της καμαρώνει για αυτό, ίσως δυσκολεύεται να το παραδεχτεί αλλά είμαι σίγουρη ότι γουστάρει τρελά να μπαίνει η γυναίκα του σε ένα χώρο και να καυλώνει όλους τους άντρες. Και καλά κάνει.»
«Έχεις δίκιο» της λέει η Ανδρομάχη. «Και εγώ έχω πολύ καιρό να τη δω. Χαθήκαμε από όταν έφυγε στο εξωτερικό. Σπάνια τη συναντούσα! Πριν τέσσερα με πέντε χρόνια θέλαμε μια δασκάλα να βοηθήσει το μικρο μας γιο γιατί μετά από ένα οδυνηρό ατύχημα που του έτυχε είχε μείνει πίσω στα σχολικά του. Τότε ήταν που ο Αλκιβιαδης με ξάφνιασε. Ποια λες πως μου πρότεινε. «Ανδρομάχη δεν ρωτάς την πρώην κολλητή φίλη σου τη Βαλερία που είναι φιλόλογος μήπως μπορεί να τον αναλάβει;»
«Και;»
«Δεν είμαστε καλά!» σκέφτηκα. «Πως και τη θυμήθηκε;». Η απάντηση ήρθε από τον ίδιο: Την συνάντησε μου είπε στο σκακιστικό όμιλο του δήμου μας όπου η κυρία έκανε δωρεάν μαθήματα σε μικρούς μαθητές. Τον ρώτησα πως την είδε σαν εμφάνιση γιατί είχα πολύ καιρό να τη δω.
«Σαν μια γυναίκα που με τα δικά μου υποκειμενικά κριτήρια και τα δικά μου γούστα η γυναίκα είναι σαν να ξεπήδησε από κόμικ του Μίλο Μανάρα.» Μου λέει.
«Και;»
«Τι και! Η Απορία μου λύθηκε! Για πάμε και στο παρασύνθημα: Το βράδυ με γάμησε έτσι όπως είχε πολύ καιρό να με γαμήσει, λες και γαμούσε το κόμικ του Μίλο Μανάρα!»
«Άλλο σε ρώτησα.»
«Για να μην τα πολυλογώ συμφωνήσαμε να πηγαίνει σπίτι της ο μικρός. Και κλείσαμε λοιπόν για δυο φορές την εβδομάδα μάθημα! Σιγά μην άφηνα εγώ να δοθεί ευκαιρία και προοπτική στον Αλκιβιάδη μιας «θερμής» σύνδεσης με το κόμικ του Μίλο Μανάρα.»
«Μάλιστα! κάλλιο γαϊδουρόδενε, παρά γαϊδουρογύρευε».
«Βλέπεις εκεί στην εφηβεία μας, τότε που μας κτυπούσαν τα βέλη του ερωτά στην τρυφερή μας ηλικία, τότε που προσπαθούσαμε να ανακαλύψουμε το σώμα μας, και τα σημεία που μας δίνουν ευχαρίστηση και ηδονή. Τότε που ανακαλύψαμε ότι κάπου εκεί κάτω χαμηλά μέσα στο εφηβικό μας βρακάκι, κρυμμένη μέσα στις τριχούλες, είχαμε μια βρυσούλα, που είχε αρχίσει να τρέχει και δεν θέλουμε να σταματήσει ποτέ! Τότε που ακόμη δεν τολμούσαμε να πλησιάσουμε το αντίθετο φύλο, ώστε να μας δώσει το τρυφερό του χάδι, και να κάνει το άγουρο κορμί μας να ριγήσει, εσύ με την μουλάτα είχατε βρει το τρόπο να εκφράζεται κάποιες μοναδικές ερωτικές εμπειρίες σας ή ακόμη και φαντασιώσεις σας. Ενώ εγώ...»
«Εσύ είχες βρει άλλο τρόπο πως θα ικανοποιηθούν οι ανάγκες σου και οι καύλες σου εκεί στα δώδεκα με δεκατρία μας περίπου χρόνια, που είχε αρχίσει να ζει έντονα στο πετσί μας το σεξουαλικό εφηβικό ξύπνημα και καθώς τα πάθη μας είχαν αρχίσει να μεγαλώνουν.»
«Εγώ! Τι έκανα!» Δηλώνει έκπληκτη η Ανδρομάχη..
«Ποδήλατο αγάπη μου! Αυτό έκανες! Ωραίο κορμάκι, βυζάκια στητά , ωραίο μικρό κωλαράκι, πάνω σε σέλα ποδηλάτου με ανατομικό και άνετο gel κάλυμμα! Και τα βυζάκια σου ανέμιζαν στον αέρα και πήγαιναν πάνω-κάτω, πάνω-κάτω με τα σκαμπανεβάσματα και το ρυθμό του ποδηλάτου στον ανώμαλο χωματόδρομο που μάθαινες να ιππεύεις και να ιδρώνει από τις καύλες το μουνί σου. Πως το λέει και το ρεφρέν. «Σε είδα στο ποδήλατο και ήσουν όλο τρέλα, μα ξαφνικά κατάλαβα πως έλειπε η σέλα.» Και έμαθες να ιππεύεις καλά! Και πράγματι έτσι είναι. Ιππεύεις καλά! Όχι μόνο το ποδήλατο πλέον! Έχω άδικο;»
«Τι θυμάσαι τώρα, παλιού καιρού χαλάσματα. Ρε συ Ναυσικά τότε ήμασταν παιδιά.. Πιτσιρίκια όπως το λες. Ήμασταν αγνά κι αθώα παιδιά. Απονήρευτα. Θυμάμαι πώς ανεβαίναμε και κατεβαίναμε το χωματόδρομο της γειτονιάς με τα ποδήλατα μας »
«Πιτσιρίκια-Πιτσιρίκια αλλά όχι και απονήρευτα φιλενάδα μου. Θυμάμαι ότι πολύ γρήγορα ζήταγαν τα μουνάκια μας να θέλουν γαμήσι και εσύ νεαρό κορίτσι ακόμη μόλις είχες τελειώσει το Λυκειο που δεν άργησες να καβαλήσεις την πούτσα του Αλκιβιάδη. Ήταν το επόμενο «άλογο;» που αισθάνθηκες να ιππεύεις με αυτοπεποίθηση εκείνο τον καιρό;»
«Η αλήθεια είναι ότι από μικρή που ήμουν και ειδικά μόλις άρχισα να μπαίνω στην εφηβεία και ένιωθα τι ήταν αυτό που με γαργαλούσε ανάμεσα στα πόδια έβαζα πάντα το χέρι μου εκεί. Μέχρι που άρχισα να νιώθω ότι τα δάκτυλα μου δεν ήταν ακριβώς που αναζητούσε το φλογισμένο μουνάκι μου κι άρχισα να αναζητάω έναν πούτσο να μου πάρει αυτό το γαργαλητό. Ο Αλκιβιαδης εμφανίστηκε μια από αυτές τις μέρες που οι ορμόνες μου χτυπούσαν κόκκινο και ήθελα να γαμηθώ ακόμη και με τα πόμολα από την ντουλάπα του δωματίου μου. Ειλικρινά κάτι τέτοιες μέρες ένιωθα ότι θα καβαλήσω όποια πούτσα βρω μπροστά μου. Ήμουν πολύ καλή στο να το παίζω η μικρή καυτή πουτανίτσα, αλλά στην πράξη, όταν άρχιζαν «τα ωραία» με έπιανε ένα άγχος, κι ένας φόβος. Θυμάμαι την πρώτη μας φορά. Ηταν τις ημέρες του Πάσχα. Σαν φιλικές οικογένειες περάσαμε μαζί τις ημέρες του Πάσχα. Μετά το πασχαλινό φαγοπότι, βρεθήκαμε εγώ και ο Αλκιβιάδης στο πίσω μέρος του σπιτιού μας με τα δέντρα. Ξέρεις εκεί ανάμεσα στη μεγάλη βερικοκιά και την ροδιά στο ξύλινο διπλό καναπέ καθίσαμε οι δυο μας. Θέλοντας να ξεμουδιάσω, έγειρα στην πλάτη του καναπέ και άπλωσα τα πόδια μου. Η κίνηση μου αυτή του αποκάλυψε το λευκό μου κιλοτάκι, πράγμα που κατάλαβα πως το βλέμμα του που είχε μείνει σταθερά προσηλωμένο εκεί και η γυναικεία αυταρέσκεια ήταν αυτά που μ έκαναν να μην του στερήσω το «θέαμα» που ήταν φανερό ότι του άρεσε. Σιγά αλλά σταθερά, το χέρι του ανέβηκε στο μηρό μου. Δεν αντέδρασα, μου άρεσε! Και το χέρι του βρέθηκε να χαϊδεύει τις τριχούλες μου. Είχα ήδη κλείσει τα μάτια μου, από ευχαρίστηση, όταν ένα δάχτυλο άρχισε να με χαϊδεύει εκεί! Ναι, στο παρθένο μου, εφηβικό μουνάκι, με τις ξανθές τριχούλες… Άνοιξα και το άλλο μου πόδι, προσπαθώντας να ρουφήξω την πρωτόγνωρη αυτή αίσθηση ! Το δάχτυλο μπαινόβγαινε μέχρι το σημείο που ένας γλυκός πόνος μ έκανε να τραβιέμαι ξέροντας ότι προερχόταν από τον παρθενικό μου υμένα. Κατά διαστήματα έβλεπα τον Αλκιβιάδη να γλύφει το δάχτυλο του αφού πρώτα το μύριζε. Ένας θόρυβος που ακούστηκε μέσα από το σπίτι, μας επανέφερε στην τάξη, κι έβαλε τέλος στη γλυκιά αυτή εμπειρία.
Αυτή ήταν η πρώτη μου «ερωτική επαφή» μας, και αυτός ο εφηβικός μου έρωτας ο πρώτος που άγγιξε το μουνάκι μου…Ο πρώτος που ένοιωσε τα καυτά μου υγρά. Ο πρώτος που ζωντάνεψε τη στενή μου τρυπούλα και την έκανε αυτό που έμελλε να γίνει. Ένα καυλιάρικο μουνί, πάντα καυτό, πάντα υγρό, πάντα έτοιμο και φυσικά πάντα αχόρταγο! Από τότε που τον γνώρισα δεν άργησε να φτάσει και η μεγάλη μέρα!»
«Που το κάνατε πρώτη φορά;»
«Πήγαμε μια βόλτα με το αμάξι του και τελικά καταλήξαμε σε μια ερημική παραλία. Έσβησε την μηχανή και τύλιξε το χέρι του γύρω από τον λαιμό μου. άρχισε να με φυλάει στο στόμα με πόθο και έβαζε την γλώσσα του βαθιά μέσα στο στόμα μου, άρχισα να πνίγομαι και να καυλώνω. Δεν με είχαν ποτέ φιλήσει με τόσο πόθο. Πήρα το θάρρος και άρχισα να τον χαϊδεύω, ενώ γρήγορα έλυσα την ζώνη του παντελονιού του και έχωσα το χεράκι μου μέσα στο σλιπ του, είχε καυλώσει πολύ, και η πούτσα του ήταν έτοιμη να εκραγεί, εγώ δεν είχα πιάσει ποτέ τόσο χοντρό πούτσο και μου φαίνονταν σαν όνειρο! Του χούφτωνα τα αρχίδια και του την έπαιζα ρυθμικά, ενώ αυτός μου έγλυφε τα μεγάλα βυζάκια μου και δάγκωνε τις ρώγες μου. Όταν πλησίασε το χέρι του στο βρακάκι μου, παραλίγο να χύσω από την καύλα... Δεν με είχε ακουμπήσει άλλος άντρας στο μουνάκι μου. Ήταν υγρό, καυτό και έτρεχαν τα ζουμιά μου στα μπούτια μου, ένιωθα πολύ καυλωμένη, και ανυπομονούσα.Μου έβαλε το ένα δάκτυλο του μέσα στην τρυπούλα μου απότομα και το κούνησε για μερικά λεπτά μέσα έξω. Αυτό ήταν, πολύ σύντομα έπαψα να είμαι παρθένα όταν η τεράστια ψωλάρα του μου ξέσκισε το στενό μουνάκι μου. Άντρας ωραίος και με μικροπεριπέτειες με διάφορα νυμφίδια κατά καιρούς, δεν είχε σοβαρό δεσμό με άλλη γυναίκα με αποτέλεσμα σύντομα να παντρευτούμε και από τότε, έχουμε γαμηθεί αμέτρητες φορές και έχουμε κάνει σχεδόν τα πάντα. Έπεσα σε καλό γαμιά, που ξέρει να με μεταχειριστεί με προσοχή. Ξέρει πώς να γαμάει και να το ευχαριστιέται όχι μόνο εαυτός, αλλά και η παρτενέρ του. Και όταν έμεινα έγκυος δεν έχασε την ευκαιρία να με καλοπιάνει και να τα καταφέρει να με ξεπαρθενιάσει και από πίσω.». «Δηλαδη εκείνη την εποχή στην εφηβεία σου εγώ θυμάμαι το νεαρό άνδρα από το κρεοπωλείο της άλλης γειτονιάς που σε προσέγγιζε φορτικά αναζητώντας τον έρωτα σου έφαγε πόρτα για χάρη του Αλκιβιάδη. Τον θυμάμαι που ήταν παρορμητικός και με ανέμελη διάθεση, σε προσέγγιζε ερωτικά και προσπαθούσε να σε πείσει να ενδώσεις στον έρωτα του αλλά εσύ, συνετή και μετρημένη, αντιστεκόσουν στις αυθόρμητες κινήσεις του που δεν σου εξασφάλιζαν συναισθηματική δέσμευση.»
«Ή αλήθεια είναι πως είχα πιάσει τον εαυτό μου μερικές φορές να ενδώσω στον έρωτα του μα γρήγορα το μετάνιωνα, μ' έπιανε φόβος, πανικός.»
«Τι φοβόσουν; Είχες σκεφτεί ποτέ να γαμηθείς μαζί του; Πιστεύω ότι σίγουρα θα το είχες σκεφτεί γιατί κάποια φόρα που η φούστα σου ήταν αρκετά κοντή και του το κουνούσες το κωλαράκι σου σαν καυλιάρικο μωρό που ήσουν, σου το είχε πετάξει το υπονοούμενο. Κολάρα για σκίσιμο έχεις μανάρι μου! Θέλω σαν τρελός να βρεθούμε μωρό μου! Όλη μέρα σκέφτομαι άγρια σκηνικά μαζί σου ! » σου είχε πει και εσύ χαμογελούσες αυτάρεσκα. Το ζητούσε να κάνει παιγνίδι ο κώλος σου.
«Κοίτα, δεν λέω. Πραγματικά φαντασιωνόμουν κάποιες φορές που αναζητούσε να ξεδιψάσει από τις καύλες το μουνάκι μου να γαμιέμαι με τον φιλήδονο χασάπη που με πολιορκούσε αλλά πάντα φοβόμουν να το κάνω. Τότε καθόμουν μόνη μου και άρχιζα να σκέφτομαι πως να είναι άραγε το γαμήσι και να μετανιώνω για ευκαιρίες που άφηνα να πάνε χαμένες. Το μουνάκι μου ήθελε να γαμηθεί με κάποιον αλλά μιας και είχα μεγαλώσει με αρχές, πίστευα πως ποτέ δεν θα έκανα κάτι τέτοιο πριν αρραβωνιαστώ, και έπαιζα το μουνί μου για πάρτη του ενώ τον φανταζόμουν να με χαϊδεύει, να παίζει με τις ρόγες μου, να μου παίρνει την παρθενιά.»
«Τελικά άλλος ήταν ο τυχερός που σου πήρε την παρθενιά! Άστα όμως αυτά Ανδρομάχη μου πάει πέρασαν! Και πέρασαν και τα χρόνια και περνάμε άλλη φάση τώρα. Σήμερα, απλά εδώ φανερώθηκε αυτό που υπήρχε. Δεν μου λες θα μ' αφήσεις να δοκιμάσω τη γεύση του κώλου σου; αφού πρώτα μ' αφήσεις να γλύψω και το υπέροχο μουνάκι σου;» είπε η Ναυσικά ενώ άπλωσε το χέρι της και χάιδεψε τις σγουρές μουνότριχες της φιλενάδας της.
Ανδρομάχη δεν απάντησε αμέσως, ήταν μπερδεμένη. Ήθελε όσο τίποτα άλλο να τα νιώσει όλα αυτά αλλά δυσκολευόταν.
«Δε μιλάς και με αγχώνεις.» Της λέει η Ναυσικά.
«Να σε σκεφτόμουν που πήδηξες μερικά ανδρικά παλούκια, μεχρι που κάθισες στο στερνό παλούκι μα και εκείνο δε στέριωσε, ήταν στραβό και σε πλήγωσε.»
Έπειτα η Ανδρομάχη ξαναπήρε το φιλικό τόνο της: «Για να πω την αλήθεια, Ναυσικά μου, ο πρώην σύζυγος σου δεν ήταν αντάξιός σου. Γκόμενους σαν αυτόν θα βρεις με τη σέσουλα.»
«Ένα δίκιο το έχεις, η παλιά μου ζωή δεν τελείωσε ομαλά παρ’ όλο που είχα υποσχεθεί στους υπερπροστατευτικούς γονείς μου ότι θα ήμουν προσεκτική. Ο χωρισμός μου έσκασε σαν χειροβομβίδα στην οικογένεια μου. Η αλήθεια είναι ότι εγώ τράβηξα την περόνη. Ήταν μια στιγμή απόλυτης διαύγειας. Τα πράγματα έμπαιναν στη θέση τους. Ένιωθα πως δεν πήγαινε άλλο. Η γάμος μου είχε κρατήσει πέντε χρόνια και, όσο κι αν ήμουν χαρούμενη που είχα ξεμπερδέψει μαζί του, αυτή η μεγάλη αλλαγή στη ζωή μου εξακολουθούσε να μου φαίνεται εξωπραγματική. «Τον παράτησα.» Την άκουσε η Ανδρομάχη να παίρνει μια σύντομη, κοφτή ανάσα πριν συνεχίσει το μονόλογο της η Ναυσικά.
«Νόμιζα ότι εκείνη τη στιγμή συνειδητοποίησα πόσο μια χαρά ήμουν.»
«Θεωρώ πως είναι η σωστότερη απόφαση που πήρες! Αλλά ας αφήσουμε τώρα αυτά με τον πρώην άνδρα σου... Η Αθήνα φιλενάδα είναι τίγκα σε τύπους καλύτερους από τον πρώην σου. Σέξι, καλοί γκόμενοι που είναι εκεί και σε περιμένουν, αρκεί να σκύψεις και να τους μαζέψεις. Είσαι φοβερή γκόμενα, θα βρεις το ταίρι σου! Ήταν μια κακή στιγμή και θα την περάσεις. Πληγώθηκε ο εγωισμός σου. Σε λίγο καιρό όμως, όταν θα είσαι κουλουριασμένη στην αγκαλιά ενός τέλειου εραστή που θα σε ανεβάζει στα ύψη της ηδονής, θα γελάς μ αυτή την ιστορία και θα ευγνωμονείς το Θεό που σε απάλλαξε από τον ενοχλητικό σου πρώην. Σ’ το λέω, φιλενάδα. Καλύτερα που κατάλαβες νωρίς τι κουμάσι ήταν, γιατί αν το μάθαινες σε καμιά δεκαριά χρόνια, θα τρωγόσουν που θα είχες θυσιάσει τα καλύτερα νιάτα σου για χάρη του.»
«Ν' αγιάσει το στοματάκι σου φιλενάδα!»
«Για πες μου τώρα, πως τα περνούσες με το τελευταίο σου γκομενάκι;»
«Τίποτα σπουδαίο, και μας κουνιότανε για γαμιάς αλλά τα έφτυνε στο δεκάλεπτο. Τότε τον έβαζα που λες εγώ από κάτω, καρφωνόμουν πάνω του και πάρε να 'χεις... Τα έβλεπε όλα το παλικαράκι, τέτοια γαμήσια δε νομίζω να του 'χει ρίξει άλλη. Φιλενάδα! Ασε να πάνε όλοι οι Νυν και οι Πρώην! Εσύ τώρα εδώ οι δυο μας γυμνές στο κρεβάτι πες μου τι φαντασιώνεσαι;»
«Εσύ τι φαντασιώνεσαι;»
«Α όχι ερώτηση στην ερώτηση! Απάντησε μου.»
«Δεν ξέρω τι είναι αυτό που με βρήκε! Τα ίδια πάνω-κάτω! Εντάξει... Γαμώτο δεν βλέπω κανένα λόγο να αρνηθώ έτσι που γίναμε. Θέλω να δω και εγώ άλλωστε πως είναι.» Περισσότερο μιλούσε στον εαυτό της δαγκώνοντας πρόστυχα τα χείλη της καθώς η Ναυσικά συνέχισε το μασάζ στο σώμα της.
Λέγε-λέγε γρήγορα βρέθηκαν και οι δύο να θέλουν περισσότερα. Η πόρτα του Παράδεισου τους άνοιξε διάπλατη! Τα κορμιά τους σμίξανε, γίνανε ένα σε στάσεις του σεξ που απογείωσαν τον οργασμό και στις δύο! Τρίβονται μεταξύ τους και πειραματίζονται με το ποιες διαφορετικές αισθήσεις αισθάνονται καλά. Τα φιλιά ασταμάτητα, οι γλώσσες τους άγγιζαν η μια την άλλη. Ξάπλωσαν και κυλιστήκαν αγκαλιασμένες για πολύ ώρα! Μπλέξανε τα μπούτια τους η μια με της άλλης και άρχισαν να τρίβονται σαν τρελές, η μια να τρίβει την κλειτορίδα της στο μπούτι της άλλης και ταυτόχρονα φιλιόμασταν, χωρίς να παίρνουν ανάσα, με τα χέρια η μια να τραβά και να πιέζει με δύναμη το κεφάλι της άλλης, τα μαλλιά τους να ανακατεύονται, τα στήθη τους να πιέζονται μεταξύ τους, οι θηλές τους να πονούν από την ηδονή και οι οργασμοί να έρχονται σαν θύελλες, απανωτά ο ένας μετά τον άλλο. Η Ναυσικά άρχισε να την φιλάει στο λαιμό και μετά να της γλείφει τα βυζιά της Ανδρομάχης. Σε μια στιγμή έχωσε το κεφάλι της ανάμεσα στα μπούτια της και άρχισε να της γλείφει το μουνί της.
«Γλείψε με καύλα μου με γλείφεις καλύτερα και από τον ρασοφόρο και από τον άνδρα μου. Πάρε με ξέσκισε με! Χώσε όλη την γλώσσα σου στο μουνί μου… Τι έχανα τόσο καιρό η πουτάνα!» Σε λίγο το κορμί της Ανδρομάχης έτρεμε, ήταν φανερό ότι έχυνε, αγκαλιάστηκαν και άρχισε η μια να γλείφει την γλώσσα της άλλης…
Στο τέλος δεν άντεξαν και γάμησαν η μια την άλλη, οργιαστικά, χώνοντας βαθιά στα μουνάκια τους τρία δάκτυλα. Η Ναυσικά σήκωσε το χέρι της, το πλησίασε κοντά στην Ανδρομάχη και της άγγιξε τρυφερά τα κωλομέρια! Τρέλα! Υπέροχο βελούδο, σάρκα τρυφερή. Άρχισε να την χαιδευει εκεί και η Ανδρομάχη έβγαλε ένα βαθύ αναστεναγμό. Με το άλλο χέρι, με το νύχι του δείκτη της άρχισε να της πειράζει την καυλωμένη της θηλή που εξείχε από το πλάι του ενός βυζιού της... Πάλι αναστεναγμός! Όλο καύλα.. ! Οι αναστεναγμοί έγιναν βογκητά!
Νύχτα χωνεμένη, είχε πάει σχεδόν δύο μετά τα μεσάνυχτα που το ζευγάρι αναλωνόταν σε ερωτικές περιπτύξεις. Χαλαρωμένες και οι δύο, επαναφέρουν σιγά - σιγά τις αναπνοές τους στις φυσιολογικές συνθήκες. Ξαπλωμένες στο πλάι ανάμεσα στα απαλά χαντάκια τους και τα τρυφερά τους χάδια, ανάμεσα στα γλυκόλογα ευγνωμοσύνης που αντάλλασσαν, η Ναυσικά ρώτησε την φιλενάδα της.
«Τώρα που ηρεμήσαμε πες μου αργά και καθαρά, σου άρεσε; Επιθυμείς να το συνεχίσουμε;.»
Ένα μικρό βογκητό απόλαυσης ξέφυγε από την Ανδρομάχη καθώς χορτασμένη απ' την ηδονή αφέθηκε στην αγκαλιά επάνω στο γυμνό κορμί της Ναυσικάς.
«Μωρό μου! Νιώθω παράξενα όμορφα, σαν ζαλισμένη, ένα παράξενο μείγμα ενοχής και ένα ζεστό κύμα ηδονής με διαπερνά ολόκληρη». Της απάντησε ναζιάρικα η Ανδρομάχη.
Η Ναυσικά χαμογέλασε, και με γλυκό ύφος είπε: « Αυτό που γίνεται απόψε είναι αυτό που έπρεπε να έχουμε κάνει από καιρό».
«Ναι αλλά εσύ προτιμούσες την ηδονική γεύση της φίλης μας με το σοκολατένιο κορμί και τα κυματιστά μαλλιά. Για πες μου! Το Μουνί της ήταν πιο γλυκό από το δικό μου!»
«Δεν φταίω εγώ! Μερικές φορές είναι δύσκολο να καταλάβεις αν κάποιος ενδιαφέρεται όταν τον προσεγγίζεις. Μπορεί αρχικά να δείχνει αδιαφορία ενώ στην πραγματικότητα να μην ισχύει κάτι τέτοιο. Αλλά ας μην το αναλύσουμε.»
Είναι γυμνές ξαπλωμένες, πρόσωπο με πρόσωπο. Μιλάνε ψιθυριστά, η Ναυσικά έχει καρφωμένα τα μάτια στα μάτια της Ανδρομάχης, η οποία στα λίγα εκατοστά απόσταση από το πρόσωπο της Ναυσικάς, αποφεύγει να διασταυρώσει το βλέμμα της. Ένα χάδι στο μάγουλο της Ανδρομάχης.
«Τι ήταν αυτό που σε αναστατώνει;»
«Δυσκολεύομαι να το πω.«
«Δεν πιστεύω να είναι τόσο, ακατάλληλο για ενήλικους,» βάζει χρώμα συνωμοσίας μεταξύ τους η Ναυσικά.
Συνομιλούν μουρμουριστά, σα να προσπαθούν μην τους ακούσει κάποιος. Οι λέξεις υποφέρουν από υψηλή θερμοκρασία, αχνίζουν.
Τότε ήταν που η Ναυσικά έκανε το βήμα και μοιράστηκε τις μύχιες σεξουαλικές φαντασιώσεις με την φιλενάδα της. Της είπε για την επιθυμία και την σεξουαλική έλξη που ξυπνά στις φαντασιώσεις της ο Αλκιβιάδης και ότι πολλές φορές φαντάζεται τον εαυτό της μαζί τους στο κρεβάτι να κάνουμε έρωτα χωρίς αναστολές, και αυτές οι εικόνες και οι σκέψεις στέλνουν την ερωτική της διάθεση στα ουράνια.
Για μεγάλη της έκπληξη, η Ναυσικά άκουσε την Ανδρομάχη να λέει ότι αυτό την κολακεύει ιδιαίτερα και ότι θα ήθελε να δοκιμάσει να κάνουνε όλοι μαζί σεξ, λέγοντας της.
Καλή μου φιλενάδα, η υπέρτατη ανδρική φαντασίωση του κάθε άνδρα που σέβεται τον εαυτό του είναι να πάει με δυο γυναίκες ταυτόχρονα. Ο κούκλος μου είναι έντονα σεξουαλικός αλλά ταυτόχρονα έχει ισχυρές ηθικές αναστολές, ώρες- ώρες τον λυπάμαι γιατί τον αγαπώ και έχω συναίσθηση της κατάστασης, πως υποφέρει. Το παρακάνω και εγώ με τις νηστείες μου και την περιοδική σεξουαλική αποχή, που τον παιδεύουν και μου διαμαρτύρεται.
«Καλά, νηστεύεις από το φαγητό πρέπει και από το σεξ; Τι εννοείς δεν θα κάνουμε καθόλου σεξ;!»
Λοιπόν άσε και εσύ τις ντροπές και κούνα τον κώλο σου χωρίς όρια και ντροπές και δείξε του πόσο πολύ τον θέλεις.
Βλέπεις μου προέκυψε και μονογαμικό ον ο κούκλος μου. Το ξέρεις ότι στη φύση έχουν βρεθεί ως μονογαμικά ζώα μόνο δύο είδη: ένα είδος κοτσυφιού κι ένα είδος φάλαινας. είπε στην Ναυσικά.
«Καιρός να προσθέσουν και τρίτο είδος, τον κούκλο μου» Πρόσθεσε χαριτολογώντας.
«Κάπου το είδα γραμμένο. Η μονογαμία είναι μια άπατη, βάλτε κι άλλον έναν τώρα στο κρεβάτι.» Συμπλήρωσε γελώντας χαρούμενα η Ναυσικά.
Για μεγάλη της έκπληξη, η Ναυσικά άκουσε την Ανδρομάχη να λέει ότι αυτό την κολακεύει ιδιαίτερα και ότι θα ήθελε να δοκιμάσει να κάνουνε όλοι μαζί σεξ, λέγοντας της.
Καλή μου φιλενάδα, η υπέρτατη ανδρική φαντασίωση του κάθε άνδρα που σέβεται τον εαυτό του είναι να πάει με δυο γυναίκες ταυτόχρονα. Ο κούκλος μου είναι έντονα σεξουαλικός αλλά ταυτόχρονα έχει ισχυρές ηθικές αναστολές, ώρες- ώρες τον λυπάμαι γιατί τον αγαπώ και έχω συναίσθηση της κατάστασης, πως υποφέρει. Το παρακάνω και εγώ με τις νηστείες μου και την περιοδική σεξουαλική αποχή, που τον παιδεύουν και μου διαμαρτύρεται.
«Καλά, νηστεύεις από το φαγητό πρέπει και από το σεξ; Τι εννοείς δεν θα κάνουμε καθόλου σεξ;!»
Λοιπόν άσε και εσύ τις ντροπές και κούνα τον κώλο σου χωρίς όρια και ντροπές και δείξε του πόσο πολύ τον θέλεις.
Βλέπεις μου προέκυψε και μονογαμικό ον ο κούκλος μου. Το ξέρεις ότι στη φύση έχουν βρεθεί ως μονογαμικά ζώα μόνο δύο είδη: ένα είδος κοτσυφιού κι ένα είδος φάλαινας. είπε στην Ναυσικά.
«Καιρός να προσθέσουν και τρίτο είδος, τον κούκλο μου» Πρόσθεσε χαριτολογώντας.
«Κάπου το είδα γραμμένο. Η μονογαμία είναι μια άπατη, βάλτε κι άλλον έναν τώρα στο κρεβάτι.» Συμπλήρωσε γελώντας χαρούμενα η Ναυσικά.
Κατόπιν κουρασμένες και οι δύο όπως είναι, καληνυχτίζονται με ένα παρατεταμένο φιλί στα χείλη και σε λίγο βυθίζονται σε έναν γλυκό και βαθύ ύπνο…
.......Στη Θεσσαλονίκη περασμένα μεσάνυχτα Σαββάτου προς ξημερώματα της Κυριακής, όπως είδαμε η Ναυσικά και η Ανδρομάχη είχαν την ευκαιρία να ζήσουν μια συναρπαστική λεσβιακή εμπειρία γεμάτη έντονη σεξουαλική ενέργεια και πάθος, παρασυρμένες από το ανομολόγητο πάθος της μιας για την άλλη, που κατέκλυσε τα κορμιά τους, θόλωσε το μυαλό τους και εξαφάνισε την λογική τους με αποτέλεσμά να κάνουν το τόλμημα να επιδοθούν σε τολμηρά σεξουαλικά παιχνίδια μεταξύ τους. Η πόλη, με τη νυχτερινή της ενέργεια της, λειτουργούσε ως το ιδανικό σκηνικό για αυτή τη συνάντηση της Ναυσικάς και της Ανδρομάχης σε μια διαδικασία εσωτερικής απελευθέρωσης που υπερέβαινε τη σωματική επαφή τους και μετέτρεψε τη νύχτα τους σε μια πράξη αυτοδιάθεσης. Η αποτίναξη του βάρους του αμαρτήματος λειτουργούσε ως μια διαδικασία αποδόμησης παλαιότερων πεποιθήσεων τους . Στην ουσία, οι δύο γυναίκες δεν ανακάλυψαν μόνο η μία την άλλη, αλλά ανακάλυψαν μια νέα εκδοχή του εαυτού τους, μια εκδοχή που επιτρέπει στις φυσικές τους παρορμήσεις να υπάρχουν χωρίς ενοχές. Η σύγκρουση ανάμεσα στο πριν και στη διαδρομή τους ως ετερόφυλες γυναίκες σε ένα συγκεκριμένο κοινωνικό πλαίσιο και το τώρα, την αποδοχή της λεσβιακής τους επιθυμίας, τους δημιούργησε μια έντονη εσωτερική κάθαρση. Το γεγονός ότι η πράξη τους έγινε στη Θεσσαλονίκη, μια πόλη με πλούσια ιστορία και έντονη κοινωνική ζωή, προσέδωσε έναν τόνο τόλμης και επαναπροσδιορισμού της ταυτότητάς τους. Ήταν φανερό πως το πάθος και η απελευθέρωση που ένιωσαν οι δύο γυναίκες, άφησαν πίσω τους κάθε δισταγμό. Η χημεία ανάμεσά τους μετατράπηκε σε μια πρωτόγνωρη «καταιγίδα» αισθήσεων όπου η λογική υποχώρησε μπροστά στην επιταγή της επιθυμίας. Μια νύχτα που ξεκίνησε ως κάτι εφήμερο, φορτισμένη με την ένταση του «απαγορευμένου» και την ορμή του απρόσμενου, είχε πλέον τη δυναμική να ανατρέψει τις ισορροπίες στη ζωή της Ναυσικάς και της Ανδρομάχης. Το «one-night stand» μεταλλάσσεται σε μια αρχή, υποδηλώνοντας πως αυτή η νύχτα στη Θεσσαλονίκη δεν θα ξεχαστεί ποτέ, καθώς η ακαταμάχητη έλξη που τις ένωσε λειτούργησε ως κλειδί που ξεκλείδωσε κάτι πολύ βαθύτερο. Και οι δύο ομολογούσαν πως αναστατώθηκαν οι αισθήσεις τους όσο καμιά άλλη φορά και δεν είχαν την δύναμη να αντισταθούν ώστε τα πάντα μπορούσαν να συμβούν τη νύχτα τους στη Θεσσαλονίκη. Η ένταση της επιθυμίας, ο ίλιγγος των αισθήσεων και του έρωτα....«...Ο Έρωτας που βάσανα μοιράζει, ο Έρωτας που παραμύθια πλάθει άρπαξε την ψυχή μου και την τράνταξε ίδια καθώς αγέρας από τα βουνά χυμάει μέσα στους δρυς φυσομανώντας» ..(Πρόκειται για έναν από τους πιο γνωστούς στίχους της αρχαίας Ελληνίδας λυρικής ποιήτριας Σαπφούς (7ος-6ος αι. π.Χ.), σε απόδοση του Οδυσσέα Ελύτη. Το ποίημα: Αποτελεί απόσπασμα (θραύσμα 47 LP) που περιγράφει την ορμητική, σχεδόν βίαιη φύση του έρωτα. Στο πρωτότυπο αρχαίο κείμενο, η εικόνα αποδίδεται ως: «Ἔρος δ᾽ ἐτίναξέ μοι φρένας, ὠς ἄνεμος κὰτ ὄρος δρύσιν ἐμπέτων»)
Η συμπεριφορά τους ήταν αδιάψευστη, οι πράξεις τους ήταν τόσο ξεκάθαρες, κατηγορηματικές και προφανείς, που δεν υπήρχε καμία πιθανότητα να παρερμηνευτούν, να παρεξηγηθούν ή να δημιουργηθούν αμφιβολίες για τις προθέσεις τους. Υπήρχε απόλυτη σαφήνεια! Δεν υπήρχε γκρίζα ζώνη. Το σεξουαλικό πάθος και η αξία του έρωτα υπερίσχυσε της όποιας λογικής τους και με αμοιβαίο σεβασμό επιτρέποντας και στις δύο να είναι ανοιχτές και ειλικρινείς μεταξύ τους, σε μια κατάσταση που τις είχε οδηγήσει σε έντονες εμπειρίες, όταν μοιράστηκαν πολλαπλούς οργασμούς σε σύντομο χρόνο μέχρι τον «επόμενο γύρο», δεδομένου ότι σαν γυναίκες ήξεραν τι ήθελαν και κατ΄επέκταση πως να φέρει την κορύφωση της σεξουαλικής διέγερσης η μία στην άλλη. Το ερωτικό πάθος είναι θεόσταλτο το οποίο πηγάζει απευθείας από τη θεϊκή υπόσταση της Αφροδίτης, δηλώνει στους στίχους του ο Ευριπίδης και «είναι φυσικό, άμα οι θεοί το θέλουν, οι θνητοί να σφάλλουν» με την έννοια ότι οι άνθρωποι δεν φέρουν πλήρη ευθύνη όταν ενεργούν υπό την επήρεια θεϊκής βούλησης, καθώς το «σφάλμα» είναι προδιαγεγραμμένο.
Η ικανότητά τους να αναγνωρίζουν και να ικανοποιούν τις ανάγκες της άλλης με τόση ακρίβεια και αμοιβαίο σεβασμό, μετατρέπει την πράξη τους σε μια μορφή επικοινωνίας που ξεπερνά τις λέξεις. Η γνώση τους του γυναικείου σώματος και η αμεσότητα με την οποία έφτασαν στην κορύφωση, υποδήλωνε μια βαθιά οικειότητα, ίσως και μια προϋπάρχουσα, αν και ανείπωτη, σύνδεση που περίμενε την κατάλληλη στιγμή για να εκδηλωθεί. Η ιδέα ότι οι θνητοί ενεργούν υπό την επήρεια μιας ανώτερης, αρχέγονης δύναμης, αφαιρεί το βάρος της ενοχής και τοποθετεί τη Ναυσικά και την Ανδρομάχη σε μια κατάσταση «ιερού» αυθορμητισμού. Δεν είναι πια απλώς δύο γυναίκες σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου στη Θεσσαλονίκη· είναι δύο όντα που παραδόθηκαν σε μια φυσική νομοτέλεια, η οποία δικαιολογεί το πάθος τους ως κάτι απόλυτα φυσικό, ακόμα κι αν η κοινωνία το αντιλαμβάνεται ως «σφάλμα». Μια νύχτα που τις οδήγησε σε μια κατάσταση απόλυτης ειλικρίνειας και απελευθέρωσης, Αυτό που συνέβη αυτό το βράδυ δεν έμεινε στην επιφάνεια του δέρματος τους, αλλά εισχώρησε στην ουσία της ταυτότητάς τους. Παρά το γεγονός ότι είχαν ήδη μια πολύ ικανοποιητική σεξουαλική ζωή, αυτή η «απρόσμενη» συνάντηση λειτούργησε ως καθρέφτης που τους επέτρεψε να δουν πτυχές του εαυτού τους που παρέμεναν αθέατες, κλειδωμένες πίσω από κοινωνικά στερεότυπα και άρρητους κανόνες. Η στιγμή που το «απαγορευμένο» μετατρέπεται σε «φυσικό». Σταμάτησαν να βλέπουν τη σεξουαλικότητά τους μέσα από το πρίσμα του «πρέπει» και αφέθηκαν στην καθαρή, αδιαμεσολάβητη αίσθηση. Αναγνώρισαν τα όριά τους και, αντί να σταματήσουν εκεί, τα διεύρυναν, νιώθοντας μια πρωτόγνωρη οικειότητα με το ίδιο τους το σώμα. Η ανάγκη για έλεγχο υποχώρησε μπροστά στη ροή της εμπειρίας, επιτρέποντας στην ηδονή να γίνει μια μορφή ελευθερίας. Πλέον, η Ναυσικά και η Ανδρομάχη δεν είναι οι ίδιες γυναίκες που ήταν πριν από αυτό το Σαββατόβραδο. Έχουν κερδίσει μια νέα ελευθερία, μια «εσωτερική πυξίδα» που τους επιτρέπει να εξερευνούν την επιθυμία τους χωρίς τον φόβο της κριτικής, είτε της κοινωνικής είτε της αυτοκριτικής. Η βραδιά τους έκλεισε με μια αίσθηση απόλυτης πληρότητας και ηρεμίας. Η μετάβαση από το έντονο πάθος και την «καταιγίδα» των αισθήσεων, στην τρυφερότητα μιας αγκαλιάς και του βαθύ ύπνου, αποδίδει την ολοκλήρωση αυτής της εμπειρίας τους. Το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξαν,ότι «το σεξ με γυναίκα είναι αλλιώς», δεν αποτελούσε απλώς μια διαπίστωση, αλλά την επιβεβαίωση μιας νέας, βαθιάς σύνδεσης τους. Η ασφάλεια που ένιωσαν ήταν το κλειδί, σε έναν κόσμο που συχνά απαιτεί από τις γυναίκες να ανταποκρίνονται σε εξωτερικά πρότυπα. Η δική τους «γιορτή» των σωμάτων τους αποτέλεσε έναν ασφαλή χώρο, όπου ο αμοιβαίος σεβασμός και η ενστικτώδης κατανόηση των αναγκών της άλλης κυριάρχησαν. Τα σώματα τους επικοινώνησαν με μια γλώσσα πέρα από τις λέξεις.
....Πίσω στην Αθήνα το ίδιο σαββατόβραδο τον Αλκιβιάδη τον απασχολούσε μια εμπειρία που μπορεί να συμβεί στον καθένα. Τον απασχολούσε ένα συγκεκριμένο βίωμα, μια ανάμνηση που καταλάμβανε έντονα τη σκέψη του, προκαλώντας του προβληματισμό, αναστοχασμό και συναισθηματική φόρτιση. Ατενίζοντας τα αστέρια στο νυχτερινό Αττικό ουρανό βιώνει «βουβό» αλλά έντονο, το αίσθημα της μοναξιάς του σε μια φορτισμένη συναισθηματική κατάσταση, έχοντας έντονες νυχτερινές αϋπνίες, και οι αϋπνίες ως ένας «αγωγός» τον ταξίδευαν στα μονοπάτια της μνήμης. Η εικόνα του Αλκιβιάδη που ατενίζει τα αστέρια δημιουργεί μια έντονη αντίθεση με τη ζωντάνια και την ορμή της Ναυσικάς και της Ανδρομάχης στη Θεσσαλονίκη. Εκείνες βιώνουν την ένωση, ενώ ο Αλκιβιάδης βιώνει την απουσία. Απόψε η αϋπνία για εκείνον δεν είναι απλώς έλλειψη ύπνου, η αϋπνία του μετατρέπεται σε έναν «αγωγό», και τον μεταφέρει σ' έναν χώρο όπου ο χρόνος ρευστοποιείται και τα «αν» της ζωής του απόψε παίρνουν μορφή. Ο νυχτερινός ουρανός, με το αχανές και «βουβό» του μέγεθος, γίνεται ο καθρέφτης της εσωτερικής του ερημιάς, τονίζοντας το μέγεθος των ανεκπλήρωτων επιθυμιών του.
Η μοναξιά του μοιάζει να πηγάζει από την ανάλυση, είναι ένας άνθρωπος που σκέφτεται πολύ, ίσως υπερβολικά, αναζητώντας νόημα σε παρελθοντικές στιγμές που πλέον δεν μπορεί να αλλάξει. Η νύχτα και η μοναξιά του απογυμνώνει τις άμυνες του. Στο σκοτάδι, οι μνήμες δεν είναι απλές σκέψεις, είναι ολοζώντανες παρουσίες που τον αναγκάζουν να επαναξιολογήσει τις επιλογές του.
Ενώ στη Θεσσαλονίκη οι δύο γυναίκες «ξεκλείδωσαν» τον εαυτό τους μέσα από το πάθος, ο Αλκιβιάδης φαίνεται να είναι «κλειδωμένος» μέσα στον αναστοχασμό του. Η Ανδρομάχη, μία πλευρά της ανθρώπινης εμπειρίας που αγκαλιάζει το παρόν και το σώμα, και η άλλη η δική του που παλεύει με τις σκιές του παρελθόντος. Καθώς ο Αλκιβιάδης περιπλανιέται στα μονοπάτια της μνήμης του, υπάρχει κάποιο συγκεκριμένο πρόσωπο και μια αναπάντεχη συνάντηση που λειτούργησε ως καταλύτης για τον Αλκιβιάδη, ανατρέποντας την εσωτερική του ισορροπία. Είναι εντυπωσιακό πώς το ίδιο Σαββατόβραδο, ενώ η Ανδρομάχη βιώνει στη Θεσσαλονίκη μια κορύφωση απελευθέρωσης και υπέρβασης, ο Αλκιβιάδης στην Αθήνα βρίσκεται σε μια κατάσταση «παράλυσης» λόγω ενός συναισθήματος που επανέρχεται στη ζωή του με ορμή.
Η επανεμφάνιση μιας παιδικής φίλης της Ανδρομάχης με τον σημερινό κόσμο του Αλκιβιάδη προσθέτει μια μοιραία διάσταση στις αϋπνίες του. Υπάρχει μια σχεδόν «συνωμοτική» αίσθηση σε αυτό που του συμβαίνει. Τα «θαμμένα» συναισθήματα του αποδεικνύονται πως είναι ακόμη ζωντανά. Δεν πρόκειται για μια απλή ανάμνηση, αλλά για μια «ανασκαφή» συναισθημάτων που, τον κατακλύζουν με μια αίσθηση μυστικού και ανησυχητικού ταυτόχρονα. Η πάλη απόψε του Αλκιβιάδη, το γεγονός ότι ο νους του γνωρίζει πως «θα έπρεπε» να σταματήσει, αλλά η επιθυμία του επιβάλλεται, δείχνει την αδυναμία του θνητού μπροστά στις παρορμήσεις που μας λέει ο Ευριπίδης. Ο Αλκιβιάδης νιώθει δέσμιος μιας «αυτόματης» λειτουργίας του μυαλού, όπου η σκέψη της συγκεκριμένης γυναίκας γίνεται το μοναδικό κέντρο βάρους γι αυτόν απόψε. Ενώ οι γυναίκες στη Θεσσαλονίκη αποφασίζουν να «αφεθούν» και να αποδεχτούν την επιθυμία τους, ο Αλκιβιάδης βρίσκεται σε μια φάση εσωτερικής σύγκρουσης, προσπαθώντας να διαχειριστεί το βάρος αυτής της «κολλημένης» σκέψης που τον στερεί από την ηρεμία του. Είναι σαν ο Αλκιβιάδης να βρίσκεται στην απέναντι όχθη: η Ανδρομάχη γιορτάζει το «είναι» της στο παρόν, ενώ ο Αλκιβιάδης βασανίζεται από το «θα μπορούσε να είναι» του παρελθόντος. Λένε πως ο έρωτας δεν έρχεται ως επισκέπτης που χτυπά την πόρτα, αλλά ως δύναμη κατοχής που επιβάλλεται και αναδιοργανώνει το εσωτερικό μας τοπίο. Ο Αλκιβιάδης βρίσκεται σε μια κατάσταση συναισθηματικής παλινδρόμησης. Νιώθει απόψε αυτό το ρομαντικό συναίσθημα γι αυτή τη γυναίκα με τον ψυχισμό ενός εφήβου, που αναζητά συχνά το ρομαντικό, το ιδανικό και το απρόοπτο, αποφεύγοντας την πεζή καθημερινότητα. Ο «ψυχισμός του εφήβου» λειτουργεί ως καταφύγιο από την «πεζή καθημερινότητα» που τόσο απεχθάνεται. Δεν είναι μόνο ότι τη σκέφτεται. Είναι ότι η παρουσία της μέσα του έχει εκτοπίσει κάθε άλλη λογική σκέψη. Έχει μετατραπεί σε μια «κυριαρχική» οντότητα που δεν του αφήνει περιθώριο για ηρεμία. Ενώ ο Αλκιβιάδης είναι ανήμπορος να αντισταθεί, η ίδια η φύση αυτής της «εφηβικής» αναζήτησης του δίνει μια ζωντάνια. Είναι μια γλυκιά αγωνία. Μέσα στον βουβό του κόσμο, αυτό το συναίσθημα είναι ίσως το πιο «ζωντανό» πράγμα που είχε να νιώσει εδώ και καιρό και ήρθε να ταράξει τα νερά.
Η εικόνα της Βαλερίας, που παραμένει «αιθέρια» και αναλλοίωτη σαν όνειρο, φωτίζει απόψε το κεντρικό του δίλημμα. Την άρνηση να συμβιβαστεί με τη φθορά του χρόνου. Για τον Αλκιβιάδη, η Βαλερία δεν είναι απλώς μια γυναίκα, είναι ο χρόνος που γυρίζει πίσω. Είναι το σύμβολο μιας εποχής όπου τα πάντα ήταν δυνατά, όπου η αναζήτηση της ζωής δεν είχε ακόμη «στραγγιστεί» από τον κυνισμό και την ασφάλεια της ρουτίνας. Το γεγονός ότι τη βλέπει «ίδια» μετά από χρόνια, υποδηλώνει ότι ο Αλκιβιάδης την έχει εξιδανικεύσει. Την έχει τοποθετήσει σε ένα βάθρο όπου ο χρόνος δεν την αγγίζει, γεγονός που κάνει την επιθυμία του ακόμη πιο έντονη και ταυτόχρονα πιο απομακρυσμένη από την πραγματικότητα. Η καθημερινότητα των σαράντα και πλέον ετών του φέρνει συχνά μια απογοήτευση και μια πεζή λογική και η Βαλερία, εμφανιζόμενη ξαφνικά, λειτουργεί ως αντίδοτο. Για πρώτη φορά μετά από καιρό, ο Αλκιβιάδης νιώθει «ζωντανός» με εκείνον τον εφηβικό, ανήσυχο τρόπο που είχε ξεχάσει ότι κατέχει. Όπως και στην περίπτωση της Ανδρομάχης στη Θεσσαλονίκη, η Βαλερία είναι ο «αστάθμητος παράγοντας» που έρχεται να ανατρέψει το status quo της ζωής τους. : Στη Θεσσαλονίκη, η Ανδρομάχη ζει μια «επανάσταση του σώματος» με τη Ναυσικά, ενώ στην Αθήνα, ο Αλκιβιάδης ζει μια «επανάσταση του πνεύματος» αναζητώντας τη Βαλερία. Και οι δύο περιπτώσεις αφορούν την ανάγκη του ανθρώπου να ξεφύγει από την πεζότητα και να αγγίξει το απόλυτο, είτε αυτό είναι σαρκικό είτε ιδεατό. Στα σαράντα του, ο Αλκιβιάδης φαίνεται να έχει φτάσει σε μια βαθιά εσωτερική αποδόμηση των κοινωνικών συμβάσεων. Μοιάζει να έχει απορρίψει την «αρετή» ως μια κατασκευασμένη, άυλη έννοια που εξυπηρετεί άλλους σκοπούς, προτιμώντας το «χειροπιαστό» της ηδονής. Η ιδέα ότι η σεξουαλική επιθυμία είναι το «πάθος στο οποίο υπάγονται όλα τα άλλα» δίνει στον Αλκιβιάδη μια κεντρική πυξίδα. Για εκείνον, ο έρωτας δεν είναι απλώς μια συναισθηματική έκφανση, αλλά η πρωταρχική κινητήρια δύναμη της ανθρώπινης ύπαρξης. Θεωρώντας την αρετή ως κάτι που δεν προσφέρει «άμεση ικανοποίηση στις αισθήσεις», ο Αλκιβιάδης τοποθετεί τον εαυτό του εκτός του πλαισίου της «ορθής» κοινωνικής συμπεριφοράς. Η ευτυχία δεν αναζητείται στη συμμόρφωση με έναν ηθικό κώδικα, αλλά στην πληρότητα της αισθητηριακής εμπειρίας. Η αλήθεια της ζωής βρίσκεται στην απελευθέρωση από τα «πρέπει» και στην απόλυτη παράδοση στις αισθήσεις.
Η «αιθέρια» Βαλερία, λοιπόν, για τον Αλκιβιάδη δεν είναι απλώς μια γυναίκα, αλλά η ενσάρκωση αυτού του ηδονιστικού ιδεώδους. Αν εκείνη είναι η πηγή της νεότητας και της αίσθησης, τότε η επιθυμία του για εκείνη είναι η απόλυτη επιβεβαίωση της κοσμοθεωρίας του. Καθώς ο Αλκιβιάδης εδραιώνει αυτή τη φιλοσοφία στο μυαλό του, νιώθει πως η «αρετή ως αφηρημένη έννοια» τον εμποδίζει τελικά να συνδεθεί με τον «γήινο» κόσμο που εκείνη πιθανόν εκπροσωπεί.
........................Η μέρα του είχε ξεκινήσει φυσιολογικά, με όλες τις συνήθειες της, τους εξαναγκασμούς και τις μικρές απολαύσεις της, και συνήθως, όταν η μέρα μας ξεκινά έτσι, δεν μας προετοιμάζει για κάτι που «μια φορά κι έναν καιρό σε έναν τόπο όχι πολύ μακριά από εδώ, εκεί που ο ουρανός ενώνεται με τη θάλασσα και τα όνειρα μοιάζουν με πραγματικότητα......» αλλάζουν τα δεδομένα και τότε ήταν που συνέβησαν όλα. Όταν λοιπόν ξημέρωσε το Σάββατο τίποτα δεν προμήνυε ότι αυτό το συνηθισμένο Σάββατο που απολάμβανε την προσωρινή ήρεμη, συνηθισμένη στιγμή μοναξιάς του, θα ερχόταν κάποια στιγμή να πολιορκείται από μύχιες και ανεκπλήρωτες ερωτικές επιθυμίες, πόθους που δεν πραγματοποιήθηκαν, δημιουργώντας του μια αίσθηση κενού και νοσταλγίας. Μια τυχαία συνάντηση θα τον έφερνε αντιμέτωπο με μια γυναίκα από το παρελθόν που την θεωρούσε ξεχασμένη έγινε η εφήμερη ηρωίδα του ανικανοποίητου ερωτικού του πάθους.
Κεντρική ηρωίδα που γίνεται το αντικείμενο του πάθους είναι μια παλιά οικογενειακή τους φίλη, η γοητευτική Βαλερία με την απαράμιλλη κομψότητα της. Τίποτα δεν προμήνυε την τρελή τροπή που θα έπαιρναν οι σεξουαλικές του διαθέσεις από την παρουσία της Βαλερίας. Την σκεφτόταν και τον έπιανε ένας ακαταμάχητος πόθος να γευτεί τα χάδια και τα φιλιά της. Με το που την έφερνε στο νου του έφτανε και περίσσευε για να φουντώσει τη φωτιά του.
.....Ο Αλκιβιάδης άνοιξε τα μάτια του στις επτά και δέκα. Τον είχε ξυπνήσει η καμπάνα της μικρής εκκλησίας τους, η μέρα φάνταζε ωραία, ηλιόλουστη, κάτι που έπρεπε να εκμεταλλευτεί, μια και το φθινόπωρο ήταν προ των πυλών. Ως συνήθως, τεντώθηκε απλώνοντας τα χέρια του στο κρεβάτι τα σεντόνια ήταν κρύα. Η Ανδρομάχη η εδώ και δέκα πέντε χρόνια σύντροφος του, είχε ήδη αποδράσει από χθες Παρασκευή πρωί για τη τριήμερη εκδρομή της.
Πήγε στο μπάνιο, έκανε την πρωινή του τουαλέτα έπλυνε τα δόντια του, μετά πήγε στο δωμάτιο έβγαλε τις πιτζάμες του και έβαλε ρούχα εργασίας κήπου. 'Έφτιαξε το πρωινό καφέ του, πήγε βόλτα το σκύλο, καθάρισε το κλουβί με τον παπαγάλο άνοιξε το Κομπιούτερ και έλεγξε τα Εmail του. Ο Αλκιβιάδης αυτό το ΠΣΚ ζει τη προσωρινά εργένικη ζωή του χαλαρός και νηφάλιος. Ξεκινώντας η μέρα του χωρίς αναταράξεις σαν να βρισκόταν σε ήρεμα νερά, ήταν η Ανδρομάχη του που του προκάλεσε μια ανησυχία! Συνήθως όταν απουσίαζε τον έπαιρνε πάντα πρώτη τηλέφωνο απ' τα άγρια χαράματα να μιλήσουν, να έχουν επαφή. Σήμερα ασυνήθιστο περνούσε η ώρα, ανέβηκε ο ήλιος και το τηλέφωνο δεν κτύπησε! Την πήρε πρώτος εκείνος και το τηλέφωνο δεν του απαντούσε. Ανησύχησε! Την πήρε και πάλι, άργησε να το σηκώσει και όταν το σήκωσε του δικαιολογήθηκε πως την πήρε βαθιά ο ύπνος γιατί από βραδύς τη ταλαιπώρησαν οι κολικοί της! Ο Αλκιβιάδης ανησύχησε και αναστατώθηκε που η Ανδρομάχη του βρέθηκε αντιμέτωπη με ένα τέτοιο δυσάρεστο γεγονός μα η ίδια τον καθησύχασε, λέγοντάς του πως όλα είναι καλά και ήταν κάτι περαστικό και πάει της πέρασε! Τον διαβεβαίωσε πως ήδη ένιωθε πολύ πιο ευχάριστα αναμένοντας τις προγραμματισμένες εξόδους σ’ αυτή την τριήμερη «απόδραση» της που συμβάλλουν ακόμη περισσότερο στην καλή της διάθεση, και της προσφέρουν μία ανάλαφρη διάθεση ελευθερίας και παράλληλα θα ξεδώσει, θα εκτονωθεί, και θα αποβάλει άγος, νεύρα και φυσικά την κακή διάθεση.
«Ανδρομάχη Μωρό μου! Με έκανες ν’ ανησυχήσω. Καλά εγώ έλειπα από δίπλα σου! Ο ρασοφόρος ο φίλος μας που ήταν να σου συμπαρασταθεί στη ταλαιπωρία σου; Η Ναυσικά;!»
«Η Ναυσικά ο Θεός να την έχει καλά, χάρις την αδελφική φιλία που μας ενώνει μου συμπαραστάθηκε στις ιδιαίτερες αυτές στιγμές μου με αλληλεγγύη και εχεμύθεια αγάπη μου! Ευτυχώς που ήταν κάτι περαστικό, μπορεί να με ταλαιπώρησε αλλά σημασία έχει που στο τέλος όλα πήγαν καλά! Ήταν κάτι που το έζησα πολύ έντονα τη νύχτα αλλά δεν χρειάζεται να υπερβάλουμε και εσύ δεν χρειάζεται να ανησυχείς αγάπη μου γιατί έχω βρει το κατάλληλο καταπραϋντικό και να τώρα με την κουβέντα μας καθυστερώ να πάρω πάλι τη δόση μου στην ώρα της!»
«Ναι έχεις δίκιο αγάπη μου να μην σε καθυστερώ, και σε παρακαλώ Ανδρομάχη μου να προσέχεις τον εαυτό σου και να μη μου ταλαιπωρείσαι! Άλλωστε το ταξίδι το έκανες για να ξεδώσεις από τα καθημερινά. Ο καιρός πως είναι στη Θεσσαλονίκη;»
«Εντάξει αφού το είπαμε αυτό, ότι και να ήταν πάει και πέρασε! Καλά είμαι τώρα και σ΄ευχαριστώ για το ενδιαφέρον σου. Ο καιρός είναι τέλειος αν και η πρόγνωση αναφέρει βροχή. Εσύ πως είσαι αγάπη μου; Για πες μου, σου λείπω;»
«Καλά είμαι αγάπη μου απλά μου λείπεις αλλά εσύ μη το σκέφτεσαι κοίτα να περνάς όμορφα και μη σε νοιάζει εγώ εδώ είμαι και θα σε περιμένω να μου πεις ωραίες και πολλές ιστορίες του ταξιδιού σου! Φιλιά πολλά!.»
«Κούκλε μου! δεν ξέρεις πόσο σε λατρεύω!» του ψιθύρισε. «Ποσό σε λατρεύω όταν είσαι τόσο χαλαρός και τρυφερός μαζί μου ! Σου στέλνω πολλά φιλιά.»
Η αλήθεια είναι πως όταν ο Αλκιβιαδης ακούει τη φωνή της Ανδρομάχης, ειδικά η φωνή της στο τηλέφωνο νιώθει μια ευχαρίστηση. Η θύμηση αυτής της φωνής τον ευχαριστεί, αφού είναι η φωνή του προσώπου που αγαπά. Η φωνή της Ανδρομάχης είναι πολύ ηχηρή, ζεστή, ο τρόπος που λέει: Εμπρός, η Ανδρομάχη είμαι, όλα αυτά τα απροσδιόριστα πράγματα. Και όντως, υπάρχει μια πολύ φευγαλέα ευχαρίστηση στη θύμηση αυτής της φωνής και ειδικά τώρα που είναι στη μοναξιά του.
....... Και όμως! Σαν κάτι απροσδιόριστο να τον προβληματίζει σήμερα τον Αλκιβιάδη! Λίγο περίεργα μου τα λέει η Ανδρομάχη μου! Εντάξει για δέκα πέντε χρόνια παντρεμένοι πολύ καλά τα πάμε στη σχέση μας. Όταν όμως ξαφνικά «ξεχνάει» να σε πάρει τηλέφωνο και στο καπάκι πριν κλείσει το τηλέφωνο θυμήθηκε με έμφαση να σου πει πως σε «λατρεύει» λογικά σου δημιουργεί αντικρουόμενα συναισθήματα και ταυτόχρονα καταιγισμό από αρνητικές σκέψεις.» Μουρμούρισε προβληματισμένος ο Αλκιβιάδης κλείνοντας το τηλέφωνο! «Κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά, αυτά που λέει είναι αυτά που κάνει! Το μόνο σίγουρο είναι οι εικασίες που έχεις. Γιατί στις εικασίες με τον εγκέφαλο βλέπεις και όχι με τα μάτια! Σκέψου Αλκιβιάδη σε τι πέλαγος άγνοιας κολυμπάς όταν αυτά που σου καλλιεργεί στον εγκέφαλο δεν είναι και τόσο σίγουρο ό,τι είναι έτσι όπως λέγονται! Βιάζεται λέει να πάρει το γιατρικό της!» Ύποπτο του φαίνεται! Συγκρατήθηκε όμως, αντιστάθηκε στον πειρασμό γιατί σε κάτι τέτοιες στιγμές προσπαθούσε να ‘ναι όσο μπορούσε πιο ευγενικός μαζί της. Τι να κάνει Σαββάτο πρωί! Να Ανοίξει κουβέντα με επιχειρήματα; Καλά κρασιά, επτά-μηδέν θα λήξει το σκορ εις βάρος του και θα τρώει και τι γκρίνια της για κάνα τριήμερο. Οπότε δεν έχει κανένα νόημα, να μπει σε κουβέντα με την Ανδρομάχη, τσάμπα χαμένος χρόνος αν υπάρχει διαφωνία. Δεν πρόκειται ποτέ να βρει άκρη. Της λέει «ναι αγάπη μου δίκιο έχεις» και καθάρισε. Απλά τρώει λίγη ώρα μέχρι να το πει, γιατί οι γυναίκες γενικά δεν αποδέχονται την εύκολη παράδοση. Τον θέλουν τον τσακωμό. Όπως θα 'θελαν αν μπορούσαν το κομμωτήριο, το μανικιούρ και το πεντικιούρ σε καθημερινή βάση. Το κομμωτήριο κι ο τσακωμός δεν είναι μια συνήθεια, είναι DNA. Δεν θέλουν να κερδίσουν το μπρα ντε φερ με μία κίνηση. Δεν γίνεσαι πειστικός Αλκιβιάδη. Το κάνεις όπως κάνουν αυτές τον ψεύτικο οργασμό. Δυσθυμείς, βογκάς, διαφωνείς και μετά παραδίνεσαι. Γι αυτό Αλκιβιάδη δώσε δύο-τρία λεπτά από το χρόνο σου. Αυτή είναι, σύμφωνα με τον σοφό παππού του, η καλύτερη συμβουλή αν θέλει να μην του τα ζαλίζει όλη την ώρα η γυναίκα του. Το τι θα κάνει τελικά είναι μια άλλη υπόθεση. Θα ξαναβγεί με τους κολλητούς του, θα ξαναστάξει το κατούρημα στη λεκάνη, θα ρίξει καφέ στο πάτωμα, θα συνεχίσει να κοιτά τον κώλο της κάθε Τζένιφερ Λοπέζ -απλά δεν θα το λέει.
«Ναι αγάπη μου, έχεις δίκιο, εγώ φταίω!». Αυτό είναι το τρίπτυχο της ευτυχίας. Ο Αλκιβιάδης το έχει εμπεδώσει!
........Το πρόγραμμα του εκκλησιαστικού τουρισμού βρίσκεται στη δεύτερη ήμερα του. Η περιήγησης του εκκλησιαστικού τουρισμού τελείωσε νωρίς το απόγευμα και έτσι οι γυναίκες είχαν την ευκαιρία στον υπόλοιπο χρόνο τους να κάνουν ένα γρήγορο ντους και στη συνέχεια ο ελεύθερος χρόνος τους αποτελεί μια καλή αφορμή για να βγουν έξω και να το διασκεδάσουν, θέλοντας να εκμεταλλευτούν πλήρως τη βραδιά τους. Είχε περάσει πολύς καιρός από τότε που οι δυο φιλενάδες είχαν βγει να διασκεδάσουν οι δυο τους παρέα και απόψε ετοιμάστηκαν για μια ξέφρενη βραδινή έξοδο! Όσο κι αν δεν θέλουν να το συνειδητοποιήσουν τα τριάντα πέντε τους χρόνια έχουν χτυπήσει την πόρτα τους. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι πρέπει να τα βάψουν μαύρα. Βρίσκονται στην καλύτερη και πιο δημιουργική ηλικία για τη γυναίκα γενικότερα! Η αλήθεια είναι ότι θέλουν να βγουν, να φλερτάρουν, να διασκεδάσουν και να λειτουργήσουν αποχαιρετώντας το καλοκαίρι όσο πιο αυθόρμητα γίνεται. Έχουν κουραστεί από τα πρέπει της λογικής και θέλουν απόψε να κάνουν του κεφαλιού τους. Διψάνε για λίγη περιπέτεια και ελευθερία. Μπούκωσαν από τις ευθύνες, από τα προβλήματα και θέλουν απόψε να ξεγράψουν αυτούς τους μπελάδες από το μυαλό τους. Τι θέλουν, τι πραγματικά ζητούν; Ένα διάλειμμα από την καθημερινότητά τους. Έναν ερωτικό πειρασμό που ελλοχεύει εκεί έξω να τις βάλει σε περιπέτειες και να στείλει την αδρεναλίνη στα ύψη, σε ένα «παιχνίδι» ενηλίκων. Πολλές γυναίκες σ΄ αυτή την ηλικία καταφεύγουν στην αναζήτηση αυτής της συγκίνησης, ταράζοντας έτσι τα λιμνάζοντα νερά της καθημερινότητάς τους. Τα τελευταία χρόνια δεν είναι λίγες οι παντρεμένες γυναίκες που ενδίδουν στο φλερτ κάποιου άλλου άντρα, ακόμα κι αν έχουν καταφέρει επανειλημμένως να αντισταθούν στους «πειρασμούς» στο παρελθόν ώστε να ανανεώσουν την σεξουαλική τους ζωή. Δεν είναι λίγες οι φορές που ο όρος «σεξουαλική ζωή» μοιάζει με άγνωστη λέξη σε μια μακροχρόνια σχέση. Δεν είναι λοιπόν καθόλου περίεργο που μια γυναίκα αναζητά άλλον παρτενέρ για να ικανοποιήσει τις σεξουαλικές της ανάγκες. Η σεξουαλική ανία στο γάμο της, είναι ίσως ο συνηθέστερος λόγος και τα κίνητρα που οδηγούν μια γυναίκα σε ξένη αγκαλιά που της προκαλεί ερεθισμό και σεξουαλική διέγερση και κυλιέται με τον εραστή στο κρεββάτι της «αμαρτίας.»
.......Ο Αλκιβιάδης όταν έμαθε πως ο ρασοφόρος άφησε το ποίμνιο του και αναχώρησε για το Άγιο Όρος προβληματίζεται! Ο κατεργάρης φίλος του και πνευματικός της Ανδρομάχης, του είχε υποσχεθεί να κοιμάται ήσυχος, να μην ανησυχεί, για την συμπεριφορά της Ανδρομάχης. Αυτός θα είναι φύλακας φρουρός που θα φροντίζει και θα προσέχει ώστε το κορίτσι τους να μην απομακρυνθεί από τα μονοπάτια της κοινωνικής ηθικής και το δρόμου του Θεού στη διάρκεια της εκδρομής τους. Με την προσευχή του και την ευλογία του θα της κρατάει άγρυπνη την ηθική της συνείδηση, ώστε να μην πέσει στις παγίδες και στις πλεκτάνες του διαβόλου. Ο Σατανάς στήνει τα δίχτυα του και απλώνει τα πλοκάμια του, σε παντρεμένες γυναίκες να παρασυρθούν σε εξωσυζυγικές ερωτικές σχέσεις! Και αυτός δεν παρέμεινε δίπλα της, να τον νιώθει φύλακα προστάτη της ώστε να μην επηρεάζεται από τον ύπουλο πειρασμό των Πρωτοπλάστων αναζητώντας να ικανοποιήσει τις σεξουαλικές της ανάγκες εκτός συζυγικής κλίνης.
Με τη στιβαρή ανδροπρεπή παρουσία του ως ιερωμένος με πλούσια εμπειρία από το γυναικείο κοινό της ενορίας του να την προστατεύσει να μην πλανηθεί από τον απατεώνα σατανά, που παρακινεί με χίλιους δυο τρόπους τις γυναίκες, πονηρά και ύπουλα σε αμαρτωλές σκέψεις! Και εάν τις αμαρτωλές σκέψεις που της έβαλε ο Σατανάς στο νου όταν αρχίζει να τις κάνει πράξεις, τότε έχει ήδη διαβεί τον δρόμο της αμαρτίας και της ενοχής της. Πόσο διαφορετικό θα ήταν το συναίσθημα του αν αισθανόταν ο Αλκιβιάδης ότι ο ρασοφόρος φίλος του ήταν διαρκώς διπλά της φύλακας άγγελος της να την αποτρέψει από πονηρά ερωτικά παραστρατήματα. Όταν με το καλό συναντηθούν θα του ψάλει τον εξάψαλμο που αντί να μείνει εκεί δίπλα της και καθώς το χέρι του θα τη χαϊδεύει τρυφερά να κάνει πράξη το θεάρεστο έργο του σαν ο πλέον κατάλληλος. Να τη βάλει κάτω και με τον καυτό και καυλωμένο «πυρσό» του να ξεκλειδώσει την πίσω πόρτα της και να δουλέψει τη τρύπα της να είναι έτοιμη... όπως του είχε υποσχεθεί... Κι όμως οι υποσχέσεις του έμειναν κενές περιεχόμενου όταν ο «άγιος» πατέρας πήρε τα Άγια όρη και τα βουνά της Χαλκιδικής. Δηλαδή αναρωτιέται ο Αλκιβιάδης ο ρασοφόρος φίλος της και πνευματικός της δεν προβληματίζεται πως αυτή τη νύχτα στη Θεσσαλονίκη ίσως κάποιος αδέσποτος εραστής της μιας βραδιάς να έχει το προνόμιο να κάνει μαζί της ερωτικά παιγνίδια, να γεύεται τα θεσπέσια καπούλια της και να ξεχειλώνει τον «πάτο» της! Σε επίπεδο φαντασίωσης απόψε ο Αλκιβιαδης καυλώνει με τη σκέψη ότι η Ανδρομάχη του είναι τόσο επιθυμητή που άλλοι άντρες τη θέλουν, και ότι εκείνη, με τη δική του αποδοχή και παρότρυνση, τους παραδίδεται. Ο συνδυασμός ερωτικής υπερηφάνειας, ταπείνωσης, ζήλιας και διέγερσης είναι το καύσιμο αυτής της φαντασίωσης του. Βέβαια η διαφορά μεταξύ θεωρίας και πράξης είναι μικρή στη θεωρία αλλά μεγάλη στην πράξη να δοκιμάσουν κάτι τέτοιο. Η πρώτη φορά ενδέχεται να είναι ζόρικη -ειδικά στην αρχή- αλλά όπως συμβαίνει σε καθετί στη ζωή, χωρίς το πρώτο βήμα δε θα υπάρξει δεύτερο. Η μόνη συμβουλή του είναι πως αν αυτό είναι κάτι που το θέλει και η Ανδρομάχη, τουλάχιστον απόψε στη Θεσσαλονίκη ας το δοκιμάσει. Η ζωή είναι μικρή και τιμωρεί σκληρά τις μετάνοιες για πράγματα που δεν τόλμησε να κάνει ενώ τα ήθελε.
............Τα κορίτσια λοιπόν αποφάσισαν μια βραδινή έξοδο στη Θεσσαλονίκη σε ένα club/bar, από μερικές πολύ δημοφιλείς επιλογές, με καλή μουσική, όμορφη ατμόσφαιρα και προσεγμένη εξυπηρέτηση, για μια κλασική «girls' night out», Το κέντρο της πόλης προσφέρεται να τους χαρίσει αξέχαστες εμπειρίες, αφού αδιαμφισβήτητο σήμα-κατατεθέν του αποτελούν τα bars του. Τα βήματά τους τις οδήγησαν σε ένα από τα πιο ιδιαίτερα club/bar της Θεσσαλονίκης, κρυμμένο μέσα σε μια στοά. Έναν χώρο με την ατμόσφαιρα ενός αυθεντικού μπαρ, που ευνοεί την παρέα και την όμορφη κουβέντα, ενώ παράλληλα σε ταξιδεύει σε μια διαφορετική γωνιά της πόλης μέσα από τον ξεχωριστό χαρακτήρα και την αισθητική του. Με την προσεγμένη εξυπηρέτηση, τη ζεστή φιλοξενία και τη μουσική που δημιουργεί την ιδανική διάθεση, τα κορίτσια είχαν την ευκαιρία να απολαύσουν όμορφες, ποιοτικές και αξέχαστες στιγμές, κάνοντας τη βραδινή τους έξοδο στη Θεσσαλονίκη μια εμπειρία που θα θυμούνται για καιρό. Ήταν ένα ιδιαίτερο στέκι για τους νέους, αλλά και για ανθρώπους κάθε ηλικίας που αγαπούν την καλή μουσική και την όμορφη ατμόσφαιρα. Ένας χώρος όπου μια νέα γυναίκα, όπως η Ανδρομάχη, μπορούσε να βρεθεί με την παρέα της ή ακόμη και μόνη της, χωρίς να αισθάνεται άβολα, απολαμβάνοντας τη βραδιά με ασφάλεια, άνεση και καλή διάθεση. Εισήλθε αγέρωχη και αέρινη, λουσμένη σε μια ανεπιτήδευτη λάμψη που αναδείκνυε τη φυσική της ομορφιά. Κάθε της βήμα πρόδιδε αυτοπεποίθηση και μια ήρεμη βεβαιότητα για τον εαυτό της. Χωρίς να το επιδιώκει, μονοπωλούσε τα ανδρικά —και όχι μόνο— βλέμματα. Οι φλογερές ματιές που τη συνόδευαν έμοιαζαν να μην την αγγίζουν· τις προσπερνούσε με διακριτική αδιαφορία, γιατί ο νους της ήταν στραμμένος αλλού. Ήξερε, ή τουλάχιστον ήθελε να πιστεύει, πως κάπου μέσα σε εκείνον τον χώρο βρισκόταν ο άνθρωπος που είχε έρθει να αναζητήσει εκείνο το βράδυ. Αναζητούσε έναν ελκυστικό νεαρό άνδρα, από εκείνους που εκείνη την εποχή κατέφθαναν στη Θεσσαλονίκη για να παρακολουθήσουν μεταπτυχιακά προγράμματα στα πανεπιστήμια της συμπρωτεύουσας. Νέοι γεμάτοι όνειρα, φιλοδοξίες και προσδοκίες, που, όσο κι αν αφοσιώνονταν στις ακαδημαϊκές τους υποχρεώσεις, είχαν ανάγκη από μικρές αποδράσεις από την απαιτητική καθημερινότητα. Έτσι, όταν έπεφτε η νύχτα, πολλοί από αυτούς αναζητούσαν λίγες στιγμές χαλάρωσης σε κάποιο μπαρ ή κλαμπ της πόλης. Με ένα ποτό, καλή μουσική και ευχάριστη παρέα προσπαθούσαν να αποφορτιστούν από την πίεση των σπουδών, να ξεφύγουν για λίγο από τη ρουτίνα και να νιώσουν τον παλμό της ζωντανής νυχτερινής ζωής της Θεσσαλονίκης. Ανάμεσα στους θαμώνες βρίσκονταν και νεαροί εμπορικοί αντιπρόσωποι ή στελέχη εταιρειών, που είχαν ταξιδέψει στη Θεσσαλονίκη με αφορμή την εμπορική έκθεση που φιλοξενούσε εκείνες τις ημέρες η πόλη. Μετά το τέλος των επαγγελματικών τους υποχρεώσεων, πολλοί επέλεγαν να γνωρίσουν τη νυχτερινή ζωή της συμπρωτεύουσας, καταλήγοντας σε κάποιο μπαρ ή κλαμπ για ένα ποτό, λίγη μουσική και ευχάριστη συντροφιά, αφήνοντας τη συνέχεια της βραδιάς να εξελιχθεί αυθόρμητα. Για μια γυναίκα που δεν αναζητούσε μια σοβαρή ή μακροχρόνια σχέση, αλλά επιθυμούσε απλώς μια ευχάριστη γνωριμία, μια όμορφη συζήτηση ή μια βραδιά χωρίς δεσμεύσεις και υπερβολικές προσδοκίες, ένα τέτοιο περιβάλλον μπορούσε να προσφέρει ευκαιρίες για αυθόρμητες ανθρώπινες επαφές, βασισμένες στον αμοιβαίο σεβασμό και την κοινή διάθεση για διασκέδαση. Ιδίως για μια γυναίκα που δεν επιθυμούσε να οδηγήσει μια γνωριμία σε κάτι πιο σοβαρό ή μακροχρόνιο. Δεν αναζητούσε υποσχέσεις ούτε σχέδια για το μέλλον· της αρκούσε η μαγεία της στιγμής. Μια όμορφη συνάντηση, μια ειλικρινής έλξη, μια βραδιά γεμάτη κουβέντα, χαμόγελα και αμοιβαία επιθυμία να απολαύσουν ο ένας την παρέα του άλλου, χωρίς προσδοκίες και δεσμεύσεις πέρα από εκείνη τη νύχτα. Ίσως, τελικά, ορισμένες γνωριμίες να αποκτούν την αξία τους ακριβώς επειδή δεν υπόσχονται τίποτε περισσότερο από το να κάνουν δύο ανθρώπους να μοιραστούν μια όμορφη στιγμή. Η Ανδρομάχη, ήξερε καλά τι αναζητούσε και, κυρίως, τι δεν επιθυμούσε να υποσχεθεί ούτε στον εαυτό της ούτε σε κάποιον άλλον. Για εκείνη, η σωστή απόφαση ήταν να ζήσει τη στιγμή όπως ερχόταν, χωρίς δεσμεύσεις, χωρίς προσδοκίες και χωρίς να προβάλλει το μέλλον πάνω σε μια όμορφη γνωριμία. Άλλωστε, κάποιες συναντήσεις έχουν αξία ακριβώς επειδή ανήκουν μόνο σε μια νύχτα και δεν ζητούν τίποτε περισσότερο. Οκ... πάμε στα βαθιά!» σκέφτηκε χαμογελώντας. Αυτό που αναζητούσε εκείνο το βράδυ ήταν έναν νέο άνδρα με έντονο ερωτισμό, αυτοπεποίθηση και διάθεση να μοιραστεί μαζί της μια νύχτα γεμάτη πάθος και αμοιβαία απόλαυση. Δεν την απασχολούσε το αύριο ούτε οι υποσχέσεις μιας σχέσης· επιθυμούσε μια εμπειρία που θα την έκανε να νιώσει ξανά ζωντανή, επιθυμητή και ελεύθερη. Ήθελε έναν σύντροφο που να μπορούσε να ανταποκριθεί στον ρυθμό και στις επιθυμίες της, ώστε η νύχτα τους να κυλήσει χωρίς βιασύνη, με ένταση, εναλλαγές και στιγμές βαθιάς οικειότητας. Περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, επιζητούσε να βιώσει μια ολοκληρωμένη ερωτική εμπειρία που θα αναζωπύρωνε την αυτοπεποίθησή της και θα της θύμιζε τη δύναμη της έλξης, της επιθυμίας και της αμοιβαίας απόλαυσης. Στο μυαλό της Ανδρομάχης υπήρχε μια σκέψη που ολοένα και δυνάμωνε. Πίστευε πως ένας εραστής, απαλλαγμένος από τη φθορά της καθημερινότητας, ήταν συχνά πιο πρόθυμος να εκφράσει τον θαυμασμό του, να χαρίσει ένα ειλικρινές κομπλιμέντο και να κάνει μια γυναίκα να αισθανθεί επιθυμητή και ξεχωριστή. Αντίθετα, σε μια μακροχρόνια σχέση, η οικειότητα πολλές φορές έκανε τους ανθρώπους να θεωρούν ορισμένα πράγματα αυτονόητα. Τα λόγια θαυμασμού λιγόστευαν, όχι απαραίτητα επειδή η αγάπη ή η έλξη είχαν χαθεί, αλλά επειδή η καθημερινότητα και η συνήθεια συχνά επισκίαζαν την ανάγκη να εκφράζονται. Και για μια γυναίκα όπως η Ανδρομάχη, που είχε ανάγκη να νιώθει πως την προσέχουν, την ποθούν και την εκτιμούν, αυτή η έλλειψη επιβεβαίωσης είχε αρχίσει να βαραίνει περισσότερο απ' όσο ήταν διατεθειμένη να παραδεχτεί. «Η μάχη είναι, όπως και να το κάνουμε, Αλκιβιάδη, άνιση», είπε με ένα αδιόρατο χαμόγελο. «Στο δικό μου μυαλό, τουλάχιστον, ο εραστής ξεκινά πάντοτε με προβάδισμα.»
Στα μάτια της Ανδρομάχης, ο εραστής είχε το πλεονέκτημα της προσμονής, της καινούργιας γνωριμίας και της ανάγκης να κατακτήσει. Πρόσεχε τις λεπτομέρειες, χάριζε απλόχερα τον θαυμασμό του και έκανε τη γυναίκα να αισθάνεται μοναδική. Ο μόνιμος σύντροφος, αντίθετα, συχνά παρασυρόταν από τη δύναμη της συνήθειας, αφήνοντας την καθημερινότητα να σκεπάσει όσα κάποτε εξέφραζε με ευκολία.
Ίσως να μην ήταν πάντα έτσι. Ίσως να υπήρχαν σχέσεις που διέψευδαν αυτή την πεποίθηση. Εκείνη, όμως, εκείνη τη στιγμή της ζωής της, ήταν βέβαιη πως, στη δική της προσωπική ζυγαριά, ο εραστής έβγαινε νικητής. Στη σκέψη της Ανδρομάχης, τα πράγματα έμοιαζαν σχεδόν αναπόφευκτα. Όταν μια γυναίκα αισθάνεται ότι η μοναξιά έχει φωλιάσει μέσα στη σχέση της και εμφανιστεί ένας άλλος άνδρας πρόθυμος να την ακούσει, να της σταθεί με κατανόηση και να της προσφέρει την προσοχή που της έχει λείψει, τότε οι άμυνες της αρχίζουν να υποχωρούν. Από εκεί και πέρα, πίστευε πως η απόσταση που χωρίζει τη συναισθηματική εγγύτητα από την ερωτική έλξη μπορεί να μικρύνει επικίνδυνα. Ο δρόμος προς την απιστία δεν ανοίγει απαραίτητα από την επιθυμία του σώματος, αλλά συχνά από την ανάγκη της ψυχής να νιώσει ξανά ότι κάποιος την βλέπει, την ακούει και την εκτιμά. Ο Αλκιβιάδης δεν μπορούσε να διώξει από το μυαλό του μια επίμονη σκέψη. Μήπως η Ανδρομάχη, η γυναίκα που λάτρευε τα ταξίδια, αναζητούσε διαρκώς νέες εμπειρίες, αγαπούσε την καλή παρέα, τη διασκέδαση και την αίσθηση της περιπέτειας, είχε οργανώσει εκείνη την τριήμερη απόδραση στη Θεσσαλονίκη με ένα κίνητρο που ξεπερνούσε την απλή αλλαγή παραστάσεων; Η σκέψη τον βασάνιζε. Ίσως να μην ήταν μόνο τα αξιοθέατα της πόλης, οι βόλτες στην παραλία ή η έντονη νυχτερινή ζωή που την είχαν ελκύσει. Ίσως να επιθυμούσε να αφεθεί στην ελευθερία που προσφέρει ένα ταξίδι μακριά από την καθημερινότητα, εκεί όπου κανείς δεν τη γνώριζε και τίποτε δεν τη δέσμευε. Δεν είχε αποδείξεις· μόνο εικασίες που γεννούσε η ζήλια και η φαντασία του. Κι όμως, δεν μπορούσε να αποφύγει την εικόνα που σχηματιζόταν μέσα του: οι νύχτες της να κυλούν ανάμεσα στη μουσική, τα φώτα της πόλης και τη συντροφιά ενός γοητευτικού νεαρού άνδρα, αφήνοντας την έλξη της στιγμής να οδηγήσει τη γνωριμία τους εκεί όπου μόνο οι δυο τους γνώριζαν. Η Ανδρομάχη ήταν μια γυναίκα πνευματώδης, κεφάτη και με έντονη μποέμικη διάθεση. Διέθετε εκείνη τη σπάνια ικανότητα να κάνει τους ανθρώπους γύρω της να αισθάνονται άνετα, να γελούν και να απολαμβάνουν τη συντροφιά της. Η γοητεία της δεν στηριζόταν μόνο στην εμφάνισή της, αλλά κυρίως στην ευστροφία, το χιούμορ και τον αυθορμητισμό της, στοιχεία που την έκαναν ιδιαίτερα ελκυστική. Γνώριζε πώς να κερδίζει έναν νεαρό συνομιλητή, να κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον του και να μετατρέπει μια απλή γνωριμία σε μια βραδιά γεμάτη ζωντάνια και όμορφες στιγμές. Δημιουργούσε εύκολα φιλίες και επαφές, καθώς της άρεσε να γνωρίζει νέους ανθρώπους και διαφορετικές προσωπικότητες. Ωστόσο, δεν ένιωθε την ανάγκη να μετατρέψει κάθε γνωριμία σε μια μακροχρόνια ή απαιτητική σχέση. Εκείνη την περίοδο της ζωής της προτιμούσε την ελευθερία, τον αυθορμητισμό και τις σχέσεις που άφηναν χώρο στην ανεξαρτησία της, χωρίς να στερούν τη ζεστασιά της ανθρώπινης επαφής. Ως ελεύθερο πνεύμα, η Ανδρομάχη είχε ανάγκη από έναν σύντροφο που να μπορεί να σταθεί απέναντί της ως ισότιμος συνομιλητής. Η διανοητική επικοινωνία ήταν για εκείνη εξίσου σημαντική με τη σωματική έλξη· δεν ανεχόταν την υποτίμηση, την αδιαφορία ή την προσπάθεια να περιοριστεί η ανεξαρτησία της. Δεν ήταν γυναίκα που θα δεχόταν να ζήσει στη σκιά κάποιου ή να αφήσει άλλους να καθορίσουν τα όριά της. Γνώριζε καλά την επίδραση που ασκούσε στους άνδρες και, όταν το έκρινε απαραίτητο, δεν δίσταζε να χρησιμοποιήσει αυτή τη δύναμη προς όφελός της. Δεν το αντιμετώπιζε ως παιχνίδι εξαπάτησης, αλλά ως μια μορφή επιρροής που αποτελούσε μέρος της προσωπικότητάς της και του τρόπου με τον οποίο επέλεγε να κινείται στις ανθρώπινες σχέσεις. Επινοεί πολλές ηδονικές και τολμηρές επιλογές ως παλιά καραβάνα με πολλά γραμμένα χιλιόμετρα στον ερωτικό στίβο, να πλανέψει με τη καυτή παρουσία της και να τους «ξυπνήσει» τα ερωτικά τους ένστικτα με δική της πρωτοβουλία και χωρίς αναστολές, σαν γυναίκα-αρπακτικό που ξέρει τι θέλει και πώς πρέπει να κινηθεί για να το αποκτήσει στην αναζήτησή μιας σχέσης με σεξ της μίας βραδιάς ώστε να καλύψει την έλλειψη του Αλκιβιάδη! Η Ανδρομάχη δεν αναζητούσε τον έρωτα της ζωής της. Δεν έψαχνε έναν άνθρωπο με τον οποίο θα σχεδίαζε το μέλλον ούτε μια σχέση που θα άλλαζε την πορεία της ζωής της. Αυτό που επιθυμούσε ήταν μια σύντομη συνάντηση, μια απόδραση από την καθημερινότητα, με έναν νεαρό άνδρα που θα της θύμιζε, σε κάποια στοιχεία του χαρακτήρα ή της παρουσίας του, τον νεότερο Αλκιβιάδη. Η νεότητα, η ζωντάνια, η αυτοπεποίθηση και η έντονη ερωτική ενέργεια ήταν εκείνα που την έλκυαν περισσότερο. Αναζητούσε μια γνωριμία που θα αφυπνίσει τις αισθήσεις της, θα της ξυπνήσει το αίσθημα της επιθυμίας και θα την κάνει να νιώσει ξανά ποθητή και ζωντανή. Για λίγες μόνο ώρες ήθελε να αφεθεί στη γοητεία του απρόβλεπτου, να ζήσει μια εμπειρία χωρίς υποσχέσεις και χωρίς την απαίτηση να υπάρξει συνέχεια· μια ανάμνηση που θα έμενε στη μνήμη της ως μια σύντομη, αλλά έντονη, παρένθεση στη ζωή της. Στα μάτια της Ανδρομάχης δεν υπήρχε τίποτε το μεμπτό σε αυτή την επιθυμία. Δεν ένιωθε ότι πρόδιδε τον εαυτό της· αντίθετα, πίστευε πως για μία μόνο νύχτα είχε το δικαίωμα να ζήσει μια διαφορετική εκδοχή του. Να αφήσει πίσω της τους ρόλους, τις προσδοκίες και τις αναστολές που τη συνόδευαν στην καθημερινότητά της και να γίνει εκείνη η γυναίκα που, κατά καιρούς, είχε φανταστεί ότι θα μπορούσε να είναι. Ήθελε να δοκιμάσει τα όριά της, να αφεθεί στον αυθορμητισμό της στιγμής και να εκφράσει πλευρές του εαυτού της που, όσο βρισκόταν δίπλα στον Αλκιβιάδη, παρέμεναν κρυφές ή ανείπωτες. Όχι επειδή της είχαν επιβληθεί, αλλά επειδή η ίδια δεν είχε ποτέ νιώσει ότι υπήρχε ο χώρος ή η διάθεση να τις φανερώσει. Εκείνη η νύχτα, στη σκέψη της, δεν ήταν μια απόρριψη της ζωής που είχε χτίσει· ήταν μια σύντομη απόδραση, μια προσπάθεια να γνωρίσει μια άλλη πλευρά του εαυτού της, αφήνοντας για λίγο τη φαντασία να συναντήσει την πραγματικότητα. Στο κάτω κάτω, τον άνθρωπο που θα γνώριζε εκείνο το βράδυ ήταν σχεδόν βέβαιο πως δεν θα τον ξανάβλεπε ποτέ. Η σκέψη αυτή της δημιουργούσε ένα παράξενο αίσθημα ελευθερίας. Γιατί, λοιπόν, να μην αφήσει για λίγο τον εαυτό της να ξεφύγει από όσα τον κρατούσαν διαρκώς συγκρατημένο; Γιατί να μη δώσει χώρο σε επιθυμίες και φαντασιώσεις που τόσα χρόνια παρέμεναν σιωπηλές, όχι επειδή τις φοβόταν, αλλά επειδή ποτέ δεν ένιωσε πως μπορούσαν να χωρέσουν στην καθημερινότητά της; Ίσως, συλλογιζόταν, μια τέτοια νύχτα να ήταν απλώς μια σύντομη παρένθεση. Μια εμπειρία που θα άρχιζε και θα τελείωνε εκεί, χωρίς υποσχέσεις και χωρίς συνέχεια. Και ύστερα θα επέστρεφε στη ζωή της, στην οικογένειά της, στους γνώριμους ρυθμούς της καθημερινότητας, έχοντας κρατήσει μόνο την ανάμνηση μιας βραδιάς όπου τόλμησε να γνωρίσει μια διαφορετική πλευρά του εαυτού της. Να νιώσει συναισθήματα πρωτόγνωρα, να καλύψει παράνομες επιθυμίες, να ζήσει το σεξ σε όλη του τη διάσταση, να αφεθεί κι ας πονέσει. Το θεωρεί ότι είναι φυσικό να βιώνει αυτές τις κοινωνικές κατακτήσεις του φύλου της και να μην αισθάνεται ενοχές ότι διαπράττει αταξίες ή αμαρτήματα επωφελούμενη από αυτές.
Ο Αλκιβιάδης έφερνε συνεχώς στο μυαλό του την ίδια εικόνα. Η Ανδρομάχη, μαζί με την κολλητή της, τη Ναυσικά, και την ξαδέρφη της, να μπαίνουν όλες μαζί σε ένα από τα δημοφιλή club/bar της Θεσσαλονίκης. Μια παρέα τριών γυναικών που απολάμβαναν τη βραδινή τους έξοδο, χωρίς να δείχνουν ότι αναζητούσαν γνωριμίες, κρατώντας διακριτικά τις αποστάσεις τους από κάθε βιαστική προσέγγιση. Στη φαντασία του, αυτή η στάση δεν αποτελούσε άρνηση, αλλά έναν τρόπο να διατηρούν τον έλεγχο της βραδιάς. Να επιλέγουν εκείνες πότε, με ποιον και μέχρι ποιο σημείο θα άφηναν μια κουβέντα ή ένα φλερτ να εξελιχθεί. Ίσως, συλλογιζόταν, αυτή η διακριτική αυτοσυγκράτηση να έκανε την παρουσία τους ακόμη πιο ενδιαφέρουσα στα μάτια των θαμώνων. Το παιχνίδι της γνωριμίας αποκτούσε έτσι έναν αέρα μυστηρίου, όπου τίποτε δεν ήταν δεδομένο και κάθε επόμενη κίνηση έπρεπε να κερδηθεί με ευγένεια, χιούμορ και υπομονή. Δεν ήξερε αν όλα αυτά συνέβαιναν πραγματικά ή αν ήταν αποκυήματα της ζήλιας και της φαντασίας του. Όσο περισσότερο, όμως, άφηνε το μυαλό του να πλάθει τέτοιες εικόνες, τόσο πιο αληθινές έμοιαζαν μέσα του. Δεν υπήρχε σχεδόν κανένα ανδρικό βλέμμα που να μην κοντοστεκόταν πάνω της. Η παρουσία της μαγνήτιζε την προσοχή με έναν τρόπο αβίαστο, σαν να εξέπεμπε μια γοητεία που δύσκολα περνούσε απαρατήρητη. Βάδιζε με την αυτοπεποίθηση μιας γυναίκας που γνώριζε καλά τη δύναμη της εμφάνισης και της προσωπικότητάς της, χωρίς να έχει ανάγκη να την επιδεικνύει. Όποιος την παρατηρούσε θα μπορούσε εύκολα να φανταστεί ότι, πριν τελειώσει η βραδιά, κάποιος θα είχε καταφέρει να κερδίσει το ενδιαφέρον της. Όχι επειδή εκείνη έδινε τέτοια δικαιώματα, αλλά επειδή η αύρα της άφηνε να αιωρείται η υπόσχεση πως η νύχτα έκρυβε ακόμη εκπλήξεις. Η Ανδρομάχη άφηνε το βλέμμα της να περιπλανιέται αργά στον χώρο. Παρατηρούσε διακριτικά τους θαμώνες, αναζητώντας εκείνο το βλέμμα που θα συναντούσε το δικό της και θα γεννούσε έναν αμοιβαίο, σιωπηλό διάλογο. Δεν την ενδιέφερε απλώς ένας όμορφος άνδρας· αναζητούσε εκείνη τη μορφή που, με την παρουσία και την αυτοπεποίθησή της, θα της ξυπνούσε τη διάθεση να φλερτάρει. Σάρωνε τα πρόσωπα ένα προς ένα, όμως κανένα δεν κατάφερνε να της κινήσει πραγματικά το ενδιαφέρον. Η μουσική γέμιζε την αίθουσα, οι παρέες γελούσαν, τα ποτήρια υψώνονταν σε πρόποση, μα εκείνη συνέχιζε να ψάχνει ανάμεσα στο πλήθος κάποιον που να ξεχωρίζει. Όταν έφτασε στη μεγάλη ξύλινη μπάρα, λουσμένη στον χαμηλό, ζεστό και ατμοσφαιρικό φωτισμό του club/bar, επιβράδυνε το βήμα της. Και τότε, σχεδόν αναπάντεχα, το βλέμμα της σταμάτησε. Για μια στιγμή έμεινε ακίνητη, καθώς μια ευχάριστη έκπληξη ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό της. Κάποιος είχε μόλις τραβήξει την προσοχή της, το βλέμμα της στάθηκε πάνω σε έναν νεαρό άνδρα που έμοιαζε να ξεχωρίζει αβίαστα από το πλήθος. Ήταν ψηλός, ευθυτενής, με αρρενωπά χαρακτηριστικά και μια σχεδόν αρμονική συμμετρία στο πρόσωπό του που του χάριζε μια διακριτική αλλά αδιαμφισβήτητη γοητεία. Δεν έκανε τίποτε για να τραβήξει την προσοχή, κι όμως, η παρουσία του αρκούσε για να τον κάνει να ξεχωρίζει μέσα στον χαμηλό φωτισμό του χώρου. Η Ανδρομάχη ένιωσε το βλέμμα της να μένει καρφωμένο πάνω του για λίγα δευτερόλεπτα περισσότερο απ' όσο συνήθιζε. Μια ευχάριστη έκπληξη ζωγραφίστηκε ασυναίσθητα στο πρόσωπό της. Δεν μπορούσε να μην παραδεχτεί πως ο άγνωστος έμοιαζε εντυπωσιακά με την εικόνα που είχε πλάσει στη φαντασία της πριν ακόμη βγει εκείνο το βράδυ. Ήταν σαν να είχε πάρει σάρκα και οστά μια αόριστη προσδοκία, κάνοντάς την να αναρωτηθεί αν η νύχτα επρόκειτο τελικά να της επιφυλάσσει περισσότερες εκπλήξεις απ' όσες είχε τολμήσει να φανταστεί. Η μόνη διαφορά ήταν πως της φάνηκε ακόμη πιο νέος απ' ότι τον είχε φανταστεί. Τα καστανά, ανέμελα μαλλιά του έπεφταν ατημέλητα πάνω στο όμορφο πρόσωπό του, χαρίζοντας του εκείνη τη φυσική γοητεία που δεν μπορεί να κατασκευαστεί. Ήταν το προσεγμένο χάος της νιότης· οι ατίθασες τούφες έμοιαζαν σαν να μην είχαν ποτέ γνωρίσει χτένα, λες και μόλις είχε σηκωθεί από το κρεβάτι και είχε βγει στον κόσμο με την ίδια ανεπιτήδευτη άνεση. Η εικόνα του απέπνεε φρεσκάδα, ζωντάνια και μια αβίαστη αρρενωπότητα που τον έκανε να ξεχωρίζει χωρίς καμία προσπάθεια. Η Ανδρομάχη δεν μπόρεσε να συγκρατήσει ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο. Ο άγνωστος στεκόταν απέναντί της σχεδόν όπως τον είχε πλάσει η φαντασία της — μόνο που η πραγματικότητα αποδεικνυόταν ακόμη πιο γοητευτική. Υπήρχε κάτι στο βλέμμα του που την έκανε να διστάζει. Τα μάτια του έμοιαζαν να αλλάζουν χρώμα καθώς έπεφτε πάνω τους ο χαμηλός φωτισμός του club/bar. Ήταν πράσινα ή μπλε; Δεν μπορούσε να αποφασίσει. Οι σκιές και οι αντανακλάσεις της νύχτας έκαναν το χρώμα τους να μεταμορφώνεται διαρκώς, προσθέτοντας ακόμη περισσότερο μυστήριο στην παρουσία του. Στα χείλη του σχηματιζόταν ένα χαμόγελο διακριτικό, με μια ανεπιτήδευτη παιχνιδιάρικη διάθεση. Δεν είχε τίποτε το επιτηδευμένο· έμοιαζε με το χαμόγελο ενός ανθρώπου που είχε μάθει να απολαμβάνει τις μικρές εκπλήξεις της ζωής και να αντιμετωπίζει τους άλλους με φυσική αυτοπεποίθηση. Η Ανδρομάχη δεν μπόρεσε να μη σκεφτεί πως η εμφάνισή του θα του άνοιγε συχνά πόρτες. Ήταν από εκείνους τους άνδρες που τραβούν τα βλέμματα χωρίς να το επιδιώκουν. Κι εκείνη τη στιγμή χαμογέλασε κι η ίδια. Ίσως, συλλογίστηκε, αυτή η φυσική γοητεία να έκανε λίγο πιο εύκολη και τη δική τους πρώτη γνωριμία, αν τελικά οι δρόμοι τους διασταυρώνονταν εκείνο το βράδυ.
Το τζιν του είναι λίγο φθαρμένο, και φοράει επώνυμης μάρκας παπούτσια. Είναι ένας ενδιαφέρον τύπος και άρχισε να σκέφτεται ότι αυτό το χρωστάει στο λακκάκι που έχει στο πιγούνι του. Τον κάνει ακόμα πιο αινιγματικό, και σ’ αυτό δύσκολα μια γυναίκα μπορεί να αντισταθεί. Μπορεί να μην ήταν καμία έφηβη, εξάλλου είχε κλείσει τα τριάντα πέντε της, όμως τέτοιον άντρα ήταν αδύνατον να τον προσπεράσει αδιάφορα. Καμιά γυναίκα δεν θα μπορούσε να περάσει από δίπλα του και να μην τον κοιτάξει. Είχε, επιτέλους, εντοπίσει τον άνδρα που είχε τραβήξει πραγματικά το ενδιαφέρον της. Κάτι στην παρουσία του, στον τρόπο που στεκόταν και στο βλέμμα του, της έδινε την αίσθηση πως η νύχτα αυτή ίσως να μην έμοιαζε με καμία άλλη. Δεν γνώριζε ακόμη αν η πρώτη εντύπωση θα επιβεβαιωνόταν, όμως η περιέργεια και η έλξη είχαν ήδη αρχίσει να κερδίζουν έδαφος. «Ίσως αυτή η ιστορία να έχει συνέχεια», σκέφτηκε, νιώθοντας μια ανεπαίσθητη ενοχή να περνά από μέσα της. Την ίδια στιγμή, όμως, αισθανόταν την καρδιά της να χτυπά πιο γρήγορα και τις αισθήσεις της να ξυπνούν. Από τη στιγμή που τα βλέμματά τους διασταυρώθηκαν, μια έντονη προσμονή είχε φωλιάσει μέσα της. Η βραδιά μόλις άρχιζε και δεν μπορούσε να προβλέψει πού θα την οδηγούσε. Ως έμπειρη και δυναμική γυναίκα γνώριζε πως η πραγματική γοητεία δεν βρισκόταν στις βιαστικές κινήσεις ούτε στα προφανή μηνύματα. Αν ήθελε να τραβήξει την προσοχή του, θα το έκανε με τρόπο φυσικό και ανεπιτήδευτο. Περίμενε την κατάλληλη στιγμή, μια αφορμή που θα έμοιαζε σχεδόν τυχαία, ώστε η πρώτη τους επαφή να εξελιχθεί αβίαστα. Δεν επιθυμούσε να προδώσει από την πρώτη στιγμή τις πραγματικές της προθέσεις. Προτιμούσε το παιχνίδι της προσέγγισης, όπου το ενδιαφέρον γεννιέται σταδιακά, μέσα από βλέμματα, μικρές συμπτώσεις και λίγες καλά διαλεγμένες κουβέντες. Ήθελε να κινήσει την περιέργειά του, να τον κάνει να αναζητήσει κι εκείνος το βλέμμα της και να επιθυμήσει να τη γνωρίσει καλύτερα. Για εκείνη, η γοητεία βρισκόταν όχι μόνο στην κατάκτηση, αλλά και στην προσμονή που προηγείται αυτής. Όποιος αποφάσιζε να πλησιάσει την Ανδρομάχη όφειλε να διαθέτει αυτοπεποίθηση, ψυχραιμία και μια δυνατή προσωπικότητα. Δεν ήταν από τις γυναίκες που άφηναν εύκολα τον άλλον να καθορίσει τους όρους της σχέσης ή της γνωριμίας. Είχε ανάγκη να αισθάνεται πως διατηρούσε τον έλεγχο των επιλογών της και πως η εξέλιξη κάθε ερωτικής ιστορίας παρέμενε, σε μεγάλο βαθμό, στα δικά της χέρια. Η έλξη, για εκείνη, δεν ήταν μια παθητική εμπειρία αλλά ένας διάλογος δύο ισχυρών προσωπικοτήτων. Της άρεσε να δίνει τον ρυθμό, να καθορίζει την ένταση της προσέγγισης και να αφήνει τα πράγματα να εξελίσσονται σύμφωνα με τη δική της επιθυμία. Δεν επεδίωκε να κυριαρχήσει πάνω στον άλλον· επιθυμούσε, όμως, να νιώθει ότι κρατούσε το τιμόνι της δικής της διαδρομής, χωρίς να παραχωρεί την ελευθερία και την αυτονομία που αποτελούσαν αναπόσπαστο κομμάτι του χαρακτήρα της. Η Ανδρομάχη ήταν μια γυναίκα εκρηκτική και παρορμητική. Όταν παραδινόταν ολοκληρωτικά στα συναισθήματα και στις επιθυμίες της, ζούσε κάθε εμπειρία με ένταση, χωρίς να φοβάται να εκφράσει τον ενθουσιασμό και το πάθος της. Κάτω από τη συγκροτημένη και κομψή της εικόνα έκρυβε έναν αυθόρμητο, ατίθασο εαυτό, που σπάνια άφηνε να φανεί. Αρχικά αντάλλαξε μαζί του μόνο μερικές διακριτικές ματιές. Όσο γοητευτικός κι αν της φαινόταν, πρόσεξε να μη σταθεί επίμονα πάνω του. Προτιμούσε να αφήνει την περιέργεια να γεννιέται αργά, μέσα από σύντομες συναντήσεις των βλεμμάτων και μικρές, σχεδόν ανεπαίσθητες κινήσεις. Δεν άργησε, ωστόσο, να αντιληφθεί ότι είχε ήδη τραβήξει την προσοχή του. Το βλέμμα του επέστρεφε διακριτικά πάνω της, σαν να προσπαθούσε να την παρατηρήσει χωρίς να γίνει αντιληπτός. Η κομψή της εμφάνιση, το προσεγμένο αλλά διακριτικό ντύσιμό της και ο τρόπος με τον οποίο το φόρεμα αναδείκνυε τη σιλουέτα της, χωρίς να γίνεται προκλητικό, της χάριζαν μια γοητεία που δύσκολα περνούσε απαρατήρητη. Αυτό το βράδυ η Ανδρομάχη είναι πιο χαλαρά, ντυμένη είχε προτιμήσει ένα ρούχο με έξω ώμους πολύ μα πολύ όμορφο και κολακευτικό. Μια τριανταπεντάρα γυναίκα, όμορφη, σικάτη, ευγενική, που έκλεβε την παράσταση με τη δήθεν διακριτικότητά της, αλλά και τον αέρα της ταυτόχρονα.
Αφού αντάλλαξαν τις πρώτες, διστακτικές ματιές, η Ανδρομάχη στράφηκε αργά προς την μπάρα για να παραγγείλει το ποτό της. Κάθε της κίνηση ήταν ήρεμη και μελετημένη, όχι από επιτήδευση, αλλά από τη σιγουριά μιας γυναίκας που γνώριζε ότι η γοητεία βρίσκεται συχνά σε όσα αφήνεις τον άλλον να ανακαλύψει μόνος του. Του έδωσε τον χρόνο να την παρατηρήσει, να σχηματίσει τη δική του πρώτη εντύπωση, να προσέξει τη φυσική της ομορφιά, την κομψότητα της εμφάνισής της και την αβίαστη αυτοπεποίθηση που εξέπεμπε. Όταν πήρε το ποτήρι της και γύρισε ξανά προς την αίθουσα, ένιωσε σχεδόν αμέσως το βλέμμα του να την αναζητά. Δεν ήταν ένα αδιάκριτο κοίταγμα· ήταν το βλέμμα ενός ανθρώπου που προσπαθούσε να αποκρυπτογραφήσει την παρουσία της, σαν να αναρωτιόταν ποια ιστορία έκρυβε πίσω από εκείνο το ήρεμο χαμόγελο. Για λίγα δευτερόλεπτα τα μάτια τους συναντήθηκαν ξανά. Εκείνη δεν χαμήλωσε το βλέμμα ούτε επέμεινε περισσότερο απ' όσο χρειαζόταν. Του χάρισε μόνο ένα ανεπαίσθητο, γεμάτο αυτοπεποίθηση χαμόγελο και μια ματιά που άφηνε ανοιχτό το ενδεχόμενο μιας γνωριμίας, χωρίς όμως να προδίδει τις προθέσεις της.
Ο νεαρός έμεινε ακίνητος, σαν να είχε αιφνιδιαστεί από τη δύναμη της παρουσίας της. Ύστερα σήκωσε αργά το ποτήρι του και ήπιε μια μικρή γουλιά, περισσότερο για να κερδίσει χρόνο παρά επειδή διψούσε. Ένιωθε πως εκείνη η άγνωστη γυναίκα είχε διαταράξει απροσδόκητα την ηρεμία του. Χωρίς να έχει ανταλλάξει ούτε μία λέξη μαζί της, είχε ήδη καταφέρει να κεντρίσει την περιέργειά του και να μονοπωλήσει τη σκέψη του.Η Ανδρομάχη διέκρινε σχεδόν αμέσως την ανεπαίσθητη αμηχανία του. Η πρώτη τους οπτική επαφή, όσο σύντομη κι αν ήταν, έδειχνε πως εκείνος δεν είχε αποφασίσει ακόμη αν έπρεπε να κάνει το επόμενο βήμα ή να αφήσει την ευκαιρία να χαθεί. Χαμογέλασε ανεπαίσθητα. Το ένστικτό της τής έλεγε πως αυτή ακριβώς η στιγμή του δισταγμού ήταν η κατάλληλη για να πάρει εκείνη διακριτικά την πρωτοβουλία. Χωρίς βιασύνη, του χάρισε το πιο γλυκό και ζεστό χαμόγελό της. Ήταν ένα χαμόγελο που δεν υποσχόταν τίποτα, αλλά ούτε και απέκλειε τίποτα. Ένα χαμόγελο που έλεγε απλώς πως μια γνωριμία θα ήταν καλοδεχούμενη. Το βλέμμα της έμεινε πάνω του για μια στιγμή ακόμη. Δεν υπήρχε πρόκληση, μόνο μια σιωπηλή πρόσκληση να αφήσει πίσω του την αμηχανία και να πλησιάσει. Μέσα της γεννήθηκε μια σκέψη, σχεδόν σαν ψίθυρος:
«Ίσως απόψε οι δρόμοι μας να μην τέμνονται τυχαία. Ίσως αυτή η νύχτα να κρύβει μια ιστορία που αξίζει να αρχίσει.»
Και, για πρώτη φορά από τη στιγμή που μπήκε στο μπαρ, ένιωσε πως η συνέχεια δεν εξαρτιόταν αποκλειστικά από εκείνη. Τώρα περίμενε να δει αν εκείνος θα έβρισκε το θάρρος να κάνει το επόμενο βήμα. Η ματιά της έμοιαζε να του μιλά πριν ακόμη προλάβει να αρθρώσει λέξη. «Σε νιώθω...» συλλογίστηκε. «Βλέπω την αμηχανία σου, την έλξη σου, τον τρόπο που προσπαθείς να κρύψεις όσα προδίδει το βλέμμα σου. Κι ίσως να μη διαφέρουμε και τόσο. Γιατί κι εγώ, από τη στιγμή που σε αντίκρισα, αισθάνομαι πως κάτι μέσα μου ξύπνησε.» Το χαμόγελό της έγινε λίγο πιο ζεστό, σχεδόν συνωμοτικό. «Απόψε δεν αναζητώ υποσχέσεις ούτε εξηγήσεις. Θέλω μόνο να ζήσω μια νύχτα έξω από τον χρόνο, όπου θα υπάρχουν μόνο η έλξη, η χημεία και η ελευθερία να είμαστε ο εαυτός μας. Χωρίς ρόλους, χωρίς «πρέπει» και «μη», χωρίς να μας απασχολεί το αύριο. Μόνο να αφήσουμε τη νύχτα να μας παρασύρει και να δούμε πού θα μας οδηγήσει, μέχρι το πρώτο φως της αυγής.» «Αχ... και να ήξερες», θα έλεγε ίσως ένας αόρατος αφηγητής, «πως τίποτα από όσα συμβαίνουν δεν είναι τόσο τυχαίο όσο νομίζεις. Κάποια πράγματα έχουν ήδη πάρει τον δρόμο τους, ακολουθώντας ένα σχέδιο που εσύ αγνοείς.» Και ίσως να ήταν καλύτερα έτσι. Γιατί, αν γνώριζε την αλήθεια, ίσως να δίσταζε. Ίσως να πρόσεχε περισσότερο τις κινήσεις της ή να άφηνε τον φόβο να επισκιάσει τον αυθορμητισμό της. Όμως η Ανδρομάχη δεν γνώριζε τίποτε απ' όλα αυτά. Με το ποτήρι στο χέρι, ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο στα χείλη και την καρδιά της να χτυπά λίγο πιο γρήγορα, συνέχισε να βαδίζει προς την ιστορία που, χωρίς να το αντιλαμβάνεται ακόμη, είχε ήδη αρχίσει να γράφεται.
«Προχώρα, Ανδρομάχη...» ψιθύριζε σχεδόν ειρωνικά η μοίρα. «Βρίσκεσαι ακριβώς εκεί όπου πρέπει να είσαι.» Οι κλεφτές ματιές και τα διακριτικά, παιχνιδιάρικα χαμόγελα είχαν αρχίσει να δημιουργούν ανάμεσά τους μια αδιόρατη, αλλά ολοένα ισχυρότερη σύνδεση. Κάθε νέα συνάντηση των βλεμμάτων τους έμοιαζε να λέει περισσότερα από όσα θα μπορούσαν να εκφράσουν οι λέξεις. Το πρόσωπο του νεαρού φωτίστηκε από μια ευχάριστη έκπληξη. Ήταν φανερό πως η παρουσία της τον είχε αιχμαλωτίσει. Το βλέμμα του περιπλανήθηκε διακριτικά πάνω της, θαυμάζοντας την κομψότητα της σιλουέτας της, την αρμονία των κινήσεών της και την αυτοπεποίθηση που εξέπεμπε. Στο μυαλό του σχηματιζόταν η εικόνα μιας γυναίκας γοητευτικής, με έντονη προσωπικότητα και μια εσωτερική φλόγα που έκανε την παρουσία της ακόμη πιο ελκυστική. Δεν ήξερε τίποτα γι' αυτήν, κι όμως ένιωθε πως πίσω από το ήρεμο χαμόγελο και το σικ παρουσιαστικό της κρυβόταν μια γυναίκα που ζούσε τις στιγμές με πάθος και αυθεντικότητα. Η περιέργειά του είχε πλέον μετατραπεί σε έντονη επιθυμία να τη γνωρίσει, να ακούσει τη φωνή της και να ανακαλύψει αν η πρώτη εντύπωση ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα. Για την Ανδρομάχη δεν υπήρχαν πια δεύτερες σκέψεις. Κάθε λεπτό που περνούσε έκανε την προσμονή της πιο έντονη. Η καρδιά της χτυπούσε ολοένα και πιο γρήγορα, ενώ προσπαθούσε να διατηρήσει την εξωτερική της ψυχραιμία. Δεν θυμόταν πότε ήταν η τελευταία φορά που ένας άγνωστος είχε καταφέρει να την αναστατώσει τόσο. Και τότε, σαν να υπάκουσε σε μια αόρατη δύναμη, εκείνος γύρισε απότομα προς το μέρος της. Τα βλέμματά τους συναντήθηκαν ξανά και, αυτή τη φορά, κανείς από τους δύο δεν βιάστηκε να τα απομακρύνει. Για λίγα δευτερόλεπτα ο κόσμος γύρω τους έμοιαζε να χάνεται μέσα στη μουσική και στους χαμηλούς φωτισμούς του μπαρ. «Τον θέλω...» σκέφτηκε, νιώθοντας την καρδιά της να σφυροκοπά. Η ένταση της στιγμής την αιφνιδίαζε ακόμη και την ίδια. Δεν μπορούσε να εξηγήσει πώς ένας άνθρωπος που είχε γνωρίσει μόνο μέσα από λίγες κλεφτές ματιές είχε καταφέρει να καταλάβει τόσο χώρο στη σκέψη της. Προσπάθησε να συγκεντρωθεί, να αποσπάσει το μυαλό της, να στραφεί αλλού. Μάταια. Κάθε φορά που σήκωνε το βλέμμα, το έβρισκε να επιστρέφει σ' εκείνον. Έπρεπε να υπάρξει μια αρχή.
Χωρίς να βιαστεί, σκέφτηκε μια απλή, απολύτως φυσική αφορμή για να τον πλησιάσει. Μια ερώτηση, μια μικρή πληροφορία, αρκετή για να σπάσει τον πάγο χωρίς να φανεί πως η προσέγγιση ήταν προσχεδιασμένη. Άλλωστε, ήξερε πως οι περισσότερες γνωριμίες ξεκινούν από τις πιο ασήμαντες αφορμές. Πήρε μια βαθιά ανάσα, χαμογέλασε διακριτικά και έκανε το πρώτο βήμα. Εκείνος, από την άλλη, έμοιαζε να περιμένει ακριβώς αυτή τη στιγμή. Από την πρώτη στιγμή που την είχε προσέξει, ευχόταν να βρεθεί μια ευκαιρία να της μιλήσει. Όταν την είδε να πλησιάζει, ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο φώτισε το πρόσωπό του. Η νύχτα, όπως όλα έδειχναν, μόλις άρχιζε να γράφει τη δική της ιστορία.
«Κυρία μου, θα είναι μεγάλη μου χαρά να σας βοηθήσω», είπε με ένα ευγενικό χαμόγελο. «Σας ακούω. Πείτε μου τι ακριβώς αναζητάτε.» Μιλούσε με ηρεμία και μια φυσική ευγένεια που δεν έμοιαζε προσποιητή. Έπειτα άπλωσε το χέρι του προς το μέρος της. Η Ανδρομάχη ανταπέδωσε τη χειραψία. Τη στιγμή που οι παλάμες τους συναντήθηκαν, ένιωσε μια ανεξήγητη συγκίνηση να τη διαπερνά. Δεν ήταν παρά μια τυπική χειρονομία· κι όμως, υπήρχε κάτι στον τρόπο που την κοίταζε, στη ζεστασιά του αγγίγματος του και στην αβίαστη αυτοπεποίθησή του που έκανε εκείνη τη στιγμή να μοιάζει ξεχωριστή. Για λίγα δευτερόλεπτα έμειναν να κοιτάζονται στα μάτια. Η βοή του μπαρ έμοιαζε να απομακρύνεται, ενώ γύρω τους απλωνόταν μια παράξενη αίσθηση οικειότητας, σαν να είχαν γνωριστεί πολύ πριν από εκείνη τη νύχτα. Η αμοιβαία έλξη ήταν πλέον φανερή, όχι μέσα από μεγάλες κινήσεις, αλλά από τις μικρές σιωπές, τα χαμόγελα και τις ματιές που διαρκούσαν λίγο περισσότερο απ' όσο επέβαλλε η ευγένεια. Η Ανδρομάχη προσπάθησε να διατηρήσει την ψυχραιμία της. Δεν συνήθιζε να αφήνει τα συναισθήματά της να προδίδονται τόσο εύκολα, όμως εκείνος είχε ήδη καταφέρει να κλονίσει τη συνήθη αυτοκυριαρχία της. Ο νεαρός χαμογέλασε ξανά, αυτή τη φορά με περισσότερη ζεστασιά. «Επιτρέψτε μου να συστηθώ», είπε. «Με λένε Φίλιππο.»
«Ανδρομάχη», απάντησε εκείνη, χωρίς να αποσύρει αμέσως το βλέμμα της. Και κάπως έτσι, με μια απλή χειραψία και δύο ονόματα που μόλις είχαν ανταλλαχθεί, άρχισε μια γνωριμία που έμοιαζε να υπόσχεται πως η νύχτα θα είχε πολύ μεγαλύτερη διάρκεια από όσο έδειχνε το ρολόι.
«Χάρηκα πολύ, Ανδρομάχη», είπε ο Φίλιππος ευγενικά. «Είναι πραγματική χαρά που σε γνωρίζω.»
«Κι εγώ χάρηκα πολύ, Φίλιππε», ανταπέδωσε εκείνη, κοιτώντας τον στα μάτια.
Για μια στιγμή επικράτησε μια ευχάριστη σιωπή, σαν κανείς από τους δύο να μη βιαζόταν να τη διακόψει. «Θα μου επιτρέψεις μια μικρή παράκληση;» τη ρώτησε με διακριτικότητα. «Νομίζω πως θα ήταν πιο όμορφο να μιλάμε στον ενικό. Συμφωνείς;» Η Ανδρομάχη έγνεψε καταφατικά, αφήνοντας ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο να φωτίσει το πρόσωπό της. «Φυσικά», απάντησε. «Άλλωστε, μόλις γνωριστήκαμε. Δεν υπάρχει λόγος για τόσες επισημότητες.» Ο Φίλιππος χαμογέλασε με εμφανή ανακούφιση. Η διακριτική, γεμάτη αυτοπεποίθηση προσέγγισή του την είχε κολακέψει. Χωρίς να γίνεται πιεστικός ή υπερβολικός, είχε καταφέρει να την κάνει να νιώσει ξεχωριστή. Η αυτοπεποίθησή της ανέβηκε ακόμη περισσότερο και ένιωσε πως η αρχική αμηχανία είχε πλέον δώσει τη θέση της σε μια αβίαστη οικειότητα. Η συζήτηση μπορούσε πλέον να κυλήσει φυσικά, σαν να γνωρίζονταν περισσότερο απ' όσο μαρτυρούσε η πρώτη τους συνάντηση. Η Ναυσικά παρακολουθούσε διακριτικά τη φίλη της και δεν άργησε να καταλάβει ότι εκείνο το βράδυ δεν επρόκειτο για ένα ακόμη αθώο φλερτ. Ήξερε την Ανδρομάχη όσο λίγοι άνθρωποι. Αναγνώριζε κάθε της βλέμμα, κάθε ανεπαίσθητο χαμόγελο, κάθε κίνηση που πρόδιδε πως είχε ήδη πάρει τις αποφάσεις της. «Ωχ...», σκέφτηκε χαμογελώντας μέσα της. «Αυτός ο καημένος δεν έχει καταλάβει ακόμη με ποια έχει μπλέξει.» Η Ανδρομάχη δεν ήταν γυναίκα των βιαστικών κινήσεων. Προτιμούσε τις έμμεσες προσεγγίσεις, εκείνες που έμοιαζαν να γεννιούνται αυθόρμητα, ενώ στην πραγματικότητα έκρυβαν υπομονή, παρατηρητικότητα και αυτοπεποίθηση. Προχωρούσε αργά, αφήνοντας την έλξη να χτίζεται φυσικά, μέχρι ο άλλος να θελήσει από μόνος του να τη γνωρίσει καλύτερα. Η Ναυσικά διέκρινε εύκολα πως ο νεαρός όχι μόνο είχε προσέξει την Ανδρομάχη, αλλά ανταποκρινόταν ολοένα και περισσότερο στην παρουσία της. Το ενδιαφέρον του φαινόταν ειλικρινές, σχεδόν αφοπλιστικό. Κάθε φορά που τα βλέμματά τους συναντιούνταν, εκείνος έμοιαζε να ξεχνά για λίγο οτιδήποτε συνέβαινε γύρω του.
«Τον έχει ήδη κερδίσει», μονολόγησε μέσα της με μια δόση πειράγματος. «Κι ούτε που θα καταλάβει πότε μια απλή γνωριμία θα μετατραπεί σε μια νύχτα που θα θυμάται για πολύ καιρό.»
Η ίδια γνώριζε καλά πως, όταν η Ανδρομάχη αποφάσιζε να διεκδικήσει το ενδιαφέρον κάποιου, το έκανε με τρόπο που δύσκολα περνούσε απαρατήρητος. Όχι με επιθετικότητα, αλλά με εκείνο το σπάνιο κράμα γοητείας, αυτοπεποίθησης και μυστηρίου που έκανε τους άλλους να θέλουν να ανακαλύψουν περισσότερα γι' αυτήν. Και ο Φίλιππος έμοιαζε ήδη να έχει κάνει το πρώτο βήμα προς αυτή την κατεύθυνση, χωρίς ίσως να αντιλαμβάνεται πόσο είχε αρχίσει να τον επηρεάζει η παρουσία της.
Η Ναυσικά, παρατηρώντας διακριτικά όσα εκτυλίσσονταν μπροστά της, χαμογέλασε με νόημα. Δεν χρειαζόταν να ειπωθεί τίποτε. Η Ανδρομάχη είχε πλέον βρει την παρέα που αναζητούσε και κάθε παρουσία δίπλα της θα ήταν περιττή. Με μια διακριτική ματιά προς την ξαδέρφη της, της έκανε νόημα να φύγουν. «Εμείς θα συνεχίσουμε τη βόλτα μας», είπε χαμογελώντας στην Ανδρομάχη. «Θα τα πούμε αργότερα στο ξενοδοχείο.»
Η Ανδρομάχη ανταπέδωσε το βλέμμα με ένα ευχαριστήριο χαμόγελο. Οι δυο γυναίκες απομακρύνθηκαν αθόρυβα, αφήνοντάς τη μόνη με τον νεαρό άνδρα.
«Λοιπόν...» είπε εκείνος, μόλις έμειναν οι δυο τους. «Νομίζω πως τώρα μπορούμε να γνωριστούμε καλύτερα.»
«Νομίζω πως έχεις δίκιο», απάντησε εκείνη.
«Βρίσκομαι στη Θεσσαλονίκη για επαγγελματικούς λόγους. Η εταιρεία στην οποία εργάζομαι συμμετέχει σε ένα συνέδριο και εκπροσωπώ το τμήμα μας. Εκμεταλλεύτηκα, λοιπόν, την ευκαιρία να γνωρίσω και λίγο τη νυχτερινή ζωή της πόλης.»
Η Ανδρομάχη έγνεψε καταφατικά. «Καλή επιλογή», είπε. «Η Θεσσαλονίκη ξέρει να χαρίζει όμορφες βραδιές.»
Ο Φίλιππος την κοίταξε για λίγες στιγμές χωρίς να μιλά. Έπειτα χαμογέλασε. «Αν μου επιτρέπεις μια ειλικρινή παρατήρηση... από τη στιγμή που μπήκες στον χώρο, ήταν αδύνατον να μη σε προσέξει κανείς. Διαθέτεις μια σπάνια κομψότητα και μια παρουσία που τραβά αβίαστα το βλέμμα.»
Η Ανδρομάχη χαμογέλασε πονηρά. «Είμαι σίγουρη ότι αυτά τα λες σε όλες τις γυναίκες που γνωρίζεις.»
Ο Φίλιππος γέλασε χαμηλόφωνα και κούνησε το κεφάλι. «Όχι, αυτό θα ήταν πολύ εύκολο. Και, μεταξύ μας, θα ήταν και βαρετό. Επιπλέον, με αδικείς... Έβγαλες συμπέρασμα για μένα προτού προλάβεις να με γνωρίσεις.»
«Ίσως», αποκρίθηκε εκείνη με μια παιχνιδιάρικη λάμψη στα μάτια. «Ίσως, όμως, να περιμένω να μου αποδείξεις ότι κάνω λάθος.»
Το χαμόγελο του Φίλιππου πλάτυνε. «Τότε μάλλον έχω μπροστά μου μια ενδιαφέρουσα πρόκληση.»
«Ας γνωριστούμε, λοιπόν», είπε αυθόρμητα η Ανδρομάχη. «Πάντα υπάρχει περιθώριο να γνωρίσει κανείς λίγο καλύτερα έναν ενδιαφέρον άνθρωπο. Και, όπως συμφωνήσαμε... στον ενικό.»
Μόλις τελείωσε τη φράση της, χαμήλωσε ασυναίσθητα το βλέμμα. Ένιωσε τα μάγουλά της να ζεσταίνονται και χαμογέλασε με τον εαυτό της. Της φαινόταν σχεδόν αστείο που, στην ηλικία της, εξακολουθούσε να κοκκινίζει. Κι όμως, εκείνος είχε καταφέρει να της προκαλέσει μια αμηχανία που νόμιζε πως είχε αφήσει πίσω της εδώ και χρόνια.
Ο Φίλιππος χαμογέλασε. «Σωστά... στον ενικό. Νέοι άνθρωποι είμαστε ακόμη. Και, για να είμαι ειλικρινής, ελπίζω να μη γνωριστούμε απλώς λίγο καλύτερα... αλλά πολύ καλύτερα.» Η φωνή του έκρυβε μια παιχνιδιάρικη διάθεση, αρκετή για να αφήσει το υπονοούμενο να αιωρηθεί χωρίς να γίνει ποτέ αδιάκριτο. Η κουβέντα τους άρχισε να κυλά αβίαστα, πηδώντας από το ένα θέμα στο άλλο. Μιλούσαν για ταξίδια, μουσική, τη Θεσσαλονίκη, μικρές ιστορίες από την καθημερινότητά τους, ενώ τα πειράγματα διαδέχονταν το ένα το άλλο. Το γέλιο του ήταν ζεστό και καθησυχαστικό, κι εκείνη διαπίστωνε πως, όσο περνούσε η ώρα, οι άμυνες της χαλάρωναν. Ένιωθε όλο και πιο άνετα κοντά του.
Ήταν φανερό πως δεν του ήταν αδιάφορη. Ο τρόπος που την κοιτούσε, η προσοχή με την οποία άκουγε κάθε της λέξη και οι μικρές φιλοφρονήσεις που της έκανε, πάντοτε με διακριτικότητα και ευγένεια, μαρτυρούσαν το ενδιαφέρον του χωρίς να την πιέζουν.Στο βάθος, οι ροκ μπαλάντες έντυναν τη βραδιά με μια γλυκιά νοσταλγία. Η Ανδρομάχη ένιωθε την καρδιά της να χτυπά πιο γρήγορα από όσο θα ήθελε να παραδεχτεί. Κάποια στιγμή, πρόσεξε μια ανεπαίσθητη, νευρική κίνηση του Φίλιππου. Έφερε ασυναίσθητα το χέρι του στη μέση του, περισσότερο σαν μια προσπάθεια να διαχειριστεί την αμηχανία και τη συγκίνησή του, ενώ τα μάτια του δεν έπαψαν ούτε στιγμή να αναζητούν τα δικά της. Το χαμόγελό του άνοιξε ακόμη περισσότερο και εκείνη κατάλαβε πως η έλξη που ένιωθε δεν ήταν μονόπλευρη. Η διαπίστωση αυτή την έκανε να χαμογελάσει κι εκείνη. Η χημεία ανάμεσά τους ήταν πλέον αδιαμφισβήτητη. Δεν χρειάζονταν βιαστικές κινήσεις ούτε μεγάλα λόγια. Η νύχτα είχε ακόμη πολύ δρόμο μπροστά της και, για πρώτη φορά μετά από καιρό, η Ανδρομάχη ένιωθε ότι απολάμβανε πραγματικά κάθε λεπτό αυτής της απρόσμενης γνωριμίας.
«Μάλιστα...» σκέφτηκε η Ανδρομάχη, προσπαθώντας να συγκρατήσει το χαμόγελό της. «Η παρουσία μου μόνο απαρατήρητη δεν του πέρασε. Καλά ξεκινά η βραδιά...»
Η διαπίστωση αυτή της χάρισε μια μικρή, κρυφή ικανοποίηση. Η έλξη που ένιωθε δεν έμοιαζε να είναι μονόπλευρη και αυτό της έδινε ακόμη μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση.
«Εσείς... συγγνώμη», είπε γελώντας ελαφρά. «Βλέπεις; Καμιά φορά ο ενικός δεν έρχεται τόσο εύκολα. Εσύ είσαι από τη Θεσσαλονίκη;»
«Όχι», απάντησε εκείνη. «Από την Αθήνα. Μια πολύ καλή φίλη μου συμμετέχει σε ένα τριήμερο σεμινάριο πληροφορικής που γίνεται εδώ και σκέφτηκα πως ήταν η ιδανική ευκαιρία να αποδράσω μαζί της και να γνωρίσω λίγο καλύτερα την όμορφη Θεσσαλονίκη. Κι εσύ;»
Ο Φίλιππος χαμογέλασε. «Εγώ κατάγομαι από την Κέρκυρα, αλλά σπούδασα εδώ και μόλις πρόσφατα ολοκλήρωσα το μεταπτυχιακό μου στο πανεπιστήμιο. Οπότε, όπως καταλαβαίνεις, η Θεσσαλονίκη είναι κάτι περισσότερο από μια πόλη για μένα. Έχω δεθεί μαζί της.»
«Αν δεν γίνομαι αδιάκριτη...» είπε η Ανδρομάχη με μια παιχνιδιάρικη λάμψη στα μάτια, «αυτοί οι δεσμοί περιλαμβάνουν και κάποια... ιδιαίτερη παρουσία στη ζωή σου;»
Ο Φίλιππος γέλασε. «Αν εννοείς σχέση, όχι. Αυτόν τον καιρό είμαι μόνος. Θα έλεγα... μοναχικός σαν λύκος.»
Η Ανδρομάχη τον κοίταξε χαμογελώντας. «Τότε μάλλον είμαι τυχερή», είπε ήρεμα. «Δεν συμβαίνει κάθε βράδυ να βρίσκει κανείς έναν τόσο ευγενικό και γοητευτικό συνομιλητή, πρόθυμο να αφιερώσει τον χρόνο του σε μια άγνωστη. Ομολογώ πως η παρέα σου κάνει αυτή τη βραδιά πολύ πιο όμορφη.»
Ο Φίλιππος κράτησε για λίγο το βλέμμα του πάνω της. «Νομίζω», αποκρίθηκε χαμηλόφωνα, «ότι το ίδιο ακριβώς θα μπορούσα να πω κι εγώ.»
Για μια ακόμη φορά χαμογέλασαν σχεδόν ταυτόχρονα. Η κουβέντα κυλούσε ολοένα πιο φυσικά και η αρχική αμηχανία είχε πια δώσει τη θέση της σε μια οικειότητα που έμοιαζε να έχει γεννηθεί πολύ πριν από εκείνη τη νύχτα.
«Ελπίζω η συντροφιά μου να σταθεί αντάξια της βραδιάς», είπε ο Φίλιππος με ένα ήρεμο χαμόγελο. «Θα ήθελα να σου προσφέρω μια όμορφη εμπειρία στη Θεσσαλονίκη. Να δημιουργηθεί η κατάλληλη ατμόσφαιρα, να κυριαρχήσουν το κέφι και η αισιοδοξία και να περάσουμε μια βραδιά που θα τη θυμόμαστε με χαμόγελο.»
Έκανε μια μικρή παύση και συνέχισε: «Από τη στιγμή που βρεθήκαμε, θεωρώ τον εαυτό μου οικοδεσπότη σου. Αν θελήσεις ή χρειαστείς οτιδήποτε, μπορείς να βασιστείς πάνω μου. Θα χαρώ πραγματικά να σε βοηθήσω και να κάνω τη διαμονή σου στη Θεσσαλονίκη όσο πιο όμορφη και ευχάριστη γίνεται. Ελπίζω η παρέα μου να συμβάλει στο να περάσεις όμορφα και να απολαύσεις κάθε στιγμή της βραδιάς.» Τα λόγια του την έβγαλαν από τις σκέψεις στις οποίες είχε χαθεί. Τον κοίταξε προσεκτικά. Ο τρόπος που μιλούσε ήταν ευγενικός, όμως πίσω από τη διακριτικότητα των λέξεων διέκρινε μια διάθεση να πλησιάσει περισσότερο.
«Και για οποιαδήποτε επιθυμία ή ανάγκη σου, είμαι στη διάθεσή σου», πρόσθεσε εκείνος με ένα ζεστό χαμόγελο και με μια ανεπαίσθητη λάμψη στα μάτια. «Μη διστάσεις να μου το ζητήσεις. Αν μπορώ να κάνω τη βραδιά σου πιο όμορφη, θα το κάνω με μεγάλη μου χαρά.»
Η Ανδρομάχη έγειρε ελαφρά το κεφάλι και χαμογέλασε πονηρά. «Για οτιδήποτε;» τον ρώτησε, αφήνοντας τη φράση να αιωρηθεί. «Ακόμη κι αν αυτό που θα ζητήσω σε βγάλει λίγο έξω από τη ζώνη της άνεσης σου;»
Τα βλέμματά τους συναντήθηκαν ξανά. Για μια στιγμή κανείς δεν μίλησε. Ο Φίλιππος χαμογέλασε με αυτοπεποίθηση. «Νομίζω πως αξίζει να ακούσω πρώτα την πρόταση», αποκρίθηκε. «Και μετά να αποφασίσω αν είναι τόσο τολμηρή όσο την παρουσιάζεις.» Η Ανδρομάχη γέλασε χαμηλόφωνα. Το παιχνίδι των υπαινιγμών είχε μόλις αρχίσει και, όπως όλα έδειχναν, κανείς από τους δύο δεν βιαζόταν να αποκαλύψει όλα του τα χαρτιά.
«Ωραία μου κυρία», είπε ο Φίλιππος χαμογελώντας, «θέλω να ξέρεις κάτι. Από τη στιγμή που γνωριστήκαμε, είμαι εδώ για να κάνω τη βραδιά σου όσο πιο όμορφη γίνεται. Χωρίς επισημότητες, χωρίς «πρέπει» και υποχρεώσεις. Απλώς να περάσουμε καλά, να γελάσουμε και να απολαύσουμε τη στιγμή. Και, πίστεψε με, ο άντρας που έχεις απέναντί σου ενδιαφέρεται πραγματικά να γνωρίσει τη γυναίκα που κρύβεται πίσω από αυτό το όμορφο χαμόγελο.» Η Ανδρομάχη τον κοίταξε με εμφανή ευχαρίστηση.
«Σ' ευχαριστώ, Φίλιππε», είπε. «Η αλήθεια είναι πως απολαμβάνω πολύ την παρέα σου. Είσαι ένας πολύ ενδιαφέρων άνθρωπος, ευχάριστος, με χιούμορ, και έχεις έναν τρόπο να κάνεις μια γυναίκα να αισθάνεται όμορφα χωρίς να προσπαθείς υπερβολικά.»
Έγειρε ελαφρά προς το μέρος του και χαμογέλασε. «Μόνο μια μικρή χάρη θα σου ζητήσω. Άσε το «ωραία μου κυρία». Μου ακούγεται λίγο... βγαλμένο από άλλη εποχή. Οι φίλοι μου με φωνάζουν Μάχη. Είναι πιο απλό, πιο αυθόρμητο. Και, νομίζω, ταιριάζει περισσότερο στη βραδιά μας.»
Ο Φίλιππος γέλασε. «Η αλήθεια είναι πως το φυσιολογικό πολλές φορές γίνεται προβλέψιμο», είπε πειρακτικά. «Όμως, όσο σε γνωρίζω, τόσο περισσότερο πείθομαι ότι δεν υπάρχει τίποτα προβλέψιμο πάνω σου.»
Η Ανδρομάχη ύψωσε παιχνιδιάρικα το φρύδι. «Αλήθεια; Και τι σε κάνει να το πιστεύεις;»
«Το βλέμμα σου», απάντησε χωρίς να διστάσει. «Λέει διαφορετικά πράγματα από τα λόγια σου. Σαν να κρύβει ιστορίες που δεν αποφάσισες ακόμη αν θέλεις να αφηγηθείς.»
Η Μάχη χαμογέλασε αινιγματικά, πήρε μια μικρή γουλιά από το ποτό της και κράτησε τη σιωπή για λίγα δευτερόλεπτα.
«Ίσως», είπε τελικά. «Ίσως, όμως, οι πιο ενδιαφέρουσες ιστορίες να αξίζει να αποκαλύπτονται σιγά σιγά.»
«Τότε», αποκρίθηκε ο Φίλιππος, «ελπίζω η αποψινή νύχτα να είναι αρκετά μεγάλη για να ακούσω τουλάχιστον την αρχή τους.»
Η μουσική συνέχισε να γεμίζει τον χώρο, ενώ τα χαμόγελα τους πρόδιδαν πως η γνωριμία τους είχε μόλις περάσει σε ένα πιο προσωπικό, αλλά ακόμη γεμάτο μυστήριο, επίπεδο.
Ανάμεσά τους υπήρχε ακόμη ένα άδειο σκαμπό, μα η απόσταση έμοιαζε να μικραίνει με κάθε λέξη που αντάλλασσαν. Η Ανδρομάχη έγειρε ανεπαίσθητα προς το μέρος του και σήκωσε το ποτήρι της.
«Ευχαριστώ... Πάντως, μου αρέσει που με φωνάζεις Μάχη», είπε πριν πιει μια μικρή γουλιά από το κοκτέιλ της.
Ο Φίλιππος χαμογέλασε. «Η χαρά είναι δική μου, Μάχη. Και εκτιμώ πολύ την ειλικρίνειά σου. Θα σου μιλήσω κι εγώ με την ίδια ειλικρίνεια. Από την πρώτη στιγμή ένιωσα πως υπάρχει ανάμεσά μας μια ιδιαίτερη χημεία. Δεν ξέρω αν εξηγείται· ξέρω μόνο ότι σε βρίσκω εξαιρετικά γοητευτική και χαίρομαι πραγματικά που σε γνώρισα απόψε.»
Η Ανδρομάχη τον κοίταξε για λίγες στιγμές χωρίς να μιλήσει. «Δεν ξέρω αν πιστεύω στον έρωτα με την πρώτη ματιά», είπε τελικά χαμογελώντας. «Ξέρω όμως ότι η παρέα σου μου κάνει πολύ καλό. Νιώθω άνετα μαζί σου, σαν να γνωριζόμαστε περισσότερο απ' όσο δείχνει το ρολόι.»
Ο Φίλιππος έγειρε κι εκείνος λίγο προς το μέρος της. «Μερικές φορές», αποκρίθηκε, «οι πιο όμορφες γνωριμίες δεν χρειάζονται χρόνο. Χρειάζονται μόνο δύο ανθρώπους που απολαμβάνουν πραγματικά ο ένας την παρουσία του άλλου.»
Η Μάχη γέλασε χαμηλόφωνα. «Πρόσεχε... Αν συνεχίσεις έτσι, θα αρχίσω να πιστεύω ότι είσαι πολύ πιο επικίνδυνος απ' όσο δείχνεις.»
«Κι εσύ;» τη ρώτησε πειρακτικά.
Εκείνη άφησε το βλέμμα της να περιπλανηθεί για λίγο στον χώρο. Διέκρινε μερικά περίεργα βλέμματα να στρέφονται προς το μέρος τους και χαμογέλασε με μια δόση αυτοσαρκασμού.
«Μάλλον έχουμε τραβήξει λίγη περισσότερη προσοχή απ' όση περίμενα και το μόνο σίγουρο είναι ότι νιώθω πως μεταξύ μας όντως υπάρχει χημεία και με κάνεις απόψε να νιώθω ξεχωριστή και οι φοιτήτριες που ξεσαλώνουν στο μπαρ με κοιτάζουν με μισό μάτι που ήρθε απόψε η μιλφάρα και τους πήρε το καλύτερο τεκνό. Αγκάθι στο μάτι τους έγινα.», είπε χαμηλόφωνα. «Αλλά, για να είμαι ειλικρινής, απόψε με νοιάζει μόνο η κουβέντα που κάνουμε οι δυο μας.»
Ο Φίλιππος σήκωσε το ποτήρι του. «Τότε ας πιούμε στην πιο όμορφη γνωριμία της βραδιάς.»
Τα ποτήρια τους ακούμπησαν απαλά και, για μια στιγμή, ο θόρυβος του μπαρ έμοιαζε να χάνεται πίσω από τα χαμόγελα και τις ματιές που συνέχιζαν να ανταλλάσσουν.
«Είσαι νέα και ωραία γυναίκα, Μάχη μου! Και τόσο εντυπωσιακά νέα που είναι πολύ εύκολο να σε μπερδέψουν με τις εικοσάχρονες φοιτητριούλες σαν να είσαι από την ίδια γενιά. Συγνώμη που παίρνω το θάρρος, και σου εκφράζω ανοιχτά τις προθέσεις μου, νομίζω πως εμείς οι δυο ταιριάζουμε ως ζευγάρι και χωρίς να θέλω να σε κάνω να νιώθεις άβολα, γενικά το κλίμα το νιώθω ότι είναι ερωτικό και ελπίζω να εκτιμήσεις και εσύ την ειλικρίνειά μου!»
Είχε πλέον βραδιάσει για τα καλά, και η Ανδρομάχη αισθανόταν ευχάριστα με τα δυο ποτά που είχε πιει ενώ έκαναν παρέα. Βέβαια, τα ποτά που είχε πιει δεν ήταν πολύ δυνατά, αλλά άρχισε να νιώθει την επίδρασή τους πάνω της καθώς η ηδονή γλιστρούσε στη κιλότα της. Δεν ένιωθε μεθυσμένη αλλά ένιωθε ευχάριστα άτακτη.
«Δεν νιώθω καθόλου άβολα, Φίλιππε», είπε η Ανδρομάχη χαμογελώντας. «Και, μεταξύ μας, δεν χρειάζεται να βάζεις τόσους περιορισμούς. Αντίθετα, νιώθω πολύ όμορφα και άνετα μαζί σου. Η παρέα σου κάνει αυτή τη βραδιά ξεχωριστή και μου δίνει την ευκαιρία να ξεφύγω για λίγο από τη μοναξιά της καθημερινότητας.» Τον κοίταξε στα μάτια με ειλικρίνεια. «Δεν λένε πως η ντομπροσύνη και η ειλικρίνεια είναι οι καλύτερες βάσεις για να γνωριστούν δύο άνθρωποι; Μέχρι στιγμής, μου δείχνεις και τα δύο. Κι αυτό το εκτιμώ πραγματικά.»
«Οπότε είναι όλα οκ! Στις σχέσεις έμαθα πως κανείς δεν υποχρεώνει κανέναν. Δεν υπάρχει ούτε βία ούτε χυδαιότητα. Ούτε καν σεξουαλική παρενόχληση. Αν θες να κερδίσεις κάποια, τότε θα πρέπει να είσαι και πρόθυμος να τη χάσεις. Ελπίζω να μη σε φέρνω σε δύσκολη θέση με αυτό που θα σου προτείνω», είπε ο Φίλιππος με διακριτικότητα. «Αν έχεις χρόνο και δεν βιάζεσαι να επιστρέψεις στο ξενοδοχείο όπου σε περιμένουν οι φίλες σου, θα ήθελα να σε πάω σε ένα πολύ όμορφο μέρος εδώ κοντά. Είναι από εκείνα τα σημεία της πόλης που αξίζει να τα μοιράζεσαι με καλή παρέα. Φυσικά, μόνο αν το θέλεις κι εσύ.»
«Όχι Φίλιππε, δεν υπάρχει κανένα θέμα με τις φίλες μου! Είναι πολύ ξεχωριστές για μένα και όπως καταλαβαίνεις δείχνουν την απαραίτητη κατανόηση! Και όσο για το χρόνο το σημερινό βράδυ είμαι μια ελεύθερη γυναίκα γεμάτη ερωτικές φαντασιώσεις και τρελά όνειρα, και με τέτοιο σέξι άνδρα για συνοδό «φλερτάρω κι ερωτεύομαι» είναι το μότο της αποψινής μου βραδιάς και εάν ανέχεσαι την παρουσία μου ευχάριστα όπως εγώ τη δική σου τότε όλη η νύχτα είναι δική μας και μπορώ να γυρίσω ότι ώρα θέλω στο ξενοδοχείο. Αν το θες και εσύ μπορούμε να πάμε κάπου να είμαστε πιο άνετα και μακριά από αδιάκριτα μάτια, προσφέροντας ο ένας στον άλλον ότι επιθυμεί να δώσει και στο βαθμό που οι ίδιοι ελεύθερα αποφασίζουμε να το κάνουμε.»
«Ιδιαίτερα ευχάριστο ηχεί στα αυτιά μου το ελεύθερα αποφασίζουμε και αυτό το μότο της αποψινής βραδιάς! «Φλερτάρω κι ερωτεύομαι». Και εγώ ομορφιά μου ελεύθερος και αδέσμευτος είμαι και στην απόλυτη διάθεση σου το αποψινό βράδυ, δίχως πολλές εξηγήσεις και με ανέμελη διάθεσή, σε προτρέπω να ξεφύγεις από τη ρουτίνα σου, να κάνεις απόψε κάτι έξω από τα συνηθισμένα, και αν επιθυμείς μια ερωτική περιπέτεια, άφησε ελεύθερο τον εαυτό σου να την απολαύσει, με μια καυτή ερωτική βραδιά που θα τη θυμάσαι για πάντα. Συμφωνείς;»
Η Ανδρομάχη έγνεψε πρόθυμα και το λαμπερό σέξι χαμόγελο της που απλώνεται στο πρόσωπό τη είναι μια ενστικτώδης αντίδραση ικανοποίησης.
Συνεπώς, αποφασίστηκε», είπε ο Φίλιππος χαμογελώντας. «Είναι μόλις δέκα λεπτά από εδώ. Πρόκειται για ένα εξαιρετικό ξενοδοχείο με όμορφο μπαρ-ρεστοράν, πισίνα, χαλαρή μουσική και υπέροχη ατμόσφαιρα. Νομίζω πως είναι το ιδανικό μέρος για να συνεχίσουμε τη βραδιά μας χωρίς τη φασαρία του κλαμπ.» Την κοίταξε για μια στιγμή, σαν να περίμενε την απάντησή της. «Τι λες; Ξεκινάμε; Ελπίζω η υπόλοιπη νύχτα να αποδειχθεί εξίσου όμορφη με τη γνωριμία μας. Κι αν είμαστε τυχεροί, ίσως αυτή η βραδιά μας χαρίσει στιγμές που θα θυμόμαστε με χαμόγελο για πολύ καιρό.»
Προφανώς η σκέψη τους είναι ίδια και η επαφή τους προσφέρει όλη τη διέγερση και την ένταση που χαρακτηρίζουν τα πρώτα ραντεβού. Όλα κυλούσαν με ευχάριστο ρυθμό, με κουβεντούλα, και μια πολύ καλή χημεία σαν συντροφιά. Ένιωθαν και οι δύο πως η γνωριμία τους είχε εξελιχθεί πολύ πιο γρήγορα απ' όσο θα περίμεναν. Η ατμόσφαιρα ανάμεσά τους ήταν ζεστή, αβίαστη και γεμάτη εκείνη τη σπάνια αίσθηση οικειότητας που γεννιέται όταν δύο άνθρωποι ανακαλύπτουν ότι βρίσκονται στο ίδιο μήκος κύματος. Κάθε χαμόγελο, κάθε βλέμμα και κάθε μικρή παύση στη συζήτησή τους επιβεβαίωνε πως η έλξη ήταν αμοιβαία. Δεν χρειάζονταν μεγαλόστομες εξομολογήσεις ούτε τολμηρές δηλώσεις. Η γλώσσα του σώματος, οι διακριτικοί υπαινιγμοί και ο τρόπος που κοιτούσε ο ένας τον άλλον αρκούσαν για να αποκαλύψουν πως και οι δύο επιθυμούσαν να παρατείνουν αυτή τη γνωριμία και να δουν πού θα μπορούσε να τους οδηγήσει. Όποιος τους παρατηρούσε από απόσταση θα διέκρινε εύκολα πως ανάμεσά τους είχε δημιουργηθεί μια ιδιαίτερη χημεία. Τα πρόσωπά τους ήταν φωτεινά, τα χαμόγελά τους αυθόρμητα και τα βλέμματά τους έμοιαζαν να ανταλλάσσουν σιωπηλά υποσχέσεις. Ήταν από εκείνες τις σπάνιες στιγμές όπου η έλξη δεν εκφράζεται με λόγια, αλλά με την αβίαστη επιθυμία δύο ανθρώπων να συνεχίσουν να μοιράζονται τον ίδιο χώρο, τον ίδιο χρόνο και την αρχή μιας έντονης ερωτικής βραδιάς που μόλις είχε ξεκινήσει.
«Εκεί μένεις;»
«Όχι μένω εδώ στο κοντινό ξενοδοχείο όπου έχω και το αυτοκίνητο μου στο πάρκινγκ! Για ευκολία αν συμφωνείς και εσύ προτείνω να πάρουμε ταξί.»
«Συμφωνώ», είπε η Ανδρομάχη με ένα φωτεινό χαμόγελο. «Απόψε θα αφήσω στην άκρη κάθε δεύτερη σκέψη και θα αφεθώ στη μαγεία της στιγμής. Εσύ ανέλαβε το τιμόνι κι ας μας οδηγήσει η νύχτα όπου εκείνη θελήσει.» Ο Φίλιππος ανταπέδωσε το χαμόγελο χωρίς να πάρει τα μάτια του από πάνω της.
«Τότε ας αφήσουμε τη βραδιά να γράψει τη δική της ιστορία.»
Η Ανδρομάχη ένιωσε την καρδιά της να χτυπά πιο γρήγορα. Το μυαλό της γέμισε εικόνες ανέμελες και φωτεινές· ανθρώπους που γελούσαν, ζευγάρια που αντάλλασσαν τρυφερά βλέμματα και χέρια που έσμιγαν χωρίς δισταγμό. Για πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό, δεν την απασχολούσε το αύριο. Την ενδιέφερε μόνο η στιγμή, η συντροφιά του και η γλυκιά αίσθηση πως η νύχτα έκρυβε ακόμη εκπλήξεις που περίμεναν να αποκαλυφθούν. Έκλεισε για μια στιγμή τα μάτια. Άφησε τη φαντασία της να την παρασύρει εκεί όπου συνήθως δεν τολμούσε να ταξιδέψει. Φαντάστηκε τον εαυτό της πιο τολμηρό, πιο ελεύθερο, απαλλαγμένο από τις αναστολές που τη συνόδευαν τόσα χρόνια. Σαν να άφηνε πίσω της τη γυναίκα που όφειλε πάντοτε να είναι και να συναντούσε εκείνη που κρατούσε καλά κρυμμένη μέσα της. Η παρουσία του Φίλιππου λειτουργούσε σαν αθόρυβη πρόσκληση να εμπιστευτεί το ένστικτό της. Για πρώτη φορά έπειτα από καιρό, ένιωθε έτοιμη να αφήσει τον εαυτό της να παρασυρθεί από τη μαγεία της στιγμής, να ζήσει χωρίς φόβο όσα μέχρι τότε κρατούσε μόνο στη σφαίρα της φαντασίας και να επιτρέψει στη νύχτα να γράψει τη δική της ιστορία.
......Ο Αλκιβιάδης γνώριζε από πρώτο χέρι πως η Ανδρομάχη, προικισμένη με μια σπάνια φυσική γοητεία, είχε την ικανότητα να κεντρίζει το ενδιαφέρον των ανδρών σχεδόν αβίαστα. Όταν έβαζε έναν στόχο στο μυαλό της, διέθετε εκείνο το ιδιαίτερο κράμα αυτοπεποίθησης, εξυπνάδας και θηλυκότητας που δύσκολα άφηνε κάποιον ασυγκίνητο. Η φαντασία του άρχισε να πλάθει εικόνες.Τους έβλεπε να βγαίνουν από το club, να επιβιβάζονται σε ένα ταξί και να χάνονται στους φωτισμένους δρόμους της Θεσσαλονίκης. Τους φανταζόταν να κάθονται ο ένας δίπλα στον άλλον, τόσο κοντά ώστε κάθε στροφή του αυτοκινήτου να μικραίνει ακόμη περισσότερο την απόσταση μεταξύ τους. Το χαμηλό φως της πόλης περνούσε από τα παράθυρα, ενώ η κουβέντα τους γινόταν ολοένα πιο προσωπική, γεμάτη πειράγματα, χαμόγελα και υπαινιγμούς. Η Ανδρομάχη, με εκείνο το παιχνιδιάρικο ύφος που τη χαρακτήριζε όταν ένιωθε άνετα, έγειρε ελαφρά προς το μέρος του και τον κοίταξε με μάτια που έμοιαζαν να προκαλούν περισσότερο παρά να ρωτούν. Γλίστρησε ακόμη πιο κοντά του, ώσπου ο ώμος της άγγιξε τον δικό του. Έγειρε ελαφρά προς το μέρος του και χαμήλωσε τη φωνή της. «Μου φαίνεται», είπε με ένα αργό, παιχνιδιάρικο χαμόγελο, «ότι η γνωριμία μας σε έχει αναστατώσει περισσότερο απ' όσο θέλεις να παραδεχτείς.» Ο Φίλιππος ένιωσε τον λαιμό του να στεγνώνει. Χαμογέλασε αμήχανα και έστρεψε για μια στιγμή το βλέμμα του προς το παράθυρο, λες και εκεί θα έβρισκε την ψυχραιμία που του ξέφευγε. «Είναι τόσο φανερό;» ρώτησε τελικά.
Η Ανδρομάχη τον κοίταξε χωρίς να απομακρυνθεί. Τα μάτια της έμειναν καρφωμένα στα δικά του για μια στιγμή παραπάνω απ' όσο επέτρεπε η ευγένεια. «Αρκετά», ψιθύρισε. Ένα πονηρό χαμόγελο ζωγραφίστηκε στα χείλη της. «Και, μεταξύ μας... το βρίσκω πολύ κολακευτικό.»
Άφησε τη σιωπή να αιωρηθεί ανάμεσά τους, χωρίς να πάρει το βλέμμα της από πάνω του, σαν να απολάμβανε την αμηχανία του λίγο περισσότερο απ' όσο θα παραδεχόταν.
Η αμηχανία του μετατράπηκε σε γέλιο. Η ένταση που υπήρχε ανάμεσά τους δεν χρειαζόταν πλέον υπερβολικές χειρονομίες ή τολμηρές κουβέντες. Ήταν ήδη παρούσα, κρυμμένη στις σιωπές, στα βλέμματα και στην προσμονή για όσα θα μπορούσε να επιφυλάσσει η συνέχεια της νύχτας. Κόλλησε δίπλα του και άρχισε να του χαϊδεύει το φούσκωμα στο καβάλο του παντελονιού του. Του έριξε ένα πονηρό βλέμμα και χαμογέλασε. «Ε! Τι βλέπω εδώ; Αντίσκηνο έχεις στήσει!» τον πείραξε χαμηλόφωνα. «Το είχα προσέξει ήδη από το κλαμπ ότι ήσουν... κάπως αναστατωμένος. Συμβαίνει συχνά αυτό ή έχω την τιμητική μου απόψε; Φταίω εγώ γι' αυτή την... αναστάτωση;» »
Ο νεαρός άνδρας αιφνιδιάστηκε από το πείραγμα της και, για μια στιγμή, ένιωσε να τον κυριεύει αμηχανία. Απέφυγε το βλέμμα της, στρέφοντας το κεφάλι του προς το παρμπρίζ. Σχεδόν ενστικτωδώς έριξε μια διακριτική ματιά στον καθρέφτη του ταξί, προσπαθώντας να διαπιστώσει αν ο οδηγός είχε αντιληφθεί την κουβέντα τους. Ευτυχώς, ο ταξιτζής έμοιαζε απορροφημένος στην οδήγηση, αδιάφορος για όσα διαδραματίζονταν στο πίσω κάθισμα.
Ο Φίλιππος άφησε έναν ανεπαίσθητο αναστεναγμό ανακούφισης, ενώ ένα αμήχανο χαμόγελο σχηματίστηκε στις άκρες των χειλιών του. Σιγά σιγά οι δισταγμοί του άρχισαν να υποχωρούν. Η παρουσία της, η οικειότητα που είχε αναπτυχθεί ανάμεσά τους και η σιωπηλή επιβεβαίωση που αντάλλασσαν με τα βλέμματά τους τού έδιναν το θάρρος να πλησιάσει περισσότερο. Με μια αργή, κίνηση, άφησε το χέρι του να ακουμπήσει απαλά πάνω στους μηρούς της αναζητώντας πρώτα τη συναίνεση της μέσα από το βλέμμα της. Εκείνη δεν αποτραβήχτηκε, αντίθετα, του χαμογέλασε ζεστά. Τότε τα δάχτυλά του γλίστρησαν απαλά κάτω από το φουστάνι της, σε ένα τρυφερό χάδι που εξέφραζε την αμοιβαία έλξη και την επιθυμία να μειώσουν κι άλλο την απόσταση ανάμεσά τους σε μια κίνηση πάθους.Οι άκρες των δαχτύλων του ταξίδευαν κατά μήκος των εσωτερικών μηρών της Ανδρομάχης, πλησιάζοντας όλο και πιο κοντά στο κέντρο της ηδονής της. Έπιασε το απαλό κιλοτάκι της και άρχισε να της το χαϊδεύει ενώ η Ανδρομάχη άνοιξε τα πόδια της να τον διευκολύνει. Μετακίνησε αργά το κάτω μέρος της κιλότα της και εξερεύνησε απαλά τα βάθη της ενώ η Ανδρομάχη συνέχιζε με το ένα της χέρι στο καβάλο του να του χαιδευει τον πούτσο εκεί ακριβώς που ήταν έτοιμος να εκραγεί από το φούσκωμα. Τον νιώθει να σκληραίνει και να μεγαλώνει και είναι πλέον έρμαιο στο χέρι της, δικός της! Ο νεαρός άνδρας δεν μπορούσε να βγάλει μιλιά. Ήταν σαν να ήταν σε νιρβάνα!
Εκείνη χαμογέλασε με μια παιχνιδιάρικη λάμψη στα μάτια. «Απ' ό,τι βλέπω», του είπε πειρακτικά, «σου έχω προκαλέσει μεγάλη... αναστάτωση. Νομίζω, λοιπόν, πως έχω κι ένα μικρό χρέος να την αποκαταστήσω.» Το είπε γελώντας, αφήνοντας τα λόγια της να αιωρηθούν ανάμεσα τους σαν ένα διακριτικό πείραγμα, ενώ το βλέμμα της πρόδιδε τρυφερότητα και πρόκληση. Έριξε μια φευγαλέα ματιά πάνω του και χαμογέλασε με νόημα. «Και αυτόν», είπε πειρακτικά, «δεν γίνεται να τον αφήσουμε να... διαμαρτύρεται έτσι. Έχει σηκωθεί αγέρωχος, σαν τη βελόνα μιας μαγνητικής πυξίδας που δείχνει πεισματικά πάντα προς τον Βορρά.» Γέλασε χαμηλόφωνα και τον κοίταξε στα μάτια. «Μάλλον του έχεις χάσει τον έλεγχο απόψε.» Του ψιθύρισε σχεδόν συνωμοτικά, τόσο χαμηλόφωνα ώστε μόνο εκείνος να μπορεί να την ακούσει. Στα μάτια της χόρευε μια παιχνιδιάρικη σπίθα, ενώ το χαμόγελό της άφηνε να εννοηθούν περισσότερα απ' όσα αποκάλυπταν τα λόγια της. Η φωνή της είχε μια ζεστασιά και μια αδιόρατη πρόκληση που τον έκανε να την κοιτάξει ακόμη πιο έντονα, σαν να προσπαθούσε να διαβάσει όσα έκρυβε πίσω από το βλέμμα της.
«Μωρό μου…» της ψιθύρισε κι εκείνος, σκύβοντας ελαφρά προς το μέρος της. «Έχεις δίκιο. Απόψε όλα μοιάζουν σαν να είχαν από την αρχή χαράξει την ίδια πορεία, προς έναν προορισμό που και οι δυο θέλαμε να ανακαλύψουμε.» Χαμογέλασε, χωρίς να πάρει τα μάτια του από πάνω της. «Κι έχω μια αίσθηση πως αυτός ο προορισμός θα ήθελα να μην είναι μόνο για απόψε. Υπάρχει κάτι ανάμεσα μας που με κάνει να θέλω να παρατείνω κάθε λεπτό αυτής της βραδιάς. Και «Αυτός» ανυπομονεί για τη συνέχεια. Να περιποιηθεί το μουνάκι σου και να το ικανοποιήσει! Αυτό είναι το γιατρικό του.» Την πλησίασε, της έπιασε απαλά το πρόσωπο και αργά έσκυψε και τη φίλησε απαλά στα χείλη της.
«Σε θέλω! Σε θέλω πολύ…» της ψιθύρισε κοιτώντας τη στα μάτια και παραδόθηκαν σ΄ ένα ατελείωτο φιλί το οποίο ένιωσαν πως κράτησε για ώρες λες και τα χείλη τους δε σταματούσαν να αναζητούν τη λύτρωση.
«Απόψε είμαι δική σου. Το σώμα μου το ζητά και όλη τη νύχτα θα είμαστε ένα μωρό μου. Θέλω τόσο πολύ να σε νιώθω να με αγγίζεις... Να νιώθω το κορμί σου πάνω στο δικό μου, να σε νιώθω μέσα μου! Γι αυτό βαστήξου και μετά θα το ευχαριστηθείς καλύτερα, η προσμονή κάνει θαύματα.» του ψιθύρισε κι αυτή και συνέχισε να του χαιδευει το πούτσο προσπαθώντας τώρα να βάλει το χέρι της μέσα από το παντελόνι του χωρίς όμως να τα καταφέρει.
Χαμένοι στην ένταση της σύνδεσής τους, απολάμβαναν το γλυκό βασανιστήριο της προσμονής. Η Ανδρομάχη κατέβηκε πρώτη από το ταξί, ο νεαρός άνδρας είχε μείνει πίσω να την κοιτάει. Εισήλθε στην είσοδο του ξενοδοχείου και χωρίς χρονοτριβή κατευθύνθηκε κατευθείαν προς τη ρεσεψιόν και εκεί τον περίμενε να τη φτάσει δίνοντας του το μήνυμα ότι δε χωράνε ντροπές και δεν την ενδιέφερε το εστιατόριο και η μουσική στη πισίνα αλλά ένα ευρύχωρο καυτό κρεβάτι που τους περιμένει να περάσουν μερικές ώρες μοναδικής απόλαυσης με απίστευτη όρεξη για καυτές καταστάσεις και να καούν μαζί στις φλόγες του πάθους σβήνοντας τις καύλες τους! Φυσικά ο νεαρός άνδρας δεν άργησε να την ακολουθήσει. Έκλεισαν δωμάτιο σαν ερωτευμένο ζευγάρι και παράγγειλαν room service αλλά με λύπη ο ρεσεψιονίστ τους πληροφόρησε ότι το room service είχε κλείσει από τις 21:30 Ευγενικά τους πληροφόρησε ότι είχε τον τρόπο να τους εξυπηρετήσει. Τον ευχαρίστησαν για την καλοσύνη του παρήγγειλαν, τους οδήγησε στο ασανσέρ, και θα τους τηλεφωνούσε στο δωμάτιο όταν έλθει η παραγγελία τους!
Έφτασαν στον όροφο ανοίγοντας η πόρτα του ανελκυστήρα στο διάδρομο η Ανδρομάχη ενστικτωδώς τραβήχτηκε από την αγκαλιά του. Ρίχνει μια ανήσυχη ματιά τριγύρω! Ένιωσε ένα μείγμα ενθουσιασμού και ανησυχίας να κυλάει στις φλέβες της. Ένα μέρος της ήθελε να αγκαλιάσει τη νέα της τόλμη και την ευκαιρία να απολαύσει την επιθυμία της για σεξ με το νεαρό άνδρα αλλά ένα άλλο μέρος της ανησυχούσε!
«Νιώθω μια ανησυχία» παραδέχεται ψιθυριστά όλα αυτά μου έχουν έρθει πολύ απότομα!
«Αν θέλεις, μπορούμε να φύγουμε»». την καθησυχάζει ο Φίλιππος και γνέφει προς την πόρτα του ασανσέρ.
«Όλα αυτά έχουν έρθει πολύ απότομα! Δίνω την εντύπωση ότι είμαι εύκολη.» Επαναλαμβάνει προσπαθώντας να χωνέψει την τολμηρή απόφαση της ότι κάνει κάτι που ήταν εντελώς νέο, απρόσμενο, πολύ προχωρημένο και επικίνδυνο.
«Δε θέλω να φύγεις», λέει ο Φίλιππος και την πιάνει από τα μπράτσα. Την τραβάει κοντά του και κολλάει το σώμα του πάνω της. Την κοιτάζει ίσια στα μάτια και τη ρωτάει: «Τι θέλεις;»
«Εσένα». Κολλάει πάνω του. Τον φιλάει. Το κορμί του είναι σκληρό σαν πέτρα. Αυτή την ώρα θεωρεί ότι δε χρειάζονται ευγένειες. Να τις βράσει τις ευγένειες! Ο άντρας αυτός απόψε την κάνει να τον θέλει με τρόπο που δε χαρακτηρίζει μια κυρία. Επομένως γιατί να προσποιείται;
Μπαίνουν στο δωμάτιο η πόρτα κλείνει και τη καθηλώνει πάνω της. Τη παγιδεύει ανάμεσα στα μπράτσα του και φέρνει τα χείλη του μια ανάσα από τα δικά της. Το ένα χέρι του ανεβαίνει στα μαλλιά της, τα χαϊδεύει και μετά ανασηκώνει το πιγούνι της. Τα χείλη του αγγίζουν τα δικά της σαν πούπουλο. Δε φιλιούνται. Ανταλλάσσουν ανάσες. Το στήθος της φουσκώνει καθώς αναπνέει την ανάσα του και ύστερα χαμηλώνει καθώς τη βγάζει. Η Ανδρομάχη έχει ανατριχιάσει. Πιέζει δυνατά τις παλάμες της στην πόρτα για να συγκρατηθεί και να μην αρχίσει να του σκίζει τα ρούχα. Από μέσα της αρχίζει να μετράει για να ηρεμήσει. Ένα. Δύο. Τρία. Τέσσερα.. Πέντε. Έξι. Εφτά. Οχτώ. Εννιά. Δέκα. Πάνω σε μια έξαρση της επιθυμίας της, τα χέρια της τυλίγονται γύρω από το σβέρκο του, τα πόδια της γύρω από τη μέση του και τα χείλη της πιέζονται πάνω στα δικά του. Εκείνος κολλάει το σώμα της στο δικό του και η πλάτη της πιέζεται πάνω στην πόρτα. Τη πιάνει από τα οπίσθια. Το σώμα της συνεχίζει να είναι γαντζωμένο πάνω του.
Παραδομένη λοιπόν η Ανδρομάχη του - στο έκτακτο με εχεμύθεια one night stand- σε μιας ιδιαίτερης περίπτωσης ερωτική συνεύρεσης απέθεσε το διψασμένο για σεξ κορμί της στις αχαλίνωτες σεξουαλικές ορμές του νεαρού άνδρα και της μιας νύχτας γαμιά της ο οποίος έχει όλα τα στοιχεία εκείνα που καλύπτουν και ικανοποιούν όλες τις σεξουαλικές απαιτήσεις της, αποδεικνύοντας της ότι είναι ανεξάντλητος αφού τα επίπεδα τεστοστερόνης του χτυπούν κόκκινο και της προσφέρει μια σεξουαλική σχέση με καυτό ανεξάντλητο σεξ! Το ζευγάρι σε μια απελευθερωμένη και ανεξέλεγκτη κατάσταση έλξης βρίσκεται σε συναισθήματα και αισθήσεις που ξεπερνούν τα συνηθισμένα όρια της λογικής, εστιάζοντας στη σωματική σεξουαλική τους ένωση, καταργώντας τους φραγμούς και τις αντιστάσεις τους.Η Κυρία φορτισμένη με έναν πρωτόγονο ερωτισμό, η επιθυμία της ξεπερνούσε τα όρια του συμβατικού και βρισκόταν σε μια κατάσταση απόλυτης παράδοσης και πάθους. Η παρουσία της του αφύπνιζε μια έντονη έλξη, και μια ακατανίκητη επιθυμία. Όσο περισσότερο τη γνώριζε, τόσο δυσκολότερο γινόταν να συγκρατήσει τον ενθουσιασμό και τη γοητεία που του ασκούσε. Γι αυτή δεν ήταν πια θέμα επιλογής, αλλά μια ανάγκη επιτακτική, μια λύσσα που έκαιγε ανάμεσα στα σκέλια της. Τον ήθελε εκεί, να διαλύεται πάνω της, να γίνεται κομμάτια για χάρη της, αφήνοντας πίσω του κάθε λογική και να αφεθεί στην απόλυτη φθορά του πάθους τους.
.......«Αυτά και άλλα τόσα είναι τα σενάρια που υφαίνει ασταμάτητα το μυαλό μας, όταν η φαντασία παίρνει τα ηνία», συλλογίστηκε φευγαλέα ο Αλκιβιάδης. «Συχνά δεν έχουν καμία σχέση με την πραγματικότητα, είναι απλώς οι φόβοι, οι επιθυμίες και οι αμφιβολίες μας που γεμίζουν τα κενά εκεί όπου λείπει η βεβαιότητα. Οι γνωστοί γρύλοι του μυαλού...» σκέφτηκε ο Αλκιβιάδης. «Εκείνες οι επίμονες σκέψεις που αρχίζουν σαν ένας αθώος συλλογισμός και, πριν το καταλάβεις, μετατρέπονται σε αλυσίδα υποθέσεων. Όταν το μυαλό σκαλώνει, η μία αρνητική σκέψη διαδέχεται την άλλη, τα σενάρια διογκώνονται και οι λεπτομέρειές τους αποκτούν σχεδόν χειροπιαστή υπόσταση. Κι όσο περισσότερο τα αναπαράγεις, τόσο πιο αληθινά μοιάζουν, ακόμη κι αν δεν στηρίζονται σε κανένα πραγματικό γεγονός.» Τα σενάρια στο μυαλό του αποκτούσαν όλο και μεγαλύτερη ζωντάνια. Οι εικόνες γίνονταν τόσο παραστατικές, ώστε άρχιζε να δυσκολεύεται να ξεχωρίσει τι ήταν πραγματικότητα και τι αποκύημα της φαντασίας του. Κι εκεί ακριβώς ξεκινούσε ο πραγματικός κίνδυνος, όταν οι υποθέσεις φορούν το προσωπείο της αλήθειας, μπορούν εύκολα να γεννήσουν φόβους, παρεξηγήσεις και αποφάσεις που δεν στηρίζονται σε γεγονότα, αλλά στις ίδιες μας τις ανασφάλειες. Ο Αλκιβιάδης, όμως, δεν άφησε τη φαντασία του να του χαλάσει τη διάθεση. Συνειδητοποίησε πως όλα όσα είχε πλάσει στο μυαλό του δεν ήταν παρά υποθέσεις, χωρίς πραγματική βάση.
«Δεν χρειάζεται να βασανίζομαι με εικασίες», σκέφτηκε. «Όσο δεν γνωρίζω την αλήθεια, κάθε συμπέρασμα είναι απλώς μια ιστορία που κατασκευάζει το μυαλό μου. Και δεν υπάρχει λόγος να αφήσω τη φαντασία να μεταμφιέζεται σε πραγματικότητα.» Χαμογέλασε αμυδρά και έδιωξε τις σκέψεις αυτές από το μυαλό του. Προτίμησε να μείνει σε όσα γνώριζε και όχι σε όσα υπέθετε. Η ζωή είναι πολύ μικρή για να την αφήνεις να ασφυκτιά κάτω από το βάρος ατελείωτων υποθέσεων και διλημμάτων», σκέφτηκε ο Αλκιβιάδης. «Κι όμως, η απιστία είναι από εκείνα τα ενδεχόμενα που εμφανίζονται συνήθως όταν δεν τα περιμένεις. Ποτέ δεν είχε φανταστεί ότι μια τέτοια σκέψη θα μπορούσε να αγγίξει και τον ίδιο, να χτυπήσει τη δική του πόρτα, τη στιγμή μάλιστα που όλα στη σχέση του έμοιαζαν να κυλούν ήρεμα και αρμονικά.».
Και ο ρασοφόρος...εξομολογος της και κολλητός του,» σκέφτηκε, και ένα πικρό χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη του. Ο εξομολόγος της, ο άνθρωπος που υποτίθεται πως όφειλε να είναι ο «φάρος ηθικής» και στήριξης της, είχε γίνει άφαντος. Εκείνη που τον είχε ανάγκη, κι εκείνος είχε επιλέξει την απομάκρυνση. «Ε!, Θα του τα ψάλλω, και μάλιστα καλά, όταν συναντηθούμε», υποσχέθηκε στον εαυτό του με μια απολαυστική ειρωνεία «Πού ήταν;» αναρωτήθηκε. Την είχε αφήσει μόνη της, έρμαιο να την περιτριγυρίζει ο κάθε «αδέσποτος» που παραμόνευε για να γευτεί τα κάλλη της, στη Θεσσαλονίκη, μια πόλη που δεν συγχωρεί την αφέλεια.
.........Κατά τ’ άλλα, το Σάββατο του είχε ξεκινήσει φυσιολογικά. Ήταν εκείνες οι γνώριμες συνήθειες που τον κρατούσαν όρθιο: το πρώτο καφέ στη βεράντα, η αίσθηση του χαρτιού, οι μικροί εξαναγκασμοί που επέβαλε στον εαυτό του για να νιώθει ότι ελέγχει τον χρόνο. Απολάμβανε τις μικρές ιεροτελεστίες του με μια σχεδόν εμμονική προσήλωση, λες και αν τηρούσε το πρόγραμμα, θα μπορούσε να αναχαιτίσει το χάος που τον περίμενε παρακάτω.
Με τα χέρια ακόμα λερωμένα από το χώμα του κήπου –ένα «σκάλισμα» που είχε λειτουργήσει σαν ψυχολογική αποσυμπίεση– ο Αλκιβιάδης κάθισε στο τραπέζι της κουζίνας. Το laptop άνοιξε, η οθόνη φώτισε το πρόσωπό του και τα ακουστικά απομόνωσαν τον έξω κόσμο, αφήνοντας μόνο τη φωνή της Σινέντ Ο' Κόνορ να γεμίζει το «Nothing Compares 2 U» το δωμάτιο.
Εκεί, μέσα στη δική του ψηφιακή φούσκα, το blog του έγινε το πεδίο όπου διοχέτευε όλη του την ένταση. Με επιδέξια δάχτυλα, άρχισε να πλέκει λέξεις, αναζητώντας εκείνο το ακριβές «γαργαλιστικό» επίθετο που θα παγίδευε τους αναγνώστες του. Ήταν ένα παιχνίδι: το blog ήταν το δόλωμα, η ζωή του η πρώτη ύλη και οι αναγνώστες του οι άβουλοι αποδέκτες της επιθυμίας του.
Έγραφε για πόθους, για προδοσίες, για «αδέσποτους» και για έρωτες που καίνε, μετατρέποντας τις ερωτικές φαντασιώσεις για την Ανδρομάχη του σε λογοτεχνική σαγήνη. Η μέρα κυλούσε γρήγορα, δημιουργικά, και καθώς οι λέξεις έρεαν, ο Αλκιβιάδης ένιωθε ότι, έστω και εικονικά, είχε τον έλεγχο – όσο οι αναγνώστες του «καταβρόχθιζαν» τις ιστορίες του, εκείνος γινόταν ο σκηνοθέτης του δικού του πάθους. Η έμπνευση είχε στερέψει, αφήνοντας πίσω της μόνο το ψηφιακό ίχνος των ιστοριών που μόλις είχε δημιουργήσει. Ο Αλκιβιάδης ένιωσε την ανάγκη να αποδράσει από το τραπέζι της κουζίνας. Το σπίτι, αν και γεμάτο, του φάνταζε ξαφνικά ασφυκτικό. Το ψυγείο του ήταν «φίσκα», όπως πάντα, αλλά το να καταφύγει σε κάτι κατεψυγμένο του φαινόταν σαν μια υποχώρηση, μια έκπτωση στην ποιότητα που δεν ήταν διατεθειμένος να κάνει. Για τον Αλκιβιάδη, η διατροφή δεν ήταν απλώς βιολογική ανάγκη, ήταν η ηθική του γραμμή. Ένα ισορροπημένο, άπαχο γεύμα ήταν ο μόνος τρόπος να διατηρήσει την πνευματική του διαύγεια και το ηθικό του ακμαιότατο.
Έτσι, βγήκε στον δρόμο, με τον ήλιο να τον χτυπά στο πρόσωπο, κατευθυνόμενος προς το γνωστό super market βιολογικών προϊόντων της περιοχής. Εκεί, ανάμεσα στα προσεγμένα ράφια, αναζήτησε το ιδανικό «γεύμα στο πόδι». Κάθε κουτί φαγητού, όμορφα τοποθετημένο, υποσχόταν όχι μόνο γεύση, αλλά και μια αίσθηση τάξης. Ήταν η δική του μικρή νίκη ενάντια στο χάος που ένιωθε να παραμονεύει.
Ο Αλκιβιάδης στάθηκε μπροστά στη τζαμαρία, παρατηρώντας τη φιγούρα του να καθρεφτίζεται στην αντηλιά. Το βαθύ κούρεμα, τα «ξεφτισμένα» μοκασίνια, το πρόχειρο ντύσιμο που τελικά κράτησε... όλα έμοιαζαν να συνθέτουν μια εικόνα που δεν τον κολάκευε καθόλου. «Να τον κλαίνε οι ρέγγες», σκέφτηκε με μια δόση κυνικής αυτοειρωνείας, καθώς η αντίθεση ανάμεσα στον «εαυτό» που είχε πλάσει στο blog του και σε αυτόν τον άντρα που έβλεπε μπροστά του, έγινε ξαφνικά χαοτική.
Είχε βγει από το σπίτι για να «αποδράσει», αλλά η εικόνα του καθρέφτη τον ακολουθούσε. Ήταν η στιγμή της γυμνής αλήθειας: η καθημερινότητα δεν έχει τη λάμψη των ιστοριών που γράφει, ούτε το πάθος που φαντάζεται. Ήταν απλώς ένας άντρας που πήγαινε να αγοράσει το μεσημεριανό του, προσπαθώντας να ξεφύγει από τη ζέστη και τους «γρύλους» του μυαλού του.
Ο Αλκιβιάδης στεκόταν μπροστά στα ράφια, με το βλέμμα του να γλιστρά πάνω στις ετικέτες με μια σχεδόν ευλαβική προσήλωση. Εκεί, ανάμεσα στα προϊόντα βιολογικής γεωργίας και τα πιστοποιημένα αγαθά κτηνοτροφίας, ένιωθε μια παράξενη, προσωρινή γαλήνη. Καθώς ανέμενε την εκτέλεση της παραγγελίας του από το τμήμα του εστιατορίου, ο χρόνος έμοιαζε να έχει επιβραδυνθεί. Τα «σενάρια» που πριν λίγο έπλεκαν στο μυαλό του –η Θεσσαλονίκη, ο ρασοφόρος, η «λύσσα» του πάθους– είχαν υποχωρήσει, παραχωρώντας τη θέση τους σε μια αίσθηση ελέγχου. Εδώ, όλα ήταν προδιαγεγραμμένα, καθαρά, χωρίς τις γκρίζες ζώνες της ηθικής ή της προδοσίας. Έπιασε ένα προϊόν στα χέρια του, μελετώντας τα συστατικά του με δέουσα προσοχή, όπως θα μελετούσε κανείς ένα χειρόγραφο.
Η ηρεμία του εξατμίστηκε. Ανάμεσα στα ράφια, εκεί που η κανονικότητα συναντούσε το άγνωστο, μια γυναικεία φιγούρα έκοβε τον αέρα του καταστήματος με έναν τρόπο που τον έκανε να ξεχάσει ακόμα και την παραγγελία του. Δεν ήταν μόνο η ομορφιά της – ήταν μια ενέργεια σχεδόν ηλεκτρική, μια αύρα που φαινόταν να τον τραβάει με μια δύναμη ανεξήγητη. «Την ξέρω», σκέφτηκε, και η καρδιά του άρχισε να χτυπά με έναν ρυθμό που δεν ταίριαζε με το περιβάλλον του καταστήματος. Η σιλουέτα της, τόσο οικεία μέσα στη γνώριμη αίσθηση της απόστασης, τον καθήλωσε. Το βλέμμα του, ληστρικό πλέον, καρφώθηκε στις γάμπες της, που διαγράφονταν με μια αισθησιακή αυστηρότητα κάτω από την υφασμάτινη σικάτη φούστα της. Υπήρχε εκεί μια αντίφαση που τον «γονάτιζε». Η απόλυτη θηλυκή κομψότητα, που όμως εξέπεμπε έναν δυναμισμό ικανό να κυριαρχήσει σε κάθε χώρο.
Ήταν μια εικόνα που έμοιαζε να έχει δραπετεύσει από τα πιο «πικάντικα» σενάρια που έπλεκε στο blog του. Η γυναίκα εκείνη, με την κίνηση της σιλουέτας της, δεν ήταν απλώς μια περαστική· ήταν μια πρόκληση. Και το γεγονός ότι του φάνηκε τόσο γνώριμη, έκανε το αίμα του να βράζει. Ήταν η στιγμή που η φαντασία του Αλκιβιάδη έπαψε να είναι ψηφιακή και έγινε σάρκα, οστά, και μια ανυπόφορη ανάγκη για πλησίασμα. Ο Αλκιβιάδης παραμένει ακίνητος, παγιδευμένος ανάμεσα στην ευγένεια της κοινωνικής του παρουσίας και στην ορμή που του γεννά η θέα της.
Άραγε, αυτή η «γνώριμη» φιγούρα είναι κάποια που γνωρίζει ήδη από το παρελθόν του, ή μήπως το μυαλό του –αυτοί οι «γρύλοι» που έλεγε– παίζουν μαζί του ένα παιχνίδι, προβάλλοντας πάνω της την εικόνα που τόσο πολύ αναζητούσε; Η λέξη «ηδονοβλεψίας» ήταν μια ταμπέλα που δεν άντεχε – την ένιωθε ξένη, μια λέξη που ανήκε σε άλλους, σε ανθρώπους «μικρούς». Για τον Αλκιβιάδη, αυτό που έκανε ήταν μια αισθητική απόλαυση, ένα κυνήγι της ομορφιάς που είχε το δικαίωμα να παρατηρεί.
Καθώς η γυναίκα κατευθυνόταν προς τις βιτρίνες με τα θαλασσινά, η ατμόσφαιρα γύρω της έμοιαζε να αλλάζει. Ο συνωστισμός του super market, που μέχρι πριν λίγο του φάνταζε καθημερινός και ακίνδυνος, ξαφνικά συρρικνώθηκε. Οι διάδρομοι έμοιαζαν να στενεύουν, κάνοντας την παρουσία της ακόμα πιο επιβλητική. Και τότε, η αίσθηση του «γνώριμου» πήρε μορφή. Δεν ήταν μια απλή ομοιότητα, δεν ήταν μια προβολή των «γρύλων» του μυαλού του. Το πρόσωπο, ο τρόπος που έστριβε το κεφάλι της ανάμεσα στις προθήκες με τους πάγους και τα αλιεύματα, το στήσιμο του σώματός της-όλα κούμπωσαν. Ήταν εκείνη. Η διαπίστωση της ταυτότητάς της λειτούργησε σαν ηλεκτροσόκ. Το «Σάββατο» του, που πριν από λίγα λεπτά ήταν μια ήρεμη ιεροτελεστία διατροφής και τάξης, μόλις είχε τιναχτεί στον αέρα. Το κυνήγι του «πικάντικου» είχε τελειώσει· τώρα, η ιστορία που έγραφε στο blog του αποκτούσε πρόσωπο και φωνή. Η συνειδητοποίηση ήρθε σαν κύμα, μια αναπόφευκτη σύγκρουση ανάμεσα στο «τότε» και το «τώρα». Η μορφή της δεν ήταν μια απλή ανάμνηση, ήταν ένα αρχείο κλειδωμένο βαθιά στο λογισμικό της μνήμης του, ένα «backup» που δεν είχε υποστεί καμία φθορά από την υγρασία του χρόνου. Δεν ήταν μόνο η ομορφιά της –που είχε ωριμάσει με μια νέα, πιο αιχμηρή γοητεία– ήταν η αίσθηση ότι το παρελθόν δεν είχε πάει ποτέ πουθενά. Είχε απλώς κάνει μια παύση, περιμένοντας τη στιγμή να εισβάλει ξανά στο «Σάββατο» του με μια ορμή που τον έκανε να ζαλίζεται.
Κάθε της κίνηση, ο τρόπος που το φως έπεφτε πάνω στα χαρακτηριστικά της, του άνοιγε πληγές που νόμιζε πως είχαν κλείσει. Η νοσταλγία δεν ήταν πια μια γλυκιά σκέψη, ήταν ένας σωματικός πόνος, μια συγκίνηση τόσο έντονη που του έκοβε την ανάσα. Εκείνο το «τέλος» που είχε βάλει χρόνια πριν, εκείνη η τελεία που νόμιζε ότι είχε χαράξει με τόση αποφασιστικότητα, αποδείχτηκε μια ψευδαίσθηση.
Το παρελθόν δεν ήταν μια μακρινή χώρα. Ήταν εκεί, μπροστά του, ανάμεσα στα παγωμένα θαλασσινά, πιο ζωντανό και σημαντικό από την ίδια του την καθημερινότητα. Η «αδέσποτη» που φανταζόταν στη Θεσσαλονίκη, η γυναίκα που «γεύονταν» οι πάντες, είχε πάρει τη μορφή της μοναδικής γυναίκας που είχε κατοικήσει για πάντα στο μυαλό του. Η στιγμή της συνάντησης είναι πλέον αναπόφευκτη. Το σενάριο που έπλεκε στο blog του έχει γίνει επικίνδυνα αληθινό, και η απόσταση μεταξύ τους μειώνεται δραματικά. Τώρα που το παρελθόν έγινε ξαφνικά παρόν, η «συνάντηση» που έρχεται θα είναι η ευκαιρία για μια επανεκκίνηση, ή μήπως η αποκάλυψη μιας πικρής αλήθειας που θα γκρεμίσει ό,τι είχε χτίσει όλα αυτά τα χρόνια; Ίδια η Μία Γουάλας δίνει μια κινηματογραφική, σχεδόν «cult» διάσταση στη συνάντηση. Το συγκεκριμένο στυλ –το καρέ, το βλέμμα, η επιβλητική ηρεμία της Ούμα Θέρμαν στο Pulp Fiction– κουμπώνει απόλυτα με την εικόνα μιας γυναίκας που δεν είναι απλώς όμορφη, αλλά «επικίνδυνα» γοητευτική. Η ομοιότητα ήταν τόσο έντονη που ο Αλκιβιάδης ένιωσε ένα ρίγος να διατρέχει τη ράχη του. Η ψηλή, λεπτή σιλουέτα της, το διακριτικό μακιγιάζ που τόνιζε τη φυσική της αυστηρότητα, τον παρέπεμπε ακαριαία στη Μία Γουάλας.. Ο Αλκιβιάδης δεν βλέπει πια μόνο μια παλιά γνώριμη, βλέπει μια «Femme Fatale» που εισβάλλει στο Σάββατο του.
Η λέξη «Βαλερία» αντήχησε μέσα στο κεφάλι του σαν κωδικός που ξεκλειδώνει μια αποθήκη αναμνήσεων. Δεν ήταν απλώς μια ελκυστική άγνωστη· ήταν η Βαλερία, μια παρουσία που ακόμα και μετά από χρόνια, έμοιαζε να έχει τη δύναμη να σταματά τον χρόνο. Η έκπληξη του Αλκιβιάδη ήταν απόλυτη, σχεδόν παραλυτική. Το «Σάββατο» του, οι «γρύλοι» στο μυαλό του, τα σενάρια για τη Θεσσαλονίκη, όλα υποχώρησαν μπροστά στην οπτική επιβεβαίωση της ύπαρξής της.
Την παρακολουθούσε να κινείται ανάμεσα στα ψυγεία με μια χάρη που έκανε τον χώρο του super market να φαντάζει μικρός, σχεδόν ευτελής για την παρουσία της. Ήταν ψηλή, καλοσχηματισμένη, μια εικόνα «χάρμα ιδέσθαι» που τον έκανε να νιώθει πως η ζωή του, μέχρι αυτή τη στιγμή, ήταν απλώς μια προετοιμασία για αυτή τη συνάντηση. Η σέξι αύρα της, τόσο φυσική και αβίαστη, τον έκανε να συνειδητοποιήσει ότι όλα όσα έγραφε στο blog του, όλα όσα φαντασιωνόταν για το πάθος και τη λύσσα, ήταν παιδικά παιχνίδια μπροστά στην ηλεκτρισμένη πραγματικότητα της Βαλερίας.
Έμεινε εκεί, ακίνητος ανάμεσα στα βιολογικά προϊόντα, να είναι ο μοναδικός αυτόπτης μάρτυρας αυτής της εξαιρετικής ομορφιάς. Ο Αλκιβιάδης ένιωθε τη θύελλα που εξέπεμπε η Βαλερία να τον χτυπά κατά πρόσωπο. Δεν ήταν απλώς μια γυναίκα που περπατούσε στο διάδρομο του super market· ήταν ένα «αρχαίο άγαλμα» που είχε πάρει πνοή και είχε αρχίσει να κινείται ανάμεσα στα κατεψυγμένα θαλασσινά, μια αντίθεση που μόνο η πραγματικότητα θα μπορούσε να τολμήσει. Η επιδερμίδα της, με το χρώμα του ώριμου σταχυού, έμοιαζε να απορροφά το φως των φθορισμού, κάνοντάς την να ξεχωρίζει μέσα στο πλήθος σαν οπτασία. Εκείνες οι ατημέλητες τούφες που πλαισίωναν το πρόσωπό της ήταν η μόνη «ατέλεια» στην άψογη, αγέρωχη εικόνα της — η λεπτομέρεια που υποδήλωνε μια εσωτερική ορμή, μια ένταση που κρυβόταν κάτω από τη φινέτσα. Καθώς παρατηρούσε τη λυγερή της περπατησιά, ο Αλκιβιάδης συνειδητοποίησε ότι η Βαλερία δεν είχε αλλάξει, είχε απλώς εξελιχθεί σε κάτι πιο δυνατό, πιο «σφιχτό», πιο ζωντανό. Η εικόνα της ήταν μια «θύελλα τεστοστερόνης» που τον παρέσυρε· η πειθαρχία που έδειχνε στο σώμα της —το τζόκινγκ, το γυμναστήριο— ήταν η απόδειξη ότι η Βαλερία δεν ήταν θήραμα, αλλά κυνηγός. Και τώρα, ο Αλκιβιάδης ένιωθε ότι ο ρόλος του είχε αντιστραφεί: δεν ήταν εκείνος που την παρατηρούσε από τη σκιά του «συγγραφέα», αλλά εκείνος που βρισκόταν εκτεθειμένος απέναντι σε μια δύναμη της φύσης.
Η Βαλερία περπατούσε με μια αδιαφορία που ήταν, από μόνη της, η μεγαλύτερη πρόκληση. Ήταν η απόλυτη κυρίαρχος του χώρου, ενώ γύρω της οι άλλοι πελάτες είχαν παγώσει· ο συνωστισμός των διαδρόμων υποχωρούσε, σαν να άνοιγε δρόμο για να περάσει μια δύναμη της φύσης. Ο Αλκιβιάδης ένιωθε το βλέμμα του να καίει πάνω της, προσπαθώντας να αποκολλήσει τη ματιά του, αλλά η ομορφιά της ήταν μια παγίδα που δεν είχε σκοπό να τον αφήσει να ξεφύγει. «Ένοχες σκέψεις», σκέφτηκε, παρατηρώντας τους γύρω του. Δεν ήταν ο μόνος. Οι άλλοι άντρες, εκείνοι οι «αδιάκριτοι», στριφογύριζαν το κεφάλι τους, παρασυρμένοι από τη θύελλα που άφηνε στο πέρασμά της. Εκείνη, όμως, συνέχιζε. Σαν να μην ένιωθε το βάρος των βλεμμάτων που την είχαν ήδη «γδύσει» χίλιες φορές σε κλάσματα δευτερολέπτου. Αυτή η άγνοια –ή μήπως η πλήρης επίγνωση και περιφρόνηση;– ήταν το πιο προκλητικό στοιχείο της. Το κορμί της, αυτό το «λαχταριστό» δημιούργημα που άναβε φωτιές, έμοιαζε να υπόσχεται ηδονές που ο Αλκιβιάδης μέχρι πριν λίγο έπλαθε μόνο στο blog του. Τώρα, η ψηφιακή φαντασίωση είχε εξαφανιστεί· έμεινε μόνο ο ήχος από τα τακούνια της, που αντηχούσε μέσα του σαν πρόσκληση. Η Βαλερία πλησίαζε, και ο χρόνος ανάμεσα στο «πριν» της αναγνώρισης και στο «μετά» της επαφής είχε αρχίσει να συρρικνώνεται επικίνδυνα.
Η Βαλερία ακόμη και σήμερα δεν του είναι ο ανεκπλήρωτος έρωτας του, αυτό είναι άλλο, κάτι διαφορετικό. Είναι ο ανομολόγητος έρωτας του που είναι μακράν πιο επίπονος από τον ανεκπλήρωτο. Η παραδοχή αυτή του Αλκιβιάδη είναι το κλειδί που ανοίγει την πόρτα του εσωτερικού του κόσμου.Ο «ανεκπλήρωτος» έρωτας είναι μια απώλεια που μπορείς να πενθήσεις, αλλά ο «ανομολόγητος» είναι μια επιλογή που κουβαλάς σαν δεσμοφύλακας. Η Βαλερία δεν ήταν μια ευκαιρία που χάθηκε – ήταν μια ευκαιρία που ο ίδιος φρόντισε να μην ανθίσει ποτέ, φυλακίζοντας την στις σκιές των λέξεων του. Η οδύνη του δεν προερχόταν από την απόρριψη, αλλά από την αυτοεπιβεβλημένη σιωπή. Το γεγονός ότι η Βαλερία στεκόταν εκεί, ζωντανή, ψηλή και αγέρωχη, καθιστούσε αυτή την «ισόβια κάθειρξη» ακόμα πιο ανυπόφορη. Κάθε φορά που έγραφε για εκείνη στο blog του, δεν έκανε μια προσπάθεια επικοινωνίας, αλλά μια κηδεία. «Ξέπλενε» το πάθος του με λέξεις, μετατρέποντας το ζωντανό αίμα σε μελάνι, ώστε να μην χρειαστεί ποτέ να αντιμετωπίσει την πραγματική Βαλερία – μια γυναίκα που, αν την πλησίαζε, θα μπορούσε να διαλύσει την εύθραυστη ισορροπία της φαντασίωσής του.
Η καταδίκη της σιωπής του ήταν απόλυτη. Δεν υπήρχε ελπίδα για ένα χάδι ή ένα φιλί, γιατί ο Αλκιβιάδης είχε πείσει τον εαυτό του ότι το τίμημα της αποκάλυψης θα ήταν η καταστροφή της «ιδέας» που είχε πλάσει για εκείνη. Έτσι, παρακολουθώντας την να κινείται ανάμεσα στα ράφια, έβλεπε ταυτόχρονα το αντικείμενο του πόθου του και το «θύμα» της δικής του συνειδητής απόφασης. Ήταν ο βασανιστής και ο βασανιζόμενος στο ίδιο κελί, και η Βαλερία, ανυποψίαστη μέσα στη λαμπερή της παρουσία, ήταν η μοναδική αθώα σε αυτό το κρυφό, σκοτεινό του δράμα. Έτσι, μένει εκεί, ακίνητος, παρατηρώντας την να ενσαρκώνει όλα όσα εκείνος αρνείται να ζήσει. Το «αν» του αιωρείται στον αέρα, ανάμεσα στα βιολογικά προϊόντα και τον ψυχρό φωτισμό του καταστήματος.
.....Την παρατηρούσε να επιλέγει τα προϊόντα της, πάντα «στην τρίχα», με μια προσοχή που έδειχνε ότι η εμφάνισή της δεν ήταν μια μάσκα, αλλά ο τρόπος της να επικοινωνεί με τον κόσμο. Το «ναζιάρικο ύφος» της, σε συνδυασμό με το σικ ντύσιμό της, δημιουργούσε ένα μείγμα που ο Αλκιβιάδης δυσκολευόταν να αποκωδικοποιήσει. Ήταν η εικόνα της γυναίκας που ξέρει τι θέλει, αλλά και της γυναίκας που ξέρει πώς να το διεκδικεί με ένα απλό βλέμμα. Καθώς την κοίταζε, ένιωθε ότι η Βαλερία δεν ήταν μόνο το αντικείμενο του «ανομολόγητου έρωτά» του, αλλά ένας καθρέφτης. Όσο εκείνη τον κοιτούσε με τα «ορθάνοιχτα» μάτια της, ο Αλκιβιάδης ένιωθε εκτεθειμένος, παρόλο που η απόσταση μεταξύ τους παρέμενε σταθερή. Η ζωντάνια που απέπνεε ήταν μια πρόκληση προς τη δική του «ισόβια κάθειρξη». Κάθε φορά που ένα χαμόγελο σχηματιζόταν στη σκανταλιάρικη μύτη της, ο Αλκιβιάδης ένιωθε να λυγίζει, λες και η ίδια η Βαλερία, μέσα από τη φυσική της παρουσία, τον καλούσε να βγει από το σκοτάδι των σκέψεών του και να τολμήσει την πραγματικότητα. Ο Αλκιβιάδης στέκεται ανάμεσα στα ράφια, ένας παρατηρητής που «διαβάζει» τη Βαλερία σαν να είναι το σημαντικότερο βιβλίο που έχει διαβάσει ποτέ. Η Βαλερία που έβλεπε μπροστά του ήταν η ίδια γυναίκα που είχε «αποθηκεύσει» στη μνήμη του: εκείνη που είχε το χάρισμα να μετατρέπει το ντύσιμο σε προέκταση της προσωπικότητάς της. Για τον Αλκιβιάδη, η αισθητική της Βαλερίας ήταν πάντα μια μορφή «σιωπηλής γλώσσας». Δεν φορούσε απλώς ρούχα, τα «κατοικούσε». Η επιλογή της να φορά κομψά, σοφιστικέ κομμάτια που της πρόσφεραν άνεση, δεν ήταν τυχαία. Ήταν η έκφραση μιας γυναίκας που είχε συμφιλιωθεί με τη θηλυκότητα της και δεν είχε ανάγκη από φωνακλάδικες υπερβολές για να δηλώσει την παρουσία της. Καθώς την παρατηρούσε να κινείται στον διάδρομο, ο Αλκιβιάδης ένιωσε μια παράξενη γαλήνη να αντικαθιστά τον αρχικό του ταραγμό. Ήταν σαν να αναγνώριζε ένα παλιό, αγαπημένο χειρόγραφο που είχε ξαναδιαβάσει χιλιάδες φορές. Η σοφιστικέ αισθητική της, το πώς η φούστα της και το πουκάμισό της έπεφταν πάνω στο σώμα της με εκείνη την αβίαστη ακρίβεια, ήταν ο δικός της τρόπος να δηλώνει πως ο κόσμος, ακόμα και μέσα σε ένα super market, οφείλει να έχει μια δόση αρμονίας. Αυτή η διαπίστωση έκανε το «βάρος» του ανομολόγητου έρωτά του ακόμα πιο συγκεκριμένο. Δεν ήταν ερωτευμένος με μια εικόνα, ήταν ερωτευμένος με τον τρόπο που εκείνη επέλεγε να υπάρχει μέσα στον κόσμο. Την άνεση μέσα στην κομψότητα, τη ζωντάνια μέσα στο στυλ. Και ενώ ο ίδιος ένιωθε «ξεφτισμένος» μέσα στα μοκασίνια του και το απλό τζιν του, εκείνη ακτινοβολούσε μια αυτοπεποίθηση που δεν χρειαζόταν «ρετούς».
Προς στιγμή «ελεημόνησε» τον εαυτό του αμήχανος! Ένιωθε πως ήθελε κάπου να κρυφτεί με το θέαμα που παρουσίαζε. Καταστροφή! Έμοιαζε να συγκρούεται με τον εαυτό του, νοερά βλαστήμησε δις! Πρώτον γιατί δεν έβαλε το τζιν και το καθαρό πουκάμισο! Τα παπούτσια ας πούμε πως τρώγονται. Αμ! το άλλο με το κοντοκουρεμένο κεφάλι! Και του γκρίνιαζε η Ανδρομάχη! «Κούκλε» μου να σε χαρώ εγώ! Σαν ηλίθιος είσαι μ αυτό το κούρεμα! Τι μύγα σε τσίμπησε και κουρεύτηκες έτσι! Αχ βρε Ανδρομάχη μου πως γίνεται να έχεις πάντα δίκιο.! Μην αμελείς ποτέ την εξωτερική σου εμφάνιση του τόνιζε πάντα! Το σαν ψαράς ντύσιμο μπορεί να είναι δελεαστικό για σένα, αλλά σίγουρα όχι και για τους γύρω σου!
Γοητευμένος από το θέαμα μπροστά του, με ένα μείγμα θαυμασμού και επιθυμίας εμφανές στα μάτια του! «Είτε το θέλουμε είτε όχι, είμαστε δέσμιοι της χημείας και της φύσης. Κι αυτή η δέσμευση, που άρχισε εκατομμύρια χρόνια πριν, εξακολουθεί να ασκεί την ίδια έντονη επιρροή «τραβώντας» μας κυριολεκτικά από τη μύτη!» Αυτά σκεφτόταν ο Αλκιβιαδης και δεν χρειάστηκε παρά ελάχιστο απόθεμα τόλμης μετά από μια ανεπαίσθητη στιγμή δισταγμού πριν μαζέψει το κουράγιο του και την πλησιάσει να τη χαιρετήσει! Χαιρετήθηκαν αλλά ακόμη ένιωθε ένα αίσθημα δυσφορίας, ανασφάλειας για την εν γένει εξωτερική εμφάνιση του και τυμπάνιζε νευρικά τα δάχτυλά του πάνω στο παντελόνι του. Δίπλα του η Βαλερία με άψογο χτένισμα, σικάτο ντύσιμο, που τα υποστήριζε ένα φωτεινό χαμόγελο και αυτός σαν συνοδός που ετοιμαζόταν να βγάλει το σκύλο του βόλτα στα παρτέρια του γειτονικού πάρκου. Ακόμα και στη θλιβερή κατάσταση που ένιωθε ότι βρισκόταν του ήταν δύσκολο να μη σκάσει ένα φιλικό χαμόγελο βλέποντας την υποδοχή που του είχε επιφυλάξει με αφοπλιστική ειλικρίνεια η Βαλερία με τη χαρούμενη όψη της, μ' ένα εγκάρδιο και πλατύ χαμόγελό και το χέρι προτεταμένο για χειραψία. Αυτό ήταν το έναυσμα για μια πολύ ευεργετική επίδραση στα συναισθήματα του Αλκιβιάδη. Τώρα ένιωθε πολύ πιο χαλαρωμένος για την ασουλούπωτη εμφάνιση του. Ακόμα κι η στιγμιαία ψιλοκουβέντα της, που έπιασε με τον υπάλληλο στο πάγκο με τα ψάρια τον είχε ηρεμήσει και ξαναβρήκε για λίγο την καλή του διάθεση και η φωνή της, υψώνεται και κυριαρχεί στα αυτιά του ανάμεσα στους συγχυσμένους θορύβους της του καταστήματος. Της χαμογελούσε ευγενικά, με την ιδιαίτερη συστολή που τον κατείχε. Εντάξει δεν ήταν και γελοίο το θέαμα του μα αυτός αντικειμενικά πίστευε, πως η σημερινή αμφίεση του δεν ταίριαζε και πολύ στη φυσιογνωμία του.
Ο Υπάλληλος απευθυνόταν με κάτι μακρόσυρτα «κυρία μου! σε ψιλές φέτες θέλετε το σολομό», καθώς οι κλεφτές ματιές του όλο ξέφευγαν προς τις ωραίες γάμπες της Βαλερίας πέρα από το να βεβαιωθεί ότι της είχε φανεί χρήσιμος.
Βαλερία τον κοίταξε με ένα πονηρό χαμόγελο και, αφού τον περιεργάστηκε για μια στιγμή από την κορυφή ως τα νύχια, δεν έχασε την ευκαιρία να τον πειράξει.
«Μη μου πεις πως συχνάζεις κι εσύ στο... βιολογικό τμήμα του σούπερ μάρκετ;» τον ρώτησε γελώντας.
Ήταν το είδος του αυθόρμητου πειράγματος που έσπαγε αμέσως τον πάγο και τον προκαλούσε να της απαντήσει στο ίδιο παιχνιδιάρικο ύφος. Ο Αλκιβιάδης γέλασε και σήκωσε τους ώμους με προσποιημένη αμηχανία.
«Όχι και τόσο συχνά», αποκρίθηκε χαμογελώντας. «Αλλά σήμερα, που είμαι εργένης στο σπίτι, προσπαθώ να εμπνευστώ για το γεύμα μου. Είπα να ακολουθήσω κι εγώ τη μόδα που λέει πως τα βιολογικά προϊόντα είναι η νέα hot τάση. Αν είναι και νόστιμα, υγιεινά και δεν παχαίνουν, τότε μάλλον αξίζει να τους δώσω μια ευκαιρία.»
Την κοίταξε με μια παιχνιδιάρικη λάμψη στα μάτια. «Βέβαια», συμπλήρωσε, «δεν αποκλείεται να χρειαστώ και τη γνώμη μιας πιο έμπειρης... καταναλώτριας για να κάνω τις σωστές επιλογές.»
Η Βαλερία χαμογέλασε και τον κοίταξε με μια δόση περιέργειας. «Ναι, έχεις δίκιο», είπε. «Αλλά πώς γίνεται να είσαι εργένης Σαββατοκύριακο; Η Ανδρομάχη λείπει ή σε άφησε να τα βγάλεις πέρα μόνος σου;» Η ερώτησή της ειπώθηκε με ανάλαφρο, πειρακτικό ύφος, περισσότερο από περιέργεια παρά από αδιακρισία.
«Είναι στη Θεσσαλονίκη», απάντησε χαμογελώντας. «Έφυγε για ένα τριήμερο με τη φίλη σας, τη Ναυσικά. Έτσι, προς το παρόν, απολαμβάνω... εργένικη ζωή και προσπαθώ να τα βγάλω πέρα μόνος μου.»
Η Βαλερία ανασήκωσε με απορία το φρύδι της.
«Με τη Ναυσικά;» ρώτησε. «Και τι ταξίδι είναι αυτό; Επαγγελματικό ή πήγαν για λίγες μέρες αναψυχής;»
Ένα τριήμερο ταξίδι αναψυχής», απάντησε. «Η Ναυσικά είχε την ιδέα και η Ανδρομάχη δεν δυσκολεύτηκε καθόλου να πει το ναι. Βρήκαν την ευκαιρία να ξεφύγουν για λίγες μέρες από την καθημερινότητα και ακολούθησαν ένα οργανωμένο γκρουπ εκδρομής. Ήθελαν να χαλαρώσουν, να γνωρίσουν καλύτερα τη Θεσσαλονίκη και να περάσουν όμορφα. Νομίζω πως τους άξιζε αυτή η μικρή απόδραση.»
Βαλερία χαμογέλασε με ειλικρινή χαρά. «Μάλιστα... Τριήμερο ταξίδι αναψυχής!» είπε. «Χαίρομαι πολύ γι' αυτές. Είναι αλήθεια πως τον τελευταίο καιρό έχουμε χαθεί λίγο με τις υποχρεώσεις του καθενός, αλλά εύχομαι να περάσουν υπέροχα. Τους άξιζε μια μικρή απόδραση από την καθημερινότητα.»
«Με μεγάλη μου χαρά», απάντησε χαμογελώντας. «Μόλις μιλήσω με την Ανδρομάχη, θα της μεταφέρω τους χαιρετισμούς σου. Είμαι βέβαιος ότι θα χαρεί πολύ όταν μάθει πως τη θυμήθηκες.»
Η Βαλερία έδειξε ζωηρό ενδιαφέρον. «Ποιος οργάνωσε το εκδρομικό γκρουπ;» ρώτησε. «Ήταν κάποιο ταξιδιωτικό γραφείο ή το κανόνισαν μόνοι τους;»
Η ενορία μας το οργάνωσε», απάντησε. «Εσύ έχεις φύγει εδώ και καιρό, οπότε μάλλον δεν πρόλαβες να γνωρίσεις τον νέο ιερομόναχο της ενορίας. Είναι αρκετά νέος στην ηλικία, πολύ κοινωνικός και ιδιαίτερα δραστήριος. Έχει φέρει μια νέα πνοή στις δραστηριότητες της ενορίας και οργανώνει συχνά εκδρομές, προσκυνηματικές επισκέψεις και διάφορες δράσεις που φέρνουν τον κόσμο πιο κοντά. Αυτή η τριήμερη απόδραση ήταν μία από τις πρωτοβουλίες του.»
Η Βαλερία χαμογέλασε με μια νότα νοσταλγίας. «Το θυμάμαι», είπε. «Η Ανδρομάχη είχε πάντα μια όμορφη σχέση με την Εκκλησία και συμμετείχε με χαρά στις δραστηριότητες της ενορίας. Δεν μου κάνει καθόλου εντύπωση που ακολούθησε κι αυτή την εκδρομή. Ελπίζω να περνάει υπέροχα.»
Ο Αλκιβιάδης έμεινε για λίγο σιωπηλός. «Ο νέος ιερομόναχος και η Ανδρομάχη φαίνεται πως έχουν χτίσει μια ιδιαίτερη πνευματική σχέση.» Η σκέψη του, όμως, δεν άργησε να ξεστρατίσει. «Κι αν δεν είναι μόνο πνευματική;» αναρωτήθηκε στιγμιαία. «Όχι... Δεν έχω κανέναν λόγο να πιστεύω κάτι τέτοιο. Είναι απλώς η φαντασία μου που καλπάζει.» Παρ' όλα αυτά, δεν μπορούσε να αγνοήσει μια παρατήρηση που τον απασχολούσε εδώ και καιρό. Κάθε φορά που η Ανδρομάχη αναφερόταν στον ιερομόναχο ή στις δράσεις της ενορίας, έμοιαζε πιο γαλήνια, πιο φωτεινή, σαν να αντλούσε από εκεί μια εσωτερική δύναμη που δυσκολευόταν να βρει αλλού. Ίσως τελικά να βρίσκει κοντά του κάτι που έχει ανάγκη», συλλογίστηκε. Ίσως αυτή η πνευματική επαφή να της προσφέρει μια ισορροπία που η καθημερινότητα και οι δυσκολίες του γάμου μας δεν της χαρίζουν πάντα.»Αναστέναξε ανεπαίσθητα. «Ή ίσως όλα αυτά να είναι δικές μου προβολές και φόβοι. Όταν δεν γνωρίζεις τι πραγματικά συμβαίνει, το μυαλό συμπληρώνει μόνο του τα κενά. Και συνήθως τα συμπληρώνει με τα χειρότερα σενάρια.»
«Τώρα εκεί στη Θεσσαλονίκη διόλου απίθανο να εκτελέσουν οι δυο τους μια πολύ ιδιαίτερη θερμή «συνεδρία» με την Ανδρομάχη να προσφέρει σπονδή το σώμα της στο ρασοφόρο πνευματικό της αναζητώντας το Άγιο Πνεύμα, που κατοικεί στους ανθρώπους που έχουν πίστη, ώστε να βρει το δρόμο που οδηγεί στη σωματική της λύτρωση και την εσωτερική πνευματική της γαλήνη.»
Η Βαλερία τον κοίταξε με μάτια ορθάνοιχτα, μην μπορώντας να κρύψει την έκπληξή της.
«Δεν το πιστεύω!» είπε γελώντας. «Πλάκα μου κάνεις μ' αυτά που λες! Αλήθεια τώρα ή προσπαθείς απλώς να με πειράξεις;»
Εκείνος χαμογέλασε με νόημα και σήκωσε τους ώμους. «Εντάξει», είπε γελώντας, «ας πούμε πως αστειεύομαι. Θεώρησέ το μια σύντομη εκδοχή της... μυθοπλασίας μου. Καμιά φορά η φαντασία μου τρέχει πιο γρήγορα από την πραγματικότητα.»
«Τα παιδιά; Στο χωριό με παππού και γιαγιά;»
«Ναι! η τελευταία τους εβδομάδα των διακοπών.»
Απορροφημένοι στην αναμονή, όσο ο υπάλληλος ετοίμαζε την παραγγελία της Βαλερίας, αντάλλασσαν τις κλασικές κουβέντες δύο ανθρώπων που ξανασυναντιούνται έπειτα από καιρό. Μίλησαν για τον γάμο, τη δουλειά, την καθημερινότητά τους και τις αλλαγές που είχε φέρει ο χρόνος στη ζωή τους, παρεμβάλλοντας πότε πότε χιουμοριστικά σχόλια που έκαναν και τους δύο να γελούν.
Λίγα λεπτά αργότερα, ο υπάλληλος τους ενημέρωσε πως τα φιλέτα φρέσκου σολομού που είχε παραγγείλει η Βαλερία ήταν έτοιμα. Εκείνη τον ευχαρίστησε, πήρε την παραγγελία της και μαζί κατευθύνθηκαν προς τα ταμεία του καταστήματος.
Ο Αλκιβιάδης, ωστόσο, δεν μπορούσε να μην την παρατηρεί διακριτικά. Το βλέμμα του επέστρεφε πάνω της σχεδόν ασυναίσθητα, όσο κι αν προσπαθούσε να δείχνει αδιάφορος. Η κομψότητά της, η φυσική της ομορφιά και ο τρόπος με τον οποίο κινούνταν είχαν μια αβίαστη γοητεία που τον έκανε να τη θαυμάζει. Αναρωτήθηκε για μια στιγμή πώς θα ήταν να υπήρχε ανάμεσά τους κάτι περισσότερο από μια τυχαία συνάντηση, μα έδιωξε αμέσως τη σκέψη, θεωρώντας την μια στιγμιαία παρέκκλιση της φαντασίας του. Η Βαλερία αντιλήφθηκε τη ματιά του. Του έριξε μια σύντομη, διακριτική ματιά και χαμογέλασε ανεπαίσθητα. Δεν ένιωσε αμηχανία ούτε ενόχληση. Αντίθετα, η διακριτική προσοχή του φάνηκε να την κολακεύει, κι έτσι συνέχισε να περπατά δίπλα του σαν να μην είχε συμβεί τίποτα, αφήνοντας τη στιγμή να διατηρήσει τη γοητευτική της αμφισημία.
Βαλερία ήταν ο τρίτος και τελευταίος κρίκος της αχώριστης παρέας που είχε δημιουργηθεί ήδη από τα χρόνια του δημοτικού. Η Ανδρομάχη, η Ναυσικά και η Βαλερία μεγάλωσαν μαζί, μοιράστηκαν αμέτρητες στιγμές, μυστικά και όνειρα, ακολουθώντας η καθεμιά τη δική της πορεία χωρίς ποτέ να χαθεί ο δεσμός που τις ένωνε. Και οι τρεις ήταν όμορφες γυναίκες, η καθεμία με τη δική της προσωπικότητα. Η Βαλερία, όμως, ξεχώριζε για τον πιο εκκεντρικό και ανεξάρτητο χαρακτήρα της. Είχε μια αστείρευτη ζωντάνια, έβλεπε τη ζωή σαν περιπέτεια και διέθετε εκείνο το αυθόρμητο χιούμορ που έκανε τις φίλες της να ξεκαρδίζονται με τις απίθανες ιστορίες της. Παράλληλα, είχε μια ιδιαίτερη αδυναμία στα μικρά παιδιά και έναν τρόπο να κερδίζει αμέσως την εμπιστοσύνη και τη συμπάθειά τους. Ο Αλκιβιάδης τη θυμόταν ακόμη από τα μαθητικά της χρόνια στο λύκειο. Δεν ήταν ποτέ άνθρωπος των υπερβολών ή των εντυπωσιασμών. Ζούσε μια απλή και ισορροπημένη ζωή, όπως, απ' όσο γνώριζε, συνέχιζε να κάνει και σήμερα. Πέρασε ήσυχα τα εφηβικά της χρόνια, αφοσιώθηκε στις σπουδές της και αργότερα παντρεύτηκε έναν άντρα που την ερωτεύτηκε βαθιά και στάθηκε δίπλα της με αγάπη και εκτίμηση. Στα μάτια του Αλκιβιάδη, η Βαλέρια είχε παραμείνει ένας άνθρωπος αυθεντικός, που δεν έχανε ποτέ τη ζεστασιά, την καλοσύνη και την ανεπιτήδευτη γοητεία του.
Και τελικά τα κατάφερε. Έγινε καθηγήτρια και πολύ γρήγορα απέδειξε πως ήταν πλασμένη γι' αυτό το λειτούργημα. Η επικοινωνία με τους ανθρώπους, η ζεστή ατμόσφαιρα της τάξης, ο γόνιμος διάλογος και οι ουσιαστικές συζητήσεις ήταν το φυσικό της περιβάλλον. Διέθετε εκείνη τη σπάνια ικανότητα να εμπνέει, να ακούει και να κάνει τους άλλους να αισθάνονται πως η γνώμη τους έχει αξία.
Ο Αλκιβιάδης την παρατηρούσε τώρα, έπειτα από τόσα χρόνια. Παρέμενε όμορφη, γεμάτη ζωντάνια και αυτοπεποίθηση. Η παρουσία της είχε μια ήρεμη δύναμη που δύσκολα περνούσε απαρατήρητη και, χωρίς να το καταλάβει, τον έκανε να τη βλέπει με μια νέα ματιά.
«Άραγε», συλλογίστηκε, «πόσα πράγματα μπορεί να κρύβει ένας άνθρωπος πίσω από μια φαινομενικά ήρεμη και τακτοποιημένη ζωή;» Δεν είχε κανέναν λόγο να πιστεύει ότι η Βαλερία έκρυβε κάποιο ιδιαίτερο μυστικό. Ήταν απλώς μια σκέψη που γεννήθηκε αυθόρμητα καθώς την κοιτούσε. «Ίσως όλοι μας», συνέχισε μέσα του, «να έχουμε επιθυμίες, όνειρα ή πλευρές του εαυτού μας που κρατάμε μόνο για εμάς. Όχι απαραίτητα απαγορευμένες, αλλά βαθιά προσωπικές, εκείνες που δεν αποκαλύπτονται εύκολα ακόμη και στους πιο κοντινούς μας ανθρώπους.» Το βλέμμα του μαλάκωσε. Χαμογέλασε ανεπαίσθητα, αφήνοντας τη σκέψη να χαθεί τόσο διακριτικά όσο είχε εμφανιστεί.
Τίποτα δεν προανήγγειλε και τίποτα δεν προμήνυε ότι μια απλή ουρανοκατέβατη συνάντηση με μια οικογενειακή φίλη από τα παλιά ανάμεσα στα ράφια ενός super market θα του πυροδοτούσε ένα τόσο έντονο αίσθημα κάψας που στο πέρασμα της ώρας άρχισε να απλώνεται χαμηλά στην κοιλιά του και ο ίδιος ολόκληρος να φλέγεται από πόθο που ζητούσε ικανοποίηση.
Ο Αλκιβιαδης δεν μπορούσε παρά να γοητευτεί από τη γοητεία της Βαλερίας που ξυπνούσε μέσα του μια πρωτόγονη λαχτάρα αλλά σαν άνδρας δεν είχε ταμπεραμέντο πιτ μπουλ που ορμάει σε ό,τι γυναικείο ποδόγυρο κινείται και του αρέσει, αλλά ήταν υπομονετικός και επίμονος, κάτι που πολλές φορές είχε αποδειχτεί εξίσου προσοδοφόρο με το θράσος που του έλειπε. Δεν είχε αυτή τη σπίθα της διαφθοράς, ώστε να δείξει τον απόκρυφο πόθου του στην ηρωίδα του με εμμονή και χωρίς ενοχές εγκαταλείποντας κάθε κοινωνικά θεμιτό, για να ικανοποιήσει τον ανικανοποίητο πόθο του εισβάλλοντας μέσα στο ασφαλές οικογενειακό της λιμάνι. Διάβολε! Αλήθεια πόσο ανόητος άραγε να της φαίνεται με τους δισταγμούς του! Η λογική του έλεγε ότι δεν μπορούσε να κάνει εκείνος το πρώτο βήμα. Η Βαλερία είναι το «κλειδί», ακόμη κι ένα ζεστό χαμόγελο της μπορεί να βοηθήσει πολύ στο να σπάσει ο πάγος!
Ο κόμπος στο στομάχι του γινόταν όλο και πιο σφιχτός όσο περπατούσαν ο ένας διπλά στον άλλο. Μόλις βγήκαν από την αυτόματη πόρτα του καταστήματός στο υπαίθριο πάρκινγκ, οι δυο τους ήταν σιωπηλοί. Ο Αλκιβιάδης στενάζει βαριά. Ένας τέλειος στεναγμός απίστευτης καύλας. Αλλά με μια δόση αθωότητας και ενοχής μαζί. Σαν να ομολογεί στον εαυτό του πως ξέρει πολύ καλά ότι δεν πρέπει να το σκέφτεται αυτό. Ότι είναι απαγορευμένο. Αλλά και ότι δεν μπορεί να σταματήσει να το σκέφτεται. Ότι ο πειρασμός είναι πολύ μεγάλος για να μπορέσει ν’ αντισταθεί. Πήρε μια γεμάτη ανάσα και προσπάθησε να συντονιστεί με το περιβάλλον.
Την παρακολουθούσε που πήγαινε στο αυτοκίνητο της. Είχε ένα απίστευτο βάδισμα. Κάτι στους γοφούς της θύμιζε αιλουροειδές και έδινε την αίσθηση ότι βάδιζε σε αργή κίνηση. Έπρεπε να σταματήσει να την κοιτάζει. Αν κοίταζε συνέχεια τα οπίσθια της κινδύνευε να στραβολαιμιάσει.
Πλάθει «σενάρια» που ανάβουν την ερωτική του φλόγα. Η σεξουαλική επιθυμία τείνει να σχετίζεται με τις φαντασιώσεις του και του ζητά να πάρει την πρωτοβουλία και να αφήσει τη συστολή του για λίγο στην άκρη.
Έπειτα, καθώς ο Αλκιβιάδης ετοιμαζόταν να πάρει το αυτοκίνητο, στάθηκε μπροστά στη πόρτα του και βλέποντάς την Βαλερία έτοιμη να μπει στο αυτοκίνητο της, αμφιταλαντεύτηκε για μερικά δεύτερα και κοιτάζοντας τη στα μάτια ξεφούρνισε: «Συγγνώμη που σε κοιτάζω επίμονα, αλλά επιτρέψτε μου να πω ότι δεν το περίμενα μετά από τόσα χρόνια που είχαμε να ιδωθούμε να αντικρίσω μια τόσο όμορφη και σέξι γυναίκα!» Ο Αλκιβιαδης σαν σωστός που ήταν τζέντλεμαν κατά τη διάρκεια της επαφής τους της την έπεφτε μεν παιχνιδιάρικα, αλλά όχι πολύ περισσότερο του επιτρεπτού.
«Μην το πάρεις στραβά! Αν δεν είχες αυτοκίνητο θα δεχόσουν να σε πάω σπίτι σου; Έτσι, για να θυμηθούμε τα παλιά τότε που είμασταν γειτόνοι...»
Απλώνεται μεταξύ τους μια παύση.
Μετά από κάμποσα δευτερόλεπτα της λέει, «είπα κάτι που δεν έπρεπε;»
«....»
«Βαλερία;»
«Μμμ;»
«Είπα κάτι κακό;»
«Σκέφτομαι.»
«Τι σκέφτεσαι;»
«Εε!, ναι, γιατί όχι», ψέλλισε η Βαλερία αιφνιδιασμένη.
«Ωραία! χάρηκα πολύ που σε είδα. Προτείνω να κανονίσουμε, με την πρώτη ευκαιρία ένα φιλικό δείπνο να έρθουν και πάλι οι οικογένειες μας πιο κοντά.
Η Βαλερία τον λοξοκοίταξε κι έπειτα κούνησε το κεφάλι της θετικά. Του Φάνηκε πως προσπαθούσε να επιλέξει με προσοχή τα λόγια της.
Η κίνηση στην έξοδο του super market αυξανόταν διαρκώς και ο Αλκιβιαδης τη περιεργαζόταν μέσα από τα σκούρα τζάμια του αυτοκινήτου και από τη θέση του οδηγού όπου στρογγυλοκάθησε στο σκιερό πάρκινγκ! Σαν ένας περίεργος που κατασκοπεύει από κάποιο παράθυρο, μπορούσε να παρακολουθεί την Βαλερία χωρίς να είναι σίγουρος αν εκείνη ξέρει ότι ήταν αντικείμενο παρατήρησης του. Παρατηρούσε σχολαστικά κάθε της μορφασμό, επιζητώντας να εισβάλει λαθραία στις σκέψεις της και να αποκτήσει πολύχρωμο περιεχόμενο απ' τη προσωπική της ζωή. Όμορφη, προσεγμένη γυναίκα πραγματικό θηλυκό η όποια ξέρει με μαεστρία ν’ αναδεικνύει τα δυνατά της σημεία που της χάρισε η φύση. Τη θυμήθηκε πώς ήταν νεαρή δεκαοκτάχρονη, όταν τους σύστησε η Ανδρομάχη και πρωτογνωρίστηκαν. Κάτω από το σκανταλιάρικο βλέμμα της, το χαρούμενο γέλιο της κρυβόταν μια θερμή νεαρή γυναίκα πάντα έτοιμη να βοηθήσει τους φίλους της.
Η Βαλερία το κατάλαβε ότι ο Αλκιβιαδης είχε προσηλωθεί πάνω της επίμονα και διεκδικητικά και κινείτο ανέμελα, σχεδόν απρόσεκτα. Το ψηλό κορμί της ήταν ελαφρώς σκυφτό, το πρόσωπό της χαλαρωμένο, με μια μόνιμη ρυτίδα ανησυχίας στο χαμόγελο της. Το φως του μεσημεριανού ήλιου στο εσωτερικό του αυτοκινήτου της έπεφτε στο πρόσωπό της κι εκείνος δεν μπορούσε να ξεκολλήσει το βλέμμα του από πάνω της. Ανεβαίνοντας στο αυτοκίνητο την είδε να κάθεται στο κάθισμα να τον κοιτά και του φάνηκε πως του χαμογέλασε με μια λάμψη σκανταλιάς στα μάτια της. Χαμογέλασε κι αυτός και χαιρέτησε κουνώντας ελαφρά το κεφάλι του. Μπορεί να ήταν η λαχτάρα του, που έκανε το κορμί του να κινηθεί, γιατί εκείνη έστρεψε απότομα τη προσοχή της στην έξοδο του πάρκινγκ! Επιλέγει από ένστικτο, τη στιγμή που θα του ρίξει μία και μοναδική ματιά, λίγο πριν αποχωρήσει απ’ το σκηνικό. Ο Αλκιβιαδης, έχοντας περάσει τη βασανιστική δοκιμασία της αδιαφορίας, νιώθει το ακαριαίο κοίταγμα της να μαγνητίζει την προσοχή του και να καρφώνεται σαν κεντρί στην καρδιά του. Η Βαλερία αποχωρώντας αυτοκρατορικά, έχει ήδη θέσει τους κανόνες της. Εκείνη βασίλισσα στον θρόνο, εκείνος πιστός ιππότης αφιερωμένος στη γοητεία της.
Έμεινε να τη βλέπει να ξεμακραίνει ασάλευτα, βουβά. Τα βλέμματά τους ενώθηκαν τελευταία φορά. Ο Αλκιβιάδης. έκλεισε τα μάτια του προσπαθώντας να τιθασεύσει τις αισθήσεις του και με τη σκέψη στραμμένη στο τελευταίο χαμόγελο της. Αυτό το χαμόγελο! Πόσο λαχταρούσε ν΄ακουμπήσει τα χείλη του στα δικά της, φιλώντας τη στοργικά στα κερασένια της χείλια, ενώ θα τη κρατούσε προστατευτικά στην αγκαλιά του. Ο πειρασμός ήταν μεγάλος, ο σφυγμός του είχε αφηνιάσει και το φούσκωμα ανάμεσα στα πόδια του δεν έπαυε να του υπενθυμίζει τη διέγερσή του με σουβλιές. Προσπάθησε μάταια να αντισταθεί στις ανήθικες σκέψεις του επικαλούμενος τη κοινωνική ηθική του που επιτάσσει σεβασμό και να μην εμπλέκεται σε παράνομες ερωτικές υποθέσεις! Ωστόσο, όπου υπερχειλίζει το συναίσθημα, είθισται να ωχριά η πειθώ του μυαλού. Πως το λέει ο μεγάλος δάσκαλος ο Φρόιντ! «Το σεξουαλικό ένστικτο, δεσπόζει κάθε άλλου, ακόμα και του ενστίκτου τής αυτοσυντήρησης.»
Έτσι, του Αλκιβιάδη, παρά τις ενστάσεις του αυτό το σαββατόβραδο η Βαλερία εντελώς ξαφνικά, από το πουθενά είχε εισβάλει στο συναίσθημα του σαν μια γλυκιά αμαρτία η παρουσία της. Μια αμαρτία κρυμμένη στο πάθος του. Αυτό είναι. Ένα πάθος. Ένα ανομολόγητο πάθος που είχε γίνει η βραδινή του ερωτική πρέζα στη μοναξιά του, σαν γρύλος που τραγουδά μες στο κεφάλι του, σαν γρύλος επίμονος! Αυτό το βράδυ σκέφτεται με τη ψυχή και το συναίσθημα κι όχι με τη λογική, και είναι κι αυτό το δάγκωμα που νιώθει σαν τη σκέφτεται! Στο μυαλό του τη φαντάζεται, ότι είναι ερωτικό ζευγάρι και αυτή η διαπίστωση του προκαλούσε μια συναισθηματική κατάσταση στην οποία βιώνει για κάτι που θα ήθελε να συμβεί στο εγγύς παρόν ή στο μέλλον!
...Έξω είχε αρχίσει να σουρουπώνει η πιο λατρεμένη του ώρα της ημέρας και ενώ ο ήλιος προσπαθούσε να κρυφτεί πίσω από το οροπέδιο της Πλάτωσης και το Θριάσιο πεδίο, είχε φτάσει η στιγμή για την πιο χαλαρωτική απόλαυση. Ο Αλκιβιαδης διάλεξε από το έπιπλο ένα μπουκάλι Mandarin Napoleon αυτό το εξαιρετικό βελγικό κονιάκ ηλικίας δέκα ετών ακούμπησε ένα ποτήρι στον πάγκο της κουζίνας πάνω στη μαρμάρινη επιφάνεια. Σέρβιρε προσεκτικά κονιάκ στο ποτήρι, δεν ήθελε λεκέδες στη λευκή επιφάνεια του μαρμάρου. Φέρνοντάς το στο στόμα, έκλεισε τα μάτια του απολαμβάνοντας τις αρωματικά αλκοολούχες γεύσεις του cognac που άρχισαν να ρέουν στις φλέβες του, και σε αρμονική συντροφιά να δένουν με τις γεύσεις του μαλακού ganache εσπρέσο και τις γεύσεις από κομποτέ μανταρίνι. Το συνηθισμένο του εκρηκτικό μείγμα ξύπνησε τις αισθήσεις του, και ένα αίσθημα ευεξίας και πληρότητας τον κατέλαβε μονομιάς. Όπως οι περισσότεροι άνθρωποι, θεωρούσε ένα απολαυστικό άρωμα μια από τις πραγματικά απλές απολαύσεις της ζωής. Έκλεισε τα φώτα πήρε το ποτήρι με το λικέρ και κατευθύνθηκε στο δωμάτιο όπου ήταν το γραφείου του. Το λάτρευε το μικρο του δωμάτιο. Ο χώρος σε συνδυασμό με το φως που έμπαινε από τα παράθυρα του δημιουργούσαν την αίσθηση ότι βρισκόταν σε μπαλκόνι. Το δωμάτιο το είχε διακοσμήσει η Ανδρομάχη όπως και το υπόλοιπο σπίτι. Είχε διαλέξει ταπετσαρίες, βιβλιοθήκες, γραφείο, φωτογραφίες και πίνακες για τους τοίχους. Και ο Αλκιβιαδης ήταν ενθουσιασμένος με ό,τι είχε κάνει. Ποτέ δεν αμφισβήτησε το γούστο της, μάλιστα, ένιωθε πολύ περήφανος! Ήπιε μια γουλιά από το ποτήρι του κι ένιωσε την αψάδα του αλκοόλ να μειώνει την ένταση που ένιωθε. Όχι εντελώς, όμως. Πέρασε το χέρι του μέσα από τα κυματιστά μαύρα μαλλιά του και στριφογύρισε το ποτό μέσα στο ποτήρι του.
Άνοιξε την Τιβί on demand και πέφτει σε μια τηλεοπτική εκπομπή ποικίλου περιεχομένου που καλύπτει μεγάλο μέρος του πρωινού (το κουτσομπολιό δίνει και παίρνει στα πρωινάδικα), απ΄ αυτές που παρακολουθεί η πεθερά του με τις παρουσιάστριες που το κάνουν με όλους τους ισχυρούς της τηλεόρασης και των περιοδικών για να εξασφαλίσουν μια θέση στο γυαλί, και μετά βγάζουν στη φόρα το εσώρουχο και το ψεύτικο στήθος τους για να ξεχωρίσουν. Παίρνει η άλλη τηλέφωνο, λέει, είμαι σαράντα χρονών, παντρεμένη, με επιτυχημένη επαγγελματική καριέρα, βγάζω πολλά λεφτά και επειδή δουλεύω αρκετές ώρες είμαι πολύ κουρασμένη και όταν γυρίζω σπίτι και δε μπορώ να κάνω τις δουλειές του σπιτιού, οπότε τις κάνει ο άντρας μου.
«Μα καλά κυρία μου, ο άντρας σας δε δουλεύει; δεν είναι κουρασμένος;»
«Ναι δουλεύει, είναι κουρασμένος αλλά εγώ βγάζω περισσότερα.»
«Συγγνώμη να σας ρωτήσω κάτι προσωπικό, εξωσυζυγική σχέση διατηρείτε;»
«Τι λέτε καλέ, βεβαίως και διατηρώ!»
«Παρντόν; Γιατί κυρία μου;»
«Γιατί το να βλέπω τον άντρα μου στην κουζίνα και γενικά να τον βλέπω να κάνει τις δουλειές του σπιτιού με ξενερώνει εύκολα, δεν με εξιτάρει στο ερωτικό παιχνίδι δεν μου δημιουργεί ένταση, πάθος και σεξουαλικό μαγνητισμό. Εγώ θέλω έναν ερωτικό παρτενέρ πολύ δυναμικό, εκρηκτικό που η αδρεναλίνη του να χτυπάει κόκκινο, και έτοιμο για δράση πάντα, ώστε να μου κινεί το ερωτικό και σεξουαλικό ενδιαφέρον συνεχώς. Κοινώς να διακρίνεται στον ερωτικό τομέα με απίστευτες αντοχές ώστε να παρασύρει και να τεντώνει τις αισθήσεις μου στα άκρα. Να με οδηγεί στην κορύφωση της σαρκικής και ψυχικής ηδονής.
Γρήγορα βαρέθηκε και έκλεισε την τηλεόραση καταλήγοντας στο εξής. Η Γυναίκα στις δυτικές κοινωνίες σήμερα, έχει εθιστεί στην αγορά και την δύναμη που αυτή της παρέχει. Κοινωνικό status κλπ. Αυτά τα πρότυπα έχει από την τηλεόραση και τις «πετυχημένες» φίλες, αυτά επιθυμεί. Αυτό όμως, είναι η διάσπαση της οικογένειας γενικά στον δυτικό κόσμο, κάνει συνειρμούς και σκέψεις για γνωστές τηλεπερσόνες που παριστάνουν τις κυρίες και δεν αφήνουν τεκνό για τεκνό χωρίς να το πηδήξουν. Παράγοντες του θεάτρου, της τηλεόρασης, του καλλιτεχνικού χώρου γενικώς, που εκβιάζουν. «Εσύ θα μου κάτσεις κι εγώ θα σε κάνω φίρμα» Νεαρά κοριτσόπουλα προκειμένου να αποκτήσουν κάποιο δεύτερο ρόλο σε σίριαλ πέφτουν στα γόνατα και με το στόμα ανοιχτό, αποθεώνουν και τον τελευταίο κάμεραμαν.
Βούλιαξε στην καρέκλα του γραφείου πίσω από τον υπολογιστή, έκανε μισή στροφή και βρέθηκε να κοιτάζει απ΄το παράθυρο ατενίζοντας στον ορίζοντα το νυχτερινό ουρανό λες και αναζητούσε εκεί τη μορφή της που θα ήθελε να βρίσκεται απόψε μαζί του. Ακολουθούσε βαθιά σιωπή. Το μυαλό του ήταν καθαρό σαν τον καθαρό νυχτερινό ουρανό, με το φεγγάρι και τον πολικό αστέρα στη θέση τους να τρεμοσβήνουν ζωηρά. Ο Αλκιβιαδης ανοιγόκλεισε τα μάτια, όρθωσε το κορμί του στην καρέκλα και έκανε πάλι μισή στροφή, ώστε να βρεθεί αντίκρυ στην οθόνη του δεκαεφτάρη TOSHIBA Notebook. Κούνησε το ποντίκι και η οθόνη απέκτησε ζωή. Ήταν αργά, είχε ήδη πάει μεσάνυχτα, αλλά ο Αλκιβιάδης δεν είχε καμιά όρεξη να κοιμηθεί, ήταν πολύ νευρικός. Αν πήγαινε για ύπνο, θα αναμάσαγε τα ίδια και τα ίδια. Καλύτερα να απασχολούσε το μυαλό του. Άνοιξε τον πλοηγό ιντερνέτ, πληκτρολόγησε το κωδικό του blogger και άνοιξε νέα ανάρτηση. Είχε τόσα πράγματα να γράψει, τόσες ιστορίες να πει. Αυτό που του έλειπε ήταν η σωστή διέξοδος, απ’ όπου θα ξεχύνονταν οι σκέψεις και οι ιδέες, σαν λάβα που μετά θα έπηζε σε μια σταθερή ροή.
Η ανάρτηση, αναμφίβολα, όταν θα ήταν πιο νηφάλιος θα κατέληγε στη «διαγραφή» ή στα «πρόχειρα», αλλά του άρεσε και η ιδέα να φλερτάρει με τον κίνδυνο να το ανεβάσει στο blog του και να στείλει το link με MSN στη Βαλερία να το διαβάσει. Ήπιε μαζεμένες τρεις γουλιές από το ποτό του νιώθοντας το μελένιο υγρό να κατηφορίζει στο λαιμό του παρασύροντας μαζί του και έναν ενοχλητικό κόμπο. Ναι, αυτό έφταιγε. Η γυναίκα απόψε είναι συνεχώς στο μυαλό του σε σημείο που νιώθει μπερδεμένος και δεν μπορεί να ελέγξει τη σεξουαλική του ισορροπία!. Στη θύμηση της επιταχύνονται όλα: οι χτύποι της καρδιάς του, η ανάσα του, οι σκέψεις του. Τους φαντάζεται να βρίσκονται οι δυο τους σ΄ ένα μέρος και έναν χώρο απόλυτης ηρεμίας, αυθεντικής φιλοξενίας, αδιαπραγμάτευτης ποιότητας και διακριτικής πολυτέλειας. Σ΄ ένα πεντάστερο ξενοδοχείο μέσα στη φύση, δίπλα στο κύμα, να μοιράζονται μαζί μοναδικές ερωτικές στιγμές. Έχει κατά νου και την μεγάλη έγκυρη πανεπιστημιακή έρευνα που πραγματοποιήθηκε και αναφέρεται για την απιστία μεταξύ συζύγων, να θέλει τις γυναίκες καθηγήτριες να είναι επιρρεπείς στην απιστία και οι πιο ευάλωτες στους πειρασμούς που θα εμφανιστούν στο δρόμο τους. Ταυτόχρονα όλο και κάτι είχε πάρει το αυτάκι του στα συνήθη γυναικεία κουτσομπολιά της Ανδρομάχης με την Ναυσικά για την πρώην μελαχρινή με μεγάλα όμορφα μάτια, καλοσχηματισμένο σώμα με όμορφες καμπύλες, φιλενάδα τους! Η Βαλερία είχε εξελιχθεί σε προσωπικότητα, που απέπνεε αυτοπεποίθηση. Οι περισσότεροι μάλιστα την θεωρούσαν «αβανγκάρντ» ότι είχε πρωτοποριακές, προχωρημένες, ενδεχομένως και εκκεντρικές, απόψεις, θέσεις και συμπεριφορές. Μεταξύ των άλλων ντύνονταν κομψά, βάση των επιταγών της εποχής και ήταν άκρως φιλική με τους μαθητές της. Με δυο λόγια είναι ένα γοητευτικό πλάσμα στην πολύβουη σφριγηλή κοινότητα του σχολείου της.Ένα «προχώ» άτομο στην αργκό των μαθητών και που τα περισσότερα αρσενικά στο λύκειο ονειρεύονται να ζήσουν μαζί της τον ερωτικό παράδεισο και να «πηδήξουν» μία τέτοια «μουνάρα» καθηγήτρια.. Οι μαθητές κάθε συχνά αναζητούσαν αφορμή και πήγαιναν στο γραφείο της για κάποια απορια τους. Σίγουρα από ολόκληρο το σχολικό συγκρότημα και απ' το εφηβικό πλήθος κάθε βράδυ χυνόταν άφθονο σπέρμα για χάρη της. Βέβαια δεν χρειαζόταν να εισχωρήσεις στα άδυτα των ανδρικών κύκλων των καθηγητών για να μάθεις τις απόψεις τους. Από την πρώτη στιγμή που παρουσιάσθηκε στο σχολείο όλοι έπεσαν πάνω της για να την φάνε. Αρκεί απλά να τους ακούσεις να μιλάνε και ήταν αρκετοι συνάδελφοι της που επίσης πολύ το επιθυμούσαν να την ρίξουν στο κρεβάτι τους και να τα δώσουν όλα για να γαμήσουν αυτό το μελαχρινό πανέμορφο μουνί! Όμως δεν.
....... Οι δυο πρώην φιλενάδες της Βαλερίας στις συχνές επαφές τους είναι κάποιες φορές που μιλούν μεταξύ τους, αλλά όλο νόημα αναφέρονται και στο πρόσωπό της.
«Ανδρομάχη έχεις μάθει για τη φίλη μας τη Βαλερία;»
«Της Βαλερίας; όχι δεν ξέρω κάτι! Πάει πολύς καιρός που έχω να μάθω νέα της. Έχουμε χαθεί. Εσύ τι έχεις μάθει;»
«Να εγώ να σου πω κάτι που έχω μάθει! Οι φήμες και οι κακές γλώσσες λένε πως έχει ανακαλύψει ότι το απαγορευμένο και το παράνομο είναι πιο γλυκό από το επίσημο και το απολαμβάνει με έναν παίδαρο.»
«Δηλαδη; Όταν λες απαγορευμένο και γλυκό; Τι εννοείς; ότι τα φοράει στον άνδρα της;»
«Εσύ τι λες να εννοώ; Ότι ρίχνει άχνη στη μπουγάτσα;»
Στην αρχή η Ανδρομάχη ξαφνιάστηκε γιατί θυμάται τη φιλενάδα τους από το λύκειο! Την είχε για πολύ συμμαζεμένη και σοβαρή κοπέλα και δεν το περίμενε, της ήταν ξαφνικό, να ακούσει τέτοια σχόλια για τη προσωπικότητα της.
«Τι να σου πω ρε Ναυσικά! Εγώ πάντως τη ήξερα πόλη σοβαρή, σεμνή και μετρημένη και ευτυχισμένη με το γάμο της. Μεταξύ μας το πιστεύεις ότι μπορεί να είναι αλήθεια τα κουτσομπολιά πως είναι δυνατόν η Βαλερία πέφτει σε παράνομο κρεβάτι;.»
«Αυτές οι σεμνές φιλενάδα μου, που λες «Αα» δεν το πιστεύω! Και όμως είναι άτακτες παντρεμένες γυναίκες που δεν τους φαίνεται ότι τους βγάζει ωραία γούστα και τις ικανοποιεί ο εραστής τους.»
«Προφανώς και το κάνουν οι άτακτες παντρεμένες. Περισσότερο από αρκετά μπορώ να σου πω. Δεν θα τις καταλάβεις εύκολα όμως. Εκτιμάνε πλήρως την εχεμύθεια, το διακριτικό φλερτ, τους καλούς τρόπους. Και το «βαρύ» παρελθόν του εραστή. Εξ' ου και οι μεγάλες επιτυχίες γίνονται πλέον είτε μέσω σόσιαλ μίντια, είτε σε χώρους εργασίας.»
«Στα σόσιαλ γίνεται πιο χοντρό παιχνίδι από ότι στους εργασιακούς χώρους.» Της λέει η Ναυσικά σαν ποιο έμπειρη με τα σόσιαλ μίντια.
«Ισχύει. Η άποψη ότι στα σόσιαλ μίντια το σεξουαλικό «παιχνίδι» γίνεται πιο έντονο και «χοντρό» σε σχέση με τους εργασιακούς χώρους. Στα σόσιαλ μίντια, η αίσθηση της ανωνυμίας και της απόστασης ενθαρρύνει πιο τολμηρές, άμεσες σεξουαλικές προσεγγίσεις και προσφέρουν ένα περιβάλλον όπου το σεξουαλικό «παιχνίδι» μπορεί να γίνει πιο «χοντρό» λόγω της έλλειψης άμεσων κοινωνικών συνεπειών. Στη δουλειά μπορεί να μπλέξει το πράγμα.» απαντάει η Ανδρομάχη.
«Τι εννοείς ρε Ανδρομάχη, όταν λες το «βαρύ» παρελθόν του εραστή;»
«Εννοώ ότι να είναι άνθρωπος εμπιστοσύνης! Ο συνδυασμός ενός εχέμυθου, και έμπειρου εραστή που διαθέτει διακριτικότητα, ωριμότητα και γνώση πώς να ανταποκρίνεται στις ανάγκες και τις επιθυμίες μας προσφέροντας ασφάλεια, χωρίς τον φόβο να σε εκθέσει και κυρίως ικανότητα στην σεξουαλική επαφή. Από εμφάνιση έχουμε και λέμε: καθαρός συνέχεια, ακριβά και κυριλέ ρούχα και καμιά φορά φόρμα για να φαίνεται αθλητικός τύπος, περιποιημένο μούσι και απλό μαλλί. Και 1,82 τουλάχιστον.»
«Μάλιστα κατάλαβα! Δηλαδή για να είναι γαμάτος εμφανισιακά πρέπει να είναι τέλειος από τότε που γεννήθηκε. Θα πρέπει να έχει γεννηθεί όμορφος, κάτι σαν τον παπά της ενορίας μας που σου κούμπωσε εσένα για εραστής, εννοείς κατεργάρα φιλενάδα. Σε καταλαβαίνω πως όταν είσαι αναστατωμένη, ο παπάς, εκτός από πνευματικός σου λειτουργεί και ως εραστής σου και σου, προσφέρει έναν ασφαλή χώρο όπου μπορείτε να εκφραστείτε χωρίς φόβο κριτικής, και σου φτιάχνει τη διάθεση με ένα καλό γαμήσι.»
«Κάπως έτσι. Ο παπάς είναι προικισμένος εραστής, εχέμυθος πεντακάθαρος και έμπειρος γαμιάς που έχει διδάξει αρκετές τσούλες ενορίτισσες πώς να γαμιούνται. Όταν σμίγουμε δίνουμε και οι δυο νέο ενδιαφέρον στην ερωτική μας ζωή. Δηλαδή έχω μπλέξει σε μια κατάσταση από την οποία δεν μπορώ να βγω εύκολα, μια ερωτική «κόλαση».
«Είναι και προικισμένος ο ρασοφόρος εραστής; »!
«Τον έχει μεγάλο! Αλλά το ποιο σημαντικό είναι το πάχος του. Μου δημιουργεί μια πιο έντονη αίσθηση πλήρωσης του κόλπου, και σεξουαλική διέγερση. Αλλά τα είπαμε αυτά. Πάμε τώρα στο θέμα μας! Εσύ για λεγε τι έχεις μάθει για την πρώην φιλενάδα μας! Είμαι περίεργη και όλη αυτιά. Σε ακούω πολύ προσεκτικά και με ενδιαφέρον»
«Έμαθα από μια έγκυρη πηγή ότι το «πνίγει το κουνέλι» στην αγκαλιά του προσβληθέντα με τη νέα σχολική χρονιά νεαρού γυμναστή του λυκείου που εργάζεται.»
«Έχει μαθευτεί δηλαδή ότι έχει επιλέξει να ανοίξει την πόρτα στο σεξ που της χτύπησε ο νέος νοικάρης χωρίς να διώξει τον προηγούμενο νοικοκύρη;»
«Ε ναι! Και όπως συμβαίνει συχνά με κάθε μυστικό, από στόμα σε στόμα, τελικά γίνεται μουσικό όργανο κι ο ήχος του μπορεί να φτάσει πολύ μακριά.»
«Δηλαδη το παλικάρι έχει προσόντα; Τι έχεις μάθει;»
«Οι πληροφορίες μου λένε, ότι την προηγούμενη σχολική χρονιά που ήταν αδιόριστος ακόμη σε σχολείο της επαρχίας γαμούσε μια από τις φιλολόγους του σχολείου. Μια πραγματική ξεκωλιάρα ζωντοχήρα νυμφομανή. Και αυτή είχε διαδώσει πως το παλικάρι ήταν ο καλύτερος γαμιάς. Πρώτα της γάμησε και της ξεφτίλισε το μυαλό και στην συνέχεια της έδωσε το μουνί στο χέρι.»
«Το μουνί στο χέρι Εε! Δηλαδη ο γυμναστής είναι προικισμένο αρσενικό, με μεγάλη σεξουαλική ικανότητα.»
«Εντάξει ρε Ανδρομάχη! Τρόπος του λέγειν το μουνί στο χέρι! Ας πούμε πως με τη νυμφομανή που έμπλεξε ο άνδρας το ποιο σωστό είναι ότι η κυρία του έπαιρνε τον πούτσο Πασχαλινή λαμπάδα και του τον παρέδιδε καμένο φιτίλι.»
«Δηλαδη μετά την «περιπέτεια» του ο γυμναστής με την φιλόλογο την έπεσε στη φιλενάδα μας;» τη ρωτάει η Εριφύλη σε μια κάπως καυστική και απορημένη ερώτηση.
«Ο γυμναστής στο νέο του σχολικό συγκρότημα, εντυπωσιάστηκε από την εμφάνιση της και της δείχνει το έντονο ενδιαφέρον του, και προσπαθεί να την προσεγγίσει ερωτικά παρά την αρχική αδιαφορία της. Αυτός επιμένει σαν ς να νιώθει πως η φιλενάδα μας να είναι μόνιμα σε οίστρο και εκπέμπει φερομόνες που τον μαγνητίζουν σαν αστείρωτο αρσενικό σκύλο που μυρίζει την περιοχή και προσπαθεί να ζευγαρώσει.» Είναι ενστικτώδης η συμπεριφορά του και δεν είχε κάποιον ηθικό ενδοιασμό που την πολιορκούσε έντονα και κατά τρόπο μη «συμβατό» με τα αστικά μας ήθη και τους κανόνες της εποχής μας, αδιαφορώντας για τον συζυγικό της δεσμό. Η φιλενάδα μας σε μια πολύ κλασική και ανθρώπινη αντίδραση κολακεύτηκε, το ενδιαφέρον του λειτουργούσε θετικά, προκαλώντας της ικανοποίηση, είναι και ωραίος άνδρας ο γυμναστής, που της προκαλεί σωματική έλξη, και κάνει το ενδιαφέρον του ακόμα πιο ευπρόσδεκτο και συναρπαστικό, λειτουργούσε ως τόνωση της αυτοπεποίθησης της. Φαινομενικά μέσω της εξωτερικής της συμπεριφοράς και της καθημερινής της ρουτίνας, δημιουργεί την εντύπωση στους γύρω της ότι ο γυμναστής δεν την αγγίζει συναισθηματικά, με έμφαση να δείχνει πώς της είναι αδιάφορος, ενώ η εσωτερική της πραγματικότητα είναι διαφορετική. Απλώς αυτή η συμπεριφορά της λειτουργούσε ως μηχανισμός άμυνας στα καθημερινά δρώμενα. Δεν είχε όμως υπολογίσει πως σαν γυναίκα με θηλυκότητα αναζητά να αναγνωριστεί, να επιβεβαιώσει την αξία της, τη γοητεία της και την ικανότητά της να επηρεάζει. Τελικά αποδείχθηκε, ότι οι βαθιές σεξουαλικές της ανάγκες καθόρισαν τη συμπεριφορά της περισσότερο από τη λογική. Η απρόσμενη ερωτική της έλξη για τον γυμναστή, αν και αρχικά μπορεί να την ξάφνιασε τελικά βρήκε ότι, είναι εξαιρετικά κοινό και έχει ψυχολογική και βιολογική βάση. Ο γυμναστής της αντιπροσωπεύει μια εικόνα υγείας, αυτοπεποίθησης και σωματικής ρώμης, στοιχεία που της ασκούσαν έλξη, εντείνοντας τη λίμπιντο και τη σεξουαλική της διέγερση. Και η έλξη της αυτή δεν πηγάζει από βαθιά συναισθηματική σύνδεση, αλλά αποτελεί μέρος μιας διαδικασίας εξερεύνησης και στην επιβεβαίωση της σεξουαλικότητας της, παρά στο «δέσιμο» της με το γυμναστή. Αναζητούσε να βρει μια νέα χαρά στα σκέλια της από έναν άλλο κόκορα που τελικά θα την κάνει να ζήσει κάτι που δεν έχει ξαναζήσει!.»
«Κατάλαβα η φιλενάδα μας αναζήτησε στην αγκαλιά του εραστή της αυτοεπιβεβαίωση στη θηλυκότητα της.»
«Έτσι Φαίνεται! Και μάλλον δεν άργησε να ενδώσει στην πολιορκία του και στα ερωτικά του καλέσματα χωρίς τελικά να αισθάνεται υποχρεωμένη να παίξει τον ρόλο της δύσκολης για να φανεί ανώτερη, φοβούμενη μην τον αρπάξει καμιά λυσσάρα φιλόλογος από εκείνες που διεκδικούν έντονα κάποιον και θέλουν να προχωρήσουν γρήγορα μαζί του, έτοιμες για όλα!»
«Σε ποια τηλεοπτική σειρά ανήκει η παραπάνω μυθοπλασία. Και σε πόσες τηλεοπτικές σεζόν ολοκληρώνεται;» Ρωτάει ειρωνικά η Ανδρομάχη τη Ναυσικά.
...Ο Αλκιβιάδης φαντάζεται τον εαυτό του και τη Βαλερία ότι είναι ήρωες σε ερωτική νουβέλα που έχουν βρει καταφύγιο σε παραλιακό ξενοδοχείο στην αγκαλιά του Μυρτώου πελάγους και του Πάρνωνα και η Βαλερία να τον περιμένει ξαπλωμένη στο κρεβάτι ανάσκελα, με τα πόδια ανοιχτά, συλλογίστηκε χαμογελώντας, καθώς φανταζόταν ήδη τον εαυτό του να τη γαμάει δυνατά με το έμβολο του.
Η μπαλκονόπορτα στο δωμάτιο του ξενοδοχείου ήταν μισάνοιχτη, και ο μαΐστρος, το δροσερό αυτό θαλασσινό αεράκι συμβολίζει την απαλλαγή τους από τα προβλήματα που τους βασανίζουν, έκανε τις τραβηγμένες κουρτίνες να ανεμίζουν ελαφρά καθώς δυνάμωνε προμηνώντας μιαν φθινοπωρινή μπόρα. Είχε πέσει το σούρουπο, ο ουρανός είχε πάρει ένα χρώμα βαθύ μενεξεδί. Η θάλασσα ήταν όμοια με ζωγραφιά από λάδι, μα υπήρχε κάτι δυσοίωνο έτσι όπως φούσκωνε ο αφρός και τα κύματα έσκαγαν με μανία στη στεριά, στη μικρή προβλήτα και στα βράχια κάτω από το ξενοδοχείο. Εκεί νιώθουν προστατευμένοι και ασφαλείς σε κάθε στιγμή τους από περίεργα βλέμματα. Η Βαλερία ένιωθε όμορφη και δεν χρειαζόταν να αμφιβάλει ότι ο Αλκιβιάδης την ήθελε.
Η μπαλκονόπορτα στο δωμάτιο του ξενοδοχείου ήταν μισάνοιχτη, και ο μαΐστρος, το δροσερό αυτό θαλασσινό αεράκι συμβολίζει την απαλλαγή τους από τα προβλήματα που τους βασανίζουν, έκανε τις τραβηγμένες κουρτίνες να ανεμίζουν ελαφρά καθώς δυνάμωνε προμηνώντας μιαν φθινοπωρινή μπόρα. Είχε πέσει το σούρουπο, ο ουρανός είχε πάρει ένα χρώμα βαθύ μενεξεδί. Η θάλασσα ήταν όμοια με ζωγραφιά από λάδι, μα υπήρχε κάτι δυσοίωνο έτσι όπως φούσκωνε ο αφρός και τα κύματα έσκαγαν με μανία στη στεριά, στη μικρή προβλήτα και στα βράχια κάτω από το ξενοδοχείο. Εκεί νιώθουν προστατευμένοι και ασφαλείς σε κάθε στιγμή τους από περίεργα βλέμματα. Η Βαλερία ένιωθε όμορφη και δεν χρειαζόταν να αμφιβάλει ότι ο Αλκιβιάδης την ήθελε.
Και τι δε θα 'δινε την ονειροφαντασία του να τη ζούσε στη πραγματικότητα! Αποχαυνωμένος όπως ήταν, αποδεικνύοντας εν τέλει -έστω και μεταφορικά- πως οτιδήποτε δε βγαίνει από μέσα του, τελικά καταλήγει να τον φέρνει σε κατάσταση νωθρότητας και πλήρους αδράνειας, παραλύοντας τις σωματικές και διανοητικές δυνάμεις του, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να αντιδράσει. Του πήρε λίγα λεπτά για να βγει από τους φανταστικούς αισθησιακούς μαιάνδρους της αφήγησης του. Οι κρόταφοι του χτυπούσαν μισόκλεισε τα μάτια κι αναστέναξε ζαλισμένος από το ονειρικό σεξουαλικό του ταξίδι με τη Βαλερία να είναι εκεί παρούσα στο ταξίδι του για μεγάλα χρονικά διαστήματα, και να κατέχει τις σκέψεις του, όπως μια μεραρχία έχει υπό την κατοχή της μια αλλοτριωμένη εδαφική έκταση. Τα αφτιά του βούιζαν με τις ανήθικες σκέψεις που είχε στο πίσω μέρος του μυαλού του. Προσπάθησε να συγκεντρωθεί, μα το μόνο που στριφογύριζε στο μυαλό του ήταν η εικόνα της που, είχε καρφωθεί στη μνήμη του, σαν να ήταν παρούσα.
Απόμεινε να κοιτάζει την οθόνη με βαριά βλέφαρα. Όσο και να κοίταζε την οθόνη μπροστά του, δε θα έγραφε άλλο. Έβλεπε το δρομέα να αναβοσβήνει ανυπόμονα, μα το μυαλό του είχε αδειάσει από ιδέες. Ένα διάλειμμα, αυτό χρειαζόταν.
Διάβασε και ξαναδιάβασε το κείμενο που ήταν αποθηκευμένο στο πρόχειρο προτού κλείσει τον υπολογιστή. Κράτησε το κεφάλι του με τα δυο του χέρια και βάλθηκε να καταλάβει τι του είχε συμβεί παραδομένος σε έναν κυκεώνα συλλογισμών που υποτίθεται ότι θα του δώσουν το κλειδί της λύσης στις επιθυμίες του. Συλλογίζεται σαν τον Σπαρτιάτη στρατηγό που εξετάζει τα έντερα των ζώων πριν τη μάχη. Ναι, είναι πολύ σημαντική μια μάχη (το μέλλον ενός λαού) Δε μπορούμε να την αφήσουμε στην τύχη. Εκείνο το βράδυ έμεινε πολλές ώρες καθισμένος επάνω στην καρέκλα του γραφείου. Έβαλε ένα δεύτερο πότο το έπινε ήσυχα αφήνοντας τη φαντασία του να ταξιδέψει μέσα στον λαβύρινθο της αβεβαιότητας που νιώθει. Κοίταξε έξω από το παράθυρο του, το φωτισμένο δρόμο. Είχε νυχτώσει εδώ και ώρες, αλλά ήταν πολύ απορροφημένος με την εργασία του για να το καταλάβει.
Έβλεπε τα φώτα από τα αυτοκίνητα να περνούν απέναντι στη γέφυρα του περιφερειακού της Αττικής οδού. Το διασκέδαζε να μαντεύει από πού έρχονται και που πηγαίνουν. Δεν είχε καμιά διάθεση να πάει να ξαπλώσει και η μοναχική ατμόσφαιρα στο γραφείο του, του φαινόταν ιδανική συντροφιά για την όντως παράξενη διάθεση του. Κάπως έτσι ένιωθε τις βραδινές εκείνες ώρες πριν κοιμηθεί. Συνειδητοποιεί πως οι ώρες αυτές, που γύρω επικρατεί ησυχία και ηρεμία, του δίνουν χρόνο να αναλογιστεί, να σκεφτεί, να κρίνει και οι επιθυμίες του ζητάνε πλέον τη λύση τους. Τα πρόβλημα που τον απασχολεί έρχεται για να του υπενθυμίσει πως πρέπει να κάνει κάτι γι’ αυτό ώστε να αμβλυνθεί. Οι φαντασιώσεις του επιστρέφουν απρόσκλητες κι εκείνο το συναίσθημα που προσπαθει να πείσει τον εαυτό του ότι είναι ανύπαρκτο, φροντίζει να ενισχυθεί σε τέτοιο βαθμό ώστε να μην μπορεί να το περάσει ανεπαίσθητα. Αυτά που φοβάται δεν μπορούν παρά να είναι όσα του έρχονται στο μυαλό! Είναι οι πιο ενδόμυχες, οι πιο δικές του σκέψεις. Το πορτρέτο της Βαλερίας του προκαλεί ανάμεικτα συναισθήματα, μελαγχολία ανάμεικτη με ελπίδα. Μελαγχολία και ελπίδα που μοιράζονται τον ίδιο χώρο! Με μια ελπίδα που καίει μέσα του σαν άλυτο σταυρόλεξο που λέγεται επιθυμία πως να κατακτήσει το ζωντανό πορτρέτο. Ονειρευόταν να γευτεί με θέρμη την αποδοχή της. Και εκεί που ετοιμάζεται για ακόμα μια φορά να αντιμετωπίσει τον εαυτό του, πως να ξεπεράσει το συναίσθημα του ανεκπλήρωτου ερωτικού απωθημένου που του προκάλεσε η τυχαία συνάντηση με τη Βαλερία, η μορφή της Ανδρομάχης εισβάλλει ανάμεσα στις σκέψεις του. Έπεσε σε λογισμούς να τη σκέφτεται στη Θεσσαλονίκη στο δικό της σενάριο! Ελεύθερη κι απενοχοποιημένη, σαφώς ανανεωμένη, μ’ αυτοπεποίθηση σε μια χαλαρή έξοδο μια ανέμελης βόλτας, για ένα ποτό σε ένα μπαρ, που σίγουρα θα της προσφέρει πολλές ευκαιρίες για ενδιαφέρουσες ανδρικές γνωριμίες με αποτέλεσμα οι παλμοί της να ανεβαίνουν κι η αδρεναλίνη της να χτυπάει κόκκινο, που την βάζει σε μια διαδικασία να εκμεταλλευτεί την ευκαιρία που της παρουσιάζεται να ζήσει έντονες ερωτικές στιγμές, σε μια άλλη ανδρική αγκαλιά που θα εκτοξεύσει στα ύψη το σε ύπνωση σεξουαλικό της πάθος. Ίσως της καλλονής η αίγλη της να της θύμισε μέσα της παροπλισμένα συναισθήματα, ερωτικές επιθυμίες και ανάγκες, που αυτός είναι συγκρατημένος και ανίκανος να τα εκτιμήσει και «παγωμένα» μένουν ανικανοποίητα και υποτιμούνται στη σχέση τους; Κρυφογέλασε με τις σκέψεις του. «Ίσως αύριο που θα έρθει να μου διώξει τα φαντάσματα της νύχτας. Όλα μες στης ζωής τα βήματα είναι», ψιθύρισε και κάπου εκεί χάθηκε στην αγκαλιά των σεντονιών.
Το επόμενο πρωί ξύπνησε πιασμένος από έναν άσχημο ύπνο. Όλα τα χθεσινά του ξανάρχονταν στο νου, τριγύριζαν στο μυαλό του και τον απασχολούσαν. Κάθισε στην άκρη του κρεβατιού και χασμουρήθηκε. Έριξε μια ματιά στο ξυπνητήρι που βρισκόταν πάνω στο κομοδίνο. Έκανε ένα μορφασμό βλέποντας το είδωλο του στον απέναντι καθρέπτη της κρεβατοκάμαρας. Αυτό που έβλεπε ήταν γένια τριών ημερών κύκλους γύρω από τα μάτια και μερικά ατίθασα ανακατεμένα μικρά τσουλούφια από τα κοντοκουρεμένα μαύρα μαλλιά του, ξανάπεσε πίσω στο κρεβάτι. Ένιωθε ένας άλλος εαυτός του. «Σκατά! Είσαι αξιοθρήνητος!» Παραδέχθηκε συνοφρυωμένος. «Πρέπει να κάνεις ένα χλιαρό ντους να συνέλθεις» μονολόγησε. Ύστερα από αρκετή ώρα μέσα στο ντους βγαίνοντας στο μπαλκόνι τον καλημέρισε η πρωινή αύρα! Προσπαθεί να επανέλθει στην κανονικότητα του και να αφήσει πίσω του τις νυχτερινές ονειροφαντασίες του, ν΄ αφήσει πίσω το γεγονός, ότι η ανάμνηση της Βαλερίας «στοιχειώνει τη σκέψη του». Το καλύτερο που μπορεί να κάνει είναι να αναζητήσει μέσα του τις απαντήσεις στο πως θα προχωρήσει παρακάτω κλείνοντας τη πόρτα στις σφοδρές ερωτικές επιθυμίες του για τη Βαλερία και ακολούθησε το κλασικό του πρωινό σύστημα στις αργίες και στις μοναξιές του. Βόλτα το σκύλο στο πάρκο, περιποίηση στο παπαγάλο και σήμερα να μη ξεχάσει το καναρίνι και να καθαρίσει την λεκάνη της άμμου για την υγιεινή του γάτου τους.
Η επερχόμενες ώρες για τον Αλκιβιάδη ήταν απολύτως προβλέψιμες! Σαν άτομο νιώθει μια εσωτερική κινητοποίηση που περιλαμβάνει ένα ευρύ φάσμα συναισθημάτων σαν μια φυσιολογική έκφανση του ψυχισμού του. Η εικόνα της Βαλερίας που ήταν στο μακρινό παρελθόν μια αμυδρή σπίθα που μπορεί να υποδήλωνε μια ιδέα, ένα συναίσθημα ή ένα ξεκίνημα, που ήταν πολύ αδύναμο αλλά υπήρχε, χθες διαπίστωσε ότι εξακολουθεί να έχει μια ξεχωριστή, αξιοπρόσεκτη και σημαντική επίδραση, όχι μόνο στο μυαλό του, αλλά και βαθιά μέσα στη ψυχή του με μια έντονη σεξουαλική επιθυμία που δύσκολα εξατμίζεται. Στις φαντασιώσεις του, που μπορεί να εκφραστεί ελεύθερα, με αμεσότητα και αυθορμητισμό, χωρίς να ανησυχεί μήπως παρεξηγηθεί και εκτεθεί, η Βαλερία του έχει αφήσει αποτύπωμα ανεξίτηλο, που του χτυπάει μια χορδή μέσα του σε μια απέλπιδα, αέναη κι άγονη προσπάθεια για έναν «Άγονο έρωτα». Οι φαντασιώσεις του δεν στηρίζονται σε γόνιμο και εύφορο τόπο με αποτέλεσμα να παράγουν ένα αόριστο, βουβό στείρο και άγονο πάθος, ακαρποφόρητο. Οι σοφοί μας λένε πως, «ο νους οφείλει να υποκλίνεται στη σοφία της καρδιάς.» Ο φορτισμένος νους του Αλκιβιάδη αναζητά να ζήσει το ανέκφραστο υπόγειο πάθος του, που τόσο απρόσμενα συσσωρεύτηκε και κοχλάζει μέσα του, σα λάβα που αναζητά διέξοδο, ταυτόχρονα όμως οφείλει να βρει τη γενναιότητα και το θάρρος να δει την αλήθεια του και να πορευτεί με ακεραιότητα, όσο δύσκολο κι αν του μοιάζει! Είναι αυτές οι στιγμές που η επιθυμία της ψυχής δεν σβήνει μα γίνεται άνεμος που σκορπίζεται στο απέραντο κενό όπως και κάθε χαμένο όνειρο αναζητά να ζήσει ανεκπλήρωτους έρωτες και η καρδιά όσο και αν πονά οφείλει σιωπηλά να υποκλίνεται στη σοφία του νου.
....Το ταξιδιωτικό γκρουπ βρίσκεται στο δρόμο της επιστροφής αργά Κυριακή απόγευμα! Τέλος Αυγούστου πρώτες μέρες φθινοπωρινές, λαμπερές, κρυστάλλινες! Οι Τελευταίες ακτίνες του ήλιου πέφτουν πλάγια, φωτίζοντας με μύριες αποχρώσεις τον κόσμο, γλυκαίνοντας ακόμη περισσότερο τους απαλούς όγκους του Ολύμπου και τον απέναντι το Κίσαβο όταν το λεωφορείο μέσα από ένα δαίδαλο των στενών των Τεμπών με το φιδίσιο δρόμο, κατευθύνεται στο κάμπο της Λάρισας. Είχε αρχίσει να σουρουπώνει και είχαν ήδη φτάσει στις λίμνες της Υλίκης, άναβαν τα φώτα σιγά σιγά και ο τόπος ήταν πλημμυρισμένος από έντονα χρώματα. Η Ναυσικά απολαμβάνει να παρατηρεί το πρώτο φεγγάρι. Είναι όμορφο της προσφέρει ηρεμία, αλλά ταυτόχρονα μαγεύεται εγείρει τη φαντασία της και όμορφες σκέψεις της έρχονταν στο μυαλό. Ένιωθε πολύ γεμάτη και μόνο υπέροχα συναισθήματα ξεπηδούσαν από τη ψυχή της, ήταν σε καλή διάθεση και η χθεσινοβραδινή ιδέα δεν λέει να ξεκολλήσει από το μυαλό της.
«Που αρμενίζει το μυαλουδάκι σου Ναυσικά;»
Η Ναυσικά κοίταξε την Ανδρομάχη. Κοκκίνισε ελαφρά από τις ενοχές της ονειροφαντασίας της.
«Το μυαλό αρμενίζει σαν καράβι στο πέλαγος Ανδρομάχη, με πάει πολλές φορές σε στιγμές υπέροχες σχεδόν ψεύτικες.»
«Μόνο με ευχές δεν αρμενίζουν τα καράβια. Θέλουν νερό, αέρα και καπετάνιο. Έτσι και το μυαλουδάκι μας Ναυσικά, γι΄ αυτό κάνε ποδήλατο με σπασμένα φρένα στις όμορφες σκέψεις σου!»
Η Ναυσικά Χαμογέλασε, πήρε μια βαριά ανάσα και άρχισε ήρεμα τη διήγηση στο που ταξιδεύει το μυαλό της!
«Ρε φιλενάδα το νιώθεις και εσύ ότι το ταξίδι της επιστροφής μας, μετά από την τριήμερο εκδρομή μου φαίνεται πιο σύντομο απ’ ότι αυτό που κάναμε για να φτάσουμε στον προορισμό μας αρχικά;»
Αν και πολύ κουρασμένη, το μυαλό της δεν ξεκολλάει από τη συζήτηση που είχανε με την φιλενάδα της στη βραδινή ερωτικής τους περιπλάνηση.
«Μωρό μου γλυκό το σκέφτηκα. Όλα θα ξεκινήσουν στο νησί της Τήνου. Πριν ανοίξουν τα σχολεία ξέρω ότι πηγαίνεις για προσκύνημα κάθε χρόνο και σε συνοδεύει ανελλιπώς και ο κούκλος σου. Αλήθεια πες μου πως το καταφέρνεις αυτό;
«Ποιο;»
«Να! να τρέχει προθύμως μαζί σου στις σταυρό-προσκυνήσεις και ο κούκλος σου; Λοιπόν προσπάθησε να κάνεις μια ανάλαφρη συζήτηση μαζί του την ώρα που είστε και οι δύο χαλαροί, έτσι ώστε να τον παροτρύνεις να πάμε μαζί παρέα. Κράτα και λίγο σεξουαλικό μυστήριο στη συζήτηση, ώστε να προετοιμάσεις το έδαφος, με πρόθεση να τον διεγείρεις και να αφεθεί στα σεξουαλικά μας ερεθίσματα, προκειμένου να ευχαριστηθεί. Έτσι και αλλιώς δεμένο στο βρακί σου τον έχεις, και εκεί θα κάνουμε τα πράγματα που μας αρέσουν. Πιστεύω να συμφωνείς και συ να καλέσουμε και το ρασοφόρο ώστε σ’ ένα τόσο σημαντικό γεγονός όπως η σχεδιασμένη αναχώρηση του να έχει τον θερμό αποχαιρετισμό μας, θα χαρεί πολύ να ταξιδέψει μαζί μας. «Χμμ μάλλον πιο πολύ θα χαρεί που θα είναι και ο Αλκιβιάδης μαζί μας.» Σκέφτεται, με το γνωστό της ελαφρώς πρόστυχο ύφος, ρίχνοντας ένα χαμόγελο κατανόησης στην Ανδρομάχη. Η Ανδρομάχη δεν κατάλαβε. Δεν είδε το πονηρό χαμόγελο που έσκασε η Ναυσικά. Δεν πονηρεύτηκε.
«Θα χαρεί και ο κούκλος σου! Άλλωστε κολλητοί φίλοι είναι με το ρασοφόρο και η σχέση δυο κολλητών φίλων είναι από τις πιο δυνατές οπότε θα χαρούν και οι δυο τους πιστεύω και που ξέρεις: τότε όλα μπορούν να συμβούν. Φίλοι αυτοί, αλλά και εμείς μεταξύ μας ποτέ δεν ξέρεις πού μπορεί να καταλήξουμε φιλενάδα τη σχέση μας. Να ξεκινήσουμε μια νέα εποχή στη σχέση μας και να αναπτύξουμε στενό δεσμό που «ξεθυμαίνει» τους κοινωνικούς κανόνες. Και οι άνδρες άλλαξαν τα τελευταία χρόνια. Αποδέχονται τον ανοιχτό γάμο και την εκτός γάμου ερωτική δραστηριότητα των γυναικών τους. Μερικοί μάλιστα, όχι μόνο την υπομένουν, αλλά ηδονίζονται, ζητώντας από τις συζύγους τους, να τους περιγράφουν με κάθε λεπτομέρεια, την ερωτική τους συνεύρεση με τον εραστή τους. Τέλος, υπάρχει κι ένα ποσοστό ανδρών, που θέλουν να απολαμβάνουν τη γυναίκα τους, όταν αυτή ερωτοτροπεί, ή κάνει έρωτα με τον εραστή της, με την δική τους παρουσία! Πολλές φορές μάλιστα της το ζητούν, και συμμετέχουν και οι ίδιοι. Κάτι ξέρω από παρτούζες μωρό μου! Αποφάσισα λοιπόν, να πάρω την κατάσταση στα χέρια μου. Ήδη φαντάζομαι τις σκηνές που θα δίνουν σάρκα και οστά στις ερωτικές φαντασιώσεις μας στην σουίτα ενός ξενοδοχείου και να ανεβάζουν τις θερμοκρασίες και την ηδονή να φωλιάζει μέσα μας. Θα έχουμε δυο άντρες στο κρεβάτι οι οποίοι θα δίνουν τον καλύτερό τους εαυτό για να μας ικανοποιήσουν και να μας βγάζουν τα κρυμμένα τρόπαια της ηδονής….
...Ο Αλκιβιάδης, περασμένη ώρα εκεί που αρχίζει να φθίνει η μέρα και ο ήλιος κοντεύει να βασιλέψει, βρίσκεται στον προαύλιο χώρο της μικρής εκκλησίας τους αναμένοντας την επιστροφή της Ανδρομάχης με την κολλητή της φίλη τη
Ναυσικά από τη προσκυνηματική εκδρομή τους.
Εκεί στο μεγάλο προαύλιο χώρο συνάντησε και τον ιερέα ο οποίος
είχε επιστρέψει νωρίς το απόγευμα από την Θεσσαλονίκη αεροπορικώς και
ανέμενε ομοίως το σεβαστό ποίμνιο της ενορίας ου.
Οι δύο άντρες που στέκονταν ο
ένας απέναντι από τον άλλον μέσα στον προαύλιο χώρο του ναού, και είχαν
ακριβώς το ίδιο ύψος. Ο ζεστός αέρας γύρω τους μύριζε λιβάνι και ρετσίνι των πεύκων.
Του ιερέα η εμφάνισή του ήταν περιποιημένη σε σχεδόν ασύλληπτο βαθμό, φορούσε ελαφριά και λίγο πιο μοντέρνα ράσα για ορθόδοξους ιερείς γιατί εδώ και πάνω από έναν μήνα είχε κάθε μέρα λιακάδα και τις βραδινές ώρες η ζέστη γινόταν αφόρητη.
Μετά από μια θερμή υποδοχή με μια εγκάρδια χειραψία, ο ιερεας έσκυψε προς το μέρος του για θερμό εναγκαλισμό και ασπασμό, τον οποίο ο Αλκιβιαδης δεν μπόρεσε να αποφύγει! Ο ιερεας γέλασε και κούνησε το κεφάλι του στυλ «Δεν παίζεις εσύ, αλλά εγώ θα σε κανονίσω κάποια μέρα». Γύρω τους η μέρα αποτραβιόταν το βράδυ ξεκινούσε. «Πως και έτσι σε εκκλησιαστικό χώρο; Κατά λάθος ξεπέζεψες εδώ μέσα;», τον ρώτησε πειρακτικά, περισσότερο σαν προσπάθεια να χαλαρώσουν.
«Κάθε άλλο! Τα εκκλησιαστικά πανηγύρια, και οι εκκλησιαστικες εκδρομές είναι ο κρυφός καημός μου». Του απάντησε επίσης πειρακτικά ο Αλκιβιάδης.
Στη συνέχεια αναλώθηκαν σε φιλική συζήτηση με θέμα το ταξίδι του ιερέα στο Άγιο Όρος.
«Αν και είναι πολύ δύσκολο κανείς να εκφράσει με λόγια τις εμπειρίες του απ’ αυτό το μοναδικό ταξίδι, την μνημειακή του διάσταση, το μεγαλείο του.
Ένα ταξίδι στο μύθο, στην πραγματικότητα και στην ιστορία. Φίλε μου κάλε! Μες στο μυαλό μου ήσουνα συνεχώς! Γιατί δεν ήρθες; Θα περνούσαμε καλά εμείς οι δύο, είμαι σίγουρος»
«Την επομένη φορά άγιε πατέρα θα πάμε παρέα. Στο υπόσχομαι!»
«Ναι, το θέλω κι εγώ πολύ!Θα είναι πολύ καλύτερα όταν θα είμαστε μόνοι μας χωρίς αυτή τη μόνιμη μιζέρια των ενοριτών. Μη μου στερήσεις τη συντροφιά σου, και αυτή τη χαρά! Εγώ είμαι πάντα διαθέσιμος ψυχή και σώμα και το γνωρίζεις ότι πάντα την αναζητώ τη συντροφιά σου άλλα εσύ διστάζεις και όταν με αποφεύγεις με κομματιάζεις.»
«Καλοσύνη σου πάτερ! Κάπου με αδικείς! Με τα εκκλησιαστικά δρώμενα ίσως έχεις ένα δίκιο! Το υπόσχομαι πως την επόμενη φορά θα πάμε παρέα στο άγιο όρος.»
Εκεί το έφερε και η κουβέντα με τους κολικούς της Ανδρομάχης.
«Πάτερ σαν φίλος από καρδιάς, τολμώ να σου μιλήσω ανοικτά. Η Ανδρομάχη μου παραπονέθηκε για κάποιο περαστικό πρόβλημα υγείας. Με
πληροφόρησε ότι είχε αρχίσει να νιώθει άβολα ήδη από το μέσον του ταξιδιού! Ότι
είχε βαρύ κεφάλι, είχε αρχίσει να υποφέρει από εντερικούς κολικούς όλο το βράδυ,
και μια ιδιαίτερη δυσκολία να φροντίσει τον εαυτό της. Και εσύ ο αγαπημένος πνευματικός της που της εμπνέεις εμπιστοσύνη στις ψυχικές αναζητήσεις της, με πόνο μου παραπονέθηκε φίλε μου, ότι δυστυχώς δεν της έδειξες τη δέουσα προσοχή σου που τόσο πολύ είχε την ανάγκη της και το πήρε κατάκαρδα. Να! Είναι ψυχή ευαίσθητη και οι ευαίσθητες ψυχές σαν την Ανδρομάχη μας Πάτερ αισθάνονται πολύ βαθιά συναισθήματα. Νομίζει ότι κάτι τρέχει μεταξύ σας, και τη προβληματίζει και νιώθει στεναχωρημένη που εσύ δεν έκανες κάτι προκειμένου να της συμπαρασταθείς στις οδυνηρές ενοχλήσεις της. Έχει την εντύπωση σαν βαθιά θρησκευόμενη που είναι, ότι δεν εισπράττει την ανάλογη αγάπη και τρυφερότητα από τον πνευματικό της. Αισθάνεται ότι την αποφεύγεις. Ένιωσε την αφόρητη μοναξιά να την κυριεύει, συναισθηματική απογοήτευση, ανίσχυρη, παραμελημένη και σαν άνθρωπος και σαν γυναίκα, αναζητώντας τον φωτισμένο πνευματικό της. Τον εξομολόγο της και έμπιστο σύμβουλος της, και εσύ ήσουν ο καταλληλότερος άντρας και αρσενικό για την ψυχολογική υποστήριξη της και να της φέρεις τη γαλήνη που έψαχνε στη φουρτούνα της.
Η αλήθεια είναι ότι όπως μου εξέφραζε τα παράπονα της για την εν γένει συμπεριφορά σου, κάτι για ένα «νυμφίδιο» μια ξεδιάντροπη φοιτήτρια που σαλιάριζε μαζί σου, έλεγε. Εγώ δεν κατάλαβα ακριβώς τι εννοούσε. Συνέβη κάτι συγκεκριμένο;»
«Ξέρεις πως υπάρχει γυναικεία αντιζηλία. Ακούς για πισώπλατες μαχαιριές, για κουτσομπολιά, για ανασφάλειες που βγαίνουν στην επιφάνεια, για αντιζηλίες και πολλά άλλα! Σαν πνευματικός και εξομολόγος σε συμβουλεύω μην ακούς ποτέ τέτοια παράπονα! Νομίζω να συμφωνείς μαζί μου.»
«Σωστά-σωστά σύμφωνα και με την προσωπική μου πείρα έχεις δίκιο. Οι γυναίκες είναι μέσα στη φυσιολογία τους, μέσα στην ιδιοσυγκρασία τους εύκολα να παραπονιούνται. Έχω την ταπεινή γνώμη καμιά φορά γίνεται, χωρίς να το καταλαβαίνουν απλά θέλουν να είναι το κέντρο του ενδιαφέροντος και δεν βρίσκουν άλλον τρόπο καλύτερο και χωρίς να το συνειδητοποιούν, πέφτουν στο παράπονο..»
«Όπως καλή ώρα η Ανδρομάχη μας;.» Συμπληρώνει ο ιερεας γελώντας πλατιά.
«Αλλά και η Ανδρομάχη φίλε μου έχει και αυτή τα δίκια της, να έχει παράπονα μαζί σου. Στενή φιλία έχεις εκτός από έμενα και με την Ανδρομάχη, χάθηκε να της διαβάσεις μια χαλαρωτική προσευχή, κάπως ιδιαίτερα και σε προσωπικό επίπεδο! Με την Ανδρομάχη τολμώ να πω είναι ιδιαίτερος ο δεσμός σας και γνωρίζεις πως δρουν καταλυτικά επάνω της οι προσευχές σου και η θεία της λατρεία όταν υποφέρει. Να της πεις δυο παρηγορητικές ευχές, αδελφέ μου, σε λέω αδελφέ μου γιατί σε αισθάνομαι αδελφό μου, να της περάσεις το μήνυμα ότι η αγκαλιά σου είναι ο μοναδικός τρόπος να νιώσει την αίσθηση της στοργής και το νοιάξιμο σ' αυτά που ταλαιπωρούν το ξαναμμένο κορμάκι της.
Η Ανδρομάχη μας πάτερ είναι σαν τις ναζιάρικες γάτες!. Θέλει σαν πνευματικός της να την αγκαλιάζεις στοργικά και μέσω υμών να αισθάνεται τη χάρη του θεού να της κατευνάσει τις αδυναμίες και τους φόβους της, ώστε να χαλαρώσει από την ένταση της ημέρας, να ηρεμήσει τους χτύπους της καρδιάς της, να νιώσει ασφάλεια και εμπιστοσύνη μέσα στην αγκαλιά σου.
Στην ανάγκη σαν κολλητός μου φίλος μπορούσες μείνεις και να διανυκτερεύσεις στο ίδιο ξενοδοχείο και να φροντίσεις να κοιμηθείς το βράδυ μαζί τη στο κρεβάτι, ώστε να της διώξεις την ανία και τη μοναξιά να της τονώσεις την αυτοπεποίθηση, και θα της θύμιζες ότι υπάρχουν γύρω της άνθρωποι που την αγαπούν και την υπολογίζουν στη ζωή τους, με αποτέλεσμα να πάψει να είναι ευάλωτη και αδύναμη και να νοιώθει ασφαλής με την παρουσία σου και αφού εκτελούσες το χρέος σου μαζί της, σε μια ολονυχτία την επόμενη να αναχωρούσες για τον άγιο προορισμό σου.
Ώ! τι θαλπωρή! Τι οικεία ευχάριστη ατμόσφαιρα ζεστασιάς και τρυφερότητας που θα ένιωθε εάν τρύπωνες μαζί της κάτω από τα σεντόνια μέσα στο ζεστό κρεβατάκι της. Να νοιώσει τη γλυκιά μαγική ζέστη από το σώμα σου και αυτή να διαχέεται γλυκά στο κορμί της, να νιώσει όμορφα, να νιώσει αγάπη καθώς τις εξαφανίζει τις φοβίες και τους δισταγμούς της και τη λυτρώνει απ' τα καθημερινά επίγεια προβλήματα της. Υπήρχε καλύτερο αναλγητικό από την αγκαλιά του εξομολόγου της όταν υπέφερε; Με ποιο παυσίπονο μπορούσε να συγκριθεί η ζεστή αγκαλιά του πνευματικού της και εξομολόγου της; Όσο κι αν πονούσε, όσο κι αν υπέφερε, όταν εσύ ο πνευματικός της την κρατούσες στην αγκαλιά σου και τη χάϊδευες απαλά, ο πόνος της θα μειωνόταν, θα γαλήνευε και θα ένιωθε ανακούφιση παραδομένη στην θαλπωρή και τη γαλήνη από τις ευεργετικές ικανότητες που μπορεί να προσφέρει η αγκαλιά σου!
Πάτερ στα μέρη μας για τους κολλητούς
φίλους ισχύει ο κανόνας ότι ο κολλητός σου μπορεί να κοιμάται στο ίδιο
κρεβάτι με την σύντροφο σου και να μη συμβεί τίποτα για πέντε χρόνια
συνεχόμενα.» Τουλάχιστον τίποτα από τη μεριά του κολλητού σου. Από τη μεριά της Ανδρομάχης;! Ο Αλκιβιάδης τη φαντάζεται κύματα ηδονής να ξεχύνονται στο κορμί της και να νιώθει την ευχαρίστηση να χτίζεται χαμηλά στην σπονδυλική της στήλη. Σαν Ιέρεια του έρωτα να ξεδιπλώνει το πάθος και τον πόθο της και να αναζητά να τον απολαύσει. Να σαν ν' ακούει, τα βογκητά και τα πνιχτά παρακάλια της ενώ κουλουριάζεται και κολλάει πάνω στο κορμί του ιερέα από ηδονική ευχαρίστηση.
«Το κορμί μου έχει πάρει φωτιά. Καίγομαι! Έλα λοιπόν! Μην αργείς! πάρε με μωρό μου!! Έλα λοιπόν! Γάμα με!! Γάμα με!» Αυτά δεν τα του τα είπε του ιερέα ο Αλκιβιάδης, αλλά τα σκέφτηκε!
«Και με τις προσευχές σας καλέ φίλε θα ηρεμούσε το κορίτσι μας στο κρεβάτι του πόνου. Τα θαύματα γίνονται βράδια, που τα βρίσκει το ξημέρωμα άγιε πατέρα. Εγώ θα στα μαθαίνω; Εσύ δεν ήσουν αυτός που μου έλεγε για τον πισινό της, ότι είναι αμαρτία τέτοιος κώλος να μην γαμιέται;»
Το σκοτάδι έχει πέσει, μικρές δέσμες φωτός περιμετρικά του προαυλίου της φρεσκοβαμμένης εκκλησίας φωτίζουν το χώρο. Το
φεγγάρι στο καθαρό ουρανό μοιάζει με ένα δίσκο από νεφρίτη. Το
σεληνόφως που ξεχύθηκε τους βρίσκει αναπαυτικά καθισμένους στο ξύλινο
παγκάκι κάτω από ένα μεγάλο πεύκο. Η εκκλησία είναι σχετικά μικρή, με ωραίο όμως και πολύ μεγάλο περιβάλλοντα χώρο, με πολλά δέντρα. Η
γυναίκα που φροντίζει την εκκλησία τους μεταφέρει την πληροφορία
πως υπάρχει καθυστέρηση στην άφιξη των εκδρομέων και αν ο ιερέας δεν τη
χρειάζεται κάτι άλλο να πάει μέχρι το σπίτι της που είχε κάποια δουλειά
και θα γύριζε και πάλι αργότερα. Ο ιερέας της λέει θα κλείσει αυτός την
εκκλησία, δεν είναι απαραίτητο να ξανάρθει. Τους είχε συνεπάρει η
συνομιλία τους και φρόντιζε να μείνουν ανενόχλητοι.
Η γυναίκα
ήταν γύρω στα σαράντα πέντε μελαχρινή ψηλή, του Αλκιβιάδη του έμοιαζε
για νότια Ιταλίδα, σφριγηλό κορμί, όντας γεροδεμένη κράτα το κεφάλι ψηλά
και την πλάτη ίσια προτάσσοντας το στήθος, διατηρούσε έναν αέρα
σιγουριάς. Το εφαρμοστό τζιν που φορούσε της αναδείκνυε τις
καμπύλες και το λίκνισμα των γοφών της. Διασχίζοντας αγέρωχη με αργό
βήμα τον προαύλιο χώρο εμπρός τους κουνώντας όσο πρέπει τους γοφούς, στη
κίνησή της υπήρχε κάποια νωχέλεια που φάνταζε να εκπέμπει ερωτικό
λίκνισμα και σεξουαλική αύρα που ταυτόχρονα δήλωνε αυτοπεποίθηση και
δυναμισμό. Τον άφησε άναυδο. Το βλέμμα του κόλλησε πάνω στα κουνιστά καπούλια της μαντάμας γεμάτο λαγνεία και χυδαιότητα και στο μυαλό του ξυπνάει η μορφή της Βαλερίας χαμένος ακόμη στη χθεσινή τυχαία συνάντηση τους και διχασμένος ανάμεσα στους ακατανίκητους ερωτικούς πειρασμούς του για εκείνη. Το τυχαίο είναι που κάνει τέτοια μάγια, όχι το αναγκαίο. «Χμμ!» μουρμούρισε μια στιγμή αναστενάζοντας. Ανάθεμά τη τη ζωή, που δεν έχει η άτιμη τελειωμό!» σκέφτεται χαμογελώντας.
Η γυναίκα που έφευγε έδειχνε να είναι σοβαρή αλλά είχε κλάση και σίγουρα ήξερε πως να καυλώσει τους άνδρες και μετά να ζητήσει το δικό της. Την
είδε να βγαίνει από τη θύρα του ναού και την κοίταζε να κατηφορίζει
ώσπου χάθηκε στη στροφή του διαδρόμου. Άκουσε την εξωτερική μεγάλη
καγκελόπορτα του προαυλίου της εκκλησίας να ανοίγει και να ξανακλείνει. Με την εικόνα του λικνιστικού περπατήματος της γυναίκας ακόμα στα μάτια του, έφερε και πάλι στη μνήμη τη Βαλερία και τη χθεσινή απρόσμενη συνάντηση τους στο super market. Μ΄ ένα σκίρτημα τσιγκλίζεται η καρδιά του, μα το μυαλό του για λόγους ηθικούς – που πάντα πρέπει να λαμβάνονται υπόψιν-φέρνει αντιρρήσεις. Φύσηξε, ξεφύσηξε, μέχρι που άρχισε να βρίσκει και πάλι το φυσιολογικό ρυθμό της αναπνοής του.
Η κουβέντα κυλούσε αβίαστα, σχεδόν ανάλαφρα και ο ιερέας χαμογελούσε αινιγματικά, αόριστα! Ερημιά και το σκοτάδι άρχισε να πέφτει γύρο τους όταν έμειναν μόνοι οι δύο τους. Ο ιερέας δήθεν αυστηρά τον επιπλήττει και ζύγωσε δίπλα του κόλλησαν οι μηροί τους..
«Τι είναι αγόρι μου; Φουσκοθαλασσιές; Τι βλέπω; έπαθες την πλάκα σου με τον πισινό της κυράς;».
«Μμμμ…» συνέχισε ο ιερέας κοιτάζοντας με πονηρό χαμόγελο το φούσκωμα στο παντελόνι του φίλου του. «Η κυρία είναι βέβαια της παλιάς σχολής γυναίκα αλλά οφείλω να ομολογήσω ότι για την ηλικία της έχει ασύλληπτα όμορφο και σφιχτό κώλο. Είναι και η φύση έτσι που ο άνδρας βλέπει μια γυναίκα με ωραία τα οπίσθια και την θέλει. Φαντάζεται κατευθείαν πως θα ήταν αν κάνανε πρωκτικό ή τέτοια πράγματα... πάει μόνο του το μυαλό! Λέει πω-πω μια κουκλάρα και εννοει τον κώλο της!»
«Η κυρία έρχεται συχνά στην εκκλησία;» Τον ρωτάει ο Αλκιβιαδης.
«Ναι σήμερα είχε έρθει από νωρίς για να καθαρίσει την εκκλησία. Να τακτοποιήσει τα κεριά, να γυαλίσει τις εικόνες, να απλώσει το αρωματισμένο πανί στα ιερά μάρμαρα. Όπως κάθε νοικοκυρά που τακτοποιεί και αγαπάει το σπίτι της, το φροντίζει σαν παιδί που έχει ανάγκη, έτσι και η κυρία Ευτέρπη την αγαπά την εκκλησία του Αϊ – Γιάννη. Εδώ γεννήθηκε, εδώ μεγάλωσε, εδώ ένιωσε. Καθόλου παράξενο λοιπόν που η εκκλησία για εκείνη να είναι συνδεδεμένη τόσο έντονα με τις ανέμελες στιγμές των παιδικών της χρόνων.»
Ο Αλκιβιάδης καθώς στεκόταν σιωπηλός και βυθισμένος στις σκέψεις του, τη ροή τους διέκοψε ένα άγγιγμα. «Μη παίρνεις αυτό το ύφος φίλε μου. Τι σκέφτεσαι και χαμογελάς, μακάρι να ήξερα.»
Ο Αλκιβιαδης δεν του απάντησε. Έκλεισε νωχελικά τα μάτια του αφήνοντας την καλοκαιρινή μυρωδιά να ποτίσει τα ρουθούνια του. Ήταν το χέρι του ιερέα που τον ξάφνιασε. Στην αρχή ζάρωσε προσπαθώντας να αποφύγει το άγγιγμα του, μόλις είδε ότι ο ιερέας είχε απλώσει το χέρι του σαν καμουφλαρισμένο ερωτικό χάδι. Από τη μία ξαφνιάστηκε, για να πει το παραμικρό, αλλά δεν έκανε και καμία κίνηση να αλλάξει θέση, από την άλλη ένιωσε σαν κάπως να του αρέσει το άγγιγμα που και τόσο ανάλαφρο είναι κι ας κουβαλάει πάνω του φόβο, αμηχανία, μα και πάθος αλλιώτικο. Ανατρίχιασε καθώς η ατμόσφαιρα είχε γίνει καυτή.
«Όλα μπορούν να συμβούν μ' ένα άγγιγμα.» Σκέφτηκε και έδειχνε έκπληκτος.
Ο ιερέας άρχισε να του ανοίγεται περισσότερο. Έψαχνε να βρει τρόπους, ομαλής προσέγγισης χωρίς να φέρει σε άβολη θέση το φίλο του αλλά να φτάσει και στον επιθυμητό του στόχο.
Γελώντας του λέει. «Κοκκίνισες; Ντρέπεσαι ε; Μετά τις αμαρτωλές και έκφυλες σκέψεις έρχεται η ντροπή;. Τι βλέπω;! Έτσι και το πουλί σου βρει ακόμη μία αφορμή και καυλώσει και άλλο θα σκίσει το παντελόνι σου! Μ’ αρέσει που έχεις βρώμικο μυαλό και προικισμένο εργαλείο. Εργαλείο να σου ανοίξει τις πύλες του Παραδείσου». Συνέχισε ο ιερέας.
«Μπορεί να έχω ένα βρώμικο μυαλό, αλλά αν καταλαβαίνω σωστά και κάποιος άλλος κάνει βρώμικες σκέψεις αλλά διστάζει να τις εκφράσει γιατί φοβάσαι μην τον κακοχαρακτηρίσω .» λέει ο Αλκιβιάδης.
«Αυτό είναι αλήθεια. Μια αθώα, και χαρούμενη καντηλανάφτισα, αποδεικνύει πόσο βρώμικο μπορεί να μετατραπεί το μυαλό μας.»
Τον Αλκιβιάδη την ώρα εκείνη απορίες τον βασάνιζαν. Είναι μια πανάρχαια ιστορία. Το μόνο πρόβλημα είναι ότι μέχρι σήμερα ο ιερέας εκδήλωνε πολύ συγκρατημένα τον ερωτισμό του και η επαφή τους έμενε σε επίπεδο με σεξουαλικά υπονοούμενα χωρίς τολμηρές αισθησιακές χειρονομίες. Απόψε η φιλική του σχέση είχε περάσει σε άλλο επίπεδο. Και πλέον οι ηθικές άμυνες του Αλκιβιάδη έχουν ατονήσει επικίνδυνα....
Ενώ η συζήτηση γινόταν πιο έντονη o Αλκιβιαδης φαινόταν πολύ προβληματισμένος.
«Τι έγινε; Όλα καλά; Τι έπαθες και είσαι ξαφνικά σκεφτικός;» του λέει ο ιερέας.
«Θα μου περάσει...κάτι σκεφτόμουν» απαντά ο Αλκιβιαδης.
Καταλαβαίνοντας τις ενστάσεις του Αλκιβιάδη ο ιερεας αυθόρμητα του λέει:«Νιώθεις πως σε ενοχλώ;» Δεν απαντάει ο Αλκιβιαδης μα ούτε μαζεύεται.
«Ούτε να σε φέρω και σε δύσκολη θέση θέλω.»
«Γιατί να με φέρεις σε δύσκολη θέση;»
«Ούτε να σε προβάλλω, σε προσβάλλω;» συνεχίζει ο ιερέας και το χέρι του έχει χουφτώσει για τα καλά το φούσκωμα του παντελονιού. Κοιτάζονται. Ήταν αρκετά έντονη η στιγμή! Ο ιερεας του είπε: «Μ' αρέσει πάρα πολύ αυτό που βλέπω και χαϊδεύω κι επειδή όπως είπα δε θέλω ούτε να σε ενοχλήσω, ούτε να σε προσβάλλω, άσε τουλάχιστον μόνο να το χαϊδεύω.»
«Και όταν σου αρέσει κάποιος τι κάνεις;»
«Τι κάνω;»
«Μόνο τον χαϊδεύεις;» και του δείχνει με νόημα το καβάλο του! «Δεν κάνεις τίποτ’ άλλο;»
Ο ιερεας σήκωσε το κεφάλι, τον κοίταξε καλά, σα να θελε να ξεκρίνει τι ιδέες έχει ο Αλκιβιαδης μα φαίνεται δεν μπόρεσε να καταλάβει πολλά πράματα και κούνησε με περίσκεψη το κεφάλι του.
«Λοιπόν;» ρώτησε ο Αλκιβιάδης.
«Πολλές σκέψεις περνούν από το μυαλό μου. Τα πάντα είναι θέμα timing . Βρες τη σωστή στιγμή που θα έχουν ανάψει τα αίματα για να αρχίσεις τις πρόστυχες κουβέντες. Δυστυχώς, αν ο άλλος δε θέλει, απλά μένω εκεί.»
«Κακό αυτό! Απλά πες αυτό που σκέφτεσαι όσο Kinky κι αν είναι. Δεν ισχύει αν σκέφτεσαι τι χρώμα έχει η Σελήνη!» Είπε γελώντας ο Αλκιβιαδης εκτός και αν ασκητεύεις. «Τη ξέρεις την ιστορία με τον ασκητή; Πάτερ;»
«Όχι για λεγε!»
Τα συναξάρια λένε πως ένας ασκητής μια φορά, είδε μια γυναίκα, σκανταλίστηκε, πήρε ένα μπαλτά και ξέρεις τι έκανε…
Παύση και οι δύο.
Σαν πολύ Καζαντζάκη μου διαβάζεις φίλε μου. Δίκιο είχε ο Ζορμπάς που έλεγε «Τον κακό του τον καιρό! που μάντεψε τι θα λεγε ο γραφιάς. Αυτό να κόψει! να χαθεί ο κουτεντές! Μα αυτό το βλογημένο ποτέ δεν εμποδίζει…»
«Πώς! επέμεινε ο Αλκιβιαδης παίρνοντας το μέρος του γραφιά. Εμποδίζει, και πολύ μάλιστα.»
«Σε τι;» αντιλέγει ο ιερεας σαν άλλος Ζορμπάς.
«Να μπεις στη βασιλεία των ουρανών.» Επιμένει ο Αλκιβιάδης σαν άλλος γραφιάς.
Ο ιερέας σαν άλλος Ζορμπάς τον λοξοκοίταξε κοροϊδευτικά.
«Μα αυτό, είπε, κουτέ, είναι το κλειδί για τον Παράδεισο, και πίστεψε με, οι αυθεντικές Πύλες του Παραδείσου, είναι ο ανδρικός κώλος που κλονίζει και αναστατώνει παραμένοντας μακριά από τη δημόσια θέα!»
Στα χείλη του Αλκιβιάδη του ήρθε να του πει του ιερέα πως θα έδειχνε ωραίος γυμνός και ξαπλωμένος αλλά «κρατήθηκε». Το μυαλό του είχε κολλήσει στην ιδέα τι ωραία θα ήταν να έχει το λυγερό κορμί του ιερέα αγκαλιά και ήταν κούκλος με το μαύρο Μάο πουκάμισο μέσα από το ράσο του. Τρελάθηκε στην ιδέα και με τον πούτσο του να ξυπνάει στη σκέψη του τι θα μπορούσε να συμβεί σύντομα αν είχε καταλάβει σωστά και δεν παρεξηγούσε τα λεγόμενα του. Ο ιερεας συνέχισε να τον χαιδευει και ο πούτσος του Αλκιβιάδη σκλήρυνε ακόμα πιο πολύ και σκεφτόμουν πως θα καταφέρει να βάλει το παλούκι του μέσα στον κώλο του ιερέα και να τον γαμούσε χωρίς να νιώθει τύψεις.
Πίσω από τον ψηλό φράχτη ακούστηκαν κορναρίσματα παρατεταμένα, φωνές και φασαρία, το λεωφορείο με τους εκδρομείς είχε αφιχθεί......
.......
Απολαμβάνοντας τα αξιοθέατα και τα προσκυνήματα που επισκέφθηκαν, το
λεωφορείο με τους εκδρομείς επέστρεψε από αυτή τη προσκυνηματική
εκδρομή στον ευρύτερο προαύλιο χώρο του Ιερού Ναού με τους εκδρομείς,
μέσα σ' ένα κλίμα ψυχικής ευφορίας από την πολύ πετυχημένη εκδρομή, όλοι
τους ήταν σαν μια οικογένεια.
«Κατεβαίνει!» Ο ιερέας τον πληροφόρησε που την είδε πρώτος την Ανδρομάχη να κατεβαίνει από το γεμάτο λεωφορείο.
Αυτή
χαρούμενη με τον Αλκιβιάδη που την περίμενε να επιστρέψει, κάλυψε τα
τελευταία λιγοστά εκατοστά που τους χώριζαν και τον αγκάλιασε τόσο
σφιχτά λες και έλειπε μήνες.
Η όλη παρουσία της έχει μια χάρη. Κομψότητα. Είναι ένα πλάσμα elegant από κορυφής έως ονύχων.
«Μια χαρά σε βλέπω αγάπη μου». Της είπε ο Αλκιβιάδης κοιτώντας το όμορφο πρόσωπο της και τα ζωηρά της μάτια.
Έχει
τα μπράτσα της τυλιγμένα γύρω του, και η μύτη της χώνεται στο λαιμό
του. «Αγάπη μου σε αναζήτησα. Θέλω να σε μυρίσω, μου έλειψε η μυρωδιά
σου, πόσο μου έλειψες και εσύ. Να ξέρες πόσο σ' αγαπώ.» Του λέει
μουρμουρίζοντας.
«Ω! Μυρίζεις τόσο ωραία μωρό μου ! Κι εμένα μου έλειψες.» Της λέει κι αυτός.
Στη
συνέχεια τον αφήνει αφού του ζήτησε συγνώμη, τον προσπερνά νωχελικά με
βήμα λικνιστό να συναντήσει στο βάθος του προαυλίου χώρου τον ιερέα.
Έσκυψε ευλαβικά να τον ασπαστεί.
Το πρόσωπο της είχε πέσει μέσα σε μια κηλίδα φωτός και ήταν φωτισμένο.
Στα σαρκώδη και άλικα χείλη της, και στο χαμόγελο της που ανθούσε υπάρχει μια εικόνα ερωτική.
Τις
θολές του σκέψεις τις διέκοψε η Ναυσικά, ζωηρή, με ζουμερές καμπύλες,
τσαχπίνικα σκιρτήματα και πλούσια ξανθοκόκκινα μαλλιά, σε μπούκλες. Οι
ματιές τους έσμιξαν για αρκετά δευτερόλεπτα.
Το βραδινό αεράκι
της χάιδευε το πρόσωπο που του χαμογελούσε πλατιά. «Αχ, επιτέλους
ήρθαμε, σου λείψαμε;» είπε ναζιάρικα, μ' εκείνη την ελαφρά ειρωνική
χροιά στη φωνή της.
«Καλώς ήρθατε!» Της λέει χωρίς η Ναυσικά να σταματήσει να του χαμογελάει.
Τα
όμορφα γλυκά της μάτια ερωτοτροπούσαν παιχνιδιάρικα όταν τον αγκάλιασε,
κόλλησε το στήθος της πάνω στο σκληρό του στήθος προκαλώντας ηλεκτρισμό
στο σφριγηλό του σώμα και ηδονικές δονήσεις. Αισθάνθηκε, λίγο έκπληκτος
η αλήθεια. Την άκουσε να αναστενάζει ηδονικά και ένιωσε ευχαριστημένος.
Την
κοιτάει κι εκείνος γλυκά μόνο που το χαμόγελό του έχει υποχωρήσει και
στη θέση του έχει μείνει ένα μειδίαμα, μια υποψία χαμόγελου μαζί με κάτι
άλλο. Κάτι που καθώς το μυαλό της Ναυσικάς το επεξεργάζεται νιώθει
πολλές μικρές καρδιές να χτυπάνε σε διάφορα σημεία του σώματός της.
Της
ανοίγει το πορτμπαγκάζ του αυτοκίνητου και την αφήνει να βάλει το
σακίδιο της μέσα. Στέκεται πίσω της με το χέρι στην πόρτα του
πορτμπαγκάζ.
«Η γυναίκα με πιασίματα είναι δυο φορές γυναίκα.» Της είπε με πονηρό χαμόγελο.
Εκείνη τον κοίταξε ξαφνιασμένη. Δεν το περίμενε. Ήταν η ευκαιρία της.
«Με δουλεύεις τώρα, έτσι δεν είναι;» τον ρώτησε μισό-γελώντας χαριτωμένα.
«Δεν φταίω εγώ Κυρία μου. Το κορμί σας φταίει που είναι τόσο ερωτικό και επιθυμητό!»
«Εντάξει
τώρα τα παραλές! Είσαι τελικά ένας παμπόνηρος κόλακας και γαλίφης!» του
είπε ρίχνοντας του ένα βλέμμα όλο γλύκα. Μέλι και σιρόπι έσταζε.
Αυτός
ο άνδρας την αναστάτωνε και δεν το έκρυβε. Δεν της έδινε τη σημασία που
θα ήθελε, αλλά δεν του περνούσε κι αδιάφορη τουλάχιστον απόψε καθώς
έδειχνε. Λάτρευε το χαμόγελό του. Το χιούμορ του και την κοινωνικότητα
του. Είχαν αποκτήσει ένα πολύ παράξενο δέσιμο. «Φίλοι» δήλωναν. Κι αυτό
ήταν,πρακτικά
Ξενέρωνε που ήταν πιασμένος.
Ανοίχτηκε
για λίγο έριξε το βλέμμα της στο κορμί του, προς τα κάτω, με ένα ύφος
καυλωμένο και ναζιάρικο ξανά κόλλησε επάνω του και κατευθύνει το χέρι
της στο φούσκωμα του παντελονιού του να το χαϊδεύει. Ήδη του την είχε
κάνει πέτρα ο ιερέας.
«Μα, μα τι κάνεις εκεί, σοβαρέψου μας βλέπουν» της λέει.
«Γιατί αγορίνα δε γουστάρεις; Αφού το εργαλείο σου άλλα λέει.»
«Ρε τρελή» της λέει «θα σε δει η φιλενάδα σου και θα γίνει χαμός, ηρέμησε…»
«Είμαι
η πιο τίμια στο κρεβάτι κούκλε μου και το ξέρεις.» Του ψιθύρισε με
πονηρό χαμόγελο και με τη μνήμη της γεμάτη αναμνήσεις, εκείνης της
πρώτης τους ερωτικής τους πράξη στο εξοχικό της.
«Απόψε είσαι απόλυτα Εε! χμμμ! Είσαι απόλυτα ερεθιστική. Σκέτη καύλα κυρία μου!»
Τους άρεσε πολύ απόψε αυτή η σωματική επαφή και δεν το έκρυψαν ο ένας από τον άλλο.
Η
Ανδρομάχη τον πληροφόρησε ότι με τον ιερέα και τον αγιογράφο είχαν να
διευθετήσουν κάποιες μικρές λεπτομέρειες και θα καθυστερούσε.
Η εκκλησία τελούσε υπό αναπαλαίωση και οι εργασίες ήταν σε εξέλιξη.
Του πρότεινε ν' αναλάβει τη μεταφορά της φιλενάδας στο σπίτι της, και να γυρνούσε για να την πάρει.
Η Ναυσικά έλαβε την ευκαιρία πήρε παράμερα την φιλενάδα της το συζήτησαν και άλλαξαν το πλάνο.
«Τα
παιδιά μας λείπουν στην έξοχη με τους παππούδες και τις γιαγιάδες εγώ
είμαι μόνη στο σπίτι από ότι γνωρίζω το ίδιο και εσείς λοιπόν θα πάμε με
τον κούκλο σου σπίτι μου να με βοηθήσει να ετοιμάσουμε το δείπνο, και
εσένα μόλις τελειώσετε με τις αγιογραφίες σε φέρνει ο ιερέας. Α και που
είσαι, τον καλούμε και αυτόν στο δείπνο.»
Κάτι ακόμη της ψιθύρισε συνωμοτικά, της έκλεισε πονηρά το μάτι την ώρα που η Ναυσικά κάτι της έβαλε στο χέρι της Ανδρομάχης.
«Καλή διασκέδαση κι αν προλάβετε ετοιμάζετε και το δείπνο.» Τους φώναξε φεύγοντας προς το εσωτερικό του ναού.
Αυτός κοίταξε περίεργα τη Ναυσικά, αφού η Ανδρομάχη είχε μπει ήδη στο ναό και τη ρώτησε.
«Τι εννοούσε με αυτό η φιλενάδα σου; Τι μουρμουρίζατε συνωμοτικά εσείς οι δυο εκεί πέρα;» Ρώτησε χαμογελώντας.
«Δεν ξέρω του λέει, κάτι πρόστυχο μάλλον με εσένα και εμένα. Τι να σου πω, σύντροφος της είσαι, δεν κατάλαβες;»
Αυτός σήκωσε ερωτηματικά τους ώμους του.
Ο
ιερέας τους δήλωσε ότι ευχαρίστως και πρόθυμα θα μεταφέρει την
Ανδρομάχη, αλλά ο ίδιος παρά όλο που θα το επιθυμούσε από καρδιάς έχει
κάποια ανειλημμένη υποχρέωση απόψε και δεν θα μπορέσει να έλθει στην
παρέα τους. Πρότεινε δε μια από τις επόμενες ημέρες να δειπνήσουν όλοι
μαζί, είναι καλεσμένοι του.
Καθώς, μπαίνουν στον
αυτοκινητόδρομο γυρίζει να κοιτάξει τον Αλκιβιάδη που οδηγεί ήρεμα και
αποφασιστικά. Το βλέμμα του είναι σταθερό, αλλά με τόσες κρυφές
υποσχέσεις. Ένα μειδίαμα ευχαρίστησης και προσμονής εξακολουθεί να
στολίζει το γλυκό του πρόσωπο και οι χτύποι της καρδιάς του είναι
ελαφρώς αυξημένοι αλλά ελέγξιμοι, όπως και οι δικοί της. Νιώθει
ικανοποίηση καθώς η διαίσθησή της τη επιβεβαιώνει ότι βρίσκονται στο
ίδιο μήκος κύματος και μετράνε αντίστροφα μέχρι την στιγμή που θα σβήσει
η μηχανή του αυτοκινήτου.
Τότε είναι που η Ναυσικά είχε ένα
προσωπικό ξέσπασμα μαζί του.. Οδηγώντας στο δρόμο, βρέθηκε αντιμέτωπος,
με μια αρκούντως θυμωμένη αντίδραση της.
Άρχισε σε
έξαλλη κατάσταση να του επιτίθεται λεκτικά μ' ένα ατέλειωτο
συναισθηματικό ξέσπασμα διαμαρτυρόμενη για την συμπεριφορά του..
«Θα έπρεπε να ντρέπεσαι γι' αυτό που κάνεις. Με πούλησες! Πρόστυχε άνδρα που είναι οι υποσχέσεις σου για ατέλειωτα γαμήσια;
Οι μέρες περνούσαν, και ούτε φωνή ούτε ακρόαση, το τηλέφωνο σου κλειστό.
Σε
σκεπτόμουν και έβραζα στο ζουμί μου και ένιωθα, πώς να σ' το εξηγήσω;
Ε, να, τη στιγμή εκείνη που έσκαγα, ένιωθα... ένιωθα ...»
Τελείωσε τόσο απότομα που μπέρδεψε τα λόγια της κι αναστέναξε ανακουφισμένη που είχε τελειώσει..
Ο
Αλκιβιάδης δεν της έκανε καμία νύξη για το οτιδήποτε μεταξύ τους.
Αρχικά παρέμεινε σιωπηλός, σκεφτικός. Περίμενε να τελείωση η έκρηξη, που
δεν θ' αργούσε.
Στη συνέχεια ξεκίνησε μια απολογητική απάντηση στο ξέσπασμα της λέγοντας :
«Ναυσικά! Δε θα πλήγωνα ποτέ κάποιον επίτηδες.» Της λέει
«Αν ήξερα ότι αυτό θα ήταν το αποτέλεσμα, προφανώς δεν θα έκανα ποτέ κάτι τέτοιο.
Ένιωθα
τόσο χαζός. Δεν ήθελα σε καμία περίπτωση να σε προσβάλλω ή να σε
πληγώσω .. Αλλά δυστυχώς.» Και εκεί έμεινε μετέωρη η απολογία του.
Η
λεκτική επίθεση καταλάγιασε εύκολα, και γρήγορα άλλαξε και η διάθεση,
γιατί η σπίθα και το ερωτικό υπήρχε από την πρώτη στιγμή.
Εξομολογήθηκε το πόσο πολύ τον ήθελε, να τον κάνει δικό της.
Ο
Αλκιβιάδης προσπερνώντας διπλωματικά τον σκόπελο να απαντήσει, άρχισε
να την ευχαριστεί θερμά για την συμπαράσταση στην σύντροφο του, και θα
επιθυμούσε να μεταφέρει τις ευχαριστίες του και στη ξαδέλφη της στην
Θεσσαλονίκη.
Η Ναυσικά ξενερωμένα του είπε, «τόσο κολλημένος είσαι που δεν μπορείς να δεις ερωτικά άλλη γυναίκα;» Πείσμωσε. Τον ήθελε. Έκατσαν έτσι οι συγκυρίες λοιπόν που απόψε θα έκανε τα πάντα για να τον πάει και πάλι στο κρεβάτι. Είχε μάθει ότι θέλει, να το διεκδικεί. Και όλα απόψε έδειχναν πως και αυτός τη θέλει.
«Το
ότι είσαι παντρεμένος με ξενερώνει απίστευτα και είναι πολύ τυχερή η
φιλενάδα μου αλλά πραγματικά αν και ξέρω ότι δεν είναι σωστό να φλερτάρω
με παντρεμένο άνδρα, δεν ξέρω τι είναι αυτό μέσα μου που με κάνει να
μην μπορώ να σταματήσω μαζί σου. Θέλω να σου κάνω τον πιο τρελό έρωτα.»
«Κορίτσι μου! Το κορμί μου σε θέλει, σε ζητά, αλλά τα μυαλό μου αντιστέκεται στον πειρασμό.»
«Κούκλε
το σεξ και ο έρωτας θέλουν φαντασία, χωρίς «πρέπει» και στερεότυπα.
Αυτά τα έχουμε ξαναπεί. Όταν μιλάει το κορμί ξέχνα τα πρέπει και τα μη. Πώς αλλιώς να στο εξηγήσω… να στο ζωγραφίσω;… σε θέλω για εραστή κι όχι φίλο ή πατρική φιγούρα.»
«Ναυσικά! Μωρό μου! Προς Θεού δεν πρέπει να απασχολείς τον οδηγό.»
Ήδη
είχαν παρκάρει στην αυλή του σπιτιού της...Όταν ο Αλκιβιάδης έκλεισε
την πόρτα πίσω του, η Ναυσικά είχε ήδη αφήσει τα πράγματα της στην
κουζίνα και βρέθηκε μπροστά του να τον βοηθήσει με τους ταξιδιωτικούς
σάκους
«Άστα αυτά τα πάω μόνος μου μέσα!»Φόραγε ένα πουκάμισο άσπρο από δαντέλα, και χωρίς να περιμένει κουβέντα ξεκουμπώνει το πουκάμισό της το βγάζει, και τα στητά υπέροχα βυζιά της τ’ αφήνει ελεύθερα στη θέα. Η Ναυσικά είχε αποφασίσει τον τελευταίο καιρό να ασχοληθεί εντατικά με το σώμα της και πήγαινε γυμναστήριο. Έτσι, είχε γίνει όντως κορμάρα και ο Αλκιβιάδης την τρώει με τα μάτια.
«Μη μου το κάνεις αυτό! Η κολλητή σου με άφησε να σε προσέχω.»
«Μα όντως με προσέχεις αγόρι μου .»
«Ναυσικάααα! Σύνελθε! Θα βρούμε τον μπελά μας! Το ξέρεις ότι σε λίγο έρχεται η φιλενάδα σου; Θέλεις να μας πιάσει στα πράσα;»
Γυρίζει αυτή, τον κοιτάει, χαμογελάει γλυκά και του λέει ναζιάρικα. «Μην ανησυχείς μωρό μου έχουμε ώρα ακόμα. Δεν έχεις ιδέα από τον αγιογράφο.» και μ’ ένα πονηρό χαμόγελο στα χείλη συνεχίζει ατάραχη.
«Ακούραστος εργάτης, φοβερά λεπτολόγος, ευγενέστατος αλλά και συνάμα αυστηρός στη δουλειά του με ακρίβεια, και ευαισθησία. Είναι τόσο λεπτολόγος που ελέγχει και την παραμικρή λεπτομέρεια. Δεν έχω δει άλλον άνθρωπο να αγαπά τόσο τη δουλειά του. Είναι ικανός λοιπόν να τους ξενυχτίσει.»
Από κάτω φορούσε μία μπλε φούστα με ένα σκίσιμο στο πλάι, αθλητικά εκδρομικά παπούτσια με κοντές βαμβακερές κάλτσες που της έδιναν μια εφηβική σεξουαλική αθωότητα.
Φθάνοντας στο σαλόνι της, άφησε τους ταξιδιωτικούς σάκους σιγά σιγά στο δάπεδο και την κοίταξε.
Η Ναυσικά έλυσε τη φούστα της και την άφησε να πέσει στο πάτωμα, έμεινε τελείως γυμνή με το βρακί της και τα παπούτσια της.
Το φιλήδονο κορμί, οι καμπύλες και το κοριτσίστικο χαμόγελο της του κόβουν την ανάσα!
Αυτή
η αποκάλυψη του αμοιβαίου πάθους τους συνήγειρε. Τους αναθέρμανε τον
πόθο και τη σωματική έλξη, που από πάντα υπήρχε και αποφάσισαν να
ξαναρριχτούν με ορμή σ’ ένα νέο γύρο σεξουαλικής πανδαισίας. Σαν
συνέχεια μετά από καιρό από εκείνο το πρώτο βράδυ στο ειδυλλιακό
αγροτόσπιτο, με ένα υποχρεωτικό και άκομψο διάλειμμα με υπαιτιότητα του.
«Πάμε μέσα στο κρεβάτι δεν αντέχω άλλο! Tώρα!»
«Όπως θέλετε κυρία.»
Χωρίς
ν’ ανακοπεί η ερωτική τους μέθη κίνησαν αγκαλιασμένοι και περπατούσαν
με συνεχή σκουντουφλήματα στο διάδρομο που οδηγούσε στην κρεβατοκάμαρα
της, ενώ είχε αρχίσει να βγάζει τα ρούχα του προκειμένου να σμίξουν τα
κορμιά τους το γρηγορότερο δυνατόν.
Το
σμίξιμο τους δίχως ενοχές μαρτυρά τα πια κρυφά, τα πιο ανομολόγητα πάθη
που κρύβουν βαθιά μέσα τους. όταν ξαφνικά ένα δυνατό παρατεταμένο χειροκρότημα και μια γνώριμη φωνή με μια ομοβροντία από επιδοκιμασίες θαυμασμού δόνησαν την ατμόσφαιρα του σαλονιού.
«Άξιος!, άξιος!, άξιος!.»
Είναι η στιγμή που η Ανδρομάχη τους έπιασε στα πράσα να γαμιούνται. Για μια στιγμή έπεσε βαθιά σιωπή... και μετά άρχισε ο χαμός.
«Με την φιλενάδα μου γαμιέσαι ρε σάτυρε!! Άτιμε θα σε σκίσω!! Και συ μωρή φιλενάδα γαμιέσαι με τον άνδρα μου, δε σου φτάνουν οι γκόμενοι.. Για κοίτα την πουτάνα απόλαυση! Που να το πω και ποιος να με πιστέψει. Σκρόφα εσύ είσαι έτοιμη να βγεις και στο πεζοδρόμιο…!» Της λέει. «Κι εσύ καριόλη δεν ντρέπεσαι να πηδιέσαι με την φιλενάδα μου; Δεν φταις εσύ, η πουτάνα η φιλενάδα μου φταίει που σε παρέσυρε.» Φώναζε και χειρονομούσε μεν, αλλά τον παραξενεύει που γενικά από τις αντιδράσεις της δεν του φαίνεται και ιδιαίτερα εξαγριωμένη μ' αυτό που συμβαίνει. Τουναντίον θα έλεγε ότι για το χαρακτήρα της γυναίκας του, του φαίνεται σα να είναι υπερβολικά ήρεμη. Ο Αλκιβιάδης κάνει πέτρα την καρδιά του και περιμένει για τα χειρότερα που τους είδε με τα μάτια της να γαμιούνται πίσω από την πλάτη της, αλλά ταυτόχρονα τον παραξενεύει που από τις αντιδράσεις της δεν του φαίνεται και ιδιαίτερα εξαγριωμένη μ' αυτό που συμβαίνει.
«Τι να κάνω βρε φιλενάδα, ήταν κατεπείγουσα η περίπτωση μας, του δείχνω του άνδρα σου πως γίνεται το σωστό γλυφομούνι και το σωστό γαμήσι. Εξάλλου μωρό μου το γνωρίζεις από πρώτο χέρι, οι πουτάνες και οι τρελές έχουν τις τύχες τις καλές, κι εγώ είμαι τόσο άτυχη που και ούτε πουτάνα και ούτε τρελή, τυχαίο;»
Ο Αλκιβιάδης μ' αυτά που άκουγε είχε μείνει άφωνος. Στεκόταν ακίνητος σαν άγαλμα κοιτώντας πότε τη Ναυσικά και πότε την Ανδρομάχη με ένα βλέμμα χαμένο.
Διαισθανόμενη την παγωμάρα του Αλκιβιάδη η Ανδρομάχη, κοιτάει την Ναυσικά με νόημα, και γυρίζει με ένα καυλιάρικο ύφος, και του λέει.
«Κούκλε μου, κοίταξε, εσύ είσαι μοντέρνος άνθρωπος παρότι πουρό (σιγά το πουρό.... ακόμη δεν έκλεισε τα σαράντα) με τα extreme σου όπως μου έχεις διηγηθεί, τις σπουδές σου στην ακαδημία, τις εφηβικές σου παρτούζες τα καλοκαίρια στα Καμένα Βούρλα την εποχή του βασιλιά 'Ιντρις.... θα μας καταλάβεις και δεν θα κομπλάρεις. Με τη Ναυσικά τα έχουμε βρει στο κρεβάτι τώρα τελευταία.
Κόκαλο ο Αλκιβιάδης!
«Δηλαδή;» Ψελλίζει.. .
«Δηλαδή, γουστάρουμε και οι δυο μας τρελά και αρέσουμε η μια στην άλλη. Από το να χαλάσουμε την οικογένεια μας και να μας μείνουν και απωθημένα αποφασίσαμε να τα φτιάξουμε και οι τρεις μαζί!»
«Για σιγά βρε κορίτσια, για σιγά !» λέει ο Αλκιβιάδης. «Τι σημαίνει τα φτιάξουμε και οι τρεις; Ποιος κοιμάται με ποιόν και πότε;»
«Όταν είμαστε και οι τρεις μαζί κοιμόμαστε μαζί, εννοώ πηδιόμαστε μαζί..... τρίο.... Έλα που κάνεις πως δεν καταλαβαίνεις. Τριολέ;.. τρίγωνο;.. Ίψεν; Και για να μην έχεις παρεξηγήσεις εμείς οι δύο κάνουμε έρωτα μεταξύ μας και εσύ κάνεις έρωτα και στις δυο μας»
Άφωνος ο Αλκιβιάδης. Έμεινε κάγκελο από την προσέγγιση της Ανδρομάχης. Δεν μπορούσε να πιστέψει αυτό που συνέβαινε απόψε..... αυτό που από όταν παντρεύτηκε δεν είχε τολμήσει να το ζήσει ούτε στις ερωτικές του φαντασιώσεις. Η μήπως είχε τολμήσει;
«Όπα Μωρό μου» λέει ο Αλκιβιάδης. «Μετά από δέκα πέντε χρόνια γάμου πολύ προχωρημένη σε βρίσκω!»
«Αχ κούκλε μου» του λέει. Το ξέρεις ότι σ' αγαπώ πολύ. Εμείς οι δυο είμαστε ένα μοντέρνο ζευγάρι με απίστευτη σχέση, ανοιχτοί και αποενοχοποιημένοι άνθρωποι σήμερα στα σεξoυαλικά θέματα. Κατανοούμε πως οι άνθρωποι δεν μπορούν να περάσουν όλη τους τη ζωή, κάνοντας έρωτα με έναν μόνο άνθρωπο. Είναι και κρίμα, δηλαδή. Οπότε, δίνουν και παίρνουν τα κρεβατώματα, και σε πολλούς διαφορετικούς συνδυασμούς για να κάνουν παιχνίδι. Αποφασίσαμε λοιπόν εγώ και η Ναυσικά και με τη δική σου συμμετοχή ότι το σεξ θα είναι για εμάς απόλαυση! Θα το χαρούμε όσο μπορούμε, χωρίς ζήλιες, χωρίς αποκλειστικότητες. Όχι πες μου πρέπει να ζηλεύει ο ένας την απόλαυση του άλλου;»
«Μάλιστα!» Δήλωσε ο Αλκιβιάδης κολακευμένος που εκτός τη σύζυγό του θα κουτούπωνε και τη Ναυσικά ένα τέτοιο τεφαρίκι. Λογική από τα κορίτσια τετράγωνη.... ή μάλλον «τρίγωνη».
«Ναυσικά! Μωρό μου! Υπάρχει κανένα ουίσκι Jack Daniels στο σπίτι να το εμπεδώσω.... διπλό το θέλω!.... μην πω «τριπλό»! και είναι και κακή λέξη!»
«Αφού το γνωρίζεις αγόρι μου όταν δυο κορίτσια αρχίζουν και κάνουν παιγνίδι, ο άνδρας με το που τις βλέπει φτιάνεται τρελά και μπαίνει και αυτός στο παιχνίδι. Έτσι λοιπόν τόσο εσύ όσο κι εγώ με την συνδρομή της Ναυσικάς θα ζούμε μαζί τις μικροπεριπέτειες μας που κατά κάποιο τρόπο θα νοστιμίζουν τη ζωή μας και κύριο μέλημά μας θα είναι, να μη πάθει ζημιά το αγκυροβόλι μας..» λέει η Ανδρομάχη.
«Άσε που η Ναυσικά είναι αχόρταγη, και μας θέλει και τους δυο στο κρεβάτι» συμπληρώνει.
«Με κάνετε και κοκκινίζω!» λέει η Ναυσικά. «Είναι κακό που μου αρέσει τόσο;!» Και δώστου γελάκια χαρούμενα. «Eσένα Αλκιβιάδη δεν σου αρέσει το τρίο;» Τον ρωτάει.
Με
την ξαφνική παρουσία της Ανδρομάχης, η ατμόσφαιρα για τον Αλκιβιάδη αρχικά ηλεκτρίστηκε, γιατί
αυτό που συνέβη, να τους πιάσει καβάλα στο κρεβάτι, του ήταν πολύ αναπάντεχο, ήταν κάτι που δεν το περίμενε, του προκάλεσε έκπληξη και αμηχανία το ότι πρώτη φορά, ένιωθε κάτι
σαν πρωταγωνιστής σε σεξουαλικό σενάριο με πλοκή .
Τα συνωμοτικά τους ψου - ψου που έλαβαν χώρα στο προαύλιο της εκκλησίας, τα υπονοούμενα καλά να περάσετε... Το κάτι της έδωσε στο χέρι… τι άλλο από το κλειδί του σπιτιού, αλήθεια!.
Σκηνοθεσία και σενάριο μ ολόκληρη πλοκή, με μια σειρά από γεγονότα που έχουν ενδιαφέρον και όχι μόνο μου στήσανε οι καριόλες… Η μια γαμιόταν μαζί μου και η άλλη έβλεπε ζωντανή τσόντα μ’ εμένα πρωταγωνιστή. Αλήθεια πόση ώρα να βρισκόταν μέσα στο σπίτι η Ανδρομάχη αναρωτήθηκε .
Σκηνοθεσία και σενάριο μ ολόκληρη πλοκή, με μια σειρά από γεγονότα που έχουν ενδιαφέρον και όχι μόνο μου στήσανε οι καριόλες… Η μια γαμιόταν μαζί μου και η άλλη έβλεπε ζωντανή τσόντα μ’ εμένα πρωταγωνιστή. Αλήθεια πόση ώρα να βρισκόταν μέσα στο σπίτι η Ανδρομάχη αναρωτήθηκε .
«Ρε φιλενάδα μου φαίνεται περίεργο γιατί τέτοια καΐλα, για πες μας τι έγινε. Δεν στο περιποιήθηκε ο ρασοφόρος το μουνάκι σου; Δεν κάνατε «παιχνίδι» απόψε; Απότιστη κι ανάλλαγη σαν έρημη εκκλησιά σ' άφησε. Δεν στο πότισε το περιβόλι και διαμαρτύρεσαι ότι έχει πάρει φωτιά!» Τη ρώτησε η Ναυσικά.
«Άστα που να σας θα στα λέω φιλενάδα, έχω βγει από τα ρούχα μου με αυτή την ανέραστη κυρά. Αυτή η σιτεμένη η επίτροπος όταν μας μυρίστηκε ότι μείναμε πίσω εγώ και ο ιερέας, μας κουβαλήθηκε δίπλα και μας κόλλησε βδέλλα αγάπη μου. Τι βδέλλα δηλαδή. Σαν μέλι στο σαχάνι κόλλησε. Ανάγκασε τον ιερέα να μας αφήσει νωρίτερα. Για να την ξεφορτωθεί είπε πως είχε επείγουσα συνάντηση με τον επίσκοπο και μας άφησε με την κυράτσα να μιρλιάζει δίπλα μου σαν κλαμένο μουνί.
Και όπως βλέπεις με έφερε νωρίτερα ο αγιογράφος. Να είναι καλά ο χριστιανός.» Τους πληροφόρησε μ' έναν αναστεναγμό.
«Στα έλεγα εγώ! Η σιτεμένη βλέπει τον ιερέα μας σαν παίδαρο βαρβάτο, και της γυαλίζει το μάτι γιατί είχε πήξει στην αγαμία. και της έχουν γίνει τα μουνόχειλα σα ξεραμένα σύκα. Δεν θέλει όμως η δολοπλόκος ενορίτισσα αν είναι μαθημένη σαν επίτροπος να ψωνίζεται με τον παπά της ενορίας μας να το πιστέψει ότι μπορεί να χάσει έναν τέτοιο βαρβάτο ρασοφόρο παίδαρο μέσα από τα χέρια της. Πάντα ελπίζει σ' ένα θαύμα σαν επίτροπος και «ευσεβής» χριστιανή και αν είναι αυτό που λένε οι παλιοί βρομοθήλυκο, δεν θα αργήσει να σας εκδικηθεί για το χουνέρι που της κάνατε.» Της είπε η Ναυσικά.
«Δίκιο έχεις φιλενάδα, καριόλα πολύ καριόλα γυναίκα αυτή η επίτροπος με αποτέλεσμα εμένα το μουνάκι μου είναι ακόμη νηστικό απόψε και εσείς εδώ βλέπω περνούσατε τις ώρες κάνοντας πολύ καλή παρέα. Ο άνδρας μου έκανε ότι μπορούσε για να σε ικανοποιήσει, και εσύ πουτάνα ξέρεις να τρελαίνεις έναν άνδρα και να τον κάνεις να σε θέλει σαν τρελός. Πιστεύω να έχετε όρεξη για ένα γύρο με γαμήσια ακόμη. Η καύλα μου είχε χτυπήσει κόκκινο δηλαδή αυτό το αφιόνι το αποψινό πρώτη φορά! Πως να το πω, είμαι σε μια κατάσταση να τα βλέπω μπλε!». Όλα αυτά τ' άκουσε έκπληκτος ο Αλκιβιάδης να τους τα λέει!... Ποια;! η καλή και τρυφερή του σύντροφος, η όμορφη σύντροφος του, μα κυρίως η υπέροχη μανούλα των παιδιών τους.... Εεειιμην!»
Του Αλκιβιάδη ήταν μια από τις πιο αμήχανες στιγμές στην ζωή του, ερωτικά σκιρτήματα, πάθη ανομολόγητα τον κατακλύζουν και καύλες πολλές και η αλήθεια είναι πως απόψε τις θέλει και τις δυο γυναίκες.
Στην κουζίνα ο Αλκιβιάδης απολαμβάνει το ουίσκι Jack Daniels με την εξαιρετική γεύση και δεν ντρέπεται να το πει ότι έχει περίεργο σφίξιμο στο στομάχι.
«Όχι! Όχι!.. ότι θα επακολουθήσει στην κρεβατοκάμαρα δεν πρέπει να το χάσω!» μιλάει μόνος του κρατώντας το ποτήρι στο χέρι. Η καρδιά του κτυπούσε σαν τρελή από την προσμονή. Αγχώδεις σκέψεις περνούσαν σαν αστραπή από το μυαλό του. «Λες να κλείσανε την πόρτα και να με άφησαν έξω από το χορό τα παλιοκόριτσα; Δεν είναι να σου κτυπάει κάθε μέρα την πόρτα η τύχη να σου προσφέρει το τζακπότ στο ερωτικό κρεβάτι κι εσύ να λες «μισό λεπτό να απολαύσω το ουίσκι μου!»
Με το ποτήρι στο χέρι γλιστράει μέσα στο δωμάτιο ακροπατώντας σαν τη γάτα και κάθεται στον καναπέ. Δεν νομίζει να αντιλήφθηκαν ούτε την απουσία του ούτε την παρουσία του καθώς οι δυο φιλενάδες έχουν παρασυρθεί σε ερωτικές περιπτύξεις γυμνές στο κρεβάτι. Το βλέμμα του είχε κολλήσει πάνω στα γυμνά κορμιά τους σαν να ‘ταν μαγνήτης.
Καθώς η ώρα
του δείπνου είχε πάει περίπατο, τα κορίτσια ξαναγίνονταν
νοικοκυροπούλες, πήγαν στην κουζίνα να ετοιμάσουν κάτι πρόχειρο να
δειπνίσουν.
Αυτός τις ακολούθησε. Συγχρόνως αυτή η αβεβαιότητα της
υποψίας που πλανάται τον έτρωγε. Κι ας μη νομιστεί ότι ζήλευε. Δεν ήταν
διόλου ζηλότυπος. Δεν είχε κτητικές τάσεις.
«Οι αριθμοί όμως δεν λένε ποτέ ψέματα..» Μουρμούριζε.
Και μια ανάλυση αυτού του τριάντα πέντε τον έκαιγε: Αν οι μισές είπαν ψέματα;
Πιστές μένουν το δεκαοκτώ τα εκατό. Αυτές πρέπει να είναι είτε άσκημες, είτε θεοσεβούμενες που τρέμουν την αμαρτία, είτε..... είτε…..
Η Ανδρομάχη είναι μεν δραστήρια και δυναμική, παράλληλα είναι πολύ ευσεβής και θεοσεβούμενη. Αγαπάει να πηγαίνει τακτικά στην Εκκλησία, νηστεύει Τετάρτη και Παρασκευή.
Αλλά άσκημη δεν είναι. Τουναντίον η Ανδρομάχη κολάζει, το είδος της γκόμενας που μπαίνει σ' ένα χώρο και γυρνάνε κεφάλια!
Γιε μου του έλεγε στην εφηβεία του, ο σοφός παππούς του...... «Ο έρωτας της γυναίκας είναι σαν τ΄ Απριλιού το χιόνι, πρωί πρωί απλώνεται το μεσημέρι λιώνει.»
Ααα!, την πονηρή αλεπού, τον γλυκό μου και μελιστάλαχτο ρασοφόρο, μου έκανε και τον κολλητό ο μπάσταρδος. Ο θεομπαίχτης.
Αλά έλα όμως που τον αγαπώ πάντα σαν φίλο και αδελφό μου τον μπαγάσα και η φαντασίωση να σκέφτομαι ότι η Ανδρομάχη μου θα μπορούσε να κάνει σεξ μαζί του ήταν μια ερωτική εμπειρία που δεν είχε φανταστεί μέχρι τότε αλλά περίεργα ένιωθε αυτή την πτυχή της σεξουαλικής ζωής της πολύ πιο ανώδυνα από όσο μπορούσε να φανταστεί.
Τα πέντε χρόνια στο κρεβάτι, τα έκανε σκάρτα πέντε μήνες ο καυλιάρης ιερέας......!!!
Βέβαια εδώ που τα λέμε έχει κι ένα δίκιο.
Όταν η σκρόφα σου κουνάει τα οπίσθια... «κόλαση» προκαλώντας αλλεπάλληλες σεισμικές δονήσεις και ο Όσιος Συμεών ο Στυλίτης να 'σαι, θα σε στείλει από τον Παράδεισο στην Κόλαση!!!
Αστραπιαία πέρασαν απ' το μυαλό του χίλιες σκέψεις, χαμογέλασε πονηρά, πόσο ακραία ηδονικό θα ήταν τελικά, ένα πήδημα του ρασοφόρου!!! Να τον γαμήσει τον κολλητό του τον ιερέα που το ζητούσε ο πισινός του.
Όχι βέβαια για την εκδίκηση. Δεν μπορεί η εκδίκηση να είναι επιλογή: Στον πόλεμο κανείς δεν κερδίζει, μόνο η μια πλευρά είναι που χάνει πιο αργά... αλλά γιατί υπάρχει μια εύφλεκτη αύρα που τον περιβάλλει και έχει κάτι αλήτικα ελκυστικό, περιμένοντας μονάχα μια σπίθα.
Είναι έτοιμος να ..
Και… και.. είναι και αυτά τα σημάδια και αυτό το ένστικτο κάτι που σημαίνει ότι μπορείς να καταλάβεις πράγματα χωρίς καν να ειπωθούν..
Όπως οι αναλαμπές της μνήμης από τις τελευταίες συναντήσεις τους υπήρχε μια παιχνιδιάρικη διάθεση του ρασοφόρου να του ανάβει την σπίθα του σεξουαλικού πάθους, καθώς του παρατριβόταν πάνω του, σημάδι ότι ο κώλος του ήθελε χάδια.
Αυτός απλά έμενε να κάνει το βήμα που χρειαζόταν….. καθώς αμφιταλαντευόταν μεταξύ της να αποδεχθεί η να απορρίψει την πρόκληση.....
Θυμάται ακόμη πως ο ρασοφόρος έδειχνε μεγάλη κατανόηση..... και οι αντιλήψεις του όσον αφορά την αποδοχή της ερωτικής σχέσης δυο ανδρών ήταν άκρως θετικές, παρά το γεγονός ότι είχε τα ερωτικά πάρε-δώσε του με χυμώδεις υπάρξεις....
«Φίλε!» του έλεγε «Ας αφήσουμε τις όμορφες γυναίκες για τους άντρες που δεν έχουν φαντασία.» Και τριβόταν επάνω του εμ, κάπως και, ναι, του προκαλούσε στύση.
Όλα αυτά ήταν μια διανοητική εικόνα, που σχηματίστηκε στο μυαλό του σαν πράξη, από μια σκέψη μερικών δευτερολέπτων ...Είναι αργά! Μία περίεργη, αλλά και δυνατή σε ερωτικές συγκινήσεις βραδιά με την πρώτη τους τριγωνική ερωτική τους συνεύρεση, είναι η αφετηρία που ξεκινά ένα εξαίσιο και απίστευτο γαϊτανάκι γλυκιάς παραζάλης με τις ερωτικές επιθυμίες που τους κατακλύζουν.
Ήταν η Ναυσικά που τον ξύπνησε από τις σκέψεις του.
Τι θωρείς ακίνητος πού τρέχει ο λογισμός σου; Τι στέκεις έτσι άφωνος, μες την αχλή γερμένος; Τι συλλογιέσαι;
«Ότι τα κεράσια και οι φράουλες που τρώτε κάνουν το μουνί της γυναίκας να έχει υπέροχη γεύση.» Σχολίασε αυτός.
«Κούκλε μου αυτό ήταν η προθέρμανση. Ετοιμάσου για την πιο σεξουαλική, παθιασμένη ερωτική υπόλοιπη βραδιά μωράκι μου. Για καυτές στιγμές έντονου πάθους με την σύντροφο σου και την φιλενάδα της.» Τον προετοιμάζει για τη συνέχεια η σύντροφος του.
«Κορίτσια τάιμ άουτ. Εγώ είμαι μέχρι το βήμα 3 στην κλίμακα του 5...... Για παραπάνω, σβήνουμε τα φώτα και πάμε για ύπνο»
«Δηλαδή;» του λένε και οι δυο με μια φωνή…
Και τους λέει μια ιστορία..
Μια φορά ένας χωρικός πάει να αρμέξει την αγελάδα του στο στάβλο και τη βρίσκει νεκρή. Η στενοχώρια του μεγάλη. Πάνω στην απελπισία του κρεμάστηκε. Πάει η γυναίκα του στο στάβλο, βρίσκει την αγελάδα νεκρή και τον άνδρα της κρεμασμένο και στην απελπισία της κρεμάστηκε και αυτή. Πάει ο γιος στο στάβλο, βλέπει το θέαμα και αποφασίζει να πάει να πέσει στον ποτάμι να πνιγεί. Λίγο πριν χάσει τις αισθήσεις του ένα χέρι τον βγάζει από το νερό. Ήταν μια γυναίκα πανέμορφη.
«Είμαι η νεράιδα του ποταμού. Ξέρω τι σου συνέβη. Αν με ικανοποιήσεις πέντε φορές θα αναστήσω τους γονείς σου και την αγελάδα.» Τη βάζει κάτω ο νεαρός… μια, δυο, τρεις, τέσσερις φορές αλλά στην πέμπτη φορά τα 'φτύσε.
«Άντε πνίξου» του λέει και τον αφήνει να πνιγεί στον ποταμό.
Πάει στο στάβλο και ο δεύτερος αδελφός,.......... Πάλι η νεράιδα ........ Αν με ικανοποιήσεις δέκα φορές .........Τη βάζει κι αυτός κάτω αλλά την δέκατη τα 'φτύσε. «Άντε πνίξου κι εσύ.»
Πάει και ο τρίτος αδελφός, βλέπει τι συνέβη και πάει κι αυτός να πνιγεί. Πάλι η νεράιδα .Αν με ικανοποιήσεις είκοσι φορές θα αναστήσω τους γονείς σου, τα αδέλφια σου και την αγελάδα.
«Μόνο είκοσι θες; Εγώ σε ικανοποιώ και σαράντα» της λέει ο τρίτος αδερφός.
Αρχίζει, λοιπόν 1..2..5..20..25... ξαφνικά σταματάει και της λέει:
«Δε φαντάζομαι μετά το τριακοστό να πεθάνεις κι εσύ όπως η αγελάδα…»
Γέλασαν και οι δυο τους, γέλασε κι αυτός......
«Ουφ.... ούτε εγώ είμαι σίγουρος πως θα καταφέρω ν' αντεπεξέλθω να ικανοποιήσω τις προσδοκίες σας» Τους τόνισε.
«Κούκλε μου! κουκιά μετρημένα…. έχουμε τελειώσει τη δεύτερη και πάμε για την τρίτη ικανοποίηση.... χωρίς πρόβλημα το γνωρίζω από πρώτο χέρι γλυκέ μου διάβολε... όσο για την τέταρτη.... θα σου στήσει κώλο η φιλενάδα και σε βλέπω να την ικανοποιείς αγάπη μου.» Τον καθησύχασε η σύντροφος του. «Τώρα να προκύψει και πέμπτη..... χλωμό το βλέπω... πριν δεκαπέντε χρόνια θα στοιχημάτιζα ναι!»
Το πρόχειρο δείπνο ήταν έτοιμο.....Δείπνησαν με τρόφιμα από τις προμήθειες που είχε η Ναυσικά στο ψυγείο, μέσα σε μια πολύ ζεστή κ όμορφη ατμόσφαιρα απολαμβάνοντας και από ένα δροσερό ποτήρι λευκό κρασί.
Τελικά υπήρχε μια καθαρή σεξουαλική χημεία, λες και ήταν φτιαγμένοι οι τρεις τους για να ικανοποιεί ο ένας τον άλλον... Τα κορίτσια αναχώρησαν για την κρεβατοκάμαρα.
«Μωρή φιλενάδα αν δει τον κώλο σου έτσι που στον έχει ανοίξει ο ρασοφόρος τι του λες; Αλήθεια γιατί του φουκαρά δεν του δίνεις κώλο;»
«Τρελή είσαι; Δίνουμε στο στεφάνι μας κώλο; Εσύ έδινες; Τι θέλεις να μας περνάνε για πουτάνες;»
«Οι αριθμοί όμως δεν λένε ποτέ ψέματα..» Μουρμούριζε.
Και μια ανάλυση αυτού του τριάντα πέντε τον έκαιγε: Αν οι μισές είπαν ψέματα;
Πιστές μένουν το δεκαοκτώ τα εκατό. Αυτές πρέπει να είναι είτε άσκημες, είτε θεοσεβούμενες που τρέμουν την αμαρτία, είτε..... είτε…..
Η Ανδρομάχη είναι μεν δραστήρια και δυναμική, παράλληλα είναι πολύ ευσεβής και θεοσεβούμενη. Αγαπάει να πηγαίνει τακτικά στην Εκκλησία, νηστεύει Τετάρτη και Παρασκευή.
Αλλά άσκημη δεν είναι. Τουναντίον η Ανδρομάχη κολάζει, το είδος της γκόμενας που μπαίνει σ' ένα χώρο και γυρνάνε κεφάλια!
Γιε μου του έλεγε στην εφηβεία του, ο σοφός παππούς του...... «Ο έρωτας της γυναίκας είναι σαν τ΄ Απριλιού το χιόνι, πρωί πρωί απλώνεται το μεσημέρι λιώνει.»
Ααα!, την πονηρή αλεπού, τον γλυκό μου και μελιστάλαχτο ρασοφόρο, μου έκανε και τον κολλητό ο μπάσταρδος. Ο θεομπαίχτης.
Αλά έλα όμως που τον αγαπώ πάντα σαν φίλο και αδελφό μου τον μπαγάσα και η φαντασίωση να σκέφτομαι ότι η Ανδρομάχη μου θα μπορούσε να κάνει σεξ μαζί του ήταν μια ερωτική εμπειρία που δεν είχε φανταστεί μέχρι τότε αλλά περίεργα ένιωθε αυτή την πτυχή της σεξουαλικής ζωής της πολύ πιο ανώδυνα από όσο μπορούσε να φανταστεί.
Τα πέντε χρόνια στο κρεβάτι, τα έκανε σκάρτα πέντε μήνες ο καυλιάρης ιερέας......!!!
Βέβαια εδώ που τα λέμε έχει κι ένα δίκιο.
Όταν η σκρόφα σου κουνάει τα οπίσθια... «κόλαση» προκαλώντας αλλεπάλληλες σεισμικές δονήσεις και ο Όσιος Συμεών ο Στυλίτης να 'σαι, θα σε στείλει από τον Παράδεισο στην Κόλαση!!!
Αστραπιαία πέρασαν απ' το μυαλό του χίλιες σκέψεις, χαμογέλασε πονηρά, πόσο ακραία ηδονικό θα ήταν τελικά, ένα πήδημα του ρασοφόρου!!! Να τον γαμήσει τον κολλητό του τον ιερέα που το ζητούσε ο πισινός του.
Όχι βέβαια για την εκδίκηση. Δεν μπορεί η εκδίκηση να είναι επιλογή: Στον πόλεμο κανείς δεν κερδίζει, μόνο η μια πλευρά είναι που χάνει πιο αργά... αλλά γιατί υπάρχει μια εύφλεκτη αύρα που τον περιβάλλει και έχει κάτι αλήτικα ελκυστικό, περιμένοντας μονάχα μια σπίθα.
Είναι έτοιμος να ..
Και… και.. είναι και αυτά τα σημάδια και αυτό το ένστικτο κάτι που σημαίνει ότι μπορείς να καταλάβεις πράγματα χωρίς καν να ειπωθούν..
Όπως οι αναλαμπές της μνήμης από τις τελευταίες συναντήσεις τους υπήρχε μια παιχνιδιάρικη διάθεση του ρασοφόρου να του ανάβει την σπίθα του σεξουαλικού πάθους, καθώς του παρατριβόταν πάνω του, σημάδι ότι ο κώλος του ήθελε χάδια.
Αυτός απλά έμενε να κάνει το βήμα που χρειαζόταν….. καθώς αμφιταλαντευόταν μεταξύ της να αποδεχθεί η να απορρίψει την πρόκληση.....
Θυμάται ακόμη πως ο ρασοφόρος έδειχνε μεγάλη κατανόηση..... και οι αντιλήψεις του όσον αφορά την αποδοχή της ερωτικής σχέσης δυο ανδρών ήταν άκρως θετικές, παρά το γεγονός ότι είχε τα ερωτικά πάρε-δώσε του με χυμώδεις υπάρξεις....
«Φίλε!» του έλεγε «Ας αφήσουμε τις όμορφες γυναίκες για τους άντρες που δεν έχουν φαντασία.» Και τριβόταν επάνω του εμ, κάπως και, ναι, του προκαλούσε στύση.
Όλα αυτά ήταν μια διανοητική εικόνα, που σχηματίστηκε στο μυαλό του σαν πράξη, από μια σκέψη μερικών δευτερολέπτων ...Είναι αργά! Μία περίεργη, αλλά και δυνατή σε ερωτικές συγκινήσεις βραδιά με την πρώτη τους τριγωνική ερωτική τους συνεύρεση, είναι η αφετηρία που ξεκινά ένα εξαίσιο και απίστευτο γαϊτανάκι γλυκιάς παραζάλης με τις ερωτικές επιθυμίες που τους κατακλύζουν.
Ήταν η Ναυσικά που τον ξύπνησε από τις σκέψεις του.
Τι θωρείς ακίνητος πού τρέχει ο λογισμός σου; Τι στέκεις έτσι άφωνος, μες την αχλή γερμένος; Τι συλλογιέσαι;
«Ότι τα κεράσια και οι φράουλες που τρώτε κάνουν το μουνί της γυναίκας να έχει υπέροχη γεύση.» Σχολίασε αυτός.
«Κούκλε μου αυτό ήταν η προθέρμανση. Ετοιμάσου για την πιο σεξουαλική, παθιασμένη ερωτική υπόλοιπη βραδιά μωράκι μου. Για καυτές στιγμές έντονου πάθους με την σύντροφο σου και την φιλενάδα της.» Τον προετοιμάζει για τη συνέχεια η σύντροφος του.
«Κορίτσια τάιμ άουτ. Εγώ είμαι μέχρι το βήμα 3 στην κλίμακα του 5...... Για παραπάνω, σβήνουμε τα φώτα και πάμε για ύπνο»
«Δηλαδή;» του λένε και οι δυο με μια φωνή…
Και τους λέει μια ιστορία..
Μια φορά ένας χωρικός πάει να αρμέξει την αγελάδα του στο στάβλο και τη βρίσκει νεκρή. Η στενοχώρια του μεγάλη. Πάνω στην απελπισία του κρεμάστηκε. Πάει η γυναίκα του στο στάβλο, βρίσκει την αγελάδα νεκρή και τον άνδρα της κρεμασμένο και στην απελπισία της κρεμάστηκε και αυτή. Πάει ο γιος στο στάβλο, βλέπει το θέαμα και αποφασίζει να πάει να πέσει στον ποτάμι να πνιγεί. Λίγο πριν χάσει τις αισθήσεις του ένα χέρι τον βγάζει από το νερό. Ήταν μια γυναίκα πανέμορφη.
«Είμαι η νεράιδα του ποταμού. Ξέρω τι σου συνέβη. Αν με ικανοποιήσεις πέντε φορές θα αναστήσω τους γονείς σου και την αγελάδα.» Τη βάζει κάτω ο νεαρός… μια, δυο, τρεις, τέσσερις φορές αλλά στην πέμπτη φορά τα 'φτύσε.
«Άντε πνίξου» του λέει και τον αφήνει να πνιγεί στον ποταμό.
Πάει στο στάβλο και ο δεύτερος αδελφός,.......... Πάλι η νεράιδα ........ Αν με ικανοποιήσεις δέκα φορές .........Τη βάζει κι αυτός κάτω αλλά την δέκατη τα 'φτύσε. «Άντε πνίξου κι εσύ.»
Πάει και ο τρίτος αδελφός, βλέπει τι συνέβη και πάει κι αυτός να πνιγεί. Πάλι η νεράιδα .Αν με ικανοποιήσεις είκοσι φορές θα αναστήσω τους γονείς σου, τα αδέλφια σου και την αγελάδα.
«Μόνο είκοσι θες; Εγώ σε ικανοποιώ και σαράντα» της λέει ο τρίτος αδερφός.
Αρχίζει, λοιπόν 1..2..5..20..25... ξαφνικά σταματάει και της λέει:
«Δε φαντάζομαι μετά το τριακοστό να πεθάνεις κι εσύ όπως η αγελάδα…»
Γέλασαν και οι δυο τους, γέλασε κι αυτός......
«Ουφ.... ούτε εγώ είμαι σίγουρος πως θα καταφέρω ν' αντεπεξέλθω να ικανοποιήσω τις προσδοκίες σας» Τους τόνισε.
«Κούκλε μου! κουκιά μετρημένα…. έχουμε τελειώσει τη δεύτερη και πάμε για την τρίτη ικανοποίηση.... χωρίς πρόβλημα το γνωρίζω από πρώτο χέρι γλυκέ μου διάβολε... όσο για την τέταρτη.... θα σου στήσει κώλο η φιλενάδα και σε βλέπω να την ικανοποιείς αγάπη μου.» Τον καθησύχασε η σύντροφος του. «Τώρα να προκύψει και πέμπτη..... χλωμό το βλέπω... πριν δεκαπέντε χρόνια θα στοιχημάτιζα ναι!»
Το πρόχειρο δείπνο ήταν έτοιμο.....Δείπνησαν με τρόφιμα από τις προμήθειες που είχε η Ναυσικά στο ψυγείο, μέσα σε μια πολύ ζεστή κ όμορφη ατμόσφαιρα απολαμβάνοντας και από ένα δροσερό ποτήρι λευκό κρασί.
Τελικά υπήρχε μια καθαρή σεξουαλική χημεία, λες και ήταν φτιαγμένοι οι τρεις τους για να ικανοποιεί ο ένας τον άλλον... Τα κορίτσια αναχώρησαν για την κρεβατοκάμαρα.
«Μωρή φιλενάδα αν δει τον κώλο σου έτσι που στον έχει ανοίξει ο ρασοφόρος τι του λες; Αλήθεια γιατί του φουκαρά δεν του δίνεις κώλο;»
«Τρελή είσαι; Δίνουμε στο στεφάνι μας κώλο; Εσύ έδινες; Τι θέλεις να μας περνάνε για πουτάνες;»
Το μεθεπόμενο πρωινό, η Ανδρομάχη του έπιασε το χέρι και κοιτώντας τον στα μάτια σκεπτική του λέει: «Λέω να μην πάμε με την παρέα στην Τήνο! Μόνο να πάμε οι δυο μας όπως κάνουμε πάντα.»
«Γιατί; Μωρό μου! Ωραίες οι φαντασιώσεις αλλά με μέτρο;»
«Αυτό που έγινε προχθές, δεν λέω αν και ήταν υπέροχο, ωστόσο τώρα που ηρεμήσαμε νοιώθω περίεργα, δεν ξέρω αν θέλω να προχωρήσει. Δύσκολα αφομοιώνονται όλα αυτά θέλω να πω…. »
«Μωρό μου ήδη έχουμε κάνει τα πρώτα βήματα ζώντας το σεξουαλικό σκηνικό που μας ερεθίζει και βγαίνει έξω από τα όρια, του καθώς πρέπει, του ......σωστού...., του ηθικού και του κοινωνικά παραδεκτού. Λογικό οι ακραίες καταστάσεις να μας προβληματίζουν. Λογική συνέχεια ότι δε θ' αργούσαμε να έρθουμε αντιμέτωποι και με πιο ακραίες φαντασιώσεις στον έρωτα. Θα το τολμήσουμε; Η απάντηση μου είναι .....αφήνω την εκλογή σε σένα!!... Στο ερωτικό παιχνίδι όλα επιτρέπονται...... Το μυαλό ξεφεύγει.... Οι σεξουαλικές φαντασιώσεις βρίσκονται σε ένα σκοτεινό δωμάτιο του μυαλού μας, προκαλώντας μας μεγάλη ψυχική και σωματική ηδονή.
Άλλωστε ξεκίνησες πρώτη. Εγώ ακολουθώ. Αυτό είναι κάτι μεταξύ μας......» Συνέχιζε να τον κοιτά στα μάτια σκεπτική…. «Υπάρχει απόλυτη εμπιστοσύνη μεταξύ μας νοιώθω ασφάλεια μαζί σου. Ξέρω ότι αν σου πω ….φεύγουμε τώρα…., θα φύγουμε.» Του είπε με αφοπλιστική ειλικρίνεια.
Κι έτσι εντέλει συμφώνησε, και αποδέχτηκε την πρόκληση υπό έναν όρο.... «Αν μ' αγαπάς ......ζευγάρι εμείς.... ζευγάρι και η φιλενάδα με τον ρασοφόρο μας.. Και το ταξίδι με το ταχύπλοο της γραμμής........όχι καμπίνες, πολυτέλεια, άνεση και μοναδική ταξιδιωτική εμπειρία με όνειρα τρελά για ερωτικές ιστορίες που φαντασιώνεται η φιλενάδα μου.»
«Μωρό μου! Σ' αγαπώ! και το ξέρεις χρόνια τώρα. Μην την μαλώνεις τη φιλενάδα σου...... την ξέρει την αλήθεια.....αλλά μη της χαλάς τα όνειρα της….. Το ταξίδι, όπως και ο έρωτας, εκφράζει μια απόπειρα να μετατρέψουμε το όνειρο σε πραγματικότητα. Κάποιος έχει πει ότι ο καλός ταξιδευτής δεν έχει σταθερά σχέδια και δεν έχει καμιά πρόθεση να φτάσει κάπου.»
«Γιατί; Μωρό μου! Ωραίες οι φαντασιώσεις αλλά με μέτρο;»
«Αυτό που έγινε προχθές, δεν λέω αν και ήταν υπέροχο, ωστόσο τώρα που ηρεμήσαμε νοιώθω περίεργα, δεν ξέρω αν θέλω να προχωρήσει. Δύσκολα αφομοιώνονται όλα αυτά θέλω να πω…. »
«Μωρό μου ήδη έχουμε κάνει τα πρώτα βήματα ζώντας το σεξουαλικό σκηνικό που μας ερεθίζει και βγαίνει έξω από τα όρια, του καθώς πρέπει, του ......σωστού...., του ηθικού και του κοινωνικά παραδεκτού. Λογικό οι ακραίες καταστάσεις να μας προβληματίζουν. Λογική συνέχεια ότι δε θ' αργούσαμε να έρθουμε αντιμέτωποι και με πιο ακραίες φαντασιώσεις στον έρωτα. Θα το τολμήσουμε; Η απάντηση μου είναι .....αφήνω την εκλογή σε σένα!!... Στο ερωτικό παιχνίδι όλα επιτρέπονται...... Το μυαλό ξεφεύγει.... Οι σεξουαλικές φαντασιώσεις βρίσκονται σε ένα σκοτεινό δωμάτιο του μυαλού μας, προκαλώντας μας μεγάλη ψυχική και σωματική ηδονή.
Άλλωστε ξεκίνησες πρώτη. Εγώ ακολουθώ. Αυτό είναι κάτι μεταξύ μας......» Συνέχιζε να τον κοιτά στα μάτια σκεπτική…. «Υπάρχει απόλυτη εμπιστοσύνη μεταξύ μας νοιώθω ασφάλεια μαζί σου. Ξέρω ότι αν σου πω ….φεύγουμε τώρα…., θα φύγουμε.» Του είπε με αφοπλιστική ειλικρίνεια.
Κι έτσι εντέλει συμφώνησε, και αποδέχτηκε την πρόκληση υπό έναν όρο.... «Αν μ' αγαπάς ......ζευγάρι εμείς.... ζευγάρι και η φιλενάδα με τον ρασοφόρο μας.. Και το ταξίδι με το ταχύπλοο της γραμμής........όχι καμπίνες, πολυτέλεια, άνεση και μοναδική ταξιδιωτική εμπειρία με όνειρα τρελά για ερωτικές ιστορίες που φαντασιώνεται η φιλενάδα μου.»
«Μωρό μου! Σ' αγαπώ! και το ξέρεις χρόνια τώρα. Μην την μαλώνεις τη φιλενάδα σου...... την ξέρει την αλήθεια.....αλλά μη της χαλάς τα όνειρα της….. Το ταξίδι, όπως και ο έρωτας, εκφράζει μια απόπειρα να μετατρέψουμε το όνειρο σε πραγματικότητα. Κάποιος έχει πει ότι ο καλός ταξιδευτής δεν έχει σταθερά σχέδια και δεν έχει καμιά πρόθεση να φτάσει κάπου.»
Τελικά η Ναυσικά προσβλήθηκε από εποχιακό
αλλεργικό άσθμα, αδυνατούσε να ταξιδέψει.... ο ρασοφόρος είχε κάποια
προβλήματα που τον έτρεχαν με την ταξιδιωτική βίζα..... έβαλε ο και
διαβολάκος την ουρά του..... και όλα τα σχέδια τους έμειναν μετέωρα και
ανεκτέλεστα.
«Μωρό μου! Κάποιος άλλος έχει πει: Τα ταξίδια, όπως οι καλλιτέχνες, γεννιούνται δε γίνονται. Το δικό μας ήταν γραπτό να κοπεί στην κυοφορία του....»
Έτσι και αυτό το ταξίδι με τους τέσσερις….. ποτέ δεν έγινε..... αργότερα πήγαν οι δυο τους όπως τόσα χρόνια το συνηθίζουν....
Πάντα συνοδεύει την Ανδρομάχη στο ταξίδι της στη Μεγαλόχαρη της Τήνου και στη θεία λατρεία της.... Του το αναγνωρίζει...... Έχουν καταφέρει να έχουν μια υπέροχη σχέση………….
.................................................. Έχει μπει ο Σεπτέμβριος για τα καλά και ο ιερέας ετοιμάζεται για αναχώρηση με προορισμό το πατριαρχείο στα νέα καθήκοντα του. Ήδη την ενορία την έχει αναλάβει ο αντικαταστάτης του.
Η Ανδρομάχη θεωρούσε αδιανόητο να μην κάνουν μια αποχαιρετιστήρια γιορτή, ένα τραπέζι…. κάτι ….., με αφορμή το τέλος της συνεργασίας του ιερέα με την ενορία τους. Της φαινόταν γρουσουζιά, αλλά και μόνο στη σκέψη να το συζητήσει με τον σύντροφο της την έπιαναν ενοχές...
Περίμενε ότι ο Αλκιβιάδης θα δίσταζε ή θα συνοφρυωνόταν, εκείνος όμως την κοίταξε σκεπτικός. Κατόπιν, πήρε τα χέρια της συντρόφου του μέσα στα δικά του και εξέτασε τα νύχια της, όπως έκανε στα πρώτα χρόνια της γνωριμίας τους, και μετά την κοίταξε κατάματα.
«Μωρό μου! Κάποιος άλλος έχει πει: Τα ταξίδια, όπως οι καλλιτέχνες, γεννιούνται δε γίνονται. Το δικό μας ήταν γραπτό να κοπεί στην κυοφορία του....»
Έτσι και αυτό το ταξίδι με τους τέσσερις….. ποτέ δεν έγινε..... αργότερα πήγαν οι δυο τους όπως τόσα χρόνια το συνηθίζουν....
Πάντα συνοδεύει την Ανδρομάχη στο ταξίδι της στη Μεγαλόχαρη της Τήνου και στη θεία λατρεία της.... Του το αναγνωρίζει...... Έχουν καταφέρει να έχουν μια υπέροχη σχέση………….
.................................................. Έχει μπει ο Σεπτέμβριος για τα καλά και ο ιερέας ετοιμάζεται για αναχώρηση με προορισμό το πατριαρχείο στα νέα καθήκοντα του. Ήδη την ενορία την έχει αναλάβει ο αντικαταστάτης του.
Η Ανδρομάχη θεωρούσε αδιανόητο να μην κάνουν μια αποχαιρετιστήρια γιορτή, ένα τραπέζι…. κάτι ….., με αφορμή το τέλος της συνεργασίας του ιερέα με την ενορία τους. Της φαινόταν γρουσουζιά, αλλά και μόνο στη σκέψη να το συζητήσει με τον σύντροφο της την έπιαναν ενοχές...
Περίμενε ότι ο Αλκιβιάδης θα δίσταζε ή θα συνοφρυωνόταν, εκείνος όμως την κοίταξε σκεπτικός. Κατόπιν, πήρε τα χέρια της συντρόφου του μέσα στα δικά του και εξέτασε τα νύχια της, όπως έκανε στα πρώτα χρόνια της γνωριμίας τους, και μετά την κοίταξε κατάματα.
.«Ένα τραπέζι» είπε. «Πράγματι. Ωραία ιδέα».
«Ένα πολύ ιδιαίτερο, αποχαιρετιστήριο, τραπέζι, με μοναδικούς καλεσμένους τον ιερέα μας και τη φιλενάδα σου την Ναυσικά μας και κύριο πιάτο τη συγκίνηση.» Της είπε με τρυφερότητα.
Το τραπέζι αποφασίστηκε να γίνει στη πίσω βεράντα του σπιτιού τους, τηρούσε τις καλύτερες προϋποθέσεις από άποψη περιβάλλοντος. Η μεγάλη βεράντα με την πέργκολα που την σκέπαζαν η κληματαριά και οι βουκαμβίλιες μεταμορφώθηκε σε τραπεζαρία. Το τραπέζι στρώθηκε με λευκό κεντητό τραπεζομάντιλο και οι μυρωδιές έκαναν την βεράντα σαν εξοχική ταβέρνα. Τα τζιτζίκια τερέτιζαν, στα απέναντι πεύκα πανταχού παρόντα αλλά αθέατα, η βραδιά ήταν ζεστή.
Η Ανδρομάχη χαιρόταν αυτή την επιλογή, της άρεσε που, ενώ ήταν στο σπίτι της, ένιωθε σαν να βρισκόταν εντελώς αλλού. Αν και είχε κάποιους φόβους για το επικείμενο εγχείρημα, τους έδιωξε γρήγορα πίνοντας μια ρακή ήδη από την κουζίνα.
Ως τότε, δεν έπινε ποτέ πάνω από ένα δυο ποτηράκια κρασί, έτσι όταν ήπιε μια ρακή, δεν ήξερε αν βούρκωσε εξαιτίας του ποτού ή αν έφταιγε η γλυκόπικρη βεβαιότητα ότι ο ιερέας έφευγε την επόμενη μέρα. Ακούμπησε το ποτήρι της στο τραπέζι με μια πομπώδη χειρονομία και έκανε αέρα στο πρόσωπό της πριν ξεσπάσει σε δάκρυα. Το αποχαιρετιστήριο τραπέζι τους είχε γαρίδες με σκορδάτη, μαγιονέζα με κρίταμα, φρεσκότατα ζουμερά σκουμπριά στη σχάρα, μαϊντανοσαλάτα με πλιγούρι, λεμονάτη καπνιστή μελιτζανοσαλάτα και μία δροσερή σαλάτα με αγγούρι πιπεριές και άνηθο. Όλα φτιαγμένα με μεράκι από τα χέρια της.
Τα θαλασσινά συνόδευε ένα κρασί με νεύρο και όγκο, ένα λευκό ξηρό κρασί από την ποικιλία Σαββατιανό …αρχίζοντας και τελειώνοντας το δείπνο με μια ρακή.
Δύσκολος ο αποχαιρετισμός σε μια φαντασιακή ερωτική σχέση που εξατμίζεται στο πέρασμα του χρόνου.
Ο ιερέας! Και η Ναυσικά! Δυο φαντασιακά πρόσωπα! Δυο υπέροχες υπάρξεις, δυο αέρινες παρουσίες, οι οποίες τους χαρακτηρίζουν και πολλές φορές ταυτίζονται μαζί τους.
Πρόσωπα τόσο οικεία που τον βασανίζει ένα ερώτημα! Θα μπορούσε να είναι αυτοί οι ίδιοι;
Αυτός πάντως τους αγάπησε και την ερωτική του ιστορία την διηγείται με τρυφερότητα. Είναι ίδια η δική τους ερωτική ιστορία, παθιασμένη, που αποκαλύπτεται ισορροπώντας ανάμεσα στο φαντασιακό και το πραγματικό, στην καθημερινή τους αλήθεια και στο ιδανικό παραμύθι. Ο πραγματικός του κόσμος σταμάτησε για λίγο, καθώς μπήκε κι ο ίδιος στον κόσμο του παραμυθιού του. Συνδέθηκε με τους ήρωες του μέσα από την αναζήτηση στις λέξεις, στα συναισθήματά τους, αλλά και με το διάβα του χρόνου. Μπορεί οι περισσότεροι έρωτες να εξατμίζονται στο πέρασμα του χρόνου, αυτό δεν συμβαίνει όμως με την περίπτωση του. Αυτός προτιμά να κρατήσει άσβεστο το πάθος του. Και την κάθε μέρα μέσα από το όνειρο του να το ξαναζωντανεύει.
Γι αυτό και σήμερα οι λέξεις του έχουν σκοινιά και οι προτάσεις σύρματα αγκαθωτά καθώς επιχειρεί να τους αποχωριστεί. Είναι όμως η κατάλληλη ώρα να τελειώσει το παραμύθι του. Να αποσυνδέσει τον διακόπτη, να κλείσει απαλά την πόρτα, αφήνοντας απ' έξω τις μορφές τους, όσο και αν οι σκέψεις του δεν περιγράφονται με λόγια. Να σβήσει από τη μνήμη του τις φιγούρες τους και να φύγουν με τον ίδιο τρόπο όπως εμφανίστηκαν στο συναισθηματικό φαντασιακό του κόσμο. Η νύχτα ήρθε συμπονετική δροσερή άπλωσε σεντόνια σιωπής, μερικά σύννεφα ψηλά στον ουρανό έτρεχαν και άλλαζαν σχήμα σαν να κυνηγούσαν την ιδεατή μορφή τους.
Έκλεισε τα μάτια του και χαλάρωσε, έμεινε σιωπηλός και αφέθηκε στη ροή των σκέψεων του, ακολουθώντας τις αναμνήσεις του και άρχισε να ακούει με προθυμία όλα εκείνα τα πολύχρωμα παραμύθια με τα οποία ο πόθος και η φαντασία μάγευαν τις αισθήσεις του σαν Σειρήνες μες στο στήθος του που δεν μπορεί να τους αντισταθεί. Θυμήθηκε και του ήρθαν η εικόνες της πρώτης επαφής του με την Ανδρομάχη του σαν να ήταν φύλλα και κλαράκια που επέπλεαν σε ένα ποταμάκι. Ένα ποτάμι τον πλημμύρισε με εικόνες από την κοινή ζωή τους. Έτσι γεννήθηκε ο σπόρος του θαυμαστού φυτού της αγάπης τους. Και φύτρωσε, άφθονα και μεγάλωσε και θέριεψε, και αυτός δεν πρόκειται ποτέ, με κάποια ποταπή πράξη, να κλαδέψει τα φύλλα και τους μίσχους του! Θυμάται λεπτομέρειες πολλές, σημάδια και χνάρια της ζωής τους στο χρόνο, που δεν είχαν χαθεί! Τίποτα δεν έχει αλλάξει στη διάβα του χρόνου. Τι γλυκιά μελωδία που έχουν αλήθεια κάποιες αναμνήσεις. Τον έπνιξε μια τρυφερή νοσταλγία.
Απόψε σε μια ατμόσφαιρα γεμάτη τρυφερότητα οι δυο τους στη βεράντα, αυτός σύντροφος σταθερός αταλάντευτος, ζουν μαζί τις χαρές και τις λύπες τους. Και δεν υπήρξε ποτέ η εποχή που η ζωή τους να είχε μπροστά της δρόμους και μονοπάτια για πολλές επιλογές. Η διαδρομή τους ήταν πάντα μια, η εξαιρετική διαδρομή που οδηγούσε στα ιδανικά λημέρια της οικογένειας τους.
Το ερωτικό πάθος, αν και λιγότερο έντονο από ό,τι στην αρχή, μπορεί να αναβιώσει ξανά και ξανά σε μια σχέση στην οποία έχει αναπτυχθεί εμπιστοσύνη και οικειότητα.Διότι δεν είναι η σεξουαλική επιθυμία που τροφοδοτεί το ερωτικό συναίσθημα, αλλά τα τρυφερά συναισθήματα που ξυπνούν την επιθυμία του ενός για τον άλλον.
Κι αυτό δεν είναι ένα τραπέζι λύπης και θλίψης, αλλά ένα τραπέζι χαράς με πρωταγωνιστές τους δυο τους γιατί απόψε γιορτάζουν τα δέκα πέντε χρόνια συμβίωσης και ήταν τόσο χαρούμενοι που πραγματικά έλαμπαν στο γιορτινό τους τραπέζι.
Η ευτυχία είναι γύρω τους, κοντά τους, τους πολιορκεί από παντού και δεν έπαψε να τους χτυπά την πόρτα θέλοντας να φτάσει στην καρδιά τους με τον αέρα που αναπνέουν.
«Τι μεγάλη χαρά να βλέπω γύρω μου χαρούμενους ανθρώπους.» Του λέει, με τα μάτια της να λάμπουν ηδονικά.
«Και εγώ άγγελε μου! Κι όταν εμείς είμαστε ευτυχισμένοι και οι γύρω μας είναι ευτυχισμένοι και χαρούμενοι.»
Την αγκάλιασε και προχώρησαν προς την έσοδο του σπιτιού. Κάτω από τη μεγάλη πόρτα του σαλονιού, σταμάτησε. Τον κοίταξε παράξενα, ένιωθε κάτι περίεργο να πλανιέται στην ατμόσφαιρα. Αισθάνθηκε τόσο περίεργα, ήταν αυτή και αυτός, κανείς άλλος. Ήταν μια γυναίκα έτοιμη να βρυχηθεί. Ήταν η στιγμή τους. Κρεμάστηκε στους ώμους του, ένιωσε τη ζεστασιά της να διαπερνά το κορμί του. Νιώθοντας πως ήθελε περισσότερα από εκείνη, αγκάλιασε τη μέση της με το χέρι του και τράβηξε το κορμί της να κολλήσει στο δικό του. Το πρόσωπό της βρίσκεται κάπου στο στήθος του, τα χείλη της φιλούν το λαιμό του, τα χέρια της έχουν αγκαλιάσει τη μέση του.
Γλιστράνε στην άκρη του αναπαυτικού καναπέ καθώς αυτός γονατίζει στο πάτωμα, με το ένα του χέρι αγκάλιασε από τη μέση το καυτό κορμί της και το άλλο κατέβηκε από την κοιλιά της και έπιασε το σημείο ανάμεσα στο δαντελένιο εσώρουχό της. Βρήκε αυτό που αναζητούσε και το χάιδεψε ανελέητα με τις άκρες των δαχτύλων του.
Ακόμα και με τόσο λίγα προκαταρκτικά, εκείνη ήταν ήδη έτοιμη, ένιωσε την υγρή ζεστασιά της να τον τυλίγει. Την κράτησε σταθερά καθώς συνέχιζε να τη χαϊδεύει, ώσπου εκείνη τεντώθηκε σαν τόξο, τίναξε το κεφάλι της πίσω και τα νύχια της γαντζώθηκαν στους ώμους του, ενώ οι βρυχηθμοί της απλώθηκαν στις τέσσερις γωνίες του σαλονιού.
..Οι φαντασιώσεις τους κλείδωσαν στο συζυγικό τους κρεβάτι, εκεί ο ένας δίπλα στον άλλο, τα μάτια τους αντικρίζουν μόνο εκείνους. Ο χρόνος σταματάει. Οι λέξεις περισσεύουν η ανάσα τους κόβεται, μένουν μόνο τα βλέμματα τους να μιλήσουν και να καλύψουν όλα τα κενά που υπάρχουν μέσα τους. Οι ανάσες κι οι χτύποι της καρδιάς τους συντονίζονται, χαράζουν κοινές νότες ευτυχίας κι αισθάνονται «ένας» όπως δεκαπέντε χρόνια τώρα.
Σε μια ρουτίνα που δε μιλάνε τα χείλη αλλά τα βλέμματα. Καταργούνται οι λέξεις και απλά της φανερώνει την αγάπη του με πράξεις. Και μαζί ανταμώνουν τ’ όνειρο σ ’έναν κόσμο δικό τους κάτω απ’ την επήρεια εθιστικών αγγιγμάτων, κι αισθήσεων που συγκρούονται κι εκρήγνυται σε ένα ερωτικό παραλήρημα που δίνει ενέργεια στις σεξουαλικές φαντασιώσεις τους.
Τα δάχτυλα και τα χέρια του, της χαρίζουν λυτρωτικά χάδια και χαλαρώνουν κάθε της αντίσταση, κάθε της ενδοιασμό. Το μασάζ σε κάθε σημείο του σώματός της την κάνουν να παραδίνεται άνευ όρων και να ξεχνά κάθε «πρέπει», «μη» και «δεν». Μαζί του δεν υπάρχουν «απαγορεύεται» κι «επιτρέπεται» και όλα γίνονται σκόνη που τη φυσάει, κάθε φορά που αφήνει μικρές αναπνοές πάνω στο κορμί της. Κάνει το σώμα της δικό του κι αυτή δοκιμάζει και δοκιμάζεται, παίζει, ταξιδεύει, τρελαίνεται και του προσφέρεται. Κάθε φορά που την κάνει να «τελειώνει», νιώθει να δαμάζεται κι απολαμβάνει δυνατά τον ρόλο της.Τον νιώθει να εισχωρεί στο κορμί της και τον εκλιπαρεί να μη σταματήσει. Όταν είναι υπό το καθεστώς της καύλας, δεν κρατά μεζούρες. Μόνο παρακαλά αυτός ο «τύραννος» να συνεχίσει να τη βασανίζει. Μόνη της λύτρωση η ένωσή τους και αυτό που θα κάνει όλες τους τις αισθήσεις να χτυπήσουν συναγερμό και να φτάσει το μυαλό τους στο «κόκκινο». Λόγια, κραυγές, μουγκρητά, ιδρώτας, δύναμη κι αδυναμία, όλα καταθέτονται στο βωμό της απόλαυσης και της κορύφωσης.
,,,,,,Ξάπλωσε δίπλα της άνοιξε τα καυτά χείλη του αιδοίου της, και άρχισε απαλά να γλείφει το θάμνο γύρω του. Η Ανδρομάχη αρχίζει να αναδεύεται ανήσυχα, αρχίζει να βογκά και να αναστενάζει γεμάτη λαγνεία.
Αμέσως μετά η γλώσσα του βυθίζεται και το κορμί της σφαδάζει φρενιασμένα. Όσο τη ρουφάει και τη πηδάει με τη γλώσσα του, νιώθει ηδονικό σκίρτημα παντού, σε όλο της το κορμί, δεν μπορεί να αντισταθεί στο κάλεσμά του, τύλιξε τα πόδια της στο λαιμό του και τον κράτησε εκεί.
Της αρέσει αυτή η στάση. Δεν δέχονται όλες οι γυναίκες να πέσει ένας οποιοσδήποτε άντρας ανάμεσα στα σκέλια τους, πρέπει πρώτα να τις κερδίσει για να του δώσουν το σινιάλο. Με τη γλώσσα του διαχώρισε τα δυο χείλη και όταν τ' άνοιξε πια ήταν υγρά και έτριψε τη γλώσσα του πάνω κάτω ανάμεσα στα στρώματα της ευαίσθητης της σάρκας, πέρασε τα χέρια του κάτω απ' τα γόνατα της, έπιασε τους γοφούς της και τη κοιλιά της με της παλάμες του, την χάιδεψε και της άνοιξε τα πόδια.
Όλα γίνονται απαλά, με ευγένεια, είναι μια προσευχή που θέλει την ώρα της.
Τον ικανοποιεί βαθιά το να φέρνει τη σύντροφο του σε σπασμούς έκστασης με τα φιλιά του.
Το πιστεύει βαθιά ότι μεταξύ δύο συντρόφων δεν υπάρχει καμία διαφθορά, ενοχή ή ντροπή, γιατί η σαρκική ανισότητα παύει να υπάρχει στο κρεβάτι. Υπάρχει μόνο η υπόσχεση της ευχαρίστησης και η εκπλήρωση των αμοιβαίων επιθυμιών.
Η θέα των χειλιών του αιδοίου και των αστραφτερών ρόδινων πτυχών έστειλαν όλο το αίμα από το σώμα του να ξεχυθεί σαν χείμαρρος στο πέος του.
Εκείνη βόγκηξε απελπισμένα. «Σε παρακαλώ» είπε λαχανιασμένα, τον ικέτεψε να βάλει ένα τέλος στα ηδονικά βασανιστήρια που της έκανε με τη γλώσσα του.
Καθώς εκείνος ξεκίνησε να κινείται με αργές ωθήσεις, εκείνη ανασηκώθηκε για να τον συναντήσει, άρχισε να κινείται ρυθμικά μέσα της σ’ ένα ξέφρενο οργασμό που δεν μπορούσε να τον συγκρατήσει, οι απότομοι σπασμοί του ξύπνησαν μέσα της κύματα, σαν φλόγες, αστραφτερές που έκαναν τα σωθικά της να λιώνουν. Είναι σαν να διαδέχονται το ένα το άλλο, πολλά κύματα ευχαρίστησης. Σχεδόν σαν πυροτεχνήματα, όπου υπάρχει μια έκρηξη και μετά έρχεται μια άλλη, λίγο μετά μια ακόμα και είναι όλες υπέροχες.. Η απελευθέρωσή του ήρθε καυτή, ο σφυγμός του σφυροκοπούσε στα αυτιά του και ούτε που κατάλαβε τις άναρθρες κραυγές της σαν πληγωμένο θηλυκό ζώο που δεν έβγαζαν κανένα νόημα, καθώς άλλος ένας οργασμός που την κυρίευσε της εξουθένωσε σώμα και ψυχή. Έμεινε να βαριανασαίνει με κλειστά μάτια για καμπόση ώρα και μετά τον έβγαλε απότομα από μέσα της, καθώς συνερχόταν σιγά σιγά.
Ο Αλκιβιάδης κατέρρευσε δίπλα της κατάκοπος και γαλήνιος. Και της ψιθυρίζει στο αυτί πως η χημεία τους όπως κι η μαγεία δε χάνονται. Μια όαση είναι που μέσα της παρασύρονται και χάνονται μέχρι να τους βρει το ξημέρωμα αγκαλιά.
Είχαν αγαπηθεί όπως ποτέ, και καμιά λέξη, κανένα βλέμμα δεν ήταν πιο εκφραστικό απ’ τα κορμιά τους που είχαν νιώσει τόσο έντονα την ηδονή. Ο Αλκιβιαδης κουλουριάστηκε σαν χαδιάρης γάτος πάνω στην Ανδρομάχη του. Τα κορμιά τους εφάρμοσαν φυσικά, το ένα θηλύκωσε στο άλλο, αυτός πίσω της. Το μυώδες στομάχι του κούμπωσε στην καμάρα της πλάτης της, οι μηροί του βρήκαν τη θέση τους στην κοιλότητα των λυγισμένων ποδιών της. Φωλιασμένη μέσα στα μακριά μυώδη μπράτσα του και νανουρισμένη από το απαλό λίκνισμα του, η Ανδρομάχη αποκοιμήθηκε πρώτη.
Και κάθε φορά του υπενθυμίζει πως όταν κοιμούνται μαζί, ν’ αφήνει το πνεύμα του στα χέρια της με ασφάλεια, και δε θα βγει ποτέ από τα δίχτυα της. Όχι ότι αυτός άλλωστε θέλει να ξεφύγει, από την ισόβια σύντροφό του, που τον σαγηνεύει με την άδολη χάρη της και τον φυσικό αισθησιασμό της. Φαινομενικά εύθραυστη, αλλά προικισμένη με τεράστια δύναμη επιβίωσης, ικανή να προσφέρει ασφάλεια και προστασία στην σχέση τους και την οικογένεια τους. Δεν θα δειλιάσει στιγμή να σταθεί στο πλευρό αυτών που αγαπά και να γυρίσει αν χρειαστεί για το χατήρι τους τον κόσμο ανάποδα.
Αυτή η μία και μοναδική που είναι το λιμάνι τους. Ο κυματοθραύστης τους και ο σηματοφόρος της χαράς τους που η παρουσία της πέφτει σαν τη σταγόνα του λαδιού στο νερό, σταγόνα που απλώνεται και γαληνεύει την υδάτινη επιφάνεια.
Είναι σημαντικό γι αυτόν μετά από τόσα χρόνια έγγαμου βίου, την αγάπησε από μέσα προς τα έξω, νοιάζεται για την Ανδρομάχη του, ξέρει ότι μπορούν να συνυπάρχουν χωρίς να κυνηγάνε σκιές αναζητώντας το καλύτερο απ' αυτό που έχουν.
Μαζί λοιπόν προσπαθούν και ζουν με περίσσια αγάπη, με τις συμφωνίες αλλά και τις διαφωνίες τους, και με τις λιακάδες και με τις βροχές, πάντα δίπλα ο ένας στον άλλο, όχι απέναντι.
Αυτό είναι μια καλή συνταγή για μια σχέση τους που ξέρει να μαγειρεύει, αλλά και ξέρει να τρώει!
Ο δε παλιόφιλος καπετάνιος , αφού πρώτα τον κάθισε σε αναμμένα κάρβουνα, ερμηνεύοντας με σαφήνεια όσα οι έρευνες και οι αναλύσεις λένε, τρέχει τώρα τη φωτιά να σβήσει, ανήσυχος για μια εξέλιξη ανεπανόρθωτη στην οικογενειακή ζωή του φίλου του.!
Πριν αναχωρήσει για τα μακρινά του ταξίδια, του τόνισε με έμφαση.....
Μιας και σίγουρα μετά από την συζήτηση μας η καχυποψία σου έχει φτάσει σε επίπεδα στρατόσφαιρας, καλό θα ήταν πριν καταδικάσεις τη σύντροφό σου ως μοιχαλίδα σε αναμονή, να μπεις στην ακριβώς αντίστροφη διαδικασία που λέει το εξής απλό: Αν μία γυναίκα περνάει καλά, δεν κάνει «σχέδια» παρά μόνο για τον άντρα στον οποίο οφείλει την ευτυχία της.
Ξέρεις, επομένως, τι πρέπει να κάνεις. Άλλωστε, φίλε μου καλέ, ποτέ σου να μην ξεχνάς ότι και η Πηνελόπη, με τον Οδυσσέα έμεινε.
Η μαγκιά είναι το ταίρι σου να είναι προορισμένο για σένα και με τη συμπεριφορά σου να το καλύπτεις τόσο και με τέτοιον τρόπο που να μη βρίσκει τρύπα να μπουκάρει ο δαίμονας.
Και τέλος μια χρήσιμη και βασική συμβουλή που πρέπει να έχεις υπόψη σου .
Το σεξ δεν επιβάλλεται, ούτε απαιτείται. Δεν είναι σωστό ή λάθος, είναι η ανάγκη σου για εκείνη, να τη θέλεις στο μυαλό και στο σώμα σου. Να γουστάρεις τη γυναίκα σου, να θες να κάνετε σεξ.
Βασικός νόμος και απαράβατος! Η γυναίκα το σεξ το έχει στα σκέλια της. Είναι αυτή που κρατάει το κλειδί του σεξ στα χέρια της. Άμα θέλει, σε κάνει και τρέχεις. Μπορεί να σε φέρει από την άκρη του κόσμου, γιατί ξέρει καλά το κουμπί του άντρα που λέγεται πόθος.
::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::
Υ.Γ.1: Το σεξ δεν είναι έγκλημα.... Η περιγραφή του γιατί πρέπει να είναι;
.......Θυμάμαι την εποχή που ο αέρας ήταν καθαρός και το σεξ βρώμικο .....Μπερνς Τζώρτζ..........
::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::
Υ.Γ.2: Υπάρχει ο ιδανικός σύντροφος;
«Στο μυαλό μας μπορεί να υπάρχει. Αργά ή γρήγορα η πραγματικότητα θα μας χτυπήσει την πόρτα αφού ο ιδανικός άλλος είναι ένας διαφορετικός άνθρωπος με διαφορετικά βιώματα και προσδοκίες.
Οι δύο πλευρές συναισθάνονται ότι ποτέ δεν θα γίνουν ένα σώμα αλλά θα είναι δύο ξεχωριστά άτομα. Η πρόκληση από εδώ και πέρα είναι να διατηρηθεί ένας κοινός κόσμος, αντιλήψεις και προσδοκίες.
Και τελικά αυτό το πρόσωπο που επιλέξαμε μπορεί να μην είναι το τέλειο ταίρι αλλά εμείς το επιλέξαμε και πάλι αυτό θα διαλέγαμε με όλα τα λάθη και τις αντιθέσεις. Ένας αληθινός άνθρωπος με πολλά χαρίσματα και πτυχές συμπεριφορών που ακόμη εξακολουθούμε να ανακαλύπτουμε και φυσικά να αγαπάμε. Οτιδήποτε άλλο, είναι συνέταιρος και η σχέση σύμβαση......γι αυτό τη σημερινή μας εποχή τόσες αποτυχημένες συμβάσεις καταγγέλλονται πλέον τόσο συχνά.»!





'
0 comments:
Δημοσίευση σχολίου