Αναμνήσεις από έναν χειμώνα... κι ένα σαββατόβραδο στην αυγή της νέας χιλιετίας.
Βγαίνοντας στα νερά του Ατλαντικού Ωκεανού, έχοντας αφήσει πίσω μας τη Μεσόγειο Θάλασσα και τα Στενά του Γιβραλτάρ, ο ουρανός και η θάλασσα άρχισαν να δείχνουν τις άγριες διαθέσεις τους.
Ήταν σαν να περνούσαμε ένα αόρατο σύνορο. Η γαλήνη της Μεσογείου έδινε τη θέση της στην αδάμαστη δύναμη του Ατλαντικού, όπου ο άνεμος βάραινε την ατμόσφαιρα, τα σύννεφα χαμήλωναν απειλητικά και η θάλασσα, ολοένα πιο ανήσυχη, προανήγγελλε ότι το ταξίδι από εκεί και πέρα δεν θα ήταν εύκολη υπόθεση. Μαύρισε ο ουρανός της περιοχής. Το βαρόμετρο πήρε τον κατήφορο και το πλοίο άρχισε να αρμενίζει σ' ένα ψηλό και κοφτό αποθάλασσο, που ερχόταν από τα βορειοδυτικά. Τα πρώτα φυσήματα του ανέμου δεν άργησαν να μετατραπούν σε βίαιες σπηλιάδες και, λίγο αργότερα, σε θύελλα μεγάλης έντασης. Η θάλασσα, πάντα υπάκουη στις προσταγές του ανέμου, άρχισε να σηκώνει κύματα μεγάλα και αφρισμένα, ολόρθα και θεόρατα, που ορμούσαν πάνω στο πλοίο με την αδάμαστη ορμή του Ατλαντικού. Προσπερνώντας το νοτιοδυτικό άκρο της Ιβηρικής Χερσονήσου και το Ακρωτήριο του Αγίου Βικεντίου από τα δεξιά μας, συνεχίζαμε με διαγώνια βόρεια πορεία προς τον λιμένα προορισμού μας στις Κάτω Χώρες. Το πλοίο σκαμπανέβαζε ολοένα και πιο έντονα πάνω στα αφρισμένα κύματα, παλεύοντας κόντρα στην ορμή της θάλασσας και στο αντιμάμαλο που δημιουργούνταν από τους ισχυρούς βορειοδυτικούς ανέμους και τις απόκρημνες, δύσβατες ακτές του ακρωτηρίου. Κάθε πρόσκρουση της πλώρης στα κύματα συνοδευόταν από έναν βαρύ μεταλλικό γδούπο, ενώ το κατάστρωμα έτρεμε κάτω από τα πόδια μας. Ο Ατλαντικός έδειχνε πλέον το σκληρό του πρόσωπο, δοκιμάζοντας ανθρώπους και πλοίο σε κάθε μίλι της πορείας μας. Σκούρα, μουντά σύννεφα είχαν σκεπάσει τον ουρανό γύρω μας. Ο άνεμος του ανοιχτού ωκεανού βρυχιόταν ασταμάτητα και η βροχή, που είχε μόλις ξεσπάσει, σφυροκοπούσε άγρια και ενοχλητικά τα φινιστρίνια του πλοίου. Ο αχός της γινόταν ένα με τον αδιάκοπο παφλασμό των κυμάτων, δημιουργώντας εκείνη τη βαθιά, μονότονη βοή που μόνο ο Ατλαντικός ξέρει να γεννά. Κι ενώ εμείς παλεύαμε με τα στοιχεία της φύσης, τα κύματα, κουβαλώντας τη βαριά ανάσα του ωκεανού, συνέχιζαν να επιτίθενται ακατάπαυστα στις βραχώδεις ακτές. Με μια υπομονή που μόνο η φύση διαθέτει, τις σμίλευαν αδιάκοπα, αιώνα τον αιώνα, χιλιετία τη χιλιετία, θυμίζοντας πως απέναντι στη δύναμη της θάλασσας ο χρόνος δεν μετριέται με ανθρώπινες ζωές, αλλά με αιώνες.
Η ώρα είχε πια περάσει. Καθόμουν μόνος στο γραφείο μου, τυλιγμένος στα δικά μου μαύρα σύννεφα, απορροφημένος στις σκέψεις μου. Τα τελευταία γεγονότα με είχαν γεμίσει λύπη και με είχαν παρασύρει σ' έναν κυκεώνα συναισθηματικών αποχρώσεων, που έθεταν σε σκληρή δοκιμασία τη λογική και την ψυχική μου ισορροπία. Έξω, η θύελλα λυσσομανούσε. Μέσα μου, μια άλλη θύελλα, αθέατη αλλά εξίσου βίαιη, είχε ήδη ξεσπάσει. Όσο ο άνεμος ούρλιαζε στα ξάρτια και τα κύματα χτυπούσαν με μανία το πλοίο, τόσο ένιωθα το ουρλιαχτό της καταιγίδας να γίνεται ένα με τις οργισμένες σκέψεις μου. Για μια στιγμή, δεν μπορούσα πια να ξεχωρίσω αν αυτό που άκουγα ήταν ο Ατλαντικός που εξαγριωνόταν ή η δική μου ψυχή που αναζητούσε διέξοδο.
Ψάχνω βαθιά στη μνήμη μου να ανακαλύψω και να σηματοδοτήσω το σημείο από όπου άρχισαν οι πραγματικά άβολες και πρωτόγνωρες εμπειρίες. Να εντοπίσω τη στιγμή που οι γνώριμες εργασιακές συνθήκες στο πλοίο άρχισαν, σχεδόν ανεπαίσθητα στην αρχή και έπειτα αμετάκλητα, να μεταμορφώνονται σε μια νέα πραγματικότητα. Μια πραγματικότητα που ελάχιστα λάμβανε υπόψη την ιδιαιτερότητα της ναυτικής ζωής και τη σκληρή καθημερινότητα της επιβίωσης μέσα σ' ένα από τα δυσκολότερα εργασιακά περιβάλλοντα που μπορεί να γνωρίσει ο άνθρωπος. «Τι ευτελισμός κι αυτός...»
Δεν επρόκειτο απλώς για ένα ακόμη δυσάρεστο περιστατικό. Ήταν η αίσθηση ότι είχε συντελεστεί μια βαθύτερη μεταβολή· ότι είχε διαρραγεί μια άγραφη σχέση εμπιστοσύνης ανάμεσα στον άνθρωπο της θάλασσας και σε όσους αποφάσιζαν γι' αυτόν από την ασφάλεια της στεριάς. «Το κουτί της Πανδώρας είχε πια ανοίξει.»
Η ιστορία που θα σας διηγηθώ είναι αληθινή. Κι αυτό που με θλίβει περισσότερο είναι πως δεν αποτελεί τη μοναδική περίπτωση. Παρόμοια περιστατικά έχουν πολλοί να αφηγηθούν και ακόμη περισσότεροι να καταμαρτυρήσουν. Δεν μπορούσα ποτέ να φανταστώ ότι, ξεκινώντας για το τελευταίο μου μπάρκο, θα ερχόμουν αντιμέτωπος με μια πρωτοφανή κατάσταση, ικανή να θέσει υπό αμφισβήτηση την ελεύθερη άσκηση του επαγγέλματος που υπηρέτησα επί δεκαετίες. Ακόμη λιγότερο μπορούσα να διανοηθώ ότι θα αντιμετωπιζόμουν ως εργαζόμενος «σαν να τελούσα υπό διαρκή δικαστική επιτήρηση», σαν να είχε εκ των προτέρων τεθεί υπό αμφισβήτηση η επαγγελματική μου ακεραιότητα. Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα πως δεν επρόκειτο απλώς για μια προσωπική περιπέτεια. Ήταν ένα προμήνυμα ότι κάτι βαθύτερο είχε αλλάξει στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπιζόταν πλέον ο άνθρωπος της θάλασσας. Με αντικειμενικούς όρους, η αναφορά στην τελευταία μου εργασιακή περιπέτεια δεν αποτελεί απλώς την αφήγηση μιας προσωπικής εμπειρίας. Κατά την ταπεινή μου άποψη, αναδεικνύει τις νέες συνθήκες που αναδύονται στη σύγχρονη ναυτιλία και σκιαγραφεί τα χαρακτηριστικά μιας πραγματικότητας που τείνει να διαμορφώσει την προκαθορισμένη πορεία και το κοινό μέλλον των μηχανικών στα πλοία. Εάν δεν υπάρξει έγκαιρη, ουσιαστική και διαρκής παρέμβαση από τους αρμόδιους φορείς, οι συνθήκες αυτές κινδυνεύουν να παγιωθούν τα επόμενα χρόνια, επηρεάζοντας όχι μόνο την επαγγελματική αξιοπρέπεια των μηχανικών, αλλά και την ίδια την ελκυστικότητα του ναυτικού επαγγέλματος για τις νεότερες γενιές. Αξίζει να επισημανθεί ότι όλοι οι εμπλεκόμενοι φορείς της ναυτιλίας διακηρύσσουν, με ιδιαίτερο ζήλο, την ανάγκη για υψηλού επιπέδου εκπαίδευση και συνεχή επιμόρφωση των ναυτικών. Η πραγματικότητα, όμως, που προσωπικά βίωσα μοιάζει να κινείται προς την αντίθετη κατεύθυνση. Αντί να ενισχύεται ουσιαστικά η γνώση και η επαγγελματική τους κατάρτιση, παρατηρείται μια διαρκής μεταφορά νέων υποχρεώσεων και ευθυνών στις πλάτες του ναυτικού, πολλές από τις οποίες υπερβαίνουν τόσο τις πραγματικές δυνατότητές του όσο και το αντικείμενο της εργασίας του. Το αποκορύφωμα αυτής της εξέλιξης είναι η σταδιακή εισαγωγή νομοθετικών ρυθμίσεων που διευρύνουν την ποινική έκθεση των ναυτικών. Έτσι, οι επικεφαλής πλοίαρχοι και μηχανικοί των πλοίων, αντί να ασκούν τα καθήκοντά τους με την αυτοπεποίθηση και την υπερηφάνεια που αρμόζει στην ευθύνη του λειτουργήματός τους, βρίσκονται συχνά να εργάζονται υπό το βάρος του φόβου και της πιθανότητας ποινικών συνεπειών. Εγκλωβίζονται ανάμεσα στις απαιτήσεις των πολυεθνικών ναυτιλιακών εταιρειών, στις πιέσεις των λιμενικών και άλλων αρχών των κρατών που επισκέπτονται και στις ολοένα αυξανόμενες κανονιστικές υποχρεώσεις, χωρίς να διαθέτουν πάντοτε τα μέσα ή την ουσιαστική υποστήριξη για να ανταποκριθούν σε αυτές.
Είμαι από εκείνους που πιστεύουν ότι η κατάσταση έχει πλέον φτάσει σε μια κρίσιμη καμπή. Εισερχόμαστε σε μια εποχή κατά την οποία η ναυτιλία, όπως και η κοινωνία συνολικά, μεταβάλλεται με ταχύτητα, δημιουργώντας νέες απαιτήσεις αλλά και νέες μορφές πίεσης για όσους εργάζονται στα πλοία. Κατά την άποψή μου, δύσκολα συναντά κανείς σε άλλους επαγγελματικούς χώρους μια τόσο εκτεταμένη μεταφορά ποινικών και προσωπικών ευθυνών στα επιχειρησιακά στελέχη όσο αυτή που παρατηρείται σήμερα στη ναυτιλία. Ο πλοίαρχος και ο μηχανικός δεν καλούνται πλέον μόνο να ασκήσουν το επάγγελμά τους με τεχνική επάρκεια και επαγγελματισμό· συχνά αισθάνονται ότι βρίσκονται υπό διαρκή έλεγχο από ένα πλέγμα κανονισμών, ελεγκτικών μηχανισμών και διοικητικών αρχών. Η πραγματικότητα αυτή δημιουργεί την αίσθηση ότι τα στελέχη των πλοίων αντιμετωπίζονται εκ προοιμίου ως πρόσωπα υψηλού κινδύνου, σαν να πρέπει διαρκώς να αποδεικνύουν ότι ενεργούν σύννομα, αντί να θεωρείται αυτονόητη η επαγγελματική τους ευσυνειδησία. Ένα τέτοιο κλίμα δεν ενισχύει μόνο τον φόβο της προσωπικής ευθύνης· επηρεάζει και τον τρόπο με τον οποίο οι νέοι άνθρωποι αντιλαμβάνονται το ναυτικό επάγγελμα και το αν θα επιλέξουν να το ακολουθήσουν.
Και οι λόγοι της ανησυχίας μου δεν σταματούν εδώ. Εκτιμώ ότι οι εξελίξεις αυτές θα έχουν αναπόφευκτα αρνητικό αντίκτυπο στην προσέλκυση νέων στελεχών στο ναυτικό επάγγελμα. Όταν οι ευθύνες πολλαπλασιάζονται, η επαγγελματική ανασφάλεια εντείνεται και η προσωπική έκθεση αυξάνεται, είναι εύλογο οι νέοι να αντιμετωπίζουν με δισταγμό την επιλογή μιας σταδιοδρομίας στη θάλασσα. Πιστεύω ότι αυτή αποτελεί μία από τις βασικές αιτίες για τις οποίες το μέλλον της επάνδρωσης της ελληνικής εμπορικής ναυτιλίας με Έλληνες αξιωματικούς και μηχανικούς διαγράφεται δυσοίωνο. Εάν η σημερινή πορεία δεν αναστραφεί με ουσιαστικές παρεμβάσεις, η συνεχής συρρίκνωση του ελληνικού ναυτικού δυναμικού θα επιταχυνθεί, με σοβαρές συνέπειες για τη ναυτική παράδοση, την τεχνογνωσία και τη διεθνή παρουσία της χώρας μας στη ναυτιλία. Δεν είναι υπερβολή να πω ότι, υπό αυτές τις συνθήκες, ο Έλληνας ναυτικός κινδυνεύει να καταστεί μια ολοένα και πιο σπάνια παρουσία στα πλοία του ελληνόκτητου στόλου.
Όλα ξεκίνησαν τη στιγμή που η αξιότιμη σύνδεσμος του γραφείου με το πλοίο, μια ευγενική γυναικεία παρουσία με φωτεινό βλέμμα και ένα διακριτικό, συμπαθητικό χαμόγελο, μου παρέδωσε ιδιοχείρως ένα εγχειρίδιο. Στο εξώφυλλό του αναγραφόταν ο αριθμός του δικογράφου ΧΧΧ, που αφορούσε απόφαση του Περιφερειακού Δικαστηρίου της Πολιτείας XXXXXXXXXX των Ηνωμένων Πολιτειών.
«Διαβάστε το προσεκτικά πριν αναχωρήσετε», μου είπε με ευγένεια.
Το πήρα στα χέρια μου χωρίς να μπορώ να φανταστώ ότι εκείνες οι σελίδες δεν περιείχαν απλώς μια ακόμη υπηρεσιακή ενημέρωση. Ήταν η πρώτη πράξη μιας πρωτόγνωρης εμπειρίας, που θα σημάδευε το τελευταίο μου μπάρκο ως παραλαμβάνων την επιστασία του μηχανοστασίου σε πλοίο της εταιρείας.
Εκείνη τη στιγμή αγνοούσα ότι ένα απλό υπηρεσιακό έγγραφο θα άνοιγε τον δρόμο για μια περιπέτεια που θα με ανάγκαζε να επαναπροσδιορίσω όσα θεωρούσα μέχρι τότε αυτονόητα για την άσκηση του ναυτικού επαγγέλματος.
«Άλλη μία αμερικανική δικαστική απόφαση», σκέφτηκα αρχικά, πιστεύοντας πως επρόκειτο για μία ακόμη τυπική υπηρεσιακή ενημέρωση. Άρχισα να ξεφυλλίζω το έγγραφο χωρίς ιδιαίτερο ενδιαφέρον.
Όσο όμως προχωρούσα στην ανάγνωσή του, τόσο μεγάλωνε η έκπληξή μου. Δεν επρόκειτο για μια συνηθισμένη δικαστική απόφαση. Οι όροι που επέβαλλε ήταν εξαιρετικά αυστηροί για τα δεδομένα του παγκόσμιου εμπορίου και της διεθνούς ναυτιλίας. Ουσιαστικά, τα πλοία της εταιρείας και, κατ' επέκταση, τα πληρώματα τους, ετίθεντο υπό καθεστώς διαρκούς επιτήρησης. Η προσέγγιση σε λιμένες των Ηνωμένων Πολιτειών θα ήταν πλέον δυνατή μόνο κατόπιν νέας δικαστικής έγκρισης, εφόσον το αρμόδιο δικαστήριο έκρινε ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις που το ίδιο είχε θέσει.
Καθώς διάβαζα τις σελίδες εκείνου του εγγράφου, δεν μπορούσα να αποφύγω έναν προβληματισμό. Αναρωτιόμουν κατά πόσο μια τέτοια δικαστική αντίληψη ανταποκρινόταν πραγματικά στις ανάγκες της διεθνούς ναυτιλίας ή αν εξέφραζε μια ευρύτερη πεποίθηση ότι η αμερικανική έννομη τάξη οφείλει να καθορίζει, πέρα από τα σύνορά της, τους κανόνες με τους οποίους πρέπει να λειτουργεί ο υπόλοιπος κόσμος.
Φθάνοντας στο πλοίο και αναλαμβάνοντας την επιστασία του μηχανοστασίου, η έκπληξή μου έγινε ακόμη μεγαλύτερη. Πολύ γρήγορα διαπίστωσα ότι δεν ήμουν προετοιμασμένος γι' αυτό που επρόκειτο να αντιμετωπίσω. Ποτέ δεν θα μπορούσα να φανταστώ ότι κρίσιμες λειτουργικές διαδικασίες, που αφορούσαν την ασφαλή και αποτελεσματική διαχείριση του μηχανοστασίου, θα ρυθμίζονταν από ένα πλήθος εγγράφων και οδηγιών, διατυπωμένων με μια φιλοσοφία συνεχούς επιτήρησης και καχυποψίας απέναντι σε εκείνους που καλούνταν να τα εφαρμόσουν. «Τι προοπτική κι αυτή...», σκέφτηκα.
Μέσα μου άρχισε μια σιωπηλή σύγκρουση. Από τη μία στεκόταν η επαγγελματική μου υπερηφάνεια, που αντιδρούσε σε αυτή τη νέα πραγματικότητα. Από την άλλη, η ανάγκη να εργαστώ, γιατί είχα ανάγκη τον μισθό και δεν μου περίσσευε η πολυτέλεια της άρνησης. Νικητής αναδείχθηκε η ανάγκη. Όμως η απόφαση αυτή δεν μου άφησε καμία αίσθηση δικαίωσης. Αντίθετα, μου προκάλεσε ένα βαθύ αίσθημα προσωπικής ταπείνωσης, σαν να είχα αναγκαστεί να συμβιβαστώ με κάτι που ερχόταν σε σύγκρουση με όσα πίστευα για την αξιοπρέπεια του επαγγέλματός μου.
Αυτή η εσωτερική αντιπαράθεση δεν είναι ποτέ ευχάριστη. Είναι από εκείνες τις στιγμές που δυσκολεύεσαι να απαντήσεις ακόμη και στο απλό ερώτημα «τι φταίει;». Δεν υπάρχει πάντοτε ένας συγκεκριμένος υπαίτιος· υπάρχει όμως ένα βαθύ αίσθημα ότι κάτι μέσα σου έχει μετακινηθεί. Η τελευταία εκείνη σύγκρουση άφησε το αποτύπωμά της, αφήνοντας πίσω της απόνερα που για πολύ καιρό συνέχισαν να ταράζουν τη σκέψη και τη συνείδησή μου. Σαν να μην έφτανε αυτό, κουβαλούσαμε ακόμη νωπές τις μνήμες μιας άλλης τραυματικής εμπειρίας. Είχαμε μόλις αφήσει πίσω μας πραγματικά γεγονότα, από εκείνα που οι περισσότεροι άνθρωποι παρακολουθούν από την ασφάλεια του καναπέ τους στα βραδινά δελτία ειδήσεων. Για εμάς, όμως, δεν ήταν εικόνες μιας τηλεοπτικής πραγματικότητας· ήταν η δική μας πραγματικότητα. Οι Σομαλοί πειρατές εξακολουθούσαν να λυμαίνονται τον Ινδικό Ωκεανό και η απειλή τους αποτελούσε καθημερινό στοιχείο της ζωής κάθε πληρώματος που διέσχιζε εκείνα τα νερά.
Μόλις είκοσι ναυτικά μίλια μπροστά μας σημειώθηκε πειρατική επίθεση εναντίον ενός προπορευόμενου πλοίου μεταφοράς χημικών φορτίων. Το γεγονός έγινε ακόμη πιο ανησυχητικό αν αναλογιστεί κανείς ότι είχαν περάσει λιγότερες από τρεις ώρες από τη στιγμή που το κινεζικό πολεμικό πλοίο, το οποίο συνόδευε τη νηοπομπή (convoy), είχε αποχωρήσει, θεωρώντας πως είχαμε πλέον εισέλθει στην –υποτίθεται– ασφαλή περιοχή της Ερυθράς Θάλασσας. Η πραγματικότητα αποδείχθηκε εντελώς διαφορετική. Η αίσθηση ασφάλειας διαλύθηκε μέσα σε λίγα λεπτά, υπενθυμίζοντάς μας ότι, σ' εκείνα τα νερά, ο κίνδυνος δεν σταματούσε εκεί όπου τελείωνε η στρατιωτική συνοδεία.
Η συνέχεια αποδείχθηκε ακόμη πιο αποκαλυπτική. Με τον διάπλου της Διώρυγας του Σουέζ επιβιβάστηκε στο πλοίο διαπιστευμένος δικαστικός επιθεωρητής, επιφορτισμένος με την εξακρίβωση της συμμόρφωσης του πλοίου προς τους όρους που είχαν επιβληθεί με την απόφαση του αμερικανικού δικαστηρίου. Εκείνη τη στιγμή συνειδητοποίησα ότι όσα είχα διαβάσει λίγες ημέρες νωρίτερα δεν αποτελούσαν μια τυπική νομική διαδικασία. Η δικαστική απόφαση είχε πλέον αποκτήσει υπόσταση μέσα στην καθημερινή λειτουργία του πλοίου. Δεν παρέμενε ένα έγγραφο κλεισμένο σε κάποιον φάκελο του γραφείου· ήταν παρούσα, επιβλέποντας και επηρεάζοντας τον τρόπο με τον οποίο ασκούσαμε τα καθήκοντά μας.
Με βλέμμα ψυχρό, εξεταστικό και με την επιμέλεια μικροβιολόγου, άρχισε να μελετά τα έγγραφα. Σελίδα τη σελίδα, παράγραφο την παράγραφο, λέξη προς λέξη. Καμία λεπτομέρεια δεν έμενε απαρατήρητη.
Η εικόνα μου έφερε στον νου τις σκηνές ανάκρισης από τα αστυνομικά μυθιστορήματα. «Μόνο η λάμπα του ανακριτή λείπει...», μουρμούρισα σχεδόν ανεπαίσθητα.
Δεν μπορούσα να αποφύγω την αίσθηση ότι, σύμφωνα με αυτή τη νέα αντίληψη, ο Πρώτος Μηχανικός δεν αντιμετωπιζόταν πρωτίστως ως υπεύθυνος για την ασφαλή λειτουργία του πλοίου, αλλά ως πρόσωπο του οποίου κάθε ενέργεια όφειλε να ελεγχθεί εξαντλητικά, μέχρι να διαπιστωθεί αν υπήρχε κάποιο σφάλμα ή παράλειψη.
«Όλοι οι επιθεωρητές στα λιμάνια βασίζονται στην παρατήρηση των πιο μικρών λεπτομερειών των καταγραφών», μου εξήγησε με απόλυτη φυσικότητα.
Η επόμενη ημέρα ήταν αφιερωμένη στην επιθεώρηση των μηχανημάτων και των εγκαταστάσεων του μηχανοστασίου. Ελέγχθηκε η λειτουργική κατάσταση, η ορθή συντήρηση και η ασφαλής απόδοση κάθε συστήματος, σύμφωνα με τις προδιαγραφές των κατασκευαστών, τους διεθνείς κανονισμούς και τις απαιτήσεις που είχαν τεθεί στο πλαίσιο της δικαστικής απόφασης. Η διαδικασία εξελίχθηκε με τυπικό τρόπο, χωρίς παρατηρήσεις ή δυσάρεστες εκπλήξεις. Ήταν, όμως, εξαντλητικά λεπτομερής. Παρ' όλα αυτά, κινήθηκε εντός του πλαισίου που ορίζουν οι διεθνείς κανονισμοί για την ασφάλεια της ανθρώπινης ζωής στη θάλασσα και την προστασία του θαλάσσιου περιβάλλοντος. Με την εμπειρία που είχα αποκτήσει όλα εκείνα τα χρόνια, τολμώ να πω ότι το ενδεχόμενο να παρουσιαστεί εκείνη τη στιγμή κάποιο σοβαρό λειτουργικό πρόβλημα στα μηχανήματα ήταν εξαιρετικά μικρό. Το πλοίο ήταν καλά συντηρημένο, οι διαδικασίες τηρούνταν με συνέπεια και το μηχανοστάσιο λειτουργούσε όπως όφειλε.
Σημείωση: Στο τελευταίο μας ταξίδι το πλήρωμα βίωσε μία από τις δυσκολότερες περιόδους διαβίωσης που έχω γνωρίσει στη θάλασσα. Για μία ολόκληρη εβδομάδα το πλοίο βρέθηκε στο έλεος των θυελλωδών ανέμων του εποχιακού μουσώνα του Ινδικού Ωκεανού. Οι συνθήκες ήταν εξαιρετικά δυσμενείς, επηρεάζοντας όχι μόνο την καθημερινή ζωή του πληρώματος αλλά και κάθε πτυχή της εργασίας πάνω στο πλοίο. Κατά την άποψή μου, αυτή η παράμετρος έχει υποτιμηθεί σημαντικά στη σύγχρονη προσέγγιση των κανονισμών και των διαδικασιών. Πολλές αποφάσεις φαίνεται να λαμβάνονται με βάση ένα θεωρητικό ή διοικητικό πρότυπο εργασίας, χωρίς να συνεκτιμάται επαρκώς η πραγματικότητα ενός πλοίου που βρίσκεται επί ημέρες αντιμέτωπο με ακραίες καιρικές συνθήκες.
Οι νομοθέτες, οι ρυθμιστικές αρχές και αρκετά από τα στελέχη που διαμορφώνουν τις σχετικές πολιτικές εργάζονται σε ένα περιβάλλον όπου οι συνθήκες είναι προβλέψιμες και ελεγχόμενες. Στη θάλασσα, όμως, η πραγματικότητα είναι διαφορετική. Το πλοίο αποτελεί έναν δυναμικό χώρο εργασίας, όπου ο καιρός, η κατάσταση της θάλασσας και οι επιχειρησιακές απαιτήσεις μεταβάλλονται συνεχώς και συχνά απρόβλεπτα. Εδώ γεννάται ένα εύλογο ερώτημα: είναι δυνατόν να σχεδιάζονται και να εφαρμόζονται οι ίδιες εργασιακές απαιτήσεις σαν να επικρατούν πάντοτε οι συνθήκες ενός γραφείου; Κατά την άποψή μου, η απάντηση είναι αρνητική. Η πλήρης εξομοίωση των δύο περιβαλλόντων δεν είναι εφικτή. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι σύγχρονοι κανονισμοί δεν έχουν αξία ούτε ότι η πρόοδος πρέπει να ανακοπεί. Σημαίνει όμως ότι ο σχεδιασμός τους οφείλει να ενσωματώνει μεγαλύτερη ευελιξία και να προβλέπει τις ιδιαιτερότητες της εργασίας στη θάλασσα. Η ασφάλεια, η συμμόρφωση και η προστασία του περιβάλλοντος υπηρετούνται αποτελεσματικότερα όταν οι κανόνες ανταποκρίνονται στις πραγματικές συνθήκες υπό τις οποίες καλούνται να εφαρμοστούν.
Τα αποτελέσματα μιας ουσιαστικής αμφίδρομης συνεργασίας πρέπει να βασίζονται στη σύνδεση και στη συμπληρωματικότητα των δύο πλευρών και όχι σε μια σχέση ανταγωνισμού. Είναι προφανές ότι τα κοινά ζητήματα που τους ενώνουν είναι πολύ περισσότερα και πολύ σημαντικότερα από εκείνα στα οποία ενδέχεται να υπάρχουν διαφορετικές απόψεις ή επιμέρους διαφωνίες. Η πραγματική πρόοδος μπορεί να επιτευχθεί μόνο όταν η εμπειρία της θάλασσας και η γνώση της στεριάς λειτουργούν συμπληρωματικά. Όταν ο σχεδιασμός λαμβάνει υπόψη την πραγματικότητα της καθημερινής εργασίας στο πλοίο και, αντίστοιχα, όταν τα στελέχη της θάλασσας κατανοούν την ανάγκη για σύγχρονες διαδικασίες και κανονιστικά πλαίσια. Μόνο μέσα από αυτή τη σχέση αμοιβαίου σεβασμού μπορεί να διαμορφωθεί ένα ασφαλέστερο και αποτελεσματικότερο μέλλον για τη ναυτιλία.
Η αυλαία της επιθεώρησης έπεσε με αίσιο τέλος και ο επιθεωρητής αναχώρησε από το πλοίο.
Λαμβάνοντας υπόψη τη σκληρή πραγματικότητα των γεγονότων, θα ήθελα, προτάσσοντας την επαγγελματική μου συνείδηση, να δηλώσω τον σεβασμό και την εκτίμησή μου προς την εταιρεία που μου πρόσφερε εργασία σε μια περίοδο που τη χρειαζόμουν. Αναγνωρίζω πλήρως τις άοκνες προσπάθειες, τις δυσκολίες και το υψηλό προσωπικό τίμημα που πολλές φορές καταβάλλουν οι άνθρωποί της, ιδιαίτερα όταν καλούνται να αντιμετωπίσουν καταστάσεις στις οποίες βρέθηκαν στο επίκεντρο μιας εξαιρετικά δύσκολης συγκυρίας. Κατανοώ επίσης το μεγάλο λειτουργικό κόστος που απαιτείται προκειμένου να διατηρούνται υψηλά επίπεδα ποιότητας στις παρεχόμενες υπηρεσίες, με πρωταρχική μέριμνα την ασφάλεια των πλοίων, των ανθρώπων και την προστασία του θαλάσσιου περιβάλλοντος. Με τις μικρές δυνάμεις που διαθέτω, αισθάνομαι αλληλέγγυος σε αυτή την προσπάθεια και σέβομαι τον αγώνα όλων εκείνων που εργάζονται προς αυτή την κατεύθυνση. Εκείνο όμως που εξακολουθεί να με προβληματίζει και να με εξεγείρει είναι η τάση ενός ευρύτερου θεσμικού πλαισίου να αντιμετωπίζει τον ναυτικό επαγγελματία πρωτίστως ως πιθανό υπόλογο και όχι ως υπεύθυνο συνεργάτη. Η μετατόπιση ολοένα περισσότερων ευθυνών προς το πλοίο και τους ανθρώπους που εργάζονται σε αυτό δημιουργεί μια ανισορροπία, ιδιαίτερα όταν δεν συνοδεύεται από ένα ουσιαστικό πλαίσιο προστασίας τόσο για το πλοίο όσο και για τα πληρώματα απέναντι σε πιθανές αυθαιρεσίες ή υπερβολές κατά την εφαρμογή των κανόνων από τοπικές αρχές σε διάφορους λιμένες του κόσμου.
Η ασφάλεια στη θάλασσα δεν μπορεί να οικοδομηθεί πάνω στον φόβο και στην αμφισβήτηση εκείνων που έχουν την ευθύνη να την υπηρετήσουν. Χρειάζεται ισορροπία ανάμεσα στην ευθύνη, την εκπαίδευση, την υποστήριξη και τον σεβασμό προς τον άνθρωπο που βρίσκεται πάνω στο πλοίο.
Σαν στρείδια έχουν κολλήσει πάνω σε ορισμένους μηχανισμούς οι παλιές νοοτροπίες, εκείνες που αναζητούν ίδιο όφελος μέσα από ένα σύστημα ελέγχων και κυρώσεων, το οποίο συχνά παρουσιάζεται αποκλειστικά με το πρόσχημα της προστασίας του περιβάλλοντος. Η προστασία του θαλάσσιου περιβάλλοντος αποτελεί αναμφισβήτητα ύψιστη προτεραιότητα. Όμως, όταν οι κανονισμοί εφαρμόζονται χωρίς μέτρο, χωρίς κατανόηση των πραγματικών συνθηκών λειτουργίας ενός πλοίου και χωρίς διάκριση ανάμεσα στην αμέλεια και στο αναπόφευκτο λειτουργικό περιστατικό, υπάρχει ο κίνδυνος η προσπάθεια προστασίας να μετατραπεί σε ένα δυσανάλογο σύστημα επιβολής κυρώσεων.
Δεν θα ήταν υπερβολή να υποστηρίξει κανείς ότι, αν αυτή η τάση συνεχιστεί χωρίς ισορροπία, τα πρόστιμα και οι οικονομικές επιβαρύνσεις θα μπορούσαν να αποκτήσουν τέτοια έκταση ώστε να αποτελούν σημαντική πηγή εσόδων για δημόσιους φορείς, ακόμη και σε ανεπτυγμένες οικονομίες.
Η αντίφαση γίνεται εμφανής όταν ο ναυτικός κόσμος παρατηρεί γύρω του μεγάλες βιομηχανικές εγκαταστάσεις, διυλιστήρια και ενεργειακές μονάδες με τεράστιο περιβαλλοντικό αποτύπωμα, ενώ την ίδια στιγμή ένα παροδικό και τεχνικά αιτιολογημένο φαινόμενο από τη λειτουργία ενός βοηθητικού μηχανήματος σε ένα πλοίο μπορεί να οδηγήσει σε αυστηρές κυρώσεις και μακρές διαδικασίες ελέγχου.
Παράλληλα, σε ορισμένες περιοχές του κόσμου, η εφαρμογή των κανονισμών δεν συνοδεύεται πάντοτε από την απαιτούμενη διαφάνεια και ομοιομορφία. Οι ναυτικοί και τα πληρώματα συχνά αισθάνονται ότι βρίσκονται εκτεθειμένοι σε πιέσεις, υπερβολικές απαιτήσεις ή πρακτικές που ξεπερνούν το πνεύμα των διεθνών κανόνων. Η πραγματική πρόκληση δεν είναι η κατάργηση των ελέγχων ούτε η υποβάθμιση της περιβαλλοντικής προστασίας. Είναι η δημιουργία ενός συστήματος δίκαιου, διαφανούς και ισορροπημένου, όπου η ευθύνη θα συνοδεύεται από αντικειμενική αξιολόγηση και σεβασμό προς εκείνους που καλούνται καθημερινά να εφαρμόσουν τους κανόνες μέσα στις δύσκολες συνθήκες της θάλασσας. Άραγε πού οδηγεί αυτή η συνεχής κλιμάκωση; Δεν θα έπρεπε όλοι μας να προβληματιστούμε από μια προσέγγιση που, αντί να προσφέρει ουσιαστικές λύσεις, συχνά δημιουργεί νέα αδιέξοδα;
Με ανησυχούν βαθιά αυτές οι υπερβολές, αυτά τα σύγχρονα «Gestapo crabs» —όπως τα αντιλαμβάνομαι μέσα από την εμπειρία μου— που κινδυνεύουμε να κληροδοτήσουμε στις επόμενες γενιές. Όταν η λογική του ελέγχου υπερισχύει της λογικής της συνεργασίας, υπάρχει ο κίνδυνος να δημιουργούνται μηχανισμοί που θυμίζουν δυστοπικές κοινωνίες, όπου ο φόβος της τιμωρίας γίνεται ισχυρότερος από την ουσιαστική κατανόηση και αντιμετώπιση των προβλημάτων. Κατά συνέπεια, γεννάται ο προβληματισμός αν το διεθνές ναυτικό δίκαιο, σε ορισμένες περιπτώσεις, κινδυνεύει να μετατοπιστεί από το πνεύμα της πρόληψης και της ασφάλειας προς μια υπέρμετρη ποινικοποίηση του πλοίου και του ναυτικού επαγγέλματος. Η ευθύνη μεταφέρεται συχνά σε μεγάλο βαθμό στους ανθρώπους που βρίσκονται πάνω στο πλοίο, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ο ίδιος ο ναυτικός κόσμος δεν έχει υποχρέωση να συμμετέχει ενεργά στην προσπάθεια περιορισμού της ρύπανσης και προστασίας του πλανήτη. Δεν ζητώ ανευθυνότητα ούτε απουσία λογοδοσίας όταν προκύπτουν σοβαρά ζητήματα. Η ασφάλεια απαιτεί ευθύνη. Όμως, όταν τίθεται το ερώτημα ποιος ευθύνεται πραγματικά για τις αδυναμίες ενός συστήματος, συχνά παρατηρούμε ένα φαινόμενο αλληλομετάθεσης ευθυνών. Κανείς δεν σηκώνει εύκολα το χέρι του· όλοι δείχνουν προς κάποια άλλη κατεύθυνση. Για να είναι αποτελεσματικό, λειτουργικό και ταυτόχρονα δίκαιο κάθε σύγχρονο νομοθέτημα, θα πρέπει να ενσωματώνει μηχανισμούς που λαμβάνουν σοβαρά υπόψη την πραγματική ζωή και εργασία στο πλοίο. Οι άνθρωποι που υπηρετούν στη θάλασσα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να ενημερώνονται, να εκπαιδεύονται και να προσαρμόζονται στις αλλαγές που συντελούνται, όχι να βρίσκονται διαρκώς αντιμέτωποι με νέες απαιτήσεις χωρίς την απαραίτητη υποστήριξη. Ένα ιδιαίτερα σημαντικό ζήτημα είναι ότι τόσο πολλά λιμάνια όσο και αρκετά πλοία εξακολουθούν να διαθέτουν ανεπαρκείς ή παρωχημένες υποδομές για τη διαχείριση καταλοίπων και την ουσιαστική προστασία του θαλάσσιου περιβάλλοντος. Οι επενδύσεις σε αυτόν τον τομέα παραμένουν για χρόνια κατώτερες των πραγματικών αναγκών.
Η προστασία του περιβάλλοντος δεν μπορεί να στηρίζεται μόνο στην επιβολή κυρώσεων προς τον τελευταίο κρίκο της αλυσίδας. Απαιτεί επενδύσεις, σύγχρονες υποδομές, εκπαίδευση και μια κοινή ευθύνη που να ξεκινά από τη λήψη των αποφάσεων και να φτάνει μέχρι την καθημερινή πράξη πάνω στο πλοίο. Είναι χαρακτηριστικό, όμως, ότι οι επενδύσεις της ναυτιλιακής βιομηχανίας σε νέες γενιές καυσίμων, σε καινοτόμα υλικά και σε μηχανές φιλικότερες προς το περιβάλλον, με μειωμένη κατανάλωση ενέργειας και περιορισμένες εκπομπές, εξακολουθούν σε μεγάλο βαθμό να παραμένουν περισσότερο μια προσδοκία για το μέλλον παρά μια ευρεία εφαρμοσμένη πραγματικότητα. Και αυτό είναι ίσως το στοιχείο που προκαλεί τη μεγαλύτερη ανησυχία. Η ανθρωπότητα οφείλει να αναζητήσει νέα τεχνολογικά εργαλεία, κοιτάζοντας με αισιοδοξία το μέλλον, αλλά ταυτόχρονα αναγνωρίζοντας ότι το παραδοσιακό μοντέλο βιομηχανικής ανάπτυξης, όπως το γνωρίσαμε μέχρι σήμερα, πλησιάζει στα όριά του. Από τεχνολογική και περιβαλλοντική άποψη, είναι πιθανό ένας κύκλος που βασίστηκε στην εκτεταμένη χρήση συμβατικών μορφών ενέργειας να ολοκληρώνεται και να απαιτείται μια νέα εποχή καινοτομίας. Οι επενδύσεις σε προγράμματα έρευνας και ανάπτυξης για την εξεύρεση καθαρότερων πηγών ενέργειας, ικανών να εξασφαλίσουν ένα βιώσιμο ενεργειακό μέλλον για τις επόμενες γενιές, πρέπει να ενισχυθούν αποφασιστικά και να αποκτήσουν στρατηγική προτεραιότητα. Εν κατακλείδι, το ζήτημα της φιλικής προς το περιβάλλον ενέργειας οφείλει να παραμένει σταθερά ψηλά στην πολιτική ατζέντα τόσο κάθε χώρας ξεχωριστά όσο και της διεθνούς κοινότητας συνολικά, με τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών να έχει καθοριστικό ρόλο στον συντονισμό μιας παγκόσμιας προσπάθειας.
Και τέλος, ένα ακόμη σοβαρό ζήτημα αφορά τη λειτουργία των παγιωμένων ελεγκτικών μηχανισμών. Σε αρκετές περιπτώσεις δημιουργείται η εντύπωση ότι η κύρια αποτελεσματικότητά τους εξαντλείται στην επιβολή και είσπραξη προστίμων, αντί να επικεντρώνεται στην πρόληψη, στην εκπαίδευση και στη διαμόρφωση μιας πραγματικής κουλτούρας ασφάλειας. Η ευαισθησία ενός συστήματος ελέγχου δεν μπορεί να αποδεικνύεται μόνο από το ύψος των οικονομικών κυρώσεων που επιβάλλει. Όταν η διαδικασία περιορίζεται στην τιμωρία χωρίς να αντιμετωπίζει τις βαθύτερες αιτίες των προβλημάτων, τότε κινδυνεύει να μετατραπεί σε μια μηχανιστική και τελικά αναποτελεσματική πρακτική. Η προστασία της ανθρώπινης ζωής στη θάλασσα και του θαλάσσιου περιβάλλοντος απαιτεί περισσότερα από την καταγραφή παραβάσεων και την επιβολή ποινών. Απαιτεί συνεργασία, τεχνική κατανόηση, υποστήριξη των ανθρώπων που εφαρμόζουν τους κανόνες και ένα σύστημα που θα επιδιώκει πρωτίστως τη βελτίωση και όχι απλώς την καταστολή.
Οι δυνατότητες του Έλληνα ναυτικού να αναδεικνύει με τόλμη και συνέπεια τις ανεξάντλητες επαγγελματικές του ικανότητες, καθοδηγούμενος από ένα μοναδικό ιστορικό πλεονέκτημα —τη συσσωρευμένη ναυτική γνώση και εμπειρία χιλιάδων ετών— αποτελούν ένα κεφάλαιο ανεκτίμητης αξίας για τη σημερινή Ελλάδα. Αυτό το κεφάλαιο δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένο. Χρειάζεται φροντίδα, στήριξη και ουσιαστική επένδυση από όλους τους εμπλεκόμενους φορείς, ώστε να εξασφαλιστεί η συνεχής ανανέωση, η ποιοτική εξέλιξη και η βιώσιμη παρουσία του Έλληνα ναυτικού στο διεθνές ναυτιλιακό περιβάλλον. Η Ελλάδα δεν διαθέτει την πολυτέλεια να αγνοήσει τη ναυτιλιακή της βιομηχανία. Η ναυτιλία αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους πυλώνες της οικονομικής της δραστηριότητας και η διατήρηση της δυναμικής της προϋποθέτει ανθρώπινο δυναμικό με γνώση, εμπειρία και επαγγελματική επάρκεια. Εάν θέλουμε να συνεχιστεί απρόσκοπτα η συνεισφορά της ναυτιλίας στην εθνική οικονομία, πρέπει να εξασφαλίσουμε παράλληλα την ανανέωση των ανθρώπων που τη στελεχώνουν. Οι νέες γενιές ναυτικών δεν θα εμφανιστούν αυτόματα· χρειάζονται κίνητρα, εκπαίδευση, προοπτική και ένα επαγγελματικό περιβάλλον που θα τους κάνει να επιλέξουν τη θάλασσα όχι ως ανάγκη, αλλά ως συνειδητή και υπερήφανη σταδιοδρομία. Η πραγματική πρόκληση για το μέλλον δεν είναι μόνο να διατηρήσουμε έναν ισχυρό ελληνόκτητο στόλο, αλλά να διασφαλίσουμε ότι θα υπάρχει το ανθρώπινο δυναμικό που θα μπορεί να τον υπηρετήσει με την ίδια ποιότητα, ευθύνη και ναυτοσύνη που χαρακτήρισε τις προηγούμενες γενιές. Αυτό σημαίνει ότι το βασικό συστατικό της επιτυχίας βρίσκεται στην ικανότητά μας να κατανοήσουμε πραγματικά τις ελπίδες, τις αγωνίες και τους αγώνες των ναυτικών μας. Να μπορέσουμε να σταθούμε δίπλα τους, ώστε να αισθάνονται ότι η κοινωνία, η πολιτεία και η ναυτιλιακή κοινότητα αναγνωρίζουν τη δύσκολη καθημερινότητά τους και τους προσφέρουν ένα περιβάλλον ασφάλειας και προοπτικής. Όχι άλλοι ξύλινοι λόγοι, χιλιοειπωμένοι εδώ και χρόνια, όπως: «Η θεσμοθέτηση συγκεκριμένων κινήτρων για την προσέλκυση νέων στο ναυτικό επάγγελμα, μεταξύ των οποίων και η αναβάθμιση της ναυτικής εκπαίδευσης».
Γιατί άραγε αυτά τα μεγαλοπρεπή λόγια εξακολουθούν να μου ακούγονται κενά περιεχομένου; Γιατί πολλές φορές μοιάζουν περισσότερο με επαναλαμβανόμενες διακηρύξεις παρά με μια ειλικρινή προσπάθεια αλλαγής; Γιατί θυμίζουν το χρονικό ενός προαναγγελθέντος τέλους, όπου όλοι γνωρίζουν τον κίνδυνο, αλλά λίγοι αποφασίζουν να αντιμετωπίσουν ουσιαστικά τις αιτίες του;
Ίσως γι' αυτό η εικόνα που έρχεται αυθόρμητα στη μνήμη μου είναι εκείνη από το μακρινό και γραφικό νεκροταφείο του χωριού μου. Εκεί, κάτω από τον ίσκιο του μεγάλου γέρικου πλάτανου, οι ανοιξιάτικες περικοκλάδες με τους μοβ ανθούς τους αναρριχώνται ανάμεσα στα μνήματα. Όμορφες, ζωντανές και επίμονες, αλλά ταυτόχρονα φυτρωμένες πάνω σε κάτι που έχει ήδη τελειώσει. Έτσι φοβάμαι μήπως καταλήξουν και οι διακηρύξεις για το μέλλον της ναυτοσύνης μας: όμορφα λόγια που θα συνεχίσουν να ανθίζουν, ενώ η πραγματική ζωή του ναυτικού επαγγέλματος θα υποχωρεί αργά στη σιωπή.
Πολλά χρόνια τώρα προσπαθώ με προσήλωση να αφομοιώσω τη συμβουλή του σοφού παππού μου, όμως ομολογώ ότι δυσκολεύομαι ακόμη πολύ να την εφαρμόσω: να μάθω πότε πρέπει να σωπαίνω.
«Το μυστικό της μελετημένης και αποτελεσματικής δουλειάς», μου έλεγε στα παιδικά μου χρόνια, «βρίσκεται στους ανθρώπους που παρατηρούν, που έχουν επινοητικότητα και ευελιξία. Ανθρώπους που στόμα έχουν και μιλιά δεν έχουν».
Και ύστερα, σαν να ήθελε να συμπληρώσει τη σκέψη του, πρόσθετε: «Οτιδήποτε κάνουν οι άνθρωποι κρύβει κινδύνους. Ποτέ όμως δεν πρέπει να ξεχνούν ότι όλα στη φύση είναι θέμα ισορροπίας. Και όταν έρθει η στιγμή να αποφασίσουν, πρέπει να γνωρίζουν τι πραγματικά έχει μεγαλύτερη αξία και τι είναι το πιο σημαντικό για τους ίδιους».
Κλείνοντας τις σκέψεις μου, θα ήθελα να αναφέρω μια μοναδική συνάντηση, ένα περιστατικό που συνέβη τις ίδιες εκείνες ημέρες. Από εκείνα τα μικρά γεγονότα που ομορφαίνουν τη ζωή μας και καταφέρνουν να λειαίνουν τις αιχμηρές σκέψεις που αφήνουν πίσω τους οι δύσκολες εμπειρίες.
Κατά την έξοδό μας από τη Μεσόγειο προς τον Ατλαντικό Ωκεανό, βρεθήκαμε σε παράλληλη πορεία με ένα φορτηγό πλοίο γενικών φορτίων, με το οποίο είχαμε ταξιδέψει προηγουμένως στην ίδια συνοδεία ασφαλούς πλου στον Ινδικό Ωκεανό.
Πλοίαρχός του ήταν ένας Καρπάθιος, ένας άνθρωπος με ανεξάντλητο χιούμορ, το οποίο απλόχερα μοίραζε μέσα από τα ερτζιανά κύματα κατά τη διάρκεια του ταξιδιού. Με τον τρόπο του δημιουργούσε μια μοναδική ατμόσφαιρα συντροφικότητας και αλληλεγγύης ανάμεσα στα πληρώματα διαφορετικών εθνικοτήτων που ταξίδευαν μαζί. Ήταν ένας ευφυέστατος άνθρωπος. Η καθημερινή λεκτική επικοινωνία του με τα γύρω πλοία αποτελούσε πραγματική απόλαυση. Μέσα από λίγες κουβέντες κατάφερνε να δημιουργεί μια αίσθηση οικειότητας, σαν εκείνη την παλιά ναυτική συντροφιά που σήμερα σιγά σιγά χάνεται. Τα ξημερώματα μιας ημέρας τον ακούσαμε ξανά στα VHF να απευθύνεται σε ένα προπορευόμενο κινεζικό πλοίο.
«Ποιος είναι ο λιμένας προορισμού σας;» ρώτησε.
Ο Κινέζος αξιωματικός βάρδιας απάντησε ότι δεν είχε καταλάβει ακριβώς την ερώτηση.
«Α, βέβαια...», απάντησε ο Καρπάθιος καπετάνιος. «Όπως καταλαβαίνω τα δικά σου εγγλέζικα είναι Οξφορδιανά, ενώ τα δικά μου είναι Καρπάθιαν. Πώς να με καταλάβεις;» Με τα πολλά, η επικοινωνία αποκαταστάθηκε. Ο Κινέζος αξιωματικός τον ενημέρωσε ότι προορισμός του πλοίου τους ήταν η Νέα Ορλεάνη. «Υπέροχα, φίλε μου. Αυτός είναι και ο δικός μας προορισμός», απάντησε χαρούμενα.
Και αμέσως μετά, χωρίς να χάσει το χιούμορ του, πρόσθεσε: “Please adjust your speed so we can go together, because I feel fear in the ocean.” «Παρακαλώ ρύθμισε την ταχύτητά σου να ταξιδέψουμε μαζί, γιατί φοβάμαι τον ωκεανό».
Για λίγα δευτερόλεπτα επικράτησε σιωπή στο VHF. Ο Κινέζος αξιωματικός, ίσως ξαφνιασμένος από αυτή την απρόσμενη ειλικρίνεια, όταν τελικά βρήκε τα λόγια του πρέπει να απάντησε τουλάχιστον δέκα φορές:
“Yes, Captain! OK, Captain!”
Καλό σου ταξίδι, καπετάνιο.
Η σημερινή, συχνά άψυχη και μελαγχολική ναυτιλία χρειάζεται ανθρώπους με τη δική σου αισθητική ποιότητα και τα πολύτιμα χαρίσματα της παλιάς ναυτικής ψυχής. Χρειάζεται το φλεγματικό σου χιούμορ, την απλότητά σου και εκείνη τη σπάνια ικανότητα να θυμίζεις ότι η θάλασσα δεν είναι μόνο αριθμοί, διαδικασίες και κανονισμοί· είναι πάνω απ’ όλα άνθρωποι. Ίσως μέσα από τέτοιες μορφές να συνεχίζεται, με έναν διαφορετικό τρόπο, η ξεχασμένη Αριστοφάνεια κληρονομιά των προγόνων μας: η δύναμη του γέλιου, της ευφυΐας και της ανθρώπινης επικοινωνίας.
Υ.Γ.:
«Ένα οδοιπορικό στη σκέψη ποτέ δεν τελειώνει πραγματικά. Απλώς κάποια στιγμή εγκαταλείπεται.» Γιατί και η θάλασσα κάπως έτσι
λειτουργεί: κανένα ταξίδι δεν τελειώνει
απόλυτα. Απλώς κάποια στιγμή αφήνεις
το λιμάνι πίσω σου και κρατάς μαζί σου
όσα έζησες.....





'

0 comments:
Δημοσίευση σχολίου