ADS

click to open

Πέμπτη 16 Μαρτίου 2017

To Proto Mparko: Anthismeni Orchidea Sti Sera

Ναυτικός! Το πρώτο Μπάρκο, Δόκιμος μηχανικός. ...Ένας νεαρός άνδρας κουβαλά στην ψυχή του την αγριάδα, τη σιωπή και την απομόνωση του Λακωνικού Πάρνωνα, έτοιμος να τις μεταφέρει στην απέραντη μοναξιά και στον ατέλειωτο στοχασμό που θα του χαρίσει η θάλασσα.
Η επιλογή του να γίνει ναυτικός δεν είναι απλώς μια επαγγελματική απόφαση. Είναι μια βαθιά προσωπική ρήξη. Είναι το πέρασμα από έναν κόσμο όπου τα βουνά ορίζουν τον ορίζοντα, σε έναν άλλον όπου ο ορίζοντας δεν τελειώνει ποτέ.
Αφήνοντας πίσω του τις απόκρημνες πλαγιές του Πάρνωνα, εκεί όπου το βλέμμα συναντούσε πάντα μια κορυφή, βρίσκεται τώρα αντιμέτωπος με την απεραντοσύνη του πελάγους. Έναν κόσμο χωρίς σύνορα, όπου ο ουρανός και η θάλασσα ενώνονται σε μια αδιάκοπη γραμμή και ο άνθρωπος μένει μόνος με τον εαυτό του.
Εκεί, πάνω στο πλοίο, ανάμεσα στον παλμό της κύριας μηχανής, στη μυρωδιά του πετρελαίου και στον ασταμάτητο ήχο των κυμάτων, οι υπαρξιακές του ανησυχίες αποκτούν σχήμα. Η θάλασσα δεν γίνεται μόνο τόπος εργασίας· μετατρέπεται σε τόπο αυτογνωσίας. Κάθε ταξίδι είναι μια δοκιμασία, κάθε λιμάνι μια σύντομη ανάπαυλα και κάθε αναχώρηση μια νέα αναμέτρηση με τη μοναξιά, τον χρόνο και τα όρια της ανθρώπινης αντοχής.
Έτσι αρχίζει το πρώτο μπάρκο. Όχι μόνο ως η απαρχή μιας ναυτικής σταδιοδρομίας, αλλά ως η αρχή μιας μακράς εσωτερικής πορείας, όπου ο Αλκιβιάδης θα μάθει ότι η μεγαλύτερη θάλασσα που καλείται να διασχίσει δεν είναι εκείνη που απλώνεται μπροστά στην πλώρη, αλλά εκείνη που απλώνεται μέσα του.
Ήταν ένας νέος άνδρας καλοφτιαγμένος, με τα κλασικά και γοητευτικά χαρακτηριστικά της μεσογειακής φυσιογνωμίας. Ψηλός, με φαρδιούς ώμους και γεροδεμένο σώμα. Τα μαλλιά του ήταν πυκνά και κυματιστά, τα χείλη του σαρκώδη και καλοσχηματισμένα, τα μάτια του σκούρα, μελιά, γεμάτα ζωντάνια, ενώ τα διακριτικά λακκάκια στα μάγουλά του συμπλήρωναν μια φυσική γοητεία που δεν επιδίωκε να επιδείξει.Ήταν ένας άνθρωπος ήρεμος, σχεδόν εσωστρεφής. Διέθετε μια έμφυτη ευγένεια, απέφευγε τις άσκοπες συναναστροφές, είχε λίγους αλλά αληθινούς φίλους και κουβαλούσε μέσα του περισσότερες ανησυχίες απ' όσες άφηνε να φανούν.
Γεννημένος πριν από είκοσι δύο χρόνια στις δυτικές παρυφές του Λακωνικού Πάρνωνα, έχοντας μόλις ολοκληρώσει τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις στα μέσα της δεκαετίας του 1970-80, στεκόταν μπροστά σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι της ζωής του. Αναζητούσε απαντήσεις στις υπαρξιακές του ανησυχίες, στους προβληματισμούς που τον συνόδευαν από την εφηβεία και στα αμέτρητα ερωτήματα που αναδύονταν αδιάκοπα μέσα του. Προσπαθούσε να διακρίνει πώς θα ήταν η επόμενη ημέρα και με ποιον τρόπο θα μπορούσε να οικοδομήσει ένα καλύτερο μέλλον.
Οι προκλήσεις που είχε μπροστά του ήταν διττές. Από τη μία, επιθυμούσε να εξελιχθεί επαγγελματικά, να αποκτήσει γνώσεις, εμπειρίες και μια θέση που θα του εξασφάλιζε αξιοπρέπεια και προοπτική. Από την άλλη, γνώριζε καλά ότι κάθε όνειρο όφειλε να συμβιβαστεί με τους περιορισμούς που επέβαλλε η καθημερινή βιοπάλη και οι οικονομικές συνθήκες της εποχής. Έπρεπε να επιλέξει έναν δρόμο που δεν θα ικανοποιούσε μόνο τις φιλοδοξίες του, αλλά θα του επέτρεπε και να σταθεί με ασφάλεια απέναντι στις απαιτήσεις της ζωής. Κάπου ανάμεσα σε αυτά τα δύο άκρα γεννήθηκε η σκέψη της θάλασσας. Όχι μόνο ως επάγγελμα, αλλά ως μια μεγάλη δοκιμασία· μια πορεία που θα του πρόσφερε τα μέσα για να ζήσει και, ίσως, τον χρόνο και τη μοναξιά που χρειάζονταν για να γνωρίσει βαθύτερα τον εαυτό του.
Η επιλογή του να στραφεί στη θάλασσα δεν ήταν μια φυγή προς το άγνωστο. Ήταν ένας τρόπος να επιβιώσει χωρίς να προδώσει την κληρονομιά και τις αξίες που κουβαλούσε μέσα του. Η θάλασσα δεν του υποσχόταν ευκολίες· του υποσχόταν, όμως, ελευθερία. Την ελευθερία να δοκιμαστεί απέναντι στις δυνάμεις της φύσης και όχι απέναντι στις μικρότητες των ανθρώπων. Στη στεριά, η καπιταλιστική πυραμίδα απαιτούσε μια μορφή υποταγής που εκείνος βίωνε ως πνευματικό ακρωτηριασμό. Αντιλαμβανόταν ότι η κοινωνική ανέλιξη δεν στηριζόταν πάντοτε στην εργατικότητα, στη γνώση ή στην αρετή, αλλά συχνά στην ικανότητα προσαρμογής σε ένα σύστημα συμβιβασμών, σιωπών και υποκρισίας. Αρνιόταν να σκάψει μέσα στη λάσπη για μια επίπλαστη δόξα. Προτιμούσε να αναμετρηθεί με τη φουρτουνιασμένη θάλασσα παρά με τις ήρεμες, αλλά αθέατες, τρικυμίες της ανθρώπινης ιδιοτέλειας. Γνώριζε πως ούτε το πέλαγος ήταν δίκαιο·όμως οι κανόνες του ήταν ειλικρινείς. Η θάλασσα δεν χάριζε τίποτα, αλλά ούτε και εξαπατούσε κανέναν.
Οι πρόγονοί του, στις αγκαλιές του Πάρνωνα και του Ταϋγέτου, εκεί όπου η κοιλάδα του Ευρώτα σμίγει με τη λακωνική γη, μεγάλωσαν με την πεποίθηση ότι η ανδρεία ήταν αρετή ισότιμη με τον έρωτα, την τιμή και την αυτοθυσία. Δεν ήταν μια αφηρημένη έννοια, αλλά τρόπος ζωής, μέτρο της ανθρώπινης αξίας.
Μέσα του ένιωθε πως αποτελούσε τον συνεχιστή αυτής της παράδοσης. Πίστευε ότι η αξία ενός άνδρα δεν μετριέται από τη θέση που κατέχει σε μια εταιρεία ούτε από τον τίτλο που συνοδεύει το όνομά του, αλλά από την ακεραιότητα του χαρακτήρα του, τη δύναμη της ψυχής του και την πίστη στις αρχές του.
Έτσι, σχεδόν αβίαστα, μέσα από μια διαδικασία διαδοχικών αποκλεισμών, απέρριψε τις επαγγελματικές επιλογές της στεριάς. Δεν τις θεώρησε κατώτερες· απλώς δεν ταίριαζαν στη δική του ιδιοσυγκρασία και στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόταν τη ζωή. Στο τέλος απέμεινε μία μόνο διαδρομή: ο δρόμος της θάλασσας. Όχι ως εύκολη λύση, αλλά ως ο φυσικός προορισμός ενός ανθρώπου που προτιμούσε να δοκιμάζεται από τα στοιχεία της φύσης παρά να συμβιβάζεται με όσα θεωρούσε ξένα προς τον χαρακτήρα και τις αξίες του. Η θάλασσα και το πλοίο δεν αποτελούν γι' αυτόν απλώς ένα μέσο βιοπορισμού. Είναι ένας καθαρός χώρος, ένας τόπος όπου η πραγματικότητα δεν επιδέχεται προσχήματα. Παρά τις αντίξοες συνθήκες του μηχανοστασίου, τη ζέστη, τον θόρυβο, το λάδι και τον ιδρώτα, εκεί η αλήθεια είναι απόλυτη. Η μηχανή είτε λειτουργεί είτε όχι. Η βλάβη είτε αποκαθίσταται είτε παραμένει. Είσαι ικανός ή δεν είσαι. Δεν υπάρχουν περιθώρια για ωραιοποιήσεις, προσωπικές δημόσιες σχέσεις ή τεχνητές εντυπώσεις.
Αυτή η αυστηρή ειλικρίνεια είναι που τον γοητεύει. Η θάλασσα τού επιτρέπει να παραμένει ένας μοναχικός λύκος, χωρίς να χρειάζεται να πατήσει πάνω στις αποτυχίες των άλλων για να προχωρήσει. 
Η ιεραρχία του πλοίου είναι σαφής και λειτουργική. Δεν καταργεί τις ανθρώπινες αδυναμίες, αλλά θεμελιώνεται πρωτίστως στην ευθύνη, στη γνώση και στην ικανότητα να ανταποκρίνεται κανείς στις απαιτήσεις της εργασίας. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον μπορεί να διαφυλάξει ό,τι θεωρεί πολυτιμότερο: την προσωπική του ηθική. Δεν αισθάνεται την ανάγκη να την διαπραγματευθεί ούτε να την προσαρμόσει στις επιδιώξεις της στιγμής. Την κρατά προστατευμένη στα ενδότερα της ύπαρξής του, ως τη μόνη πυξίδα που δεν επηρεάζεται ούτε από τους ανέμους ούτε από τα κύματα.
Η απόφασή του να ακολουθήσει τη θάλασσα δεν υπήρξε μια απλή επαγγελματική επιλογή. Ήταν μια κλήση, ένας βαθύς ψυχικός συντονισμός με έναν κόσμο που, αν και μέχρι τότε του ήταν άγνωστος, ένιωθε πως τον περίμενε από καιρό.
Το γεγονός ότι δεν προερχόταν από ναυτική οικογένεια, ούτε είχε μεγαλώσει σε κάποιο λιμάνι, καθιστούσε την απόφασή του ακόμη πιο ιδιαίτερη. Δεν υπήρχε οικογενειακή παράδοση να συνεχίσει ούτε κάποια εξωτερική επιρροή που να τον ωθεί προς τη θάλασσα. Η επιλογή γεννήθηκε αποκλειστικά μέσα του, ως μια αυθόρμητη και ακατανίκητη εσωτερική ανάγκη, σύμφυτη με την ιδιοσυγκρασία του.
Η ιδέα του πρώτου μπάρκου λειτούργησε ως ο καταλύτης που ένωσε όλες τις μέχρι τότε διάσπαρτες ανησυχίες του σε μία ενιαία κατεύθυνση. Εκεί όπου οι περισσότεροι έβλεπαν ένα δύσκολο επάγγελμα με καλές αποδοχές και μακρόχρονες απουσίες από το σπίτι, εκείνος διέκρινε μια υπαρξιακή διέξοδο. Έναν τόπο όπου η εργασία, η μοναξιά, η πειθαρχία και η αδιάκοπη συνύπαρξη με το άπειρο της θάλασσας θα του επέτρεπαν να δοκιμάσει όχι μόνο τις γνώσεις και τις αντοχές του, αλλά και τον ίδιο του τον εαυτό. Το πλοίο έπαψε να είναι ένα μεταφορικό μέσο και μεταμορφώθηκε σε έναν ιδιότυπο χώρο μύησης. Εκεί πίστευε πως οι ανησυχίες του δεν θα έμεναν πλέον άφωνες. Θα αποκτούσαν πεδίο δράσης, θα συγκρούονταν με την πραγματικότητα και, μέσα από αυτή τη σύγκρουση, ίσως γεννούσαν τις απαντήσεις που αναζητούσε.
Η ιδέα να «μπαρκάρει» άρχισε να φωλιάζει ολοένα και πιο επίμονα μέσα του. Του φαινόταν μια επιλογή ζωής γεμάτη προκλήσεις: αξιοπρεπής αμοιβή, προοπτικές επαγγελματικής εξέλιξης, απαιτητικά και ενδιαφέροντα καθήκοντα, ταξίδια σε τόπους άγνωστους. Ήταν ένας κόσμος που ταίριαζε στις επιθυμίες, στις ανησυχίες και στις ανάγκες του· ένας κόσμος που, χωρίς να μπορεί να το εξηγήσει, «έκανε κλικ» μέσα του.
Όσοι δρόμοι κι αν ανοίγονταν μπροστά του, εκείνος είχε ήδη πάρει την απόφασή του. Ήθελε να γίνει ναυτικός. Και όσο περνούσε ο καιρός, η απόφασή του δεν αδυνάτιζε· ρίζωνε βαθύτερα και στερεωνόταν μέσα του σαν τον βράχο του Γιβραλτάρ, ακλόνητη απέναντι σε κάθε αμφιβολία.
Αγαπούσε τη θάλασσα χωρίς να μπορεί να εξηγήσει λογικά το γιατί. Δεν ήταν αποτέλεσμα ανατροφής ούτε οικογενειακής παράδοσης. Μηδέ συγγενείς στα καράβια είχε, μηδέ μεγάλωσε σε κανένα λιμάνι. Κι όμως, κάθε φορά που σκεφτόταν το πέλαγος ένιωθε πως κάτι τον καλούσε. Σαν να υπήρχε μια αόρατη συγγένεια ανάμεσα στην ψυχή του και στην απεραντοσύνη της θάλασσας, μια έλξη που δεν υπαγόταν στη λογική αλλά στο ένστικτο και στο πεπρωμένο.
Ίσως υπάρχουν αποφάσεις που δεν γεννιούνται από τη σκέψη, αλλά από μια εσωτερική βεβαιότητα. Και αυτή ήταν μία από αυτές. Είχε πλέον πάρει την απόφασή του. Θα έσπαζε τη γραμμική πορεία που η κοινωνία της στεριάς φαινόταν να επιφυλάσσει για τους περισσότερους ανθρώπους και θα χάραζε τη δική του διαδρομή πάνω στους θαλάσσιους χάρτες. Δεν τον συγκινούσε η ασφάλεια μιας προβλέψιμης ζωής· τον καλούσε η αβεβαιότητα της θάλασσας, γιατί μέσα της διέκρινε την ελευθερία να δοκιμάσει τα όριά του. Για έναν άνθρωπο με τη δική του ψυχική κράση, που κουβαλούσε μέσα του την περηφάνια, την αντοχή και τη λιτή αξιοπρέπεια του Πάρνωνα, το να γίνει ναυτικός δεν αποτελούσε απλώς επαγγελματική επιλογή. Ήταν η ύψιστη δοκιμασία του χαρακτήρα του. Ήταν μια συνειδητή αναμέτρηση με τη μοναξιά, την ευθύνη, τον φόβο και το άγνωστο. Δεν αναζητούσε μια εύκολη ζωή. Αναζητούσε μια ζωή που να αξίζει να τη ζήσει. Λίγες ημέρες αργότερα βρέθηκε στην Ακτή Μιαούλη, στον Πειραιά. Κρατούσε στο χέρι το Ναυτικό του Φυλλάδιο και το βιογραφικό του, τα πρώτα διαπιστευτήρια μιας ζωής που μόλις άρχιζε να ανοίγεται μπροστά του. Περπατούσε ανάμεσα στα ναυτιλιακά γραφεία με την αισιοδοξία, αλλά και την αβεβαιότητα, που συνοδεύει κάθε νέο άνθρωπο όταν αναζητά την πρώτη μεγάλη ευκαιρία της ζωής του.
Διέθετε όλα τα τυπικά προσόντα. Είχε ολοκληρώσει τις υποχρεώσεις του, κατείχε τα απαραίτητα πιστοποιητικά και πληρούσε όλες τις επίσημες προϋποθέσεις για να διεκδικήσει μια θέση δόκιμου μηχανικού στην ποντοπόρο ναυτιλία.
Η συγκυρία αποδεικνυόταν ευνοϊκή. Η ελληνική εμπορική ναυτιλία εξακολουθούσε να αναπτύσσεται και οι ναυτικοί ήταν περιζήτητοι για τη στελέχωση των πλοίων. Την ίδια στιγμή, η ανεργία και οι περιορισμένες επαγγελματικές προοπτικές στη στεριά οδηγούσαν χιλιάδες νέους, αλλά και ανθρώπους μεγαλύτερης ηλικίας, να αναζητήσουν μια καλύτερη τύχη στη θάλασσα. Για άλλους ήταν μια λύση ανάγκης· για εκείνον, όμως, ήταν μια συνειδητή επιλογή ζωής.
Καθώς διέσχιζε την Ακτή Μιαούλη, ανάμεσα στις προσόψεις των ναυτιλιακών εταιρειών, ένιωθε πως κάθε πόρτα που χτυπούσε μπορούσε να είναι η αρχή του πρώτου του μπάρκου. Δεν κρατούσε στα χέρια του μόνο ένα Ναυτικό Φυλλάδιο. Κρατούσε το διαβατήριο προς έναν κόσμο που μέχρι τότε υπήρχε μόνο στη φαντασία και στα όνειρά του.
Η Ακτή Μιαούλη στον Πειραιά έσφυζε από ζωή. Κάθε πρωί γέμιζε από ναυτικούς που περίμεναν μια ευκαιρία, κρατώντας στα χέρια τους το ναυτικό φυλλάδιο και λίγες ελπίδες για ένα μπάρκο. Άλλοι έμπαιναν και έβγαιναν βιαστικά από τα ναυτιλιακά γραφεία· άλλοι περίμεναν υπομονετικά ένα τηλεφώνημα ή μια υπόσχεση. Όλους τους ένωνε η ίδια προσδοκία: να βρεθεί ένα πλοίο που θα τους άνοιγε ξανά τον δρόμο προς τη θάλασσα.
Δεν χρειάστηκε να περιμένει πολύ.
Τη στιγμή που το αεροπορικό εισιτήριο με προορισμό έναν λιμένα του Περσικού Κόλπου βρέθηκε στα χέρια του, οι επαγγελματικές του αναζητήσεις έπαψαν να είναι ένα όνειρο και μετατράπηκαν σε χειροπιαστή πραγματικότητα. Το πρώτο του μπάρκο ήταν γεγονός.
Είχε προσληφθεί ως δόκιμος μηχανικός σε ένα ατμοκίνητο γκαζάδικο, ήδη είκοσι ετών, ένα πλοίο που είχε ναυπηγηθεί στα τέλη της δεκαετίας του 1950 και είχε διαγράψει τη δική του μακρά πορεία στις θάλασσες του κόσμου. 
Με μήκος περίπου 170 μέτρα και νεκρό βάρος που ξεπερνούσε τους 41.000 τόνους, το πλοίο δεν εντυπωσίαζε με τη νεότητά του, αλλά με την ιστορία και την αντοχή του. Είχε υπηρετήσει για χρόνια την ελληνική εμπορική ναυτιλία και τώρα ετοιμαζόταν να υποδεχθεί έναν νέο άνθρωπο στα πρώτα του βήματα.
Κρατώντας το εισιτήριο στα χέρια του, ένιωσε πως έκλεινε οριστικά ένα κεφάλαιο της ζωής του και άνοιγε ένα άλλο. Από εκείνη τη στιγμή δεν ήταν πλέον ένας νέος που αναζητούσε εργασία. Ήταν ένας δόκιμος μηχανικός που ετοιμαζόταν να γνωρίσει τη θάλασσα όχι από την ακτή, αλλά από το κατάστρωμα και το μηχανοστάσιο ενός πλοίου που θα γινόταν το πρώτο μεγάλο σχολείο της ζωής του.
ο «Pelineon», ένα ατμοκίνητο θηρίο γεννημένο στα τέλη της δεκαετίας του 1950, δεν ήταν απλώς ένα πλοίο. Ήταν ένας ζωντανός οργανισμός από ατσάλι, ατμό, φωτιά και σκουριά, που έμοιαζε να περιμένει υπομονετικά τον επόμενο άνθρωπο για να δοκιμάσει τις αντοχές και το σθένος του.
Ήταν ένας κόσμος ατμού και ιστορίας.
Ένας κόσμος όπου ο χρόνος έμοιαζε να έχει σταματήσει. Εκεί, η καρδιά του πλοίου δεν χτυπούσε με ηλεκτρονικά κυκλώματα και αυτοματισμούς, αλλά με τον ρυθμό της ατμομηχανής. Εκείνη ήταν η ψυχή του σκάφους, ένας γιγάντιος μηχανικός οργανισμός που απαιτούσε αδιάκοπη φροντίδα, γνώση και σεβασμό.Το μηχανοστάσιο απλωνόταν σαν ένας μεταλλικός λαβύρινθος. 
Ατελείωτες σωληνώσεις, βαλβίδες, αντλίες και λέβητες που ανάσαιναν ασταμάτητα μέσα σε έναν κόσμο από θόρυβο, κραδασμούς και θερμοκρασίες που δοκίμαζαν τα όρια της ανθρώπινης αντοχής. Ο ατμός δεν ήταν απλώς η κινητήρια δύναμη του πλοίου· ήταν η ίδια η πνοή του. Κάθε διαρροή, κάθε μεταβολή της πίεσης, κάθε ασυνήθιστος ήχος αποτελούσε ένα μήνυμα που έπρεπε να διαβαστεί σωστά και έγκαιρα.
Για έναν νέο δόκιμο μηχανικό, όλα αυτά δεν ήταν απλώς τεχνικές εγκαταστάσεις. Ήταν ένα πανεπιστήμιο χωρίς αίθουσες διδασκαλίας, όπου κάθε βάρδια αποτελούσε μάθημα και κάθε λάθος μπορούσε να έχει συνέπειες. Εκεί δεν υπήρχαν συντομεύσεις ούτε εύκολες απαντήσεις. Υπήρχαν μόνο η γνώση, η πειθαρχία και η καθημερινή αναμέτρηση με μια μηχανή που απαιτούσε απόλυτο σεβασμό.
Ο νεαρός δόκιμος δεν αντίκριζε απλώς ένα παλιό πλοίο. Έβλεπε την πρώτη μεγάλη δοκιμασία της ζωής του. Και το «Pelineon», σιωπηλό και επιβλητικό, έμοιαζε να τον περιμένει για να αποφασίσει αν ήταν άξιος να γίνει ένας από τους ανθρώπους της μηχανής. Εκεί, η γνώση δεν προσφερόταν μέσα από βιβλία ή θεωρητικές διαλέξεις. Κατακτιόταν με την επαφή του χεριού πάνω στο μέταλλο, με το βλέμμα που μάθαινε να διακρίνει την παραμικρή μεταβολή και με την ικανότητα να αφουγκράζεται τους παλμούς του μηχανοστασίου. Κάθε ήχος, κάθε κραδασμός, κάθε αλλαγή στη θερμοκρασία ή στην πίεση έκρυβε ένα μήνυμα που έπρεπε να αποκωδικοποιηθεί.
Για τον εσωστρεφή χαρακτήρα του, το μηχανοστάσιο δεν ήταν ένας εχθρικός χώρος. Ήταν ένας κόσμος που του ταίριαζε. Ένας κόσμος όπου η αξία του ανθρώπου δεν μετριόταν από την ευφράδεια του λόγου, αλλά από την καθαρότητα της σκέψης, την προσοχή στη λεπτομέρεια και την υπευθυνότητα απέναντι στο καθήκον. Ανάμεσα στα έμβολα, στους λέβητες, στους μεταλλικούς θορύβους και στη βαριά μυρωδιά του πετρελαίου, η ευγένεια και η εσωτερική του γαλήνη μετατρέπονταν σε δύναμη. Ως μηχανικός δεν είχε ανάγκη από πολλά λόγια· είχε ανάγκη από καθαρό μυαλό, ψυχραιμία και αυτοπειθαρχία. Το μηχανοστάσιο απαιτούσε ανθρώπους που πρώτα άκουγαν και ύστερα μιλούσαν.
Εκεί, στα «εντόσθια» του πλοίου, όπου η θερμότητα, ο ιδρώτας και ο αδιάκοπος παλμός της ατμομηχανής συνέθεταν μια ιδιότυπη καθημερινότητα, οι υπαρξιακοί του προβληματισμοί άρχισαν να μετασχηματίζονται σε πράξη. Η τεχνική κατάρτιση δεν του πρόσφερε μόνο επαγγελματικές γνώσεις· του δίδαξε την αξία της πειθαρχίας, της υπομονής και της ευθύνης. Και ίσως, χωρίς ακόμη να το αντιλαμβάνεται, μέσα από αυτή τη μαθητεία να άρχιζε να βρίσκει τις πρώτες απαντήσεις στα ερωτήματα που τον συνόδευαν από τα νεανικά του χρόνια.
Ήταν το πρώτο του μπάρκο. Και ήταν, ταυτόχρονα, το πρώτο και ίσως το σημαντικότερο βήμα της προσωπικής του διαδρομής προς την ωριμότητα. Τώρα στέκεται μέσα σε ένα μηχανοστάσιο που πάλλεται από ζωή, ατμό και υπόκωφους μεταλλικούς παλμούς. Έναν κόσμο όπου η φωτιά μεταμορφώνεται σε δύναμη και ο ατμός κινεί χιλιάδες τόνους ατσαλιού πάνω στις θάλασσες του κόσμου.
Δεν είναι πια απλώς ο εσωστρεφής νέος που αναζητούσε απαντήσεις και φοβόταν την πυραμίδα της κοινωνίας της στεριάς. Είναι ένας άνθρωπος που αρχίζει να συμφιλιώνεται με τη φύση του. Κάθε βάρδια, κάθε δυσκολία και κάθε ευθύνη σμιλεύουν αργά τον χαρακτήρα του. Κουβαλά ακόμη μέσα του τη λιτή ευγένεια και την περηφάνια του Πάρνωνα, όμως αυτές αποκτούν τώρα ένα νέο περίβλημα: την πειθαρχία του μηχανοστασίου, την ακρίβεια της τεχνικής γνώσης και την αδιάκοπη ευθύνη απέναντι στη μηχανή και στους ανθρώπους που εξαρτώνται από αυτήν.
Δεν υπήρχε ναυτική μοίρα χαραγμένη στην οικογενειακή του ιστορία. Δεν κληρονόμησε τη θάλασσα· την επέλεξε. Και μέρα με τη μέρα την κατακτούσε όχι ως κληρονομικό δικαίωμα, αλλά ως προσωπικό επίτευγμα, με τη θέληση, την επιμονή και τον μόχθο του.Ίσως κάθε άνθρωπος να κουβαλά μέσα του μια προσωπική Οδύσσεια. Εκείνος δεν έψαχνε μια Ιθάκη για να επιστρέψει. Αναζητούσε μια Ιθάκη που δεν υπήρχε ακόμη· μια εσωτερική πατρίδα, όπου οι αμφιβολίες θα μεταμορφώνονταν σε γνώση,  ο φόβος σε αυτοπεποίθηση και η αναζήτηση σε βεβαιότητα.
Το πρώτο του μπάρκο δεν ήταν ο τερματισμός μιας διαδρομής. Ήταν η στιγμή που άρχιζε πραγματικά το μεγάλο ταξίδι προς τον ίδιο του τον εαυτό. Αναζητούσε μια ζωή όπου ο ιδρώτας του δεν θα χανόταν στους αδιόρατους μηχανισμούς της γραφειοκρατίας ούτε θα σπαταλιόταν σε ατέρμονους διαδρόμους γραφείων. Ήθελε να αποκτά χειροπιαστό αντίκρισμα· να μετατρέπεται στην εύρυθμη λειτουργία μιας μηχανής, στην ασφαλή πορεία ενός πλοίου, στην επιβίωση ενός σκαριού που πάλευε με τη φουρτούνα.
Γνώριζε, ωστόσο, ότι κάθε επιλογή έχει και το τίμημά της.
Οι πανεπιστημιακές σπουδές, που κάποτε είχαν περάσει σαν αχνή σκέψη από το μυαλό του, έμεναν τώρα στο περιθώριο της ζωής του. Δεν τις απέρριπτε· απλώς η θάλασσα είχε προηγηθεί. Ήταν μια διαπίστωση πικρή, μα ταυτόχρονα ώριμη. Είχε επιλέξει έναν διαφορετικό δρόμο και ήταν αποφασισμένος να τον βαδίσει μέχρι το τέλος, χωρίς να μετανιώνει για όσα άφηνε πίσω.
Κι όμως, βαθιά μέσα του, η φλόγα της γνώσης δεν είχε σβήσει. Είχε μόνο αναβληθεί.
Ίσως κάποια μέρα.
Ίσως...
Και αυτό το «ίσως» έμελλε να παραμείνει μέσα του σαν ένας μοναχικός φάρος στο βάθος του ορίζοντα. Όχι για να τον βασανίζει ούτε για να του θυμίζει μια αποτυχία, αλλά για να φωτίζει σιωπηλά την ύπαρξη μιας ακόμη διαδρομής  που δεν είχε ακόμη περπατήσει. Είχε αποδεχθεί ότι, προς το παρόν, οι σπουδές έπρεπε να παραμερίσουν. Η ζωή τον καλούσε αλλού. Στο κατάστρωμα, στο μηχανοστάσιο, στις βάρδιες, στους ωκεανούς. Εκεί έπρεπε πρώτα να δοκιμαστεί, να εργαστεί, να ωριμάσει και να αποδείξει στον εαυτό του ότι μπορούσε να σταθεί όρθιος απέναντι στις απαιτήσεις της ζωής.
Μέσα στην πειθαρχία του μηχανοστασίου ενηλικιωνόταν οριστικά ως άνθρωπος. Η καθημερινή ευθύνη, η γνώση που κατακτιόταν με κόπο και η συναίσθηση ότι από τις πράξεις του εξαρτιόταν η ασφαλής λειτουργία ενός ολόκληρου πλοίου, σφυρηλατούσαν τον χαρακτήρα του περισσότερο από οποιαδήποτε θεωρητική διδασκαλία. Κι όμως, βαθιά μέσα του παρέμενε μια σιωπηλή εκκρεμότητα. Ένα κομμάτι της ψυχής του εξακολουθούσε να διψά για τη γνώση που μόνο τα βιβλία, οι αίθουσες διδασκαλίας και ο γόνιμος διάλογος μπορούν να προσφέρουν. Δεν το θεωρούσε αποτυχία ούτε απωθημένο. Το έβλεπε ως μια υπόσχεση προς τον μελλοντικό του εαυτό. Ίσως κάποτε, όταν η θάλασσα θα είχε ολοκληρώσει τη δική της διδασκαλία, να ερχόταν η ώρα της επιστροφής στα θρανία. Γιατί υπάρχουν ταξίδια που γίνονται με πλοία και άλλα που γίνονται με τα βιβλία. Και εκείνος ήξερε πως, αργά ή γρήγορα, ήταν προορισμένος να ζήσει και τα δύο.
....Πάνω από πέντε μήνες είχαν περάσει από τότε που πρωτομπάρκαρε και βαφτίστηκε στην αλμύρα της θάλασσας. Η μαθητεία του δεν είχε γίνει σε αίθουσες διδασκαλίας, αλλά πάνω στη λαμαρίνα, μέσα στη ζέστη των λεβήτων, στον αδιάκοπο παλμό της ατμομηχανής και στην απαιτητική καθημερινότητα του μηχανοστασίου. Στο διάστημα αυτό είχε μυηθεί στη γλώσσα του πλοίου. Είχε μάθει να διαβάζει τους ήχους των μηχανών, να αναγνωρίζει τη σημασία κάθε κραδασμού, να ξεχωρίζει πότε ένας μεταλλικός ήχος έκρυβε μια απλή ιδιοτροπία και πότε προμήνυε μια σοβαρή βλάβη. Είχε συνηθίσει 
την υγρασία που εισχωρούσε στα ρούχα και στα κόκαλα, την αλμύρα που σκλήραινε το δέρμα, τον ιδρώτα που ανακατευόταν με το πετρέλαιο και την καθημερινή απαίτηση της θάλασσας να παραμένει διαρκώς σε εγρήγορση. Η μύηση αυτή δεν ήταν εύκολη. Ήταν μια αργή και συχνά επίπονη διαδικασία μεταμόρφωσης. Ο ναυτικός καλείται να αποβάλει, σχεδόν ανεπαίσθητα, τις συνήθειες της στεριάς, τις μικρές ανέσεις της καθημερινότητας και τον γνώριμο ρυθμό της ζωής στην ξηρά. Αντιλαμβάνεται ότι στο πλοίο ο χρόνος μετριέται διαφορετικά· όχι με ημερολόγια και ρολόγια, αλλά με βάρδιες, λιμάνια και ταξίδια. Χωρίς σχεδόν να το καταλάβει, είχε πάψει να είναι ο νεαρός που μετρούσε τις ημέρες μέχρι την επιστροφή. Είχε γίνει ένας κρίκος στην αλυσίδα του πλοίου, ένα αναπόσπαστο μέρος του μηχανισμού του. Η καθημερινότητά του συγχρονιζόταν πλέον με τον ρυθμό της μηχανής και με τις ανάγκες του πληρώματος. Η γοητεία του ναυτικού επαγγέλματος υπήρξε πάντοτε ένα ισχυρό αφήγημα. Η λογοτεχνία, ο κινηματογράφος και οι ιστορίες των θαλασσοπόρων γέννησαν την εικόνα του ανθρώπου που ταξιδεύει αδιάκοπα προς μακρινούς τόπους και εξωτικά λιμάνια. Όμως αυτή είναι μόνο η μία όψη της θάλασσας. Η άλλη όψη αποκαλύπτεται μόνο σε εκείνους που ζουν πάνω στο πλοίο. Είναι η σύγκρουση ανάμεσα στον μύθο και στην πραγματικότητα· ανάμεσα στη ρομαντική εικόνα του ταξιδιώτη και στην καθημερινή δοκιμασία του επαγγελματία ναυτικού. Είναι η βιολογική κόπωση από τις αδιάκοπες βάρδιες, η ψυχική φθορά της απομόνωσης, η ευθύνη που δεν επιτρέπει λάθη και η διαρκής συνύπαρξη με το απρόβλεπτο της θάλασσας.
Μόνο όταν ο άνθρωπος συμφιλιωθεί με αυτή τη σκληρή πραγματικότητα παύει να αισθάνεται φιλοξενούμενος στο πλοίο. Τότε αρχίζει να γίνεται πραγματικός ναυτικός. Για τον άνθρωπο της στεριάς, ο ναυτικός είναι εκείνος που ταξιδεύει και γνωρίζει τον κόσμο. Η φαντασία τον τοποθετεί σε εξωτικά λιμάνια, σε μακρινούς πολιτισμούς και σε τόπους που οι περισσότεροι θα γνωρίσουν μόνο μέσα από φωτογραφίες και χάρτες. Η πραγματικότητα, όμως, είναι πολύ διαφορετική. Τις περισσότερες φορές ο ναυτικός δεν βλέπει την πόλη. Βλέπει την προβλήτα, τους γερανούς, τις στοιβαγμένες σειρές των κοντέινερ, τις σωληνώσεις των τερματικών σταθμών και τα ρυμουλκά που κινούνται αδιάκοπα γύρω από το πλοίο. Οι ώρες παραμονής στα λιμάνια έχουν περιοριστεί στο ελάχιστο και ο χρόνος δεν ανήκει πλέον στον άνθρωπο, αλλά στο πρόγραμμα φόρτωσης και εκφόρτωσης.
Έτσι γεννιέται ένα από τα μεγάλα παράδοξα της ναυτικής ζωής. Η απεραντοσύνη της θάλασσας συνυπάρχει με τον εγκλεισμό στον περιορισμένο χώρο του πλοίου. Ο ορίζοντας είναι ανοιχτός όσο πουθενά αλλού, όμως η καθημερινότητα εκτυλίσσεται μέσα σε λίγα τετραγωνικά μέτρα από ατσάλι.
Η ρομαντική εικόνα του ναυτικού εξακολουθεί να συγκινεί. Ίσως γιατί λειτουργεί σαν ένα πέπλο που επιτρέπει στους ανθρώπους της στεριάς να ονειρεύονται τη θάλασσα χωρίς να αντικρίζουν το πραγματικό της κόστος. Πίσω από κάθε ταξίδι κρύβονται αμέτρητες ώρες εργασίας, ευθύνης, απομόνωσης και σωματικής καταπόνησης. Ο ίδιος ο ναυτικός, όμως, όταν αναγνωρίζει αυτή την πραγματικότητα, δεν χάνει τον ρομαντισμό του. Αντίθετα, αποκτά επίγνωση. Μαθαίνει να αγαπά τη θάλασσα χωρίς αυταπάτες, να τη σέβεται χωρίς εξιδανικεύσεις και να αποδέχεται ότι τίποτε δεν του χαρίζεται. Η θάλασσα δεν προσφέρει δώρα. Ανταμείβει μόνο εκείνους που είναι πρόθυμοι να πληρώσουν το τίμημά της. Κάθε ανατολή που χρωματίζει τον ωκεανό, κάθε ηλιοβασίλεμα που χάνεται πίσω από τον ορίζοντα, κάθε στιγμή απόλυτης γαλήνης πάνω στο κατάστρωμα έχει ήδη εξοφληθεί. Έχει πληρωθεί με ατέλειωτες βάρδιες, με ιδρώτα, με μοναξιά, με την απουσία από τους ανθρώπους που αγαπά και με τη σιωπηλή θυσία που συνοδεύει κάθε πραγματικό ναυτικό. Μόνο τότε η ομορφιά της θάλασσας αποκτά την πραγματική της αξία. Γιατί δεν είναι ένα δώρο· είναι ένα κέρδος.
Η θάλασσα υπήρξε πάντοτε η μεγάλη αγάπη του Έλληνα και η αέναη κοιτίδα του πολιτισμού του. Από τα πρώτα πλεούμενα του Αιγαίου έως τα σύγχρονα εμπορικά πλοία, δεν αποτέλεσε απλώς μια θαλάσσια οδό επικοινωνίας, αλλά έναν τρόπο ύπαρξης. Στη θάλασσα ο Έλληνας έμαθε να εμπορεύεται, να πολεμά, να δημιουργεί, να μεταναστεύει, να επιστρέφει και να ονειρεύεται. Για τον Έλληνα ναυτικό, που διασχίζει τους ωκεανούς, η θάλασσα δεν είναι ένα τοπίο· είναι μια δύναμη της φύσης, ανεξάρτητη από την ανθρώπινη βούληση. Αγωνίζεται καθημερινά να τη δαμάσει, αδιαφορώντας αν το κακόβουλο κύμα θα φιλά την πρύμνη του ή αν το αγέρι θα φυσά πρίμα στα άρμενα. Γνωρίζει, όμως, βαθιά μέσα του ότι η νίκη του δεν είναι ποτέ οριστική. Η θάλασσα προσφέρει ζωή, πλούτο και ταξίδια. Ταυτόχρονα, όμως, κρύβει τον θάνατο,την απώλεια και την άβυσσο. Μέσα σε αυτή τη διαρκή αντίφαση γεννιέται ο ιδιαίτερος δεσμός του ναυτικού μαζί της. Δεν είναι δεσμός κυριαρχίας, αλλά σεβασμού. Ο ναυτικός δεν την υποτάσσει ποτέ πραγματικά· μαθαίνει μόνο να συνυπάρχει μαζί της, να αφουγκράζεται τις διαθέσεις της και να αναγνωρίζει τα όρια της δικής του δύναμης.
Ίσως γι' αυτό, από την αρχαιότητα έως σήμερα, η θάλασσα προσωποποιείται τόσο συχνά ως γυναίκα. Όχι επειδή αποτελεί απλώς αντικείμενο εξιδανίκευσης ή ερωτικού συμβολισμού, αλλά επειδή ενσαρκώνει τις ίδιες αντιφάσεις που συνοδεύουν τη  ζωή: είναι γενναιόδωρη και απρόβλεπτη, τρυφερή και αδυσώπητη, γαλήνια και καταστροφική. Όπως η γυναίκα στις μεγάλες μυθολογικές και ποιητικές παραδόσεις, έτσι και η θάλασσα γεννά, προστατεύει, προκαλεί, δοκιμάζει και, όταν θελήσει, αφαιρεί.
Γι' αυτό ο ναυτικός δεν παύει ποτέ να τη σέβεται. Δεν την πλησιάζει ως κατακτητής, αλλά ως συνοδοιπόρος. Και ίσως αυτή να είναι η μεγαλύτερη σοφία που μπορεί να του διδάξει η ζωή στη θάλασσα: ότι υπάρχουν δυνάμεις απέναντι στις οποίες η αληθινή ανδρεία δεν βρίσκεται στην κυριαρχία, αλλά στην ταπεινότητα.
..............Το τελευταίο τους ταξίδι, με αφετηρία τον Περσικό Κόλπο και προορισμό λιμένες της Ευρώπης, δεν θα ήταν μια απλή μετακίνηση από έναν γεωγραφικό χώρο σε έναν άλλο. Θα ήταν ένας μεγάλος θαλάσσιος κύκλος, ένας περίπλους της Αφρικής από τα ανατολικά προς τα δυτικά, μια διαδρομή που απαιτούσε χρόνο, υπομονή και αδιάκοπη επαγρύπνηση.
Αφήνοντας πίσω τους τα νερά του Περσικού Κόλπου, το πλοίο θα κατευθυνόταν προς τον Ινδικό Ωκεανό, για να ακολουθήσει τη μακρά πορεία γύρω από την αφρικανική ήπειρο και να αντιμετωπίσει τις ιδιαιτερότητες μιας από τις πιο απαιτητικές θαλάσσιες διαδρομές. Δεν υπήρχαν σύντομοι δρόμοι ούτε εύκολες λύσεις. Μόνο ανοιχτή θάλασσα, ατελείωτα μίλια και η καθημερινή ευθύνη ενός πλοίου που έπρεπε να συνεχίσει αδιάκοπα την πορεία του.
Τέτοια ταξίδια δεν δοκιμάζουν μόνο τις μηχανές και το σκαρί. Δοκιμάζουν κυρίως τους ανθρώπους που βρίσκονται πάνω σε αυτά. Η ναυτοσύνη, η ψυχραιμία, η συνεργασία και η αντοχή γίνονται απαραίτητες αρετές. Η επανάληψη των ημερών, η απόσταση από τη στεριά και η διαρκής παρουσία του ωκεανού μετατρέπουν την καθημερινότητα σε μια άσκηση υπομονής και εσωτερικής ανθεκτικότητας. Για το πλήρωμα, κάθε μίλι που περνούσε δεν ήταν μόνο μια γεωγραφική απόσταση που μειωνόταν. Ήταν μια ακόμη δοκιμασία που προστίθετο στην εμπειρία τους. Και για τον νεαρό δόκιμο μηχανικό, αυτό το ταξίδι θα γινόταν ένα ακόμη μάθημα στη μεγάλη σχολή της θάλασσας.
Σε έναν ενδιάμεσο σταθμό του μεγάλου ταξιδιού, το πλοίο έφτασε στα νησιά του Πράσινου Ακρωτηρίου για ανεφοδιασμό καυσίμων. Η στάση αυτή δεν ήταν προγραμματισμένη ως παραμονή, αλλά ως μια αναγκαία διαδικασία για τη συνέχιση του ταξιδιού. Η θάλασσα, όμως, έχει τους δικούς της ρυθμούς και συχνά επιβάλλει τις δικές της καθυστερήσεις. Ένα λειτουργικό πρόβλημα στο πλοίο ανεφοδιασμού καυσίμων στάθηκε η αιτία να παραμείνουν «ράδα», στο ασφαλές αγκυροβόλιο του νησιωτικού συμπλέγματος, για περισσότερο από δύο ημέρες. Το πλοίο ακινητοποιήθηκε προσωρινά, όχι από κάποια μεγάλη βλάβη, αλλά από εκείνες τις μικρές απρόβλεπτες καταστάσεις που αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της  ναυτικής ζωής. Για τους ανθρώπους της στεριάς, δύο ημέρες αναμονής ίσως να ήταν απλώς μια καθυστέρηση. Για το πλήρωμα, όμως, πάνω σε ένα πλοίο που βρίσκεται μακριά από κάθε οικείο τόπο, ο χρόνος αποκτά διαφορετική διάσταση. Η αγκυροβολία γίνεται μια περίοδος αναμονής, παρατήρησης και εσωτερικής περισυλλογής.
Τα νησιά του Πράσινου Ακρωτηρίου, χαμένα στον Ατλαντικό Ωκεανό, βρίσκονται δυτικά του δυτικότερου άκρου της αφρικανικής ηπείρου. Το αρχιπέλαγος αποτελείται από δέκα κύρια νησιά και μικρότερα νησίδια, τα οποία χωρίζονται γεωγραφικά σε δύο ομάδες: τα προσήνεμα νησιά, που δέχονται πρώτα τους ανέμους του ωκεανού, και τα υπήνεμα, που προστατεύονται περισσότερο από την αγριότητα των θαλάσσιων ρευμάτων.
Για τον νεαρό δόκιμο μηχανικό, η προσωρινή αυτή στάση δεν ήταν απλώς μια τεχνική αναμονή. Ήταν ακόμη μία σελίδα στο μεγάλο ημερολόγιο της θάλασσας. Ένας ακόμη τόπος που περνούσε από μπροστά του, όχι σαν τουρίστας, αλλά ως ναυτικός — ένας άνθρωπος που ανήκε πλέον σε έναν κόσμο όπου οι αποστάσεις μετριούνται σε μίλια και οι εμπειρίες σε ταξίδια.
Τα νησιά του Πράσινου Ακρωτηρίου φέρουν ακόμη τα σημάδια της ηφαιστειακής τους γέννησης. Σκληρά, ορεινά και  ανεμοδαρμένα, υψώνονται μέσα στον Ατλαντικό σαν απομεινάρια μιας αρχαίας γεωλογικής πάλης ανάμεσα στη φωτιά της γης και στη δύναμη του ωκεανού. Τα περισσότερα από αυτά είναι ορεινά, με απότομες πλαγιές και γυμνά τοπία που μαρτυρούν τη διαρκή προσπάθεια της φύσης να επιβιώσει σε ένα δύσκολο περιβάλλον.Το κλίμα τους είναι τροπικό αλλά ξηρό, με μικρές μεταβολές μέσα στον χρόνο. Οι άνεμοι κυριαρχούν στο αρχιπέλαγος και συχνά μεταφέρουν μαζί τους λεπτή σκόνη από την έρημο Σαχάρα, ταξιδεύοντας πάνω από την αφρικανική ήπειρο πριν καταλήξουν στα νησιά. Η βροχή είναι σπάνια και ακανόνιστη, ενώ η βλάστηση παραμένει περιορισμένη, αποτελούμενη κυρίως από ανθεκτικούς θάμνους, αλόες και φυτά προσαρμοσμένα στην παρατεταμένη ξηρασία.
Η έλλειψη νερού υπήρξε πάντοτε μία από τις μεγάλες δοκιμασίες του αρχιπελάγους. Οι παρατεταμένες περίοδοι ανομβρίας αποτελούν διαρκή απειλή για έναν τόπο που δεν διαθέτει σημαντικές φυσικές ανανεώσιμες πηγές γλυκού νερού. Η ζωή εκεί απαιτεί προσαρμογή, οικονομία και σεβασμό απέναντι στους περιορισμούς της φύσης. 
.... Απογευματινές ώρες, ο ήλιος χαμήλωνε αργά προς τον ορίζοντα και έλουζε το τοπίο με ένα απαλό, χρυσαφένιο φως. Οι σκιές των λόφων μάκραιναν σιωπηλά, σαν να προσπαθούσαν κι αυτές να αγγίξουν κάτι χαμένο στον χρόνο, κάποια ανάμνηση ενός παρελθόντος που δεν τους ανήκε αλλά παρέμενε χαραγμένο πάνω στην πέτρα. Μακριά από το θόρυβο του μηχανοστασίου, ο Αλκιβιάδης βρέθηκε μόνος να περιπλανιέται χωρίς συγκεκριμένο προορισμό. Δεν είχε σχέδιο ούτε προγραμματισμένη διαδρομή. Άφηνε απλώς τα βήματά του να τον οδηγούν στους ήσυχους χωματόδρομους στην είσοδο του μικρού παραθαλάσσιου οικισμού. Ο άνεμος ερχόταν από τη θάλασσα μεταφέροντας την αρμύρα του ωκεανού, ανακατεμένη με τη μυρωδιά της ξερής γης και της άγριας βλάστησης. Ήταν μια διαφορετική σιωπή από εκείνη του πλοίου. Στο μηχανοστάσιο η σιωπή διακοπτόταν από τον αδιάκοπο παλμό της μηχανής· εδώ κυριαρχούσε ο ήχος του ανέμου και των κυμάτων. Περπατώντας ανάμεσα στους χαμηλούς λόφους και τα λιτά σπίτια του νησιού, ένιωθε για πρώτη φορά μετά από μήνες ότι  είχε χώρο να ακούσει τις δικές του σκέψεις. Η θάλασσα που μέχρι τότε ήταν εργασία, ευθύνη και δοκιμασία, γινόταν για λίγο καθρέφτης της ψυχής του. Ίσως εκείνη τη στιγμή, σε έναν άγνωστο τόπο στη μέση του Ατλαντικού, άρχιζε να καταλαβαίνει ότι το ταξίδι του δεν ήταν μόνο από λιμάνι σε λιμάνι. Ήταν ένα ταξίδι προς τον ίδιο του τον εαυτό. Είχε πέντε μήνες τώρα να περπατήσει στη στεριά. Πέντε μήνες όπου ο κόσμος του περιοριζόταν στο πλοίο, στις βάρδιες, στο μηχανοστάσιο και στον αδιάκοπο ρυθμό της μηχανής. Η γη κάτω από τα πόδια του είχε γίνει σχεδόν μια μακρινή ανάμνηση. Γι’ αυτό και εκείνη η ημέρα είχε μια ιδιαίτερη αξία. Ήταν ελεύθερος για ολόκληρο το εικοσιτετράωρο να περιπλανηθεί χωρίς πρόγραμμα, χωρίς υποχρεώσεις, χωρίς τον ήχο της βάρδιας να καθορίζει τον χρόνο του.
Άφησε τα βήματά του να τον οδηγήσουν στη μικρή πόλη του νησιού, χτισμένη στις πλαγιές ενός λόφου που έβλεπε προς το λιμάνι και τον προστατευμένο κόλπο όπου αγκυροβολούσαν τα πλοία. Από εκεί ψηλά, η εικόνα άνοιγε μπροστά του σαν ένα τεράστιο παράθυρο προς τον κόσμο. Η απλωσιά του τοπίου δημιουργούσε την αίσθηση ενός πανοραμικού μπαλκονιού πάνω από τον ωκεανό. Η θάλασσα, τα πλοία, οι αποστάσεις και ο καθαρός ορίζοντας του έδιναν για λίγο την ψευδαίσθηση ότι μπορούσε να δει όχι μόνο μακριά στον χώρο, αλλά και βαθύτερα μέσα στον χρόνο.
Το βλέμμα του ταξίδευε πίσω, στα περασμένα. Όχι με πόνο, αλλά με εκείνη τη σιωπηλή περισυλλογή που έρχεται όταν ο άνθρωπος αρχίζει να αποδέχεται όσα δεν μπορούν πλέον να αλλάξουν. Το νοητικό του ταξίδι δεν είχε πια σκοπό να αναζητήσει κάτι χαμένο. Δεν έψαχνε απαντήσεις ούτε προσπαθούσε να αναστήσει στιγμές που είχαν τελειώσει. Είχε έρθει η ώρα να αφήσει πίσω του όσα τον κρατούσαν δεμένο. Τις αναμνήσεις, τις προσδοκίες και τα συναισθήματα μιας σχέσης που είχε ολοκληρώσει τον κύκλο της. Και ίσως εκεί, σε έναν άγνωστο λόφο ενός νησιού στη μέση του Ατλαντικού, ανάμεσα στη σιωπή της γης και στην απεραντοσύνη της θάλασσας, να κατάλαβε ότι ορισμένες απώλειες δεν είναι μόνο τέλος. Μπορεί να είναι και η αρχή μιας νέας πορείας.
Από πότε είχε να κλάψει στ’ αλήθεια, ούτε ο ίδιος δεν θυμόταν. Ίσως από τότε που είχε αφήσει πίσω του μια σχέση που, αν και δεν είχε μεγάλη διάρκεια, του είχε αφήσει ένα αποτύπωμα περισσότερο βαθύ απ’ όσο ήθελε να παραδεχτεί. Ήταν μια σχέση με αδυναμίες, γεμάτη εντάσεις και αμφιβολίες, όμως αυτό δεν έκανε τον πόνο του μικρότερο. Θυμόταν εκείνη τη μεγάλη συζήτηση. Τα λόγια που ειπώθηκαν, τις σιωπές ανάμεσα στις φράσεις, τα δάκρυα που κύλησαν και τη στιγμή που και οι δύο κατάλαβαν πως ο δρόμος τους είχε φτάσει στο τέλος του. Ίσως υπήρχε ακόμη μια αμυδρή επιθυμία να παραμείνουν μαζί, μια μικρή ελπίδα ότι κάτι θα μπορούσε να αλλάξει. Όμως η πραγματικότητα είχε ήδη μιλήσει.
Κι όμως, τότε δεν είχε κλάψει. Ίσως από άμυνα. Ίσως από εκείνη την παράξενη εσωτερική παγωμάρα που εμφανίζεται όταν ο άνθρωπος προσπαθεί να παραμείνει δυνατός τη στιγμή που μέσα του όλα καταρρέουν. Το γεγονός ότι δεν έκλαψε δεν σήμαινε ότι δεν πόνεσε. Μερικές φορές ο βαθύτερος πόνος είναι εκείνος που δεν βρίσκει διέξοδο στα δάκρυα. Άλλωστε, εδώ και καιρό προσπαθούσαν να ποτίσουν ένα μαραμένο λουλούδι. Έδιναν χρόνο, προσπάθεια και συναίσθημα σε κάτι που είχε ήδη αρχίσει να χάνει τη ζωή του. Ο αμείλικτος χρόνος είχε αποδείξει αυτό που μέσα του γνώριζε: ότι ίσως 
εκείνος ο δεσμός δεν ήταν το μεγάλο συναίσθημα που περίμενε, αλλά ένας έντονος ενθουσιασμός που δεν μπορούσε να αγνοήσει την πραγματικότητα. Στις γκρίζες εκείνες στιγμές ένιωθε πως σπαταλούσε σταγόνες από την ψυχή του σε έναν δρόμο χωρίς προορισμό. Δεν μπορούσε να φανταστεί τη σχέση αυτή να μεταμορφώνεται σε κάτι βαθύτερο, κάτι που θα άντεχε στον χρόνο και στις δοκιμασίες της ζωής. Έκρυψε καλά τον πόνο του. Ίσως γιατί ο άνθρωπος πολλές φορές προσπαθεί να προστατεύσει όχι μόνο τους άλλους, αλλά και την εικόνα που έχει για τον ίδιο του τον εαυτό.
Γιατί ο χωρισμός είναι πάντα μια απώλεια, ακόμη κι όταν γνωρίζουμε ότι είναι η σωστή επιλογή.
Ο χρόνος δεν θεραπεύει τα πάντα. Δεν διαγράφει τις αναμνήσεις ούτε εξαφανίζει τα σημάδια. Μας μαθαίνει όμως να ζούμε με τα κενά, μέχρι κάποια στιγμή αυτά να γεμίσουν ξανά — όχι απαραίτητα με ό,τι χάσαμε, αλλά με κάτι νέο, κάτι πιο φωτεινό, κάτι που θα έρθει όταν είμαστε έτοιμοι να το δεχτούμε.
Σήμερα, η ανάγκη του για νέες γνωριμίες δεν ήταν πια μια απεγνωσμένη κραυγή για βοήθεια ούτε μια προσπάθεια να καλύψει βιαστικά ένα κενό που άφησε πίσω του. Ήταν κάτι διαφορετικό· μια ώριμη προσμονή που άρχιζε να ξυπνά ξανά μέσα του. Ένα συναίσθημα ήρεμο αλλά επίμονο, που μεγάλωνε αθόρυβα, όπως κάτι που βρίσκει ξανά ζωή ύστερα από μια μεγάλη περίοδο σιωπής. Δεν αναζητούσε πλέον κάποιον για να ξεχάσει το παρελθόν. Ήθελε να συναντήσει έναν άνθρωπο με τον οποίο θα μπορούσε να μοιραστεί το παρόν και ίσως το μέλλον. Η καρδιά του, που για καιρό είχε μείνει κλειστή 
για να προστατευτεί, άρχιζε πάλι να αφήνει χώρο για μια νέα πιθανότητα.
Χαμένος στις σκέψεις του, συνέχισε την περιπλάνησή του. Στην επόμενη διακλάδωση πήρε τον δεξιό δρόμο που οδηγούσε προς ένα μικρό πανδοχείο ψηλότερα στον λόφο. Ο δρόμος ήταν ανηφορικός, αλλά ομαλός. Δεν υπήρχαν σκαλοπάτια ούτε  απότομες δυσκολίες· μόνο μια αργή ανάβαση που του επέτρεπε να περπατά χωρίς βιασύνη, αναπνέοντας τον ζεστό ανοιξιάτικο άνεμο που κατέβαινε από τα βουνά. Ο αέρας περνούσε πάνω από τα γυμνά ασβεστολιθικά πετρώματα, διέσχιζε τους γκρίζους λόφους και χανόταν στις μικρές, πολυσχιδείς κοιλάδες όπου βρίσκονταν διάσπαρτοι οι λιτοί τοπικοί οικισμοί.
Κάθε τόσο σταματούσε και γύριζε το βλέμμα του πίσω. Δεν κοιτούσε μόνο το τοπίο· έμοιαζε να προσπαθεί να κρατήσει μέσα του αυτή τη στιγμή, αυτή την αίσθηση ελευθερίας που του πρόσφερε η στεριά ύστερα από τόσους μήνες εγκλεισμού στο πλοίο.
Η ημέρα ήταν ζεστή. Ο ουρανός είχε ένα παράξενο γκριζογάλαζο χρώμα, σαν να παρέμενε ακόμη
καλυμμένος από τα τελευταία ίχνη μιας αμμοθύελλας που είχε περάσει από το νησί. Η σκόνη της ερήμου, μεταφερόμενη από τους ανέμους, αιωρούνταν ακόμη στην ατμόσφαιρα, μα οι τελευταίες της ουρές άρχιζαν να διαλύονται προς τη δύση. Ο αέρας γινόταν σταδιακά πιο καθαρός. Ο ουρανός, ώρα με την ώρα, ξεθώριαζε διαφορετικά, καθώς η σκόνη υποχωρούσε και ταξίδευε μακριά, προς έναν άλλο τόπο. Η διαφάνεια του ορίζοντα επέστρεφε αργά. Και τότε ο ήλιος, απαλλαγμένος από το πέπλο της σκόνης, ξαναφάνηκε κυρίαρχος. Έκαιγε πάνω από τους γυμνούς λόφους, πάνω από την πέτρα και τη θάλασσα, φωτίζοντας έναν κόσμο που έμοιαζε να ανανεώνεται μαζί με τις σκέψεις του.
Μακριοί μαντρότοιχοι συνόδευαν τους ανηφορικούς δρόμους, φτιαγμένοι από πέτρα που είχε μαυρίσει με τα χρόνια κάτω από τον ήλιο και τους ανέμους. Οι σκούροι ηφαιστειογενείς βράχοι, σιωπηλοί μάρτυρες μιας αρχαίας γεωλογικής ιστορίας, έδιναν σταδιακά τη θέση τους σε μικρές νησίδες πράσινου, περιορισμένες αλλά πολύτιμες μέσα σε αυτό το άνυδρο τοπίο.
Οι θαλασσινές εικόνες εναλλάσσονταν με τους φτωχούς, γραφικούς οικισμούς που ήταν απλωμένοι στις πλαγιές. Σπίτια λιτά, χτισμένα με τα απαραίτητα, μαρτυρούσαν έναν τρόπο ζωής προσαρμοσμένο στις δυσκολίες της γης και της έλλειψης νερού. Ανάμεσα σε αυτή την εικόνα της φθοράς και της εγκατάλειψης, μερικά νεότερα σπίτια έκαναν δειλά την εμφάνισή τους, σαν σημάδια μιας αργής αλλαγής που προσπαθούσε να διεκδικήσει χώρο μέσα στο παλιό τοπίο. Ροδιές, χαρουπιές, συστάδες από φραγκοσυκιές και ψηλές φοινικιές πρόσθεταν μικρές πινελιές ζωής και χρώματος. Η φύση, ακόμη και εδώ, σε έναν τόπο σκληρό και φειδωλό, έβρισκε τρόπους να επιμένει.
Όπου υπήρχε λίγη πρασινάδα, λίγα αγριοκάτσικα έβοσκαν ελεύθερα, σκαρφαλώνοντας στις φαρδιές, φαγωμένες από τον χρόνο πεζούλες. Κινούνταν με την άνεση πλασμάτων που είχαν μάθει να επιβιώνουν εκεί όπου ο άνθρωπος θα έπρεπε να παλέψει για κάθε μικρή κατάκτηση. Το τοπίο δεν ήταν πλούσιο με την έννοια της αφθονίας. Ήταν όμως πλούσιο σε αντοχή. Και ίσως γι’ αυτό ο νεαρός ναυτικός ένιωθε μια παράξενη οικειότητα μαζί του· γιατί, όπως και ο ίδιος, έτσι κι αυτός ο τόπος είχε μάθει να στέκεται όρθιος απέναντι στις δυσκολίες.
Μπροστά του, στο ύψωμα, εμφανίστηκε ένα μικρό πανδοχείο που εξυπηρετούσε κυρίως τους επισκέπτες του νησιού, αλλά και τα πληρώματα των πλοίων που έριχναν άγκυρα στο αγκυροβόλιο για ανεφοδιασμό καυσίμων και προμήθεια φρέσκων τροφίμων.
Ήταν ένας τόπος προσωρινής στάσης για ανθρώπους που, όπως κι εκείνος, βρίσκονταν συνεχώς σε κίνηση. Ναυτικοί από διαφορετικές χώρες, με διαφορετικές γλώσσες και ιστορίες, περνούσαν από εκεί για λίγες ώρες ή ημέρες, πριν ξαναχαθούν στον μεγάλο δρόμο της θάλασσας.
Στάθηκε στο πλάτωμα και άφησε το βλέμμα του να κατέβει προς το αγκυροβόλιο, στην υπήνεμη πλευρά του νησιού, εκεί όπου ο προστατευμένος κόλπος άνοιγε προς τα νοτιοδυτικά και φιλοξενούσε τα πλοία που περίμεναν τη σειρά τους για ανεφοδιασμό. Η ατμόσφαιρα παρέμενε ελαφρά θολή. Η σκόνη που είχε αφήσει η αμμοθύελλα δεν είχε απομακρυνθεί εντελώς και ο μυχός του όρμου διακρινόταν αχνά από την απόσταση. Οι γραμμές των πλοίων χάνονταν μέσα στο γκριζογάλαζο πέπλο της ημέρας, σαν εικόνες μισοσβησμένες από μια παλιά φωτογραφία.
Οι γλάροι συνέχιζαν το αθόρυβο, κυκλικό τους πέταγμα πάνω από τα μικρά ψαροκάικα του κόλπου. Κινούνταν με μια αργή, σχεδόν τελετουργική αρμονία, ενώ κάτω από αυτά η θάλασσα παρέμενε ήρεμη, σαν να κρατούσε μέσα της όλες τις ιστορίες των ανθρώπων που πέρασαν από τα νερά της.
Βέβαια, δεν είχε ανέβει ως εκεί για να θαυμάσει τη θέα ούτε για να αναζητήσει κάποια ιδιαίτερη εμπειρία. Ήθελε απλώς να αφήσει να περάσουν μερικές ώρες ανεμελιάς, μακριά από τη ρουτίνα του πλοίου και τον αδιάκοπο ρυθμό της δουλειάς.
Καθώς, λοιπόν, βυθιζόταν στις αξεδιάλυτες σκέψεις του — όχι από κάποια συγκεκριμένη έγνοια, αλλά από εκείνη την ήρεμη αφηρημάδα που συχνά καταλαμβάνει τον άνθρωπο όταν βρίσκεται μόνος — δεν αντιλήφθηκε παρά την τελευταία στιγμή ότι κάποιος τον παρατηρούσε.
Δύο μάτια είχαν στραφεί προς το μέρος του από την άκρη του δρόμου, εκεί στον εξωτερικό χώρο του πανδοχείου, ανάμεσα στα λιγοστά δέντρα που προσπαθούσαν να επιβιώσουν μέσα στο ξηρό τοπίο.
Ανασήκωσε αργά το βλέμμα του.
Και τότε την είδε.
Στεκόταν αρκετά μέτρα μακριά του, ήσυχη, σχεδόν ακίνητη, σαν να αποτελούσε μέρος της εικόνας γύρω της. Δεν μπορούσε ακόμη να γνωρίζει τίποτε γι’ αυτήν· ούτε ποια ήταν, ούτε από πού ερχόταν, ούτε γιατί το βλέμμα της είχε σταθεί πάνω του. Υπήρχε μόνο εκείνη η παράξενη στιγμή της πρώτης 
αναγνώρισης, όταν δύο άγνωστοι άνθρωποι συναντώνται πριν ακόμη ανταλλάξουν λέξη.
Για λίγες στιγμές, όλα γύρω του έμοιαζαν να απομακρύνονται. Ο θόρυβος του δρόμου, η θάλασσα, το πανδοχείο, ακόμη και η σκέψη του ταξιδιού του, πέρασαν σε δεύτερο πλάνο.
Μια αδιόρατη ομίχλη, γεννημένη όχι από τον ατλαντικό αέρα αλλά από την ξαφνική εντύπωση που του προκάλεσε η παρουσία της, στάθηκε μπροστά στα μάτια του.
Εκτός από εκείνον και το κορίτσι, ελάχιστοι άνθρωποι βρίσκονταν εκεί γύρω. Και μέσα σε εκείνη τη μικρή, σχεδόν απομονωμένη γωνιά του νησιού, ανάμεσα στη θάλασσα και στους γυμνούς λόφους, άρχισε μια συνάντηση που κανείς από τους δύο δεν είχε προγραμματίσει.
Μυστήριο.
Γιατί τόση ερημιά;
Συνήθως, όπως τον είχαν πληροφορήσει, αυτές τις ώρες το πανδοχείο είχε αρκετή κίνηση. Ναυτικοί από τα αγκυροβολημένα πλοία, άνθρωποι του νησιού και περαστικοί γέμιζαν τον εξωτερικό χώρο, δίνοντας ζωή στο μικρό αυτό σημείο του λόφου. Σήμερα, όμως, επικρατούσε μια παράξενη ησυχία.
Ίσως ήταν η ώρα. Ίσως η ζέστη. Ίσως απλώς μια από εκείνες τις τυχαίες στιγμές που η ζωή δημιουργεί χωρίς προειδοποίηση.
Την παρατηρούσε με ενδιαφέρον, προσπαθώντας να καταλάβει ποια ήταν. Υπήρχε κάτι στον τρόπο που στεκόταν, στην ηρεμία του βλέμματός της, που του είχε τραβήξει την προσοχή. Κι όμως, όσο πλησίαζε προς το πανδοχείο, προσπάθησε να κρύψει την περιέργειά του. Έκανε πως δεν την είχε προσέξει.
Προχώρησε αδιάφορα, με εκείνη τη μικρή προσποίηση που χρησιμοποιούν οι άνθρωποι όταν δεν 
θέλουν να αποκαλύψουν ότι κάτι τους έχει ήδη αγγίξει.
Ήταν όμορφη.
Όχι μόνο με την ομορφιά που τραβά αμέσως τα βλέμματα, αλλά με εκείνη τη σπάνια παρουσία που κάνει τον άνθρωπο να σταματά για λίγο και να παρατηρεί.
Ήταν ψηλή, με μια φυσική κομψότητα στις κινήσεις της. Τα μάτια της, βαθιά βιολετί, είχαν μια παράξενη ένταση που τον έκανε να θέλει να τα κοιτάξει ξανά. Η σταρένια επιδερμίδα της ταίριαζε με το φως του νησιού, ενώ τα κυματιστά μαλλιά της, πλούσια και ελεύθερα, ανέμιζαν απαλά στον θαλασσινό αέρα και έπεφταν στους ώμους της.
Μέσα σε εκείνο το άνυδρο τοπίο, ανάμεσα στην πέτρα, τον άνεμο και την αλμύρα του ωκεανού, η παρουσία της έμοιαζε σχεδόν απρόσμενη.
Σαν κάτι που είχε εμφανιστεί εκεί όχι για να αλλάξει το τοπίο, αλλά για να αλλάξει τη δική του σκέψη.
Βράδυνε το βήμα του και πλησίασε αργά, προσπαθώντας να κρατήσει την έκφρασή του ανέκφραστη. Όταν βρέθηκε πιο κοντά, άφησε για μια στιγμή το βλέμμα του να σταθεί στην κατατομή της.
Ήταν από εκείνες τις παρουσίες που δύσκολα περιγράφονται με απλές λέξεις. Το σώμα της είχε μια αρμονία που δεν φαινόταν αποτέλεσμα προσπάθειας, αλλά φυσικής ισορροπίας. Οι καμπύλες της έμοιαζαν σαν να είχαν σχεδιαστεί με ακρίβεια από έναν αόρατο τεχνίτη, με εκείνη τη χαρούμενη μαστοριά που μόνο η φύση γνωρίζει. Η σιλουέτα της ήταν λεπτή και ταυτόχρονα γεμάτη ζωντάνια. Στεκόταν όρθια, με μια φυσική αυτοπεποίθηση, ενώ τα μακριά της πόδια τόνιζαν ακόμη περισσότερο τη χάρη της κίνησης της. Το κοντό, λινό, αμάνικο φόρεμα που φορούσε ταίριαζε με την απλότητα του νησιωτικού τοπίου, ενώ τα αθλητικά παπούτσια της έδιναν μια ανεπιτήδευτη, σχεδόν παιχνιδιάρικη νότα.
Του πέρασε από το μυαλό μια παράξενη σκέψη: πως αν το έδαφος δεν έβαζε τα δικά του όρια, εκείνα τα πόδια θα μπορούσαν να συνεχίζουν τον δρόμο τους για πάντα, σαν να ανήκαν περισσότερο στην κίνηση παρά στη στάση.
Και ίσως αυτό ήταν που τον εντυπωσίασε περισσότερο. Δεν ήταν μόνο η ομορφιά της. Ήταν η αίσθηση ελευθερίας που εξέπεμπε, σαν άνθρωπος που δεν στεκόταν απλώς σε έναν τόπο, αλλά ανήκε σε έναν ολόκληρο ορίζοντα. Ήταν άραγε η χλομάδα της που την έκανε τόσο ξεχωριστή; Ίσως. Ίσως ήταν εκείνη η λεπτή ευαισθησία που διέκρινε στη μορφή της, κάτι εύθραυστο και ταυτόχρονα δυνατό, που πάντα τον γοήτευε στους ανθρώπους. Είχε πάντοτε μια αδυναμία σε ό,τι φαινόταν ευάλωτο, σε εκείνες τις παρουσίες που δεν επιβάλλονταν, αλλά κέρδιζαν την προσοχή μέσα από μια ήσυχη δύναμη. Η ομορφιά της είχε μια ιδιαίτερη πολυμορφία, αποτέλεσμα της συνάντησης διαφορετικών πολιτισμών και καταβολών, όπως συμβαίνει σε τόπους όπου οι δρόμοι των ανθρώπων διασταυρώνονται εδώ και αιώνες. Όταν πλησίασε σε απόσταση τεσσάρων-πέντε μέτρων, εκείνη χαμογελούσε.
Ένα φωτεινό, αυθόρμητο χαμόγελο που έκανε το βλέμμα της ακόμη πιο ζωντανό. Εκείνος όμως, πιστός στην παλιά του συνήθεια, δεν σκέφτηκε ούτε για μια στιγμή ότι μπορεί να απευθυνόταν σε εκείνον.
Ήταν βέβαιος πως πίσω του βρισκόταν κάποιος άλλος. Κάποιος που είχε τραβήξει την προσοχή της, κάποιος πιο άξιος αυτού του χαμόγελου από τον ίδιο.
«Ποιος είναι, τέλος πάντων, αυτός ο τυχερός που δέχεται ένα τέτοιο χαμόγελο;» σκέφτηκε.
Σταμάτησε σχεδόν ασυναίσθητα και γύρισε το κεφάλι του πίσω. Δεν υπήρχε κανείς.
Ο δρόμος πίσω του ήταν άδειος. Και τότε, για μια στιγμή, ένιωσε μια μικρή έκπληξη. Ίσως γιατί η πιθανότητα ότι εκείνο το βλέμμα και εκείνο το χαμόγελο προορίζονταν για τον ίδιο ήταν κάτι που δεν είχε επιτρέψει ποτέ στον εαυτό του να φανταστεί.
Στο σημείο εκείνες τι στιγμές στο χωματόδρομο δεν υπήρχε κανείς άλλος. Μόνο εκείνος και η άγνωστη κοπέλα.
Όταν γύρισε ξανά προς το μέρος της, βρέθηκε αντιμέτωπος με τα πιο έντονα σκούρα βιολετί μάτια που είχε αντικρίσει ποτέ στη ζωή του. Ήταν τόσο κοντά πλέον, ώστε μπορούσε να διακρίνει κάθε λεπτομέρεια στο βλέμμα της — μια παράξενη ανάμειξη ανυπομονησίας και ελαφριάς ανησυχίας, σαν να περίμενε κάτι από εκείνον. Την υπολόγισε κάπου στην αρχή της τρίτης δεκαετίας της 
ζωής της. Νεαρή, με μια ομορφιά που δεν μπορούσε εύκολα να κατατάξει σε γνώριμα πρότυπα.
Μια κρεολή μορφή, ξεχωριστή, όμορφη, σαν ανθισμένη ορχιδέα μέσα σε μια προστατευμένη σέρα.
Του ήταν δύσκολο να μαντέψει την καταγωγή της. Στο πρόσωπό της συναντούσε διαφορετικές αναφορές, σαν ίχνη από μακρινά ταξίδια ανθρώπων και πολιτισμών. Υπήρχαν γραμμές που του θύμιζαν τη Μεσόγειο, άλλες που έφερναν στο νου βορειότερες καταβολές, και κάποιες άλλες που παρέπεμπαν στην Αφρική και στις ερήμους του νότου. Όλη η παρουσία της είχε μια απαλή, σχεδόν καραμελένια απόχρωση. Ένα χρώμα ζεστό και φωτεινό, σαν γυάλινο βάζο με μέλι που έχει μείνει για ώρα κάτω από τον ήλιο.
Και τότε, παράξενα, η εικόνα αυτή δεν τον οδήγησε σε κάποιο μακρινό τόπο.
Του έφερε στον νου τον Ευρώτα.
Τους ήσυχους ανοιξιάτικους απογευματινούς καιρούς στην ιδιαίτερη πατρίδα του, όταν το φως του ήλιου έπεφτε πάνω στο νερό και δημιουργούσε μικρές χρυσαφένιες αντανακλάσεις που έμοιαζαν να τρεμοπαίζουν σαν ζωντανές. Για μια στιγμή, το νησί του Ατλαντικού και η κοιλάδα του Ευρώτα ενώθηκαν μέσα στο βλέμμα του.Τον μάγεψαν οι χρυσαφιές ανταύγειες στις ίριδες των ματιών της, η ζεστασιά του χαμόγελου της, η αρμονία της παρουσίας της. Υπήρχε κάτι πάνω της που δεν μπορούσε να εξηγήσει με τη λογική. Ήταν σαν μια αίσθηση που έφτανε πριν από τη σκέψη.
Όλα αυτά τον παρέσυραν.
Για μια στιγμή ένιωσε σαν να είχε σταματήσει ο χρόνος γύρω του. Σαν μια δύναμη αόρατη να είχε έρθει κοντά του και να του ψιθύριζε πως η ζωή δεν ήταν μόνο βάρδιες, μηχανές, ατσάλι και μοναξιά.
Κι εκείνος, χαμένος μέσα σε έναν κόσμο που είχε δημιουργηθεί ξαφνικά γύρω του, άκουγε την καρδιά του να χτυπά δυνατά, σαν ταμπούρλο σε μια γιορτή που είχε ξεχάσει πως μπορούσε ακόμη να ζήσει.
Ένιωθε σαν το διψασμένο χώμα που περιμένει τη βροχή ύστερα από μια μεγάλη περίοδο ξηρασίας. Όχι από ανάγκη απελπισίας, αλλά από μια βαθιά επιθυμία αναγέννησης.
«Δεν είναι φαντασίωση», σκέφτηκε.
Ήταν εκεί μπροστά του. Μια πραγματική παρουσία, μια στιγμή που δεν είχε σχεδιάσει, αλλά που ίσως περίμενε χωρίς να το γνωρίζει. Δεν είχε εξαφανιστεί, ούτε είχε χαθεί μέσα στην κίνηση του πανδοχείου όπως για μια στιγμή φοβήθηκε. Κοίταξε γύρω  του και είδε μερικούς ανθρώπους να περνούν την είσοδο, να μπαίνουν στον χώρο του καταλύματος, όμως η παράξενη ησυχία της στιγμής παρέμενε.
Το πανδοχείο βρισκόταν σε μια διχάλα του δρόμου, σε ένα σημείο που αποτελούσε σχεδόν φυσικό σύνορο ανάμεσα σε δύο γειτονιές. Δίπλα του υψωνόταν μια μεγάλη διπλή αυλόθυρα, παλιά και επιβλητική, που άνοιγε προς μια ευρύχωρη αυλή. Στο εσωτερικό της υπήρχαν μερικά δωμάτια για τους περαστικούς και τους ναυτικούς που αναζητούσαν λίγη ξεκούραση πριν συνεχίσουν το ταξίδι τους. Πιο πίσω βρισκόταν το εστιατόριο με το υπαίθριο μπαρ, ένας χώρος όπου άνθρωποι από διαφορετικούς τόπους συναντιούνταν για λίγες ώρες, πριν ξαναχωρίσουν στους δρόμους της θάλασσας.
Εκείνη όμως παρέμενε έξω. Και τότε τα βλέμματά τους συναντήθηκαν ξανά. Αυτή τη φορά δεν υπήρχε 
απόσταση, ούτε αμφιβολία. Για λίγες στιγμές δεν χρειάστηκε να ειπωθεί τίποτα. Ήταν σαν να είχε δημιουργηθεί ένας  αόρατος χώρος ανάμεσά τους, ένας χώρος όπου η περιέργεια, η έλξη και η αναμονή υπήρχαν πριν ακόμη γεννηθεί η πρώτη λέξη.
Εκείνος, που είχε μάθει να ακούει τους ήχους της μηχανής για να καταλαβαίνει τι συμβαίνει μέσα στο πλοίο, προσπαθούσε τώρα να καταλάβει κάτι πολύ πιο δύσκολο: το βλέμμα ενός ανθρώπου.
Και εκείνη τη στιγμή ήξερε πως η παρουσία της δεν ήταν απλώς μια όμορφη εικόνα που πέρασε μπροστά του. Ήταν μια συνάντηση. Τώρα την κοιτούσε κι εκείνος στα μάτια.Μα είχε χάσει τα λόγια του. Όσες φράσεις κι αν προσπαθούσε να βρει, καμία δεν 
του φαινόταν αρκετή για να περιγράψει αυτό που ένιωθε εκείνη τη στιγμή. Δεν ήταν μόνο η ομορφιά της που τον είχε αιφνιδιάσει· ήταν η παρουσία της, ο τρόπος που στεκόταν απέναντί του, σαν να είχε φέρει μαζί της έναν διαφορετικό κόσμο.
Του ξεμυάλιζε τα μάτια. Κάθε δευτερόλεπτο που περνούσε έκανε ακόμη δυσκολότερο το πρώτο βήμα, την πρώτη λέξη, εκείνη τη μικρή φράση που θα άνοιγε τον δρόμο ανάμεσά τους. Για λίγα λεπτά στάθηκαν ο ένας απέναντι στον άλλο χωρίς να μιλούν. «...και έχοντες να πουν πολλά, τα λίγα δεν μπορούσι...»
Η σιωπή τους έλεγε περισσότερα από όσα θα μπορούσαν να πουν οι λέξεις. Η ηρεμία και η γοητεία της νεαρής γυναίκας τον έκαναν να αισθάνεται παράξενα άβολα. Εκείνος, που δεν δίσταζε να μπει σε ένα μηχανοστάσιο γεμάτο θόρυβο, θερμότητα και κίνδυνο, τώρα δυσκολευόταν να προφέρει μια απλή ανθρώπινη φράση. Και πριν προλάβει να συγκεντρώσει τη σκέψη του, εκείνη πήρε την πρωτοβουλία.
Έσπασε πρώτη τη σιωπή.
«Hello... welcome to our island... what can I help you with?»
Η φωνή της ήταν ήρεμη, σχεδόν 
τραγουδιστή, με εκείνη τη χαρακτηριστική πορτογαλική προφορά που μαλάκωνε τις αγγλικές λέξεις και τους έδινε μια ιδιαίτερη μουσικότητα. Για πρώτη φορά από τη στιγμή που την αντίκρισε, ο κόσμος γύρω του άρχισε ξανά να κινείται.Η φωνή της έφτασε στ’ αυτιά του σαν η πιο γλυκιά μελωδία άρπας. Είχε κάτι ζεστό και γοητευτικό, σαν μια καλοκαιρινή μέρα που τυλίγει τον άνθρωπο χωρίς να το καταλαβαίνει. Στο γλυκό φως του δειλινού έμοιαζε σχεδόν σαν οπτασία. Το βλέμμα της, μαγευτικό και καθαρό, παρέμενε καρφωμένο πάνω του, σαν να προσπαθούσε να καταλάβει ποιος ήταν αυτός ο σιωπηλός άγνωστος που στεκόταν μπροστά της.
Δεν ήξερε τι είχε διακρίνει στο πρόσωπό του και του χαμογελούσε έτσι. Ένα χαμόγελο αυθόρμητο, που άφηνε να φανούν τα όμορφα δόντια της ανάμεσα στα σαρκώδη χείλη της. Εκείνη περίμενε.
Περίμενε αρκετή ώρα μια απάντηση, όμως η παρατεταμένη σιωπή του άρχισε να γίνεται αμήχανη. Ένας μικρός αναστεναγμός ξέφυγε από εκείνη, όχι από ενόχληση, αλλά ίσως από απορία για τον παράξενο άνθρωπο που είχε απέναντί της.
Κι εκείνος ακόμη προσπαθούσε να καταλάβει τι του συνέβαινε.
«Πώς έγινε αυτό το θαύμα;» αναρωτήθηκε.
Δεν ήταν ότι δεν είχε γνωρίσει γυναίκες στη ζωή του. Δεν ήταν ένας άνθρωπος άπειρος ή απομονωμένος από τις ανθρώπινες σχέσεις. Αντίθετα, τα πήγαινε καλά μαζί τους. Είχε εκείνες τις αδιόρατες αρετές που κάνουν έναν άνδρα προσιτό και αγαπητό: ήξερε να ακούει, να δείχνει τρυφερότητα, να σέβεται και να αγαπά. Είχε υπάρξει και σε σχέση που κράτησε σχεδόν δύο χρόνια. Η κοπέλα εκείνη ήταν ένας καλός σύντροφος, ένας άνθρωπος που στάθηκε δίπλα του. Όμως ανάμεσα τους υπήρχε μια ουσιαστική διαφορά που με τον χρόνο έγινε όλο και πιο εμφανής. 
Οι στόχοι του.
Ο δρόμος που ήθελε να ακολουθήσει, η ανάγκη του να ανοίξει τα φτερά του προς τη θάλασσα και να δοκιμάσει τον εαυτό του, ήταν κάτι που δύσκολα μπορούσε να συμβαδίσει με τη ζωή που εκείνη φανταζόταν.
Δεν χώρισαν από έλλειψη εκτίμησης.
Χώρισαν γιατί κάποτε δύο άνθρωποι μπορούν να αγαπούν ο ένας τον άλλον και παρ’ όλα αυτά να κοιτούν προς διαφορετικούς ορίζοντες.
Τώρα ήταν ελεύθερος.
Και ίσως γι’ αυτό, για πρώτη φορά μετά από καιρό, μπορούσε να αφήσει μια νέα στιγμή να τον
αγγίξει χωρίς φόβο. Σήμερα, όμως, μια παράξενη αδεξιότητα δεν τον άφηνε να συγχρονιστεί με τη στιγμή. Ήταν σαν αποτέλεσμα εκείνου του ισχυρού συναισθήματος που γεννιέται κάποιες φορές, όταν δύο άνθρωποι συναντιούνται και, πριν ακόμη γνωριστούν,  δημιουργείται μια ανεξήγητη έλξη, ένας ακαριαίος δεσμός από την πρώτη ματιά. Προσπάθησε να θυμηθεί πότε ήταν η τελευταία φορά που ένα τόσο χαριτωμένο πλάσμα είχε δείξει τέτοιο ενδιαφέρον για εκείνον. Μια τόσο γοητευτική παρουσία, με εκείνη τη ζεστή φωνή και το βλέμμα που έμοιαζε να κρύβει περισσότερα απ’ όσα φανέρωνε.
Της απάντησε στον χαιρετισμό με κάποια δυσκολία. Έψαχνε τις σωστές λέξεις και, όπως συμβαίνει σε τέτοιες στιγμές, οι λέξεις γίνονται παράξενες. Άλλοτε έρχονται εύκολα και άλλοτε, ακριβώς όταν τις χρειάζεσαι περισσότερο, αρνούνται να υπακούσουν.
Μπορεί να είχε ζήσει πέντε καλοκαιρινές σεζόν στα κοσμοπολίτικα Καμένα Βούρλα. Εκεί, ως έφηβος, είχε γνωρίσει τη ζωή, είχε μεγαλώσει, είχε έρθει σε επαφή με τον κόσμο των σχέσεων και των ανθρώπινων επιθυμιών. Δεν ήταν ένας νέος που αγνοούσε τις γυναίκες ή την ανθρώπινη φύση.
Κι όμως, τώρα, απέναντι σε αυτή τη νεαρή γυναίκα, ένιωθε ξανά σαν να βρισκόταν στην αρχή. Γιατί δεν ήταν μόνο η εξωτερική της ομορφιά που τον είχε ταράξει. Ήταν κάτι βαθύτερο. Ήταν η ένταση που ένιωθε πίσω από το βλέμμα της, μια αδιόρατη δύναμη που συνδύαζε θηλυκότητα, αυτοπεποίθηση και μυστήριο.Και αυτό ήταν που τον αποσυντόνιζε περισσότερο. Ότι για πρώτη φορά μετά από καιρό δεν 
ένιωθε πως απλώς γνώριζε μια όμορφη γυναίκα. Ένιωθε πως βρισκόταν μπροστά σε μια στιγμή που μπορούσε να αλλάξει κάτι μέσα του.
«Όμως, διάβολε, γιατί δεν μπορώ να αντιδράσω σαν ενήλικας; Γιατί αφήνω τον εαυτό μου να ταράζεται έτσι;» αναρωτήθηκε.
Και, αν το σκεφτόταν ψύχραιμα, η απάντηση ήταν απλή. Το κορίτσι που στεκόταν απέναντί του ήταν μια γυναίκα που του άρεσε, μια γνωριμία που ίσως θα κρατούσε όσο το πλοίο παρέμενε στο νησί. Μια όμορφη συνάντηση σε έναν ενδιάμεσο σταθμό του ταξιδιού του, τίποτε περισσότερο — ή τουλάχιστον έτσι προσπαθούσε να πείσει τον εαυτό του.
Της χαμογέλασε. Ένα χαμόγελο αληθινό, αλλά κάπως αμήχανο. Για κάποιον ανεξήγητο λόγο, οι κατάλληλες λέξεις δεν  έρχονταν. Έμεναν κάπου μέσα του, σαν να περίμεναν μια στιγμή που δεν αποφάσιζαν να φτάσουν. Εκείνη δεν βιάστηκε να μιλήσει. Τον κοίταζε προσεκτικά στο πρόσωπο, σαν να προσπαθούσε να διαβάσει κάτι που δεν είχε ειπωθεί. Δεν ήταν ένα απλό βλέμμα περιέργειας· έμοιαζε σαν να αναζητούσε μια κρυφή ένδειξη, ένα σημάδι που θα της αποκάλυπτε ποιος ήταν πραγματικά ο άνθρωπος που στεκόταν μπροστά της.Κι εκείνος, για πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό, ένιωσε πως κάποιος δεν κοιτούσε απλώς την εικόνα του. Προσπαθούσε να δει μέσα του.
Είσαι απ’ το καράβι που έφτασε σήμερα;»
Άκουσε ξανά τη φωνή της.
Και πάλι εκείνη η φωνή, απαλή και ζεστή σαν μέλι, πέρασε μέσα του και του μαλάκωσε τις αισθήσεις. Ήταν παράξενο πώς μια απλή ερώτηση μπορούσε να έχει τέτοια επίδραση πάνω του.
«Ναι. Ήρθαμε στο αγκυροβόλιο για καύσιμα. Εσύ είσαι από εδώ;» απάντησε. Ήταν μια συνηθισμένη
απάντηση. Μια απάντηση απλή, σχεδόν νερόβραστη, όπως θα έδινε σε οποιονδήποτε άλλο άνθρωπο. Προσπάθησε να κρυφτεί πίσω από την καθημερινότητα των λέξεων, να συμπεριφερθεί φυσιολογικά.
Η κοπέλα χαμογέλασε.
«Όντως! Κύριε...» Σταμάτησε για μια στιγμή, αφήνοντας τη φράση μετέωρη. Περίμενε από εκείνον να συστηθεί.
Και τότε συνέβη κάτι παράξενο. Για έναν άνθρωπο που είχε αντιμετωπίσει την πρώτη του βάρδια σε ένα ατμοκίνητο μηχανοστάσιο, που είχε σταθεί απέναντι στη μοναξιά της θάλασσας, αυτή η απλή στιγμή φάνηκε σχεδόν δυσκολότερη.
Μάζεψε τη σκέψη του, το βλέμμα του, την ψυχραιμία του.
«Αλκιβιάδης... αλλά οι φίλοι μου με φωνάζουν Άλκη.»
«Διδώ... Χάρηκα πολύ, κύριε Άλκη.» Το είπε και γέλασε.
Ένα γέλιο καθαρό, γάργαρο, που έμοιαζε να ταιριάζει με τον ανοιχτό αέρα του νησιού. Ύστερα άπλωσε το χέρι της για χειραψία.
Ήταν μια απλή κίνηση. Και όμως, για εκείνον, ήταν σαν να έλειπε αυτή η  τελευταία μικρή λεπτομέρεια από μια ήδη φορτισμένη στιγμή. Σαν μια σταγόνα που έπεσε σε ένα ποτήρι γεμάτο μέχρι το χείλος. Ξεροκατάπιε.
Άπλωσε το χέρι του και άγγιξε το δικό της.
Και τότε ένιωσε την καρδιά του να ανεβάζει ρυθμό.
Όχι από φόβο. Από εκείνη την παράξενη ταραχή που γεννιέται όταν ο άνθρωπος συναντά κάτι απρόσμενο και, για μια στιγμή, ξεχνά όλες τις άμυνες που είχε χτίσει γύρω του.
«Πολύ σκεφτικό σας βλέπω. Έτσι σκεφτικός είστε πάντα;»
Ο Άλκης χαμογέλασε λίγο αμήχανα. «Όχι ιδιαίτερα. Απλώς μου ήρθαν κάποιες σκέψεις τώρα που συστηθήκαμε.»
«Αν μου επιτρέπεις... τι αφορούν αυτές οι σκέψεις;»
Για μια στιγμή δίστασε. Ύστερα απάντησε:
«Το όνομά σου.» Σταμάτησε λίγο, σαν να ζύγιζε τα λόγια του.
«Οι αρχαίοι Ρωμαίοι έλεγαν πως τα ονόματα είναι οιωνοί. Πως κάτι μπορεί να κρύβεται μέσα τους. Διδώ λοιπόν...»
Εκείνη τον κοίταξε με ενδιαφέρον. «Υπάρχει μια πολύ παλιά ιστορία που αγαπούσε ο παππούς μου», είπε. «Δεν τον γνώρισα ποτέ, αλλά από όσα μου έχουν πει, ήταν άνθρωπος που αγαπούσε τις ιστορίες και τις παραδόσεις. Θυμάμαι μόνο ότι το όνομα αυτό είχε κάποια σημασία για εκείνον. Την ιστορία όμως δεν την έμαθα ποτέ.»
Έμεινε για λίγο σιωπηλή. Σαν να αναζητούσε μέσα στη μνήμη της κάτι που δεν είχε προλάβει να γνωρίσει.
Ο Άλκης την κοίταξε με μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Δεν ήταν μόνο το όνομα που του είχε κινήσει την περιέργεια τώρα. Ήταν η αίσθηση πως πίσω από αυτό το όμορφο πρόσωπο υπήρχε μια ιστορία που δεν είχε ακόμη ειπωθεί.
«Η Διδώ ήταν μια όμορφη πριγκίπισσα της αρχαιότητας», άρχισε να λέει ο Άλκης, με τη φωνή του να γίνεται πιο ήρεμη. «Ερωτεύτηκε παράφορα τον Τρώα ήρωα Αινεία, όταν εκείνος βρέθηκε στις ακτές της Καρχηδόνας ύστερα από το ναυάγιο και την περιπλάνησή του, πριν συνεχίσει το ταξίδι του προς την Ιταλία. Όμως ο Αινείας είχε μια αποστολή. Οι θεοί, σύμφωνα με τον μύθο, του είχαν ορίσει έναν δρόμο που έπρεπε να ακολουθήσει. Έτσι την εγκατέλειψε για να συνεχίσει την πορεία του και να γίνει ο γενάρχης του ρωμαϊκού έθνους. Η Διδώ, συντριμμένη από την προδοσία του έρωτά της, έδωσε τέλος στη ζωή της. Και πριν πεθάνει, σύμφωνα με την παράδοση, καταράστηκε τον Αινεία και τους απογόνους του.  Από αυτή την κατάρα γεννήθηκε ο μυθολογικός λόγος της αιώνιας έχθρας ανάμεσα στην Καρχηδόνα και τη Ρώμη.»
Σταμάτησε για λίγο και την κοίταξε. «Αναρωτιέμαι λοιπόν... όταν ο νονός σου σου έδωσε αυτό το όνομα, είχε φανταστεί άραγε ότι σου έδινε απλώς ένα όνομα ή μήπως, χωρίς να το ξέρει, σου έδινε έναν χρησμό; Ένα πεπρωμένο;»
Η Διδώ τον κοίταξε σιωπηλή.
Δεν ήξερε αν την είχε γοητεύσει περισσότερο η ιστορία ή ο τρόπος που εκείνος την αφηγούνταν. Γιατί δεν μιλούσε σαν κάποιος που απλώς θυμόταν έναν μύθο. Μιλούσε σαν κάποιος που έψαχνε μέσα στον μύθο κάτι που αφορούσε τους ίδιους.
Συναρπαστικά ρομαντική η ιστορία σας!» είπε η Διδώ χαμογελώντας. «Είτε πρόκειται για παραμύθι είτε για πραγματική ζωή, η ιστορία μιας ερωτευμένης πριγκίπισσας έχει πάντα κάτι που μαγεύει τον άνθρωπο. Ίσως γιατί όλοι μέσα μας αναζητούμε μια ιστορία που να ξεπερνά τα συνηθισμένα.»
Σταμάτησε για λίγο και κοίταξε προς την αυλή του πανδοχείου. «Έχετε χρόνο; Θέλετε να καθίσουμε εδώ στην αλέα, να πιούμε κάτι δροσιστικό και να μου διηγηθείτε την ιστορία της;»
Η πρόσκλησή της τον αιφνιδίασε ευχάριστα. Δεν ήταν μόνο η αποδοχή της. Ήταν ο τρόπος που το είπε. Σαν να μην ζητούσε απλώς να ακούσει έναν παλιό μύθο, αλλά να γνωρίσει λίγο περισσότερο τον άνθρωπο που τον αφηγούνταν.
«Ναι, ευχαρίστως», απάντησε. «Έχω χρόνο και με μεγάλη μου χαρά δέχομαι την πρόσκλησή σου.»
Χαμογέλασε.«Η ιστορία της Διδώς είναι ένα από τα πιο κλασικά παραδείγματα τραγικού έρωτα. Ένας μύθος που ενέπνευσε τη λογοτεχνία, τη μουσική και τις τέχνες για αιώνες. Ίσως γιατί μιλά για κάτι που οι άνθρωποι γνωρίζουν καλά: για την αγάπη, την απώλεια και τη σύγκρουση ανάμεσα στην καρδιά και στο πεπρωμένο.»
Προχώρησαν προς την αλέα του πανδοχείου. Κάτω από τη σκιά των δέντρων, με τον ήχο της θάλασσας να φτάνει από μακριά, ο Άλκης ετοιμάστηκε να της διηγηθεί την ιστορία μιας γυναίκας που έφερε το ίδιο όνομα με εκείνη. Μια ιστορία για έναν ταξιδιώτη, μια γυναίκα που αγάπησε και έναν δρόμο που ίσως κανείς δεν μπορεί να αποφύγει. Κάθισαν σε μια γωνιά της εξωτερικής αλέας του πανδοχείου, σε ένα τραπέζι κάτω από μια συστάδα τροπικών δέντρων που άπλωναν τη σκιά τους πάνω από τον χώρο.
Η Διδώ δίπλωσε προσεκτικά την ελαφριά ζακέτα της και την ακούμπησε στην άδεια καρέκλα δίπλα της. Η κίνησή της ήταν απλή, σχεδόν αδιάφορη, όμως έκρυβε μια παράξενη αυτοπεποίθηση. Έδειχνε 
σαν να μην την απασχολούσε καθόλου η παρουσία των άλλων γύρω τους, σαν ο κόσμος του πανδοχείου να είχε απομακρυνθεί για λίγο. Η αδιαφορία της δεν έμοιαζε επιτηδευμένη. Ήταν φυσική.
Σαν να γνώριζε ότι τον είχε αιφνιδιάσει και, αντί να προσπαθεί να το κρύψει, απολάμβανε αυτή τη μικρή αμηχανία του. Του χαμογελούσε αφοπλιστικά, σαν να περίμενε με υπομονή τις ερωτήσεις και τα σχόλιά του. Ανάμεσά τους υπήρχε το ψυχρό μάρμαρο του τραπεζιού.Ένα μικρό, ασήμαντο εμπόδιο, που όμως εκείνη τη στιγμή έμοιαζε να χωρίζει δύο ανθρώπους που μόλις είχαν συναντηθεί και προσπαθούσαν να βρουν τον πρώτο κοινό τους βηματισμό.
Ο Άλκης παρήγγειλε ένα μικρό ποτήρι ξανθιάς μπίρας. Η Διδώ προτίμησε έναν χυμό σταφυλιού.Η καρδιά του εξακολουθούσε να χτυπά γρήγορα, όμως ο πρώτος πανικός είχε περάσει. Εκείνη η στιγμιαία ανάγκη να φύγει, να κρυφτεί πίσω από τη σιωπή του, είχε υποχωρήσει. Ήταν ακόμη ταραγμένος, αλλά τώρα μπορούσε να μείνει.
Έπλεξε τα δάχτυλά του και άρχισε να τα στριφογυρίζει νευρικά πάνω στο τραπέζι. Έψαχνε την κατάλληλη στιγμή, την κατάλληλη λέξη. Ήθελε να πει κάτι. Να ανοίξει την πρώτη πραγματική κουβέντα τους.
«Να μιλάμε καλύτερα στον ενικό;» της είπε.
Η Διδώ συμφώνησε με ένα μικρό κούνημα του κεφαλιού της και ένα χαμόγελο που έδειχνε πως η απόσταση ανάμεσά τους είχε ήδη αρχίσει να μικραίνει.
«Έχεις εκπληκτικά όμορφα μάτια. Μεγάλα και εκφραστικά...» Το είπε απλά, χωρίς υπερβολή, σαν να εξέφραζε μια σκέψη που του είχε έρθει αυθόρμητα.
Η Διδώ σήκωσε τα φρύδια της σε μια παιχνιδιάρικη, σχεδόν κωμική έκφραση. Χαμογέλασε αυτάρεσκα, σαν να απολάμβανε το κομπλιμέντο, τέντωσε αδιάφορα το καλοφτιαγμένο κορμί της και τον κοίταξε με μια τρυφερή, πειρακτική ματιά. Ύστερα σούφρωσε παιχνιδιάρικα τη μύτη της και γέλασε. Ένα γέλιο καθαρό, μελωδικό, που γέμισε τον χώρο ανάμεσά τους.
Για τον Άλκη εκείνος ο ήχος είχε κάτι σχεδόν μαγικό. Είχε περάσει πολύς καιρός από την τελευταία φορά που ένα τόσο απλό πράγμα —ένα χαμόγελο, ένα γέλιο, μια ανθρώπινη παρουσία— είχε καταφέρει να τον αγγίξει τόσο βαθιά.
Ένιωσε ένα κύμα ικανοποίησης να τον πλημμυρίζει. Η καρδιά του χτύπησε πιο δυνατά. Και για πρώτη φορά μετά από καιρό, δεν ένιωθε απλώς ότι περνούσε μια ευχάριστη στιγμή. Ένιωθε ότι ξυπνούσε μέσα του κάτι που είχε μείνει για καιρό σιωπηλό.
Βυθίστηκαν και πάλι για λίγο στη σιωπή. Ήταν μια παράξενη σιωπή, όχι αμήχανη, αλλά γεμάτη προσμονή. Σαν να προσπαθούσε ο ένας να παρασύρει τον άλλο σε πιο γνώριμα νερά, να ανακαλύψουν τον ρυθμό της παρουσίας τους. Κανείς δεν είχε το θάρρος να κάνει το πρώτο βήμα. Και όμως, κανείς δεν ήθελε πραγματικά να αντισταθεί στο δυνατό ρεύμα που είχε ήδη δημιουργηθεί ανάμεσά τους.
Η Διδώ πήρε το ποτήρι της, το άφησε απαλά πάνω στο τραπεζάκι και πλησίασε. Κάθισε δίπλα του, σταύρωσε τα πόδια της με φυσική κομψότητα και, σαν να ήταν το πιο απλό πράγμα στον κόσμο, άρχισε να τον ρωτά για τα πάντα.
Για το πλοίο.
Για τη ζωή του στη θάλασσα.
Για τον τόπο από όπου ερχόταν.
Για όσα είχε αφήσει πίσω του.
Οι ερωτήσεις της δεν είχαν την περιέργεια ενός περαστικού ανθρώπου. Είχαν τη διάθεση κάποιου που ήθελε πραγματικά να γνωρίσει. Ύστερα, ανάμεσα στα σοβαρά και στα αστεία, άπλωσε το χέρι της προς το μέρος του. «Δώσε μου την παλάμη σου», του είπε χαμογελώντας.
«Θα σου πω το μέλλον.»
Ο Άλκης χαμογέλασε. Ήξερε πως επρόκειτο για ένα παιχνίδι, για μία από εκείνες τις λαϊκές δοξασίες που περνούν από γενιά σε γενιά, κατάλοιπα της σχέσης των ανθρώπων με το παρελθόν τους και με τις παραδόσεις που κουβαλούν. Στην περιοχή αυτή, οι παλιές πορτογαλικές επιρροές είχαν αφήσει το δικό τους αποτύπωμα σε έθιμα, ιστορίες και τρόπους σκέψης.
Κι όμως, εκείνη τη στιγμή, κάτω από τα τροπικά δέντρα της αλέας, μέσα στο αχνό φως του δειλινού, ο Άλκης δεν ήταν βέβαιος αν ήθελε πραγματικά να ακούσει το μέλλον του.Ίσως γιατί, για πρώτη φορά μετά από καιρό, το μέλλον καθόταν ήδη απέναντί του.
Υπήρχε κάτι απροσδιόριστο στις κινήσεις της. Σαν να ξεκινούσε ένα παιχνίδι με τους δικούς της κανόνες, ένα παιχνίδι που δεν χρειαζόταν εξηγήσεις ούτε βιαστικές λέξεις. Μόνο παρουσία. Καθώς πήρε την παλάμη του στα χέρια της, ένιωσε ένα παράξενο ρίγος να τον διαπερνά. Ήταν ένα μικρό, ανεξήγητο θαύμα που γεννήθηκε από ένα τόσο απλό άγγιγμα.
Οι αισθήσεις του ξύπνησαν. Και πριν προλάβει να τις συγκρατήσει, το βλέμμα του στράφηκε πάνω της με μια δύναμη που δεν μπορούσε να ελέγξει. Σαν άγρια άλογα που, ύστερα από χρόνια περιορισμού, απελευθερώνονται ξαφνικά από τα δεσμά τους. Εκείνη τη στιγμή ένιωσε πως είχε γίνει διάφανος.
Δεν υπήρχαν πλέον άμυνες, ούτε η ψυχραιμία που είχε μάθει να κρατά στο μηχανοστάσιο, ούτε η απόσταση που συνήθιζε να διατηρεί με τους ανθρώπους. Κάθε μικρή της κίνηση έφτανε μέχρι τη σκέψη του και από εκεί περνούσε σε ολόκληρη την ύπαρξή του. Η Διδώ κρατούσε το χέρι του και τον κοιτούσε στα μάτια. Όχι σαν κάποια που απλώς παρατηρούσε την αντίδρασή του, αλλά σαν να προσπαθούσε να ανακαλύψει κάτι βαθύτερο πίσω από το βλέμμα του.
Έσφιξε απαλά τα δάχτυλά της γύρω από την παλάμη του και για λίγες στιγμές έμειναν έτσι, χωρίς να μιλούν.Ύστερα τον άφησε.
Ο Άλκης κοίταξε το χέρι του και είδε για λίγο το αχνό αποτύπωμα των δακτύλων της πάνω στο δέρμα του. Ένα μικρό σημάδι. Κι όμως, εκείνη τη στιγμή, του φάνηκε σαν κάτι πολύ περισσότερο από ένα απλό άγγιγμα. Έμεινε για λίγο ακίνητος και αμίλητος. Δεν έκανε τίποτε άλλο παρά να την κοιτάζει, χαμογελαστός, με ένα χαμόγελο απλό και καθαρό, σαν εκείνα των ανέμελων παιδιών που δεν έχουν ακόμη μάθει να κρύβουν όσα αισθάνονται.
Ήθελε να της μιλήσει. Να μοιραστεί μαζί της κάτι από όλα όσα κουβαλούσε μέσα του αυτούς τους μήνες. Τις σκέψεις του, τη μοναξιά του ταξιδιού, εκείνες τις ώρες στο μηχανοστάσιο όπου ο θόρυβος των μηχανών γινόταν η μόνη του συντροφιά. Την είχε ανάγκη αυτή τη γυναικεία παρουσία. Όχι μόνο για την ομορφιά της, όχι μόνο για τη γοητεία της στιγμής. Του είχε λείψει η απλή ανθρώπινη επαφή. Ένα βλέμμα που δεν ζητούσε τίποτα, μια φωνή που δεν έδινε εντολές, ένα χαμόγελο που δεν κρινόταν από την απόδοση ή την ικανότητά του.
Η παρουσία της δίπλα του είχε ανοίξει έναν χώρο μέσα του που είχε μείνει κλειστός για καιρό. Αφέθηκε σε ένα γλυκό, ηδονικό λίμνασμα αισθήσεων. Του αρκούσε να τη βλέπει.
Να ακούει το χαμηλόφωνο γέλιο της, εκείνο το γέλιο που σχημάτιζε δύο υπέροχα λακκάκια στα μάγουλά της και έκανε το πρόσωπό της να φωτίζεται.
Του αρκούσε;
Όχι βέβαια.
Γιατί τώρα που είχε ξαναθυμηθεί πόσο όμορφη ήταν η ανθρώπινη εγγύτητα, δεν ήθελε απλώς να την παρατηρεί. Ήθελε να την πλησιάσει.
Τότε τα λόγια του ξεχύθηκαν ξαφνικά, σαν να είχε φύγει από πάνω του ένα βάρος που τον πίεζε.
Της είπε πως είχε μια παράξενη αίσθηση. Σαν να μην μπορούσε να μιλήσει, σαν οι λέξεις να είχαν χαθεί για λίγο, ενώ την ίδια στιγμή οι σκέψεις του ήταν καθαρές, τακτοποιημένες, σχεδόν υπερβολικά ξεκάθαρες. «Ίσως πάλι να ήταν για καλό», πρόσθεσε χαμογελώντας.
«Γιατί αν κατάφερνα να σου μιλήσω τόσο γρήγορα για όλα αυτά που αισθανόμουν, μάλλον θα με περνούσες για τρελό... ή θα γελούσες μαζί μου.»
Η Διδώ τον κοίταξε με εκείνο το βλέμμα που δεν ήξερε αν έκρυβε πείραγμα ή τρυφερότητα.
Ο Άλκης χαμογέλασε.«Μου έκανες τίποτα μάγια;» Το είπε αστειευόμενος, σαν να προσπαθούσε να κρύψει πίσω από το χιούμορ την αλήθεια που τον είχε αιφνιδιάσει.
Η απάντησή της ήρθε αμέσως. «Προσπαθώ.» Η φωνή της ήταν χαδιάρικη, παιχνιδιάρικη.
Ήταν φανερό πως τον πείραζε. Και είχε κάθε λόγο να το κάνει. Ο ίδιος ένιωθε τόσο αδέξιος  εκείνη τη στιγμή, που σχεδόν φανταζόταν πως είχε γίνει γελοίος στα μάτια της.
Όμως εκείνη δεν γελούσε ειρωνικά. Γελούσε μαζί του. Και αυτή η διαφορά τον ανακούφισε.
«Έχεις ένα υπέροχο χαμόγελο», της είπε ύστερα. «Όχι μόνο όμορφο... φυσικό και λαμπερό. Από αυτά που δεν προσποιούνται τίποτα.»
Η Διδώ χαμογέλασε ξανά.
Και ο Άλκης σκέφτηκε πως ίσως τελικά κάποια μάγια να είχαν γίνει πράγματι.
Η Διδώ, δήθεν αδιάφορα, ήπιε μια γουλιά από το ποτό της με το καλαμάκι. Ύστερα άρχισε να σιγομουρμουρίζει έναν λαϊκό σκοπό, χτυπώντας απαλά με τα δάχτυλά της τον ρυθμό πάνω στην επιφάνεια του τραπεζιού. Τα μάτια της έλαμπαν.
Και ο Άλκης ένιωθε πως εκείνη η μαγευτικά αθώα ματιά της είχε έναν παράξενο τρόπο να τον αφοπλίζει. Δεν ήταν μόνο η ομορφιά της. Ήταν η άνεση με την οποία υπήρχε στον χώρο, η φυσικότητα στις κινήσεις της, σαν να μην χρειαζόταν να προσπαθήσει για να τραβήξει την προσοχή.
Μιλούσε τρυφερά. Εκείνος, με πιο αργές κινήσεις αυτή τη φορά, άπλωσε το χέρι του πάνω στην ξύλινη επιφάνεια του τραπεζιού και άγγιξε ανάλαφρα τα δάχτυλά της. Παρατήρησε τις λεπτομέρειες.
Τα μακριά, όμορφα νύχια της βαμμένα σε απαλό ροζ χρώμα. Ένα απλό δαχτυλίδι που φορούσε, στολισμένο με μια μικρή ιριδίζουσα πετρούλα.
Η Διδώ κοίταξε το χέρι της. Και σαν να είχε ακούσει μια ερώτηση που εκείνος δεν είχε τολμήσει 
να διατυπώσει, μίλησε.
«Ήμουν αρραβωνιασμένη.»
Σταμάτησε για λίγο. «Εκείνος βρίσκεται στην Πορτογαλία. Ερχόταν να με επισκεφτεί δυο ή τρεις φορές τον χρόνο. Δεν ήμουν όμως πια σίγουρη πόσο σοβαρή ήταν πραγματικά αυτή η σχέση.»
Έκανε μια μικρή παύση. «Τελείωσε πριν από έναν χρόνο. Απλώς στο λέω... σε περίπτωση που αναρωτιόσουν.»
Ο Άλκης την κοίταξε χωρίς να απαντήσει αμέσως. Απολάμβανε ακόμη και τον τρόπο που η πορτογαλική προφορά της χρωμάτιζε τις λέξεις της, δίνοντάς τους μια διαφορετική μουσικότητα.
«Κατάλαβα», είπε μόνο.
Δεν ήθελε να δείξει ούτε ανακούφιση ούτε απογοήτευση. Ήθελε απλώς να σεβαστεί την ειλικρίνειά της. Οι παλάμες της όμως του έκαναν εντύπωση. Ήταν παράξενα κρύες για την εποχή. Και ίσως αυτό να ήταν το μόνο πράγμα πάνω της που εκείνη τη στιγμή δεν ταίριαζε με τη ζεστασιά που ένιωθε να εκπέμπει.
«Εσύ δεν φοράς δαχτυλίδι;» τον ρώτησε.
«Όχι», της απάντησε.
Μια απλή λέξη. Κι όμως, για εκείνον εκείνη τη στιγμή είχε μια παράξενη σημασία.
Η σκέψη να μοιραστεί τη νύχτα μαζί της, που είχε γεννηθεί μέσα του από την πρώτη τους  συνάντηση, άρχισε τώρα να παίρνει πιο καθαρή μορφή. Όχι σαν βιαστική επιθυμία, αλλά σαν μια φυσική συνέχεια αυτής της απρόσμενης γνωριμίας.
Όταν, μετά τον καφέ, παρήγγειλαν και ποτά με αλκοόλ, η ατμόσφαιρα έγινε ακόμη πιο ζεστή. Τα ροζ βαμμένα νύχια της Διδώς κροτάλιζαν απαλά πάνω στο κρυστάλλινο ποτήρι, σαν να κρατούσαν τον ρυθμό μιας  μουσικής που μόνο εκείνοι μπορούσαν να ακούσουν. Ο Άλκης άρχισε να χαλαρώνει. Άφησε πίσω του την αμηχανία των πρώτων στιγμών και απόλαυσε απλώς την παρουσία της. Το δροσερό αεράκι που κατέβαινε από τους λόφους, ο ήχος της θάλασσας από μακριά και η ζεστή απογευματινή ατμόσφαιρα έμοιαζαν να συμπληρώνουν το σκηνικό. Μια πολύχρωμη πεταλούδα ήρθε 
ξαφνικά και στάθηκε για λίγο πάνω στο τραπέζι. Η μικρή αυτή, απρόσμενη παρουσία τον ενθουσίασε σαν παιδί. Χαμογέλασε και παρήγγειλε ακόμη δύο ποτά. Η μέρα του στο νησί είχε εξελιχθεί σε κάτι περισσότερο από μια ευχάριστη παρένθεση στο ταξίδι του.
Ήταν κάτι που δεν είχε προβλέψει. Για λίγο έπεσε ανάμεσά τους μια αμήχανη σιωπή. Όχι από απόσταση. Αλλά από εκείνες τις σιωπές που εμφανίζονται όταν δύο άνθρωποι έχουν ήδη πει αρκετά και προσπαθούν να ακούσουν τι συμβαίνει μέσα τους. Η Διδώ, με την άκρη των δαχτύλων του δεξιού χεριού της, άρχισε να σχεδιάζει μικρούς κύκλους πάνω στο τραπέζι. Σαν να ανακάτευε ένα μπολ γεμάτο αναμνήσεις. Ο Άλκης της χαμογέλασε. Ήταν ένα γνώριμο χαμόγελο, ένα χαμόγελο που δεν το σκέφτηκε πριν το δώσει. Βγήκε αυθόρμητα από μέσα του. Τα μάτια του στένεψαν από μια απρόσμενη 
γλυκύτητα. Άπλωσε το χέρι του και, με μια φυσική κίνηση, τακτοποίησε μια μπούκλα από τα ήδη ανακατεμένα μαλλιά της. Ήταν τόσο ξαφνικό και τόσο αυθόρμητο, που η Διδώ δεν μπορούσε παρά να του ανταποδώσει το χαμόγελο.
Τη στιγμή που τα δάχτυλά του άγγιξαν τα μαλλιά της, εκείνη αναρίγησε. Ήταν σαν να είχε βρεθεί ξαφνικά σε ένα ξέφωτο της εξοχής και οι ζεστές ακτίνες του ήλιου να είχαν πέσει πάνω στο πρόσωπό της, ξυπνώντας κάτι ξεχασμένο μέσα της.
Τον κοίταξε στα μάτια. Για λίγες στιγμές έμεινε σιωπηλή, σαν να ζύγιζε αν έπρεπε πραγματικά να πει αυτό που ένιωθε.
«Εγώ, από την πρώτη στιγμή, ευχόμουν να με κοιτάξεις», του είπε τελικά. Η φωνή της ήταν χαμηλή, σχεδόν ψιθυριστή. «Αναρωτιόμουν... και ανησυχούσα αν θα το κάνεις.» Μιλούσε γρήγορα, σαν να ξεστόμιζε μια φράση που την είχε  επαναλάβει πολλές φορές μέσα στο μυαλό της, περιμένοντας την κατάλληλη στιγμή για να την αφήσει ελεύθερη.
Ο Άλκης την κοίταξε ξαφνιασμένος. Για πρώτη φορά κατάλαβε ότι δεν ήταν μόνο εκείνος που είχε αισθανθεί εκείνη τη μυστηριώδη έλξη από την πρώτη ματιά. Η σιωπή, τα βλέμματα και οι μικρές κινήσεις που νόμιζε πως μόνο αυτός αντιλαμβανόταν, είχαν περάσει και από την άλλη πλευρά.
Η Διδώ κοίταξε γύρω της. «Θέλω να φύγουμε από εδώ», είπε. Σταμάτησε λίγο και χαμογέλασε αμήχανα. «Δεν νιώθω πολύ άνετα σε αυτό το περιβάλλον που βρισκόμαστε.»
Ύστερα του πρότεινε να περπατήσουν μέχρι το παλιό πορτογαλικό οχυρό, λίγο πιο πέρα.
Ο Άλκης κοίταξε προς την κατεύθυνση που του έδειχνε.
«Πού είναι αυτό;»
Δεν απάντησε αμέσως. Μόνο κίνησε αργά τα μάτια της προς τα δυτικά, δείχνοντάς του τον δρόμο.
Εκεί, πέρα από τους χαμηλούς λόφους και τη θάλασσα, στεκόταν το παλιό κάστρο. Ένας ακόμη τόπος γεμάτος ιστορίες. Και χωρίς να το γνωρίζουν ακόμη, οι δυο τους ήταν έτοιμοι να προσθέσουν τη δική τους μικρή ιστορία πάνω σε εκείνο το ξεχασμένο κομμάτι γης.
Ο Άλκης κοίταξε τον χωματόδρομο που ανηφόριζε ελαφρά. Εκεί, στη βορειοδυτική άκρη της ακτής, στεκόταν το παλιό οχυρό. Πίσω του, στις φτωχογειτονιές του νησιού, απλώνονταν τα σπίτια από ξύλο και πέτρα, με τους απαλούς, ξεθωριασμένους χρωματικούς τόνους τους, σαν να είχαν κρατήσει πάνω τους τη σκόνη του χρόνου. Για λίγες στιγμές έμεινε ακίνητος. Συνήθως στη ζωή του είχε μάθει να σκέφτεται πριν αποφασίσει. Να ζυγίζει τους κινδύνους, να ακολουθεί κανόνες, να μην αφήνει το συναίσθημα να υπερισχύει της λογικής. Στο πλοίο αυτό ήταν απαραίτητο.
Μια λάθος εκτίμηση, μια βιαστική κίνηση, μπορούσε να έχει συνέπειες.
Όμως τώρα δεν βρισκόταν στο μηχανοστάσιο. Δεν υπήρχαν μηχανές που έπρεπε να ελεγχθούν, ούτε οδηγίες που έπρεπε να ακολουθήσει. Υπήρχε μόνο ένας δρόμος που ανηφόριζε προς ένα παλιό κάστρο και μια γυναίκα που τον περίμενε.
Πήρε βαθιές ανάσες. Ο θερμός αέρας του νησιού γέμισε τα πνευμόνια του, φέρνοντας μαζί του τη μυρωδιά της θάλασσας και της γης. Ξεπέρασε τους τελευταίους δισταγμούς του. Ίσως γιατί κατάλαβε πως κάποιες στιγμές στη ζωή δεν χρειάζονται εξηγήσεις. Χρειάζονται μόνο την τόλμη να τις ζήσεις.
«Γιατί όχι;» απάντησε.
«Δεν είναι πολύ μακριά. Θα πάμε με τα πόδια», τον πληροφόρησε η Διδώ και σηκώθηκε.
Βγήκαν από τον χώρο του πανδοχείου και για λίγο περπάτησαν πλάι-πλάι, χωρίς να μιλούν. Η εικόνα αυτή του έφερε κάτι από τα παλιά. Δύο άνθρωποι που περπατούν μαζί, χωρίς ιδιαίτερο σκοπό, μόνο επειδή θέλουν να βρίσκονται ο ένας δίπλα στον άλλο. Μια απλή στιγμή που όμως είχε ξεχάσει πόσο σημαντική μπορούσε να είναι.
Η Διδώ σταμάτησε και γύρισε προς το μέρος του. Του έδωσε το χέρι της. Εκείνος το πήρε τρυφερά.
Για λίγο ένιωσε παράξενα οικεία. Σαν μια κίνηση τόσο φυσική, που όμως του είχε λείψει περισσότερο απ’ όσο μπορούσε να παραδεχτεί. Είχε περάσει σχεδόν ένας χρόνος από τότε που τελείωσε η τελευταία του σχέση. Και είχαν περάσει ήδη έξι μήνες από τη μέρα που μπάρκαρε. Έξι μήνες θάλασσας, μηχανών, λιμανιών και μοναχικών ωρών. Έξι μήνες χωρίς καμία γυναικεία παρουσία στη ζωή του. Και τώρα, περπατώντας δίπλα σε αυτή τη γυναίκα, κατάλαβε κάτι που ίσως δεν είχε τολμήσει να παραδεχτεί μέχρι εκείνη τη στιγμή.
Το πάθος που κάποτε ένιωθε για την πρώην σύντροφό του είχε αλλάξει μορφή. Δεν ήταν πια εκείνη η ένταση που τον κρατούσε δεμένο. Είχε γίνει μια ανάμνηση πιο μαλακή, πιο ήρεμη, σχεδόν ουδέτερη.
Όχι επειδή δεν είχε σημασία. Αλλά επειδή ο χρόνος είχε κάνει τη δουλειά του. Είχε πάρει τον πόνο και τον είχε μετατρέψει σε μια σελίδα του παρελθόντος. Και ίσως τώρα, για πρώτη φορά, ένιωθε πραγματικά ελεύθερος να ανοίξει μια καινούργια.
Μπροστά τους απλωνόταν η θάλασσα. Λαμπερή και γαλάζια, μέχρι εκεί που έφτανε το βλέμμα. Τα κύματα λικνίζονταν απαλά, αφήνοντας έναν χαμηλό αναστεναγμό, σαν μια πελώρια αναπνοή της ίδιας της θάλασσας. Ο ήλιος χαμήλωνε αργά πίσω από τον ορίζοντα και ο ουρανός είχε βαφτεί με εκείνο το ζεστό, θαμπό πορτοκαλί χρώμα, εκεί όπου το νερό συναντούσε τον ουρανό.
Πίσω τους, οι σκιές τους είχαν μακρύνει πάνω στον δρόμο. Δύο σκοτεινές μορφές που προχωρούσαν δίπλα-δίπλα, σαν να κουβαλούσαν μαζί τους όσα είχαν αφήσει πίσω, αλλά και όσα ακόμη περίμεναν να συναντήσουν. Μακριές σαν τις  ελπίδες και τους φόβους για το μέλλον.
Ο Άλκης κοίταξε μπροστά. Για λίγο δεν μίλησε. Ίσως γιατί εκείνη η στιγμή δεν ζητούσε λόγια.
«Είναι μακριά ακόμη;» ρώτησε τελικά.
Η Διδώ γύρισε προς το μέρος του. «Όχι πολύ. Γιατί;»
«Τίποτα...» Σταμάτησε για λίγο και έδειξε μπροστά. «Εκείνο είναι;»
Η Διδώ κοίταξε προς το οχυρό. «Ναι... Δεν θ’ αργήσουμε να φτάσουμε.»
Ξαφνικά το τοπίο άνοιξε μπροστά τους. Στην απότομη κορυφή ενός λόφου, που έμοιαζε με έναν τεράστιο σωρό από χαλάσματα αφημένο από τον χρόνο, εμφανίστηκαν τα ερείπια του Κάστρου. Ήταν ελάχιστα μακριά από την πολιτεία κι όμως έμοιαζε να βρίσκεται έξω από τον κόσμο. Φωλιασμένο σε μια σχεδόν αόρατη πλαγιά, ένα χαμηλό, παλιό, μαύρο τείχος ξεπρόβαλε μέσα από την πέτρα. Το σχήμα του χανόταν μέσα στον συμπαγή βράχο, σαν να είχε γεννηθεί μαζί με τα τοιχώματα του λόφου και να είχε δεθεί αρμονικά με τη σκληρή φύση του τόπου. Μια ανοιχτή είσοδος στεκόταν μπροστά τους. Έμοιαζε με το μάτι του παρελθόντος. Ένα μάτι που κοιτούσε σιωπηλά το μελαγχολικό, σκούρο τριανταφυλλί πανόραμα του ήλιου που βασίλευε και, πιο πέρα, τα σύννεφα που είχαν βαφτεί με αποχρώσεις μαβί και χρυσού πάνω από τα βουνά του νησιού. Το οχυρό έδινε την παράξενη εντύπωση πως κάποιος, με ένα αόρατο χέρι, το είχε πάρει και το είχε μεταφέρει μακριά από τον χρόνο και τον κόσμο.
Ο Άλκης ένιωσε μια παράξενη γαλήνη. Γύρω τους απλωνόταν μια βαθιά σιωπή. Όχι η σιωπή της μοναξιάς που γνώριζε στο πλοίο. Μια άλλη σιωπή. Μια σιωπή γεμάτη παρουσία, μνήμες και 
προσμονή.
Χαμηλή, θαμνώδης βλάστηση απλωνόταν γύρω από το παλιό οχυρό. Ένας φυσικός φράχτης από βάτα, με τα κλαδιά τους να κρέμονται σαν ξέπλεκα μαλλιά, και από σκίνα που είχαν ριζώσει βαθιά στη γη, το περιέβαλλε σαν μια ξεχασμένη άμυνα που είχε δημιουργήσει η ίδια η φύση. Στο δυτικό άκρο του, προς την πλευρά της θάλασσας, απλωνόταν ένας αβαθής βάλτος. Τα νερά του γυάλιζαν στο φως του δειλινού. Καλαμιώνες και κιτρινωπά βουρλοτόπια σχημάτιζαν μικρούς κόσμους ζωής γύρω από την πρασινωπή φλέβα του νερού, που ξεκινούσε από τη γη και, σε ένα επίμηκες τοξοειδές σχήμα, προχωρούσε αργά μέχρι την ακτή. Εκεί, λίγο πριν συναντήσει το κύμα, χανόταν ανάμεσα στα γκρίζα στίγματα της άμμου. Ήταν ένας τόπος παράξενος. Ένα σημείο όπου η ξηρή πέτρα του ανθρώπου συναντούσε το υγρό στοιχείο της φύσης. Ένα παλιό οχυρό που αντιστεκόταν στον χρόνο και ένας βάλτος που συνέχιζε αθόρυβα να γεννά ζωή.
Στις εκβολές του βάλτου, το λιγοστό νερό του κατάφερνε να συντηρεί μερικές συστάδες από μαγγρόβια φυτά. Στέκονταν εκεί καθαρά και ευδιάκριτα, σαν λεπτομερείς πινελιές μέσα στο τοπίο, με τις ρίζες τους βυθισμένες στο ρηχό νερό και τα κλαδιά τους να καθρεφτίζονται στην ήρεμη επιφάνεια. Λίγο πιο πέρα, στη δεξιά πλευρά του βάλτου, μια μικρότερη συστάδα είχε διαφορετική όψη. Δεν ξεχώριζε με την ίδια καθαρότητα. Ήταν ένας θολός μαυροπράσινος λεκές, μια ασαφής παρουσία που απλωνόταν αργά μέχρι τη θάλασσα, σαν ένα κομμάτι γης που αρνιόταν να διαχωριστεί από το νερό.
Ο Άλκης την κοίταξε για λίγο. Εκείνη η σκοτεινή γραμμή, εκεί όπου τελείωνε η στεριά και άρχιζε η απεραντοσύνη της θάλασσας, του έδωσε την παράξενη αίσθηση πως έβλεπε τα σύνορα του κόσμου.
Μερικές δεκάδες μέτρα πέρα από το οχυρό, στην ακροθαλασσιά, δέσποζε ένα πλάτωμα που κατέληγε σε έναν επίπεδο, κατακόρυφο βράχο. Η επιφάνειά του κατέβαινε απότομα προς τα κάτω και στη βάση του σχημάτιζε μια βαθιά κοιλότητα, πριν χαθεί μέσα στα νερά του ωκεανού. Το έδαφος σε ορισμένα σημεία του πλατώματος είχε υποχωρήσει από τον χρόνο και  τη διάβρωση. Μέσα στις μικρές σχισμές της γης είχαν βρει καταφύγιο θάμνοι και αγριολούλουδα, μικρές νησίδες ζωής πάνω στην τραχιά πέτρα. Δεν υπήρχε τίποτα ανάμεσα στο χείλος του γκρεμού και στη θάλασσα. Μόνο η λεία, κάθετη επιφάνεια του βράχου που κατέβαινε σαν λάμα μαχαιριού και βυθιζόταν στα βαθιά νερά.
Ο Άλκης πλησίασε προσεκτικά. Για μια στιγμή το βλέμμα του χάθηκε στο κενό. Η θάλασσα κάτω από τα πόδια του δεν ήταν πια η γνώριμη θάλασσα του ναυτικού, αυτή που γνώριζε μέσα από το μηχανοστάσιο και το κατάστρωμα. Ήταν η αρχέγονη θάλασσα.
Απέραντη, σιωπηλή και αδιάφορη.
Πισωπάτησε απότομα, σχεδόν τρομαγμένος από το θέαμα που αντίκρισε, και χωρίς να το καταλάβει σκόνταψε πάνω στη Διδώ, που στεκόταν λίγα βήματα πίσω του, κρατώντας την ασφαλή απόσταση.
«Πώς σου φαίνεται;» τον ρώτησε.
«Επικίνδυνα όμορφο», της απάντησε. Κοίταξε ξανά προς τα κάτω. «Από κάτω ο βράχος είναι φαγωμένος από το κύμα. Νιώθω σαν να στεκόμαστε πάνω σε σανίδα κατάδυσης. Δεν θα έπρεπε να υπάρχει ένα προστατευτικό κιγκλίδωμα, κάτι τέλος πάντων;»
«Οι νησιώτες ξέρουν να προσέχουν», του είπε. «Και οι επισκέπτες είναι σπάνιοι σ’ αυτό το μέρος.»
«Δικαιολογίες του αρχιτέκτονα», σχολίασε χαμογελώντας. «Ποιος ξέρει πόσοι έχουν φάει τα μούτρα τους εδώ πάνω.»
Η Διδώ τον κοίταξε με παιχνιδιάρικη σοβαρότητα. «Έπεσαν μόνοι τους ή τους έσπρωξαν;»
Εκείνος γύρισε και την κοίταξε. Το χαμόγελό του ήταν γλυκό, σχεδόν παιδικό. «Με κοροϊδεύεις;»
Κάθισαν στη σκιά μιας πεζούλας, με τις πλάτες ακουμπισμένες στην τραχιά πέτρα, και έμειναν για λίγο σιωπηλοί, χαζεύοντας τα θαλασσοπούλια που έκοβαν κύκλους στον αέρα και, ξαφνικά, βουτούσαν προς το νερό. Ο ωκεανός στο βάθος  είχε πάρει ένα βαθύ μπλε χρώμα που σιγά-σιγά συγχωνευόταν με το γαλάζιο του ουρανού. Η γραμμή του ορίζοντα είχε  χαθεί. Δεν υπήρχαν σύννεφα, ούτε κάποιο σημάδι που να χωρίζει τον ουρανό από τη θάλασσα. Μόνο η απεραντοσύνη. Ο απογευματινός άνεμος έφερνε μέχρι εκεί τον απόηχο των φωνών από το μικρό αγκυροβόλιο και τα κρωξίματα των χελιδονιών που διέγραφαν τόξα στον αέρα, κυνηγώντας την τροφή τους πάνω από τον βάλτο. Ο Άλκης ένιωθε τα 
συναισθήματά του σαν ένα μπερδεμένο κουβάρι που δεν μπορούσε εύκολα να ξετυλίξει.
Την ήθελε. Αυτό ήταν αναμφίβολο.
Ένιωθε πόθο, αλλά μαζί με τον πόθο ερχόταν και ο φόβος. Όχι ο φόβος της στιγμής. Ο φόβος της επόμενης μέρας. 
Η σκέψη της αναχώρησης, της απομάκρυνσης, της πιθανής εγκατάλειψης. Η ζωή του ήταν ήδη δεμένη με ένα πλοίο που σύντομα θα συνέχιζε το ταξίδι του και εκείνη θα έμενε πίσω, σε ένα νησί που ίσως να γινόταν ξαφνικά η πιο δυνατή του ανάμνηση.
Κάποιες στιγμές η σιωπή ανάμεσά τους παρατεινόταν. Δεν ήταν όμως μια άβολη σιωπή. Ήταν μια σιωπή γεμάτη λέξεις που δεν είχαν ειπωθεί. Άφηναν μόνο μικρούς αναστεναγμούς να ξεφύγουν, σαν να τους ανακούφιζαν από την πίεση ενός συναισθήματος που μεγάλωνε και τους ξεπερνούσε.
Η τελευταία αναλαμπή του ήλιου χάθηκε αργά στον δυτικό ουρανό. Το γαλάζιο είχε ήδη μεταμορφωθεί σε μενεξεδί και μαβί αποχρώσεις. Οι τελευταίες ακτίνες του ήλιου, πρώτα κόκκινες, ύστερα σταχτιές και φαιές, έσβηναν πίσω από τον ορίζοντα, ενώ η λευκή λάμψη του φεγγαριού ξεπρόβαλε όλο και πιο αποφασιστικά. Ο φωτεινός του δίσκος κυρίευε σιγά-σιγά τη νύχτα. Το φεγγάρι ήταν ίσως το πιο άστατο από τα ουράνια σώματα, μα ταυτόχρονα και το πιο συνεπές. Δεν έχανε ποτέ το ραντεβού του με τη γη.
Ένα σύννεφο που πριν έμοιαζε γκρίζο, καθώς πέρασε μπροστά του, μεταμορφώθηκε σε φωτεινή, γαλακτερή σκιά. Ο ουρανός σκοτείνιασε βαθιά, τ' αστέρια άναψαν ένα-ένα και το φεγγάρι έγινε ένας μεγάλος καθρέφτης που σκορπούσε στο σκοτάδι ένα ψυχρό, ασημένιο φωτοστέφανο. Τα άστρα έμοιαζαν πιο κοντινά, σχεδόν απλωμένα πάνω από τη γη. Μακριά από τα τεχνητά φώτα της πόλης, ο ουρανός αποκάλυπτε το πραγματικό του βάθος, έναν κόσμο γεμάτο αμέτρητες μικρές λάμψεις που προκαλούσαν δέος. Τα λουλούδια του βάλτου μοσχοβολούσαν μέσα στη νύχτα, σκορπώντας το μοναδικό τους άρωμα γύρω τους. Το ολόγιομο φεγγάρι συνέχισε την πορεία του και έριξε το χρυσοκόκκινο φως του πάνω στα ερείπια του παλιού κάστρου. Το εγκαταλειμμένο οχυρό έμοιαζε τότε με αρχαίο μνημείο, σιωπηλό και ακίνητο, σαν να παρακολουθούσε αιώνες ανθρώπινων ιστοριών.
Από μια συστάδα θάμνων ερχόταν ο επαναλαμβανόμενος ήχος των γρύλων και ο απαλός αναστεναγμός των καλαμιών που κινούνταν στον άνεμο. Τα τζιτζίκια είχαν σωπάσει από νωρίς. Η φύση είχε βυθιστεί σε μια βαθιά ηρεμία. Η νύχτα τούς βρήκε τον έναν δίπλα στον άλλο. Η ατμόσφαιρα ήταν δροσερή, ο ρυθμός του κύματος επαναλαμβανόμενος, σχεδόν υπνωτικός, σαν το μουρμούρισμα ενός μικρού παιδιού που αποκοιμιέται. 
Ο ήχος της θάλασσας απομάκρυνε τις σκέψεις του Άλκη και τον παρέσυρε σε μια πρόσκαιρη λήθη. Ένιωθε τη Διδώ ακουμπισμένη τρυφερά στον ώμο του. Τότε, στο πλάτωμα, ήρθαν και κάθισαν δύο γλάροι. Ήταν, όπως φάνηκε, ζευγάρι. Η Διδώ χαμογέλασε και το εξέλαβε ως καλό οιωνό.
Έρωτας, αγάπη, πάθος. Δεν μπορούσε παρά να είναι ένα καλό σημάδι.
Ίσως τα πουλιά είχαν έρθει να συντροφεύσουν τη δική τους ευτυχία με τη δική τους τρυφερότητα — μια τρυφερότητα κοινή σε όλα τα πλάσματα της φύσης. Ο Άλκης δεν θυμόταν τίποτα άλλο από εκείνη τη στιγμή. Μέχρι που ένα δυνατό σκούντημα στα πλευρά του και η φωνή της Διδώς τον επανέφεραν στην πραγματικότητα.
«Ε, θαλασσοπόρε!»
Άνοιξε τα μάτια του ξαφνιασμένος.
Η Διδώ ήταν γονατισμένη μπροστά του.
«Ε... τι;»
«Αν είναι  δυνατόν!» είπε γελώντας. «Κοιμήθηκες; Χριστέ μου! Έτσι φέρεσαι πάντα όταν βγαίνεις ραντεβού;»
Στεκόταν τόσο κοντά του, που για μια στιγμή ένιωσε πάλι να χάνεται μέσα σ’ εκείνα τα βαθιά γκριζοπράσινα μάτια της.
«Απλώς σκεφτόμουν», απάντησε.
Ανακάθισε στο έδαφος και γύρισε λίγο στο πλάι. Δίπλωσε τις γάμπες κάτω από τους μηρούς της με μια απλή, φυσική κίνηση, σχεδόν σαν γάτα που βολεύεται στον χώρο της, και τέντωσε απαλά τους λεπτούς αστραγάλους της. Τον κοίταξε με περιέργεια.
«Ήθελα να ξέρω τι σκέφτεσαι.»
Καθώς την είδε να κάθεται με τόση φυσικότητα στις γάμπες της, μια σκέψη πέρασε αμέσως από το μυαλό του. «Σίγουρα έχει κάνει μαθήματα μπαλέτου», σκέφτηκε. Υπήρχε μια χάρη στις κινήσεις της, μια άνεση στο σώμα της που δεν ήταν τυχαία. 
Ύστερα πήρε ένα υπερβολικά σοβαρό ύφος, σαν να επρόκειτο να της ανακοινώσει κάτι σπουδαίο, και έδειξε προς το ιστιοφόρο που λικνιζόταν αγκυροβολημένο στο βάθος του όρμου.
«Αν αποκτήσω ένα τέτοιο σκάφος», της είπε, «θα χρειαστώ και μούτσο.»
Η Διδώ τον κοίταξε για λίγο σκεπτική, σαν να αξιολογούσε μια πολύ σοβαρή επαγγελματική πρόταση.
Ύστερα χαμογέλασε. «Κάνε με δεύτερο καπετάνιο», του είπε με κέφι και παιχνιδιάρικη διάθεση. Έσκυψε λίγο προς το μέρος του και πρόσθεσε: «Και κόλλα το.» Το γέλιο της γέμισε τον χώρο γύρω τους.
Δεν της απάντησε αμέσως. Ήταν η σειρά του να ανακαθίσει στο έδαφος. Για λίγο έμεινε να την κοιτάζει κάτω από το φως του φεγγαριού, σαν να προσπαθούσε να αποτυπώσει στη μνήμη του κάθε λεπτομέρεια της στιγμής. Τα μάτια της είχαν μέσα τους σκούρες και πράσινες αποχρώσεις, σαν χαλκοπράσινα οπάλια που άλλαζαν χρώμα ανάλογα με το φως. Άπλωσε το χέρι του διστακτικά και ακούμπησε απαλά το αυτί της, ύστερα στάθηκε για μια στιγμή στον λαιμό της. Ένιωσε την ανεπαίσθητη αλλαγή στην αναπνοή της, εκείνη τη μικρή αντίδραση που πρόδιδε πως και εκείνη είχε αντιληφθεί την ένταση της στιγμής. Υπήρχε κάτι σχεδόν εξωπραγματικό ανάμεσά τους. Σαν να είχαν απομακρυνθεί από τον χρόνο, από το πλοίο, από το νησί, από όλα όσα τους περίμεναν την επόμενη μέρα.
Ήθελε να κρατήσει αυτή τη στιγμή ζωντανή. Όχι μόνο την εικόνα της, αλλά το συναίσθημα που του δημιουργούσε. Για πρώτη φορά μετά από καιρό δεν ένιωθε μόνος. Η παρουσία της δίπλα του, η σιωπή της, το βλέμμα της, όλα έμοιαζαν να του θυμίζουν πως κάτω από την πειθαρχία του ναυτικού και την αντοχή που είχε χτίσει, υπήρχε ακόμη ένας άνθρωπος που μπορούσε να συγκινηθεί, να επιθυμήσει, να ελπίσει.
Έμειναν ακίνητοι, πιασμένοι ο ένας μέσα στην παρουσία του άλλου, πρόσωπο με πρόσωπο, με τις ανάσες τους να μπερδεύονται μέσα στη σιωπή της νύχτας. Γύρω τους ο καλοκαιρινός κήπος του βάλτου ανέπνεε μαζί τους. Ο αέρας ήταν γεμάτος από τη θαλασσινή αύρα και το άρωμα των λουλουδιών που φύτρωναν ανάμεσα στο νερό και την πέτρα. Η Διδώ βρισκόταν κοντά του, κάτω από το φως του φεγγαριού. Τα μαλλιά της έμοιαζαν να κρατούν μέσα τους μια ασημένια λάμψη και το πρόσωπό της είχε εκείνη την ηρεμία που τον είχε μαγέψει από την πρώτη στιγμή.
Για λίγο ξέχασε το πλοίο, το ταξίδι, την αναχώρηση Ξέχασε τον χρόνο.
Υπήρχε μόνο εκείνη η στιγμή.
Η εγγύτητα μεταξύ τους έμοιαζε να διαλύει όλες τις αποστάσεις που μέχρι τότε κουβαλούσε μέσα του. Όλες οι άμυνες, η πειθαρχία, η μοναχικότητα των τελευταίων μηνών υποχώρησαν μπροστά σε ένα συναίσθημα που δεν μπορούσε να εξηγήσει.
Η Διδώ ανταποκρίθηκε με την ίδια τρυφερότητα, σαν να καταλάβαινε χωρίς λόγια όσα δεν μπορούσε να της πει. Έμειναν έτσι για ώρα, χαμένοι σε μια στιγμή που κανείς από τους δύο δεν ήθελε να τελειώσει. Ο Άλκης ήξερε όμως πως κάθε όμορφη στιγμή στη θάλασσα έχει κάποτε την ώρα της αναχώρησης. Και ίσως αυτό ήταν που φοβόταν περισσότερο.
Όχι αυτό που ζούσε. Αλλά αυτό που θα ερχόταν όταν θα έπρεπε να φύγει. Έδειχναν ότι θα μείνουν για πάντα έτσι. Μια βαριά σιωπή έπεσε ανάμεσά τους. Εκείνος απλώς συνέχισε να την κοιτάζει επίμονα. Η Διδώ άρχισε να αισθάνεται τη νυχτερινή δροσιά στους γυμνούς της ώμους.  Δεν είχε κουνούπια ούτε για δείγμα. Ο βορινός άνεμος τα παρέσερνε προς τη μαγκρόβια βλάστηση, στην άλλη άκρη του κόλπου. Ανατρίχιασε, σηκώθηκε και απομακρύνθηκε αμίλητη, διέσχισε το πλάτωμα και στάθηκε στην άκρη του αγναντεύοντας το πέλαγος με την πλάτη στραμμένη προς το μέρος του. Δεν έκανε καμία κίνηση να την ακολουθήσει. Ο χρυσός δίσκος της σελήνης συνέχισε να ανεβαίνει μεγαλόπρεπα στον ουρανό αναγγέλλοντας μια ακόμη όμορφη  καλοκαιρινή νύχτα. Ξαφνικά η Διδώ σηκώνεται στις μύτες των ποδιών τεντώνεται ολόκληρη και  απλώνει κουνώντας ρυθμικά τα χέρια της. Μοιάζει με χελιδόνα που ετοιμάζεται να πετάξει, από τη γωνία από όπου έβλεπε τη σκηνή δεν μπορούσε να διακρίνει το πρόσωπό της, είχε όμως εξαιρετική θέα της κορυφής του κεφαλιού της με τα όμορφα μαλλιά της γεμάτα χρυσοκόκκινες ανταύγειες λες και παίρνουν λάμψεις απ' τον ουρανό.
«Πες μου για σένα». της λέει.
«Τι θες να μάθεις;»
«Τα πάντα. Ξεκίνα και θα σου κάνω ερωτήσεις αν θέλω να μάθω περισσότερα».
«Οκέι». Κι άρχισε να μιλάει. Η φωνή της απέκτησε ένα αστείο σχεδόν βιμπράτο τόνο και γελάσανε κι οι δύο. Η εικόνα  του κοριτσιού που αναδύθηκε από την ιστορία της του ήταν ακόμα πιο ξεκάθαρη από την εικόνα της γυναίκας που καθόταν τώρα κι ακουμπούσε επάνω του με το χέρι της κάτω από το μπράτσο του. Του εκμυστηρεύτηκε ότι δεν γνώρισε ποτέ τον πατέρα της και η μητέρα της εργαζόταν αυτό τον καιρό στην Πορτογαλία. Έμενε στο νησί με την γιαγιά της η οποία απουσίαζε όλη την εβδομάδα αυτή. Είχε πάει στο άλλο άκρο του μικρού νησιού στην αδελφή της. Η θάλασσα στα πόδια τους να τους καλεί, μα αυτοί την άκουγαν μόνο στα μικρά διαλείμματα της επαφής τους. Το βλέμμα 
της ήταν καρφωμένο στ’ άστρα. Ο «Θαλασσοπόρος» την είχε αγκαλιά κάνοντας την, να ξεχάσει τον χρόνο και τον τόπο όταν της έδειχνε τα φωτεινά άστρα που στόλιζαν τη καθαρή νύχτα και της μάθαινε τους ναυτικούς μύθους για τα αστέρια εκείνα που αντανακλούν πάνω σε ευαίσθητες καρδιές.
«Και αυτά τα δύο ; Αυτά τα δύο που είναι τόσο φωτεινά και κολλημένα;»
«Μωρό μου αυτά τα δύο είναι εσύ και εγώ. Φωτεινά και αγαπημένα.»
«Για πόσο;»
Την κοίταξε με το βλέμμα του έμπειρου εραστή που κρυφογελάει με την αθωότητα και την αφέλεια του έρωτα. «Μέχρι να σταματήσουν να λάμπουν Μωρό μου. Μέχρι να σβήσουν και να πέσουν μαζί στο κενό.»
Χώθηκε όσο πιο βαθιά μπορούσε στην αγκαλιά του. Η ματιά του την προσκαλούσε να τον εμπιστευτεί και να γίνει ένα μαζί του. Δεν ένιωθε φόβο. Εκεί, στην άκρη του λόφου να ενώσουν τις ζωές τους. Τον ήθελε. Στηριζόμενος στο ένα χέρι την φίλησε απαλά στο λαιμό.
Η Διδώ έκλεισε τα μάτια προσπαθώντας να βυθιστεί στον παφλασμό των κυμάτων, στην αύρα της θάλασσας, στην αίσθηση του βότσαλου στο γυμνό κορμί της. Με την ψυχή της ν᾿ αναδεύει σκέψεις σιωπηλά. Δίπλα της ο Θαλασσοπόρος, και μπροστά τους φανταζόταν το καρπό του έρωτα τους. 
«Θαλασσοπόρε θέλω… θέλω… Να είσαι εσύ αυτός …» του ψιθύρισε με αβέβαιη φωνή. 
Της χαμογέλασε πλατιά, καλοσυνάτα και χάιδεψε το στόμα της με τα δάκτυλα του. Την έκανε να σωπάσει. Η Διδώ άφησε το βλέμμα να ατενίζει τα δύο αυτά αστέρια, τα δικά τους άστρα, να της λούζουν το πρόσωπο όταν τον κοιταξε.
Αυτός ξέσπασε στα γέλια.
«Τι συμβαίνει;»
«Τίποτα, τίποτα» της απάντησε σηκώνοντας τους ώμους του. «Με κάνεις και γελάω.»
«Γιατί;»
«Δεν ξέρω, για όλα»
«Ευχαριστώ! Μπορούμε να περάσουμε, απόψε τη νύχτα μαζί.» είπε.
Την κοίταξε. «Πώς;»
«Απόψε το βράδυ θα κλείσεις ένα μονόκλινο δωμάτιο στο σπίτι μου.»
«Μάλιστα» είπε απλώς.
«Θα τα κανονίσω εγώ».
«Ναι, ε;» Συνέχισε να τη κοιτάζει
«Πάει πολύς καιρός από τότε που μια κοπέλα σε κάλεσε για φαγητό; Λοιπόν τι λες;» Τον ρώτησε μετά από λίγο.
«Λοιπόν τι;»
«Θα έρθεις;»
Γέλασε και την ξαναφίλησε. Λίγο πιο βαθιά, με τα χείλη λίγο πιο ανοιχτά. «Γιατί όλα πρέπει να είναι πολύπλοκα μαζί σου;»
«Παρεμπιπτόντως» του είπε «δεν είμαι τόσο σκληρό καρύδι, θέλω να ξέρω αν θα έρθεις ή όχι»
Οι λέξεις αυτές αντήχησαν στο μυαλό του εκεί έξω στην απλωσιά του καθαρού αέρα. Δεν ήταν τόσο οι ίδιες οι λέξεις, όσο ο τόνος που χρησιμοποίησε. Και οι λέξεις αυτές ήταν ποτισμένες με έναν ακατανίκητο σεξουαλικό πόθο. Ήταν ανάγκη; 
«Κι αν δεν σου αρέσω; Αν είμαι γκέι;»
«Φοβάσαι;»
Αυτός ένιωσε να ηρεμεί κάπως. Παρόλο που η καρδιά του εξακολουθούσε να χτυπάει γρήγορα, ο πανικός, το ένστικτο της φυγής, είχε υποχωρήσει.
«Είσαι σίγουρη;»
«Ναι. Χάρηκες;»
«Κι αν…» πήγε να πει, αλλά σταμάτησε. 
«Τι, φοβάσαι ότι θα βρεθείς σε άγνωστο χώρο ενώ είσαι μαζί μου;»
«Όχι» της είπε χαμογελώντας. «Εννοώ… κι αν ερωτευθούμε; Με τρόπο μη αναστρέψιμο;»
«Πολύ αργά» είπε
«Ναι, αυτό ακριβώς λέω κι εγώ».
«Όχι, εγώ άλλο εννοώ: Έχουμε ήδη ερωτευτεί».
«Α, ναι;»
«Λίγο. Όσο χρειάζεται». 
«Αυτό φοβάμαι» της είπε, έγνεψε καταφατικά δίχως να δείχνει διατεθειμένος να ξεκινήσει. 
Έμεινε να κοιτάζει το βάλτο, και η νύχτα ήταν τόσο φωτεινή που ξεχώριζε η σκιά κάθε φυτού. Το νερό έλαμπε στο φως του φεγγαριού και μουρμούριζε μοναχικό, χωρίς να το συντροφεύουν τα πετάγματα των χελιδονιών, και όπου ήταν στάσιμο, αντικαθρεφτίζονταν τ’ αστέρια. Στο φωτεινό μονοπάτι πίσω τους διαγραφόταν ακόμη και οι σκιές από τα φύλλα στις φραγκοσυκιές και η ασημένια εικόνα τους φαίνεται τον ενέπνευσε για ενδοσκόπηση ενώ μες στη σιγαλιά της νύχτας οι καλαμιές ψιθυρίζουν την προσευχή της γης που αποκοιμιέται και μέσα στους πανάρχαιους τοίχους του κάστρου βασίλευε επιβλητική σιωπή λες και η νύχτα έπνιξε τους θορύβους..
Γύρισε το βλέμμα στον αστροφώτιστο νυκτερινό ουρανό άφησε τη σκέψη του να ταξιδέψει στους νυχτερινούς ψιθύρους και ακολουθώντας το ρυθμό της ανάσας του το βλέμμα του χάθηκε στη δημιουργία του σύμπαντος, σ’ αυτό το Μπινγκ Μπάνγκ, τη μεγάλη έκρηξη που λένε, στα αστέρια που παρουσιάζονται με τη σαφήνεια των αστραφτερών διαμαντιών. Στα βορειοδυτικά φαινόταν η ουρά του Δράκοντα, με την Μικρή Άρκτο από κάτω και τον Ηρακλή από πάνω, σ’ αυτό τον γαλαξία που βρίσκεται η Γη μας.
«Σκέψου».... συνομιλούσε με τον εαυτό του..... πως υπήρχε η πιθανότητα πως αυτός και η Διδώ, και όλη η ανθρωπότητα να υπήρχαν ήδη, αν μη τι άλλο σαν δυναμικό, σαν μια δυνατότητα, και νοιώθει το αίμα του να κυλάει πιο γρήγορα. Το νιώθει να ξεχύνεται απελευθερωμένο και ν' απλώνεται σε όλο σου το σώμα, μέχρι που τα μάγουλά του να παίρνουν χρώμα, το κόκκινο της ταραχής, ανάβουν και κορώνουν και τα μάτια του κάνουν σινιάλο και γνέφουν σ’ ένα άστρο από τον ουρανό να κατέβει, σαν ταξί να τους ταξιδέψει στα μονοπάτια της σκέψης εκεί που αξίζει για 'κείνον να πορευτούν. Ένιωσε πως είχε γίνει απόλυτη σιωπή. Τέντωσε τ΄ αυτιά του. Όμως ήταν σαν να είχε σωπάσει ολόκληρη η πλάση. Ο απόηχος από το τραγούδι των γρύλων είχε σβήσει ακόμη και οι γλάροι είχαν σωπάσει. Μοναχά το απαλό φύσημα του αέρα ακουγόταν γύρω τους. Κι έμεινε εκεί να ταξιδεύει... κοιτάζοντας... κοιτάζοντας την απεραντοσύνη του σύμπαντος με κομμένη την ανάσα. 
Αιφνίδια ακούστηκε στο πέρα στο πέλαγος από την πλευρά του αγκυροβολίου εκκωφαντικός θόρυβος σαν μια ηχηρή παραφωνία μες τη νυχτερινή σιωπή! Ήταν από το βίντσι της άγκυρας ενός τεράστιου πετρελαιοφόρου που αγκυροβολούσε στα ανοιχτά του υπήνεμου κόλπου.
Σηκώθηκε, διακόπτοντας τη νοητική του δραστηριότητα. Έγειρε πάνω της, την αγκάλιασε, την έσφιξε δυνατά και την φίλησε απαλά στα χείλη μ’ εκείνο τον τρόπο που ξυπνούσε μεμιάς τις αισθήσεις και χαμογέλασε με το χάος των συναισθημάτων και των σκέψεων του. Η ψυχή του γνωρίζει πως τώρα χρειάζεται να εστιάσει την ενέργειά της εκεί. O χρόνος είναι σχετικός σκέφτηκε, το παρελθόν πέρασε σαν να μην υπήρξε ποτέ, το μέλλον δεν υπάρχει γιατί δεν έχει συμβεί ακόμη, το παρόν είναι το μόνο που έχουμε στα χέρια μας και οφείλουμε να το ζήσουμε.
«Πάμε» της είπε και ξεκίνησαν να ανηφορίζουν την ωχρή πλαγιά. Η φύση ριγά τρεμουλιάζει, ταλαντεύεται γύρω τους. Το νυχτερινό θερμό και υγρό τροπικό αεράκι του νησιού που φυσούσε ακόμη πάνω από τα ασβεστολιθικά πετρώματα των βουνών του νησιού χαϊδεύει τα πρόσωπα τα μέλη τους.
Μια πρώην πορτογαλική αποθήκη είχε τροποποιηθεί σε άνετο και ευρύχωρο σπίτι από τον παππού της. Ο παππούς της ένα λυγερόκορμος άνδρας στη φωτογραφία, είχε έρθει στο νησί από την Ισπανία, από ένα μέρος κοντά στα γαλλικά σύνορα, ήταν Βάσκος στην καταγωγή, κανείς δε γνώριζε τους λόγους που είχε εγκαταλείψει την Ισπανία και είχε εγκατασταθεί στο νησί.
Η κυρίως κάμαρα νοικοκυρεμένη, σκουπισμένη με επιμέλεια, φτωχική είχε όλα τα απαραίτητα. Ποτέ του δεν ρώτησε και δεν έμαθε εάν έμενε μόνη της.
Βούλιαξε στα μαξιλάρια του καναπέ. Δεν είχε κοιμηθεί και πολύ τις τελευταίες σαράντα οκτώ ώρες αλλά τι να τον κάνει τον ύπνο.
Η Διδώ του έριξε μια ματιά πάνω από τον ώμο της καθώς έμπαινε στην κουζίνα λικνίζοντας προκλητικά τους γοφούς της.
«Παλιοκόριτσο! Διαβολεμένα υπέροχο.» Μουρμούρισε χαμογελώντας πλατιά. 
Εκείνη του έβγαλε περιπαιχτικά τη γλώσσα κι ύστερα εξαφανίστηκε στο εσωτερικό της κουζίνας.
Σηκώθηκε, τέντωσε, ίσιωσε το κορμί του και την ακολούθησε.
«Πρέπει να σε προειδοποιήσω» του δήλωσε ότι δεν υπήρχαν σπουδαία πράγματα σ΄ αυτή τη κουζίνα και δεν ξέρει τι θα μπορούσε να μαγειρέψει. «Θα δοκιμάσω να ετοιμάσω κάτι πρόχειρο.»
Ξαφνικά συνειδητοποίησε ότι ενώ μιλούσαν μεταξύ τους χρησιμοποιώντας λέξεις για να επικοινωνούν, άλλα μέρη του εαυτού τους είχαν πιάσει μια πιο λεπτομερή συζήτηση.
Η επαφή της σάρκας της, καταλυτικός παράγοντας, τον απορύθμιζε εντελώς, δεν ήξερε που βρισκόταν, το μυαλό του έβραζε. Ήθελε να κατακτήσει αυτή τη γυναίκα. Την έβρισκε τόσο απίστευτα ποθητή. Ένοιωθε την ενέργεια να διαστέλλεται μέσα του, σαν λάβα ενεργού ηφαιστείου που αναζητεί διέξοδο στο κεντρικό του κρατήρα. Ήταν να μην ξυπνήσει μέσα του το αρσενικό και η ακόρεστη δίψα στα θέλγητρα και στην μαγεία του έρωτα, και στις ερωτικές απολαύσεις. Μερικές φορές ο άντρας αναζητά την αμμουδερή παραλία, τη βελούδινη αίσθηση της νύχτας, το άρωμα του αγιοκλήματος στο κορμί νεαρών κοριτσιών.
Η Διδώ τραβήχτηκε από την αγκαλιά του και στάθηκε στο κέντρο του δωματίου. Η ανάσα της ήταν τραχιά και τα μαλλιά της ανακατωμένα.
«Περίμενε» του είπε απλά.
Αυτός ξετρελαμένος μαζί της έκανε να την αγκαλιάσει ξανά, ένοιωθε τόσο όμορφα όταν μύριζε το υπέροχο ζεστό κορμί της, το γεμάτο ζωή.
Η Διδώ έβλεπε να την καρφώνει με τρόπο έντονο, κι ίσως πρόστυχο και λάγνο. Κοκκίνισε… τον σταμάτησε τεντώνοντας τα χέρια στο στήθος του και πισωπάτησε στην κουζίνα να ετοιμάσει το γεύμα τους. Υπάκουσε έμεινε ακίνητος στη θέση του ενώ το πάθος του καταλάγιαζε αργά στα μάτια του έμεινε να κοιτάζει στις γρίλιες των παραθύρων. Πέρα απ' τα παντζούρια του σπιτιού είναι η ζεστή μαύρη βελούδινη νύχτα, η θάλασσα και πέρα μακρυά η ατέλειωτη έρημος.
Κάθισε αναπαυτικά στην άκρη στο τραπέζι της κουζίνας και μες τη ζάλη του την έβλεπε να πηγαινοέρχεται από τα ντουλάπια στο ψυγείο και στα συρτάρια για να βρει ότι της χρειαζόταν. Ηταν ικανή. Αυτός είχε πολύ καιρό να δει μια γυναίκα να ετοιμάζει δείπνο με τόση δεξιοτεχνία
Στο ψυγείο υπήρχε πιλάφι με αστακό-ουρές που είχε μαγειρέψει μονάχη της την προηγουμένη. Το έβαλε στο τηγάνι να το ενυδατώσει με μπαχαρικά. «Λοιπόν πρώτα θα τελειώσω μ' αυτό» του είπε δείχνοντας το τηγάνι «και ύστερα θα φάμε στο τραπέζι όπως όλοι οι πολιτισμένοι άνθρωποι.»
«Όπως επιθυμείτε» της απάντησε δήθεν ενοχλημένος.
Άφησε το φαγητό να ετοιμαστεί κανένα δεκάλεπτο και αυτός τη βοήθησε να στρώσουν το τραπέζι.
Η μυρωδιά του φαγητού άρχισε ν΄ απλώνεται στην κουζίνα. Το πιλάφι με αστακό-ουρές ήταν ονομαστό σ' όλο το νησί. Κοιτώντας ο ένας τον άλλο στα μάτια απήλαυσαν το γεύμα τους. Το φαγητό της ήταν πραγματική απόλαυση.
Κάποια στιγμή δεν άντεξαν, αγκαλιαστήκαν, την σήκωσε στον αέρα και τη στριφογύρισε. Η ανάσα της πάνω στο λαιμό του, ένα ζεστό αεράκι πριν την καταιγίδα. Τα δάχτυλά της χαρτογράφησαν το δέρμα του, ξυπνώντας μνήμες που είχε ξεχάσει πως είχε. Χωρίς να το ΄χουν σχεδιάσει, βρέθηκαν ξαφνικά στο κρεβάτι αγκαλιασμένοι πάντα. Τα χείλη τους συναντήθηκαν, αφήνοντας τις λέξεις περιττές, γιατί τα σώματα μιλούσαν πιο δυνατά σε μια παθιασμένη στιγμή, χαμογελώντας, ώσπου τα χαμόγελα έγιναν σιγανά μουρμουρητά κι ασυνάρτητοι ήχοι. 
«Σε θέλω τόσο πολύ» της εκφράζει το έντονο πάθος του και τη συναισθηματική του ανάγκη σε μια άμεση ομολογία επιθυμίας, και έντονου πόθου το πόσο επιθυμητή είναι η επαφή μαζί της
Αυτή αναστέναξε τον αγκάλιασε με τα χέρια της και τον τράβηξε τον έφερε ακόμα πιο κοντά της. Την γευόταν επιτέλους και η γεύση της ήταν πιο γλυκιά και καυτή από κάθε προσδοκία κι ονείρωξη του. Άρχισαν να γδύνουν ο ένας τον άλλο με βιασύνη, καθώς και οι δυο τους απολάμβαναν αυτά τα παρατεταμένα υγρά φιλιά τους. Της έλυσε το στηθόδεσμο της και τα αλαβάστρινα στήθη της με τις μικρές ροζ θηλές ανέπνευσαν επιτέλους ελεύθερα και πανέμορφα. Η φύση τους οδηγούσε σε πρωτόγνωρα μονοπάτια που όμως, έδειχναν να περπατούν με εμπειρία φλογερών εραστών.  Οι ανάσες τους έγιναν  βογκητά. Δεν άντεχαν άλλο. Το φεγγαρόφωτο που τρύπωνε από το μικρό παράθυρο έριχνε τραχιές σκιές στον χώρο.
Μόλις χαλάρωσαν λίγο και η αναπνοή τους επανήλθε στο φυσιολογικό της ρυθμό, μένουν για λίγο σιωπηλοί. Κοιταχτήκανε. Και, καθώς σήκωσε το χέρι του για να κρατήσει το δικό της, τον πρόλαβε. Τα δάχτυλά τους πλέχτηκαν μεταξύ τους. Το νυχτερινό αεράκι του καλοκαιριού έμπαινε από τα ανοιχτά παράθυρα δροσίζοντας το ονειροπόλο πρόσωπο της νεαρής κοπέλας, σέρνοντας μαζί του ευωδιές από τις ολάνθιστες αυλές των σπιτιών. Ωστόσο, μια βαθιά αυλακιά ανάμεσα στα φρύδια έκλεινε προσωρινά μέσα της την αναταραχή της ψυχής της. Η Διδώ έγειρε το κεφάλι της ελαφρά στο πλάι, σαν να τον κοιτούσε από διαφορετική γωνία και έσπασε πρώτη την σιωπή. 
«Πες μου, για εκείνη, γιατί χωρίσατε;»
«Τι;» .
«Εκείνη. Εκείνη για την οποία δεν ήθελες να μιλήσεις όταν σε ρώτησα αν είχες φορέσει δαχτυλίδι και δίστασες ν’ απαντήσεις. Δεν θες να το συζητήσουμε;»
Την κοίταξε. Δεν ήξερε, ήθελε;
«Είσαι σίγουρη ότι θες…»
«Ναι, θέλω να μου πεις» είπε.
«Πόσο χρόνο έχουμε;»
«Σε πονάει ακόμη;»
«Πού και πού. Σκέφτομαι όμως ότι, αφού δεν συμφωνούσε με το επάγγελμα μου, τότε χωρισμός ήταν αναπόφευκτος».
«Αυτό πιστεύεις;»
«Ναι» είπε. «Αλλά τότε δεν ήμουν σίγουρος.»
«Γιατί με κοιτάζεις έτσι;»
«Πως σε κοιτάζω;»
Δεν του απάντησε, αλλά ξέσπασε σε χαρούμενο γέλιο. Το γέλιο της ήταν γάργαρο που όμως δεν άκουγε το κελάηδημα του γιατί μπερδευόταν το μυαλό του με τον απόηχο των λόγων του για τη παλιά του ιστορία.
«Έχεις μια ατελείωτη γλυκύτητα.» Της λέει και με το δάχτυλό του σήκωσε το πιγούνι της.
«Θέλω να μείνω ξαπλωμένη εδώ (για πάντα) και να σε ακούω να μου μιλάς.. Θέλω ν’ αποκοιμηθώ στην αγκαλιά σου καθώς θα μου μιλάς. Πες μου μια ιστορία απ’ τα ταξίδια σου.»
«Φοβάμαι πως ακόμα κι εκεί είμαι σκέτη απογοήτευση: Δεν είμαι κάλος με τις ιστορίες. Είμαι άνθρωπος χωρίς ιδιαίτερη φαντασία.»
«Νομίζω πως υπερβάλλεις. Βλέπεις, ακόμα και η επιλογή του επαγγέλματός σου αυτό λέει. Παραδέξου το: Εσύ ο ίδιος είσαι η διάψευση των όσων διατείνεσαι. Πες μου απλά την δική σου ιστορία. Μου κάνει.» Του λέει η Διδώ.
«Αφού επιμένεις. Μα δεν είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα! Φοβάμαι ότι δεν έχω καμία ιδιαίτερη αξία για κανέναν άλλον εκτός από τον εαυτό μου».
«Με περιπαίζεις; η μου φαίνεται».
«Ε, πού και πού το κάνω κι αυτό. Βάλτε το στη λίστα με τα υπόλοιπα ελαττώματά μου».
«Ποτέ φεύγεις;» Τον ρώτησε.
«Τα πρωί. Όταν ξημερώσει.» 
Αυτό την ευχαρίστησε, ενώ του ψιθύριζε… «Σε τούτα τα μέρη το πρωί αργεί να ξημερώσει, κι όλη η Νύχτα είναι μπροστά μας …όλη η Νύχτα.» Και ανέβηκε πάλι επάνω του.
Το χαμηλό φως των κεριών που τρεμόπαιζε έκανε τις σκιές δυο ενωμένων κορμιών να χορεύουν στον τοίχο, σ ένα κρεσέντο περιπτύξεων. Ο ερωτικός χορός που βρισκόταν σε εξέλιξη απειλούσε να κάψει το μικρό δωμάτιο. Όταν την πήρε στην αγκαλιά του, επιθυμούσε να κάνει δικά του όλα τα πλούτη της ζωής. Στο πρόσωπό της βλέπει όλη την πανίδα και τη χλωρίδα της γης: γαζέλα, ελαφίνα, κρίνο και τριαντάφυλλο, χνουδάτο ροδάκινο, μυρωδάτο βατόμουρο... είναι πολύτιμος λίθος, φίλντισι, αχάτης, μαργαριτάρι, μετάξι, το γαλάζιο του ουρανού, η δροσιά των πηγών, ο αέρας, η φλόγα, η γη και το νερό. Την έσφιξε πάνω του με τόση δύναμη που την πόνεσε. Τον ήθελε και παρακαλούσε μέσα της να κρατήσει κι άλλο κι άλλο, πολύ περισσότερο. Για πάντα.
Η καυτή του ανάσα μέτρησε κάθε ύψωμα στην σπονδυλική της στήλη. Έφτασε στη μέση της κι ακολούθησε το ερωτικό της ύψωμα. Δεν άντεχε άλλο, της ήλθε να λιποθυμήσει.
Αυτός ανάσαινε πια, καυτά, στην είσοδο της σχισμούλας της που έλαμπε από την υγρασία… κι εκεί ακριβώς ήταν που άγγιξε τα κατακόκκινα έξω χείλη της με την άκρη της γλώσσας του. Πίεσε το πρόσωπό του εμπρός και οδήγησε τη γλώσσα του βίαια μέσα της.
Αυτό ήταν! Είναι η στιγμή της μεγάλης κραυγής της που ξεπήδησε από τους γοφούς της, ο κορμός της εκτοξεύεται σαν πυροτέχνημα από τη λυγερή της μέση, τα βυζιά της ερμίνες φυλακισμένες στην ίδια τους την κραυγή, πυρωμένο κάρβουνο το στόμα της που ουρλιάζει. Και τα χέρια της ρυάκια που τραγουδούν και σκορπούν αρώματα. Αυτός ξαναβρίσκει στο κορμί της τα λαμπερά αστέρια της ονειροπόλας σελήνης, το φως του ήλιου, τον ίσκιο των σπηλαίων. Μια αλυσιδωτή αντίδραση ξεκίνησε. Τον έπνιξαν τα υγρά της που έβγαιναν σε κύματα. Ένα ρίγος διέτρεξε τη ραχοκοκαλιά τους, καθώς ο έρωτας απογειώθηκε, μια έκρηξη λευκού φωτός στο μαύρο της νύχτας, μια στιγμή παράδοσης όπου ο χρόνος σταμάτησε να μετράει. Στην ηρεμία που ακολούθησε, αγκαλιασμένοι, «αφουγκράζονται» τη σιγαλιά της νύχτας, προσπαθώντας να ακούσουν, να «νιώσουν» την απόλυτη ησυχία, προσέχοντας ακόμα και τον πιο ανεπαίσθητο ήχο, σαν να προσπαθούσαν να φυλακίσουν τη στιγμή της απόλυτης ευτυχίας τους, ενώ οι αναπνοές τους έβρισκαν ξανά τον ρυθμό τους.
.... Μέσα σε ανεμοψιθυρίσματα, τον πήρε στα κλεφτά στην αγκαλιά του για λίγο ο Μορφέας. Όταν ξαφνικά τα παντζούρια γέμισαν γραμμές φωτός, ο κόσμος είχε γράψει τον νυχτερινό του κύκλο.
Με το πρώτο φως της αυγής, αχτίδες του ανατέλλοντος Ήλιου απ’ το φεγγίτη εισχώρησαν στο δωμάτιο και μαζί με το γλυκοχάραμα, έμπαινε και η μυρουδιά από τα κίτρινα άνθη της αλόης. Έξω ακούγονταν οι πρώτες φωνές των πουλιών. Ξύπνησε αλαφιασμένος στη μικρή κάμαρα και για λίγα δευτερόλεπτα προσπαθούσε να σηνειδητοποιήσει που βρισκόταν και τι είχε γίνει το βράδυ. Όταν συνήλθε και κοίταξε στο κρεβάτι η Διδώ κοιμόταν ακόμη. Το μαλακό φως του χαράματος έριχνε πάνω στο ξαπλωμένο σώμα της ένα απαλό φωτεινό πέπλο και ύπνος της ήταν γεμάτος χάρη. Στο πρόσωπο της πλανιόταν ένα ήρεμο χαμόγελο που πότε άλλοτε δεν θυμόταν να είχε ξαναδεί σε κοπέλα. Ήταν ακόμη πιο όμορφη στην αγκαλιά του Μορφέα. Έσκυψε και τη φίλησε στο μέτωπο. Τον πιάνει μια θλίψη. Σε λίγο θα τελειώσει αυτό το θαύμα που έζησε τη νύχτα. Αισθάνεται σαν τη σταχτοπούτα στο ανάποδο. Ως αυτή τη νύχτα δεν είχε ζήσει ξανά τέτοιες στιγμές, με καμία άλλη. Μα σε λίγο το παραμύθι θα τελειώσει κι αυτός αισθάνεται ότι θέλει να βάλει τα κλάματα. «Πως στο διάολο νιώθω έτσι;» συλλογίστηκε.
Την ώρα που αυτός γύρισε να ντυθεί την άκουσε να του λέει χαμηλόφωνα καλημέρα. Ανακάθισε στο στρώμα, στην άκρη του κρεβατιού γυμνή, και έριξε στην πλάτη τα ξέπλεκα μαλλιά της, με τα ρούχα δίπλα της διπλωμένα προσεκτικά. Τα τρυφερά της μάτια τον κοιτούσαν με ανάμεικτα συναισθήματα. Της ανταπέδωσε το βλέμμα και διέκρινε ένα δάκρυ να κυλά σαν μαργαριτάρι στο μάγουλο της. Ζύγωνε η ώρα ν' αναχωρήσει. Ήταν σαν αποβλακωμένος, λες και είχε λυγίσει από ένα αόρατο βάρος, αλλά ενθυμούμενος όλες εκείνες τις στιγμές που έζησαν το βράδυ του φαίνονται σαν απ’ τις πιο ευχάριστες  της ζωής του. Έξω ο ήλιος που είχε μόλις ανατείλει διατηρούσε ακόμη τις πορτοκαλιές αποχρώσεις του και το φως της ημέρας που έμπαινε στο δωμάτιο έδινε μια λάμψη στο περιβάλλον.
Μουρμούριζε στη γλώσσα του λέξεις μέσα από τα δόντια του, που για εκείνη ήταν ακατανόητες και δεν άργησε να της μεταδώσει την νευρικότητα του έτσι όπως στεκόταν σκεφτική και λίγο χλωμή. Ποιος ξέρει τι είχε μες το μυαλό της. Όταν μίλησε η φωνή της έτρεμε. «Τι μουρμουρίζεις; Το ξέρεις ότι παραμιλάς;» Του είπε αφού δεν καταλαβαίνει λέξη από τι της λέει.
«Τίποτα μάτια μου γλυκά. Όποιος δεν ξέρει τι να πει.... παραμιλάει. Ένας άγγελος είσαι καρδιά μου και δεν έχω το κουράγιο να... δεν ξέρω πως να.... πως να σε αποχωριστώ. Να πάλι μ' έπιασε λογοδιάρροια.» Της είπε.
Δάκρυα της ήρθαν δάκρυα στα μάτια.
«Σιώπα και μην λες ανοησίες.» Του ψιθύρισε.
Πήγε στην άκρη του κρεβατιού, κάθισε ακούμπησε το χέρι του στο μάγουλό της και της χάιδεψε τα μαλλιά. Τίναξε λίγο το κεφάλι της σα να'θελε να βάλει στη σειρά τα μυαλά της. «Πρέπει να φύγεις;»
Μάλλον τα λόγια της έκρυβαν έναν τόνο παραίτησης, μια σιγανή θλίψη και διάχυτη μελαγχολία να ρίχνει σκιά στο πρόσωπο της ... την φόβιζε η μοναξιά.
Έσκυψε το κεφάλι του και την φίλησε με μια βαθιά τρυφερότητα. Ένοιωθε επάνω στα χείλη του τη γεύση της αλμύρας από τα δάκρυα της – και ήταν η γεύση όλης της θλίψης, όλης της ανθρώπινης αδυναμίας. Για μια στιγμή τα πάντα σταμάτησαν μέσα του, λες μια βαθιά γαληνή είχε χυθεί επάνω του.
«Το πλοίο είναι έτοιμο για αναχώρηση και με περιμένει».
Εκείνη δεν κουνήθηκε καθάριζε τη φωνή της για να του πει αυτά που ήθελε, ενώ τα μάτια της ήταν σαν ένα δάσος σκιές. Δάγκωσε τα χείλη της. Η σκέψη ότι θα της έφευγε τώρα, ήταν τρομερή, τα χεριά της έτρεμαν, το πρόσωπο της συννέφιασε θλιμμένα, είχε γίνει κόκκινη σαν πιπεριά. Η φωνή της έτρεμε, τα χείλη και τα ρουθούνια της μύτης ανοιγόκλειναν όπως τα φύλλα από τον αγέρα, όπως τα φτερά του πουλιού κάτω από τον Ήλιο.
Μια στιγμή, ένιωσε να του κόβονται τα γόνατα. «Θα μπορέσω να φύγω απ’ το φιλντισένιο μου κλουβί; Ή θα με βρει εδώ ο ήλιος;» 
Έσκυψε πάνω της, μυρίζοντας τα μαλλιά της. «Είσαι τόσο όμορφη.»
Έξω ακούστηκαν οι πρώτες φωνές, το γάβγισμα ενός σκύλου και ποδοβολητά παιδιών που ξεκινούσαν για το σχολείο τους. Όπως τον έβλεπε, να ετοιμάζεται να φύγει, την πήρε πάλι το παράπονο.
«Μη φεύγεις.» Τα πλουμιστά της μάτια ήταν γεμάτα δάκρυα.
Έμεινε ασάλευτος ενώ μέσα του προσπαθούσε να φανεί ήρεμος κι αποφασιστικός, αλλά δεν τα κατάφερνε. Να πνίγει στη θάλασσα ήθελε έτσι που τον είχε αγκαλιασμένο.
«Σε παρακαλώ μείνε εδώ μαζί μου». Του είπε με φωνή σπασμένη.
Κούνησε το κεφάλι του. «Διδώ ακόμη κι’ αν έσκιζα την καρδιά μου στα δυο, δεν θ’ άλλαζε σε τίποτα η κατάσταση. Δεν μπορώ να μείνω εδώ στα νησιά του πράσινου ακρωτηρίου. Πρέπει να γυρίσω πίσω στο πλοίο μου. Ούτε και εσύ μπορείς να ‘ρθεις μαζί μου» της είπε, και προχώρησε με αργά βήματα προς την πόρτα.
Η Διδώ τινάχτηκε σα να τη δάγκωσε φίδι και τον πλησίασε από πίσω. Δισταχτικά άπλωσε τα χέρια και τα πέρασε γύρω από τη μέση του. Εκείνος δεν αντέδρασε κι εκείνη παίρνοντας περισσότερο θάρρος σφίχτηκε πάνω του ακουμπώντας το πρόσωπο της στην πλάτη του. Έμειναν για λίγα λεπτά έτσι, σαν σύμπλεγμα απελπισίας. Γιατί, ο καθένας, από τη δική του πλευρά, ήταν πραγματικά απελπισμένος. Αυτός γύρισε μέσα στο χειραγκάλιασμα της κοπέλας και το πρόσωπο της βρέθηκε στο στήθος του. Της χάιδεψε τα μαλλιά. Οι ώμοι της Διδώ άρχισαν να τραντάζονται από αναφιλητά και τα δάκρυα να μουσκεύουν το μπλουζάκι του. Πέρασε το αριστερό χέρι του γύρω από τους ώμους της, σα για να τους κάνει να σταματήσουν το τράνταγμα. Με το δεξί έπιασε το πηγούνι της και της σήκωσε το κεφάλι. Ύστερα έσκυψε και φίλησε τα γεμάτα δάκρυα μάτια της, γευόμενος την αρμύρα τους.
Τη φίλησε με θέρμη με δύναμη, με μια αγάπη που δεν είχε νιώσει γι’ άλλη γυναίκα. Και πολλή ώρα, πολλή ώρα, τόσο που όταν απομάκρυνε τα χείλη του απ’ τα δικά της, η πιο αγνή τρυφερότητα είχε έρθει να φωλιάσει μέσα του. Η καρδιά του χτυπούσε γρήγορα τώρα, όπως ακριβώς την ώρα που έκαναν έρωτα χθες το βράδυ. Έμειναν έτσι αγκαλιασμένοι αρκετά.
Σκούπισε με το πανωφόρι τα μάτια της και του χαμογέλασε με κόπο. Η φωνή της άλλαξε, λες κι είχε σκληρύνει, έμοιαζε πιο αποφασιστική. 
«Θα σε ξαναδώ;». Τον ρώτησε.
Αυτός χλόμιασε ένοιωσε τα αισθήματα του να βρίσκονται παγιδευμένα σε ιστό της αράχνης που προσπαθούσαν ν' απαλλαγούν. Χαμήλωσε τη ματιά του στο πάτωμα, δεν μπορούσε να συναντήσει το βλέμμα της. Μια στιγμή δισταγμού. Έπειτα μίλησε με μια φωνή γεμάτη θλίψη.
«Δεν μπορώ να σου πω, το ελπίζω στο μέλλον. Πολλά μπορεί να συμβούν». Είπε και αναχώρησε. Ένα πικρό χαμόγελό της τον κατευόδωσε.
Στην επιστροφή για το πλοίο διανύοντας τον κατηφορικό χωματόδρομο μέσα από τα χαμηλά σπίτια, τα χαρακτηριστικά του προσώπου του τραβηγμένα, το βλέμμα του χαμηλωμένο και άδειο, ένα βαθύ κενό, σημάδι πόνου που κουβαλούσε από τις εικόνες της χθεσινής βραδιάς να του υπενθυμίζει πως ένα κομμάτι του εαυτού του, έμεινε πίσω μαζί της, σαν σκιά ονείρου, για να του την θυμίζει. Ισιώνοντας το κορμί του κοίταξε για μια τελευταία φορά πίσω του και τράβηξε το σκονισμένο δρόμο βαδίζοντας ολόισια, χωρίς να σταματήσει καθώς απομακρυνόταν από τη μικρή πόλη του νησιού.
Ήθελε να βάλει τα κλάματα, που έζησε μια δυνατή ερωτική σχέση που όμως δεν μπορούσε να έχει ευτυχές τέλος. Η Διδώ ήταν πραγματικά ξεχωριστή.
«Παρακαλώ, προσέξτε την σκάλα» είπε ο βατσιμάνης του πλοίου.
Ανοιγόκλεισε τα μάτια του σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια να κρατήσει τον έλεγχο, και σε μια εφηβική του συνήθεια να σωπαίνει υποφέροντας!
«Καλώς ήρθες στο Πλοίο». 
Όταν ανέβηκε στο κατάστρωμα, είναι η στιγμή που καταλαβαίνει πως τρέχει να ξεφύγει, να ξεφύγει από κάτι που κουβαλά στις αποσκευές της ψυχής του. 
Μετά από μια εξαντλητική ήμερα στα καθήκοντα του, το βράδυ στη καμπίνα του, πέταξε βιαστικά τα ρούχα του κι έπεσε ξερός στο κρεβάτι. Άναψε ταυτόχρονα το πορτατίφ κι ένα τσιγάρο. Το ένα για να τον φωτίζει και το άλλο για να τον σκοτίζει. Είναι οι στιγμές που συνειδητοποιεί ότι ο χρόνος μπορεί να την διώξει από τις σκέψεις του, αλλά δύσκολα θα σβήσει το αποτύπωμα της. Έτριψε τα μάτια του και δοκίμασε να ιεραρχήσει τις επιθυμίες του. Του είναι πολύ πιο εύκολο να πει «Μπαρκάρισα και είμαι εδώ για να εξελιχθώ στο επάγγελμα μου» παρά «τα παρατάω και φεύγω γιατί δεν αντέχω να μην αναπνέω τον ίδιο αέρα με εκείνη». Από τη μία η «καυτή» ανάμνηση και από την άλλη το αλάτι της θάλασσας! Το σώμα του θυμάται τη θερμότητα της, ενώ το μυαλό του τον αναγκάζει να επιλέξει τη φυγή.
Τον πρώτο καιρό σαν έπεφτε στο κρεβάτι να κοιμηθεί, πέρασε νύχτες άγρυπνες ν' αναθυμιέται, τα ίδια και τα ίδια!  Προσπαθούσε να κοιμηθεί ήρεμος, μα η σκέψη της ροκάνιζε αδιάκοπα μια γωνιά του μυαλού του. Φανταζόταν ότι την κρατούσε στην αγκαλιά του. Έτσι τη σκεφτόταν. Μυροβόλα η αύρα της, να τον καλεί γοερά, δροσερή κ' ευώδης η ανάσα του κορμιού της, έρχονταν να τον τριβελίζει επιθυμώντας το άγγιγμα της. Να γεύεται τα χάδια της μέχρι που τον έπνιγε η μοναξιά εκεί που τελειώνει η μελαγχολία, κ’ ένα σύννεφο ν’ απλώνεται παντού στις σκέψεις του. Η εικόνα όμως της Διδώ με τα θολωμένα μάτια της έρχεται ακόμη στο νου και του ανακατεύει κάποιες στιγμές τις σκέψεις του και πότε-πότε τον κυρίευαν τύψεις και μια κρυφή ενοχή, για όσα συνέβησαν εκείνο το βράδυ και τα κουβαλούσε μέσα του. Τα βιολετιά τα μάτια της, άνοιγαν μ’ ένα μονάχα βλέμμα τους ρωγμές σε όσα μέσα του κρατούσαν. Το μόνο που είχε να κάνει ήταν να αποδεχτεί την πραγματικότητα και μαζί της τη θλίψη πως ότι τελειώνει δε γυρίζει πίσω. Κι αν πάλι γυρίσει, δε θα είναι το ίδιο. Δικαιολογείται στον εαυτό του, λέγοντας ότι δεν γινόταν αλλιώς! Ο ναυτικός ξέρει καλύτερα από τον καθένα ότι, ο προορισμός δεν είναι στατικός. Όπως το πλοίο άφησε πίσω του το Πράσινο Ακρωτήρι και χάθηκε στον ορίζοντα, έτσι και η ψυχή του οφείλει να συνεχίζει το ταξίδι της. Η προσκόλληση στην ανάμνηση είναι κίνδυνος. Το γεγονός ότι το Πράσινο Ακρωτήρι ήταν ήδη χιλιάδες λεύγες μακριά λειτουργούσε ως φυσικό σύνορο, μια γεωγραφική επιβεβαίωση ότι η απόσταση είναι ο καλύτερος σύμμαχος της λήθης. Η μοίρα του ναυτικού, αυτή η διαρκής κίνηση, δεν είναι πια η κατάρα του, αλλά η θεραπεία του. Η θλίψη που νιώθει δεν είναι πλέον δηλητήριο, είναι μια ήπια μελαγχολία, σαν το χρώμα του ουρανού λίγο πριν βγει το φεγγάρι. Είναι ο αποχαιρετισμός σε ένα κομμάτι του εαυτού του που πέθανε, για να μπορέσει να αναπνεύσει το τώρα. Όταν διψάς δεν είναι ανάγκη να πέσεις στο ποτάμι να πνιγείς, σκύβεις, πίνεις, ξεδιψάς και φεύγεις. Και το κάθε λιμάνι είναι ένα ποτάμι που ξεδιψάς, σκέφτεται κοιτάζοντας τα φώτα του Αλτσεσίρας στο πέρασμα του Γιβραλτάρ. Πίνεις την ομορφιά του, αντλείς τη δύναμη της στιγμής, και συνεχίζεις. Δεν μένεις για να δεις την παλίρροια να σε παρασύρει. Είναι η σοφία του ταξιδευτή που έμαθε ότι η ομορφιά μιας στιγμής δεν χρειάζεται να γίνει ιδιοκτησία του για να παραμείνει πολύτιμη. 
Με το καιρό του φαινόταν σαν ψέμα που η σιλουέτα της σταδιακά γίνεται θολή, μέχρι που τελικά ξεθωριάζει, απομακρύνεται μέσα στο σύθαμπο και ο πόνος του μαραίνεται όπως μαραίνονται τα κομμένα τριαντάφυλλα λες και ο εφήμερος ο έρωτας τους ήταν φαντασιακός. Και  όμως η χημεία που τους ένωσε ήταν μια ανεξήγητη πραγματικότητα. Ηταν απ' αυτές τις φορές που η πραγματικότητα τον άγγιξε πέρα από κάθε φαντασίωση μεχρι που ο χρόνος τις σκέψεις του για εκείνη τις παρέσυρε όπως ο άνεμος που περνά και γυμνώνει το δέντρο από όλα τα νεκρά του φύλλα και οι αναμνήσεις, οι εικόνες της, όλα έγιναν αέρας, καπνός, λησμονιά στον πάτο του πηγαδιού! Η ερωτική τους βραδιά, στην πιο γυμνή και ειλικρινή της μορφή, έπαψε να του είναι ένα ανοιχτό δικαστήριο και έγινε μια κλεισμένη ιστορία, ένα βιβλίο που τοποθετήθηκε στο ράφι, όχι γιατί ξεχάστηκε η ύπαρξή του, αλλά γιατί δεν υπήρχε πλέον λόγος να ξαναδιαβαστεί. Η λήθη δεν είναι το να μην θυμάσαι, σκέφτηκε, αλλά το να θυμάσαι χωρίς να πονάς.

4 comments:

  1. Αυτο ρε σσυναδελφε δεν ειναι ναυτικη ιστορια.αυτο ειναι αρλεκιν

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ίσως! Και ν' έχεις δίκιο! Αλλά το Άρλεκιν όπως το λες είναι Most popular με διαφορά.

      Διαγραφή
  2. Ωραίο το γράψιμο δεν μοιάζει για μηχανικού μάλλον με Μαρκόνι και η ιστορία πρέπει να είναι πριν από 60 περίπου χρόνια

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Οι σημερινοί «σφυροκοπανιστές» ξέρουν γράμματα σήμερα και μάθανε να κουβεντιάζουν και να γράφουν ήσυχα και απλά.

      Διαγραφή

 
Web Informer Button