Λάτρευε την άνοιξη. Θα μπορούσε να μένει ώρες ολόκληρες ακίνητος, χαζεύοντας τη φύση και αφήνοντας το βλέμμα του να περιπλανιέται πάνω στα χρώματα, στους ήχους και στις μυρωδιές της.
Το αεράκι της ποταμιάς του χάιδευε το μέτωπο. Ο ανοιξιάτικος ήλιος κατηφόριζε νωχελικά προς τη δύση, πάνω από τον Λακωνικό κόλπο, λούζοντας με το απαλό του φως την καταπράσινη λαγκαδιά. Εκείνη τη στιγμή, το βλέμμα του στάθηκε σε μια παράξενη σκιά που γλιστρούσε μέσα στη σκιά ενός περαστικού σύννεφου πάνω από τους λόφους.
Στην αρχή νόμισε πως ήταν παιχνίδισμα του φωτός. Ύστερα, καθώς πλησίαζε, η σκιά πήρε μορφή. Ξεπρόβαλε αργά μέσα από μια συστάδα από σκίνα και πουρνάρια στα δεξιά του, πετώντας νωχελικά, με αργές, κυματιστές κινήσεις. Άνοιγε τις φτερούγες του με τόση χάρη, που έμοιαζε περισσότερο με πολύχρωμη πεταλούδα παρά με πουλί, καθώς οι εντυπωσιακοί χρωματισμοί τους άστραφταν στο φως.
Ύστερα προσγειώθηκε απαλά στη διχάλα μιας μικρής συκιάς, απέναντι από τα κτήματα του Λουκά του Αρώνη. Ο Αλκιβιάδης κοντοστάθηκε. Έμπλεξε τα δάχτυλά του και έμεινε να το παρατηρεί, σχεδόν μαγεμένος. Το πουλί έσκυβε πότε πότε και περιποιούνταν το πτέρωμα του με το μακρύ, λεπτό ράμφος του. Ήταν ένας τσαλαπετεινός (Upupa epops), από τα πιο εντυπωσιακά πουλιά της λακωνικής γης. Το χρυσοκάστανο σώμα του, οι ασπρόμαυρες ρίγες των φτερών και το χαρακτηριστικό λοφίο με τις μαύρες άκρες το έκαναν να μοιάζει με μικρό βασιλιά της άνοιξης. Ο ήλιος έγερνε αργά προς τη δύση, πάνω από τον Κούνο, σκορπίζοντας μια καθάρια, χρυσογάλαζη ακτινοβολία στη ρεματιά. Μέσα σ' εκείνο το γλυκό απομεσήμερο, τα πλουμιστά χρώματα του τσαλαπετεινού άναβαν και έσβηναν στο φως, ενώ οι κομψές καμπύλες των φτερών του έμοιαζαν να είναι κεντημένες με χρυσάφι.
Η συνέχεια στο...
......Το Μεγάλο Ρέμα!.....





'

0 comments:
Δημοσίευση σχολίου