Ήταν ένας νέος που δεν είχε προλάβει να χαρεί πραγματικά την παιδική του ηλικία. Τα χρόνια που για άλλους θα ήταν χρόνια παιχνιδιού και ανεμελιάς, για εκείνον είχαν γεμίσει στερήσεις, περιπλανήσεις και αγώνα για επιβίωση. Τώρα, στην ηλικία που ένας άνθρωπος αρχίζει να ονειρεύεται το μέλλον του, η ιστορία τού ζητούσε ξανά να αντιμετωπίσει μια δύσκολη πραγματικότητα. Ο Κλέαρχος δεν μεγάλωσε απλώς μέσα σε μια εποχή αναταραχής. Ήταν παιδί της Κατοχής και νέος του Εμφυλίου. Οι πληγές της οικογένεια του συναντούσαν τις πληγές μιας ολόκληρης χώρας. Εκείνη την εποχή, περιπλανώμενος από τόπο σε τόπο αναζητώντας εργασία και τροφή, ο Κλέαρχος βρέθηκε ξανά κοντά στη γη της καταγωγής του, στις άγονες νοτιοδυτικές πλαγιές του Λακωνικού Πάρνωνα. Ήταν μια περιοχή σκληρή, όπως και η ζωή των ανθρώπων της. Μικρά χωριά, σκαρφαλωμένα στις ορθοπλαγιές της νότιας λακωνικής χερσονήσου, κοντά στο ακρωτήριο Μαλέας, απλώνονταν σε έναν τόπο φτωχό και δύσβατο, όπου η γη έδινε λίγα και ο άνθρωπος έπρεπε να παλέψει πολύ για να επιβιώσει. Χωριά ξεχασμένα στον χρόνο, όπως τόσα άλλα της Ελλάδας στα χρόνια του Εμφυλίου. Σπίτια με βαριές, ασφαλισμένες πόρτες, αυλές κρυμμένες πίσω από μάντρες και φράχτες, παράθυρα μισόκλειστα και κουρτίνες που κουνιούνταν στον άνεμο, σαν να φύλαγαν μέσα τους μυστικά και φόβους. Ήταν ένας κόσμος χωρισμένος. Οι τοίχοι των σπιτιών δεν προστάτευαν μόνο από τον καιρό, πολλές φορές προστάτευαν από την καχυποψία, από τον φόβο και από τις πληγές μιας κοινωνίας βαθιά διχασμένης.
Και πάνω απ’ όλα υπήρχε η ζέστη του νότου. Όλο τον χρόνο σχεδόν καλοκαίρι. Ο ήλιος αμείλικτος, η κάψα βαριά, η πέτρα να καίει κάτω από τα πόδια των ανθρώπων. Η φτώχεια στα παντοπωλεία, η κυρά που τρέχει φευγαλέα και κρυφά στη συνάντηση με τον εραστή της, τα ξοφλημένα καφενεία όπου είχε λείψει η χαρά και είχε σβήσει νωρίς η φλόγα στα μάτια των γερόντων που παρέμεναν στις ίδιες καρέκλες, εκεί όπου κάποτε αντηχούσαν οι φωνές των ξωμάχων αγροτών. Ένας κόσμος που είχε αλλάξει. Στους δρόμους κυκλοφορούσαν πλέον και οι χωροφύλακες του νέου κράτους, μαζί με τους φόβους, τις υποψίες και τις σκιές που άφησε πίσω του ο διχασμός. Αυτό το τοπίο δεν ήταν απλώς μια εικόνα φτώχειας. Ήταν το αποτύπωμα μιας ολόκληρης εποχής, μιας πρόσφατης ιστορικής περιόδου όπου οι άνθρωποι κλήθηκαν να αντιμετωπίσουν το μεγάλο ερώτημα: πώς θα μπορούσε να ξανασταθεί όρθια η κοινωνική συνοχή μέσα από τα τραύματα και τις πληγές που είχαν αφήσει ο πόλεμος και ο Εμφύλιος.
Και σε αυτή τη δύσκολη προσπάθεια της κοινωνικής ανασυγκρότησης δεν στάθηκαν όλοι με τον ίδιο τρόπο. Υπήρχαν άνθρωποι που πάλεψαν με αξιοπρέπεια, αλλά υπήρχαν και εκείνοι που εκμεταλλεύτηκαν τις νέες συνθήκες, τις φοβίες και τις ανάγκες των άλλων. Κι όμως, μέσα σε όλα αυτά, ο τόπος παρέμενε ένας τόπος ιδιαίτερος. Μια δυσπρόσιτη περιοχή, φωλιασμένη στα βουνά, που είχε κρατήσει κάτι από την παλιά της αυθεντικότητα.
Δεν υπήρχαν εύκολοι δρόμοι να τη διασχίσεις. Υπήρχαν όμως εκατοντάδες μονοπάτια, χαραγμένα από τα βήματα των ανθρώπων και των ζώων τους. Δεν υπήρχαν μεγαλόπρεπα σπίτια και πλούτη. Υπήρχαν όμως λίγοι ξωμάχοι που αντιστέκονταν στον χρόνο. Άνθρωποι φιλόξενοι και ταπεινοί, κουρασμένοι από τον μόχθο και τις δυσκολίες, αλλά περήφανοι για τη γη τους, την καταγωγή τους και την ιστορία που κουβαλούσαν. Σε αυτόν τον τόπο, ανάμεσα στη σκληρότητα της φύσης και στη σκληρότητα των καιρών, ο Κλέαρχος προσπαθούσε να βρει τον δρόμο του. Στην πρώιμη εφηβική του ηλικία ο Κλέαρχος είχε ήδη γνωρίσει την ορφάνια δύο φορές. Είχε χάσει τη μητέρα του και είχε στερηθεί την παρουσία του πατέρα του. Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, αποχωρίστηκε και τον μεγαλύτερο αδελφό του, ο οποίος έφυγε για τη Στερεά Ελλάδα αναζητώντας μια καλύτερη τύχη και για να εκπληρώσει τη στρατιωτική του θητεία. Έτσι ο Κλέαρχος έμεινε μόνος.
Συνέχισε τις περιπλανήσεις του στα χωριά της περιοχής, κάνοντας κάθε είδους δουλειά που μπορούσε να βρεθεί μπροστά του. Ήταν ακόμη παιδί, αλλά η ζωή δεν του επέτρεπε να φέρεται σαν παιδί. Έζησε ως εργάτης και κάποτε ως επαίτης. Μάζευε ό,τι μπορούσε από περιβόλια και χωράφια, αναζητώντας κάθε μικρή ευκαιρία επιβίωσης. Υπήρχαν φορές που, μετά από μέρες περιπλάνησης και εξάντλησης, έφτανε μπροστά σε πόρτες σπιτιών και χτυπούσε ζητώντας βοήθεια. Δεν ντρεπόταν να ζητήσει δουλειά.
Πρόσφερε τα χέρια του για κάθε μικρή εργασία, με αντάλλαγμα ένα πιάτο φαγητό. Ήξερε πως η περηφάνια δεν ήταν να μη ζητάς ποτέ, αλλά να προσπαθείς να σταθείς όρθιος ακόμη και όταν όλα γύρω σου σε έχουν γονατίσει. Πέρασε πολλές μέρες στο χείλος της πείνας. Χρόνια αργότερα θυμόταν εκείνες τις περιπέτειες, όχι μόνο ως στιγμές στέρησης, αλλά και ως χρόνια που τον έμαθαν να αντέχει. Παρά το νεαρό της ηλικίας του, είχε μια ξεχωριστή ικανότητα στη γη. Ήξερε να καλλιεργεί, να παρατηρεί τις εποχές, να αξιοποιεί τη βλαστική περίοδο του τόπου. Η γεωργία δεν ήταν απλώς εργασία γι’ αυτόν, ήταν ένας τρόπος ζωής, μια γνώση που την είχε αποκτήσει από την ανάγκη και την εμπειρία. Η σχολική του μόρφωση κράτησε λίγο. Δεν πρόλαβε να γνωρίσει τον κόσμο των βιβλίων. Ήξερε όμως να γράφει και να διαβάζει, να κάνει τις βασικές πράξεις της αριθμητικής, όσα πίστευε πως χρειαζόταν ένας άνθρωπος για να τα βγάλει πέρα στη ζωή. Το σχολείο το εγκατέλειψε περίπου στα δέκα με έντεκα χρόνια του, όχι επειδή δεν μπορούσε, αλλά επειδή η ζωή τον κάλεσε αλλού. Τον πρώτο καιρό ακολούθησε τον δρόμο του μεγαλύτερου αδελφού του, στους δύσκολους δρόμους της επιβίωσης.
Βρισκόμαστε λοιπόν στα χρόνια 1945-1946. Η Ελλάδα μόλις είχε βγει από τον μεγάλο πόλεμο και βρισκόταν ήδη μπροστά στη νέα δοκιμασία του Εμφυλίου. Μέσα σε αυτή τη δύσκολη εποχή ο Κλέαρχος ήταν μόλις δεκαοκτώ χρονών. Ήταν ένας μελαχρινός, όμορφος νεαρός, με αθλητική κορμοστασιά και τα χαρακτηριστικά εκείνα των ανδρών της Νότιας Ελλάδας. Ένας άνθρωπος που μόλις είχε αφήσει πίσω του την εφηβεία, αλλά η ζωή τον είχε ήδη σκληραγωγήσει. Ήταν άγουρος ακόμη ως άνδρας, αλλά γεροδεμένος, δυνατός και γεμάτος ενέργεια. Οι στερήσεις των παιδικών του χρόνων δεν είχαν σβήσει μέσα του τη ζωντάνια της ηλικίας του. Αντίθετα, η νιότη αναζητούσε τώρα τον δικό της δρόμο. Όπως πολλοί νέοι της εποχής του, ανακάλυπτε τον κόσμο των σχέσεων, της επιθυμίας και του έρωτα. Η ανδρική του παρουσία είχε αρχίσει να γίνεται αισθητή στην τοπική κοινωνία, ιδιαίτερα σε μια εποχή όπου οι ισορροπίες στα χωριά είχαν αλλάξει βαθιά. Στα χρόνια μετά τον πόλεμο, πολλά χωριά είχαν μείνει κυρίως με γυναίκες, νεαρά κορίτσια και παιδιά. Πολλοί άνδρες είχαν χαθεί, είχαν ξενιτευτεί ή βρίσκονταν μακριά, είτε στον στρατό είτε μέσα στις σκληρές συγκρούσεις του Εμφυλίου. Οι γυναίκες που είχαν μείνει πίσω συνέχιζαν τη ζωή. Δούλευαν στα χωράφια, κρατούσαν τα σπίτια, μεγάλωναν παιδιά και προσπαθούσαν μέσα στις δυσκολίες να ξαναβρούν μικρές στιγμές χαράς και ανθρώπινης επαφής. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον ενηλικιώθηκε και ο Κλέαρχος. Η γη, η εργασία, η επιβίωση αλλά και ο έρωτας ήταν όλα μέρος του ίδιου κόσμου που διαμόρφωνε τον χαρακτήρα του. Στα χωριά εκείνης της εποχής ο έρωτας είχε τις δικές του σιωπηλές διαδρομές. Οι άνθρωποι μπορεί να μιλούσαν λίγο γι’ αυτά, όμως όλοι γνώριζαν πως η ζωή δεν σταματούσε επειδή οι άνδρες έλειπαν στον πόλεμο ή στην ξενιτιά.
Με τη λαϊκή σοφία και το χωρατό τους, οι άνθρωποι παρομοίαζαν πολλές φορές το γυναικείο σώμα με έναν κήπο που χρειάζεται φροντίδα. Οι σύζυγοι ήταν οι φυσικοί «κηπουροί» αυτού του κήπου, όμως όταν εκείνοι έλειπαν για μεγάλα χρονικά διαστήματα, η ανθρώπινη φύση και οι ανάγκες της ζωής δημιουργούσαν τις δικές τους πραγματικότητες. Ήταν μια εποχή αντιθέσεων. Από τη μια η αυστηρότητα των ηθών, η τιμή και το βλέμμα της μικρής κοινωνίας, από την άλλη οι κρυφές επιθυμίες, οι μοναξιές και οι ανάγκες ανθρώπων που προσπαθούσαν να συνεχίσουν να ζουν μέσα σε δύσκολους καιρούς.
Περιπλανώμενος από χωριό σε χωριό, ο Κλέαρχος είχε προσωρινά ριζώσει σε ένα μικρό αγροτοκτηνοτροφικό χωριό του ακρωτηρίου Μαλέα. Εκείνες τις ημέρες τον είχε προσλάβει μια ηλικιωμένη χήρα που ζούσε σ’ ένα παλιό δίπατο σπίτι, με έναν μεγάλο κήπο που κάποτε θα πρέπει να ήταν το καμάρι του σπιτιού, αλλά τώρα είχε αφεθεί στη μοίρα του. Όταν παρουσιάστηκε ζητώντας δουλειά και ένα πιάτο φαγητό, η γυναίκα βρισκόταν ήδη σε απόγνωση. Ο κήπος της είχε γεμίσει αγριόχορτα και χρειαζόταν χέρια πρόθυμα να τον ξαναζωντανέψουν. Η γειτονιά βρισκόταν στο βορειοδυτικό άκρο του χωριού, μακριά από τη φασαρία, απομονωμένη και ήσυχη. Το σπίτι της ξεχώριζε από τα υπόλοιπα. Ήταν το μοναδικό δίπατο κτίσμα στην περιοχή και έμοιαζε να κουβαλάει πάνω του τη μνήμη μιας άλλης εποχής.
Η χήρα είχε και μια κόρη. Ήταν άγαμη, γύρω στα είκοσι με είκοσι πέντε χρόνια, όπως μπόρεσε να υπολογίσει ο Κλέαρχος. Ένα κορίτσι με λιπόσαρκο κορμί και στεγνό πρόσωπο, σαν να είχε πάνω του αποτυπωθεί η μακρά αναμονή. Περίμενε χρόνια τον άνθρωπο που είχε φύγει στην ξενιτιά. Στην αρχή ίσως περίμενε με πίστη, με την υπομονή εκείνων των γυναικών που μεγάλωσαν με την ιδέα πως η ζωή τους ήταν δεμένη με την επιστροφή κάποιου άλλου. Όμως τα χρόνια περνούσαν. Έκλαψε μέχρι που τα δάκρυά της στέρεψαν. Μέχρι που η προσμονή κουράστηκε μέσα της. Μέχρι που η καρδιά της, από τόση αναμονή και σιωπή, άρχισε να μοιάζει με έρημο τόπο.
Τον παρακολουθούσε αθέατη από το δωμάτιό της, κρυμμένη πίσω από τις κουρτίνες. Δυο μέρες τώρα τον έβλεπε να δουλεύει ακούραστα στον κήπο που είχε σχεδόν εγκαταλειφθεί. Έσκαβε το χώμα, τακτοποιούσε τα παρτέρια, ξερίζωνε τα αγριόχορτα που είχαν πνίξει τον χώρο, καθάριζε τους λάκκους γύρω από τα δέντρα και πότιζε τις ρίζες τους. Με κάθε κίνηση έμοιαζε να ξαναφέρνει ζωή εκεί όπου ο χρόνος είχε αφήσει τη σιωπή του. Κι εκείνη τον κοιτούσε.
Ήταν νέος. Ήταν όμορφος. Κι εκείνη, μια μικροκαμωμένη γυναίκα που τα χρόνια της αναμονής είχαν αφήσει πάνω της τα σημάδια τους, ένιωθε παράξενα μπροστά σε αυτή τη ζωντάνια που είχε μπει ξαφνικά στο σπίτι της. Κάποιες στιγμές ευχόταν να ήταν διαφορετική. Λίγο πιο γεμάτη, λίγο πιο δυνατή, σαν τις γυναίκες που φανταζόταν πως τραβούν ευκολότερα τα βλέμματα των ανδρών. Τα μάτια του, σκοτεινά και ζωντανά, περιπλανιούνταν στον χώρο καθώς εργαζόταν. Το πρόσωπό του είχε τη σκληράδα του ανθρώπου που είχε μεγαλώσει με τη γη και τη δυσκολία. Τον παρατηρούσε καθώς έσκυβε στο χώμα, καθώς σηκωνόταν, άλλαζε εργαλεία και σκούπιζε με την ανάστροφη της παλάμης τον ιδρώτα από το μέτωπό του. Και χωρίς να το καταλαβαίνει, δεν παρακολουθούσε πια μόνο έναν εργάτη που περιποιούνταν τον κήπο της. Παρακολουθούσε την επιστροφή μιας ζωής που πίστευε πως είχε τελειώσει.Τον είχε παρατηρήσει πολλές φορές κρυφά. Όχι μόνο για την ομορφιά του νεαρού άνδρα, αλλά γιατί μέσα από τις κινήσεις του έβλεπε κάτι που είχε λείψει από τη ζωή της. Δύναμη, νιότη, παρουσία. Τον έβλεπε να δουλεύει στον κήπο, να σκύβει πάνω από το χώμα, να σηκώνεται κουρασμένος, να σκουπίζει τον ιδρώτα από το μέτωπό του. Κάθε του κίνηση είχε κάτι απλό και φυσικό, κάτι που της θύμιζε πως η ζωή συνέχιζε να κυλά, παρά τα χρόνια που εκείνη είχε μείνει ακίνητη περιμένοντας. Και τότε άρχισαν να ξυπνούν μέσα της σκέψεις που πίστευε πως είχαν πια σβήσει. Σήκωσε το βλέμμα της προς το ηλιοβασίλεμα. Ο ουρανός είχε πάρει εκείνο το βαθύ άλικο χρώμα της ώρας που η μέρα παραδίδεται στη νύχτα. Μέσα σε μια παράξενη ομίχλη της φαντασίας της είδε τον εαυτό της αλλιώς· όχι όπως τον είχε συνηθίσει στον καθρέφτη, αλλά όπως θα ήθελε να είναι.
Είδε μια γυναίκα ζωντανή, ελεύθερη, απαλλαγμένη από την αναμονή και τη σιωπή. Για πρώτη φορά μετά από χρόνια ένιωσε πως μέσα της υπήρχε ακόμη ένας κόσμος που δεν είχε τελειώσει. Επιθυμίες, όνειρα και συναισθήματα που είχαν μείνει κρυμμένα κάτω από το βάρος της καθημερινότητας. Την τρόμαζε αυτή η αλλαγή, αλλά ταυτόχρονα την έκανε να νιώθει ξανά άνθρωπος. Έμεινε για λίγο ακίνητη μέσα στο άδειο δωμάτιο, προσπαθώντας να καταλάβει τι είχε συμβεί. Δεν ήταν μόνο ο νεαρός εργάτης που είχε αναστατώσει τη σκέψη της. Ήταν η ξαφνική ανακάλυψη πως η καρδιά της δεν είχε γεράσει όσο νόμιζε. Κάπου βαθιά μέσα της, κάτω από τη σκόνη των χρόνων και της μοναξιάς, υπήρχε ακόμη μια γυναίκα που περίμενε να ξυπνήσει.
Η κόρη πίστευε πως είχε καταφέρει να μείνει αθέατη. Δεν είχε καταλάβει όμως πως ο Κλέαρχος το είχε αντιληφθεί από την πρώτη κιόλας μέρα. Είχε προσέξει την ελαφριά κίνηση της κουρτίνας στο παράθυρο, εκείνη τη μικρή αλλαγή που πρόδιδε ένα βλέμμα κρυμμένο πίσω από το ύφασμα. Δεν χρειάστηκε τίποτε άλλο για να καταλάβει. Δεν άλλαξε όμως τη συμπεριφορά του. Συνέχισε τη δουλειά του στον κήπο με την ίδια ηρεμία, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα. Έσκαβε το χώμα, καθάριζε τα παρτέρια, φρόντιζε τα δέντρα και την άφηνε να παρακολουθεί. Ίσως, κατά βάθος, του άρεσε αυτό το σιωπηλό παιχνίδι. Η αίσθηση πως κάποιος τον πρόσεχε, πως η παρουσία του είχε σημασία για έναν άλλο άνθρωπο. Ήταν νέος, γεμάτος ζωή και αυτοπεποίθηση. Είχε μεγαλώσει μέσα στη στέρηση, όμως τώρα ανακάλυπτε τη δύναμη που του έδινε η ηλικία του, η εμφάνισή του, η επίδραση που μπορούσε να έχει στους άλλους. Κάποιες φορές άφηνε σκόπιμα τη σιωπή να κρατήσει περισσότερο. Δεν βιαζόταν. Παρατηρούσε μόνο την κίνηση της κουρτίνας και χαμογελούσε μέσα του. Δεν ήξερε τι ακριβώς σκεφτόταν εκείνη η γυναίκα. Άλλωστε ο άνθρωπος, έλεγε μέσα του, είναι ένας κόσμος δύσκολος να διαβαστεί. Οι επιθυμίες του κρύβονται πίσω από φόβους, αναμνήσεις και ανάγκες που πολλές φορές ούτε ο ίδιος δεν καταλαβαίνει.
Κι έτσι αποφάσισε να περιμένει. Να αφήσει το παιχνίδι να εξελιχθεί με τον δικό της ρυθμό.
«Έχει καταλάβει την κρυψώνα μου», σκεφτόταν η γυναίκα κάθε φορά που εκείνος έστρεφε το σώμα του προς την πλευρά του παραθύρου της. Δεν μπορούσε να είναι σίγουρη. Ίσως ήταν μόνο η φαντασία της, ίσως όμως και όχι. Κάθε του κίνηση τής φαινόταν σαν ένα σιωπηλό μήνυμα που δεν ήξερε αν έπρεπε να αγνοήσει ή να ακούσει. Εκείνος συνέχιζε τη δουλειά του στον κήπο με την ίδια αργή, σταθερή κίνηση. Ήξερε πως πίσω από την κουρτίνα υπήρχε ένα βλέμμα που τον ακολουθούσε, και αυτή η γνώση του έδινε μια παράξενη αυτοπεποίθηση.
Δεν υπήρχαν λόγια ανάμεσά τους. Μόνο μικρές κινήσεις, στιγμές σιωπής και η αίσθηση πως κάτι είχε αρχίσει να γεννιέται χωρίς κανείς από τους δύο να το έχει ομολογήσει. Εκείνη προσπαθούσε να καταλάβει τι συνέβαινε μέσα της. Ήταν η έλξη για έναν νέο άνδρα ή η ξαφνική επιστροφή μιας ζωής που είχε πιστέψει πως είχε τελειώσει; Κι εκείνος, με την απλότητα και την αλαζονεία της νιότης του, αναρωτιόταν πόσο μπορεί να αντέξει ένας άνθρωπος όταν μια ξεχασμένη επιθυμία ξυπνά ύστερα από χρόνια σιωπής. Γιατί ο άνθρωπος δεν είναι πάντα εύκολο να διαβαστεί. Κρύβει μέσα του ανάγκες, φόβους και όνειρα που πολλές φορές ούτε ο ίδιος δεν τολμά να παραδεχτεί.
Από κοντά του φάνηκε διαφορετική απ’ ό,τι την είχε φανταστεί. Ήταν μια γυναίκα που κουβαλούσε πάνω της χρόνια στέρησης και μοναξιάς. Δεν ήταν μόνο η εμφάνισή της· ήταν περισσότερο εκείνη η αίσθηση πως κάποια κομμάτια της ζωής της είχαν μείνει πίσω, σαν να περίμεναν ακόμη να τα αγγίξει κάποιος. Ο Κλέαρχος διέκρινε την αμηχανία της. Έβλεπε μια γυναίκα που ήθελε να πλησιάσει, αλλά ταυτόχρονα φοβόταν τις συνέπειες μιας τέτοιας κίνησης. Η επιθυμία και ο φόβος πάλευαν μέσα της. Για πρώτη φορά ίσως κατάλαβε πως η έλξη δεν ήταν μόνο δύναμη και πάθος. Ήταν και ευθύνη. Ήταν η στιγμή που ο άνθρωπος έπρεπε να μάθει να ξεχωρίζει το δικό του θέλω από το θέλω του άλλου. Και τότε, μέσα στη μνήμη του, γύρισε σε εκείνα τα πρώτα χρόνια της νιότης του, όταν η ζωή του έμοιαζε ένας δρόμος χωρίς κανόνες. Ήταν ένας κόσμος όπου οι άνθρωποι ζούσαν με τα πάθη τους φανερά, αλλά πολλές φορές πλήρωναν ακριβά τα λάθη τους. Οι γυναίκες εκείνης της εποχής κουβαλούσαν μοναξιές που δεν έλεγαν, και οι άντρες μεγάλωναν γρήγορα, μαθαίνοντας τη ζωή μέσα από εμπειρίες που άλλοτε τους ωρίμαζαν και άλλοτε τους άφηναν πληγές. Ο Κλέαρχος δεν ήταν ακόμη ο άνδρας που θα γινόταν. Ήταν ένα παιδί που προσπαθούσε να καταλάβει τον κόσμο, μέσα σε μια κοινωνία φτώχειας, στερήσεων και σιωπηλών επιθυμιών. Αλαφιασμένη, έμεινε για λίγο ακίνητη, σαν να προσπαθούσε να καταλάβει όσα συνέβαιναν μέσα της. Δεν ήταν μόνο η παρουσία ενός άνδρα δίπλα της· ήταν η ξαφνική αίσθηση πως κάποιος έβλεπε τη μοναξιά της, τη σιωπή των χρόνων που είχαν περάσει και την ανάγκη της να νιώσει ξανά ζωντανή. Χωρίς πολλά λόγια, πλησίασε. Άφησε για λίγο την άμυνά της στην άκρη και αναζήτησε μια αγκαλιά, όχι μόνο ως επιθυμία, αλλά ως καταφύγιο. Ήταν η πρώτη φορά που ένιωθε τόσο κοντά σε έναν άνθρωπο, τόσο κοντά σε μια παρουσία που της θύμιζε πως υπήρχε ακόμη μέσα της κάτι που δεν είχε σβήσει. Ο Κλέαρχος την κοίταξε σιωπηλός. Μέσα στη νεανική του αυτοπεποίθηση υπήρχε ακόμη η αμηχανία ενός παιδιού που είχε μεγαλώσει απότομα. Δεν καταλάβαινε ακόμη πως οι άνθρωποι δεν ζητούν μόνο πάθος· ζητούν κατανόηση, τρυφερότητα και την ασφάλεια πως κάποιος τους ακούει. Εκείνη τη στιγμή, ανάμεσα στους δυο τους δεν υπήρχε μόνο έλξη. Υπήρχαν δύο μοναξιές που για λίγο συναντήθηκαν.
Την τρίτη μέρα, αργά το απόγευμα έσπρωξε την πόρτα της αποθήκης ελαφρά, και την άνοιξε αργά-αργά, προσπάθησε οι κινήσεις της να είναι απαλές, να μην κάνει θόρυβο και πριν την κλείσει πίσω της σάρωσε με το βλέμμα τον περίγυρο. Τον βρήκε όρθιο, η σιλουέτα του σκυφτή πάνω από μια λεκάνη νερό να πλένεται και τα νερά να στάζουν από πάνω του, κόμπιασε, είχε παραλύσει. Όχι από φόβο. Αμέσως προχώρησε ευθεία μπροστά κι εκείνος την είδε, δεν έκανε καμία κίνηση, σαν να την περίμενε ανασήκωσε τον κορμό του και την κοίταξε όπως τα αρπακτικά το θήραμά τους. Η μάνα της δεν τη ρώτησε τι έκανε τόση ώρα και γιατί άργησε αδικαιολόγητα, μπήκε στο σπίτι, διότι δεν άντεχε τώρα να κοιτάξει τη μάνα της στα μάτια παρά χώθηκε στην κάμαρά της κι έπεσε ανάσκελα στο κρεβάτι. Φοβόταν μην τυχόν και ανοίξει την πόρτα η μάνα της και τότε θα την άρχιζε στις ερωτήσεις. Αισθάνθηκε την κιλότα της να μουλιάζει από τα υγρά ανάμεσα στα πόδια της είχε ακόμη την αίσθηση του εκεί, χαμηλά. Άκουγε ακόμη τον εαυτό της να ψιθυρίζει με μισόσβηστη και λιγωμένη φωνή. «Μη! σταμάτα σε παρακαλώ!» Μα εκείνος δεν άκουγε τίποτα, ήξερε τι έκανε και το έκανε καλά, σφιχτά όσο έπρεπε, και ήταν τόσο απαλό το χέρι του, πολύ πιο απαλό από την κόχη του κρεβατιού της όπου ξέδινε κάποια πρωινά, μόλις ξυπνούσε, διακριτικά, μην τυχόν και την πάρει είδηση η μητέρα της.
Η μάνα της το έμαθε από τους «καλοθελητές». Σε χωριά με λίγους ανθρώπους, τα μυστικά σπάνια μένουν κρυφά για πολύ. Δεν χρειάζεται να ρωτήσεις· πάντα θα βρεθεί κάποιος να έρθει πρώτος, να χαμηλώσει τη φωνή και να σου διηγηθεί αυτά που «όλος ο κόσμος ξέρει». Και όπως η στάμνα που πηγαινοέρχεται στη βρύση κάποια στιγμή ραγίζει και σπάει, έτσι κι αυτή η ιστορία, με τα πολλά κρυφά βλέμματα και τις ψιθυριστές κουβέντες, δεν μπορούσε να μείνει για πάντα κρυμμένη. Γιατί μια φορά μπορεί να ξεγελάσεις τη μοίρα, δυο φορές μπορεί να σταθείς τυχερός, αλλά η συνήθεια κάποτε προδίδει τον άνθρωπο. Κι έτσι, μια βραδιά, ήρθε η στιγμή που εκείνη που όλοι περίμεναν λιγότερο, αυτή που πίστευε πως γνώριζε καλύτερα την κόρη της, βρέθηκε μπροστά στην αλήθεια. Μια αλήθεια που δεν έφερε μόνο θυμό, αλλά και πόνο, ντροπή και φόβο για το αύριο.
Κοντά στο ηλιοβασίλεμα η γριά μητέρα της τής είπε πως θα πήγαινε στον εσπερινό. Θα αργούσε να επιστρέψει· ήθελε να προσευχηθεί, να μιλήσει με τον Θεό, να βρει λίγη γαλήνη. Της ζήτησε μόνο να προσέχει το σπίτι. Εκείνο το απόγευμα, όταν τον είδε να περνά την αυλόπορτα, δεν ένιωσε πια την ανάγκη να κρυφτεί. Οι κουβέντες τους έγιναν πιο ήρεμες, πιο προσωπικές. Για πρώτη φορά ένιωθε πως κάποιος την άκουγε πραγματικά. Τα μάτια της έλαμπαν και μέσα της πάλευαν η χαρά, ο φόβος και η προσμονή. Τον οδήγησε στο δωμάτιό της. Ήταν η πρώτη φορά που ένας ξένος περνούσε το κατώφλι αυτού του χώρου που τόσα χρόνια φύλαγε τις σιωπές και τα όνειρά της. Ένα απαλό άρωμα από τριαντάφυλλα γέμιζε τον αέρα. Και τότε η ησυχία έσπασε. Η πόρτα άνοιξε απότομα. Φωνές, βαριά βήματα και θυμός γέμισαν το σπίτι. Άνθρωποι οπλισμένοι μπήκαν στην αυλή με άγριες διαθέσεις. Ήταν συγγενείς της, όπως έλεγαν, αλλά πίσω τους ακολουθούσε και η δύναμη της κοινότητας: η «τάξη» του χωριού και ο γραμματέας της κοινότητας. Εκείνη τη στιγμή δεν εισέβαλαν μόνο σε ένα σπίτι. Εισέβαλαν σε μια κρυφή ζωή που μέχρι τότε ανήκε μόνο στους δύο τους.
Ο Κλέαρχος έμεινε ακίνητος, με την αμηχανία ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του. Προσπάθησε να κρατήσει κρυφό το κύμα πανικού που φούσκωνε μέσα του, μα η αγωνία είχε ήδη αρχίσει να τον κυριεύει. Δεν χρειαζόταν πολύ μυαλό για να καταλάβει τις διαθέσεις τους. Τα βλέμματα, οι φωνές, ο τρόπος που στέκονταν απέναντί του, όλα μαρτυρούσαν πως δεν είχαν έρθει για κουβέντα. Η κοπέλα, χωρίς να πει λέξη, κατευθύνθηκε προς την έξοδο. Έκλεισε αθόρυβα την πόρτα πίσω της, αφήνοντάς τον μόνο απέναντι σε ανθρώπους που δεν γνώριζε αν ήθελαν να τον φοβίσουν ή να τον τιμωρήσουν.
Για λίγες στιγμές απλώθηκε στο δωμάτιο μια βαριά σιωπή. Μια σιωπή πιο τρομακτική κι από τις φωνές. Ο Κλέαρχος ένιωθε σαν να είχε ξυπνήσει μέσα σε έναν εφιάλτη. Όσα άκουγε δεν μπορούσε να τα πιστέψει. Μέχρι πριν από λίγο βρισκόταν σε ένα δωμάτιο όπου νόμιζε πως άνοιγε ένας καινούργιος κόσμος μπροστά του· τώρα βρισκόταν αντιμέτωπος με έναν κόσμο γεμάτο απειλές.
Τη σιωπή έσπασε ο γραμματέας της κοινότητας. «Τι κάνουμε μ’ αυτόν;» είπε.Τα λόγια έπεσαν βαριά στον χώρο.
Ο Κλέαρχος ένιωσε ένα κρύο μούδιασμα να απλώνεται μέσα του. Ήξερε πως εκείνα τα χρόνια, σε εκείνους τους τόπους, η ζωή του ανθρώπου μπορούσε να κριθεί μέσα σε λίγα λεπτά. Οι παλιές έχθρες, η ντροπή, η εκδίκηση και ο φόβος μπορούσαν εύκολα να μετατρέψουν μια ανθρώπινη στιγμή σε τραγωδία.
«Κοιμήθηκες με ορφανό, απροστάτευτο κοριτσόπουλο. Κόρη χήρας. Είναι ζήτημα τιμής, θρησκευτικών και ηθικών επιταγών. Ο νόμος της κοινωνίας μας ορίζει πως ο γάμος είναι η μόνη λύση».Τα λόγια τους έπεσαν βαριά μέσα στο δωμάτιο.
Ο Κλέαρχος ήθελε να απαντήσει. Ήθελε να πει πως τα πράγματα δεν ήταν έτσι όπως τα παρουσίαζαν. Πως το κορίτσι δεν ήταν τόσο αθώο και ανυποψίαστο όσο ήθελαν να πιστεύουν. Μα τα χείλη του έμειναν κλειστά. Δεν ήταν η έλλειψη λόγων που τον σταμάτησε. Ήταν η γνώση πως κάθε λέξη του μπορούσε να χειροτερέψει τη θέση του. Ένιωθε την απειλή να σφίγγει γύρω του σαν μέγγενη. Για πρώτη φορά μετά από χρόνια περιπλάνησης και αγώνα για επιβίωση ένιωθε πάλι εκείνο το παλιό συναίσθημα της αδυναμίας. Σαν το ορφανό παιδί που δεν είχε κανέναν να υπερασπιστεί το δίκιο του.
Χαμήλωσε το κεφάλι και κάθισε στον ξηλωμένο καναπέ.
Ήξερε την απάντηση πριν ακόμη του τη ζητήσουν. Τον κανόνα αυτόν τον είχε ακούσει πολλές φορές στη ζωή του. Στους τόπους εκείνους η τιμή της οικογένειας δεν ήταν απλώς μια λέξη· ήταν ένας νόμος βαρύτερος από την προσωπική επιθυμία. Ποιος ήταν λοιπόν αυτός που μπορούσε να αρνηθεί;
Το χέρι του πήρε το χαρτί. Για μια στιγμή δίστασε. Ήταν σαν να υπέγραφε όχι μόνο ένα γάμο, αλλά και την αποδοχή μιας μοίρας που άλλοι είχαν ήδη αποφασίσει γι’ αυτόν.
«Δώστε μου να υπογράψω…» ψέλλισε.
Και ο ίδιος δυσκολευόταν να πιστέψει πως αυτές οι λέξεις βγήκαν από το στόμα του.
Όσο περνούσε η ώρα, το πρώτο μούδιασμα άρχισε να υποχωρεί. Στη θέση του έμενε ένας βουβός, βραδυφλεγής θυμός που μεγάλωνε μέσα του. Δεν ήταν μόνο η οργή για όσα είχαν συμβεί· ήταν περισσότερο η αίσθηση πως κανείς δεν τον είχε ρωτήσει τι ήθελε. Του έδωσαν τα χαρτιά. Τα αμυδρά χαμόγελα στα πρόσωπά τους, που για μια στιγμή μαλάκωναν τη σκληράδα τους, φανέρωναν την ικανοποίησή τους. Για εκείνους η υπόθεση είχε τελειώσει. Η τιμή της οικογένειας είχε αποκατασταθεί, η κοινωνική τάξη είχε ξαναμπεί στη θέση της.
«Όλα εντάξει», έμοιαζαν να λένε. «Δεν έχεις τίποτα να φοβάσαι».
Μα ο Κλέαρχος φοβόταν. Γύρω του δεν υπήρχε ειρήνη. Η χώρα βρισκόταν ακόμη μέσα στον σπαραγμό του εμφυλίου πολέμου. Η ζωή του ανθρώπου μπορούσε να αλλάξει από τη μια στιγμή στην άλλη. Οι ισορροπίες στα χωριά ήταν εύθραυστες και εκείνοι που είχαν δύναμη την χρησιμοποιούσαν χωρίς δισταγμό. Οι άνθρωποι της εξουσίας, ο σταθμάρχης της χωροφυλακής, οι πληροφοριοδότες και όσοι κινούνταν στο σκοτάδι των φόβων της εποχής, δεν ήταν άγνωστοι σε κανέναν. Ο Κλέαρχος ήξερε πως η ζωή του κρεμόταν από λεπτές κλωστές.
Και έτσι, μέσα στη νύχτα, έγινε ο γάμος. Χωρίς γιορτή, χωρίς χαρά, χωρίς εκείνη την προσμονή που συνοδεύει μια τέτοια στιγμή. Με παπά, κουμπάρο και την πόρτα της κοινότητας ανοιχτή για να καταγραφεί αμέσως το γεγονός. Από τη μια στιγμή στην άλλη βρέθηκε παντρεμένος.
Ένας νέος άνθρωπος, που μόλις είχε αρχίσει να γνωρίζει τη ζωή, βρέθηκε δεμένος με μια γυναίκα που δεν είχε επιλέξει και για μια μοίρα που άλλοι είχαν αποφασίσει. Και το πιο βαρύ δεν ήταν ο γάμος. Ήταν πως δεν είχε κανέναν να πει τον πόνο του.
Τον καιρό εκείνο εκτυλίσσεται γύρω του, μια ανθρώπινη τραγωδία, ένας εμφύλιος σπαραγμός, συνθήκες όπου απειλείται η ζωή του καθενός με ευκολία. Και εκείνοι πού 'χαν τον πάνω λόγο (και το πάνω χέρι) στο χωριό τα τελευταία χρόνια, ήταν ο σταθμάρχης της χωροφυλακής και οι χαφιέδες που ποτέ δεν έλειψαν, όπως τώρα που το έκαναν φανερά και φυσικά φοβήθηκε για την ζωή του.
Άγρια μεσάνυχτα συνοπτικά έγινε γάμος με παπά και κουμπάρο και με την γραμματεία της κοινότητας ανοικτή να δηλωθεί πάραυτα. Από την μια στιγμή στην άλλη βρέθηκε παντρεμένος. Που να πει τον πόνο του; με μια γυναίκα μεγαλύτερη του που δεν την ήθελε. Αξημέρωτα πήγε κρυφά σ' ένα φιλικό του σπίτι, με το γιο αχώριστοι από μικρά παιδιά. Στην ίδια γειτονιά μεγάλωσαν, τα ίδια παιχνίδια έπαιξαν.
Μέσα του έβραζε ο θυμός για την προσβολή που έπαθε και είχε το κεφάλι σκυμμένο και τα μάτια χάμω. Βρίσκει τη λύση στην σιωπή γιατί τον πνίγει η ντροπή του.
Του δάνεισαν το άλογο τους. Ο Κλέαρχος δεν έχασε λεπτό, καβάλησε το άλογο τράβηξε τα χαλινάρια και ξεκίνησε, χωρίς να κοιτάξει πίσω του. Χύθηκε σαν τον άνεμο καλπάζοντας πέρα από τους λόφους πήδηξε πάνω από μια συστάδα θάμνων και χάθηκε μέσα στη βλάστηση και ανάμεσα στα ελαιόδεντρα.
Έφθασε στους Μολάους. Αναζήτησε βοήθεια και στήριξη από τον αδελφό της θετής μητέρας του. Με τις γνωριμίες του θείου του, στρατολογήθηκε στις παραστρατιωτικές δυνάμεις της περιοχής, στα τάγματα εθνοφυλακής «ΧΙΤΕΣ». Ο Θείος του ήταν μια περίεργη υπόθεση, ένας δύσκολος άνθρωπος, μερακλής, μόρτης, παθιασμένος με τα κουμπούρια και τους τσαμπουκάδες, γνωστός στην περιοχή με το παρατσούκλι «Τσαχλαμπούρης». Μόνο σε φονικά δεν ήταν μπλεγμένος. Μετέπειτα ο «Τσαχλαμπούρης» έγινε ο νονός του Αλκιβιάδη. Ο Κλέαρχος χειρίζεται κι αυτός σαν τον θείο του με ικανότατα τα όπλα. Γενναίος, υγιής από φυσικού του, πολύ σύντομα τον εμπιστεύθηκαν σε μια ομάδα που στρατοπέδευσε στο ορεινό χωριό της οικογένειας της Ιοκάστης. Το σπίτι του παππού ήταν αρκετά μεγάλο, οι παραστρατιωτικοί επίταξαν ένα μέρος του μαζί με τα τρόφιμα, τις προμήθειες και μερικά ζώα του. Οι παρακρατικές αυτές οργανώσεις είχαν στρατιωτική δομή, αντίστοιχη εκπαίδευση και αυστηρή ιεραρχία. Η οργανωμένη δράση τους ασκούσε εξουσία στις περιοχές τους.
Αργότερα όταν ο εγγονός του, ο Κλέαρχος τζούνιορ τον ρωτούσε τον παππού του. «Τι έκανες στα νιάτα σου παππού». Αυτός του απαντούσε με μία λιγόλογη και αόριστη αναφορά. «Ήμουν σε μια συμμορία αγόρι μου.»
Η Ιοκάστη τον μάλωνε. «Σιώπα τι είναι αυτά που λες στο παιδί» Και συμπλήρωνε. «Στρατιώτης στο στρατό ξηράς ήταν καρδούλα μου.»
..... Ο επικεφαλής της οργάνωσης έστειλε μήνυμα στους συγγενείς της κοπέλας και τους απείλησαν ότι εάν τολμήσουν να πειράξουν το παλικάρι του δε θα μείνει πέτρα πάνω στην πέτρα στα σπίτια τους· όλα θα γκρεμιστούν!
Έστειλαν και υστερόγραφο. Ο γραμματέας της κοινότητας και ο παπάς της ενορίας τους να κινήσουν τάχιστα διαδικασίες ακύρωσης του γάμου αυτοδικαίως ως μηδέποτε γενόμενος: να θεωρηθεί ως «λευκός» γάμος.... και απείλησαν σοβαρά ότι θα κρεμάσουν το γραμματέα στην πλατεία του χωριού, και τον παπά στο καμπαναριό της εκκλησίας.
Από τότε κανείς δεν τολμούσε να τον πειράξει. Τις μέρες εκείνες οι αντίπαλες παρατάξεις έκαψαν πολλά σπίτια στα χωριά τους. (ανταρτών, χιτών μεταξύ τους).
Η συνέχεια στο...
Klearchos Kai Iokasti.....





'
.jpg)
0 comments:
Δημοσίευση σχολίου