Τις επόμενες ώρες η οικογένεια επιβιβάστηκε στην επιβατική αμαξοστοιχία με προορισμό τη Λαμία. Το τρένο αναχωρούσε από τον Σταθμό Λαρίσης της Αθήνας με τελικό προορισμό το Λειανοκλάδι. Από εκεί συνέχισαν με το τοπικό τρένο ως τη Λαμία. Κουβαλούσαν μαζί τους τα λιγοστά υπάρχοντά τους, μόνο όσα ήταν απολύτως απαραίτητα για το νέο τους ξεκίνημα. Άφηναν πίσω τον τόπο τους, παίρνοντας μαζί τους ό,τι δεν μπορούσε να χωρέσει σε μπόγους και βαλίτσες. Χρόνια αργότερα, ανασκαλεύοντας τη μνήμη του, ο Αλκιβιάδης συνειδητοποιεί πως οι πιο βαριές αποσκευές εκείνου του ταξιδιού δεν ήταν τα φτωχικά τους πράγματα. Ήταν οι αναμνήσεις τους.
Κουβαλούσαν τις μυρωδιές της γης τους, το θρόισμα των ελαιόδεντρων, το νερό της μικρής λιμνούλας, τις καμπάνες του Αγίου Παντελεήμονα, τις φωνές των παιδικών φίλων, τα μονοπάτια που είχαν περπατήσει ξυπόλυτοι και τα πρόσωπα που αποχαιρέτησαν χωρίς να γνωρίζουν αν θα τα ξανάβλεπαν ποτέ. Αυτές οι αναμνήσεις έγιναν η αθέατη περιουσία τους. Τους συντρόφευαν, τους βάραιναν στις δύσκολες ώρες, μα συγχρόνως τους προστάτευαν, γιατί τους θύμιζαν ποιοι ήταν και από πού ξεκίνησαν. Όπως οι αποσκευές ακολουθούν τον ταξιδιώτη σε κάθε σταθμό, έτσι κι εκείνες ακολούθησαν τη ζωή τους. Δεν ήταν μόνο το παρελθόν τους· ήταν το νήμα που ένωνε την πατρίδα με τη νέα ζωή και διατηρούσε άσβεστη τη συνέχεια της ύπαρξής τους.
Ήταν μεσάνυχτα, μια ζεστή καλοκαιρινή νύχτα του 1958, όταν έφτασαν στη Λαμία. Η πόλη κοιμόταν, μα για την οικογένειά τους όλα άρχιζαν εκείνη ακριβώς τη στιγμή. Κουρασμένοι από το πολύωρο ταξίδι, με τα λιγοστά τους υπάρχοντα στα χέρια και την ψυχή ακόμη δεμένη στον τόπο που είχαν αφήσει πίσω, στάθηκαν για λίγο σιωπηλοί, σαν να προσπαθούσαν να καταλάβουν πού τελείωνε το χθες και πού άρχιζε το αύριο. Τον πρώτο καιρό βρέθηκαν αντιμέτωποι με μια πραγματικότητα γνώριμη σε χιλιάδες ελληνικές οικογένειες της εποχής. Ήταν άνθρωποι της εσωτερικής μετανάστευσης· άνθρωποι που δεν τους έδιωξε ο πόλεμος, αλλά η φτώχεια, η ανέχεια και η ανάγκη να εξασφαλίσουν στα παιδιά τους μια καλύτερη ζωή. Ο ξεριζωμός δεν πονά λιγότερο όταν γίνεται χωρίς όπλα. Πονά το ίδιο, γιατί αφήνει πίσω σπίτια, χωράφια, πρόσωπα, συνήθειες και ολόκληρο έναν κόσμο που δύσκολα ξαναβρίσκεται. Ταλαιπωρημένοι από την πορεία των τελευταίων ημερών, παραζαλισμένοι από τις αλλεπάλληλες μετακινήσεις, κουβαλούσαν και μια άλλη, αθέατη κούραση: την ψυχολογική κόπωση της προσαρμογής. Μέσα σε λίγες μόνο ημέρες είχαν εγκαταλείψει τον μικρό τους οικισμό, είχαν αφήσει τη γη που τους έθρεψε, είχαν ταξιδέψει με καΐκι, με πλοίο και με τρένο, για να βρεθούν τώρα σε μια άγνωστη πόλη, όπου τίποτε δεν τους ήταν οικείο. Κι όμως, μέσα σ' εκείνη την αβεβαιότητα υπήρχε και μια μικρή φλόγα ελπίδας.
Η Ιοκάστη κρατούσε τα παιδιά της κοντά της, σαν να ήθελε με την αγκαλιά της να τα προστατέψει από κάθε φόβο. Ο Κλέαρχος, σιωπηλός όπως συνήθιζε, κοίταζε μπροστά. Είχε πάρει τη μεγάλη απόφαση και τώρα δεν υπήρχε δρόμος επιστροφής. Από εκείνη τη νύχτα και ύστερα, η ζωή τους θα μετριόταν όχι με όσα άφησαν πίσω, αλλά με όσα θα κατάφερναν να χτίσουν από την αρχή.
Ο Αλκιβιάδης, πολλά χρόνια αργότερα, θα καταλάβαινε πως εκείνη η άφιξη στη Λαμία δεν ήταν απλώς ένας ακόμη σταθμός του ταξιδιού τους. Ήταν το σύνορο ανάμεσα σε δύο ζωές. Από τη μια βρισκόταν η παιδική του πατρίδα, με τις ξερολιθιές, τα περιβόλια και τις μυρωδιές του θυμαριού. Από την άλλη άρχιζε ένας καινούργιος δρόμος, γεμάτος άγνωστες δοκιμασίες, κόπο, αλλά και ελπίδα.
Ήταν μεσάνυχτα, μια ζεστή καλοκαιρινή βραδιά, όταν έφτασαν στη Λαμία.
Τον πρώτο καιρό βρέθηκαν αντιμέτωποι με μια καινούργια πραγματικότητα, ίδια μ' εκείνη που γνωρίζουν όλοι οι άνθρωποι οι οποίοι αφήνουν τον τόπο τους πίσω, είτε από ανάγκη είτε από ξεριζωμό. Ήταν κουρασμένοι από το ταξίδι, παραζαλισμένοι από τις αλλεπάλληλες αλλαγές και φορτωμένοι με την ψυχική κόπωση που γεννά η είσοδος σ' έναν άγνωστο κόσμο.
Βρίσκονταν ακόμη στο μεταίχμιο δύο ζωών. Το παρελθόν ήταν τόσο κοντά, ώστε σχεδόν το άγγιζαν, ενώ το μέλλον στεκόταν μπροστά τους αβέβαιο και αχαρτογράφητο. Κι όμως, μέσα τους δεν είχε σβήσει η ελπίδα. Όπως συμβαίνει με όλους τους ανθρώπους που αναζητούν μια δεύτερη αρχή, δεν περίμεναν να αλλάξει από μόνη της η μοίρα τους· ήταν αποφασισμένοι να την αλλάξουν οι ίδιοι με τον μόχθο και την υπομονή τους. Το πρώτο τους μέλημα ήταν να ριζώσουν στον νέο τόπο. Να τον γνωρίσουν, να τον συνηθίσουν, να πάψουν να αισθάνονται ξένοι. Η εξοικείωση με το καινούργιο περιβάλλον ήταν το πρώτο και δυσκολότερο βήμα· πάνω σ' αυτό θα στηριζόταν ολόκληρη η καινούργια τους ζωή.
Έτσι άρχισε η ζωή τους στη Λαμία. Φτωχικά. Με λιτότητα. Με στερήσεις. Με καθημερινό αγώνα για την επιβίωση. Έμειναν αρχικά σε μια φτωχική συνοικία, στα περίχωρα της πόλης, από εκείνες που στερούνταν ακόμη και τις πιο στοιχειώδεις υποδομές. Ξεκίνησαν από το μηδέν, έχοντας λιγοστά υπάρχοντα, μα άφθονη θέληση. Το πρώτο τους σπίτι ήταν ένα μικρό, ταπεινό οίκημα δίπλα σ' ένα ρέμα. Μια απλή ορθογώνια κατασκευή από εμφανή καφετιά τούβλα, με κεραμοσκεπή, δύο μικρές κάμαρες και λιγοστά παράθυρα. Δεν είχε καμιά άνεση, ούτε τίποτε το αξιοζήλευτο. Κι όμως, μέσα σ' εκείνους τους στενούς τοίχους χώρεσε ολόκληρη η οικογένεια — οι κόποι της, οι στερήσεις της, τα όνειρά της και πάνω απ' όλα η ελπίδα πως, όσο δύσκολο κι αν ήταν το ξεκίνημα, κάποτε θα κατάφερναν να χτίσουν μια ζωή καλύτερη από εκείνη που είχαν αφήσει πίσω.
Η συνοικία βρισκόταν στο Αραπόρεμα, μια φτωχική εργατική γειτονιά στις δυτικές παρυφές της Λαμίας, κάτω από τον λόφο του Αγίου Λουκά, πέρα από τους Μύλους Κρόκου-Μουζέλη. Ήταν μια περιοχή χέρσα, που στα μεταπολεμικά χρόνια άρχισε σιγά σιγά να μεταμορφώνεται σε αστικό συνοικισμό. Εκεί κατέφθαναν άνθρωποι από τα γύρω χωριά, κυνηγημένοι από τη φτώχεια και την έλλειψη προκοπής. Έχτιζαν, όπως μπορούσε ο καθένας, μικρά χαμηλά σπίτια στην ανατολική όχθη του ρέματος και επιχειρούσαν να ριζώσουν από την αρχή, ξεκινώντας μια καινούργια ζωή. Ήταν γειτονιά λαϊκή. Γειτονιά της φτωχολογιάς. Σπίτια χαμηλά, ασβεστωμένες αυλές, μικρά μπακάλικα, καφενεία και ρεμπέτικες μελωδίες που ακούγονταν τα καλοκαιρινά βράδια από κάποιο ανοιχτό παράθυρο ή από ένα παλιό γραμμόφωνο. Τα απογεύματα οι γιαγιάδες έβγαζαν τις ψάθινες καρεκλίτσες τους στο πεζούλι και περίμεναν τις γειτόνισσες για λίγη κουβέντα και λίγο κουτσομπολιό. Οι άντρες, γυρίζοντας κουρασμένοι από τη δουλειά, ανηφόριζαν προς το καφενείο της γειτονιάς για ένα ουζάκι, έναν ελληνικό καφέ και μια γρήγορη παρτίδα τάβλι, πριν επιστρέψουν στα σπίτια τους. Ήταν μια φτωχή γειτονιά, μα ανθρώπινη. Εκεί όπου οι πόρτες έμεναν συχνά ανοιχτές, οι χαρές και οι λύπες μοιράζονταν, κι ένας γείτονας στεκόταν πάντα πρόθυμος να βοηθήσει τον άλλον. Εκεί, μέσα στη στέρηση, γεννιόταν μια αλληλεγγύη που δύσκολα συναντά κανείς στις εύπορες συνοικίες. Σ' αυτή τη μικρή γωνιά της Λαμίας θα άρχιζε να γράφεται το νέο κεφάλαιο της ζωής της οικογένειας του Κλέαρχου και της Ιοκάστης· μια ζωή φτωχική, μα γεμάτη αγώνα, αξιοπρέπεια και ελπίδα. Εκεί, σ' αυτή τη συνοικία, μέσα σ' εκείνο το φιλόξενο περιβάλλον της λαϊκής γειτονιάς, ο Αλκιβιάδης έζησε τα τελευταία χρόνια της παιδικής του ηλικίας, κρατώντας μέσα του τις πιο ζεστές αναμνήσεις. Εκεί άνοιξε και το πρώτο μεγάλο κεφάλαιο της εφηβείας του.
Τα συναισθήματά του ήταν ανάμικτα. Υπήρχε η χαρά της καινούργιας αρχής, μα και ο φόβος του αγνώστου, η δυσκολία της προσαρμογής σ' έναν κόσμο διαφορετικό από εκείνον που είχε αφήσει πίσω του. Σιγά σιγά, όμως, ανάμεσα σε αληθινούς ανθρώπους, καλούς γείτονες και καθημερινούς αγώνες, άρχισε να ριζώνει στον νέο τόπο. Ταυτόχρονα έζησε τις πρώτες μεγάλες αλλαγές που μεταμόρφωσαν τη ζωή της οικογένειάς τους. Από το λυχνάρι και τις λάμπες πετρελαίου, που φώτιζαν τα βράδια στο χωριό, γνώρισε το ηλεκτρικό ρεύμα, μια αδιανόητη πολυτέλεια για τους περισσότερους χωριανούς της εποχής, που ούτε καν ήξεραν τι σήμαινε. Η πυροστιά, όπου άλλοτε ακουμπούσαν τα μαγειρικά σκεύη πάνω στη φωτιά του τζακιού, άρχισε να γίνεται παρελθόν. Τη θέση της πήραν το γκάζι, οι ξυλόσομπες και, δειλά δειλά, οι πρώτες ηλεκτρικές οικιακές συσκευές. Μαζί τους δεν άλλαζε μόνο ο τρόπος του μαγειρέματος· άλλαζε ολόκληρος ο ρυθμός της καθημερινής ζωής. Η πρόοδος έμπαινε αθόρυβα στο μικρό τους σπίτι, φέρνοντας μαζί της την αίσθηση πως, ύστερα από τόσες στερήσεις, ο κόσμος μπορούσε επιτέλους να γίνει λίγο πιο φωτεινός.Και μια από τις σημαντικότερες αλλαγές που γνώρισε η ζωή τους ήταν πως το σχολείο βρισκόταν πια λίγα μόλις βήματα από το σπίτι τους. Ο Αλκιβιάδης άφησε πίσω του το μικρό μονοτάξιο σχολείο του ορεινού οικισμού και βρέθηκε σ' ένα κανονικό εξατάξιο δημοτικό. Για πρώτη φορά ένιωσε πως η γνώση δεν ήταν ένα μακρινό όνειρο, αλλά ένας δρόμος ανοιχτός μπροστά του. Μέσα του γεννήθηκε η βεβαιότητα πως, αν πάλευαν όλοι μαζί με επιμονή και αξιοπρέπεια, η ζωή θα τους έδινε την ευκαιρία να προχωρήσουν, να ανοίξουν νέους ορίζοντες και να ξεφύγουν από τη μόνιμη αγωνία και την ανέχεια που τους είχε σημαδέψει στον φτωχικό οικισμό όπου γεννήθηκαν. Κι όμως, όσο μεγάλωναν οι ελπίδες και τα όνειρά του για μια καλύτερη ζωή, τόσο πιο συχνά επέστρεφαν στη μνήμη του οι εικόνες της παιδικής του πατρίδας. Οι πεζούλες, οι ξερολιθιές, οι ελιές, τα μονοπάτια, οι μυρωδιές του θυμαριού και του φασκόμηλου δεν έπαψαν ποτέ να κατοικούν μέσα του. Οι αναμνήσεις εκείνες είχαν ριζώσει τόσο βαθιά στην ψυχή του, ώστε κάθε φορά που τις ανακαλούσε γίνονταν παρηγοριά, δύναμη και βάλσαμο στις δύσκολες ώρες της ζωής του..
Κατάλαβε από νωρίς πως ο άνθρωπος μπορεί να αλλάξει τόπο, μπορεί να αλλάξει ζωή, μπορεί να αλλάξει ακόμη και μοίρα· δεν αλλάζει όμως ποτέ τις ρίζες του. Εκείνες ταξιδεύουν πάντα μαζί του.
Στα βορειοδυτικά της γειτονιάς απλώνονταν βοσκοτόπια, μεγάλοι χέρσοι λόφοι και μικρά φαράγγια, που του θύμιζαν τον τόπο όπου είχε γεννηθεί. Σε μια ρεματιά υπήρχε και μια τεχνητή λιμνούλα, σχεδόν όμοια με εκείνη των περιβολιών του χωριού του. Της έλειπε μόνο ο αιωνόβιος πλάτανος και οι μοβ περικοκλάδες που αγκάλιαζαν τις όχθες της· στη θέση τους φύτρωναν πυκνοί καλαμιώνες, που θρόιζαν στο παραμικρό φύσημα του αέρα.
Εκεί είχε φτιάξει το δικό του καταφύγιο.
Το έδαφος απλωνόταν γύρω του με απαλούς κυματισμούς, κι όπου κι αν έστρεφε το βλέμμα, η κάψα του καλοκαιριού έκανε τον αέρα να τρεμοπαίζει. Όταν πλάκωνε η καταχνιά, μια βουβή μουντάδα σκέπαζε τους λόφους, τη χέρσα γη και τον μακρινό ορίζοντα, θυμίζοντάς του τις σιωπηλές μέρες του χωριού. Εκεί ήταν ο μικρός δικός του κόσμος. Τα καλοκαιρινά απογεύματα αποτραβιόταν μόνος, έκλεινε τα μάτια και άφηνε τις αναμνήσεις να τον παρασύρουν πίσω, στα Μπουμπουτσέλια. Ξανάβλεπε το μικρό τους σπίτι ανάμεσα στις δυο αιωνόβιες ελιές, τον Άγιο Παντελεήμονα, το Μεγάλο Ρέμα, τις ξερολιθιές, τις φραγκοσυκιές, τα περιβόλια και τη μικρή λιμνούλα κάτω από τον γέρικο πλάτανο. Όλα ζωντάνευαν μέσα του με τόση καθαρότητα, σαν να μην είχε φύγει ποτέ.
Με τον καιρό κατάλαβε πως η νοσταλγία δεν ήταν αδυναμία· ήταν ένας αόρατος δεσμός που τον κρατούσε ενωμένο με τις ρίζες του. Όσο μεγάλωνε και όσο άνοιγε μπροστά του ο καινούργιος κόσμος της πόλης, τόσο βαθύτερα ρίζωνε μέσα του ο τόπος που άφησε πίσω. Γιατί υπάρχουν πατρίδες που, ακόμη κι όταν τις αποχωρίζεσαι, συνεχίζουν να κατοικούν μέσα σου. Και τότε συνειδητοποίησε πως δεν κουβαλούσε απλώς τις αναμνήσεις του χωριού· κουβαλούσε το ίδιο το χωριό μέσα στην ψυχή του.
Ονειροπολούσε. Με τον καιρό, άρχισε να νοσταλγεί το χωριό του, συνειδητοποιώντας πως οι ρίζες του ήταν τελικά πιο βαθιές απ' όσο νόμιζε. Θυμόταν με έντονη νοσταλγία και μια αίσθηση απώλειας τις ηλιόλουστες πλαγιές στο Μεγάλο Ρέμα κι αναστέναζε. Το Μεγάλο Ρέμα λειτουργούσε μέσα του ως ένας τόπος μνήμης, συνδεδεμένος με την παιδική του ηλικία. Ζωντάνευε όταν του ‘ρχεται η θύμηση του ποτισμένου χώματος με την ιδιαίτερη μυρουδιά της γης που αναστάτωνε το μέσα του λες και συναντούσε κάτι δικό του. Το μεγάλο ρέμα δεν του ήταν ξένο· Ήταν κομμάτι της ταυτότητας του, κάτι που του έλειπε και το ξανάβρισκε με την έννοια της νοσταλγίας. Ας ήταν μπορετό να κάθιζε, δέκα λεφτά μονάχα, κάτω απ’ το δροσό της αλαφροΐσκιωτης μουριάς στην καλοκαιρινή την κάψα, να νιώθει μια αίσθηση δροσιάς στο πλάτωμα με το μικρό μποστάνι τους πίσω στο Μεγάλο Ρέμα με την όμορφη, ήρεμη, ασημένια μικρή λιμνούλα με τα καθάρια νερά, που ξεπρόβαλαν πίσω από τον αιωνόβιο πλάτανο στο τέλος μιας διχάλας από το στρατί που φιδοσερνόταν εμπρός του. Τριγύρω πυκνοί θάμνοι από βάτα, σφεντάμια, φτέρες και ένα πλήθος από ανθοφόρα φυτά πλαισίωναν το τοπίο με τα πανέμορφα και πολύχρωμα λουλούδια τους, τα υδρόβια φυτά που επέπλεαν, δημιουργούσαν μια πανδαισία χρωμάτων, και ο συνδυασμός των αρωμάτων με τις χιλιάδες ευωδιές να κατακλύζουν τα πνευμόνια του.
Στοιβαγμένες εικόνες στα θολά διαμερίσματα της μνήμης, αβίαστα προβάλλουν εμπρός του.
«Τα σφεντάμια και οι φτέρες είναι ακόμα αδιάφθορα,
Αλλά χωρίς αμφιβολία, όταν αποκτήσουν συνείδηση
Θ’ αρχίσουν κι αυτά να καταριούνται και να βρίζουν.»
Εικόνες της εκείνης της εποχής μόλις που περπάτησε καλά, και στιγμή δεν καθότανε. Έτρεχε μες στα πεζούλια στις πλαγιές και ήταν ελεύθερος σαν τον άνεμο, χαρούμενος σαν την Άνοιξη και ανέμελος σαν το Καλοκαίρι.
Της εποχής που πότιζε το μικρό μποστάνι τους, χαμηλά στη ρεματιά, ανάμεσα στα νεροκάλαμα, ένα λουρί χωράφι και έτρεχε ξέγνοιαστος, τσαλαβουτώντας μέσα στα νερά με το κοντοβράκι του και με το μακρύ το φτυάρι στα αδύνατα χέρια του, να αλλάζει τα κανάλια του ποτιστικού νερού ανάμεσα στα παρτέρια με τα λαχανικά και τις κολοκυθιές τις φορτωμένες πορτοκαλιά λουλούδια, μεγάλα σαν χάλκινες τρουμπέτες, ευτυχισμένος όπως το πουλί απάνω στο κλαδί του. Τα μεσημέρια του καλοκαιριού, κάθονταν στον ίσκιο κάτω από το μεγάλο πλάτανο, που πάνω στα κλαδιά του πετούσαν και κελαηδούσαν πουλιά, και τα χελιδόνια βουτούσαν χαριτωμένα πίνοντας το δροσερό νερό της λιμνούλας. Τ' ήταν ο κόσμος τότε γι' αυτόν παρά ένα περιβόλι απέραντο, καταπράσινο και μοσχοβολημένο περιβόλι, με τη φύση να βρίσκεται στ’ αποκορύφωμα της λάμψης της, απ’ του ήλιου τις χρυσές ακτίνες....
Οι τόποι του χωριού του είναι ένα κομμάτι του εαυτού του, και οι μνήμες ομφάλιος λώρος να τον συνδέει με τα μέρη των παιδικών του χρόνων.
Χωριό του στη γειρτή πλαγιά, σημείωμα της άδολης πρώτης αγάπης, κυπαρίσσια κι αγριολούλουδα, θάμνοι που πτερυγίζουν οι μέλισσες και άνεμο-δαρμένοι βράχοι, θεόρατοι με ένα λευκό στις βαθιές ρυτίδες τους που άφησε ο χρόνος στην περιφορά του οργισμένου βοριά. Και πέρα μακριά στο διάφανο σαν ακουαρέλα, μια γραμμή στο χάραγμα, στο βάθος του ορίζοντα εκεί που η θάλασσα τον ουρανό φιλούσε. Στις πλαγιές θυμάρια, φασκομηλιές και ρίγανες, μυρουδιές ευλογημένες κατρακυλούν μες στα σπαρτά σαν σκέψεις ανεκπλήρωτες, όπως ο άνεμος που σμίλευε στις πέτρες τα σχήματα των άγονων περιπλανήσεων του. Και αυτός, «κουτσούβελο» με κοντό παντελονάκι και γρατζουνισμένα γόνατα τρέχει στις αλάνες και τους δρόμους του χωριού, με σφεντόνα και λερωμένα δάκρυα, όταν ο ήλιος στέγνωνε την αλμύρα τους. Τρεχαλητά και φωνές. Κυνηγητά και παιχνίδια. Όλα της φύσης τα χρώματα είναι ζεστά. Δένονται με τους απανωτούς ήχους των ανέμων στους βράχους. Κι όταν ο θόρυβος κοπάσει, και ο ήλιος σαν μεστωμένο πορτοκάλι, βουτάει στου Κούνου την πλάτη μαζί του χάνονται και τα χρώματα, πέφτει το σούρουπο με ασημένιες σκιές και τα παιδιά πασχίζουν να μαντέψουν από πού θα ξεπροβάλει η σελήνη. Ανέμελη ζωή, με δίχως πάθη, με πολλά οράματα.
Είναι μια ηδονή που δεν ξεχνιέται εύκολα απ' όσους την ένιωσαν. Όλα αυτά μνήμες και γεύσεις, μυρωδιές, ακοές, οράματα και αφές των παιδικών μας χρόνων που μας δυναστεύουν μιαν ολάκερη ζωή. Δεν το γνώρισε ολότελα το καημένο του το χωριό, που του γελούσε πάντα στον ύπνο του και στα όνειρα του.
«Με της σκέψης τα πλάνα φτερά
στο χωριό του τρέχει να φτάσει.
Στης λιμνούλας τ’ ασημένια νερά»......
Νιώθει πως δεν είναι μόνο αυτός που νοσταλγεί τον τόπο. Είναι σαν και ο τόπος να τον περιμένει. Σαν να έμεινε εκεί ένα κομμάτι του παιδιού που δεν μεγάλωσε ποτέ. Όπως το αισθάνεται, δεν είναι απλώς « η ανάμνηση χωριού του». Είναι ολόκληρη η ιδέα της ξενιτιάς! Ο μικρός Αλκιβιαδης που φεύγει από έναν τόπο, αλλά ο τόπος δεν φεύγει ποτέ από τον Αλκιβιάδη. Δεν ταξίδεψε μόνο από τα Μπουμπουτσέλια στον Πειραιά, στη Λαμία και στον κόσμο. Ταξίδεψε έχοντας πάντα μέσα του εκείνο το παιδί με το κοντό παντελονάκι που έτρεχε στις αλάνες, κάτω από τον ήλιο, δίπλα στο νερό της μικρής λιμνούλας.
Η συνέχεια στο...
Μαθητής στο Τρίτο Δημοτικό Σχολείο Λαμίας!.....





'

0 comments:
Δημοσίευση σχολίου