Είχε αρχίσει να γλυκοχαράζει. Ήταν Ιούλιος, τότε που ο ήλιος ανατέλλει πολύ νωρίς, κι ακόμη πριν φανεί ολόκληρος πάνω από τον ορίζοντα, οι πρώτες απαλές ακτίνες του άρχισαν να χρυσώνουν τις κορυφές του Υμηττού. Η νύχτα υποχωρούσε αργά, σαν να μην ήθελε ακόμη να παραδώσει τη θέση της στη μέρα. Ο ουρανός άλλαζε χρώματα κάθε στιγμή· από το βαθύ γαλάζιο περνούσε στο λιλά, ύστερα στο ρόδινο και τέλος στο χρυσαφένιο. Η θάλασσα του Σαρωνικού, ήρεμη σαν γυαλί, κρατούσε επάνω της όλες αυτές τις αποχρώσεις και τις επέστρεφε στον ουρανό, σαν να συνομιλούσαν μεταξύ τους.
Το μεγάλο ποστάλι είχε ήδη αφήσει πίσω του το ανοιχτό πέλαγος και, με σταθερή πορεία, έμπαινε αργά στον κόλπο του Πειραιά. Γύρω τους άρχισαν να πληθαίνουν τα καΐκια, οι ψαρόβαρκες και τα μικρά φορτηγά πλεούμενα που ξυπνούσαν μαζί με το λιμάνι. Από μακριά ξεχώριζαν οι πρώτοι γερανοί, οι καμινάδες των εργοστασίων και οι αμέτρητοι ιστοί των πλοίων που υψώνονταν σαν δάσος από κατάρτια. Ο Αλκιβιάδης στεκόταν ακουμπισμένος στην κουπαστή. Τα μάτια του δεν προλάβαιναν να χωρέσουν όσα αντίκριζαν. Δεν είχε ξαναδεί τόσα πολλά καράβια συγκεντρωμένα στον ίδιο τόπο. Άλλα έμπαιναν στο λιμάνι, άλλα έβγαιναν για το μεγάλο ταξίδι, άλλα περίμεναν αγκυροβολημένα τη σειρά τους. Σφυρίγματα ατμόπλοιων, φωνές ναυτικών, ήχοι από μηχανές και αλυσίδες άγκυρας έσμιγαν σ' έναν πρωτόγνωρο κόσμο που έμοιαζε να ζει και να ανασαίνει στον ρυθμό της θάλασσας.
Το πλοίο έκοψε ταχύτητα. Οι μηχανές δούλεψαν πιο ήρεμα και το σκαρί άρχισε να γλιστρά σχεδόν αθόρυβα μέσα στον μεγάλο λιμένα. Ο Αλκιβιάδης ένιωσε τότε πως το ταξίδι από το μικρό τους χωριό είχε πραγματικά τελειώσει. Μπροστά του απλωνόταν ένας άλλος κόσμος, αχανής, άγνωστος, γεμάτος θόρυβο, ανθρώπους και υποσχέσεις. Κι όμως, μέσα σ' εκείνη τη μεγάλη πολιτεία, στην καρδιά του εξακολουθούσαν να ακούγονται καθαρά το θρόισμα των ελιών στο Μεγάλο Ρέμα, το κουδούνισμα της καμπάνας του Αγίου Παντελεήμονα, το κελάηδισμα των πουλιών πάνω από τα Μπουμπουτσέλια και η φωνή της μάνας του, που του έλεγε κάθε φορά που φοβόταν: «Μη φοβάσαι... Προχώρα. Ο Θεός είναι μπροστά μας.» Είχε αρχίσει να γλυκοχαράζει.
Η υπόλοιπη οικογένεια είχε κουρνιάσει στις στενές κουκέτες του πλοίου, προσπαθώντας να βολευτεί όσο καλύτερα μπορούσε. Ύστερα από το πρώτο τους θαλασσινό ταξίδι, ο ύπνος είχε έρθει βαρύς και βαθύς. Κάποια στιγμή ο μικρός Τηλέμαχος γλίστρησε αθόρυβα έξω από το ακομοδέσιο. Πέρασε την εξωτερική πόρτα και στάθηκε στο κατάστρωμα, εκεί όπου τον υποδέχτηκε η δροσερή ανάσα της θάλασσας. Το σκοτάδι υποχωρούσε αργά. Το φως άπλωνε τις πρώτες του λωρίδες στον ορίζοντα, καθαρίζοντας σιγά σιγά τα πάντα γύρω του. Οι αποβάθρες, τα μεγάλα πλοία, οι γερανοί, οι αποθήκες και τα αμέτρητα κτίρια της προκυμαίας άρχισαν να ξεχωρίζουν μέσα στο πρωινό φως που δυνάμωνε ολοένα. Τα ηλεκτρικά φώτα παρέμεναν ακόμη αναμμένα. Ψηλά στις στέγες των κτιρίων, οι πολύχρωμες φωτεινές επιγραφές και οι διαφημίσεις έλαμπαν μέσα στην αυγή, σαν να δίσταζαν να παραδώσουν τη θέση τους στον ήλιο. Για τον μικρό Τηλέμαχο ήταν η πρώτη φορά που έβλεπε μια τόσο μεγάλη πολιτεία. Τα μάτια του άνοιγαν διάπλατα. Όλα του φαίνονταν ατέλειωτα: τα καράβια, οι γερανοί, οι καπνοδόχοι, οι σειρές από σπίτια, οι καπνοί που υψώνονταν στον ουρανό. Ένας καινούργιος κόσμος απλωνόταν μπροστά του, τόσο διαφορετικός από τα ήσυχα Μπουμπουτσέλια και τα στενά μονοπάτια του τόπου όπου είχε γεννηθεί.
Ο μικρός αδελφός του στάθηκε ξαφνικά ακίνητος, σαν να τον κάρφωσε στη θέση του η εικόνα που άνοιγε μπροστά του. Αποσβολωμένος, με το στόμα μισάνοιχτο και τα μάτια ορθάνοιχτα, κοιτούσε τη στεριά χωρίς να μιλά. Στο πρόσωπό του διαγράφονταν μαζί η απορία, ο φόβος και το δέος του παιδιού που αντικρίζει έναν κόσμο ασύλληπτα μεγαλύτερο από εκείνον που γνώριζε ως τότε. Είχε καρφώσει το βλέμμα του στον Πειραιά, προσπαθώντας να χωρέσει μέσα στον μικρό του νου όσα αντίκριζαν τα μάτια του. Οι αποβάθρες, οι γερανοί, οι καμινάδες των πλοίων, οι αμέτρητες πολυκατοικίες, οι δρόμοι, τα αυτοκίνητα, οι άνθρωποι που πηγαινοέρχονταν αδιάκοπα, όλα ενώνονταν σ' ένα πολύβουο, αχανές τοπίο που δεν έμοιαζε με τίποτε απ' όσα είχε ζήσει μέχρι τότε. Οι αισθήσεις του ρουφούσαν λαίμαργα κάθε εικόνα. Ολόκληρη η πόλη έμοιαζε να κινείται αδιάκοπα, σαν ένας ζωντανός οργανισμός που δεν κοιμόταν ποτέ. Ο Τηλέμαχος δεν έλεγε λέξη. Μόνο κοιτούσε. Και μέσα στα μεγάλα του μάτια καθρεφτιζόταν ο καινούργιος κόσμος που μόλις άνοιγε μπροστά του.
Οι λέξεις κύλησαν αβίαστα από τα χείλη του, σαν να ξεπηδούσαν μόνες τους από την ψυχή του, γεμάτες θαυμασμό και παιδική αθωότητα.
«Μαμά! Μαμά, έλα... έλα να δεις! Πω-πω!... Κοίτα σπίτια! Κοίτα πλοία!... Κοίτα, κοίτα, μαμά!... Να... να και αυτοκίνητα!»
Πώς να περιγράψει κανείς όσα ένιωθε εκείνη τη στιγμή ο μικρός Τηλέμαχος; Μέσα σε λίγες ώρες είχε βρεθεί από τον μικρό, απομονωμένο οικισμό τους σ' έναν κόσμο που έμοιαζε ατέλειωτος. Τα μάτια του δεν ήξεραν πού να σταθούν. Ως χθες γνώριζαν το γαλάζιο του ουρανού, τις πλαγιές του τόπου τους, τα χωράφια, τις ελιές, τη σιωπή του χωριού και τους αργούς ρυθμούς της ζωής. Τώρα αντίκριζαν μιαν άλλη πολιτεία. Ένα λιμάνι γεμάτο κίνηση, θορύβους, καπνούς, σειρήνες, ανθρώπους που έτρεχαν βιαστικοί προς κάθε κατεύθυνση. Η καρδιά του αναζητούσε ακόμη την ασφάλεια του χωριού, μα το βλέμμα του μαγευόταν από το πρωτόγνωρο θέαμα. Ο Πειραιάς έμοιαζε με ζωντανό πλάσμα· ένα πελώριο θηρίο που ανέπνεε αδιάκοπα. Μηχανές βούιζαν, βαπόρια έδεναν και λύνονταν από τις προβλήτες, γερανοί υψώνονταν στον ουρανό, καΐκια πηγαινοέρχονταν ανάμεσα στα μεγάλα πλοία, ενώ η παραλία, λουσμένη στο πρωινό φως, έσφυζε από ζωή. Κι εκείνος στεκόταν ακουμπισμένος στην κουπαστή, τόσο μικρός μπροστά σ' αυτή την απέραντη πολιτεία, με τα μάτια ορθάνοιχτα. Δεν μιλούσε πια. Μονάχα κοιτούσε. Κι όσο περισσότερο κοιτούσε, τόσο μεγάλωνε μέσα του η απορία, το δέος και η λαχτάρα να γνωρίσει τον καινούργιο κόσμο που άνοιγε μπροστά του.
Καθώς η ώρα περνούσε, το φως του ήλιου πλημμύριζε τα πάντα. Ο ουρανός φόρεσε το βαθύ, εκτυφλωτικό γαλάζιο του καλοκαιριού, κι οι αχτίνες του φώτιζαν αλύπητα κάθε γωνιά της μεγάλης πολιτείας, σαν να μην άφηναν τίποτε κρυφό μέσα στον καινούργιο κόσμο που απλωνόταν μπροστά στα φτωχά, ανήξερα χωριατόπουλα. Η Ιοκάστη έμεινε για λίγο ακίνητη. Η πρώτη της ματιά στον Πειραιά ήταν γεμάτη έκπληξη, θαυμασμό και μια ανεπαίσθητη δυσπιστία. Για μια στιγμή νόμισε πως τα μάτια της την γελούσαν. Ήταν αδύνατον να χωρέσει ο νους της μια τόσο μεγάλη πολιτεία. Οι δρόμοι έσφυζαν από κόσμο, τα τραμ και τα αυτοκίνητα περνούσαν αδιάκοπα, οι καπνοδόχοι υψώνονταν στον ουρανό, τα πλοία γέμιζαν το λιμάνι και οι φωνές των ανθρώπων ανακατεύονταν με τα σφυρίγματα και τον βόμβο των μηχανών. Σιγά σιγά συνήλθε από την πρώτη έκπληξη. Γύρισε το βλέμμα της προς τον μικρό Τηλέμαχο. Χωρίς να πει λέξη, πήρε τα μικρά του χέρια μέσα στα δικά της, του χαμογέλασε και τον τράβηξε απαλά στην αγκαλιά της. Ο μικρός κούρνιασε επάνω της χωρίς αντίσταση. Έκλεισε για λίγο τα μάτια και ένιωσε πως όλος εκείνος ο άγνωστος κόσμος, όσο μεγάλος κι αν ήταν, δεν μπορούσε να τον φοβίσει όσο υπήρχε εκείνη. Η αγκαλιά της ήταν γι' αυτόν ό,τι είναι η στεριά για τον ναυτικό ύστερα από μεγάλη φουρτούνα· ένα απάνεμο λιμάνι, όπου η καρδιά γαληνεύει και η ανάσα ξαναβρίσκει τον φυσικό της ρυθμό. Το χαμόγελο που απλώθηκε στο πρόσωπο της μητέρας τους θύμισε στον Αλκιβιάδη τα μικρά κυματάκια που σβήνουν απαλά στην αμμουδιά όταν το πέλαγος γαληνεύει. Ήταν ένα χαμόγελο ήρεμο, τρυφερό, γεμάτο καλοσύνη. Έτσι τη θυμόταν πάντα.
Η μάνα τους ήταν το απάνεμο λιμάνι της οικογένειας. Σ' εκείνη ακουμπούσαν κάθε ελπίδα, κάθε βάσανο, κάθε χαρά και κάθε καημό τους. Ήταν σαν τριαντάφυλλο που μοσχοβολούσε γλυκά, χωρίς ποτέ να ζητά τίποτε για τον εαυτό του. Πάντα στεκόταν δίπλα τους αθόρυβα και διακριτικά, με μια αγάπη ακούραστη, γεμάτη έγνοια, φροντίδα, δύναμη και προσμονή. Ήταν η γλυκιά τους, η τρανή τους μάνα. Τώρα στεκόταν σιωπηλή και αγνάντευε τον καινούργιο κόσμο που άνοιγε μπροστά τους. Αναρωτιόταν αν αυτό το μεγάλο ταξίδι θα γινόταν η αρχή μιας καλύτερης ζωής. Ήθελε να πιστέψει πως μια καινούργια αυγή είχε ξημερώσει για την οικογένειά της· πως τα παιδιά της θα κατάφερναν να πραγματοποιήσουν όσα εκείνη είχε ονειρευτεί στα νιάτα της και δεν της χάρισε η ζωή. Κι όμως, πίσω από την ελπίδα, η αμφιβολία δεν έπαυε να τη συντροφεύει. Άραγε είχαν πάρει τη σωστή απόφαση εγκαταλείποντας τον τόπο τους; Άξιζε να αφήσουν πίσω τους το χώμα που τους γέννησε, για να κυνηγήσουν μια καλύτερη μοίρα; Τι τους περίμενε στην άγνωστη πολιτεία; Θα έβρισκαν δουλειά; Θα ρίζωναν; Θα δικαιώνονταν οι κόποι και οι θυσίες τους;
Ένα ατέλειωτο πλήθος από «κι αν...», «ίσως...» και «μακάρι...» περνούσε από το μυαλό της. Προσπαθούσε να βάλει τάξη στις σκέψεις της, μα εκείνες σκορπούσαν σαν τα κύματα που τα παρασέρνει ο άνεμος. Έμεινε για λίγο με τα μάτια μισόκλειστα, αφήνοντας τη φαντασία της να ταξιδεύει πιο μακριά κι από το ίδιο το πλοίο.
Τόσο πολύ είχε βυθιστεί στις σκέψεις της, ώστε δεν κατάλαβε πότε οι μηχανές σώπασαν, πότε έπεσαν οι κάβοι στην προβλήτα και πότε άρχισε η αποβίβαση των επιβατών. Μόνο όταν άκουσε τις φωνές των ναυτών και το βιαστικό βήμα του κόσμου επάνω στο κατάστρωμα γύρισε στην πραγματικότητα. Το ταξίδι είχε τελειώσει. Ένα άλλο, πολύ μεγαλύτερο, μόλις άρχιζε.
..........Στην αυγή της εφηβείας του, ο Αλκιβιάδης άρχισε να περιδιαβαίνει τον αθέατο κόσμο της μνήμης του. Εκεί ανακάλυπτε τοπία ανέγγιχτα από τον χρόνο, ξαναδιάβαζε, σαν σε παλιό τετράδιο, ιστορίες που είχαν χαραχτεί ανεξίτηλα μέσα του και ένιωθε πως όλα εξακολουθούσαν να βρίσκονται στη θέση τους, δεμένα μεταξύ τους με μια παράξενη, γαλήνια αρμονία.
Κι όμως, ανάμεσα σ' αυτές τις καθαρές εικόνες υπήρχε μια γκρίζα κηλίδα. Μια ομίχλη βαθιά σκέπαζε το πρώτο εκείνο θαλασσινό ταξίδι, το καράβι που τους είχε μεταφέρει από τη Μονεμβασιά στον Πειραιά. Όσο κι αν προσπαθούσε να ανασύρει τη μορφή του από τη μνήμη του, εκείνη έμενε θαμπή, σαν να την είχε σβήσει ο χρόνος με το αλάτι της θάλασσας. Λίγα χρόνια αργότερα, έφηβος πια, έκανε δύο ή τρία καλοκαιρινά ταξίδια στην ίδια διαδρομή. Τότε η θάλασσα άρχισε να του αποκαλύπτει τα μυστικά της. Τα ταξίδια εκείνα ήταν μαγευτικά. Το πλοίο παρέπλεε αδιάκοπα τις ακτές της ανατολικής Πελοποννήσου, εκεί όπου οι νότιες απολήξεις του Πάρνωνα κατεβαίνουν ως το Μυρτώο Πέλαγος και τα αρώματα του βουνού σμίγουν με τη θαλασσινή αύρα. Οι βραχώδεις ακτές, οι μικροί όρμοι, τα ακρωτήρια και οι ερημικές παραλίες περνούσαν μπροστά στα μάτια του σαν μια αργόσυρτη ζωγραφική παράσταση, που άλλαζε διαρκώς χωρίς ποτέ να χάνει τη γοητεία της. Ίσως τότε, χωρίς ακόμη να το καταλαβαίνει, γεννήθηκε μέσα του ο μεγάλος έρωτας για τη θάλασσα. Η άγρια ομορφιά αυτής της γωνιάς της Λακωνίας δεν έσβησε ποτέ από τη μνήμη του. Η ορεινή περιοχή του Ζάρακα, με τα πέντε χωριά της, απλώνεται ανάμεσα στα βουνά και στο Μυρτώο Πέλαγος, εκεί όπου η πέτρα και η θάλασσα μοιάζουν να συνομιλούν αιώνες τώρα. Πιο αγαπημένο του απ' όλα ήταν το παράκτιο Κυπαρίσσι. Με φυσιογνωμία στεριανή και νησιώτικη μαζί, χτισμένο αμφιθεατρικά πάνω στις πλαγιές, αγναντεύει την ανατολή του ήλιου, ενώ το δειλινό βυθίζεται νωρίς στη σκιά των κορυφών του Ζάρακα, που κρύβουν τις τελευταίες αχτίνες της δύσης. Από τη θάλασσα το χωριό μοιάζει να κάθεται πάνω σ' έναν πέτρινο θρόνο, στραμμένο αγέρωχα προς το Μυρτώο Πέλαγος. Θυμόταν ακόμη τον Γέρακα. Έναν από τους πιο ξεχωριστούς τόπους της Λακωνίας. Το μικρό λιμάνι ξεπροβάλλει ξαφνικά μέσα από έναν στενό θαλάσσιο δίαυλο, προστατευμένο από απόκρημνες πλαγιές. Ένα σπάνιο ελληνικό φιόρδ αποκαλύπτεται μπροστά στον ταξιδιώτη, τόσο αρμονικό ώστε χρόνια αργότερα έμαθε πως ο Παυσανίας είχε αποκαλέσει τον Γέρακα «ευλίμενον χωρίον». Τότε όμως, παιδί ακόμη, ήξερε μόνο πως έβλεπε έναν τόπο που έμοιαζε βγαλμένος από παραμύθι.. Κάθε πέρασμα από αυτά τα νερά του αποκάλυπτε και μια καινούργια όψη του τόπου. Οι απότομοι βράχοι, οι πτυχώσεις του εδάφους, οι βαθιοί όρμοι και οι γυμνές πλαγιές μαρτυρούσαν πως η φύση είχε εργαστεί αργά και υπομονετικά επί αμέτρητους αιώνες, χαρίζοντας στον Ζάρακα ένα τοπίο μοναδικό, όπου η γεωλογική ιστορία διαβάζεται ακόμη επάνω στην πέτρα..
Η γαλήνη του τοπίου και η λιτή ομορφιά του οικισμού συνέθεταν ένα σκηνικό που δύσκολα ξεχνούσε κανείς. Ο ακύμαντος κόλπος του Γέρακα, ένα από τα μεγαλύτερα φυσικά λιμάνια της Μεσογείου, ετοιμαζόταν να υποδεχθεί το σούρουπο. Το πλοίο έμπαινε αργά με την πλώρη στον στενό όρμο και φουντάριζε αρόδο, πολύ κοντά στα βράχια και στα αβαθή. Η αποβίβαση των επιβατών και των εμπορευμάτων γινόταν με καΐκια, που πηγαινοέρχονταν αδιάκοπα από το πλοίο στη στεριά. Κι όταν ερχόταν η ώρα της αναχώρησης, το πλοίο έβγαινε με ανάποδα, γιατί μέσα στον στενό όρμο δεν υπήρχε χώρος για να στρέψει. Λίγο αργότερα, καθώς το καράβι ξανάβγαινε στο ανοιχτό Μυρτώο Πέλαγος, πρόβαλλε στον ορίζοντα ο πελώριος βράχος της Μονεμβασιάς. Η αγέρωχη καστροπολιτεία, το «πέτρινο καράβι» του Ρίτσου, στεκόταν ακίνητη ανάμεσα στον ουρανό και στη θάλασσα, σαν να ταξίδευε αιώνες τώρα χωρίς ποτέ να σαλπάρει. Δεν υπήρχε πέρασμα από το Μυρτώο που να μην του τραβήξει το βλέμμα. Ιδιαίτερα την ώρα που ο ήλιος βασίλευε πίσω από τις κορυφογραμμές της Λακωνίας και το κάστρο άναβε με χρώματα χρυσοκόκκινα και πορφυρά. Τότε η πέτρα ζωντάνευε, η θάλασσα γινόταν καθρέφτης του ουρανού και ολόκληρο το τοπίο αποκτούσε εκείνη τη σιωπηλή μεγαλοπρέπεια που μόνο η φύση μπορεί να χαρίσει.
.........................Ανασκαλεύοντας τη μνήμη του, ο Αλκιβιάδης νιώθει μια βαθιά, σχεδόν ανεξήγητη βεβαιότητα πως ολόκληρο εκείνο το ταξίδι της μετανάστευσης το έζησε ακουμπισμένος στις κουπαστές του θρυλικού επιβατηγού της ελληνικής ακτοπλοΐας, της «Μυρτιδιώτισσας».
Δεν γνωρίζει αν η μνήμη του διατηρεί πιστά την αλήθεια ή αν, με το πέρασμα των χρόνων, ενώθηκαν μέσα της διαφορετικά ταξίδια. Εκείνο όμως που δεν έσβησε ποτέ είναι η μορφή του πλοίου. Η σιλουέτα του έμεινε χαραγμένη ανεξίτηλα στη μνήμη χιλιάδων ταξιδιωτών.
Η «Μυρτιδιώτισσα» υπήρξε το καράβι της άγονης γραμμής. Μετέφερε ανθρώπους, οικογένειες, εμπορεύματα, χαρές και λύπες, ελπίδες και αποχωρισμούς. Για τους κατοίκους των νοτιοανατολικών ακτών της Πελοποννήσου και των Κυθήρων δεν ήταν απλώς ένα πλοίο· ήταν ο σύνδεσμος τους με τον υπόλοιπο κόσμο. Δεν φοβήθηκε τις φουρτούνες του Κάβο Μαλέα, γιατί οι ναυτικοί συνήθιζαν να λένε πως στο τιμόνι της στεκόταν η ίδια η Παναγία η Μυρτιδιώτισσα.
Το πλοίο είχε ναυπηγηθεί στη Σκωτία το 1929 με το όνομα Lochness, για την παραδοσιακή ακτοπλοϊκή εταιρεία MacBrayne. Στην Ελλάδα ήρθε το 1958 από τον Σ. Μπιλίνη και έμελλε να γράψει τη δική του ιστορία στη λεγόμενη «μαύρη γραμμή» — Πειραιάς, ανατολικά παράλια Πελοποννήσου και Κύθηρα — υπηρετώντας την ελληνική ακτοπλοΐα έως το 1973, όταν οδηγήθηκε για διάλυση στο Πέραμα.
Αν πράγματι ήταν εκείνο το πλοίο που μετέφερε τότε τη μικρή οικογένεια από τη Μονεμβασιά στον Πειραιά, τότε δεν τους ταξίδεψε μόνο σ' ένα άλλο λιμάνι. Τους πέρασε από μια ζωή σε μιαν άλλη.
Η διαφημιστική αφίσα της εποχής ξεκινούσε με υπερηφάνεια την ανακοίνωσή της για το «νεοαγορασθέν πολυτελέστατον ατμόπλοιον Μυρτιδιώτισσα», παρουσιάζοντας τα τεχνικά του χαρακτηριστικά, τους άνετους χώρους και τη διαρρύθμιση των ενδιαίτημάτων του, πριν δημοσιεύσει το πρόγραμμα των δρομολογίων του.
Έλεγαν πως το πεπρωμένο του ήταν να ταξιδεύει σε θαλασσινούς δρόμους ξεχωριστούς. Από τα ανεμοδαρμένα νησιά των Εβρίδων, όπου πρωτογνώρισε τη θάλασσα ως Lochness, βρέθηκε να αρμενίζει στις κακοτράχαλες ακτές της Λακωνίας. Από την ομίχλη των σκωτσέζικων φιόρδ πέρασε στους κλειστούς όρμους του Κυπαρισσιού, του Γέρακα, του Πόρτο Κάγιο και του Σολοτερίου, εκεί όπου οι απόκρημνες ακτές και τα μικρά λιμάνια περίμεναν υπομονετικά το εβδομαδιαίο πέρασμά του.
Το καλοκαίρι του 1958 η Μυρτιδιώτισσα πραγματοποίησε το παρθενικό της δρομολόγιο στην άγονη γραμμή της ανατολικής Πελοποννήσου. Για τους κατοίκους των απομονωμένων αυτών τόπων δεν ήταν απλώς ένα ακόμη πλοίο. Ήταν ο σύνδεσμος τους με τον έξω κόσμο· μια όαση επικοινωνίας, ελπίδας και ζωής. Μετέφερε ανθρώπους, οικογένειες, προμήθειες, γράμματα, όνειρα, αποχωρισμούς και επιστροφές. Κουβαλούσε στις κουβέρτες του ανθρώπους περήφανους, σμιλεμένους από τον άνεμο, την πέτρα και τη θάλασσα. Κι αν η μνήμη δεν τον απατούσε, ήταν πάνω σ' αυτό το καράβι που ξεκίνησε και η δική τους οικογένεια το μεγάλο ταξίδι του ξενιτεμού. Ένα ταξίδι που δεν θα τους οδηγούσε μόνο στον Πειραιά, αλλά σε μια καινούργια ζωή.
«Από την ομίχλη των σκωτσέζικων φιόρδ στις σφηκοφωλιές των όρμων της Λακωνίας· στο Κυπαρίσσι, στον Γέρακα, στο Πόρτο Κάγιο, στο Σολοτέρι. Μικροί, στενοί και δύσκολοι όρμοι, που μόνο έμπειροι καπετάνιοι πλησίαζαν με σιγουριά.»
Η συνέχεια στο...
Τελικός Προορισμός Λαμία!.....





'

0 comments:
Δημοσίευση σχολίου