ADS

click to open

Τρίτη 25 Ιουλίου 2023

H Bolta Sto Attiko Parko Akirothike

«Ένα μικρο απόσπασμα από την «Ερωτική Μυθοπλασία ΙΙ.» .....(Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας.....κλπ.. Βλέπε Μυθοπλασία ΙΙ: (Part:1))
Ερωτική Μυθοπλασία ΙΙ (Part..1).....
.....Έμεινε ακίνητη, με τα μάτια ανοιχτά. Τέντωσε τ' αυτιά της, περιμένοντας ν' ακούσει τις φωνές από τα τρυφερά βλαστάρια της, που έπαιζαν κάτω στη μεγάλη αυλή. Επικρατούσε τόση ησυχία, που μπορούσε να ακούσει ακόμη και τον θόρυβο από τα αυτοκίνητα που διέσχιζαν, στο βάθος της συνοικίας, την κεντρική λεωφόρο. 
Τις προηγούμενες ημέρες είχε υποσχεθεί στα παιδιά μια εκδρομή στο Αττικό Πάρκο. Συνήθιζε να επιβραβεύει τους λατρεμένους της μπόμπιρες για την καλή τους συμπεριφορά. Πίστευε πως η επιβράβευση ήταν πολύ αποτελεσματικότερη από τη συνεχή διόρθωση της κακής συμπεριφοράς και πως, έτσι, τα παιδιά μάθαιναν σταδιακά να επιλέγουν μόνα τους το σωστό.
Το Αττικό Πάρκο ήταν ιδανικός προορισμός για μια τέτοια μέρα: καθαρός αέρας, πράσινο, ζώα, εικόνες διαφορετικές από τη συνηθισμένη καθημερινότητα. Τα μικρά της θα διασκέδαζαν κι εκείνη θα είχε την ευκαιρία να ξεφύγει για λίγο από τον εαυτό της, να αποφορτίσει το μυαλό της από τις σκέψεις που την είχαν αναστατώσει.
Ντύθηκε απλά, αλλά προσεγμένα. Φόρεσε ένα ψηλόμεσο τζιν που αγκάλιαζε κομψά τη σιλουέτα της, ένα navy μπλε πουκάμισο και τα λευκά της sneakers. Έριξε μια τελευταία ματιά στον καθρέφτη και έμεινε ικανοποιημένη από την εικόνα της.  Πριν βγει, στάθηκε για λίγο στο μπαλκόνι για να δει αν τα παιδιά είχαν ξυπνήσει και βρίσκονταν ήδη στην αυλή. Ο πρώτος άνθρωπος που αντίκρισε ήταν ο απέναντι γείτονάς της. Ο Μιλτιάδης βημάτιζε νευρικά στη βεράντα του. Η Εριφύλη, με απόλυτη ψυχραιμία, του απηύθυνε τον λόγο σαν να ήταν μια εντελώς συνηθισμένη πρωινή συνάντηση.
«Καλημέρα, γείτονα.»
Ο Μιλτιάδης γύρισε. «Καλημέρα, γειτόνισσα.»
Για μια στιγμή την κοίταξε επίμονα. Παρότι δεν ήταν η πρώτη φορά που την έβλεπε, εκείνο το πρωινό τού φάνηκε διαφορετική. Είχε κάτι απροσδιόριστο, μια αδιόρατη γοητεία που την έκανε ξεχωριστή.
«Πώς κι είσαι εδώ σήμερα; Η Ναταλία μου είπε ότι θα ταξιδεύατε οικογενειακώς στη Σαλαμίνα για το Σαββατοκύριακο.»
«Ναι, αυτό ήταν το πρόγραμμα. Όμως, απρόοπτα, είχα ένα μικρό ατύχημα με το πόδι μου. Τίποτα σοβαρό, ευτυχώς, αλλά προτίμησα να μείνω για να μην το καταπονήσω.»
«Περαστικά σου.»
«Να ’σαι καλά. Ελπίζω να περάσουν όμορφα και χωρίς εμένα.»
«Αν χρειαστείς κάποια βοήθεια, μη διστάσεις να μου το ζητήσεις.»
Ο Μιλτιάδης χαμογέλασε. «Ευχαριστώ. Βρε Εριφύλη… μήπως σου βρίσκεται κανένα τσιγάρο; Ξέρεις τον πόνο να θέλεις ένα ρημάδι τσιγάρο και να μην έχεις;» Το είπε με εκείνη την παραπονιάρικη φωνή του ανθρώπου που είχε κάνει το «τράκα» επιστήμη. Ο Μιλτιάδης ήταν συστηματικός τρακαδόρος. Σπάνια αγόραζε δικό του πακέτο, επειδή επέμενε πως «δεν καπνίζει». Άντε να κάπνιζε καμιά φορά — κι εκεί άρχιζε το γνωστό.
«Να σου πάρω, μωρέ, ένα τσιγάρο;»
Ένα από τον έναν φίλο, ένα από τον άλλον. Στο τέλος της ημέρας είχε καπνίσει μισό πακέτο χωρίς να έχει αγοράσει ούτε ένα τσιγάρο.
«Ναι, βρε Μιλτιάδη! Τι ρωτάς; Περίμενε ένα λεπτό. Μόνο μην μας πάρει χαμπάρι η ΕΣΑ.» Με την «ΕΣΑ» εννοούσε τον πατέρα της.
Η Εριφύλη κάπνιζε πότε-πότε κρυφά, χωρίς να το γνωρίζει εκείνος. Τον λάτρευε και δεν ήθελε να τον στενοχωρεί με αυτή τη μικρή της ατασθαλία. Κάθε τσιγάρο συνοδευόταν έτσι από μια μικρή δόση ενοχής, σαν να παραβίαζε έναν άγραφο οικογενειακό κανόνα.
Κατέβηκε στο πλατύσκαλο για να του δώσει το τσιγάρο. Ο Μιλτιάδης την περίμενε.
Η Εριφύλη είχε εκείνο το πρωινό μια φυσική κομψότητα που δεν χρειαζόταν προσπάθεια. Το τζιν, το μπλε πουκάμισο και τα λευκά sneakers δημιουργούσαν μια απλή, καθημερινή εμφάνιση, μα πάνω της έδειχναν ιδιαίτερα θηλυκά. Καθώς έσκυψε πάνω από τον μαντρότοιχο για να του δώσει το τσιγάρο, το μισοκουμπωμένο πουκάμισο άνοιξε ανεπαίσθητα.
Ο Μιλτιάδης αιφνιδιάστηκε. Το βλέμμα του στάθηκε για μια στιγμή περισσότερο απ’ όσο θα έπρεπε.
Έσπευσε να το απομακρύνει, όμως ήταν αργά. Είχε γίνει αντιληπτός.
Τράβηξε μια βαθιά τζούρα από το τσιγάρο και προσπάθησε να καλύψει την αμηχανία του με χιούμορ.
«Μμμ…» Έκανε πως κοιτούσε τον ουρανό. «Καλός ο καιρός… και με θαυμάσια ορατότητα.» Το πονηρό χαμόγελο τον πρόδωσε.
Η Εριφύλη κατάλαβε αμέσως πού είχε περιπλανηθεί το βλέμμα του. Χωρίς να χάσει την ψυχραιμία της, ανασήκωσε διακριτικά το πουκάμισό της και τον κοίταξε με ένα βλέμμα που ισορροπούσε ανάμεσα στην ειρωνεία και την ανοχή.
Ο Μιλτιάδης χαμογέλασε αμήχανα και τράβηξε άλλη μία τζούρα. «Ναι, όντως… θαυμάσια μέρα και θαυμάσια ορατότητα», είπε.
Η Εριφύλη σήκωσε ελαφρά το φρύδι. «Μόνο που, γείτονα, όταν τα μάτια δουλεύουν υπερωρίες, οι υπόλοιπες αισθήσεις συνήθως… τεμπελιάζουν.» Το είπε με παιχνιδιάρικο, αυτάρεσκο χαμόγελο.
Ο Μιλτιάδης έμεινε για μια στιγμή σιωπηλός.Και η Εριφύλη, χωρίς να προσθέσει τίποτα άλλο, γύρισε να φύγει. Πίσω από το χαμόγελό της, όμως, γνώριζε πολύ καλά πως η πρωινή τους κουβέντα δεν ήταν τόσο αθώα όσο θα ήθελαν και οι δύο να φαίνεται.
Ταυτόχρονα, ξεχύθηκαν στην αυλή και οι μικροί μπόμπιρες, με τον παππού να τους ακολουθεί χαμογελαστός.
«Καλημέρα, πατέρα. Λίγο καταβεβλημένο σε βλέπω σήμερα.»
«Καλημέρα, κόρη μου. Μια χαρά είμαι. Εσύ τι κάνεις;»
«Πίνω τον καφέ μου. Να σου φτιάξω έναν, να τον πιούμε παρέα;»
«Ναι, κορούλα μου. Σαν τον καφέ από τα χεράκια σου δεν έχει.»
Η Εριφύλη χαμογέλασε. «Εσύ είσαι μεγάλη μαλαγάνα, παππού. Η μητέρα πού είναι;»
«Έχει πάει στον χασάπη να ψωνίσει. Το μεσημέρι θα έρθει ο αδελφός σου και ετοιμάζει τραπέζι.»
«Και πώς του ήρθε ξαφνικά του αδελφούλη;»
«Δεν ξέρω. Θα μας πει όταν έρθει.»
Πίνοντας τον καφέ τους, ο πατέρας της την κοίταξε με απορία. «Για πού το βάλαμε και στολιστήκαμε πρωί-πρωί, αν επιτρέπεται;»
«Έχω υποσχεθεί στα παιδιά πως θα πάμε μια βόλτα στο Αττικό Πάρκο.» «Τώρα που έρχεται ο θείος τους; Δεν το αναβάλλετε για άλλη μέρα;»
Η Εριφύλη χαμογέλασε. «Εύκολο το λες. Για πες το εσύ στα παιδιά.»
«Εσύ θα τα καταφέρεις. Έχεις τον τρόπο σου μαζί τους.»
«Ναι... Θα τους πω να κάνουμε ψηφοφορία. Εγώ πάντως θα ψηφίσω λευκό.»
Ο πατέρας της γέλασε. «Ντροπή σου! Είναι σαν να μου λες. Πατέρα, σε κλέβω.»
«Ωραία, λοιπόν. Δεν πάμε. Αναλαμβάνεις εσύ τις διαπραγματεύσεις.»
«Ούτε να το σκέφτεσαι! Εγώ είπα μόνο τη γνώμη μου.»
«Τα παιδιά ακούν πάντα ό,τι λέει ο σοφός παππούς.»
«Τελικά, εσύ είσαι η μαλαγάνα. Λοιπόν, τα παιδιά έχουν ήδη φάει το πρωινό τους. Θα τα πάω μια βόλτα στην πάνω γειτονιά, στον Στράτο, να δουν τα άλογα. Όπου να ’ναι θα έρθει και η μητέρα σου με την ξαδέλφη σου, την Άλκηστη. Πήγαν μαζί για τα ψώνια.»
Η Εριφύλη έκανε πως δυσανασχέτησε. «Εσύ θα πας βόλτα με τα παιδιά κι εμένα πού μ’ αφήνεις; Μοναχή, σαν την καλαμιά στον κάμπο, μέρα που είναι;»
Ο πατέρας της γέλασε. «Να τη! Η κόρη το έριξε και στην ποίηση. Έχασα κανένα επεισόδιο; Μετά τη ζωγραφική, σειρά είχε η ποίηση;» 
Έπειτα την πλησίασε χαμογελώντας. «Μη μου θυμώνεις. Σε λίγο θα είναι εδώ η μάνα σου με την Άλκηστη και θα έχετε παρέα. Κι έπειτα δεν θ’ αργήσουμε. Θα γυρίσω νωρίς για να πάμε όλοι μαζί στο αεροδρόμιο. Άλλωστε, εσύ θα μας πας με το αυτοκίνητο.»
«Ναι, μαμά! Εσύ θα μας πας!» συμφώνησαν με μια φωνή οι μικροί μπόμπιρες.
Η Εριφύλη χαμογέλασε και άνοιξε τα χέρια της προς το μέρος τους. «Μικρά μου, τρυφερά διαβολάκια! Πάλι με τον παππού και τη γιαγιά θα είστε όλο το βράδυ. Τη μαμά την ξεχάσατε, ε;»
Τα παιδιά ξέσπασαν στα γέλια.
«Να γυρίσετε όμως γρήγορα. Μας περιμένει ο μπαμπάς να μιλήσουμε στο τηλέφωνο. Και το λέω και στον παππού τον ξεχασιάρη, γιατί άμα αφεθεί, θα σας κρατήσει μέχρι να νυχτώσει.»
Ο παππούς σήκωσε τα χέρια του με προσποιημένη αγανάκτηση. «Εγώ; Ποτέ!»
Η Εριφύλη είχε καλλιεργήσει βαθιά μέσα στους μικρούς γιους της την ανάγκη να διατηρούν στενή και ουσιαστική επαφή με τον πατέρα τους. Με ακούραστη υπομονή, αληθινό ενδιαφέρον και πολλή αγάπη, φρόντιζε να ενισχύει αυτόν τον δεσμό, επιδιώκοντας η επικοινωνία τους να είναι όσο το δυνατόν συχνότερη, αλλά κυρίως ουσιαστική. Ήθελε τα παιδιά να νιώθουν καθημερινά την παρουσία του πατέρα τους στη ζωή τους, ακόμη κι όταν εκείνος βρισκόταν χιλιάδες μίλια μακριά, πάνω σε ένα πλοίο. Να γνωρίζουν πως η απόσταση δεν σήμαινε απουσία· πως ο πατέρας τους εξακολουθούσε να είναι εκεί, να ακούει, να ρωτά, να γελά μαζί τους, να χαίρεται με τις μικρές τους επιτυχίες και να συμμετέχει, όσο μπορούσε, στις καθημερινές τους περιπέτειες. Αυτό ήταν, κατά κάποιον τρόπο, το μυστικό της όμορφης σχέσης τους από απόσταση: η ειλικρίνεια και η επικοινωνία. Η Εριφύλη φρόντιζε ο Νικηφόρος, παρότι βρισκόταν μακριά, να παραμένει κομμάτι της καθημερινότητάς τους. Τον κρατούσε ενήμερο για τα μικρά και τα μεγάλα γεγονότα της οικογένειας, μοιραζόταν μαζί του τις χαρές, τις ανησυχίες, τα αστεία περιστατικά, ακόμη και εκείνες τις ασήμαντες λεπτομέρειες που, τελικά, είναι που δίνουν χρώμα στην κάθε μέρα. Δεν άφηνε την απόσταση να γίνει σιωπή ούτε τη σιωπή να γίνει λήθη.
Και κάπως έτσι, το όνομα του Νικηφόρου και της οικογένειάς του είχε γίνει σχεδόν θρύλος στα ασύρματα δίκτυα των πλοίων που διέσχιζαν τους ωκεανούς. Οι συνάδελφοί του χαμογελούσαν συχνά όταν τον άκουγαν να επικοινωνεί μαζί τους, γιατί οι συνομιλίες του δεν περιορίζονταν στα τυπικά και στα σύντομα νέα. Ήταν ζωντανές, γεμάτες τρυφερότητα, χιούμορ και αληθινό ενδιαφέρον.
Κάποιες φορές, μάλιστα, έμοιαζαν με μια ατέλειωτη ακουστική απόλαυση, μια μικρή γέφυρα από λέξεις, γέλια και φωνές, που ένωνε δύο κόσμους χωρισμένους από χιλιάδες ναυτικά μίλια. Και αυτή η γέφυρα, όσο μακριά κι αν ταξίδευε το πλοίο, δεν έπαυε ποτέ να υπάρχει. 

Click to Open
Ερωτική Μυθοπλασία ΙΙ (Part 2)
.....

0 comments:

Δημοσίευση σχολίου

 
Web Informer Button