ADS

click to open

Τρίτη 29 Σεπτεμβρίου 2026

Erifyli, my little complainer.

.... «Ερωτική Μυθοπλασία ....
. Βλέπε λεπτομέρειες στο Ερωτική Μυθοπλασία ΙΙ: (Part:1)
Ερωτική Μυθοπλασία ΙΙ (Part..1).....
..Η Εριφύλη σώπασε για λίγο, σαν να ταξίδευε αρκετά χρόνια πίσω. «Ξέρεις, Άλκηστις, όλα κάπως ξεκινούν. Καμία ιστορία δεν εμφανίζεται ολοκληρωμένη από την πρώτη της σελίδα. Άλλοι ερωτεύονται με την πρώτη ματιά, άλλοι χρειάζονται χρόνο για εκείνη την περίφημη «κρυστάλλωση του έρωτα», όπως την ονομάζει ο Σταντάλ. Εγώ, πάντως, θυμάμαι πολύ καθαρά τη στιγμή που γνώρισα τον Νικηφόρο. Ήμουν ακόμη μαθήτρια στο λύκειο και τότε είχα άλλα όνειρα. Ήθελα να ζωγραφίζω, να σπουδάσω ζωγραφική, να φτιάξω έναν δικό μου κόσμο μέσα από τα χρώματα. Δεν μπορούσα να φανταστώ πού θα με οδηγούσε η ζωή.
Και ξαφνικά, κάποια στιγμή, εμφανίστηκε εκείνος.Ψηλός, όμορφος, με εκείνη την ιδιαίτερη παρουσία που τραβάει αμέσως το βλέμμα. Τον θυμάμαι να στέκεται απέναντί μου κι εγώ να μην ξέρω τι να πω. Τον κοιτούσα και ένιωθα πως είχα χάσει για λίγο την ικανότητα να αρθρώσω μια κανονική κουβέντα. Είχε εκείνα τα μελένια μάτια που δεν τα ξεχνάς εύκολα. Και ξέρεις κάτι; Υπάρχουν στιγμές στη ζωή που μοιάζουν σαν να πάτησες μια σκανδάλη. Από εκείνη τη στιγμή και μετά, η σφαίρα έχει φύγει. Δεν την παίρνεις πίσω. Έτσι το ένιωσα. Δεν μπορούσα τότε να ξέρω πού θα οδηγούσε αυτή η γνωριμία. Ήξερα μόνο πως ο άνθρωπος αυτός είχε αποκτήσει, σχεδόν ανεξήγητα, μια θέση μέσα στις σκέψεις μου.
Αργότερα, όταν γνωριστήκαμε καλύτερα και η ζωή μας έφερε ξανά και ξανά τον έναν κοντά στον άλλον, άρχισα να καταλαβαίνω τι ήταν αυτό που με τραβούσε πάνω του. Δύο πράγματα τον χαρακτήριζαν περισσότερο απ’ όλα, η πρωτοβουλία του και η επιμονή του.
Όταν πλέον η σχέση μας μπορούσε να πάρει τον δρόμο της, κατάλαβα πως δεν ήταν άνθρωπος που περίμενε παθητικά να του συμβούν τα πράγματα. Διεκδικούσε. Προσπαθούσε. Ρίσκαρε.
Κι εγώ, από την πλευρά μου, δεν του τα έδωσα όλα εύκολα. Ήμουν επιφυλακτική, τον άφηνα να αναρωτιέται, κρατούσα τις αποστάσεις μου. Μια γυναίκα από την οικογένεια, που τον γνώριζε καλά, μου είχε πει κάποτε γελώντας πως «ο Νικηφόρος είναι σαν τον Κριό, θέλει απέναντί του ένα οχυρό για να βάλει πείσμα να το κατακτήσει.»
Τότε μου φαινόταν απλώς μια χαριτωμένη κουβέντα. Αργότερα κατάλαβα πως κάτι ήξερε. Γιατί ο έρωτας δεν είναι μόνο η στιγμή που κοιτάζεις κάποιον και αισθάνεσαι την καρδιά σου να χτυπά διαφορετικά. Είναι κι όλα όσα ακολουθούν. Είναι η γνωριμία, η εμπιστοσύνη, η ανακάλυψη του χαρακτήρα του άλλου, η ασφάλεια που δημιουργείται σιγά-σιγά.
Και κάπως έτσι φτάσαμε εκεί όπου φτάσαμε. Στον έρωτα. Στη συντροφικότητα. Στην οικογένεια.
Στα δέκα χρόνια γάμου. Και, ναι, στην ευτυχία. Γιατί η ευτυχία, Άλκηστις, δεν είναι μία μεγάλη στιγμή. Είναι πολλές μικρές στιγμές που, όταν τις κοιτάξεις κάποτε από απόσταση, καταλαβαίνεις πως όλες μαζί έφτιαξαν τη ζωή σου. Κι όταν πια η σχέση μας ωρίμασε και γίναμε πραγματικοί σύντροφοι, ο Νικηφόρος συνέβαλε και σε κάτι ακόμη, με βοήθησε να γνωρίσω καλύτερα τον ενήλικο εαυτό μου. Να καταλάβω πως μπορώ να μιλάω χωρίς φόβο για όσα αισθάνομαι, για όσα επιθυμώ, για όσα με κάνουν να νιώθω κοντά στον άνθρωπό μου. Με έκανε να αισθανθώ πως δεν χρειάζεται να ντρέπομαι για τον εαυτό μου. Και ίσως αυτό να ήταν ένα από τα μεγαλύτερα δώρα που μου έκανε. Να μπορώ, μέσα στη σχέση μου, να λέω τι θέλω χωρίς φόβο και χωρίς να αισθάνομαι πως πρέπει να απολογούμαι επειδή έχω επιθυμίες.
Αυτό, Άλκηστις, είναι κάτι που μαθαίνεται. Και χρειάζεται χρόνο. Όπως ακριβώς χρειάστηκε χρόνο και ο δικός μας έρωτας για να γίνει αυτό που τελικά έγινε.»
Η Άλκηστις την άκουγε χωρίς να την διακόψει .Για πρώτη φορά ίσως καταλάβαινε πως πίσω από όλες τις σημερινές ερωτικές περιπέτειες της Εριφύλης υπήρχε μια πολύ παλιότερη ιστορία. Μια ιστορία που δεν είχε αρχίσει με το πάθος, αλλά με ένα βλέμμα, μια γνωριμία και δύο ανθρώπους που, χρόνια αργότερα, είχαν επιλέξει να χτίσουν μαζί τη ζωή τους.
«Ήμουν ακόμη παρθένα, πρωτάρα, ολίγον άσχετη και πολύ αγχωμένη. Ήταν η πρώτη φορά που βρισκόμουν τόσο κοντά σε έναν άντρα και, φυσικά, υπήρχε αμηχανία. Εκείνος όμως ήξερε πώς να με κάνει να αισθανθώ άνετα. Ήταν κάτι πρωτόγνωρο για μένα, αλλά ήταν δίπλα μου ο άνθρωπος που αγαπούσα· μπορούσα να του μιλήσω, να τον ρωτήσω, να του πω τι ένιωθα.
Ξαδερφούλα, αν εμπιστεύεσαι πραγματικά τον άνθρωπο που έχεις δίπλα σου, πολλά πράγματα γίνονται πιο απλά. Η πρώτη μου φορά, οφείλω να ομολογήσω, μου έχει μείνει χαραγμένη στη μνήμη. Όχι μόνο επειδή ήταν η πρώτη, αλλά επειδή ήταν δεμένη με την εμπιστοσύνη και το συναίσθημα που είχα τότε για εκείνον.»
Η Άλκηστις την κοίταξε με ενδιαφέρον. «Δηλαδή μου λες ότι ο Νικηφόρος ήταν ο πρώτος άντρας που ερωτεύτηκες και εκείνος που σε έφερε πρώτη φορά σε μια ολοκληρωμένη ερωτική σχέση;»
«Ναι. Πριν γνωρίσω τον Νικηφόρο ήμουν αρκετά άβγαλτη, σε ό,τι αφορούσε τις σχέσεις μου με τους άντρες. Είχα ελάχιστες και πολύ περιορισμένες εμπειρίες. Στην ουσία, μαζί του γνώρισα για πρώτη φορά πραγματικά την ερωτική πλευρά μιας σχέσης. Μέχρι τότε υπήρχαν μόνο κάποια αθώα φιλιά και λίγες δειλές εμπειρίες με ένα προηγούμενο αγόρι.
Ήμουν συνεσταλμένη και μάλλον συντηρητική. Ό,τι έκανα ήταν προσεκτικό, ελεγχόμενο, μέσα σε όρια που εγώ αισθανόμουν ασφαλή. Ο Νικηφόρος, αντίθετα, ήταν πολύ πιο απελευθερωμένος. Είχε μεγαλύτερη άνεση με το ερωτικό κομμάτι και προσπαθούσε σιγά-σιγά να με βοηθήσει να ξεπεράσω τις αναστολές μου. Δεν τα κατάφερε αμέσως, βέβαια. Χρειάστηκε χρόνος. Από τη στιγμή όμως που εμφανίστηκε στη ζωή μου, κάτι είχε αλλάξει. Ήταν άνθρωπος δοτικός, με τραβούσε, με μαγνήτιζε. Και το παράξενο είναι πως, ενώ ήμουν τόσο άπειρη, η παρουσία του δεν με φόβιζε.
Με διεκδικούσε με μια αυτοπεποίθηση που τότε μου φαινόταν σχεδόν θρασύτητα, και, αντί να με απομακρύνει, με έκανε να τον θέλω περισσότερο. Θυμάμαι ακόμη εκείνα τα μικρά παιχνίδια ανάμεσα μας. Περνούσε δήθεν τυχαία από δίπλα μου, έγερνε ελαφρά το κεφάλι, σαν να ήθελε να συγκρατήσει το άρωμα μου. Κι εγώ, αντί να κάνω πως δεν καταλάβαινα, του ανταπέδιδα ένα πονηρό χαμόγελο.
Με κοιτούσε περιμένοντας μια μικρή ένδειξη από μένα. Κι εγώ την έδινα.
Ήταν σαν ένα παιχνίδι που κανείς από τους δυο μας δεν ήθελε να τελειώσει. Και, κατά βάθος, το ξέραμε και οι δύο.Ήταν απλώς θέμα χρόνου.»
...Το μυαλό της γύρισε δέκα χρόνια πίσω, σ’ εκείνο το όμορφο βράδυ του Μαΐου. Τότε είχε γνωρίσει τον άντρα που έμελλε να γίνει ο σύζυγός της. Ήταν λίγα χρόνια μεγαλύτερος της, όμως από την πρώτη στιγμή της είχε κάνει εξαιρετική εντύπωση. Ήταν γοητευτικός, ψηλός, καλοφτιαγμένος, με εκείνη την ήρεμη αυτοπεποίθηση του ανθρώπου που ξέρει ποιος είναι και τι θέλει.
Και ναι… μπορεί τον πρώτο καιρό να μην ανταποκρινόταν φανερά στο ενδιαφέρον του, όμως το καταλάβαινε από τον τρόπο που την κοιτούσε.Του άρεσε.Την ποθούσε.
Και μέσα της είχε αρχίσει να σχηματίζεται μια παράξενη, γλυκιά βεβαιότητα, ίσως αυτός να ήταν ο άνθρωπος που θα την έκανε να ανακαλύψει μια πλευρά του εαυτού της που μέχρι τότε δεν γνώριζε. Να 
την κάνει να νιώσει γυναίκα, αισθησιακή, επιθυμητή.
Εκείνος, πάντως, δεν άργησε να πάρει την κατάσταση στα χέρια του. Όταν της ανακοίνωσε πως είχε αποφασίσει να μιλήσει στους γονείς της και να ζητήσει επίσημα τη σχέση τους, εκείνη όχι μόνο δεν αιφνιδιάστηκε, αλλά μέσα της ένιωσε μια χαρά που δύσκολα έκρυβε.
Η μητέρα της, μάλιστα, κυριολεκτικά ξετρελάθηκε μαζί του.
Την είχε μαγέψει ο έμπειρος, ψηλός, καλοφτιαγμένος και ευγενικός ναυτικός.
«Αν δεν την έδινα σ’ έναν τέτοιο ονειρεμένο άντρα, σε ποιον θα την έδινα;» έμοιαζε να σκέφτεται.
Κι εκείνη; Εκείνος τελικά δεν της κούρσεψε μόνο την καρδιά. Της κέρδισε τα όνειρα, τις προσδοκίες, ολόκληρη τη ζωή της. Της πήρε, θα έλεγε αργότερα, όλες τις ανάσες της, από την πρώτη μέχρι την τελευταία. Ναι.Τον είχε ερωτευτεί από το πρώτο κιόλας βράδυ.
Ήταν η μητέρα του που της είχε κάνει την πρόταση να πάει μαζί τους για λίγες ημέρες διακοπές σ’ ένα 
παραθαλάσσιο σπίτι, το οποίο τους είχαν παραχωρήσει κάποιοι συγγενείς στον Κορινθιακό.
Οι γονείς της δίστασαν στην αρχή. Ύστερα, μετά από λίγη συζήτηση, δέχτηκαν.
Το σπίτι ήταν χτισμένο σε ένα ύψωμα, με θέα προς τη θάλασσα, και στο επάνω επίπεδο υπήρχε μια μικρή, ανεξάρτητη γκαρσονιέρα, την οποία είχε καταλάβει ο Νικηφόρος.
Είχε περάσει η ώρα και στο σαλόνι είχαν απομείνει μόνο οι τρεις τους: εκείνη, ο Νικηφόρος και η μητέρα του.
Κάποια στιγμή εκείνος γύρισε προς το μέρος της.
«Πήγαινε εσύ απάνω, στο δωμάτιο μου, να αναπαυτείς με την ησυχία σου. Κι εγώ θα ανέβω σε 
λίγο.»
Ασυναίσθητα κοίταξε τη μητέρα του πριν απαντήσει.
Εκείνη χαμογέλασε. «Τι με κοιτάς εμένα; Δεν είσαι μωράκι να θέλεις την άδειά μου…»
Η απάντηση εκείνη της έλυσε και την τελευταία της αμφιβολία.
Ανέβηκε επάνω. Εκείνο το βράδυ είχε πανσέληνο. Τράβηξε τις κουρτίνες που κάλυπταν την μπαλκονόπορτα, την άνοιξε και βγήκε στην τεράστια βεράντα. Μια βελούδινη ζέστη την τύλιξε.
Στάθηκε για λίγο ακίνητη, ρεμβάζοντας τον νυχτερινό ουρανό. Στα πόδια της απλωνόταν η φωτισμένη πολιτεία της Κορίνθου, αμφιθεατρικά απλωμένη απέναντί της. Πέρα, η θάλασσα σκοτείνιαζε και χανόταν μέσα στη νύχτα, απέραντη και σχεδόν ακίνητη.Μυρωδιές και ήχοι έρχονταν από παντού.
Από κάποιο γειτονικό διαμέρισμα ακουγόταν μια κιθάρα. Κάπου μακρύτερα μια φωνή. Και ανάμεσα σε όλα αυτά, ο αδιόρατος, μονότονος ψίθυρος της θάλασσας.
Ένιωθε παράξενα. Σαν να είχε απομακρυνθεί ξαφνικά όλος ο κόσμος. Σαν να υπήρχαν μόνο εκείνη κι εκείνος. Και μέσα της κάτι προμήνυε πως εκείνη η νύχτα δεν θα έμοιαζε με καμία άλλη.
«Πώς σου φαίνεται;» άκουσε πίσω της.
Γύρισε. Ο Νικηφόρος στεκόταν στην είσοδο της βεράντας και την κοιτούσε μ’ εκείνο το γνώριμο, παιχνιδιάρικο βλέμμα που την είχε αναστατώσει από την πρώτη τους γνωριμία.
Τον θυμόταν ακόμη έτσι. Το βλέμμα του. Το χαμόγελό του.Τον τρόπο που πλησίασε χωρίς βιασύνη, σαν να ήξερε ήδη πως εκείνη η στιγμή ανήκε και στους δυο τους.
Κι ύστερα, όταν την άγγιξε απαλά, ένιωσε ένα ρίγος να διατρέχει ολόκληρο το σώμα της.
Εκείνο το άγγιγμα είχε κάτι περισσότερο από τρυφερότητα. Είχε υπόσχεση.
Και η νύχτα, φωτισμένη από την πανσέληνο, έμοιαζε ξαφνικά να κλείνει γύρω τους σαν ένας αόρατος 
κύκλος. Το βλέμμα του περιπλανήθηκε πάνω της με θαυμασμό και εκείνη, αντί να κρυφτεί, τον άφησε να δει την αναστάτωση της. Οι αποστάσεις ανάμεσα τους λιγόστεψαν. Οι κουβέντες έγιναν ψίθυροι.
Και κάποια στιγμή έπαψαν εντελώς. Εκείνη τη νύχτα ένιωσε πως άνοιγε μπροστά της ένας καινούργιος κόσμος. Ο έρωτας δεν ήταν πια μια ιδέα, ούτε κάτι που είχε ακούσει στις ιστορίες των άλλων.
Ήταν εκεί, ζωντανός, ανάμεσα τους. Η ανάσα του κοντά της, τα φιλιά του, η τρυφερότητα με την οποία την πλησίαζε, όλα είχαν μια ένταση που την έκανε να ξεχνά τον χρόνο.
Τον κοιτούσε στα μάτια και είχε την παράξενη αίσθηση πως εκείνος διάβαζε μέσα της όσα η ίδια δεν τολμούσε ακόμη να πει. Και τότε κατάλαβε πως δεν ήταν μόνο ο άντρας που είχε γνωρίσει εκείνο το πρώτο βράδυ. Ήταν ο άνθρωπος στον οποίο, χωρίς να το έχει καταλάβει, είχε ήδη αρχίσει να παραδίδει την καρδιά της.
Ο έρωτάς του της φάνηκε λυτρωτικός. Σαν να άνοιγε μια πόρτα που μέχρι τότε φοβόταν να αγγίξει.
Και η νύχτα εκείνη έμεινε μέσα της σαν ένα τελετουργικό έρωτα, τρυφερότητας και πάθους, μια πρώτη μεγάλη αποκάλυψη που, ακόμη και δέκα χρόνια αργότερα, μπορούσε να την κάνει να χαμογελά.
Πρόθυμη και ανυπόμονη, αφέθηκα στην αγκαλιά του. Ο Νικηφόρος ένιωσε την εμπιστοσύνη μου και αυτό τον συγκίνησε βαθιά. Προσπάθησε να με καθησυχάσει με λόγια τρυφερά, να μου διώξει τον φόβο και την αμηχανία.«Μωρό μου, η φύση ξέρει καλύτερα από όλους μας τι κάνει. Το σώμα της γυναίκας είναι φτιαγμένο για να υποδέχεται τον έρωτα. Μη φοβάσαι. Αν υπάρξει κάποια ενόχληση, θα είναι 
μικρή και θα περάσει. Εγώ είμαι εδώ.»
Τα λόγια του, ο τρόπος που με κοιτούσε, η τρυφερότητα με την οποία με πλησίαζε, όλα μαζί με έκαναν να νιώσω ασφαλής.Κι ύστερα οι συγκινήσεις που με κατέκλυσαν ήταν τόσο πολλές και τόσο συγκεχυμένες, ώστε ακόμη και σήμερα δυσκολεύομαι να τις βάλω σε τάξη. Η μία διαδεχόταν την άλλη, σαν εικόνες ενός ονείρου που δεν προλαβαίνεις να συγκρατήσεις.
Πόσο μπορούσε να κρατήσει εκείνη η νύχτα; Δεν ξέρω.Ξέρω μόνο πως, όσο περνούσε η ώρα, παραδινόμουν όλο και περισσότερο στη ζεστασιά της αγκαλιάς του και στην πρωτόγνωρη ένταση όσων ζούσα.Κάποια στιγμή ένιωσα πως ο χρόνος είχε πάψει να υπάρχει. Υπήρχαμε μόνο εμείς.
Εκείνος κι εγώ. Κι όταν αργότερα έμεινα κουρνιασμένη στην αγκαλιά του, εξαντλημένη αλλά ευτυχισμένη, είχα την αίσθηση πως κάτι μέσα μου είχε αλλάξει για πάντα.
«Καληνύχτα, μέλλουσα γυναίκα μου», μου ψιθύρισε.
Τον κοίταξα και χαμογέλασα. Και φιληθήκαμε ξανά, με εκείνο το φιλί που μοιάζει περισσότερο με υπόσχεση παρά με αποχαιρετισμό. Ξημερώνοντας, προσπάθησα να βάλω σε μια σειρά τα γεγονότα της προηγούμενης νύχτας.
Αδύνατον. Οι εικόνες ήταν πολλές, οι αισθήσεις ακόμη περισσότερες, και καθεμιά έφερνε μαζί της μια διαφορετική συγκίνηση. «Η μνήμη δεν είναι μια καλά τακτοποιημένη ντουλάπα», θυμήθηκα τα λόγια της μητέρας μου.
Και πράγματι. Μέσα στο μυαλό μου όλα ήταν ανακατεμένα: το φως του φεγγαριού, η θάλασσα, το βλέμμα του, τα φιλιά, η αγκαλιά του, η αίσθηση ότι εκείνη τη νύχτα είχα περάσει ένα αόρατο σύνορο και είχα βρεθεί σε έναν καινούργιο κόσμο.Κοίταξα για λίγο τον εαυτό μου και αναγνώρισα πάνω μου μικρά σημάδια της προηγούμενης νύχτας, σαν σιωπηλά ντοκουμέντα μιας εμπειρίας που δεν χρειαζόταν πλέον καμία εξήγηση.
«Η αγάπη είναι πόλεμος», σκέφτηκα, θυμούμενη τους ποιητές. Μόνο που ο δικός μου πόλεμος είχε τελειώσει με μια παράξενη ειρήνη.
«Καλημέρα, αγάπη μου.» Ήταν οι πρώτες λέξεις που άκουσα.
Άνοιξα τα βλέφαρα και το πρωινό φως με θάμπωσε. Τα έκλεισα πάλι για μια στιγμή, έτριψα τα μάτια μου και τα ξανάνοιξα, σαν να ήθελα να βεβαιωθώ πως ο κόσμος εξακολουθούσε να είναι εκεί, φωτεινός και έγχρωμος. Και τότε είδα εκείνον. Καθόταν ήσυχα στην άκρη του κρεβατιού και με κοιτούσε με 
μια λαχτάρα που δεν χρειαζόταν λόγια. Το χάδι του στο μάγουλό μου και το πρωινό του χαμόγελο ήταν ίσως το ομορφότερο ξύπνημα που είχα γνωρίσει ποτέ.
«Καλημέρα…» του απάντησα σχεδόν ψιθυριστά. Και χαμογέλασα κι εγώ.
Από εκείνο το βράδυ ένιωθα πως είχα γίνει η γυναίκα του Νικηφόρου μου. Οι επόμενες ημέρες κύλησαν όπως ακριβώς θα θέλαμε να κυλήσουν οι πρώτες ημέρες ενός καλοκαιριού που μόλις είχε αρχίσει να μας ανήκει. Θάλασσα, μπάνια, βόλτες, γέλια, παρέες, ξενύχτια και ατέλειωτες ώρες μαζί. Είχαμε ανακαλύψει ο ένας τον άλλον και, όσο περνούσαν οι μέρες, τόσο περισσότερο απολαμβάναμε την εγγύτητα και την τρυφερότητα μας.
Ήταν μια καινούργια εμπειρία για μένα, αλλά δεν είχε τίποτα το τρομακτικό πια. Ήταν η αρχή της κοινής μας ζωής. Και αυτές οι πρώτες καλοκαιρινές ημέρες έμειναν μέσα μου αξέχαστες. Όχι μόνο για όσα ζήσαμε, αλλά κυρίως για εκείνη την αίσθηση πως, μέσα σε λίγες ημέρες, είχα περάσει από τη μία όχθη της ζωής στην άλλη. Φυσικά, οι γονείς μου κατάλαβαν τι είχε συμβεί. Δεν χρειάζονταν εξηγήσεις. Ήταν από εκείνες τις σιωπηλές οικογενειακές αλήθειες που όλοι γνωρίζουν και κανείς δεν αισθάνεται την ανάγκη να τις προφέρει. Και δεν μου είπαν ούτε μία λέξη.
Ίσως επειδή κατάλαβαν πως δεν είχα απλώς μεγαλώσει. Είχα ερωτευτεί.
 
Web Informer Button