ADS

click to open

Παρασκευή 2 Μαΐου 2025

Danae

...Ένα μικρο απόσπασμα από τo...Ερωτική Μυθοπλασία: ΙΙ...(Part:6)...Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας του συγγραφέα. Τα ονόματα, οι χαρακτήρες, οι τοποθεσίες .....κλπ.. Βλέπε λεπτομέρειες στο Ερωτική Μυθοπλασία: ΙΙ (Part:1) Ερωτική Μυθοπλασία: ΙΙ (Part..1).....
.........«Σε ευχαριστώ, Νικηφόρε... Το εκτιμώ πραγματικά που αναλαμβάνεις τον κόπο,» του ψιθύρισε η Φαίδρα.
Η φωνή της τον άγγιξε σαν ζεστή, πυκνή σοκολάτα, διαπερνώντας τον με ένα ανεπαίσθητο ρίγος. Τα κλειδιά της μηχανής και της αποθήκης βρέθηκαν στην παλάμη του, βαριά από την ευθύνη της αποστολής. Λίγο αργότερα, οι γυναίκες έφυγαν με προορισμό το ορεινό χωριό, συνδυάζοντας την υποχρέωση με την επίσκεψη στην ηλικιωμένη μητέρα της Φαίδρας και τη συμμετοχή τους στον απογευματινό εσπερινό.
Ο Νικηφόρος έμεινε μόνος πίσω, με τα κλειδιά να κρυώνουν στην τσέπη του και το σπίτι να βυθίζεται σε μια προσμονή που μύριζε βροχή και αδιευκρίνιστο κίνδυνο.
Στέκοντας μόνος στην αυλή, παρακολούθησε το αυτοκίνητο να χάνεται στον χωματόδρομο αφήνοντας πίσω του μια αχλή από σκόνη. Με την αποχώρηση των γυναικών, το τοπίο βυθίστηκε σε μια ηλεκτρισμένη σιωπή, γεμάτη μόνο από τους ήχους της φύσης και του κόλπου. Τα κλειδιά στην παλάμη του κρατούσαν ακόμα τη θερμοκρασία της Φαίδρας.
Πλησίασε το θηριώδες δίτροχο στη σκιά της βεράντας, το ατσάλινο αποτύπωμα του απόντος συζύγου. Καθώς πέρασε το πόδι του πάνω από τη σέλα και γύρισε τη μίζα, το βαθύ, βραχνό μούγκρισμα του κινητήρα έσπασε την ησυχία, δονώντας το σώμα του και δίνοντας το σύνθημα για μια νύχτα χωρίς επιστροφή.
Προτιμώντας τη θορυβώδη και τα πειράγματα της παρέας της στην καφετέρια του χωριού, η Δανάη είχε αρνηθεί να ακολουθήσει τις μεγαλύτερες στην εκκλησία. Τα θρησκευτικά τελετουργικά ποτέ δεν την άγγιζαν πέρα από τα τυπικά της παράδοσης.
Όταν όμως η ώρα έφτασε, πέταξε μια γρήγορη δικαιολογία στις φίλες της για ένα επείγον «ραντεβού στο σπίτι» και μια δήθεν αγγαρεία, να υποδεχτεί τον Νικηφόρο και να τον βοηθήσει να τακτοποιήσει τη μηχανή του πατέρα της στην αποθήκη. Κανείς στην παρέα δεν υποψιάστηκε το παραμικρό. Εκείνη όμως ήξερε ακριβώς τι παιχνίδι άρχιζε να παίζεται.
....Το απόγευμα ήταν ακόμη ηλιόλουστο όταν έφθασε ο Νικηφόρος με τη μηχανή και βρήκε τη Δανάη να τον περιμένει στο σπίτι της γιαγιά της. Τη βρήκε έξω στην αυλή, πάνω από τον κήπο τον γεμάτο λουλούδια. Καθόταν σε ένα παγκάκι στο πλάι της πλακόστρωτης αυλής. 
Ένα μωρό super-sexy. Ο θησαυρός της άγουρης της νιότης, στα δεκαεννέα της χρόνια, ψηλή, καστανό-μελαχρινή και γεμάτη σφρίγος. Αισθανόταν ήδη πολύ γυναίκα.«Αχ! τα νιάτα!» θα σκεφτόταν όποιος την έβλεπε. 
Τα μάτια της, ιριδίζοντα, αστραφτερά, πλαισιωμένα από μακριές, γυριστές βλεφαρίδες που δεν σταματούσαν να γελούν, ήταν σκέτη πρόκληση. Ένα κολασμένο πλάσμα, φτιαγμένο για να γκρεμίζει βεβαιότητες, να διαλύει οικογένειες και να σε στέλνει στην κόλαση με εισιτήριο διαρκείας.
Καθώς την αντίκρισε, ο Νικηφόρος έμεινε ακίνητος, με το πρόσωπό του να προδίδει την απόλυτη έκπληξη και μια βαθιά, ηδονική ζάλη.
Κάτω από το απογευματινό φως, η Δανάη έδειχνε ασύλληπτα γοητευτική. Τα γκρίζα της μάτια, γεμάτα πράσινες και γαλάζιες ανταύγειες σαν πολύτιμα οπάλια, άλλαζαν χρώμα και διάθεση, αιχμαλωτίζοντάς τον ολοσχερώς.
Με εκείνο το ναζιάρικο μουτράκι, τη σκανταλιάρικη μύτη και το κορμί ψηλής θεάς δεκαεννιά χρονών, η Δανάη ήταν ένας ακατανίκητος πειρασμός. Ο Νικηφόρος πάγωσε, μαγνητισμένος από τα οπάλια μάτια της που έπαιζαν με το φως του δειλινού. Κάθε λογική υποχρέωση, μηχανές, αποθήκες, χωριό, κατέρρευσε μπροστά στην πρωτόγονη ορμή του πόθου.
«Είσαι η πιο επικίνδυνη φωτιά αυτού του τόπου, μικρή...,» ψιθύρισε βραχνά, αφήνοντας τα χειριστήρια να  γλιστρήσουν από τα δάχτυλα του. 
Η Δανάη τον κοίταξε με θριαμβευτικό, αρπακτικό βλέμμα. Η προσμονή την έκαιγε· ήθελε να ορμήσει πάνω του, να τον αρπάξει από τον λαιμό και να τον σύρει στα σκοτεινά ενδότερα της αποθήκης. Γιατί μέσα της, σαν μόνιμος, εξοντωτικός ρυθμός, χτυπούσαν οι μνήμες από τις κρυφές νυχτερινές κραυγές της Νεφέλης, εκείνες οι αχαλίνωτες στιγμές ηδονής που είχε ακούσει από τον διπλανό τοίχο και τώρα απαίτησε να ζήσει στο πετσί της.
Τη χθεσινή νύχτα, οι ώρες είχαν κυλήσει βασανιστικά για τη Δανάη. Στο σκοτάδι του δωματίου της, το μυαλό της είχε γίνει θέατρο ακολασίας, αναπαριστώντας λεπτό προς λεπτό πώς ο Νικηφόρος κατέκτησε τη Νεφέλη, αφήνοντάς την να ουρλιάζει από ηδονή. Εκείνη, μόνη και παγωμένη στα σκεπάσματα, ξεχείλιζε από μια ακόρεστη δίψα να γευτεί την ίδια φωτιά, με το στήθος της να σπαρταρά από προσμονή.
Το αγόρι της, παρά την εξωτερική του ομορφιά, αποδεικνυόταν ανίκανο να αγγίξει τα βαθύτερα, άγρια ένστικτά της, ήταν πολύ μαλακός, πολύ προβλέψιμος. Η Δανάη λαχταρούσε έναν άντρα άγριο, έτοιμο να την υποτάξει και να την ξεσκίσει στο κρεβάτι. Και ο Νικηφόρος στεκόταν τώρα μπροστά της σαν η απόλυτη, ζωντανή απάντηση στις πιο βρόμικες φαντασιώσεις της.
Οι σκέψεις της για το τι επρόκειτο να κάνει με τον Νικηφόρο έκαναν το σώμα της να φλέγεται. Μπροστά στην προσδοκία αυτής της συνεύρεσης, το αγόρι της φάνταζε μια θλιβερή, ανώριμη ανάμνηση, ανίκανο να τιθασεύσει το πυρακτωμένο κορμί της.
Αποφασισμένη να πάρει τα ηνία, η Δανάη ξεπρόβαλε από τη γωνία με αέρα αρπακτικού, τα καστανά της μαλλιά να ανεμίζουν και τις φακίδες της να πολλαπλασιάζουν τη σκανδαλιάρικη γοητεία της. Με τις γυναίκες να βρίσκονται ήδη καθ' οδόν στην εκκλησία, το σκηνικό ήταν έτοιμο.
«Κάποιος έπρεπε να σε καθοδηγήσει στα διαδικαστικά της μηχανής, δεν νομίζεις; του είπε με πονηρό υπονοούμενο.
Ο Νικηφόρος την κοίταξε, καταλαβαίνοντας αμέσως πως το «ραντεβού» που επινόησε δεν είχε καμία σχέση με σίδερα και αποθήκες.
«Για λέγε, Δανάη... Πού προτείνεις να την αφήσουμε για να είμαστε σίγουροι πως δεν θα την ενοχλήσει κανείς;»
Ακίνητη, με το πηγούνι ψηλά, η Δανάη άφησε το βλέμμα της να κατέβει αργά και προκλητικά στο σώμα του, προδίδοντας την απόλυτη γνώση της επίδρασης που είχε πάνω του.
«Εκεί που δεν θα μας βλέπει ψυχή...», πέρασε από το μυαλό της, θυμίζοντας τις μυημένες συμβουλές της φίλης της για τα μυστικά καταφύγια της αποθήκης και το απαραίτητο κλείδωμα από μέσα.
«Μην κατεβαίνεις από τη μηχανή, κύριε Νικηφόρε...» είπε με μια φωνή που έσταζε πονηριά. Έχω μια τελευταία εξυπηρέτηση να σου ζητήσω, κι ελπίζω να μην αρνηθείς.
Η φωνή της ακούστηκε γλυκιά, σχεδόν αθώα, αλλά τα μάτια της πρόδιδαν όλο το πονηρό παιχνίδι που είχε στήσει στο μυαλό της. 
Ο Νικηφόρος έμεινε πάνω στη σέλα της βαριάς μηχανής, με το μοτέρ να σιγομουγκρίζει, και την κοίταξε κάτω από τα μισόκλειστα βλέφαρα. Η αντίθεση ανάμεσα στην ψεύτικη συγκατάβαση των λόγων της και στη γυμνή, προκλητική πραγματικότητα του κορμιού της τον τρέλαινε. Το ύφασμα του t-shirt της είχε κολλήσει πάνω στις ορθωμένες θηλές της, μια αδιαμφισβήτητη υπογραφή της καύλας της που τον καλούσε ανοιχτά σε μάχη.
Το δέκα-εννιάχρονο διαβολάκι κοντοστέκεται στο πλατύσκαλο της αυλής και ξεκινά να σχεδιάζει με σκοπό να του στείλει ορατά σήματα, που να του αρέσουν. Να του στείλει σήματα από αυτά που πυροδοτούν το ανθρώπινο σώμα στο αρχικό στάδιο την επιθυμία. Σκύβει ότι τάχα μου κάτι της έπεσε, ψάχνει και κάνει πως δεν το βρίσκει. Σκύβοντας, τα πόδια της είναι ενωμένα και δεν έχει λυγίσει τα γόνατα. 
Ψάχνοντας στριφογυρίζει στη θέση της με τον Νικηφόρο να βρίσκεται ακόμη καβάλα στη μηχανή ακριβώς πίσω της χαμηλά στην είσοδο της αυλής και σε κάποια σχετική απόσταση..
«Κοίτα το καυλιάρικο μωρό! Μου δείχνει το «μύδι» της! Μωρρρροοό μου!!!!» Μονολόγησε ο Νικηφόρος ερεθισμένος από τη θέα που του προσέφερε η έφηβη γυναίκα.
Το βλέμμα του είχε καρφωθεί αμετάκλητα εκεί. Η εικόνα του τρυφερού, νεανικού της κορμιού λειτούργησε σαν ηλεκτροσόκ στον ήδη τεντωμένο από την επιθυμία άντρα, διαλύοντας κάθε ψήγμα λογικής. Το σώμα του είχε μετατραπεί σε πεδίο μάχης από ένα εκρηκτικό κοκτέιλ ορμονών.
Ο σκληραγωγημένος ναυτικός, ο άνθρωπος που είχε δαμάσει αγριεμένες θάλασσες και είχε μάθει να κρατάει πάντα τα ηνία, λύγισε μέσα σε ένα μόλις δευτερόλεπτο μπροστά στη σαγηνευτική ορμή ενός δεκαεννιάχρονου κοριτσιού.
Δεν ήταν πια απλή σαρκική επιθυμία. Μια υπόγεια, εκρηκτική χημεία τον είχε παραλύσει, σαρώνοντας και την τελευταία ηθική δικλείδα. Η παρουσία της Δανάης ξυπνούσε μέσα του τα πιο άγρια, χρόνια θαμμένα ένστικτα.
«Είσαι ο μεγαλύτερος μπελάς που θα μπορούσε να συναντήσει κανείς... της ψιθύρισε με βραχνή φωνή, αφήνοντας τελικά το τιμόνι της μηχανής.
Η Δανάη χαμογέλασε με τη σιγουριά του νικητή.
Ο Νικηφόρος, στα τριάντα τρία του χρόνια, στην απόλυτη ακμή της αρσενικής του δύναμης σαν αγριόγατος έτοιμος για οίστρο, συνειδητοποίησε πως κάθε αντίσταση ήταν μάταιη. Μπροστά σε αυτό το κορίτσι, οι κοινωνικές συμβάσεις και η λογική κατέρρεαν σαν χάρτινος πύργος, αφήνοντας χώρο μόνο στην πρωτόγονη, αμείλικτη φλόγα του πάθους.
Χωρίς ίχνος ενοχής ή δισταγμού, ο Νικηφόρος την κοίταξε κατάματα. Στα τριάντα τρία του, με την αρσενική του ακμή στο απόγειο, ένιωθε έτοιμος να κατασπαράξει οτιδήποτε στεκόταν ανάμεσα σε εκείνον και την επιθυμία του.
Τα οπάλια μάτια της Δανάης φώναζαν ακόρεστη πείνα. Ένα πονηρό, θριαμβευτικό χαμόγελο σχηματίστηκε στα κόκκινα χείλη της, καθώς τον πλησίαζε.
Ο Νικηφόρος φλεγόταν από στεγνό πυρετό. Το κορίτσι αυτό, με τις ρώγες της να τρεμοπαίζουν κάτω από τα ρούχα καθώς κατέβαινε το πλατύσκαλο, εξέπεμπε μια ακατανίκητη, σαρκική φλόγα. Βίωνε κι εκείνη τον ίδιο ασύδοτο οίστρο, τη φλογερή αντάρα που δεν άφηνε ούτε χώρο ούτε χρόνο για ύπνο.
Μια παροδική, ηλεκτρισμένη σιωπή πλανήθηκε ανάμεσά τους. Ο Νικηφόρος, αν και έμπειρος και ικανός να προσφέρει απόλαυση, στερούνταν εκείνης της σκοτεινής, διεφθαρμένης σπίθας που η Δανάη λαχταρούσε απεγνωσμένα. Κοιτάζοντάς την, κατάλαβε πως η αθωότητα ήταν απλώς ένα προσωπείο πίσω από το οποίο κρυβόταν ένα αρπακτικό.
Βλέποντας τον να διστάζει, η Δανάη έκανε το αποφασιστικό βήμα, στήθηκε μπροστά στη μηχανή και τον προκάλεσε ανοιχτά.
«Αν φοβάσαι να με ακολουθήσεις μόνος σου, μπορείς απλά να πεις όχι... Αν και θα είχε τεράστιο ενδιαφέρον να μάθω τι σε τρομάζει περισσότερο: εγώ ή ο φόβος της αποκάλυψης;»
Η πρόκληση χτύπησε ευθέως τον αντρικό του εγωισμό. Ο Νικηφόρος, με το βλέμμα σκοτεινό από την πρόκληση, άρπαξε τα χέρια της και τα πίεσε πάνω στο φουσκωμένο του στήθος, να νιώσει πώς χτυπούσε η καρδιά του.
«Να σε φοβηθώ εσένα;» της ψιθύρισε. «Φοβάμαι μόνο μη διαλύσει η μηχανή από το βάρος της φωτιάς σου...»
Η Δανάη, ανυποχώρητη, του έδωσε τη χαριστική βολή με την ανάσα της στον λαιμό του.
«Τότε αποδείξ' το, θείο..»
Ο Νικηφόρος λύγισε οριστικά. Το βρυχηθμό της μηχανής διαδέχθηκε η απόλυτη απόφαση. Με ένα αυστηρό, υποσχόμενο βλέμμα, της έδωσε το σύνθημα.
«Ανέβα.Και να ξέρεις,, μη με περιορίσεις εμένα....τρελαίνομαι.»  Χαμογέλασε, έχοντας νωπή στη μνήμη του την εικόνα της στο πλατύσκαλο να σκύβει τόσο αποκαλυπτικά.
«Μου φαίνεται πως η δεσποινίδα δεν είναι και πολύ φρόνιμη..». της είπε με ψεύτικη αυστηρότητα.
«Γιατί, καλέ; Τι έκανα πάλι;» ρώτησε εκείνη με ψεύτικη αθωότητα.
«Λάθος μου... Ήθελα να πω πως δεν είσαι και πολύ συνετή»
«Λάθος σου, ε;» τον πείραξε η Δανάη, αφήνοντας τα οπάλια μάτια της να λάμψουν από πονηριά. 
«Εγώ μια χαρά ξέρω τι κάνω, θείο Νικηφόρε. Απλώς μερικές φορές τα πράγματα πέφτουν... και κάποιος πρέπει να σκύψει να τα πιάσει.»
Η ανάμνηση εκείνης της αργής, λυγισμένης κίνησης στο πλατύσκαλο χτύπησε τον Νικηφόρο σαν ηλεκτροσόκ, υπενθυμίζοντάς του ακριβώς τι τον περίμενε.
Το αίμα χτυπούσε μανιασμένα στους κροτάφους του Νικηφόρου. Η πρόκληση είχε ξεπεράσει κάθε όριο.
«Πρόσεχε πώς παίζεις με το σχοινί, μικρή... » της είπε με φωνή βραχνή και απειλητική.«Γιατί αν σπάσει, θα καούμε και οι δύο, κι εγώ δεν έχω μάθει να φρενάρω.»
Εκείνη, χωρίς την παραμικρή διάθεση υποχώρησης, βυθίστηκε ακόμα πιο κοντά του, αφήνοντας το κορμί της να τον αγγίξει.
«Αυτό ακριβώς θέλω...», ομολόγησε σιωπηλά η Δανάη.
Μια βαριά, ηλεκτρισμένη σιωπή έπεσε ανάμεσά τους. Χωρίς πια δεύτερες σκέψεις, ο Νικηφόρος έκανε το βήμα προς το μέρος της, έρμαιο μιας πρωτόγονης ορμής που δεν χωρούσε ούτε σχέδια ούτε αναβολές.
Μέσα του, το ηφαίστειο ήταν έτοιμο να εκραγεί. Την ονειρευόταν γυμνή, παραδομένη, να ουρλιάζει κάτω από το κορμί του. Κι όμως, απ' έξω, ο Νικηφόρος παρέμεινε ακίνητος σαν άγαλμα, με τα δάχτυλα σφιγμένα πέτρινα πάνω στις χειρολαβές.
Η αιφνίδια, παγωμένη σιωπή του αποσταθεροποίησε τη Δανάη. Η σιγουριά που ένιωθε κλονίστηκε για ένα δευτερόλεπτο, καθώς ένιωσε το παιχνίδι να της ξεγλιστρά.
«Τι έπαθες, θείο;» του είπε με τρεμάμενη φωνή, κάνοντας ένα αργό, διστακτικό βήμα για να ανέβει στη σέλα. «Ξαφνικά χάθηκες...»
Ακίνητος σαν άγαλμα, ο Νικηφόρος συνέχισε να τη μετρά με το βλέμμα, αφήνοντας τη σιωπή να γίνει το πιο σκληρό του όπλο. Ήξερε πως την τρέλαινε.
«Για υπολογιστή μιλάς ή μήπως έχεις αλλού το μυαλό σου;» της πέταξε με ειρωνικό χαμόγελο.«Μου φαίνεται πως είσαι βαριά ερωτευμένη, μικρή...»
Η Δανάη τσίμπησε αμέσως, στήνοντας το δικό της παιχνίδι.
«Μα τι ωραία κοπλιμέντα μου κάνεις!» είπε, φτιάχνοντας τα μαλλιά της με μια ναζιάρικα προκλητική κίνηση που άφηνε ελάχιστα στη φαντασία. «Τη μία απρόσεχτη, την άλλη ξεχασιάρα... Για λέγε, τι άλλο θα υποθέσεις;»
Ένα χαμηλό, λάγνο γέλιο ξέφυγε από τα χείλη της, κομψό και ταυτόχρονα προκλητικό. Το απογευματινό φως φώτιζε τα φωτεινά μάτια της, τα προσχήματα είχαν πια καεί ολοσχερώς.
Ο Νικηφόρος ζύγισε τη κατάσταση. Το «Κύριε Νικηφόρε» δεν ήταν παρά το κλειδί μιας παγίδας που η ίδια του είχε στήσει, παίζοντας με την ηλικία και την πείρα του.
Ήξερε πια την αλήθεια. Ο υπολογιστής ήταν απλώς στάχτη στα μάτια. Το μόνο που μετρούσε τώρα ήταν η φωτιά που ετοίμαζε να καταπιεί κάθε τους ενδοιασμό.
Ένα σαρδόνιο, επικίνδυνο χαμόγελο χάραξε τα χείλη του. «Ο υπολογιστής σου έλειψε, ε;» της είπε με φωνή βραχνή και γεμάτη υπονοούμενα, σταυρώνοντας τα χέρια. «Ή μήπως άφησες πίσω κάτι άλλο που σε καίει;»
Η Δανάη δεν κρύφτηκε πια. Το παιχνίδι είχε περάσει σε άλλο επίπεδο. «Τι να κάνουμε, κύριε Νικηφόρε... η μάθηση θέλει θυσίες, είπε με ψεύτικη αθωότητα. «Αρκεί να βρω τον κατάλληλο καθηγητή για την πρακτική...»
«Θείο...», σκέφτηκε, με την ανάσα της να καίει τον αέρα, «στα μαθήματα σου δεν πρόκειται να συμβιβαστώ με τίποτα λιγότερο από το άριστα».
Η ιδέα να την κουβαλήσει πίσω του στη μηχανή τον τρόμαζε, όχι για την οδήγηση, αλλά για το κορμί της που θα τον τύλιγε στενά. Ωστόσο, οι άμυνες του είχαν καταρρεύσει σαν τα γκρεμισμένα τείχη από το παλιό λιοτρίβι.
Καθώς η Δανάη ανέβηκε στη σέλα και τα πόδια της αγκάλιασαν σφιχτά τα πλευρά του, ο Νικηφόρος έσφιξε τα δόντια του.
«Σου ορκίζομαι, Δανάη... της ψιθύρισε βραχνά, με τα χέρια του έτοιμα να εκραγούν πάνω στα χειριστήρια. «Στον δρόμο για πάνω, οι φωνές σου θα ακούγονται ως το απέναντι νησί. Κράτα γερά!
Η μηχανή ούρλιαξε σκίζοντας το απογευματινό δειλινό, εκτινασσόμενη στον χωματόδρομο με προορισμό τη σιωπή του εξοχικού.
«Λοιπόν! Είπαμε, Νικηφόρο με λένε! Και, δεν θέλω να μου χρωστάς. Χαρά μου να σε εξυπηρετήσω! Άλλωστε, ποιος δεν θα ήθελε να πάει μια βόλτα με τη μηχανή με ένα τόσο εξαίσιο πλάσμα, και θα το αρνηθώ εγώ;
«Δεν ξέρω πώς πρέπει να το πάρω αυτό! Πώς να το ερμηνεύσω...»
«Να το πάρεις σαν κομπλιμέντο! Που διαμαρτύρεσαι πως κάνω άσχημα σχόλια! Είσαι ό,τι πιο δροσερό υπάρχει στο χωριό σας.»
«Ευχαριστώ! Μπάρμπα-Νικηφόρε! Χαίρομαι, και με κάνεις να νιώθω πολύ όμορφα μαζί σου!»
«Κι εγώ χαίρομαι. Από την κουβέντα μας νιώθω ότι είσαι πολύ καλή παρέα.»
«Δεν ξέρω πώς να το εκλάβω αυτό... της απάντησε εκείνος, πιασμένος στα δίχτυα της.»
«Εννοώ πως είσαι κύριος, όχι κανένα παιδαρέλι...»
Η λέξη «κύριος» λειτούργησε σαν σπίθα. Ο Νικηφόρος την προκάλεσε να κοιτάξει πιο βαθιά, πέρα από το προσωπείο, αποκαλύπτοντας τον αγριόγατο που έκρυβε μέσα του.
«Για πρόσεξε καλύτερα, μικρή μου. Μην τύχει και ανακαλύψεις κάτω από το κουστούμι του «κυρίου» τίποτα αγριόγατους που δεν εξημερώνονται με καλούς τρόπους.»
«Αυτό ακριβώς περιμένω, θείο... ε, Νικηφόρο!» Του πέταξε με θράσος εκείνη.  «Τα λόγια τα βαρέθηκα.»
Με ένα ξαφνικό ξέσπασμα γέλιου, ο Νικηφόρος έβαλε τέλος στα «κυριλίκια».
«Τέλος τα «κύριε» και τα σχετικά, Δανάη. Νικηφόρος σκέτο, ή μπάρμπα ή όπως αλλιώς τραβάει η ψυχή σου...»
«Ε... όχι και μπάρμπα! Δεν είσαι και τόσο μεγάλος πια, αν και...» Η Δανάη έκανε μια μικρή, μελετημένη παύση και μετά πέταξε το καρφί της.
«Αν και, κρίνοντας από κάποιες φωνές χθες το βράδυ στην παραλία, σε μερικά πράγματα μάλλον είσαι μεγάλος!»
Ο Νικηφόρος πάτησε απότομα φρένο στο γέλιο του, σαν κάποιος να του είχε κόψει με μαχαίρι. Το πείραγμα της Δανάης έσκασε στο μυαλό του με τη δύναμη κεραυνού, ξεγυμνώνοντας τα πάντα. Έτσι, λοιπόν, δεν ήταν μόνο η Νεφέλη που είχε χάσει τον έλεγχο χθες το βράδυ, υπήρχε και ένα ζευγάρι μάτια και αυτιά κολλημένα στο σκοτάδι, να καταγράφουν κάθε κραυγή, κάθε ηχηρή απόδειξη της αρσενικής του δύναμης.
Τα μάτια του στένεψαν, χάνοντας για μια στιγμή την παιχνιδιάρικη λάμψη τους, καθώς την κοίταξε με ένα μείγμα έκπληξης και ξαφνιασμένου θαυμασμού. Η μικρή όχι μόνο ήξερε, αλλά του το πετούσε στη μούτρα με μια θρασύτητα που του έκοβε τα πόδια.
Κοιτάζοντας την τώρα, ο έμπειρος ναυτικός ένιωσε το έδαφος να χάνεται κάτω από τα πόδια του. Το θρασύ αυτό κορίτσι δεν έπαιζε απλώς παιχνίδια· κρατούσε τα χαρτιά στα χέρια της.
«Ώστε ήσουν στα κλεφτά, ε;» της ψιθύρισε με φωνή βραχνή και απειλητική.  «Και τι έβγαλες για συμπέρασμα; Ότι οι μεγαλύτεροι ξέρουν καλύτερα;»
Εκείνη δεν δίστασε ούτε δευτερόλεπτο. «Αν θες να σε λέω Νικηφόρο, απόδειξε μου ότι τα έργα σου ξεπερνούν τη φήμη της παραλίας...»
Ο Νικηφόρος δεν άντεξε άλλο. Το γκάζι άνοιξε βίαια, η μηχανή ούρλιαξε σκίζοντας τον αέρα και οι δυο τους χάθηκαν στο βάθος του χωματόδρομου, έτοιμοι να περάσουν το σημείο χωρίς επιστροφή.
Με ένα χαμόγελο θριάμβου, η Δανάη γλίστρησε πίσω του και τύλιξε τα χέρια της γύρω από τη μέση του, αφήνοντας το κορμί της να γίνει ένα με το δικό του.
Καθώς το κοπάδι με τα πρόβατα τους έκλεισε τον δρόμο, ο Νικηφόρος τράβηξε το τιμόνι προς έναν τραχύ, χωμάτινο μουλαρόδρομο.
«Κρατήσου γερά, μικρή...» της φώναξε πάνω από τον θόρυβο της μηχανής. «Έχει νεροφαγώματα. Σε θέλω ασφαλή όταν γυρίσουμε...»
Εκείνη, αντί για κουβέντα, κόλλησε ακόμα πιο σφιχτά πάνω του, αφήνοντας την πλάτη της να πιέζει το φουσκωμένο του στήθος, ενώ τα χείλη της άγγιξαν τον λαιμό του πίσω από το αυτί, κάνοντάς τον να χάσει κάθε αίσθηση του δρόμου.
«Μην ανησυχείς για μένα, Νικηφόρε...» του φώναξε μέσα στον αέρα, με τα χείλη της να αγγίζουν σχεδόν το αυτί του.  
«Κοίτα μόνο να μην ξεχάσεις που στρίβεις...»
Ο Νικηφόρος χαμογέλασε σφιχτά. Κάθε λακκούβα, κάθε τίναγμα της μηχανής στα νεροφαγώματα του χωματόδρομου έκανε το κορμί της να πιέζεται βίαια πάνω στο δικό του. Η τριβή αυτή ήταν ένα βασανιστήριο αργό και απολαυστικό, μια σιωπηλή υπόσχεση για όσα θα ακολουθούσαν όταν τα σώματά τους θα έμεναν εντελώς ελεύθερα μακριά από τα βλέμματα όλων.
Στην αρχή, ο Νικηφόρος ζύγιζε προσεκτικά το γκάζι της εντούρο, νιώθοντας τα άλογά της να αφηνιάζουν στο ανώμαλο έδαφος. Σύντομα όμως, το βάρος της οδήγησης έγινε δευτερεύον.
Η Δανάη δεν προσπαθούσε καν να κρύψει τις προθέσεις της. Με κάθε λακκούβα, το κορμί της λικνιζόταν και τριβόταν πάνω στην πλάτη του, μετατρέποντας τη διαδρομή σε αισθησιακό μαρτύριο. Τα χέρια της τον έσφιγγαν ασφυκτικά, ενώ η ζεστή επαφή από τα μάγουλα και την ανάσα της στον λαιμό του τον έκαναν να παραλύσει απόδρασης.
Ένα ηλεκτρικό ρεύμα διαπέρασε τους μυς του. Η μικρή έπαιζε χαρτιά φωτιάς, και ο Νικηφόρος ήξερε πως το τέλος αυτής της διαδρομής δεν θα είχε επιστροφή.
«Θες ντε και καλά να με ρίξεις στα χαντάκια, ε; της φώναξε μέσα στον θόρυβο της εξάτμισης.»
Εκείνη, ακουμπώντας τα χείλη της στον καυτό του σβέρκο, τον προκάλεσε. «Σε δοκιμάζω, Νικηφόρε... να δω αν τα ηνία είναι γερά ή αν θα λυγίσεις πριν φτάσουμε.»
Η εσωτερική του πάλη ήταν βασανιστική. Οι αναστολές, η διαφορά ηλικίας, η φωνή της λογικής, όλα κατέρρεαν μπροστά στον ανάρμοστο, σκοτεινό πόθο του. Και τότε, τα γρήγορα, πεταχτά της φιλιά στον λαιμό ήρθαν σαν σπίθες σε ξερό χόρτο. Ο Νικηφόρος έχασε κάθε έλεγχο. Οι άμυνες έγιναν στάχτη, και ο δρόμος προς το εξοχικό μετατράπηκε σε μια πορεία χωρίς γυρισμό.
Η Δανάη δεν είχε σκοπό να τον αφήσει να το ξανασκεφτεί. Με μια βίαιη κίνηση, άρπαξε το γκάζι και τίναξε τη μηχανή μπροστά, ενώ την ίδια στιγμή το χέρι της γλίστρησε χαμηλότερα, ψηλαφώντας το φουσκωμένο του παντελόνι και σφίγγοντας το σκληρό του πέος.
Ο Νικηφόρος έχασε τον κόσμο. Η αμηχανία διαλύθηκε σε μια έκρηξη αντρικής κυριαρχίας. Χωρίς να το σκεφτεί, άρπαξε τον καρπό της με δύναμη, ακινητοποιώντας το χέρι της πάνω του.
«Έι... τι πας να κάνεις; της ψιθύρισε με φωνή βραχνή, ενώ τα μάτια του φλόγιζαν.»
Ο Νικηφόρος ανοιγόκλεισε τα μάτια του, εντελώς εμβρόντητος από το θράσος της. Τα νερά του είχαν χαθεί οριστικά.
«Τι κάνω;» του ψιθύρισε εκείνη με χάρη.
«Τι κάνεις;.. Με έχεις κάψει, βρε παλιοκόριτσο! Δεν το καταλαβαίνεις;»
Η λαβή του στον καρπό της ήταν βαριά αλλά όχι απειλητική, ήταν η απεγνωσμένη άμυνα ενός άντρα που παραδεχόταν την ήττα του. Η μηχανή κυλούσε σχεδόν αυτόνομα στον χωματόδρομο, ενώ η Δανάη, ακίνητη μέσα στην παγίδα του χεριού του, του πρόσφερε το πιο θριαμβευτικό, λαμπερό της χαμόγελο.
«Σκοπός μου είναι να ξεχάσεις και τ' όνομά σου, Νικηφόρε..». του ψιθύρισε με χάδι και φωτιά. «Εσύ δεν έλεγες πως δεν ξέρεις από φρένα;»
Ο Νικηφόρος δεν άντεξε άλλο. Άφησε τον καρπό της, άρπαξε το τιμόνι και σαν τρελός τίναξε τη μηχανή μπροστά, γκρεμίζοντας τα μέτρα μέχρι την έρημη αυλή του εξοχικού.
«Και τώρα που φτάσαμε στην ερημιά και καις, τι περνάει από το μυαλό σου;» τον πείραξε εκείνη.
«Σταμάτα, ρε κορίτσι μου, τι λες τώρα;... Μη μου βάζεις τέτοιες ιδέες! Δεν είναι σωστό...» ψέλλισε εκείνος, παίζοντας το χαρτί της ηθικής ενώ η ψυχή του είχε ήδη παραδοθεί.
Η Δανάη, νιώθοντας πια τη νίκη της ολοκληρωτική, έκλεισε σφιχτά την παλάμη της πάνω στον καυτό καβάλο του.
«Αν σε προκαλέσω κι άλλο, δηλαδή, τι θα κάνεις; Θα με αποπλανήσεις;»
«Μα τι λες, κορίτσι μου... ψέλλισε εκείνος, με την καρδιά του να χτυπάει σαν τρελή. «Νομίζεις πως θέλει πολύ; Ένα βήμα ακόμα θέλω για να σε καταβροχθίσω!»
Εκείνη, με ένα προκλητικό, πονηρό σκέρτσο, τον αποτελείωσε. «Γιατί, τι έχω και το σκέφτεσαι; Μήπως φοβάσαι μη σε κολλήσω τίποτα;»
Για μια στιγμή άφησε τον εαυτό του να το σκεφτεί, καθώς φαντάστηκε την πρωτόγονη ικανοποίηση που θα ένιωθε αν τη διεκδικούσε, αν τη σήκωνε στα μπράτσα του και τη μετέφερε με μια ζωώδη επιθυμία, έτοιμος να τη ρίξει στο ζεστό από τον ήλιο χορτάρι και να την ικανοποιήσει, χάνοντας μαζί της τον έλεγχο.
Τα σαγόνια του Νικηφόρου κόντευαν να σπάσουν από το σφίξιμο. Τα τελευταία του τείχη έγιναν στάχτη κάτω από την παλάμη της που έκαιγε τον καβάλο του.
«Αν σου πω την αλήθεια, θα καείς μαζί μου...» της ψιθύρισε με φωνή βραχνή, καθώς η μηχανή άρχισε να κυλά αργά. Μακάρι να ήταν αρρώστια να υπήρχε γιατρικό. Αυτό όμως είναι φωτιά που με έχει κάνει ήδη στάχτη...
Το μυαλό του θόλωσε. Ένας πρωτόγονος, ζωώδης παλμός τον κυρίευσε: η εικόνα να την αρπάζει στα χέρια, να τη ξαπλώνει στο ζεστό χορτάρι και να ξεσπάει πάνω της όλη η καταπιεσμένη του λαχτάρα.
Ο Νικηφόρος κούνησε το κεφάλι του για να καθαρίσει το μυαλό του, ανήσυχος από τον δρόμο που είχαν πάρει οι σκέψεις του...  Δεν ήταν θηρευτής της βίας, αλλά η φαντασίωση είχε γίνει πια σάρκα και οστά.
Η Δανάη δεν του άφησε περιθώρια για άλλες αναλύσεις . Τον τύλιξε με τα πόδια της, φέρνοντάς τον σε μεθυστική επαφή.
«Δείξε μου αντάξιος σου, θείο...» του ψιθύρισε.
Οι αντιστάσεις κατέρρευσαν σαν χάρτινος πύργος. Η επαφή του κορμιού της, η τριβή, η φωτιά που έκαιγε τα σωθικά του διέγραψαν κάθε ηθικό φραγμό. Ο Νικηφόρος το κατάλαβε οριστικά. Στους μεγάλους πειρασμούς δεν αντιστέκεσαι. Υποκύπτεις, για να λυτρωθείς.
Τα όρια είχαν καταρρεύσει. Χωρίς στερεότυπα και δισταγμούς, η Δανάη έλυσε με γρήγορες κινήσεις τη ζώνη του και κατέβασε το φερμουάρ, λαχταρώντας να αντικρίσει αυτό που ένιωθε ήδη η παλάμη της.
Καθώς το χέρι της γλίστρησε κάτω από το εσώρουχο του και τύλιξε τη φωτιά του, τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα από έναν πρωτόγονο ενθουσιασμό.
«Ακόμα δεν έχω αρχίσει καν, αγορίνα μου... τού ψιθύρισε, ανεβοκατεβάζοντας τα δάχτυλά της στο σκληρό του κορμί.»
Και καθώς το θέαμα απλώθηκε μπροστά της, ένα αυθόρμητο, λαχταριστό αναφώνημα ξέφυγε από τα χείλη της.
«Ουάου... Εντυπωσιακό!»
Το χέρι της μέσα από το παντελόνι του έκοψε κάθε σκέψη. Ο Νικηφόρος λύγισε, η ανάσα του έγινε κοφτή.
«Ο φίλος μου λέει πως ξέρω να φροντίζω καλά τον πούτσο του πριν με γαμήσει..». του ψιθύρισε προκλητικά εκείνη.
Η ζήλια φούντωσε για ένα δευτερόλεπτο, πριν καταπνιγεί κάτω από το κύμα της ηδονής.
«Θα σε κάνω να χύσεις στη χούφτα μου, αγορίνα μου...»
«Θεέ μου, μη... ψέλλισε ο Νικηφόρος, παλεύοντας απεγνωσμένα με τα τελευταία του αποθέματα ψυχραιμίας, ξέροντας πως το τέλος αυτής της μάχης πλησίαζε απειλητικά.
Τα πόδια τους πάτησαν επιτέλους το χώμα της έρημης αυλής. Ο Νικηφόρος, νιώθοντας τη φωτιά να τον καίει συθέμελα, άφησε μια βαριά ανάσα να του ξεφύγει.
«Να πάρει...» ψιθύρισε, με τα μάτια του να φλόγιζαν. «Θα το κάνω. Ακόμα κι αν ξέρω πως μετά θα γίνω στάχτη.»
Η οριστική πτώση ήρθε αθόρυβα αλλά σαρωτικά. Τα λόγια της λειτουργούσαν σαν σπίθα σε μπαρουταποθήκη, ξυπνώντας τον θηριώδη, ακόρεστο εαυτό του. Ο Νικηφόρος δεν δίσταζε ποτέ μπροστά στη φωτιά· την αποζητούσε, την έκανε οξυγόνο του. Τώρα πια, η λογική ήταν ένα κουρέλι που πετιόταν στην άκρη της αυλής.
Ο Νικηφόρος δεν άφησε άλλα περιθώρια. Με μια κίνηση καταλυτική, έγειρε πάνω της, πιάνοντας το πρόσωπό της στις παλάμες του. Τα μάτια του φλόγιζαν.
«Σκόνη θα γίνουμε, μικρή μου...» της ψιθύρισε με φωνή βραχνή, σαν υπόσχεση και κατάρα μαζί. «Μα μέχρι να καούμε, θα ζήσεις κάθε σταγόνα αυτής της φωτιάς.»
Το φιλί τους ήταν μια έκρηξη που γκρέμισε και τα τελευταία σύνορα. Κι όμως, ακόμα κι εκείνη τη στιγμή, με το κορμί της να λυγίζει κάτω από το βάρος του, η Δανάη δεν έχασε το θάρρος της:
«Για να δω... τι θα κάνεις τώρα;» τον ρώτησε μαργιόλικα, έχοντας πετύχει ακριβώς αυτό που επεδίωκε.
Μια ξαφνική, σχεδόν κωμική φιλοσοφική διάθεση έπιασε τον Νικηφόρο, που ένιωσε την ανάγκη να υπερασπιστεί την ηθική του θέση.
«Ρε Δανάη, έχω εγώ δικαίωμα πρόσβασης εδώ πέρα; Παντρεμένος άνθρωπος είμαι, πρέπει να φυλάγομαι από τους πειρασμούς σου... Είναι άδικο να με κοιτάζεις έτσι κι εγώ να κάνω τον Κινέζο για να τιμήσω το στεφάνι μου!»
Εκείνη, με το σαρακατσαναίικο, μελωμένο της ιδίωμα και τα πονηρά της τσαχπίνικα, του έδωσε την πληρωμένη απάντηση χωρίς δισταγμό.
«Ε, δεν χρειάζεται να το πατήσεις το στεφάνι... απλώς το πηδάς!»
Τα λόγια της έσταζαν πάντα μια ακαταμάχητη, ξετσίπωτη λαγνεία, στολισμένα με πιπεράτες παροιμίες που τον άφηναν άφωνο και του άναβαν ακόμα περισσότερο τα αίματα. Δίνει μεγαλύτερη έμφαση στην κατάρρευση της σοβαροφάνειας, στο γέλιο που λυτρώνει τον Νικηφόρο και στην παράδοσή του στο πνεύμα της.
Μια έκρηξη γέλιου πήγε να ξεφύγει από τα χείλη του Νικηφόρου. Η αφοπλιστική της ατάκα διέλυσε και την τελευταία ρανίδα δήθεν σοβαρότητας.
«Ρε συ, είσαι απίστευτη...» της είπε, κοιτάζοντάς την με μάτια γεμάτα λατρεία, ενώ τα τείχη του κατέρρεαν ολοσχερώς. «Που τα μαθαίνεις αυτά, ρε μικρό διαβολάκι; Μεγάλο σχολείο σε περνάω...»
Ένα πονηρό, ατίθασο χαμόγελο φώτισε το πρόσωπο της Δανάης, καθώς το κορμί της έτριβε με νέα ορμή το δικό του.
«Στα βουνά, θείο μου... ε, Νικηφόρε, »του είπε με ένα σκανδαλιάρικο χαχανητό. «Εκεί μάθαμε πως, όταν η φωτιά πιάνει, δεν κάθεσαι να την κοιτάς. Της δίνεις χώρο να θεριέψει. Τέλος οι φιλοσοφίες τώρα· η ώρα της εξέτασης έφτασε!»
Τα όρια είχαν οριστικά καεί. Ο Νικηφόρος άφησε τον «κυνηγό» να βγει στην επιφάνεια με όλη του την αγριάδα. Τα χέρια του άρπαξαν τα ρούχα της, σηκώνοντας και φέρνοντας το κορμί της ακόμα πιο κοντά του, αποφασισμένος να αποδείξει την αξία του.
Την κοίταξε με ένα πονηρό, προκλητικό μειδίαμα, όπου η απόλυτη παράδοση στον πειρασμό πάλευε για μια τελευταία στιγμή με τον σκεπτικισμό του «στεφανιού».
Η Δανάη δεν είχε σκοπό να τον αφήσει να το βάλει στα σκαριά. 
«Είναι μάταιο να αντιστέκεσαι Νικηφόρε...» ψέλλισε ο Νικηφόρος.
Ένα βραχνό, βαθύ μουγκρητό ξέφυγε από μέσα του κι αμέσως τα χέρια του την περικύκλωσαν. Στην αρχή, η σκέψη μιας απόκρουσης πέρασε από το μυαλό του, μα αμέσως διαψεύστηκε· την έσφιξε με δύναμη, κολλώντας το κορμί της πάνω στο καυτό του στέρνο. Τα χείλη του άγγιξαν τα δικά της σαν σπίθα πριν της ψιθύρισε με λάγνο χαμόγελο:
«Ποιος είμαι εγώ, άλλωστε, να χαλάσω μια τέτοια περιπέτεια;»
Η λαχτάρα της φούντωσε σαν πυρκαγιά.
«Αφού θες παιχνίδια, ας παίξουμε...» της ψιθύρισε και εκείνη, τριβόταν πάνω του με μια ορμή που της έκοβε την ανάσα.
Η επαφή ήταν αποθεωτική. Με κλειστά μάτια και τρεμάμενα δάχτυλα χωμένα στα μαλλιά του, η Δανάη παραδόθηκε ολοσχερώς. Ο Νικηφόρος, παρότι πάσχιζε ακόμα να χαλιναγωγήσει τα «πρέπει» του, ένιωσε το κορμί του να λιώνει. Δεν μπορούσε να τα σβήσει όλα, όχι ακόμα, αλλά μπορούσε να βουτήξει σε αυτή την κόλαση και να τη γευτεί μέχρι το μεδούλι.
Η ανταπόκρισή του ήρθε σαν έκρηξη. Ο Νικηφόρος την άρπαξε από τα μαλλιά, τραβώντας της ελαφρά το κεφάλι προς τα πίσω, ενώ οι θηλές της, τεντωμένες και σκληρές πίσω από το υφασμα, έκαιγαν το στέρνο του.
«Σου φαίνεται διασκεδαστικό να παίζεις μ’ έναν παντρεμένο; τη ρώτησε με φωνή βραχνή από τη δίψα.»
Εκείνη δεν δείλιασε ούτε δευτερόλεπτο. Τα μάτια της άστραψαν. «Αν ήξερες πόσο σέξι και απειλητικός είσαι, γλυκέ μου...»
Εκείνος δεν άντεξε άλλο. Το βλέμμα του σκοτείνιασε:
«Ήρεμα, γλύκα μου... Με κοιτάζεις έτσι και το μόνο που θέλω είναι να σε ρίξω χάμω, να σου πετάξω τα μάτια έξω...»
Το κορμί της καίγονταν από μια ακατανίκητη δίψα. Τον άρπαξε από το κεφάλι, ενώνοντας τα χείλη τους σε μια έκρηξη υγρής, ασυγκράτητης φωτιάς.
Το φιλί τους έπαψε να είναι παιχνίδι· έγινε σύγκρουση, πάλη, καταστροφή. Ο Νικηφόρος ένιωσε τα τείχη του να γκρεμίζονται συθέμελα. Τα χέρια του την έσφιξαν στην πλάτη της με τόση δύναμη, που τα κορμιά τους έγιναν ένα κομμάτι σάρκας.
«Με πας γυρεύοντας... μικρό μου θηρίο,» της ψιθύρισε στο στόμα, με φωνή βραχνή από την παράκρουση.
Η αναπνοή της είχε χαθεί σε έναν βρόχο ηδονής. Με τα δάχτυλα να τρέμουν από τη δίψα, άρπαξε το πουκάμισό του και το σκίσε βίαια, ξεφορτώνεται τα κουμπιά για να βυθίσει τα χέρια της στο καυτό, ιδρωμένο του δέρμα.
«Τότε κάν’ το... αποτελείωσε με, Νικηφόρε! του ούρλιαξε στο στόμα με τα μάτια φλεγόμενα από παράκρουση. «Μη με λυπάσαι ούτε στιγμή!»
Τα φρένα είχαν σπάσει για τα καλά. Ο Νικηφόρος την άρπαξε μεμιάς από τη μέση, τη σήκωσε ψηλά και την απέθεσε βίαια στο στρώμα. Σαν αγριεμένος λύκος που πέφτει πάνω στη λεία του, χώθηκε πάνω της, σβήνοντας κάθε ίχνος παλιού εαυτού.
«Και κάτι μου λέει πως θα τα καταφέρεις περίφημα... του ούρλιαξε χαμηλά στο στόμα. «Ήρθε η ώρα να μου πετάξεις τα μάτια έξω, διάολε!»
Ο Νικηφόρος έδιωξε κάθε σκέψη, αφήνοντας χώρο μόνο στο ένστικτο. Τα χείλη του γλίστρησαν από το πάνω στο κάτω χείλι της, κλειδώνοντας ξανά τα στόματά τους σε έναν αέναο, ασυγκράτητο χορό. Τα φιλιά διαδέχονταν το ένα το άλλο χωρίς ανάσα, πλεγμένα με κοφτά αγγίγματα και σπρωξίματα.
Η ηδονή τον χτυπούσε κύματα στις φλέβες. Η δίψα του είχε γίνει φλόγα· ήθελε να σκίσει τα ρούχα της, να γευτεί κάθε εκατοστό της επιδερμίδας της, να χαράξει με τα χείλη του τα κρυφά μονοπάτια του κορμιού της.
Εκείνη, τυλίγοντας σφιχτά τα χέρια της γύρω από τον λαιμό του, άντεξε την επίθεση των αισθήσεων που έρχονταν από παντού. Και κατέφθαναν σαρωτικές.
Αν δεν υπήρχαν τα υφάσματα ανάμεσά τους, η αυλή του ερημικού εξοχικού θα είχε ήδη γίνει μάρτυρας ενός ολοκληρωτικού, άγριου σμιξίματος.
Ο Νικηφόρος τη φιλούσε επίμονα, παρατείνοντας τον χρόνο όχι από ανάγκη, αλλά από έναν βαθύ, μουδιασμένο φόβο για το τι θα σήμαινε η επόμενη κίνηση. Όταν τα χείλη τους επιτέλους χώρισαν, κοιτάχτηκαν στα μάτια, δύσκολο να ξεχωρίσεις ποιος από τους δύο είχε ζαλιστεί περισσότερο από τον σεισμό που προκάλεσαν.
Κάνοντας μια ύστατη προσπάθεια να σώσει τα προσχήματα και να βάλει φρένο στον κατήφορο, την άρπαξε από τα μάγουλα, στενεύοντας το βλέμμα του:
«Για στάσου... Πες μου την αλήθεια. Δεν είσαι παρθένα, έτσι;»
Η Δανάη τον κοίταξε με μια απορία που γρήγορα έδωσε τη θέση της σε ένα πονηρό, ώριμο χαμόγελο.
«Όχι, βέβαια... Μα ποτέ πριν δεν είχα νιώσει αυτή τη φωτιά, αυτή την παράκρουση. Τα υπόλοιπα ήταν απλώς σκιές.»
Ο Νικηφόρος δεν χρειάστηκε άλλη απόδειξη. Το βλέμμα του μαλάκωσε, πήρε φωτιά και ξαναγύρισε στην κυριαρχία του:
«Τότε έχουμε πολύ δρόμο να διανύσουμε, μικρή μου...»
Το νέο φιλί τους ήταν μια καταιγίδα. Τα χείλη άνοιξαν με βουλιμία, οι ανάσες μπερδεύτηκαν και το κορμί της Δανάης κύρτωσε ξανά κάτω από το βάρος του.
«Σε θέλω,» της ψιθύρισε με φωνή βραχνή, στα πρόθυρα της έκρηξης.
«Αργείς...» του αποκρίθηκε με ένα λαχανιασμένο, θριαμβευτικό ψίθυρο.
Τον άρπαξε από το χέρι, τραβώντας τον αποφασιστικά μέσα στο σπίτι.
«Πάμε μέσα... θα είμαστε πιο άνετα. Έχουμε τουλάχιστον τρεις ώρες προτού γυρίσουν από το μοναστήρι.»
Το πιο σουρεαλιστικό απ’ όλα ήταν πως ο Νικηφόρος, ο «κυνηγός», της είχε παραδώσει τα ηνία χωρίς την παραμικρή αντίσταση. Τα δάχτυλά του άρχισαν να χαϊδεύουν το ύφασμα, μέχρι που το φόρεμα ανέβηκε. Το χέρι του γλίστρησε κάτω από το εσώρουχο, βυθιζόμενο στην καυτή, υγρή της δίοδο. Εκείνη, λυγίζοντας τη μέση και τεντώνοντας το κορμί της προς τα πίσω, τον κάλεσε πιο βαθιά, εντελώς παραδομένη στη δίνη της παράκρουσης.
«Σ’ αρέσει να το φαντάζεσαι;» της ψιθύρισε στο αυτί, νιώθοντας την υγρή της ζεστασιά.  «Κοίτα πως είσαι... Αν βάλω τρία δάχτυλα, θα με δεχτείς χωρίς αντίσταση.»
Ένα βραχνό γέλιο χάθηκε στον λαιμό της, καθώς τα δάχτυλά του άρχισαν να παίζουν με την κλειτορίδα της σε αργούς, μαρτυρικά νωχελικούς κύκλους.
«Σε παρακαλώ...»  κατάφερε να ψελλίσει εκείνη, αποκομμένη από κάθε λογικό συναίσθημα, με το κορμί του να την πιέζει ασφυκτικά.
Εκείνος, με τα χείλη κολλημένα στον ώμο της, χάιδευε το δέρμα της σαν να ’θελε να το πιει στάλα-στάλα.
Ο χρόνος είχε σταματήσει. Γυμνοί αγκαλιά πάνω στο στρώμα, με τη Δανάη να αναπαύεται στο φαρδύ του στέρνο και τα δάχτυλά του να μπλέκονται στα μαλλιά της. Τα χείλη του γλίστρησαν στα στήθη της, κάνοντας τις σφιχτές, τεντωμένες ρώγες της να φλέγονται.
Το παιχνίδι τους έγινε μαρτύριο. Τα φίλια του ακουμπούσαν παντού, χαϊδεύοντας και φεύγοντας, μέχρι που η δίψα της έφτασε στο κόκκινο. Όταν τελικά βυθίστηκε στο κέντρο της, κάνοντάς την να λιώνει από τους χυμούς της, ο Νικηφόρος απολάμβανε να την φέρνει στα πρόθυρα του σπασμού και να αποσύρεται, γλιστρώντας πιο χαμηλά, αφήνοντας τα χείλη του να εξερευνούν κάθε ευαίσθητη γωνιά της.
«'Ελα γαμιά μου! Μη το σκέφτεσαι άλλο! Βάλε μου τον πούτσο σου μέσα στο μουνάκι μου! Θέλω γαμήσι σε παρακαλώ. Στην πραγματικότητα θέλω να με σκίσεις στο γαμήσι. Πάρε με! Μην σταματήσεις για τίποτα τώρα, έτοιμη είμαι…σκίσε με!  Άρχισε τις παλινδρομικές κινήσεις. Ήταν υπέροχο. Βρήκε έναν ρυθμό που της άρεσε. Το καταλάβαινε από τις εκφράσεις του προσώπου της. Όσο τη γαμούσε τον κοίταζε στα μάτια. Την κοίταζε και αυτός. Δεν μιλούσαν, απλά απολάμβαναν τη στιγμή.
Το δωμάτιο σείστηκε από τους πνιχτούς ήχους του πάθους. Τα δόντια του Νικηφόρου βυθίστηκαν προκλητικά στον λαιμό της, ενώ η Δανάη γαντζώθηκε στους ώμους του σαν να κρεμόταν από γκρεμό.
Η μετάβαση από τη χάρη στην αγριάδα ήταν κεραυνoβόλα, ορμητικός σαν ταύρος, την παρέσυρε σε έναν ανεμοστρόβιλο ηδονής, μέχρι που η τελική έκρηξη τους διέλυσε.
Λίγο αργότερα, με τις ανάσες τους βαριές και συγχρονισμένες, ξάπλωσαν στο πλάι. Ο Νικηφόρος την τύλιξε σφιχτά στην αγκαλιά του, με κτητικότητα και τρυφερότητα μαζί, αφήνοντας το άρωμα του ιδρώτα και της βανίλιας να σφραγίσει τη στιγμή τους.
Μέσα στο ημίφως, το βλέμμα του Νικηφόρου είχε μαλακώσει, αποβάλλοντας την άγρια δίψα της προηγούμενης στιγμής. Τα δάχτυλά του συνέχιζαν να κυλούν απαλά στην πλάτη της, καθώς οι μωβ σκιές του δειλινού άρχισαν να πλημμυρίζουν το δωμάτιο.
Η ηρεμία αυτή, ωστόσο, έκρυβε μια υπόγεια ένταση. Το ρολόι κυλούσε, και ο Νικηφόρος ήξερε καλά πως το παραμύθι είχε ημερομηνία λήξης.
Ο έξω κόσμος, το χωριό, η Φαίδρα, η Νεφέλη, τα αδιάκριτα βλέμματα, άρχισαν σιγά-σιγά να τρυπώνουν ξανά στο μυαλό του Νικηφόρου, θυμίζοντάς του πως η απομόνωση είχε ημερομηνία λήξης.
«Αν συνεχίσουμε έτσι, η σχολή σου θα σε διαγράψει, μικρό μου θηρίο, και εγώ θα χρειαστώ καρδιολόγο...» της ψιθύρισε στα μαλλιά.
Εκείνη, όμως, δεν πτοήθηκε ούτε στο ελάχιστο. Ένα πονηρό, ζεστό χαχανητό δόνησε το στήθος του.
«Ας με διώξουν...» αποκρίθηκε κοιτάζοντάς τον κατάματα, με τα μάτια της να φλογίζονται. «Το πτυχίο μου το πήρα κιόλας σήμερα. Με άριστα μάλιστα!»
Ο Νικηφόρος αναγκάστηκε να χαμογελάσει, νικημένος από τη φλόγα της.
Με ένα χαμόγελο ικανοποίησης που φαινόταν ακόμα στην άκρη των χειλιών της, η Δανάη άφησε το κεφάλι της να βυθιστεί στο φαρδύ του στέρνο, ακούγοντας τον παλμό του να χτυπάει μανιασμένα.
«Απόλυτη επιτυχία, θείο μου...» ψιθύρισε σχεδόν αθόρυβα, παραδομένη στη γλυκιά νωθρότητα της κούρασης.
Την ίδια ώρα, έξω από το παράθυρο, οι σκιές του δειλινού πύκνωναν, κλείνοντας προστατευτικά γύρω από το μικρό τους καταφύγιο.
Στη διαδρομή της επιστροφής προς το χωριό, η Δανάη ήταν κολλημένη πάνω του σαν δεύτερο δέρμα. Τα χάδια και τα κοφτά φιλιά της στην πλάτη και τον λαιμό του λειτουργούσαν σαν ζωντανή απόδειξη μιας κορύφωσης που δεν είχε ακόμη ξεθυμάνει. Εκείνος, νιώθοντας την αντρική του ματαιοδοξία και το πάθος του να δικαιώνονται, χαμογελούσε μέσα στο κράνος του.
Μόλις έσβησαν τη μηχανή στην αποθήκη, η πρόσκληση ήρθε αβίαστα, γεμάτη απόλυτη βεβαιότητα και πάλι.
«Το ξέρεις καλά πως το θέλω... » της ομολόγησε εκείνος .
Εκείνη, με μια φωνή που έσταζε πόθο και διαβρωτική οικειότητα, του έδωσε την χαριστική βολή.
«Τότε μη χάνουμε χρόνο. Εδώ και τώρα, στα όρθια...»
Η πρότασή της έπεσε μέσα στη σιωπή της αποθήκης σαν σπίθα σε μπαρουταποθήκη. Ο Νικηφόρος δεν το σκέφτηκε ούτε δευτερόλεπτο· το κορμί του είχε ήδη πάρει φωτιά.
Πριν προλάβει να αρθρώσει ολόκληρη την ένσταση, μια τελευταία, αδύναμη σκιά της λογικής, η Δανάη τον είχε ήδη αρπάξει σφιχτά, τυλίγοντας τα πόδια της γύρω από τη μέση του.
«Το ξέρεις πως δεν πρέπει..». ψέλλισε εκείνος, με τα μάτια του καρφωμένα στα δικά της.
«Γιατί δεν πρέπει;» τον προκάλεσε εκείνη, κολλώντας τα χείλη της στο στόμα του, έτοιμη να γκρεμίσει και τα τελευταία τείχη.
«Το παρατραβάμε, σου λέω...»
«Και τι σημαίνει αυτό;»
«Σημαίνει πως παίζουμε με τη φωτιά.»
«Ας καούμε τότε!» του πέταξε εκείνη κατάμουτρα, με μια αγνή, θcτική σιγουριά που τον τσάκιζε. «Θέλω να ξανασμίξουμε, εδώ, τώρα.»
Η παλάμη της έσφιξε με ορμή το σώμα του πάνω από το ύφασμα, κάνοντάς τον να χάσει κάθε λογική. Ο Νικηφόρος δεν μπόρεσε να κρατηθεί άλλο· ένα βραχνό, λυτρωτικό βογκητό ξέφυγε από τα χείλη του.
«Εσύ κι εγώ... και ορμάει μαζί μας κι αυτός εδώ.»
Ο Νικηφόρος ένιωσε το στομάχι του να σφίγγεται από έναν πρωτόγνωρο, πραγματικό φόβο.
«Άσε με να τον νιώσω... του ψιθύρισε εκείνη, τρελή από την καύλα, με τα χέρια της να γλιστρούν αδίστακτα.
«Θα μας πάρουν χαμπάρι, στο ορκίζομαι...» προσπάθησε να αμυνθεί.
Μα η Δανάη, τυλίγοντας τη γλώσσα της στον λαιμό και το αυτί του, τον διέλυσε ολοσχερώς.
«Τον πιάνω... είναι σαν πάσσαλος, θεέ μου!» του ούρλιαξε χαμηλά στο στόμα.
«Σου λέω, μην..». άρχισε να τρέμει εκείνος, πριν του κλείσει το στόμα με ένα ασυγκράτητο φιλί.
«Σταμάτα, Δανάη, στο ορκίζομαι... Δεν είμαι πέτρα, θα γίνει κακό! Θυμήσου ποιοι έρχονται,» της ψιθύρισε με κομμένη την ανάσα από τον πανικό και τον πόθο.
Εκείνη, αγνοώντας κάθε προειδοποίηση, τον άρπαξε βίαια, καρφώνοντας το κορμί της στον τοίχο της αποθήκης.
«Θέλω να με τελειώσεις, τώρα...» ούρλιαξε μέσα του.
Ο Νικηφόρος, κάνοντας υπεράνθρωπη προσπάθεια, την έσπρωξε μακριά του. Η απότομη άρνηση πάγωσε τον αέρα.
«Τέλος, δεν γίνεται...» της είπε κοφτά.
Ένα βλέμμα οργής και απογοήτευσης έσβησε τη φωτιά από τα μάτια της. Τα χέρια της έπεσαν βαριά στο πλάι, και η φωνή της έχασε κάθε ίχνος ερωτισμού:
«Γιατί, γαμώτο... γιατί τα χαλάς όλα;»
Η απογοήτευσή της έπεσε σαν παγερό νερό στην πυρακτωμένη ατμόσφαιρα, αλλά η καρδιά του Νικηφόρου συνέχισε να χτυπάει μανιασμένα στα πλευρά του. Ο πανικός της αποκάλυψης, ο φόβος για τα μάτια του χωριού που επίμονα και ίσως κακοπροαίρετα παραμόνευαν, λειτούργησε σαν μαχαιριά που έκοψε τον πυρετό.
Δεν καταλαβαίνεις...» της ψιθύρισε με τρεμάμενη φωνή, προσπαθώντας να μαζέψει τα κομμάτια της λογικής του. Αν μας ανακάλυπταν εδώ, δεν θα γλυτώσουμε με μια απλή επίπληξη. Θα καιγόμασταν ολοσχερώς.
Με τα χέρια σταυρωμένα σφιχτά πάνω από το στήθος της που ανάσαινε βαριά, η Δανάη τον στόλισε με ένα βλέμμα γεμάτο φωτιά και περιφρόνηση. Ο θυμός της συναντιόταν με τη δίψα που είχε μείνει μετέωρη.
«Σοβαρά τώρα; του πέταξε με πικρία στα δόντια, στρέφοντας επιδεικτικά το κεφάλι αλλού. Τελειώσαμε; Θα ξαναφορέσουμε τις μάσκες μας και θα το παίξουμε καλοί και άγιοι για το χωριό;
Κάνοντας ένα βήμα μπροστά, ο Νικηφόρος έπιασε τους ώμους της και την ανάγκασε να γυρίσει, να τον κοιτάξει στα μάτια. Η άρνησή του δεν ήταν παρά μια ασπίδα χάρτινη· η φωτιά έκαιγε ακόμα από κάτω.
«Δεν είναι θέμα φόβου, είναι θέμα επιβίωσης...» της ψιθύρισε, με τη φωνή του να βαραίνει σαν καταιγίδα. «Μα αυτό δεν αλλάζει τίποτα. Απλώς μαζεύουμε δυνάμεις. Όταν έρθει η ώρα, πίστεψέ με, τίποτα δεν θα μας σταματήσει.»
Ο χώρος ήταν ακόμα ποτισμένος από το μεθυστικό άρωμα του ιδρώτα, της βανίλιας και της ανεκπλήρωτης φωτιάς. Η μηχανή στη γωνία φαινόταν σαν σιωπηλός μάρτυρας της ορμής τους, που τώρα είχε παγώσει απότομα.
Η Δανάη, τσιτωμένη από την οργή και το ανικανοποίητο πάθος, τον κοιτούσε με βλέμμα που έσκιζε.
«Σοβαρά τώρα;» του πέταξε κατάμουτρα, με τη φωνή της να τρέμει από θυμό. «Με αφήνεις μετέωρη εξαιτίας μιας φανταστικής απειλής;»
Ο Νικηφόρος έσυρε τα χέρια στα μαλλιά του, νιώθοντας τα δίχτυα να σφίγγουν γύρω του. Το σώμα του φώναζε το ίδιο πράγμα με το δικό της, αλλά η σκιά του χωριού ήταν βαριά σαν μόλυβδος.
«Άκουσέ με... Αν σκάσουν τώρα η Φαίδρα και η Νεφέλη από το μοναστήρι, τελειώσαμε οριστικά. Δεν θα μείνει τίποτα όρθιο.»
Εκείνη όμως είχε χάσει κάθε επαφή με τη λογική. Έκανε ένα βήμα πάνω του, με τα μάτια της να στάζουν φωτιά και απόγνωση.
«Στο μουνί μου η Φαίδρα και η Νεφέλη!» ούρλιαξε ψιθυριστά, σχεδόν κολλώντας τα χείλη της στο στόμα του. «Εγώ σε θέλω εδώ, τώρα, και δεν με νοιάζει τίποτα άλλο στον κόσμο!»
Ένας ήχος από χαλίκια που έτριζαν κάτω από τους τροχούς και τα δυνατά φώτα ενός αυτοκινήτου να σαρώνουν τους τοίχους της αποθήκης έκοψαν τον αέρα στη μέση.
Ο Νικηφόρος πάγωσε σαν να τον χτύπησε ρεύμα. Η Δανάη γύρισε απότομα το βλέμμα της στην πόρτα, έτοιμη να εκραγεί από την οργή.
Η φωτιά έσβησε απότομα κάτω από τη σκιά της πραγματικότητας. Ο Νικηφόρος δεν δίσταζε επειδή δεν τη ποθούσε· ο φόβος της αποκάλυψης, ο τρόμος μήπως γκρεμίσουν τα πάντα και πληγώσουν οικογένειες, λειτουργούσε σαν αόρατη λεπίδα που έκοβε το πάθος στη μέση. Υπήρχαν όρια που δεν μπορούσε να αγνοήσει, όσο κι αν η ψυχή του φώναζε το αντίθετο.
....Τελικά η Δανάη αποφάσισε με δυο εξαδέλφες της να πάνε σε μια μουσική εκδήλωση! Τις στιγμές εκείνες που ετοιμάζονταν προς αναχώρηση βρήκε ευκαιρία να ξεμοναχιάσει το Νικηφόρο, να του δώσει ένα πεταχτό ρουφηχτό φιλί και καπάκι μια γεμάτη γονατιά στα σκέλια με στόχο τα γεννητικά του όργανα.
«Καυλιάρη μου εσύ σε πόνεσα;» 
«Τι με πόνεσες βρε μωρό μου! στο χέρι μου τα 'δωσες.»
«Με συγχωρείς άλλα είμαι πολύ θυμωμένη μαζί σου και δεν ηρεμώ όσο το σκέφτομαι ότι απόψε θα γαμήσεις πάλι τη μιλφάρα!.» Εννοεί τη Νεφέλη βέβαια. 
Ο Νικηφόρος διπλώθηκε στα δύο, βγάζοντας έναν βραχνό, πνιχτό γογγυσμό που κόπηκε απότομα στον λαιμό του.  Καθώς ο οξύς πόνος άρχισε να καταλαγιάζει, αφήνοντας πίσω του έναν μουδιασμένο παλμό, η αντρική του περηφάνια προσπαθούσε απεγνωσμένα να σωθεί από τα συντρίμμια.
«Στα χέρια σου μου τα παρέδωσες... ψιθύρισε με στραπατσαρισμένη φωνή, σφίγγοντας τα δόντια του για να μη λυγίσει. «Είσαι με τα καλά σου; Ήθελες να με αποτελειώσεις πριν καν προλάβουμε να βγούμε από την αποθήκη;»
Όρθια από πάνω του, η Δανάη έμοιαζε έτοιμη να εκραγεί. Το παιχνιδιάρικο νεύμα της είχε δώσει τη θέση του σε μια άγρια, καυστική ζήλια που έσταζε από κάθε της λέξη.
«Η κωλόγρια...» του πέταξε με αποστροφή, αδυνατώντας να χωνέψει την ιδέα πως αυτός ο άντρας θα μοιραζόταν αργότερα τη ζωή και τον χώρο του με κάποια άλλη.
Ο Νικηφόρος σήκωσε το βλέμμα του, βαρύς από τη συνειδητοποίηση. Τα σύνορα ανάμεσα στο παράνομο πάθος και στην απόλυτη κτητικότητα είχαν μόλις καταρρεύσει.
Ένα σαρδόνιο, προκλητικό χαμόγελο πήγε να σχηματιστεί στα χείλη του.
«Γιατί, σε τρώει η ζήλια;» της πέταξε μες στα δόντια, προσπαθώντας να κρατήσει την ισορροπία του.
Εκείνη όμως δεν αστειευόταν. Το βλέμμα της ήταν κοφτερό σαν λεπίδα.
«Δεν ζηλεύω, απαιτώ,» του ξεκαθάρισε, πριν τον πετσοκόψει με τις μνήμες της προηγούμενης νύχτας. «Να θυμάσαι τι άκουσα χθες στην παραλία. Η Νεφέλη δεν ξεχνιέται εύκολα... ούτε όμως και το πως της φέρθηκες. Οπότε, άνοιξε τα μάτια σου καλά, γιατί μπορεί η υπομονή μου να τελειώσει.»
«Μη γίνεσαι έτσι, μικρή μου...» της ψιθύρισε προσπαθώντας να μαλακώσει τον τόνο.
«Έλα μαζί μας στη ντισκοτέκ,» τον προκάλεσε εκείνη με ένα δηλητηριώδες χαμόγελο. «Άσε τη Νεφέλη να χαρεί την αποψινή νύχτα όπως της αξίζει, αφού ούτως ή άλλως ρόλοι και υποσχέσεις γίνονται στάχτη.»
«Το μυαλό σου έχει κολλήσει σε έναν αέναο κύκλο, σαν κολλημένη βελόνα του πικ απ Δανάη..». της απάντησε εκείνος, νιώθοντας το έδαφος κάτω από τα πόδια του να τρέμει.
Εκείνη δεν έκανε ούτε μισό βήμα πίσω. Το βλέμμα της τον έκαιγε, διαπερνώντας τις άμυνες που προσπαθούσε απεγνωσμένα να ορθώσει.
«Σαν πικάπ, στα λέω...» τον κατηγόρησε με μια φωνή που έσταζε ειρωνεία και δηλητήριο.
Ο Νικηφόρος την κοίταξε, οι προκλήσεις, και η τριπλή φωτιά, δούλευε σαν σαράκι μέσα του, ξυπνώντας ένστικτα που ούτε ο ίδιος ήθελε να παραδεχτεί.
Με μια απότομη κίνηση, η Δανάη έκοψε τη κουβέντα στη μέση. Η οργή της μεταμορφώθηκε σε μια παγωμένη, υποσχόμενη ηδονή.
Γυρίζοντας την πλάτη, άρπαξε την τσάντα της και τράβηξε για την έξοδο, καθώς οι φωνές από τις εξαδέλφες της άρχισαν να πλησιάζουν στην αυλή. Πριν χαθεί στο φως της ημέρας, τον κοίταξε για τελευταία φορά.
«Τράβα σε εκείνη απόψε...» του πέταξε μες στα δόντια. «Μα ο λογαριασμός μας δεν έχει κλείσει.»
Θέλοντας να απομακρύνει τη συζήτηση από το επικίνδυνο πεδίο τους, ο Νικηφόρος έστρεψε αλλού την κουβέντα.
«Με τη Φαίδρα τα πάτε καλά; Μου φαίνεται πως υπάρχει μια μόνιμη κόντρα ανάμεσά σας.»
Η Δανάη αναστέναξε με περιφρόνηση.
«Είναι γοητευτική, ναι, αλλά ζούμε σε διαφορετικούς κόσμους. Με τη μάνα μου μπορούμε να πιαστούμε στα χέρια για το τίποτα. Ξέρεις τι φταίει; Η αγαμησιά, σου λέω! Όταν μια γυναίκα μένει στεγνή και απότιστη, βγάζει φαρμακερή χολή σε όλους. Θέλει έναν άντρα γερό να τη στρώσει, να τη βάλει στη θέση της! Να την πασσαλώσει.
Ένα ειρωνικό, λάγνο χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη του Νικηφόρου, παρά την ένταση που μόλις είχε προηγηθεί.
«Δηλαδή αυτή είναι η ρίζα του κακού;» ρώτησε, κουνώντας απελπιστικά το κεφάλι του.
Η Δανάη του πέταξε ένα βλέμμα γεμάτο πονηριά.
«Ακριβώς αυτό, αγάπη μου. Οπότε, να έχεις το νου σου απόψε. Μη αφήσεις καμία παραπονεμένη στο χωριό, γιατί ούτε εσύ ο ίδιος δεν θα γλιτώσεις από τα νύχια μας!»
Η σιλουέτα της χάθηκε στο σκοτάδι, αφήνοντας όμως πίσω της έναν ηλεκτρισμό που έκαιγε ακόμα τον αέρα. Η Δανάη απομακρύνθηκε λικνιζόμενη με υπολογισμένη χάρη, κάθε της βήμα και ένα ράπισμα στον εγωισμό του.
Εκείνος έμεινε να την κοιτάζει, πιστεύοντας πως κρατούσε τα ηνία, αγνοώντας πως είχε ήδη πιαστεί χειροπόδαρα στον ιστό της. Η παγίδα είχε κλείσει, και η νύχτα υποσχόταν να είναι αμείλικτη.
Μόνος στην αυλή πια, ο Νικηφόρος έσυρε τα χέρια στις τσέπες του, με τα νεύρα του τεντωμένα σαν χορδή. Το άρωμά της φάνηκε να ποτίζει τον αέρα, άρρηκτα δεμένο με το χνάρι της οργής και της ηδονής που του άφησε.
Ο έμπειρος ναυτικός, ο σκληρόπετσος άντρας που νόμιζε πως τιθασεύει τα πάντα, είχε γονατίσει από μια δεκαοκτάχρονη. Και το πιο πικρό; Πως ο ίδιος είχε στρώσει το χαλί για να πέσει στην παγίδα της, γουστάροντας κάθε δευτερόλεπτο αυτής της ορμονικής ήττας.
Η σιωπή της νύχτας έπεσε σαν βαρύ κάλυμμα πάνω από το χωριό, αλλά ήταν μια σιωπή που έκρυβε καταιγίδα. Ο Νικηφόρος, παλεύοντας να ηρεμήσει τους μαινόμενους παλμούς του και να εξαφανίσει τα ίχνη της φωτιάς από πάνω του, δεν ήξερε ακόμα πως το παιχνίδι μόλις είχε ανέβει επίπεδο. Η νύχτα υποσχόταν εκπλήξεις που θα σάρωναν τα πάντα στο πέρασμά τους.
Ο κλοιός έσφιγγε απειλητικά. Από τη μία η Φαίδρα, με το βλέμμα της να διαπερνά τα πάντα σαν ξυράφι· από την άλλη η Νεφέλη, να πλησιάζει με εκείνο το επικίνδυνο, υποσχόμενο χαμόγελο. Ο Νικηφόρος βρέθηκε στο μάτι του κυκλώνα, ακριβώς τη στιγμή που η απουσία της Δανάης άφηνε τον αέρα ηλεκτρισμένο και έτοιμο να εκραγεί.
Μόνος με τη Νεφέλη πια, ο Νικηφόρος προσπάθησε να συμμαζέψει τα ασυμμάζευτα. Η καχύποπτη ματιά της δεν άργησε να πέσει πάνω του.
«Τσακωθήκατε με τη μικρή;» τον ρώτησε κοφτά.
«Κουβέντα κάναμε...»  απάντησε εκείνος, κρύβοντας την ταραχή του πίσω από ένα ψεύτικο χαμόγελο.
Μα η σκέψη του ούτως ή άλλως είχε καρφωθεί αλλού. Αν η Νεφέλη ήξερε τι «δυναμίτης» κρυβόταν πίσω από τη νεαρή ηλικία της Δανάης και πώς τον είχε αφήσει λειψό, τα πόδια της θα τρέμανε εξίσου.
Η Νεφέλη τον ζύγισε με βλέμμα που δεν άφηνε περιθώρια για αυταπάτες. Τα σταυρωμένα χέρια της ανέδιδαν μια προκλητική αμυντικότητα, γεμάτη υποψίες.
«Πολύ «συμβουλευτικός» έχεις γίνει τελευταία, Νικηφόρε...» του πέταξε με υπονοούμενο. «Και φοβάμαι πως το παιχνίδι σας θα αφήσει καμμένα ερείπια.»
Εκείνος προσπάθησε να γελάσει την κατάσταση, κρύβοντας τον πυρετό που τον έκαιγε από μέσα.
«Σοβαρεύσου, σου λέω... Εμείς οι μεγαλύτεροι απλώς βάζουμε τα πράγματα στη θέση τους.»
Η Νεφέλη έκλεισε την απόσταση με μια κίνηση γεμάτη υποσχέσεις, τυλίγοντας τον με το άρωμά της. Το βλέμμα της γλίστρησε πάνω του, διαβάζοντας κάθε ίχνος της ταραχής του.
«Στους νέους, λες;» ψιθύρισε με φωνή που ακουγόταν σαν χάδι και πρόκληση μαζί. «Εγώ βλέπω έναν άντρα πιασμένο στην παγίδα του, που μάλλον περνάει υπέροχα μέσα στα δίχτυα του.»



0 comments:

Δημοσίευση σχολίου

 
Web Informer Button