..Μπουμπουτσέλια (Παναγίτσα), Μονεμβασιά. 1957. Ήταν επτάχρονος και ήταν άνοιξη. Το ελαφρύ αεράκι δημιουργούσε μικρά κύματα στις φυλλωσιές, δίνοντας ζωή σε όλο το τοπίο. Του άρεσε ιδιαίτερα αυτή η εποχή, η στιγμή που η φύση ξαναγεννιόταν και κάθε μικρή λεπτομέρεια αποκτούσε τη δική της σημασία. Μπορούσε να κάθεται ώρες ακίνητος, παρατηρώντας χωρίς να κουράζεται. Δεν ήταν απλώς μια παρακολούθηση του κόσμου γύρω του, ήταν ένας σιωπηλός διάλογος με τη φύση. Ένας τρόπος να χάνεται στις μικρές κινήσεις, στους ήχους και στα χρώματα, σαν να προσπαθούσε να καταλάβει κάτι βαθύτερο από την απλή ομορφιά του τοπίου. Ίσως χωρίς να το γνωρίζει ακόμη, μάθαινε από τη φύση την υπομονή και την αρμονία της. «Η φύση δεν βιάζεται ποτέ, κι όμως τα πάντα γίνονται στην ώρα τους.» ( Λάο Τσε, Κινέζος φιλόσοφος (6ος αιώνας π.Χ.) Το βλέμμα του ακολούθησε ένα περαστικό σύννεφο πάνω από τους λόφους, καθώς ο ανοιξιάτικος ήλιος ανυψωνόταν αργά πίσω από τα βουνά, σαν να δυσκολευόταν ακόμη να αποχωριστεί τη νωχελική ησυχία της νύχτας. Μια γλυκιά δροσιά παρέμενε στην ατμόσφαιρα, χαρίζοντας στον τόπο εκείνη τη μοναδική φρεσκάδα της άνοιξης.Έμπλεξε τα δάχτυλά του και έμεινε ακίνητος να παρατηρεί. Απέναντι, στη διχάλα της μικρής συκιάς, στην αυλή του μπάρμπα Παναγιώτη, του Καραστατήρη, αντίκρισε μια μορφή που έμοιαζε με ζωντανό πολύχρωμο ψηφιδωτό. Ήταν ένας τσαλαπετεινός.
Ένα από τα πιο εντυπωσιακά πουλιά της λακωνικής γης, ένα από τα πιο ξεχωριστά δημιουργήματα της φύσης. Ο τσαλαπετεινός (Upupa epops) ξεχώριζε από το μακρύ λοφίο του με τις μαύρες άκρες, που άνοιγε και έκλεινε σαν μικρό στέμμα πάνω στο κεφάλι του.
Τον είχε πρωτοδεί λίγο νωρίτερα να ξεπροβάλλει αργά μέσα από μια συστάδα σκίνων και πουρναριών στο μπροστινό χαντάκι του σπιτιού. Πετούσε νωχελικά, κυματιστά, ανοίγοντας αργά τις φτερούγες του, σχεδόν σαν πεταλούδα, αποκαλύπτοντας τους μοναδικούς σχηματισμούς και τις αποχρώσεις του φτερώματος του. Ο ήλιος τώρα είχε ανέβει ψηλότερα πάνω από τον λόφο του Αγίου Παντελεήμονα και έλουζε το τοπίο με καθαρό φως. Μέσα σε αυτή τη φωτεινή αγκαλιά, τα χρώματα του πουλιού έμοιαζαν να ζωντανεύουν ακόμη περισσότερο. Ο τσαλαπετεινός έμεινε εκεί, με τις κομψές καμπύλες του σώματός του, και άρχισε να τραγουδά. Πανέμορφα πλάσματα, που από τα αρχαία χρόνια γέννησαν μύθους και ιστορίες. Πουλιά που δεν περνούν ποτέ απαρατήρητα, γιατί κουβαλούν κάτι από το θαύμα της φύσης. Κι εκείνος, λουσμένος στη ζεστασιά της καθαρής ανοιξιάτικης ημέρας, ένιωσε μέσα του μια βαθιά χαρά να φουσκώνει αργά, σαν την παλίρροια που ανεβαίνει σιωπηλά και γεμίζει την ακτή.





'
0 comments:
Δημοσίευση σχολίου