ADS

click to open

Πέμπτη 22 Οκτωβρίου 2026

H Natalie

«Ερωτική Μυθοπλασία ..... Βλέπε λεπτομέρειες στο Ερωτική Μυθοπλασία ΙΙ: (Part:1)
Ερωτική Μυθοπλασία ΙΙ (Part..1).....
......Οι δυο γυναίκες κοιτάχτηκαν για μια στιγμή και ύστερα ξέσπασαν ταυτόχρονα στα γέλια. Η «εργολαβία» είχε πλέον πάρει εντελώς διαφορετική τροπή.
«Η Ναταλία, η γυναίκα του μαρμαρά, δεν έχει πάρει χαμπάρι τα… ερωτικά παραστρατήματα του άνδρα της με τη γειτόνισσα;» ρώτησε η Ελπινίκη, με την απορία ζωγραφισμένη στο πρόσωπό της.
«Η Ναταλία; Τι να σου πω… Όλα είναι πιθανά μ’ αυτή τη γυναίκα. Κατάγεται από κάποιο πολύ γνωστό νησί. Βέβαια, θα μου πεις, ποιο νησί σήμερα δεν είναι γνωστό;»
Έκανε μια μικρή παύση, σαν να αναζητούσε μέσα στη μνήμη της μια παλιά εικόνα.
«Την θυμάμαι κάπως αόριστα την εποχή που ο Μιλτιάδης την πρωτοέφερε στη γειτονιά. Πιτσιρίκα είχε έρθει στην Αθήνα και γράφτηκε σε κάποια από εκείνες τις ιδιωτικές επαγγελματικές σχολές. Γνωρίστηκαν όπως γνωρίζονται τόσοι νέοι άνθρωποι, σε ένα coffee shop όπου σύχναζαν και οι δύο. Μου είχε μείνει, πάντως, η εικόνα ενός δροσερού, γλυκού προσώπου. Ήταν ένα λεπτοκαμωμένο κορίτσι, μόλις δεκαέξι χρονών, που έδειχνε μάλιστα ακόμη μικρότερο.»
«Ήταν όμορφη, με εκείνη τη φρεσκάδα που έχουν τα κορίτσια στην εφηβεία, κι είχε ένα βλέμμα γεμάτο ζωντάνια και περιέργεια για τον κόσμο. Έμοιαζε λίγο επιπόλαιη, ίσως επειδή ήταν πολύ νέα και δεν είχε ακόμη γνωρίσει τις δυσκολίες που μπορεί να κρύβει η οικογενειακή ζωή.
Τότε, βέβαια, κανείς μας δεν μπορούσε να φανταστεί πού θα την οδηγούσε η γνωριμία της με τον Μιλτιάδη. Ήρθε στη γειτονιά σαν ένα άγνωστο κορίτσι από το νησί της και, χωρίς να το καταλάβει, μπήκε σε μια οικογένεια που,τουλάχιστον όπως την έβλέπα εγώ— δεν ήταν καθόλου εύκολη.»
Η Ελπινίκη την κοίταξε με ενδιαφέρον.
«Και λες ότι δεν έχει καταλάβει τίποτα;»
Η Εριφύλη ανασήκωσε τους ώμους.
«Αυτό είναι το παράξενο. Μερικές φορές ο άνθρωπος βλέπει μόνο ότι είναι έτοιμος να δει. Κι η Ναταλία… ποτέ δεν μου φάνηκε γυναίκα που ψάχνει πίσω από τις λέξεις.»
«Ή μήπως ψάχνει και απλώς δεν θέλει να βρει;» παρατήρησε η Ελπινίκη.
Η Εριφύλη χαμογέλασε. «Ε, αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Κι μάλλον πολύ πιο ενδιαφέρουσα από την πρώτη…»
Ο γάμος τους έγινε σχετικά γρήγορα και, πριν καλά καλά προλάβουν να γνωριστούν σε βάθος, ήρθαν και τα παιδιά, ενώ ήταν ακόμη κι οι δύο ανώριμοι. Ο Μιλτιάδης, όμως, δεν υπήρξε ποτέ ιδιαίτερα προκομμένος ούτε εύκολος άνθρωπος στην οικογενειακή καθημερινότητα. Έτσι, η Ναταλία βρέθηκε από νωρίς αντιμέτωπη με τις δυσκολίες μιας ζωής που απαιτούσε περισσότερες αντοχές απ’ όσες ίσως είχε φανταστεί.
Μόνο που η Ναταλία αποδείχθηκε, τελικά… σκληρό καρύδι.
Όχι μόνο άντεξε στις δυσκολίες, αλλά, όσο περνούσαν τα χρόνια, άρχισε να βάζει τάξη εκεί όπου προηγουμένως επικρατούσε το χάος. Δεν λύγισε. Δεν μάσησε τα λόγια της. Και το πιο εντυπωσιακό ήταν πως τίποτα απ’ όλα αυτά δεν προανήγγειλε τη μελλοντική της εξέλιξη όταν ήταν ακόμη μικρή.
Τότε έδειχνε ένα χαριτωμένο, γλυκό κι αθώο κορίτσι. Μέσα της, όμως, έκρυβε μια δύναμη που κανείς δεν θα μπορούσε να υποψιαστεί.
Είχε τσαγανό, πείσμα και μια ακούραστη μαχητικότητα. Κάθε δυσκολία που εμφανιζόταν την αντιμετώπιζε σαν άλλη μία υποχρέωση που έπρεπε να φέρει σε πέρας. Με τον καιρό κατάφερε να συμμαζέψει την οικογένεια, να οργανώσει την καθημερινότητα και να δημιουργήσει ένα σπίτι που πατούσε, πλέον, σε πιο σταθερές βάσεις.
Παράλληλα με την ανατροφή των παιδιών, έπιασε δουλειά σε μια μεγάλη εταιρεία κοινής ωφέλειας. Οι απαιτήσεις ήταν πολλές, γι’ αυτό και μέρος των καθημερινών δουλειών του σπιτιού ανέλαβε να το φροντίζει η πεθερά της. Έτσι, η Ναταλία έγινε μια εργαζόμενη μητέρα που μεγάλωνε τα παιδιά της με κόπο, επιμονή και αφοσίωση.
αι, όπως συμβαίνει συχνά με τους ανθρώπους που η ζωή τους αναγκάζει να ωριμάσουν γρήγορα, η Ναταλία είχε αποκτήσει μια ιδιαίτερη αυτοπεποίθηση. Δεν ήταν πια το άπειρο κορίτσι που είχε έρθει κάποτε από το νησί της. Είχε γίνει μια γυναίκα με άποψη, αντοχή και ισχυρή προσωπικότητα.
Η θηλυκότητα της, άλλωστε, δεν περνούσε απαρατήρητη. Ξεκινούσε από την εμφάνισή της· από τον τρόπο που περιποιούνταν τον εαυτό της, από το βλέμμα της, από τη ζωντάνια της παρουσίας της. Ήταν μια γυναίκα που, παρά την κούραση της καθημερινότητας και τις ευθύνες της οικογένειας, δεν είχε αφήσει τον εαυτό της να χαθεί μέσα στους ρόλους της συζύγου και της μητέρας. Κι αυτό, ίσως, ήταν ένα ακόμη από τα στοιχεία που την έκαναν τόσο δύσκολο να την κατατάξεις σε μία μόνο εικόνα.
Η Ναταλία ήταν μάνα, εργαζόμενη, σύζυγος, αλλά πάνω απ’ όλα μια γυναίκα που είχε μάθει να διεκδικεί τη ζωή της με τον δικό της τρόπο.
Είναι εξακριβωμένο πως, μετά τον γάμο της, η Ναταλία δεν αναζήτησε συντροφιά κι επιβεβαίωση μόνο στον Μιλτιάδη. Στη γειτονιά μας κυκλοφορούσε ως κοινό μυστικό ότι, πριν από τρία τέσσερα χρόνια, είχε δημιουργήσει μια παράλληλη σχέση με έναν ξάδελφο του άνδρα της.
Ο ξάδελφος του Μιλτιάδη ήταν στρατιωτικός και, εκείνη την εποχή, είχε μετατεθεί από την επαρχία στην Αθήνα. Ήταν χωρισμένος, χωρίς ιδιαίτερες οικογενειακές υποχρεώσεις, κι η Ναταλία τον θεωρούσε μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα περίπτωση για μια κρυφή ερωτική σχέση.
Κι εκείνος, άλλωστε, είχε τη δική του ιστορία. Ο γάμος του είχε διαλυθεί ύστερα από απιστία της πρώην συζύγου του. Λεγόταν πως, όσο εκείνος υπηρετούσε στη Θεσσαλονίκη κι έλειπε συχνά σε διατεταγμένη υπηρεσία, εκείνη είχε βρει παρηγοριά στην αγκαλιά ενός νεαρού φοιτητή.
Η σχέση αποκαλύφθηκε όταν ο ίδιος αντιλήφθηκε τι συνέβαινε, και λίγο αργότερα το ζευγάρι οδηγήθηκε στο διαζύγιο. Έτσι, όταν εκείνος βρέθηκε στην Αθήνα, οι δυο τους συναντήθηκαν κουβαλώντας ήδη στις πλάτες τους γάμους που είχαν αφήσει πληγές και απογοητεύσεις.
Η γνωριμία τους εξελίχθηκε γρήγορα σε έναν κρυφό δεσμό, για τον οποίο στη γειτονιά ψιθύριζαν αρκετά, χωρίς όμως κανείς να γνωρίζει με βεβαιότητα τις λεπτομέρειες.
Η Ναταλία, πάντως, δεν έδειχνε να φοβάται εύκολα τα σχόλια. Είχε μάθει πια να αποφασίζει μόνη της για τη ζωή της και να αντιμετωπίζει τις συνέπειες των επιλογών της.
Η Ελπινίκη την άκουγε με ολοένα μεγαλύτερο ενδιαφέρον.
«Δηλαδή, φιλενάδα μου, η Ναταλία έχει ολόκληρο παρελθόν που δεν μου είχες αποκαλύψει!»
Η Εριφύλη γέλασε.
«Εσύ ήθελες κουτσομπολιό κι εγώ σου ανοίγω ολόκληρο αρχείο!»
«Αουτς!  Φαίνεται πως βγήκαν στην επιφάνεια «λαβράκια» και το κλίμα έχει ανάψει! 
Όταν υπάρχουν μυστικά που αποκαλύπτονται ξαφνικά, η κατάσταση μπορεί να γίνει από άκρως πικάντικη μέχρι... εκρηκτική.
Για πες, τι ακριβώς έχεις ανακαλύψει για το «αμαρτωλό» παρελθόν της Ναταλίας; Είμαι όλη αυτιά για το επόμενο επεισόδιο αυτού του δράματος! Και μου φαίνεται πως το επεισόδιο έχει πολλά ακόμη κεφάλαια…»
«Αυτό να το θεωρείς βέβαιο. Σου περιγράφω μια πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία, ενα ψυχολογικό πορτρέτο, όπου η ένταση κρύβεται κάτω από την επιφάνεια. Υπάρχει στην ιστορία της Ναταλίας μια έντονη χημεία και ένας εσωτερικός κόσμος γεμάτος συμβάντα που δεν έχουν ειπωθεί ποτέ δυνατά.
Η Ναταλία, από την πρώτη κιόλας στιγμή που τη γνώρισε ο ξάδελφος, δεν περνούσε ποτέ απαρατήρητη από μπροστά του. Στο μυαλό του είχε πλάσει συχνά στιγμές οικειότητας μαζί της, άλλοτε πιο τολμηρές κι άλλοτε πιο τρυφερές. Η έλξη που ένιωθε ήταν ολοφάνερη, ακόμη κι αν δεν την είχε εκφράσει ποτέ ανοιχτά.
Εκείνη την εποχή, ο Μιλτιάδης κληρονόμησε ένα μεγάλο κτήμα με ελιές στη Δυτική Ελλάδα. Έπρεπε να ταξιδέψει στο χωριό για ορισμένες κληρονομικές υποθέσεις και, καθώς δεν είχε επείγουσες εργολαβικές υποχρεώσεις, αποφάσισε να παραμείνει περίπου δέκα μέρες, ώστε να επιβλέψει και τη συντήρηση του κτήματος.
Πριν φύγει, τηλεφώνησε στον ξάδελφό του.
«Θα λείψω μερικές μέρες. Αν χρειαστεί κάτι η Ναταλία, ρίξε μια ματιά. Ξέρεις… καμιά βοήθεια στο σπίτι, καμιά ανάγκη που μπορεί να προκύψει.»
Ο ξάδελφος συμφώνησε πρόθυμα. Την επόμενη κιόλας μέρα, αργά το απόγευμα, χτύπησε το τηλέφωνό του. Ήταν η Ναταλία.
«Τι έγινε, ξαδερφούλη; Έφυγε ο Μιλτιάδης κι εσύ μέσα σε δύο μέρες με ξέχασες κιόλας;»
«Όχι, ξαδερφούλα μου. Απλώς μου έτυχε μια δύσκολη υπηρεσία. Είναι δυνατόν να λες πως σε ξέχασα; Εγώ σε σκέφτομαι μέρα νύχτα.»
«Α, έτσι; Γιατί εγώ αυτές τις δυο μέρες νιώθω μια μοναξιά…»
Η φωνή της είχε έναν τόνο παιχνιδιάρικο, σχεδόν προκλητικό.
«Και πώς είναι οι διαθέσεις σου; Έχεις τουλάχιστον φάει τίποτα της προκοπής;»
«Πίτσα παρήγγειλα.»
«Πίτσα; Ξεροφαγία, δηλαδή!»
«Εύκολη λύση. Και, αν το καλοσκεφτείς, μια χαρά διατροφή είναι.»
«Πλάκα μου κάνεις! Όχι και υγιεινή! Ξάδερφε, βάλε τον καφέ κι έρχομαι με ένα διπλό πιάτο σπανακόπιτα που έφτιαξα με τα χεράκια μου. Να λαδώσει λίγο το άντερο και να σου φτιάξει η διάθεση! Σε θέλω ευχαριστημένο!»
Ύστερα πρόσθεσε, με προσποιητή αγανάκτηση.
«Αυτή η καλή κυρία απο τη Μολδαβία που υποτίθεται πως σου καθαρίζει το σπίτι, δεν σου μαγειρεύει τουλάχιστον;»
«Έχει φύγει για την πατρίδα της. Στο τέλος του μήνα γυρίζει.»
«Α, κατάλαβα…»
Για μια στιγμή σώπασε. Η πληροφορία αυτή, όσο αθώα κι αν ακουγόταν, της προκάλεσε ένα μικρό τσίμπημα ζήλιας.
«Ούτε φαΐ ούτε γυναικεία συντροφιά, λοιπόν…» σκέφτηκε, αλλά δεν το είπε δυνατά.
Δεν της ήταν καθόλου ευχάριστη η ιδέα πως ο ξάδελφος της είχε τη δική του ερωτική ζωή και πως, όταν η κυρία από τη Μολδαβία επέστρεφε, πιθανότατα θα ξαναγινόταν μέρος της καθημερινότητας του. Η σκέψη αυτή την ενόχλησε περισσότερο απ’ όσο περίμενε. Κι εκείνη ακριβώς τη στιγμή κατάλαβε κάτι που μέχρι τότε προτιμούσε να μην παραδέχεται ούτε στον ίδιο της τον εαυτό. Η ζήλια της δεν ήταν απλώς μια αθώα οικογενειακή περιέργεια. Ήταν ενδιαφέρον. Ήταν έλξη. Και, ίσως, ακόμη κάτι περισσότερο.
Έτσι, μέσα σε λίγα λεπτά, πήρε την απόφαση της. Θα πήγαινε να τον δει. Θα του έκανε παρέα, θα του πήγαινε τη σπανακόπιτα, θα έπιναν τον καφέ τους και, χωρίς να βιαστεί, θα άφηνε τα πράγματα να δείξουν μόνα τους προς τα που μπορούσαν να οδηγήσουν. Το χαμόγελο που σχηματίστηκε στα χείλη της ήταν σχεδόν αδιόρατο. Η Ναταλία είχε μόλις αποφασίσει να περάσει από τα λόγια… στις πράξεις.
Χωρίς να χάσει χρόνο, έκανε ένα γρήγορο μπάνιο και διάλεξε με ιδιαίτερη φροντίδα τι θα φορούσε. Ένα κόκκινο, κομψό σετ εσωρούχων κι ένα κοντό φόρεμα ολοκλήρωσαν την εμφάνισή της. Κοιτάχτηκε για λίγο στον καθρέφτη και χαμογέλασε στο είδωλό της.
Η καρδιά της χτυπούσε δυνατά. Η σκέψη του ξαδέλφου είχε αποκτήσει πλέον μια ένταση που δυσκολευόταν να αγνοήσει. Δεν πήγαινε απλώς να του αφήσει τη σπανακόπιτα και να πιουν έναν καφέ. Το ήξερε και η ίδια.
Όταν έφτασε, εκείνος την περίμενε στην είσοδο. Μόλις έκλεισε η πόρτα πίσω τους και βρέθηκαν πια μακριά από τα αδιάκριτα βλέμματα της γειτονιάς, η απόσταση ανάμεσα τους εξαφανίστηκε. Ο άντρας την πλησίασε ορμητικά, την τράβηξε κοντά του στην αγκαλιά του και τη φίλησε.
«Μωρό μου…» ψιθύρισε.
Την κοίταξε στα μάτια. «Ξαδερφούλα, πάει καιρός που με αναστατώνεις. Δεν μπορώ να σε βγάλω από το μυαλό μου.»
Η Ναταλία χαμογέλασε. Δεν χρειαζόταν να της εξηγήσει περισσότερα· είχε καταλάβει από καιρό τι κρυβόταν πίσω από τα βλέμματα του.
«Κι εγώ σε θέλω… εδώ και καιρό», του απάντησε χαμηλόφωνα.
Η αγκαλιά τους έγινε πιο σφιχτή κι για λίγες στιγμές κανείς τους δεν μίλησε. Η ένταση που είχε συσσωρευτεί όλο αυτόν τον καιρό έμοιαζε να βρίσκει επιτέλους διέξοδο.
«Θα σε κάνω να ξεχάσεις για λίγο όλα τα υπόλοιπα», της είπε εκείνος.
Η Ναταλία γέλασε και τον αγκάλιασε ξανά.
«Μόνο πρόσεχε», του ψιθύρισε. «Γιατί μπορεί να μην είμαι εγώ αυτή που θα θέλει να φύγει πρώτη.»
Η σκέψη ότι βρισκόταν στο ίδιο σπίτι όπου εκείνος είχε ζήσει με άλλες γυναίκες ερωτικές στιγμές της προκαλούσε ένα παράξενο μείγμα ζήλιας και ικανοποίησης. Είχε μάθει για την άλλη γυναίκα, για τη σχέση που είχε προηγηθεί, και τώρα βρισκόταν η ίδια εκεί. Κι όσο κι αν προσπαθούσε να το κρύψει πίσω από το χιούμορ της, ένα πράγμα ήταν πλέον ξεκάθαρο: η Ναταλία δεν είχε έρθει μόνο για τη σπανακόπιτα.
Ήταν εκτός εαυτού και οι δύο τους και οι φωνές της ακούγονταν σίγουρα σε όλο σπίτι, αλλά δε τους ένοιαζε εκείνες τις στιγμές.  Είχανε χαθεί σε έναν άλλο κόσμο. Ζούσε τόσο έντονα το σεξ με τον ξάδερφο, που της φαινόταν απίστευτο!
Κάποια στιγμή ο φαλλός του αναζήτησε τη πίσω τρύπα της, 
«Αχ, δεν αντέχω, πονάω!»
«Θα το συνηθίσεις καύλα μου, θα κάνω αργές κινήσεις!» και συνέχισε να χαϊδεύει το μουνί της. Δεν ήθελε να βιαστεί, αν κι ένιωθε ότι η Ναταλία φλέγεται από τον πόθο της κι ότι τον θέλει. «Ο μαλάκας ο ξάδερφος δεν ... από πίσω;»
«Ναι αλλά όχι συχνά!»
«Δηλαδη όλα αυτά τα χρόνια δεν είχες κάποια σχέση, εκτός τον Μιλτιάδη που στο ζητούσε;»
Η Ναταλία έχωσε το κεφάλι της στο μαξιλάρι και ψιθύρισε ήρεμα, «Όχι.»
Η Ναταλία τον είχε απολαύσει από κάθε άποψη και τώρα ήξερε πως με τον ξάδερφο είχαν πολλά ακόμη να ζήσουν μαζί. Ήταν γεμάτη απ’ αυτόν, κυριολεκτικά και μεταφορικά.
Αφού έμειναν για λίγο ακόμη κοντά, μιλώντας χαμηλόφωνα και πειράζοντας ο ένας τον άλλον, αποφάσισαν πως για εκείνη την ημέρα έπρεπε να σταματήσουν. Η ώρα είχε περάσει κι η Ναταλία έπρεπε κάποια στιγμή να επιστρέψει στο σπίτι της.
Δεν χρειάστηκε να κάνουν σχέδια για το μέλλον. Κανείς τους δεν ήξερε πού θα οδηγούσε αυτή η ιστορία. Ήξεραν, όμως, πως η έλξη ανάμεσά τους δεν ήταν κάτι που μπορούσαν εύκολα να αγνοήσουν. Ο χρόνος θα έδειχνε αν μπορούσε να συνεχιστεί.
Και τελικά συνεχίστηκε. Για αρκετούς μήνες, οι συναντήσεις τους γίνονταν όλο και συχνότερες. Βρίσκονταν άλλοτε στο σπίτι του κι άλλοτε σε άλλα μέρη, όπου μπορούσαν να έχουν λίγη ιδιωτικότητα. Η σχέση τους απέκτησε τη δική της ένταση και τον δικό της ρυθμό, μέχρι που μια νέα μετάθεση έστειλε τον ξάδελφο στη Βόρεια Ελλάδα κι οι δρόμοι τους απομακρύνθηκαν.
«Και δεν είναι μόνο αυτό», συνέχισε η Εριφύλη. «Τον τελευταίο καιρό η Ναταλία παρακολουθεί προχωρημένα σεμινάρια για γραμματείς. Θέλει να αναλάβει καθήκοντα ιδιαιτέρας σε γραφείο υψηλόβαθμου στελέχους της εταιρείας της.»
Η Ελπινίκη ανασήκωσε τα φρύδια.
«Και υποθέτω πως υπάρχει και σχετικό… παρασκήνιο.»
«Ακριβώς! Στη δουλειά κυκλοφορεί ευρέως η φήμη ότι το συγκεκριμένο στέλεχος διατηρεί μια ιδιαίτερη σχέση μαζί της.»
«Α, μάλιστα! Η Ναταλία δεν κάθεται ποτέ με σταυρωμένα τα χέρια.»
Η Εριφύλη γέλασε.
«Και κάτι ακόμη που μας αφορά ως γυναίκες: η εξουσία που ασκεί ένα υψηλόβαθμο στέλεχος, αγάπη μου, μπορεί να είναι ένα από τα πιο ισχυρά στοιχεία έλξης. Και το κοφτερό μυαλό είναι επίσης εξαιρετικά γοητευτικό—καμιά φορά περισσότερο κι από μερικές… φέτες στην κοιλιά!»
Η Ελπινίκη χαμογέλασε.
«Και είναι κακό αυτό, Εριφύλη μου;»
«Καθόλου, Ελπινίκη μου. Η Ναταλία το γνωρίζει πολύ καλά. Άλλωστε, απ’ ό,τι φαίνεται, δεν μιλάει θεωρητικά. Έχει μάθει να αναγνωρίζει τη γοητεία της εξουσίας και της ευφυΐας από πρώτο χέρι.»
Η Ελπινίκη έμεινε για λίγο σιωπηλή και ύστερα χαμογέλασε πονηρά.
«Δηλαδή, η φίλη μας έχει ανοίξει ολόκληρο… επαγγελματικό κεφάλαιο στη ζωή της.»
«Και φοβάμαι πως το κεφάλαιο αυτό μόλις άρχισε», απάντησε η Εριφύλη.
Η Ελπινίκη γέλασε, αλλά το βλέμμα της Εριφύλης σοβάρεψε.
«Μμμ… ναι. Αλλά, Ελπινίκη μου, όποια κι αν είναι η Ναταλία, ένα πράγμα φαίνεται πως το έχει: τσαγανό. Και κάτι μου λέει πως κι αυτή γουστάρει τρελά τον Νικηφόρο μου.»
Η Ελπινίκη την κοίταξε με εκείνο το πονηρό χαμόγελο που προμήνυε πως η συζήτηση μόλις έμπαινε σε πιο προσωπικό έδαφος.
«Λες να έχει κάνει παιχνίδι ο Νικηφόρος σου μαζί της;»
«Μπα… κομματάκι δύσκολο. Του έχω τόσο μαζεμένα τα λουριά όταν έρχεται, που δεν του μένει και πολύς χώρος για τέτοια.»
«Α, ώστε έτσι;»
«Και να σου πω και κάτι; Νομίζω πως ο μαζόχας μου απολαμβάνει το “πρέσινγκ” που του κάνω!»
Η Ελπινίκη ξέσπασε σε γέλια.
«Και δεν έχεις τύψεις;»
«Καθόλου! Άλλωστε, η αλήθεια είναι πως κι εγώ δεν τον αφήνω να έχει παράπονο.»
«Δηλαδή, ρε Εριφύλη, του κάνεις όλα τα γούστα;»
Η Εριφύλη ανασήκωσε τα φρύδια της, δήθεν αγανακτισμένη.
«Τρελή είσαι, κοπέλα μου; Εμείς οι γυναίκες να κάνουμε στους άντρες μας όλα τα χατίρια; Τι θέλεις, να μας περάσουν και για… πουτάνες; Τι σου μάθαινε η μάνα σου, κορίτσι μου;»
«Και πού τα κάνουμε, Εριφύλη;»
Η Εριφύλη γέλασε δυνατά.
«Ξέρω ’γω; Αυτό που ξέρω είναι πως όλες οι «αχόρταγες» κάπου βρίσκουν έναν γκόμενο. Γιατί τον έχουν; Για να τους απλώνει τα ρούχα στα σχοινιά και να τους τινάζει τα σεντόνια; Πρέπει να ζητήσουμε συμβουλές από εκείνη την ξεχασμένη φιλενάδα σου, την Κλεοπάτρα!»

 
Web Informer Button