ADS

click to open

Τρίτη 6 Ιανουαρίου 2026

Logia Tis Prymnis

..Ένα μικρο απόσπασμα από τo.......Ναυτικός! Το Δεύτερο Μπάρκο, Τρίτος μηχανικός...... Βλέπε: https://katianouba.blogspot.com/......
..........Το πλοίο τρεις ημέρες αργότερα τελειώνοντας την εκφόρτωση αφήσαμε πίσω μας τη Χάβρη στο γλυκό απογευματινό φως και βάλαμε πλώρη νοτιοδυτικά, σαλπάραμε για τις ακτές της Νιγηρίας προς φόρτωση με προορισμό εκφόρτωσης τις Ολλανδικές Αντίλλες στην καραϊβική θάλασσα. Στο τέλος της πρώτης εβδομάδας διασχίζαμε τον ωκεανό με πλώρη στο νοτιά, αφήνοντας πίσω μας στα βορειοδυτικά την σκοτεινή θάλασσα των Σαργάσσων και με το πλοίο να πλέει λουσμένο στο ασημένιο φεγγαρόφωτο. Ολόκληρη η περιοχή χαρακτηρίζεται από εξαιρετικά ευμετάβλητες καιρικές συνθήκες και ιδιαιτέρως έντονα μετεωρολογικά φαινόμενα τα οποία είναι συνήθως εντελώς απρόβλεπτα και βραχύβια. Στο φως του φεγγαριού που κρεμόταν σαν χρυσοκόκκινο μενταγιόν στον ουρανό, ένα νησί ξεπρόβαλε μεσ’ από τα σκοτεινά νερά σαν μια ασαφή γραμμή στο σημείο που έσμιγαν ουρανός και θάλασσα. Περασμένα μεσάνυχτα έχουμε τελειώσει την δεύτερη τετράωρη βάρδια και βρισκόμαστε με τον ανθυποπλοίαρχο τον καπετάν Επαμεινώνδα στην πρύμνη του πλοίου για ένα τελευταίο τσιγάρο. Γύρω μας επικρατεί ηρεμία, γαλήνη. Σιωπηροί κοιτάζουμε την ήρεμη θήλασα βυθισμένοι ο καθένας στις σκέψεις του. Ο θόρυβος από την προπέλα του πλοίου που στροβίλιζε ρυθμικά στα ήσυχα νερά ήταν ο μόνος θόρυβος που ακουγόταν σαν μουσική που κάλυπτε όλους τους άλλους ήχους.
Η σιωπή παρατείνεται... Ξαφνικά ο καπετάν Επαμεινώνδας σπάει την άβολη σιωπή μ' ένα μικρό νεύμα προς εμένα και με ήρεμη φωνή μου λέει. «Σ’ αυτές εδώ τις θάλασσες αγγίζουμε το μυστήριο. Κάθε τι που μας περιβάλλει και που δεν είναι ορατό, είναι μυστήριο.»
«Εγώ πιστεύω ότι αυτά είναι μύθοι και δεισιδαιμονίες. Προϊόντα καλπάζουσας φαντασίας ή φυσικά φαινόμενα που πήραν διαστάσεις λόγω άγνοιας.» Του απάντησα.
«Προλήψεις και δεισιδαιμονίες συναντιόνται από τα αρχέγονα χρόνια μέχρι σήμερα.» μου αντέτεινε. Και με μια φευγαλέα κίνηση αγγίζει με το χέρι του τον ξύλινο στυλοβάτη της σημαίας στην πρύμνη, προκειμένου να επικαλεστεί την προστασία του και να μη μας συμβεί κάτι που μόλις ειπώθηκε.
«Σήμερα όλα αυτά αντιμετωπίζονται περισσότερο ως αστείο, ωστόσο κάποιοι εξακολουθούν να πιστεύουν στο ανεξήγητο.» Αντέτεινα.
«Τα κακά τελώνια και πνεύματα. υπάρχουν, δεν τα βλέπουμε! Κι’ όμως υπάρχουν.»
«Πάνε πάνω από έξι χιλιάδες χρόνια που η θεία εκδίκηση αλυσόδεσε στο βράχο τον Προμηθέα και ο Ηρακλής τον ελευθέρωσε για να απαλλαγούμε απ’ αυτά τα δεσμά.» Του ανταπάντησα.
«Μην ξεχνάς ότι ακόμη και σήμερα αντιμετωπίζουμε την μοίρα μας σαν κάτι το αναπόφευκτο και προκαθορισμένο αγαπητέ μου.» Μου συμπλήρωσε τις σκέψεις του κι ένα αμυδρό χαμόγελο άρχισε να διαγράφεται στο πρόσωπο του.
Δεν υπήρχε στη σκέψη μου κάτι άλλο που θα μπορούσα να προσθέσω στη μακροσκελή συζήτηση για αντεπιχείρημα και ούτε το επιθυμούσα….
Διαισθάνθηκα ότι ξεπέρασα από τις κόκκινες γραμμές με την αρνητική μου θέση στη συζήτηση μας και στα πιστεύω του και δεν το επιθυμούσα να χαρακτηριστώ αναιδής από τον συνομιλητή μου.
Συμφωνήσαμε ότι …διαφωνούμε! Έμεινα σιωπηλός με το βλέμμα στραμμένο στον έναστρο ουρανό αναζητώντας μία οδό διαφυγής από την συζήτηση.
Παροδικά με συνεπήρε μια συγκίνηση ενθυμούμενος παρόμοιες συζητήσεις και στιγμές από τις πιο γλύκες της μέχρι τότε της ζωής μου. Την τελευταία χρονιά φοίτησης στην Ναυτική Ακαδημία, είχαμε την τύχη να έχουμε καθηγητή έναν νεαρό αξιωματικό του πολεμικού ναυτικού. Η μελέτη του μαθήματος ξέφευγε από τα συνηθισμένα και διεισδούσε σε μονοπάτια σκέψης σαν τα αποψινά. Ο λόγος του σε αιχμαλώτιζε, αβίαστα κυλούσε σαν μέλι στις παλλόμενες αρτηρίες των ακροατών του που είχαν την ευτυχία να τον ακούν.
Μείναμε εκεί έξω στην πρύμνη γύρω στα δέκα λεπτά και αναχωρήσαμε για ύπνο. «Έχουμε χρόνο να τα ξαναπούμε για το θέμα αυτό αγαπητέ μου φίλε,» Του είπα αναχωρώντας.
Ο καπετάν Επαμεινώνδας, είναι ο πρακτικός τρίτος πλοίαρχος του πλοίου, ένας σαρανταπεντάρης λεπτός, στεγνός, ζωντανός άνδρας, αγαπητός και χαμογελαστός, καταδεχτικός και πρόσχαρος, τόσο χαριτωμένος, που όλοι μας στο πλοίο τον αποκαλούσαν «ο καλός μας φίλος».
Εκτελώντας τις ίδιες βάρδιες, είχαμε αποκτήσει μεταξύ μας μια έκδηλη οικειότητα, κάνοντας ταυτόχρονα πολύ καλή παρέα και τελειώνοντας τις βάρδιες μας παίρναμε το βραδινό δείπνο παρέα.
Τον ενθυμούμαι που ποτέ του δεν με άφησε να τελειώσω ένα πλήρες χορταστικό γεύμα. «Από τραπέζι είναι απαράβατος κανόνας να σηκώνεσαι πεινασμένος.» Μου έλεγε. 
Περνώντας τα χρόνια ομολογώ πόσο δίκιο είχε.................

Click to Open

Σάββατο 3 Ιανουαρίου 2026

Sunset of Bliss

Ένα μικρο απόσπασμα από τo.......Ναυτικός! Το πρώτο Μπάρκο, Δόκιμος μηχανικός...... Βλέπε: https://katianouba.blogspot.com/......
Η τελευταία αναλαμπή του ήλιου χάθηκε στο δυτικό ουρανό. Το γαλάζιο τ' ουρανού έχει στραφεί στο μεταξύ προς το μενεξεδί, προς το μαβί, οι ακτίνες του ήλιου έχουν γίνει κόκκινες, ύστερα από το σταχτί και φαιό, ενώ η ασπράδα του φεγγαριού ξεπροβάλλει όλο και πιο αποφασιστική έτσι όπως το φωτεινό τμήμα του κυριεύει σιγά σιγά όλο το στρογγυλό δίσκο. Το φεγγάρι είναι το πιο άστατο από τα σώματα του ορατού σύμπαντος, αλλά και το πιο τακτικό όσον αφορά τις πολύπλοκες συνήθειες του, δε λείπει ποτέ από κανένα ραντεβού του. Ένα σύννεφο που τρέχει πίσω του από γκρίζο γίνεται φωτεινό και γαλακτερό, και ο ουρανός από πίσω έχει γίνει κατάμαυρος, τ' αστέρια έχουν ανάψει, το φεγγάρι τώρα είναι ένας μεγάλος εκτυφλωτικός καθρέφτης που πετά, μια φωτεινή λίμνη που αναβλύζει ολόγυρα ακτίνες και διαχέει στο σκοτάδι ένα ψυχρό ασημένιο φωτοστέφανο πλημμυρίζοντας τους δρόμους των νυχτοβατών με άσπρο φως και τ' άστρα του ωκεανού έλαμψαν σκληρά, κοντινά στη γη, ασημώνοντας τον ουράνιο θόλο μ' ένα μεγαλείο που δεν μπορεί ούτε να διανοηθεί ένας κάτοικος της πόλις. Τα λουλούδια του βάλτου εμπρός τους, μοσχοβολούν και χαρίζουν το μοναδικό έντονο άρωμα τους τριγύρω, το ολόγιομο φεγγάρι, με τα χρυσοκόκκινα χρώματα συνεχίζοντας την πορεία του έλαμπε τώρα πάνω στα ερείπια του εγκαταλειμμένου παλιού κάστρου, που φάνταζε σιωπηλό και ήρεμο προϊστορικό μνημείο. Πέρα από μια συστάδα θάμνων ερχόταν σαν επαναλαμβανόμενο τραγούδι ο απόηχος των γρύλων και ο αναστεναγμός των καλαμιών. Τα τζιτζίκια είχαν σωπάσει από νωρίς και η φύση ετοιμαζόταν για την νυκτερινή γαλήνη. H νύχτα που πέφτει γρήγορα, τους βρήκε τον ένα δίπλα στον άλλο, η ατμόσφαιρα είναι ευχάριστα δροσερή, και ο λικνιστικός ρυθμός του κύματος με το μονότονο μουρμούρισμα σαν εκείνο ενός μικρού παιδιού που αποκοιμιέται απομακρύνοντας κατά μέρος τις σκέψεις του και τον παρασύρει να βυθιστεί σε πρόσκαιρη λήθη, έτσι όπως την ένιωθε τρυφερά ακουμπισμένη πάνω στον ώμο του. Στο πλάτωμα ήρθαν και κάθισαν δύο γλάροι. Ήταν φαίνεται ζευγάρι γιατί για ένα λεπτό ένωσαν τα ράμφη τους, ένα φιλί να ήταν; Η Διδώ το εξέλαβε για καλό οιωνό. Έρωτας, αγάπη, πάθος, δεν μπορεί, παρά να ήταν οιωνός καλός. Ήρθαν να συντροφεύσουν την ευδαιμονία τους με τη δικιά τους τρυφερότητα, που είναι η ίδια για όλα τα όντα του ζωικού βασιλείου. Αυτός το επόμενο που θυμάται είναι μια δυνατή αγκωνιά στα πλευρά του και τη φωνή της Διδώ. 
«Ει Θαλασσοπόρε!»
Άνοιξε τα μάτια ξαφνιασμένος. Η Διδώ ήταν γονατισμένη μπροστά του. 
«Ε.. Τι;» 
«Αν είναι δυνατόν! Κοιμήθηκες; Χριστέ μου! Έτσι φέρεσαι πάντα όταν βγαίνεις ραντεβού;»
Στεκόταν πολύ κοντά του και ένοιωθε να βουλιάζει σ’ εκείνα τα βαθιά γκριζοπράσινα μάτια της. 
«Απλώς σκεφτόμουν»
Ανακάθισε στο έδαφος γύρισε στο πλάι, δίπλωσε τις γάμπες κάτω από τους μηρούς της απαλά, σαν γάτα, και τέντωσε τους λεπτούς αστραγάλους της .
«Ήθελα να ‘ξερα τι σκέπτεσαι»
Αυτός όπως την είδε να κάθεται στις γάμπες της σκέφτηκε αμέσως, ότι η κοπέλα είχε κάνει μαθήματα μπαλέτου. Στη συνέχεια πήρε πολύ σοβαρό ύφος και της λέει. 
«Αν αποκτήσω ένα τέτοιο σκάφος θα χρειαστώ και μούτσο» δείχνοντας το ιστιοφόρο που ελλιμενιζόταν στο βάθος του όρμου. Η Διδώ το σκέφτηκε λιγάκι! 
«Κάνε με δεύτερο καπετάνιο» και με μεγάλο χαμόγελο, κέφι και θετική ενέργεια! «και κόλλα το» του λέει.
Δεν της απάντησε αμέσως. Ήταν η σειρά του να ανακαθίσει στο έδαφος, έσυρε την άκρη του δαχτύλου του στο πάνω μέρος του ενός αυτιού της. Ήταν απίστευτα όμορφη στο φως του φεγγαριού. Τα μάτια της είχαν σκούρες και πράσινες πιτσιλιές. Σαν χαλκοπράσινα οπάλια. Ταξίδεψε τον αντίχειρά του στο πλάι του λαιμού της και ένιωσε το αδιόρατο κυμάτισμα όταν εκείνη ξεροκατάπιε. Υπήρχε κάτι το εξωπραγματικό στη στιγμή, κάτι ονειρικό που δεν ήθελε να τελειώσει. Καθώς τα ακροδάχτυλα του γλίστρησαν κατά μήκος του λαιμού της, το ανάλαφρο άγγιγμα φάνηκε να την αφοπλίζει. Το κορμί του αντέδρασε έντονα στο γεγονός ότι το κορίτσι βρισκόταν τόσο κοντά του. Κάψα γλίστρησε κάτω από την επιδερμίδα του και μαζεύτηκε σε άβολα σημεία. Μύες σφίχτηκαν, φούσκωσαν. 
Τώρα ήθελε να μάθει πώς να ήταν η επιδερμίδα της στο άγγιγμα, η λεία καμπύλη του γυμνού της ώμου κάτω από τα δάχτυλά του, ήθελε να εξερευνήσει με την άκρη της γλώσσας του τα αμέτρητα μυστικά που κρύβονταν κάτω από το φόρεμά της. Μπορούσε ήδη να ανακαλέσει κατά βούληση στο μυαλό του το σχήμα του σώματός της.
Έμειναν ακίνητοι, πιασμένοι, πρόσωπο με πρόσωπο, με τις ακανόνιστες ανάσες τους να μπερδεύονται μεταξύ τους. Οι δυο τους ήταν γονατισμένοι σε έναν καλοκαιρινό κήπο, ο αέρας ήταν φορτωμένος από την θαλασσινή αύρα και την ευωδιά των άλικων λουλουδιών του βάλτου και η κοπέλα βρισκόταν στην αγκαλιά του. Τα μαλλιά της έλαμπαν στο σεληνόφως, η επιδερμίδα της ήταν απαλή σαν πέταλο λουλουδιού. Το πάνω χείλι της ήταν σχεδόν τόσο γεμάτο όσο το κάτω, οι καμπύλες τόσο ντελικάτες και απαλές όσο ο ώριμος λωτός. Κοιτώντας το στόμα της, ένιωσε τις τρίχες στο σβέρκο του να σηκώνονται από έξαψη. 
Και το στόμα του χαμήλωσε στο δικό της. Επιτέλους, όλοι οι μύες του κορμιού του φάνηκαν να αναπνέουν. Επιτέλους. Βουλιάζοντας στην απόλαυση, την άφησε να τον παρασύρει. Έπαψε εντελώς να σκέφτεται και έκανε όλα όσα ήθελε, δάγκωσε απαλά το πάνω χείλι της και έπειτα το κάτω, σφράγισε τα στόματα τους, άγγιξε τη γλώσσα της με τη δική του, έπαιξε μαζί της. Ένα φιλί άρχιζε προτού τελειώσει το προηγούμενο, μια αλυσίδα από ερωτικά χάδια, ανάλαφρα αγγίγματα και σπρωξίματα. Η ευχαρίστηση τον διαπερνούσε ολόκληρο, αντηχώντας σε κάθε φλέβα και νεύρο. Η κοπέλα ανταποκρίθηκε, περνώντας το μπράτσο της γύρω από το λαιμό του. Κουνήθηκε πάνω του λες και οι αισθήσεις κατέφθαναν από παντού. Και κατέφθαναν. Πάσχισαν και οι δυο να έρθουν πιο κοντά, πιο σφιχτά, τα κορμιά τους αναζήτησαν έναν νέο, ασταθή ρυθμό. Αν δεν τους χώριζαν τα ρούχα, αυτό που έκαναν θα ήταν ένα κανονικό ερωτικό σμίξιμο. Συνέχισε να τη φιλά για πολλή ώρα αφότου θα έπρεπε να έχει σταματήσει, όχι μόνο γιατί το απολάμβανε, αλλά και γιατί ήταν απρόθυμος να αντιμετωπίσει αυτό που θα συνέβαινε στη συνέχεια. 
Έδειχναν ότι θα μείνουν για πάντα έτσι. Μια βαριά σιωπή έπεσε ανάμεσά τους. Εκείνος απλώς συνέχισε να την κοιτάζει επίμονα. Η Διδώ άρχισε να αισθάνεται τη νυχτερινή δροσιά στους γυμνούς της ώμους.  Δεν είχε κουνούπια ούτε για δείγμα. Ο βορινός άνεμος τα παρέσερνε προς τη μαγκρόβια βλάστηση, στην άλλη άκρη του κόλπου. Ανατρίχιασε, σηκώθηκε και απομακρύνθηκε αμίλητη, διέσχισε το πλάτωμα και στάθηκε στην άκρη του αγναντεύοντας το πέλαγος με την πλάτη στραμμένη προς το μέρος του. Δεν έκανε καμία κίνηση να την ακολουθήσει.
Ο χρυσός δίσκος της σελήνης ανέβαινε μεγαλόπρεπα στον ουρανό αναγγέλλοντας μια ακόμη όμορφη καλοκαιρινή νύχτα.  Ξαφνικά σηκώνεται στις μύτες των ποδιών τεντώνεται ολόκληρη και  απλώνει κουνώντας ρυθμικά τα χέρια της. Μοιάζει με χελιδόνα που ετοιμάζεται να πετάξει, δεν μπορούσε να διακρίνει το πρόσωπό της από τη γωνία από όπου έβλεπε τη σκηνή, όμως είχε εξαιρετική θέα της κορυφής του κεφαλιού της με τα όμορφα μαλλιά της γεμάτα χρυσοκόκκινες ανταύγειες λες και παίρνουν λάμψεις απ' τον ουρανό.
«Πες μου για σένα». της λέει.
«Τι θες να μάθεις;»
«Τα πάντα. Ξεκίνα και θα σου κάνω ερωτήσεις αν θέλω να μάθω περισσότερα».
«Οκέι». Κι άρχισε να μιλάει. Η φωνή της απέκτησε ένα αστείο σχεδόν βιμπράτο τόνο και γελάσανε κι οι δύο. Η εικόνα του κοριτσιού που αναδύθηκε από την ιστορία της του ήταν ακόμα πιο ξεκάθαρη από την εικόνα της γυναίκας που καθόταν τώρα κι ακουμπούσε επάνω του με το χέρι της κάτω από το μπράτσο του. ......

Click to Open

Δευτέρα 24 Νοεμβρίου 2025

Thanatos Pikros

 
.. 
*****Ποιος θρόισε το σάβανο; Όχι, δε λέει αλήθεια.
Κανείς εδώ δεν τραγουδάει, κανείς εδώ δεν κλαίει,
κανείς σπιρούνια δε χτυπά και την οχιά δε σκιάζει:
μόνο τα μάτια ολάνοιχτα θέλω εδώ πέρα να ’χω,
να βλέπω τούτο το κορμί που αναπαμό δε θά ’βρει.

Τους άντρες θέλω εδώ να ιδώ με τη φωνή την άγρια,
που τιθασεύουν άλογα, ποτάμια κυβερνάνε,
που σύγκορμα τραντάζονται καθώς τραγούδια λένε
με ήλιο και πετροχάλικα στο φλογερό τους στόμα.

Εδώ να ’ρθούνε να τους δω. Μπροστά σ’ αυτήν την πέτρα.
Μπροστά σε τούτο το κορμί με τα σπασμένα γκέμια.
Εδώ να ’ρθούνε να μου ειπούν [ποιος δρόμος*] ποια στράτα τώρα μένει
για τούτον τον παλικαρά που ο θάνατος ορίζει.

Θέλω ένα θρήνο να μου ειπούν να μοιάζει σαν ποτάμι
με καταχνιές ανάλαφρες και δασωμένες όχτες,
μακριά να πάρει το κορμί του Ιγνάθιο ώσπου να σβήσει
χωρίς ν’ ακούει το ανάσασμα το καυτερό του ταύρου.

Να σβήσει εκεί στου φεγγαριού την ασημένια αρένα,
που [όντας*] σαν παιδί καμώνεται βουβάλι πονεμένο,
να σβήσει μέσα στη νυχτιά χωρίς ψαριών τραγούδι,
στ’ άσπρα τα θάμνα του καπνού που η παγωνιά πετρώνει.

Δε θέλω να του βάλουνε στην όψη του μαντίλια,
για να του γίνει ο θάνατος πικρός σταυραδερφός του.
Πήγαινε, Ιγνάθιο. Μην ακούς την πυρωμένη ανάσα.
Κοιμήσου, πέτα, ησύχασε. Και η θάλασσα πεθαίνει.…….****Λόρκα
......................

Δευτέρα 22 Σεπτεμβρίου 2025

Myrtle

... Ένα μικρο απόσπασμα από τo...Ερωτική Μυθοπλασία: ΙΙ...(Part: 1)...Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας του συγγραφέα. Τα ονόματα, οι χαρακτήρες, οι τοποθεσίες .....κλπ.. Βλέπε λεπτομέρειες στο Ερωτική Μυθοπλασία: ΙΙ (Part:1) Ερωτική Μυθοπλασία: ΙΙ (Part..1).....
.....Η Εριφύλη χωρίς διακοπές συνέχισε την αφήγηση περιγράφοντας στη φιλενάδα της την Ελπινίκη τα ποιο φρέσκα κουτσομπολιά που κυκλοφορούσαν και διαδίδονταν «εμπιστευτικά» από στόμα σε στόμα με τα θερμά ερωτικά συμβάντα, της γειτόνισσας της, της Αλεξάνδρας. Μια άκρως «γαργαλιστική» ιστορία που συνεχίζει να κάνει θραύση στις γυναικείες παρέες της γειτονιάς τους, λες και είναι βγαλμένη από τα πρωινάδικα social media της τηλεόρασης, με πρωταγωνίστρια την ανυποψίαστη Αλεξάνδρα, το πρόσωπο που έχει τον κύριο ρόλο στην ιστορία. Η φράση «η ερωτική της ζωή ήταν πρωτότυπη» μπορεί να ερμηνευτεί ότι είχε έναν ασυνήθιστο γάμο, και στη συνέχεια απροσδόκητη επιλογή εραστή που ξέφευγε από τα συνηθισμένα, μια επιλογή που δεν συνάδει με τις προσδοκίες ή τα πρότυπα της κοινωνίας. Η ιστορία της λοιπόν για την Ελπινίκη παρουσίαζε ένα ιδιαίτερα ξεχωριστό ενδιαφέρον και με αφοσίωση δεν χάνει την ευκαιρία να απολαμβάνει τη συνέχεια όπως την αφηγείται η Εριφύλη. Με λίγα λόγια ρουφάει σαν σφουγγάρι τα κουτσομπολιά της Εριφύλης που αποδεδειγμένα είναι μέντορας σ' αυτή τη μορφή επικοινωνίας. 
...Η Αλεξάνδρα με την παρέμβαση και τη συμβολή της αδελφής της, της Μυρτώ η ερωτική ζωή της κατάληξε αναπάντεχα να αποκτήσει, επιτυχές και ευχάριστο τέλος. Πως το λέμε σύμφωνα με την παροιμία, Ελπινίκη μου που ύστερα από πολλές περιπέτειες φτάνουμε σε αίσια έκβαση; Τέλος καλό, όλα καλά λοιπόν για την Αλεξάνδρα μας, μια γυναίκα με έντονη παρουσία και θηλυκότητα, δίνοντας έμφαση στις καμπύλες του σώματός της! Με λίγη υπομονή και πολύ τύχη βρήκε επιτέλους έναν πολύ αξιόλογο άντρα, και τον παντρεύτηκε επίσημα με παπά και με κουμπάρο. Η αδελφή της η Μυρτώ εργάζεται στη γραμματεία μεγάλης και γνωστής πολυεθνικής βιομηχανίας τροφίμων. Ένα παλικάρι, εξωτερικός συνεργάτης της εταιρείας την πολιορκούσε στενά εκδηλώνοντας τον ενδιαφέρον του και τις ερωτικές του διαθέσεις με πρόθεση τη σύναψη ερωτικών σχέσεων μαζί της και με σκοπό να γίνουνε ζευγάρι, αλλά εκείνη παρουσίαζε ισχυρή και επίμονη αντίσταση στην ερωτική πολιορκία του, που σημαίνει ότι δεν την ενδιέφερε να συνάψει ερωτική σχέση μαζί του. Κατά τα φαινόμενα το μυαλό της και οι ανησυχίες της ήταν εστιασμένες κάπου αλλού. Εγώ είχα βάσιμες υποψίες ότι ο Νικηφόρος μου ήταν ο άνδρας που την ενδιέφερε σοβαρά και ίσως τον ονειρευόταν να γίνουν ζευγάρι και μάλλον απογοητεύτηκε όταν πληροφορήθηκε τη πολύ σοβαρή του σχέση μαζί μου. Σαν συνομήλικες γυναίκες είναι σημαντικό ότι υπάρχει ανοιχτή επικοινωνία και κατανόηση μεταξύ μας και παραμένει η σχέση μας υγιής. Η Μυρτώ είναι ακόμη και σήμερα ελεύθερη και πολύ αφοσιωμένη επαγγελματικά στη δουλειά της που την αγαπάει. 
Όντως η αδελφή της Αλεξάνδρας η Μυρτώ είχε το μυαλό της στο Νικηφόρο αλλά αυτό που δεν ήξερε η Εριφύλη ούτε και η ιδία η Μυρτώ ήταν ότι και ο Νικηφόρος μια εποχή είχε σφόδρα επιθυμήσει να συνάψει ακόμη και επίσημη σχέση μαζί της. Η οικογένεια της Μυρτώ είχε τρεις τρεις κοπέλες (αδελφές.) ανύπαντρες. Την Ελπίδα είκοσι τριών ετών την εποχή εκείνη, την Αλεξάνδρα είκοσι ενός ετών και τη Μυρτώ η μικρότερη από τις αδελφές της δεκαενιάχρονη. Γυρίζοντας στην Ελλάδα από το τελευταίο του μπάρκο, νεαρός μηχανικός της ναυτιλίας ο Νικηφόρος η μητέρα του γλυκά και χαμογελαστά αρχίζει τα μητρικά κηρύγματα να τον προτρέπει πως είναι στη κατάλληλη ηλικία και ψυχολογικά ώριμος για να παντρευτεί και είναι πια καιρός να κάνει και αυτός δική του οικογένεια.
«Να σου βρω και μια καλή κοπέλα και να κάνεις δίκη σου οικογένεια.» 
«Και τι είναι η κοπέλα για να τη βρεις ρε μάνα; Ραπανάκι για την όρεξη στη λαϊκή αγορά;»
«Με ακούς, παιδάκι μου;». 
«Ναι, ρε μάνα, σε ακούω, καθαρά και δυνατά!». 
«Γιατί δεν απαντάς, παιδί μου;».
«Ναι ρε μάνα! Ξέρεις κάτι όμως; Δεν είναι ότι δε χρειάζομαι έναν καλό σύντροφο στη ζωή μου, που να έχουμε κοινά ενδιαφέροντα και νιώθουμε άνετα ώστε να μοιραστούμε τα συναισθήματά μας. Είναι όμως που η ζωή είναι περίεργη, είναι απρόβλεπτη, γεμάτη εκπλήξεις, αντιφάσεις και παράδοξα, τα οποία την καθιστούν αναπάντεχη και συχνά δύσκολο να την καταλάβει κανείς πλήρως γιατί δεν ακολουθεί πάντα μια λογική και προκαθορισμένη πορεία.!»
 Η μητέρα του απόρησε και του απάντησε: «Όπως μιλάς εσύ γιε μου, δεν παίρνω είδηση τι λες, δεν την καταλαβαίνω εγώ τη γλώσσα σου, και τι θες να πεις.» 
Ο Νικηφόρος στην παρούσα φάση, απέφευγε τις δεσμεύσεις ένιωθε να μην είναι έτοιμος συναισθηματικά, οικονομικά και προσωπικά, για γάμο και παιδιά. Οι επιλογές που είχε ήταν  άλλες! Είχε θέσει πρωταρχικό του στόχο, ότι ήταν ιδιαίτερα σημαντικό, να πετύχει επαγγελματικά ώστε να του διασφαλίζει ένα σταθερό, επαρκές εισόδημα που θα του παρέχει ασφάλεια, σταθερότητα και δυνατότητα κάλυψης των αναγκών και των επιθυμιών του σαν ατόμου και της οικογένειας του.
Ταυτόχρονα όμως γνώριζε πως η επίμονη μητέρα του, σαν άλλη Αγία Υπομονή, γνωστή και ως Ελένη Δραγάση-Παλαιολόγου, μητέρα του τελευταίου Βυζαντινού αυτοκράτορα, Κωνσταντίνου ΙΑ' του ετοίμαζε «προξενιό»  με στόχο να τον παντρέψει. Προσπαθούσε να τον πείσει να ζητήσουν ένα από τα δυο μεγαλύτερα κορίτσια της πολύ καλής οικογένειας από την απέναντι γειτονιά. Ο Νικηφόρος σκέφτηκε έναν τρόπο να εκφράσει την απροθυμία του να παντρευτεί και για να μην χαλάσει ολοσχερώς τις νοητικές  επιθυμίες της μητρός του δέχθηκε να του κάνει την προξενήτρα με την προϋπόθεση ότι συμφωνεί για το προξενιό μόνο όσο άφορα την μικρή αδελφή το βλαστάρι τους τη Μυρτώ. Η μητέρα του κατάλαβε ότι ο όρος που έθετε ο γιος της ουσιαστικά σήμαινε άρνηση εκ μέρους της οικογένειας των κοριτσιών και έτσι παραιτήθηκε από το επίδοξο προξενιό. Η αλήθεια είναι πως και του Νικηφόρου σκιρτούσε η καρδιά του για την μικρή σκερτσόζα, δυναμική απαστράπτουσα και ελκυστική δεκαενιάχρονη Μυρτώ! Όταν την συναντούσε στο δρόμο η στο λεωφορείο το βλέμμα του τα έλεγε όλα και μπορούσε πολύ εύκολα η Μυρτώ να καταλάβει κάτι για τα συναισθήματα του. Όμως όπως αποδείχτηκε ποτέ της δεν κατάλαβε. Το συναισθηματικό βλέμμα του δεν ήταν αρκετό για τη Μυρτώ να τον νιώσει και να κατανοήσει τι βίωνε ο Νικηφόρος, να μπει στα παπούτσια του και να προχωρήσει σε ειδύλλιο με αίσιο τέλος που αυτός επιθυμούσε.. 
..Όταν λοιπόν η Μυρτώ θέλησε να ξεφορτωθεί το νεαρό άντρα που την πολιορκούσε και της εκδήλωνε φορτικά το ερωτικό του ενδιαφέρον προσπαθώντας να κερδίσει την ερωτική της  προσοχή, βρήκε τον τρόπο να απαλλαγεί προτείνοντας την αδελφή της ως μια καλή επιλογή.
Το κουβέντιασε με την αδελφή της και της τον σύστησε στα σοβαρά για γαμπρό.
Αρχικά ο νεαρός έμεινε έκπληκτος. «Σοβαρά μου μιλάς τώρα; Πραγματικά επιμένεις σοβαρά να συναντηθώ με την αδελφή σου;» της λέει. 
«Σοβαρότατα! Είναι Όμορφη, έξυπνη, νοικοκυρά. Βέβαια είναι λίγο τσαούσα, αλλά θα στρώσει όταν παντρευτείται.»
«Και εσύ έχεις την εντύπωση ότι μόλις με δει η αδελφή σου θα πέσει ξερή από έρωτα και θα πει αμέσως το ναι, έτσι;. Και αν η κοπέλα έχει αντίρρηση; αν αγαπάει άλλον, ρε κορίτσι μου;» την ξαναρώτησε ο νεαρός.
«Η ερώτηση «αν αγαπάει άλλον» για να λάβεις μια χρήσιμη απάντηση, είναι όχι!  Εσείς οι δύο είμαι σίγουρη θα τα πάτε πολύ καλά μαζί καθώς σαν άτομα και οι δύο είστε γεμάτοι ενέργεια, ζωντάνια και ενθουσιασμό, έχετε «κοινά σημεία» που αφορούν διάφορα πράγματα, όπως ενδιαφέροντα, απόψεις, και κοινές ανάγκες! Με καταλαβαινεις πιστεύω!» 
Δεν χρειάστηκε και πολύ να το σκεφτεί ο νεαρούς άνδρας και το αποφάσισε να συναντηθεί με την Αλεξάνδρα, και η αλήθεια είναι πως εντυπωσιάστηκε από την πρώτη ματιά που την γνώρισε και δεν άργησε να την ερωτευτεί. Τον ερωτεύτηκε και η Αλεξάνδρα, πολύ σύντομα έγινε ο γάμος τους και είναι σήμερα ένα πολύ ταιριαστό και αγαπημένο ζευγάρι με παιδιά.
«Δηλαδή η αδελφή της Αλεξάνδρας η Μυρτώ από σεξ δεν. Δεν το τοποθετεί στις προτεραιότητες της ζωής της σαν νέα γυναίκα που είναι;» απορεί η Ελπινίκη με την ιστορία της Εριφύλης.
«Βλέπεις η Μυρτώ, είναι και λίγο φεμινίστρια, έμαθε να ανήκει στον εαυτό της και σε κανέναν άνδρα. Κατά καιρούς βέβαια δεν ξεχνά ότι είναι και γυναίκα και μπορεί να μην εκφράζεται εύκολα αλλά σεξουαλικά έχει και αυτή τις ανάγκες της, που χρειάζονται μια αντρική αγκαλιά να μοιραστεί μαζί του τις πιο πονηρές φαντασιώσεις της να μπορεί και να θέλει να είναι και η ερωμένη του να της ποτίζει το μουνάκι της, αλλά μην το θεωρήσει ποτέ του ότι δεν μπορεί να τα καταφέρει και χωρίς αυτόν.»
«Ολίγον φεμινίστρια λοιπόν η Μυρτώ μας.» εκφράζει γνώμη, δίνοντας έμφαση στην προβολή του λόγου της η Ελπινίκη.
«Οπότε παντρεύτηκε η Αλεξάνδρα και ησύχασε και ο Μιλτιάδης.» κλείνει τη διήγηση της ιστορίας της Αλεξάνδρας η Εριφύλη.

Click to Open

Κυριακή 21 Σεπτεμβρίου 2025

Elegant Woman: Upgraded

...Ένα μικρο απόσπασμα από την «Ερωτική Μυθοπλασία Ι: (Part:2)....Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας του συγγραφέα. Τα ονόματα, οι χαρακτήρες, οι τοποθεσίες .....κλπ.. Βλέπε για περισσότερες λεπτομέρειες Μυθοπλασία Ι: (Part:1)
Ερωτική Μυθοπλασία Ι (Part..1)
 .............................. (August 2023)...Η ανάρτηση, αναμφίβολα, όταν θα ήταν πιο νηφάλιος θα κατέληγε στη «διαγραφή» ή να μείνει ανάμνηση στα «πρόχειρα», αλλά του άρεσε και η ιδέα (που σημαίνει ότι μετά από κάποια αρχική σκέψη και αντίσταση), να φλερτάρει με τον κίνδυνο να την ανεβάσει στο blog του και να της στείλει το link .....να το διαβάσει.
................Ο Αλκιβιαδης είναι ξέγνοιαστος και χαλαρός μπροστά στα ράφια του σουπερμάρκετ όπου ήταν τακτοποιημένα τα βιολογικά προϊόντα. Περιεργαζόταν με δέουσα προσοχή και ενδιαφέρον τα προϊόντα υγιεινής διατροφής και κυρίως προϊόντα που έχουν παραχθεί σύμφωνα με τους κανόνες της βιολογικής γεωργίας και κτηνοτροφίας, καθώς ανέμενε να εκτελέσουν τη παραγγελία του στο τμήμα εστιατορίου του σούπερ μάρκετ.
 
Η ηρεμία και η ξεγνοιασιά του διακόπηκε όταν στο βάθος ανάμεσα στα πλήρως φορτωμένα ράφια του καταστήματος, αντίκρισε μια ελκυστική γυναικεία φιγούρα που γίνεται η αίτια να του προκαλέσει έναν ιδιαίτερο μαγνητισμό που ξεπερνούσε την εξωτερική ομορφιά της. Με την πρώτη ματιά ένιωσε πως η γυναίκα εκπέμπει μία μαγευτική ενέργεια που τον αιχμαλώτιζε και η ελκυστική και στιλάτη εμφάνιση της του φάνηκε κάπως γνώριμη. Στη συνέχεια εστιάζοντας από μακριά στη σιλουέτα της τον εντυπωσίασαν οι μακριές της γάμπες, που διαγράφονταν ανάγλυφα κάτω από το ύφασμα μιας υπέροχα σικάτης φούστας που αναδεικνύει την Θηλυκή κομψότητα της χωρίς περιορισμούς και της προσδίδει δυναμισμό και φινέτσα.
 Δεν του αρέσει η λέξη «ηδονοβλεψίας» αλλά δεν έπαψε να απολαμβάνει το ίδιο του το βλέμμα. Την είδε που ερχόταν προς τις διπλανές βιτρίνες με τα θαλασσινά! Όταν πλησίασε ανάμεσα στο συνωστισμό του σχετικά περιορισμένου χώρου των διαδρόμων του καταστήματος η κάπως γνωστή μορφή της έγινε ξεκάθαρο και σαφές πως του ήταν πολύ γνωστή. Την ανεγνώρισε σαν να είχε το μυαλό του δημιουργήσει αντίγραφα ασφαλείας με τη μορφή της από αυτά που δεν διαγράφονται, στο πέρασμα του χρόνου! Η σημερινή της εικόνα ποιο όμορφη από ποτέ τον δυσκόλεψε μεχρι να φτάσει κοντά του και τον γυρίζει στο παρελθόν το γεμάτο όμορφες αναμνήσεις που τις θυμάται με μια αίσθηση νοσταλγίας και συγκίνησης και παρόλο που αυτό το παρελθόν κάποτε είχε τελειώσει, να που ξαφνικά παραμένει παρόν και σημαντικό. Ψηλή λεπτή και ένα διακριτικό μακιγιάζ συμπλήρωνε την εικόνα αυτής της γυναίκας. Στην αρχή μπερδεύτηκε με μια παράξενη αποτύπωση στο μυαλό του της εικόνας της. Του φάνηκε φτυστή η Μία Γουάλας, η ηρωίδα του Πάλπ Φίξιον, που την υποδυόταν η Ούμα Θέρμαν. Όμορφη τρομερά αισθησιακή, ήταν η Βαλερία...............,   
...........................Το χαριτωμένο μουτράκι της και η σκανταλιάρικη μύτη της έδιναν ναζιάρικο ύφος. Κοιτούσε τον κόσμο με ορθάνοιχτα μάτια, κατάμαυρα, χρώμα που προίκιζε το βλέμμα της με μεγάλη γκάμα εκφράσεων. Πάντα στην τρίχα! Ντυμένη με τέτοιο τρόπο που τόνιζε την εμφάνισή της. 
........Στη Θεσσαλονίκη περασμένα μεσάνυχτα Σαββάτου προς ξημερώματα της Κυριακής, όπως είδαμε η Ναυσικά και η Ανδρομάχη είχαν την ευκαιρία να ζήσουν μια συναρπαστική λεσβιακή εμπειρία γεμάτη έντονη σεξουαλική ενέργεια και πάθος, παρασυρμένες από το ανομολόγητο πάθος της μιας για την άλλη, που κατέκλυσε τα κορμιά τους, θόλωσε το μυαλό τους και εξαφάνισε την λογική τους με αποτέλεσμά να κάνουν το τόλμημα να επιδοθούν σε τολμηρά σεξουαλικά παιχνίδια μεταξύ τους. Και οι δύο ομολογούσαν πως αναστατώθηκαν οι αισθήσεις τους όσο καμιά άλλη φορά και δεν είχαν την δύναμη να αντισταθούν ώστε τα πάντα μπορούσαν να συμβούν τη νύχτα τους στη Θεσσαλονίκη. Η ένταση της επιθυμίας, ο ίλιγγος των αισθήσεων άρπαξε την ψυχή τους και την τράνταξε ίδια καθώς αγέρας από τα βουνά χυμάει μέσα στους δρυς φυσομανώντας. Η στάση τους δεν άφηνε περιθώρια για παρανοήσεις. Τις είχε ενώσει μια νύχτα μαγείας και τρέλας. Η αλήθεια είναι πως μερικά χρόνια πριν δεν θα είχαν διανοηθεί ακόμη και να συζητήσουν το εν λόγω θέμα, πόσο μάλλον ως δυο ετερόφυλες γυναίκες να τολμήσουν να δοκιμάσουν και να μοιραστούν μαζί την εμπειρία προσφέροντας σεξ η μια στην άλλη, υπερβαίνοντας το πολιτισμικό εμπόδιο, της ηθικοπλαστικής υποκρισίας και του πουριτανισμού. Το σεξουαλικό πάθος και η αξία του έρωτα υπερίσχυσε της όποιας λογικής τους και με αμοιβαίο σεβασμό επιτρέποντας και στις δύο να είναι ανοιχτές και ειλικρινείς μεταξύ τους, μοιράστηκαν πολλαπλούς οργασμούς σε σύντομο χρόνο μέχρι τον «επόμενο γύρο», δεδομένου ότι σαν γυναίκες ήξεραν τι ήθελαν και κατ΄επέκταση πως να φέρει την κορύφωση της σεξουαλικής διέγερσης η μία στην άλλη. Το ερωτικό πάθος είναι θεόσταλτο από την Αφροδίτη δηλώνει στους στίχους του ο Ευριπίδης και «είναι φυσικό, άμα οι θεοί το θέλουν, οι θνητοί να σφάλλουν». 
Το ερωτικό πάθος και η ηδονή που έζησαν εκείνο το Σάββατο δεν το είχαν βιώσει ποτέ ξανά στη ζωή τους, παρόλο που και οι δυο γυναίκες είχαν μια υγιή, δραστήρια και ικανοποιητική σεξουαλική ζωή. Αυτή η επαφή τους τις έκανε να απενοχοποιήσουν το λεσβιακό σεξ, να αγαπήσουν το σώμα τους να μην έχουν ταμπού στο κρεβάτι. Απλά αφέθηκαν. Σαν γυναίκες ήξεραν ακριβώς που και πότε να αγγίξει η μια την άλλη. Τι ήθελαν να ακούσουν, να λέει η μια στην άλλη. Νοιαζόταν να ικανοποιήσει η μια την άλλη. Δεν θα ξεχάσουν τον τρόπο που προσπαθούσε να ικανοποιήσει η μια την άλλη και αυτό τους δημιουργούσε ένα επίπεδο εμπιστοσύνης, επιτρέποντας και στις δύο να αισθάνονται ασφαλείς μεταξύ τους, μεχρι που αποφάσισαν πως το σεξ με γυναίκα είναι αλλιώς και αγκαλιασμένες έπεσαν σε βαθύ ύπνο στο άνετο και αναπαυτικό κρεβάτι του ξενοδοχείου!
 Πίσω στην Αθήνα τον Αλκιβιάδη το ίδιο σαββατόβραδο τον απασχολούσε κάτι που πολύ απλά μπορεί να συμβεί στον καθένα. Από νωρίς βιώνει το αίσθημα της μοναξιάς του σε μια φορτισμένη συναισθηματική κατάσταση, έχοντας έντονες νυχτερινές αϋπνίες, και οι αϋπνίες τον ταξίδευαν στα μονοπάτια της μνήμης, και του ζητούσαν επίμονα να ζήσει ανεκπλήρωτες ερωτικές επιθυμίες! Η αιτία που ζει τις εσωτερικές ενσυνείδητες συγκρούσεις του είναι η ερωτική επιθυμία για μια γυναίκα, που σήμερα την είδε μετά από χρόνια με μια λαχτάρα που κατάφερε να τον αγγίξει και να χαραχτεί βαθιά στην συνείδηση του απρόσμενα το μεσημέρι του Σαββάτου και του δημιουργεί την αίσθηση πως μέσα του γεννιέται κάτι μυστικό, κάτι συνωμοτικό, μα και ανησυχητικό μαζί, και ο νους του αδυνατεί να σταματήσει να τη σκέφτεται. Η μορφή της είχε κάνει νυχτερινή απόβαση στο μυαλό του και στη σκέψη της δεν ησυχάζει με τίποτα. Νιώθει απόψε αυτό το ρομαντικό συναίσθημα γι αυτή τη γυναίκα με τον ψυχισμό ενός εφήβου, τότε που έψαχνε τη ζωή του χωρίς να ξέρει πού θα τη βρει. Ένιωσε ένα μικρό τσιμπηματάκι στην καρδιά με τις αναδυόμενες σκέψεις. Είχε πρόσφατα αφήσει πίσω του τα σαράντα του χρόνια κι η Βαλερία σήμερα του είχε φανεί ίδια με την αέρινη οπτασία που έβλεπε στα εφηβικά του όνειρα. Και σήμερα στα σαράντα του χρόνια γνωρίζει ότι η σεξουαλική επιθυμία είναι ένα πάθος στο οποίο υπάγονται όλα τα άλλα πάθη και στο οποίο όλα ενώνονται και η πραγματική ευτυχία στηρίζεται στις αισθήσεις και η αρετή δεν ικανοποιεί καμιά από αυτές!
Η ιστορία του ξεκίνησε όπως κάπως έτσι ξεκινούν πολλές ιστορίες οι οποίες συμβαίνουν κάποτε! Κι όμως η μέρα είχε ξεκινήσει φυσιολογικά, με όλες τις συνήθειές της, τους εξαναγκασμούς και τις μικρές απολαύσεις της. Όταν λοιπόν ξημέρωσε το Σάββατο τίποτα δεν προανήγγειλε ότι αυτό το συνηθισμένο Σάββατο που απολάμβανε τη προσωρινή μοναξιά του θα ερχόταν κάποια στιγμή να πολιορκείται από μύχιες και ανεκπλήρωτες ερωτικές επιθυμίες, και το ενδιαφέρον και η προσοχή του να εστιάζεται σε ένα συγκεκριμένο πρόσωπο που έγινε η εφήμερη ηρωίδα του και το αντικείμενο του αναπάντεχου ερωτικού του πάθους. Κεντρική πρωταγωνίστρια μια παλιά τους φίλη, η γοητευτική Βαλερία με την απαράμιλλη κομψότητα της. Τίποτα δεν προμήνυε την τρελή τροπή που θα έπαιρναν οι σεξουαλικές του διαθέσεις απ' τα επερχόμενα γεγονότα και αυτό το έντονο αίσθημα κάψας που είχε νιώσει να απλώνεται χαμηλά στην κοιλιά του από την παρουσία της Βαλερίας.
Ο Αλκιβιάδης άνοιξε τα μάτια του στις επτά και δέκα. Τον είχε ξυπνήσει η καμπάνα της μικρής εκκλησίας τους, η μέρα φάνταζε ωραία, ηλιόλουστη, κάτι που έπρεπε να εκμεταλλευτεί, μια και το φθινόπωρο ήταν προ των πυλών. Ως συνήθως, τεντώθηκε απλώνοντας τα χέρια του στο κρεβάτι τα σεντόνια ήταν κρύα. Η Ανδρομάχη η εδώ και δέκα πέντε χρόνια σύντροφος του, είχε ήδη αποδράσει από χθες Παρασκευή πρωί για τη τριήμερη εκδρομή  της.   
Πήγε στο μπάνιο, έκανε την πρωινή του τουαλέτα έπλυνε τα δόντια του, μετά πήγε στο δωμάτιο έβγαλε τις πιτζάμες του και έβαλε ρούχα εργασίας κήπου. 'Έφτιαξε το πρωινό καφέ του, πήγε βόλτα το σκύλο, καθάρισε το κλουβί με τον παπαγάλο άνοιξε το Κομπιούτερ και  έλεγξε τα  Εmail του. Ο Αλκιβιάδης αυτό το ΠΣΚ ζει τη προσωρινά εργένικη ζωή του χαλαρός και νηφάλιος. Ξεκινώντας η μέρα του χωρίς αναταράξεις σαν να βρισκόταν σε ήρεμα νερά, ήταν η Ανδρομάχη του που του προκάλεσε μια ανησυχία! Συνήθως όταν απουσίαζε τον έπαιρνε πάντα πρώτη τηλέφωνο απ' τα άγρια χαράματα να μιλήσουν, να έχουν επαφή. Σήμερα ασυνήθιστο περνούσε η ώρα, ανέβηκε ο ήλιος και το τηλέφωνο δεν κτύπησε! Την πήρε πρώτος εκείνος και το τηλέφωνο δεν του απαντούσε. Ανησύχησε! Την πήρε και πάλι, άργησε να το σηκώσει και όταν το σήκωσε του δικαιολογήθηκε πως την πήρε βαθιά ο ύπνος γιατί από βραδύς τη ταλαιπώρησαν οι κολικοί της! Ο Αλκιβιάδης ανησύχησε και αναστατώθηκε που η Ανδρομάχη του βρέθηκε αντιμέτωπη με ένα τέτοιο δυσάρεστο γεγονός μα η ίδια τον καθησύχασε, λέγοντάς του πως όλα είναι καλά και ήταν κάτι περαστικό και πάει της πέρασε! Τον διαβεβαίωσε πως ήδη ένιωθε πολύ πιο ευχάριστα αναμένοντας τις προγραμματισμένες εξόδους σ’ αυτή την τριήμερη «απόδραση» της που συμβάλλουν ακόμη περισσότερο στην καλή της διάθεση, και της προσφέρουν μία ανάλαφρη διάθεση ελευθερίας και παράλληλα θα ξεδώσει, θα εκτονωθεί, και θα αποβάλει άγος, νεύρα και φυσικά την κακή διάθεση.
«Ανδρομάχη Μωρό μου! Με έκανες ν’ ανησυχήσω. Καλά εγώ έλειπα από δίπλα σου! Ο ρασοφόρος ο φίλος μας που ήταν να σου συμπαρασταθεί στη ταλαιπωρία σου; Η Ναυσικά;!»
«Η Ναυσικά ο Θεός να την έχει καλά, χάρις την αδελφική φιλία που μας ενώνει μου συμπαραστάθηκε στις ιδιαίτερες αυτές στιγμές μου με αλληλεγγύη και εχεμύθεια αγάπη μου! Ευτυχώς που ήταν κάτι περαστικό, μπορεί να με ταλαιπώρησε αλλά σημασία έχει που στο τέλος όλα πήγαν καλά! Ήταν κάτι που το έζησα πολύ έντονα τη νύχτα αλλά δεν χρειάζεται να υπερβάλουμε και εσύ δεν χρειάζεται να ανησυχείς αγάπη μου γιατί έχω βρει το κατάλληλο καταπραϋντικό και να τώρα με την κουβέντα μας καθυστερώ να πάρω πάλι τη δόση μου στην ώρα της!»
«Ναι έχεις δίκιο αγάπη μου να μην σε καθυστερώ, και σε παρακαλώ Ανδρομάχη μου να προσέχεις τον εαυτό σου και να μη μου ταλαιπωρείσαι! Άλλωστε το ταξίδι το έκανες για να ξεδώσεις από τα καθημερινά. Ο καιρός πως είναι στη Θεσσαλονίκη;»   
«Εντάξει αφού το είπαμε αυτό, ότι και να ήταν πάει και πέρασε! Καλά είμαι τώρα και σ΄ευχαριστώ για το ενδιαφέρον σου. Ο καιρός είναι τέλειος αν και η πρόγνωση αναφέρει βροχή. Εσύ πως είσαι αγάπη μου; Για πες μου, σου λείπω;»
«Καλά είμαι αγάπη μου απλά μου λείπεις αλλά εσύ μη το σκέφτεσαι κοίτα να περνάς όμορφα και μη σε νοιάζει εγώ εδώ είμαι και θα σε περιμένω να μου πεις ωραίες και πολλές ιστορίες του ταξιδιού σου! Φιλιά πολλά!.»
«Κούκλε μου! δεν ξέρεις πόσο σε λατρεύω!» του ψιθύρισε. «Ποσό σε λατρεύω όταν είσαι τόσο χαλαρός και τρυφερός μαζί μου ! Σου στέλνω πολλά φιλιά.» 
Η αλήθεια είναι πως όταν ο Αλκιβιαδης ακούει τη φωνή της Ανδρομάχης, ειδικά η φωνή της στο τηλέφωνο νιώθει μια ευχαρίστηση. Η θύμηση αυτής της φωνής τον ευχαριστεί, αφού είναι η φωνή του προσώπου που αγαπά. Η φωνή της Ανδρομάχης είναι πολύ ηχηρή, ζεστή, ο τρόπος που λέει: Εμπρός, η Ανδρομάχη είμαι, όλα αυτά τα απροσδιόριστα πράγματα. Και όντως, υπάρχει μια πολύ φευγαλέα ευχαρίστηση στη θύμηση αυτής της φωνής και ειδικά τώρα που είναι στη μοναξιά του.
....... Και όμως! Σαν κάτι απροσδιόριστο να τον προβληματίζει σήμερα τον Αλκιβιάδη! Λίγο περίεργα μου τα λέει η Ανδρομάχη μου! Εντάξει για δέκα πέντε χρόνια παντρεμένοι πολύ καλά τα πάμε στη σχέση μας. Όταν όμως ξαφνικά «ξεχνάει» να σε πάρει τηλέφωνο και στο καπάκι πριν κλείσει το τηλέφωνο θυμήθηκε με έμφαση να σου πει πως σε «λατρεύει» λογικά σου δημιουργεί αντικρουόμενα συναισθήματα και ταυτόχρονα καταιγισμό από αρνητικές σκέψεις.» Μουρμούρισε προβληματισμένος ο Αλκιβιάδης κλείνοντας το τηλέφωνο! «Κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά, αυτά που λέει είναι αυτά που κάνει! Το μόνο σίγουρο είναι οι  εικασίες που έχεις. Γιατί στις εικασίες με τον εγκέφαλο βλέπεις και όχι με τα μάτια! Σκέψου Αλκιβιάδη σε τι πέλαγος άγνοιας κολυμπάς όταν αυτά που σου καλλιεργεί στον εγκέφαλο δεν είναι και τόσο σίγουρο ό,τι είναι έτσι όπως λέγονται! Βιάζεται λέει να πάρει το γιατρικό της!» Ύποπτο του φαίνεται! Συγκρατήθηκε όμως, αντιστάθηκε στον πειρασμό γιατί σε κάτι τέτοιες στιγμές προσπαθούσε να ‘ναι όσο μπορούσε πιο ευγενικός μαζί της. Τι να κάνει Σαββάτο πρωί! Να Ανοίξει κουβέντα με επιχειρήματα; Καλά κρασιά, επτά-μηδέν θα λήξει το σκορ εις βάρος του και θα τρώει και τι γκρίνια της για κάνα τριήμερο. Οπότε δεν έχει κανένα νόημα, να μπει σε κουβέντα με την Ανδρομάχη, τσάμπα χαμένος χρόνος αν υπάρχει διαφωνία. Δεν πρόκειται ποτέ να βρει άκρη. Της λέει «ναι αγάπη μου δίκιο έχεις» και καθάρισε. Απλά τρώει λίγη ώρα μέχρι να το πει, γιατί οι γυναίκες γενικά δεν αποδέχονται την εύκολη παράδοση. Τον θέλουν τον τσακωμό. Όπως θα 'θελαν αν μπορούσαν το κομμωτήριο, το μανικιούρ και το πεντικιούρ σε καθημερινή βάση. Το κομμωτήριο κι ο τσακωμός δεν είναι μια συνήθεια, είναι DNA. Δεν θέλουν να κερδίσουν το μπρα ντε φερ με μία κίνηση. Δεν γίνεσαι πειστικός Αλκιβιάδη. Το κάνεις όπως κάνουν αυτές τον ψεύτικο οργασμό. Δυσθυμείς, βογκάς, διαφωνείς και μετά παραδίνεσαι. Γι αυτό Αλκιβιάδη δώσε δύο-τρία λεπτά από το χρόνο σου. Αυτή είναι, σύμφωνα με τον σοφό παππού του, η καλύτερη συμβουλή αν θέλει να μην του τα ζαλίζει όλη την ώρα η γυναίκα του. Το τι θα κάνει τελικά είναι μια άλλη υπόθεση. Θα ξαναβγεί με τους κολλητούς του, θα ξαναστάξει το κατούρημα στη λεκάνη, θα ρίξει καφέ στο πάτωμα, θα συνεχίσει να κοιτά τον κώλο της κάθε Τζένιφερ Λοπέζ -απλά δεν θα το λέει. 
«Ναι αγάπη μου, έχεις δίκιο, εγώ φταίω!». Αυτό είναι το τρίπτυχο της ευτυχίας. Ο Αλκιβιάδης το έχει εμπεδώσει!
...Κατά τ' άλλα όμως το Σαββάτο του είχε ξεκινήσει φυσιολογικά, με όλες τις συνήθειες του, τους εξαναγκασμούς και τις μικρές απολαύσεις του. Καθώς είχε τελειώσει το σκάλισμα στα παρτέρια του κήπου καθόταν στο τραπέζι της κουζίνας με το laptop μπροστά του και με καλή διάθεση και με τα ακουστικά στα αφτιά, είχε συνδέσει στο YouTube τη Σινέντ Ο' Κόνορ στο Nothing Compares 2 U, και ταυτόχρονα είχε ανοίξει το blog του στο ιντερνέτ και προσπαθούσε να σπαταλήσει έτσι το ελάχιστο ταλέντο του δημιουργώντας και χρησιμοποιώντας λέξεις που να χαϊδεύουν τα αφτιά των αναγνωστών που καταβροχθίζουν τις ιστορίες στο ιντερνέτ και αναζήτησε να γράψει κάτι γαργαλιστικό που θα λειτουργούσε ως πικάντικο τυράκι για τους αναγνώστες του, και κάπως έτσι η μέρα του κύλησε γρήγορα και δημιουργικά. Είχε εξαντλήσει κάθε περιθώριο δημιουργικής έμπνευσης, και τώρα ήθελε να βγει έξω! Αναρωτήθηκε τι θα προτιμούσε για μεσημεριανό γεύμα. Η σκέψη να βγει έξω για φαγητό δεν τον ενθουσίαζε. Άλλωστε ήταν αρχή του να μη πλησιάζει εύκολα καταστήματα ταχυφαγίας ή καντίνες. Το ψυγείο στη κουζίνα τους, ήταν φίσκα, δεν έλειπαν ποτέ τα τρόφιμα. Τη προοπτική όμως να φάει κάτι κατεψυγμένο την απέρριψε. Το θρεπτικό, ισορροπημένο, περιορισμένο σε λίπος γεύμα θα ήταν το ιδανικό! Η υγιεινή και γευστική διατροφή του ανέβαζε το ηθικό! Σήμερα αποφάσισε να πεταχτεί στο super market της περιοχής με τα βιολογικά προϊόντα που έχει γεύματα όμορφα τοποθετημένα μέσα σε  κουτιά φαγητού, θα ήταν το «γεύμα του στο πόδι». Η αλήθεια είναι ότι ήθελε να βγει λίγο έξω οπότε γιατί όχι; Πήγε στο δωμάτιο του και ετοιμάστηκε να βγάλει τα πρόχειρα ρούχα που φορούσε και να βάλει ένα τζιν και ένα πουκάμισο καθαρό. Έκανε αρκετή ζέστη οπότε το σκέφτηκε και δεν άλλαξε. «Εντάξει στο super market πηγαίνω όχι στο μέγαρο μουσικής» και ξεπόρτισε βάζοντας και κάτι ξεφτισμένα ανδρικά Μοκασίνια College που ήταν έξω από την κυρία είσοδο. Σαν σκιά, μέσα στην αντηλιά, είδε τον εαυτό του στη μεγάλη τζαμαρία της μπαλκονόπορτας, είχε κάνει και ένα σχετικά βαθύ κούρεμα τελευταία, αποφάσισε πως από εμφάνιση ήταν να τον κλαίνε οι ρέγγες. 
......Ο Αλκιβιαδης είναι ξέγνοιαστος και χαλαρός μπροστά στα ράφια του σουπερμάρκετ όπου ήταν τακτοποιημένα τα βιολογικά προϊόντα. Περιεργαζόταν με δέουσα προσοχή και ενδιαφέρον τα προϊόντα υγιεινής διατροφής και κυρίως προϊόντα που έχουν παραχθεί σύμφωνα με τους κανόνες της βιολογικής γεωργίας και κτηνοτροφίας, καθώς ανέμενε να εκτελέσουν τη παραγγελία του στο τμήμα εστιατορίου του σούπερ μάρκετ.
 
Η ηρεμία και η ξεγνοιασιά του διακόπηκε όταν στο βάθος ανάμεσα στα πλήρως φορτωμένα ράφια του καταστήματος, αντίκρισε μια ελκυστική γυναικεία φιγούρα που γίνεται η αίτια να του προκαλέσει έναν ιδιαίτερο μαγνητισμό που ξεπερνούσε την εξωτερική ομορφιά της. Με την πρώτη ματιά ένιωσε πως η γυναίκα εκπέμπει μία μαγευτική ενέργεια που τον αιχμαλώτιζε και η ελκυστική και στιλάτη εμφάνιση της του φάνηκε κάπως γνώριμη. Στη συνέχεια εστιάζοντας από μακριά στη σιλουέτα της τον εντυπωσίασαν οι μακριές της γάμπες, που διαγράφονταν ανάγλυφα κάτω από το ύφασμα μιας υπέροχα σικάτης φούστας που αναδεικνύει την Θηλυκή κομψότητα της χωρίς περιορισμούς και της προσδίδει δυναμισμό και φινέτσα.
 Δεν του αρέσει η λέξη «ηδονοβλεψίας» αλλά δεν έπαψε να απολαμβάνει το ίδιο του το βλέμμα. Την είδε που ερχόταν προς τις διπλανές βιτρίνες με τα θαλασσινά! Όταν πλησίασε ανάμεσα στο συνωστισμό του σχετικά περιορισμένου χώρου των διαδρόμων του καταστήματος η κάπως γνωστή μορφή της έγινε ξεκάθαρο και σαφές πως του ήταν πολύ γνωστή. Την ανεγνώρισε σαν να είχε το μυαλό του δημιουργήσει αντίγραφα ασφαλείας με τη μορφή της από αυτά που δεν διαγράφονται , στο πέρασμα του χρόνου! Η σημερινή της εικόνα ποιο όμορφη από ποτέ τον δυσκόλεψε μεχρι να φτάσει κοντά του και τον γυρίζει στο παρελθόν το γεμάτο όμορφες αναμνήσεις που τις θυμάται με μια αίσθηση νοσταλγίας και συγκίνησης και παρόλο που αυτό το παρελθόν κάποτε είχε τελειώσει, να που ξαφνικά παραμένει παρόν και σημαντικό. Ψηλή λεπτή και ένα διακριτικό μακιγιάζ συμπλήρωνε την εικόνα αυτής της γυναίκας. Στην αρχή μπερδεύτηκε με μια παράξενη αποτύπωση στο μυαλό του της εικόνας της. Του φάνηκε φτυστή η Μία Γουάλας, η ηρωίδα του Πάλπ Φίξιον, που την υποδυόταν η Ούμα Θέρμαν.
 Όμορφη τρομερά αισθησιακή, ήταν η Βαλερία
 που προχωρούσε προς το τμήμα με τα ψάρια και τα κατεψυγμένα θαλασσινά του καταστήματος! Έμεινε προσωρινά άναυδος από έκπληξη με το πόσο σέξι και ιδιαίτερα ελκυστική ήταν σήμερα η παρουσία της. Ήταν αυτόπτης μάρτυρας μιας εξαιρετικής ομορφιάς, ψηλή καλοφτιαγμένη χάρμα ιδέσθαι. Η επιδερμίδα της σαν ώριμο στάχυ, το αγέρωχο ύφος της και οι ιδανικές αναλογίες της θύμιζαν αρχαίο άγαλμα της Κλασικής και Ελληνιστικής περιόδου. Τα μαύρα μαλλιά της, πολύ ωραία, άφηναν κάποιες τούφες να πέφτουν ατημέλητα και να αγκαλιάζουν το πρόσωπό της. Το βήμα της γοργό, η περπατησιά της λυγερή, σφιχτοί μηροί, που σίγουρα τους διατηρούσε με τζόκινγκ και καθημερινό γυμναστήριο! Μία θύελλα τεστοστερόνης! Ένα λαχταριστό κορμί που άναβε φωτιές. Τέρψη των ματιών και ξύπνημα των πόθων. Στο ρυθμό της μουσικής των τακουνιών της που κοπανούσαν στα πλακάκια του καταστήματος, η σιλουέτα της, ελισσόταν ανάμεσα στους πελάτες και οι πιο αδιάκριτοι από αυτούς έστρεφαν το κεφάλι στο πέρασμά της. Τα αίματα άναβαν, οι καρδιές επιτάχυναν και το μυαλό τους κατακλυζόταν από ένοχες σκέψεις. Αυτή περπατούσε σα να μη τη βλέπουν, αλλά κάποια βλέμματα την έχουν ήδη γδύσει. Η Βαλερία όπως τη βλέπει σήμερα στα τριάντα πέντε της χρόνια ήταν μια μελαχρινή γυναίκα πιο όμορφη από τότε που έφηβη τη γνώρισε για πρώτη φορά ο Αλκιβιαδης. 
Το χαριτωμένο μουτράκι της και η σκανταλιάρικη μύτη της της έδιναν ναζιάρικο ύφος. Κοιτούσε τον κόσμο με ορθάνοιχτα μάτια, κατάμαυρα, χρώμα που προίκιζε το βλέμμα της με μεγάλη γκάμα εκφράσεων. Πάντα στην τρίχα! Ντυμένη με τέτοιο τρόπο που τόνιζε την εμφάνισή της! Η αλήθεια ήταν πως ο Αλκιβιαδης είχε εκπλαγεί τα πρώτα δευτερόλεπτα, με την εξαιρετικά σικ εμφάνιση της Βαλερίας, αλλά η έκπληξη του ήταν φευγαλέα καθώς πάντα τη θυμόταν σαν μια γυναίκα που προτιμούσε κομψά κομμάτια που τόνιζαν το προσωπικό της στυλ της έδιναν άνεση με σοφιστικέ αισθητική, δημιουργώντας ένα κομψό αποτέλεσμα. Προς στιγμή «ελεημόνησε» τον εαυτό του αμήχανος! Ένιωθε πως  ήθελε κάπου να κρυφτεί με το θέαμα που παρουσίαζε. Καταστροφή! Έμοιαζε να συγκρούεται με τον εαυτό του, νοερά βλαστήμησε δις! Πρώτον γιατί δεν έβαλε το τζιν και το καθαρό πουκάμισο! Τα παπούτσια ας πούμε πως τρώγονται. Αμ! το άλλο με το κοντοκουρεμένο κεφάλι! Και του γκρίνιαζε η Ανδρομάχη! «Κούκλε» μου να σε χαρώ εγώ! Σαν ηλίθιος είσαι μ αυτό το κούρεμα! Τι μύγα σε τσίμπησε και κουρεύτηκες έτσι! Αχ βρε Ανδρομάχη μου πως γίνεται να έχεις πάντα δίκιο.! Μην αμελείς ποτέ την εξωτερική σου εμφάνιση του τόνιζε πάντα! Το σαν ψαράς ντύσιμο μπορεί να είναι δελεαστικό για σένα, αλλά σίγουρα όχι και για τους γύρω σου! 
Γοητευμένος από το θέαμα μπροστά του, με ένα μείγμα θαυμασμού και επιθυμίας εμφανές στα μάτια του! «Είτε το θέλουμε είτε όχι, είμαστε δέσμιοι της χημείας και της φύσης. Κι αυτή η δέσμευση, που άρχισε εκατομμύρια χρόνια πριν, εξακολουθεί να ασκεί την ίδια έντονη επιρροή «τραβώντας» μας κυριολεκτικά από τη μύτη!» Αυτά σκεφτόταν ο Αλκιβιαδης και δεν χρειάστηκε παρά ελάχιστο απόθεμα τόλμης μετά από μια ανεπαίσθητη στιγμή δισταγμού πριν μαζέψει το κουράγιο του και την πλησιάσει να τη χαιρετήσει! Χαιρετήθηκαν αλλά ακόμη ένιωθε ένα αίσθημα δυσφορίας, ανασφάλειας για την εν γένει εξωτερική εμφάνιση του και τυμπάνιζε νευρικά τα δάχτυλά του πάνω στο παντελόνι του.  Δίπλα του η Βαλερία με άψογο χτένισμα, σικάτο ντύσιμο, που τα υποστήριζε ένα φωτεινό χαμόγελο και αυτός σαν συνοδός που ετοιμαζόταν να βγάλει το σκύλο του βόλτα στα παρτέρια του γειτονικού πάρκου. Ακόμα και στη θλιβερή κατάσταση που ένιωθε ότι βρισκόταν του ήταν δύσκολο να μη σκάσει ένα φιλικό χαμόγελο βλέποντας την υποδοχή που του είχε επιφυλάξει με αφοπλιστική ειλικρίνεια η Βαλερία με τη χαρούμενη όψη της, μ' ένα εγκάρδιο και πλατύ χαμόγελό και το χέρι προτεταμένο για χειραψία. Αυτό ήταν το έναυσμα για μια πολύ ευεργετική επίδραση στα συναισθήματα του Αλκιβιάδη. Τώρα ένιωθε πολύ πιο χαλαρωμένος για την ασουλούπωτη εμφάνιση του. Ακόμα κι η στιγμιαία ψιλοκουβέντα της, που έπιασε με τον υπάλληλο στο πάγκο με τα ψάρια τον είχε ηρεμήσει και ξαναβρήκε και πάλι την καλή του διάθεση καθώς νιώθει τη φωνή της να κυριαρχεί ευχάριστα στα αυτιά του ανάμεσα στους συγχυσμένους θορύβους του καταστήματος. Της χαμογέλασε ευγενικά, μα είτε το θέλει, είτε όχι δεν μπορεί να ξεφύγει εύκολα από τους αρχικούς δυσάρεστους συνειρμούς για την εν γένει παρουσία του. Εντάξει δεν ήταν και γελοίο το θέαμα του μα αυτός αντικειμενικά πίστευε, πως η σημερινή αμφίεση του δεν ταίριαζε και πολύ στη φυσιογνωμία του όταν βρίσκεται ανάμεσα σε κόσμο.
Ο Υπάλληλος απευθυνόταν με κάτι μακρόσυρτα «κυρία μου! σε ψιλές φέτες θέλετε το σολομό», καθώς οι κλεφτές ματιές του όλο ξέφευγαν προς τις ωραίες γάμπες της Βαλερίας πέρα από το να βεβαιωθεί ότι της είχε φανεί χρήσιμος.
«Μη μου πεις πως συχνάζεις κι εσύ στο βιολογικό τμήμα του super market;» ήταν αναμενόμενο, το σχόλιο της.
«Όχι συχνά μα σήμερα που είμαι εργένης προσπαθώ να αντλήσω έμπνευση για το δείπνο μου! Ακολουθώ το συρμό που λέει πως τα βιολογικά προϊόντα είναι hot τάση, κι οι συνταγές τους είναι ισορροπημένες και δεν παχαίνουν.» 
«Ναι, έχεις δίκιο! Πώς και Σαββατοκύριακο, είσαι εργένης; Η Ανδρομάχη;»
«Είναι Θεσσαλονίκη με τη φίλη σας τη Ναυσικά.»
«Με τι Ναυσικά; Επαγγελματικό ή ταξίδι αναψυχής;»
«Τριήμερο ταξίδι αναψυχής, που συμμετέχει και η φίλη σας η Ναυσικά. Βρήκαν ευκαιρια και απέδρασαν ένα τριήμερο παρέα με κάποιο οργανωμένο γκρουπ!»
«Μάλιστα! Τριήμερο ταξίδι αναψυχής! Αν και τελευταία έχουμε χαθεί! Χαίρομαι για τις φιλενάδες μου!»
«Ευχαρίστως να τους μεταφέρω τους χαιρετισμούς σου!» 
«Ποιος οργάνωσε το εκδρομικό γκρουπ;»
«Η ενορία μας! Εσύ έχεις φύγει και δεν έχεις γνωρίσει το νέο μας και συνάμα νεαρό παπά της ενορίας μας, που είναι κοινωνικός και υπερδραστήριος.»
«Θυμάμαι! Η Ανδρομάχη πάντα είχε καλή σχέση με την εκκλησία!»
«Αα ο ρασοφόρος και η Ανδρομάχη έχουν χτίσει μια προσωπική πνευματική σχέση! (Και σωματική πιθανώς! Αυτό το σκέφτηκε αλλά δεν το είπε!) Έχω καταλάβει πως η παρουσία του ιερέα και η μορφή στη σχέση τους, επιβάλει ηρεμία στο μυαλό της και εσωτερική σοφία στο σώμα της που μάλλον δεν τα βρίσκει στα όρια του γάμου της, όταν η ψυχή της επαναστατεί και αναζητά διέξοδο για τις ελλείψεις της. Τώρα εκεί στη Θεσσαλονίκη διόλου απίθανο να εκτελέσουν οι δυο τους μια πολύ ιδιαίτερη θερμή «συνεδρία» με την Ανδρομάχη να προσφέρει σπονδή το σώμα της στο ρασοφόρο πνευματικό της  αναζητώντας το Άγιο Πνεύμα, που κατοικεί στους ανθρώπους που έχουν πίστη, ώστε να βρει το δρόμο που οδηγεί στη σωματική της λύτρωση και την εσωτερική πνευματική της γαλήνη.»
«Δεν το πιστεύω! Πλάκα μου κάνεις μ' αυτά που λες!»
«Εντάξει, πες πως αστειεύομαι! Πως είναι μια σύντομη εκδοχή της μυθοπλασίας μου.»
«Τα παιδιά; Στο χωριό με παππού και γιαγιά;»
«Ναι! η τελευταία τους εβδομάδα των διακοπών.» 
Απορροφημένοι στην αναμονή να ετοιμάσει ο υπάλληλος την παραγγελία της Βαλερίας έλεγαν πολλά και διάφορα, με τις γνωστές αμήχανες κουβέντες περί γάμου, δουλειάς και διαβίωσης με χιουμοριστικές παρενθέσεις, όταν ο υπάλληλος τη πληροφόρησε πως είναι έτοιμα τα φιλέτα του φρέσκου σολομού που είχε παραγγείλει και αμφότεροι ξεκίνησαν για τα ταμεία του καταστήματος.  Ο Αλκιβιάδης όμως κοίταζε τη Βαλερία αχόρταγα, με ένα απροσδιόριστο βλέμμα. Έδειχνε αδιάφορος, ή μάλλον ήθελε να το παίξει αδιάφορος γιατί μέσα του σκεπτόταν πως αυτός ο λαχταριστός κορίτσαρος θα γινόταν ιδανικός παρτενέρ στο κρεβάτι του. Αυτό το πανέμορφο αψεγάδιαστο κορμί με τις αρμονικές καμπύλες και τα ατέλειωτα πόδια! Η Βαλερία έριξε μια κλεφτή ματιά και το κατάλαβε ότι τη κοιτάζει με ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Δεν φάνηκε να πειράχτηκε. Ίσως να κολακεύτηκε κιόλας από την εμφάνιση της.
Η Βαλερία ήταν ο τελευταίος κρίκος της παρέας τριών κοριτσιών από το δημοτικό σχολείο. Η Ανδρομάχη, η Ναυσικά και η Βαλερία. Ήταν κι οι τρεις μια χαρά γκόμενες, η Βαλερία όμως ήταν η πιο εκκεντρική και ανεξάρτητη της ομάδας, ήταν πολύ καλή με τα μικρά παιδιά. Το περιπετειώδες ταμπεραμέντο της διασκέδαζε πολύ τις φίλες της, που τρελαίνονταν για τις θεοπάλαβες ιστορίες της.
Τη θυμάται από τα εφηβικά της χρόνια μαθήτρια του λυκείου! Απλή ζωή ζούσε και ζει η Βαλερία ακόμη και σήμερα από όσο γνωρίζει. Ήσυχα τα εφηβικά της χρόνια, συνετές σπουδές, γάμο µε άντρα που την ερωτεύτηκε και την αγάπησε! Και τα κατάφερε τελικά και έγινε καθηγητρια και αποδείχτηκε ότι ήταν πλασμένη γι’ αυτή τη δουλειά. Η επικοινωνία, η ζεστή ατμόσφαιρα, οι αιχμηρές συζητήσεις, αυτός ήταν ο δρόμος της! Ατενίζοντας την σήμερα, μετά από μερικά χρόνια που είχε να τη δει, τόσο όμορφη, τόσο ζωντανή του αγγίζει όλες τις αισθήσεις του μυαλό του, το οποίο λειτουργεί στιγμιαία και αναρωτιέται! Άραγε μήπως πίσω από αυτή τη σταθερή ζωή, καταφέρνει να κρύβει απαγορευμένες επιθυμίες και ένοχα μυστικά όπως όλοι μας. 
Τίποτα δεν προανήγγειλε και τίποτα δεν προμήνυε ότι μια απλή ουρανοκατέβατη συνάντηση με μια οικογενειακή φίλη από τα παλιά ανάμεσα στα ράφια ενός super market θα του πυροδοτούσε ένα τόσο έντονο αίσθημα κάψας που στο πέρασμα της ώρας άρχισε να απλώνεται χαμηλά στην κοιλιά του και ο ίδιος ολόκληρος να φλέγεται από πόθο που ζητούσε ικανοποίηση.
Ο Αλκιβιαδης δεν μπορούσε παρά να γοητευτεί από τη γοητεία της Βαλερίας που ξυπνούσε μέσα του μια πρωτόγονη λαχτάρα αλλά σαν άνδρας δεν είχε ταμπεραμέντο πιτ μπουλ που ορμάει σε ό,τι γυναικείο ποδόγυρο κινείται και του αρέσει, αλλά ήταν υπομονετικός και επίμονος, κάτι που πολλές φορές είχε αποδειχτεί εξίσου προσοδοφόρο με το θράσος που του έλειπε. Δεν είχε αυτή τη σπίθα της διαφθοράς, ώστε να δείξει τον απόκρυφο πόθου του στην ηρωίδα του με εμμονή και χωρίς ενοχές εγκαταλείποντας κάθε κοινωνικά θεμιτό, για να ικανοποιήσει τον ανικανοποίητο πόθο του εισβάλλοντας μέσα στο ασφαλές οικογενειακό της λιμάνι. Διάβολε! Αλήθεια πόσο ανόητος άραγε να της φαίνεται με τους δισταγμούς του! Η λογική του έλεγε ότι δεν μπορούσε να κάνει εκείνος το πρώτο βήμα. Η Βαλερία είναι το «κλειδί», ακόμη κι ένα ζεστό χαμόγελο της μπορεί να βοηθήσει πολύ στο να σπάσει ο πάγος!
Ο κόμπος στο στομάχι του γινόταν όλο και πιο σφιχτός όσο περπατούσαν ο ένας διπλά στον άλλο. Μόλις βγήκαν από την αυτόματη πόρτα του καταστήματός στο υπαίθριο πάρκινγκ, οι δυο τους ήταν σιωπηλοί. Ο Αλκιβιάδης στενάζει βαριά. Ένας τέλειος στεναγμός απίστευτης καύλας. Αλλά με μια δόση αθωότητας και ενοχής μαζί. Σαν να ομολογεί στον εαυτό του πως ξέρει πολύ καλά ότι δεν πρέπει να το σκέφτεται αυτό. Ότι είναι απαγορευμένο. Αλλά και ότι δεν μπορεί να σταματήσει να το σκέφτεται. Ότι ο πειρασμός είναι πολύ μεγάλος για να μπορέσει ν’ αντισταθεί. Πήρε μια γεμάτη ανάσα και προσπάθησε να συντονιστεί με το περιβάλλον.
Την παρακολουθούσε που πήγαινε στο αυτοκίνητο της. Είχε ένα απίστευτο βάδισμα. Κάτι στους γοφούς της θύμιζε αιλουροειδές και έδινε την αίσθηση ότι βάδιζε σε αργή κίνηση. Έπρεπε να σταματήσει να την κοιτάζει. Αν κοίταζε συνέχεια τα οπίσθια της κινδύνευε να στραβολαιμιάσει.
Πλάθει «σενάρια» που ανάβουν την ερωτική του φλόγα. Η σεξουαλική επιθυμία τείνει να σχετίζεται με τις φαντασιώσεις του και του ζητά να πάρει την πρωτοβουλία και να αφήσει τη συστολή του για λίγο στην άκρη.
Έπειτα, καθώς ο Αλκιβιάδης ετοιμαζόταν να πάρει το αυτοκίνητο, στάθηκε μπροστά στη πόρτα του και βλέποντάς την Βαλερία έτοιμη να μπει στο αυτοκίνητο της, αμφιταλαντεύτηκε για μερικά δεύτερα  και κοιτάζοντας τη στα μάτια ξεφούρνισε: «Συγγνώμη που σε κοιτάζω επίμονα, αλλά επιτρέψτε μου να πω ότι δεν το περίμενα μετά από τόσα χρόνια που είχαμε να ιδωθούμε να αντικρίσω μια τόσο όμορφη και σέξι γυναίκα!» Ο Αλκιβιαδης σαν σωστός που ήταν τζέντλεμαν κατά τη διάρκεια της επαφής τους της την έπεφτε μεν παιχνιδιάρικα, αλλά όχι πολύ περισσότερο του επιτρεπτού.
«Μην το πάρεις στραβά! Αν δεν είχες αυτοκίνητο θα δεχόσουν να σε πάω σπίτι σου; Έτσι, για να θυμηθούμε τα παλιά τότε που είμασταν γειτόνοι...» 
Απλώνεται μεταξύ τους μια παύση.
Μετά από κάμποσα δευτερόλεπτα της λέει, «είπα κάτι που δεν έπρεπε;»
«....»
«Βαλερία;»
«Μμμ;»
«Είπα κάτι κακό;»
«Σκέφτομαι.»
«Τι σκέφτεσαι;»
«Εε!, ναι, γιατί όχι», ψέλλισε η Βαλερία αιφνιδιασμένη. 
«Ωραία! χάρηκα πολύ που σε είδα. Προτείνω να κανονίσουμε, με την πρώτη ευκαιρία ένα φιλικό δείπνο να έρθουν και πάλι οι οικογένειες μας πιο κοντά.
Η Βαλερία τον λοξοκοίταξε κι έπειτα κούνησε το κεφάλι της θετικά. Του Φάνηκε πως προσπαθούσε να επιλέξει με προσοχή τα λόγια της.
Η κίνηση στην έξοδο του super market αυξανόταν διαρκώς και ο Αλκιβιαδης τη περιεργαζόταν μέσα από τα σκούρα τζάμια του αυτοκινήτου και από τη θέση του οδηγού όπου στρογγυλοκάθησε στο σκιερό πάρκινγκ! Σαν ένας περίεργος που κατασκοπεύει από κάποιο παράθυρο, μπορούσε να παρακολουθεί την Βαλερία χωρίς να είναι σίγουρος αν εκείνη ξέρει ότι ήταν αντικείμενο παρατήρησης του. Παρατηρούσε σχολαστικά κάθε της μορφασμό, επιζητώντας να εισβάλει λαθραία στις σκέψεις της και να αποκτήσει πολύχρωμο περιεχόμενο απ' τη προσωπική της ζωή. Όμορφη, προσεγμένη γυναίκα πραγματικό θηλυκό η όποια ξέρει με μαεστρία ν’ αναδεικνύει τα δυνατά της σημεία που της χάρισε η φύση. Τη θυμήθηκε πώς ήταν νεαρή δεκαοκτάχρονη, όταν τους σύστησε η Ανδρομάχη και πρωτογνωρίστηκαν. Κάτω από το σκανταλιάρικο βλέμμα της, το χαρούμενο γέλιο της κρυβόταν μια θερμή νεαρή γυναίκα πάντα έτοιμη να βοηθήσει τους φίλους της.
Η Βαλερία το κατάλαβε ότι ο Αλκιβιαδης είχε προσηλωθεί πάνω της επίμονα και διεκδικητικά και κινείτο ανέμελα, σχεδόν απρόσεκτα. Το ψηλό κορμί της ήταν ελαφρώς σκυφτό, το πρόσωπό της χαλαρωμένο, με μια μόνιμη ρυτίδα ανησυχίας στο χαμόγελο της. Το φως του μεσημεριανού ήλιου στο εσωτερικό του αυτοκινήτου της έπεφτε στο πρόσωπό της κι εκείνος δεν μπορούσε να ξεκολλήσει το βλέμμα του από πάνω της. Ανεβαίνοντας στο αυτοκίνητο την είδε να κάθεται στο κάθισμα να τον κοιτά και του φάνηκε πως του χαμογέλασε με μια λάμψη σκανταλιάς στα μάτια της. Χαμογέλασε κι αυτός και χαιρέτησε κουνώντας ελαφρά το κεφάλι του. Μπορεί να ήταν η λαχτάρα του, που έκανε το κορμί του να κινηθεί, γιατί εκείνη έστρεψε απότομα τη προσοχή της στην έξοδο του πάρκινγκ! Επιλέγει από ένστικτο, τη στιγμή που θα του ρίξει μία και μοναδική ματιά, λίγο πριν αποχωρήσει απ’ το σκηνικό. Ο Αλκιβιαδης, έχοντας περάσει τη βασανιστική δοκιμασία της αδιαφορίας, νιώθει το ακαριαίο κοίταγμα της να μαγνητίζει την προσοχή του και να καρφώνεται σαν κεντρί στην καρδιά του. Η Βαλερία αποχωρώντας αυτοκρατορικά, έχει ήδη θέσει τους κανόνες της. Εκείνη βασίλισσα στον θρόνο, εκείνος πιστός ιππότης αφιερωμένος στη γοητεία της.
Έμεινε να τη βλέπει να ξεμακραίνει ασάλευτα, βουβά. Τα βλέμματά τους ενώθηκαν τελευταία φορά. Ο Αλκιβιάδης. έκλεισε τα μάτια του προσπαθώντας να τιθασεύσει τις αισθήσεις του και με τη σκέψη στραμμένη στο τελευταίο χαμόγελο της. Αυτό το χαμόγελο! Πόσο λαχταρούσε ν΄ακουμπήσει τα χείλη του στα δικά της, φιλώντας τη στοργικά στα κερασένια της χείλια, ενώ θα τη κρατούσε προστατευτικά στην αγκαλιά του. Ο πειρασμός ήταν μεγάλος, ο σφυγμός του είχε αφηνιάσει και το φούσκωμα ανάμεσα στα πόδια του δεν έπαυε να του υπενθυμίζει τη διέγερσή του με σουβλιές. Προσπάθησε μάταια να αντισταθεί στις ανήθικες σκέψεις του επικαλούμενος τη κοινωνική ηθική του που επιτάσσει σεβασμό και να μην εμπλέκεται σε παράνομες ερωτικές υποθέσεις! Ωστόσο, όπου υπερχειλίζει το συναίσθημα, είθισται να ωχριά η πειθώ του μυαλού. Πως το λέει ο μεγάλος δάσκαλος ο Φρόιντ! «Το σεξουαλικό ένστικτο, δεσπόζει κάθε άλλου, ακόμα και του ενστίκτου τής αυτοσυντήρησης.»
Έτσι, του Αλκιβιάδη, παρά τις ενστάσεις του αυτό το σαββατόβραδο η Βαλερία εντελώς ξαφνικά, από το πουθενά είχε εισβάλει στο συναίσθημα του σαν μια γλυκιά αμαρτία η παρουσία της. Μια αμαρτία κρυμμένη στο πάθος του. Αυτό είναι. Ένα πάθος. Ένα ανομολόγητο πάθος που είχε γίνει η βραδινή του ερωτική πρέζα στη μοναξιά του, σαν γρύλος που τραγουδά μες στο κεφάλι του, σαν γρύλος επίμονος! Αυτό το βράδυ σκέφτεται με τη ψυχή και το συναίσθημα κι όχι με τη λογική, και είναι κι αυτό το δάγκωμα που νιώθει σαν τη σκέφτεται! Στο μυαλό του τη φαντάζεται, ότι είναι ερωτικό ζευγάρι και αυτή η διαπίστωση του προκαλούσε μια συναισθηματική κατάσταση στην οποία βιώνει για κάτι που θα ήθελε να συμβεί στο εγγύς παρόν ή στο μέλλον!
..Έξω είχε αρχίσει να σουρουπώνει η πιο λατρεμένη του ώρα της ημέρας και ενώ ο ήλιος προσπαθούσε να κρυφτεί πίσω από το οροπέδιο της Πλάτωσης και το Θριάσιο πεδίο, είχε φτάσει η στιγμή για την πιο χαλαρωτική απόλαυση. Ο Αλκιβιαδης διάλεξε από το έπιπλο ένα μπουκάλι Mandarin Napoleon αυτό το εξαιρετικό βελγικό κονιάκ ηλικίας δέκα ετών ακούμπησε ένα ποτήρι στον πάγκο της κουζίνας πάνω στη μαρμάρινη επιφάνεια. Σέρβιρε προσεκτικά κονιάκ στο ποτήρι, δεν ήθελε λεκέδες στη λευκή επιφάνεια του μαρμάρου. Φέρνοντάς το στο στόμα, έκλεισε τα μάτια του απολαμβάνοντας τις αρωματικά αλκοολούχες γεύσεις του cognac που άρχισαν να ρέουν στις φλέβες του, και σε αρμονική συντροφιά να δένουν με τις γεύσεις του μαλακού ganache εσπρέσο και τις γεύσεις από κομποτέ μανταρίνι. Το συνηθισμένο του εκρηκτικό μείγμα ξύπνησε τις αισθήσεις του, και ένα αίσθημα ευεξίας και πληρότητας τον κατέλαβε μονομιάς. Όπως οι περισσότεροι άνθρωποι, θεωρούσε ένα απολαυστικό άρωμα μια από τις πραγματικά απλές απολαύσεις της ζωής. Έκλεισε τα φώτα πήρε το ποτήρι με το λικέρ και κατευθύνθηκε στο δωμάτιο όπου ήταν το γραφείου του. Το λάτρευε το μικρο του δωμάτιο. Ο χώρος σε συνδυασμό με το φως που έμπαινε από τα παράθυρα του δημιουργούσαν την αίσθηση ότι βρισκόταν σε μπαλκόνι. Το δωμάτιο το είχε διακοσμήσει η Ανδρομάχη όπως και το υπόλοιπο σπίτι. Είχε διαλέξει ταπετσαρίες, βιβλιοθήκες, γραφείο, φωτογραφίες και πίνακες για τους τοίχους. Και ο Αλκιβιαδης ήταν ενθουσιασμένος με ό,τι είχε κάνει. Ποτέ δεν αμφισβήτησε το γούστο της, μάλιστα, ένιωθε πολύ περήφανος! Ήπιε μια γουλιά από το ποτήρι του κι ένιωσε την αψάδα του αλκοόλ να μειώνει την ένταση που ένιωθε. Όχι εντελώς, όμως. Πέρασε το χέρι του μέσα από τα κυματιστά μαύρα μαλλιά του και στριφογύρισε το ποτό μέσα στο ποτήρι του.
Άνοιξε την Τιβί on demand και πέφτει σε μια τηλεοπτική εκπομπή ποικίλου περιεχομένου που καλύπτει μεγάλο μέρος του πρωινού (το κουτσομπολιό δίνει και παίρνει στα πρωινάδικα), απ΄ αυτές που παρακολουθεί η πεθερά του με τις παρουσιάστριες που το κάνουν με όλους τους ισχυρούς της τηλεόρασης και των περιοδικών για να εξασφαλίσουν μια θέση στο γυαλί, και μετά βγάζουν στη φόρα το εσώρουχο και το ψεύτικο στήθος τους για να ξεχωρίσουν. Παίρνει η άλλη τηλέφωνο, λέει, είμαι σαράντα χρονών, παντρεμένη, με επιτυχημένη επαγγελματική καριέρα, βγάζω πολλά λεφτά και επειδή δουλεύω αρκετές ώρες είμαι πολύ κουρασμένη και όταν γυρίζω σπίτι και δε μπορώ να κάνω τις δουλειές του σπιτιού, οπότε τις κάνει ο άντρας μου. 
«Μα καλά κυρία μου, ο άντρας σας δε δουλεύει; δεν είναι κουρασμένος;»
«Ναι δουλεύει, είναι κουρασμένος αλλά εγώ βγάζω περισσότερα.»
«Συγγνώμη να σας ρωτήσω κάτι προσωπικό, εξωσυζυγική σχέση διατηρείτε;»
«Τι λέτε καλέ, βεβαίως και διατηρώ!»
«Παρντόν; Γιατί κυρία μου;»
«Γιατί το να βλέπω τον άντρα μου στην κουζίνα και γενικά να τον βλέπω να κάνει τις δουλειές του σπιτιού με ξενερώνει εύκολα, δεν με εξιτάρει στο ερωτικό παιχνίδι δεν μου δημιουργεί ένταση, πάθος και σεξουαλικό μαγνητισμό. Εγώ θέλω έναν ερωτικό παρτενέρ πολύ δυναμικό, εκρηκτικό που η αδρεναλίνη του να χτυπάει κόκκινο, και έτοιμο για δράση πάντα, ώστε να μου κινεί το ερωτικό και σεξουαλικό ενδιαφέρον συνεχώς. Κοινώς να διακρίνεται στον ερωτικό τομέα με απίστευτες αντοχές ώστε να παρασύρει και να τεντώνει τις αισθήσεις μου στα άκρα. Να με οδηγεί στην κορύφωση της σαρκικής και ψυχικής ηδονής.
Γρήγορα βαρέθηκε και έκλεισε την τηλεόραση καταλήγοντας στο εξής. Η Γυναίκα στις δυτικές κοινωνίες σήμερα, έχει εθιστεί στην αγορά και την δύναμη που αυτή της παρέχει. Κοινωνικό status κλπ. Αυτά τα πρότυπα έχει από την τηλεόραση και τις «πετυχημένες» φίλες, αυτά επιθυμεί. Αυτό όμως, είναι η διάσπαση της οικογένειας γενικά στον δυτικό κόσμο, κάνει συνειρμούς και σκέψεις για γνωστές τηλεπερσόνες που παριστάνουν τις κυρίες και δεν αφήνουν τεκνό για τεκνό χωρίς να το πηδήξουν. Παράγοντες του θεάτρου, της τηλεόρασης, του καλλιτεχνικού χώρου γενικώς, που εκβιάζουν. «Εσύ θα μου κάτσεις κι εγώ θα σε κάνω φίρμα» Νεαρά κοριτσόπουλα προκειμένου να αποκτήσουν κάποιο δεύτερο ρόλο σε σίριαλ πέφτουν στα γόνατα και με το στόμα ανοιχτό, αποθεώνουν και τον τελευταίο κάμεραμαν.
Βούλιαξε στην καρέκλα του γραφείου πίσω από τον υπολογιστή, έκανε μισή στροφή και βρέθηκε να κοιτάζει απ΄το παράθυρο ατενίζοντας στον ορίζοντα το νυχτερινό ουρανό λες και αναζητούσε εκεί τη μορφή της που θα ήθελε να βρίσκεται απόψε μαζί του. Ακολουθούσε βαθιά σιωπή. Το μυαλό του ήταν καθαρό σαν τον καθαρό νυχτερινό ουρανό, με το φεγγάρι και τον πολικό αστέρα στη θέση τους να τρεμοσβήνουν ζωηρά. Ο Αλκιβιαδης  ανοιγόκλεισε τα μάτια, όρθωσε το κορμί του στην καρέκλα και έκανε πάλι μισή στροφή, ώστε να βρεθεί αντίκρυ στην οθόνη του δεκαεφτάρη TOSHIBA Notebook. Κούνησε το ποντίκι και η οθόνη απέκτησε ζωή. Ήταν αργά, είχε ήδη πάει μεσάνυχτα, αλλά ο Αλκιβιάδης δεν είχε καμιά όρεξη να κοιμηθεί, ήταν πολύ νευρικός. Αν πήγαινε για ύπνο, θα αναμάσαγε τα ίδια και τα ίδια. Καλύτερα να απασχολούσε το μυαλό του. Άνοιξε τον πλοηγό ιντερνέτ, πληκτρολόγησε το κωδικό του blogger και άνοιξε νέα ανάρτηση. Είχε τόσα πράγματα να γράψει, τόσες ιστορίες να πει. Αυτό που του έλειπε ήταν η σωστή διέξοδος, απ’ όπου θα ξεχύνονταν οι σκέψεις και οι ιδέες, σαν λάβα που μετά θα έπηζε σε μια σταθερή ροή.
Η ανάρτηση, αναμφίβολα, όταν θα ήταν πιο νηφάλιος θα κατέληγε στη «διαγραφή» ή στα «πρόχειρα», αλλά του άρεσε και η ιδέα να φλερτάρει με τον κίνδυνο να το ανεβάσει στο blog του και να στείλει το link με MSN στη Βαλερία να το διαβάσει. Ήπιε μαζεμένες τρεις γουλιές από το ποτό του νιώθοντας το μελένιο υγρό να κατηφορίζει στο λαιμό του παρασύροντας μαζί του και έναν ενοχλητικό κόμπο. Ναι, αυτό έφταιγε. Η γυναίκα απόψε είναι συνεχώς στο μυαλό του σε σημείο που νιώθει μπερδεμένος και δεν μπορεί να ελέγξει τη σεξουαλική του ισορροπία!. Στη θύμηση της επιταχύνονται όλα: οι χτύποι της καρδιάς του, η ανάσα του, οι σκέψεις του. Τους φαντάζεται να βρίσκονται οι δυο τους σ΄ ένα μέρος και έναν χώρο απόλυτης ηρεμίας, αυθεντικής φιλοξενίας, αδιαπραγμάτευτης ποιότητας και διακριτικής πολυτέλειας.  Σ΄ ένα πεντάστερο ξενοδοχείο μέσα στη φύση, δίπλα στο κύμα, να μοιράζονται μαζί μοναδικές ερωτικές στιγμές. Έχει κατά νου και την μεγάλη έγκυρη πανεπιστημιακή έρευνα που πραγματοποιήθηκε και αναφέρεται για την απιστία μεταξύ συζύγων, να θέλει τις γυναίκες καθηγήτριες να είναι επιρρεπείς στην απιστία και οι πιο ευάλωτες στους πειρασμούς που θα εμφανιστούν στο δρόμο τους. Ταυτόχρονα όλο και κάτι είχε πάρει το αυτάκι του στα συνήθη γυναικεία κουτσομπολιά της Ανδρομάχης με την Ναυσικά για την πρώην μελαχρινή με μεγάλα όμορφα μάτια, καλοσχηματισμένο σώμα με όμορφες καμπύλες, φιλενάδα τους! Η Βαλερία είχε εξελιχθεί σε προσωπικότητα, που απέπνεε αυτοπεποίθηση. Οι περισσότεροι μάλιστα την θεωρούσαν «αβανγκάρντ» ότι είχε πρωτοποριακές, προχωρημένες, ενδεχομένως και εκκεντρικές, απόψεις, θέσεις και συμπεριφορές. Μεταξύ των άλλων ντύνονταν κομψά, βάση των επιταγών της εποχής και ήταν άκρως φιλική με τους μαθητές της. Με δυο λόγια είναι ένα γοητευτικό πλάσμα στην πολύβουη σφριγηλή κοινότητα του σχολείου της.Ένα «προχώ» άτομο στην αργκό των μαθητών και που τα περισσότερα αρσενικά στο λύκειο ονειρεύονται να ζήσουν μαζί της τον ερωτικό παράδεισο και να «πηδήξουν» μία τέτοια «μουνάρα» καθηγήτρια.. Οι μαθητές κάθε συχνά αναζητούσαν αφορμή και πήγαιναν στο γραφείο της για κάποια απορια τους. Σίγουρα από ολόκληρο το σχολικό συγκρότημα και απ' το εφηβικό πλήθος κάθε βράδυ χυνόταν άφθονο σπέρμα για χάρη της. Βέβαια δεν χρειαζόταν να εισχωρήσεις στα άδυτα των ανδρικών κύκλων των καθηγητών για να μάθεις τις απόψεις τους. Από την πρώτη στιγμή που παρουσιάσθηκε στο σχολείο όλοι έπεσαν πάνω της για να την φάνε. Αρκεί απλά να τους ακούσεις να μιλάνε και ήταν αρκετοι συνάδελφοι της που επίσης πολύ το επιθυμούσαν να την ρίξουν στο κρεβάτι τους και να τα δώσουν όλα για να γαμήσουν αυτό το μελαχρινό πανέμορφο μουνί! Όμως δεν.
....... Οι δυο πρώην φιλενάδες της Βαλερίας στις συχνές επαφές τους είναι κάποιες φορές που μιλούν μεταξύ τους, αλλά όλο νόημα αναφέρονται και στο πρόσωπό της.
«Ανδρομάχη έχεις μάθει για τη φίλη μας τη Βαλερία;»
«Της Βαλερίας; όχι δεν ξέρω κάτι! Πάει πολύς καιρός που έχω να μάθω νέα της. Έχουμε χαθεί. Εσύ τι έχεις μάθει;»
«Να εγώ να σου πω κάτι που έχω μάθει! Οι φήμες και οι κακές γλώσσες λένε πως έχει ανακαλύψει ότι το απαγορευμένο και το παράνομο είναι πιο γλυκό από το επίσημο και το απολαμβάνει με έναν παίδαρο.»
«Δηλαδη; Όταν λες απαγορευμένο και γλυκό; Τι εννοείς; ότι τα φοράει στον άνδρα της;»
«Εσύ τι λες να εννοώ; Ότι ρίχνει άχνη στη μπουγάτσα;»
Στην αρχή η Ανδρομάχη ξαφνιάστηκε γιατί θυμάται τη φιλενάδα τους από το λύκειο! Την είχε για πολύ συμμαζεμένη και σοβαρή κοπέλα και δεν το περίμενε, της ήταν ξαφνικό, να ακούσει τέτοια σχόλια για τη προσωπικότητα της. 
«Τι να σου πω ρε Ναυσικά! Εγώ πάντως τη ήξερα πόλη σοβαρή, σεμνή και μετρημένη και ευτυχισμένη με το γάμο της. Μεταξύ μας το πιστεύεις ότι μπορεί να είναι αλήθεια τα κουτσομπολιά πως είναι δυνατόν η Βαλερία πέφτει σε παράνομο κρεβάτι;.»
«Αυτές οι σεμνές φιλενάδα μου, που λες «Αα» δεν το πιστεύω! Και όμως είναι άτακτες παντρεμένες γυναίκες που δεν τους φαίνεται ότι τους βγάζει ωραία γούστα και τις ικανοποιεί ο εραστής τους.»
«Προφανώς και το κάνουν οι άτακτες παντρεμένες. Περισσότερο από αρκετά μπορώ να σου πω. Δεν θα τις καταλάβεις εύκολα όμως. Εκτιμάνε πλήρως την εχεμύθεια, το διακριτικό φλερτ, τους καλούς τρόπους. Και το «βαρύ» παρελθόν του εραστή. Εξ' ου και οι μεγάλες επιτυχίες γίνονται πλέον είτε μέσω σόσιαλ είτε σε χώρους εργασίας.»
«Στα σόσιαλ γίνεται πιο χοντρό παιχνίδι από ότι στους εργασιακούς χώρους.» Της λέει η Ναυσικά σαν ποιο έμπειρη με τα σόσιαλ μίντια.»
«Ισχύει. Είμαστε πιο απελευθερωμένες εκεί. Στη δουλειά μπορεί να μπλέξει το πράγμα.» απαντάει η Ανδρομάχη. 
«Τι εννοείς ρε Ανδρομάχη, όταν λες το «βαρύ» παρελθόν του εραστή;» 
«Εννοώ ότι είναι άνθρωπος εμπιστοσύνης, εχέμυθος, και έμπειρος γαμιάς στο ξενοπήδημα. Από εμφάνιση έχουμε και λέμε: καθαρός συνέχεια, ακριβό και κυριλέ ρούχα και καμιά φορά φόρμα για να φαίνεται αθλητικός τύπος, περιποιημένο μούσι και απλό μαλλί. Και 1,82 τουλάχιστον.»»
«Μάλιστα! Δηλαδή για να είναι γαμάτος εμφανισιακά πρέπει να είναι τέλειος από τότε που γεννήθηκε. Θα πρέπει να έχει γεννηθεί όμορφος, κάτι σαν τον παπά της ενορίας που σου κούμπωσε εσένα για εραστής, εννοείς κατεργάρα φιλενάδα. Σε καταλαβαίνω πως όταν είσαι αναστατωμένη, έχεις εύκολη και εχέμυθη επαφή οπότε ο παπάς γαμιάς σου φτιάχνει τη διάθεση με ένα ωραίο γαμήσι.»
«Κάπως έτσι. Ο παπάς είναι προικισμένος εραστής, εχέμυθος πεντακάθαρος και έμπειρος γαμιάς που έχει διδάξει αρκετές τσούλες ενορίτισσες πώς να γαμιούνται. Όταν σμίγουμε δίνουμε και οι δυο νέο ενδιαφέρον στην ερωτική μας ζωή. Τα είπαμε αυτά. Πάμε τώρα στο θέμα μας! Εσύ για λεγε τι έχεις μάθει για την πρώην φιλενάδα μας! Είμαι περίεργη και όλη αυτιά. Σε ακούω πολύ προσεκτικά και με ενδιαφέρον»
«Έμαθα από μια έγκυρη πηγή ότι το «πνίγει το κουνέλι» στην αγκαλιά του προσβληθέντα με τη νέα σχολική χρονιά νεαρού γυμναστή του λυκείου που εργάζεται.»
«Έχει μαθευτεί δηλαδή ότι έχει επιλέξει να ανοίξει την πόρτα στο σεξ που της χτύπησε ο νέος νοικάρης χωρίς να διώξει τον προηγούμενο νοικοκύρη;»
«Ε ναι! Και όπως συμβαίνει συχνά με κάθε μυστικό, από στόμα σε στόμα, τελικά γίνεται μουσικό όργανο κι ο ήχος του μπορεί να φτάσει πολύ μακριά.»
«Δηλαδη το παλικάρι έχει προσόντα; Τι έχεις μάθει;»
«Οι πληροφορίες μου λένε, ότι την προηγούμενη σχολική χρονιά που ήταν αδιόριστος ακόμη σε σχολείο της επαρχίας γαμούσε μια από τις φιλολόγους του σχολείου. Μια πραγματική ξεκωλιάρα ζωντοχήρα νυμφομανή. Και αυτή είχε διαδώσει πως το παλικάρι ήταν ο καλύτερος γαμιάς. Πρώτα της γάμησε και της ξεφτίλισε το μυαλό και στην συνέχεια της έδωσε το μουνί στο χέρι.»
«Το μουνί στο χέρι Εε! Δηλαδη ο γυμναστής είναι προικισμένο αρσενικό και δυνατός γαμιάς.»
«Εντάξει ρε Ανδρομάχη! Τρόπος του λέγειν το μουνί στο χέρι! Ας πούμε πως με τη νυμφομανή που έμπλεξε ο άνδρας το ποιο σωστό είναι ότι η κυρία του έπαιρνε τον πούτσο Πασχαλινή λαμπάδα και του τον παρέδιδε καμένο φιτίλι.» 
«Δηλαδη μετά τη φιλόλογο την έπεσε στη φιλενάδα μας;»
«Ο γυμναστής στο νέο του σχολικό συγκρότημα, εντυπωσιάστηκε από την εμφάνιση της «φιλενάδας» μας, προσπαθεί να τη προσεγγίσει ερωτικά παρά την αρχική αδιαφορία της φιλενάδας μας. Αυτός όμως δεν είχε κάποιον ηθικό ενδοιασμό και την πολιόρκησε έντονα και κατά τρόπο μη «συμβατό» με τα αστικά μας ήθη και τους κανόνες της εποχής μας, αδιαφορώντας για τον συζυγικό της δεσμό. Η φιλενάδα μας κολακεύτηκε με το ενδιαφέρον του, είναι και ωραίος άνδρας ο γυμναστής, φαινομενικά στους γύρω της αντικατοπτρίζοντας τον καθημερινό τρόπο ζωής της έδινε την εντύπωση πως της είναι εντελώς αδιάφορος και πως τίποτε το συγκλονιστικό δεν πρόκειται να συμβεί, μεταξύ τους. Δεν είχε όμως υπολογίσει πως σαν γυναίκα με θηλυκότητα αναζητεί να ικανοποιήσει την ανάγκη της αυτοεπιβεβαίωσης της μέσω μιας απρόσμενης ερωτικής έλξης που αισθάνεται για τον γυμναστή, μιας έλξης, η οποία μάλλον είναι περισσότερο αποτέλεσμα της αναζήτησης της σεξουαλικότητας της, παρά ειλικρινής έκφραση συναισθημάτων, αναζητώντας να βρει μια νέα χαρά στα σκέλια της από έναν άλλο κόκορα που την κάνει να ζήσει κάτι που δεν έχει ξαναζήσει!.»
«Κατάλαβα η φιλενάδα μας αναζήτησε στην αγκαλιά του εραστή της αυτοεπιβεβαίωση στη θηλυκότητα της.»
«Έτσι Φαίνεται! Και μάλλον δεν άργησε να ενδώσει στην πολιορκία του και στα ερωτικά του καλέσματα χωρίς τελικά να αισθάνεται υποχρεωμένη να παίξει τον ρόλο της δύσκολης για να φανεί ανώτερη, φοβούμενη μην τον αρπάξει καμιά λυσσάρα φιλόλογος από εκείνες που διεκδικούν έντονα κάποιον και θέλουν να προχωρήσουν γρήγορα μαζί του, έτοιμες για όλα!» 
«Σε ποια σειρά ανήκει η παραπάνω περίληψη. Και σε πόσες τηλεοπτικές σεζόν ολοκληρώνεται;» Ρωτάει ειρωνικά η Ανδρομάχη τη Ναυσικά.
.... Ο Αλκιβιάδης φαντάζεται τον εαυτό του και τη Βαλερία ότι είναι ήρωες σε ερωτική νουβέλα που έχουν βρει καταφύγιο σε παραλιακό ξενοδοχείο στην αγκαλιά του Μυρτώου πελάγους στις παρυφές της οροσειράς του Πάρνωνα! Θέλει να μεταφέρει και να αφηγηθεί τη νουβέλα σε κείμενο με το δίλημμα πώς να γράψει τις σεξιστικές εικόνες τους χωρίς ο ίδιος να φαίνεται σεξιστής. Απλά και ξεκάθαρα είναι ένα άτομο που απολαμβάνει να γράφει πολύ ερωτικές σκηνές και συχνά Touch of Taboo που οι αναγνώστες να απολαμβάνουν να τις διαβάζουν. Έτσι όμως που ο αναγνώστης να διαχωρίζει το χαρακτήρα από το μήνυμα του ίδιου του κειμένου. Πέρα από αυτό, νομίζει ότι οι περισσότεροι άνθρωποι καταλαβαίνουν ότι οι απόψεις ενός χαρακτήρα δεν αντικατοπτρίζουν απαραίτητα τις απόψεις του συγγραφέα, ειδικά λαμβάνοντας υπόψη το πλαίσιο ότι όταν κάποιος γράφει για πολλούς ανθρώπους που σκοτώνονται, ελπίζει να μην πιστεύουν πως είναι ψυχοπαθής δολοφόνος.
.....Η μπαλκονόπορτα στο δωμάτιο του ξενοδοχείου ήταν μισάνοιχτη, και ο μαΐστρος, το δροσερό αυτό θαλασσινό αεράκι συμβολίζει την απαλλαγή τους από τα προβλήματα που τους βασανίζουν, έκανε τις τραβηγμένες κουρτίνες να ανεμίζουν ελαφρά καθώς δυνάμωνε προμηνώντας μιαν φθινοπωρινή μπόρα. Είχε πέσει το σούρουπο, ο ουρανός είχε πάρει ένα χρώμα βαθύ μενεξεδί. Η θάλασσα ήταν όμοια με ζωγραφιά από λάδι, μα υπήρχε κάτι δυσοίωνο έτσι όπως φούσκωνε ο αφρός και τα κύματα έσκαγαν με μανία στη στεριά, στη μικρή προβλήτα και στα βράχια κάτω από το ξενοδοχείο. Εκεί νιώθουν προστατευμένοι και ασφαλείς σε κάθε στιγμή τους από περίεργα βλέμματα. Η Βαλερία ένιωθε όμορφη και δεν χρειαζόταν να αμφιβάλει ότι ο Αλκιβιάδης την ήθελε. Την κοιτούσε όλη την ώρα μ΄ ένα άπληστο βλέμμα. Επιτέλους μπορούν να αγκαλιαστούν. Οι κινήσεις τους έχουν τόση φυσικότητα, που δίνουν την εντύπωση ότι γνωρίζονται από πάντα. Για μια στιγμή, μια μικρούλα στιγμή, επέτρεψε στον εαυτό του να φανταστεί ότι ήταν στην αγκαλιά του τα μακριά, λεπτά δάχτυλά της να χώνονται μέσα στα σκούρα μαλλιά του, το σώμα της να λυγίζει στα δυνατά χέρια του που τη χάιδευαν και την άγγιζαν, τα χείλη της να σμίγουν με τα δικά του και τα βογκητά της να αντηχούν στον νυχτερινό αέρα από τα χάδια του. Τον κοίταξε καθώς το χέρι του ταξίδεψε στο λείο περίγραμμα του μπούστου της και στο στητό της στήθος το ελεύθερο στη νυχτερινή δροσιά. Τα δόντια του άστραψαν στο πονηρό χαμόγελό του, καθώς εκείνος κοίταξε προς τα κάτω τον ερεθισμένο μαστό και ψέλλισε «πανέμορφη», προτού χαμηλώσει τα χείλη του στη σκοτεινή κορυφή που είχε σκληρύνει από τον δροσερό αέρα και τη θερμή αγκαλιά του. Η Βαλερία άφησε το κεφάλι της να πέσει προς τα πίσω σε έκσταση, ανίκανη να ελέγξει την ευχαρίστηση που ένιωθε στα χέρια του, και απόμεινε ακίνητη, νιώθοντας τις θηλές της να σκληραίνουν καθώς το χέρι του τη χάιδευε και το στόμα που περνούσε ξανά και ξανά τη γλώσσα του πάνω από το στήθος της! «Αλκιβιάδη…» Το όνομά του, που ξέφυγε από τα χείλη της  με ένα βαθύ βογκητό, έσκισε τη σιωπή.Τα χέρια τους γλιστράνε παντού, σαν σε κατακτημένα εδάφη. Τα δικά του είναι πιο βιαστικά από τα δικά της. Η Βαλερία ανατρίχιασε καθώς το χέρι του χάιδεψε την πλάτη της.
Ο Αλκιβιαδης δεν έδινε σημασία, δεν άκουγε το σφύριγμα του αέρα, ούτε τον άγριο βόμβο του νερού καθώς, για εκείνον, τίποτα έξω από το δωμάτιο δεν υπήρχε εκείνη την ώρα. Το μόνο θρόισμα που έφτανε ως τα αυτιά του και τον μεθούσε ήταν εκείνο των σεντονιών, ήταν το θρόισμα από τα ρούχα της που έπεφταν στο δάπεδο με ένα ρυθμό γαλήνιο και παθιασμένο ταυτόχρονα, σε τέλειο συντονισμό με τις κινήσεις των χεριών του. Ακόμη και το πιο απαλό του άγγιγμα έκανε το κορμί της να τυλίγεται στις φλόγες. Η Βαλερία άφησε ένα σιγανό βογκητό ηδονής και σήκωσε τα χέρια στον αέρα, βοηθώντας τον να της βγάλει το αέρινο φουστάνι που είχε φορέσει νωρίτερα εκείνο το πρωί. Πολύ γρήγορα, ένας μικρός σωρός από ρούχα σχηματίστηκε γύρω από τα ψηλοτάκουνα παπούτσια της, το μεταξωτό μαντίλι που είχε δέσει στο λαιμό, το φουστάνι, τα λευκά μικροσκοπικά εσώρουχά της.
«Κάνε μου έρωτα, θέλω να με λατρεύεις ως το ξημέρωμα, να γίνεις δικός μου σαν να μην υπάρχει ξημέρωμα…» μουρμούρισε ξέπνοα, έγειρε προς τα πίσω το κεφάλι και αφέθηκε στα χάδια του.
Οι άκρες των δαχτύλων του διέσχισαν απαλά τις καμπύλες της και η Βαλερία ένιωσε ρευστή, σαν να την έπλαθε ο Αλκιβιαδης με το χάδι, με το άγγιγμα του.
«Μη σταματάς, φίλα με, νιώσε με…» ψιθύρισε η Βαλερία, που δεν μπορούσε, πια, να ακούσει ή να ελέγξει τον εαυτό της.
Υπήρχε απελπισία στις ανάσες, στο λαχάνιασμα της, στη μαύρη πείνα που έκανε να στάζουν οι χυμοί του κορμιού της, να τρελαίνεται, να αγριεύει ο πόθος της και να τη σέρνει σε τοπία αχανή, απάτητα. Τα δάχτυλά της μπλέχτηκαν στα πυκνά καστανά του μαλλιά και η τυραννία της απόλαυσης εξακολούθησε για κάμποση ώρα, σχεδόν την έφερε στο απόγειο, μα η Βαλερία πρόλαβε να απομακρύνει τον εραστή της. Εκείνος χαμογέλασε, ανέβηκε στο κρεβάτι και την τράβηξε πλάι του.
Οι ανάσες τους, κοφτές, απεγνωσμένες, σαν να υποψιάζονταν ότι στ’ αλήθεια δε θα υπήρχε ξημέρωμα, έσμιξαν με τον ήχο του ανέμου και της θάλασσας, ακολούθησαν ασύνειδα τις κινήσεις και τις ενώσεις των νεφών οι στεναγμοί τους ήταν οι πρώτες βροντές, η κυοφορία της βροχής του φθινοπώρου, της λυσσασμένης μπόρας που μόνο αυτή θα μπορούσε, ίσως, να μετρηθεί, να συγκριθεί με το ανελέητο ρυθμικό σφυροκόπημα στις καρδιές τους. Και πώς να περιγράψει τη λαγνεία τους δίχως κανιβαλισμό! Χωρίς να διαγραφεί η οδοντοστοιχία τους πάνω στους γυμνούς τους ώμους, ίδιους με το σχήμα ενός αφάγωτου λωτού τη στιγμή της κορύφωσης που η θύελλα ξεσπά στον εγκέφαλο κάτι σαν έκρηξη πυροτεχνημάτων! Την κοιτάζει στα μάτια και η ανάσα του γίνεται πιο έντονη. Κάθε στιγμή κρατά μία αιωνιότητα και έχει τη δική της σημασία. Η ένταση του πόθου ολοένα και μεγαλώνει. Τα χείλη του μόλις που την ακουμπούν. Η φωνή του είναι σιγανή και αισθησιακή καθώς της ψιθυρίζει: «Σε θέλω. Θέλω να μπω μέσα σου και να σε νιώσω... έστω κι αν αυτό θα γίνει μόνο μία και μοναδική φορά»
Ακούμπησε την παλάμη της στο στήθος του. Η φωνή της ήταν βραχνή. «Κι εγώ εσένα! Σε θέλω!» Γλίστρησε τα δάχτυλά της προς τα κάτω ως το στομάχι του κι ένιωσε τα χέρια του να σφίγγουν τους γυμνούς ώμους της καθώς έπεφτε στα γόνατα μπροστά του. 
«Δεν είσαι υποχρεωμένη να…» 
«Είπα ότι σε θέλω! Δεν έχω επιλογή. Ήξερα τι ακριβώς ήθελα από τη στιγμή που συμφώνησα να έρθω εδώ μαζί σου». Ακολουθεί σιωπή και η Βαλερία απαλλαγμένη από όλα τα ρούχα της, γυμνή μπροστά του αφήνεται στις δικές της σαρκικές ανάγκες. ............(η συνέχεια.............ερωτική μυθοπλασία: Ι- Part: 2.................)
 Αποχαυνωμένος όπως ήταν, αποδεικνύοντας εν τέλει -έστω και μεταφορικά- πως οτιδήποτε δε βγαίνει από μέσα του, τελικά καταλήγει να τον φέρνει σε κατάσταση νωθρότητας και πλήρους αδράνειας, παραλύοντας τις σωματικές και διανοητικές δυνάμεις του, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να αντιδράσει. Του πήρε λίγα λεπτά για να βγει από τους φανταστικούς αισθησιακούς μαιάνδρους της αφήγησης του. Οι κρόταφοι του χτυπούσαν μισόκλεισε τα μάτια κι αναστέναξε ζαλισμένος από το ονειρικό σεξουαλικό του ταξίδι με τη Βαλερία να είναι εκεί παρούσα στο ταξίδι του για μεγάλα χρονικά διαστήματα, και να κατέχει τις σκέψεις του, όπως μια μεραρχία έχει υπό την κατοχή της μια αλλοτριωμένη εδαφική έκταση. Τα αφτιά του βούιζαν με τις ανήθικες σκέψεις που είχε στο πίσω μέρος του μυαλού του. Απόμεινε να κοιτάζει την οθόνη με βαριά βλέφαρα. Όσο και να κοίταζε την οθόνη μπροστά του, δε θα έγραφε άλλο. Έβλεπε το δρομέα να αναβοσβήνει ανυπόμονα, μα το μυαλό του είχε αδειάσει από ιδέες. Ένα διάλειμμα, αυτό χρειαζόταν. 
Διάβασε και ξαναδιάβασε το κείμενο που ήταν αποθηκευμένο στο πρόχειρο προτού κλείσει τον υπολογιστή. Κράτησε το κεφάλι του με τα δυο του χέρια και βάλθηκε να καταλάβει τι του είχε συμβεί παραδομένος σε έναν κυκεώνα συλλογισμών που υποτίθεται ότι θα του δώσουν το κλειδί της λύσης στις επιθυμίες του. Συλλογίζεται σαν τον Σπαρτιάτη στρατηγό που εξετάζει τα έντερα των ζώων πριν τη μάχη. Ναι, είναι πολύ σημαντική μια μάχη (το μέλλον ενός λαού) Δε μπορούμε να την αφήσουμε στην τύχη. Εκείνο το βράδυ έμεινε πολλές ώρες καθισμένος επάνω στην καρέκλα του γραφείου. Έβαλε ένα δεύτερο πότο το έπινε ήσυχα αφήνοντας τη φαντασία του να ταξιδέψει μέσα στον λαβύρινθο της αβεβαιότητας που νιώθει. Κοίταξε έξω από το παράθυρο του, το φωτισμένο δρόμο. Είχε νυχτώσει εδώ και ώρες, αλλά ήταν πολύ απορροφημένος με την εργασία του για να το καταλάβει.
 Έβλεπε τα φώτα από τα αυτοκίνητα να περνούν απέναντι στη γέφυρα του περιφερειακού της Αττικής οδού. Το διασκέδαζε να μαντεύει από πού έρχονται και που πηγαίνουν. Δεν είχε καμιά διάθεση να πάει να ξαπλώσει και η μοναχική ατμόσφαιρα στο γραφείο του, του φαινόταν ιδανική συντροφιά για την όντως παράξενη διάθεση του. Κάπως έτσι ένιωθε τις βραδινές εκείνες ώρες πριν κοιμηθεί. Συνειδητοποιεί πως οι ώρες αυτές, που γύρω επικρατεί ησυχία και ηρεμία, του δίνουν χρόνο να αναλογιστεί, να σκεφτεί, να κρίνει και οι επιθυμίες του ζητάνε πλέον τη λύση τους. Τα πρόβλημα που τον απασχολεί έρχεται για να του υπενθυμίσει πως πρέπει να κάνει κάτι γι’ αυτό ώστε να αμβλυνθεί. Οι φαντασιώσεις του επιστρέφουν απρόσκλητες κι εκείνο το συναίσθημα που προσπαθει να πείσει τον εαυτό του ότι είναι ανύπαρκτο, φροντίζει να ενισχυθεί σε τέτοιο βαθμό ώστε να μην μπορεί να το περάσει ανεπαίσθητα. Αυτά που φοβάται δεν μπορούν παρά να είναι όσα του έρχονται στο μυαλό! Είναι οι πιο ενδόμυχες, οι πιο δικές του σκέψεις. Το πορτρέτο της Βαλερίας του προκαλεί ανάμεικτα συναισθήματα, μελαγχολία ανάμεικτη με ελπίδα. Μελαγχολία και ελπίδα που μοιράζονται τον ίδιο χώρο! Με μια ελπίδα που καίει μέσα του σαν άλυτο σταυρόλεξο που λέγεται επιθυμία πως να κατακτήσει το ζωντανό πορτρέτο. Ονειρευόταν να γευτεί με θέρμη την αποδοχή της. Και εκεί που ετοιμάζεται για ακόμα μια φορά να αντιμετωπίσει τον εαυτό του, πως να ξεπεράσει το συναίσθημα του ανεκπλήρωτου ερωτικού απωθημένου που του προκάλεσε η τυχαία συνάντηση με τη Βαλερία, η μορφή της Ανδρομάχης εισβάλλει ανάμεσα στις σκέψεις του. Έπεσε σε λογισμούς να τη σκέφτεται στη Θεσσαλονίκη στο δικό της σενάριο! Ελεύθερη κι απενοχοποιημένη, σαφώς ανανεωμένη, μ’ αυτοπεποίθηση σε μια χαλαρή έξοδο μια ανέμελης βόλτας, για ένα ποτό σε ένα μπαρ, που σίγουρα θα της προσφέρει πολλές ευκαιρίες για ενδιαφέρουσες ανδρικές γνωριμίες με αποτέλεσμα οι παλμοί της να ανεβαίνουν κι η αδρεναλίνη της να χτυπάει κόκκινο, που την βάζει σε μια διαδικασία να εκμεταλλευτεί την ευκαιρία που της παρουσιάζεται να ζήσει έντονες ερωτικές στιγμές, σε μια άλλη ανδρική αγκαλιά που θα εκτοξεύσει στα ύψη το σε ύπνωση σεξουαλικό της πάθος. Ίσως της καλλονής η αίγλη της να της θύμισε μέσα της παροπλισμένα συναισθήματα, ερωτικές επιθυμίες και ανάγκες, που αυτός είναι συγκρατημένος και ανίκανος να τα εκτιμήσει και «παγωμένα» μένουν ανικανοποίητα και υποτιμούνται στη σχέση τους; Κρυφογέλασε με τις σκέψεις του. «Ίσως αύριο που θα έρθει να μου διώξει τα φαντάσματα της νύχτας. Όλα μες στης ζωής τα βήματα είναι», ψιθύρισε και κάπου εκεί χάθηκε στην αγκαλιά των σεντονιών.
Το επόμενο πρωί ξύπνησε πιασμένος από έναν άσχημο ύπνο. Όλα τα χθεσινά του ξανάρχονταν στο νου, τριγύριζαν στο μυαλό του και τον απασχολούσαν. Κάθισε στην άκρη του κρεβατιού και χασμουρήθηκε. Έριξε μια ματιά στο ξυπνητήρι που βρισκόταν πάνω στο κομοδίνο. Έκανε ένα μορφασμό βλέποντας το είδωλο του στον απέναντι καθρέπτη της κρεβατοκάμαρας. Αυτό που έβλεπε ήταν γένια τριών ημερών κύκλους γύρω από τα μάτια και μερικά ατίθασα ανακατεμένα μικρά τσουλούφια από τα κοντοκουρεμένα μαύρα μαλλιά του, ξανάπεσε πίσω στο κρεβάτι. Ένιωθε ένας άλλος εαυτός του. «Σκατά! Είσαι αξιοθρήνητος!» Παραδέχθηκε συνοφρυωμένος. «Πρέπει να κάνεις ένα χλιαρό ντους να συνέλθεις» μονολόγησε. Ύστερα από αρκετή ώρα μέσα στο ντους βγαίνοντας στο μπαλκόνι τον καλημέρισε η πρωινή αύρα! Προσπαθεί να επανέλθει στην κανονικότητα του και να αφήσει πίσω του τις νυχτερινές ονειροφαντασίες του, ν΄ αφήσει πίσω το γεγονός, ότι η ανάμνηση της Βαλερίας «στοιχειώνει τη σκέψη του». Το καλύτερο που μπορεί να κάνει είναι να αναζητήσει μέσα του τις απαντήσεις στο πως θα προχωρήσει παρακάτω κλείνοντας τη πόρτα στις σφοδρές ερωτικές επιθυμίες του για τη Βαλερία και ακολούθησε το κλασικό του πρωινό σύστημα στις αργίες και στις μοναξιές του. Βόλτα το σκύλο στο πάρκο, περιποίηση στο παπαγάλο και σήμερα να μη ξεχάσει το καναρίνι και να καθαρίσει την λεκάνη της άμμου για την υγιεινή του γάτου τους.
Η επερχόμενες ώρες για τον Αλκιβιάδη ήταν απολύτως προβλέψιμες! Σαν άτομο νιώθει μια εσωτερική κινητοποίηση που περιλαμβάνει ένα ευρύ φάσμα συναισθημάτων σαν μια φυσιολογική έκφανση του ψυχισμού του. Η εικόνα της Βαλερίας του ήταν στο μακρινό παρελθόν μια αμυδρή σπίθα που μπορεί να υποδήλωνε ένα συναίσθημα που αντιπροσώπευε μια μικρή ελπίδα, μια ιδέα, για ένα ξεκίνημα που ήταν πολύ αδύναμο αλλά υπήρχε. Χθες διαπίστωσε ότι όλα αυτά είχαν μείνει σ΄ ένα διαμέρισμα της ψυχής του και να που τώρα επιτακτικά αναζητούν να έρθουν στην επιφάνεια, με τρόπους τους οποίους δεν ελέγχει. Η εικόνα της επαναφέρει μια ξεχωριστή, αξιοπρόσεκτη και σημαντική επίδραση, όχι μόνο στο μυαλό του, αλλά και βαθιά μέσα στη ψυχή του με μια έντονη σεξουαλική επιθυμία που δύσκολα εξατμίζεται. Στις φαντασιώσεις του, που μπορεί να εκφραστεί ελεύθερα, με αμεσότητα και αυθορμητισμό, χωρίς να ανησυχεί μήπως παρεξηγηθεί και εκτεθεί, η Βαλερία του έχει αφήσει αποτύπωμα ανεξίτηλο, που του χτυπάει μια χορδή μέσα του σε μια απέλπιδα, αέναη κι άγονη προσπάθεια για έναν «Άγονο έρωτα». Οι φαντασιώσεις του δεν στηρίζονται σε γόνιμο και εύφορο τόπο με αποτέλεσμα να παράγουν ένα αόριστο, βουβό στείρο και άγονο πάθος, ακαρποφόρητο. Οι σοφοί μας λένε πως, «ο νους οφείλει να υποκλίνεται στη σοφία της καρδιάς.» Ο φορτισμένος νους του Αλκιβιάδη αναζητά να ζήσει το ανέκφραστο υπόγειο πάθος του, που τόσο απρόσμενα συσσωρεύτηκε και κοχλάζει μέσα του, σα λάβα που αναζητά διέξοδο, ταυτόχρονα όμως οφείλει να βρει τη γενναιότητα και το θάρρος να δει την αλήθεια του και να πορευτεί με ακεραιότητα, όσο δύσκολο κι αν του μοιάζει! Είναι αυτές οι στιγμές που η επιθυμία της ψυχής δεν σβήνει μα γίνεται άνεμος που σκορπίζεται στο απέραντο κενό όπως και κάθε χαμένο όνειρο αναζητά να ζήσει ανεκπλήρωτους έρωτες και η καρδιά όσο και αν πονά οφείλει σιωπηλά να υποκλίνεται στη σοφία του νου.

Πέμπτη 14 Αυγούστου 2025

Outdoor Shower

Ένα μικρο απόσπασμα από την «Ερωτική Μυθοπλασία ΙΙ....Part: 5»
«Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας του συγγραφέα. Τα ονόματα, οι χαρακτήρες, οι τοποθεσίες .....κλπ.. Βλέπε Μυθοπλασία ΙΙ: (Part:1)
Ερωτική Μυθοπλασία ΙΙ (Part..1)..
Είναι η τελευταία εβδομάδα των διακοπών τους. Οι Οικογένειες χαρούμενες απολαμβάνουν το απογευματινό τους μπάνιο και τις τελευταίες ανέμελες στιγμές των διακοπών τους, έκτος από τον Νικηφόρο που αισθάνεται ελαφρώς αδιάθετος και έχει αράξει στον μεγάλο καναπέ του μπαλκονιού στο σπίτι της Νεφέλης. Ατενίζοντας τον ορίζοντα και την θάλασσα έχει βυθιστεί σε μια κατάσταση απόλυτης ηρεμίας και ευδαιμονίας μέσα από την πλήρη αποδέσμευση του από τις αισθήσεις και τις επιθυμίες του. Νιώθει γαληνεμένος με τους ήχους απ' το θρόισμα της άμπωτης και της παλίρροιας του νερού στην ακρογιαλιά.
Πρώτη ως συνήθως σαν η νοικοκυρά του σπιτιού καταφθάνει απ΄ τη θάλασσα η Νεφέλη όσο οι υπόλοιποι τσαλαβουτούν στα σμαραγδένια νερά! Μπήκε φουριόζα κάτω από το υπαίθριο ντους στη γωνία της αυλής και ξέπλενε το σώμα της από την αλμύρα. Ο Νικηφόρος άκουγε τον ήχο νερού και το έβλεπε να τρέχει πάνω κορμί της. Το νερό έτρεχε στο μέτωπό της, στις θηλές της, στους αστραγάλους της. Στέναξε όταν ένιωσε πως το νερό κυλούσε ανάμεσα στα πόδια της, και στις βουνοκορφές του κορμιού της. Η εικόνα της να ξεπλένεται αργά αργά, με το νερό να στάζει απ' το κωλαράκι της, μέσα από το τέλειο μαύρο μαγιό της είναι ερεθιστική. Νιώθει τον φαλλό να ξυπνάει να του σηκώνεται και μέχρι να τελειώσει το ντους η Νεφέλη αυτός αισθάνεται να έχει πλήρη στύση. Την κοιτούσε και την προσκυνούσε με το βλέμμα του. Την σκέφτηκε γυμνή μέσα στην αγκαλιά του ανατρίχιασε και αυτή η ιδέα του άρεσε.
Η Νεφέλη αντιλαμβάνεται τη διέγερση του και αποφασίζει να παίξει μαζί του. Σε λίγο ο ήχος του νερού έσβησε. Κοιτάζει γύρω της πέρα από την μάντρα της αυλής δεν υπάρχει ψυχή εκτός από τον Νικηφόρο που την κοιτούσε απ' τον καναπέ απέναντι της. Βγάζει ανέμελα το ολόσωμο μαγιό της και μένει τελείως γυμνή μπροστά του. Το δέρμα της σταρένιο από τον ήλιο του καλοκαιριού. Ανάμεσα στα στήθη της λαμπυρίζει ένα λεπτό ρυάκι νερού, σαν καταρράκτης κάπου στο βάθος, ένας καταρράκτης κάπου ψηλά σε μια βουνοπλαγιά και ανάμεσα στα πόδια της ένας υπέροχος θάμνος, να ξεπροβάλλει φουντωτός σε πρώτο πλάνο, με τα υγρά του χείλη να γυαλίζουν στο βάθος του. Τώρα σκουπιζόταν στα δυο σφριγηλά στητά χωρίς χαλάρωση στήθη και στο τουρλωτό κωλαράκι της που καυλώνει ακόμη και άγιο. Στη συνέχεια παίρνει το φουστάνι της ένα καλοκαιρινό μίνι φλοράλ που κρεμόταν στο σχοινί της αυλής και το φορά με αργό τέμπο, ο ιδανικός τρόπος που ενεργοποιεί ερωτικά τον θεατή της και του γεννά προσδοκίες για τη συνέχεια, έχοντας σκοπίμως τα σκέλη της αρκούντως ανοικτά ενώ είχε και το νου της στο Νικηφόρο που την κοιτούσε με λαγνεία. 
«Πως αισθάνεσαι;» Τον ρωτάει
«Ξαφνικά ένιωσα σαν να µε είχε πατήσει τρένο. Αλλά τώρα…. Καλύτερα!» Της απαντάει.  Αναστενάζει βαθιά και ηδονικά χωρίς να πάρει τα μάτια του από πάνω της. Είναι σαστισμένος και είναι φανερό ότι η θέα απ΄ το γυμνό κορμί της και το κάδρο με το μουνί της Νεφέλης τον έχει αναστατώσει.
Αυτή τον καταλαβαίνει! (Αλώστε αυτό επιθυμούσε να πετύχει και το είχε καταφέρει.)... Έχει ήδη ανεβεί στην βεράντα και στέκεται όρθια δίπλα του στο καναπέ.
«Πολύ ζεστή η μέρα σήμερα! Έχει και μια υγρασία που δεν υποφέρεται με τίποτα. Νιώθω το φουστάνι μου να κολλάει πάνω μου! Δεν το μπορώ θέλω να τα βγάλω όλα».» Του λέει και μια κίνηση ανασηκώνει προκλητικά από μπροστά το φουστάνι της και αρχίζει να το  ανεμίζει για να κάνει αέρα στους μηρούς και στο μουνί της. Εκεί, μπροστά του. Η πουτάνα είχε απόλυτη συνείδηση του ακαταμάχητου όπλου της που μαστιγώνει τις αισθήσεις του.  Ο Νικηφόρος τρελάθηκε, προσπαθούσε να βρει τρόπο, να δει όσα γίνεται περισσότερα και η ίδια δεν έχασε ευκαιρία να πυρπολήσει λεκτικά την αναδυόμενη καύλα που του προκαλούσε. Είναι τόσο πασιφανές, σαν μεσημεριανή λαμπρότητα, ότι η τυραννική μαγική δύναμη που του προκαλούν του εφηβαίου της τα ρόδα, οφείλεται αποκλειστικά σ΄΄ένα ζωικό μαγνητισμό τόσο εκπληκτικό, οφειλόμενο στην ασυνήθιστη σεξουαλική τους δύναμη που τον κάνουν υπήκοο πιστό των θέλγητρων τους με μια δίψα και πόθο ατελείωτο.
«Ωραία είναι η θέα που μας προσφέρει το μπαλκόνι του σπιτιού μας. Βλέπεις όλο τον κόλπο γύρω σου, θάλασσα και βουνό και αυτό σε κάνει να νιώθεις ηδονικά υπέροχα! Δεν συμφωνείς;» Τον ρώτησε κοιτώντας δήθεν τη θάλασσα μπροστά τους.
«Όντως! Η θέα είναι πανέμορφη!» Απάντησε ο Νικηφόρος, μόνο που τα μάτια του δεν κοίταζαν τη θάλασσα αλλά ανάμεσα στα πόδια της.
Εκείνη του χαμογέλασε με νάζι και ο Νικηφόρος ένιωθε έντονα το γαργάλημα χαμηλά στην κοιλιά του, την ανάσα να γίνεται βαριά, το βλέμμα να κάνει βόλτα στο κορμί της και λάγνες σκέψεις να ξεπηδούν από κάθε εγκεφαλικό του κύτταρο. Η σεξουαλική μαγεία είναι, όπως λέει ο Νοβάλις, η αίσθηση που επηρεάζει συνειδητά τον εσωτερικό μας κόσμο. Είναι γραμμένη με αναμμένα κάρβουνα στο καταπληκτικό βιβλίο της ζωής ότι η φλογερή έλξη μεταξύ Αρσενικού και Θηλυκού δρα μαγικά.
Η Νεφέλη διέκρινε την έξαψη και την επιθυμία στη ματιά του Νικηφόρου και ένα πλατύ χαμόγελο ικανοποίησης απλώθηκε στα ροδοκόκκινα χείλια της.
«Τι λες και εσύ; Δεν αξίζει το θέαμα που βλέπεις μπροστά σου;» Τον ρώτησε ναζιάρικα και με καυλιάρικο κάρφωμα στα μάτια.
«Εεε… Ναι! Και βέβαια είναι η καλύτερη θέα! Μια θάλασσα όμορφη σαν κρίνο που μέσα της κοιμήθηκε ένα φίδι όπως λέει και κάποιος ποιητής.» της λέει, μην παίρνοντας τα μάτια του απ' τον θάμνο της εκεί ανάμεσα στους μηρούς της.
«Α έτσι λέει ο ποιητής. Όμορφο μου ακούγεται! Σε κάνει να ανυπομονείς να μπεις μέσα σ΄αυτή τη θάλασσα, εε; Στα βαθιά! Να την απολαύσεις!» Τον ρωτάει, πνίγοντας ένα πονηρό γελάκι…
Ήταν φανερό ότι και της Νεφέλης ξεχείλιζε η καύλα της και η σεξουαλική της επιθυμία αναζητούσε διέξοδο. Ταυτόχρονα το απολάμβανε που τον καθήλωνε με το θέαμα που του προσέφερε και του έδειχνε ξεκάθαρα σε τι κατάσταση ήταν. Είχε αρχίσει να μουσκεύει και οι θηλές της διογκώθηκαν σαν  κεράσια.
«Μμμμ, έτσι ακριβώς! Τέτοιες στιγμές ο νους μου είναι ελεύθερος και ταξιδεύει κι όσο νους ταξιδεύει νιώθω να με πλημμυρίζουν επιθυμίες! Νεφέλη είσαι η αφορμή να δουλέψει η φαντασία μου και η παρουσία σου με κάνει να βλέπω τις κορυφογραμμές του Χελμού να γίνονται πρόσωπο, στήθια, κοιλιά και μηροί, και με πέντε απλωτές σ' αυτή τη θάλασσα εμπρός μου να βυθιστώ μέσα της στις σπηλιές της, να βοσκήσω στα φύκια της και αυτή να μου δώσει το πιο κρυφό κοράλλι της για φιλοδώρημα», της απαντά με ποίηση ο Νικηφόρος. Της Νεφέλης οι βλεφαρίδες της μάκρυναν, τέντωσε κι άλλο το κορμί της έριξε το κεφάλι της πίσω, κοίταξε ψηλά, από πάνω ουρανός από κάτω η θάλασσα και αυτή να νιώθει εκεί στην ακρογιαλιά σπηλιά γλαφυρή που σκάνε μέσα της κύματα και τα σκέλια της να ανοίγονται σαν Κολοσσός της Ρόδου και αυτός ταξιδιάρικο καράβι, παθιασμένα να μπαινοβγαίνει μέσα της.
Επάνω στην ώρα του έντονου ποιητικού τους οίστρου ακριβώς πίσω τους στο έμπα της αυλής κάνει την εμφάνιση της στην αυλή και η υπόλοιπη οικογένεια.

 
Web Informer Button