
.... «Ερωτική Μυθοπλασία ΙΙ...Part: 2»
«Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας του συγγραφέα. Τα ονόματα, οι χαρακτήρες, οι τοποθεσίες .....κλπ.. Βλέπε λεπτομέρειες στο Ερωτική Μυθοπλασία ΙΙ: (Part:1)
Ερωτική Μυθοπλασία ΙΙ (Part..1).....Η Εριφύλη έκλεισε το τηλέφωνο χωρίς καν να περιμένει την απάντηση της Ελπινίκης, βάζοντας έτσι ένα απότομο, σύντομο τέλος στην πρωινή τηλεφωνική τους συνομιλία. Είχε υποχωρήσει σκόπιμα, θέλοντας να αποφύγει μια πιθανή αντιπαράθεση γύρω από τους κοινωνικούς κανόνες και τα όρια που, μέχρι εκείνη τη στιγμή, θεωρούσε αυτονόητα. Ήταν, κατά κάποιον τρόπο, μια προσωρινή ασπίδα απέναντι στο άγχος που ένιωθε ήδη να την πλημμυρίζει. Ήξερε καλά την Ελπινίκη. Ήξερε και τον τρόπο με τον οποίο θα προσπαθούσε να τη συνετίσει, γιατί ήταν σχεδόν βέβαιο πως η φίλη της πίστευε ότι πήγαινε να μπλέξει σε δύσκολα ερωτικά μονοπάτια. Και η Εριφύλη ήταν σχεδόν σίγουρη πως, αν συνέχιζαν την κουβέντα, αργά ή γρήγορα θα άκουγε ένα μικρό κήρυγμα παλαιάς κοπής, περί εγκράτειας στον θεσμό του γάμου, περί των ορίων που θέτει ένας δεσμός και, φυσικά, περί των συνεπειών κάθε παρεκτροπής. Δεν ήταν ότι διαφωνούσε εντελώς με όλα αυτά. Ήταν μόνο που, εκείνη τη στιγμή, δεν ήθελε να τα ακούσει. Ήθελε λίγη σιωπή. Έναν μικρό χώρο μέσα στον οποίο θα μπορούσε να ακούσει τη δική της σκέψη, χωρίς τη φωνή της Ελπινίκης να της θυμίζει όλα όσα ήδη γνώριζε. Γιατί το δυσκολότερο δεν ήταν να της εξηγήσει κάποιος τι επιτρέπεται και τι όχι. Το δυσκολότερο ήταν ότι, για πρώτη φορά, η ίδια η Εριφύλη δεν ήταν απολύτως βέβαιη ποια από όλα αυτά ήθελε πραγματικά να ακολουθήσει.
Κι όμως, το γεγονός ότι είχε μιλήσει στην Ελπινίκη γι' αυτά δεν ήταν καθόλου ασήμαντο. Δεν θα τα έλεγε στον καθένα. Στην πραγματικότητα, της είχε εξομολογηθεί κάτι βαθιά προσωπικό. τις έντονες ερωτικές φαντασιώσεις που είχαν εισβάλει ξαφνικά στη σκέψη της. Ήταν μια πράξη εμπιστοσύνης, μια βαθιά μορφή οικειότητας ανάμεσα σε δύο γυναίκες που είχαν μάθει να μιλούν χωρίς πολλά προσχήματα. Και ίσως γι' αυτό ακριβώς φοβόταν την επόμενη κουβέντα. Φανταζόταν ήδη την Ελπινίκη να παίρνει εκείνο το ύφος της και να της λέει.
«Το σωστό είναι να έχουμε τον έλεγχο των επιθυμιών μας χωρίς να τις καταπιέζουμε, αλλά και χωρίς να γινόμαστε δούλοι τους. Οι επιθυμίες, όταν τις αφήνουμε να αποφασίζουν για λογαριασμό μας, μπορούν εύκολα να μας οδηγήσουν σε επιπολαιότητες και να μας απομακρύνουν από όσα έχουμε επιλέξει να χτίσουμε μέσα στον γάμο μας. Και, φιλενάδα... για να τα λέμε κι αυτά, το σεξ έξω από τον γάμο είναι απιστία.
Η Εριφύλη σχεδόν χαμογέλασε στη σκέψη. Δεν ήταν ότι δεν καταλάβαινε τη θέση της φίλης της. Αντίθετα. Ήξερε πολύ καλά πάνω σε ποια αντίληψη στηριζόταν. Για γενιές ολόκληρες, ο γάμος είχε θεωρηθεί ένας σαφής χώρος ορίων: πίστη, αφοσίωση, αποκλειστικότητα, κοινή ζωή. Οι κανόνες αυτοί είχαν γίνει τόσο βαθιά ριζωμένοι, ώστε συχνά αντιμετωπίζονταν ως αυτονόητοι και αδιαπραγμάτευτοι.
Κι εκείνη είχε μεγαλώσει μέσα σ' αυτό το πλαίσιο. Το ερώτημα όμως που την απασχολούσε τώρα δεν ήταν αν γνώριζε τους κανόνες. Τους γνώριζε.
Το ερώτημα ήταν τι συμβαίνει όταν ένας άνθρωπος, ενώ αγαπά και σέβεται τη ζωή που έχει χτίσει, ανακαλύπτει ξαφνικά μέσα του επιθυμίες που δεν χωρούν εύκολα μέσα στους κανόνες αυτούς.
Και αυτό ακριβώς ήταν που την φόβιζε. Όχι μόνο η επιθυμία. Αλλά το γεγονός ότι, για πρώτη φορά, είχε αρχίσει να αναρωτιέται αν θα μπορούσε να την αγνοήσει.
Η Εριφύλη είχε μετρήσει τις «αμαρτίες» που περιλαμβάνονταν σ’ εκείνο το έντυπο κάποιας εκκλησίας, το οποίο κυκλοφορούσε διαδικτυακά εδώ και αρκετούς μήνες. Κάποιες δεν τις είχε καν ακουστά· άλλες δεν τις θεωρούσε ποτέ αμαρτίες. Και σε ορισμένες από τις πιο… light περιπτώσεις, είχε πάθει πραγματικό σοκ βλέποντάς τες καταχωρισμένες δίπλα στην παιδεραστία, τον βιασμό ή τον φόνο. Από όλες όσες αναφέρονταν στη μακρά εκείνη λίστα, είχε αναγνωρίσει στον εαυτό της περίπου τις μισές. Άλλες, επειδή έτσι είναι η ανθρώπινη φύση, ατελής, αντιφατική, γεμάτη μικρές αδυναμίες. Κι άλλες, επειδή έτσι ήταν η δική της φύση, με τις επιθυμίες και τις εσωτερικές της παρορμήσεις, που δεν χωρούσαν πάντοτε εύκολα σε κανόνες και απαγορεύσεις.
Γύρισε και ακούμπησε το τηλέφωνο στο μικρό κομοδίνο, δίπλα στο κρεβάτι. Τα γυμνά πέλματά της βρήκαν το ξύλο του δαπέδου. Έμεινε για λίγα λεπτά σιωπηλή, κοιτάζοντας την οθόνη του κινητού που είχε πλέον σκοτεινιάσει. Ύστερα, σαν να μην άντεχε άλλο να στέκεται απέναντι στις ίδιες της τις σκέψεις, ξάπλωσε πάλι στο κρεβάτι. Εκεί, μέσα στην ησυχία του δωματίου, οι ερωτικές της φαντασιώσεις επέστρεψαν. Δεν είχαν φύγει ούτε στιγμή, απλώς περίμεναν στο βάθος του μυαλού της. Τώρα άρχισαν πάλι να ξετυλίγονται, σαν ένα παράξενο, πολύχρωμο κουβάρι, όπου κάθε σκέψη τραβούσε πίσω της μια άλλη. Εικόνες, συναισθήματα, επιθυμίες και μισοσχηματισμένες προσδοκίες περνούσαν από μέσα της σαν ψίθυροι. Και όσο προσπαθούσε να τις διώξει, τόσο πιο καθαρά άκουγε εκείνη τη σιωπηλή φωνή που της αποκάλυπτε όσα πραγματικά επιθυμούσε. Σκέφτηκε πως υπάρχουν στη ζωή επιθυμίες που δεν ελέγχονται εύκολα. Δεν αρκεί πάντα η λογική για να τις κάνει να σωπάσουν, ούτε οι αρχές που έχουμε διδαχθεί από παιδιά. Χρειάζεται θάρρος όχι μόνο για να τις αντιμετωπίσουμε, αλλά και για να παραδεχθούμε ότι υπάρχουν. Και ίσως το δυσκολότερο απ’ όλα να είναι να ξεχωρίσουμε την αποδοχή από την υποταγή. Γιατί μπορεί να υπάρχουν επιθυμίες που, όσο περισσότερο τις αρνούμαστε, τόσο περισσότερο μεγαλώνουν μέσα μας. Κι όταν τις σπρώχνουμε επίμονα στο σκοτάδι, ίσως κάποια στιγμή να επιστρέφουν πιο δυνατές, ζητώντας να τις κοιτάξουμε κατάματα. Ίσως, σκέφτηκε, σε ορισμένες από τις πιο επίμονες και επώδυνες επιθυμίες, η αποδοχή τους ως μέρος της πραγματικότητας μας να είναι το πρώτο βήμα για να μπορέσουμε κάποτε να τις ξεπεράσουμε. Όχι απαραίτητα για να τις πραγματοποιήσουμε. Αλλά για να πάψουν να μας φοβίζουν. Κι αυτό ήταν που την μπέρδευε περισσότερο: δεν ήξερε ακόμη αν η αποδοχή μιας επιθυμίας θα την απελευθέρωνε από αυτήν ή αν, αντίθετα, θα άνοιγε μια πόρτα που ίσως μετά δεν θα μπορούσε εύκολα να κλείσει.
Η Εριφύλη ήταν παντρεμένη εδώ και μία δεκαετία με έναν άντρα που συνδύαζε πολλά από εκείνα τα χαρακτηριστικά που κάνουν έναν άνθρωπο πραγματικά ελκυστικό, όχι μόνο στην εμφάνιση, αλλά κυρίως στον χαρακτήρα. Ο Νικηφόρος ήταν εξαιρετικός άνθρωπος, καλοβαλμένος, εμφανίσιμος, με μια παρουσία που ποτέ δεν πέρασε απαρατήρητη. Μαζί του, με τα χρόνια, είχε χτίσει μια όμορφη και σταθερή ζωή, μια οικογένεια που θα μπορούσε κανείς να χαρακτηρίσει αξιοζήλευτη. Είχαν αποκτήσει δύο υπέροχα μικρά παιδιά και, ως σύντροφοι, είχαν μάθει να μοιράζονται όχι μόνο τις χαρές και τις ευθύνες της καθημερινότητας, αλλά και παρόμοιες προσδοκίες για το μέλλον. Από την πρώτη στιγμή υπήρχε μεταξύ τους εκείνη η άμεση και δυνατή χημεία που δεν χρειάζεται εξηγήσεις. Και το σημαντικότερο ήταν πως δεν είχε χαθεί με τον χρόνο. Η σχέση τους εξακολουθούσε να έχει συναισθηματικό βάθος, τρυφερότητα και πάθος. Δεν είχε ξεθωριάσει κάτω από το βάρος της συνήθειας. Είχαν καταφέρει να διατηρήσουν κάτι από την ένταση της αρχής, ενώ παράλληλα είχαν αποκτήσει την ασφάλεια και τη βαθιά οικειότητα που μόνο ο χρόνος μπορεί να προσφέρει. Η Εριφύλη, στα είκοσι οκτώ της, βρισκόταν κι εκείνη σε μια όμορφη περίοδο της ζωής της. Ώριμη πια, αλλά ακόμη νέα, λαμπερή και γεμάτη αυτοπεποίθηση. Όπως πολλές σύγχρονες γυναίκες, φρόντιζε τον εαυτό της όχι από ματαιοδοξία, αλλά επειδή η προσωπική φροντίδα αποτελούσε μέρος της ισορροπίας της. Γυμναζόταν συστηματικά, χωρίς μεγάλες διακοπές στη ρουτίνα της, και η άσκηση τη βοηθούσε να διατηρεί καλή φυσική κατάσταση, ενέργεια και ευεξία.
Τον Νικηφόρο τον αγαπούσε. Και όταν της έλειπε, τον σκεφτόταν με εκείνη τη γλυκιά νοσταλγία που δεν γεννιέται από την αμφιβολία, αλλά από την αγάπη. Θυμόταν τις όμορφες στιγμές που είχαν ζήσει, τα ταξίδια τους, τα γέλια, τις μικρές καθημερινές τους συνήθειες, όλα εκείνα που την έκαναν να θυμάται γιατί, ανάμεσα σε τόσους ανθρώπους, είχε επιλέξει εκείνον. Ήταν ένας άντρας που δεν την πλήγωνε, δεν την προσέβαλλε, δεν την κακοποιούσε, δεν την έκανε να αμφιβάλλει για την αξία της. Δεν υπήρχαν παιχνίδια εξουσίας ούτε σκοτεινές πλευρές που έπρεπε να φοβάται. Είχε καλή καρδιά και μια αγάπη για εκείνη που η Εριφύλη ένιωθε καθημερινά, ακόμη κι όταν εκείνος βρισκόταν μακριά.
Και πραγματικά, δυσκολευόταν να φανταστεί τη ζωή της χωρίς αυτόν. Όμως η ζωή, όσο όμορφη κι αν είναι, δεν είναι ποτέ απολύτως ανέφελη. Πίσω ακόμη και από τις πιο τακτοποιημένες εικόνες υπάρχουν κάποτε μικρές ρωγμές. Όχι απαραίτητα επειδή κάτι έχει χαλάσει, αλλά επειδή η ανθρώπινη ύπαρξη έχει ανάγκες που δεν υπακούουν πάντοτε στη λογική της ευτυχισμένης οικογενειακής ζωής. Και υπήρχαν στιγμές σαν κι αυτή. Στιγμές κατά τις οποίες η απουσία του Νικηφόρου δεν ήταν απλώς μια στενοχώρια. Έπαιρνε τη μορφή μιας έντονης, σχεδόν αποπνικτικής αίσθησης έλλειψης σωματικής και συναισθηματικής οικειότητας.
Η Εριφύλη δεν αισθανόταν ότι της έλειπε η αγάπη. Της έλειπε ο άνθρωπός της. Της έλειπε η παρουσία του δίπλα της, η ζεστασιά του, η αυθόρμητη εγγύτητα, εκείνη η σιωπηλή επικοινωνία που δεν χρειάζεται λέξεις. Και μαζί μ’ αυτά, της έλειπε και η ερωτική πλευρά της σχέσης τους , μια ανάγκη απολύτως ανθρώπινη, που δεν εξαφανίζεται επειδή κάποιος αγαπά, είναι πιστός ή έχει δημιουργήσει μια όμορφη οικογένεια.
Η σωματική επιθυμία ήταν για εκείνη μέρος της ζωής της, όπως ήταν και η τρυφερότητα, η συντροφικότητα και η ανάγκη να νιώθει κοντά στον άνθρωπό της. Μόνο που τώρα, εξαιτίας της μακράς απουσίας του Νικηφόρου, η έλλειψη είχε πάψει να είναι μια ήσυχη σκέψη στο πίσω μέρος του μυαλού της. Είχε αρχίσει να χτυπά την πόρτα.
Και αυτή τη φορά, το χτύπημα ήταν δυνατό. Πίσω όμως ακόμη και από την εικόνα της οικογενειακής τους ευμάρειας, υπήρχαν στιγμές κατά τις οποίες η Εριφύλη αναζητούσε έντονα την πληρότητα των σωματικών και συναισθηματικών της αναγκών μέσα από την ερωτική επαφή με τον Νικηφόρο. Και ήταν ακριβώς αυτές οι στιγμές που άρχισε, δειλά στην αρχή, να «υποφέρει» από την απουσία του.
Οι ερωτικές τους συναντήσεις είχαν αραιώσει δραματικά, όχι επειδή είχε πάψει να υπάρχει μεταξύ τους επιθυμία, αλλά επειδή η απόσταση και η ζωή του στη θάλασσα είχαν δημιουργήσει ένα κενό που εκείνη δεν μπορούσε πλέον να αγνοήσει. Οι δικές της ανάγκες, αντίθετα, παρέμεναν ζωντανές. Ζητούσαν ανταπόκριση, εγγύτητα, μια διέξοδο. Και τότε ήταν που η Εριφύλη αντιλαμβανόταν, με μια αδιόρατη ανησυχία, πως είχε αρχίσει να αισθάνεται παγιδευμένη ανάμεσα σε αυτό που αγαπούσε και σε αυτό που το σώμα και η ψυχή της απαιτούσαν.
Ήταν κυρίως εκείνες οι μοναχικές ώρες, όταν οι ξέφρενοι ρυθμοί της καθημερινότητας σταματούσαν, που όλα αυτά αποκτούσαν μεγαλύτερη ένταση. Όταν επιτέλους σώπαιναν οι δουλειές, οι υποχρεώσεις, τα παιδιά, τα τηλέφωνα και οι αδιάκοπες μικρές απαιτήσεις της ημέρας, το σώμα και το μυαλό της άφηναν την ένταση να υποχωρήσει. Ήταν η ώρα της αποσυμπίεσης, της επιστροφής στον εαυτό της.
Και τότε η μοναξιά της μεταμορφωνόταν, σχεδόν παράδοξα, σε μια συνάντηση με τον ίδιο της τον εαυτό. Η απόλυτη ησυχία έφερνε στην επιφάνεια σκέψεις που η ημέρα κατάφερνε να κρατά κρυμμένες. Ήταν η ώρα των ερωτημάτων. Η ώρα που μπορούσε να «ακούσει» τον εαυτό της καθαρότερα, επειδή είχαν πάψει να φωνάζουν οι υποχρεώσεις.
Και μαζί με τις σκέψεις, έρχονταν και όσα είχε αφήσει στην άκρη. Επιθυμίες. Αμφιβολίες. Απωθημένα.
Εκκρεμότητες της ψυχής.
Η σιωπή του σπιτιού δεν ήταν πάντοτε γαλήνια. Κάποιες φορές γινόταν σχεδόν εκκωφαντική, γιατί μέσα της αντηχούσε ο εσωτερικός της διάλογος με εκείνο το κομμάτι του εαυτού της που δεν μπορούσε πλέον να προσποιείται ότι δεν υπάρχει. Ήταν τότε που καταλάβαινε πως το πρώτο βήμα δεν ήταν να καταδικάσει τις επιθυμίες της, αλλά να τις κοιτάξει χωρίς φόβο και χωρίς προσποίηση. Υπήρχαν στιγμές που το σώμα της ξυπνούσε με τρόπο έντονο και αδιαμφισβήτητο. Η αναπνοή της γινόταν βαθύτερη, οι αισθήσεις της οξύτερες και η ανάγκη για ανθρώπινη εγγύτητα αποκτούσε μια σχεδόν σωματική επιτακτικότητα. Εκείνες τις στιγμές δεν της έλειπε απλώς ένας άντρας.
Της έλειπε ο Νικηφόρος. Ο σύντροφός της. Ο άνθρωπος με τον οποίο είχε μάθει να μοιράζεται το σώμα, την τρυφερότητα, την επιθυμία και τη ζωή της. Κι επειδή εκείνος δεν ήταν εκεί, το μυαλό της άρχιζε να ταξιδεύει ξανά και ξανά, αυθάδικα και απρόσκλητα, σε εικόνες και σενάρια που μέχρι πρότινος θα προτιμούσε να κρατά κρυφά ακόμη και από τον ίδιο της τον εαυτό. Έβλεπε τους άντρες γύρω της να την κοιτούν. Μερικές φορές ένα βλέμμα διαρκούσε λίγο περισσότερο απ’ όσο επέτρεπε η τυπική ευγένεια. Ένα χαμόγελο, μια προσέγγιση, μια ανεπαίσθητη αλλαγή στον τόνο της φωνής μπορούσαν να ενεργοποιήσουν μέσα της κάτι που για μεγάλο διάστημα είχε μείνει σιωπηλό.
Και τότε αισθανόταν πως ένα κομμάτι του γυναικείου της εαυτού, που η καθημερινότητα είχε σκεπάσει κάτω από ρόλους, ευθύνες και υποχρεώσεις, ξυπνούσε ξανά. Δεν ήταν μόνο η σωματική επιθυμία. Ήταν η ανάγκη να αισθανθεί ξανά γυναίκα. Να αισθανθεί ποθητή. Να υπάρξει, έστω για λίγο, έξω από τον ρόλο της συζύγου και της μητέρας.
Και βαθύτερα απ’ όλα, υπήρχε η ανάγκη για έναν άνθρωπο που θα μπορούσε να καταλάβει αυτή τη μοναξιά χωρίς να τη μετατρέψει σε κατηγορία ή σε ενοχή. Κάποιον που θα αντιλαμβανόταν πως πίσω από την ένταση της επιθυμίας της υπήρχε ένα πολύ απλούστερο, αλλά και πολύ πιο δύσκολο αίτημα, να πάψει, έστω για λίγο, ο εσωτερικός θόρυβος.
Να ησυχάσει εκείνο το κομμάτι της που ζητούσε επίμονα εγγύτητα. Να νιώσει ξανά ότι δεν είναι μόνη.
Η αλήθεια ήταν πως, όταν ο Νικηφόρος, το άλλο μισό του γάμου τους, επέστρεφε από τα μακρινά επαγγελματικά του ταξίδια στις θάλασσες του κόσμου, η ερωτική ζωή της Εριφύλης έβρισκε ξανά την ισορροπία της. Η παρουσία του δίπλα της αποκαθιστούσε κάτι που η απόσταση είχε διαταράξει. Η μεταξύ τους ερωτική επαφή ήταν αρμονική, ικανοποιητική και ουσιαστικά δεμένη με την ευρύτερη ευημερία τους ως ζευγάρι. Περιλάμβανε απόλαυση, επικοινωνία, τρυφερότητα και εκείνη τη φυσική εγγύτητα που τους είχε ενώσει από την αρχή.
Στα διαστήματα που ο Νικηφόρος βρισκόταν στην οικογενειακή τους εστία, η Εριφύλη απολάμβανε μια πλήρη και ισορροπημένη ερωτική ζωή. Η σωματική τους σχέση λειτουργούσε συμπληρωματικά προς τη συναισθηματική τους σύνδεση, ενίσχυε την αυτοπεποίθησή της και, πάνω απ’ όλα, ανανέωνε τη σχέση τους. Μαζί του ένιωθε πως μπορούσε να αφεθεί χωρίς επιφυλάξεις, επειδή γνώριζε ότι υπήρχε αμοιβαιότητα, κατανόηση και ουσιαστική ανταπόκριση.
Και, βέβαια, τον θεωρούσε εξαιρετικό εραστή. Ο Νικηφόρος είχε αυτοπεποίθηση, φαντασία και εκείνη την ιδιαίτερη ικανότητα να αντιλαμβάνεται τις ανάγκες της χωρίς να χρειάζεται πάντοτε να του τις εξηγεί. Για την Εριφύλη, όμως, τα «προσόντα» ενός άντρα δεν περιορίζονταν στη σωματική πλευρά. Η πραγματική ερωτική ικανότητα, πίστευε, γεννιόταν από τον συνδυασμό της επιθυμίας με τη συναισθηματική οικειότητα. Και αυτό ακριβώς υπήρχε μεταξύ τους.
Στο κρεβάτι μπορούσε να αφεθεί μαζί του, να ξεχάσει για λίγο την καθημερινότητα και να νιώσει πως ο άντρας που αγαπούσε ήταν πραγματικά εκεί, δίπλα της, ολόκληρος. Η μεταξύ τους επαφή μπορούσε να γίνει βαθιά και έντονη, μέχρι τη στιγμή που η συσσωρευμένη επιθυμία κορυφωνόταν και ένα κύμα ανακούφισης και ηδονής διαπερνούσε ολόκληρο το σώμα της. Τότε, για λίγες στιγμές, όλα έμοιαζαν να σβήνουν. Οι σκέψεις, οι υποχρεώσεις, η απόσταση των προηγούμενων μηνών, η μοναξιά. Έμενε μόνο η αίσθηση της απόλυτης εγγύτητας. Και μερικές φορές, πριν προλάβει καλά-καλά να επιστρέψει στην καθημερινότητα, η επιθυμία ξαναγεννιόταν μεταξύ τους σχεδόν αυθόρμητα. Σαν να μην είχε χορτάσει ακόμη η ανάγκη που είχε συσσωρευτεί μέσα στους μήνες της απουσίας. Ήταν κι αυτό ένα από τα παράδοξα της σχέσης τους, η απόσταση μπορούσε να δημιουργεί έντονη στέρηση, αλλά η επιστροφή του Νικηφόρου αρκούσε για να επαναφέρει γρήγορα την οικειότητα, την τρυφερότητα και το πάθος που εξακολουθούσαν να τους ενώνουν.
Γι’ αυτό και η Εριφύλη δεν αμφισβητούσε την αγάπη της. Ούτε αμφισβητούσε τον γάμο της. Αυτό που την μπέρδευε ήταν κάτι διαφορετικό: πώς μπορούσε να αγαπά τόσο βαθιά έναν άνθρωπο και, παρ’ όλα αυτά, να αισθάνεται τόσο έντονα τη μοναξιά όταν εκείνος έλειπε;
Εκείνο το πρωινό, οι τελευταίες ερωτικές στιγμές που είχε ζήσει με τον Νικηφόρο επέστρεψαν στη μνήμη της με ασυνήθιστη καθαρότητα. Δυσκολευόταν ακόμη και να βρει τις κατάλληλες λέξεις για να περιγράψει αυτό που είχαν μοιραστεί λίγο πριν εκείνος φύγει για το μακρινό του ταξίδι. Θυμήθηκε πως ήταν ξαπλωμένοι αγκαλιά. Εκείνος ανάσκελα, την κρατούσε κοντά του, κι εκείνη χάιδευε απαλά το σώμα του, απολαμβάνοντας εκείνη τη γνώριμη οικειότητα που μόνο οι άνθρωποι που έχουν αγαπηθεί βαθιά μπορούν να γνωρίζουν.
«Πες μου για τις προηγούμενες γυναίκες που γνώρισες στα λιμάνια…» του είχε ψιθυρίσει.
«Ε;» είχε μουρμουρίσει εκείνος ξαφνιασμένος, σαν να επέστρεφε από κάποιο βαθύ όνειρο.
«Πες μου τι θυμάσαι από εκείνες τις σχέσεις. Θέλω να ακούσω.»
Ο Νικηφόρος την είχε κοιτάξει για λίγο, προσπαθώντας να καταλάβει πού ήθελε να οδηγήσει τη συζήτηση. «Εντάξει, αφού το ζητάς… Θα σου πω για τη Θεσσαλονικιά, στο Ρότερνταμ.»
Ήταν μια γυναίκα γύρω στα τριάντα, από μια εποχή πριν γνωρίσει την Εριφύλη. Μια γυναίκα που, όπως της εξήγησε, τον είχε εντυπωσιάσει με τον χαρακτήρα και τον αυθορμητισμό της.
Η Εριφύλη άκουγε προσεκτικά. Δεν υπήρχε ζήλια στη διάθεσή της. Ή, τουλάχιστον, έτσι ήθελε να πιστεύει. Περισσότερο την έλκυε η ίδια η αφήγηση, η παράξενη οικειότητα που δημιουργούσε μεταξύ τους η συζήτηση για το παρελθόν του. Κάποια στιγμή η κουβέντα έγινε πιο προσωπική, πιο τολμηρή. Εκείνη τον πλησίασε περισσότερο και εκείνος ανταποκρίθηκε με την ίδια τρυφερότητα.
Δεν ήταν απλώς μια ανάμνηση μιας ερωτικής βραδιάς. Ήταν η αίσθηση της απόλυτης μεταξύ τους οικειότητας. Κι αυτή ακριβώς η μνήμη, τώρα που ο Νικηφόρος βρισκόταν μακριά, αντί να καταλαγιάζει την επιθυμία της, την έκανε ακόμη εντονότερη. Οι αναμνήσεις από τον Νικηφόρο και τα δικά τους ερωτικά μοτίβα λειτουργούσαν σχεδόν αντίστροφα απ' ό,τι θα περίμενε. Αντί να ελαφρύνουν την ένταση, την ενίσχυαν. Ξυπνούσαν μέσα της φαντασίες που είχαν μείνει κρυμμένες για καιρό και έφερναν στην επιφάνεια μια πλευρά του εαυτού της που δεν μπορούσε πια να αγνοήσει.
Η σκέψη της άρχισε να αναζητά πιθανές διεξόδους.
Και τότε εμφανιζόταν ξανά εκείνος. Ο άντρας από το μπιστρό. Ο Αδάμας.
Δεν μπορούσε να καταλάβει πώς ήταν δυνατόν ένα βλέμμα να είχε αφήσει τόσο έντονο αποτύπωμα. Είχαν κοιταχτεί για λίγες μόνο στιγμές. Κι όμως, εκείνα τα βλέμματα έμοιαζαν να είχαν μεταφέρει κάτι περισσότερο από μια απλή οπτική αναγνώριση. Ήταν σαν ένας αθόρυβος διάλογος.
Οι σκέψεις που κανείς από τους δύο δεν είχε τολμήσει να εκφράσει είχαν, για μια στιγμή, φανεί καθαρά στα μάτια τους. Χωρίς προστυχιά, χωρίς λέξεις, χωρίς καμία πραγματική υπόσχεση, μόνο εκείνη την παράξενη αίσθηση πως κάτι είχε συμβεί και πως ίσως δεν είχε τελειώσει εκεί.
Κι αυτό ήταν που την αναστάτωνε περισσότερο. Στο μυαλό της, το βλέμμα εκείνο αποκτούσε συνέχεια. Μια πιθανότητα. Μια προσμονή. Κάποιες φορές έφτανε να φαντάζεται τους δυο τους κάπου μακριά από την καθημερινότητα, μέσα στη φύση, σε ένα λιβάδι γεμάτο παπαρούνες, σαν μια εικόνα βγαλμένη από όνειρο. Και τότε, για να επαναφέρει τον εαυτό της στη γη, έλεγε σχεδόν μεγαλόφωνα:
«Μην κάνεις έτσι. Παντρεμένη είσαι, όχι πεθαμένη!» Χαμογελούσε με την ίδια της τη σκέψη, αλλά το χαμόγελο δεν κρατούσε πολύ. Γιατί ήξερε πως οι περισσότερες φαντασιώσεις είναι περαστικές. Έρχονται, συγκινούν, αναστατώνουν και ύστερα χάνονται. Σαν μια πρέζα αλάτι σ' ένα ποτήρι νερό: διαλύονται μέσα στην καθημερινότητα και κάποτε δεν μένει τίποτε από αυτές.
Υπάρχουν όμως και κάποιες άλλες. Εκείνες που επιμένουν. Που επιστρέφουν. Που από απλή φαντασίωση μετατρέπονται σιγά-σιγά σε ερώτημα. Και τότε παύουν να είναι απλώς ένα παιχνίδι του μυαλού. Η Εριφύλη άρχισε να αντιλαμβάνεται πως, αν ποτέ αποφάσιζε να περάσει τα όρια της συζυγικής της ζωής, δεν θα επρόκειτο απλώς για μια ερωτική περιπέτεια. Θα έμπαινε σε έναν κόσμο μυστικών, διπλών ρόλων και δύσκολων ισορροπιών.
Δεν ήθελε έναν δεύτερο σύζυγο.Δεν αναζητούσε αντικαταστάτη του Νικηφόρου.
Αν αυτό που ένιωθε για τον Αδάμαντα ήταν πράγματι μόνο μια έντονη ερωτική έλξη, τότε αυτό ακριβώς ήταν που την τρόμαζε: η επιθυμία να παραμείνει μόνο αυτό και να μην εξελιχθεί σε κάτι που θα μπορούσε να ανατρέψει ολόκληρη τη ζωή της
Δεν ήθελε να μπλέξει συναισθήματα, υποσχέσεις και προσδοκίες. Ήθελε, αν ποτέ έφτανε μέχρι εκεί, να προστατεύσει πρώτα απ' όλα όσα αγαπούσε.
Και μέσα στο μυαλό της άρχισε να σχηματίζεται, σχεδόν ειρωνικά, ένας υποτιθέμενος «οδηγός επιβίωσης» για μια γυναίκα που θα αποφάσιζε να ζήσει μια παράλληλη ερωτική ιστορία. Όμως όσο τον έφτιαχνε, τόσο περισσότερο καταλάβαινε πόσο περίπλοκη ήταν η πραγματικότητα. Ο άνθρωπος που θα έμπαινε στη ζωή της δεν θα έπρεπε να ανήκει στον στενό κοινωνικό της κύκλο. Θα έπρεπε να υπάρχει διακριτικότητα, να αποφεύγονται καταστάσεις που θα μπορούσαν να εκθέσουν εκείνη, τον Νικηφόρο, τα παιδιά ή τον ίδιο τον Αδάμαντα.
Κι έπειτα υπήρχε η Ελπινίκη. Η φίλη της ήταν ίσως το μοναδικό πρόσωπο που γνώριζε αρκετά για να καταλάβει τι συνέβαινε μέσα της. Ήταν εκείνη που μπορούσε να γίνει το άλλοθι μιας εξόδου χωρίς να χρειαστεί να κατασκευαστεί μια ολόκληρη φανταστική ιστορία. Μα όσο η Εριφύλη προχωρούσε αυτή τη σκέψη, κάτι μέσα της αντιδρούσε. Γιατί καταλάβαινε πως ένας τέτοιος «οδηγός» δεν θα ήταν πραγματικά οδηγός επιτυχίας.
Θα ήταν οδηγός ακροβασίας. Και η ζωή της δεν ήταν σχοινί πάνω από το κενό για να δοκιμάσει πόσο καλά μπορούσε να ισορροπήσει.
Ήταν η οικογένειά της. Ο Νικηφόρος. Τα παιδιά της. Όλα όσα είχε χτίσει.
Κι όμως, εκείνο το βλέμμα του Αδάμαντα εξακολουθούσε να βρίσκεται εκεί, επίμονο, σαν μικρή σπίθα που αρνιόταν να σβήσει. Και αυτή τη φορά η Εριφύλη δεν φοβόταν τόσο την επιθυμία.
Φοβόταν περισσότερο το ενδεχόμενο να ανακαλύψει ότι, παρά τη λογική της, ένα μέρος του εαυτού της ήθελε να μάθει πού θα μπορούσε να την οδηγήσει.
Οι σκέψεις της Εριφύλης άρχισαν να βρίσκουν, σχεδόν απρόσμενα, ένα στήριγμα σε μια γυναίκα που γνώριζε από τις παρέες τους. Την Κλεοπάτρα.
Ήταν γύρω στα τριάντα, μια εντυπωσιακή, πληθωρική γυναίκα, με καμπύλες, σκέρτσο και εκείνο το παιχνιδιάρικο νάζι που τραβούσε εύκολα τα βλέμματα. Είχε μια έντονη, αισθησιακή παρουσία και δεν προσπαθούσε ιδιαίτερα να την κρύψει. Η Εριφύλη, άλλωστε, πίστευε πως υπάρχει κάτι ακαταμάχητα θηλυκό σε μια γυναίκα που δεν φοβάται τις καμπύλες της και τις κουβαλά με αυτοπεποίθηση.
Στα συνηθισμένα «κουτσομπολιά» των γυναικείες παρέες, εκεί όπου τα υπονοούμενα μπλέκονται με τις μπηχτές και η αλήθεια συχνά συνοδεύεται από μια γενναία δόση υπερβολής, η Εριφύλη είχε ακούσει πως η Κλεοπάτρα, ακόμη και μετά τον γάμο της, είχε γνωρίσει κι άλλους άντρες.
Το θέμα είχε συζητηθεί περισσότερες από μία φορές. Κανείς δεν φαινόταν να το αμφισβητεί, αν και η Εριφύλη γνώριζε πολύ καλά πως στα κοινωνικά πηγαδάκια η φήμη αποκτά γρήγορα δική της ζωή.
Παρόλα αυτά, όσο άκουγε τις ιστορίες για τα ερωτικά «κατορθώματα» της Κλεοπάτρας, ένιωθε μέσα της κάτι που δυσκολευόταν να παραδεχτεί ακόμη και στον εαυτό της.
Τη ζήλευε. Όχι για τους άντρες. Για το θάρρος της. Για την ελευθερία με την οποία, τουλάχιστον όπως παρουσιαζόταν στις ιστορίες των άλλων, επέτρεπε στον εαυτό της να διεκδικεί αυτό που επιθυμούσε.
«Γυναίκα ναυτικού κι αυτή…» σκέφτηκε η Εριφύλη. «Ξέρει καλά τι σημαίνει απουσία. Και μάλλον ήταν να μη γίνει η αρχή…»
Σταμάτησε για λίγο. Ύστερα χαμογέλασε πικρά. «Τίποτα δεν εμψυχώνει τόσο όσο το πρώτο παραστράτημα που μένει ατιμώρητο. Έτσι λένε τουλάχιστον…»
Θυμήθηκε μερικές από τις φαρμακερές ατάκες που είχε ακούσει στις παρέες. Ότι τα σεντόνια της Κλεοπάτρας, έλεγαν, δεν προλάβαιναν να κρυώσουν. Ότι ήξερε να κρατά το ενδιαφέρον των αντρών. Ότι είχε ζήσει περισσότερα απ' όσα θα τολμούσαν να ομολογήσουν οι περισσότερες γυναίκες.
Και τότε η Εριφύλη ένιωσε ένα μικρό ρίγος. «Μωρέ καλά κάνει…» σκέφτηκε. «Όχι σαν εμένα που έχω μαραζώσει απότιστη. Σε λίγο θα στεγνώσω…»
Η σκέψη την έκανε να ανατριχιάσει. Τράβηξε ασυναίσθητα το δροσερό μπουρνούζι πάνω της, σαν να μπορούσε να κρυφτεί μέσα του όχι από κάποιον άλλον, αλλά από τις ίδιες της τις σκέψεις. Γιατί τώρα καταλάβαινε κάτι που την ανησυχούσε περισσότερο από τις φήμες για την Κλεοπάτρα.
Δεν την ενδιέφερε απλώς να ακούει. Άρχιζε να συγκρίνει. Και κάθε φορά που συνέκρινε, η δική της καταπιεσμένη επιθυμία αποκτούσε λίγο περισσότερο θάρρος.
Η Κλεοπάτρα, εξάλλου, είχε μια πολύ στενή φίλη που ήταν επίσης κολλητή της Ελπινίκης. Έτσι, αρκετές από τις ιστορίες για την προσωπική της ζωή έφταναν, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, στην Ελπινίκη. Και η Ελπινίκη, φυσικά, τις γνώριζε.
Γιατί, όπως συμβαίνει συχνά με τα μυστικά στις μικρές κοινωνίες, υπάρχει ένας άγραφος κανόνας.
Ό,τι το ξέρουν δύο άνθρωποι, αργά ή γρήγορα κινδυνεύει να το μάθει ολόκληρος ο κόσμος.
Η Εριφύλη δεν ήξερε ακόμη αν αυτή η ιστορία της Κλεοπάτρας θα έμενε απλώς μια κουβέντα της παρέας. Ή αν, χωρίς να το καταλαβαίνει, είχε αρχίσει να λειτουργεί μέσα της σαν ένα επικίνδυνο παράδειγμα.
Μέχρι τη Μάλτα είχε φτάσει, λέγανε, η χάρη της Κλεοπάτρας, προκειμένου να γιορτάσει τη Γιορτή της Γυναίκας παρέα με τον τελευταίο της «επιβήτορα».
Είχε ζητήσει από τον σύζυγό της, που βρισκόταν τότε σε κάποιο λιμάνι του Περού, λίγα επιπλέον χρήματα για μια μικρή εκδρομή. Του εξήγησε πως τον τελευταίο καιρό ένιωθε πολύ πιεσμένη, πως είχε ανάγκη από ένα διάλειμμα, λίγες ημέρες μακριά από τη ρουτίνα, για να «συνέλθει ψυχολογικά» και να φροντίσει λίγο τον εαυτό της.
Ήταν, βλέπεις, και εκείνος ο τελευταίος εραστής, ο οποίος είχε αρχίσει να αντιμετωπίζει οικονομικές δυσκολίες. Όχι μόνο δυσκολευόταν πλέον να τη συνδράμει, αλλά είχε αρχίσει να γίνεται βάρος. Η Κλεοπάτρα τον ένιωθε σαν βδέλλα που είχε κολλήσει πάνω της και αναζητούσε απλώς την κατάλληλη ευκαιρία για να του δείξει την πόρτα.
Ο σύζυγος, πάλι, είτε επειδή την αγαπούσε πραγματικά και ενδιαφερόταν για εκείνη, είτε επειδή όπως ψιθύριζαν οι κακές γλώσσες, είχε κι εκείνος τη δική του ζωή και τις δικές του ερωτικές περιπέτειες στα μακρινά λιμάνια, δεν τσιγκουνεύτηκε την οικονομική βοήθεια.
Έτσι, η Κλεοπάτρα εξασφάλισε το απαραίτητο «θεραπευτικό κονδύλι» για την ψυχολογική της αποτοξίνωση. Μόνο που η μοίρα είχε άλλα σχέδια.
Την τελευταία στιγμή, ένα μικρό αλλά καθοριστικό απρόοπτο ανέτρεψε ολόκληρο το πρόγραμμα. Ο επίδοξος συνοδός της υπέστη ένα ελαφρύ καρδιακό επεισόδιο και δεν ήταν σε θέση να την ακολουθήσει στο πολυπόθητο ταξίδι. Η Ελπινίκη δυσκολευόταν να πιστέψει μάλιστα μια από τις πιο πικάντικες εκδοχές της ιστορίας: ότι το ατυχές περιστατικό συνέβη ακριβώς σε μια από εκείνες τις στιγμές κατά τις οποίες ο άντρας είχε επιδοθεί με υπερβάλλοντα ζήλο στα ερωτικά του καθήκοντα.
Η Κλεοπάτρα, πάντως, αντί να πανικοβληθεί, ένιωσε μέσα της μια απροσδόκητη ανακούφιση.
Επιτέλους, είχε βρεθεί ένας τρόπος να ξεκολλήσει από πάνω της τη «βδέλλα». Ο άντρας της είπε πως λυπόταν πολύ που δεν θα μπορούσαν να κάνουν μαζί το ταξίδι και της υποσχέθηκε ότι την επόμενη φορά θα φρόντιζε να οργανώσουν κάτι ακόμη πιο συναρπαστικό.
Η Κλεοπάτρα όμως είχε ήδη αποφασίσει. «Θα πάω, είπε ήρεμα. Το έχω ανάγκη.»
Εκείνος την κοίταξε λοξά, με εμφανή δυσφορία και καχυποψία. Μουρμούρισε κάτι που εκείνη δεν κατάλαβε. « Δεν καταλαβαίνω την εμμονή σου μ’ αυτό το ταξίδι, είπε τελικά. Μήπως θέλεις να χωρίσουμε και δεν ξέρεις πώς να μου το πεις;»
Η Κλεοπάτρα δεν απάντησε. Άφησε την ερώτηση να αιωρείται ανάμεσά τους, προτιμώντας να μην αποκαλύψει πόσο πολύ την ανακούφιζε η σκέψη ότι θα ταξίδευε μόνη. Και κάπως έτσι άνοιξε πανιά για τη δική της μικρή απόδραση.
Όλα αυτά και πολλά ακόμη η Κλεοπάτρα τα είχε εκμυστηρευτεί μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια σε μια πολύ στενή φίλη της. Από εκείνες τις φίλες που ξέρουν πολλά, κάνουν πως δεν ξέρουν τίποτα και, πριν χωρίσουν, ορκίζονται η μία στην άλλη. «Στον τάφο μου! Δεν πρόκειται να το μάθει κανείς.»
Μόνο που τα μυστικά, όταν περνούν από στόμα σε στόμα, έχουν μια παράξενη συνήθεια να αποκτούν φτερά. Και, για να λέμε την αλήθεια, στην περίπτωση της Κλεοπάτρας δεν χρειαζόταν καν ιδιαίτερη προσπάθεια.
«Όχι πως δεν ήταν ήδη βούκινο…» σκεφτόταν η Ελπινίκη. «Φλασάρει από χιλιόμετρα η Κλεοπάτρα μας και ο κόσμος το έχει τούμπανο!»
Και, πριν προλάβει καλά-καλά να λαλήσει ο αλέκτωρ, η κολλητή τα είπε στην Ελπινίκη. Η Ελπινίκη, φυσικά, στην Εριφύλη. Και η Εριφύλη, που μέχρι εκείνη τη στιγμή άκουγε απλώς μια ακόμη ιστορία από τα ατέλειωτα κουτσομπολιά της παρέας, άρχισε ξαφνικά να την ακούει διαφορετικά.
Γιατί τώρα πια δεν άκουγε μόνο την ιστορία της Κλεοπάτρας. Άκουγε, μέσα από αυτήν, έναν πιθανό καθρέφτη του δικού της εαυτού.
....Η Κλεοπάτρα είπαμε ουδόλως είχε λυπηθεί δια την απρόσμενη απουσία του φίλου της. Τουναντίον όπως μετέφερε στη φίλη της. «Μια καλή ευκαιρία ήταν να τον ξεφορτωθώ τον μαλάκα. Τσιμπούρι μου ‘χε γίνει και να πεις ότι είχε και ικανότητες. Αυτός αγάπη μου είχε κάψει φλάντζες και ρετάριζε. Για να του σηκωθεί ο εργαλείο του χρειαζόταν υποστύλωμα και αν. Εμ το άλλο που το πας που είχε εθισμό στον τζόγο και στα καζίνο της Μάλτας σίγουρα θα τον έχανα.»
«Και πήγες μονάχη σου τελικά;»
«Ναι βρε καρδιά μου. Έκανα και την προσευχή μου να μου τύχει κανένα ωραίο παιδί και ταξίδεψα με βάρκα την ελπίδα »
«Και σου έτυχε;»
Η Κλεοπάτρα χαμογέλασε αυτάρεσκα.
«Ναι, καλή μου. Και να ξέρεις κάτι; Υπάρχουν πολλοί θεοί. Η ζωή είναι μεγάλη και η ψυχή του ανθρώπου χωράει περισσότερους από έναν. Ε, λοιπόν, αυτή τη φορά οι προσευχές μου εισακούστηκαν.»
«Μη μου λες! Καλός; Καλός-καλός;»
«Από τους καλύτερους.»
«Σαν αυτούς που βλέπουμε και στον ύπνο μας;»
«Άκου να ξέρεις, χρυσή μου. Ο άνθρωπος στον ύπνο του φτιάχνει έναν ολόκληρο κόσμο ψεύτικο, απατηλό, για να ξεφύγει λίγο από τη μαρμάγκα και να ζήσει μια άλλη ζωή. Γι’ αυτό σου λέω: αυτός ήταν πραγματική αγορίνα, με σάρκα και οστά!»
«Ενδιαφέρον… Για λέγε, για λέγε. Έχεις και φωτογραφία του;»
«Έχω μία. Να, εδώ την έχω μαζί μου. Βγήκαμε όλη η παρέα αγκαλιά, το βράδυ που είχαμε πάει σ’ ένα κέντρο.»
Και κάπου εκεί, καθώς η Κλεοπάτρα ξεδίπλωνε τη διάθεσή της, άρχισε να αφηγείται στη φίλη της, με τον δικό της αθυρόστομο και γεμάτο αυτοπεποίθηση τρόπο, όλα όσα είχε ζήσει εκείνο το σύντομο ταξίδι στη Μάλτα.
«Χρυσή μου, ένα ταξίδι στη Μάλτα είναι συναίσθημα. Είναι ευφορία. Είναι μια ολόκληρη συναισθηματική κατάσταση. Κι εγώ, μέσα σε μόλις τρεις ημέρες, τα ένιωσα όλα!»
Και συνέχισε. «Ήταν προς το απόγευμα, όταν ο ήλιος είχε αρχίσει να παίρνει τα πιο πορτοκαλιά του χρώματα. Περπατούσαμε με τη χαζοχαρούμενη φίλη μας στο παλιό λιμάνι, πλάι στη θάλασσα, στην προκυμαία. Πιο πέρα, μέσα στα γαλαζοπράσινα νερά, λικνίζονταν πολυτελή κότερα και μερικά ιστιοφόρα. Ομολογώ πως, έτσι όπως το έβλεπα στην αρχή, το λιμάνι δεν με είχε και τόσο εντυπωσιάσει. Όμως, όσο περπατούσαμε, ο ήλιος χαμήλωνε και η αντηλιά απλωνόταν πάνω στη θάλασσα. Εκείνη η πορτοκαλιά λάμψη άρχισε να μεταμορφώνει τα πάντα γύρω μου. Ήταν σαν να είχε αποφασίσει ο ουρανός να μου κάνει ένα μικρό δώρο.
Και τότε τον είδα. Μπροστά μας, ένα κάτασπρο αλιευτικό σκάφος ανοιχτής θαλάσσης, αγέρωχο σαν αλμπατρός, ετοιμαζόταν να πλαγιοδετήσει στη μαρίνα. Και μαζί με το σκάφος εμφανίστηκε κι εκείνος.
Τον είδα να κατεβαίνει στην προβλήτα και να πιάνει τον κάβο για να δέσει το σκάφος στη δέστρα. Το έκανε τόσο χαλαρά, τόσο φυσικά, σαν να μην υπήρχε τίποτε στον κόσμο που να μπορούσε να τον βγάλει από την ηρεμία του. Και εγώ, χρυσή μου, θαύμαζα το λυγερόκορμο νεανικό κορμί του και είχα την αίσθηση πως αυτή η παράξενη, θετική του ενέργεια περνούσε από τη θάλασσα κατευθείαν επάνω μου.
Κάποια στιγμή σήκωσε το κεφάλι και μου χαμογέλασε. Τι χαμόγελο ήταν εκείνο! Κατάλευκα δόντια, ρόδινα χείλη, μάτια σκοτεινά που γελούσαν μαζί του. Φαινόταν πως είχε καταλάβει ότι τον είχα φάει με τα μάτια μου τόση ώρα. Και, για να μην κοροϊδευόμαστε, τον κοιτούσα σαν ξερολούκουμο.
Ψηλός, γύρω στο ένα και ενενήντα, με μαύρα μαλλιά και σκούρα μάτια. Όλα επάνω του μου φαίνονταν στη θέση τους. Τίποτε περιττό. Τίποτε που να χαλάει την εικόνα. Ήμασταν τόσο κοντά του, που όταν γύρισα προς την παρέα μας, ρώτησα δυνατά.
«Πώς είπαμε το λένε το κλαμπ του ξενοδοχείου που μας περιμένει το γκρουπ να ξεσαλώσουμε το βράδυ;» Το είπα τόσο δυνατά, ώστε ήμουν απολύτως βέβαιη πως με είχε ακούσει.
Και τότε συναντήθηκαν ξανά τα βλέμματά μας. Τον κοίταξα κατευθείαν στα μάτια. Δεν χρειάστηκε να πω τίποτε. Αν μπορούσαν τα μάτια να μιλήσουν, τα δικά μου του έλεγαν καθαρά. «Ενδιαφέρομαι. Και δεν είμαι αδιάφορη.»
Ο ήλιος είχε αρχίσει πια να κατηφορίζει και να βάφει με μια γλυκιά πορτοκαλιά απόχρωση το τοπίο. Εγώ, κρατώντας αφηρημένα το χέρι της χαζοχαρούμενης φίλης μας, της είπα:
«Έλα, πάμε, φιλενάδα. Μας περιμένουν και έχουμε αργήσει.»
«Ποιοι μας περιμένουν;» με ρώτησε το χαζό θηλυκό.
Και όταν επιτέλους πήρε χαμπάρι, ξαναρώτησε. «Που μας περιμένουν;»
«Στο Acqua Mare Bar», απάντησα με έμφαση, εξακολουθώντας να τον κοιτάζω. Και, χωρίς να κουνήσω σχεδόν τα χείλη μου, του ψιθύρισα. «Σε περιμένω.» Ύστερα του έστειλα ένα άηχο φιλί.
«Ρε Κλεοπάτρα, πού πας να μπλέξεις πάλι, βρε κορίτσι μου;» μου είπε η φίλη μας.
Γύρισα και την κοίταξα. «Γιατί είναι κακό; Πού είναι το κακό να φλερτάρεις, αν αυτό θέλεις, και δεν κοροϊδεύεις κανέναν;» ρώτησα με ειλικρινή απορία. «Γιατί νομίζω ότι εδώ μυρίζομαι λίγο δίπολο… αγίας και αμαρτωλής.»
«Κλεοπάτρα, θα με στείλεις αδιάβαστη! Δηλαδή το μόνο που σε ενδιαφέρει είναι να φλερτάρεις και να μπλέκεις;»
«Δηλαδή τι; Είμαι ρηχή επειδή σκέφτομαι και το ερωτικό κομμάτι της ζωής μου και το αναζητώ; Εσύ τι κάνεις στις κοινωνικές σου συναναστροφές; Μιλάς αποκλειστικά για ποίηση και μεταμοντερνισμό;»
«Τελικά, πες μου! Ήρθε ο γοητευτικός νεαρός στο μπαρ;»
Η Κλεοπάτρα χαμογέλασε. «Ναι, ήρθε!
Με μια άνετη φιλικότητα συστηθήκαμε. Ήταν ο λοστρόμος του μεγάλου αλιευτικού, ένας λυγερόκορμος εικοσιπεντάχρονος Σικελός από τις Συρακούσες. Ανήκε στο πλήρωμα του αλιευτικού ανοιχτής θαλάσσης, απ’ αυτά, καλέ, που ψαρεύουν ξιφίες στα δικά μας νερά οι Ιταλοί, οι αθεόφοβοι!
Το σκάφος τους περίμενε στην προβλήτα τη σειρά του για εργασίες συντήρησης και επισκευών στα ναυπηγεία της πόλης, στη Βαλέτα. Κι εγώ, όπως καταλαβαίνεις, δεν είχα καμία απολύτως αντίρρηση να γνωρίσω από κοντά τον… ξιφομάχο της θάλασσας. Ρε, τι κούκλος ήταν αυτός! Τι παίδαρος, σου λέω! Μπουκιά και συχώριο, που έλεγε και η συγχωρεμένη η γιαγιά μου. Με υπέροχο χαμόγελο και μια ματιά που σου υποσχόταν… τον μισό κόσμο! Σίγουρα είχε έρθει κι αυτός για να διασκεδάσει και, ποιος ξέρει, ίσως και για να βρει το διαθέσιμο θηλυκό που του είχα ήδη υποσχεθεί με τα μάτια μου. Τόσες μέρες στη θάλασσα, καταλαβαίνεις… Η διάθεσή του, όπως φαινόταν, είχε χτυπήσει κόκκινο. Τα βλέμματά μας, επιτέλους, άρχισαν να συνομιλούν. Τα μάτια του ήταν απίστευτα εκφραστικά και το βλέμμα του ξυπνούσε μέσα μου έναν πόθο που δεν είχα καμία διάθεση να κρύψω.
«Τι θα έλεγες να σου κάνω το τραπέζι απόψε;» μου λέει.
Ήμουν λίγο μεθυσμένη, λίγο ζαλισμένη, αλλά κυρίως… σε πολύ καλή διάθεση. Και, χρυσή μου, αυτά τα πράγματα έρχονται καμιά φορά εκεί που δεν τα περιμένεις. Δεν σου έχει τύχει ποτέ να συναντήσεις κάποιον που, χωρίς να έχει κάνει σχεδόν τίποτα, να σε αναστατώσει από τη φωνή του, από τον τρόπο που σε κοιτάζει, από τον αέρα που κουβαλάει; Ε, λοιπόν, εκείνη την ώρα δεν ήμουν κανένα άβγαλτο και συνεσταλμένο κοριτσάκι. Ήμουν μια γυναίκα που ήξερε πολύ καλά τι ήθελε από τη βραδιά της: παιχνίδι, φλερτ, ένταση, χωρίς μεγάλες κουβέντες και χωρίς υποσχέσεις.
Κόλλησα κοντά του, γελαστή και όλο νάζι. «Αγορίνα μου, να μου κάνεις το τραπέζι, να σου κάνω το κρεβάτι;» τον ρώτησα πονηρά, καθώς με οδηγούσε προς το εστιατόριο του μπαρ. Καθίσαμε σ’ έναν πριβέ καναπέ, λίγο πιο πέρα από τα χαμηλά φώτα και τη φασαρία του μπαρ. Ήταν μια ήσυχη, ζεστή γωνιά, ιδανική για να πιούμε το ποτό μας χωρίς να μας ποδοπατάει ο κόσμος. Το σκηνικό, αν με ρωτάς, ήταν φτιαγμένο για μια όμορφη και… πολλά υποσχόμενη βραδιά.
«Πολύ κιμπάρης τύπος, πολύ ευγενικός, άντρας με τα όλα του! Ρώτησε τον μετρ και θα έχεις ό,τι σου αρέσει», μου λέει.
«Εσύ;» τον ρωτάω.
«Εγώ είμαι εντάξει. Μια μπριζόλα θα φάω, αρκεί.»
«Μόνο; Τέτοιος παίδαρος! Αυτό που χρειάζεσαι είναι ενεργειακά πυκνά τρόφιμα. Ξέρεις… τροφές που σου δίνουν πολλές θερμίδες και σε κρατούν όρθιο!»
«Ευχαριστώ για τη συμβουλή. Νιώθω πως πραγματικά με νοιάζεσαι και με περιποιείσαι ιδιαιτέρως», μου λέει.
«Α, εγώ τον περιποιούμαι τον άντρα! Είμαι σκλάβα του. Θέλω να έχει φάει καλά, να είναι ευχαριστημένος, χορτάτος. Αλλά μετά θέλω να με περιποιηθεί κι αυτός, για να μη μείνω με παράπονο!» Και γέλασα με εκείνο το πλούσιο, λίγο βραχνό γέλιο μου που, όπως μου έλεγαν, γέμιζε τον χώρο.
Εκείνος με κοίταξε βαθιά στα μάτια. «Μ’ αρέσει ο τρόπος σου, παραπονιάρα μου. Εγώ είμαι εδώ για να σε περιποιηθώ όπως σου αξίζει.»
Και να σου πω κάτι, φιλενάδα μου; Όταν κάποιος σε κοιτάζει στα μάτια την ώρα που σου μιλάει, εγώ τουλάχιστον θέλω να πιστεύω πως εννοεί κάθε λέξη. Κανένας άντρας δεν μπορεί να λέει τέτοια πράγματα και να σε κοιτάζει ταυτόχρονα στα μάτια χωρίς να το πιστεύει, εκτός κι αν έχει ήδη πάρει υποψηφιότητα για Όσκαρ!
Η απάντησή μου, λοιπόν, ήταν σχεδόν αυτονόητη. «Κι εγώ αυτό θέλω», του είπα.
Και κάπως έτσι, χωρίς πολλές περιστροφές και χωρίς περιττές υποσχέσεις, άνοιξε μπροστά μου ένα καινούργιο, απρόσμενο κεφάλαιο. Η βραδιά κύλησε μέσα σε φλερτ, γέλια, βλέμματα και μια αμοιβαία έλξη που γινόταν όλο και πιο δύσκολο να κρυφτεί.
Από εκεί και πέρα, η νύχτα μας πήρε μαζί της. Δεν θα σε πρήξω, όμως, με λεπτομέρειες. Αρκεί να σου πω πως εκείνο το σύντομο ταξίδι στη Μάλτα έγινε για μένα κάτι περισσότερο από μια εκδρομή.
Έγινε μια μικρή προσωπική επανάσταση. Ένα ταξίδι αφύπνισης, ελευθερίας και μιας γυναίκας που, έστω για λίγο, θυμήθηκε πως εκτός από σύζυγος και όλα τα υπόλοιπα που κουβαλούσε στην καθημερινότητά της, ήταν και γυναίκα. Και, όπως καταλαβαίνεις, αυτό δεν το ξεχνάς εύκολα.»
«Ρε φιλενάδα, αφού με ξετρελαίνεις όταν μου διηγείσαι τέτοιες ιστορίες για τα ερωτικά σου και μάλιστα με όλες τις πικάντικες λεπτομέρειες, γιατί μου κόβεις την ιστορία τώρα, στο καλύτερο;»
Η Κλεοπάτρα γέλασε. «Τι είναι αυτό που τόσο πολύ θέλεις να σου διηγηθώ;»
«Όλα! Θέλω λεπτομέρειες! Όλα θέλω να τα ξέρω! Μη μου αφήσεις τίποτα απ’ έξω!»
«Εντάξει, λοιπόν. Αφού είσαι τόσο περίεργη…» Ο νεαρός, όπως μου είπε, πρότεινε στην αρχή να πάνε μια βόλτα για να μου γνωρίσει το αλιευτικό του.
Εγώ όμως, αφού το σκέφτηκα για λίγο, κατάλαβα πως το σκάφος δεν ήταν ακριβώς αυτό που με ενδιέφερε εκείνη τη στιγμή. «Όχι, αγόρι μου», του είπα γελώντας. «Το καράβι σου θα το θαυμάσω κάποια άλλη ώρα. Τώρα θέλω να γνωρίσω εσένα.»
Κι έτσι αποφασίσαμε να πάνε σ’ ένα καλό ξενοδοχείο, όπου θα μπορούσαμε να έχουμε περισσότερη ησυχία και άνεση και να γνωριστούν καλύτερα.
Ομολογώ πως, μέχρι την τελευταία στιγμή, είχα κάποιες επιφυλάξεις. Δεν είχα συνηθίσει να πηγαίνω σε τέτοια μέρη με έναν άνθρωπο που μόλις είχα γνωρίσει. Από την άλλη όμως, η έλξη ανάμεσά μας ήταν τόσο έντονη, ώστε οι αντιστάσεις μου έμοιαζαν περισσότερο με τυπικές σκέψεις παρά με πραγματικές αντιρρήσεις.
Ήθελα να ζήσω τη στιγμή. Ήθελα να αφήσω για λίγο πίσω μου όλα εκείνα που με περίμεναν στην καθημερινότητά μου και να αφεθώ σ’ έναν άνθρωπο που, μέχρι λίγες ώρες πριν, δεν γνώριζα καν.
Μόλις μπήκαμε στο δωμάτιο και έκλεισε η πόρτα πίσω μας, η ατμόσφαιρα άλλαξε αμέσως. Εκείνος με πλησίασε με μια ορμή που με ξάφνιασε. Για μια στιγμή έμεινα ακίνητη, περισσότερο από έκπληξη παρά από φόβο. Δεν είχα συνηθίσει τέτοια αυθόρμητη ένταση από έναν άντρα που μόλις είχα γνωρίσει.
Κι όμως…Μου άρεσε. Μου άρεσε η αίσθηση ότι του είχα προκαλέσει κάτι τόσο δυνατό. Ότι η εικόνα μου, η παρουσία μου, ο τρόπος που τον είχα κοιτάξει στη μαρίνα, είχαν ανάψει μέσα του μια επιθυμία που πλέον δυσκολευόταν να κρύψει. Και τότε άρχισε να μου μιλάει. Λόγια γρήγορα, αυθόρμητα, γεμάτα ενθουσιασμό. Άλλοτε γελούσε, άλλοτε με κοίταζε επίμονα, άλλοτε σταματούσε για μια στιγμή σαν να προσπαθούσε να βρει τη σωστή λέξη.
Δεν καταλάβαινα όλα όσα έλεγε, η γλώσσα, η προφορά, η ζάλη του κρασιού και η ένταση της στιγμής τα μπέρδευαν όλα όμως καταλάβαινα κάτι πολύ πιο απλό.
Με ήθελε. Κι εγώ, εκείνη τη νύχτα στη Μάλτα, είχα αποφασίσει να μη φοβηθώ αυτό που ήθελα κι εγώ.
Τα υπόλοιπα, χρυσή μου, δεν χρειάζονται και περιγραφή με το νι και με το σίγμα…
Άλλωστε, αν αρχίσω να σου τα λέω όλα, θα ξημερώσουμε εδώ!»
Την μεθ’ επόμενη μέρα αναχωρήσαμε για την Ελλάδα. Κι όμως, ακόμα και σήμερα δεν τον έχω ξεχάσει. Παρ’ όλες τις εμπειρίες που ακολούθησαν στη ζωή μου, εκείνος ο νεαρός Σικελός έμεινε κάπου ξεχωριστά μέσα μου. Θα τον έχω πάντα στην καρδιά μου. Και, αν θέλεις να σου πω την αλήθεια, ξέρω πως ήταν ο καλύτερος εραστής που είχα γνωρίσει μέχρι τότε.
Η φίλη της την άκουγε με μάτια ορθάνοιχτα. Είχε ήδη παρασυρθεί από την αφήγηση και, όσο η Κλεοπάτρα προχωρούσε στις λεπτομέρειες, τόσο η περιέργεια και η φαντασία της έπαιρναν φωτιά.
«Ρε Κλεοπάτρα… παίζει να μου γνωρίσεις κι εμένα κανέναν τέτοιον; Ένα τέτοιο λαχείο, βρε παιδί μου;»
Η Κλεοπάτρα γέλασε. «Θα το έχω στα υπόψη μου. Μη μου στενοχωριέσαι, κάτι θα βρεθεί. Τι φίλες είμαστε;»
Έκανε μια μικρή παύση και την κοίταξε πονηρά. «Αν θες, μάλιστα, μπορούμε να το ψάξουμε μαζί. Να βρούμε έναν άντρα που να έχει διάθεση για… παρέα δύο κοριτσιών.»
Η φίλη της γέλασε δυνατά. «Καλή ιδέα μου φαίνεται. Μέσα είμαι!»
Η Κλεοπάτρα σήκωσε το ποτήρι της. «Ε, τότε… θα το κανονίσουμε!»
Και οι δυο γυναίκες ξέσπασαν στα γέλια, σαν δυο φίλες που, μέσα στην υπερβολή και στα πειράγματα, είχαν ήδη αρχίσει να γράφουν το επόμενο κεφάλαιο μιας ιστορίας που κανείς δεν ήξερε ακόμη αν θα έμενε στη φαντασία ή θα γινόταν πραγματικότητα.
«Καλά, μωρέ Ελπινίκη… αυτός ο φουκαράς ο άντρας της, που θαλασσοπνίγεται στα πέλαγα, δεν υποψιάζεται τίποτα για τα κατορθώματα της λεγάμενης;» ρώτησε η Εριφύλη, με την απορία ζωγραφισμένη στο πρόσωπό της, ύστερα από όσα είχε ακούσει από τη φιλενάδα της.
Η Ελπινίκη ανασήκωσε τους ώμους. «Λογικά, μπορεί να του έχουν μπει ψύλλοι στ’ αυτιά. Αλλά, όταν έχεις μόνο αμφιβολίες, τι κάνεις; Μένεις μ’ αυτές. Ίσως δυσκολεύεται να πιστέψει πως η γυναίκα του τον απατά συστηματικά. Κι όμως, αν το καλοσκεφτείς, θα έπρεπε να το είχε καταλάβει προ πολλού. Γιατί, κοντά στο πρώτο κέρατο που του φύτεψε, φαίνεται πως ακολούθησαν κι άλλα… και μάλιστα με το παραπάνω!»
Η Εριφύλη κούνησε το κεφάλι της και χαμογέλασε πονηρά. «Μπράβο, η Κλεοπάτρα! Το δουλεύει με πάθος και συχνότητα το… εργαλείο της. Ζητάει να της το περιποιούνται λες και φοβάται μην της σκουριάσει! Όχι σαν κι εμάς τις θεούσες, που το έχουμε βάλει σε θυρίδα ασφαλείας. Λες και φοβόμαστε μη μας το ματιάσουν!»
Η Ελπινίκη έβαλε τα γέλια. «Βλέπεις, καλή μου, η Κλεοπάτρα είναι… μουνάντερη. Είναι και ερωτομανής, γι’ αυτό δεν συγκρατείται. Αφήνει τις ορμές της ελεύθερες και δεν έχει πολλές αναστολές. Πιστεύει πως οι γυναίκες δεν φτιάχτηκαν για να ζουν κλεισμένες σε γυάλα, αλλά για να χαίρονται τη ζωή και τον έρωτα. Κι απ’ ό,τι φαίνεται, έχει καταλάβει πολύ καλά τι θέλει από τη ζωή της και το υπηρετεί με συνέπεια! Αν η Κλεοπάτρα δεν έχει την ερωτική της… γυμναστική τουλάχιστον τρεις φορές την εβδομάδα, φοβάμαι πως θα πάθει σύνδρομο στέρησης!»
Η Εριφύλη την κοίταξε καλά καλά. «Τι είναι αυτό πάλι; Τι θα πει μουνάντερη;»
Η Ελπινίκη άνοιξε διάπλατα τα μάτια, προσποιούμενη την κατάπληκτη. «Πού ζεις, κοπέλα μου; Κανείς στην οικογένειά σου δεν μερίμνησε για την… παιδεία σου; Αυτή η μάνα σου τίποτα δεν σου έμαθε πια;» Έκανε μια μικρή παύση, σαν αυστηρή καθηγήτρια που ετοιμαζόταν να παραδώσει το σημαντικότερο μάθημα της ημέρας. «Τι να κάνω; Θα επωμισθώ εγώ αυτή τη βαριά ευθύνη. Θα σου μάθω μερικά βασικά!»
Η Εριφύλη γέλασε. «Άντε, για να δούμε τι άλλο θα μάθω σήμερα από σένα…»
Η Ελπινίκη πλησίασε συνωμοτικά και, με ύφος ανθρώπου που γνώριζε πλέον τα πάντα για τα μυστήρια της ζωής, της έδωσε τη δική της, εντελώς αυθαίρετη ερμηνεία. «Λοιπόν, μουνάντερη είναι η γυναίκα που έχει ιδιαίτερα έντονη ερωτική διάθεση, χωρίς πολλά ταμπού και αναστολές. Δηλαδή, αυτή που δεν αφήνει την επιθυμία της να κάθεται στον καναπέ και να περιμένει!»
Η Εριφύλη έμεινε για λίγο σιωπηλή και μετά ξέσπασε σε γέλια. «Μάλιστα! Τώρα κατάλαβα. Αλλά εσύ, φιλενάδα μου, από πού τα μαθαίνεις όλα αυτά;» «Α, αυτό είναι άλλο μάθημα. Και θέλει… ιδιαίτερα!»
Οι δυο φίλες κοιτάχτηκαν και ξαναγέλασαν. Η Εριφύλη όμως, πίσω από το χιούμορ, κράτησε μέσα της τη λέξη. Κάπου βαθύτερα, η συζήτηση για την Κλεοπάτρα είχε αρχίσει να αγγίζει μια περιοχή που την αφορούσε περισσότερο απ’ όσο ήθελε να παραδεχτεί.
Μετά απ’ όλα αυτά τα… σημαντικά που είχε μάθει η Εριφύλη από την Ελπινίκη, πέρασε ολόκληρη τη νύχτα στριφογυρίζοντας στο κρεβάτι και αναρωτώμενη πως άραγε θα μπορούσε ο δικός της Μπαγάσας να της προσφέρει εκείνες τις απολαύσεις που, σύμφωνα με την αφήγηση της Κλεοπάτρας, είχε γνωρίσει η ζουμερή φίλη τους από τον νεαρό Σικελό λοστρόμο.
Περασμένα μεσάνυχτα, ύστερα από αμέτρητες σκέψεις και εσωτερικές διαπραγματεύσεις, κατέληξε σε ένα συμπέρασμα τόσο απλό όσο και παλιό. «Αν δεν βρέξεις κώλο, ψάρια δεν πιάνεις· κι αν δεν σπάσεις αυγά, ομελέτα δεν γίνεται!»
Το είπε μέσα της με τόση βεβαιότητα, ώστε σχεδόν καθησυχάστηκε και αποκοιμήθηκε. Μόνο που το πρωί τα ερωτήματα ήταν ακόμη εκεί. Γιατί άλλο η επιθυμία κι άλλο η απόφαση. Άλλο η φαντασίωση που μπορείς να την αφήσεις να περάσει σαν σύννεφο κι άλλο η πράξη που, από τη στιγμή που γίνεται, αποκτά βάρος και συνέπειες. Η απιστία, σκεφτόταν, είναι από εκείνα τα ατοπήματα που δύσκολα επιδέχονται άφεση μέσα σε μια σχέση. Μπορεί κάποιος να τη συγχωρήσει, μπορεί να προσπαθήσει να συνεχίσει, μπορεί όμως και να μείνει για πάντα ένα ράγισμα. Άλλοι αντέχουν και συνεχίζουν. Άλλοι υποφέρουν σιωπηλά. Κι άλλοι δεν μπορούν ποτέ να επιστρέψουν πραγματικά εκεί όπου βρίσκονταν πριν.
Κι όμως, το θέμα γινόταν ατελείωτο όταν έμπαινε στη μέση η ίδια η φύση της. Γιατί η επιθυμία δεν είχε ωράριο. Ωράριο καταστημάτων υπάρχει. Ωράριο φαγητού υπάρχει. Ωράριο εργασίας υπάρχει. Ωράριο στην επιθυμία, όμως, δεν υπάρχει. Ερχόταν όταν δεν την περίμενε, σε ώρες άβολες, σε στιγμές ακατάλληλες, και αναστάτωνε όσα μέχρι τότε θεωρούσε τακτοποιημένα μέσα της. Την τραβούσε προς μια περιοχή όπου η λογική δεν είχε πάντοτε το πάνω χέρι. Και τότε μια άλλη σκέψη, ακόμη πιο ενοχλητική, τρύπωσε στο μυαλό της:
«Όλες οι γυναίκες λίγο, αρκετά ή πολύ παρασύρονται κάποτε από τέτοιες σκέψεις, έτσι δεν λένε οι στατιστικές; Εγώ τι είμαι; Η εξαίρεση;»
Έμεινε για λίγο σιωπηλή. «Τι ζητάω, η καψερή; Ε, πείτε μου… τι ζητάω;»
Η απάντηση ήρθε αυθόρμητα, σχεδόν σαν κραυγή που είχε κρατηθεί πολύ καιρό μέσα της: «Ζητάω πάθος. Ζητάω έναν άντρα να με διεκδικήσει με ορμή, να με κάνει να ξεχάσω για λίγο τα πάντα, να νιώσω ξανά γυναίκα, ζωντανή, ποθητή. Να δουν δροσιά τα… κατατόπια μου!»
Και μόλις το είπε, χαμογέλασε μόνη της. «Είναι έγκλημα;»
Η ερώτηση έμεινε μετέωρη στο δωμάτιο. Δεν ήξερε ακόμη την απάντηση. Ήξερε μόνο πως, για πρώτη φορά, δεν φοβόταν τόσο πολύ να την αναζητήσει.
Η Εριφύλη έκανε ένα μικρό διάλειμμα από τις ονειροφαντασίες της και αφοσιώθηκε για λίγο στον καφέ της. Το ρόφημα έκαιγε ακόμη· το φύσηξε απαλά κι ήπιε μια πρώτη, δειλή γουλιά.
Η πρωινή δροσιά τη χάιδεψε στο πρόσωπο. Της έκανε καλό. Όλα γύρω της λαμποκοπούσαν. Οι βουνοκορφές, λουσμένες στο φως, έμοιαζαν σχεδόν να ταξιδεύουν μέσα στην καθαρή ατμόσφαιρα και να πλησιάζουν αργά προς το μέρος της. Ένας σπίνος εμφανίστηκε για μια στιγμή στα κάγκελα του μπαλκονιού, τίναξε παιχνιδιάρικα το κεφαλάκι του και, σχεδόν αμέσως, πέταξε μακριά, αφήνοντας πίσω του μόνο λίγες καθαρές νότες από το κελάηδημά του.
Η Εριφύλη ξεφύσηξε ανακουφισμένη. Μια γλυκιά κούραση είχε απλωθεί σε ολόκληρο το σώμα της — το αδιάψευστο σημάδι πως η νύχτα είχε περάσει περισσότερο μέσα στις σκέψεις παρά στον ύπνο.
«Ουφ!» μουρμούρισε. Προσπαθούσε να βάλει μια τάξη σε όσα ένιωθε, να βρει κάποια λογική εξήγηση σ’ αυτή την παράξενη αναστάτωση. Έλα όμως που οι διαθέσεις του ανθρώπου μοιάζουν με τα σύννεφα που περνούν πάνω από ένα ορεινό τοπίο· αλλάζουν σχήμα, φωτίζονται, σκοτεινιάζουν και, χωρίς να σε ρωτήσουν, χάνονται πίσω από την επόμενη κορυφή.
Έκλεισε πάλι τα μάτια. Η επιθυμία όμως ήταν ακόμη εκεί. Επίμονη. Ζωντανή. Απρόσκλητη.
Και, σαν να μην έφταναν όλα τα άλλα, το μυαλό της γύρισε ξανά στον Αδάμαντα. Θυμήθηκε το βλέμμα του, το χαμόγελό του, την αρρενωπή παρουσία του, εκείνη την αίσθηση δύναμης και αυτοπεποίθησης που είχε αποπνεύσει από την πρώτη στιγμή.
«Πρέπει να είναι από εκείνους τους άντρες που η φύση τούς έχει προικίσει γενναιόδωρα…» ψιθύρισε, σχεδόν ντροπαλά, και χαμογέλασε μόνη της.
Η σκέψη ήταν αρκετή για να ξαναζωντανέψει μέσα της ο ερωτισμός που προσπαθούσε τόση ώρα να καταλαγιάσει. Η φαντασία της άρχισε πάλι να ταξιδεύει σε απαγορευμένα μονοπάτια, εκεί όπου ο Αδάμαντας δεν ήταν πια ο άγνωστος άντρας του μπαρ, αλλά ο άντρας που θα μπορούσε, έστω και για μία νύχτα να ανατρέψει όλες τις ισορροπίες της.
Ένα μικρό, σχεδόν παράλογο τσίμπημα ζήλιας την έκανε να χαμογελάσει πικρά. Άραγε υπήρχε ήδη κάποια άλλη γυναίκα στη ζωή του; Κάποια που να γνώριζε εκείνο το βλέμμα του από κοντά, που να είχε ανακαλύψει τα μυστικά της γοητείας του, που να μπορούσε να τον αγγίξει χωρίς να χρειάζεται να φανταστεί τίποτε; Η σκέψη αυτή την ενόχλησε περισσότερο απ’ όσο θα ήθελε να παραδεχτεί.
«Τι έπαθα εγώ μαζί του;» ψιθύρισε. Και, για πρώτη φορά, κατάλαβε πως δεν ήταν μόνο η επιθυμία που την αναστάτωνε. Ήταν και η ζήλια για μια γυναίκα που ίσως υπήρχε μόνο στη φαντασία της. Μ' ένα τσίμπημα ζήλιας, μακάριζε τo μουνί που έχει την τύχη να απολαμβάνει στην αγκαλιά του Αδάμαντα τα προσόντα και το μέγεθος του ανδρικού του μορίου κατά τη διάρκεια της σεξουαλικής τους συνεύρεσης.
Η έντονη αφύπνιση της σεξουαλικής της επιθυμίας έφερνε μαζί της μια βαθιά εσωτερική σύγκρουση. Για πρώτη φορά, μια καταπιεσμένη ανάγκη για συναισθηματική και σωματική εγγύτητα έμοιαζε να ξεπερνά τα όρια της συζυγικής της δέσμευσης και να την οδηγεί ένα βήμα πιο κοντά σε μια περιοχή που μέχρι τότε δεν είχε καν διανοηθεί να πλησιάσει.
Η απόφαση δεν είχε παρθεί. Όχι ακόμη. Όμως η κατεύθυνση ήταν επικίνδυνη. Κι αν τίποτε δεν άλλαζε μέσα της, φοβόταν πως κάποια στιγμή η ίδια η πορεία θα αποφάσιζε για λογαριασμό της.
Μέχρι εκείνη τη στιγμή, ο Νικηφόρος ήταν ο μοναδικός άντρας που είχε αγαπήσει και με τον οποίο είχε μοιραστεί την ερωτική της ζωή. Δεν είχε αισθανθεί ποτέ την ανάγκη να αναζητήσει έναν άλλον. Δεν είχε νιώσει πως της έλειπε κάτι που θα μπορούσε να της προσφέρει ένας ξένος άντρας.
Κι ύστερα, εντελώς αναπάντεχα, εμφανίστηκε ο Αδάμαντας. Δεν έκανε τίποτε ιδιαίτερο. Ένα βλέμμα ήταν αρκετό. Ένα βλέμμα που, χωρίς να το καταλάβει, άγγιξε μέσα της έναν κόσμο που μέχρι τότε βρισκόταν σε ησυχία. Ξαφνικά οι αισθήσεις της οξύνθηκαν. Η παρουσία ενός άντρα μπορούσε πάλι να την αναστατώσει, να της γεννήσει εικόνες, προσδοκίες, επιθυμίες που νόμιζε πως είχαν πια τακτοποιηθεί βαθιά μέσα της.
Ήταν σαν να είχε ανοίξει μια πόρτα που δεν γνώριζε καν ότι υπήρχε. Και πίσω από εκείνη την πόρτα δεν υπήρχε μόνο το σεξ. Υπήρχε η ανάγκη να νιώσει ξανά γυναίκα έξω από τον ρόλο της συζύγου και της μητέρας. Να αισθανθεί ποθητή, ζωντανή, απρόβλεπτη. Να ξαναγνωρίσει εκείνη την πλευρά του εαυτού της που ίσως είχε αφήσει για χρόνια στην άκρη, όχι επειδή δεν υπήρχε, αλλά επειδή η ζωή είχε απαιτήσει από εκείνη να γίνει πρώτα όλα τα άλλα.
Και τώρα η καθημερινότητά της έμοιαζε να έχει μετακινηθεί ελάχιστα, αλλά αρκετά ώστε τίποτε να μην είναι ακριβώς όπως πριν. Ο κόσμος γύρω της παρέμενε ο ίδιος: το σπίτι, τα παιδιά, ο Νικηφόρος, οι υποχρεώσεις, οι γνώριμες διαδρομές. Μόνο που εκείνη τον έβλεπε πλέον διαφορετικά. Σαν να είχαν αποκτήσει όλα καινούργια χρώματα και υφές. Και μέσα σ’ αυτή τη νέα, σχεδόν μαγική αίσθηση, υπήρχε κάτι που την γοήτευε όσο και την τρόμαζε, η συνειδητοποίηση πως η γυναικεία της επιθυμία δεν είχε χαθεί ποτέ. Απλώς περίμενε κάποιον να την ξυπνήσει.
....H Εριφύλη είχε ξαπλώσει αναπαυτικά με το μπουρνούζι ελεύθερο στα μαξιλάρια του καναπέ από μπαμπού, στο μεγάλο γωνιακό μπαλκόνι της κουζίνας της. Η περιοχή του μπαλκονιού της έδινε την αίσθηση μιας, πολύ προστατευμένης φωλιάς. Από τον απέναντι δρόμο δεν υπήρχε ουσιαστικά οπτική πρόσβαση. Μόνο από τη δυτική βεράντα στην αυλή του γειτονικού σπιτιού μπορούσε κάποιος να έχει θέα προς το μπαλκόνι της κουζίνας ανάμεσα από τα κάγκελα με τα αναρριχώμενα καλοπιστικά φυτά.
Το σπίτι της οικογένειας της Εριφύλης ήταν ένα μεγάλο, διώροφο κτίσμα με τεράστια μπαλκόνια. Στο ισόγειο υπήρχαν δύο ανεξάρτητοι χώροι. Το μεγάλο διαμέρισμα όπου έμεναν οι γονείς της και μια ευρύχωρη γκαρσονιέρα, που αρχικά προοριζόταν για τον αδελφό της. Εκείνος όμως, υπηρετώντας τη στρατιωτική του θητεία στη Ρόδο, ερωτεύτηκε μια όμορφη Κύπρια και τελικά έμεινε εκεί. Παντρεύτηκαν και εγκαταστάθηκε στη Ρόδο, εργαζόμενος στην επιχείρηση του πεθερού του, που δραστηριοποιούνταν στον τουριστικό τομέα.
Στην ανεξάρτητη γκαρσονιέρα είχε εγκατασταθεί τελευταία μια μικρότερη ξαδέλφη της Εριφύλης, η Άλκηστις, που σπούδαζε για να γίνει εκπαιδευτικός.
Ολόκληρος ο επάνω ο μεγάλος όροφος ήταν η κατοικία της Εριφύλης. Το σπίτι του Μιλτιάδη, αντίθετα, ήταν μια πέτρινη μονοκατοικία με καφέ-κόκκινη κεραμοσκεπή. Ένας χαμηλός μαντρότοιχος χώριζε τα δύο οικόπεδα. Εκείνο το πρωινό, όμως, επικρατούσε απόλυτη ερημιά τριγύρω. Η Εριφύλη γνώριζε πως η οικογένεια του Μιλτιάδη είχε φύγει για το Σαββατοκύριακο στο εξοχικό τους στη Σαλαμίνα. Η σκέψη αυτή της έδινε μια παράξενη αίσθηση ασφάλειας. Δεν υπήρχε κανείς τριγύρω στο οπτικό πεδίο να την ενοχλήσει, κανείς να διακόψει τις σκέψεις της, κανείς να την επαναφέρει απότομα στην καθημερινότητα.Έμεινε λοιπόν μόνη με τον εαυτό της.
Στήριξε τη ράχη της στο μεγάλο, μαλακό μαξιλάρι του καναπέ και έκλεισε για λίγο τα μάτια. Η επιθυμία που κουβαλούσε από το προηγούμενο βράδυ δεν είχε υποχωρήσει. Αντίθετα, έμοιαζε να έχει αποκτήσει τη δική της ζωή.
Άφησε το μπουρνούζι της να ανοίξει ελαφρά και πήρε μια βαθιά ανάσα. Για λίγες στιγμές δεν υπήρχε τίποτε άλλο γύρω της. Ούτε το σπίτι. Ούτε οι υποχρεώσεις. Ούτε οι σκέψεις για το τι ήταν σωστό και τι όχι. Μόνο η ίδια και η αναστάτωση που είχε ξυπνήσει μέσα της.
Τα χέρια της κινήθηκαν απαλά πάνω στο σώμα της, περισσότερο σαν μια πράξη αναγνώρισης παρά σαν βιαστική αναζήτηση ικανοποίησης. Χάιδεψε το στήθος της, ύστερα την κοιλιά της, και άφησε την παλάμη της να σταματήσει για λίγο εκεί, σαν να προσπαθούσε να ακούσει τι ακριβώς της ζητούσε το σώμα της.
Έκλεισε τα μάτια. Ο Αδάμαντας ήρθε πάλι στο μυαλό της. Το βλέμμα του. Το χαμόγελό του. Η αίσθηση που της είχε αφήσει εκείνη η πρώτη συνάντηση. Η σκέψη του ήταν αρκετή για να δυναμώσει η εσωτερική της αναστάτωση. Δεν προσπαθούσε πια να την εξηγήσει ούτε να την πολεμήσει. Για πρώτη φορά την άφηνε απλώς να υπάρχει. Και όσο περισσότερο αφηνόταν στη φαντασία της, τόσο περισσότερο ένιωθε να απομακρύνεται από τη γυναίκα που ήξερε μέχρι τότε. Για λίγα λεπτά χάθηκε ολοκληρωτικά στον δικό της εσωτερικό κόσμο. Ύστερα έμεινε ακίνητη, με τα χέρια σταυρωμένα πάνω στο στήθος της, σαν να αγκάλιαζε έναν αόρατο εραστή.
Η ανάσα της ήταν βαριά. Άνοιξε αργά τα μάτια και κοίταξε τον ουρανό. Δεν ήξερε αν αυτό που είχε μόλις συμβεί ήταν λύτρωση ή προειδοποίηση. Ήξερε όμως κάτι άλλο. Ο Αδάμαντας είχε πάψει πλέον να είναι απλώς ένας όμορφος άγνωστος που είχε συναντήσει τυχαία σ' ένα εμπορικό κέντρο. Είχε γίνει κομμάτι της φαντασίας της. Και αυτό, περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο, την ανησυχούσε.
Ο ρυθμός της ανάσας της είχε αλλάξει. Η σκέψη του Αδάμαντα είχε πάρει πια τέτοια ένταση, ώστε η Εριφύλη είχε σχεδόν αποκοπεί από ό,τι συνέβαινε γύρω της. Είχε αφεθεί στη φαντασία της, στον ερωτισμό της στιγμής, αδιαφορώντας για λίγο ακόμη και για το γεγονός ότι βρισκόταν σε έναν εξωτερικό χώρο.
Το όνομά του πέρασε σαν ψίθυρος από τα χείλη της. Στο μυαλό της τον φαντάστηκε να την πλησιάζει, να την κλείνει στην αγκαλιά του, να παρασύρει για λίγο όλες εκείνες τις αντιστάσεις που τόσο καιρό προσπαθούσε να διατηρήσει.
Και τότε…
Κάτι μέσα της άλλαξε. Ένα αδιόρατο προαίσθημα κινδύνου. Σαν μια εσωτερική καμπάνα που χτύπησε ξαφνικά μέσα στο μυαλό της.
Η λογική της, εκείνη η φωνή που μέχρι πριν από λίγο προσπαθούσε να αγνοήσει, την προειδοποιούσε πως κάτι δεν πήγαινε καλά.
Σταμάτησε. Άνοιξε τα μάτια και κοίταξε γύρω της. Για μια στιγμή δεν είδε τίποτε. Ύστερα αναρίγησε.
Στην απέναντι μπαλκονόπορτα, πίσω από την αραχνοΰφαντη κουρτίνα, κάτι είχε κινηθεί. Μια γρήγορη σκιά, τόσο ανεπαίσθητη που θα μπορούσε εύκολα να την είχε φανταστεί. Έμεινε ακίνητη.
Η μπαλκονόπορτα του γείτονα ήταν τώρα μισάνοιχτη. Κάποιος στεκόταν πίσω της. Η Εριφύλη ένιωσε ξαφνικά ένα κύμα αμηχανίας να την κατακλύζει. Δεν ήταν πια μόνη. Ή, τουλάχιστον, δεν ήταν βέβαιο πως ήταν μόνη. Η σκιά μετακινήθηκε ελάχιστα. Το ένα χέρι φάνηκε να κρατά το εξωτερικό φύλλο της πόρτας, αφήνοντάς το μισάνοιχτο, ενώ η στάση του σώματος αποκάλυπτε πως ο άνθρωπος στην άλλη πλευρά παρακολουθούσε.
Η Εριφύλη πάγωσε. «Πόση ώρα άραγε στεκόταν εκεί;» σκέφτηκε.
Και ακόμη χειρότερα. «Τι ακριβώς μπορούσε να έχει δει ανάμεσα από τα κάγκελα του μπαλκονιού και πίσω από αυτή την καταραμένη διάφανη κουρτίνα;»
Η σκέψη την έκανε να ανατριχιάσει. Πριν από λίγα λεπτά ένιωθε ασφαλής, κρυμμένη από τα αδιάκριτα βλέμματα του κόσμου.
Τώρα η ίδια βεβαιότητα είχε γίνει παγίδα. Κοίταξε ξανά προς την απέναντι μπαλκονόπορτα.
Η σκιά δεν είχε φύγει. Και τότε κατάλαβε πως η μεγαλύτερη έκπληξη εκείνου του πρωινού δεν ήταν ο Αδάμαντας. Ήταν ο άνθρωπος που, από την άλλη πλευρά του χαμηλού μαντρότοιχου, μπορεί να είχε παρακολουθήσει περισσότερα απ’ όσα εκείνη θα ήθελε ποτέ να γνωρίζει.
....Το πρωινό φως τρύπωσε στο δωμάτιο μέσα από τις γρίλιες της μισάνοιχτης εξωτερικής μπαλκονόπορτας και τις αραχνοΰφαντες λευκές κουρτίνες. Ο Μιλτιάδης μισάνοιξε νυσταγμένος τα μάτια, χασμουρήθηκε και γύρισε ανάσκελα. Ξύπνησε με το κεφάλι του βαρύ σαν καζάνι και με εκείνη την επίμονη πρωινή στύση που, τα τελευταία δυο-τρία χρόνια, είχε γίνει σχεδόν καθημερινή συνήθεια. Άλλες μέρες είχε μόνο το ένα βάσανο· αρκετές, όμως, είχε και τα δύο.
Εκείνο το πρωινό, λοιπόν, δεν ανησύχησε. Ήξερε πως ο πονοκέφαλος θα υποχωρούσε μέχρι το μεσημέρι. Για το άλλο, όμως, σκέφτηκε πως ίσως χρειαζόταν μια διαφορετική αντιμετώπιση. Χωρίς ακόμη να ανοίξει καλά καλά τα μάτια του, άπλωσε το χέρι προς την άλλη πλευρά του κρεβατιού, περιμένοντας να βρει τη ζεστασιά της γυναίκας του. Βρήκε μόνο το μαξιλάρι.
Άνοιξε τα μάτια απότομα. Οι δυνατές δέσμες του ήλιου έπεσαν πάνω του, κάνοντας το σφυροκόπημα στο κεφάλι του ακόμη πιο έντονο. Βλαστήμησε χαμηλόφωνα, σκέπασε τα μάτια με το μπράτσο του και πήρε μια βαθιά ανάσα.
Ήταν μόνος. Χρειάστηκε μερικές στιγμές για να θυμηθεί τι είχε συμβεί. Ύστερα όλα μπήκαν στη θέση τους.
Αργία. Σαλαμίνα.
Η Ναταλία, τα παιδιά και οι γονείς του είχαν φύγει από το προηγούμενο απόγευμα για το εξοχικό. Εκείνος είχε μείνει πίσω, υποτίθεται εξαιτίας ενός ασήμαντου τραυματισμού στον αστράγαλο. Στην πραγματικότητα, όμως, η «ανάρρωση» είχε εξελιχθεί σε κρασοκατάνυξη με τους φίλους του στην παλιά τους ταβέρνα. «Θεέ και Κύριε… Πρέπει να σταματήσω να πίνω έτσι», μουρμούρισε.
Σηκώθηκε αργά από το κρεβάτι, μορφάζοντας. Ο πονοκέφαλος τον χτυπούσε στους κροτάφους, ενώ το σώμα του εξακολουθούσε να του θυμίζει με τον δικό του τρόπο πως ήταν ολομόναχος.
Και τότε, σχεδόν φυσιολογικά, η σκέψη του πήγε στην Αλεξάνδρα. Χαμογέλασε πονηρά.
«Θες τέτοια τύχη… Να ’ταν εδώ η Αλεξάνδρα σήμερα, που λείπει η Ναταλία μου…»
Η σκέψη έμεινε για λίγο μετέωρη. Ύστερα φόρεσε τη βερμούδα του, πέρασε στο μπαλκόνι και άνοιξε προσεκτικά την τζαμόπορτα. Τράβηξε λίγο την εξωτερική μπαλκονόπορτα, αφήνοντας το πρωινό φως να γεμίσει τον χώρο. Στάθηκε εκεί για λίγο, μόνος, με το βλέμμα να περιπλανιέται στην ήσυχη αυλή.
Δεν γνώριζε πως, λίγα μέτρα πιο πέρα, η Εριφύλη είχε ήδη περάσει μια εντελώς διαφορετική πρωινή δοκιμασία. Και, κυρίως, δεν γνώριζε πως εκείνη τη στιγμή η παρουσία του είχε γίνει αντιληπτή.
Έριξε μια ματιά δυτικά, προς το σπίτι της Αλεξάνδρας. Ερημιά και ησυχία. Το σπίτι έδειχνε «εντελώς κλειστό», σημάδι πως εκείνη έλειπε. Ο Μιλτιάδης απογοητεύτηκε. Με το ένα χέρι ακόμη απασχολημένο, άπλωσε το άλλο για να τραβήξει την κουρτίνα και να κλείσει τη μπαλκονόπορτα. Πριν όμως την κλείσει εντελώς, γύρισε και έριξε μια τελευταία, σχεδόν μηχανική ματιά γύρω του.
Το βλέμμα του πλανήθηκε στο διπλανό μπαλκόνι. Ανάμεσα από τα κάγκελα με τα νυχτολούλουδα διέκρινε αμυδρά τη σιλουέτα της Εριφύλης, αραγμένη στη μεγάλη πολυθρόνα της. Στην αρχή δεν κατάλαβε τι ακριβώς συνέβαινε. Ήταν ακόμη βυθισμένος στις δικές του ερωτικές σκέψεις, με το μυαλό του στην Αλεξάνδρα. Κάνοντας, σχεδόν ασυναίσθητα, ένα πλάγιο βήμα, κρύφτηκε περισσότερο πίσω από την ανοιχτή μπαλκονόπορτα, μην τυχόν και γίνει αντιληπτός από τη γειτόνισσά του.
Ύστερα όμως κατάλαβε. Η Εριφύλη δεν καθόταν απλώς χαμένη στις σκέψεις της. Είχε παραδοθεί ολοκληρωτικά σε έναν δικό της, μυστικό κόσμο· έναν κόσμο όπου η φαντασία είχε αναλάβει να σβήσει για λίγο όλα τα υπόλοιπα.
Ο Μιλτιάδης έμεινε ακίνητος. Η έκπληξη ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό του. Δεν περίμενε ποτέ να δει κάτι τέτοιο από τη σοβαρή, συγκρατημένη γειτόνισσά του. Για λίγες στιγμές παρακολουθούσε σχεδόν υπνωτισμένος, γνωρίζοντας ταυτόχρονα πως αυτό που έβλεπε δεν ήταν προορισμένο για τα μάτια κανενός άλλου.
«Μμμ… απίστευτο αυτό που μου συμβαίνει!» ψιθύρισε η Εριφύλη, περισσότερο στον εαυτό της παρά σε κάποιον άλλον.
Η φράση έφτασε αμυδρά ως εκείνον. Και τότε συνέβη κάτι ακόμη πιο παράξενο. Η εικόνα της γυναίκας που έβλεπε εξαφάνισε από τη σκέψη του την Αλεξάνδρα.
Για πρώτη φορά, η όμορφη γειτόνισσά του απέκτησε μέσα στο μυαλό του μια εντελώς διαφορετική υπόσταση. Όχι πια απλώς τη γνωστή γυναίκα της διπλανής αυλής, αλλά μια παρουσία ξαφνικά μυστηριώδη και απρόσμενα ελκυστική.
Ο Μιλτιάδης ένιωσε να τον καταλαμβάνει ένα μείγμα έκπληξης, αιφνιδιασμού και έντονης έλξης. Δεν μπορούσε εύκολα να πάρει τα μάτια του από πάνω της.
«Ω, Θεέ μου… Η κυρία…» Η φράση έμεινε μισή.
Η σκηνή του είχε κόψει την ανάσα.
Για μια μικρή, επικίνδυνη στιγμή, άφησε τη φαντασία του να κάνει ένα βήμα παραπέρα. Την είδε νοερά κοντά του, μέσα στην αγκαλιά του, να λυγίζει πάνω του, τα πρόσωπά τους να πλησιάζουν, τα χείλη τους να συναντιούνται. Μια εικόνα τόσο ζωντανή, ώστε σχεδόν τρόμαξε ο ίδιος από την ταχύτητα με την οποία γεννήθηκε. Συνήλθε απότομα και έριξε μια αγωνιώδη ματιά στον μικρό ιδιωτικό δρόμο που χώριζε τις δύο κατοικίες. Μήπως περνούσε κάποιος; Μήπως υπήρχε κανένας απρόσμενος περιπατητής;
Τίποτα. Το μονοπάτι ήταν έρημο. Μόνο ο αέρας έπαιζε με τα φύλλα των δέντρων. Στον χώρο δέσποζαν η τεράστια καναδική τούγια της αυλής της Αλεξάνδρας, που έφτανε σχεδόν ως τον ουρανό, και η μεγάλη ελιά της Εριφύλης. Πίσω τους, οι φράχτες με τα αειθαλή φυτά σχημάτιζαν έναν καταπράσινο, φυσικό λαβύρινθο, απομονώνοντας τις δύο αυλές από τον υπόλοιπο κόσμο.
Καμία ανθρώπινη παρουσία. Ο Μιλτιάδης ξεφύσησε σχεδόν ανακουφισμένος. Μόνο εκείνος και η γειτόνισσά του. Και, ψηλά στα ηλεκτροφόρα σύρματα της ΔΕΗ, δύο ασημόχρωμες δεκαοχτούρες στέκονταν ακίνητες, σαν δύο παράξενοι και αδιάφοροι μάρτυρες μιας στιγμής που δεν έπρεπε να έχει μάρτυρες.
«Ουπς…» Άνοιξε το στόμα του σαν να ήθελε να πει κάτι, όμως καμία λέξη δεν βγήκε. Έμεινε βουβός πίσω από την μπαλκονόπορτα, κοιτάζοντας την Εριφύλη με ένα βλέμμα όπου η έκπληξη είχε ήδη αρχίσει να παραχωρεί τη θέση της σε κάτι πιο επικίνδυνο. Κάτι που ούτε ο ίδιος ήθελε ακόμη να ονομάσει. Η γυναίκα τού φαινόταν μαγική, σχεδόν μεθυστική. Κι όμως, μέσα στην αδιάφορη στάση της απέναντί του, ο Μιλτιάδης ένιωθε κάτι που έμοιαζε με ταπείνωση. Εκείνη λουζόταν στο πρωινό φως, όμορφη, ατάραχη, απρόσιτη· κι εκείνος στεκόταν στη γωνιά της μπαλκονόπορτας, ένας αθέατος θεατής μιας στιγμής που δεν του ανήκε.
Η επιθυμία τον είχε κατακλύσει. Ήταν έντονη, σχεδόν επώδυνη, και μαζί της ερχόταν κι εκείνη η παράξενη αίσθηση ενοχής που κάνει μια απαγορευμένη σκέψη ακόμη πιο επίμονη. Το βλέμμα του παρέμενε καρφωμένο πάνω της. Δεν μπορούσε να απομακρυνθεί.
Κάποια στιγμή, αντί να κρυφτεί περισσότερο, στάθηκε λίγο πιο φανερά πίσω από την μπαλκονόπορτα. Η συμπεριφορά του είχε ήδη ξεπεράσει τα όρια ενός τυχαίου βλέμματος. Είχε γίνει συνειδητή παρακολούθηση. «Να και κάποιος άλλος που δεν μπορεί να κρύψει τις ανεπιθύμητες φουσκοθαλασσιές του…» μουρμούρισε ειρωνικά στον εαυτό του.
Και συνέχισε, σαν να έκανε έναν ιδιότυπο μονόλογο: «Λογικό, θα μου πείτε. Η γυναίκα έχει τους λόγους της. Ο Νικηφόρος λείπει τόσο καιρό στα ταξίδια του… κι αυτή βρίσκεται στην πιο δυνατή εποχή της ζωής της. Τι περιμένετε;»
Η συνοικιακή του λογική έβρισκε εύκολα εξηγήσεις για όλα. Ήταν, όμως, φανερό πως πίσω από τις δήθεν ψύχραιμες παρατηρήσεις του κρυβόταν κάτι πολύ πιο προσωπικό. Η Εριφύλη ήταν μια όμορφη, νέα γυναίκα, και το γεγονός ότι δεν είχε ακουστεί ποτέ τίποτε εις βάρος της στον περίγυρό τους τού φαινόταν σχεδόν παράξενο. Ιδίως για μια γυναίκα ναυτικού, που περνούσε μεγάλα διαστήματα μόνη.
Ύστερα σκέφτηκε πως ίσως αυτό ακριβώς ήταν το τίμημα που πλήρωναν πολλές γυναίκες των ναυτικών: να ζουν τη μοναξιά τους αθόρυβα, κάτω από το άγρυπνο βλέμμα μιας κοινωνίας που συχνά ήταν πολύ αυστηρότερη μαζί τους απ’ ό,τι με τους άντρες.
«Η γειτόνισσα θα με τρελάνει…» ψιθύρισε. Θυμήθηκε τότε κάτι που του είχε πει η Ναταλία την προηγούμενη μέρα: θα έφευγαν όλοι για τη Σαλαμίνα και η Εριφύλη θα πίστευε πως η γειτονιά είχε αδειάσει. Ίσως γι’ αυτό να ήταν τόσο απρόσεκτη. Οι σκέψεις του γύρισαν ακόμη πιο πίσω, στα παιδικά τους χρόνια. Την έβλεπε ξανά σαν μικρό κορίτσι, να τρέχει μαζί με τα άλλα παιδιά της γειτονιάς. Ήταν ζωηρή, ευέξαπτη, αγοροκόριτσο σχεδόν, και δεν του χαριζόταν ποτέ στα παιχνίδια τους. Εκείνος, λίγο μεγαλύτερος, είχε αρχίσει νωρίς να ενδιαφέρεται για τα κορίτσια και συχνά την πείραζε, προσπαθώντας να της κλέψει ένα φιλί. Εκείνη όμως του ξέφευγε πάντα. Ίσως γι’ αυτό να είχε μείνει μέσα του, από τότε, ένα μικρό απωθημένο. Δεν την είχε ενοχλήσει ποτέ πραγματικά. Τη σεβόταν, σεβόταν την οικογένειά της και τους γονείς της. Εκείνο το παλιό παιδικό παιχνίδι είχε μείνει απλώς σαν μια ανάμνηση που, τόσα χρόνια αργότερα, επέστρεφε ξαφνικά με εντελώς διαφορετικό νόημα.
Τώρα, όμως, την έβλεπε ως γυναίκα. Και αυτό τον συγκλόνιζε. Το βλέμμα του έμενε καρφωμένο επάνω της, ενώ η φαντασία του είχε πια πάρει τον δικό της δρόμο. Για λίγες στιγμές ξεχάστηκε εντελώς. Δεν υπήρχε πια η Αλεξάνδρα, ούτε η Ναταλία, ούτε η γειτονιά.Υπήρχε μόνο η Εριφύλη.
Η εικόνα της, λουσμένη στο φως, είχε γίνει για εκείνον μια απρόσμενη αποκάλυψη. Ένιωθε το σώμα του να αντιδρά στην ένταση της στιγμής και την ανάσα του να βαραίνει.
«Θα με τρελάνεις σήμερα…» ψιθύρισε. Σταμάτησε για λίγο, σαν να φοβήθηκε ακόμη και τη δική του φωνή. Ύστερα χαμογέλασε αμήχανα. «Τι γυναίκα είσαι εσύ, μωρό μου…»
Ήταν πια φανερό πως η φαντασία του είχε ξεφύγει από κάθε έλεγχο. Δεν έβλεπε πλέον απλώς τη γειτόνισσά του. Έβλεπε τη γυναίκα που, χωρίς να το γνωρίζει, είχε ξυπνήσει μέσα του μια παλιά και ξεχασμένη επιθυμία.
Κι εκεί, πίσω από την μπαλκονόπορτα, ο Μιλτιάδης κατάλαβε κάτι που τον τάραξε περισσότερο απ’ όλα: η Εριφύλη δεν ήταν πια για εκείνον απλώς η όμορφη γειτόνισσα. Είχε γίνει η νέα μορφή του πόθου του.
...Η Εριφύλη είδε τον Μιλτιάδη να παραμερίζει προσεκτικά την κουρτίνα και να κάνει ένα πλάγιο βήμα, ώστε να μένει όσο μπορούσε αθέατος από τον δρόμο, έχοντας όμως καθαρότερη οπτική προς το μπαλκόνι της. Στην αρχή πίστεψε πως προσπαθούσε να κρυφτεί. Ύστερα κατάλαβε πως όχι.
Ο Μιλτιάδης είχε στραφεί προς το μέρος της και η στάση του δεν άφηνε πια περιθώριο για παρερμηνείες. Την προκαλούσε ανοιχτά, χωρίς καν να προσπαθεί να κρύψει τη διέγερσή του.
Η Εριφύλη πάγωσε. «Με είδε…» σκέφτηκε. Και σχεδόν αμέσως, μια δεύτερη σκέψη ήρθε σαν ψίθυρος: «Κι όμως, κάνει σαν να μην έχει συμβεί τίποτα. Απίστευτο…»
Ο Μιλτιάδης, από την πλευρά του, ένιωθε πως είχε περάσει πλέον ένα αόρατο όριο. Δεν ήταν πια ο κρυφός παρατηρητής πίσω από τη μπαλκονόπορτα. Ήταν ένας άντρας που ήθελε να γίνει αντιληπτός.
Και η Εριφύλη το είχε αντιληφθεί. Η αρχική της έκπληξη μετατράπηκε σε αμηχανία. Έμεινε για λίγες στιγμές ακίνητη, προσπαθώντας να καταλάβει τι ακριβώς συνέβαινε. Δεν είχε φανταστεί ποτέ ότι ο Μιλτιάδης θα τολμούσε να φτάσει τόσο μακριά.
«Αχ, μα τι κάνει ο Μιλτιάδης;» σκέφτηκε. Η καρδιά της χτυπούσε γρήγορα. Κι όμως, αντί να απομακρυνθεί αμέσως, έμεινε εκεί.
Ένα παράξενο παιχνίδι είχε αρχίσει χωρίς να το αποφασίσει κανείς από τους δύο. Εκείνος παρακολουθούσε. Εκείνη γνώριζε πλέον ότι παρακολουθείται. Και κανείς δεν έκανε την κίνηση που θα σταματούσε τη σκηνή. Η Εριφύλη αισθάνθηκε την ανάγκη να ξαναβρεί τον έλεγχο. Σηκώθηκε αργά από την πολυθρόνα. Έβγαλε την πετσέτα από τα μαλλιά της και τα τίναξε απαλά. Οι καστανοκόκκινες μπούκλες έπεσαν στους ώμους της. Με μια φυσική, σχεδόν αδιάφορη κίνηση, τακτοποίησε τα μαλλιά της και αποκάλυψε τον λαιμό της.
«Δεν υπάρχει λόγος να νιώθω ενοχές», είπε μέσα της. «Δεν έχω κάνει τίποτα.» Ήταν περισσότερο μια προσπάθεια να πείσει τον εαυτό της παρά μια πραγματική πεποίθηση. Έσκυψε και πήρε την κούπα του καφέ από το τραπεζάκι. Το μπουρνούζι άνοιξε λίγο περισσότερο καθώς κινήθηκε, χωρίς εκείνη να σπεύσει να το διορθώσει.
Στάθηκε ξανά όρθια. Ήπιε μια μικρή γουλιά. Άφησε για μια στιγμή τα μάτια της να κλείσουν. Και τότε κατάλαβε πως η παρουσία του Μιλτιάδη είχε αλλάξει ολόκληρη την ατμόσφαιρα.
Δεν ήταν πια μόνη. Κι εκείνο που την αναστάτωνε περισσότερο ήταν πως, αντί να αισθάνεται μόνο φόβο ή ντροπή, ένιωθε μέσα της μια επικίνδυνη περιέργεια. «Μη γυρίσεις να τον κοιτάξεις», είπε αυστηρά στον εαυτό της.
Και αμέσως μετά. «Μη γυρίσεις.» Το είπε ξανά. Όμως η σκέψη είχε ήδη προλάβει να σχηματιστεί.
Ήξερε πολύ καλά τι σήμαινε εκείνο το βλέμμα του. Ήξερε πως ένας άντρας δεν κοιτάζει έτσι χωρίς να επιθυμεί. Και, όσο κι αν προσπαθούσε να το αρνηθεί, η γνώση αυτή την αναστάτωνε.
Δεν ήθελε να του δώσει περισσότερα. Αλλά ούτε ήθελε να φύγει αμέσως. Αυτό ήταν το επικίνδυνο.
Τελικά αποφάσισε να τελειώσει το παιχνίδι χωρίς να του προσφέρει την ικανοποίηση ενός τελευταίου βλέμματος. Γύρισε την πλάτη και πήρε τον δρόμο προς την είσοδο του σπιτιού. Περπάτησε αργά, με φυσικό βηματισμό, χωρίς να επιταχύνει. Τα μαλλιά της έπεφταν στην πλάτη και η σιλουέτα της απομακρυνόταν μέσα στο πρωινό φως. Μόνο όταν έφτασε κοντά στην πόρτα ένιωσε πόσο δυνατά χτυπούσε η καρδιά της.
Δεν γύρισε. Ούτε μία φορά. Η φιγούρα της χάθηκε σταδιακά στο εσωτερικό της κουζίνας και, ύστερα, στο βάθος του σπιτιού.
Ο Μιλτιάδης έμεινε μόνος πίσω από την μπαλκονόπορτα. Για λίγα δευτερόλεπτα δεν κουνήθηκε. Το πρόσωπό του είχε μια έκφραση ανάμεσα στην έκπληξη και την αμηχανία. «Τι ήταν αυτό τώρα;» ψιθύρισε.
Κι εκείνη, έχοντας ήδη φτάσει στον διάδρομο προς την κρεβατοκάμαρα, έβαλε το χέρι στο στήθος της.
Η ανάσα της ήταν γρήγορη. Δεν ήξερε ακόμη αν είχε μόλις κλείσει μια πόρτα ή αν, χωρίς να το καταλάβει, είχε ανοίξει μια άλλη.
Ο Μιλτιάδης ήθελε να της φωνάξει. Να τη σταματήσει. Να της πει κάτι που θα την έκανε να αλλάξει γνώμη, να μείνει λίγο ακόμη. Να μην αποδράσει τόσο βιαστικά από το μπαλκόνι και από εκείνη την παράξενη, απρόσμενη στιγμή που είχε μόλις δημιουργηθεί ανάμεσά τους.
Δεν είπε τίποτα. Έμεινε ακίνητος, βουβός, κοιτάζοντάς την καθώς απομακρυνόταν και χανόταν σιγά-σιγά στο εσωτερικό του σπιτιού. Έμεινε μόνος, με ένα παράξενο μείγμα απορίας, αμηχανίας και απογοήτευσης στο πρόσωπό του. Μόλις πριν από λίγο η παρουσία της είχε γεμίσει ολόκληρο το οπτικό του πεδίο· τώρα είχε απομείνει μόνο η άδεια πολυθρόνα και η πρωινή σιωπή.
«Καλύτερα έτσι…» σκέφτηκε ύστερα από λίγο. Και ίσως πράγματι να ήταν καλύτερα.
Οι δύο οικογένειες είχαν τόσα χρόνια ειρηνικές και φιλικές σχέσεις γειτονίας. Ένα παραπάνω βλέμμα, μια παρεξήγηση ή μια απερίσκεπτη κίνηση θα μπορούσε να δημιουργήσει ένα ρήγμα που κανείς τους δεν θα ήξερε πώς να κλείσει.
Κι όμως…
Η εικόνα της δεν έφευγε από το μυαλό του. Τα πλούσια καστανόκοκκινα μαλλιά της, η όμορφη κορμοστασιά της, το πρόσωπό της, εκείνο το στόμα που η φαντασία του είχε ήδη ντύσει με χίλιες απαγορευμένες ιστορίες. Αναψοκοκκίνισε μόνο που τη φαντάστηκε δίπλα του. Για μια στιγμή, η σκέψη του ταξίδεψε σε έναν ολόκληρο κόσμο ερωτικής φαντασίας, σε παιχνίδια και αγκαλιές που δεν είχαν συμβεί ποτέ και ίσως δεν θα συνέβαιναν ποτέ. «Τι μου κάνεις, γειτόνισσα…» ψιθύρισε.
Έμεινε για λίγο ακίνητος, προσπαθώντας να συνέλθει από την ένταση της στιγμής. Η επιθυμία όμως δεν είχε εξαφανιστεί μαζί με την Εριφύλη. Είχε μείνει μέσα του, σαν υπόλοιπο μιας φωτιάς που δεν είχε προλάβει να σβήσει. Ύστερα πήρε μια βαθιά ανάσα. Έριξε μια τελευταία ματιά προς την άδεια πολυθρόνα της. Τώρα υπήρχε μόνο το φως του πρωινού, τα φύλλα που κινούνταν απαλά στον αέρα και, ψηλά, οι δύο δεκαοχτούρες στα σύρματα.
Ο Μιλτιάδης χαμογέλασε αμήχανα. «Τι πρωινό κι αυτό…»
Σιγά-σιγά τακτοποίησε τα ρούχα του, έκλεισε τη μπαλκονόπορτα και τράβηξε την κουρτίνα. Όμως, καθώς απομακρυνόταν από το παράθυρο, ήξερε ήδη πως η εικόνα της Εριφύλης θα τον ακολουθούσε για πολλές ώρες ακόμη.
Η Εριφύλη ξαναγύρισε στην κρεβατοκάμαρά της. Ήταν ο δικός της χώρος. Τον ένιωθε τόσο φιλόξενο και ταυτόχρονα τόσο απροσπέλαστο, ώστε συχνά λειτουργούσε μέσα της σαν ασπίδα προστασίας, σαν καταφύγιο ασφάλειας κάθε φορά που το είχε ανάγκη. Για μια στιγμή είχε χάσει την ψυχραιμία της. Μια ξαφνική ανατριχίλα διέτρεξε την επιδερμίδα της. Τίναξε ελαφρά το κεφάλι της, σε μια μάλλον μάταιη προσπάθεια να διώξει τις σκέψεις που είχαν αρχίσει να την πολιορκούν. Προσπάθησε να συγκεντρωθεί στη φύση που αντίκριζε πίσω από τη μεγάλη μπαλκονόπορτα.
Ο ήλιος ξεκινούσε τη μακριά πορεία του στον ουρανό, μέσα σε μια λιγοστή, σχεδόν ανεπαίσθητη ομίχλη. Ένα απαλό φύσημα του ανέμου περνούσε μέσα από τα φύλλα των δέντρων και το θρόισμά τους έμοιαζε να ψιθυρίζει τις σκέψεις της, εκείνες ακριβώς που η ίδια δεν ήθελε να ακούσει.
Ή μήπως ήθελε; Σπάνια κάπνιζε. Εκείνη τη στιγμή, όμως, ένιωσε έντονη την ανάγκη για ένα τσιγάρο. Ίσως για να βάλει μια μικρή απόσταση ανάμεσα στον εαυτό της και σε όσα είχαν συμβεί.
Άναψε το τσιγάρο και τράβηξε μια αργή ρουφηξιά. Το βλέμμα του Μιλτιάδη επέστρεψε στη μνήμη της.
Εκείνο το επίμονο, αχόρταγο βλέμμα. Δεν ένιωθε ντροπή όσο θα περίμενε. Περισσότερο την είχε ξαφνιάσει η δική της αντίδραση. Το γεγονός ότι είχε παραμείνει εκεί. Ότι δεν είχε φύγει αμέσως. Ότι, έστω και για λίγες στιγμές, είχε αφήσει το παιχνίδι των βλεμμάτων να συνεχιστεί.
«Τελικά… οι άνθρωποι συνηθίζουν τους δαίμονές τους», σκέφτηκε με μια πικρή, σχεδόν ειρωνική διάθεση.
Η παρουσία του Μιλτιάδη είχε προσθέσει κι άλλη ένταση σε όσα ήδη συνέβαιναν μέσα της. Η επιθυμία που είχε ξυπνήσει ο Αδάμας δεν είχε σβήσει. Αντίθετα, έμοιαζε τώρα να έχει βρει έναν δεύτερο δρόμο για να επιστρέψει. Ανδρικές φιγούρες, βλέμματα, φαντασιώσεις, απαγορευμένες σκέψεις. Το μυαλό της αντιδρούσε με εκπληκτική ταχύτητα σε κάθε ερωτικά φορτισμένη εικόνα και το σώμα της ακολουθούσε.
«Τι μου συμβαίνει σήμερα;» αναρωτήθηκε. Άφησε το τσιγάρο στο τασάκι και ακούμπησε την πλάτη της στα μαξιλάρια. Έμεινε για λίγο ακίνητη. Η ένταση της προηγούμενης στιγμής δεν είχε φύγει. Είχε μεταμορφωθεί σε μια βαθιά, επίμονη ανάγκη να μείνει μόνη με τον εαυτό της, να αφήσει το σώμα και τη σκέψη της να βρουν ξανά τον δικό τους ρυθμό. Έκλεισε τα μάτια. Άφησε τα χέρια της να κινηθούν απαλά πάνω στο σώμα της, χωρίς βιασύνη, σαν να προσπαθούσε περισσότερο να ξαναβρεί την ισορροπία της παρά να κυνηγήσει μια κορύφωση.
Οι σκέψεις της όμως δεν την άφηναν. Ο Αδάμας. Ο Μιλτιάδης. Ο Νικηφόρος. Τρεις άντρες, τρεις διαφορετικές παρουσίες, τρεις διαφορετικοί κόσμοι που είχαν αρχίσει να συναντιούνται μέσα στο μυαλό της.
Και στη μέση όλων αυτών, εκείνη. Η Εριφύλη.
Γυναίκα, σύζυγος, μητέρα, αλλά και μια γυναίκα που ξαφνικά ανακάλυπτε πόσο ζωντανή παρέμενε η επιθυμία της.
Έγειρε πίσω στα μαξιλάρια και άφησε μια βαθιά ανάσα. Το σώμα της ήταν κουρασμένο, μα η σκέψη της εξακολουθούσε να τρέχει. Και το πιο παράξενο απ’ όλα ήταν πως, για πρώτη φορά, δεν φοβόταν τόσο πολύ την επιθυμία της. Φοβόταν περισσότερο το πού θα μπορούσε να την οδηγήσει.
..........Έμεινε ακίνητη, με τα μάτια ανοιχτά. Τέντωσε τ' αυτιά της, περιμένοντας ν' ακούσει τις φωνές από τα τρυφερά βλαστάρια της, που έπαιζαν κάτω στη μεγάλη αυλή. Επικρατούσε τόση ησυχία, που μπορούσε να ακούσει ακόμη και τον θόρυβο από τα αυτοκίνητα που διέσχιζαν, στο βάθος της συνοικίας, την κεντρική λεωφόρο.
Τις προηγούμενες ημέρες είχε υποσχεθεί στα παιδιά μια εκδρομή στο Αττικό Πάρκο. Συνήθιζε να επιβραβεύει τους λατρεμένους της μπόμπιρες για την καλή τους συμπεριφορά. Πίστευε πως η επιβράβευση ήταν πολύ αποτελεσματικότερη από τη συνεχή διόρθωση της κακής συμπεριφοράς και πως, έτσι, τα παιδιά μάθαιναν σταδιακά να επιλέγουν μόνα τους το σωστό.
Το Αττικό Πάρκο ήταν ιδανικός προορισμός για μια τέτοια μέρα: καθαρός αέρας, πράσινο, ζώα, εικόνες διαφορετικές από τη συνηθισμένη καθημερινότητα. Τα μικρά της θα διασκέδαζαν κι εκείνη θα είχε την ευκαιρία να ξεφύγει για λίγο από τον εαυτό της, να αποφορτίσει το μυαλό της από τις σκέψεις που την είχαν αναστατώσει.
Ντύθηκε απλά, αλλά προσεγμένα. Φόρεσε ένα ψηλόμεσο τζιν που αγκάλιαζε κομψά τη σιλουέτα της, ένα navy μπλε πουκάμισο και τα λευκά της sneakers. Έριξε μια τελευταία ματιά στον καθρέφτη και έμεινε ικανοποιημένη από την εικόνα της. Πριν βγει, στάθηκε για λίγο στο μπαλκόνι για να δει αν τα παιδιά είχαν ξυπνήσει και βρίσκονταν ήδη στην αυλή. Ο πρώτος άνθρωπος που αντίκρισε ήταν ο απέναντι γείτονάς της. Ο Μιλτιάδης βημάτιζε νευρικά στη βεράντα του. Η Εριφύλη, με απόλυτη ψυχραιμία, του απηύθυνε τον λόγο σαν να ήταν μια εντελώς συνηθισμένη πρωινή συνάντηση.
«Καλημέρα, γείτονα.»
Ο Μιλτιάδης γύρισε. «Καλημέρα, γειτόνισσα.»
Για μια στιγμή την κοίταξε επίμονα. Παρότι δεν ήταν η πρώτη φορά που την έβλεπε, εκείνο το πρωινό τού φάνηκε διαφορετική. Είχε κάτι απροσδιόριστο, μια αδιόρατη γοητεία που την έκανε ξεχωριστή.
«Πώς κι είσαι εδώ σήμερα; Η Ναταλία μου είπε ότι θα ταξιδεύατε οικογενειακώς στη Σαλαμίνα για το Σαββατοκύριακο.»
«Ναι, αυτό ήταν το πρόγραμμα. Όμως, απρόοπτα, είχα ένα μικρό ατύχημα με το πόδι μου. Τίποτα σοβαρό, ευτυχώς, αλλά προτίμησα να μείνω για να μην το καταπονήσω.»
«Περαστικά σου.»
«Να ’σαι καλά. Ελπίζω να περάσουν όμορφα και χωρίς εμένα.»
«Αν χρειαστείς κάποια βοήθεια, μη διστάσεις να μου το ζητήσεις.»
Ο Μιλτιάδης χαμογέλασε. «Ευχαριστώ. Βρε Εριφύλη… μήπως σου βρίσκεται κανένα τσιγάρο; Ξέρεις τον πόνο να θέλεις ένα ρημάδι τσιγάρο και να μην έχεις;» Το είπε με εκείνη την παραπονιάρικη φωνή του ανθρώπου που είχε κάνει το «τράκα» επιστήμη. Ο Μιλτιάδης ήταν συστηματικός τρακαδόρος. Σπάνια αγόραζε δικό του πακέτο, επειδή επέμενε πως «δεν καπνίζει». Άντε να κάπνιζε καμιά φορά — κι εκεί άρχιζε το γνωστό.
«Να σου πάρω, μωρέ, ένα τσιγάρο;»
Ένα από τον έναν φίλο, ένα από τον άλλον. Στο τέλος της ημέρας είχε καπνίσει μισό πακέτο χωρίς να έχει αγοράσει ούτε ένα τσιγάρο.
«Ναι, βρε Μιλτιάδη! Τι ρωτάς; Περίμενε ένα λεπτό. Μόνο μην μας πάρει χαμπάρι η ΕΣΑ.» Με την «ΕΣΑ» εννοούσε τον πατέρα της.
Η Εριφύλη κάπνιζε πότε-πότε κρυφά, χωρίς να το γνωρίζει εκείνος. Τον λάτρευε και δεν ήθελε να τον στενοχωρεί με αυτή τη μικρή της ατασθαλία. Κάθε τσιγάρο συνοδευόταν έτσι από μια μικρή δόση ενοχής, σαν να παραβίαζε έναν άγραφο οικογενειακό κανόνα.
Κατέβηκε στο πλατύσκαλο για να του δώσει το τσιγάρο. Ο Μιλτιάδης την περίμενε.
Η Εριφύλη είχε εκείνο το πρωινό μια φυσική κομψότητα που δεν χρειαζόταν προσπάθεια. Το τζιν, το μπλε πουκάμισο και τα λευκά sneakers δημιουργούσαν μια απλή, καθημερινή εμφάνιση, μα πάνω της έδειχναν ιδιαίτερα θηλυκά. Καθώς έσκυψε πάνω από τον μαντρότοιχο για να του δώσει το τσιγάρο, το μισοκουμπωμένο πουκάμισο άνοιξε ανεπαίσθητα.
Ο Μιλτιάδης αιφνιδιάστηκε. Το βλέμμα του στάθηκε για μια στιγμή περισσότερο απ’ όσο θα έπρεπε.
Έσπευσε να το απομακρύνει, όμως ήταν αργά. Είχε γίνει αντιληπτός.
Τράβηξε μια βαθιά τζούρα από το τσιγάρο και προσπάθησε να καλύψει την αμηχανία του με χιούμορ.
«Μμμ…» Έκανε πως κοιτούσε τον ουρανό. «Καλός ο καιρός… και με θαυμάσια ορατότητα.» Το πονηρό χαμόγελο τον πρόδωσε.
Η Εριφύλη κατάλαβε αμέσως πού είχε περιπλανηθεί το βλέμμα του. Χωρίς να χάσει την ψυχραιμία της, ανασήκωσε διακριτικά το πουκάμισό της και τον κοίταξε με ένα βλέμμα που ισορροπούσε ανάμεσα στην ειρωνεία και την ανοχή.
Ο Μιλτιάδης χαμογέλασε αμήχανα και τράβηξε άλλη μία τζούρα. «Ναι, όντως… θαυμάσια μέρα και θαυμάσια ορατότητα», είπε.
Η Εριφύλη σήκωσε ελαφρά το φρύδι. «Μόνο που, γείτονα, όταν τα μάτια δουλεύουν υπερωρίες, οι υπόλοιπες αισθήσεις συνήθως… τεμπελιάζουν.» Το είπε με παιχνιδιάρικο, αυτάρεσκο χαμόγελο.
Ο Μιλτιάδης έμεινε για μια στιγμή σιωπηλός.Και η Εριφύλη, χωρίς να προσθέσει τίποτα άλλο, γύρισε να φύγει. Πίσω από το χαμόγελό της, όμως, γνώριζε πολύ καλά πως η πρωινή τους κουβέντα δεν ήταν τόσο αθώα όσο θα ήθελαν και οι δύο να φαίνεται.
Ταυτόχρονα, ξεχύθηκαν στην αυλή και οι μικροί μπόμπιρες, με τον παππού να τους ακολουθεί χαμογελαστός.
«Καλημέρα, πατέρα. Λίγο καταβεβλημένο σε βλέπω σήμερα.»
«Καλημέρα, κόρη μου. Μια χαρά είμαι. Εσύ τι κάνεις;»
«Πίνω τον καφέ μου. Να σου φτιάξω έναν, να τον πιούμε παρέα;»
«Ναι, κορούλα μου. Σαν τον καφέ από τα χεράκια σου δεν έχει.»
Η Εριφύλη χαμογέλασε. «Εσύ είσαι μεγάλη μαλαγάνα, παππού. Η μητέρα πού είναι;»
«Έχει πάει στον χασάπη να ψωνίσει. Το μεσημέρι θα έρθει ο αδελφός σου και ετοιμάζει τραπέζι.»
«Και πώς του ήρθε ξαφνικά του αδελφούλη;»
«Δεν ξέρω. Θα μας πει όταν έρθει.»
Πίνοντας τον καφέ τους, ο πατέρας της την κοίταξε με απορία. «Για πού το βάλαμε και στολιστήκαμε πρωί-πρωί, αν επιτρέπεται;»
«Έχω υποσχεθεί στα παιδιά πως θα πάμε μια βόλτα στο Αττικό Πάρκο.» «Τώρα που έρχεται ο θείος τους; Δεν το αναβάλλετε για άλλη μέρα;»
Η Εριφύλη χαμογέλασε. «Εύκολο το λες. Για πες το εσύ στα παιδιά.»
«Εσύ θα τα καταφέρεις. Έχεις τον τρόπο σου μαζί τους.»
«Ναι... Θα τους πω να κάνουμε ψηφοφορία. Εγώ πάντως θα ψηφίσω λευκό.»
Ο πατέρας της γέλασε. «Ντροπή σου! Είναι σαν να μου λες. Πατέρα, σε κλέβω.»
«Ωραία, λοιπόν. Δεν πάμε. Αναλαμβάνεις εσύ τις διαπραγματεύσεις.»
«Ούτε να το σκέφτεσαι! Εγώ είπα μόνο τη γνώμη μου.»
«Τα παιδιά ακούν πάντα ό,τι λέει ο σοφός παππούς.»
«Τελικά, εσύ είσαι η μαλαγάνα. Λοιπόν, τα παιδιά έχουν ήδη φάει το πρωινό τους. Θα τα πάω μια βόλτα στην πάνω γειτονιά, στον Στράτο, να δουν τα άλογα. Όπου να ’ναι θα έρθει και η μητέρα σου με την ξαδέλφη σου, την Άλκηστη. Πήγαν μαζί για τα ψώνια.»
Η Εριφύλη έκανε πως δυσανασχέτησε. «Εσύ θα πας βόλτα με τα παιδιά κι εμένα πού μ’ αφήνεις; Μοναχή, σαν την καλαμιά στον κάμπο, μέρα που είναι;»
Ο πατέρας της γέλασε. «Να τη! Η κόρη το έριξε και στην ποίηση. Έχασα κανένα επεισόδιο; Μετά τη ζωγραφική, σειρά είχε η ποίηση;»
Έπειτα την πλησίασε χαμογελώντας. «Μη μου θυμώνεις. Σε λίγο θα είναι εδώ η μάνα σου με την Άλκηστη και θα έχετε παρέα. Κι έπειτα δεν θ’ αργήσουμε. Θα γυρίσω νωρίς για να πάμε όλοι μαζί στο αεροδρόμιο. Άλλωστε, εσύ θα μας πας με το αυτοκίνητο.»
«Ναι, μαμά! Εσύ θα μας πας!» συμφώνησαν με μια φωνή οι μικροί μπόμπιρες.
Η Εριφύλη χαμογέλασε και άνοιξε τα χέρια της προς το μέρος τους. «Μικρά μου, τρυφερά διαβολάκια! Πάλι με τον παππού και τη γιαγιά θα είστε όλο το βράδυ. Τη μαμά την ξεχάσατε, ε;»
Τα παιδιά ξέσπασαν στα γέλια.
«Να γυρίσετε όμως γρήγορα. Μας περιμένει ο μπαμπάς να μιλήσουμε στο τηλέφωνο. Και το λέω και στον παππού τον ξεχασιάρη, γιατί άμα αφεθεί, θα σας κρατήσει μέχρι να νυχτώσει.»
Ο παππούς σήκωσε τα χέρια του με προσποιημένη αγανάκτηση. «Εγώ; Ποτέ!»
Η Εριφύλη είχε καλλιεργήσει βαθιά μέσα στους μικρούς γιους της την ανάγκη να διατηρούν στενή και ουσιαστική επαφή με τον πατέρα τους. Με ακούραστη υπομονή, αληθινό ενδιαφέρον και πολλή αγάπη, φρόντιζε να ενισχύει αυτόν τον δεσμό, επιδιώκοντας η επικοινωνία τους να είναι όσο το δυνατόν συχνότερη, αλλά κυρίως ουσιαστική. Ήθελε τα παιδιά να νιώθουν καθημερινά την παρουσία του πατέρα τους στη ζωή τους, ακόμη κι όταν εκείνος βρισκόταν χιλιάδες μίλια μακριά, πάνω σε ένα πλοίο. Να γνωρίζουν πως η απόσταση δεν σήμαινε απουσία· πως ο πατέρας τους εξακολουθούσε να είναι εκεί, να ακούει, να ρωτά, να γελά μαζί τους, να χαίρεται με τις μικρές τους επιτυχίες και να συμμετέχει, όσο μπορούσε, στις καθημερινές τους περιπέτειες. Αυτό ήταν, κατά κάποιον τρόπο, το μυστικό της όμορφης σχέσης τους από απόσταση: η ειλικρίνεια και η επικοινωνία. Η Εριφύλη φρόντιζε ο Νικηφόρος, παρότι βρισκόταν μακριά, να παραμένει κομμάτι της καθημερινότητάς τους. Τον κρατούσε ενήμερο για τα μικρά και τα μεγάλα γεγονότα της οικογένειας, μοιραζόταν μαζί του τις χαρές, τις ανησυχίες, τα αστεία περιστατικά, ακόμη και εκείνες τις ασήμαντες λεπτομέρειες που, τελικά, είναι που δίνουν χρώμα στην κάθε μέρα. Δεν άφηνε την απόσταση να γίνει σιωπή ούτε τη σιωπή να γίνει λήθη.
Και κάπως έτσι, το όνομα του Νικηφόρου και της οικογένειάς του είχε γίνει σχεδόν θρύλος στα ασύρματα δίκτυα των πλοίων που διέσχιζαν τους ωκεανούς. Οι συνάδελφοί του χαμογελούσαν συχνά όταν τον άκουγαν να επικοινωνεί μαζί τους, γιατί οι συνομιλίες του δεν περιορίζονταν στα τυπικά και στα σύντομα νέα. Ήταν ζωντανές, γεμάτες τρυφερότητα, χιούμορ και αληθινό ενδιαφέρον.
Κάποιες φορές, μάλιστα, έμοιαζαν με μια ατέλειωτη ακουστική απόλαυση, μια μικρή γέφυρα από λέξεις, γέλια και φωνές, που ένωνε δύο κόσμους χωρισμένους από χιλιάδες ναυτικά μίλια. Και αυτή η γέφυρα, όσο μακριά κι αν ταξίδευε το πλοίο, δεν έπαυε ποτέ να υπάρχει.
Μόλις είχαν αναχωρήσει ο παππούς Θρασύβουλος με τα μικρά παιδιά, όταν έφτασαν η Αντιγόνη, η μητέρα της Εριφύλης, μαζί με την ανιψιά της, την εικοσάχρονη φοιτήτρια Άλκηστη. Η Αντιγόνη ήταν μια γυναίκα με έντονη προσωπικότητα και ξεχωριστή παρουσία. Ο Νικηφόρος την είχε συμπαθήσει και εκτιμήσει από την πρώτη κιόλας στιγμή που τη γνώρισε. Θαύμαζε την αυτοπεποίθηση, τον δυναμισμό και την ευθύτητα του χαρακτήρα της. Παράλληλα, δεν μπορούσε να μην αναγνωρίζει και τη γοητεία της. Στα σαράντα επτά της χρόνια εξέπεμπε μια αβίαστη κομψότητα, μια αύρα αυτοκυριαρχίας και μια σιγουριά που δύσκολα περνούσε απαρατήρητη. Ήταν από εκείνες τις γυναίκες που δεν χρειάζονται ιδιαίτερη προσπάθεια για να τραβήξουν τα βλέμματα· η παρουσία τους αρκεί.
Ο Νικηφόρος τη θυμόταν ακόμη από τον γάμο της κόρης της. Εκείνη τη μέρα η Αντιγόνη είχε κλέψει τις εντυπώσεις με την αρχοντική της χάρη και τη φυσική της άνεση. Αρκετές φορές είχε σηκωθεί πρώτη στον χορό και, με τον ρυθμό, το κέφι και την εκφραστικότητά της, είχε παρασύρει ολόκληρο το γλέντι. Οι καλεσμένοι την είχαν ανταμείψει με παρατεταμένα χειροκροτήματα, ενώ εκείνη συνέχιζε να χορεύει με το ίδιο αβίαστο χαμόγελο, σαν να μην έκανε τίποτε περισσότερο από το να χαίρεται τη στιγμή.
Ο Νικηφόρος είχε μείνει πραγματικά άφωνος. Από τη μια, θαύμαζε τις χορευτικές ικανότητες της Εριφύλης, που με το κέφι και την ενέργεια της είχε προκαλέσει καταιγισμό χειροκροτημάτων. Από την άλλη, δεν μπορούσε να μη θαυμάσει και την Αντιγόνη, που, με τη διακριτική γοητεία, την αυτοπεποίθηση και την ώριμη θηλυκότητα της, μαγνήτιζε τα βλέμματα χωρίς καμία επιτήδευση.
«Καλημέρα, μητέρα. Καλημέρα, ξαδέρφη.»
Η Αντιγόνη αντάλλαξε με την Εριφύλη τις καθιερωμένες καλημέρες και λίγες σύντομες κουβέντες για το πρόγραμμα της ημέρας. Η μία στεκόταν στην αυλή και η άλλη στο μπαλκόνι. Ύστερα η Αντιγόνη μπήκε στο σπίτι, κρατώντας τις σακούλες με τα ψώνια.
Η Άλκηστη σήκωσε το βλέμμα προς το μπαλκόνι. «Καλημέρα, ξαδέρφη! Να σε περιμένουμε να κατέβεις για καφέ;»
«Έχω μερικές εκκρεμότητες με την καθαριότητα και το συμμάζεμα του σπιτιού. Θα κατέβω λίγο αργότερα. Αν θέλεις, ανέβα να μου κάνεις παρέα. Και κάθε βοήθεια είναι ευπρόσδεκτη.»
Η Άλκηστη χαμογέλασε. «Έγινε! Έρχομαι αμέσως.»
Άφησε τις σακούλες με τα ψώνια στη θεία της και ανέβηκε στον επάνω όροφο, όπου έμενε η Εριφύλη.
«Καλημέρα και από κοντά, ξαδέρφη. Απ’ ό,τι βλέπω, δεν χρειάζεσαι καμία βοήθεια. Όπως πάντα, το σπίτι σου είναι στην εντέλεια.»
Η Εριφύλη χαμογέλασε. «Όπως σου έχω πει και άλλες φορές και το ξέρεις καλά, ένα σπίτι δεν τελειώνει ποτέ. Κάθε μέρα όλο και κάτι θα βρεθεί να κάνεις. Κι έπειτα, ποια νοικοκυρά δεν θέλει το σπίτι της καθαρό, τακτοποιημένο και περιποιημένο; Να μπαίνει ο άλλος μέσα και να το καμαρώνει, βρε αδερφέ!»
Η Άλκηστη γέλασε. «Εσύ, πάντως, αν κάποια στιγμή αποφασίσεις να αφήσεις το σπίτι όπως είναι και να μην τακτοποιήσεις τίποτα, θα χρειαστεί να μας το ανακοινώσεις από πριν. Να το γιορτάσουμε!»
«Άσε τις εξυπνάδες και πιάσε κανένα ξεσκονόπανο!» της απάντησε η Εριφύλη γελώντας. Και οι δυο τους έβαλαν τα γέλια, ενώ το σπίτι γέμισε ξαφνικά από εκείνη τη γνώριμη, καθημερινή ζωντάνια που φέρνουν μαζί τους οι άνθρωποι της οικογένειας.
Η Άλκηστη την περιεργάστηκε από την κορυφή ως τα νύχια και χαμογέλασε πονηρά. «Και εσύ; Σε βλέπω άψογα ντυμένη. Στην τρίχα! Τι να υποθέσω; Μη μου πεις ότι κάποιος θαυμαστής σε περιμένει...»
Η Εριφύλη κοίταξε την Άλκηστις, με προσποιημένη αυστηρότητα. «Η φοιτήτρια μας φοράει μπλουζάκι του γυμναστηρίου, τη βαφτιστική της φούστα και... ααα! Από ό,τι βλέπω, έχει φορέσει και τις στραβοπατημένες γόβες της μαμάς! Έτοιμη είσαι να βγάλεις τον σκύλο βόλτα στα χώματα; Ξαδέρφη, αν είχα βγει εγώ έτσι έξω, στο μετρό θα μου έδιναν ψιλά!»
Η Άλκηστη έβαλε τα γέλια. «Πάντως, όσο άψογη κι αν είσαι εμφανισιακά σήμερα, σε βρίσκω λίγο τσιτωμένη... και κάπως επιθετική. Έγινε κάτι ή μου φαίνεται;»
«Συγγνώμη, αγάπη μου. Η αλήθεια είναι πως δεν κοιμήθηκα καλά χθες το βράδυ. Μάλλον με πείραξε η αυξημένη υγρασία.»
Η Άλκηστη την κοίταξε με μισό χαμόγελο. «Μόνο αυτή η άτιμη η υγρασία φταίει;»
«Τι άλλο να φταίει;» «Εγώ πού να ξέρω; Εσύ θα μου πεις, αν υπάρχει κάτι που σε απασχολεί. Τι είναι αυτό που βασανίζει ένα κορίτσι σαν την ξαδέλφη μου;»
Η Εριφύλη σήκωσε αδιάφορα τους ώμους. «Τι να θέλω, βρε Άλκηστη; Και τι να με πείραξε;»
Η Άλκηστη την κοίταξε πονηρά. «Να λέω κι εγώ... Μήπως δεν σε ταλαιπώρησε η υγρασία, αλλά οι φτέρνες σου από τα ατελείωτα σούρτα-φέρτα στα μαγαζιά του γνωστού εμπορικού κέντρου; Και είπες να ξαποστάσεις στο ωραίο εστιατόριο, πίνοντας το δροσιστικό κοκτέιλ σου χθες το απόγευμα;»
Ένα παιχνιδιάρικο χαμόγελο ζωγραφίστηκε στα χείλη της, σαν να περίμενε την αντίδραση της Εριφύλης. Ήταν φανερό πως δεν είχε τελειώσει ακόμη με τις πειρακτικές της ερωτήσεις. Η αμηχανία της Εριφύλης κράτησε μόνο λίγα δευτερόλεπτα. Ήταν όμως αρκετά για να καταλάβει η Άλκηστη πως το πείραγμα της είχε βρει τον στόχο του.
«Έπαθες κάτι;» ρώτησε, με το πονηρό χαμόγελο να επιμένει στα χείλη της.
Η Εριφύλη συνήλθε γρήγορα και προσπάθησε να αλλάξει θέμα. «Εσύ, πάλι, τι γύρευες στο εμπορικό κέντρο;»
Η Άλκηστη γέλασε. «Έλα μου ντε... Τι γύρευα κι εγώ εκεί; Λες να μ’ έστειλε ο Νικηφόρος να σε κατασκοπεύω;» Έκανε μια μικρή παύση, απολαμβάνοντας την αμηχανία της ξαδέλφης της, και συνέχισε με προσποιημένη αθωότητα. «Αλήθεια τώρα... τι πάει να κάνει ο κόσμος σ’ ένα εμπορικό κέντρο, ξαδέρφη;»
«Πολλά μπορεί να θέλει! Λέω εγώ τώρα... Η σεμνή δεσποινίς Άλκηστις μπορεί να πήγε απλώς για μια βόλτα. Ή μπορεί να ήθελε να κάνει την πασαρέλα της, να περιφέρει τις ατέλειωτες καλλίγραμμες γάμπες της και να σκορπάει εγκεφαλικά στο φιλοθέαμον κοινό του εμπορικού κέντρου. Γιατί, μεταξύ μας, με τέτοια εμφάνιση δύσκολα περνάς απαρατήρητη.»
«Ξαδέρφη μου γλυκιά, πρόσεχε τι λες. Το λέει και το τραγουδάκι. Άλλα έψαχνα κι άλλα βρήκα... Εμένα, πάντως, το ματάκι μου άλλα έψαχνε να βρει και άλλα εντόπισε ξαφνικά. Τι γύρευα εγώ εκεί; Η κολλητή μου, η Καλλιόπη, είχε βάλει σκοπό της ζωής της να αγοράσει μια τσάντα. Κι εγώ, ως καλή φίλη, έπρεπε να δείξω κατανόηση στο γεγονός ότι καμία από τις... εκατό περίπου που είχαμε δει δεν της έκανε!» Η Άλκηστη πήρε μια ανάσα, σαν να ετοιμαζόταν να διηγηθεί την πιο ενδιαφέρουσα λεπτομέρεια. «Κάποια στιγμή, λοιπόν, αποφασίσαμε να καθίσουμε για έναν καφέ και να αναλύσουμε το φλέγον ζήτημα της κατάλληλης τσάντας. Εκεί που συζητούσαμε, γυρίζω τυχαία το κεφάλι μου προς το βάθος του εστιατορίου και μένω να κοιτάζω.
«“Ρε συ, Καλλιόπη... Εκεί στο βάθος δεν είναι η Εριφύλη με την Ελπινίκη;»
Δεν περίμενα την απάντησή της. «Ήξερα ήδη πως δεν έκανα λάθος.»
Η Εριφύλη την άκουγε πλέον σιωπηλή.
«Καλά είχα δει!» συνέχισε η Άλκηστη. «Η ξαδέρφη μου, εκείνες τις στιγμές, ήταν λιγάκι... απρόσεκτη. Κι αν δεν με γελούσαν τα μάτια μου, μάλλον άφηνε τα «προσόντα» της να φανούν λίγο περισσότερο απ’ όσο θα ήθελε. Βέβαια, όχι σε όποιον κι όποιον... Είχε πολύ συγκεκριμένο αποδέκτη.»
Το βλέμμα της έγινε ακόμη πιο πονηρό. «Η πρώτη μου αντίδραση ήταν σοκ. Η δεύτερη, αποδοχή. Η τρίτη, όμως, ήταν η πιο ενδιαφέρουσα απορία. Ποιος είναι αυτός;»
Η Εριφύλη ένιωσε τα μάγουλά της να ζεσταίνονται, αλλά δεν είπε τίποτα.
«Ομολογώ πως ήταν από τους πιο γοητευτικούς και ελκυστικούς άντρες που έχω δει», συνέχισε η Άλκηστη. «Καλή επιλογή, δεν λέω. Αλλά, ξαδέρφη μου, πρόσεχε... Η έβδομη από τις Δέκα Εντολές δεν γράφτηκε τυχαία.» Το είπε με τέτοιο ύφος, ώστε περισσότερο έμοιαζε να την πειράζει παρά να την νουθετεί. Ύστερα σώπασε και περίμενε.
Η Εριφύλη την κοίταξε για λίγες στιγμές και τελικά ξέσπασε. «Και καλά... με είδες και δεν μου μίλησες;»
Η Άλκηστη έβαλε τα γέλια. «Μα πώς να σου μιλήσω; Είχες τόσο ενδιαφέρουσα παρέα, που φοβήθηκα μήπως χαλάσω την... καλλιτεχνική ατμόσφαιρα!»
«Άλκηστη!»
«Εντάξει, εντάξει... Μην αγριεύεις. Αλλά τώρα που σε έχω μπροστά μου, θέλω να μάθω κάτι πολύ απλό.»
Σταμάτησε για μια στιγμή και την κοίταξε κατάματα. «Ποιος ήταν ο γοητευτικός κύριος που έκανε τη σεμνή ξαδέρφη μου να ξεχάσει, έστω για λίγο, πως την έβλεπε ο κόσμος;»
Η Εριφύλη χαμογέλασε αμήχανα. «Εσύ τελικά δεν ήρθες για να με βοηθήσεις στο συμμάζεμα. Ήρθες για ανάκριση.»
«Ε, φυσικά! Το ξεσκόνισμα μπορεί να περιμένει. Η ενημέρωση, όμως, όχι!»
Η Άλκηστη γέλασε. «Για μια στιγμή, να σου πω τη μαύρη αλήθεια, σκέφτηκα να τρέξω κοντά σου και να σου πω. Φτου σου, βρε άτιμη! Δεν ντρέπεσαι λιγάκι;»
Έκανε μια μικρή παύση και ύψωσε θεατρικά το δάχτυλό της. «Μετά, όμως, είπα πως μια τέτοια κατάσταση θέλει ψυχραιμία, αυτοσυγκράτηση... και, πάνω απ’ όλα, παρατηρητικότητα.»
Έκλεισε πονηρά το μάτι στην Εριφύλη. «Ξαδερφούλα μου, χαλάρωσε. Χαζή ήμουν να χαλάσω μια τόσο ενδιαφέρουσα σκηνή; Άσε που... αχ, να έβλεπες τα μούτρα σου εκείνη την ώρα! Δεν περιγράφονταν!»
«Δεν τσιμπάω τόσο εύκολα, ξαδέρφη. Όποια έχει δει έναν όμορφο άντρα, είναι σαν να τους έχει δει όλους.» Η Άλκηστη έσκασε στα γέλια. «Αλήθεια; Γιατί εμένα μου φάνηκε πως το ματάκι σου γυάλιζε λιγάκι...»
Η Εριφύλη ανασήκωσε το φρύδι. «Το δικό μου ή το δικό σου;»
«Το δικό σου, φυσικά. Το δικό μου απλώς έκανε... έρευνα αγοράς.»
Η Εριφύλη δεν μπόρεσε να συγκρατήσει το χαμόγελό της. «Επικίνδυνη είσαι.»
«Όχι. Παρατηρητική. Κι εσύ, ξαδέρφη μου, όταν λες ψέματα, χαμογελάς λίγο περισσότερο απ’ όσο πρέπει.»
Η Εριφύλη σήκωσε τα χέρια ψηλά, κάνοντας πως παραδίνεται. «Εντάξει, εντάξει... Παραδίνομαι! Δεν μπορώ να τα βάλω με μια επίδοξη ντετέκτιβ σαν κι εσένα.»
Έπειτα χαμογέλασε και άλλαξε επιδεικτικά κουβέντα. «Πότε είπαμε ότι ξεκινά η νέα σου εξεταστική; Την ερχόμενη Δευτέρα, έτσι δεν είναι; Κι εσύ, αντί να είσαι χωμένη στα βιβλία και να κυνηγάς τους ακαδημαϊκούς σου στόχους, τριγυρίζεις στα εμπορικά κέντρα;»
Η Άλκηστη ανασήκωσε τους ώμους με ύφος αθώο. «Η ξεκούραση είναι μέρος της σωστής προετοιμασίας.»
«Μάλιστα... Επιστημονικά τεκμηριωμένη δικαιολογία.»
«Απολύτως. Ο εγκέφαλος χρειάζεται και τα διαλείμματα του.»
Η Εριφύλη γέλασε. «Αρκεί τα διαλείμματα να μη διαρκούν περισσότερο από το διάβασμα.»
«Μη φοβάσαι. Τη σχολή μου δεν την έχω παρατήσει. Απλώς φροντίζω να θυμάμαι ότι υπάρχει ζωή και έξω από τα αμφιθέατρα.» Στη συνέχεια έσμιξε τα φρύδια και κοίταξε την Εριφύλη με βλέμμα γεμάτο νόημα. «Μου γυρίζεις την κουβέντα αλλού. Άλλα λόγια ν’ αγαπιόμαστε. Ξέρεις πολύ καλά να ξεγλιστράς όταν μια συζήτηση δεν σε βολεύει.» Έκανε μια μικρή παύση και χαμογέλασε πονηρά. «Αλλά αυτή τη φορά, ξαδέρφη, δεν θα μου ξεφύγεις τόσο εύκολα.»
Η Εριφύλη την κοίταξε για λίγο χωρίς να απαντήσει. Ήξερε πλέον πως η Άλκηστη είχε αντιληφθεί περισσότερα απ’ όσα θα ήθελε. Όχι, όμως, απαραίτητα και όσα φοβόταν.
«Εντάξει, λοιπόν, κυρία ντετέκτιβ», είπε τελικά. «Ας υποθέσουμε ότι είδες κάτι ενδιαφέρον. Τι ακριβώς θέλεις να μάθεις;»
Η Άλκηστη χαμογέλασε αυτάρεσκα. «Αυτό ακριβώς περίμενα να ακούσω. Επιτέλους, η ύποπτη συνεργάζεται με τις αρχές!»
«Μην πάρεις και θάρρος.»
«Αργά. Το έχω ήδη πάρει.»
Και οι δυο ξέσπασαν ξανά στα γέλια. Η ατμόσφαιρα είχε ελαφρύνει, όμως η Εριφύλη γνώριζε πως η κουβέντα για τον άγνωστο άντρα του εστιατορίου μόλις είχε αρχίσει.
Η Άλκηστη πήρε μια βαθιά ανάσα πριν συνεχίσει. Το πονηρό χαμόγελο είχε πια χαθεί από το πρόσωπό της. Η διάθεσή της είχε αλλάξει και η φωνή της έγινε πιο ήρεμη. «Δεν λέω πως νιώθω και πολύ άνετα με αυτή την κουβέντα. Όμως, από τη στιγμή που βρέθηκα μπροστά σ’ εκείνο το περιστατικό, δεν μπορώ να κάνω πως δεν συνέβη. Η αλήθεια είναι πως έπεσε σαν κεραμίδα στο κεφάλι μου.» Χαμήλωσε για λίγο το βλέμμα, σαν να έψαχνε τις σωστές λέξεις.
«Εγώ ξέρω μια ξαδέλφη με αρχές, με αυτοσυγκράτηση. Μια γυναίκα που δεν αφήνει εύκολα κανέναν να την πλησιάσει. Γι’ αυτό και μου είναι δύσκολο να συμφιλιώσω την εικόνα που είδα με την εικόνα που είχα για σένα.»
Σήκωσε ξανά το βλέμμα της προς την Εριφύλη. «Ξέρω πόσο αγαπάς και πόσο σέβεσαι τον Νικηφόρο. Ξέρω ότι η σχέση σας στηρίζεται στην εμπιστοσύνη, στην εκτίμηση και σε όλα όσα έχετε χτίσει μαζί. Γι’ αυτό μου φάνηκε τόσο παράξενο να σε βλέπω να ανταποκρίνεσαι με τόση ζεστασιά στο φλερτ ενός άγνωστου άντρα.»
Σταμάτησε για λίγο και χαμογέλασε αχνά. «Και, να σου πω την αλήθεια... το χαμόγελό σου εκείνη τη στιγμή έφτανε μέχρι τ’ αυτιά σου!»
Η Εριφύλη προσπάθησε να συγκρατήσει το δικό της χαμόγελο, αλλά δεν τα κατάφερε.
«Δεν σε κρίνω, ξαδέρφη», πρόσθεσε η Άλκηστη πιο ήρεμα. «Προσπαθώ μόνο να καταλάβω. Γιατί, αν δεν σε ήξερα τόσο καλά, ίσως να μην έδινα καν σημασία. Αλλά ακριβώς επειδή σε ξέρω, αυτό που είδα δεν μου βγαίνει από το μυαλό.»
Η Εριφύλη ανασήκωσε αθώα τα φρύδια. «Εγώ ήμουν αυτή; Είσαι σίγουρη;»
Η Άλκηστη κούνησε το κεφάλι της και χαμογέλασε. «Ξαδέρφη, άσε τις εξυπνάδες. Μ’ εμένα μιλάς. Μην προσπαθείς να αλλάξεις θέμα και μην κρύβεσαι πίσω από την αμηχανία σου.» Έκανε μια μικρή παύση, χωρίς να παίρνει τα μάτια της από πάνω της. «Πες μου ειλικρινά... σου άρεσε το φλερτ, έτσι δεν είναι;»
Η Εριφύλη δεν απάντησε αμέσως.
Η Άλκηστη συνέχισε, αυτή τη φορά χωρίς ίχνος πειράγματος: «Δεν υπάρχει τίποτα παράξενο στο να σου κεντρίσει το ενδιαφέρον ένας γοητευτικός άντρας. Όλοι έχουμε μάτια και αισθήματα. Αυτό που με ξάφνιασε ήταν πως σε είδα να το απολαμβάνεις. Και, ξέρεις κάτι; Όταν κάποιος μας κάνει να νιώσουμε όμορφα, καμιά φορά η λογική κάνει ένα μικρό βήμα πίσω.»
Η Εριφύλη έμεινε σιωπηλή. Τα λόγια της ξαδέλφης της δεν είχαν μέσα τους κατηγορία. Ίσως γι’ αυτό ακριβώς ήταν πιο δύσκολο να απαντήσει.
«Κι αυτό που θέλω να μάθω», είπε τελικά η Άλκηστη, «δεν είναι ποιος ήταν εκείνος ο άντρας. Αυτό μπορώ να το ρωτήσω και να το μάθω. Θέλω να ξέρω τι συνέβη μέσα σου εκείνη τη στιγμή.»
Η Εριφύλη την κοίταξε για λίγο. «Αυτό είναι πολύ πιο δύσκολο να σου το εξηγήσω.»
«Τότε προσπάθησε», είπε ήρεμα η Άλκηστη. «Δεν χρειάζεται να μου πεις περισσότερα απ’ όσα θέλεις. Αλλά μη μου πεις πως δεν ένιωσες τίποτα. Γιατί τότε θα πρέπει να πιστέψω ότι χθες το απόγευμα είδα μια άλλη γυναίκα.»
Η Εριφύλη κατέβασε για λίγο το βλέμμα.Και, για πρώτη φορά από τότε που είχε αρχίσει η κουβέντα, δεν προσπάθησε να αστειευτεί. Η Εριφύλη ξαφνιάστηκε για μια στιγμή από την ευθύτητα της Άλκηστης. Δεν περίμενε πως η αγαπημένη της ξαδέρφη θα της μιλούσε τόσο ανοιχτά. Κι όμως, μέσα στην έκπληξή της ένιωσε και κάτι ακόμη· σαν να της έδινε, άθελά της, την αφορμή να κοιτάξει κατάματα σκέψεις και επιθυμίες που μέχρι τότε κρατούσε επιμελώς κρυμμένες, ακόμη και από τον ίδιο της τον εαυτό.
Πήρε μια βαθιά ανάσα και χαμογέλασε τρυφερά. «Μωρό μου εσύ... Τι ήταν αυτό που σε αναστάτωσε τόσο πολύ; Τι είναι εκείνο που σε εντυπωσίασε;» Έκανε μια μικρή παύση. «Εσύ τι πιστεύεις; Υπάρχει πραγματικά λόγος να αναζητήσει κανείς το φλερτ ή το ενδιαφέρον ενός άλλου ανθρώπου, όταν είναι ευτυχισμένος και νιώθει πλήρης δίπλα στον σύντροφό του;»
Η Άλκηστη σκέφτηκε για λίγο πριν απαντήσει. «Τι να σου πω; Εγώ πάντα σε θεωρούσα σοβαρή, ηθική και πολύ επιλεκτική στις σχέσεις σου. Και, για να είμαι ειλικρινής, ποτέ δεν υπέπεσε στην αντίληψή μου κάποια συμπεριφορά που να με έκανε να σκεφτώ διαφορετικά. Βέβαια, δεν είναι και δική μου δουλειά να γνωρίζω τα πάντα.» Χαμογέλασε αμυδρά. «Απλώς, απ’ όσο σε ξέρω, δεν πίστευα πως θα ανταποκρινόσουν τόσο εύκολα σε ένα φλερτ. Από την άλλη, όμως, δεν μπορώ να αγνοήσω και κάτι άλλο. Δεν είναι μόνο ότι εσύ δεν επιδιώκεις τα βλέμματα, είναι πως τα βλέμματα σε βρίσκουν από μόνα τους.»
Η ματιά της στάθηκε για λίγο πάνω στην ξαδέλφη της. «Είσαι νέα, όμορφη και έχεις μια παρουσία που δύσκολα περνά απαρατήρητη. Έχεις μια φυσική γοητεία που τραβά τους ανθρώπους κοντά σου, είτε το θέλεις είτε όχι. Είναι απολύτως φυσικό πολλοί άντρες να σε προσέχουν και να προσπαθούν να σε πλησιάσουν.»
Έκανε μια μικρή παύση.
«Και μεταξύ μας μιλάμε τώρα... Εσύ είσαι άνθρωπος, όχι άγαλμα. Έχεις συναισθήματα, επιθυμίες και αδυναμίες, όπως όλοι μας. Γι’ αυτό και δεν μου φαίνεται παράλογο να σε κολακέψει το ενδιαφέρον ενός γοητευτικού άντρα. Δεν σημαίνει απαραίτητα ότι θα ξεπεράσεις τα όρια σου. Σημαίνει μόνο ότι παραμένεις μια ζωντανή γυναίκα, με καρδιά, μυαλό και ένστικτα. Αυτά δεν σβήνουν επειδή κάποιος αγαπά τον σύντροφό του.»
Η Εριφύλη την άκουγε χωρίς να την διακόπτει.
Η Άλκηστη συνέχισε.«Ξέρεις... κάτι τέτοιες στιγμές τις θεωρώ βαθιά προσωπικές και, φυσικά, όχι ανακοινώσιμες. Έλα όμως που η περιέργειά μου με τρώει. Και, ως ξαδέρφη σου, νιώθω πως έχω το θάρρος να σε ρωτήσω αυτά που ίσως κανείς άλλος δεν θα τολμούσε.»
Σταμάτησε για λίγο. «Εκείνη τη στιγμή μου έδωσες την εντύπωση πως η παρουσία εκείνου του άντρα σε είχε αγγίξει. Έβλεπα μια ένταση στο βλέμμα σου, μια αναστάτωση που δεν σε είχα ξαναδεί να αφήνεις τόσο εύκολα να φανεί. Ίσως να κάνω και λάθος, αλλά μου φάνηκε πως, έστω για λίγες στιγμές, αφέθηκες να απολαύσεις το παιχνίδι του φλερτ.»
Χαμογέλασε ήρεμα. «Δεν λέω ότι ήθελες να προδώσεις τον Νικηφόρο ούτε ότι θα έκανες κάτι περισσότερο. Απλώς αναρωτήθηκα μήπως, έστω και για μια στιγμή, ένιωσες να σε παρασύρει η γοητεία ενός ανθρώπου που βρέθηκε τυχαία στον δρόμο σου.»
Η Εριφύλη χαμογέλασε με μια δόση αμηχανίας και κούνησε το κεφάλι της. «Αυτό ήταν όλο;... Ξαδέρφη, έπλεξες ολόκληρο σενάριο από μια στιγμή. Από μια ματιά και δύο χαμόγελα έφτασες να γράψεις ολόκληρο μυθιστόρημα!»
Η Άλκηστη χαμογέλασε «Είσαι σίγουρη ότι ήταν απλώς ένα επίμονο φλερτ της στιγμής και τίποτε περισσότερο; Ότι τελείωσε εκεί και δεν άφησε κανένα αποτύπωμα μέσα σου; Η ξαδέρφη μου είναι μια γυναίκα που πάντοτε στεκόταν πάνω από τους πειρασμούς. Όσοι κι αν τη θαυμάζουν, όσοι κι αν προσπαθούν να την πλησιάσουν, εκείνη κρατά τις αποστάσεις της και παραμένει πιστή στον Νικηφόρο της.»
Έγειρε λίγο το κεφάλι. «Ή μήπως, καμιά φορά, η ζωή φέρνει στον δρόμο μας έναν άνθρωπο που μας ξαφνιάζει; Κάποιον που, χωρίς να το επιδιώξουμε, μας ταράζει, μας γοητεύει και μας κάνει να αναρωτηθούμε “κι αν...”; Κι ύστερα έρχεται η λογική και λέει: “Πού πας να μπλέξεις; Είσαι μια παντρεμένη γυναίκα, έχεις μια όμορφη οικογένεια. Αξίζει να τα διακινδυνεύσεις όλα για μια στιγμή;”»
Η Εριφύλη χαμογέλασε αμυδρά και έμεινε για λίγο σιωπηλή. «Μμμ... Δεν έχεις κι άδικο. Ίσως, τελικά, να χωρούν και οι δύο εκδοχές μέσα στον ίδιο άνθρωπο. Ξέρεις, ο πειρασμός έχει μια παράξενη δύναμη. Όχι επειδή θέλεις απαραίτητα να τον ακολουθήσεις, αλλά επειδή σου θυμίζει πως παραμένεις άνθρωπος.» Σήκωσε τους ώμους. «Είναι σαν το αγαπημένο σου γλυκό όταν έχεις αποφασίσει να κάνεις δίαιτα. Ξέρεις ότι καλύτερα να αντισταθείς... κι όμως, μόνο η σκέψη του σε βάζει σε δοκιμασία.»
Η Άλκηστη χαμογέλασε πονηρά. «Χεχε... Είσαι κι εσύ γλυκατζού σαν κι εμένα, λοιπόν. Οπότε, ξαδέρφη... τι κάνουμε; Χαμογελάμε στον πειρασμό και συνεχίζουμε τον δρόμο μας ή δοκιμάζουμε μια μπουκιά από το γλυκό;»
Η Εριφύλη ανασήκωσε παιχνιδιάρικα τους ώμους. «Κοίτα... εμείς οι γυναίκες, ιδιαίτερα κάποιες μέρες του μήνα, έχουμε τις μικρές μας αδυναμίες. Άλλες λαχταρούν σοκολάτα, άλλες γλυκά, άλλες οτιδήποτε μπορεί να τους φτιάξει τη διάθεση. Λένε πως η σοκολάτα ανεβάζει τις ενδορφίνες και κάνει τον κόσμο να φαίνεται λίγο πιο όμορφος. Δεν ξέρω αν ισχύει απόλυτα, αλλά ομολογώ πως δύσκολα της αντιστέκομαι.»
Η Άλκηστη γέλασε. «Ξαδέρφη, εσύ μιλάς για σοκολάτα ή για... κάτι άλλο;»
Η Εριφύλη ανασήκωσε τους ώμους. «Οι καλές παρομοιώσεις έχουν πάντα περισσότερες από μία αναγνώσεις.»
Η Άλκηστη την κοίταξε με στοργή. «Όπως και να το εννοείς, με τη φωτιά παίζεις. Μπορεί η ζεστασιά της να είναι γοητευτική, όμως η φωτιά δεν ξεχωρίζει ποιον θα κάψει. Και σου το λέω με όλη την αγάπη που σου έχω.»
Η Εριφύλη έμεινε για λίγο σιωπηλή. Έπειτα χαμογέλασε αμυδρά. «Ίσως... Αλλά δεν λένε πως τη φλόγα τη γιατρεύει μόνο μια άλλη φλόγα;»
Η Άλκηστη χαμογέλασε πονηρά. «Αχ... καλά το κατάλαβα. Κάτι μέσα σου σε γαργαλάει και δεν σ’ αφήνει να ησυχάσεις.»
Έγειρε ελαφρά προς το μέρος της και συνέχισε χαμηλόφωνα. «Και ξέρεις ποιο είναι το πιο επικίνδυνο; Όχι ότι εμφανίστηκε ένας γοητευτικός άντρας. Το επικίνδυνο είναι πως, για πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό, μου φάνηκε ότι τον πρόσεξες κι εσύ.» Χαμογέλασε πλατιά. «Δεν ξέρω αν θα τον ξανασυναντήσεις ούτε αν αυτή η ιστορία θα έχει συνέχεια. Έχω όμως την αίσθηση πως κάτι μόλις άρχισε να αλλάζει μέσα σου. Κι αυτό, ξαδέρφη μου, είναι που με κάνει να πιστεύω ότι η συνέχεια θα έχει πολύ ενδιαφέρον.»
Η Εριφύλη χαμογέλασε αμήχανα και χαμήλωσε για λίγο το βλέμμα. «Δεν θα σου πω ψέματα... Από τη μια, αυτός ο άντρας μου άρεσε. Με αναστάτωσε όσο δεν περίμενα και ξύπνησε μέσα μου συναισθήματα που είχα καιρό να νιώσω. Από την άλλη, όμως, έχεις δίκιο. Το παιχνίδι με τη φωτιά είναι επικίνδυνο. Μπορεί στην αρχή να σε ζεσταίνει, αλλά κανείς δεν ξέρει πότε θα σε κάψει.» Έμεινε για λίγο σιωπηλή. «Και ίσως αυτό να είναι που με φοβίζει περισσότερο. Όχι εκείνος... αλλά ο εαυτός μου.»
Η Άλκηστη δεν απάντησε αμέσως.
Η Εριφύλη πήρε μια ανάσα. «Και, για να είμαι απόλυτα ειλικρινής μαζί σου, το θέμα δεν είναι μόνο το φλερτ. Είναι κάτι βαθύτερο. Όταν ο Νικηφόρος λείπει για τόσο μεγάλο διάστημα, μου λείπει και η σωματική πλευρά της σχέσης μας. Μπορώ να διαχειριστώ τη μοναξιά, τη δουλειά, τα παιδιά, το σπίτι, τις υποχρεώσεις. Μπορώ να γεμίσω τη μέρα μου. Αυτό όμως δεν σημαίνει πως παύω να έχω ανάγκη την ανθρώπινη επαφή, την τρυφερότητα, το άγγιγμα, τη ζεστασιά ενός άντρα δίπλα μου.»
Η φωνή της χαμήλωσε. «Και ναι... υπάρχουν στιγμές που η φαντασία μου πηγαίνει εκεί που δεν θα έπρεπε. Το ξέρω. Η σκέψη ενός άλλου άντρα με ιντριγκάρει. Το παιχνίδι της αποπλάνησης έχει τη δική του γοητεία. Όμως άλλο η σκέψη κι άλλο η πράξη.»
Η Άλκηστη την κοίταξε σοβαρά. «Αυτό ακριβώς είναι το δύσκολο σημείο, Εριφύλη. Η επιθυμία δεν υπακούει πάντα στη λογική. Η απόφαση, όμως, είναι άλλο πράγμα.»
«Αυτό φοβάμαι κι εγώ», είπε η Εριφύλη. «Γιατί η επιθυμία μπορεί να είναι αυθόρμητη, αλλά οι συνέπειές της δεν είναι.»
Η Άλκηστη έγνεψε. «Και γι’ αυτό χρειάζεται να ξεχωρίσεις δύο πράγματα. Το πρώτο είναι ότι σου άρεσε ένας άντρας. Αυτό δεν σε κάνει ούτε κακή ούτε άπιστη. Το δεύτερο είναι τι θα κάνεις με αυτή την έλξη. Εκεί αρχίζουν οι πραγματικές δυσκολίες.»
Η Εριφύλη χαμογέλασε αμυδρά. «Μου αρέσει ο τρόπος που το λες. Σαν να προσπαθείς να βάλεις πινακίδες σε έναν δρόμο που δεν ξέρουμε ακόμη αν θα πάρουμε.»
«Κάπως έτσι. Γιατί ο δρόμος μπορεί να είναι όμορφος, αλλά δεν σημαίνει ότι πρέπει να τον περπατήσουμε.»
«Κι αν κάποια στιγμή θελήσω να τον περπατήσω;»
Η Άλκηστη την κοίταξε στα μάτια. «Τότε θα πρέπει πρώτα να ξέρεις πού πηγαίνεις. Γιατί ο έρωτας μπορεί να περάσει, η επιθυμία μπορεί να κοπάσει, ακόμη και η πιο έντονη έλξη μπορεί κάποτε να γίνει ανάμνηση. Οι επιλογές, όμως, αφήνουν ίχνη.»
Η Εριφύλη σώπασε. Για πρώτη φορά εκείνο το πρωινό δεν υπήρχε πια κανένα αστείο ανάμεσα τους, κανένα πείραγμα για σοκολάτες, φοιτητικές εξεταστικές ή «έρευνα αγοράς».
Υπήρχαν μόνο δύο γυναίκες που μιλούσαν ειλικρινά για κάτι που γνώριζαν και οι δύο, πως η αγάπη και η επιθυμία μπορούν να συνυπάρχουν μέσα στον ίδιο άνθρωπο, χωρίς αυτό να σημαίνει πως οδηγούν αναγκαστικά στην ίδια κατεύθυνση.
Και η Εριφύλη, ίσως για πρώτη φορά, άρχιζε να καταλαβαίνει πως το πραγματικό ερώτημα δεν ήταν αν μπορούσε να επιθυμήσει έναν άλλον άντρα. Αυτό το ήξερε ήδη.
Το δύσκολο ερώτημα ήταν τι θα επέλεγε να κάνει με αυτή την επιθυμία.
Η Άλκηστις, παρ’ όλο το στενό μαρκάρισμα που είχε κάνει στην Εριφύλη, τελικά είχε μείνει με την απορία μετέωρη:
«Τι θα κάνει η αγαπημένη μου ξαδέρφη όταν οι κρυφές της φαντασιώσεις αρχίζουν να κατακλύζονται από επιθυμίες που δυσκολεύεται ακόμη και η ίδια να παραδεχτεί; Θα ενδώσει στον πειρασμό αυτού του όμορφου άντρα, που φαίνεται να έχει ξυπνήσει μέσα της μια πλευρά που κοιμόταν εδώ και καιρό; Θα αφήσει τον εαυτό της να παρασυρθεί σε έναν κόσμο γεμάτο ένταση, μυστήριο και απαγορευμένες συγκινήσεις; Υπάρχει άραγε γυναίκα που, έστω και μία φορά στη ζωή της, δεν σκέφτηκε σοβαρά την πιθανότητα να ξεφύγει από τα όρια του γάμου της; Ίσως να υπάρχουν πολλές. Όμως η Άλκηστις είχε αρχίσει να πιστεύει πως η επιθυμία, όταν εμφανίζεται, δεν ρωτάει πάντα αν επιτρέπεται να υπάρχει.
Οι εποχές είχαν αλλάξει. Όσα θεωρούνταν αυτονόητα πριν από πενήντα ή εξήντα χρόνια, σήμερα δεν αντιμετωπίζονταν με τον ίδιο τρόπο. Οι γυναίκες διεκδικούσαν περισσότερο την αυτονομία τους, όχι μόνο στην κοινωνική και επαγγελματική τους ζωή, αλλά και στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονταν τη σχέση τους με τον έρωτα και τη σεξουαλικότητα. Οι αριθμοί που κυκλοφορούσαν κατά καιρούς σε έρευνες, δημοσιεύματα και συζητήσεις για την απιστία έδιναν την εικόνα μιας κοινωνίας πολύ πιο ανεκτικής απέναντι στις εξωσυζυγικές σχέσεις απ’ ό,τι στο παρελθόν. Η Άλκηστις, βέβαια, δεν ήταν βέβαιη ούτε για τους αριθμούς ούτε για τις γενικεύσεις. Ήξερε όμως κάτι πολύ απλούστερο: οι άνθρωποι ήταν άνθρωποι, και η επιθυμία δεν είχε πάψει να υπάρχει επειδή ο γάμος είχε βάλει ένα δαχτυλίδι στο χέρι τους. Κι έτσι, όσο κι αν η Εριφύλη επέμενε στα «ναι μεν, αλλά», η Άλκηστις είχε αρχίσει να υποψιάζεται πως το πρόβλημα ήταν πολύ πιο απλό.
«Όλο… ναι μεν, αλλά μου τα μασάει η καριόλα η ξαδέρφη! Όταν την πιέζω, κοιτάει το πάτωμα γιατί νιώθει άβολα. Ή μου μιλάει για τον Νικηφόρο της και προσπαθεί να με πείσει πως δεν έχει στο μυαλό της έναν άλλον άντρα. Πού τα πουλάει αυτά;»
Η Άλκηστις κοίταξε την Εριφύλη για λίγες στιγμές χωρίς να μιλά. Ύστερα πήρε μια βαθιά ανάσα. Δεν είπε τίποτε. Απλώς άφησε τις σκέψεις της να ξεδιπλωθούν μέσα της.
«Τι πιστεύω πραγματικά; Εκείνος ο άντρας δεν δημιούργησε κάτι καινούργιο μέσα της. Απλώς έφερε στην επιφάνεια όσα προσπαθούσε τόσο καιρό να κρατήσει θαμμένα. Ξύπνησε σκέψεις και επιθυμίες που ίσως ούτε η ίδια δεν ήθελε να παραδεχτεί πως υπάρχουν. Έχω την αίσθηση ότι βρίσκεται σε ένα πολύ λεπτό όριο. Ανάμεσα σ’ αυτό που νιώθει και σ’ αυτό που πιστεύει πως οφείλει να κάνει. Και γι’ αυτό δεν πρόκειται να τη στριμώξω άλλο με ερωτήσεις. Ίσως ούτε η ίδια να έχει ακόμη τις απαντήσεις.
Μόνο ένα πράγμα με φοβίζει. Ο πειρασμός, όταν δεν τον κοιτάζεις κατάματα, δεν εξαφανίζεται απαραίτητα. Μπορεί, αντίθετα, να μεγαλώνει σιωπηλά μέσα μας. Και τότε αρχίζουμε να βρίσκουμε δικαιολογίες για βήματα που κάποτε ορκιζόμασταν πως δεν θα κάναμε ποτέ. Δεν ξέρω τι θα αποφασίσει. Ξέρω όμως ότι είναι αρκετά έξυπνη και αρκετά ψύχραιμη, ώστε, αν κάποτε θελήσει να κρύψει κάτι, δύσκολα θα το αντιληφθεί κανείς. Και αυτό ακριβώς είναι που με ανησυχεί περισσότερο.
Όχι γιατί δεν την εμπιστεύομαι. Αλλά γιατί την ξέρω πολύ καλά.»
Η Άλκηστις έμεινε για λίγο σιωπηλή. Ύστερα γύρισε προς την ξαδέρφη της. «Ξαδέρφη… αυτό το υπέροχο και απρόβλεπτο ταξίδι που λέγεται ζωή είναι γεμάτο συγκινήσεις και όμορφες στιγμές. Είναι όμως γεμάτο και προκλήσεις, συνήθως εκεί ακριβώς όπου δεν τις περιμένεις. Και κάποιες από αυτές τις προκλήσεις δεν περνούν απλώς από μπροστά μας. Μας αγγίζουν, δημιουργούν μια καινούργια πραγματικότητα και, θέλοντας και μη, μας υποχρεώνουν να κάνουμε επιλογές. Και ας είμαστε ειλικρινείς: πολλές φορές αυτές οι επιλογές μας φέρνουν αντιμέτωπους με ηθικά διλήμματα. Μπορεί να υπάρχουν πολλοί λόγοι για τους οποίους μια γυναίκα, παρόλο που είναι παντρεμένη και αγαπά τον άντρα της, βρίσκεται ξαφνικά να σκέφτεται κάποιον άλλον. Να αισθάνεται μια έλξη που δεν περίμενε. Να ανακαλύπτει μέσα της μια πλευρά που πίστευε πως είχε πια ησυχάσει. Και τότε αρχίζει η εσωτερική σύγκρουση. Από τη μία είναι όλα όσα έχει χτίσει. Ο άνθρωπός της, η οικογένειά της, η εμπιστοσύνη, η κοινή ζωή, οι αξίες της. Από την άλλη είναι εκείνο το παράξενο, επίμονο συναίσθημα που δεν εξαφανίζεται μόνο και μόνο επειδή του λες πως δεν πρέπει να υπάρχει. Γιατί η επιθυμία δεν ακολουθεί πάντα πρωτόκολλο. Δεν έχει ωράριο, ούτε ζητά άδεια για να εμφανιστεί. Υπάρχουν στιγμές που το σώμα και η φαντασία μιλούν με μια δική τους γλώσσα και η λογική προσπαθεί απλώς να μεταφράσει.
Και τότε δεν αρκεί να πεις στον εαυτό σου αυτό είναι σωστό ή αυτό είναι λάθος. Το πραγματικό ερώτημα είναι τι θα κάνεις όταν βρεθείς απέναντι σε αυτό που αισθάνεσαι. Γιατί το σεξ και η επιθυμία αποκαλύπτουν πολλές φορές πλευρές του εαυτού μας που καταφέρνουμε να κρατάμε κρυμμένες στους υπόλοιπους τομείς της ζωής μας. Υπήρχε, υπάρχει και μάλλον θα υπάρχει πάντα το απαγορευμένο. Το απαγορευμένο μήλο. Η έλξη για εκείνο που ξέρουμε πως δεν μας ανήκει. Η περιέργεια για το κι αν….
Και πόσες ιστορίες, βγαλμένες από την ίδια τη ζωή, δεν έχουν ειπωθεί γι’ αυτό;
Ακριβώς σαν την ιστορία που σου διηγήθηκε η καλή σου φίλη η Ελπινίκη. Την ιστορία της κυρίας Μελισσάνθης, της συζύγου ενός υποπλοιάρχου σε γκαζάδικο που έκανε ταξίδια από τη Μεσόγειο μέχρι τη Βραζιλία. Μια ερωτική ιστορία βασισμένη, όπως έλεγαν, σε αληθινά γεγονότα. Είχε συμβεί μερικά χρόνια νωρίτερα και η Ελπινίκη την είχε ακούσει με εκείνη τη γερή δόση κουτσομπολιού που, όταν ξεκινήσει, σπάνια μένει για πολύ καιρό στο ίδιο στόμα. Την είχε ακούσει από ανθρώπους των γραφείων της μεγάλης ναυτιλιακής εταιρείας όπου εργαζόταν ο σύζυγός της. Και, όπως ήταν σχεδόν αναμενόμενο, η ιστορία ταξίδεψε αυθημερόν από την Ελπινίκη στην Εριφύλη. Γιατί, τελικά, υπάρχουν ιστορίες που δεν χρειάζονται κανένα εισιτήριο για να ταξιδέψουν. Αρκεί να βρεθεί κάποιος που ξέρει κάποιον που ξέρει κάποιον…
Η Μελισσάνθη ήταν μια όμορφη και ιδιαίτερα γοητευτική γυναίκα, που εργαζόταν σε ασφαλιστική εταιρεία του νησιού της. Εκείνη την περίοδο είχε πάρει άδεια άνευ αποδοχών, μέσω μιας ειδικής μορφής μακροχρόνιας αναστολής της εργασιακής της σχέσης.
Στα τριάντα πέντε της, πρόσεχε πολύ τον εαυτό της. Γυμναζόταν συστηματικά, ακολουθούσε έναν ισορροπημένο τρόπο ζωής και θεωρούσε τη φροντίδα του σώματος και της υγείας της αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητάς της. Ήταν γύρω στο ένα εβδομήντα, λεπτή, μελαχρινή, με σγουρά μαλλιά και μεγάλα μαύρα μάτια. Είχε έντονη παρουσία, πλούσιες καμπύλες και μακριά, καλοσχηματισμένα πόδια. Ήταν από εκείνες τις γυναίκες που, χωρίς να το επιδιώκουν ιδιαίτερα, τραβούσαν τα βλέμματα.
Κι εκείνη, όπως τόσες άλλες γυναίκες της ναυτικής κοινωνίας, ήταν παντρεμένη με ναυτικό, Κυκλαδίτη στην καταγωγή.
Εκείνη την εποχή ο σύζυγός της είχε μπαρκάρει ως υποπλοίαρχος σε ένα δεξαμενόπλοιο, το οποίο εκτελούσε ταξίδια από λιμένες της Βόρειας Αφρικής στη Βραζιλία, μεταφέροντας αργό πετρέλαιο — crude oil.
Η Μελισσάνθη αποφάσισε να τον επισκεφθεί. Πήρε το αεροπλάνο με προορισμό τη Μάλαγα της Ισπανίας και από εκεί συνέχισε οδικώς για το Αλχεθίρας (Algeciras), το λιμάνι όπου θα περνούσε το πλοίο. Επιβιβάστηκε ως φιλοξενούμενη επιβάτης, με σκοπό να μείνει μαζί με τον σύζυγό της μερικές ημέρες, πριν συνεχίσει εκείνος το ταξίδι του.
Ο υποπλοίαρχος ήταν τότε περίπου σαράντα πέντε ετών. Έμπειρος ναυτικός, μαθημένος στις δυσκολίες της θάλασσας και στις απαιτήσεις των μεγάλων δεξαμενόπλοιων. Το πρόσωπό του είχε εκείνη τη χαρακτηριστική τραχύτητα που χαράζουν πάνω στον χρόνο ο ήλιος, το αλάτι, ο αέρας και η κούραση των μακρινών ταξιδιών. Δεν ήταν άνθρωπος που περνούσε απαρατήρητος, αλλά η ζωή πάνω στο πλοίο είχε αρχίσει να αφήνει τα σημάδια της.
Ως αξιωματικός υπεύθυνος για τις διαδικασίες φόρτωσης και εκφόρτωσης των υγρών και επικίνδυνων φορτίων, ερχόταν καθημερινά αντιμέτωπος με ιδιαίτερα απαιτητικές συνθήκες εργασίας. Οι πιέσεις ήταν μεγάλες, οι ευθύνες πολλές και η ανάγκη για διαρκή διαθεσιμότητα σχεδόν αυτονόητη. Η εργασία δεν τελείωνε πάντοτε όταν τελείωνε η βάρδια. Υπήρχαν πρόσθετες ώρες, απρόβλεπτες καταστάσεις, έλεγχοι, συντονισμοί και αποφάσεις που απαιτούσαν εμπειρία και απόλυτη προσήλωση.
Η συσσωρευμένη κόπωση, όπως ήταν φυσικό, επηρέαζε σταδιακά και την προσωπική του ζωή. Στον ελεύθερο χρόνο του αισθανόταν συχνά εξαντλημένος. Το σώμα ζητούσε ξεκούραση, το μυαλό ησυχία και η διάθεση για ερωτική επαφή δεν ήταν πάντοτε ανάλογη με τις προσδοκίες της γυναίκας του. Και η Μελισσάνθη, από την άλλη πλευρά, είχε φτάσει στο πλοίο με εντελώς διαφορετική διάθεση.
Περίμενε αυτές τις λίγες ημέρες σαν μια μικρή γιορτή μέσα στη μακρά απουσία του συζύγου της. Ήθελε να τον χαρεί, να μιλήσουν, να ξαναβρούν τη μεταξύ τους οικειότητα και, φυσικά, να ζήσουν ως ζευγάρι εκείνες τις στιγμές που η απόσταση της θάλασσας τους στερούσε για μήνες. Όμως η πραγματικότητα αποδείχθηκε διαφορετική. Ο υποπλοίαρχος, κουρασμένος και απορροφημένος από τις υποχρεώσεις του, δεν έδειχνε την ίδια διάθεση. Δεν ήταν ότι δεν αγαπούσε τη γυναίκα του ούτε ότι ήθελε να την απομακρύνει. Απλώς η εξάντληση είχε καταλάβει μεγάλο μέρος του χώρου που άλλοτε καταλάμβανε η επιθυμία. Για τη Μελισσάνθη, όμως, η εξήγηση δεν ήταν εύκολο να λειτουργήσει ως παρηγοριά. Η απογοήτευση άρχισε να μεγαλώνει. Είχε κάνει ολόκληρο το ταξίδι μέχρι την Ισπανία για να βρεθεί κοντά στον άνθρωπό της και, τελικά, όταν ήρθε η ώρα να ξεμπαρκάρει, έφευγε έχοντας την αίσθηση ότι είχε πάρει μαζί της περισσότερη προσμονή απ’ όση μπόρεσε να εκπληρώσει. Οι επιστροφές των ανθρώπων της θάλασσας έχουν συχνά τις δικές τους μικρές ειρωνείες. Η Μελισσάνθη είχε πάει στο πλοίο περιμένοντας να ξαναζήσει για λίγο τον γάμο της και έφευγε με την αίσθηση πως είχε περάσει από τη ζωή του συζύγου της περισσότερο ως επισκέπτρια παρά ως γυναίκα του. Και τότε, όπως συμβαίνει πάντα σε τέτοιες ιστορίες, άρχισαν να κυκλοφορούν και οι φήμες.
Κάποιοι έλεγαν ότι ο υποπλοίαρχος είχε προσβληθεί σε προηγούμενο ταξίδι από χλαμύδια, (Chlamydia trachomatis) ύστερα από μια περιστασιακή ερωτική περιπέτεια στη Βραζιλία και ότι μόλις είχε ολοκληρώσει τη θεραπεία του. Σύμφωνα με την ίδια εκδοχή, γι’ αυτό ήταν ιδιαίτερα προσεκτικός μαζί της τις πρώτες ημέρες και προτιμούσε να επικαλείται τον φόρτο εργασίας του, αποφεύγοντας τη στενότερη επαφή. Άλλοι πάλι έλεγαν πως όλα αυτά ήταν απλώς ναυτικό κουτσομπολιό. Και, όπως συμβαίνει με κάθε καλό κουτσομπολιό, κανείς δεν μπορούσε να ξεχωρίσει εύκολα πού τελείωνε η αλήθεια και πού άρχιζε η φαντασία.
Στην επιστροφή στο Αλχεθίρας, όταν ήρθε η ώρα της αποβίβασης, η Μελισσάνθη κατέβηκε από το πλοίο μαζί με έναν ακόμη ναυτικό. Ήταν ένας εικοσιπεντάχρονος μηχανικός, με καταγωγή από νησί του Αργοσαρωνικού. Και κανείς από τους δύο δεν μπορούσε τότε να γνωρίζει ότι η κοινή τους έξοδος από τον καταπέλτη του πλοίου θα αποτελούσε την αρχή μιας ιστορίας που, λίγο αργότερα, θα ταξίδευε από στόμα σε στόμα και τελικά, μέσα από τα γνωστά κανάλια της ναυτικής κοινωνίας, θα έφτανε μέχρι την Ελπινίκη και από εκεί στην Εριφύλη.
Ξεκίνησαν αργά το απόγευμα από το Αλχεθίρας, με το σούρουπο να τους ακολουθεί κατά μήκος της Costa del Sol Occidental. Ο ουρανός ήταν πλημμυρισμένος από ιριδίζοντα ρόδινα, γαλαζοπράσινα και πορφυρά χρώματα, μπλεγμένα αξεδιάλυτα μεταξύ τους, έτσι όπως μόνο η Φύση ξέρει να τα συνταιριάζει. Έφτασαν στη Μάλαγα την ώρα που ο ήλιος έγερνε προς τη δύση, βάφοντας τον ορίζοντα μενεξεδένιο. Το φως της ημέρας ξεθώριαζε γρήγορα, παραχωρώντας τη θέση του σ’ ένα ήσυχο, μεσογειακό σούρουπο. Η βραδιά ήταν διαυγής και δροσερή, ενώ τα φώτα της πόλης άρχισαν να λαμπυρίζουν και να τρεμοπαίζουν, καλωσορίζοντας τους καθώς έφταναν στο ξενοδοχείο.
Τα νέα που τους περίμεναν στη Μάλαγα είχαν δύο όψεις, ευχάριστη και δυσάρεστη, ανάλογα με το ποιος τα έβλεπε και από ποια πλευρά.
Εξαιτίας μιας παρατεταμένης απεργίας των ελεγκτών εναέριας κυκλοφορίας, οι πτήσεις του τελευταίου εικοσιτετραώρου είχαν ακυρωθεί. Η αναστάτωση είχε προκαλέσει μεγάλη πληρότητα στα ξενοδοχεία της πόλης και ο πράκτορας, εμφανώς πιεσμένος, τους εξήγησε πως με μεγάλη δυσκολία κατάφερε να τους εξασφαλίσει ένα οικογενειακό δωμάτιο, διαμορφωμένο ουσιαστικά σαν μικρή οικογενειακή σουίτα. Διέθετε δύο ξεχωριστές κρεβατοκάμαρες, προσφέροντας έτσι την απαραίτητη ιδιωτικότητα, ενώ υπήρχε και ένα σχετικά μεγάλο σαλόνι με επιπλέον καναπέ-κρεβάτι.
«Κάτω από αυτές τις πιεστικές και επείγουσες συνθήκες, αυτό είναι ό,τι καλύτερο κατάφερα να βρω», τους είπε ο πράκτορας, προσπαθώντας να δικαιολογήσει την επιλογή του. «Μπορεί να μην είναι ακριβώς το ιδανικό, αλλά είναι το καλύτερο δυνατό κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις. Και, από όσο γνωρίζω, θα χρειαστεί να μείνετε τουλάχιστον δύο ακόμη νύχτες μέχρι να αποκατασταθούν οι πτήσεις.»
Η Μελισσάνθη και ο νεαρός μηχανικός κοιτάχτηκαν για μια στιγμή. Η κατάσταση είχε ασφαλώς μια μικρή αμηχανία.
Υπήρχαν όμως και πρακτικές λύσεις. Έπρεπε να τη διαχειριστούν με ψυχραιμία και διπλωματία. Άλλωστε, δεν είχαν πολλές επιλογές. Με μερικά τυπικά «ναι μεν, αλλά» περισσότερο για την τιμή των όπλων, συμφώνησαν τελικά και οι δύο πως η συγκεκριμένη λύση κάλυπτε τις ανάγκες τους.
Κανείς δεν είχε διάθεση να διαπληκτιστεί με τον πράκτορα για μια κατάσταση που δεν είχε δημιουργήσει ο ίδιος. Εξάλλου, επρόκειτο για μια συμβίωση περιορισμένης διάρκειας. Θα απαιτούσε ευελιξία, προσαρμοστικότητα, διακριτικότητα και έναν ορισμένο βαθμό συμβιβασμού και από τους δύο. Μόνο που πίσω από αυτή τη λογική υπήρχε κάτι που κανείς τους δεν έσπευδε να ομολογήσει. Η απρόσμενη συνύπαρξη είχε ήδη αρχίσει να δημιουργεί έναν διαφορετικό χώρο στις σκέψεις τους.
Η Μελισσάνθη, απογοητευμένη από την πρόσφατη εμπειρία της στο πλοίο, κουβαλούσε μαζί της μια συσσωρευμένη ανάγκη για τρυφερότητα, οικειότητα και ανθρώπινη επαφή. Ο νεαρός μηχανικός, από την άλλη, βρισκόταν σε μια εντελώς διαφορετική φάση της ζωής του και δεν μπορούσε να αγνοήσει ότι η γυναίκα απέναντί του ήταν ελκυστική. Και τώρα η ζωή τούς είχε τοποθετήσει, σχεδόν ειρωνικά, κάτω από την ίδια στέγη.
Δεν υπήρχε λόγος να προεξοφλήσουν τίποτε. Ούτε να δημιουργήσουν προσδοκίες. Αν κάτι επρόκειτο να συμβεί, θα έπρεπε να προκύψει φυσικά, μέσα από την αμοιβαία συναίνεση, τον σεβασμό και τη σαφή επικοινωνία. Αν πάλι δεν συνέβαινε τίποτε, θα συνέχιζαν κανονικά το ταξίδι τους όταν θα άνοιγε ξανά ο αεροπορικός διάδρομος. Ωστόσο, η αλλαγή περιβάλλοντος, η απρόσμενη διαμονή στην ίδια σουίτα και η αίσθηση ότι για τρεις νύχτες η κανονική τους ζωή είχε μπει προσωρινά σε παρένθεση δημιουργούσαν μια παράξενη ατμόσφαιρα.
Μερικές φορές η ζωή δεν χρειάζεται να οργανώσει τίποτε. Αρκεί να μετακινήσει λίγο τα δεδομένα.
Και τότε οι άνθρωποι ανακαλύπτουν πως μέσα τους υπήρχαν σκέψεις που δεν είχαν ποτέ εξετάσει σοβαρά. Το ξενοδοχείο βρισκόταν πολύ κοντά στον λιμένα. Από τα μεγάλα μπαλκόνια του απλωνόταν μπροστά τους η ατελείωτη Μεσόγειος. Ο νεαρός μηχανικός τη βοήθησε να μεταφέρουν τις αποσκευές τους στη σουίτα. Η Μελισσάνθη μπήκε τελευταία, έκλεισε και κλείδωσε την πόρτα, έβγαλε τα παπούτσια της και φόρεσε τις παντόφλες του ξενοδοχείου. Τακτοποίησε προσεκτικά το πανωφόρι και την τσάντα της στον καλόγερο και ύστερα κάθισε στον καναπέ του σαλονιού. Τα δωμάτια ήταν καθαρά και τακτοποιημένα, κλιματιζόμενα, με δύο μονά κρεβάτια, τηλεόραση, ψυγείο, δωρεάν Wi-Fi και θέα προς το λιμάνι. Το ξενοδοχείο διέθετε επίσης εικοσιτετράωρο room service.
Ο νεαρός περιεργάστηκε τον χώρο με το βλέμμα του. «Τελικά, μια χαρά είναι εδώ. Και τα κρεβάτια είναι πραγματικά άνετα. Τουλάχιστον στον ύπνο δεν θα έχουμε πρόβλημα.»
Η Μελισσάνθη κοίταξε το ρολόι της. «Είμαι αρκετά κουρασμένη. Χθες το βράδυ δεν κοιμήθηκα σχεδόν καθόλου. Θα μπορούσαν βέβαια τα πράγματα να είναι και χειρότερα.»
«Σε νιώθω απόλυτα. Το να φεύγεις και να αφήνεις τον άνθρωπό σου πίσω δεν είναι εύκολο. Σημασία έχει να μη σε παίρνει από κάτω.»
Η Μελισσάνθη χαμογέλασε. «Εγώ, πάντως, με όλη αυτή την αναστάτωση άρχισα ήδη να πεινάω. Εσύ;»
«Κι εγώ το ίδιο. Με τόση διαδρομή, το στομάχι μου γουργουρίζει σαν να έχω να φάω από χθες. Αλλά δεν κάνουμε πρώτα ένα ντους;»
«Εννοείται. Αυτή τη στιγμή είναι ό,τι πιο αναγκαίο, μετά από δύο ώρες μέσα στο ταξί.»
Ο νεαρός πήγε πρώτος στο μπάνιο. Όταν βγήκε, ήταν ήδη ντυμένος και έτοιμος για έξοδο. «Μπες εσύ τώρα και κάνε το ντους σου με την ησυχία σου. Εγώ θα περιμένω στο μπαλκόνι.»
Έκανε μια μικρή παύση και πρόσθεσε, σχεδόν αυθόρμητα. «Αφού είμαστε μόνοι μας απόψε, χωρίς υποχρεώσεις και χωρίς πρόγραμμα, τι λες να βγούμε; Να φάμε κάτι, να πιούμε ένα ποτό, να γνωρίσουμε λίγο τη Μάλαγα;»
Η Μελισσάνθη τον κοίταξε για μια στιγμή και χαμογέλασε. «Γιατί όχι;»
Ο νεαρός φάνηκε ειλικρινά χαρούμενος. «Ωραία. Όταν είσαστε έτοιμη, φώναξε με και παίρνουμε ταξί.»
Προχώρησε προς το μπαλκόνι και η Μελισσάνθη τον σταμάτησε με μια παιχνιδιάρικη απορία στο βλέμμα.
«Μια στιγμή…»
«Συμβαίνει κάτι;»
Εκείνη κοίταξε δήθεν εξεταστικά γύρω της.
«Κοιτάζω αν είμαστε πολλές.»
Ο νεαρός έβαλε τα γέλια.
«Για τον πληθυντικό εννοείς;»
«Μπορεί.»
Γέλασαν και οι δύο.
Η Μελισσάνθη έκλεισε πίσω της την πόρτα του μπάνιου και, καθώς έμεινε μόνη, συνειδητοποίησε για πρώτη φορά καθαρά την παράξενη τροπή που είχε πάρει η ημέρα. Τυχαία γεγονότα την είχαν φέρει απροσδόκητα και σχεδόν αναπόφευκτα να συγκατοικεί προσωρινά με έναν νεαρό άνδρα σε μια ξενοδοχειακή σουίτα, σε μια ξένη πόλη. Δεν ήταν κάτι που είχε επιλέξει. Όμως είχε αποφασίσει να μη σταθεί απέναντι στην κατάσταση με φόβο ή καχυποψία.
«Εντάξει», σκέφτηκε. «Μου έτυχε. Θα το ζήσω όπως έρχεται.»
Το κλειδί βρισκόταν στον τρόπο με τον οποίο αντιμετώπιζε τα πράγματα. Αντί να αναζητά συνεχώς τι θα μπορούσε να πάει στραβά, προτίμησε να αφήσει στην άκρη τις αρνητικές σκέψεις και να δει τη νέα εμπειρία σαν μια μικρή παρένθεση από την καθημερινότητά της.
Μπήκε στο ντους. Το ζεστό νερό έπεσε στους ώμους της και, σχεδόν αμέσως, ένιωσε το σώμα και το μυαλό της να ξυπνούν. Η κούραση υποχωρούσε σιγά σιγά και τη θέση της έπαιρνε μια ευχάριστη αίσθηση ανανέωσης.
Χωρίς βιασύνη, ακολούθησε τη μικρή προσωπική της ρουτίνα περιποίησης. Έβαλε τις κρέμες της, φρόντισε τα μαλλιά και το πρόσωπό της και στάθηκε για λίγο μπροστά στον καθρέφτη. Δεν είχε λόγο να βιαστεί. Απόψε δεν υπήρχε πρόγραμμα. Μόνο μια άγνωστη πόλη, μια όμορφη βραδιά και ένας καινούργιος άνθρωπος στην παρέα της.
Όταν τελικά βγήκε από το μπάνιο, φόρεσε ένα κομψό, εφαρμοστό casual φόρεμα, διάλεξε προσεκτικά τα παπούτσια της και έβαλε το αγαπημένο της άρωμα.
Στο μεταξύ, ο νεαρός μηχανικός περίμενε στο μπαλκόνι. Όσο περνούσε η ώρα, άρχισε να αισθάνεται εκείνη την ευχάριστη ανυπομονησία που γεννιέται όταν περιμένεις κάτι που θέλεις να πάει καλά. Δεν ήξερε πώς θα εξελισσόταν η βραδιά. Το μυαλό του έφτιαχνε σενάρια, αλλά ταυτόχρονα προσπαθούσε να τα κρατήσει σε απόσταση.
Η πόρτα άνοιξε. Η Μελισσάνθη εμφανίστηκε στο μπαλκόνι. «Δεν άργησα, ελπίζω;»
Ο νεαρός γύρισε και την κοίταξε.«Καθόλου.» Το φόρεμα της ήταν κομψό και εφαρμοστό, χωρίς υπερβολή. Η παρουσία της, όμως, είχε αλλάξει. Έμοιαζε πιο ξεκούραστη, πιο φωτεινή και κυρίως πιο άνετη με τον εαυτό της.
«Πάμε;» ρώτησε εκείνη.
«Πάμε.»
Το ταξί, ύστερα από μια σύντομη διαδρομή, τους άφησε στην Playa de la Malagueta, σε μια από τις πιο ζωντανές περιοχές της Μάλαγα.
Η νύχτα είχε πλέον πέσει. Τα φώτα της πόλης αντανακλούσαν πάνω στο νερό, ενώ τα κατάρτια των σκαφών σχημάτιζαν ένα πυκνό δάσος από λεπτές σκοτεινές γραμμές μπροστά στο φως της πανσελήνου.
Ο νεαρός μηχανικός κοίταξε γύρω του εντυπωσιασμένος. «Αυτό το τοπίο μοιάζει σαν να το ζωγράφισε ο Πικάσο. Ξέρεις ότι η Μάλαγα είναι η πόλη του Πικάσο;» είπε στη Μελισσάνθη.
Εκείνη χαμογέλασε. «Το ξέρω. Αλλά απόψε μάλλον θα προτιμήσω να τη γνωρίσω από την πλευρά του φαγητού.»
Ο αέρας ήταν γεμάτος μυρωδιές από σκόρδο, ελαιόλαδο, θαλασσινά, παέγια και τάπας. Ανάμεσα στα κτίρια, στα μεγάλα δέντρα και στους φοίνικες, η παραλία απλωνόταν φωτισμένη, με τη λευκή άμμο να χάνεται κάτω από το απαλό άγγιγμα των κυμάτων. Ήταν ένα σκηνικό σχεδόν σαν καρτ ποστάλ.
Ο νεαρός την άγγιξε διακριτικά στον αγκώνα για να την καθοδηγήσει ανάμεσα στους πεζούς και να περάσουν την ξύλινη πόρτα ενός μικρού ισπανικού εστιατορίου.
Η Μελισσάνθη ένιωσε ένα ανεπαίσθητο ρίγος. Ήταν όμως μια απλή, ευγενική χειρονομία. Τίποτε περισσότερο. Τουλάχιστον έτσι είπε στον εαυτό της. Εκείνος τράβηξε ευγενικά την καρέκλα της και η Μελισσάνθη κάθισε. Το τραπέζι τους βρισκόταν σε μια ήσυχη γωνιά, μακριά από τον θόρυβο της εισόδου. Το εστιατόριο συνδύαζε τη ζεστασιά ενός οικογενειακού μαγαζιού με τη θέα προς τη θάλασσα. Χάλκινα μαγειρικά σκεύη κρέμονταν στον έναν τοίχο, ενώ στον απέναντι υπήρχαν ξεθωριασμένα σχέδια και παλιές ζωγραφιές. Για τις επόμενες δύο ώρες μιλούσαν, έτρωγαν και έπιναν.
Η συζήτηση πήγαινε από τη ναυτική ζωή στη Μάλαγα, από τα ταξίδια στις οικογένειές τους, από τις προσωπικές τους συνήθειες σε μικρές ιστορίες της ζωής.
Και χωρίς να το καταλάβουν, άρχισαν να αισθάνονται όλο και πιο άνετα ο ένας με τον άλλον.
«Επιδόρπιο;» ρώτησε ο νεαρός, την ώρα που η Μελισσάνθη περνούσε απαλά την πετσέτα από τα χείλη της.
«Θ’ αστειεύεσαι! Κοντεύω να σκάσω.»
«Απ’ ό,τι βλέπω, χρειάζεσαι λίγη εξάσκηση στα πλούσια γεύματα. Δεν απορώ που είσαι τόσο λεπτή.»
«Ε, όχι και λεπτή!» διαμαρτυρήθηκε εκείνη.
Παρά την προσποιητή διαφωνία της, όμως, το κομπλιμέντο την είχε ευχαριστήσει. «Τα γονίδιά μου φταίνε», συμπλήρωσε γελώντας. «Πάντως, αδύνατη δεν υπήρξα ποτέ.»
«Και καλά κάνεις.»
Απόλαυσαν το δείπνο τους, δοκιμάζοντας διαφορετικά πιάτα και συνδυάζοντας τα με κρασί τη τοπική και σαγκρία.
Όταν το μπουκάλι είχε σχεδόν τελειώσει, ο νεαρός σήκωσε το ποτήρι του. «Εντάξει λοιπόν. Να απολαύσουμε και το υπόλοιπο και μετά να επιστρέψουμε στο ξενοδοχείο, αν συμφωνείς.»
«Συμφωνώ. Απόψε νιώθω όμορφα. Χαλαρά και ευχάριστα.»
«Χαίρομαι πολύ που το ακούω. Είναι σημαντικό να δίνουμε λίγο χρόνο στον εαυτό μας. Να χαλαρώνουμε και να γεμίζουμε ξανά τις μπαταρίες μας.»
«Σε ευχαριστώ. Η παρέα σου μου δημιουργεί μια πολύ ευχάριστη ατμόσφαιρα. Νιώθω όμορφα μαζί σου.»
Εκείνος χαμογέλασε. «Χαίρομαι που με βρίσκεις καλή παρέα.»
Η Μελισσάνθη τον κοίταξε για λίγο πιο επίμονα. «Με παρασύρεις σαν βιβλίο που το ξεφυλλίζουν σελίδα-σελίδα. Και κάθε σελίδα μου φέρνει κάτι καινούργιο.»
Ο νεαρός χαμογέλασε χωρίς να απαντήσει αμέσως. Η βραδιά είχε ήδη αποκτήσει τη δική της μικρή ιστορία.
Και κανείς από τους δύο δεν βιαζόταν να φτάσει στην τελευταία σελίδα. Επιστρέφοντας από το εστιατόριο στο ξενοδοχείο, ανάμεσά τους είχε πλέον διαμορφωθεί μια έντονη ερωτική ατμόσφαιρα. Η επιθυμία ήταν αμοιβαία και, χωρίς να έχει ειπωθεί κάτι ξεκάθαρο, είχε γίνει σχεδόν αδύνατο να αγνοηθεί. Δεν ήταν ένας βίαιος παρασυρμός. Ήταν περισσότερο μια γλυκιά αιχμαλωσία· μια αργή, σχεδόν βασανιστικά ευχάριστη προσμονή για το επόμενο βήμα. Είχαν περάσει από τη γνωριμία στο φλερτ, από το φλερτ στην οικειότητα, και τώρα βρίσκονταν εκεί όπου η σιωπή άρχιζε να αποκτά περισσότερο νόημα από τα λόγια.
Το μόνο ερώτημα ήταν ποιος θα έκανε την πρώτη κίνηση. Πλησίαζαν τα μεσάνυχτα και, παρόλο που γνωρίζονταν μόλις λίγες ώρες, έμοιαζαν σαν να είχαν γνωριστεί πολύ παλαιότερα. Η επικοινωνία τους είχε γίνει άνετη, ζεστή, παιχνιδιάρικη. Γελούσαν πολύ. Μιλούσαν για τη δουλειά τους, για τη ζωή των ναυτικών, για ταξίδια και ανθρώπους που είχαν γνωρίσει, για όσα τους άρεσαν και όσα τους ενοχλούσαν.
Και, όπως ήταν σχεδόν αναπόφευκτο, η συζήτηση κάποια στιγμή πέρασε και στα ερωτικά. Η Μελισσάνθη ήταν αραγμένη στον μικρό καναπέ και ο νεαρός μηχανικός καθόταν απέναντί της. Κάθε τόσο τα βλέμματα τους συναντιούνταν και κανείς δεν τα απέστρεφε αμέσως.
Εκείνη το αντιλήφθηκε πρώτη. Και χαμογέλασε. Όχι ακριβώς προκλητικά. Περισσότερο σαν γυναίκα που είχε καταλάβει πως ο άνθρωπος απέναντί της δεν έκρυβε πλέον ιδιαίτερα καλά αυτό που ένιωθε.
Η ίδια δεν ήταν λιγότερο επηρεασμένη. «Με έχει πιάσει ένας φοβερός πονοκέφαλος στον αυχένα», είπε κάποια στιγμή. «Αυτό το άτιμο πιάσιμο που ξεκινάει από τον αυχένα και ανεβαίνει μέχρι το κεφάλι.»
Ο νεαρός χαμογέλασε. Ήταν ίσως η ευκαιρία που περίμενε. «Ένα καλό μασάζ μπορεί να βοηθήσει πολύ. Να σε χαλαρώσει και να σου πάρει λίγο από την ένταση.»
Σηκώθηκε και στάθηκε πίσω της. «Αν θέλεις…»
Η Μελισσάνθη δεν απάντησε αμέσως. Έκανε μόνο ένα μικρό νεύμα.
Εκείνος ακούμπησε απαλά τα δάχτυλά του στους κροτάφους της και άρχισε να της κάνει ένα ήρεμο μασάζ. Οι κινήσεις του κατέβηκαν αργά προς τον αυχένα, χωρίς βιασύνη, σαν να ήθελε πρώτα να βεβαιωθεί ότι εκείνη ένιωθε άνετα.
Η Μελισσάνθη έκλεισε τα μάτια. Ένας βαθύς αναστεναγμός ξέφυγε από τα χείλη της.
«Ξέρεις πόση ώρα το ήθελα αυτό;» είπε χαμηλόφωνα. «Τόσες φορές το φαντάστηκα, που κάποια στιγμή άρχισα να πιστεύω πως δεν θα γινόταν ποτέ πραγματικότητα.»
«Εγώ να δεις.» Η φωνή του είχε χάσει το παιχνιδιάρικο ύφος της. «Το περίμενα τόσο, που μου φαίνεται σαν να έχει περάσει μια αιωνιότητα.»
Η Μελισσάνθη άνοιξε τα μάτια και γύρισε λίγο το κεφάλι της. «Το λες σοβαρά ή με πειράζεις;»
«Απολύτως σοβαρά.»
Τα βλέμματά τους συναντήθηκαν. Για λίγες στιγμές δεν μίλησε κανείς. Η ατμόσφαιρα είχε αλλάξει. Δεν υπήρχε πλέον ανάγκη για υπονοούμενα. Και οι δύο γνώριζαν τι συνέβαινε.
«Θέλω μόνο να είσαι σίγουρη», είπε εκείνος. «Δεν θέλω να κάνουμε τίποτα επειδή απλώς μας παρέσυρε η στιγμή. Αν προχωρήσουμε, θέλω να είναι επειδή το θέλουμε και οι δύο.»
Η Μελισσάνθη τον κοίταξε ήρεμα.
«Αυτό ακριβώς θέλω κι εγώ. Να υπάρχει εμπιστοσύνη και σεβασμός. Τα υπόλοιπα βρίσκονται.»
«Θέλω να νιώθεις ασφαλής μαζί μου.»
«Ήδη νιώθω.»
Ένα μικρό χαμόγελο εμφανίστηκε στα χείλη του.«Αυτό σημαίνει ότι έχω την άδειά σου να συνεχίσω;»
«Σημαίνει ότι περιμένω να δω τι θα κάνεις.»
Γέλασαν και οι δύο. Για μια στιγμή η ένταση έσπασε. Ύστερα επέστρεψε, ακόμη πιο δυνατή.
Ο νεαρός συνέχισε απαλά το μασάζ στον αυχένα της. Η Μελισσάνθη είχε χαλαρώσει και άφηνε την ένταση της ημέρας να υποχωρεί. Ταυτόχρονα, όμως, αισθανόταν ότι κάτω από αυτή την ηρεμία υπήρχε κάτι άλλο που μεγάλωνε.
Κάτι που δεν είχε σχέση πλέον με τον πονοκέφαλο.
«Να σε ρωτήσω κάτι;» είπε εκείνος.
«Ρώτα.»
«Όταν μου μίλησες για τον άντρα σου στο πλοίο… μου φάνηκε πως υπάρχει κάποια ένταση μεταξύ σας. Έπεσε έξω η εντύπωσή μου;»
Η Μελισσάνθη αναστέναξε. «Όχι ακριβώς. Το πρόβλημα είναι πως έχω την τάση να αναλύω υπερβολικά τα πράγματα. Εκείνος κουράζεται. Μου λέει πως οι συνήθειες μου έχουν αποκτήσει έναν επαναλαμβανόμενο, τελειομανή χαρακτήρα και ότι πολλές φορές προσπαθώ να ελέγχω τα πάντα.»
«Και αυτό επηρεάζει και τη σχέση σας;»
«Ίσως. Δεν ξέρω πώς ακριβώς να το ερμηνεύσω. Μερικές φορές αναρωτιέμαι αν όλες οι σχέσεις, όσο περνούν τα χρόνια, αποκτούν μια διαφορετική μορφή. Συνηθίζεις τον άλλον, ξέρεις τις αντιδράσεις του, ξέρεις τι θα πει πριν το πει…»
«Δεν συμφωνώ.»
«Γιατί;»
«Επειδή δεν είσαι καθόλου μεγάλη για να πιστεύεις πως τελείωσαν οι εκπλήξεις.»
Η Μελισσάνθη χαμογέλασε. «Και τι είμαι;»
«Μια νέα και πολύ ελκυστική γυναίκα που μόλις βρέθηκε, χωρίς να το έχει προγραμματίσει, σε μια κατάσταση που δεν περίμενε.»
Τα δάχτυλά του συνέχισαν να κινούνται απαλά στον αυχένα της. Η Μελισσάνθη έκλεισε ξανά τα μάτια.
Αυτή τη φορά όμως δεν ήθελε να χαλαρώσει. Ήθελε να παραμείνει ξύπνια μέσα στη στιγμή.
Γιατί ήξερε πια πως η βραδιά στη Μάλαγα είχε ξεφύγει από το αρχικό της σχέδιο. Και πως το επόμενο κεφάλαιο του μικρού τους ταξιδιού δεν θα γραφόταν με λόγια.
«Εσύ! Για πες τώρα… τι λέει η κοπέλα σου για το επάγγελμά σου;»
«Δεν υπάρχει κάτι αυτή την εποχή. Μόνος μου είμαι.»
«Έλα, βρε αγόρι μου! Σοβαρά μιλάς; Τόσο ωραίος άντρας και είσαι μόνος; Σίγουρα θα έχεις γνωρίσει πολλές γυναίκες στα ταξίδια σου. Άλλωστε, βλέπεις… οι διαθέσιμοι άντρες όλο και λιγοστεύουν, αν με καταλαβαίνεις.»
«Κάποιες γνωριμίες που είχα δεν ευδοκίμησαν. Έψαξαν για άλλα λιμάνια!»
Η Μελισσάνθη γέλασε. «Μάλιστα… Και η προσωπική σου ζωή τελευταία;»
Ο νεαρός ανασήκωσε τους ώμους. «Πικρή η αλήθεια, αλλά θα στην πω. Νιώθω εντελώς άδειος. Την παλεύω όπως μπορώ!»
«Αα… κρίμα. Καλά, κι εγώ είχα καιρό να νιώσω ξανά τόσο έντονα αυτή την πλευρά της ζωής. Και στο πλοίο, μην νομίζεις… Είχαμε κι εκεί τις δυσκολίες μας. Με τη συνεχή επαγρύπνηση για τα φορτία και τις ευθύνες, πού χρόνος για…» Άφησε τη φράση να αιωρηθεί, χωρίς να την ολοκληρώσει.
Ο νεαρός την κοίταξε για λίγο και χαμογέλασε.
«Με τέτοια μελαχρινή ομορφιά και τέτοια θηλυκότητα, μην προσπαθείς να με πείσεις ότι δεν έχεις θαυμαστές. Σίγουρα θα είσαι πολύ επιθυμητή. Νομίζω πως κάθε γυναίκα έχει, κάποια στιγμή, έναν θαυμαστή που, παρότι γνωρίζει ότι είναι δεσμευμένη, εξακολουθεί να την πλησιάζει διακριτικά.»
Έγειρε λίγο προς το μέρος της και πρόσθεσε παιχνιδιάρικα. «Σίγουρα προτάσεις δεν σου έχουν κάνει; Άσε τον ναυτικό και… παντρέψου εμένα!»
Η Μελισσάνθη ξέσπασε σε γέλια.
«Χυλόπιτα έχεις ρίξει;»
«Ναι, έχει χρειαστεί.»
«Και… εμμονικός θαυμαστής;»
«Τώρα όχι. Αλλά έχει υπάρξει.»
«Και τι έκανες;»
«Του μίλησα στα ίσα. Ήρεμα και χωρίς να τον προσβάλω. Του εξήγησα ότι δεν έχω διάθεση για κάτι περισσότερο και, τελικά, κατάφερα να τον απομακρύνω.»
«Μάλιστα…»
Η Μελισσάνθη σταμάτησε για λίγο. Ήταν φανερό πως κάτι άλλο ήθελε να ρωτήσει, αλλά δίσταζε. «Το θέμα είναι ότι απλώς δεν έχω συνηθίσει να…» Σταμάτησε απότομα. Έπειτα, σαν να της ήρθε ξαφνικά μια σκέψη, τον κοίταξε ευθεία. «Αυτό με τα αφροδίσια που κυκλοφορούσε στο πλοίο… ισχύει;»
Ο νεαρός πάγωσε για μια στιγμή. Δεν περίμενε με τίποτα την ερώτηση. Έμεινε άφωνος, κοιτάζοντάς την σαν να προσπαθούσε να καταλάβει από που ακριβώς είχε προκύψει.
Η Μελισσάνθη, βλέποντας τη σιωπή του, κατάλαβε ότι είχε πετύχει διάνα σε κάτι που την απασχολούσε περισσότερο απ’ όσο ήθελε να παραδεχτεί.
«Τον… τον παλιομαλάκα! Τον γαμημένο! Αυτό μου έλειπε τώρα, να με έχει κολλήσει καμιά αρρώστια!»
Ο νεαρός σήκωσε τα χέρια ψηλά, προσπαθώντας να συγκρατήσει τα γέλια του. «Ώπα! Αγρίεψαν τα πράγματα… Το θέμα έχει βαρύτητα και απαιτεί εις βάθος ανάλυση!»
Η Μελισσάνθη τον κοίταξε με μισό χαμόγελο και μισή αγωνία. Εκείνος κατάλαβε πως το χιούμορ ήταν ο καλύτερος τρόπος να απομακρύνει την ένταση. «Όσο για τα αφροδίσια, δεν ισχύει τίποτα απ’ όσα άκουσες. Σαν γραμματικός σε γκαζάδικο και υπεύθυνος για τη φόρτωση και την εκφόρτωση, δεν έχεις και πολλές ευκαιρίες να τριγυρνάς στα λιμάνια. Το ξέρεις κι εσύ.» Το είπε ήρεμα, σχεδόν καθησυχαστικά. «Οπότε, μην αγχώνεσαι.»
Η Μελισσάνθη τον κοίταξε για λίγα δευτερόλεπτα. «Χμ… Ας το πιστέψω!»
«Όλα καλά;» τη ρώτησε.
Εκείνη χαμογέλασε και πήρε μια μικρή ανάσα. «Ναι. Όλα καλά.»
Και η κουβέντα, που για λίγες στιγμές είχε ακουμπήσει μια απρόσμενα ευαίσθητη χορδή, ξαναβρήκε σιγά-σιγά τον ανάλαφρο ρυθμό της.
Ο νεαρός μηχανικός συνέχισε το μασάζ με απαλές, επιδέξιες κινήσεις, κατεβαίνοντας αργά από τους ώμους προς την πλάτη της. Κάποια στιγμή, με μια ήρεμη αυτοπεποίθηση που δεν έκρυβε την πρόθεσή του, έλυσε το κούμπωμα του δαντελένιου σουτιέν της. Η κίνηση αυτή ήταν μικρή, σχεδόν ανεπαίσθητη, κι όμως έμοιαζε σαν να άνοιγε έναν δρόμο που μέχρι εκείνη τη στιγμή παρέμενε κλειστός. Έναν δρόμο προς την απόλαυση, αλλά και προς κάτι πολύ βαθύτερο που η Μελισσάνθη προσπαθούσε τόση ώρα να κρατήσει υπό έλεγχο. Εκείνος συνέχισε αργά, αφήνοντάς την να τον καθοδηγεί με τις αντιδράσεις της. Δεν υπήρχε βιασύνη. Μόνο η σταδιακή αφύπνιση των αισθήσεων, η αυξανόμενη ένταση και η αίσθηση πως κάθε προηγούμενο όριο είχε αρχίσει να γίνεται λιγότερο σαφές.
Η Μελισσάνθη έκλεισε τα μάτια. Το σώμα της είχε ξυπνήσει πριν ακόμη προλάβει η σκέψη της να αποφασίσει τι ακριβώς ήθελε. Για πρώτη φορά ύστερα από καιρό ένιωθε να υποχωρούν οι άμυνες που είχε χτίσει γύρω από τον εαυτό της. Δεν ήταν μόνο η σωματική επιθυμία. Ήταν η ανάγκη να νιώσει γυναίκα, επιθυμητή, ζωντανή.
Για λίγες στιγμές έμειναν σιωπηλοί. Ακούγονταν μόνο οι ανάσες τους. Όταν άνοιξε τα μάτια της, τον βρήκε να την κοιτάζει. Το βλέμμα του είχε αλλάξει. Δεν υπήρχε πια η παιχνιδιάρικη διάθεση της προηγούμενης ώρας. Υπήρχε μια ένταση που και οι δυο αναγνώριζαν.
Εκείνος την αγκάλιασε. Τα χείλη τους συναντήθηκαν.
Η Μελισσάνθη ακούμπησε πίσω στον τοίχο, ξαφνιασμένη περισσότερο από τον εαυτό της παρά από εκείνον. Για μια στιγμή πέρασε από το μυαλό της να τον απομακρύνει. Τα χέρια της, όμως, δεν υπάκουσαν στη σκέψη της. Αντίθετα, βρέθηκαν πάνω του. Τ ο φιλί έγινε βαθύτερο και η αμηχανία της άρχισε να υποχωρεί. Η αντίσταση που είχε εμφανιστεί στην πρώτη στιγμή μετατράπηκε σιγά-σιγά σε συνειδητή ανταπόκριση. Τώρα πια δεν υπήρχε παρεξήγηση. Ήξεραν και οι δύο πού οδηγούσε εκείνη η στιγμή. Η Μελισσάνθη τον κοίταξε για λίγο στα μάτια. Στο βλέμμα της υπήρχε ακόμη ένας τελευταίος δισταγμός, όχι φόβος, αλλά η επίγνωση ότι από εκεί και πέρα τίποτα δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί απλώς μια αθώα γνωριμία στη Μάλαγα.
«Ωραία… τι κάνουμε τώρα;» ψιθύρισε εκείνος, χαμογελώντας.
Η Μελισσάνθη πήρε μια βαθιά ανάσα. Για λίγα δευτερόλεπτα δεν απάντησε. Ύστερα, χωρίς να προσθέσει τίποτε άλλο, του έπιασε το χέρι. «Πάμε στο κρεβάτι», είπε. Και αυτή τη φορά δεν υπήρχε ούτε αμηχανία ούτε υπεκφυγή στη φωνή της. Η Μελισσάνθη τον τράβηξε κοντά της και τα χείλη τους συναντήθηκαν ξανά, αυτή τη φορά χωρίς τον παραμικρό δισταγμό. Τα χέρια του έκλεισαν γύρω από τη μέση της και τα σώματά τους ήρθαν κοντά, σαν να είχαν πάψει πια να υπάρχουν οι αποστάσεις που μέχρι πριν από λίγο τους κρατούσαν επιφυλακτικούς. Η ανυπομονησία είχε πάρει τη θέση της αμηχανίας.
Εκείνος την αγκάλιασε και την ανασήκωσε με ευκολία. Εκείνη τυλίχτηκε πάνω του, παραδομένη στη στιγμή, και για λίγες στιγμές έμειναν έτσι, γελώντας σχεδόν αθόρυβα ανάμεσα στα φιλιά τους, σαν να τους είχε ξαφνιάσει και τους ίδιους η ταχύτητα με την οποία είχαν φτάσει μέχρι εκεί. Τα στήθη της πιέστηκαν στο στέρνο του. Ο ερεθισμός του ήταν τόσο έντονος και εντυπωσιακός που η Μελισσάνθη ένιωσε ένα ρίγος ωμής γυναικείας δύναμης. «Σε θέλω τώρα. Τώρα», τον ικέτεψε. «Σε θέλω τώρα», του ψιθύρισε. «Τώρα.»
Το βλέμμα του σκοτείνιασε από την ένταση. Τα ρούχα τους έπαψαν να έχουν σημασία. Έπεσαν βιαστικά στην άκρη, καθώς η απόσταση ανάμεσά τους μηδενιζόταν. «Θεέ μου… τι όμορφη που είσαι», της είπε χαμηλόφωνα .
Η Μελισσάνθη δεν απάντησε. Τον κοίταξε μόνο, με εκείνο το βλέμμα που δεν άφηνε πλέον χώρο για παρερμηνείες. Εκείνος την πήρε στην αγκαλιά του και τη μετέφερε στο κρεβάτι. Εκείνη αφέθηκε στα χέρια του, ενώ τα φιλιά του έγιναν πιο τρυφερά, σαν να ήθελε ξαφνικά να ισορροπήσει την ένταση με κάτι πιο βαθύ και ουσιαστικό.
Για μια στιγμή σταμάτησε. Την κοίταξε στα μάτια. «Είσαι σίγουρη;»
Η Μελισσάνθη κράτησε το βλέμμα του. «Ναι», απάντησε αποφασιστικά. «Είμαι.» Και αυτή η μία λέξη ήταν αρκετή.
Δεν χρειάζονταν πλέον άλλες εξηγήσεις, ούτε υποσχέσεις για το αύριο. Εκείνη τη νύχτα στη Μάλαγα, δύο άνθρωποι που είχαν συναντηθεί σχεδόν τυχαία είχαν φτάσει στο τελευταίο όριο της μεταξύ τους έλξης. Κι από εκεί και πέρα, οι λέξεις περίσσευαν. Την ξάπλωσε ανάσκελα κι έπεσε από πάνω της. «Το μόνο που μπορώ να σκεφτώ είναι ότι σε θέλω», της είπε με κομμένη ανάσα. Χάιδεψε τα στήθη και την κοιλιά της με τα χέρια και τη γλώσσα του, έπειτα κατέβηκε χαμηλότερα για να της ανοίξει τα πόδια. Η Μελισσάνθη ήταν ήδη έτοιμη, ζεστή, υγρή και πρόθυμη.
«Δεν μπορώ να πιστέψω ότι...» ήταν τα λόγια της όταν τον ένιωσε να ξαπλώνει ανάμεσα στα πόδια της, να μπαίνει μέσα της κι αυτή να τον τυλίγει σαν να ήταν φτιαγμένος για κείνη και μόνο. Οι κινήσεις του ήταν απαλές, το δικό της καλωσόρισμα φλογερό. Ένιωσε το πέος του να γλιστράει απαλά μέσα στο αιδοίο της της που ήταν μουσκεμένο από τα χάδια του. .
Η Μελισσάνθη κλείνει τα βλέφαρα, απολαμβάνοντας την πληρότητα, την υπέροχη αίσθηση της κυριαρχίας του, καμπυλώνοντας ενστικτωδώς τη λεκάνη της προς τα επάνω για να τον συναντήσει, να ενωθεί μαζί του, βογκώντας δυνατά. Τραβιέται πίσω και με αργές κινήσεις την ξαναγεμίζει. Τα δάχτυλά της χώνονται μέσα στα ανακατωμένα μαλλιά του, και τον νιώθει που κουνιέται, αργά αργά, μέσα έξω. «Πιο γρήγορα αγορίνα μου... Πιο γρήγορα. Σε παρακαλώ...» Την κοιτάζει Θριαμβευτικά και τη φιλάει με πάθος. «Έτσι, μωρό μου... Θέλω να σ' ακούω». Μετά περνάει το ένα του χέρι γύρω από τη μέση της αρπάζοντας με το άλλο τον γοφό της και μπαίνει πιο δυνατά μέσα της, κάνοντάς τη να ξεφωνίσει ξανά. Και αρχίζει ο εξαντλητικός ρυθμός. Η ανάσα του γίνεται όλο και πιο τραχιά, σαν τη δική της. Νιώθει βαθιά μέσα της το γνωστό σκίρτημα. Πάλι! Είναι ολόκληρη μια αίσθηση που, κουρσεύει το κορμί της. «Ελα, μωρό μου...» μουγκρίζει μέσα από τα σφιγμένα δόντια του, ακριβώς τη στιγμή, που και η Μελισσάνθη αφήνεται και φτάνουν μαζί στην κορύφωση.
Κοιταζόντουσαν στα μάτια. Μερικές στιγμές τα λόγια περιττεύουν και οι ηθικές ισορροπίες είναι αδύνατον να κρατηθούν..! Ό,τι συνέβηκε ήταν απίστευτο. Η επόμενη μέρα και νύχτα που θα ακολουθούσαν θα 'ταν ένα όνειρο, μια φαντασία, χαρίζοντας τους ατέλειωτες στιγμές ηδονής. Η συνέχεια ήταν φοβερά φιλήδονη. Κι οι δυο είχαν παραδοθεί κατά διαστήματα ανελέητα στις ορέξεις τους . Η συνέχεια εκείνης της νύχτας ήταν γεμάτη πάθος. Κι οι δυο, παρασυρμένοι από την αμοιβαία έλξη και την απροσδόκητη ελευθερία που τους είχε χαρίσει η Μάλαγα, αφέθηκαν στη στιγμή χωρίς πολλές σκέψεις για το αύριο.
Για τη Μελισσάνθη, όμως, εκείνη η γνωριμία έμελλε να μείνει σαν μια παράξενη παρένθεση στη ζωή της. Ο νεαρός μηχανικός δεν έμαθε ποτέ τίποτε περισσότερο για εκείνη. Δεν γνώριζε την οικογένειά της, την καθημερινότητά της, ούτε τι συνέβη μετά την επιστροφή της στο νησί. Κι εκείνη δεν του έδωσε ποτέ την ευκαιρία να τη γνωρίσει πραγματικά.
Χάθηκε από τη ζωή του σχεδόν τόσο ξαφνικά όσο είχε εμφανιστεί. Δεν προσπάθησε να την αναζητήσει. Δεν την πήρε τηλέφωνο, δεν έψαξε να βρει τα ίχνη της, δεν επιχείρησε να ξανανοίξει εκείνη την πόρτα. Ίσως επειδή κατάλαβε πως κάποια πράγματα είναι όμορφα ακριβώς επειδή μένουν εκεί όπου γεννήθηκαν: σε μια συγκεκριμένη νύχτα, σε μια ξένη πόλη, ανάμεσα σε δύο ανθρώπους που συναντήθηκαν τυχαία και ύστερα συνέχισαν τον δρόμο τους. Ίσως, πάλι, να ήθελε να γίνει έτσι.
Και η Μελισσάνθη, χρόνια αργότερα, όταν θυμόταν τη Μάλαγα, δεν ήταν τόσο το πρόσωπό του που ερχόταν πρώτο στη μνήμη της, όσο εκείνη η παράξενη αίσθηση ελευθερίας που είχε νιώσει για λίγο, σαν να είχε ανοίξει ένα παράθυρο σε μια ζωή που δεν θα γνώριζε ποτέ.
......«Ε, δεν θέλει και πολλή φαντασία για να ενδώσεις, όταν βρεθείς σε μια κατάσταση σαν κι αυτή που βρέθηκε η καλή μας η Μελισσάνθη», σκέφτηκε η Άλκηστις, καθώς άκουγε την ιστορία από την Εριφύλη. Ήξερε, βέβαια, πως άλλο να ακούς μια ιστορία και άλλο να τη ζεις.
«Αν όμως εσύ το θέλεις τόσο πολύ, Εριφύλη; Αν θέλεις πραγματικά να νιώσεις ξανά την αγκαλιά ενός άντρα διαφορετικού από τον Νικηφόρο και αποφασίσεις να κυνηγήσεις αυτή την επιθυμία, τότε πρέπει να ξέρεις κάτι. Δεν θα είναι μια εύκολη διαδρομή. Ούτε συναισθηματικά ούτε ψυχολογικά.»
Σταμάτησε για λίγο. «Ο έρωτας, ξέρεις, μπορεί να περάσει. Οι άνθρωποι ερωτεύονται, ξε-ερωτεύονται, απομακρύνονται, ξεχνούν. Η επιθυμία όμως είναι άλλο πράγμα. Έρχεται από βαθύτερα μέσα μας και δεν υπακούει πάντα σε κανόνες, υποσχέσεις και κοινωνικές συμβάσεις.»
Κι όμως, παρά το στενό μαρκάρισμα που της είχε κάνει τόση ώρα, η Άλκηστις είχε μείνει τελικά με μια απορία να αιωρείται μέσα της. Τι θα έκανε η αγαπημένη της ξαδέρφη όταν οι κρυφές της σκέψεις άρχιζαν να κατακλύζονται από μια επιθυμία που δεν χωρούσε εύκολα μέσα στα όρια του γάμου της;
Θα άφηνε τον πειρασμό να περάσει; Ή θα πλησίαζε ακόμη περισσότερο τον άντρα που είχε καταφέρει, μέσα σε λίγα λεπτά, να ξυπνήσει μέσα της κάτι που κοιμόταν εδώ και καιρό.
Η Άλκηστις δεν ήταν από εκείνες που πίστευαν πως όλες οι παντρεμένες γυναίκες σκέφτονται με τον ίδιο τρόπο. Ούτε δεχόταν εύκολα τις απόλυτες κουβέντες του τύπου «καμία γυναίκα δεν θα το έκανε ποτέ». «Ποιος ξέρει τι κρύβει ο καθένας μέσα του;» αναρωτήθηκε. Τα πράγματα είχαν αλλάξει πολύ σε σχέση με τις προηγούμενες γενιές. Οι γυναίκες διεκδικούσαν πλέον ανοιχτά την αυτονομία τους, τις επιθυμίες τους, ακόμη και το δικαίωμά τους να αποφασίζουν οι ίδιες τι θέλουν από μια σχέση.
Κι αυτό, για την Άλκηστη, δεν σήμαινε ούτε δικαίωση ούτε καταδίκη της απιστίας. Σήμαινε απλώς ότι η ανθρώπινη επιθυμία ήταν πολύ πιο περίπλοκη από τους κανόνες που προσπαθούσαν να την τακτοποιήσουν.
Και τότε ήρθε πάλι στο μυαλό της η Εριφύλη. «Τελικά, τον τύπο τον γουστάρει και τζάμπα το παιδεύει», σκέφτηκε. Όλο ναι μεν, αλλά… μου τα μασάει η καριόλα η ξαδέρφη! Όταν την πιέζω, κοιτάει το πάτωμα γιατί νιώθει άβολα. Μετά μου μιλάει για τον Νικηφόρο της, λες και αυτό από μόνο του απαντάει σε όλα. Και μου λέει ότι δεν σκέφτεται το σεξ με άλλον άντρα… Ε, πού τα πουλάει αυτά;»
Χαμογέλασε μόνη της. «Εγώ κατάλαβα κάτι άλλο. Ο άντρας στο εμπορικό δεν δημιούργησε την επιθυμία της. Απλώς έφερε στην επιφάνεια κάτι που υπήρχε ήδη και που εκείνη προσπαθούσε να κρατήσει καλά κρυμμένο.» Αυτό ήταν που την προβλημάτιζε περισσότερο.
Δεν χρειαζόταν να κάνει στην Εριφύλη άλλες ερωτήσεις. Ίσως ούτε η ίδια να είχε ακόμη τις απαντήσεις. Το βλέμμα της, οι στιγμές σιωπής, η αμηχανία της, εκείνο το παράξενο χαμόγελο που εμφανιζόταν κάθε φορά που ανέφερε τον άγνωστο άντρα… όλα έμοιαζαν να λένε περισσότερα απ' όσα μπορούσε ή ήθελε να παραδεχτεί.
«Η ξαδέρφη μου κινείται επικίνδυνα κοντά στα όρια», σκέφτηκε. Και το πιο παράξενο είναι ότι δεν ξέρω αν θέλει πραγματικά να απομακρυνθεί από αυτά ή αν περιμένει απλώς μια αφορμή για να τα περάσει.»
Η Άλκηστις αναστέναξε.
Ίσως τελικά ο μόνος τρόπος να αντιμετωπίσει κανείς έναν μεγάλο πειρασμό να μην είναι ούτε να τον πολεμά αδιάκοπα ούτε να τον δικαιολογεί. Ίσως να χρειάζεται πρώτα να τον κοιτάξει κατάματα και να παραδεχτεί ότι υπάρχει. Και η Εριφύλη, όσο κι αν προσπαθούσε να πείσει τον εαυτό της για το αντίθετο, είχε ήδη κάνει το πρώτο βήμα. Όχι προς την απιστία. Προς την παραδοχή της επιθυμίας της.
Και αυτό, για την Άλκηστη, ήταν ίσως το πιο ενδιαφέρον, αλλά και το πιο επικίνδυνο, σημείο ολόκληρης της ιστορίας.
.......Ο άνεμος, που φυσούσε σταθερά από τα νοτιοανατολικά πάνω από το απέραντο γαλάζιο του Ινδικού Ωκεανού, έμοιαζε να παρασύρει μαζί του και τα υγρά όνειρα του Νικηφόρου, γεννήματα μιας αχαλίνωτης φαντασίας που αρνιόταν να αφήσει τα ένστικτά του να νεκρωθούν κάτω από τις αυστηρές δόσεις της χριστιανικής ηθικής με τις οποίες τον είχε γαλουχήσει η μητέρα του. Κι ενώ το μυαλό του ταξίδευε ακόμη σε κόσμους που δεν τολμούσε εύκολα να ομολογήσει ούτε στον ίδιο του τον εαυτό, ένα μήνυμα ήρθε να τον επαναφέρει απότομα στην πραγματικότητα. Έπρεπε να επικοινωνήσει μέσω ασυρμάτου με τον δορυφορικό σταθμό του Ράδιο Ολυμπία. Στην άλλη άκρη της επικοινωνίας τον περίμενε το έτερον ήμισυ του, η λατρευτή βασίλισσα της καρδιάς του, η Εριφύλη. Και μαζί της, τα δυο μικρά τους αγγελούδια. Για μια στιγμή, ο Νικηφόρος χαμογέλασε. Όσο μακριά κι αν τον ταξίδευε η φαντασία του, υπήρχε πάντα ένας τόπος όπου επέστρεφε η καρδιά του.
Λίγο πριν κλείσουν την ευχάριστη επικοινωνία τους μέσω της ραδιοτηλεφωνικής σύνδεσης, η Εριφύλη θέλησε να πληροφορήσει τον Νικηφόρο για την παρουσία της ξαδέλφης της.
«Σου στέλνει τους πολύ θερμούς χαιρετισμούς της και την αγάπη της και η ξαδέλφη μου η Άλκηστις. Είναι εδώ μαζί μας σήμερα και σε ακούει.»
Μια μικρή παύση. «Η Άλκηστις…»
Το όνομα έμεινε για μια στιγμή μετέωρο στην άλλη άκρη της σύνδεσης. Και η Εριφύλη, χωρίς να το γνωρίζει, μόλις είχε ανοίξει μια καινούργια πόρτα στην ιστορία.
Το όνομα ξύπνησε αμέσως μια παλιά εικόνα στο μυαλό του Νικηφόρου. Τη θυμόταν από τον γάμο του με την Εριφύλη, τότε που ήταν ακόμη ένα δωδεκάχρονο κοριτσόπουλο. Ένα σκερτσόζικο μουτράκι, γεμάτο ζωντάνια και παιδική αταξία, που τριγυρνούσε ανάμεσα στους μεγάλους με εκείνη την αστείρευτη περιέργεια των παιδιών. Είχαν περάσει πάνω από δέκα χρόνια. Και μέσα σε αυτά τα χρόνια η Άλκηστις είχε μεγαλώσει, όπως μεγαλώνουν όλοι οι άνθρωποι, σχεδόν χωρίς να το αντιλαμβάνονται όσοι τους έχουν γνωρίσει από μικρούς. Ο Νικηφόρος είχε ποτέ δει την αλλαγή της να συντελείται βήμα-βήμα. Για εκείνον όμως παρέμενε για πολλά χρόνια συνδεδεμένη με την εικόνα εκείνου του κοριτσιού του γάμου. Άλλωστε, όταν ένα παιδί μεγαλώνει μέσα στον στενό οικογενειακό και φιλικό κύκλο, η σχέση που δημιουργείται είναι διαφορετική. Η οικειότητα και η συγγένεια του περιβάλλοντος σβήνουν σχεδόν αυτόματα κάθε σκέψη πέρα από την οικογενειακή τρυφερότητα.
Η Άλκηστις ήταν πλέον είκοσι δύο ετών, φοιτήτρια, και κατά τη διάρκεια των σπουδών της έμενε στην Αθήνα, στο σπίτι του θείου της Θρασύβουλου. Η γειτνίαση αυτή είχε φέρει ακόμη περισσότερο κοντά τις δύο εξαδέλφες. Η Εριφύλη και η Άλκηστις είχαν αποκτήσει μια σχέση σχεδόν αδελφική, και μέσα από αυτήν είχε έρθει φυσικά πιο κοντά και ο Νικηφόρος. Οι οικογενειακές συναντήσεις, οι γιορτές, οι καφέδες, οι μικρές καθημερινές κουβέντες είχαν κάνει την παρουσία της Άλκηστης οικεία και στους δυο τους. Δέκα ολόκληρα χρόνια είχαν κυλήσει από εκείνο το καλοκαίρι.
Και τώρα βρισκόταν πάλι καλοκαίρι. Ο Νικηφόρος είχε ξεμπαρκάρει και απολάμβανε αμέριμνος τις οικογενειακές τους διακοπές στο ήσυχο εξοχικό τους, χτισμένο μέσα σε έναν παραθαλάσσιο ελαιώνα, μπροστά σε μια μικρή, ήρεμη και σχεδόν απομονωμένη παραλία.
Εκείνο το απόγευμα αναπαυόταν νωχελικά στην αγκαλιά του ήλιου, απλωμένος στις μπαμπού πολυθρόνες της ευρύχωρης βεράντας. Παρατηρούσε αφηρημένα τα μικρά ιπτάμενα ζουζούνια που πετούσαν πάνω από τα ολάνθιστα λουλούδια, ενώ τα μάτια του μισόκλειναν από τη γλυκιά ζέστη.
Ο ήλιος χαμήλωνε στον ορίζοντα και οι τελευταίες ακτίνες του περνούσαν ανάμεσα από τα κλαδιά των ελιών. Τότε άκουσε τον χαρακτηριστικό ήχο της εξώπορτας. Σήκωσε το βλέμμα. Το φως τον τύφλωσε για μια στιγμή. Οι ηλιαχτίδες έπεσαν κατευθείαν στα μάτια του και τα βλέφαρά του αντέδρασαν αυθόρμητα, ανοιγοκλείνοντας γρήγορα, σαν φτερά πεταλούδας.
Τινάχτηκε ελαφρά στην πολυθρόνα. Ξανακοίταξε προς την είσοδο. Στην αρχή διέκρινε μόνο μια σκιά. Ύστερα, καθώς ο ήλιος κρύφτηκε πίσω από τις ελιές, η μορφή ξεκαθάρισε. Μια νεαρή γυναίκα στεκόταν στην είσοδο. Ο Νικηφόρος την κοίταξε για λίγα δευτερόλεπτα χωρίς να αντιδράσει. Μες στην αντηλιά την αναγνώρισε! Ηταν η Άλκηστις. Δεν ήταν πια το μικρό κορίτσι που είχε συνηθίσει να θυμάται.. Ήταν μια νέα γυναίκα, είκοσι δύο ετών πλέον, με μια παρουσία που δεν είχε καμία σχέση με την παιδική εικόνα που είχε κρατήσει τόσα χρόνια στη μνήμη του.
Ο Νικηφόρος πρέπει να παρουσίαζε πραγματικά κωμικό θέαμα, έτσι όπως είχε μείνει για μια στιγμή με το στόμα μισάνοιχτο. Η Άλκηστις το πρόσεξε. Ένα πνιχτό γέλιο ξέφυγε από τα χείλη της.
Η Άλκηστις γέλασε ξανά και προχώρησε προς τη βεράντα. Και ο Νικηφόρος, καθώς την παρακολουθούσε να πλησιάζει, ένιωσε εκείνη την παράξενη αίσθηση που προκαλεί η συνάντηση με έναν άνθρωπο τον οποίο έχεις συνηθίσει να τον βλέπεις σαν παιδί και ξαφνικά ανακαλύπτεις ότι ο χρόνος έχει γράψει πάνω του μια ολόκληρη καινούργια ιστορία.
«Ξάδελφε, τι είναι αυτό που ονειρευόσουν;»
Άκουσε τη φωνή της σαν να ερχόταν από μακριά, σχεδόν από το υπερπέραν, καθώς προσπαθούσε ακόμη να συνέλθει από τη θολούρα της αντηλιάς. Μπροστά του στεκόταν τώρα η Άλκηστις, χαμογελαστή και ζωηρή, με το όμορφο πρόσωπό της που είχε καιρό να δει και εκείνο το πλατύ χαμόγελο που φανέρωνε τη χαρά της για την απρόσμενη συνάντησή τους. Την παρακολουθούσε να ανεβαίνει το τελευταίο σκαλοπάτι, με τα μάτια της να λάμπουν από το απογευματινό φως. Ο Νικηφόρος έκλεισε για λίγο τα δικά του μάτια, αφήνοντας τη δροσιά της βεράντας να τον συνεφέρει.
Δεν πρόλαβε να της απαντήσει.
Η Άλκηστις είχε ήδη ανέβει και στεκόταν μπροστά του, με την τσάντα κρεμασμένη στον ώμο. Έγειρε παιχνιδιάρικα το κεφάλι στο πλάι και τον κοίταξε ερωτηματικά.
«Να αισθάνομαι ενοχές; Μήπως διέκοψα κάποιο μεγάλο όνειρο που έβλεπες ολοζώντανο;»
Του άπλωσε το χέρι. Ο Νικηφόρος το έσφιξε γελώντας.
«Καλώς μας ήρθες! Πώς και αυτή η ξαφνική και αναπάντεχη εμφάνιση; Είσαι πραγματικά μια ευχάριστη έκπληξη!»
«Αλήθεια, δεν το ήξερες; Είμαι καλεσμένη σας. Μόνη μου δεν θα ερχόμουν. Η ξαδέλφη το κανόνισε.»
Έκανε πως κοιτούσε γύρω της. «Αν περισσεύω και σας χαλάω το πρόγραμμα, φεύγω. Αθόρυβα. Δεν θα σας ενοχλήσω καθόλου.»
Ο Νικηφόρος έβαλε τα γέλια. «Συγγνώμη! Και πολύ άργησες. Φύγε και κλείσε καλά την πόρτα πίσω σου, καλή μου. Με πούντιασες, βρε κορίτσι μου!»
Η Άλκηστις άνοιξε διάπλατα τα μάτια. «Εεεελα! Δεν το πιστεύω! Σοβαρολογείς;»
«Αν σοβαρολογώ, λέει! Με πούντιασες, βέβαια, λίγο… αλλά, σαν γεννημένος ευγενής απέναντι στις δεσποινίδες, σου το συγχωρώ!»
«Α, μάλιστα! Πολύ μεγαλόψυχος μας βγήκες!»
«Τι να κάνουμε; Οι αρχές της φιλοξενίας είναι ιερές.»
«Εντάξει, λοιπόν. Θα μείνω. Αλλά να ξέρεις… δεν φταίω εγώ αν ξύπνησα κάποιον που ονειρευόταν μεσημεριάτικα!»
«Δεν ήταν μεσημέρι!»
«Ακόμη χειρότερα. Απογευματινό όνειρο ήταν;»
Και οι δυο ξέσπασαν στα γέλια, ενώ η Άλκηστις άφηνε την τσάντα της πάνω σε μια καρέκλα και ο Νικηφόρος σηκωνόταν από την πολυθρόνα για να την υποδεχθεί καλύτερα. Την κοίταζε σταθερά και διαπεραστικά λες κι έβλεπε μέσα της. Λίγες φακίδες στόλιζαν τη ράχη της μύτης της. Του φαινόταν ιδιαίτερα ελκυστικό το ψεγάδι τούτο. Και το στόμα της ήταν ελκυστικό. Αναρωτήθηκε τι γεύση να είχε, και ένιωθε να τον ερεθίζει η σκέψη και μόνο. Για πρώτη φορά δε, δεν την κοίταζε σαν ξάδελφος, αλλά σαν άντρας, σαν ένας έμπειρος με τις γυναίκες άντρας που ήταν, και για μια στιγμή η Άλκηστις είδε καθαρά μια σπίθα λαγνείας στα μάτια του. Της άρεσε αυτός ο αρρενωπός άντρας που η ξαδέρφη της τον είχε ερωτευτεί τρελά και ήταν ακόμα ερωτευμένη μαζί του, μετά από δέκα χρόνια γάμου. Χαμήλωσε το κεφάλι της αμήχανη. Εντάξει, ο ξάδελφος της ήταν ανοιχτόμυαλος και μοντέρνος άνθρωπος, και πάντα εκφράζονταν αρκετά ελεύθερα, κάνανε πλάκα, αλλά αυτό τώρα ήταν κάτι που δεν ειπώθηκε με λόγια, αλλά υπήρχε στον αέρα, αιωρούνταν ανάμεσά τους. Ξαφνικά η σωματική επαφή των χεριών τους έγινε βασανιστική. Σήκωσε το βλέμμα και κοιτάχτηκαν με ένταση. Ο Νικηφόρος αγκάλιασε με μάλλον επιτηδευμένη ευγένεια το σμιλεμένο και γυμνασμένο θηλυκό σώμα. Τι περίεργο, σ' ολόκληρο το καλογυμνασμένο κορμί του ένοιωσε μία ακαριαία ευεξία. Η σωματική επαφή με την ξαδέρφη διαπέρασε στο κορμί του μία γνωστή τονωτική ουσία.» Της χαμογελούσε τώρα με το χαμόγελο του να φωτίζει τα βάθη των ματιών του. Την ήθελε. Τον ήθελε κι εκείνη. Το ένιωθε. Το αίμα του είχε αρχίσει να βράζει, αλλά ένα άγνωστο κομμάτι του εαυτού του τον πίεσε να συγκρατηθεί. Τα χέρια του, λες και είχαν δική τους θέληση, την απομάκρυναν από κοντά του. Της Άλκηστις ανάγκες ξύπνησαν και φούντωσαν μέσα της. Τον κοίταξε και τις ένιωσε να ζωντανεύουν με όλες τις απαιτήσεις και τους κινδύνους που συνεπάγονταν. Τα πελώρια μάτια της, στραμμένα πάνω του, καθρέφτισαν όλη της τη σύγχυση. «Τι όμορφη ξαδερφούλα έχω!» της είπε
«Και συ δε πας πίσω» του απάντησε ναζιάρικα.
«Η ξαδέλφη;» ρώτησε, προσέχοντας να μην τον αγγίξει ξανά. «Με συγχωρείς, νομίζω είναι ώρα να δω και την ξαδέλφη.»
Το παιχνιδιάρικο «κι εσύ δεν πας πίσω», δεν ήταν απλώς αθώο πείραγμα. Μήπως τον έβλεπε κι εκείνη ως άντρα; Δεν μπορούσε, ωστόσο, να είναι βέβαιος.
Και κάπου εκεί γεννήθηκε ένας άλλος, πιο επικίνδυνος συλλογισμός: ποιος από τους δύο θα τολμούσε να κάνει πρώτος το βήμα; Η συγγένεια , έστω και από την πλευρά της Εριφύλης και οι δεσμοί που τους ένωναν με ολόκληρη την οικογένεια έβαζαν μπροστά τους ένα αόρατο όριο. Κανείς δεν το είχε ονομάσει, αλλά και οι δύο το ένιωθαν.
Ποιος θα είχε το θάρρος να το παραβεί πρώτος; Η αμαρτία, σε όλες τις μορφές της, είναι ίσως ένα από τα πιο παράξενα «προνόμια» του ανθρώπου. Και ιδιαίτερα όταν η επιθυμία συγκρούεται με όσα η λογική, η κοινωνία ή η συνείδηση θεωρούν επιτρεπτά. Ο άνθρωπος γνωρίζει τα όρια, και παρ’ όλα αυτά, κάποιες φορές, αισθάνεται την παρόρμηση να τα πλησιάσει.
Ο Νικηφόρος δεν μπορούσε να αγνοήσει πως μπροστά του στεκόταν μια όμορφη, ώριμη για την ηλικία της, νεαρή γυναίκα, είκοσι δύο ετών πια, που δεν είχε καμία σχέση με το κοριτσάκι που θυμόταν από τα παλιά. Η Άλκηστις είχε μεγαλώσει. Είχε γίνει γυναίκα, με τη δική της προσωπικότητα, τη δική της παρουσία και τη δική της ζωή.
Κι εκεί ακριβώς βρισκόταν η δυσκολία. Δεν ήταν μια άγνωστη γυναίκα που είχε συναντήσει τυχαία. Ήταν η ξαδέρφη της γυναίκας του. Ένα πρόσωπο δεμένο με την Εριφύλη, με τα παιδιά τους, με την οικογένεια, με μια ολόκληρη ζωή που ο Νικηφόρος είχε χτίσει μέσα σε δέκα χρόνια γάμου.
«Ξαδέρφη της γυναίκας μου…» σκέφτηκε. Η σκέψη και μόνο ήταν αρκετή για να τον επαναφέρει στην πραγματικότητα. Κι όμως, η επιθυμία δεν ενδιαφέρεται πάντοτε για τη λογική. Μπορεί να εμφανιστεί χωρίς πρόσκληση, να αναστατώσει τον άνθρωπο και ύστερα να τον αφήσει να παλεύει μόνος του με τις συνέπειες της. Ο Νικηφόρος το γνώριζε καλά.
Το ερώτημα, επομένως, δεν ήταν αν μπορούσε να αισθανθεί έλξη για την Άλκηστη. Αυτό, πλέον, ήταν δύσκολο να το αρνηθεί ακόμη και στον ίδιο του τον εαυτό. Το πραγματικό ερώτημα ήταν άλλο. Πόσο κοντά θα επέτρεπε στον εαυτό του να πλησιάσει την επιθυμία, πριν θυμηθεί ποια ήταν η γυναίκα που τον περίμενε μέσα στο σπίτι;
Αυτό που τώρα τον ανησυχούσε περισσότερο ήταν πως εκείνο το κορίτσι, είχε μεγαλώσει και είχε γίνει μια γυναίκα που του ξυπνούσε μια απρόσμενη ερωτική έλξη. Και αυτή ακριβώς η διαπίστωση έμοιαζε με βραδυφλεγή βόμβα στα θεμέλια της ήρεμης οικογενειακής ζωής του, κάτι που, αν δεν το πρόσεχε, θα μπορούσε να θέσει σε δοκιμασία τη σχέση του με την Εριφύλη και την ισορροπία ολόκληρης της οικογένειας.
Το πονηρό μειδίαμα που είχε αφήσει η Άλκηστις στο πρόσωπό της, λίγο πριν κλείσει την πόρτα πίσω της, του είχε μείνει στο μυαλό. Για μια παράξενη στιγμή τού θύμισε λέαινα που είχε μόλις εντοπίσει τη λεία της. Η σκέψη τον έκανε να ανατριχιάσει. «Θεέ μου… τι ιδέες βάζει στο μυαλό μου αυτό το κορίτσι;» Έμεινε για λίγο ακουμπισμένος στην κουπαστή, προσπαθώντας να ξαναβρεί την ψυχραιμία του. «Ωραιότατα… Γιατί το έκανα εγώ τώρα αυτό; Εντάξει, αγορίνα μου, ηρέμησε. Δεν έγινε και κανένα έγκλημα. Μια αγκαλιά ήταν. Ένα πείραγμα. Τίποτε περισσότερο.»
Προσπαθούσε να καθησυχάσει τον εαυτό του, όμως ήξερε πως το πραγματικό πρόβλημα δεν βρισκόταν σε αυτό που είχε ήδη συμβεί. Βρισκόταν σε αυτό που, για πρώτη φορά, είχε περάσει από το μυαλό του.
...Ήταν ακόμη μια όμορφη καλοκαιρινή ημέρα. Είχαν ήδη περάσει δύο ατελείωτες ημέρες από τότε που η Άλκηστις είχε έρθει να μείνει στο σπίτι, κι όμως ο Νικηφόρος ένιωθε σαν να μην είχε περάσει ούτε στιγμή από την πρώτη εκείνη συνάντηση. Η σκέψη του ήταν διαρκώς πάνω της.
Η φωνή της, το άρωμα της, ο τρόπος που κινούνταν μέσα στο σπίτι, ακόμη και η απλή παρουσία της είχαν καταφέρει να αναστατώσουν το μυαλό του, χωρίς να έχει συμβεί μεταξύ τους τίποτε περισσότερο από μια αγκαλιά και μερικά βλέμματα που ίσως ή ίσως όχι. έκρυβαν περισσότερα απ' όσα θα έπρεπε.
Τελικά, η παρουσία της και μόνο αρκούσε για να αναστατώσει τη ζωή του. Και το πιο παράξενο ήταν πως η ίδια δεν φαινόταν να κάνει τίποτε ιδιαίτερο για να το πετύχει.
Ο Νικηφόρος προσπαθούσε όσο μπορούσε να την αποφεύγει. Έβρισκε αφορμές να λείπει από το σπίτι, να ασχολείται με δουλειές έξω, να βρίσκεται στον κήπο ή οπουδήποτε αλλού, αρκεί να μη βρεθεί μόνος μαζί της. Προσπαθούσε ακόμη και να μην τη σκέφτεται. Μάταια.
Η μορφή της επέστρεφε επίμονα στη σκέψη του, ιδιαίτερα τις νύχτες, όταν ησυχούσαν όλα γύρω του και δεν υπήρχε τίποτε για να αποσπάσει την προσοχή του.
Είχε σοκαριστεί με τον ίδιο του τον εαυτό. Για πρώτη φορά στη ζωή του, ενώ βρισκόταν τόσο κοντά στη γυναίκα του, μπορούσε να αισθάνεται την αγάπη και την οικειότητα τους και ταυτόχρονα να έχει στο μυαλό του μια άλλη γυναίκα. Αυτό τον εξόργιζε. Και, αν ήθελε να είναι απόλυτα ειλικρινής με τον εαυτό του, τον φόβιζε ακόμη περισσότερο.
Γιατί κάπου βαθιά μέσα του είχε αρχίσει να φωλιάζει ένας άλλος φόβος: μήπως, αν άφηνε αυτή την κατάσταση να συνεχιστεί, ερχόταν κάποτε η στιγμή που η επιθυμία του για την Άλκηστη θα άρχιζε να επισκιάζει την επιθυμία του για την Εριφύλη. Και αυτή η σκέψη ήταν που τον τρόμαζε πραγματικά.
Από την αρχή γνώριζε πως η Εριφύλη ήταν λιγότερο σεξουαλική από τον ίδιο. Για εκείνη το σεξ ερχόταν δεύτερο, και μάλλον καταϊδρωμένο, στην ιεράρχηση των αναγκών της. Κι όμως, με τον δικό τους τρόπο, είχαν καταφέρει να συνυπάρξουν αρμονικά. Η σχέση τους δεν στηριζόταν μόνο στη σωματική επιθυμία.
Ήταν η γυναίκα του. Και την αγαπούσε ακριβώς όπως ήταν. Αγαπούσε τη δύναμη του χαρακτήρα της, την ανεξαρτησία της, το κοφτερό μυαλό της, τις απεριόριστες ικανότητές της. Την εκτιμούσε και τη σεβόταν. Ανάμεσά τους υπήρχε μια βαθιά πνευματική και ψυχική επικοινωνία, ένας δεσμός που είχε χτιστεί μέσα σε δέκα χρόνια κοινής ζωής και δεν μπορούσε εύκολα να διαλυθεί από μια ξαφνική έλξη.
Ή τουλάχιστον έτσι πίστευε μέχρι τώρα. Γιατί τελευταία είχε αρχίσει να αμφιβάλλει ακόμη και γι' αυτό. Όχι για την αγάπη του προς την Εριφύλη. Αυτή δεν την αμφισβητούσε. Αμφέβαλλε για τον ίδιο του τον εαυτό. Και όσο περισσότερο προσπαθούσε να ξεφύγει από την επιθυμία του για την Άλκηστη, τόσο περισσότερο συνειδητοποιούσε πως αυτή δεν υποχωρούσε. Αντίθετα, είχε αρχίσει να αποκτά τη δική της ζωή μέσα του.
....Την τρίτη ημέρα από την άφιξη της Άλκηστις, από νωρίς το πρωί, κατέφθασαν στο εξοχικό οι γονείς της Εριφύλης , ο Θρασύβουλος και η Αντιγόνη. Οι δύο μικροί μπόμπιρες, μόλις τους αντίκρισαν, ξετρελάθηκαν από τη χαρά τους. Χύθηκαν επάνω τους φωνασκώντας και γελώντας, σαν δυο άτακτα κουτάβια που είχαν μόλις απελευθερωθεί από το λουρί.
Ο μικρότερος έπιασε αμέσως τη γιαγιά του από το χέρι. «Έλα, γιαγιά! Πάμε στη θάλασσα να μαζέψουμε αχιβάδες!»
Η ομήγυρη ξέσπασε στα γέλια. Λίγο αργότερα, σύσσωμη η μεγάλη οικογένεια, μαζί και η Άλκηστις, ξεχύθηκε στην παραλία για να χαρεί τον ήλιο, τη θάλασσα και τα παιχνίδια των παιδιών.
Η μικρή παραλία τους ήταν από εκείνα τα μέρη που η φύση μοιάζει να τα έχει κρατήσει πεισματικά μακριά από τον θόρυβο και την πολυκοσμία. Ηλιόλουστη, ελεύθερη, γαλαζοπράσινη και πεντακάθαρη, με μια διακριτικότητα που την έκανε ιδανική για οικογένειες και παιδιά. Η χοντρή άμμος ανακατευόταν με μεγάλα, λευκά βότσαλα και, περπατώντας ανάμεσά τους, ένιωθες σχεδόν σαν ναυαγός που είχε ανακαλύψει έναν τόπο κρυμμένο από τον υπόλοιπο κόσμο.
Τα νερά ήταν ζεστά και κρυστάλλινα, ενώ ο βυθός κατέβαινε ήρεμα προς το βάθος. Μια στενή λωρίδα άμμου απλωνόταν σχεδόν ημικυκλικά, αγκαλιασμένη από τους λόφους που κατέβαιναν μέχρι τη θάλασσα. Το άγριο τοπίο, α untouched ακόμη από την τουριστική αξιοποίηση, δημιουργούσε την αίσθηση ενός φυσικού λιμανιού, ασφαλούς, ήσυχου και σχεδόν μυστικού.
Έτσι κυλούσαν οι ημέρες τους, ανάμεσα σε θάλασσα, παιχνίδια, οικογενειακά τραπέζια και εκείνη την αργή καλοκαιρινή ραστώνη που κάνει τον χρόνο να μοιάζει διαφορετικός.
Τρεις ημέρες αργότερα, ο Νικηφόρος και η Αντιγόνη γύρισαν νωρίτερα από την παραλία, για να ετοιμάσουν το μεσημεριανό γεύμα. Η Αντιγόνη προχωρούσε μπροστά, φορώντας το ολόσωμο μαγιό της, κι ο Νικηφόρος ακολουθούσε. Για άλλη μια φορά συνειδητοποίησε πόσο έντονα τον γοήτευε εδώ και χρόνια η παρουσία αυτής της γυναίκας. Ποτέ δεν είχε βρει τον κατάλληλο τρόπο να της το εκφράσει χωρίς να δημιουργήσει αμηχανία. Τα κομπλιμέντα του ήταν πάντοτε προσεκτικά, διατυπωμένα έτσι ώστε να μπορούν εύκολα να περάσουν ως φιλικό πείραγμα. Και η Αντιγόνη, από την πλευρά της, είχε έναν τρόπο να του απαντά που συχνά τον έκανε να χαμογελά, χωρίς ποτέ να ξεπερνά εκείνη την αόρατη γραμμή που κρατούσε τη σχέση τους μέσα στα όρια της οικειότητας. Κάτω από το υπαίθριο ντους η Αντιγόνη ξέπλενε από πάνω της το αλάτι της θάλασσας, ενώ ο Νικηφόρος δίπλα ετοίμαζε το μπάρμπεκιου για τα καλαμάρια. Το βλέμμα του, ωστόσο, ξέφευγε πού και πού προς το μέρος της, περισσότερο απ' όσο θα ήθελε να παραδεχτεί. Η Αντιγόνη τελείωσε το ντους και μπήκε στο σπίτι για να ετοιμάσει στον φούρνο το μπριάμ, το αγαπημένο καλοκαιρινό φαγητό του Νικηφόρου.
Εκείνος έμεινε για λίγο μόνος έξω. Ήξερε πως ανάμεσα τους υπήρχε ανέκαθεν μια παράξενη οικειότητα, ένα παιχνίδι κομπλιμέντων και πειραγμάτων. Η Εριφύλη, άλλωστε, της είχε εκμυστηρευτεί κατά καιρούς πράγματα από την προσωπική τους ζωή, κι αυτό είχε γίνει αφορμή για αρκετά πειράγματα ανάμεσα στη μητέρα και τον γαμπρό της.
Μέχρι εκεί, όμως. Όλα έμεναν στη σφαίρα του αστείου. Κι έτσι θα έπρεπε να παραμείνουν.
Η υπόλοιπη ημέρα κύλησε ευχάριστα για όλους. Ο Νικηφόρος απόλαυσε ιδιαίτερα το νοστιμότατο μπριάμ της Αντιγόνης, όπως άλλωστε κάθε φορά που εκείνη το έφτιαχνε. Μετά τη μεσημεριανή ανάπαυση, ο Θρασύβουλος και η Αντιγόνη θα έφευγαν για το μοναστήρι στους πρόποδες του απέναντι βουνού και, στη συνέχεια, θα συνέχιζαν προς το κοντινό μικρό ορεινό χωριό, όπου θα φιλοξενούνταν για δυο-τρεις ημέρες σε έναν εξάδελφο του Θρασύβουλου, πριν επιστρέψουν στην παραλία. Μόλις τα μικρά αγόρια έμαθαν πως ο παππούς και η γιαγιά θα πήγαιναν στον θείο Βρασίδα, αποτρελάθηκαν από τη χαρά τους.
Το σπίτι του θείου Βρασίδα ήταν για εκείνα ένας μικρός επίγειος παράδεισος. Ένα τυπικό, παλιό διώροφο χωριάτικο σπίτι απλωνόταν στη σκιά του βουνού, χτισμένο πάνω σε μια κατάφυτη, βραχώδη πλαγιά, μέσα σε μια πληθωρική βλάστηση. Το κατώι και το παλιό βαγένι καταλάμβαναν τους μεγάλους ημιυπόγειους και ισόγειους χώρους, όπου άλλοτε φυλάσσονταν τα γεωργικά εργαλεία, τα κρασιά, οι ζωοτροφές και η ξυλεία για τον χειμώνα. Πάνω βρισκόταν το ανώι, η κυρίως κατοικία. Το σπίτι ήταν χτισμένο από πέτρα και πωρόλιθο, στην πλαγιά μιας πανέμορφης ρεματιάς, γεμάτης πλατάνια και καρυδιές, όπου το νερό κυλούσε αδιάκοπα κάτω από τη σκιά των δέντρων. Ο κληρονόμος είχε ανακαινίσει το παλιό σπίτι, μετατρέποντάς το σε εξοχική κατοικία για τα καλοκαίρια. Είχαν γίνει, φυσικά, οι απαραίτητες ενισχύσεις και επεκτάσεις, αφού παλαιότερα οι τουαλέτες βρίσκονταν έξω από την κύρια κατοικία και τα υπνοδωμάτια ήταν λιγοστά. Γύρω από το σπίτι απλωνόταν ένας τεράστιος κήπος, όπου ο Βρασίδας και η γυναίκα του καλλιεργούσαν κάθε λογής ζαρζαβατικά. Στο βάθος του υπήρχε ένας περίτεχνα διακοσμημένος περιστεριώνας, προστατευμένος από τον άνεμο, με έναν ανοιχτό χώρο μπροστά του, ώστε τα περιστέρια να μπορούν να ανοίγονται ελεύθερα στις ρεματιές, στις πλαγιές και πάνω από τα τρεχούμενα νερά.
Στον περιφραγμένο κήπο περιφέρονταν φασιανοί και ένα πλήθος από κότες. Η οικογένεια είχε ακόμη ένα άλογο και ένα γαϊδουράκι. Για τους μικρούς, ολόκληρος αυτός ο κόσμος έμοιαζε μαγικός. Στη ρεματιά κελάρυζε το νερό, από τις παρυφές του χωριού έφτανε ο ήχος από τις τροκάνες των ζώων που έβοσκαν, ενώ η θάλασσα διακρινόταν στον ορίζοντα. Ο αέρας έφερνε στην αυλή τις μυρωδιές των αγριοβότανων που φύτρωναν στις πλαγιές της Όθρυος. Ήταν ένας τόπος όπου ο επισκέπτης μπορούσε απλώς να σταθεί και να αφεθεί. Να παρατηρήσει τα λουλούδια, να αναπνεύσει τα έντονα αρώματα της άγριας βλάστησης, να απολαύσει την απέραντη θέα και να κοιτάξει τον κόσμο από ψηλά, σχεδόν σαν να βρισκόταν εν πτήσει.
Όταν οι υπόλοιποι είχαν αποσυρθεί για τον μεσημεριανό ύπνο τους, η Αντιγόνη πλησίασε τον Νικηφόρο. «Νικηφόρε, κάνε μου μια χάρη. Δεν πεταγόμαστε μέχρι την κοντινή πόλη; Θέλω να αγοράσω μερικά φρέσκα γλυκά. Όταν πάμε στον Βρασίδα, δεν γίνεται να εμφανιστούμε με άδεια χέρια.»
Ο Νικηφόρος χαμογέλασε. «Εντάξει. Πάμε.»
Κι έτσι, οι δυο τους ξεκίνησαν με το αυτοκίνητο, χωρίς να γνωρίζουν ακόμη πως εκείνη η μικρή διαδρομή θα τους έδινε την ευκαιρία να μείνουν μόνοι, μακριά από τα αδιάκριτα βλέμματα της οικογένειας.
Ο Νικηφόρος, όλα αυτά τα χρόνια του γάμου του με την Εριφύλη, διατηρούσε με την Αντιγόνη μια αρμονική σχέση, βασισμένη στον αμοιβαίο σεβασμό, στην εκτίμηση και στην αγάπη. Την γνώριζε, μάλιστα, αρκετά πριν ακόμη γνωρίσει την κόρη της. Θυμόταν τον εαυτό του νεαρό, λίγο μετά την επιστροφή του από το πρώτο του μπάρκο. Είχε κατέβει από το λεωφορείο στη στάση της γειτονιάς του και, ακριβώς απέναντι, βρισκόταν ο φούρνος της περιοχής. Τότε την είχε δει για πρώτη φορά.
Μια όμορφη, νέα γυναίκα έβγαινε από το διπλανό κατάστημα και περνούσε στο πεζοδρόμιο, γεμάτη φρεσκάδα και ζωντάνια. Δεν ήταν από εκείνες τις γυναίκες που προκαλούν αυθόρμητα τα βλέμματα όλων και κάνουν τους περαστικούς να γυρίζουν το κεφάλι. Είχε, όμως, μια δική της ιδιαίτερη ομορφιά, μια φυσική γοητεία που δεν χρειαζόταν επιβεβαίωση. Φορούσε ένα αέρινο φόρεμα που κινούνταν απαλά καθώς περπατούσε. Ήταν αυτή ακριβώς η ανάλαφρη παρουσία της που είχε αιχμαλωτίσει τον νεαρό Νικηφόρο.
Έμεινε για λίγο ακίνητος, παρακολουθώντας την. Τόσο απορροφημένος, μάλιστα, ώστε λίγο έλειψε να πληρώσει ακριβά την αφηρημάδα του. Το λεωφορείο έκλεισε την πόρτα και άρχισε να ξεκινά, ενώ εκείνος είχε ξεχαστεί στο σκαλοπάτι, με το ένα πόδι ακόμη μέσα και το άλλο να μην έχει προλάβει να κατέβει.
«Ξύπνα, αγόρι μου!» θα μπορούσε να του φωνάξει κάποιος. Η εικόνα εκείνης της γυναίκας, ωστόσο, είχε ήδη χαραχτεί στη μνήμη του.
Εκείνο το βράδυ, όταν έπεσε να κοιμηθεί, η μορφή της επέστρεφε επίμονα στη σκέψη του. Ήταν η πρώτη φορά που μια άγνωστη γυναίκα τού είχε κάνει τόσο έντονη εντύπωση. Η νεανική του επιθυμία μπλέχτηκε με μια αδιόρατη ενοχή, καθώς ήξερε πως η γυναίκα ήταν πιθανότατα παντρεμένη. Δεν άργησε να ρωτήσει και να μάθει. Ήταν η γυναίκα της διπλανής πόρτας. Έμενε στην απέναντι γειτονιά, ήταν περίπου τριάντα πέντε ετών, παντρεμένη και μητέρα δύο παιδιών, ήδη στην εφηβεία.
Και κάπου εκεί η ιστορία θα μπορούσε να είχε τελειώσει. Ο Νικηφόρος, άλλωστε, σύντομα ξαναμπάρκαρε. Οι μήνες και τα ταξίδια πέρασαν. Με τον καιρό, εκείνη η πρώτη έντονη έλξη άρχισε να ξεθωριάζει. Οι επιθυμίες καταλαγιάζουν όταν δεν βρίσκουν δρόμο προς την πραγματικότητα. Δεν εξαφανίζονται πάντοτε εντελώς· συχνά απωθούνται σε κάποια σκοτεινά λημέρια του υποσυνείδητου. Δεν εξατμίζονται σαν αιθέρας. Απλώς απομακρύνονται, αφήνοντας πίσω τους μια αμυδρή λαχτάρα, σαν ίχνος από κάτι που κάποτε υπήρξε. Είχαν περάσει σχεδόν τέσσερα χρόνια όταν από το τελευταίο του μπάρκο, ο Νικηφόρος επέστρεψε στην Ελλάδα και γνώρισε την κόρη εκείνης της γυναίκας. Την Εριφύλη. Ήταν τότε δεκαοκτώ ετών, ακόμη μαθήτρια λυκείου, ένα όμορφο και χαρισματικό κορίτσι. Η γνωριμία τους στάθηκε μοιραία. Ένας κεραυνοβόλος έρωτας άναψε στις καρδιές των δύο νέων και, πριν περάσει πολύς καιρός, αποφάσισαν να παντρευτούν.
Και κάπως έτσι, η γυναίκα που κάποτε είχε εντυπωσιάσει τον νεαρό Νικηφόρο στη στάση του λεωφορείου έγινε η πεθερά του.
Τα χρόνια πέρασαν. Σήμερα, στα σαράντα επτά της, η Αντιγόνη παρέμενε μια ιδιαίτερα ελκυστική γυναίκα. Όχι μόνο για την εμφάνισή της, αλλά κυρίως για εκείνη τη ζωντάνια που εξακολουθούσε να εκπέμπει. Ήταν δραστήρια, ακούραστη, εργατική, πάντα με το χαμόγελο και τον καλό λόγο στα χείλη. Είχε έναν τρόπο να γεμίζει τον χώρο γύρω της χωρίς να το επιδιώκει. Ο Θρασύβουλος, από την άλλη, πλησίαζε ολοταχώς τα εξήντα. Πέντε-έξι χρόνια νωρίτερα είχε υποστεί σοβαρό εργατικό ατύχημα στη βιοτεχνία όπου εργαζόταν. Είχε τραυματιστεί βαριά στο κεφάλι και χρειάστηκε μακρά περίοδο νοσηλείας και αποκατάστασης. Μετά την επιστροφή του στο σπίτι, οι γιατροί τού είχαν συστήσει να αποφεύγει πολλές επίπονες δραστηριότητες. Ο Θρασύβουλος ήταν άνθρωπος εργατικός και τίμιος, αλλά ανέκαθεν λίγο περισσότερο νευρικός απ’ όσο επέτρεπε η περίσταση. Οι παλιότεροι τον θυμούνταν για τις εκρήξεις του θυμού του, που κάποτε μπορούσαν να φτάσουν στα άκρα. Τα τελευταία χρόνια, όπως έλεγαν όσοι τον γνώριζαν καλά, είχε ηρεμήσει αισθητά. Η Αντιγόνη είχε σταθεί δίπλα του όλα αυτά τα χρόνια.
Και ο Νικηφόρος, μέσα στη δική του οικογένεια, είχε μάθει να τη βλέπει πρώτα απ’ όλα ως τη μητέρα της γυναίκας του, ως τη γιαγιά των παιδιών του και ως έναν άνθρωπο που αγαπούσε και σεβόταν βαθιά. Μόνο που η μνήμη έχει τους δικούς της παράξενους τρόπους. Καμιά φορά, μια παλιά εικόνα που θεωρούσες θαμμένη μπορεί να επιστρέψει χωρίς προειδοποίηση, όχι για να διεκδικήσει το παρόν, αλλά απλώς για να σου θυμίσει πως κάποτε υπήρξε.
Ήταν αρκετό καιρό πριν από το σοβαρό ατύχημα του Θρασύβουλου, όταν ο Νικηφόρος είχε περιστασιακά την ευκαιρία να γνωρίσει από κοντά μια άλλη, λιγότερο ορατή πλευρά του χαρακτήρα του. Στα πρώτα χρόνια του γάμου του με την Αντιγόνη, ο Θρασύβουλος, όταν οργιζόταν, μπορούσε να γίνει ιδιαίτερα ισχυρός και θυμώδης. Δεν ήταν ένας άνθρωπος που διαχειριζόταν εύκολα τον θυμό του· εκείνες τις στιγμές ο εγωισμός του έμοιαζε να απαιτεί να επιβάλει τους δικούς του κανόνες, να ορίζει όχι μόνο τι θα γινόταν, αλλά και πώς έπρεπε να σκέφτεται ο άλλος.
Ένα βροχερό βράδυ του Νοεμβρίου, λίγο πριν ανάψουν τα φώτα στους δρόμους, ο Νικηφόρος καθόταν στην κουζίνα, πίσω από τα τζάμια του παραθύρου, και κοιτούσε μελαγχολικά τις ιριδίζουσες αντανακλάσεις των δημοτικών φωτιστικών πάνω στο βρεγμένο οδόστρωμα. Στο βάθος του δρόμου τρεμόπαιζαν οι φωτεινές ρεκλάμες του σούπερ μάρκετ. Από το ραδιόφωνο ακουγόταν το «Another Brick in the Wall» των Pink Floyd. Ξαφνικά, από το ισόγειο, έφτασε στ’ αυτιά του μια έντονη λογομαχία. Ήταν από εκείνους τους οικογενειακούς καβγάδες που δεν χρειάζονται πολλές λέξεις για να καταλάβεις ότι τα πράγματα έχουν ξεφύγει από τα συνηθισμένα. Οι φωνές είχαν ορμή, πίκρα και εκείνη την παράξενη ένταση που δημιουργείται όταν δύο άνθρωποι γνωρίζονται τόσο καλά, ώστε να ξέρουν ακριβώς πού να πληγώσουν ο ένας τον άλλον. Δεν έμαθε ποτέ με βεβαιότητα τι είχε προκαλέσει τη σύγκρουση. Ήταν κάτι ασήμαντο ή, ίσως, κάτι που είχε συσσωρευτεί εδώ και καιρό. Μέσα σε λίγα λεπτά όμως η συζήτηση είχε ανάψει. Η Αντιγόνη, μη αντέχοντας άλλο την επιθετικότητα, τις προσβολές και τον εκφοβιστικό τόνο του Θρασύβουλου, έφυγε από το σπίτι. Ο Νικηφόρος περίμενε πως, μετά την πρώτη εκτόνωση, ο Θρασύβουλος θα ηρεμούσε και θα προσπαθούσε να τη βρει. Δεν συνέβη τίποτα τέτοιο. Εκείνες τις ώρες του θυμού του, ο Θρασύβουλος έμοιαζε να λειτουργεί με έναν δικό του, αδιαπραγμάτευτο κανόνα. «Υπάρχουν δύο απόψεις· η δική μου και η λάθος. Ό,τι πω εγώ θα γίνει και σ’ όποιον αρέσει εδώ μέσα.» Δεν υπήρχε χώρος για διαβούλευση, για υποχώρηση, ούτε καν για την απλή παραδοχή ότι ίσως και ο άλλος να είχε δίκιο. Η δική του εκδοχή των πραγμάτων έπρεπε να επικρατήσει. Πέρασαν οι ώρες. Το ρολόι πλησίαζε τα μεσάνυχτα και η Αντιγόνη δεν είχε επιστρέψει. Ο Θρασύβουλος, αντί να ανησυχήσει, έπεσε για ύπνο σαν να μην είχε συμβεί τίποτε. Η Εριφύλη, αντίθετα, καθόταν σε αναμμένα κάρβουνα. Δεν ήξερε πού βρισκόταν η μητέρα της ούτε τι μπορούσε να έχει συμβεί. Ο Νικηφόρος προσπαθούσε να την καθησυχάσει, ενώ ταυτόχρονα έφερνε στο μυαλό του κάθε πιθανό μέρος όπου θα μπορούσε να είχε καταφύγει η Αντιγόνη.
Έψαξε πρώτα στα σπίτια φίλων και γνωστών. Αφού, με αρκετά συστηματικό τρόπο, απέκλεισε όλες τις πιθανότητες που του ήταν γνωστές, αποφάσισε να κοιτάξει και στους γύρω χώρους. Λίγο πιο κάτω χτιζόταν τότε μια καινούργια μεζονέτα. Το γιαπί βρισκόταν στο στάδιο της εσωτερικής πλινθοδομής. Ο Νικηφόρος σκέφτηκε πως ίσως η Αντιγόνη, θέλοντας να μείνει μόνη, είχε καταφύγει κάπου εκεί.
Μπήκε στο μισοτελειωμένο κτίσμα. Ανέβηκε στον επάνω όροφο. Εκεί επικρατούσε απόλυτο σκοτάδι. Μόνο από κάποια ανοίγματα των τοίχων έμπαινε αμυδρά η αντανάκλαση από τα φώτα του δρόμου. Η βροχή ακουγόταν μακρινή, σχεδόν σαν ψίθυρος.
Στάθηκε για λίγο ακίνητος. Και τότε την ένιωσε. Δεν την είδε. Άκουσε μόνο την ανεπαίσθητη ανάσα της μέσα στην απόλυτη ησυχία του χώρου. Ήταν κάπου εκεί, κρυμμένη στο σκοτάδι. Μια βαθιά ανακούφιση τον πλημμύρισε.
Ταυτόχρονα ένιωσε την παρόρμηση να την πλησιάσει, να της προσφέρει την ασφάλεια και τη θαλπωρή που εκείνη τη στιγμή είχε ανάγκη. Να της πει πως δεν ήταν μόνη. Να την αφήσει να ξεθυμάνει από την ένταση και την αδικία που αισθανόταν.
Και τότε φοβήθηκε τον ίδιο του τον εαυτό. Γιατί μαζί με τη στοργή, μαζί με την αγωνία του για εκείνη, αναγνώρισε μέσα του και μια παλιά, απωθημένη έλξη. Μια έλξη που είχε κάποτε υπάρξει πολύ ισχυρότερη και την οποία πίστευε πως είχε πια σβήσει. Επτά χρόνια είχαν περάσει από την πρώτη φορά που την είχε δει. Τα δύο πρώτα από εκείνα τα χρόνια είχαν υπάρξει για εκείνον μια δύσκολη περίοδος: ξενύχτια, πόθος, πόνος και μια επίμονη σκέψη που δεν μπορούσε εύκολα να διώξει από το μυαλό του. Ήταν μια επιθυμία χωρίς προοπτική, γιατί η Αντιγόνη ήταν παντρεμένη και εκείνος γνώριζε πως δεν υπήρχε δρόμος που να μην είχε συνέπειες. Τότε, πολλές φορές, είχε αναγκαστεί να μαλώνει μόνος του τον εαυτό του. «Ξέρω ότι είσαι σφοδρά ερωτευμένος με την παντρεμένη γειτόνισσά σου. Αλλά σε παρακαλώ θερμά, και σε νουθετώ μαζί, μην αφήσεις αυτό το σαρκικό πάθος να θολώνει τη λογική σου.» Με τα χρόνια, η ένταση εκείνης της έλξης είχε καταλαγιάσει. Δεν είχε εξαφανιστεί σαν κάτι που διαλύεται στον αέρα· απλώς είχε υποχωρήσει βαθιά μέσα του, αφήνοντας πίσω της μια αχνή μνήμη.
Και τώρα, μέσα στο σκοτάδι εκείνου του γιαπιού, η παρουσία της ξύπνησε για μια στιγμή κάτι που θεωρούσε οριστικά θαμμένο.
Ο Νικηφόρος δεν της μίλησε. Άρχισε να κινείται αργά στον χώρο, κάνοντας πως ψάχνει, και μουρμούριζε επίτηδες. «Αντιγόνη... Αντιγόνη, είσαι εδώ;» Δεν ήθελε να της αποκαλύψει ότι την είχε αντιληφθεί. Της άφησε την αμφιβολία αν πράγματι την είχε βρει ή αν απλώς συνέχιζε την αναζήτησή του. Και ίσως αυτό ήταν το πιο διακριτικό πράγμα που μπορούσε να κάνει. Η βεβαιότητα ότι ήταν ζωντανή, ασφαλής και κάπου εκεί μέσα έκανε το πρόσωπό του να αλλάξει. Έκλεισε για μια στιγμή τα μάτια και άφησε την ανακούφιση να περάσει από μέσα του σαν κύμα.
Δεν προσπάθησε να την πιέσει να βγει. Δεν θέλησε να την αναγκάσει να μιλήσει.
Της άφησε τον χρόνο και τον χώρο να αποφασίσει μόνη της πώς θα αντιμετώπιζε όσα είχαν συμβεί.
Την καταλάβαινε. Ήξερε πως εκείνη τη στιγμή μπορούσε να αισθάνεται πληγωμένη, αδικημένη, μπερδεμένη και θυμωμένη. Ίσως να χρειαζόταν περισσότερο τη σιωπή παρά τις συμβουλές.
Έφυγε χωρίς να επιμείνει. Όταν επέστρεψε και είπε στην Εριφύλη πως είχε βρει τη μητέρα της, εκείνη ένιωσε αμέσως να λύνεται ένας κόμπος μέσα της. Οι φόβοι της καταλάγιασαν.
Μόνο ο Θρασύβουλος εξακολουθούσε να κοιμάται μακαρίως. Και αυτή ακριβώς η αδιαφορία ήταν που εξόργισε τον Νικηφόρο. Δεν μπορούσε να συμφιλιώσει μέσα του την εικόνα εκείνου του ανθρώπου που κοιμόταν ήσυχος με την εικόνα της Αντιγόνης, μιας γυναίκας που εκτιμούσε βαθιά και σεβόταν για την ακεραιότητα, την αξιοπρέπεια και τη δύναμή της.
Για πρώτη φορά είχε δει από τόσο κοντά μια πλευρά του Θρασύβουλου που μέχρι τότε γνώριζε μόνο από διηγήσεις και υπαινιγμούς.
Και μέσα του ανακατεύτηκαν πολλά. Η ανακούφιση επειδή είχε βρει την Αντιγόνη. Η αγωνία για όσα είχε περάσει. Η οργή απέναντι στον Θρασύβουλο.
Και, πιο βαθιά απ’ όλα, η αμηχανία μπροστά σε ένα συναίσθημα που δεν ήθελε να αναγνωρίσει: εκείνη τη νύχτα, η έγνοια του για την Αντιγόνη είχε αγγίξει μια παλιά χορδή μέσα του, την οποία πίστευε πως ο χρόνος είχε σιωπήσει οριστικά. Ήταν μια εμπειρία που δεν είχε ξαναζήσει.
Και, καθώς επέστρεφε στη σιωπή του σπιτιού, κατάλαβε πως μερικές φορές δεν είναι ο θυμός που μας φοβίζει περισσότερο, αλλά όσα ο θυμός των άλλων ξυπνά μέσα μας.
Χρόνια αργότερα, την εποχή της μακράς νοσηλείας του Θρασύβουλου, η Αντιγόνη είχε κάνει στον Νικηφόρο μια εκ βαθέων εξομολόγηση. Εκείνη την περίοδο, όλα έμοιαζαν αβέβαια. Η νοσηλεία είχε τραβήξει σε μάκρος και κανείς δεν μπορούσε να γνωρίζει με βεβαιότητα πώς θα εξελισσόταν η κατάσταση. Η Αντιγόνη, κουρασμένη από την αγωνία και την αβεβαιότητα, είχε αρχίσει μέσα της να συμφιλιώνεται με μια σκέψη που μέχρι τότε δεν θα άντεχε ούτε να προφέρει, είχε πάρει την απόφαση πως ίσως έμενε χήρα σε σχετικά νεαρή ηλικία.
Κάποια στιγμή, μάλιστα, του ανέφερε πως μια τσιγγάνα χαρτορίχτρα τής το είχε προβλέψει παλιότερα.
Ο Νικηφόρος την άκουσε χωρίς να χαμογελάσει, χωρίς να προσπαθήσει να την πείσει για το αντίθετο και χωρίς να δώσει στη μαντεία μεγαλύτερη σημασία απ’ όση είχε για εκείνη.
Μέσα του, η σκέψη ήταν πολύ πιο απλή. Εντάξει. Συμβαίνουν κι αυτά στη ζωή. Δεν υπήρχε λόγος να αναζητήσει μεταφυσικές εξηγήσεις για κάτι που εκείνη την ώρα ήταν, πάνω απ’ όλα, ένας πραγματικός φόβος. Η ζωή μπορούσε να αλλάξει από τη μια στιγμή στην άλλη και ο άνθρωπος, θέλοντας και μη, έπρεπε να προσαρμοστεί σε ό,τι του έφερνε. Όμως η ζωή, τελικά, αποφάσισε διαφορετικά. Η υγεία του Θρασύβουλου παρουσίασε μια απρόσμενα θετική εξέλιξη. Εκεί που όλοι είχαν αρχίσει να προετοιμάζονται ψυχολογικά για το χειρότερο, εκείνος άρχισε σιγά σιγά να επιστρέφει στη ζωή.
Και από τότε τα πράγματα πήραν έναν διαφορετικό δρόμο. Ο Θρασύβουλος, με τα χρόνια, ηρέμησε. Ίσως οι περιπέτειες της υγείας του, ίσως η ηλικία, ίσως και η ίδια η ζωή να είχαν μαλακώσει ορισμένες γωνίες του χαρακτήρα του. Δεν ήταν πια ο άνθρωπος που έπρεπε κάθε τόσο να επιβάλει τη γνώμη του και να έχει την τελευταία λέξη.
Τώρα είχε έναν πολύ σημαντικότερο ρόλο να παίξει. Παππούς.
Τα μικρά εγγόνια του έγιναν το μεγάλο του ενδιαφέρον, η καθημερινή του χαρά και η φροντίδα του. Τα λάτρευε και, ίσως περισσότερο απ’ όσο θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί ο παλιότερος Θρασύβουλος, τα εγγόνια του τον λάτρευαν κι εκείνα. Ο Νικηφόρος τον παρατηρούσε καμιά φορά ανάμεσά τους και σκεφτόταν πως οι άνθρωποι δεν παραμένουν πάντα ίδιοι με τον εαυτό που γνώρισες κάποτε.
Ο χρόνος τούς αλλάζει. Οι δοκιμασίες τούς αλλάζουν. Και μερικές φορές, χωρίς καν να το καταλάβουν, βρίσκουν μέσα τους έναν καινούργιο άνθρωπο.
Ο Θρασύβουλος είχε περάσει από τη φωτιά της ζωής του και είχε βγει από την άλλη πλευρά διαφορετικός. Ίσως όχι τέλειος, ποιος άνθρωπος είναι άλλωστε; αλλά πιο ήσυχος, πιο συμφιλιωμένος με τον χρόνο και, κυρίως, ευτυχισμένος μέσα στον μικρό κόσμο που είχαν δημιουργήσει γύρω του τα εγγόνια του. Και αυτό, για τον Νικηφόρο, ήταν ίσως το πιο όμορφο τέλος που μπορούσε να έχει εκείνη η παλιά ιστορία.
Την εποχή που η νοσηλεία του Θρασύβουλου είχε εξελιχθεί σε μια μακρόχρονη και εξαιρετικά κουραστική διαδικασία. Οι εξετάσεις, οι αναμονές, οι μετακινήσεις, οι ατελείωτες ώρες στους διαδρόμους και η αβεβαιότητα για την πορεία της υγείας του είχαν εξαντλήσει την Αντιγόνη. Παράλληλα, η καθημερινότητα έπρεπε να συνεχιστεί. Οι δουλειές του σπιτιού, οι επαγγελματικές υποχρεώσεις και όλα εκείνα τα μικρά και μεγάλα πρακτικά ζητήματα που, όταν όλα πηγαίνουν καλά, περνούν απαρατήρητα, τώρα είχαν γίνει ένα ακόμη βάρος.
Κάποια μέρα, η Αντιγόνη ζήτησε από τον Νικηφόρο μια χάρη. «Αν έχεις την καλοσύνη, θα μπορούσες να πας στο χωριό και να φέρεις τη μητέρα μου στην Αθήνα;»
Ο Νικηφόρος κατάλαβε αμέσως πως η Πανωραία δεν ήταν απλώς μια πρακτική λύση στις ανάγκες της στιγμής. Η Αντιγόνη είχε ανάγκη να αισθάνεται τη μητέρα της δίπλα της. Η παρουσία της θα της έδινε ένα αίσθημα ασφάλειας μέσα στην αναστάτωση που είχε προκαλέσει η περιπέτεια του Θρασύβουλου.
«Τη χρειάζομαι κοντά μου, Νικηφόρε. Την εκτιμώ απεριόριστα τη βοήθεια της Εριφύλης και τη δική σου συμπαράσταση. Αλλά, αν έχω και τη μητέρα μου δίπλα μας, θα έχω λιγότερο άγχος. Θα νιώθω καλύτερα.» Ήταν μια απλή κουβέντα, αλλά ο Νικηφόρος κατάλαβε το βάρος της.
Η Αντιγόνη δεν ζητούσε μόνο ένα ακόμη ζευγάρι χέρια για τις καθημερινές δουλειές. Ζητούσε την παρουσία ενός ανθρώπου που, σε μια δύσκολη στιγμή, μπορούσε να της προσφέρει εκείνη τη βαθιά, σχεδόν παιδική αίσθηση ασφάλειας που μόνο η μητέρα μπορεί μερικές φορές να δώσει.
Η Πανωραία θα αναλάμβανε όσα μπορούσε να αναλάβει στην καθημερινότητα του σπιτιού, ώστε η Αντιγόνη και οι υπόλοιποι να μπορέσουν να αφοσιωθούν στις επαγγελματικές τους υποχρεώσεις και, κυρίως, στη φροντίδα του Θρασύβουλου χωρίς να έχουν συνεχώς στο μυαλό τους και όλα τα υπόλοιπα.
Ο Νικηφόρος την κοίταξε με τρυφερότητα. «Αντιγόνη μου γλυκιά, ηρέμησε. Ό,τι είχες να κάνεις από την πλευρά σου ως σύζυγος, το έκανες και το κάνεις με το παραπάνω. Τώρα πρέπει να φροντίσεις λίγο και τον εαυτό σου.
Την αγκάλιασε απαλά από τους ώμους. «Άσε το σώμα σου να χαλαρώσει και το μυαλό σου να ηρεμήσει όσο μπορείς. Μην προκαταλαμβάνεσαι με απαισιόδοξες σκέψεις. Δεν βοηθούν σε τίποτα· μόνο μεγαλώνουν το άγχος και σου παίρνουν τις δυνάμεις που θα χρειαστείς τις επόμενες ημέρες.
Η Αντιγόνη έμεινε για λίγο σιωπηλή. «Έχεις δίκιο, είπε τελικά.»
«Όλα θα πάνε όσο καλύτερα μπορούν να πάνε. Και τώρα το σημαντικότερο είναι να μην ξεχάσεις πως κι εσύ χρειάζεσαι φροντίδα.» Εκείνη τη στιγμή ο Νικηφόρος δεν ήταν για την Αντιγόνη ούτε ο γαμπρός της ούτε απλώς ένας άνθρωπος που μπορούσε να τη βοηθήσει πρακτικά. Ήταν ένας δικός της άνθρωπος, από εκείνους στους οποίους μπορείς να ακουμπήσεις για λίγο το βάρος που κουβαλάς, χωρίς να χρειάζεται να εξηγήσεις πολλά. Κι εκείνος, χωρίς μεγάλες κουβέντες, είχε ήδη αποφασίσει.
Θα πήγαινε στο χωριό να φέρει την Πανωραία στην Αθήνα. Για την Πανωραία, τη μητέρα της Αντιγόνης, ο Θρασύβουλος ήταν, απ’ όσο είχε καταλάβει ο Νικηφόρος, κάτι σαν κόκκινο πανί μπροστά σε έναν ήδη εξαγριωμένο ταύρο. Και το αντίστροφο. Η παρουσία του ενός αρκούσε πολλές φορές για να ερεθίσει τα νεύρα του άλλου. Δεν έδειχνε να αισθάνεται ιδιαίτερα ευτυχής ο Θρασύβουλος όταν την έβλεπε, και η Πανωραία, από την πλευρά της, δεν ήταν ακριβώς ο άνθρωπος που θα επέλεγε για μια ήρεμη οικογενειακή συνύπαρξη. Ο Νικηφόρος είχε παρατηρήσει αυτές τις αντιπάθειες χωρίς ποτέ να θελήσει να γίνει διαιτητής τους. Άλλωστε, μέσα στις οικογένειες υπάρχουν μερικές φορές σχέσεις που μοιάζουν να κουβαλούν τη δική τους ιστορία, πολύ πριν εμφανιστούν οι νεότεροι και πολύ βαθύτερα απ’ όσο μπορούν να γνωρίζουν οι τρίτοι.
Η μητέρα της Αντιγόνης, η Πανωραία, ήταν μια ευτραφής και καλοστεκούμενη γυναίκα εξήντα πέντε περίπου ετών. Από όσο γνώριζε ο Νικηφόρος, ήταν χήρα σχεδόν μια δεκαετία.
Σε αντίθεση με την έκδηλη αντιπάθεια που έτρεφε για τον γαμπρό της, τον Θρασύβουλο, η Πανωραία είχε από την πρώτη στιγμή ιδιαίτερη εκτίμηση για τον άλλο γαμπρό της, τον Νικηφόρο. Και η εκτίμηση ήταν αμοιβαία. Ο Νικηφόρος αγαπούσε στον χαρακτήρα της εκείνη την προσιτή απλότητα που δεν είχε τίποτε το επιτηδευμένο. Ήταν άνθρωπος με χιούμορ, ζωντάνια και δυναμισμό, εργατική και δραστήρια, με έναν τρόπο να μπαίνει στην κουβέντα και στην καθημερινότητα των άλλων που έκανε εύκολα τον συνομιλητή της να αισθάνεται άνετα.
Μερικές φορές η αλληλοεκτίμηση δύο ανθρώπων μεγαλώνει αθόρυβα μέσα στον χρόνο. Ξεκινά από μια απλή συμπάθεια και, χωρίς κανείς να το καταλάβει, αποκτά βαθύτερες ρίζες. Με την Πανωραία είχε συμβεί ακριβώς αυτό.
Ήδη από την πρώτη γνωριμία της με τον Νικηφόρο, εκείνη είχε σχηματίσει πολύ θετική γνώμη γι’ αυτόν. Και όταν αργότερα τέθηκε το ζήτημα του γάμου του με την αγαπημένη της εγγονή, την Εριφύλη, η Πανωραία όχι μόνο συμφωνούσε, αλλά ήταν ίσως ο πιο ένθερμος υποστηρικτής της σχέσης τους. Για εκείνη, ο Νικηφόρος ήταν ένας νέος άνθρωπος που μπορούσε να εμπιστευτεί.Έτσι, από νωρίς, είχε βρεθεί ουσιαστικά στο πλευρό του.
Ο Θρασύβουλος, αντίθετα, βρισκόταν σε δίλημμα. Από τη μια έβλεπε την κόρη του να έχει μεγαλώσει και να αγαπά έναν άνθρωπο που φαινόταν σοβαρός και υπεύθυνος· από την άλλη, μέσα του εξακολουθούσε να θεωρεί πως η Εριφύλη ήταν ακόμη πολύ μικρή για να παντρευτεί. Η Πανωραία δεν συμμεριζόταν τις επιφυλάξεις του. Με τον δικό της άμεσο και πρακτικό τρόπο, είχε αποφασίσει πως ο Νικηφόρος ήταν κατάλληλος για την εγγονή της. Και η συμπάθεια που του έδειξε από την πρώτη τους επαφή δεν έμεινε απλώς μια ευγενική διάθεση. Με τον χρόνο μετατράπηκε σε σταθερή υποστήριξη.
Ο Νικηφόρος το θυμόταν. Ίσως γι’ αυτό, αρκετά χρόνια αργότερα, όταν η Αντιγόνη τού ζήτησε να πάει στο χωριό και να φέρει την Πανωραία στην Αθήνα, δεν το είδε σαν αγγαρεία ούτε σαν μια απλή εξυπηρέτηση. Ένιωθε πως πήγαινε να φέρει έναν άνθρωπο δικό τους. Έναν άνθρωπο που, από την πρώτη στιγμή, είχε ανοίξει την πόρτα της οικογένειάς του στον Νικηφόρο και του είχε προσφέρει κάτι πολύτιμο: την εμπιστοσύνη της.
Ήταν απομεσήμερο όταν ο Νικηφόρος έφτασε στο χωριό. Η Πανωραία τον περίμενε και, μόλις τον είδε, τον υποδέχθηκε με εγκαρδιότητα και ολοφάνερη χαρά. Φτάνοντας στο σπίτι, ο Νικηφόρος είχε μια ευχάριστη έκπληξη. Από την τελευταία φορά που την είχε επισκεφθεί μαζί με την Εριφύλη, το σπίτι είχε ανακαινιστεί σχεδόν ολοκληρωτικά. Η διακόσμηση ήταν όμορφη και προσεγμένη, οι χώροι φωτεινοί και άνετοι, ενώ μπροστά απλωνόταν μια τεράστια βεράντα. Το σπίτι βρισκόταν σχετικά απομονωμένο, μέσα σε έναν μεγάλο κήπο γεμάτο πλούσια βλάστηση και οπωροφόρα δέντρα. Ήταν από εκείνα τα σπίτια όπου μπορούσες να καθίσεις έξω και να αισθανθείς πως ο κόσμος γύρω σου είχε απομακρυνθεί. Η πυκνή βλάστηση έκρυβε το σπίτι από τα αδιάκριτα βλέμματα.
Η Πανωραία, περήφανη για το αποτέλεσμα, τού έδειχνε έναν έναν τους ανακαινισμένους χώρους.
«Έλα να δεις πρώτα το καθιστικό... Εδώ αλλάξαμε τα πάντα. Και κοίτα την κουζίνα, τώρα μπορώ να μαγειρεύω σαν άνθρωπος!»
Τον ξενάγησε στην κουζίνα, στο καθιστικό, στον κήπο και, τέλος, στην κρεβατοκάμαρα. Ο Νικηφόρος κοντοστάθηκε μπροστά στο τεράστιο διπλό κρεβάτι.
«Πανωραία, αυτό εδώ δεν είναι απλώς κρεβάτι. Είναι το μεγαλύτερο έπιπλο του δωματίου και, αναμφίβολα, ο κυρίαρχος του!»
Η Πανωραία γέλασε.«Τι λες, καλέ;»
«Πάνω σ’ αυτό θα περνάς όμορφες ώρες χαλάρωσης και ύπνου, χωρίς να χρειάζεται να το μοιράζεσαι με κανέναν.» Έκανε μια μικρή παύση και πρόσθεσε με πονηρό χαμόγελο. «Αν και, να σου πω την αλήθεια, ένα τέτοιο κρεβάτι νομίζω πως θέλει και παρέα για να γεμίσει.»
Η Πανωραία τον κοίταξε με εκείνο το βλέμμα που είχε όταν καταλάβαινε πως ο συνομιλητής της πήγαινε να την πειράξει. «Έλα, πονηρούλη τώρα! Μη με πειράζεις.»
«Εγώ απλώς διατύπωσα μια κατάσταση.»
«Καμιά φορά έρχεται και ο γάτος μου.»
«Ε, άμα έχεις και τον γάτο, δύο αρσενικά δεν μπορούν να συμβιώσουν στο ίδιο σπίτι!»
Η Πανωραία ξέσπασε στα γέλια.
«Βάλθηκες να με κολάσεις! Μέρα που είναι σήμερα... του Αγίου Θεοδοσίου είναι; Να δεις πώς τον λένε!»
«Πανωραία μου, εσύ είσαι η αφέντρα στο κρεβάτι σου!»
Η κουβέντα έμεινε εκεί, ανάμεσα στα γέλια και στα πειράγματα δύο ανθρώπων που είχαν αποκτήσει με τα χρόνια μια άνεση μεταξύ τους, χωρίς να χρειάζεται να φορούν τον τύπο της συγγένειας κάθε φορά που συναντιόνταν.
Ύστερα η Πανωραία τον οδήγησε στην κουζίνα. Εκεί τον περίμενε μια ακόμη μεγαλύτερη έκπληξη.
Ως εξαιρετική μαγείρισσα, με βαθιά γνώση των αυθεντικών γεύσεων, είχε ετοιμάσει για τον γαμπρό της τον περίφημο «αλανιάρη» κόκορα, κοκκινιστό και κρασάτο, όπως μόνο εκείνη ήξερε να τον φτιάχνει, με πουρέ πατάτας και πλούσια σάλτσα λαχανικών.
«Αυτό είναι για τον κανακάρη τον γαμπρό μου, είπε με καμάρι. Να είναι ευχαριστημένος κι αυτός. Κι εσύ, βέβαια, να λες στην Εριφύλη πως η γιαγιά της φροντίζει να μην της λείπει τίποτα!»
Ο Νικηφόρος γέλασε.
Η Πανωραία όμως, όπως ήταν στο κέφι της, δεν άφησε την ευκαιρία να πάει χαμένη. «Τα μαθαίνω εγώ τα νέα σας. Ταύρος είσαι στο κρεβάτι! Την περιποιείσαι καλά την τσούπρα μου;»
Ο Νικηφόρος χαμογέλασε με εκείνη την αυτοπεποίθηση που δεν ήθελε να δείχνει υπερβολικά. «Προσπαθώ να την έχω ικανοποιημένη και να ανταποκρίνομαι με το παραπάνω. Ποτέ όμως δεν ξέρεις αν ένας άνθρωπος είναι πραγματικά ικανοποιημένος. Το μυαλό μας, Πανωραία μου, είναι ένα σύμπαν ανεξερεύνητο. Όσο κι αν προσπαθούμε να του βάλουμε όρια, πάντα ανακαλύπτουμε καινούργια σημεία που μας εκπλήσσουν. Η ερωτική ευχαρίστηση, άλλωστε, δεν είναι μόνο θέμα σώματος. Είναι και υπόθεση του μυαλού. Εκεί ξεκινάει μεγάλο μέρος του παιχνιδιού.
Η Πανωραία τον κοίταξε με προσποιητή αυστηρότητα. «Είσαι ένας κόλακας εσύ, με τη μετριοφροσύνη σου. Κάτι ξέρω κι εγώ!»
Ο Νικηφόρος γέλασε. «Αχ, Πανωραία μου γλυκιά... κάτι ξέρεις εσύ ή κάτι θέλεις κι εσύ;» Η σκέψη πέρασε από το μυαλό του σχεδόν αμέσως. Δεν την είπε όμως. Άσε τη γυναίκα ήσυχη, σκέφτηκε. Μη βάλεις κι εσύ το χεράκι σου να την κολάσεις περισσότερο.
Και κάπως έτσι, ανάμεσα στον κόκορα που μοσχοβολούσε στην κουζίνα, στα πειράγματα και στα γέλια, η βαριά ατμόσφαιρα των ημερών της νοσηλείας έμοιαζε για λίγο να έχει μείνει πολύ μακριά.
Αγόρι μου, είπε η Πανωραία με εκείνο το γλυκό ύφος που κρατούσε για τους ανθρώπους που αγαπούσε, ξέρω πως εκτιμάς τις μαγειρικές μου ικανότητες και πως τις απολαμβάνεις. Γι’ αυτό κι εγώ σήμερα, ειδικά για σένα, μαγείρεψα κάτι εξαιρετικό που είμαι σίγουρη πως θα σου αρέσει. Έχω φέρει κι από τον γείτονα ένα κρασί, μούρλια! Θα φάμε με την ησυχία μας, μετά θα ξεκουραστείς κι εσύ, θα τελειώσω κι εγώ κάτι εκκρεμότητες που έχω και αύριο, πρωί πρωί, αναχωρούμε. Το φαγητό ήταν πράγματι εξαιρετικό. Και το κρασί ακόμη καλύτερο. Ήταν ένα μπρούσκο, σπιτικό κρασί, δυνατό και αρωματικό, με εκείνη τη χαρακτηριστική γλυκύτητα που στην πρώτη γουλιά σε ξεγελά και στη δεύτερη σε έχει ήδη ζεστάνει μέχρι το κόκαλο.
Ύστερα από μερικά ποτηράκια, η γλώσσα της Πανωραίας λύθηκε. Και, όπως ήταν σχεδόν αναμενόμενο, η κουβέντα οδηγήθηκε στο αγαπημένο της θέμα. Στον Θρασύβουλο.
Τον γαμπρό της, τον οποίο αποκαλούσε μέσα της «τον αχώνευτο» και «τον ασυμπάθηστο», χωρίς να θεωρεί πως χρειαζόταν ιδιαίτερη αιτιολόγηση.
«Τώρα, βέβαια, τα πράγματα με τον Θρασύβουλο έχουν καλυτερέψει, είπε ο Νικηφόρος. Έχει ξεπεράσει τον κίνδυνο και οι γιατροί λένε πως η υγεία του παρουσιάζει σημαντική βελτίωση. Έχει επιστρέψει στο σπίτι. Ξεκούραση και κινησιοθεραπεία τού έχουν συστήσει.
Η Πανωραία ανασήκωσε τα φρύδια. «Ε, καλά. Να γίνει καλά ο άνθρωπος. Αυτό τουλάχιστον το θέλω. Αλλά μη νομίζεις πως επειδή αρρώστησε ξαφνικά ξέχασα όλα τα παλιά.» Δεν υπήρχε, άλλωστε, ιδιαίτερη συμπάθεια ανάμεσά τους. Όχι πως επρόκειτο για κάποια φοβερή οικογενειακή έχθρα. Ήταν περισσότερο εκείνη η παλιά, κλασική σύγκρουση πεθεράς και γαμπρού, που συχνά γεννιέται όταν η μητέρα της γυναίκας έχει πλάσει στο μυαλό της μια εικόνα για τον άνδρα που θα παντρευτεί η κόρη της και, στη συνέχεια, ανακαλύπτει πως ο πραγματικός άνθρωπος δεν ανταποκρίνεται ακριβώς στις προσδοκίες της.
Η Πανωραία, πάντως, είχε τις δικές της βεβαιότητες. «Καθίκι άνδρας! είπε ξαφνικά. Όπως σου το λέω, καμάρι μου. Μην κοιτάς που μ’ εσένα είναι ευγενικός και μελιστάλαχτος. Τη ζήλευε παθολογικά τη γυναίκα του και τη ζηλεύει ακόμα την τσούπα μου. Στα νιάτα τους, ξέρω πως υπήρχαν στιγμές που γινόταν ανεξήγητα εριστικός μαζί της όταν τον έπιαναν οι ζήλιες του.
Ο Νικηφόρος έμεινε για λίγο σιωπηλός. Κάτι από αυτά το είχε ακούσει και παλιότερα, σαν φήμη, από άλλη πηγή. Δεν είχε όμως ποτέ προσωπική γνώση που να επιβεβαιώνει τέτοιες ιστορίες. Μέχρι εκείνη τη στιγμή τις θεωρούσε μάλλον υπερβολές που είχαν μεγαλώσει με τον χρόνο, όπως συμβαίνει συχνά στις οικογενειακές αφηγήσεις. Παρόλα αυτά, ήξερε πως σε παλιότερες εποχές η κτητικότητα και η επιθετική συμπεριφορά μέσα στις οικογενειακές σχέσεις αντιμετωπίζονταν συχνά με πολύ μεγαλύτερη ανοχή απ’ ό,τι αργότερα. Υπήρχε μια νοοτροπία σύμφωνα με την οποία ο άνδρας θεωρούσε πως είχε δικαίωμα να επιβάλλεται στη γυναίκα του, ακόμη και όταν η συμπεριφορά του ξεπερνούσε τα όρια.
Η Πανωραία συνέχισε. «Είχα φτάσει μέχρι και να σκέφτομαι να κάνω καταγγελία στην αστυνομία. Να ξέρει, αν ξαναφερθεί βίαια στο κορίτσι μου, πως δεν είναι μόνος του και πως υπάρχουν άνθρωποι που θα τον σταματήσουν.
Ο Νικηφόρος την κοίταξε έκπληκτος. « Σοβαρολογείς, ρε Πανωραία; Δεν πιστεύω να σοβαρολογείς... Ότι είναι αλήθεια αυτά που μου λες;»
«Αγόρι μου, ψέματα θα σου πω; Εννοώ απολύτως αυτό που λέω. Μιλάω σοβαρά. Δεν αστειεύομαι.»
Ο Νικηφόρος έμεινε για λίγο σκεπτικός. «Δυσκολεύομαι να το πιστέψω. Ειλικρινά δυσκολεύομαι. Εγώ τον Θρασύβουλο τον ξέρω τόσα χρόνια και ξέρω πως τη λατρεύει τη γυναίκα του και την οικογένειά του.»
«Εσύ τον γνώρισες αργότερα, αγόρι μου. Δεν τον ξέρεις όπως τον ξέραμε εμείς τότε.
Η Πανωραία άφησε το ποτήρι της στο τραπέζι και αναστέναξε. «Τα πρώτα χρόνια του γάμου τους μάθαινα πως το κορίτσι μου κακοπέρναγε στα χέρια του. Τι νομίζεις; Ότι όλοι οι άνδρες είναι ευγενικοί σαν κι εσένα;» Η τελευταία φράση ειπώθηκε με μισό χαμόγελο, αλλά η φωνή της είχε χάσει πλέον το προηγούμενο παιχνιδιάρικο ύφος.
Ο Νικηφόρος δεν ήξερε τι να απαντήσει. Από τη μια προσπαθούσε να επεξεργαστεί όσα άκουγε. Από την άλλη, όλα αυτά συγκρούονταν με τη δική του εμπειρία από τον Θρασύβουλο. Δεν είχε δει ποτέ κάτι που να δικαιολογεί μια τόσο βαριά εικόνα. «Τι να πω... Απίστευτο. Δεν έχω λόγια. Σκέφτομαι από τη μια τι άλλο μπορεί να ακούσω ακόμη σήμερα κι από την άλλη πως προσωπικά δεν έχω γνώση για κάτι που να μπορώ να του προσάψω. Εντάξει, είναι νευρικός μερικές φορές. Αυτό το έχω δει κι εγώ. Αλλά μέχρι εκεί. Δεν έχω αντιληφθεί κάτι ακραίο.
Η Πανωραία δεν απάντησε αμέσως. Έμεινε για λίγο να κοιτάζει το ποτήρι της. Ο Νικηφόρος κατάλαβε πως πίσω από τα λόγια της δεν υπήρχε μόνο η γνωστή αντιπάθεια της πεθεράς προς τον γαμπρό. Υπήρχε και κάτι άλλο: η μνήμη μιας εποχής που η κόρη της ήταν νέα, εκείνη ήταν ακόμη μια μάνα έτοιμη να προστατεύσει το παιδί της και ο Θρασύβουλος ένας άνθρωπος που ο Νικηφόρος δεν είχε γνωρίσει ακόμη. Και για πρώτη φορά σκέφτηκε πως ίσως εκείνη η παλιά ιστορία να μην ήταν ούτε τόσο απλή ούτε τόσο ξεκάθαρη όσο του την είχαν μεταφέρει μέχρι τότε. Άλλωστε, μια οικογενειακή ιστορία δεν έχει ποτέ μόνο μία φωνή.
«Ας είναι... Πάνε, περάσανε αυτά! Και να ξέρεις κάτι: έβαλα κι εγώ το χεράκι μου για να γίνει ο γάμος σας. Δηλαδή, τι χεράκι; Χερούκλα έβαλα!»Ο Νικηφόρος σήκωσε τα φρύδια του.
«Όπα! Πότε έγινε αυτό, ρε Πανωραία; Εγώ πρώτη φορά το ακούω!»
«Εμ, πώς να τ’ ακούσεις, αγόρι μου, αφού κανείς δεν το ξέρει.»
«Α! Έχουμε και μυστικά, Πανωραία μου; Και γιατί δεν μας τα λες, κυρά μου; Το ξέρεις τώρα πως με τρώει η περιέργεια!»
«Πιες το κρασάκι σου εσύ και μη χολοσκάς. Θα σου τα πω όλα.»
«Είμαι όλος αυτιά. Μου τρώει η περιέργεια τη σόλα, που λένε!»
Η Πανωραία γέλασε και γέμισε ξανά τα ποτήρια τους. «Καλώς, λοιπόν, γαμπρέ μου. Ας περάσω και στο ζουμί της ιστορίας που έχω να σου πω.
Έκανε μια μικρή παύση, σαν να τακτοποιούσε μέσα της τις αναμνήσεις. «Ήμουν στο λεωφορείο της γραμμής, από την Αθήνα προς τη γειτονιά μας. Κάπου στη διαδρομή ανέβηκες κι εσύ. Ήταν η πρώτη φορά που σε είδα. Αργότερα έμαθα πως ερχόσουν από τον Πειραιά. Μπροστά μου κάθονταν δυο κοπέλες. Η μία ήταν από τη γειτονιά μας και η άλλη κατέβηκε στην επόμενη στάση. Μόλις άδειασε η θέση, κάθισες δίπλα στην κοπέλα. Τη χαιρέτησες, αρχίσατε τα τυπικά σας κι εγώ, θέλοντας και μη, σας άκουγα.
Η Πανωραία χαμογέλασε. «Όταν σε πρωτοείδα, μου άρεσες πολύ σαν παρουσία. Αλλά περισσότερο ενθουσιάστηκα όταν σ’ άκουσα να μιλάς. Είχες έναν τρόπο... ήρεμο, σίγουρο, χωρίς να κάνεις επίδειξη.»
«Ε, Πανωραία...»
«Άσε με να τα πω! Η κοπέλα, πάλι, άρχισε να κρέμεται από τα χείλη σου. Όσο περνούσε η ώρα, όλο και περισσότερο στριμωχνόταν δίπλα σου. Κάποια στιγμή η μητέρα της, που καθόταν πιο μπροστά, βρήκε θέση δίπλα της και τη φώναξε να πάει να καθίσει κοντά της. Η κοπέλα έκανε πως δεν άκουσε.»
Η Πανωραία γέλασε. «Εκεί θυμάμαι πως χαμογέλασα από μέσα μου. Κατάλαβα αμέσως τι γινόταν. Εσύ, όμως, ατάραχος. Δεν έδειχνες ούτε ενθαρρυντικός ούτε απορριπτικός. Απλώς άφησες την κοπέλα να απολαύσει λίγο το ενδιαφέρον της.»
Σήκωσε το ποτήρι της. «Είσαι εσύ ένας μπαγάσας», σκέφτηκα τότε.
Ο Νικηφόρος γέλασε. « Ωραία αρχή είχαμε, δηλαδή.»
«Και δεν τελείωσε εκεί. Γύρισα σπίτι και, με την πρώτη ευκαιρία, έπιασα την Αντιγόνη. Ποιος είναι αυτός ο νέος;» τη ρώτησα. «Τι οικογένεια έχει; Τι δουλειά κάνει;»
Και άρχισα να μαθαίνω. Καλή οικογένεια, για τα μέτρα της γειτονιάς μας. Καλή δουλειά. Προοπτική. Άνθρωπος εργατικός, σοβαρός, με μέλλον.
Κοίταξα τότε την Αντιγόνη και της είπα. «Τι άλλο ζητάμε για το λουλούδι μας την Εριφύλη;»
Ο Νικηφόρος χαμογέλασε. Δεν περίμενε ότι μια τόσο παλιά γνωριμία θα είχε παίξει ρόλο σε όσα ακολούθησαν.
Η Πανωραία συνέχισε. «Τα υπόλοιπα τα ξέρεις. Όταν ζήτησες την Εριφύλη μας, είπα στην Αντιγόνη: «Μην το σκέφτεσαι. Δώσε την ευχή σου.» Ο Θρασύβουλος όμως αντιδρούσε. «Είναι μικρό το κορίτσι», έλεγε. «Γιατί βιάζεστε να το παντρέψετε;»
Ο Νικηφόρος γέλασε. «Ε, ναι! Κι εδώ που τα λέμε, Πανωραία μου, είχε και λίγο δίκιο ο άνθρωπος.»
«Γιατί; Η τσούπα μου ήταν μεγαλύτερη; Το όρνιο, όταν τον ερωτεύτηκε, ήταν έτοιμο να τον παντρευτεί! Άλλωστε, κι εκείνος ήταν μερικά χρόνια μεγαλύτερος της τσούπας μου.».
«Κι εγώ μην το ξεχνάς, Πανωραία μου, κομμάτι μεγαλύτερος είμαι από την Εριφύλη.»
Η Πανωραία τον κοίταξε για λίγο με εκείνο το παιχνιδιάρικο βλέμμα που δεν προμήνυε τίποτε καλό.
«Εσύ, ματιά μου, μπορεί να είσαι λίγο μεγαλύτερος. Αλλά είσαι τόσο... πανάθεμα σε, πώς να το πω...
Σταμάτησε επίτηδες. « Γλυκός και ερωτιάρης!»
Ο Νικηφόρος ξέσπασε στα γέλια. « Πού τα βρήκες αυτά, Πανωραία;»
— Ε, δεν τα έβγαλα από το κεφάλι μου! Και με τέτοια ζωντάνια που έχεις, φαντάζεις καμιά φορά μικρότερος κι από το λουλούδι μας την Εριφύλη. Ύστερα, σαν να θυμήθηκε κάτι από πολύ παλιότερα, χαμήλωσε λίγο τη φωνή της. «Να σου πω και κάτι άλλο; Τότε, όταν σε γνώρισα, είπα μέσα μου: «Αχ, και να ’χα εγώ τα χρόνια σου...»
Ο Νικηφόρος την κοίταξε με απορία, αλλά η Πανωραία συνέχισε χωρίς να τον αφήσει να μιλήσει.
«Μου πέταξε η καρδούλα μου μια στιγμή. Κι ας είχαν περάσει μόλις δυο χρόνια από τότε που είχα χάσει τον Πελοπίδα μου. Το χαμόγελό της έσβησε για λίγο. «Ο Θεός να αναπαύει την ψυχή του.»
Ο Νικηφόρος δεν απάντησε αμέσως. Σήκωσε απλώς το ποτήρι του. «Να τον θυμάσαι πάντα με καλό, Πανωραία μου.»
Εκείνη έγνεψε. Και για λίγα δευτερόλεπτα, η ζωηρή γυναίκα που πριν από λίγο τον πείραζε για την Εριφύλη και τον γάμο τους σώπασε. Έμοιαζε να κοιτάζει, όχι τον Νικηφόρο, αλλά κάποιο μακρινό σημείο του χρόνου, εκεί όπου μια γυναίκα νεότερη, μόλις χήρα, είχε ακόμη μέσα της χώρο για μια καινούργια συγκίνηση , έστω κι αν η ζωή τελικά την οδήγησε σε έναν εντελώς διαφορετικό δρόμο.
«Ρε Πανωραία, όλα καλά τα λες. Εσύ όμως πώς και συμφώνησες στον γάμο της Αντιγόνης;»
«Τι να έκανα, γιόκα μου; Είχε το λουλούδι μας την Εριφύλη στην κοιλιά της.»
«Α, ώστε έτσι! Ώστε ήταν έγκυος η Αντιγόνη μας; Να μου τα λες να τα μαθαίνω κι εγώ αυτά, Πανωραία μου. Τώρα σε καταλαβαίνω…»
Η Πανωραία χαμογέλασε πονηρά, σηκώνοντας λίγο το ποτήρι της. «Γι’ αυτό το αξιαγάπητο λουλούδι μας, που ήρθε στον κόσμο, τα κάνω όλα χαλάλι του ασυμπάθιστου. Και ο Θεός να τον έχει καλά τώρα που μαθαίνω πως ξεπέρασε τα προβλήματα από το ατύχημά του! Και δοξάζω τον Θεό που το λουλούδι μας έπεσε και σε καλά χέρια.»
«Μα τι κομπλιμέντα και καλές κουβέντες είναι αυτές σήμερα από εσένα! Αγιογραφία μου ’κανες, Πανωραία μου. Κόψε κάτι… Με κάνεις να σκέφτομαι!»
«Τίποτα δεν κόβω. Πολλά θα ’θελα να σου κάνω εγώ, αλλά ας όψεται που…» Το μπρούσκο είχε αρχίσει να λύνει τη γλώσσα της. Και, για να είμαι δίκαιος, ήταν όντως νέκταρ το άτιμο.
«Υπήρχε κάποιος ιδιαίτερος λόγος γι’ αυτή την εριστική συμπεριφορά του Θρασύβουλου απέναντι στην Αντιγόνη τα πρώτα χρόνια; Πάντα, βέβαια, σύμφωνα μ’ αυτά που μου λες…»
Η Πανωραία ακούμπησε το ποτήρι της στο τραπέζι και για λίγο σοβάρεψε. «Απλά πιστεύω πως τη ζήλευε παθολογικά. Είχε εμμονές και ήταν καχύποπτος. Κάθε επαφή της Αντιγόνης που δεν του άρεσε, ή κάποιες εντελώς ανυπόστατες ενδείξεις, τις έπαιρνε στραβά και τις θεωρούσε επιθυμία της για απιστία. Κι αυτό τον οδηγούσε σε ξεσπάσματα ζήλιας, ακόμη και σε βίαιες συμπεριφορές. Μεγαλώνοντας τα παιδιά, κάπως ηρέμησε η επιθετικότητά του. Αλλά τι τα θέλεις… Παρέμεινε παράξενος και γκρινιάρης. Απορώ πώς η τσούπα μου τον άντεχε τόσα χρόνια.»
Την άκουγε προσεκτικά. Ήξερε τον Θρασύβουλο διαφορετικό, όπως τον είχε γνωρίσει αυτός, στα χρόνια που είχαν ακολουθήσει. Κι αυτή η απόσταση ανάμεσα στις δύο εικόνες τον έκανε να κρατεί μέσα του μια μικρή επιφύλαξη. Η Πανωραία, όμως, μιλούσε σαν άνθρωπος που κουβαλούσε τη δική του μνήμη, και δεν είχα λόγο να την ακυρώσω.
Περνώντας η ώρα, η Πανωραία ένιωθε τον Νικηφόρο όλο και πιο οικείο, σαν άνθρωπο δικό της, κι έτσι του άνοιξε διάπλατα την καρδιά της. Άρχισε να του διηγείται παλιές ιστορίες από τη ζωή της· κι όπως συμβαίνει συνήθως, οι παλιές ιστορίες δεν αργούν να φέρουν στην επιφάνεια εκείνο το μόνιμο παράπονο που κουβαλάμε μέσα μας.
Του μίλησε για τον δικό της γάμο και δεν ήταν λίγα όσα είχε να διηγηθεί. Την πάντρεψαν πολύ μικρή. Δεν πρόλαβε καλά καλά να χαρεί την ανεμελιά της νιότης· γρήγορα έγινε μητέρα και η ζωή της γέμισε ευθύνες, παιδιά, δουλειές και καθημερινό αγώνα. Ο άντρας της έφυγε σχετικά νέος, αφήνοντάς την χήρα με πέντε παιδιά, ορφανά από πατέρα. Αυτό ήταν το μεγάλο της παράπονο. Ένα παράπονο που, όπως φαινόταν, δεν είχε σβήσει με τα χρόνια. Της έλειπε η αντρική παρουσία, η αγκαλιά εκείνη που δεν είναι μόνο ερωτική, αλλά έχει μέσα της ασφάλεια, θαλπωρή και τη σιωπηλή αίσθηση πως κάποιος βρίσκεται δίπλα σου. Οι ερωτικές εμπειρίες της είχαν ουσιαστικά τελειώσει μαζί με τον γάμο της. Υπήρχαν νύχτες που ένιωθε τη μοναξιά να βαραίνει πάνω της· νύχτες που το σώμα θυμόταν όσα η ζωή είχε στερήσει.
«Χάνεις τα νιάτα σου», της έλεγαν οι φίλες της. «Ξαναπαντρέψου. Δουλειά έχεις, και κοτζάμ σπίτι γραμμένο στ’ όνομά σου…»
Η Πανωραία όμως κουνούσε το κεφάλι. «Μια τίμια γυναίκα, μονάχα έναν άντρα γνωρίζει στη ζωή της…» Κι ύστερα σώπαινε για λίγο, σαν να ήξερε πως αυτή η πεποίθηση είχε κι ένα τίμημα. Γιατί πίσω από τα λόγια της υπήρχε μια γυναίκα που είχε στερηθεί όχι μόνο έναν σύντροφο, αλλά και τη συντροφικότητα, την τρυφερότητα, εκείνη τη ζεστή ανθρώπινη εγγύτητα που κάποτε θεωρούσε αυτονόητη.
Η κουβέντα είχε ανάψει για τα καλά. Το κρασί είχε λύσει τη γλώσσα και οι εξομολογήσεις έβγαιναν η μία μετά την άλλη, χωρίς πια τις συνήθεις αναστολές. Ανάμεσα στις λέξεις, στα βλέμματα και στις μικρές σιωπές, άρχισε να διαγράφεται μια αδιόρατη ένταση, περισσότερο αισθητή παρά ομολογημένη.
Ο Νικηφόρος ένιωσε ξαφνικά πως η ατμόσφαιρα στο δωμάτιο είχε αλλάξει. Η ζέστη, πραγματική ή φανταστική, ανέβαινε. Ένιωθε την ανάγκη να σηκωθεί, να βγει λίγο έξω, να πάρει αέρα.
«Θα πάω να περπατήσω λίγο», είπε τελικά. «Με έχει ταλαιπωρήσει και το ταξίδι… Θέλω να ξεμουδιάσω.»
Σηκώθηκε από το τραπέζι. Δεν χρειαζόταν να εξηγήσει περισσότερα. Ήξερε πως έπρεπε να απομακρυνθεί για λίγο από εκείνη τη φορτισμένη ατμόσφαιρα, να καθαρίσει το μυαλό του και να αφήσει τη βραδιά να ξαναβρεί τον φυσιολογικό της ρυθμό. Μόλις άνοιξε την πόρτα, σηκώθηκε κι η Πανωραία. Του χαμογέλασε με εκείνο το αινιγματικό, κατανοητικό χαμόγελο που δεν ζητούσε εξηγήσεις. Ο Νικηφόρος άργησε μια στιγμή να της ανταποδώσει. Πήρε πρώτα μια βαθιά ανάσα, σαν να ήθελε να γεμίσει τα πνευμόνια του με τον καθαρό αέρα της νύχτας.
«Ξεκουράσου και ηρέμησε, αγόρι μου», του είπε εκείνη ήρεμα. «Εγώ θα πεταχτώ στη γειτόνισσα. Μου παρήγγειλε πως με θέλει. Τα λέμε πάλι όταν γυρίσω.»
Ο Νικηφόρος χαμογέλασε. «Να πας, Πανωραία μου. Κι εγώ θα κάνω τη βόλτα μου.»
Βγήκε στην αυλή και άφησε πίσω του την πόρτα να κλείσει αργά. Ο νυχτερινός αέρας τον υποδέχτηκε σαν ευεργετικό νερό. Περπάτησε λίγα βήματα χωρίς προορισμό, αφήνοντας τη δροσιά να πάρει μαζί της ό,τι είχε περισσέψει από την ένταση της βραδιάς. Ήξερε πως κάποιες κουβέντες, όταν ειπωθούν με κρασί και νύχτα, αποκτούν μια δύναμη που την ημέρα ίσως να μην είχαν ποτέ.
Ξεπρότισε πρώτος και δεν είπε τίποτα. Μάλλον δεν είχε διάθεση να πει οτιδήποτε. Άλλωστε, εκείνη τη στιγμή δεν μπορούσε καλά καλά να αναπνεύσει φυσιολογικά. Του φαινόταν σχεδόν ανεξήγητο πώς μπορούσε να νιώθει ταυτόχρονα στενοχώρια και ερωτική έξαψη. Δυο αντίθετα συναισθήματα, κι όμως μέσα του είχαν γίνει ένα παράξενο, δύσκολο μείγμα. Όταν ο Νικηφόρος γύρισε στο σπίτι, ύστερα από καμιά ώρα, το βρήκε άδειο. Τα φώτα είχαν ανάψει από ώρα, μα η Πανωραία δεν είχε ακόμη επιστρέψει. Όταν, επιτέλους, φάνηκε στην πόρτα, ο Νικηφόρος την είδε προβληματισμένη.
«Σου συμβαίνει κάτι; Σε βλέπω συννεφιασμένη.»
«Να η φιλενάδα μου…»
«Η φιλενάδα σου τι;»
«Της βρήκε ένα πρόβλημα ο γιατρός και πρέπει να κάνει τρεις ενέσεις. Απόψε της έκανα την πρώτη, γι’ αυτό καθυστέρησα να γυρίσω. Με παρακάλεσε, αν γίνεται, να της κάνω και τις άλλες δύο, γιατί με εμπιστεύεται.»
«Και εσύ γιατί μαράζωσες, κοπέλα μου; Σαν την καημένη τη λεμονιά που τη χτύπησε το χαλάζι.»
Η Πανωραία χαμογέλασε. «Αχ… αυτό το «κοπέλα μου», με τέτοια γλύκα, δεν το ’χω ξανακούσει. Αγόρι μου, με γεμίζει σαν θεραπευτικό βότανο. Γι’ αυτό σε λατρεύω! Και έτσι όπως μου μιλάς, μου έρχεται να σε σφίξω στην αγκαλιά μου και…»
Η φράση έμεινε μετέωρη. Σταμάτησε απότομα, καθώς οι ντροπές της πρόλαβαν τη γλώσσα της. «Ναι, αλλά της είπα πως αύριο είναι κανονισμένο να αναχωρήσουμε», συνέχισε ύστερα με μια δειλή, παραπονιάρικη φωνή.
Ο Νικηφόρος την κοίταξε με κατανόηση. «Μην μου ’σαι σκυθρωπή και μέσα στη χαρμολύπη. Το πρόγραμμα εμείς το κανονίζουμε. Ο Θρασύβουλος τα πηγαίνει μια χαρά, όλα είναι πιο χαλαρά στο σπίτι τώρα και δεν μας έχουν τόσο ανάγκη. Θα βρούμε λοιπόν μια δικαιολογία και θα μείνουμε το τριήμερο, καρδιά μου. Σου χαλώ εγώ χατίρι; Ολόκληρο μωρό μου έστειλες στην αγκαλιά! Και τι μωρό… Την Εριφύλη, την πιο γλυκιά μου αμαρτία στη ζωή μου. Με το μωράκι μας αυτό είμαι άγρια καψουρεμένος. Και μόνο που σκέφτομαι πως θα ξαναφύγω στα κύματα, τρελαίνομαι!»
Η Πανωραία γέλασε και τον πείραξε. «Τι έγινε, παλικάρι μου; Τη δαγκώσαμε δυνατά τη λαμαρίνα;»
«Άστα, Πανωραία μου, άστα… Η Εριφύλη είναι το τέλειο μωράκι. Τέτοιο κορμάκι, τέτοιο μουτράκι… Και έξυπνη, φωτιά, με χιούμορ να δεις! Δεν είχα ξανανιώσει έτσι στη ζωή μου. Είμαι τρελά καψουρεμένος. Και πώς να μην είμαι; Είναι μια γυναίκα με τα όλα της. Όλη δική μου. Με συγκινεί και με αναστατώνει ακόμη και το πιο απλό της άγγιγμα.»
Η Πανωραία τον κοίταξε με εκείνο το πονηρό χαμόγελο που είχε αρχίσει να γίνεται μόνιμο απόψε. «Και το μωρό μας έχει ανθίσει για τα καλά στην αγκαλιά σου. Σαν ανοιξιάτικο, ευωδιαστό λουλούδι. Μάλλον το ξεπατώνεις στο πότισμα και στο λίπασμα και του αρέσει! Την είδα τελευταία που λαμποκοπούσε το πρόσωπό της. Είχε στην όψη της εκείνη την πάχνη της υπερβόρειας Θούλης, που λέει και ο ποιητής μας.»
Ο Νικηφόρος σήκωσε τα φρύδια και χαμογέλασε. «Χμμ… μη μου λες τέτοια, γιατί εγώ τελευταία έλειπα στα ταξίδια μου. Λες να της τον δουλεύει και να της ξεπατώνει κανένας άλλος τον αργαλειό; Να της μαδάει την παπαρούνα και να της χαρίζει αυτή την απόλαυση;»
«Έλα βρε! Εσύ μη λες κουταμάρες. Άσε που αυτή πίνει νερό στ’ όνομά σου… Το λουλούδι μας! Λέει Νικηφόρος και στάζει μέλι το στόμα της.»
Ο Νικηφόρος γέλασε. Η κουβέντα είχε ξαναβρεί την ανάλαφρη διάθεσή της, μα μέσα του έμεινε για λίγο η εικόνα της Εριφύλης, όχι σαν μια μακρινή ανάμνηση, αλλά σαν κάτι ζωντανό, παρόν, που μπορούσε να τον αγγίξει ακόμη κι όταν βρισκόταν χιλιάδες μίλια μακριά.
Η αλήθεια είναι πως η Πανωραία δεν έλεγε ψέματα. Η Εριφύλη τον αγαπούσε και τον ήθελε. Αυτό φαινόταν· το καταλάβαιναν όλοι. Ο Νικηφόρος ήταν όμορφος, αρρενωπός, ευχάριστος, αυθεντικός είχε, λίγο πολύ, όλα εκείνα που χρειάζονται για να αγαπήσει μια γυναίκα έναν άντρα βαθιά και για πολλά χρόνια.
Μα ο Νικηφόρος δεν ήταν χαζός. Ούτε εύπιστος. «Αααχ, βρε Πανωραία μου! Δέκα χρόνια γάμου, πώς να το κάνουμε, σε ρουτινιάζουν. Κι όσο θα λείπω στα ταξίδια, κακά τα ψέματα, τόσους μήνες και τόσες ατελείωτες νύχτες μόνη της η Εριφύλη… δεν ξέρεις πού μπορεί να τη βγάλουν. Γι’ αυτό σου λέω, μπορεί το στόμα της να στάζει μέλι, αλλά όταν ο γάτος απουσιάζει τόσο μεγάλο διάστημα, το γατάκι κάποια στιγμή θα αρχίσει να ζητάει παιχνίδια. Και ξέρεις εσύ τι παιχνίδια εννοώ. Δύσκολο είναι, Πανωραία μου, να αρχίσει να δουλεύει ο διάβολος μέσα στο μυαλό της;»
Η Πανωραία τον κοίταξε με ένα χαμόγελο που έλεγε πως είχε ακούσει αρκετά. «Ξέρω, αγόρι μου. Ξέρω. Αχ, αυτά τα παιχνίδια… Ανάβουν φωτιές που δύσκολα σβήνουν χωρίς να καούμε κι εμείς μέσα τους. Κι είναι άτιμα, γιατί όσο πιο συχνά τα γνωρίζεις, τόσο περισσότερο τα ζητάς. Γι’ αυτό να φροντίζεις να έρχεσαι πιο συχνά.» Πήγε να προσθέσει κάτι ακόμη, μα σταμάτησε. Κάποια λόγια τα ένιωθε, αλλά δεν ήξερε πώς να τα βάλει σε τάξη χωρίς να εκτεθεί περισσότερο απ’ όσο άντεχε.
Ο Νικηφόρος συνέχισε, σαν να προσπαθούσε περισσότερο να πείσει τον εαυτό του παρά εκείνη. «Το γνωρίζω, Πανωραία μου. Εντάξει, δεν λέω, μια χαρά τα πάμε. Και στο κρεβάτι, να ξέρεις, την Εριφύλη δεν την πιάνεις εύκολα. Είναι παθιασμένη, ξέρει να χαίρεται τον έρωτα, δεν έχω κανένα παράπονο. Αλλά, είπαμε… ο διάβολος έχει πολλά ποδάρια.»
Σταμάτησε λίγο και πήρε ανάσα. «Η παρατεταμένη απουσία μου, δεν έχω αυταπάτες, έχει κι αυτή τον κίνδυνο της. Και ο κίνδυνος δεν είναι μόνο η μοναξιά. Είναι κι εκείνα τα πρωτόγονα ένστικτα που ξυπνούν, ηλεκτρίζουν τις αισθήσεις και κάνουν τον έρωτα να μοιάζει καμιά φορά με βασιλιά στο παιχνίδι των αισθήσεων. Σου τα λέω ωμά, γιατί πώς αλλιώς να στα πω; Δεν ξέρω πια αν της επαρκώ, Πανωραία μου. Αν τη γεμίζω πραγματικά. Κατάλαβες τώρα;»
Έλεγε, έλεγε ο Νικηφόρος, όμως η Πανωραία τον άκουγε με ένα ειρωνικό χαμόγελο. Δεν φαινόταν να πείθεται ούτε στο ελάχιστο. «Μη μου λες κουταμάρες», του είπε τελικά.
«Είναι να μην της μπει η ιδέα, Πανωραία μου. Οι ιδέες δεν είναι αέρας κοπανιστός. Σου μπήκε μια ιδέα στο μυαλό; Τελείωσε. Η διαδρομή άρχισε.»
Η Πανωραία κούνησε το κεφάλι της. «Στο ξαναλέω: μη μου λες κουταμάρες. Η Εριφύλη να κάνει τέτοιο πράγμα σε σένα; Ποτέ. Μην το συζητάς. Το κεφάλι μου κόβω.»
Ο Νικηφόρος χαμογέλασε αμήχανα. Η βεβαιότητά της ήταν απόλυτη· η δική του, όχι και τόσο. Και ίσως εκεί ακριβώς να βρισκόταν η διαφορά ανάμεσα στους δυο τους: η Πανωραία μιλούσε με την πίστη μιας γυναίκας που είχε γνωρίσει την Εριφύλη από παιδί, ενώ εκείνος μιλούσε με την ανησυχία ενός άντρα που ήξερε από πρώτο χέρι πόσο μεγάλη μπορεί να γίνει η απόσταση ανάμεσα σε δύο ανθρώπους όταν ανάμεσα τους παρεμβάλλονται θάλασσες, χρόνος και μοναξιά.
Το αποτέλεσμα ήταν πως, μόλις η Πανωραία άκουσε ότι θα έμεναν ακόμη δυο βραδιές, την πλημμύρισαν ξαφνικά τρυφερά συναισθήματα και μια απροσδόκητα ευχάριστη διάθεση. Μόνο ρουφηχτά φιλιά στο στόμα δεν έδωσε στον Νικηφόρο και, με τον τρόπο που είχε ανάψει η κουβέντα τους εκείνο το βράδυ, δεν ήταν και εντελώς απίθανο να συνέβαινε κι αυτό, αν της δινόταν η παραμικρή αφορμή.
Πονηρές σκέψεις άρχισαν να περνούν από το μυαλό της. Ίσως, μέσα στην ερημιά της χηρείας και στην ξαφνική παρουσία ενός ανθρώπου που ένιωθε τόσο δικό της, να ξυπνούσαν παλιές, ξεχασμένες επιθυμίες. Ένα πονηρό χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη της, γεμάτο νόημα. Δεν περίμενε καν να τελειώσουν τη συζήτησή τους. Του έριξε ένα ακόμη μεγάλο χαμόγελο και έφυγε φουριόζα να πει τα νέα στη φίλη της. Ο Νικηφόρος έμεινε για λίγο μόνος και, χωρίς να ξέρει ακριβώς γιατί, ένιωσε πως μπορούσε σχεδόν να μυρίσει στον αέρα τη μοναξιά της.
Αργά το βράδυ τη βοήθησε να μαζέψουν το τραπέζι. Ύστερα κάθισαν μαζί στον καναπέ. Την κοίταξε. Ένα κομμάτι του εαυτού του είχε τόση ένταση, ώστε του ερχόταν να σηκωθεί και να πάει να καθίσει στην καρέκλα απέναντί της. Να δημιουργήσει απόσταση. Ένα άλλο, όμως, τον τραβούσε προς το μέρος της· ήθελε να περάσει το χέρι του γύρω από τη μέση της, να την κρατήσει κοντά του, να χαϊδέψει τα μαλλιά της, να την αγκαλιάσει λίγο περισσότερο απ’ όσο επέτρεπε η απλή οικειότητα δύο ανθρώπων.
Ξεροκατάπιε. Σήκωσε σχεδόν ασυναίσθητα το χέρι του. Αλλά…Σταμάτησε.
Η Πανωραία γέλασε χαμηλόφωνα. Το χέρι της γλίστρησε διακριτικά στο μπράτσο του. Δεν είπε τίποτα. Ύστερα σηκώθηκε αθόρυβα και πήγε να του ετοιμάσει το κρεβάτι. Αργότερα «λογομάχησαν» για το πού θα κοιμηθεί ο καθένας. Η Πανωραία είχε στρώσει το μεγάλο διπλό κρεβάτι της στην κρεβατοκάμαρα για τον Νικηφόρο, ενώ για τον εαυτό της είχε ετοιμάσει ένα μικρότερο κρεβάτι που υπήρχε στην κουζίνα.
Ο Νικηφόρος δυσκολεύτηκε να το δεχτεί. «Μα, Πανωραία μου, τι κάνεις τώρα; Εσύ θα κοιμηθείς στην κουζίνα κι εγώ στο δωμάτιό σου;»
«Εγώ έτσι το θέλω, αγόρι μου. Μη μου χαλάς χατίρι.»
«Δεν μου φαίνεται σωστό…»
«Άντε, καληνύχτα τώρα και μη μου κάνεις τον δύσκολο.» Τελικά έγινε αυτό που ήθελε η Πανωραία.
Ένας μικρός διάδρομος τους χώριζε. Τόσο κοντά ώστε να ακούγεται η παρουσία του άλλου, και ταυτόχρονα αρκετά μακριά ώστε να τους στερεί την οπτική επαφή.
Ο Νικηφόρος ξάπλωσε στο μεγάλο κρεβάτι και κοίταξε για λίγο το ταβάνι. Για πρώτη φορά εκείνο το βράδυ, η σιωπή του σπιτιού τού φάνηκε πιο δυνατή από οποιαδήποτε κουβέντα είχαν ανταλλάξει.
Προχωρημένα μεσάνυχτα, ο Νικηφόρος προσπαθούσε μάταια να κοιμηθεί. Το σπίτι είχε βυθιστεί στη σιωπή, εκείνη τη βαθιά νυχτερινή σιωπή που κάνει ακόμη και τον πιο μικρό ήχο να μοιάζει δυνατός.
Κάποια στιγμή άκουσε από το μικρό κρεβάτι, μόλις ενάμιση μέτρο μακριά του, κάποιους παράξενους, πνιχτούς ήχους και μικρές κοφτές αναπνοές. Έγειρε λίγο στο πλάι και τέντωσε το αυτί του.
«Τι συμβαίνει;» αναρωτήθηκε. «Μήπως δεν είναι καλά η Πανωραία;» Για μια στιγμή σκέφτηκε να της μιλήσει. Ύστερα, καθώς άκουσε ξανά τους χαμηλούς αναστεναγμούς, κατάλαβε. Σταμάτησε να κινείται.
Η Πανωραία βρισκόταν μόνη με τις σκέψεις και τις ανάγκες της, χαμένη σε έναν ιδιωτικό κόσμο που δεν προοριζόταν για τα δικά του μάτια ούτε για τα δικά του αυτιά. Κι όμως, μέσα στην απόλυτη ησυχία του σπιτιού, κάποιες μικρές διαρροές εκείνης της ιδιωτικής στιγμής έφταναν μέχρι το κρεβάτι του.
Ο Νικηφόρος ένιωσε το σώμα του να αντιδρά πριν προλάβει να επέμβει η λογική. Η φαντασία του πήρε αμέσως τον δικό της δρόμο. Τα λόγια της, τα βλέμματα της βραδιάς, το διακριτικό άγγιγμα στο μπράτσο του, όλα όσα είχαν ειπωθεί και κυρίως όσα είχαν μείνει ανείπωτα, ξαναγύρισαν στο μυαλό του.
Έκλεισε τα μάτια. Προσπάθησε να διώξει τις εικόνες. Δεν τα κατάφερε. Η νύχτα είχε μετατρέψει τη λεπτή απόσταση ανάμεσα στα δύο κρεβάτια σε κάτι παράξενο, ήταν ταυτόχρονα όριο και πειρασμός. Κανείς δεν έβλεπε τον άλλον, κι όμως ο καθένας γνώριζε πλέον ότι ο άλλος ήταν εκεί.
Ο Νικηφόρος πήρε βαθιά ανάσα και έμεινε ακίνητος. Από το διπλανό δωμάτιο ακούστηκε ένας τελευταίος πνιχτός αναστεναγμός και ύστερα σιωπή.
Για αρκετή ώρα κανείς δεν μίλησε. Και μέσα στη σιωπή εκείνη, ο Νικηφόρος κατάλαβε πως η επόμενη μέρα θα ήταν ίσως δυσκολότερη από τη σημερινή.
Το δεύτερο βράδυ, ο Νικηφόρος κατάλαβε πως η Πανωραία βρισκόταν και πάλι αντιμέτωπη με τη δική της ερωτική επιθυμία και προσπαθούσε να την καταλαγιάσει μόνη της.
Κι εκείνος πήρε φωτιά. Απόψε την ήθελε περισσότερο. Κι από τον τρόπο που κινούνταν, από τις μικρές σιωπές και την αμηχανία που είχε εγκατασταθεί ανάμεσά τους, του φαινόταν πως ίσως κι εκείνη άφηνε ανοιχτή κάποια πόρτα.
Δεν βιάστηκε. Άφησε να περάσει αρκετός χρόνος, θέλοντας πρώτα να καταλάβει μέχρι πού πραγματικά επιθυμούσε να προχωρήσει η Πανωραία. Δεν ήθελε να παρερμηνεύσει ούτε μια κίνηση, ούτε έναν αναστεναγμό. Κάποια στιγμή σηκώθηκε από το κρεβάτι και πήγε στην τουαλέτα. Όταν επέστρεψε, στάθηκε για λίγο δίπλα στο μικρό της κρεβάτι. Δεν είπε τίποτα. Δεν χρειαζόταν. Η παρουσία του εκεί, μέσα στο μισοσκόταδο, ήταν από μόνη της ένα ερώτημα.
Ένα ερώτημα που άφηνε την απάντηση αποκλειστικά σ’ εκείνη. Πέρασαν μερικές στιγμές. Καμία λέξη.
Μόνο μια βαριά, σχεδόν ηλεκτρισμένη σιωπή, στην οποία και οι δυο καταλάβαιναν πολύ περισσότερα απ’ όσα τολμούσαν να πουν.
Ο Νικηφόρος τελικά γύρισε στο κρεβάτι του. Δεν είχε συμβεί τίποτα. Κι όμως, η ένταση δεν είχε φύγει.
Λίγο αργότερα, η σιωπή του δωματίου άρχισε να γεμίζει πάλι με χαμηλούς αναστεναγμούς και πνιχτές φωνές. Κανείς δεν έκανε το αποφασιστικό βήμα προς τον άλλον. Παρέμειναν χωρισμένοι από εκείνον τον μικρό διάδρομο, ο καθένας κλεισμένος στον δικό του κόσμο, αφήνοντας τη νύχτα να κουβαλήσει όσα δεν τόλμησαν να κάνουν πράξη. Κάποια στιγμή όλα ησύχασαν.
Το πρωί, ο καφές τους βρήκε ήρεμους. Σαν να μην είχε συμβεί τίποτα. Το φως της ημέρας είχε σβήσει τα ίχνη της νύχτας, σαν γομολάστιχα πάνω σε μια σελίδα που κανείς από τους δύο δεν ήθελε να διαβάσει δυνατά. Η Πανωραία ασχολήθηκε με τον καφέ κι ο Νικηφόρος, αφού ήπιε την πρώτη γουλιά, της είπε. «Θα πάω μια μικρή βόλτα μέχρι τον υγροβιότοπο, πέρα στη βαλτώδη ακτή.»
«Να πας, αγόρι μου. Θα σου κάνει καλό.»
Ο Νικηφόρος σηκώθηκε. Ο υγροβιότοπος απλωνόταν λίγο πιο πέρα, μια ήσυχη περιοχή προστατευμένη από τη Συνθήκη Ramsar. Ένας θαυμάσιος φυσικός χώρος, όπου κάθε χρόνο φιλοξενούνταν σημαντικοί αριθμοί υδρόβιων και παρυδάτιων πτηνών.
Ήθελε να περπατήσει μόνος. Να αφήσει το βλέμμα του να χαθεί στις καλαμιές, στα νερά και στις κινήσεις των πουλιών και, κυρίως, να δώσει λίγο χρόνο στον εαυτό του. Γιατί το φως της ημέρας μπορεί να είχε σβήσει όσα είχαν συμβεί τη νύχτα, αλλά δεν είχε καταφέρει να τα σβήσει και από τη μνήμη του.
«Να πας, αγόρι μου. Και το μεσημέρι, επειδή σου αρέσουν τα καυτερά, θα ’χω ετοιμάσει μια συνταγή με μοσχαρίσιο κρέας και πολύ καυτερή σάλτσα από κόκκινες πιπεριές. Θα τη μάθω κιόλας στο λουλούδι μας να σου τη φτιάχνει. Αφροδισιακή τροφή για ταύρους! Ταύρους που μουγκρίζουν τα βράδια.»
Ο Νικηφόρος άφησε το σχόλιο αναπάντητο. Ας όψεται αυτή η γαμημένη αμηχανία. Δεν ήξερε πια πώς να τη χειριστεί. Κάθε κουβέντα της έμοιαζε να ακουμπάει ακριβώς εκεί όπου ο ίδιος προσπαθούσε να μη κοιτάξει.
Ένιωθε παράξενα. Σαν άβγαλτο μαθητούδι, που ενώ νόμιζε πως ήξερε καλά το μάθημα, ξαφνικά βρέθηκε μπροστά σε μια άσκηση για την οποία κανείς δεν τον είχε προετοιμάσει. Και το χειρότερο ήταν πως η Πανωραία φαινόταν να το διασκεδάζει.
Η παραλία ήταν έρημη και γαλήνια. Η απόλυτη ησυχία την έκανε ακόμη πιο όμορφη. Ο Νικηφόρος έβγαλε τα παπούτσια του και κατέβηκε μέχρι την ακροθαλασσιά. Δεν υπήρχε άνθρωπος στην περιοχή.
Έκπληκτος από το πόσο ρηχή ήταν η θάλασσα, ανέβασε το παντελόνι του μέχρι τα γόνατα και άρχισε να περπατά μέσα στο νερό. Η άμμος υποχωρούσε απαλά κάτω από τα πέλματά του και τα μικρά κύματα έσπαζαν γύρω από τις γάμπες του. Πλατσούρισε για αρκετή ώρα, αφήνοντας τη δροσιά να καθαρίσει κάπως το μυαλό του.
Όμως η σκέψη, αργά ή γρήγορα, γύριζε στα νυχτερινά.
Στην Πανωραία. Στις κουβέντες τους. Στις σιωπές. Στο διακριτικό άγγιγμα του χεριού της. Στην παράξενη οικειότητα που είχε δημιουργηθεί ανάμεσά τους.
Ένιωθε πάλι εκείνη την ενοχλητικά ευχάριστη αναστάτωση που τον είχε κυριεύσει από το προηγούμενο βράδυ. Προσπάθησε να την αποδιώξει, μα όσο περισσότερο το επιχειρούσε τόσο πιο επίμονα επέστρεφε η εικόνα της.
Τελικά πήρε τον δρόμο της επιστροφής. Μπήκε στο αυτοκίνητο, έκλεισε την πόρτα και έμεινε για λίγο ακίνητος. Η σιωπή της καμπίνας τον απομόνωσε από τον κόσμο. Ξάπλωσε όσο μπορούσε στο κάθισμα του οδηγού και έκλεισε τα μάτια. Η φαντασία του πήρε ξανά τον δικό της δρόμο.
Εκεί ήταν πάλι η Πανωραία, το χαμόγελό της, η φωνή της, το βλέμμα της. Όλα όσα είχαν μείνει μετέωρα ανάμεσά τους τις δύο προηγούμενες νύχτες. Ο Νικηφόρος αφέθηκε για λίγο στη φαντασίωση, ώσπου η ένταση καταλάγιασε και έμεινε μόνος με τις σκέψεις του. Άνοιξε τα μάτια και κοίταξε έξω από το παρμπρίζ. Η θάλασσα απλωνόταν ήρεμη μπροστά του. Και τότε συνειδητοποίησε πως δεν ήταν μόνο η επιθυμία που τον είχε ταράξει. Ήταν κυρίως το γεγονός ότι, μέσα σε λίγες μέρες, ένας άνθρωπος που μέχρι τότε ανήκε σε μια απολύτως οικεία και ασφαλή θέση στη ζωή του είχε αποκτήσει ξαφνικά μια διαφορετική, απρόσμενη παρουσία στη σκέψη του. Πήρε μια βαθιά ανάσα, έβαλε μπρος τη μηχανή και πήρε τον δρόμο της επιστροφής.
Αργά το μεσημέρι, ο Νικηφόρος απόλαυσε για ακόμη μία φορά τη μαγειρική της Πανωραίας. Ήπιαν και το υπόλοιπο μπρούσκο και, καθώς σηκώθηκε από το τραπέζι, αισθανόταν σαν καλοθρεμμένη χήνα που είχε παραδοθεί αμαχητί στις περιποιήσεις της οικοδέσποινας.
Αισίως είχαν φτάσει στο τελευταίο τους βράδυ. Η Πανωραία είχε κάνει και την τελευταία ένεση στη φίλη της και πλέον ήταν ελεύθερη, ώστε το επόμενο πρωί να μπορούσαν να αναχωρήσουν χωρίς άλλη καθυστέρηση.
Η ώρα πέρασε ήρεμα, βλέποντας παρέα μια ταινία στην τηλεόραση. Κάποια στιγμή ο Νικηφόρος αποφάσισε να πέσει για ύπνο. Η Πανωραία, όμως, στριφογύριζε μέσα στο σπίτι, τακτοποιώντας το ένα και το άλλο, με την ενέργεια κλώσας που έχασε τα φωλιά της. «Πάλι κάψες έχει», σχολίασε μέσα του ο Νικηφόρος. Ύστερα από αρκετή ώρα, αποφάσισε και η Πανωραία να πάει για ύπνο. Μπήκε στο υπνοδωμάτιο και είδε τον Νικηφόρο να έχει ήδη αρχίσει να βαραίνει τα βλέφαρά του. «Ακόμη να κοιμηθείς;» τον ρώτησε.
«Είμαι μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας», της απάντησε νυσταγμένα.
Η Πανωραία άνοιξε την ντουλάπα της ευρύχωρης κρεβατοκάμαρας και άρχισε να ψάχνει. Σκύβοντας μπροστά στα συρτάρια του κομοδίνου, τα άνοιγε και τα έκλεινε διαδοχικά, αναζητώντας κάτι που δεν έλεγε να βρει. Έκανε βόλτες από δω κι από κει, τακτοποιούσε, ξαναγύριζε, άνοιγε πάλι ένα συρτάρι.
Ο Νικηφόρος την παρακολουθούσε σιωπηλός. Όλη αυτή η νευρική κινητικότητα του φαινόταν περισσότερο ύποπτη απ' όσο ήθελε να παραδεχτεί.
Τελικά η Πανωραία πήρε από την ντουλάπα μια καθαρή νυχτικιά και άρχισε να βγάζει τα ρούχα της εκεί, μπροστά στα πόδια του κρεβατιού. Έμεινε για λίγο με τα εσώρουχά της, ψάχνοντας παράλληλα μια σακούλα για να βάλει τα άπλυτα και να τα πάρει μαζί της για πλύσιμο. Η αναζήτηση κράτησε περισσότερο απ' όσο χρειαζόταν. Ο Νικηφόρος την κοιτούσε και καταλάβαινε πως πίσω από αυτή την αδιάκοπη τακτοποίηση έκρυβε κάτι που ούτε η ίδια τολμούσε να πει. Κι εκείνος, πάνω που είχε αποφασίσει να σταματήσει τα ερωτικά παιχνίδια της σκέψης του, ένιωσε ξανά να αναστατώνεται.
Οι δισταγμοί του πήγαν περίπατο. Με έναν διακριτικό τρόπο, άφησε να φανεί πως κι εκείνος δεν ήταν αδιάφορος. Ταυτόχρονα μετακινήθηκε λίγο, αφήνοντας χώρο στο κρεβάτι. Μόνο αν αποφασίσει να ανέβει μόνη της, σκέφτηκε. Αν το κάνει, δεν χρειάζεται να πει τίποτα άλλο.
Και απορούσε ο ίδιος με τον εαυτό του. Πώς μπορούσε, ύστερα από όλα αυτά, να συγκρατείται ακόμη; Η επιθυμία ήταν εκεί, ολοζώντανη, όμως μαζί της υπήρχε κι ένα τελευταίο, λεπτό όριο που κανείς από τους δυο δεν τολμούσε να αγγίξει. Εγώ δεν φταίω, είπε μέσα του. Αυτή ξεκίνησε πρώτη. Αυτή πρέπει να πάρει και την τελική απόφαση. Αν θέλει, ας το ζητήσει.
Η Πανωραία, αφού επιτέλους βρήκε τη σακούλα, τακτοποίησε τα άπλυτα, φόρεσε τη νυχτικιά της και κατευθύνθηκε προς το δικό της κρεβάτι.
Πριν φύγει, του είπε. «Καληνύχτα.»
Ο Νικηφόρος την κοίταξε. Για μια στιγμή, τα δυο της φρύδια έσμιξαν και στο πρόσωπο της πέρασε ένα παράξενα παραπονεμένο βλέμμα. Ένα βλέμμα που, χωρίς να λέει τίποτε, έμοιαζε να λέει πολλά.
Εκείνος έμεινε να το σκέφτεται. Μπορεί να πέρασαν τέρμινα τρία και να γέμισε η σελήνη δυο φορές, έτσι τουλάχιστον του φάνηκε αργότερα , κι ακόμη αισθανόταν μια μικρή ενοχή για εκείνο το βλέμμα. Γιατί δεν την κάλεσε ο ίδιος; Γιατί δεν της είπε απλά να μείνει; Η καημένη είχε περάσει από σαράντα κύματα. Είχε κάνει ό,τι μπορούσε. Είχε φτιάξει ολόκληρη ιστορία για να μείνουν μόνοι τους δυο ακόμη μέρες, ενώ στο χωριό υπήρχαν δύο φαρμακεία με έμπειρο προσωπικό. Είχε μαγειρέψει, είχε φροντίσει, είχε αφήσει υπονοούμενα, είχε δημιουργήσει ευκαιρίες. Κι όμως, το τελευταίο βήμα δεν το έκανε κανείς.
Γιατί υπήρχε εκείνο το εμπόδιο. Και τι εμπόδιο! Το λουλούδι τους. Η Εριφύλη.
Έτσι, μέσα σε μια ατμόσφαιρα φορτισμένη από αμοιβαία και έντονη επιθυμία, σπατάλησαν δυο μέρες και τρεις νύχτες, πλησιάζοντας ο ένας τον άλλον μέχρι εκεί που άντεχε η συνείδησή του, και τελικά ο καθένας βρέθηκε πάλι στο δικό του κρεβάτι, με τις δικές του σκέψεις. Και κάπως έτσι, βρίσκει ο καθένας τη δική του εκδοχή για το τέλος μιας ιστορίας που, ίσως, δεν χρειάστηκε ποτέ να ολοκληρωθεί για να μείνει αξέχαστη. Αναμνήσεις που δεν έσβησαν
Όλες αυτές οι αναμνήσεις αναβλύζουν από τα βάθη της ψυχής του Νικηφόρου σαν ορμητικός χείμαρρος, που τον παρασύρει μέσα στις δίνες του, σ’ ένα νοερό ταξίδι πίσω στα περασμένα του· σε χρόνια τόσο οικεία και αγαπημένα, αλλά ταυτόχρονα οριστικά ξεπερασμένα. Από τότε είχαν μεσολαβήσει πολλά. Είχε προχωρήσει στη ζωή του. Κι όμως, εκείνη η βραδιά είχε χαραχτεί μέσα του με έναν τρόπο που δεν μπορούσε να εξηγήσει. Δεν την είχε ξεχάσει. Αυτές τις αναδρομές, στα γεγονότα που είχαν εμφυτευτεί μόνιμα στη μνήμη του, έκανε σήμερα ο Νικηφόρος, καθισμένος στον ξύλινο καναπέ κάτω από τον ίσκιο της μεγάλης τούγιας, στο πλακόστρωτο της αυλής τους, περιμένοντας την Αντιγόνη.
Οι σκέψεις του διακόπηκαν από τον ήχο των βημάτων της. Η Αντιγόνη ερχόταν προς το μέρος του, φορώντας ένα λευκό μεταξωτό πουκάμισο και μια τζιν φούστα. Για κάποιον παράξενο λόγο, η εικόνα της δεν είχε φθαρεί καθόλου στα μάτια του, παρότι είχαν περάσει τόσα χρόνια από την πρώτη φορά που την είχε αντικρίσει.
Τώρα, καθώς την έβλεπε να πλησιάζει, αναλογίστηκε πως είχε χάσει πια το μέτρημα των φορών που η μορφή της είχε επιστρέψει στη σκέψη του. Στη μοναχική καμπίνα του πλοίου, μακριά από την οικογένεια και την καθημερινότητα, η φαντασία του την είχε πολλές φορές μετατρέψει σε πρόσωπο μιας κρυφής, απαγορευμένης ιστορίας, μιας ιστορίας που ποτέ δεν ειπώθηκε και ποτέ δεν πέρασε το κατώφλι της σκέψης του.
Κι όμως, κάθε φορά που την αντίκριζε ύστερα από τόσα χρόνια, ήταν σαν να ξυπνούσε μέσα του εκείνη η παλιά, καλά κρυμμένη ανάμνηση.
Ο Νικηφόρος και η Αντιγόνη ξεκίνησαν με το αυτοκίνητο για την πόλη. Στην αρχή της διαδρομής, ο Νικηφόρος αποφάσισε να πει καμιά εξυπνάδα, αφενός για να της φτιάξει το κέφι, αφετέρου επειδή τον είχε αφήσει αρκετή ώρα να περιμένει εκεί, στο πλακόστρωτο της αυλής.
«Στις ομορφιές σου είσαι σήμερα! Είσαι σκέτη πυρκαγιά και θα τρελάνεις κόσμο στην πόλη!»
Η Αντιγόνη δεν απάντησε. Έβαλε τη ζώνη της και τον κοίταξε καλά καλά, δήθεν αδιάφορα.
«Απορώ τι σου βρήκε η κόρη μου!» είπε.
Η έκφραση της, όμως, έσπασε ανεπαίσθητα στην άκρη των χειλιών της, σημάδι πως κατά βάθος διασκέδαζε με την πλάκα του. Τράβηξε λίγο την πουκαμίσα της για να διορθώσει τη ζώνη και, χωρίς να το καταλάβει, έκανε τον Νικηφόρο να χάσει για μια στιγμή την αυτοσυγκέντρωση του. Το βλέμμα του ξέφυγε στιγμιαία, μα γρήγορα επανήλθε στον δρόμο.
«Τι μου βρήκε η κόρη σου; Τη μεγάλη μου καρδιά!» της απάντησε, κλείνοντας της το μάτι την ώρα που έστριβε από τον επαρχιακό δρόμο στον δημόσιο.
Η Αντιγόνη κατάλαβε αμέσως το υπονοούμενο. Χαμήλωσε για μια στιγμή το βλέμμα της και, φτιάχνοντας τα μαλλιά της, του είπε. «Ελπίζω τώρα που οδηγείς να σκέφτεσαι με το επάνω κεφάλι και όχι με το κάτω, όπως το συνηθίζεις…»
Ο Νικηφόρος χαμογέλασε. Κοίτα να δεις τώρα τι συμβαίνει! Ποιος να με πίστευε ότι σήμερα η πεθερούλα μου έχει όρεξη για σεξοκουβέντα…
Δεν το ξεστόμισε, φυσικά. Στην πορεία αντάλλαξαν δυο τρεις ακόμη χαζομάρες. Όταν, όμως, πλησίαζαν στην πόλη, η Αντιγόνη τον ρώτησε ξαφνικά. «Όλα καλά στο σπίτι;»
Ο Νικηφόρος παραξενεύτηκε. «Τι εννοείς;»
Τον κοίταξε στην αρχή λίγο διαπεραστικά και ύστερα είπε. «Το κοριτσάκι μου… Μου φαίνεται τελευταία κάπως προβληματισμένο. Στενοχωρημένο, θα έλεγα.»
«Παράξενο! Γιατί εμείς μια χαρά περνάμε!» της απάντησε.
Η Αντιγόνη τον κοίταξε ξανά, αυτή τη φορά αρκετά επιτιμητικά. «Δηλαδή δεν την πιέζεις καθόλου;»
Ρε γαμώτο, τι θέλει να πει η πεθερούλα μου; Τι έχει μάθει και μου τα λέει αυτά;
«Τι εννοείς;» ρώτησε.
«Είσαι πολύ απαιτητικός!»
«Σε ποιο θέμα;»
Το μυαλό του είχε ήδη αρχίσει να υποψιάζεται την απάντηση.
«Στο κρεβάτι!» του είπε μονοκόμματα.
Ο Νικηφόρος έμεινε για λίγο σιωπηλός. «Το Μωρό, η Εριφύλη, της λέει στη μάνα της τι κάνω και τι θέλω στο κρεβάτι; Και πώς με πήρε χαμπάρι η πεθερούλα μου; Θα μας βάλει χέρι τώρα για τα οικογενειακά μας;» Δεν είπε τίποτα.
«Φτάσαμε!» αρκέστηκε να πει, καθώς έμπαιναν στην πόλη.
Έκαναν τα απαραίτητα ψώνια, διάλεξαν και τα δώρα που ήθελαν και, ύστερα από λίγο, πήραν τον δρόμο της επιστροφής προς τον παραλιακό οικισμό.
Στη διαδρομή της επιστροφής, όλα όσα είχαν προηγηθεί έρχονταν ξανά στο μυαλό του Νικηφόρου. Ένα μικρό μειδίαμα είχε ζωγραφιστεί στο πρόσωπό του, καθώς θυμόταν την κουβέντα τους.
Κάποια στιγμή η Αντιγόνη έσπασε τη σιωπή. «Λοιπόν, γαμπρούλη μου, θα μου πεις τώρα γιατί προβληματίζεται η κόρη μου;»
Ο Νικηφόρος την κοίταξε για μια στιγμή και ξαφνιάστηκε. «Είσαι σίγουρη ότι θέλεις να μάθεις;»
«Ναι. Γιατί όχι;»
«Θα σου πω, αν πραγματικά το θέλεις», απάντησε, αφού το σκέφτηκε λίγο.
«Ναι, γαμπρούλη μου», του είπε, αυτή τη φορά με έναν μικρό δισταγμό.
Πέρασαν μερικά δευτερόλεπτα αμηχανίας. Ύστερα ο Νικηφόρος, εντελώς απροειδοποίητα, της πέταξε:
«Δεν μου λες… εσύ κάνεις πρωκτικό σεξ;»
«Νικηφόρε!» αγανάκτησε η Αντιγόνη.
Εκείνος χαμογέλασε. «Ε, έτσι μωρέ, Αντιγόνη. Για να σπάσουμε τον πάγο.»
Η Αντιγόνη τον κοίταξε με εκείνο το βλέμμα που δεν ήξερε αν έπρεπε να θυμώσει ή να βάλει τα γέλια.
«Και γιατί σε απασχολεί τόσο πολύ αυτό;»
«Γιατί η κόρη σου δεν θέλει ούτε να το συζητάει. Κι εγώ προσπαθώ να της εξηγήσω ότι υπάρχουν πράγματα που μπορούν να γίνουν μόνο όταν υπάρχει εμπιστοσύνη και άνεση. Αν εκείνη όμως αισθάνεται άβολα, τελείωσε. Με το ζόρι δεν γίνεται παντρειά!»
Η Αντιγόνη έμεινε για λίγο σιωπηλή και μετά, περισσότερο από περιέργεια παρά από οτιδήποτε άλλο, ρώτησε. «Και τι υποτίθεται ότι κάνετε για να μην υπάρχει ενόχληση;»
Ο Νικηφόρος άνοιξε το στόμα του να απαντήσει, αλλά εκείνη τον διέκοψε αμέσως. «Άστο! Πρόσεχε τον δρόμο. Σε λίγο φτάνουμε!»
Ο Νικηφόρος χαμογέλασε και ξανακοίταξε μπροστά.
Η Αντιγόνη γύρισε το πρόσωπό της προς το παράθυρο, κρύβοντας ένα αδιόρατο χαμόγελο.
Και για αρκετά λεπτά, κανείς από τους δυο δεν είπε τίποτε άλλο.
....Αναχωρώντας, ο Θρασύβουλος και η Αντιγόνη πήραν μαζί τους και τα δύο μικρά εγγόνια τους. Άλλωστε, ήταν αδύνατο να μείνουν πίσω τα παιδιά, όταν η γιαγιά και ο παππούς θα πήγαιναν να επισκεφθούν τον θείο Βρασίδα στο πάνω χωριό. Το περιβάλλον στο σπίτι του θείου Βρασίδα τούς φάνταζε σαν ένας απέραντος ζωολογικός κήπος. Για τα μικρά, κάθε γωνιά έκρυβε και μια καινούργια περιπέτεια, κι εκείνα ξεχύνονταν ανέμελα στον χώρο, γεμάτα ενέργεια και περιέργεια.Και οι γονείς της Εριφύλης, με κατανόηση, ήθελαν να αφήσουν το ζευγάρι για λίγες ημέρες ξένοιαστο. Τώρα που ο Νικηφόρος είχε ξεμπαρκάρει και είχε επιστρέψει κοντά τους, θεωρούσαν πως ήταν ευκαιρία να έχουν και οι δυο τους λίγο περισσότερο χρόνο για τον εαυτό τους, μακριά από τις καθημερινές οικογενειακές υποχρεώσεις. Ήταν, κατά κάποιον τρόπο, μια μικρή προσφορά αγάπης προς το ζευγάρι: λίγες ήσυχες ημέρες για να ξαναβρούν τον δικό τους ρυθμό.
Η επόμενη μέρα ξημέρωσε ηλιόλουστη, με τον ήλιο να συνοδεύει έναν καταγάλανο ουρανό. Αργά το απόγευμα, οι τρεις που είχαν απομείνει στο σπίτι, η Εριφύλη, ο Νικηφόρος και η Άλκηστις, βγήκαν στη βεράντα και κάθισαν σιωπηλοί, ατενίζοντας τη θάλασσα που λαμποκοπούσε κάτω από το απογευματινό φως. Στην απέναντι αμμουδιά, στην άλλη πλευρά του ήρεμου κόλπου, διέκριναν από μακριά μερικές μικρές, αχνές φιγούρες. Θα πρέπει να ήταν εφήμεροι παραθεριστές, που είχαν κατέβει για ένα τελευταίο μπάνιο. Ως εκεί έφταναν μόνο οι αδύναμοι ήχοι από τα γέλια και τις φωνές τους.
Εκείνη τη στιγμή όλα έμοιαζαν τέλεια.
Ύστερα από λίγο, η Εριφύλη στράφηκε στην Άλκηστη. «Δεν πας μέχρι την ταβέρνα, να δεις αν έχει φρέσκο ψάρι; Αν έχει, κράτησε μας ένα τραπέζι πάνω στο κύμα για το βραδινό.»
Η Άλκηστις κοίταξε τον εαυτό της και χαμογέλασε. «Έτσι όπως είμαι; Φοράω μόνο αυτή τη μπλούζα. Πρέπει πρώτα να ντυθώ… και βαριέμαι!»
«Ε, καλά. Βάλε κάτι πρόχειρο και πήγαινε. Είναι δίπλα.»
Η Εριφύλη σηκώθηκε τελικά η ίδια. «Άστο. Θα πεταχτώ εγώ να τα κανονίσω.»
Και, χωρίς να δώσει ιδιαίτερη σημασία, κατέβηκε τα σκαλιά και πήρε τον δρόμο για την ταβέρνα.
Μόλις έμειναν μόνοι, η Άλκηστις δεν έχασε χρόνο. Σηκώθηκε από τη θέση της και κάθισε στον απέναντι καναπέ, αντικριστά στον Νικηφόρο. Είχε ήδη συμπληρώσει πέντε ημέρες στο σπίτι τους. Πέντε ημέρες μέσα στην ίδια καθημερινότητα, με την παρουσία του Νικηφόρου συνεχώς κοντά της. Και όσο περνούσαν οι μέρες, μια σκέψη που στην αρχή προσπαθούσε να διώχνει επέστρεφε όλο και πιο επίμονα. Πώς θα ήταν άραγε αν εκείνος δεν ήταν ο άντρας της ξαδέρφης της;
Δεν τολμούσε να δώσει εύκολη απάντηση στον εαυτό της. Ήξερε όμως πια πως η έλξη δεν ήταν μονόπλευρη. Κάτι υπήρχε και από τη δική του πλευρά κάτι που κανείς από τους δυο δεν είχε ομολογήσει.
Και τώρα, για πρώτη φορά, βρίσκονταν μόνοι. Η Εριφύλη αναχώρησε για την ταβέρνα και, κλείνοντας πίσω της την αυλόπορτα, άφησε τους δυο τους μόνους. Η Άλκηστις, μένοντας απέναντι από τον Νικηφόρο, δεν έχασε χρόνο. Έπαιζε ανέμελα με τη μπλούζα της, που είχε σηκωθεί λίγο ψηλότερα απ’ ό,τι συνήθως, αφήνοντας να φανούν οι μηροί της. Άνοιξε λίγο περισσότερο τα πόδια και τέντωσε ναζιάρικα το κορμί της προς τα πίσω.
Ήταν εντυπωσιακή. Ο Νικηφόρος, σε απόσταση αναπνοής, ένιωσε να γίνεται δέσμιος της έλξης που του προκαλούσε η παρουσία της. Με έναν βαθύ αναστεναγμό σήκωσε το κεφάλι και άφησε το βλέμμα του να πλανηθεί πάνω της. Τι όμορφα, καλλίγραμμα πόδια… Τι σώμα!
Για μια στιγμή ένιωσε πως το βλέμμα του είχε χάσει την αυτοκυριαρχία του. Το φως του ήλιου που έδυε έπεφτε πάνω της, δημιουργώντας μαβιές σκιές και φωτίζοντας το ζεστό δέρμα της. Η εικόνα της μέσα στο απογευματινό φως είχε κάτι σχεδόν ονειρικό.
Χριστέ μου… Είναι πραγματικά πανέμορφη.
Πέντε ημέρες ήταν ήδη στο σπίτι. Πέντε ημέρες κατά τις οποίες η παρουσία της είχε γίνει όλο και πιο έντονη στη σκέψη του. Και τότε θυμήθηκε την προηγούμενη νύχτα.
Δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Είχε σηκωθεί και είχε πάει μέχρι το δωμάτιό της. Εκείνη κοιμόταν. Είχε σταθεί για λίγο στην πόρτα, κοιτάζοντάς την μέσα στο μισοσκόταδο, νιώθοντας την επιθυμία να τον κατακλύζει. Κι όμως, δεν είχε τολμήσει να προχωρήσει.
Η συνείδησή του είχε σταθεί ανάμεσα στην επιθυμία και στην πράξη. Κι έτσι, ύστερα από λίγες στιγμές, είχε επιστρέψει αθόρυβα στο δικό του κρεβάτι, πριν προλάβει να επιστρέψει και η Εριφύλη.
Τώρα, καθώς την έβλεπε απέναντί του, εκείνη η ανάμνηση ξαναγύρισε με δύναμη. Η Άλκηστις τον κοιτούσε κι εκείνη. Κανείς δεν μιλούσε.
Και μέσα στη σιωπή του δειλινού, ο Νικηφόρος κατάλαβε πως αυτό που μέχρι τότε προσπαθούσε να θεωρήσει μια περαστική έλξη είχε αρχίσει να αποκτά επικίνδυνα σταθερή θέση μέσα του.
Εκείνες τις στιγμές, το κορμί του βρισκόταν σε ένταση και το μυαλό του είχε πλημμυρίσει από ερωτικές εικόνες με την Άλκηστη, που καθόταν απέναντί του. Η σκέψη του πήγαινε κι ερχόταν, σαν να πάλευε να κρατήσει την ισορροπία του, ενώ η πραγματικότητα γύρω του έμοιαζε για λίγο να θολώνει.
Κι εκείνη παρέμενε στη θέση της, σαν να μη συνέβαινε τίποτε. Μιλούσε ήρεμα, με τον ίδιο φυσικό τρόπο, σαν όλα να ήταν απολύτως κανονικά. Έκανε πως δεν αντιλαμβανόταν την εσωτερική αναστάτωση που είχε προκαλέσει στον Νικηφόρο, ή, ίσως, την αντιλαμβανόταν πολύ καλά και επέλεγε να μην την αποκαλύψει. Αυτή η προσποιητή αδιαφορία της, περισσότερο κι από οτιδήποτε άλλο, έκανε τη στιγμή ακόμη πιο φορτισμένη.
.. Η νεαρή Άλκηστις ονειροπολούσε κι εκείνη, κοιτάζοντας στο βάθος τις βουνοκορφές και χαζεύοντας το παιχνίδισμα των τελευταίων ηλιαχτίδων του ήλιου, που έπαιζαν κρυφτό στα απαλά σύννεφα, βάφοντας τα ρόδινα και χρυσά. Το μυαλό της, όμως, ήταν στον Νικηφόρο.
Ήταν η πέμπτη μέρα που βρισκόταν μαζί τους στο εξοχικό τους και της ήταν πλέον αδύνατο να αποφύγει την αλήθεια των σκέψεων της. Όσο κι αν προσπαθούσε να τις απομακρύνει, επέστρεφε ξανά και ξανά στον άνδρα της ξαδέρφης της, στον πόθο που ένιωθε γι’ αυτόν, στην επιθυμία να νιώσει κάποτε τα στιβαρά του χέρια γύρω από το δικό της κορμί.
Η φαντασίωση είχε γίνει τόσο ζωντανή, ώστε κάποιες φορές την ανάγκαζε να αποσύρεται βιαστικά στο δωμάτιό της. Έκλεινε την πόρτα πίσω της και έμενε μόνη, προσπαθώντας να ξαναβρεί την ψυχραιμία της. Ύστερα επέστρεφε στο σαλόνι λίγο ταραγμένη, παριστάνοντας την αδιάφορη, και έβρισκε κάποια δικαιολογία για να απομονωθεί πάλι.
Σήμερα, καθώς κάθονταν αντικριστά στους καναπέδες της βεράντας, ο νους της γύριζε επίμονα στα γεγονότα της προηγούμενης νύχτας.
Τον είχε καταλάβει. Είχε νιώσει την παρουσία του στο δωμάτιό της, παρόλο που εκείνος είχε μπει σχεδόν αθόρυβα. Είχε αντιληφθεί τον δισταγμό του, είχε ακούσει ακόμη και τον συγκρατημένο αναστεναγμό του.
...Η Άλκηστις αγαπούσε την εξαδέλφη της σαν δίδυμη αδελφή, κι ας τους χώριζαν έξι ολόκληρα χρόνια. Τη θαύμαζε για πολλά πράγματα, περισσότερο όμως για τη νοικοκυροσύνη της, την ευαισθησία της και τον τρόπο με τον οποίο στεκόταν απέναντι στην οικογένειά της. Δεν υπήρχε μέσα της ίχνος ζήλιας για τον γάμο της με τον Νικηφόρο. Το αντίθετο μάλιστα, αγαπούσε πραγματικά και τους δυο και χαιρόταν να τους βλέπει δεμένους, αγαπημένους και ευτυχισμένους. Η ίδια, μεγαλώνοντας μέσα στον φοιτητόκοσμο, είχε αρχίσει να απομακρύνεται από αρκετούς από τους πνιγηρούς κοινωνικούς κανόνες με τους οποίους είχε μεγαλώσει. Ένιωθε πιο ελεύθερη απέναντι στη ζωή και προσπαθούσε, με τον δικό της γαλίφικο και τσαχπίνικο τρόπο, να μεταδώσει κάτι απ’ αυτή την ελευθερία και στην Εριφύλη. Την παρότρυνε να μην αντιμετωπίζει την προσωπική της ζωή σαν κατάλογο υποχρεώσεων, να χαίρεται περισσότερο τη σχέση της, να φλερτάρει, να διασκεδάζει, να αφήνει τον εαυτό της ελεύθερο και, κυρίως, να μη βασανίζεται από ενοχές για όσα ήταν απολύτως φυσικό να επιθυμεί.
Για τον Νικηφόρο, μέχρι τότε, η σκέψη της ήταν εξίσου απλή. Ήταν ο άντρας της ξαδέρφης της, ένας άνθρωπος που εκτιμούσε και αγαπούσε ως μέλος της οικογένειάς της. Τον έβλεπε τρυφερό, ευγενικό, προστατευτικό και βαθιά δεμένο με την Εριφύλη. Κι αν πραγματικά ήταν έτσι και στην πιο προσωπική πλευρά του γάμου τους, τότε η εξαδέλφη της, σκεφτόταν, ήταν μάλλον άτυχη. Γιατί η Άλκηστις, επηρεασμένη ίσως και από τον δικό της πιο απελευθερωμένο τρόπο σκέψης, τον φανταζόταν διαφορετικό. Θα τον ήθελε, εκείνες τις στιγμές, λίγο πιο μπρουτάλ. Να αφήνει τις ευγένειες έξω από το «γήπεδο» και να αφήνεται περισσότερο στο ένστικτο, στον αυθορμητισμό, στη σωματική ένταση. «Ο έρωτας θέλει και λίγο ίδρωτα», σκεφτόταν με το δικό της πειρακτικό χιούμορ. «Ο αγώνας θέλει πάθος, ένταση και επιδόσεις.» Και χωρίς να το αντιλαμβάνεται ακόμη, η εικόνα που είχε για τον άντρα της ξαδέρφης της άρχισε σιγά-σιγά να μετακινείται από την οικογενειακή οικειότητα προς μια περιοχή πιο αδιευκρίνιστη, πιο προσωπική.
Δεν είχε, λοιπόν, κανέναν λόγο να ζηλεύει. Είχε μείνει ακίνητη, προσποιούμενη την κοιμισμένη, ενώ μέσα της όλα βρίσκονταν σε αναστάτωση. Περίμενε να δει τι θα έκανε. Για λίγες στιγμές πίστεψε πως εκείνος θα τολμούσε να πλησιάσει περισσότερο. Ύστερα ακούστηκε το τρίξιμο από τα βήματα της Εριφύλης στην εσωτερική σκάλα που οδηγούσε στις κρεβατοκάμαρες. Ο Νικηφόρος απομακρύνθηκε αμέσως και επέστρεψε βιαστικά στο συζυγικό τους δωμάτιο. Η Άλκηστις έμεινε ακίνητη στο κρεβάτι της, με την καρδιά της να χτυπά δυνατά, προσπαθώντας να καταλάβει τι ακριβώς είχε συμβεί. Και τότε, μέσα στην απόλυτη ησυχία του σπιτιού, άρχισε να ακούει αμυδρούς ήχους από την κρεβατοκάμαρα της Εριφύλης και του Νικηφόρου.
Οι ήχοι αυτοί λειτούργησαν μέσα της σαν επιβεβαίωση μιας υποψίας που ήδη την βασάνιζε. Αναστατώθηκε. Δεν μπορούσε να μείνει άλλο στο κρεβάτι της.
Η Άλκηστις γύρισε με τη σκέψη της στα χθεσινά.
Εγώ δεν κοιμόμουν.Τα είχα καταλάβει όλα. Και τώρα, καθώς τα ανακαλούσα ένα-ένα, ήταν σαν να τα ζούσα ξανά.
Ξαπλωμένη στο κρεβάτι μου, προσπαθούσα μάταια να κλείσω τα μάτια. Άκουσα τα βήματα της Εριφύλης στην εσωτερική σκάλα και, σχεδόν αμέσως, τον Νικηφόρο να επιστρέφει βιαστικά στο συζυγικό τους δωμάτιο.
Έπειτα ήρθε εκείνη η παράξενη σιωπή.
Όχι η συνηθισμένη σιωπή ενός σπιτιού τη νύχτα. Μια σιωπή γεμάτη προσμονή, σαν να είχε πατηθεί ένα αόρατο κουμπί και όλοι οι ήχοι να περίμεναν τη σειρά τους.
Δεν άντεξα.
Σηκώθηκα και πλησίασα αθόρυβα τη μισάνοιχτη πόρτα της κρεβατοκάμαρας τους. Έμεινα κολλημένη στον τοίχο του διαδρόμου και κοίταξα μέσα. Η Εριφύλη ήταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι. Ο Νικηφόρος δίπλα της.
Από τις φωνές και τους αναστεναγμούς δεν υπήρχε πια η παραμικρή αμφιβολία πως η νύχτα είχε πάρει τον γνωστό, μεταξύ τους δρόμο.
Η ξαδέρφη μου είχε αφήσει στην άκρη κάθε συστολή. Η φωνή της είχε αλλάξει, ολόκληρη η παρουσία της είχε αποκτήσει εκείνη την ένταση που εμφανίζεται όταν ένας άνθρωπος αφήνεται χωρίς δεύτερη σκέψη στη στιγμή.
Παρέμεινα εκεί. Δεν ξέρω πόση ώρα.
Δεν μπορούσα να φύγω. Κάτι μέσα μου με κρατούσε καθηλωμένη.
Ίσως η περιέργεια. Ίσως η απαγορευμένη γοητεία του θεάματος. Ίσως, και αυτό με τρόμαζε περισσότερο, κάτι που αφορούσε εμένα.
Η Εριφύλη, που γνώριζα από παιδί, δεν ήταν πια μόνο η ξαδέρφη μου. Εκείνη τη στιγμή έβλεπα μια άλλη πλευρά της: μια γυναίκα παθιασμένη, απελευθερωμένη, με αυτοπεποίθηση. Και ο Νικηφόρος, ο άντρας που μέχρι τότε αντιλαμβανόμουν αποκλειστικά ως τον σύζυγό της, άρχισε να αποκτά στο μυαλό μου μια διαφορετική διάσταση.
«Τυχερέ…» σκέφτηκα. Δέκα χρόνια παντρεμένοι κι εκείνη εξακολουθούσε να τον θέλει έτσι.
Και εκείνος ήξερε πώς να την κάνει να ξεχνά τα πάντα. Η σκέψη αυτή με αναστάτωσε περισσότερο απ’ όσο ήθελα να παραδεχτώ.
Ένα μικρό βήξιμο μέσα στο δωμάτιο με επανέφερε στην πραγματικότητα. Η Εριφύλη απομακρύνθηκε λίγο και οι δυο τους έμειναν για μια στιγμή ήσυχοι. Ύστερα ξαναπλησίασαν.
Κι εγώ εξακολουθούσα να κοιτάζω. Δεν υπήρχε τίποτε το αμφίβολο πια. Η οικειότητα τους ήταν βαθιά, γνώριμη, σχεδόν τελετουργική. Δεν έμοιαζαν με δύο ανθρώπους που απλώς παρασύρονταν από μια στιγμή. Έμοιαζαν με ζευγάρι που ήξερε ακριβώς τον δικό του κώδικα.
Κι αυτό ήταν ίσως το πιο συγκλονιστικό απ’ όλα. Δεν παρακολουθούσα απλώς μια ερωτική στιγμή.
Παρακολουθούσα έναν γάμο από την πλευρά που δεν έβλεπε κανείς έξω από το δωμάτιο.
«Τυχερός είσαι», σκέφτηκα ξανά. Δεν μπορούσα να πάψω να θαυμάζω την Εριφύλη. Για την ομορφιά της, για την ελευθερία της, για το θάρρος με το οποίο άφηνε τον εαυτό της να ζει όσα επιθυμούσε.
Κι όμως, μαζί με τον θαυμασμό είχε αρχίσει να γεννιέται και κάτι άλλο. Μια αδιόρατη σύγκριση. Πώς θα ήταν άραγε να βρίσκεται κανείς στη θέση της; Πώς θα ήταν να σε κοιτάζει έτσι ένας άντρας;
Πώς θα ήταν να αισθάνεσαι πως ο άνθρωπος που έχεις απέναντί σου σε θέλει χωρίς δεύτερη σκέψη;
Οι ερωτήσεις αυτές με τρόμαζαν. Δεν αφορούσαν πια την Εριφύλη. Αφορούσαν εμένα. Έμεινα λίγη ώρα ακόμη στο σκοτάδι, μέχρι που κατάλαβα πως έπρεπε να φύγω. Γύρισα στο δωμάτιό μου και έκλεισα την πόρτα. Όμως το θέαμα είχε ήδη γραφτεί μέσα μου. Δεν μπορούσα να το ξεγράψω.
Και το χειρότερο ήταν πως, αντί να θέλω να το ξεχάσω, ένιωθα μια παράξενη ανάγκη να το ξαναφέρω στη μνήμη μου.
Αργότερα, όταν όλα ησύχασαν, ξάπλωσα και κοίταξα το ταβάνι.
«Τι κάνεις, Άλκηστις;» είπα στον εαυτό μου. Δεν απάντησε κανείς.
Σιγά-σιγά άρχισα να καταλαβαίνω πως εκείνο το βράδυ είχε μετακινηθεί κάτι μέσα μου. Ο Νικηφόρος δεν ήταν πια μόνο «ο άντρας της ξαδέρφης μου». Και ίσως αυτό να ήταν το πρώτο πράγμα που έπρεπε να φοβηθώ.
Όχι επειδή είχα πάψει να αγαπώ την Εριφύλη.
Αλλά επειδή την αγαπούσα τόσο, ώστε γνώριζα πως εκείνη η παράξενη νέα σκέψη δεν είχε θέση στη σχέση μας.
Κι όμως υπήρχε. Μια μικρή, επίμονη σπίθα. Η εικόνα του, η φωνή του, ο τρόπος που την έκανε να γελάει, να λιώνει, να αφήνεται. Όλα αυτά είχαν αρχίσει να επιστρέφουν μέσα μου σαν επαναλαμβανόμενο όνειρο. Και τότε κατάλαβα κάτι ακόμη πιο ενοχλητικό, δεν ζήλευα την Εριφύλη.
Δεν ήθελα να της πάρω τη ζωή. Δεν ήθελα να πάρω τη θέση της. Ήθελα να μάθω πώς αισθανόταν όταν βρισκόταν μέσα σ’ εκείνη τη ζωή.
Και αυτό, ίσως, ήταν πολύ πιο επικίνδυνο. Γιατί η ζήλια περνάει. Η περιέργεια όμως, όταν μπλέκεται με επιθυμία, μπορεί να γίνει συνήθεια. Κι η συνήθεια, χωρίς να το καταλάβεις, μπορεί να γίνει ανάγκη.
.....Η Άλκηστις προσπάθησε να βολευτεί καλύτερα στη θέση της στον καναπέ. Στα είκοσι δύο της χρόνια είχε μια νεανική, αβίαστη γοητεία που δύσκολα περνούσε απαρατήρητη. Τα καστανόξανθα, σγουρά μαλλιά της έπεφταν ανέμελα στους ώμους, ενώ το πρόσωπό της, με τα μεγάλα πρασινογάλαζα μάτια, την ίσια μυτούλα και τα ρόδινα χείλη, ακτινοβολούσε φρεσκάδα. Τα ροδαλά μάγουλά της έδιναν ακόμη περισσότερη ζωντάνια στο ανοιχτόχρωμο δέρμα της.
Ο Νικηφόρος έκανε μεγάλη προσπάθεια να κρατήσει το βλέμμα του υπό έλεγχο. Καθόταν απέναντί της και την παρατηρούσε σιωπηλός. Η χαλαρή στάση της, η ανεμελιά με την οποία μετακινούνταν στον καναπέ και ο τρόπος που η μπλούζα της αποκάλυπτε στιγμιαία περισσότερο απ’ όσο σκόπευε, λειτουργούσαν πάνω του σαν διαρκής πρόκληση.
Τα μάτια του είχαν καρφωθεί πάνω της. Την κοιτούσε επίμονα, σαν να προσπαθούσε να καταλάβει όχι μόνο το σώμα της, αλλά και όσα έκρυβε η συμπεριφορά της. Για πρώτη φορά δεν την έβλεπε απλώς ως τη μικρή εξαδέλφη της Εριφύλης. Την έβλεπε ως μια νεαρή γυναίκα, κι αυτή η διαπίστωση τον τάραζε.
Μέσα του γεννιόταν μια έντονη ερωτική έλξη, την οποία δυσκολευόταν να τιθασεύσει. Σίγουρα υπάρχει κάτι ανάμεσά μας, σκέφτηκε. Τα σημάδια δεν μπορεί να είναι όλα στη φαντασία μου.
Το πιο δύσκολο, όμως, ήταν το πρώτο βήμα. Ποιος θα το κάνει; Και με ποιον τρόπο;
Η Άλκηστις γύρισε το βλέμμα της και τον έπιασε να την κοιτάζει. Για μια στιγμή τα βλέμματά τους συναντήθηκαν και κανείς δεν απομακρύνθηκε. Τότε ήταν η σειρά της να τον παρατηρήσει προσεκτικά.
Ήταν ακόμη πιο γοητευτικός απ’ όσο τον θυμόταν. Τα καστανά μαλλιά του ήταν ελαφρώς ανακατεμένα, δίνοντάς του μια ατημέλητη όψη που, παράδοξα, τον έκανε ακόμη πιο ελκυστικό. Είχε βγάλει τη μπλούζα του και το γυμνό του στέρνο διαγραφόταν στο απογευματινό φως. Τα δυνατά του μπράτσα, το πρόσωπο με την ελαφριά αξυρισιά και ο τρόπος που χάιδευε ασυναίσθητα τα γένια του συνέθεταν για εκείνη την εικόνα ενός άντρα που γνώριζε πολύ καλά τη γοητεία του, χωρίς να χρειάζεται να την επιδεικνύει.
Όλα αυτά τα χρόνια, τα αισθήματά της γι’ αυτόν είχαν κινηθεί ανάμεσα στην τρυφερότητα και σε μια κρυφή έλξη που δεν είχε ποτέ τολμήσει να ομολογήσει ούτε στον ίδιο της τον εαυτό. Για εκείνη, ο Νικηφόρος ήταν η εικόνα ενός ολοκληρωμένου άντρα. Κι εκείνος, μέχρι πρόσφατα, την έβλεπε ως τη μικρή αγαπημένη εξαδέλφη της Εριφύλης, ένα κορίτσι που πρόσεχε με την αυτονόητη τρυφερότητα ενός μεγαλύτερου συγγενή.
Τον τελευταίο χρόνο, όμως, η Άλκηστις νόμιζε κάποιες φορές πως διέκρινε κάτι διαφορετικό στο βλέμμα του. Όταν τον κοιτούσε βαθιά στα μάτια, έβλεπε στιγμιαία μια σπίθα που την έκανε να αναρωτιέται αν υπήρχε κι από τη δική του πλευρά κάτι περισσότερο. Σήμερα, αυτή η αμφιβολία είχε αρχίσει να παίρνει μορφή.
Κοκκίνισε όταν συνειδητοποίησε πόσο μακριά είχαν ταξιδέψει οι φαντασιώσεις της. Τον ήθελε. Και τώρα, βλέποντάς τον απέναντί της, καταλάβαινε ακόμη καλύτερα γιατί η ξαδέρφη της τον είχε ερωτευτεί τόσο βαθιά και εξακολουθούσε να τον αγαπά ύστερα από δέκα χρόνια γάμου. Για λίγες στιγμές έμειναν έτσι, ανταλλάσσοντας βλέμματα που έλεγαν περισσότερα απ’ όσα θα τολμούσαν να πουν με λόγια. Ύστερα, στο βάθος του δρόμου, εμφανίστηκε η Εριφύλη.
Η Άλκηστις, σαν να ξύπνησε απότομα από όνειρο, ανέβασε τα πόδια στον καναπέ και σκεπάστηκε πρόχειρα. Το πρόσωπό της πήρε ξανά την ανέμελη έκφραση που είχε πριν. Ο Νικηφόρος έστρεψε κι εκείνος το βλέμμα προς την αυλόπορτα. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, η μεταξύ τους σιωπηλή συνεννόηση είχε εξαφανιστεί, τουλάχιστον στην επιφάνεια.
Όταν η Εριφύλη άνοιγε την αυλόπορτα ο Νικηφόρος ήταν ήδη μέσα στο σπίτι.
....Η Εριφύλη είχε αρχίσει να σκέφτεται πως υπήρχε ένα μικρό πρόβλημα. Η ξαδέλφη της, επωφελούμενη και από τη συγκατοίκηση, σίγουρα θα τους άκουγε τα βράδια, όταν εκείνη και ο Νικηφόρος αφήνονταν στις ερωτικές τους στιγμές. Και τώρα, επιστρέφοντας από την ταβέρνα, σαν να είχε πάρει το μάτι της κάτι στο μπαλκόνι… Τους είχε δει άραγε να πλησιάζουν ο ένας τον άλλον με εκείνη την παιχνιδιάρικη, ερωτική οικειότητα;
Βέβαια, η μικρή είχε πολλές δικαιολογίες, είτε αντικειμενικά το εξέταζε είτε υποκειμενικά. Τριάντα τριών χρονών παλικάρι ο Νικηφόρος της, ομορφάντρας, ασίκης και ντελικανής, από εκείνους τους άντρες που εύκολα γοητεύουν τις γυναίκες. Ήταν λογικό να της φουντώνουν τα ερωτικά αισθήματα. Και ποιος μπορούσε να την κατηγορήσει;
Αν, πάλι, τους ρωτούσε ευθέως αν συνέβαινε κάτι, ήταν βέβαιη πως και οι δύο θα το αρνούνταν. Εκείνον τον ήξερε. Ήταν μαζεμένος, δύσκολα θα έκανε το πρώτο βήμα και, κυρίως, δύσκολα θα ρίσκαρε τη σχέση τους. Όμως η μικρή τού έκανε γερό πέσιμο. Κάποια στιγμή, πίστευε, θα έβρισκαν την ευκαιρία η Άλκηστις κι ο δικός της και θα «έγραφαν την επιστολή», όπως θα έλεγε χαμογελώντας η ίδια. Η μικρή φαινόταν σχεδόν έτοιμη να του στηθεί σαν γάτα του Γενάρη.
Εντάξει, είχε να κάνει και με τον ίδιο. Είχε ομολογουμένως όμορφο πρόσωπο και καλοσχηματισμένο, γυμνασμένο σώμα. Εκείνη η αυτάρεσκη γοητεία του, το λακκάκι στο πιγούνι, τα μυστηριώδη μελιά μάτια κάτω από τα πυκνά σκούρα φρύδια… Ήταν ένα πρόσωπο που μπορούσε να γεννήσει σε μια γυναίκα την επιθυμία να ρισκάρει, να κεντρίσει τα όνειρά της. Κούρος κανονικός! Ήταν δυνατόν η μικρή να μην του την έπεφτε;
Και δεν ήταν μόνο η εμφάνιση. Είχε εκείνη την αντρίκια αυτοπεποίθηση, μαζί με μια γλώσσα που, όταν ήθελε, στάλαζε μέλι. Ο Νικηφόρος μπορούσε εύκολα να γίνει αντικείμενο γυναικείου πόθου. Υπήρχαν γυναίκες που δυσκολεύονταν να αντισταθούν σε μελαχρινούς, αλαζονικούς άντρες με λακκάκι στο πιγούνι και μυστηριώδη μάτια. Κι αν πρόσθετες σ’ αυτά ένα λεπτό, μυώδες κορμί και τη γοητεία της κουβέντας του, το αποτέλεσμα γινόταν ακόμη πιο επικίνδυνο.
«Αλλά δεν γίνεται να μου είναι πιστός;» Η σκέψη πέρασε από μέσα της σχεδόν σαν πρόκληση.
Η Εριφύλη χαμογέλασε με νόημα. Μια φευγαλέα έξαψη πέρασε από το πρόσωπό της και την ξάφνιασε ακόμη κι εκείνη. Για μια στιγμή αναρωτήθηκε σοβαρά αν ο Νικηφόρος της μπορούσε πράγματι να μείνει πιστός.
«Τώρα που το σκέφτομαι… γιατί όχι;»
Η φαντασία της πήρε ξαφνικά τον δικό της δρόμο. Μπορούσε ένας τόσο γοητευτικός άντρας να μείνει αδιάφορος απέναντι σε μια νεαρή γυναίκα που τον πλησίαζε με τόσο θράσος, που του χαμογελούσε, που φρόντιζε με κάθε τρόπο να του τραβά την προσοχή; Κι ύστερα ήρθε η άλλη σκέψη, αυτή που την έκανε να χαμογελάσει πικρά. «Και πώς να πω εγώ στη μικρή να το κόψει;»
Η Άλκηστις την κρατούσε στο χέρι. Ήξερε για εκείνο το άτακτο περιστατικό στο εμπορικό κέντρο, ή τουλάχιστον γνώριζε αρκετά ώστε να έχει σχηματίσει τη δική της άποψη. Για εκείνη, το φλερτ ήταν σχεδόν πάντοτε το πρελούδιο για κάτι περισσότερο. Και επιπλέον την υποπτευόταν ότι είχε εξωσυζυγική σχέση.
«Αμ κι ο δικός μου…» Η σκέψη της συνέχισε μόνη της.
Από τότε που ήρθε η ζωηρή ξαδελφούλα της να μείνει μαζί τους στο εξοχικό, ήταν σαν να είχε λυθεί κάποιο αόρατο λουρί. Ήταν σχεδόν βέβαιη πως ο Νικηφόρος, γνωρίζοντας ότι η Άλκηστις κοιμόταν στο διπλανό δωμάτιο, την είχε περάσει κάποια στιγμή από τη φαντασία του. Ίσως μάλιστα αυτή ακριβώς η παρουσία να είχε ξυπνήσει μέσα του μια διάθεση που μέχρι τότε έμενε κρυμμένη.
Και η Εριφύλη δεν μπορούσε να αγνοήσει κάτι ακόμη: από εκείνη την ημέρα η ερωτική του διάθεση είχε αναζωπυρωθεί. Η μεταξύ τους σχέση είχε αποκτήσει ξανά μια ένταση που την εξέπλησσε. Περισσότερη τρυφερότητα, περισσότερο παιχνίδι, περισσότερη διάθεση να ανακαλύπτουν ο ένας τον άλλον. Σαν η παρουσία της Άλκηστης, χωρίς κανείς να το ομολογεί, να είχε λειτουργήσει ως ένας παράξενος καταλύτης στη δική τους ερωτική ζωή.
Η Εριφύλη χαμογέλασε ξανά. Ίσως τελικά το πρόβλημα να μην ήταν μόνο η Άλκηστις.
Ίσως το πραγματικό πρόβλημα να ήταν πως, για πρώτη φορά, είχε αρχίσει κι εκείνη να αναρωτιέται πόσο μακριά μπορούσε να φτάσει η φαντασία τους, χωρίς να πάψει η φαντασία να είναι απλώς φαντασία.
«Με λίγα λόγια, όταν τον ακούω να μου πετάει με υπονοούμενα πως, σύμφωνα με κάποιους ψυχολόγους, μια γυναίκα μπορεί, αν το επιθυμεί, να αφεθεί ταυτόχρονα στον πόθο δύο αντρών, χωρίς ταμπού και ενοχές, καταλαβαίνω πως δεν μιλάει εντελώς θεωρητικά. Ή μήπως μιλάει;»
Η σκέψη την έκανε να χαμογελάσει. «Τι εννοεί ακριβώς; Εμένα; Με δυο άντρες ταυτόχρονα; Δεν ξέρω αν θα είχα ποτέ το θάρρος να το δοκιμάσω. Και όμως… ίσως όσες το έχουν τολμήσει να ανακάλυψαν έναν κόσμο που εγώ απλώς φαντάζομαι.»
Οι δικές της φαντασιώσεις ήταν διαφορετικές. Είχαν συνήθως έναν άντρα δυνατό, αποφασιστικό, σχεδόν άγριο, που θα μπορούσε να την πάρει στα χέρια του και να την παρασύρει μακριά από κάθε λογική. Τον φανταζόταν να την οδηγεί στην κρεβατοκάμαρα κι εκείνη να αντιστέκεται περισσότερο από παιχνίδι παρά από πραγματική άρνηση. Να προσποιείται πως δυσκολεύεται να παραδοθεί, ενώ μέσα της θα είχε ήδη παρασυρθεί από την ένταση της στιγμής. Ήταν αυτό το παιχνίδι της αντίστασης που την αναστάτωνε περισσότερο. Η σύγκρουση ανάμεσα στο «όχι» που έπαιζε στα χείλη της και στο «ναι» που έκαιγε βαθύτερα μέσα της. Η αίσθηση ότι κάποιος θα μπορούσε, έστω και μέσα στη φαντασία, να παραμερίσει όλες τις αναστολές της και να την κάνει να παραδοθεί ολοκληρωτικά στον πόθο. Ήθελε να νιώθει πως ο άντρας εκείνος κυριαρχούσε στη στιγμή, πως την κρατούσε κοντά του, πως δεν της άφηνε χώρο για δεύτερες σκέψεις. Να αισθάνεται τη δύναμή του, την ανάσα του, την ένταση της παρουσίας του. Να παρασύρεται μέχρι το σημείο όπου η καθώς πρέπει γυναίκα που γνώριζε ο κόσμος θα έδινε τη θέση της σε μια άλλη Εριφύλη, πιο τολμηρή, πιο ατίθαση, απαλλαγμένη από κάθε αναστολή.
«Ίσως αυτή να είναι η δική μου κρυφή πλευρά…» Χαμογέλασε με την ίδια της τη σκέψη.
«Η γυναίκα που θέλει να παραδοθεί ολοκληρωτικά, ακριβώς επειδή στην καθημερινή ζωή της έχει μάθει να ελέγχει τα πάντα.»
Και τότε κατάλαβε πως ίσως εκεί βρισκόταν το πραγματικό μυστικό των φαντασιώσεων της: όχι στην πράξη καθαυτή, αλλά στην παράδοση. Στην προσωρινή απώλεια του ελέγχου. Στην αίσθηση ότι, για μια νύχτα, μπορούσε να αφήσει πίσω της την Εριφύλη που όλοι γνώριζαν και να ανακαλύψει εκείνη την άγνωστη γυναίκα που μέχρι τότε κρατούσε κρυμμένη μέσα της.
Εγώ, που μέχρι πριν από λίγο καιρό δεν μπορούσα ούτε να διανοηθώ τον Νικηφόρο με άλλη γυναίκα, εγώ που ήμουν ερωτευμένη μαζί του και θεωρούσα αυτονόητη την αποκλειστικότητα μας, είχα φτάσει τώρα να κάνω σκέψεις που κάποτε θα μου φαίνονταν αδιανόητες.
Η ξαδέρφη μου και, χωρίς ίσως να το καταλαβαίνει, ο ίδιος ο Νικηφόρος είχαν ανοίξει μέσα μου μια πόρτα που μέχρι τότε κρατούσα ερμητικά κλειστή. Οι θρησκευτικές και κοινωνικές πεποιθήσεις με τις οποίες είχα μεγαλώσει έμοιαζαν ξαφνικά λιγότερο απόλυτες. Κι εγώ η ίδια απορούσα με τον εαυτό μου.
«Μήπως, λοιπόν, τώρα είναι η κατάλληλη στιγμή να του μιλήσω και για τις δικές μου πιπεράτες σκέψεις; Για εκείνα τα άτακτα σενάρια που μέχρι σήμερα δεν θα τολμούσα ούτε να του ψιθυρίσω;»
Η ιδέα με αναστάτωνε. Να μπορούσα άραγε να του μιλήσω ανοιχτά για τις φαντασιώσεις μου; Να του έλεγα πως, κάπου βαθιά μέσα μου, είχα αρχίσει να σκέφτομαι μια διαφορετική μορφή ερωτικής ζωής, απαλλαγμένη από τους περιορισμούς που μέχρι τότε θεωρούσα αδιαπραγμάτευτους; Μια νύχτα όπου οι δυο μας θα μπορούσαμε, εφόσον το θέλαμε πραγματικά και οι δύο, να μοιραστούμε την επιθυμία μας με μια ακόμη γυναίκα; Μόνο και μόνο που το διατύπωνε μέσα της, ένιωθε ένα κύμα ενθουσιασμού.
«Ένα τρίο…» Η λέξη μόνη της την έκανε να χαμογελάσει.
Κι όμως, ο παλιός της πουριτανισμός στεκόταν ακόμη εκεί, σαν φρουρός στην είσοδο. Από τη μια η περιέργεια, η επιθυμία, η φαντασίωση. Από την άλλη οι ενοχές, οι αναστολές και όλα όσα είχε μάθει να θεωρεί σωστά και αποδεκτά.
Παρόλα αυτά, το μυαλό της είχε ήδη αρχίσει να εξετάζει την ιδέα πως το κρεβάτι τους θα μπορούσε, έστω στη φαντασία, να χωρέσει και έναν ακόμη άνθρωπο. «Αν η αρχή είναι το ήμισυ του παντός, τότε και μόνο που το σκέφτομαι είναι μια αρχή», σκέφτηκε.
Και ποια θα μπορούσε να είναι αυτή η άλλη γυναίκα; Η σκέψη της πήγε αμέσως στην Άλκηστη.
Ήταν νέα, όμορφη, ελκυστική, γεμάτη ζωντάνια. Κυρίως όμως ήταν ήδη παρούσα στη ζωή τους. Δεν ήταν μια άγνωστη γυναίκα που θα έμπαινε ξαφνικά στον κόσμο τους. Ήταν η ξαδέρφη της, ένα πρόσωπο που γνώριζαν και οι δύο και που, θέλοντας ή μη, είχε ήδη αρχίσει να αναστατώνει τις ισορροπίες τους.
Η Εριφύλη ανατρίχιασε στη σκέψη. «Μήπως γι’ αυτό μου φαίνεται τόσο συναρπαστική η ιδέα;»
Δεν μπορούσε να ξέρει. Στη φαντασία όλα ήταν απλά. Δεν υπήρχαν ζήλιες, ανασφάλειες, ανταγωνισμοί ή φόβοι. Εκεί μπορούσαν όλοι να αισθάνονται ελεύθεροι, να μοιράζονται την επιθυμία τους και να απολαμβάνουν τη στιγμή χωρίς να πληγώνει ο ένας τον άλλον.
Όμως η πραγματική ζωή ήταν διαφορετική. Ίσως, αν ποτέ έφταναν πράγματι σε μια τέτοια απόφαση, να ανακάλυπταν συναισθήματα που ούτε οι ίδιοι γνώριζαν ότι είχαν. Ίσως η ζήλια να εμφανιζόταν εκεί όπου κανείς δεν την περίμενε. Ίσως κάποιος να ένιωθε παραμερισμένος, ίσως κάποιος άλλος να μετάνιωνε. Η Εριφύλη το γνώριζε αυτό. Κι όμως, η σκέψη εξακολουθούσε να την ελκύει.
«Άλλο η φαντασίωση κι άλλο η πραγματικότητα…» Χαμογέλασε μόνη της.
Για την ώρα, της αρκούσε που είχε τολμήσει να αφήσει τη φαντασία της να περάσει εκείνη τη γραμμή που για χρόνια πίστευε πως δεν θα τολμούσε ποτέ να πλησιάσει.
Ακόμη μεγαλύτερο ήταν το ρίσκο που άρχισε να φαντάζεται: εκείνη, ο Νικηφόρος και ο αρχιτέκτονας, σε μια παράτολμη ερωτική εμπειρία που θα μπορούσε να αφήσει ανεξίτηλο σημάδι στη ζωή και των τριών.
Η σκέψη την έκανε να χάνει για λίγο τη λογική της. «Τι μου συμβαίνει;»
Δεν ντρεπόταν πια τόσο για τις σκέψεις της. Ή, τουλάχιστον, όχι όπως παλιότερα. Εκείνο που την αναστάτωνε περισσότερο ήταν η ιδέα να παραδώσει τον έλεγχο σε δύο άντρες και να αφεθεί ολοκληρωτικά στη δύναμη της στιγμής. Να βρεθεί ανάμεσα σε δύο δυνατά σώματα, να αισθανθεί τα χέρια τους πάνω της, να γίνει για λίγο το επίκεντρο ενός πόθου που δεν θα μπορούσε να ελέγξει. Το απόλυτο ταμπού. Και ίσως ακριβώς γι’ αυτό τόσο ερεθιστικό.
«Αγαπώ τον Νικηφόρο μου. Είναι υπέροχος μαζί μου. Με κάνει να αισθάνομαι βασίλισσα και ξέρει να με ταξιδεύει όσο κανένας άλλος. Αλλά… αν ένας άντρας μπορεί να μου προσφέρει τόση απόλαυση, τι θα σήμαινε άραγε να μοιραστώ μια τέτοια εμπειρία με δύο;»
Η σκέψη της δεν ήταν πλέον απλώς ερωτική. Ήταν ένα παιχνίδι με τα όριά της. Να αφήσει για λίγο στην άκρη την τακτοποιημένη εικόνα της γυναίκας που ήξερε τι επιτρέπεται και τι όχι. Να γίνει εκείνη που τολμά. Εκείνη που δοκιμάζει κάτι που μέχρι χθες θα χαρακτήριζε αδιανόητο. Φανταζόταν τον εαυτό της ανάμεσα στους δύο άντρες, περικυκλωμένη από τη δύναμή τους, και ένιωθε πως η φαντασία τής επέτρεπε να αγγίξει μια πλευρά του εαυτού της που στην καθημερινότητα παρέμενε κρυμμένη.
Κι όμως, κάπου μέσα της γνώριζε πως υπήρχε μια λεπτή γραμμή. «Η φαντασίωση είναι εύκολη. Η πραγματικότητα όμως;»
Εκεί ίσως να άρχιζαν τα δύσκολα. Τι θα ένιωθε ο Νικηφόρος βλέποντας έναν άλλο άντρα τόσο κοντά της; Θα μπορούσε πραγματικά να μοιραστεί χωρίς ζήλια; Κι εκείνη; Θα άντεχε να τον δει να μοιράζει την προσοχή του; Θα εξακολουθούσε να αισθάνεται ασφαλής μέσα στη σχέση τους ή θα άνοιγε μια πόρτα που δεν θα μπορούσαν εύκολα να κλείσουν;
Και ο αρχιτέκτονας; Τι θα αναζητούσε άραγε σε μια τέτοια συνάντηση; Μια απλή περιπέτεια ή κάτι περισσότερο;
Η Εριφύλη χαμογέλασε αμήχανα. «Πρέπει να είμαι τρελή που τα σκέφτομαι όλα αυτά…»
Όμως δεν μπορούσε να σταματήσει. Η φαντασίωση είχε ήδη αποκτήσει δική της ζωή. Και όσο περισσότερο προσπαθούσε να την απομακρύνει, τόσο περισσότερο την τραβούσε πίσω.
Ίσως, τελικά, αυτό να ήταν το πιο συναρπαστικό κομμάτι της: όχι το τι ακριβώς θα συνέβαινε, αλλά το γεγονός ότι η ίδια, η Εριφύλη, είχε αρχίσει να επιτρέπει στον εαυτό της να σκεφτεί κάτι που κάποτε θα θεωρούσε αδύνατο. Και για πρώτη φορά δεν ήξερε αν ήθελε πραγματικά να το πραγματοποιήσει.
Ή αν της αρκούσε, προς το παρόν, να ξέρει πως θα μπορούσε να το φανταστεί.
Όταν η Εριφύλη άνοιγε την αυλόπορτα ο Νικηφόρος ήταν ήδη μέσα στο σπίτι.
Ερωτική Μυθοπλασία II: (Μέρος.. 3) .....





'