...«Ερωτική Μυθοπλασία ΙΙ...Part: 3.»«Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας του συγγραφέα. Τα ονόματα, οι χαρακτήρες, οι τοποθεσίες .....κλπ.. Βλέπε λεπτομέρειες στο Ερωτική Μυθοπλασία ΙΙ: (Part:1)
Ερωτική Μυθοπλασία ΙΙ (Part..1)......Είχε ήδη αρχίσει να βραδιάζει. Άναψαν τα φώτα στις κολώνες του δημοτικού φωτισμού κατά μήκος του επαρχιακού δρόμου που διέσχιζε το παραλιακό μέτωπο. Τα πρώτα αστέρια τίναζαν την ασημόσκονη τους στον λουλακί ουρανό, ενώ το νυχτολούλουδο στην αυλή τους άνοιγε τα μικρά του άνθη και άρχιζε να μεθά την ατμόσφαιρα με το άρωμά του. Οι σκιές των δέντρων μάκραιναν στον κήπο και έπαιζαν κρυφτό ανάμεσα στους κορμούς, καθώς η ώρα περνούσε και η νυχτερινή ζωή του μικρού παραθαλάσσιου οικισμού άρχιζε να ξυπνά. Η απογευματινή ραστώνη έδινε σιγά σιγά τη θέση της στη βραδινή κίνηση.
Περασμένες εννέα, ξεκίνησαν για τη μικρή, παραδοσιακή ψαροταβέρνα της περιοχής, που λειτουργούσε τους καλοκαιρινούς μήνες και αποτελούσε πόλο έλξης τόσο για τους μόνιμους κατοίκους όσο και για τους λιγοστούς παραθεριστές.
Η Εριφύλη και η Άλκηστις είχαν φορέσει από ένα πανομοιότυπο μίντι πουκάμισο-φόρεμα, ίδιο σχέδιο αλλά διαφορετικό χρώμα. Ένα θηλυκό, αέρινο και δροσερό ρούχο, απλό και άνετο, που ταίριαζε απόλυτα στο καλοκαιρινό βράδυ και αναδείκνυε τη σιλουέτα τους.
Ήταν ντυμένες λες και, απόψε, είχαν αποφασίσει να προκαλέσουν τα βλέμματα όλης της ανδρικής παρέας της ταβέρνας.
Μόλις ο Νικηφόρος τις αντίκρισε, η καρδιά του σκίρτησε. Οι παλμοί του ανέβηκαν και το βλέμμα του στάθηκε πάνω τους για μια στιγμή περισσότερο απ’ όσο θα ήθελε να παραδεχτεί. Τα μάτια του έλεγαν μια ολόκληρη ιστορία πριν προλάβουν τα χείλη του να πουν λέξη.
Ξεκλείδωσε αυθόρμητα το χαμόγελό του, σαν να ξαναβρήκε ξαφνικά την παιχνιδιάρικη διάθεση του αγοριού που έκρυβε μέσα του. Και τότε, εντελώς ασυναίσθητα, οι λέξεις ξέφυγαν από τα χείλη του.
«Απόψε, βλέπω πως αποφασίσατε να αναστατώσετε ολόκληρη την παραλία!»
Στην είσοδο της ταβέρνας. «Ωχ, Παναγία μου και Χριστέ μου! Τι μουνάρες!» Η αυθόρμητη αναφώνηση ξέφυγε από τα χείλη του Νικηφόρου πριν προλάβει να τη συγκρατήσει. Ο συνδυασμός της ξανθιάς με την κοκκινομάλλα, τόσο διαφορετικές και ταυτόχρονα τόσο αρμονικά ταιριαστές, είχε πλημμυρίσει το βλέμμα του με ερεθίσματα που δύσκολα μπορούσε να κρύψει.
Φυσικά, τον άκουσαν και οι δύο. Δεν ήταν, άλλωστε, η πρώτη φορά που άκουγαν μια τέτοια αυθόρμητη αντρική αντίδραση.
«Σ’ αρέσουμε, αγορίνα μου;» τον ρώτησε η Εριφύλη, όχι τόσο επειδή περίμενε τη γνώμη του, όσο επειδή ήθελε να ακούσει από τα χείλη του εκείνες τις μαγικές λέξεις που κάνουν μια γυναίκα να αισθάνεται λίγους πόντους ψηλότερη.
«Είστε και οι δύο υπέροχες, μωρό μου! Η εμφάνισή σας απόψε θα κάψει καρδιές στην ταβέρνα. Θα κάνετε τον αντρικό πληθυσμό να λιώνει σαν βούτυρο πάνω σε ζεστό ψωμί. Έχετε γοητεία και σεξαπίλ που τραβούν το βλέμμα σαν μαγνήτης. Είστε ακαταμάχητες!»
Σταμάτησε για μια στιγμή και τις κοίταξε με θαυμασμό. «Για να δω όμως κι εμένα τον
κακομοίρη. Μόλις μπούμε στην ταβέρνα και με δουν να συνοδεύω δύο τέτοιες γυναίκες, θα πουν από μέσα τους. Καλώς τον κερατά!»
Η Εριφύλη έβαλε τα γέλια. «Μη φορτώνεις έτσι, ρε μωρό μου. Όλες μας πιάνει πού και πού η διάθεση να ντυθούμε λίγο πιο… προκλητικά. Δεν σημαίνει κάτι. Μπορεί απλώς να θέλουμε να αρέσουμε ή, γιατί όχι, να σου δείξουμε ότι αρέσουμε, για να σε έχουμε κι εσένα λίγο στην τσίτα.»
Ο Νικηφόρος έσπευσε να τις υπερασπιστεί, σαν σωστός άντρας.
«Αν δεν τα βάλετε τώρα, πότε θα τα βάλετε;» Μέσα του βέβαια ήξερε πολύ καλά πως οι δυο τους γνώριζαν τη γοητεία τους. Αλλά άλλο να το ξέρουν κι άλλο να τους δώσει ο ίδιος την ευκαιρία να τον πειράξουν γι’ αυτό. Κι αν στην ταβέρνα φαινόταν λίγο… φλώρος, ας το κατάπινε.
Η Άλκηστις άρχισε να γελάει. «Αρέσουμε, αγορίνα μου, αρέσουμε! Πώς να το κάνουμε; Κι αν οι άντρες μας κοιτάζουν, εμείς τι φταίμε; Για πες μου, έχω άδικο;»
«Όχι, δεν έχεις άδικο», απάντησε εκείνος, προσπαθώντας να κρατήσει σοβαρό ύφος.
Η Εριφύλη τον κοίταξε με εκείνο το πονηρό χαμόγελο που τόσο καλά γνώριζε.
«Έτσι πρέπει να είναι ένα αγαπημένο ζευγάρι, κούκλε μου. Να υπάρχει πάθος. Το πάθος
είναι το καύσιμο που κρατά μια σχέση ζωντανή και κάνει την καθημερινότητα πολύ πιο ενδιαφέρουσα. Όταν υπάρχει αυτή η ένταση και η χημεία, όλα τα υπόλοιπα έρχονται πολύ πιο φυσικά.» Τους λέει η Άλκηστις.
Ο Νικηφόρος σήκωσε τα μάτια προς τον ουρανό, προσποιούμενος τον απελπισμένο. «Άγιε μου Φανούρη, μεγάλη η χάρη σου! Τα κορίτσια μου άναψαν φωτιές και μου πήραν το μυαλό. Χάρισε μου, τουλάχιστον, χίλια μάτια για να τις θωρώ!»
Η Άλκηστις γέλασε δυνατά, ενώ η Εριφύλη τον έπιασε από το μπράτσο.
«Έλα, ποιητή μου. Πριν μας κάψεις όλους, πάμε να βρούμε τραπέζι!»
«Χαχαχα! Επική ατάκα! Φαίνεται πως το κλίμα σήμερα είναι πολύ ανεβασμένο και γεμάτο ενθουσιασμό. Ο Άγιος Φανούρης, αγορίνα μου, είναι γνωστός πως φανερώνει τα χαμένα αντικείμενα, αλλά βλέπω πως εσύ του ζητάς ειδική μεταχείριση για πιο απαιτητικές καταστάσεις! Με τέτοια διάθεση, η βραδιά μας προβλέπεται πολύ ενδιαφέρουσα.» Η Άλκηστις σιγόνταρε την Εριφύλη με χαμόγελο. Είχαν βρει εκείνον τον ιδιαίτερο κοινό κώδικα που δημιουργείται ανάμεσα σε δύο γυναίκες όταν η μία στηρίζει αυθόρμητα την άλλη. Ένα βλέμμα, μια ατάκα, ένα πείραγμα αρκούν πολλές φορές για να ενισχύσουν την αυτοπεποίθηση και των δύο.
Για τον Νικηφόρο, αυτή η μικρή συμμαχία ήταν ταυτόχρονα απολαυστική και κάπως προκλητική. Έβλεπε την Εριφύλη του να αισθάνεται άνετη με τον εαυτό της, να ξέρει τι θέλει και να μην αφήνει
τα βλέμματα των άλλων να επηρεάζουν τη διάθεσή της. Και τώρα είχε δίπλα της την Άλκηστις, που λειτουργούσε σαν φυσικός σύμμαχος στο παιχνίδι των πειραγμάτων. Του άρεσε να βλέπει αυτή την πλευρά της γυναίκας του. Ίσως μάλιστα η παρουσία της ξαδέλφης της να την έκανε ακόμη πιο τολμηρή στην έκφρασή της. Κι εκείνος, φυσικά, δεν έχανε την ευκαιρία να απολαύσει το παιχνίδι.
«Εντάξει, ρε Άλκηστις, το έπιασα το νόημα.»
«Χαίρομαι που βρήκαμε κοινό κώδικα επικοινωνίας!» απάντησε εκείνη γελώντας. «Το σημαντικό είναι να υπάρχει κατανόηση, για να μπορούμε να τα λέμε χαλαρά και χωρίς παρεξηγήσεις.»
«Εννοείται! Αυτό είναι το καλύτερο. Όταν η κουβέντα ρέει ελεύθερα, χωρίς φίλτρα και χωρίς να ψάχνουμε κρυφά νοήματα στα λόγια του άλλου, όλα γίνονται πιο ενδιαφέροντα και πιο ανθρώπινα.»
Ο Νικηφόρος κοίταξε προς την ταβέρνα και έπειτα ξανά τις δύο γυναίκες. «Έχεις όρεξη για ωραία κουβέντα απόψε. Για πες, λοιπόν… καμιά συμβουλή για τα πικρόχολα σχόλια που μπορεί να ακούσω; Γιατί κάτι μου λέει πως, έτσι όπως πάμε, θα χρειαστώ και λίγη ψυχολογική υποστήριξη μέχρι να φτάσουμε στο τραπέζι!»
«Χαλάρωσε και μη μασάς, ρε χαζέ! Όρεξη έχω πάντα για ωραία κουβέντα, και το θέμα με τα σχόλια είναι μεγάλη πίστα! Όλοι τα ακούμε, από φίλους, γνωστούς ή και αγνώστους, και η διαχείριση τους είναι ολόκληρη τέχνη.Τα σιγανά ποταμάκια να φοβάσαι, που δεν κάνουν φασαρία! Όταν ακούς κάτι ειρωνικό ή κακεντρεχές, η καλύτερη απάντηση είναι συχνά η ψυχραιμία. Μην τους δίνεις την ικανοποίηση να σε δουν να τσιμπάς. Απόλαυσε τη γυναικάρα σου, αγορίνα μου, να φοράει ό,τι θέλει. Είναι δικαίωμά της, μέσα βέβαια στα όρια του ανεκτού. Άμα δεν συμφωνούσες, δεν θα έμπλεκες
με μια γυναίκα που ντύνεται έτσι. Δεν το ανακάλυψες τώρα, υποθέτω! Μακάρι όλοι οι άντρες να είχαν το πρόβλημά σου! Οι εννιά στους δέκα θα σε ζηλεύουν μόλις σας δουν μαζί. Παίξ’ το θυμωμένος και φορτωμένος, εσύ βέβαια, για να μην παίρνει και πολλά θάρρητα η ξαδέρφη. Κατά βάθος, όμως, να χαίρεσαι αυτό που έχεις. Τόσα χρόνια είστε μαζί! Εντάξει, τη φάση «μπιμπιμπό» κάποια στιγμή θα την ξεπεράσει. Γι’ αυτό μην σκας. Άσε που μπορεί να το έχεις συνηθίσει κι εσύ και να έχει πάψει πια να σε ενοχλεί τόσο! Αχ, σας ζηλεύω σαν ζευγάρι… Άντε και στα δικά μου!» συμπλήρωσε η Άλκηστις γελώντας.
«Ναι, ρε ξαδέρφη, καταλαβαίνω τι λες. Σωστή η τοποθέτησή σου! Η ελευθερία στην επιλογή και ο αλληλοσεβασμός είναι τα θεμέλια για να λειτουργεί μια σχέση χωρίς καταπίεση. Συμφωνώ απόλυτα. Από την άλλη, για να είμαι ειλικρινής, δεν είμαι ρομπότ. Έχω κι εγώ τα ένστικτά μου και θεωρώ φυσιολογικό κάτι τέτοιο να με ενοχλεί κάπου, έστω και επιδερμικά, και να με βάζει σε σκέψεις. Ο κόσμος, βλέπεις, είναι… κουτσομπόλης.»
Η Άλκηστις σήκωσε το φρύδι της και χαμογέλασε. «Ξέρεις ένα αρχαίο ρητό που λέει: Σε όλα υπάρχει νόμος, στο μάτι όχι όμως! Κάτι θα ήξεραν όσοι το είπαν.»
Ο Νικηφόρος γέλασε. Η κουβέντα τους είχε αποκτήσει εκείνη την άνετη, παιχνιδιάρικη οικειότητα που κάνει τους ανθρώπους να ξεχνούν την ώρα. Κι όμως, η ταβέρνα τούς περίμενε.
Επειδή ήταν μεσοβδόμαδα, οι πελάτες ήταν λιγοστοί. Σε ένα από τα τραπέζια, ωστόσο, ξεχώριζε μια παρέα τριών νεαρών στρατιωτών. Από την εμφάνιση τους έμοιαζε να είχαν έρθει από κάποιο μακρινό στρατόπεδο, αφού στην ευρύτερη περιοχή δεν υπήρχε στρατιωτική μονάδα.
Οι τρεις νεαροί μιλούσαν χαμηλόφωνα μεταξύ τους, γελούσαν πού και που και έδειχναν να απολαμβάνουν την έξοδό τους. Η άφιξη της Εριφύλης και της Άλκηστης, όμως, δεν πέρασε απαρατήρητη. Ο Νικηφόρος το αντιλήφθηκε αμέσως.
Και η Άλκηστις, όπως φάνηκε από το χαμόγελό της, μάλλον το είχε αντιληφθεί κι εκείνη.
Οι κυρίες ήταν πραγματικά καταπληκτικές. Κομψότητα, πρόκληση και αισθησιασμός συνυπήρχαν πάνω τους με έναν τρόπο που δύσκολα περνούσε απαρατήρητος. Οι ματιές των περαστικών, αλλά και των θαμώνων της ταβέρνας, έπεφταν πάνω τους σχεδόν αυθόρμητα.
Ξαφνικά, από το τραπέζι των στρατιωτών ακούστηκαν κάποιες αυθόρμητες εκδηλώσεις θαυμασμού για τα δύο υπέροχα θηλυκά. Τα ανάλαφρα φουστανάκια τους ήταν αρκετά τολμηρά, αφήνοντας ακάλυπτους τους καλλίγραμμους μηρούς και, με κάθε τους βήμα, αφήνοντας να φανεί λίγο περισσότερο απ’ όσο ίσως θα επέτρεπε η συνηθισμένη διακριτικότητα.
Οι δυο γυναίκες έδειχναν αδιάφορες στις εκδηλώσεις θαυμασμού, ή τουλάχιστον έτσι ήθελαν να
φαίνονται. Κατηφόριζαν προς το τραπέζι τους, συνεχίζοντας αμέριμνες την κουβέντα τους, ενώ οι τρεις στρατιώτες είχαν πια στρέψει ολοκληρωτικά την προσοχή τους πάνω τους, απολαμβάνοντας και την πίσω θέα καθώς απομακρύνονταν.
Ο Νικηφόρος τις ακολουθούσε από πολύ κοντά. Όταν έφτασε στο ύψος τους και αντιλήφθηκε τα βλέμματα των στρατιωτών, άκουσε έναν από αυτούς να αναφωνεί, «εις επήκοον όλων», δείχνοντας τις δύο γυναίκες:
« Ορίστε, κύριοι! Αυτοί είναι κώλοι! Βολιώτικοι, εκατό χρόνια μπροστά!» Η ατάκα έσκασε σαν πυροτέχνημα μέσα στην ησυχία της βραδιάς.
Το τραπέζι ήταν στρωμένο κυριολεκτικά πάνω στο κύμα, με θέα μοναδική στον όμορφο κόλπο. Το φεγγάρι αναδύθηκε από τη θάλασσα, μισό ακόμη στον ορίζοντα, σαν ένα τεράστιο πορτοκάλι παράξενα φωτισμένο, που έμοιαζε με πλεούμενο να έρχεται από μακριά.
Η ζέστη τύλιγε τα σώματα τους και οι δυο γυναίκες, παραδομένες στη μαγεία της πανσελήνου, απομακρύνθηκαν από την ταβέρνα και προχώρησαν προς την αμμουδιά. Έβγαλαν τα σανδάλια τους και, ξυπόλυτες, μπήκαν στο ρηχό νερό, περπατώντας πάνω στον ασημένιο θαλασσινό διάδρομο που
σχημάτιζε το φεγγαρόφωτο. Πλατσούριζαν με τα πόδια τους, γελώντας, πειράζοντας η μία την άλλη και πιτσιλώντας η μία την άλλη με το νερό.
Τα σώματα τους ανατρίχιασαν από τη δροσιά, ενώ το φως του φεγγαριού γλιστρούσε πάνω στις
σιλουέτες τους και έπαιζε με το ανάλαφρο ύφασμα των φορεμάτων τους.
Λίγο πιο πέρα, πάνω στα βράχια της ακτής, δυο παιδιά κυνηγούσαν τα καβούρια που έκαναν τον μεθυσμένο περίπατό τους πάνω στην υγρή άμμο. Από το βάθος, στο έμπα του κόλπου, ακούστηκε ένα τραγούδι. Στην άκρη της ακρογιαλιάς διακρίνονταν αμυδρά οι σιλουέτες μιας μικρής παρέας, λουσμένες στο νυχτερινό φως. Η χορωδία ακολουθούσε τη φωνή του πρώτου τραγουδιστή, ενώ η βαρκαρόλα απλωνόταν πάνω από τη θάλασσα και έφτανε ως την ακτή.
Στο ύψωμα, τα γέρικα ελαιόδεντρα άρχισαν πρώτα να τρέμουν ελαφρά κι ύστερα να κυματίζουν, καθώς η θαλάσσια αύρα χάιδευε τα φύλλα και τους τραχείς κορμούς τους. Ο δίσκος του φεγγαριού φώτιζε τους λόφους και τη θάλασσα, ενώ το τραγούδι συνέχιζε να ταξιδεύει μέσα στη νύχτα.
«Λέω να βγάλουμε τα φουστάνια και να μπούμε στο νερό,»
είπε η Άλκηστις.
«Ανάθεμά σε, Άλκηστις!» χαμογέλασε πονηρά η Εριφύλη.
Κοιτάχτηκαν για μια στιγμή αμήχανα. Ένα ξαφνικό ρίγος διαπέρασε την επιδερμίδα τους, αυτή τη φορά όχι μόνο από τη δροσιά του νερού. Ύστερα, σχεδόν ταυτόχρονα, στράφηκαν προς την ταβέρνα.
Και τότε το είδαν. Ο Νικηφόρος τις αναζητούσε.
Το μενού περιελάμβανε μικρές, τραγανές και πεντανόστιμες κουτσομουρίτσες, που τρώγονταν σαν πασατέμπο, γαρίδες ψητές στα κάρβουνα, περασμένες σε καλαμάκια, με άρωμα σκόρδου και εσπεριδοειδών, καλαμάρια στα κάρβουνα , ο τέλειος μεζές για τσίπουρο, και μια δροσερή πατατοσαλάτα με μπόλικο μαϊντανό, ιδανική για να συνοδεύσει τα ποτηράκια τους.
Η κυρά της ταβέρνας, γνωρίζοντας καλά την αδυναμία του Νικηφόρου, του επιφύλασσε πάντα και μια μικρή ευχάριστη έκπληξη, μια μυρωδάτη πορτοκαλόπιτα, που έφτανε στο τραπέζι ως κέρασμα στο τέλος.
Ο Νικηφόρος ένιωθε αυτή την
ταβέρνα σαν δεύτερο σπίτι του. Ερχόταν συχνά, άλλοτε με την παρέα του κι άλλοτε με την οικογένεια του, και κάθε φορά απολάμβανε την απλότητα του χώρου, το καλό φαγητό και εκείνη τη γνώριμη, ανεπιτήδευτη ατμόσφαιρα που τον έκανε να αισθάνεται οικεία.
Όσο περνούσε η ώρα, γινόταν όλο και πιο φανερό πως τα φανταράκια δυσκολεύονταν να ξεκολλήσουν τα μάτια τους από τις δύο γυναίκες. Κι εκείνες, με τις τολμηρές στιλιστικές επιλογές τους, δεν άφηναν
και πολλά στη φαντασία. Μετά από δυο-τρία ποτηράκια τσίπουρο, η ευθυμία μεγάλωσε, το κέφι ξεχείλισε και οι δυο τους χαλάρωσαν ακόμη περισσότερο. Γελούσαν, πείραζαν η μία την άλλη και έδειχναν να απολαμβάνουν χωρίς δεύτερη σκέψη τα βλέμματα που συγκέντρωναν.
Ήταν νέες, όμορφες και ξέγνοιαστες. Για εκείνο το βράδυ τουλάχιστον, έμοιαζε να έχουν αφήσει στην άκρη σκοτούρες, υποχρεώσεις και κάθε είδους έγνοια. Είχαν μόνο τη θάλασσα, το καλοκαίρι, το
τσίπουρο, το γέλιο και την αίσθηση πως μπορούσαν να χαρούν τη στιγμή όπως ακριβώς ήθελαν.
Και ο Νικηφόρος το διασκέδαζε. Χάρηκε ιδιαίτερα βλέποντας τις δυο γυναίκες τόσο ανέμελες, να απολαμβάνουν τις διακοπές τους και να αφήνονται στο κλίμα της βραδιάς. Τις κοίταξε για λίγο, χαμογέλασε αμυδρά και πονηρά και είπε. «Μπράβο, ρε κορίτσια! Είμαι χαρούμενος που το απολαμβάνετε! Αλλά, ρε κορίτσια… σεμνάαα!»
«Το απολαμβάνουμε όσο δεν φαντάζεσαι! απάντησε η Άλκηστις, δαγκώνοντας παιχνιδιάρικα τα χείλη της. Γιατί σεμνά; Γιατί, καλέ; Μα τι κάναμε;»
«Ρε κορίτσια! Τι κάνατε; Ή μάλλον… τώρα που καθίσατε, θα έχετε και πολλά να αποκαλύψετε! Άτακτα κορίτσια, με τα καυτά φορεματάκια που φορέσατε! Με μια κίνηση παραπάνω και αφήνετε τα φανταράκια να κάνουν ολόκληρη τη βραδινή τους… περιήγηση!
Οι δυο γυναίκες γέλασαν. « Και τι το κακό κάνουμε; είπε η Εριφύλη. Τους αφήνουμε να απολαύσουν λίγο τις ομορφιές της φύσης! ]
«Αυτό που κάνετε είναι να τους δημιουργείτε προσδοκίες που μάλλον δεν πρόκειται να εκπληρωθούν! απάντησε εκείνος γελώντας. Είναι ολοφάνερο ότι σας τρώνε με τα μάτια. Έτσι όπως είστε ντυμένες, τους έχετε πάρει τα μυαλά! Τα μάτια τους βγάζετε κάθε φορά που σας βλέπουν!
Σταμάτησε για λίγο, κοίταξε προς το τραπέζι των στρατιωτών και συμπλήρωσε με πονηρό χαμόγελο.
«Αλλά, για να λέμε και του στραβού το δίκιο… μια χαρά ομορφόπαιδα είναι και τα φανταράκια!
«Και της το έλεγα της ξαδέρφης μου: «Εριφύλη, έξω βγαίνουμε, σε ταβέρνα πάμε! Οι σικ κυρίες, όταν θέλουν να αισθάνονται περισσότερο θηλυκές και σέξι, δεν φοράνε εσώρουχα. Αισθάνονται απόλυτα ελεύθερες. Δεν τις νοιάζει πώς θα καθίσουν ή πώς θα σηκωθούν, γιατί απλώς δεν τις απασχολεί αν κάποιος κοιτάζει ή όχι».
«Διαβολοκόριτσα είστε! Αυτό που λένε… πέτρα του σκανδάλου! Θα τους τρελάνετε! Δεν σας έμαθαν ότι μόνο στους άντρες επιτρέπεται να εκφράζουν τις σεξουαλικές τους ανάγκες, ενώ οι γυναίκες, όταν τις εκφράζουν ανοιχτά, μπορεί να θεωρηθούν ανήθικες, λάγνες και αμαρτωλές;»
«Ε, ναι! Και εμείς αυτό είμαστε! Καυλιάρες, λάγνες και αμαρτωλές από πάνω μέχρι κάτω!» είπε
ναζιάρικα η Άλκηστις, ζαρώνοντας παιχνιδιάρικα τη μυτούλα της και σουφρώνοντας τα χείλη της.
Η Εριφύλη την κοίταξε για λίγο, χαμογελώντας, και κούνησε το κεφάλι. «Πάντως, ξαδερφούλα μου, μου δημιούργησες μια μικρή αμφιθυμία. Από τη μία είσαι ωραία και σε πάω, γιατί δεν μασάς πουθενά. Από την άλλη, αναρωτιέμαι πόσο σωστό είναι αυτό το free spirit που δείχνεις στο ντύσιμο και γενικότερα στη συμπεριφορά σου.»
«Τι εννοείς, ξαδέρφη; Τι ακριβώς ρωτάς; »απόρησε η Άλκηστις.
«Να… την ιστορία με τις κιλότες! Δεν τα δείχνεις εύκολα αυτά σε ξένους ανθρώπους. Αλλά και όλο
το στυλ σου απόψε, ρε παιδί μου… βγάζει μια πονηριά, μια αταξία. Σαν να σου αρέσει να προκαλείς, ιδιαίτερα όταν είσαι με ανθρώπους που νιώθεις δικούς σου.»
Η Άλκηστις σήκωσε τους ώμους. «Εξαρτάται από την παρέα! Μα, αν δεν αισθάνομαι άνετα μαζί σας, τότε με ποιους θα αισθανθώ; Στο κάτω κάτω, μου αρέσει να καταλαβαίνω ότι είμαι ποθητή. Ακόμη κι από τους «ξένους». Και δεν αισθάνομαι τύψεις επειδή θέλω να δείχνω τον καλύτερό μου εαυτό.»
Το είπε με ένα πονηρό χαμόγελο, ρίχνοντας για μια στιγμή το βλέμμα της στον Νικηφόρο. Εκείνος ανταπέδωσε το βλέμμα, χωρίς να πει τίποτα. Η Άλκηστις κράτησε για λίγο ακόμη το χαμόγελό της, σαν να είχε μόλις αφήσει στον αέρα μια φράση που μπορούσε να σημαίνει περισσότερα απ’ όσα είχαν ακουστεί.
«Έχει τα δίκια της η ερωτιάρα ξαδερφούλα μας. Και, όπως λέει κι ο σοφός λαός, οι σωστοί άντρες υποκλίνονται εις του μουνιού τη χάρη», τόνισε ο Νικηφόρος.
Το κλίμα είχε αρχίσει να πυροδοτεί μέσα του μια διάθεση να πει περισσότερα. Έπιανε τον εαυτό του να παρασύρεται από την ατμόσφαιρα, από τα πειράγματα και από τη γυναικεία παρουσία γύρω του.
Παρ’ όλα αυτά, πρόσεχε κάθε του λέξη. Δεν ήθελε ούτε στιγμή να παρεξηγηθεί ούτε να δώσει στην Εριφύλη την εντύπωση ενός επιπόλαιου λιγούρη. Άλλωστε, για εκείνον, μια σωστή σχέση στηριζόταν, πάνω απ’ όλα, στην αμοιβαία εμπιστοσύνη και στον σεβασμό.
Απόψε, όμως, με τις δυο γυναίκες δίπλα του, είχε πάθει την πλάκα του. Είχε φάει φλας με την πάρτη τους.Κι εκείνες, από την πλευρά τους, έδειχναν να απολαμβάνουν το παιχνίδι.
Το κλίμα ήταν απολαυστικά χαλαρό. Στο βάθος του υπαίθριου χώρου της ταβέρνας, κάτω από τη μεγάλη πέργκολα, καθόταν μια πολυπληθής παρέα από γνωστούς και φίλους του Νικηφόρου. Αφού τους χαιρέτησε από μακριά και ζήτησε την άδειά τους, ετοιμάστηκε να σηκωθεί από το τραπέζι, αφήνοντας τις δύο γυναίκες να συνεχίσουν την ανεμελιά και την κουβέντα τους.
Μόλις όμως πήγε να σηκωθεί, η Εριφύλη τον έπιασε από το χέρι. Τον τράβηξε απαλά να σκύψει κοντά της και του ψιθύρισε στο αυτί, με φωνή που δεν άφηνε πολλά περιθώρια παρερμηνείας:
«Μην αργήσεις! Να ξέρεις ότι σε περιμένει ένα κολασμένο βράδυ ερωτικής απόλαυσης. Και ελπίζω να έχεις αντοχές. Σε θέλω ταύρο απόψε.
Ο Νικηφόρος την κοίταξε με έκπληξη και χαμόγελο. «Για μένα το λες αυτό;»
«Εσύ τι λες; Βλέπεις κανέναν άλλο εδώ γύρω μας;»
«Δεν ξέρω… Μπορεί να σας γυάλισε καμιά διαθέσιμη πούτσα στον περίγυρο και να ερεθιστήκατε.
Η Εριφύλη δεν έχασε ευκαιρία. «Πούτσες θέλεις να πεις». Και άμεσα διαθέσιμες μάλιστα. Με ένα διακριτικό νεύμα, του έδειξε προς την κατεύθυνση των νεαρών στρατιωτών. Ύστερα γύρισε πάλι προς το μέρος του, με ένα χαμόγελο γεμάτο ικανοποίηση.
Ο Νικηφόρος κάθισε για λίγο ακόμη δίπλα της. Εκείνη τον κοίταξε από πάνω μέχρι κάτω σαν να τον καμάρωνε. «Τι κούκλος που είσαι, ρε μωράκι μου!» του ψιθύρισε αισθησιακά.
Πλησίασε το πρόσωπό της στο δικό του και του έδωσε ένα τρυφερό φιλί στο μάγουλο. Ο Νικηφόρος χαμογέλασε. Για μια στιγμή ξέχασε εντελώς την παρέα που τον περίμενε κάτω από την πέργκολα.
Τα χείλη της είχαν αφήσει στο μάγουλό του ένα καλοσχηματισμένο κόκκινο σημάδι. Για μια στιγμή σκέφτηκε να το αφήσει εκεί, σαν μικρό τρόπαιο, σαν να ήθελε να επιδεικνύει το δικό της «κατόρθωμα». Γρήγορα όμως άλλαξε γνώμη και, με μια διακριτική κίνηση του χεριού της, το έσβησε.
Ο Νικηφόρος την κοίταξε και προσπάθησε να διατηρήσει την ψυχραιμία του. Η αντίδρασή του, όμως, δεν πέρασε απαρατήρητη από την Εριφύλη. Εκείνη κατάλαβε αμέσως την επίδραση που είχε πάνω του και ένα αυτάρεσκο χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη της. Έσκυψε λίγο πιο κοντά του, κάτω από το
τραπέζι, και τον πείραξε διακριτικά. Τα μάτια της έλαμψαν από ικανοποίηση, καθώς συνάντησαν τα δικά του.
« Μωράκι μου εσύ!» του ψιθύρισε.
Ο Νικηφόρος αναστέναξε χαμογελώντας. «Εεε! Κάτσε φρόνιμα! Περίμενε να πάμε σπίτι… Μας βλέπει ο κόσμος!»
«Ε, άντε, ρε μανάρι μου! Πήγαινε στους φίλους σου, αφού θέλεις. Και μην αργήσεις. Πού τους έχεις δει;»
«Εδώ, στο βάθος της αλέας είναι, μωρούλι μου. Πηγαίνω και επιστρέφω σύντομα!»της είπε χαμογελαστά. Σηκώθηκε από την καρέκλα και, καθώς απομακρυνόταν, άφησε πίσω του για λίγα δευτερόλεπτα μια παράξενη σιωπή.
Η Εριφύλη τον παρακολούθησε να φεύγει και χαμογέλασε αυτάρεσκα. «Μμμμ… έτσι, μωρό μου. Έτσι, καυλιάρη μου. Μην αργήσεις, μωρό μου!»
Ο Νικηφόρος γύρισε για μια στιγμή το κεφάλι προς το μέρος της. «Πουτανίτσα μου… αυτά μου κάνεις και με αναστατώνεις περισσότερο!»
Εκείνη του έστειλε ένα τελευταίο πονηρό χαμόγελο, πριν στραφεί πάλι προς την Άλκηστη.
«Κι ακόμα δεν έχεις δει τίποτα, μωρό μου!» του τόνισε ναζιάρικα και του έκλεισε το μάτι.
«Και πού να ήξερες τι σε περιμένει…» μονολόγησε μέσα της, καθώς τον έβλεπε να απομακρύνεται. Η ερωτική βραδιά τους, ένιωθε, μόλις είχε αρχίσει.
Η Εριφύλη διαισθανόταν πως ο Νικηφόρος είχε ήδη παρασυρθεί από το παιχνίδι που είχαν στήσει μεταξύ τους. Τον γνώριζε καλά· ήξερε πότε το πείραγμα της τον αναστάτωνε και πότε η επιθυμία του γινόταν δύσκολο να κρυφτεί.
Χαμογέλασε μόνη της. «Πού να ξέρεις, καυλιάρη μου, τι σου ετοιμάζω απόψε…»
Τον τελευταίο καιρό, όλο και πιο συχνά, έπιανε τον εαυτό της να αφήνει τη φαντασία της να ταξιδεύει σε πιο τολμηρά σενάρια. Κάποιες φορές, σε αυτές τις φαντασιώσεις, υπήρχε και η Άλκηστις. Απόψε, όμως, η σκέψη είχε αποκτήσει μια παράξενη ζωντάνια. Η ιδέα την αναστάτωνε και την ίδια. Όχι μόνο επειδή γνώριζε τη γοητεία της ξαδέρφης της, αλλά επειδή είχε αρχίσει να υποψιάζεται πως η έλξη δεν ήταν μονόπλευρη. Τα βλέμματα, τα πειράγματα, εκείνες οι μικρές στιγμές σιωπής ανάμεσα στην Άλκηστη και τον Νικηφόρο… όλα έμοιαζαν να δημιουργούν ένα παιχνίδι που κανείς τους δεν είχε ακόμη τολμήσει να ονομάσει.
Και η ίδια; Η ίδια είχε αποφασίσει απόψε να μην το αφήσει απλώς στη φαντασία. Η σκέψη ενός ερωτικού παιχνιδιού και με τους τρεις τους τής φαινόταν ταυτόχρονα τολμηρή, επικίνδυνη και συναρπαστική. Ήξερε, βέβαια, πως άλλο η φαντασίωση κι άλλο η πραγματικότητα. Στη φαντασία
όλα είναι εύκολα· στην πραγματική ζωή υπάρχουν βλέμματα, ζήλια, ανασφάλειες και συναισθήματα που δεν υπακούν πάντα στη λογική.
Όμως απόψε δεν ήθελε να σκέφτεται τόσο μακριά. Ήθελε να παίξει με τη φωτιά. «Άντε, τυχερέ μου…» σκέφτηκε χαμογελώντας. «Απόψε μπορεί να ανακαλύψεις πως η ζωή έχει μερικές εκπλήξεις που ούτε στα πιο τολμηρά σου όνειρα δεν θα περίμενες.»
Και με τη σκέψη αυτή, η Εριφύλη ένιωσε ένα κύμα ενθουσιασμού να την κατακλύζει. Η νύχτα ήταν
ακόμη νέα και η θάλασσα απέναντί της λαμπύριζε κάτω από το φεγγάρι. Το παιχνίδι μόλις είχε αρχίσει.
Την ίδια ώρα, στο τραπέζι των φαντάρων, το κουτσομπολιό για τις δύο γυναίκες και το τολμηρό τους στυλ είχε πάρει φωτιά. Τα βλέμματα που είχαν ανταλλάξει όλο το βράδυ, οι κινήσεις τους και η άνεση με την οποία απολάμβαναν την παρέα τους είχαν γίνει αντικείμενο ασταμάτητων σχολίων.
«Μαλάκες, μόνο που τις σκέφτομαι και μου γυρίζει το μυαλό!» είπε ο πρώτος φαντάρος, παρασυρμένος από τον ενθουσιασμό του.
«Συγκρατήσου, ρε αγορίνα μου, και ήρεμα!» Οι κυρίες συνοδεύονται, προσπάθησε να τον προσγειώσει ο πιο νηφάλιος της παρέας.
«Ναι, ρε φίλε, αλλά δεν φταίω εγώ! Αφού αυτές από κάποια στιγμή και μετά χαλάρωσαν τελείως. Και εσύ τα έβλεπες!»
«Ε, ναι… είπε ο τρίτος. Μάλλον το απολαμβάνουν κιόλας. Και ο άλλος εκεί, χαμπάρι δεν παίρνει!»
«Ποιος; Ο δικός τους;» ρώτησε ο δεύτερος.
«Αυτός! Όλη την ώρα τις πειράζει και χαϊδολογιέται μαζί τους. Τις βλέπει να γελάνε, να τον κοιτάζουν και να του κάνουν παιχνίδια, κι εκείνος σαν να βρίσκεται στον κόσμο του!»
Ο πρώτος κούνησε το κεφάλι. «Εγώ πάντως πολύ θα ήθελα να ξέρω τι παίζει μεταξύ τους. Γιατί δεν μου φαίνεται απλώς ότι είναι παρέα.»
«Κι εγώ αυτό σκέφτομαι,» είπε ο τρίτος. «Ειδικά η μικρότερη… την έχει φάει με τα μάτια της όλο το βράδυ.»
«Λες να είναι γκόμενος της μεγαλύτερης και η πιτσιρίκα να του την πέφτει;»
«Ποιος ξέρει; Αλλά κάτι υπάρχει εκεί. Δεν είδες πώς τον κοιτάζει;»
Ο πρώτος γέλασε πονηρά. « Εγώ πάντως, αν μου δινόταν η ευκαιρία, θα διάλεγα τη μεγαλύτερη. Αυτή είναι θάνατος! Η μικρή ωραία είναι, αλλά η άλλη έχει κάτι… κάτι που σε κάνει να λες πως θα σε λιώσει.»
Οι τρεις τους ξέσπασαν σε γέλια.
Ο πιο ψύχραιμος σήκωσε το ποτήρι του και τους κοίταξε με νόημα. « Ρε σεις, αφήστε τα σενάρια και πιείτε το τσίπουρο σας. Σε λίγο θα τους έχετε φτιάξει ολόκληρη ιστορία και στο τέλος θα αποδειχθεί ότι είναι απλώς ένα ζευγάρι που κάνει διακοπές!
«Ε, τότε ακόμα χειρότερα!» απάντησε ο πρώτος γελώντας. Και το κουτσομπολιό συνεχίστηκε, με τις υποθέσεις να διαδέχονται η μία την άλλη, ενώ από το άλλο τραπέζι οι δύο γυναίκες δεν είχαν ιδέα για το μικρό «συμβούλιο» που είχε στηθεί εις βάρος τους.
Φεύγοντας από το τραπέζι τους, ο Νικηφόρος συνέχιζε να αναλογίζεται εκείνο το παράξενο μήνυμα που είχε αρχίσει να αιωρείται από νωρίς στη βραδιά:
«Απόψε σε θέλουμε.» Χαμογέλασε μόνος του και κούνησε το κεφάλι.
«Ανάθεμά το το μουνί, τόσα κακά που σέρνει! Το έβαλαν σκοπό η γυναίκα μου και η ξαδέρφη της να παίξουν απόψε με τις αντοχές μου;»
Ένιωθε πως η βραδιά είχε πάρει μια τροπή που δεν μπορούσε πια να αγνοήσει. Και οι δυο γυναίκες είχαν έναν τρόπο να τον αναστατώνουν, καθεμία με τον δικό της χαρακτήρα και τη δική της ενέργεια.
«Είναι όμως κι οι δυο τους από εκείνες τις γυναίκες που δεν τις αντιμετωπίζεις χαλαρά», σκέφτηκε. «Ή θα μπεις στο παιχνίδι τους με όλη σου την ψυχή ή καλύτερα κάνε πως δεν κατάλαβες τίποτα!»
Χαμογέλασε ξανά.«Απόψε… θα γίνει της κόλασης!»
Μένοντας οι δυο κοπέλες μόνες στο τραπέζι, η ατμόσφαιρα είχε γίνει πιο προσωπική, σχεδόν εξομολογητική. Το τσίπουρο, με τη ζεστασιά του, λειτουργούσε σαν καταλύτης, χαλάρωνε τις τυπικότητες και κατέβαζε τις άμυνες που, πολλές φορές, υψώνει κανείς ασυναίσθητα στην καθημερινότητα. Οι λέξεις άρχισαν να ρέουν πιο αβίαστα, με εκείνη την ειλικρίνεια που μόνο μια βαθιά και δοκιμασμένη οικειότητα μπορεί να αντέξει..
.Η Εριφύλη κοίταξε την Άλκηστη για λίγο και χαμογέλασε.
«Άλκηστις, να σε ρωτήσω κάτι πολύ προσωπικό, σαν την καλή και αγαπημένη σου ξαδέρφη που είμαι;
Η εισαγωγή της ήταν από εκείνες τις φαινομενικά αθώες φράσεις που χρησιμοποιεί κανείς για να «χρυσώσει το χάπι» όταν ετοιμάζεται να εισβάλει, έστω διακριτικά, στην προσωπική ζωή του άλλου. Η Εριφύλη, έχοντας ήδη κατοχυρώσει τον ρόλο της αγαπημένης και προστατευτικής ξαδέρφης, έκανε την ερώτηση να μοιάζει περισσότερο με ενδιαφέρον παρά με αδιακρισία.
Η Άλκηστις χαμογέλασε. «Έλα, ξαδέρφη. Ελεύθερα. Ρώτα ό,τι θες.
«Απ’ όσο γνωρίζω, δεν είχες κάποια σχέση αυτόν τον καιρό. Τελικά βρήκες γκόμενο ή ακόμη μόνη είσαι;»
Η Άλκηστις την αιφνιδίασε με τη σειρά της, δίνοντας στην ερώτηση μια χιουμοριστική αλλά καθόλου αθώα διάσταση.
«Ρωτάς αν απέκτησα σχέση ή αν κοιμάμαι ακόμη μόνη;»
Η Εριφύλη γέλασε. « Κάτι τέτοιο…»
Η Άλκηστις ανασήκωσε τους ώμους. «Όχι. Είμαι αρκετό καιρό μόνη μου και, για να σου πω την
αλήθεια, νιώθω καλά έτσι. Δεν υπάρχει κανείς στον ορίζοντα με τον οποίο να θέλω να μοιραστώ τις σκέψεις μου. Δεν είμαι σε σχέση… ούτε καν σε κάποιο ιδιαίτερο φλερτ. Αυτή την περίοδο δεν ψάχνω ουσιαστικές συνδέσεις.»
Η Εριφύλη την κοίταξε με έκπληξη.« Πώς και συμβαίνει αυτό;» Στην ερώτησή της υπήρχε κάτι περισσότερο από απλή απορία. Ήταν σαν να της φαινόταν σχεδόν παράξενο μια νέα, όμορφη γυναίκα σαν την Άλκηστη να μην έχει κάποιον στη ζωή της.
Η Άλκηστις χαμογέλασε αυτοσαρκαστικά. «Τι να πω; Ίσως επειδή δεν με θέλει κανένας!»
Η Εριφύλη άνοιξε διάπλατα τα μάτια. «Ώπα, ώπα! Ρε συ, με βρήκες μικρή και με δουλεύεις; Άτιμη νεολαία!»
Οι δυο τους ξέσπασαν στα γέλια, και η αμηχανία που είχε δημιουργήσει για μια στιγμή η προσωπική ερώτηση διαλύθηκε αμέσως μέσα στην οικειότητα της κουβέντας.
«Ξαδέλφη, συνήθισα να είμαι μόνη και, να σου πω την αλήθεια, είναι τόσο άνετα που έχω τις ελευθερίες μου… Αλλά είναι κι αυτό: δεν έτυχε να βρεθεί κάτι στον δρόμο μου.»
«Παράξενο! Είναι να αναρωτιέται κανείς… Μα είναι δυνατόν τέτοιος κορίτσαρος, τέτοιες εποχές, να είναι μόνος του;»
«Συμβαίνουν αυτά. Πού θα πάει, κάτι θα τύχει και σε μένα. Ανησυχείς μήπως και μείνω στο ράφι; Εγώ, πάλι, καθόλου δεν ανησυχώ. Μια χαρά περνάω.»
Η Εριφύλη την κοίταξε για λίγο με εκείνο το βλέμμα που έκρυβε περισσότερη περιέργεια απ’ όση ήθελε να δείξει. «Αλήθεια, ρε Ζουζούνι… έχεις νιώσει ποτέ αυτή την τρέλα να θέλεις κάποιον τόσο πολύ; Τόσο, που να έχεις πεταλούδες στο στομάχι, ταχυπαλμία, ζαλούρα… Αυτή την ωραία ζαλούρα, σαν να έχεις πιει λίγο παραπάνω, όπως απόψε. Να θέλεις κάποιον τόσο πολύ, που να μην μπορεί κανείς να σε συμβουλέψει, αλλά και να μη σε νοιάζει τι θα συμβεί, αν… αν και αν. Να θέλεις κάποιον που
να σε κάνει να το απολαμβάνεις μόνο και μόνο επειδή σε γουστάρει και σε κάνει να χάνεις λίγο το μυαλό σου από την καύλα; Γιατί, αν δεν υπάρχει αυτή η φωτιά, τι σχέση είναι; Νερόβραστη! Και τι νόημα έχει;»
Η Άλκηστις χαμογέλασε αμήχανα, αλλά δεν απέφυγε το βλέμμα της. «Είναι κάποιος που μου αρέσει πολύ. Χωρίς δεύτερες σκέψεις και χωρίς υπεραναλύσεις. Με τραβάει σωματικά και τον θέλω… θέλω να τον ρίξω στο κρεβάτι. Το πρόβλημα είναι πως τον χαίρεται άλλη.»
«Ααα! Για λέγε, για λέγε!» Η Εριφύλη ανασηκώθηκε σχεδόν απότομα στην καρέκλα της. «Αφού το ξέρεις πως μου άναψες φωτιές και τώρα έχω μεγάλη περιέργεια. Λέγε, λοιπόν. Περιμένω ανυπόμονα… και μη μου κρύψεις τις απαραίτητες λεπτομέρειες.»
Η Άλκηστις χαμήλωσε για λίγο το βλέμμα. Το χαμόγελό της έμεινε στα χείλη, όμως τώρα έμοιαζε
περισσότερο αμήχανο παρά παιχνιδιάρικο. «Σαν να μπερδεύομαι λίγο… Νιώθω κάπως άβολα στην ιδέα να σου ανοίξω την καρδιά μου και να σου εξομολογηθώ. Αλλά, ρε Εριφύλη, με όλο το θάρρος, θέλω να σε ρωτήσω πρώτα κάτι εγώ. Ίσως γίνομαι κάπως αδιάκριτη, αλλά, σαν την αγαπημένη μου και πιο έμπειρη ξαδέλφη που είσαι και αφού τα λέμε όλα μεταξύ μας θα μου πεις πρώτα τα δικά σου. Κι ύστερα, νιώθοντας κι εγώ λίγο πιο ελεύθερη από τις περιοριστικές πεποιθήσεις μου, θα σου πω τα δικά μου.»
«Έλα, ρε Ζουζούνι. Ρώτα κι εσύ ό,τι θέλεις. Τι είναι αυτό που θέλεις να μάθεις, για να νιώσεις πιο ελεύθερη από τις περιοριστικές σου πεποιθήσεις;»
«Μου είναι πιο δύσκολο να διατυπώσω την ερώτηση παρά να ακούσω την απάντηση.»
«Μην ανησυχείς καθόλου για το πώς θα το θέσεις. Απλώς πες μου με δικά σου λόγια. Ακόμα κι αν είναι μπερδεμένα. Θα τα βρούμε στην πορεία.»
Η τελευταία φράση της Εριφύλης έδινε στην Άλκηστις ακριβώς αυτό που χρειαζόταν, την αίσθηση ότι μπορούσε να μιλήσει χωρίς να φοβάται την κρίση της. Και τώρα, ανάμεσα στα δυο ποτήρια του τσίπουρου και στη σιωπηλή θάλασσα που απλωνόταν μπροστά τους, η κουβέντα ετοιμαζόταν να περάσει σε πολύ πιο προσωπικά νερά.
«Ξαδέρφη, το διάστημα που ο σύντροφός σου, ο Νικηφόρος, φεύγει ως ναυτικός για τα μεγάλα του ταξίδια κι εσύ μένεις μόνη… και δεν είναι διαθέσιμος με τον τρόπο που τον χρειάζεσαι, αναρωτιέμαι… δεν τον αναζητάς;»
«Τι εννοείς;»
«Εννοώ ότι πολλές φορές η μεγάλη απουσία του συντρόφου δημιουργεί κενά. Και η παρουσία, η προσοχή ενός άλλου άνδρα μπορεί να λειτουργήσει σαν κάλυψη αυτών των κενών. Είναι, άραγε, τόσο παράξενο να αισθανθείς έλξη για κάποιον άλλον, ακόμα κι όταν αγαπάς και παραμένεις μέσα στη σχέση σου;»
Η Εριφύλη πήρε μια μικρή γουλιά από το ποτήρι της και έμεινε για λίγο σιωπηλή. «Εξαρτάται από το τι αναζητάς. Το να βρίσκεις κάποιον ελκυστικό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι θέλεις να αφήσεις τη σχέση σου.»
Η Άλκηστις «Δεν σημαίνει απαραίτητα ότι θέλεις να την αφήσεις. Αλλά, όταν η σχέση σου λείπει από το κρεβάτι για μεγάλα χρονικά διαστήματα, εκείνες τις ώρες… δεν είναι φυσιολογικό να αναζητάς κάτι που να καλύπτει τις ανάγκες και τις επιθυμίες σου; Οι σκέψεις αυτές, ξαδέλφη, είναι απόλυτα ανθρώπινες. Πηγάζουν από την ανάγκη για επαφή, για πάθος, για επιβεβαίωση… ίσως και από την επιθυμία να σπάσεις τη ρουτίνα της μοναξιάς. »
«Αγάπη μου γλυκιά» της λέει η Εριφύλη. «Όμως, όταν μια τέτοια έλξη περνά από τη σκέψη στην πράξη και συνδέεται με την απιστία, τα πράγματα περιπλέκονται. Και τότε μπορεί να προκύψουν συνέπειες που δεν αφορούν μόνο εκείνον που παρασύρεται.»
Η Άλκηστις την κοίταξε επίμονα. «Ναι, αλλά δεν είναι κάπως περίεργο το απαγορευμένο να γίνεται πιο ελκυστικό ακριβώς επειδή είναι απαγορευμένο; Ίσως επειδή είναι ανέφικτο ή περιορισμένο και δεν κουβαλά μαζί του την καθημερινή τριβή, τις υποχρεώσεις και τα πρακτικά προβλήματα μιας κανονικής σχέσης.» Σταμάτησε για λίγο, σαν να αναζητούσε τα επόμενα λόγια. «Δεν έχεις νιώσει ποτέ εκείνη την αίσθηση ότι κάποιος σε ποθεί πραγματικά; Ότι σε κοιτάζει και καταλαβαίνεις πως σε θέλει; Να νιώθεις πως η έλξη είναι τόσο δυνατή, ώστε να σε κάνει να θολώνεις λίγο… να ξεχνάς για μια στιγμή
τη λογική και όλα τα πρέπει; Και μαζί μ’ αυτό να υπάρχει εκείνη η τρέλα του κινδύνου, του απαγορευμένου… να λες μέσα σου πως, για αυτή την έλξη, ίσως αξίζει ακόμα και το ρίσκο; Τόσο, ώστε να σκέφτεσαι να τα παρατήσεις όλα και να τρέξεις προς εκείνον;»
Η Εριφύλη δεν απάντησε αμέσως. Την κοίταζε ήρεμα, αλλά τώρα είχε αρχίσει να καταλαβαίνει πως οι ερωτήσεις της Άλκηστης δεν ήταν τόσο θεωρητικές όσο προσπαθούσε να τις παρουσιάσει. «Ζουζούνι…» είπε τελικά χαμογελώντας. «Νομίζω πως κάτι θέλεις να μου πεις.»
Η Άλκηστις χαμογέλασε . «Μπορεί…Ίσως τελικά αυτό προσπαθώ να κάνω. Να μάθω αν έχεις εραστή.»
«Χμ! Μου αρέσει που δυσκολεύεσαι να βρεις πώς να με ρωτήσεις και τελικά μου το πέταξες
κατάμουτρα, χωρίς καμία απόπειρα ωραιοποίησης και χωρίς υπεκφυγές. Κάπου το πας εσύ, μουσίτσα, με έμμεσο και πονηρό τρόπο. Δεν μπορεί! Κάτι ξέρεις και μου κάνεις την εντελώς αθώα περιστερά, που δήθεν δεν έχει ιδέα για τίποτα.»
«Μπα, τι βλέπω! Έλα τώρα που σε έπιασαν οι ντροπές και νιώθεις άβολα! Δύσκολο σου φαίνεται να μου ανοίξεις την ψυχή σου και να μου πεις ποιος είναι ο τυχερός;»
Η Εριφύλη γέλασε και κούνησε το κεφάλι. «Κρυφή μουσίτσα και κατεργάρα είσαι εσύ, που κρύβεις την πραγματική σου φύση πίσω από εκείνο το αθώο και γλυκό προσωπείο σου. Αφού τον είδες στο μπιστρό, στο εμπορικό κέντρο. Άρα τον ξέρεις! Αυτός είναι. Πολύ καλός, ευγενικός και
μορφωμένος, από εύπορη οικογένεια, ευπαρουσίαστος, ψηλός, γυμνασμένος… και στα δικά μου χρόνια.»
Η Άλκηστις κοίταξε με προσποιητή σοβαρότητα και μετά έβαλε τα γέλια. «Ξαδέρφη! Μου θυμίζεις μια γλυκανάλατη ιστορία με την Κοκκινοσκουφίτσα… Μόνο που εδώ η Κοκκινοσκουφίτσα είναι η σωστή μουσίτσα και ο λεγάμενος, όπως μου τον παρουσιάζεις, είναι σκέτο κελεπούρι!»
Σήκωσε το ποτήρι της σαν να ετοιμαζόταν να αφηγηθεί παραμύθι. «Μια φορά κι έναν καιρό, σ’ έναν τόπο μακρινό, ηλιόλουστο και συναρπαστικό, πάνω στο ψηλότερο βουνό, μέσα στο δάσος το πυκνό,
ζούσε ένα ζώο φιλικό, έξυπνο και προστατευτικό. Ήταν ένας λύκος με δέρμα λαμπερό και γκριζωπό και βλέμμα κάπως φλογερό, τολμώ να πω. Τον έλεγαν Ιερεμία, χάρη στης ψυχής του την ανείπωτη ηρεμία.
»Εκείνο ήταν το σπιτικό του και αυτός ο άγρυπνος φρουρός του. Το πρόσεχε σαν κόρη οφθαλμού, κρατώντας μακριά κάθε επίβουλο εχθρό. Ορκίστηκε να διαφυλάττει την ησυχία και την τάξη, για να τον αγαπά ολόκληρη η πλάση. Και τα παιδιά, όταν τον βλέπουν, να πάψουν να τον αποφεύγουν και στη γούνινη αγκαλιά του με λαχτάρα να προσφεύγουν…»
Σταμάτησε επίτηδες, κοιτάζοντας την
Εριφύλη πάνω από το ποτήρι της. «Λοιπόν,… Πώς τον γνώρισες;»
«Κορίτσι μου, είναι αυτός που γνώρισες εκεί στην έκθεση ζωγραφικής, όταν είχαμε πάει καλεσμένες. Τον είχαμε γνωρίσει μαζί με την Ελπινίκη πριν από κάποιους μήνες! Θα το θυμάσαι· μας είχες δει τότε στο μπιστρό, στο εμπορικό κέντρο. Αυτός είναι!»Η Άλκηστις κοίταξε με έκπληξη, καθώς η Εριφύλη συνέχιζε, τώρα πια χωρίς να προσπαθεί να κρύψει την κρυφή αμαρτία της».
«Από την πρώτη στιγμή μας προκάλεσε έντονα ερωτικά συναισθήματα και στις δυο. Εσένα δεν σου έχει τύχει ποτέ να γνωρίσεις κάποιον και να νιώσεις πως θέλεις να τον πλησιάσεις από το πρώτο κιόλας ραντεβού;
Ε, αυτό πάθαμε κι εμείς μαζί του.»Πήρε μια ανάσα και χαμογέλασε αμήχανα. «Κάθε φορά που τον σκεφτόμουν, η φαντασία μου έτρεχε μόνη της. Μου ερχόντουσαν εικόνες, επιθυμίες, πράγματα που δεν τολμούσα ούτε να ομολογήσω στον εαυτό μου. Εκείνες τις μέρες αυτή η ιστορία με είχε παρασύρει εντελώς. Αρκούσε να τον φέρω στον νου μου και ένιωθα ολόκληρο το σώμα μου να αντιδρά.»
Σταμάτησε για λίγο και την κοίταξε στα μάτια. «Και όταν βρισκόμασταν, άφηνα πια τον εαυτό μου ελεύθερο. Η έλξη ήταν τόσο δυνατή, που όλα τα υπόλοιπα έμοιαζαν να χάνουν τη σημασία τους. Υπήρχε μόνο εκείνη η στιγμή, η επιθυμία και η αίσθηση πως παρασυρόμασταν και οι δυο χωρίς να ξέρουμε πού θα μας βγάλει.»
Χαμογέλασε ξανά, αυτή τη φορά πιο μελαγχολικά.«Ήταν σαν να πλησίαζα επικίνδυνα στη φλόγα. Σαν πεταλούδα που ξέρει πως το φως μπορεί να την κάψει, αλλά παρ’ όλα αυτά συνεχίζει να πετά προς τα εκεί.»
«Ξαδέρφη! Τι είναι αυτά που ακούνε τ’ αυτάκια μου; Μια γυναίκα που χαίρεται το σεξ με τον εραστή της παράλληλα με τον γάμο και την οικογένειά της, χωρίς, όπως λες να πληγώνεται κανείς; Ένα ώριμο, σεξουαλικά απελευθερωμένο και ξαναμμένο θηλυκό, που δεν κολλάει στους όρκους της αγάπης και απολαμβάνει τον εραστή του στο κρεβάτι της αμαρτίας…»
Για μια στιγμή η Άλκηστις παραλίγο να ξεφύγει.…επάνω στο γραφείο της αμαρτίας! Σταμάτησε εγκαίρως τη σκέψη της. Όχι. Αυτό δεν έπρεπε να ειπωθεί με τίποτα. Σε καμία περίπτωση δεν ήθελε να καταλάβει η Εριφύλη ότι η ίδια γνώριζε ήδη για την παράνομη σχέση της με τον Αρχιτέκτονα, ούτε ότι είχε δει πολύ περισσότερα απ’ όσα θα έπρεπε.
Έτσι, φόρεσε ξανά το αθώο, γεμάτο έκπληξη ύφος της.
«Ξαδέρφη! Ομολογώ ότι, αν και σε θεωρούσα πάντα πολύ σέξι και πολύ θηλυκή, δεν σε είχα καταλάβει ακριβώς για τόσο ερωτιάρα και… καυλιάρα. Εννοείται ότι το λέω σε εισαγωγικά!»
Άντε μην το πω και χωρίς εισαγωγικά! σκέφτηκε η Άλκηστις. Πουτάνα είσαι, αλλά, όπως με έμαθε η γιαγιά μου… «Μην κρίνεις, για να μη κριθείς».
Η σκέψη αυτή την έκανε να χαμογελάσει μέσα της. Ήξερε πολύ καλά πως η υποτιθέμενη έκπληξή της ήταν ένα μικρό θέατρο.
«Μη μασάς, κορίτσι μου!» απάντησε γελώντας η Εριφύλη. «Είμαι πρόθυμη να σου λύσω κάθε σου απορία. Πουτάνα; Πες το! Και πες μου μια γυναίκα που να μην είναι!»
Η Άλκηστις γέλασε. «Δηλαδή… σου έκατσε ένας γκόμενος γκουρού στο σεξ; Φουλ του άσσου στο κρεβάτι, το καλό αρσενικό που λένε, με επιδόσεις που σε έκαναν να ξεχάσεις όρκους, υποσχέσεις και λοιπά; Μπράβο, Εριφύλη! Γαμιάς με τα όλα του!»
Έκανε μια μικρή παύση και την κοίταξε με δήθεν αθώο ύφος. «Αλλά, καλά το κατάλαβα, ξαδερφούλα μου; Σας είχε ερωτική σχέση ο Αρχιτέκτονας και με τις δυο; Ρε θηρίο;»
Η ερώτηση έπεσε ανάμεσα τους σαν πέτρα στο ήρεμο νερό.
Η Εριφύλη έμεινε για μια στιγμή σιωπηλή.
Και η Άλκηστις, πίσω από το παιχνιδιάρικο χαμόγελό της, περίμενε την απάντηση που στην πραγματικότητα, ήδη γνώριζε.
«Ε, ναι! Βλέπεις, την ερωτική επαφή μαζί του την είχε αναλάβει πρώτα η Ελπινίκη. Δεν σου κρύβω πως εγώ, στην αρχή, δυσκολευόμουν πολύ στην ιδέα να απατήσω τον Νικηφόρο. Κι όταν τελικά το έκανα, μετάνιωσα.
Με κυνηγούσαν οι τύψεις και ένιωθα πως είχα κάνει κάτι πραγματικά κακό.Μα οι άνθρωποι, δικαίως, θεωρούμαστε πολύπλοκα όντα. Αυτό που λέμε καμιά φορά, πως με τίποτα δεν είμαστε ευχαριστημένοι και πως ποτέ τίποτα δεν είναι αρκετό, έχει μέσα του μια δόση αλήθειας.
Παλεύουμε καθημερινά να πραγματοποιήσουμε τις επιθυμίες μας και, όταν τελικά τα καταφέρνουμε, αντί να χαρούμε χωρίς δεύτερη σκέψη, κάτι μέσα μας αρχίζει να μας ενοχλεί. Μόλις έρθει η ώρα να περάσουμε καλά, εμφανίζονται οι τύψεις.
Πόσες φορές δεν γελάμε και πετάμε εκείνο το σε καλό να μας βγει, σαν να φοβόμαστε μήπως η χαρά μας βγει ξινή; Σαν να χρειάζεται κάθε ευτυχία να συνοδεύεται από μια μικρή προειδοποίηση.
Από τη μια με κρατούσαν οι ενοχές. Ένιωθα απαίσια για την απιστία και έλεγα μέσα μου πως δεν ήθελα να ξανασυμβεί. Κι από την άλλη υπήρχε η επιθυμία. Εκείνη η δύναμη που δεν εμφανίζεται πάντα όταν την καλείς, αλλά όταν αποφασίσει να μπει στη ζωή σου βρίσκει τη χαραμάδα της και φωλιάζει μέσα σου. Και δεν αφορά μόνο το σώμα. Μπαίνει στη σκέψη, στη φαντασία, στον τρόπο που κοιτάς τον άλλον, στον τρόπο που περιμένεις την επόμενη συνάντηση. Θες δεν θες, αρχίζει να σε επηρεάζει.
»Στα είκοσι οκτώ μου πια, έχω καταλάβει κάτι: έναν πραγματικά καλό σύντροφο, έναν άνθρωπο με τον οποίο ταιριάζεις ουσιαστικά και ερωτικά, δύσκολα τον βρίσκεις. Κι ακόμη δυσκολότερα, όταν τον βρεις, αποφασίζεις να τον αφήσεις. Με τον Νικηφόρο, όμως, η σχέση μας δεν είναι μόνο σαρκική υπόθεση. Απεναντίας. Είναι μια αυθεντική ανθρώπινη σύνδεση.
Δεν στηρίζεται στις επιφανειακές εντυπώσεις, αλλά στο δέσιμο μας, στην κατανόηση, στην εμπιστοσύνη και σε όλα όσα έχουμε χτίσει και εξελίξει μαζί τόσα χρόνια. Τον αγαπώ. Αυτό δεν το αμφισβητώ. Και όταν γυρίζει από τα ταξίδια του, η μεταξύ μας ερωτική ζωή είναι τόσο γεμάτη, που μόνο παραπονεμένη ή στερημένη δεν θα μπορούσα να πω πως είμαι.
Μαζί του έχω γνωρίσει πλευρές του εαυτού μου που δεν ήξερα ότι υπήρχαν. Υπάρχει ανάμεσά μας μια οικειότητα και μια ένταση που δεν χρειάζονται εξηγήσεις. Κι εκεί βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη αντίφαση: μπορώ να είμαι βαθιά χορτάτη από τη σχέση μου και ταυτόχρονα να έχω μέσα μου μια επιθυμία που με οδηγεί κάπου αλλού.
Και αυτό είναι που με μπερδεύει περισσότερο απ’ όλα.»
Η Άλκηστις την άκουγε χωρίς να την διακόψει. Ύστερα χαμογέλασε, κουνώντας αργά το κεφάλι.
«Χαχα! Τι μου λες τώρα, βρε ξαδελφούλα! Κάτσε όμως, γιατί κάπου με μπέρδεψες. Τον σύζυγο τον λατρεύεις…
με τον γκόμενο τι τρέχει;»
«Σε καταλαβαίνω απόλυτα που μπερδεύτηκες. Είναι δύο εντελώς διαφορετικοί κόσμοι. Ο σύζυγος
αντιπροσωπεύει τη δέσμευση, τη συντροφικότητα, την ασφάλεια και την οικοδόμηση μιας κοινής ζωής. Ο γκόμενος, αντίθετα, εξυπηρετεί άλλες ανάγκες, χωρίς να κουβαλά μαζί του την καθημερινή πίεση και τις ευθύνες μιας επίσημης σχέσης. Όταν έχεις και τους δύο παράλληλα, προσπαθείς, θέλεις δεν θέλεις να ισορροπήσεις ανάμεσα στην ασφάλεια που σου προσφέρει ο ένας και στη ζωντάνια, την έξαψη και την επιβεβαίωση που μπορεί να σου δίνει ο άλλος. Ξέρεις, όμως, υπάρχει κι ένας αστάθμητος παράγοντας: η αφόρητη μοναξιά. Και μαζί της εκείνο το αίσθημα στέρησης που μπορεί να γίνει πολύ έντονο όταν λείπει ο Νικηφόρος. Αυτά που μου προσέφερε εκείνος μου έλειπαν ιδιαίτερα τον πρώτο καιρό των ταξιδιών του. Υπήρχαν στιγμές που η επιθυμία μου γινόταν τόσο έντονη, ώστε ντρεπόμουν να την παραδεχτώ ακόμη και στον ίδιο μου τον εαυτό.»
Η Άλκηστις την άκουγε σιωπηλή.
«Το σεξ, ξαδέρφη, είναι δεμένο με τη ζωή, με τα νιάτα, με τη φύση μας. Επιθυμούμε γιατί είμαστε ζωντανοί. Κάποτε, στο τέλος, το σώμα μας θα επιστρέψει στη φύση. Κι εγώ αναρωτιέμαι καμιά φορά. γιατί να στερούμε από τον εαυτό μας την ηδονή όσο έχουμε ακόμη τη δυνατότητα να τη ζήσουμε;»
Έμεινε για λίγο σιωπηλή και ύστερα συνέχισε. «Η συνάντησή μου με τον Αρχιτέκτονα, κυριολεκτικά, άλλαξε τα πράγματα προς μια κατεύθυνση που δεν μπορούσα ποτέ να φανταστώ. Ξεκίνησε από μια απλή, τυχαία γνωριμία και, χωρίς να το καταλάβω, εξελίχθηκε σε κάτι πολύ πιο έντονο. Μαζί του ανακάλυψα νέες πλευρές του εαυτού μου. Ένιωσα ξανά ποθητή, ελκυστική, ζωντανή. Άφησα στην άκρη κάποιες από τις αναστολές και τα ταμπού μου και κατάλαβα πως η επιθυμία δεν είναι κάτι που πρέπει πάντα να φοβάσαι ή να κρύβεις. Δεν είναι εύκολο, φυσικά. Αλλά θα συμφωνήσεις μαζί μου πως, όταν κάτι σε κάνει να αισθάνεσαι τόσο ζωντανή, δύσκολα το αγνοείς.»
Η Άλκηστις ανασήκωσε τα φρύδια της.«Πάντως, αυτό δεν το περίμενα ούτε από την Ελπινίκη. Να και η Ελπινίκη τόσο προχωρημένη στα ερωτικά… Κι εγώ την είχα για παρθενοπιπίτσα!»
Η Εριφύλη γέλασε.
«Ξαδερφούλα μου, τελικά δεν τον μοιραστήκαμε τον γκόμενο!»
«Έλα, ρε συ! Εδώ γελάμε ή κλαίμε;» Η Άλκηστις άφησε το ποτήρι της στο τραπέζι και την κοίταξε με προσποιητή αγανάκτηση. «Το δεν τον μοιραστήκαμε είναι πολύ βαριά κουβέντα για να την αφήσεις να πέσει έτσι στη μέση! Θέλω άμεσα αποκλειστικές πληροφορίες. Ποια ήταν η ανατροπή στο σενάριο; Ήταν όλο μια παρεξήγηση; Έκανε πίσω ο ίδιος; Ή τελικά το πήρες απόφαση να τον κάνεις πέρα για να μη χαλάσετε τις καρδιές σας;»
Έγειρε προς το μέρος της με μάτια γεμάτα περιέργεια. «Είμαι όλη αυτιά!»
«Όχι, δεν έγινε κάποια παρεξήγηση! Για να σε βοηθήσω με τις πληροφορίες και να σου λύσω τις απορίες, θα σου πω και κάτι ακόμη. πιστεύω πως το τέλειο σεξ μπορεί να πάρει πολλές μορφές. Ακόμη και τρεις άνθρωποι, αν υπάρχει αμοιβαία επιθυμία και εμπιστοσύνη, μπορούν να δημιουργήσουν μια εντελώς διαφορετική εμπειρία. Η ιδέα δύο γυναικών με έναν άντρα που επιθυμούν και οι δύο έχει, αναμφίβολα, κάτι προκλητικό, κάτι σχεδόν μοιραίο. Η Ελπινίκη, όμως, είχε τους δισταγμούς της. Ένιωθε ενοχές, φοβόταν τις συνέπειες και τελικά δεν αποφάσισε να προχωρήσει. Έμεινε περισσότερο
στη σκέψη και στην επιθυμία παρά στην πράξη.»
«Δεν είχε και άδικο που ήταν διστακτική. Η απιστία είναι πολύπλοκη υπόθεση. Εσύ, όμως, αποφάσισες να αγνοήσεις τις συνέπειες και να προχωρήσεις με τον εραστή σου, παρότι ήξερες ότι μπορούσε να διαταράξει σοβαρά τις οικογενειακές σου ισορροπίες.»
Η Εριφύλη χαμογέλασε αμυδρά. «Υπήρξαν στιγμές που η έλξη έγινε τόσο έντονη, ώστε έχασα τον έλεγχο και παραδόθηκα χωρίς να σκέφτομαι πού μπορεί να με οδηγήσει. Ήταν σαν να είχε σβήσει για λίγο η λογική και να είχε μείνει μόνο η επιθυμία. Και μέσα σ’ αυτό το ανεξέλεγκτο πάθος, ανακάλυψα πλευρές του εαυτού μου που δεν γνώριζα. Βέβαια, κάθε επιλογή έχει και το τίμημά της.»
Η Άλκηστις έγειρε λίγο προς το μέρος της.
«Και τώρα;»
«Και τώρα… τι;»
«Να σε ρωτάω πού βρίσκεται σήμερα η σχέση σου με τον Αρχιτέκτονα.»
Η Εριφύλη πήρε μια βαθιά ανάσα. «Στο σημείο μηδέν. Ξέρεις πώς είναι όταν τελειώνει μια φάση της ζωής σου; Σαν να ανοίγει μπροστά σου ένας λευκός καμβάς. Δεν ξέρεις ακόμη τι θα ζωγραφίσεις πάνω του, αλλά ξέρεις πως αυτό που προηγήθηκε έχει ολοκληρωθεί.»
«Δηλαδή, οι απαγορευμένες απολαύσεις… τέλος;»
«Έχει περάσει αρκετός καιρός από την τελευταία φορά που βρεθήκαμε. Εκείνη η περίοδος είχε τη δική της ένταση, τη δική της συγκίνηση, τη γοητεία του απαγορευμένου. Ζήσαμε κάτι που μας έκανε να δοκιμάσουμε τα όριά μας και να κοιτάξουμε πέρα από τα πρέπει και τα μη. Όμως κάποια στιγμή έπρεπε να τελειώσει. Ο Αρχιτέκτονας έφυγε για το Λονδίνο, για να αναλάβει ένα έργο ανακαίνισης σε οικογενειακές τους επιχειρήσεις.»
«Χωρίσατε; Έτσι απλά; Χωρίς μελοδραματισμούς; Πώς νιώθεις εσύ με αυτόν τον επίλογο;»
«Κάποιες φορές ο πιο ήσυχος αποχαιρετισμός είναι και ο πιο βαρύς. Είναι η στιγμή που αποδέχεσαι
ότι ένας κύκλος έκλεισε οριστικά. Ξέραμε και οι δύο πως το “κάτι παραπάνω” δεν υπήρχε. Κάποια πράγματα είναι μεγαλύτερα από εμάς. Και ίσως έτσι πρέπει να είναι.
Δεν έχω κανένα άγχος γι’ αυτό. Άλλωστε, μάλλον προς το τέλος του χρόνου τελειώνει το έργο του και επιστρέφει.»
Η Άλκηστις σώπασε για λίγο και μετά χαμογέλασε.
«Και τώρα; Νικηφόρος; Αλήθεια, ποτέ μου δεν θα πίστευα ότι έχεις παράπονα από τον γάμο σου.»
«Όχι, αγάπη μου. Δεν έχω ιδιαίτερα παράπονα από τον γάμο μου. Απεναντίας, θεωρώ πως ο γάμος μου είναι επιτυχημένος και όσο περνούν τα χρόνια, τόσο περισσότερο το επιβεβαιώνω. Ο Νικηφόρος, από την πλευρά του, με την αγάπη που μου δείχνει, είναι κάτι παραπάνω από άψογος. Είναι, μπορώ να πω, διαμάντι. Κι εγώ, από την πλευρά μου, τον αγαπώ και τον νοιάζομαι βαθιά.
Ο Νικηφόρος είναι ο άνθρωπος που κρατά σταθερά την οικογένειά μας οικονομικά και φροντίζει να μη μας λείψει τίποτα. Εγώ, από την άλλη, φροντίζω τα παιδιά μας, το σπίτι, την καθημερινότητά μας, να μεγαλώνουν μέσα σε ένα υγιές οικογενειακό περιβάλλον, να υπάρχει επικοινωνία και να διατηρούμε όσο μπορούμε σταθερή την οικογενειακή μας ζωή. Και όταν επιστρέφει από τα ταξίδια του, ξαναβρίσκουμε τη δική μας ερωτική ισορροπία.
Υπάρχει ανάμεσα μας έντονη έλξη, οικειότητα και πολύ καλή σεξουαλική χημεία. Δεν αισθάνομαι ότι μου λείπει κάτι ουσιαστικό από εκείνον.»
Η Εριφύλη σταμάτησε για λίγο.«Ναι… μερικές φορές, όμως, η απιστία μου είχε ως κίνητρο απλώς την επιθυμία για έξαψη και ποικιλία. Εκείνη την ανάγκη να υποκύψεις, έστω για λίγο, ενάντια στην κρίση και στη λογική σου, στην έλξη ενός δυναμικού αλλά ευγενικού άντρα. Να γνωρίσεις μια διαφορετική πλευρά της ερωτικής σου φύσης, ειδικά όταν σου λείπει ο άνθρωπός σου.
»Όποιον κι αν ρωτήσεις για την απιστία μέσα στον γάμο, πιθανότατα θα σου πει πως είναι λάθος. Και μάλλον δικαιολογημένα. Όμως όλοι ξέρουμε ότι συμβαίνει. Και, πιθανότατα, συχνότερα απ’ όσο θέλουμε να παραδεχτούμε. Ξέρω πως ακούγομαι κάπως παράξενα. Απλώς… δεν το νιώθω αρκετά λάθος ώστε να μπορώ να πω ότι δεν θα το ξανάκανα.»
Η Άλκηστις την κοίταξε για λίγα δευτερόλεπτα και ύστερα ξέσπασε σε γέλιο. «Τελικά, εσύ θα έπρεπε να μου κάνεις μάθημα κι όχι εγώ να σε ρωτάω!»
Η Εριφύλη γέλασε. «Μην ενθουσιάζεσαι τόσο. Δεν είμαι δασκάλα κανενός. Απλώς έμαθα να μην κοροϊδεύω τον εαυτό μου για όσα αισθάνομαι.»
Η Άλκηστις σήκωσε το ποτήρι της. «Ε, τότε αυτό είναι μάθημα από μόνο του. Γιατί τελικά το σεξ είναι κι αυτό ένα κομμάτι της ζωής μας. Και το παράξενο είναι πως, όταν μια γυναίκα μιλά ανοιχτά για την επιθυμία της, αμέσως κάποιοι σπεύδουν να την κρίνουν.
Στους άντρες επιτρέπεται πολύ πιο εύκολα να εκφράζουν τις ανάγκες τους, ενώ μια γυναίκα που κάνει το ίδιο μπορεί να χαρακτηριστεί ανήθικη, λάγνα ή αμαρτωλή. Ίσως τελικά το πραγματικό ζήτημα δεν είναι αν επιθυμούμε. Αυτό είναι ανθρώπινο. Το δύσκολο είναι τι κάνουμε με την επιθυμία μας και πώς ζούμε με τις επιλογές μας.»
Η Εριφύλη την κοίταξε με ένα χαμόγελο που αυτή τη φορά δεν ήταν πειρακτικό. «Μπράβο, Ζουζούνι. Τώρα αρχίζεις να μου φαίνεσαι επικίνδυνα ώριμη»
«Ρε, πώς τα λες! Σαν πλοκή ερωτικού ρομαντικού μυθιστορήματος μου ακούγεται.»
«Μέχρι την ηλικία των είκοσι πέντε, αγάπη μου, το σεξουαλικό κεφάλαιο μιας γυναίκας έχει συνήθως κορυφωθεί. Μετά τα τριάντα, δεν βρίσκεται πλέον στην αναπαραγωγική της ακμή και αρχίζει να χάνει έδαφος στον ανταγωνισμό με τις νεότερες γυναίκες. Κι όταν φτάσει τα σαράντα, το σεξουαλικό της κεφάλαιο έχει μειωθεί τόσο, ώστε το να βρει έναν σύντροφο ποιότητας γίνεται πλέον αμφίβολο. Γι’ αυτό, απόλαυσέ το όσο είναι νωρίς… Το λέει και το λαϊκό, σοφό τραγούδι: Γλέντα, καμένε άνθρωπε,
γιατί θε να γεράσεις, και τα νιάτα δεν πουλιούνται πια να τα ξαναγοράσεις.»
«Μμμ… Δεν διαφωνώ.»
«Γι’ αυτό, λοιπόν, κάτσε να τα πούμε και άκου να μαθαίνεις. Με την ησυχία σου και με το πάσο σου, όσο θα κατεβαίνει και το τσίπουρο!
Ετούτο τον καιρό, που απ’ ό,τι κατάλαβα δεν γαμιέσαι με κανέναν, πώς τη βγάζεις; Φαντασία μου πλανεύτρα;» τη ρώτησε τώρα η Εριφύλη, με παιχνιδιάρικο ύφος.
«Τι να κάνω; Μόνη μου βρίσκω τις λύσεις μου και μάλιστα με εγγυημένα αποτελέσματα! Αδειάζει το μυαλό μου από τις περιττές σκέψεις και αφιερώνομαι ψυχή τε και σώματι στο ιερό μου καθήκον!» απάντησε η Άλκηστις γελώντας. «Αλλά πού θα πάει; Γουστάρω κι εγώ κάποιον. Όπως σου είπα, τον έχω στο μυαλό μου και πιστεύω πως σύντομα θα καταφέρω να τον φέρω πιο κοντά μου. Και τότε… θα δούμε.»
Η Εριφύλη ανασήκωσε τα φρύδια με ενδιαφέρον. «Ενδιαφέρον μου ακούγεται. Ποιος είναι; Γνωστός; Τον ξέρω;»
«Ε… πώς να στο πω;» άρχισε η Άλκηστις αργά-αργά, σαν να ζύγιζε μία-μία τις λέξεις της.
«Όλο μυστηριώδεις κουβέντες είσαι, ρε Άλκηστις. Τι θέλεις να πεις και δεν το λες καθαρά;»
«Τι θέλεις να πω δηλαδή;»
«Την αλφαβήτα! Με δουλεύεις;»
Η Άλκηστις χαμογέλασε πονηρά.
«Θα τον μάθεις, αν μ’ αφήσεις πρώτα να στα πω με τη σειρά τους και όπως μπορώ εγώ.»
«Λέγε τα όπως θες και με όσα στολίδια γουστάρεις», της είπε η Εριφύλη χαμογελώντας αδελφικά, ενώ της χάιδεψε τρυφερά το χέρι.
Η Άλκηστις κράτησε για λίγο το βλέμμα της πάνω της. Σαν να ετοιμαζόταν να ανοίξει ένα συρτάρι που έκρυβε περισσότερα απ’ όσα είχε αφήσει μέχρι τότε να φανούν.
«Πού είχαμε μείνει, λοιπόν; Α, ναι!» άρχισε πάλι η Άλκηστις, αργά-αργά, σαν να ζύγιζε για δεύτερη φορά κάθε της λέξη. «Άσε που τα πράγματα δεν είναι και τόσο ρόδινα…»
«Μη λοξοδρομείς την κουβέντα, ρε συ, Άλκηστις!» αγανάκτησε ξανά η Εριφύλη. «Γάμα την κουβέντα, που λέμε… Τέλος πάντων», είπε ύστερα από μια μικρή παύση. «Τι ζόρι έχεις να μου τον πεις; Και γιατί, όταν τα λες αυτά, δεν με κοιτάς στα μάτια; Ξέρεις πως δεν μου αρέσει καθόλου όταν γίνεσαι αινιγματική. Πες μου ποιος είναι και γιατί διστάζεις.»
Η Άλκηστις γύρισε προς το μέρος της, σταύρωσε τα χέρια της και έγνεψε καταφατικά.
«Θα σου πω την αλήθεια. Λοιπόν… τον ξέρεις. Και πολύ καλά, μάλιστα. Πώς να στο πω; Καλύτερα δεν γίνεται.»
«Σοβαρά το λες; Και ποιος είναι ο τυχερός που θέλεις να γευτεί τα κάλλη σου και τις χαρές της νιότης σου, και τον ξέρω κι εγώ;»
Η Άλκηστις πήρε μια βαθιά ανάσα. «Εσύ ποιον να λες; Ο ίδιος ο Νικηφόρος σου είναι.»
Το ξεστόμισε απνευστί και αμέσως σταμάτησε, σαν να είχε πει περισσότερα απ’ όσα σκόπευε.
«Τόμπολα!» αναφώνησε η Εριφύλη. «Ρε, παλιοκόριτσο, δεν πιστεύω να μιλάς σοβαρά! Θα με τρελάνεις!» Η φωνή της ακούστηκε δυνατότερα απ’ όσο υπολόγιζε. Ένα ζευγάρι στο μπροστινό μέρος του μαγαζιού γύρισε και τις κοίταξε απορημένο.
Η Εριφύλη τούς χάρισε ένα αφοπλιστικό χαμόγελο, σαν να ζητούσε συγγνώμη χωρίς να χρειάζεται να εξηγήσει τίποτα, και ξαναγύρισε προς την Άλκηστις.Για λίγες στιγμές δεν μίλησε.
Το ξαναπέρασε όλο από το μυαλό της. Τα βλέμματα. Οι μικρές αμηχανίες. Εκείνες οι στιγμές που είχε παρατηρήσει κάτι περισσότερο ανάμεσα τους και είχε προτιμήσει να μην του δώσει όνομα.
Όσο το σκεφτόταν, τόσο λιγότερο άσχημα της φαινόταν.
«Στ’ αλήθεια το λες σοβαρά;» είπε τελικά. «Αν και τελευταία είχα μυριστεί πως κάτι παίζει μεταξύ σας, πάλι είχα τις αμφιβολίες μου!»
Σταμάτησε και χαμογέλασε με εκείνο το πονηρό χαμόγελο που η Άλκηστις γνώριζε καλά.«Τώρα έχουμε δύο εκδοχές. Η μία είναι να σε περιλάβω κανονικά, επειδή πας να μου κλέψεις τον άντρα μου μέσα από τα χέρια μου. Και η άλλη…»
Σταμάτησε επίτηδες. Έμεινε για λίγο σκεφτική, αφήνοντας την πρόταση μετέωρη.
«Και η άλλη;» ρώτησε όλο αδημονία η Άλκηστις.
«Να σκέφτομαι ότι…»Η Εριφύλη ξανασταμάτησε.
«Ρε, ξαδέρφη! Έλα, πες το! Το μαρτύριο της σταγόνα” το λένε αυτό που μου κάνεις!»
Η Εριφύλη την κοίταξε με προσποιητή αυστηρότητα.
«Άκουσέ με, μικρό μου καργιολάκι. Βλέπω πως δεν κρατιέσαι και διψάς για
μάθηση!»
Η Άλκηστις έβαλε τα γέλια.
«Να, λοιπόν, τι σκεφτόμουν», συνέχισε η Εριφύλη. «Πού είναι η μεγάλη διαφορά; Κι εγώ με τον γκόμενο μου δεν μπλέχτηκα σε παρόμοια πράγματα;»
Έκανε μια μικρή παύση. «Αλλά τώρα ξέχνα τον αυτόν. Τον γκόμενο εννοώ. Πέρασε. Τώρα έχουμε εδώ τον Νικηφόρο…»
«Και λοιπόν;»
Η Εριφύλη την κοίταξε στα μάτια. Το χαμόγελό της είχε αλλάξει. Δεν ήταν πια μόνο πείραγμα.
«Πώς θα σου φαινόταν, λοιπόν, αν δοκιμάζαμε κάτι διαφορετικό; Κάτι που, μέχρι πριν από λίγο, ούτε εσύ ούτε εγώ θα τολμούσαμε να πούμε δυνατά;»
Η Άλκηστις ανοιγόκλεισε τα μάτια της.
«Τι εννοείς, ξαδέρφη;»
«Άκου να μαθαίνεις. Όταν έφυγε ο Νικηφόρος για να πάει στο άλλο τραπέζι, θυμάσαι τι του
ψιθύρισα;»
«Τι του ψιθύρισες;»
Η Εριφύλη χαμογέλασε. «Ότι απόψε τον περιμένουν δύο γυναίκες που ξέρουν πολύ καλά τι
θέλουν. Τι νόμιζες; Ότι θα σας άφηνα να παίζετε κρυφτό πίσω από την πλάτη μου;»
Το μυαλό της Άλκηστης άρχισε να στριφογυρίζει. Προσπάθησε να καταλάβει αν η ξαδέρφη της μιλούσε σοβαρά ή αν συνέχιζε απλώς το παιχνίδι.
«Θέλεις να μου πεις πως σκέφτεσαι να… το δοκιμάσουμε μαζί με τον Νικηφόρο;» ρώτησε τελικά, με τη δυσπιστία ολοφάνερη στη φωνή της.
Η Εριφύλη ανασήκωσε τους ώμους.«Δεν του το έχω ζητήσει ακόμη. Αλλά δεν νομίζω πως θα αντιδρούσε αρνητικά. Τον ξέρω τον άντρα μου.»
Η Άλκηστις έμεινε σιωπηλή.Για πρώτη φορά μέσα στη βραδιά, δεν είχε έτοιμη ατάκα.
«Δεν ξέρω τι να πω…» είπε τελικά.
Η Εριφύλη χαμογέλασε και της έσφιξε τρυφερά το χέρι. «Μη βιάζεσαι. Δεν σου ζήτησα απάντηση
τώρα.»
Και για πρώτη φορά η Άλκηστις κατάλαβε πως το παιχνίδι είχε πάψει να είναι μόνο παιχνίδι.
«Άλκηστις, δεν χρειάζεται καθοδήγηση. Θέλω μόνο να είμαι ήσυχη πως μπορώ να βασιστώ πάνω σου.»
Η Άλκηστις έπνιξε μια γκριμάτσα, σαν να πάλευε με τον εαυτό της για να μη γελάσει.
«Τελικά, ξαδέρφη, θα το πω! Δεν κρατιέμαι άλλο. Ναι, είσαι μεγάλη καργιόλα… και γι’ αυτό δεν παύω να σε λατρεύω ακόμη περισσότερο!»
«Σου χρωστάω μια ανταμοιβή για τη διακριτικότητα σου όλο αυτό τον καιρό.»
«Ρε, ξαδέρφη! Δηλαδή να το πω και πιο έντονα τώρα;»
«Μεγάλη πουτάνα! Πες το πάλι!» γέλασε η Εριφύλη. «Άκου, μικρή μου. Υπάρχουν, κατά τη γνώμη μου, τρεις κατηγορίες γυναικών: οι πουτάνες, οι γαμιόλες και οι μαλακισμένες. Οι πρώτες πηδιούνται με όλους. Οι δεύτερες με όλους εκτός από τον άντρα τους. Και οι τρίτες δεν πηδιούνται με κανέναν άλλον παρά μόνο με τον άντρα τους!»
Η Άλκηστις ξέσπασε στα γέλια.
Η Εριφύλη όμως την κοίταξε ξαφνικά στα μάτια. Το παιχνιδιάρικο χαμόγελο έμεινε στη θέση του, αλλά το βλέμμα της έγινε πιο σταθερό.
«Αλλά δεν μου απάντησες σ’ αυτό που σε ρώτησα. Είσαι μέσα;»
Η Άλκηστις κράτησε την ανάσα της. Για λίγες στιγμές έμοιαζε να μην ξέρει αν έπρεπε να γελάσει, να μιλήσει ή απλώς να αφήσει όσα είχε ακούσει να καταλαγιάσουν μέσα της. Τελικά πήρε μια βαθιά ανάσα.«Εντάξει! Αχ… σαν την παλίρροια αρχίζεις να με παρασέρνεις, το ξέρεις; Μέσα. Πες πως είμαι μέσα!»
Η Εριφύλη χαμογέλασε. «Είσαι ενήλικη, είπαμε. Η ζωή είναι δική σου. Και μυαλωμένη κοπέλα είσαι·
ξέρεις τι θέλεις. Αν, λοιπόν, το θέλεις πραγματικά, μπορείς να συμμετάσχεις με τη δική σου θέληση. Η βασική προϋπόθεση, όμως, είναι μία. να συνεχίσεις να είσαι εγγύηση διακριτικότητας.»
«Εννοείται! Εγγύηση διακριτικότητας.»
Η Άλκηστις έκανε μια μικρή παύση και ξαφνικά άλλαξε κατεύθυνση στην κουβέντα.
«Θυμάμαι, πάντως, στην έκθεση ζωγραφικής πως ήταν κι ένας ξάδερφος του Αρχιτέκτονα. Τον θυμάμαι αμυδρά… Ήταν ίδιος με τον Τζορτζ Κλούνεϊ! Τον θυμάσαι;»
Η Εριφύλη ανασήκωσε τους ώμους. Τον θυμόταν.
Η αλήθεια ήταν πως όχι μόνο τον θυμόταν, αλλά η πρώτη της εντύπωση από εκείνον είχε αφήσει πίσω της κάτι περισσότερο από μια απλή ανάμνηση. Είχε νιώσει μια παράξενη,
ακαριαία έλξη για εκείνο το υπεροπτικό κάθαρμα, κάτι που προτιμούσε μέχρι τότε να μην πολυαναλύει.
«Ναι, τον θυμάμαι. Τον είχα γνωρίσει.»
«Πόσο χρονών είναι αυτός ο… Τζορτζ Κλούνεϊ; Και πώς τον γνώρισες;»
«Κοντά στα τριάντα, όπως και ο Αρχιτέκτονας.» Η Εριφύλη χαμογέλασε. «Άλλο πράγμα σου λέω! Άντρας που μπορεί να σου πάρει το μυαλό. Σκέτη κόλαση… η απόλυτη φαντασίωση μιας γυναίκας.»
«Για λέγε…»
«Τον γνώρισα με τη βαλίτσα στο χέρι, την ημέρα που έφευγε για το αεροδρόμιο. Επέστρεφε στο Λονδίνο, ύστερα από ένα σύντομο ταξίδι στην Ελλάδα. Μου τον σύστησε ο αρχιτέκτονας.»
Η Άλκηστις την κοίταξε με ενδιαφέρον.
«Και;»
Η Εριφύλη χαμογέλασε αινιγματικά. «Και… κάπου εδώ αρχίζει μια άλλη ιστορία.»
Ντυμένος με ακριβό κοστούμι, με όλη εκείνη την αύρα του πετυχημένου ανθρώπου που ξέρει την αξία του και αισθάνεται άνετα μέσα στο δέρμα του, ετοιμαζόταν να αναχωρήσει ακριβώς την ώρα που φτάσαμε στη βίλα μαζί με την Ελπινίκη.
Έγιναν οι απαραίτητες συστάσεις και η χειραψία του μαζί μου ήταν δυνατή, θερμή, σχεδόν υπερβολικά εγκάρδια. Δεν μπορούσα να μην αναρωτηθώ μήπως είχε καθυστερήσει επίτηδες την αναχώρησή του, θέλοντας πριν φύγει να γνωρίσει από κοντά τις δύο γυναίκες που είχαν μπει τόσο έντονα στη ζωή του εξαδέλφου του. Ίσως να είχε ήδη ακούσει αρκετά για εμάς ώστε η περιέργειά του να έχει μετατραπεί σε προσωπικό ενδιαφέρον.
Η Ελπινίκη μας άφησε για λίγο μόνους στην κύρια είσοδο της βίλας, καθώς πήγε να παρκάρει το αυτοκίνητο στο πίσω μέρος της έπαυλης. Έτσι μείναμε οι τρεις μας.
Είχα σκεφτεί από νωρίς τι θα φορούσα. Είχα επιλέξει ένα εφαρμοστό ταγέρ-φόρεμα, αρκετά τολμηρό στη γραμμή του, συνδυασμένο με ένα μεταξωτό λευκό πουκάμισο. Ήξερα πως η εμφάνισή μου δεν περνούσε απαρατήρητη και, εκείνη τη στιγμή, δεν είχα κανέναν λόγο να προσποιηθώ πως αυτό δεν με διασκέδαζε.
Ο Αρχιτέκτονας, αφού μας σύστησε, ζήτησε συγγνώμη και μπήκε στο σπίτι για να απενεργοποιήσει τον συναγερμό. Θα επέστρεφε σε λίγο, ώστε να χαιρετήσει τον ξάδελφό του πριν εκείνος αναχωρήσει για το αεροδρόμιο.Και τότε έμεινα μόνη μαζί του. Υπήρχε κάτι πάνω του που με αναστάτωνε από την πρώτη στιγμή. Δεν ήταν μόνο η εμφάνισή του. Ήταν ο τρόπος που στεκόταν, η αυτοπεποίθησή του,
εκείνη η αδιόρατη αίσθηση πως ήξερε πολύ καλά τι εντύπωση προκαλούσε στις γυναίκες.
Πλησίασε λίγο περισσότερο. Ο απογευματινός ήλιος έπεφτε πάνω στο πρόσωπό του και φώτιζε τα μαλλιά του, που είχαν πάρει εκείνη τη φυσική, ξανθισμένη από τον ήλιο απόχρωση. Ύστερα έκανε μια μικρή, σχεδόν θεατρική υπόκλιση, τόσο απρόσμενη που χαμογέλασα αυθόρμητα.
«Χαίρομαι πολύ για τη γνωριμία», μου είπε. Η φωνή του ήταν απαλή, αλλά αρρενωπή.
«Κι εγώ», απάντησα.
Τον παρατήρησα να με κοιτάζει. Δεν ήταν ένα απλό, ευγενικό βλέμμα γνωριμίας. Υπήρχε επιμονή μέσα του, μια περιέργεια που δύσκολα κρυβόταν. Το βλέμμα του στάθηκε για λίγο περισσότερο απ’ όσο επέβαλλε η ευγένεια στην εμφάνισή μου και ύστερα επέστρεψε στα μάτια μου.
Το κατάλαβα αμέσως. Με είχε προσέξει. Κι εκείνο που με εξέπληξε περισσότερο ήταν πως μου άρεσε.
Άρχισε να μου μιλάει με άνεση, κάνοντάς μου προσωπικά κομπλιμέντα για την εμφάνισή μου, χωρίς όμως να γίνεται χυδαίος. Είχε έναν τρόπο να λέει τα πράγματα που άφηνε πάντα κάτι να αιωρείται ανάμεσα στις λέξεις.
Κι εγώ δεν έκανα τίποτα για να το σταματήσω.Αντίθετα, ένιωθα μια παράξενη έξαψη κάθε φορά που συναντιόταν το βλέμμα μας. Η σκέψη πως ένας σχεδόν άγνωστος άντρας μπορούσε, μέσα σε λίγα λεπτά, να δημιουργήσει τέτοια ένταση με διασκέδαζε και με προκαλούσε ταυτόχρονα.
Ίσως κι εκείνος να είχε καταλάβει πως η διάθεσή μου δεν ήταν αρνητική.
Κι εκεί, ανάμεσα στις ευγένειες της πρώτης γνωριμίας και στα βλέμματα που έλεγαν περισσότερα από τις κουβέντες, κατάλαβα πως, αν του έδινα λίγο περισσότερο θάρρος, η συνάντησή μας θα μπορούσε εύκολα να πάρει μια εντελώς διαφορετική τροπή. Και το πιο ανησυχητικό ήταν πως ένα μέρος του εαυτού μου το ήθελε.
Έριξα όμως μια ματιά προς το εσωτερικό της βίλας.
Ο Αρχιτέκτονας θα επέστρεφε από στιγμή σε στιγμή.
Και ξαφνικά η παρουσία του εξαδέλφου του ανάμεσά μας έκανε τα πάντα πολύ πιο ενδιαφέροντα, αλλά και πολύ πιο επικίνδυνα.Ξαφνικά μια παράξενη περιέργεια με κατέκλυσε. Χιλιάδες ερωτήματα άρχισαν να χοροπηδούν μέσα στο μυαλό μου. Και τότε μια εικόνα, ολοζώντανη και εντελώς απρόσκλητη, εισέβαλε στις σκέψεις μου.
Ο Αρχιτέκτονας και ο ξάδελφος του. Δύο άντρες, ο καθένας με τον δικό του τρόπο επικίνδυνα σαγηνευτικός.Και, σχεδόν πριν προλάβω να αντιδράσω, βρέθηκα να αναρωτιέμαι πώς θα ήταν αν βρισκόμουν ερωτικά μαζί τους και τους δύο. Η σκέψη με αναστάτωσε. Δεν ήταν απλώς μια
περαστική φαντασίωση. Είχε μέσα της κάτι τολμηρό, κάτι που άγγιζε ένα άγνωστο μέχρι τότε σημείο του εαυτού μου. Ένα δυνατό ρίγος διαπέρασε το κορμί μου και, για μια στιγμή, ένιωσα πως στεκόμουν μπροστά σε μια πόρτα που δεν είχα ποτέ πριν διανοηθεί να ανοίξω.
Θεέ μου…Τι παράξενο ήταν αυτό που συνέβαινε μέσα μου;
Ο Αρχιτέκτονας ήταν ήδη ένας υπέροχος εραστής, ένας άντρας που είχε καταφέρει να με κάνει να αισθανθώ ελεύθερη από αναστολές που νόμιζα πως θα κουβαλούσα για πάντα. Τώρα όμως η παρουσία του εξαδέλφου του έφερνε στην επιφάνεια μια άλλη περιέργεια.
Πιο προχωρημένη. Πιο επικίνδυνη. Ίσως και πιο απελευθερωμένη. Δεν ντρεπόμουν τόσο για τη σκέψη όσο περίμενα. Αυτό ήταν που με αναστάτωνε περισσότερο. Αντί να την αποδιώξω, την άφηνα να υπάρχει. Την παρατηρούσα σαν κάτι καινούργιο που μόλις ανακάλυπτα μέσα μου.Και όσο την άφηνα να μεγαλώνει, τόσο περισσότερο καταλάβαινα πως αυτό που με τραβούσε δεν ήταν μόνο οι δύο άντρες.
Ήταν η ιδέα της υπέρβασης. Η αίσθηση πως μπορούσα, έστω μέσα στη φαντασία μου, να σπάσω ένα ακόμη ταμπού, να περάσω για λίγο πέρα από τα όρια που μέχρι τότε θεωρούσα δεδομένα.
Η καρδιά μου άρχισε να χτυπά πιο γρήγορα.
Ένα τρίο με δύο άντρες…Ναι.
Αυτή η σκέψη υπήρχε πλέον καθαρά μέσα μου. Και, όσο παράξενο κι αν μου φαινόταν, δεν μπορούσα να την απομακρύνω. Ίσως γιατί δεν με ενδιέφερε μόνο η ερωτική πράξη.Με γοήτευε η ίδια η
ιδέα του να βρεθώ ανάμεσα σε δύο διαφορετικές ανδρικές παρουσίες, να νιώσω πως αφήνομαι σε μια εμπειρία χωρίς να γνωρίζω από πριν πού θα με οδηγήσει. Ο Αρχιτέκτονας και ο ξάδελφος του έμοιαζαν, εκείνη τη στιγμή, σαν μια επικίνδυνα ταιριαστή σύμπτωση.
Και αυτό ακριβώς με φόβιζε. Γιατί μια φαντασίωση είναι ασφαλής όσο παραμένει φαντασίωση.
Από τη στιγμή όμως που εμφανίζεται μπροστά σου η πιθανότητα να γίνει πραγματικότητα, αποκτά άλλο βάρος. Τότε θυμήθηκα τον Νικηφόρο. Και μαζί του ήρθε η άλλη σκέψη, εκείνη που έβαζε ξανά τα πράγματα στη θέση τους.
«Και ο Νικηφόρος;» σκέφτηκα.
Η φωνή της λογικής ήρθε σχεδόν αμέσως.
«Παίζοντας με τη φωτιά, δεν φοβάσαι μήπως κάποια στιγμή του μπουν ψύλλοι στ’ αφτιά; Μήπως αρχίσει να υποψιάζεται ότι τον κερατώνεις; Ότι, τέλος πάντων, η γυναίκα του βρίσκει αλλού όσα εκείνος θεωρεί πως μοιράζεστε αποκλειστικά μεταξύ σας; Ότι κάθε αδέσποτος περαστικός τρυγά τον
καρπό του αμπελιού του, όπως θα έλεγε και η γιαγιά μας;»
Χαμογέλασα πικρά.Η απάντηση ήταν απλή. «Είναι μεγάλο το
ρίσκο. Το ξέρω. Όποιος δεν παίζει εκ του ασφαλούς και δεν ακολουθεί την πεπατημένη, αν δεν προσέξει, μπορεί να ρισκάρει τα πάντα.»
Και ίσως αυτή να ήταν η πραγματική ουσία όλων όσων συνέβαιναν μέσα μου. Δεν φοβόμουν μόνο μήπως με ανακαλύψει ο Νικηφόρος. Για πρώτη φορά φοβόμουν μήπως ανακαλύψω εγώ η ίδια πόσο μακριά μπορούσα να φτάσω.
«Λοιπόν, άκου να σου πω εγώ τώρα», είπε η Άλκηστις, παίρνοντας ύφος ανθρώπου που είχε μόλις συλλάβει μια μεγαλοφυή ιδέα. «Γιατί δεν παίρνουμε το ρίσκο;»
Η Εριφύλη την κοίταξε με απορία.«Τι εννοείς;»
«Να παρουσιάσουμε τον Αρχιτέκτονα στον Νικηφόρο σαν φίλο δικό μου. Τόσο απλά. Εγώ τον γνωρίζω, εσύ τον γνωρίζεις, όλοι γνωριζόμαστε μεταξύ μας. Με λίγη προσπάθεια και την κατάλληλη διπλωματία, πιστεύω πως μπορώ να το χειριστώ. Και μετά; Τέλος τα κρυφά ραντεβού, τα άγχη και οι φόβοι μήπως σας δει κανείς μαζί. Θα είναι απλώς ένας φίλος μας. Ένας άνθρωπος που θα μπορεί να έρχεται, να κάθεται μαζί μας, να μιλάμε, να βγαίνουμε όλοι παρέα. Δεν θα χρειάζεται πλέον να κρύβεσαι.»
Η Εριφύλη την κοίταξε για λίγο σιωπηλή. Η ιδέα, όσο παράτολμη κι αν ήταν, είχε μια παράξενη λογική.
Η Άλκηστις όμως δεν είχε τελειώσει. «Λοιπόν, λέω εγώ τώρα, κι εσύ άκουσέ με. Η υγεία μας πάνω απ’ όλα! Κι έπειτα φαντασία, έμπνευση… και, κορίτσι μου, είσαι ακόμη στα ντουζένια σου, που μας έλεγε και η γιαγιά μας!»
Η Εριφύλη χαμογέλασε. «Πού το πας πάλι;»
«Εκεί που πρέπει να το πάω. Δεν συγκατατίθεμαι στην ασυδοσία, στην κακώς εννοούμενη ελευθερία και στην εκπόρνευση των γαμήλιων σχέσεων. Άλλο πράγμα η ελευθερία κι άλλο η
ασυδοσία. Αλλά, στις μέρες μας, η αγαμία και η αποχή από τη σεξουαλική ζωή είτε από επιλογή είτε λόγω συνθηκών μου φαίνονται μεγάλη ατυχία!»
«Μεγάλη κουβέντα ανοίγεις τώρα…»
«Και θα αναρωτηθείς: υπάρχουν, δηλαδή, άνθρωποι που πραγματικά δεν θέλουν σεξ;»
Η Εριφύλη χαμογέλασε.«Εύλογο το ερώτημα.»
«Ακριβώς! Γιατί μιλάμε για ένα από τα ισχυρότερα ένστικτα που διαθέτει ο άνθρωπος. Το γενετήσιο ένστικτο, που υπάρχει μέσα μας και συνδέεται, μεταξύ άλλων, με την αναπαραγωγή και τη διαιώνιση του είδους. Ε; Δεν το λες και μικρό πράγμα αυτό!»
«Όχι, μικρό δεν το λες.»
«Βέβαια, το ηθελημένα είναι μεγάλη κουβέντα. Το απέχω ηθελημένα μου κάθεται κάπως βαρύ. Δηλαδή, μιλάμε για τεράστιο ψυχικό σθένος!»
Η Εριφύλη έβαλε τα γέλια. «Τεράστιο ψυχικό σθένος ή τεράστια φιλοσοφία για να δικαιολογήσουμε τα δικά μας;»
«Μη με διακόπτεις! Έχω πάρει φόρα.»
Και πράγματι είχε πάρει.«Άντε, πες πως υπάρχουν και άνθρωποι, άνδρες και γυναίκες που, για θρησκευτικούς λόγους, για μια ιερατική ή μοναστική υπόσχεση, επιλέγουν οικειοθελώς να απέχουν από τη σεξουαλική ζωή. Και μπορεί, στην αρχή τουλάχιστον, η πρόθεσή τους να είναι ειλικρινής και αγνή. Να θέλουν να αφιερώσουν ολόκληρη την ύπαρξή τους στο Θείο, ακόμη και τη σεξουαλικότητά τους.»
Έκανε μια μικρή παύση.«Άλλο όμως η συνειδητή επιλογή κι άλλο να λες δεν θέλω επειδή κάτι μέσα σου δεν σε αφήνει να ζήσεις αυτό που κατά τα άλλα επιθυμείς.»
Η Εριφύλη την άκουγε τώρα πιο προσεκτικά.
«Γιατί, κακά τα ψέματα», συνέχισε η Άλκηστις, «δεν γίνεται να είσαι νεότατη, πάνω στα ντουζένια σου, να βράζει το αίμα σου, να είναι όλα μια χαρά και να λες ευχαριστώ, δεν θα πάρω. Κάτι σε στενεύει για να απέχεις.»
«Κάτι;»
«Κάτι! Κι αν δεν είναι βιολογικό ή ψυχολογικό το αίτιο αν δηλαδή, εκούσια ή ακούσια, δεν σου κάνει κούκου ή, ακόμα κι αν σου κάνει, εσύ φωνάζεις πίσω όλοι! και κλείνεσαι στο καβούκι σου τότε κάτι άλλο σε εμποδίζει να λειτουργήσεις όπως θα ήθελες.»
Σήκωσε το ποτήρι της και το στριφογύρισε αφηρημένα. «Μια ανασφάλεια να την πω; Μια υπερβολική επιλεκτικότητα; Φόβο.Έλλειψη ευκαιρίας; Άβυσσος η ψυχή των ανθρώπων που απέχουν, όπως συνηθίζουμε να λέμε.»
Η Εριφύλη την κοίταξε με μισό χαμόγελο.
«Τελικά, εσύ δεν ήρθες να μου προτείνεις πώς θα γνωρίσουμε τον Αρχιτέκτονα στον Νικηφόρο. Ήρθες να μου κάνεις διάλεξη περί αγαμίας.»
«Και τα δύο!» απάντησε η Άλκηστις ατάραχη. «Γιατί όλα συνδέονται, ξαδέρφη μου. Η ζωή θέλει φαντασία, αλλά και λίγο μυαλό. Και πάνω απ’ όλα… να ξέρεις τι θέλεις.»
Η Εριφύλη χαμογέλασε. Αυτή τη φορά όμως δεν απάντησε αμέσως. Γιατί πίσω από το παιχνιδιάρικο παραλήρημα της Άλκηστης άρχιζε να διακρίνει κάτι περισσότερο: δεν μιλούσε μόνο για τη ζωή γενικά. Μιλούσε, με τον δικό της τρόπο, και για τον εαυτό της.
φόρα.
«Απ’ την άλλη, βλέπεις και κάτι γυναίκες γύρω σου με κάτι τρελά χαμόγελα και σε σιγοτρώει μια
ζήλια, βρε παιδί μου. Και τότε αρχίζεις να τσεκάρεις τη συντροφιά τους, να αναρωτιέσαι τι έχουν αυτές που δεν έχεις εσύ. Γιατί καλή η χημεία με τον Νικηφόρο σου, καλά και τα δέκα χρόνια γάμου που καλά κρατούν, καλός και ο άκρατος έρωτάς σας… αλλά τίποτα δεν συντηρείται για πάντα και τίποτα δεν μένει ίδιο. Όλα τα υλικά αγαθά, όλες οι καταστάσεις, όλες οι σχέσεις, ακόμη και η ίδια η ζωή, βρίσκονται σε μια συνεχή ροή και μεταβολή. Τίποτα δεν παραμένει στατικό.
Σπίθα είναι και κάποτε σβήνει. Φύσα και λίγο, ντε!»
Η Εριφύλη γέλασε.
«Εμ, οργανισμός είναι αυτός!» συνέχισε η Άλκηστις. «Κάπου πρέπει να βγει το ζόρι της καύλας. Κι εκεί έχεις, κατά τη γνώμη μου, δύο επιλογές. Η μία είναι να καταλήξεις σαν κάτι ανθρώπους που τους βλέπεις και διακρίνεις πάνω τους μια ιδιάζουσα ξινίλα. Μια ξινίλα που σε κάνει να σκέφτεσαι πως μάλλον έχουν καιρό να χαρούν τη ζωή τους. Και το κακό είναι πως αυτό, όσο περνά ο καιρός, αρχίζει να γράφει πάνω τους. Στο πρόσωπο, στη συμπεριφορά, στον τρόπο που μιλούν. Και η άλλη επιλογή είναι να πέσεις με βουλιμία πάνω σε τέσσερις πλάκες σοκολάτα γάλακτος και δύο σακουλάκια γαριδάκια μαζί. Κι ύστερα να λες πως παχαίνεις… με τον αέρα!»
Η Εριφύλη έβαλε τα γέλια. «Και κάπου εκεί», συνέχισε η Άλκηστις, έρχεται μια φωνούλα από μέσα σου και διαμαρτύρεται: Εριφύλη, τρως! Και ψεύδεσαι και τρως!»
«Ακριβώς!» είπε η Εριφύλη γελώντας.
«Και πάνω που το δίλημμα, ξαδερφούλα μου, ήταν πώς θα αποφύγεις τη σοκολάτα, φύσηξε ο μαΐστρος ο δροσερός, σε πήρε η γοητεία του γοητευτικού εραστή και του χάρισες τον ανθό σου. Τα έκανες όπως τα έκανες και τώρα ψάχνεις να βρεις λύση!»
Η Άλκηστις έσκυψε λίγο προς το μέρος της.«Να ξέρεις, έχω μια ιδέα.»
«Αυτό φοβάμαι!»
«Θα βρούμε τη σωστή στιγμή. Με υπομονή, με πίστη και με λίγη διπλωματία. Γιατί μπορεί τώρα οι συνθήκες να μη βοηθούν, αλλά κάποτε θα παρουσιαστεί η κατάλληλη ευκαιρία. Και τότε η συνεργασία μας θα είναι το κλειδί.»
Η Εριφύλη την κοίταξε με ενδιαφέρον.
«Το κλειδί για ποια πόρτα;»
«Για εκείνη που θα μας επιτρέψει να κάνουμε πραγματικότητα τη φαντασίωση του Νικηφόρου. Όχι βιαστικά. Όχι κρυφά. Και κυρίως όχι χωρίς τη συναίνεσή του.»
Έκανε μια μικρή παύση. «Κάποια στιγμή, όταν θα είμαστε όλοι άνετοι μεταξύ μας, θα του μιλήσουμε ανοιχτά. Θα του πούμε πως υπάρχει ένας άνθρωπος που εκτιμούμε και που θα μπορούσε να γίνει φίλος της παρέας μας. Και, αν κάποτε το θελήσουμε όλοι, θα μπορούσαμε να αφήσουμε τα πράγματα να εξελιχθούν διαφορετικά.»
Η Εριφύλη δεν μίλησε.
Η Άλκηστις συνέχισε, αυτή τη φορά πιο τρυφερά. «Ξαδέρφη μου είσαι και σε πονάω. Και, στο κάτω-κάτω, εσύ δεν πρόκειται να πάψεις να αγαπάς την οικογένειά σου ούτε τον Νικηφόρο σου. Αντίθετα. Αν εκείνος το αποδεχτεί και το επιθυμήσει κι αυτός, τότε θα είναι κάτι που θα έχετε επιλέξει μαζί, όχι κάτι που θα γίνεται πίσω από την πλάτη του.»
Η Εριφύλη την κοίταξε σιωπηλή.
«Και υπάρχει κι ένα τελευταίο πράγμα», πρόσθεσε η Άλκηστις. «Όταν ο Νικηφόρος θα είναι μπαρκαρισμένος και θα σου λείπει, δεν θα είσαι αναγκασμένη να νιώθεις πως η ερωτική σου ζωή μπαίνει κι αυτή σε αναμονή. Αν όλα γίνουν με καθαρούς όρους και με τη συναίνεση εκείνων που πρέπει, θα μπορείς να έχεις έναν γοητευτικό, ξέμπαρκο φίλο δίπλα σου, χωρίς να χρειάζεται να κρύβεσαι.»
Η Εριφύλη χαμογέλασε αργά. «Ρε, Άλκηστις… εσύ δεν είσαι ξαδέρφη μου. Εσύ είσαι ολόκληρο επιτελείο στρατηγικού σχεδιασμού!»
«Κάποιος πρέπει να σκέφτεται και λίγο πιο μπροστά από τη μύτη του», απάντησε εκείνη και σήκωσε το ποτήρι της.
Τα ποτήρια τους ακούμπησαν απαλά. Και για λίγες στιγμές καμία τους δεν μίλησε. Γιατί πίσω από τα αστεία και τα πειράγματα είχε μόλις διατυπωθεί ένα σχέδιο που, αν ποτέ γινόταν πραγματικότητα, θα μπορούσε να αλλάξει τις ισορροπίες όλων τους.
«Ρε το ζουζούνι! Μα βγήκε πονηρό σαν αλεπού! Καλά το λένε: σαν βγάλει λόγο η αλεπού, πρόσεχε τις κότες σου!»
Η Εριφύλη χαμογέλασε, αλλά το χαμόγελό της έκρυβε περισσότερη αμηχανία απ’ όση ήθελε να δείξει.
«Η αλήθεια είναι πως δεν ξέρω τι να σου πω. Μη μας έρθει και βαρύ όλο αυτό… Εσύ τι λες;»
Προσπαθούσε να μην πάρει ξεκάθαρη θέση. Κάτι μέσα της τής έλεγε να μην προχωρήσει ακόμη περισσότερο την κουβέντα, να μην «σκαλίσει» πράγματα που ίσως ήταν καλύτερο να μείνουν όπως ήταν. Για μια στιγμή ένιωσε σαν την Ιοκάστη στον Οιδίποδα Τύραννο, που προτιμά να μην αναμοχλεύονται όσα μπορεί να αποδειχθούν οδυνηρά.
Η Άλκηστις, όμως, δεν είχε καμία διάθεση να παίξει τον ρόλο της Ιοκάστης.
«Εσένα σίγουρα δεν θα σε πειράξει! Είσαι είκοσι οκτώ χρονών, στο κάτω-κάτω. Εγώ λέω ναι!»
«Όχι, χρυσό μου!» γέλασε η Εριφύλη. «Δεν είμαι είκοσι οκτώ. Είμαι μόλις δεκαοκτώ, με επιπλέον δέκα χρόνια εμπειρίας στην πλάτη μου! Ή, τουλάχιστον, έτσι αισθάνομαι.»
«Το βλέπω. Συνεχίζεις ακάθεκτη να κάνεις τις τρέλες σου σαν να ήσουν δεκαοκτώ. Μόνο που τώρα έχεις και το μυαλό και τη σύνεση να τις αποφασίζεις σωστά και να τις οριοθετείς.»
Έγειρε λίγο προς το μέρος της. «Λοιπόν; Για το σχέδιο τι λες;»
Η Εριφύλη ανασήκωσε τους ώμους.
«Δεν ακούγεται και τόσο κακή ιδέα. Αλλά πώς θα το κάνουμε στην πράξη; Εμείς μιλάμε
για τον Νικηφόρο. Ο ίδιος όμως τι θα θέλει; Αν δεν μας γδάρει ζωντανές πρώτα…»
Η Άλκηστις χαμογέλασε αυτάρεσκα.
«Άσ’ το πάνω μου και θα δεις. Μπορεί στον έρωτα να μην έχω ακόμη τη δική σου πείρα, αλλά μου αρέσουν τα πλούσια, καυτά και συναρπαστικά ερωτικά παιχνίδια. Και, με την κατάλληλη συνδρομή, είμαι σχεδόν σίγουρη πως ο Νικηφόρος θα είναι πολύ πιο δεκτικός απ’ όσο νομίζεις.»
«Σχεδόν;»
«Ε, δεν μπορώ να σου εγγυηθώ και το αποτέλεσμα! Αλλά, όπως κι εσύ πολύ καλά ξέρεις, όταν ο άνθρωπος ανακαλύψει πως υπάρχει περισσότερη απόλαυση απ’ όση φανταζόταν, δύσκολα γυρίζει
πίσω. Το σεξ είναι σαν βάζο με μέλι. Αν βάλεις μια φορά το δάχτυλο μέσα, μετά θέλεις να δοκιμάσεις όλο το βάζο!»
Η Εριφύλη ξέσπασε στα γέλια. «Ααα! Εσύ, το πολύ χαριτωμένο μου θηλυκό που έφτιαξε η Φύση, άρχισες να μεγαλώνεις με όλες τις χαρές και τις αρετές… και ποιος να το φανταζόταν πως θα γινόσουν κι εσύ ένα τόσο ανοιχτόμυαλο και τολμηρό κορίτσι, που ξέρει να δίνει και σωστές λύσεις!»
Η Άλκηστις κούνησε επιτιμητικά το δάχτυλο.«Ξαδέρφη μου γλυκιά, αν μιλάς έτσι για το ίδιο σου το φύλο, με ποιο δικαίωμα απαιτείς σεβασμό από το αντρικό; Τα πάντα είναι θέμα επιλογών! Μπορεί μια γυναίκα να είναι και τσούλα και κορίτσι για σπίτι. Αλλά να είναι τσούλα επειδή έτσι επέλεξε να ζήσει τις ερωτικές της εμπειρίες, όχι επειδή κάποιος άλλος αποφάσισε να της κολλήσει την
ταμπέλα.»
Σήκωσε το ποτήρι της. «Εσύ τα ξέρεις όλα, τα έχεις ζήσει όλα και γι’ αυτό σε εμπιστεύομαι. Respect!»
Ύστερα χαμογέλασε. «Και, στην τελική, γιατί μια γυναίκα να ντρέπεται επειδή αγαπά το σώμα της, αγαπά το σεξ και δεν περιμένει έναν πρίγκιπα να τη σώσει από τον δράκο; Δεν σου λέω να κάψουμε τα σουτιέν μας στην πλατεία. Αλλά λίγη φιλελεύθερη διάθεση δεν έβλαψε ποτέ κανέναν.»
Η Εριφύλη κούνησε το κεφάλι, μισογελώντας. «Λοιπόν… συμφωνούμε, κατά κάποιον τρόπο. Ο Νικηφόρος σε δυο μήνες φεύγει πάλι ταξίδι και λογικά θα γυρίσει προς το τέλος της άνοιξης. Μέχρι
τότε έχουμε χρόνο. Κι ύστερα, όταν επιστρέψει, βλέπουμε πώς θα κινηθούμε.»
«Ξαδέρφη! Ποια άνοιξη και πράσινα άλογα; Να περιμένουμε να γυρίσει ξανά ο Νικηφόρος; Ζήσε, Μάη μου, να φας τριφύλλι! Ακόμη είμαστε καλοκαίρι και πολύ σύντομα θα τους έχουμε και τους δύο εδώ.»
Η Εριφύλη την κοίταξε με έκπληξη.«Τους δύο;»
«Τον Νικηφόρο και τον Αρχιτέκτονα, καλέ! Μην κάνεις πως δεν κατάλαβες.» Έσκυψε κοντά της και χαμογέλασε συνωμοτικά.«Το γοργόν και χάρη έχει. Βάζω τη μηχανή μπροστά και καταστρώνουμε το σχέδιο από απόψε! Εσύ κάλεσε και ενημέρωσε επειγόντως τον Αρχιτέκτονα.»
Σήκωσε το ποτήρι της σαν να επικύρωνε μια συμφωνία. Ο έρωτας, γλυκιά μου, δέχεται και τις
κοινοπραξίες.»
Η Εριφύλη γέλασε.Κι αυτή τη φορά δεν προσπάθησε να κρύψει πως η ιδέα, όσο παράτολμη κι αν ήταν, είχε αρχίσει να της φαίνεται επικίνδυνα ενδιαφέρουσα.
.........Η Εριφύλη σώπασε για λίγο, σαν να ταξίδευε αρκετά χρόνια πίσω. «Ξέρεις, Άλκηστις, όλα κάπως ξεκινούν. Καμία ιστορία δεν εμφανίζεται ολοκληρωμένη από την πρώτη της σελίδα. Άλλοι ερωτεύονται με την πρώτη ματιά, άλλοι χρειάζονται χρόνο για εκείνη την περίφημη «κρυστάλλωση του έρωτα», όπως την ονομάζει ο Σταντάλ. Εγώ, πάντως, θυμάμαι πολύ καθαρά τη στιγμή που γνώρισα τον Νικηφόρο. Ήμουν ακόμη μαθήτρια στο λύκειο και τότε είχα άλλα όνειρα. Ήθελα να ζωγραφίζω, να σπουδάσω ζωγραφική, να φτιάξω έναν δικό μου κόσμο μέσα από τα χρώματα. Δεν μπορούσα να φανταστώ πού θα με οδηγούσε η ζωή.
Και ξαφνικά, κάποια στιγμή, εμφανίστηκε εκείνος.Ψηλός, όμορφος, με εκείνη την ιδιαίτερη παρουσία που τραβάει αμέσως το βλέμμα. Τον θυμάμαι να στέκεται απέναντί μου κι εγώ να μην ξέρω τι να πω. Τον κοιτούσα και ένιωθα πως είχα χάσει για λίγο την ικανότητα να αρθρώσω μια κανονική κουβέντα. Είχε εκείνα τα μελένια μάτια που δεν τα ξεχνάς εύκολα. Και ξέρεις κάτι; Υπάρχουν στιγμές στη ζωή που μοιάζουν σαν να πάτησες μια σκανδάλη. Από εκείνη τη στιγμή και μετά, η σφαίρα έχει φύγει. Δεν την παίρνεις πίσω. Έτσι το ένιωσα. Δεν μπορούσα τότε να ξέρω πού θα οδηγούσε αυτή η γνωριμία. Ήξερα μόνο πως ο άνθρωπος αυτός είχε αποκτήσει, σχεδόν ανεξήγητα, μια θέση μέσα στις σκέψεις μου.
Αργότερα, όταν γνωριστήκαμε καλύτερα και η ζωή μας έφερε ξανά και ξανά τον έναν κοντά στον άλλον, άρχισα να καταλαβαίνω τι ήταν αυτό που με τραβούσε πάνω του. Δύο πράγματα τον χαρακτήριζαν περισσότερο απ’ όλα, η πρωτοβουλία του και η επιμονή του.
Όταν πλέον η σχέση μας μπορούσε να πάρει τον δρόμο της, κατάλαβα πως δεν ήταν άνθρωπος που περίμενε παθητικά να του συμβούν τα πράγματα. Διεκδικούσε. Προσπαθούσε. Ρίσκαρε.
Κι εγώ, από την πλευρά μου, δεν του τα έδωσα όλα εύκολα. Ήμουν επιφυλακτική, τον άφηνα να αναρωτιέται, κρατούσα τις αποστάσεις μου. Μια γυναίκα από την οικογένεια, που τον γνώριζε καλά, μου είχε πει κάποτε γελώντας πως «ο Νικηφόρος είναι σαν τον Κριό, θέλει απέναντί του ένα οχυρό για να βάλει πείσμα να το κατακτήσει.»
Τότε μου φαινόταν απλώς μια χαριτωμένη κουβέντα. Αργότερα κατάλαβα πως κάτι ήξερε. Γιατί ο έρωτας δεν είναι μόνο η στιγμή που κοιτάζεις κάποιον και αισθάνεσαι την καρδιά σου να χτυπά διαφορετικά. Είναι κι όλα όσα ακολουθούν. Είναι η γνωριμία, η εμπιστοσύνη, η ανακάλυψη του χαρακτήρα του άλλου, η ασφάλεια που δημιουργείται σιγά-σιγά.
Και κάπως έτσι φτάσαμε εκεί όπου φτάσαμε. Στον έρωτα. Στη συντροφικότητα. Στην οικογένεια.
Στα δέκα χρόνια γάμου. Και, ναι, στην ευτυχία. Γιατί η ευτυχία, Άλκηστις, δεν είναι μία μεγάλη στιγμή. Είναι πολλές μικρές στιγμές που, όταν τις κοιτάξεις κάποτε από απόσταση, καταλαβαίνεις πως όλες μαζί έφτιαξαν τη ζωή σου. Κι όταν πια η σχέση μας ωρίμασε και γίναμε πραγματικοί σύντροφοι, ο Νικηφόρος συνέβαλε και σε κάτι ακόμη, με βοήθησε να γνωρίσω καλύτερα τον ενήλικο εαυτό μου. Να καταλάβω πως μπορώ να μιλάω χωρίς φόβο για όσα αισθάνομαι, για όσα επιθυμώ, για όσα με κάνουν να νιώθω κοντά στον άνθρωπό μου. Με έκανε να αισθανθώ πως δεν χρειάζεται να ντρέπομαι για τον εαυτό μου. Και ίσως αυτό να ήταν ένα από τα μεγαλύτερα δώρα που μου έκανε. Να μπορώ, μέσα στη σχέση μου, να λέω τι θέλω χωρίς φόβο και χωρίς να αισθάνομαι πως πρέπει να απολογούμαι επειδή έχω επιθυμίες.
Αυτό, Άλκηστις, είναι κάτι που μαθαίνεται. Και χρειάζεται χρόνο. Όπως ακριβώς χρειάστηκε χρόνο και ο δικός μας έρωτας για να γίνει αυτό που τελικά έγινε.»
Η Άλκηστις την άκουγε χωρίς να την διακόψει. Για πρώτη φορά ίσως καταλάβαινε πως πίσω από όλες τις σημερινές ερωτικές περιπέτειες της Εριφύλης υπήρχε μια πολύ παλιότερη ιστορία. Μια ιστορία που δεν είχε αρχίσει με το πάθος, αλλά με ένα βλέμμα, μια γνωριμία και δύο ανθρώπους που, χρόνια αργότερα, είχαν επιλέξει να χτίσουν μαζί τη ζωή τους.
«Ήμουν ακόμη παρθένα, πρωτάρα, ολίγον άσχετη και πολύ αγχωμένη. Ήταν η πρώτη φορά που βρισκόμουν τόσο κοντά σε έναν άντρα και, φυσικά, υπήρχε αμηχανία. Εκείνος όμως ήξερε πώς να με κάνει να αισθανθώ άνετα. Ήταν κάτι πρωτόγνωρο για μένα, αλλά ήταν δίπλα μου ο άνθρωπος που αγαπούσα· μπορούσα να του μιλήσω, να τον ρωτήσω, να του πω τι ένιωθα.
Ξαδερφούλα, αν εμπιστεύεσαι πραγματικά τον άνθρωπο που έχεις δίπλα σου, πολλά πράγματα γίνονται πιο απλά. Η πρώτη μου φορά, οφείλω να ομολογήσω, μου έχει μείνει χαραγμένη στη μνήμη. Όχι μόνο επειδή ήταν η πρώτη, αλλά επειδή ήταν δεμένη με την εμπιστοσύνη και το συναίσθημα που είχα τότε για εκείνον.»
Η Άλκηστις την κοίταξε με ενδιαφέρον. «Δηλαδή μου λες ότι ο Νικηφόρος ήταν ο πρώτος άντρας που ερωτεύτηκες και εκείνος που σε έφερε πρώτη φορά σε μια ολοκληρωμένη ερωτική σχέση;»
«Ναι. Πριν γνωρίσω τον Νικηφόρο ήμουν αρκετά άβγαλτη, σε ό,τι αφορούσε τις σχέσεις μου με τους άντρες. Είχα ελάχιστες και πολύ περιορισμένες εμπειρίες. Στην ουσία, μαζί του γνώρισα για πρώτη φορά πραγματικά την ερωτική πλευρά μιας σχέσης. Μέχρι τότε υπήρχαν μόνο κάποια αθώα φιλιά και λίγες δειλές εμπειρίες με ένα προηγούμενο αγόρι.
Ήμουν συνεσταλμένη και μάλλον συντηρητική. Ό,τι έκανα ήταν προσεκτικό, ελεγχόμενο, μέσα σε όρια που εγώ αισθανόμουν ασφαλή. Ο Νικηφόρος, αντίθετα, ήταν πολύ πιο απελευθερωμένος. Είχε μεγαλύτερη άνεση με το ερωτικό κομμάτι και προσπαθούσε σιγά-σιγά να με βοηθήσει να ξεπεράσω τις αναστολές μου. Δεν τα κατάφερε αμέσως, βέβαια. Χρειάστηκε χρόνος. Από τη στιγμή όμως που εμφανίστηκε στη ζωή μου, κάτι είχε αλλάξει. Ήταν άνθρωπος δοτικός, με τραβούσε, με μαγνήτιζε. Και το παράξενο είναι πως, ενώ ήμουν τόσο άπειρη, η παρουσία του δεν με φόβιζε.
Με διεκδικούσε με μια αυτοπεποίθηση που τότε μου φαινόταν σχεδόν θρασύτητα, και, αντί να με απομακρύνει, με έκανε να τον θέλω περισσότερο. Θυμάμαι ακόμη εκείνα τα μικρά παιχνίδια ανάμεσα μας. Περνούσε δήθεν τυχαία από δίπλα μου, έγερνε ελαφρά το κεφάλι, σαν να ήθελε να συγκρατήσει το άρωμα μου. Κι εγώ, αντί να κάνω πως δεν καταλάβαινα, του ανταπέδιδα ένα πονηρό χαμόγελο.
Με κοιτούσε περιμένοντας μια μικρή ένδειξη από μένα. Κι εγώ την έδινα.
Ήταν σαν ένα παιχνίδι που κανείς από τους δυο μας δεν ήθελε να τελειώσει. Και, κατά βάθος, το ξέραμε και οι δύο.Ήταν απλώς θέμα χρόνου.»
...Το μυαλό της γύρισε δέκα χρόνια πίσω, σ’ εκείνο το όμορφο βράδυ του Μαΐου. Τότε είχε γνωρίσει τον άντρα που έμελλε να γίνει ο σύζυγός της. Ήταν λίγα χρόνια μεγαλύτερος της, όμως από την πρώτη στιγμή τής είχε κάνει εξαιρετική εντύπωση. Ήταν γοητευτικός, ψηλός, καλοφτιαγμένος, με εκείνη την ήρεμη αυτοπεποίθηση του ανθρώπου που ξέρει ποιος είναι και τι θέλει.
Και ναι… μπορεί τον πρώτο καιρό να μην ανταποκρινόταν φανερά στο ενδιαφέρον του, όμως το καταλάβαινε από τον τρόπο που την κοιτούσε.Του άρεσε.Την ποθούσε.
Και μέσα της είχε αρχίσει να σχηματίζεται μια παράξενη, γλυκιά βεβαιότητα: ίσως αυτός να ήταν ο άνθρωπος που θα την έκανε να ανακαλύψει μια πλευρά του εαυτού της που μέχρι τότε δεν γνώριζε. Να
την κάνει να νιώσει γυναίκα, αισθησιακή, επιθυμητή.
Εκείνος, πάντως, δεν άργησε να πάρει την κατάσταση στα χέρια του.
Όταν της ανακοίνωσε πως είχε αποφασίσει να μιλήσει στους γονείς της και να ζητήσει επίσημα τη σχέση τους, εκείνη όχι μόνο δεν αιφνιδιάστηκε, αλλά μέσα της ένιωσε μια χαρά που δύσκολα έκρυβε.
Η μητέρα της, μάλιστα, κυριολεκτικά ξετρελάθηκε μαζί του.
Την είχε μαγέψει ο έμπειρος, ψηλός, καλοφτιαγμένος και ευγενικός ναυτικός.
«Αν δεν την έδινα σ’ έναν τέτοιο ονειρεμένο άντρα, σε ποιον θα την έδινα;» έμοιαζε να σκέφτεται.
Κι εκείνη; Εκείνος τελικά δεν της κούρσεψε μόνο την καρδιά. Της κέρδισε τα όνειρα, τις προσδοκίες, ολόκληρη τη ζωή της.
Της πήρε, θα έλεγε αργότερα, όλες τις ανάσες της, από την πρώτη μέχρι την τελευταία.
Ναι.Τον είχε ερωτευτεί από το πρώτο κιόλας βράδυ.
Ήταν η μητέρα του που της είχε κάνει την πρόταση να πάει μαζί τους για λίγες ημέρες διακοπές σ’ ένα
παραθαλάσσιο σπίτι, το οποίο τους είχαν παραχωρήσει κάποιοι συγγενείς στον Κορινθιακό.
Οι γονείς της δίστασαν στην αρχή. Ύστερα, μετά από λίγη συζήτηση, δέχτηκαν.
Το σπίτι ήταν χτισμένο σε ένα ύψωμα, με θέα προς τη θάλασσα, και στο επάνω επίπεδο υπήρχε μια μικρή, ανεξάρτητη γκαρσονιέρα, την οποία είχε καταλάβει ο Νικηφόρος.
Είχε περάσει η ώρα και στο σαλόνι είχαν απομείνει μόνο οι τρεις τους: εκείνη, ο Νικηφόρος και η μητέρα του.
Κάποια στιγμή εκείνος γύρισε προς το μέρος της.
«Πήγαινε εσύ απάνω, στο δωμάτιό μου, να αναπαυτείς με την ησυχία σου. Κι εγώ θα ανέβω σε
λίγο.»
Ασυναίσθητα κοίταξε τη μητέρα του πριν απαντήσει.
Εκείνη χαμογέλασε. «Τι με κοιτάς εμένα; Δεν είσαι μωράκι να θέλεις την άδειά μου…»
Η απάντηση εκείνη της έλυσε και την τελευταία της αμφιβολία.
Ανέβηκε επάνω.Εκείνο το βράδυ είχε πανσέληνο. Τράβηξε τις κουρτίνες που κάλυπταν την μπαλκονόπορτα, την άνοιξε και βγήκε στην τεράστια βεράντα. Μια βελούδινη ζέστη την τύλιξε.
Στάθηκε για λίγο ακίνητη, ρεμβάζοντας τον νυχτερινό ουρανό. Στα πόδια της απλωνόταν η φωτισμένη πολιτεία της Κορίνθου, αμφιθεατρικά απλωμένη απέναντί της. Πέρα, η θάλασσα σκοτείνιαζε και χανόταν μέσα στη νύχτα, απέραντη και σχεδόν ακίνητη.Μυρωδιές και ήχοι έρχονταν από παντού.
Από κάποιο γειτονικό διαμέρισμα ακουγόταν μια κιθάρα. Κάπου μακρύτερα μια φωνή. Και ανάμεσα σε όλα αυτά, ο αδιόρατος, μονότονος ψίθυρος της θάλασσας.
Ένιωθε παράξενα. Σαν να είχε απομακρυνθεί ξαφνικά όλος ο κόσμος. Σαν να υπήρχαν μόνο εκείνη κι εκείνος. Και μέσα της κάτι προμήνυε πως εκείνη η νύχτα δεν θα έμοιαζε με καμία άλλη.
«Πώς σου φαίνεται;» άκουσε πίσω της.
Γύρισε. Ο Νικηφόρος στεκόταν στην είσοδο της βεράντας και την κοιτούσε μ’ εκείνο το γνώριμο, παιχνιδιάρικο βλέμμα που την είχε αναστατώσει από την πρώτη τους γνωριμία.
Τον θυμόταν ακόμη έτσι. Το βλέμμα του. Το χαμόγελό του.Τον τρόπο που πλησίασε χωρίς βιασύνη, σαν να ήξερε ήδη πως εκείνη η στιγμή ανήκε και στους δυο τους.
Κι ύστερα, όταν την άγγιξε απαλά, ένιωσε ένα ρίγος να διατρέχει ολόκληρο το σώμα της.
Εκείνο το άγγιγμα είχε κάτι περισσότερο από τρυφερότητα. Είχε υπόσχεση.
Και η νύχτα, φωτισμένη από την πανσέληνο, έμοιαζε ξαφνικά να κλείνει γύρω τους σαν ένας αόρατος
κύκλος. Το βλέμμα του περιπλανήθηκε πάνω της με θαυμασμό και εκείνη, αντί να κρυφτεί, τον άφησε να δει την αναστάτωση της. Οι αποστάσεις ανάμεσα τους λιγόστεψαν. Οι κουβέντες έγιναν ψίθυροι.
Και κάποια στιγμή έπαψαν εντελώς. Εκείνη τη νύχτα ένιωσε πως άνοιγε μπροστά της ένας καινούργιος κόσμος. Ο έρωτας δεν ήταν πια μια ιδέα, ούτε κάτι που είχε ακούσει στις ιστορίες των άλλων.
Ήταν εκεί, ζωντανός, ανάμεσα τους. Η ανάσα του κοντά της, τα φιλιά του, η τρυφερότητα με την οποία την πλησίαζε, όλα είχαν μια ένταση που την έκανε να ξεχνά τον χρόνο.
Τον κοιτούσε στα μάτια και είχε την παράξενη αίσθηση πως εκείνος διάβαζε μέσα της όσα η ίδια δεν τολμούσε ακόμη να πει. Και τότε κατάλαβε πως δεν ήταν μόνο ο άντρας που είχε γνωρίσει εκείνο το πρώτο βράδυ. Ήταν ο άνθρωπος στον οποίο, χωρίς να το έχει καταλάβει, είχε ήδη αρχίσει να παραδίδει την καρδιά της.
Ο έρωτάς του της φάνηκε λυτρωτικός. Σαν να άνοιγε μια πόρτα που μέχρι τότε φοβόταν να αγγίξει.
Και η νύχτα εκείνη έμεινε μέσα της σαν ένα τελετουργικό έρωτα, τρυφερότητας και πάθους, μια πρώτη μεγάλη αποκάλυψη που, ακόμη και δέκα χρόνια αργότερα, μπορούσε να την κάνει να χαμογελά.
Πρόθυμη και ανυπόμονη, αφέθηκα στην αγκαλιά του. Ο Νικηφόρος ένιωσε την εμπιστοσύνη μου και αυτό τον συγκίνησε βαθιά. Προσπάθησε να με καθησυχάσει με λόγια τρυφερά, να μου διώξει τον φόβο και την αμηχανία.«Μωρό μου, η φύση ξέρει καλύτερα από όλους μας τι κάνει. Το σώμα της γυναίκας είναι φτιαγμένο για να υποδέχεται τον έρωτα. Μη φοβάσαι. Αν υπάρξει κάποια ενόχληση, θα είναι
μικρή και θα περάσει. Εγώ είμαι εδώ.»
Τα λόγια του, ο τρόπος που με κοιτούσε, η τρυφερότητα με την οποία με πλησίαζε, όλα μαζί με έκαναν να νιώσω ασφαλής.Κι ύστερα οι συγκινήσεις που με κατέκλυσαν ήταν τόσο πολλές και τόσο συγκεχυμένες, ώστε ακόμη και σήμερα δυσκολεύομαι να τις βάλω σε τάξη. Η μία διαδεχόταν την άλλη, σαν εικόνες ενός ονείρου που δεν προλαβαίνεις να συγκρατήσεις.
Πόσο μπορούσε να κρατήσει εκείνη η νύχτα; Δεν ξέρω.Ξέρω μόνο πως, όσο περνούσε η ώρα, παραδινόμουν όλο και περισσότερο στη ζεστασιά της αγκαλιάς του και στην πρωτόγνωρη ένταση όσων ζούσα.Κάποια στιγμή ένιωσα πως ο χρόνος είχε πάψει να υπάρχει. Υπήρχαμε μόνο εμείς.
Εκείνος κι εγώ. Κι όταν αργότερα έμεινα κουρνιασμένη στην αγκαλιά του, εξαντλημένη αλλά ευτυχισμένη, είχα την αίσθηση πως κάτι μέσα μου είχε αλλάξει για πάντα.
«Καληνύχτα, μέλλουσα γυναίκα μου», μου ψιθύρισε.
Τον κοίταξα και χαμογέλασα. Και φιληθήκαμε ξανά, με εκείνο το φιλί που μοιάζει περισσότερο με υπόσχεση παρά με αποχαιρετισμό. Ξημερώνοντας, προσπάθησα να βάλω σε μια σειρά τα γεγονότα της προηγούμενης νύχτας.
Αδύνατον. Οι εικόνες ήταν πολλές, οι αισθήσεις ακόμη περισσότερες, και καθεμιά έφερνε μαζί της μια διαφορετική συγκίνηση. «Η μνήμη δεν είναι μια καλά τακτοποιημένη ντουλάπα», θυμήθηκα τα λόγια της μητέρας μου.
Και πράγματι. Μέσα στο μυαλό μου όλα ήταν ανακατεμένα: το φως του φεγγαριού, η θάλασσα, το βλέμμα του, τα φιλιά, η αγκαλιά του, η αίσθηση ότι εκείνη τη νύχτα είχα περάσει ένα αόρατο σύνορο και είχα βρεθεί σε έναν καινούργιο κόσμο.Κοίταξα για λίγο τον εαυτό μου και αναγνώρισα πάνω μου μικρά σημάδια της προηγούμενης νύχτας, σαν σιωπηλά ντοκουμέντα μιας εμπειρίας που δεν χρειαζόταν πλέον καμία εξήγηση.
«Η αγάπη είναι πόλεμος», σκέφτηκα, θυμούμενη τους ποιητές. Μόνο που ο δικός μου πόλεμος είχε τελειώσει με μια παράξενη ειρήνη.
«Καλημέρα, αγάπη μου.» Ήταν οι πρώτες λέξεις που άκουσα.
Άνοιξα τα βλέφαρα και το πρωινό φως με θάμπωσε. Τα έκλεισα πάλι για μια στιγμή, έτριψα τα μάτια μου και τα ξανάνοιξα, σαν να ήθελα να βεβαιωθώ πως ο κόσμος εξακολουθούσε να είναι εκεί, φωτεινός και έγχρωμος. Και τότε είδα εκείνον. Καθόταν ήσυχα στην άκρη του κρεβατιού και με κοιτούσε με
μια λαχτάρα που δεν χρειαζόταν λόγια. Το χάδι του στο μάγουλό μου και το πρωινό του χαμόγελο ήταν ίσως το ομορφότερο ξύπνημα που είχα γνωρίσει ποτέ.
«Καλημέρα…» του απάντησα σχεδόν ψιθυριστά. Και χαμογέλασα κι εγώ.
Από εκείνο το βράδυ ένιωθα πως είχα γίνει η γυναίκα του Νικηφόρου μου. Οι επόμενες ημέρες κύλησαν όπως ακριβώς θα θέλαμε να κυλήσουν οι πρώτες ημέρες ενός καλοκαιριού που μόλις είχε αρχίσει να μας ανήκει. Θάλασσα, μπάνια, βόλτες, γέλια, παρέες, ξενύχτια και ατέλειωτες ώρες μαζί. Είχαμε ανακαλύψει ο ένας τον άλλον και, όσο περνούσαν οι μέρες, τόσο περισσότερο απολαμβάναμε την εγγύτητα και την τρυφερότητα μας.
Ήταν μια καινούργια εμπειρία για μένα, αλλά δεν είχε τίποτα το τρομακτικό πια. Ήταν η αρχή της κοινής μας ζωής. Και αυτές οι πρώτες καλοκαιρινές ημέρες έμειναν μέσα μου αξέχαστες. Όχι μόνο για όσα ζήσαμε, αλλά κυρίως για εκείνη την αίσθηση πως, μέσα σε λίγες ημέρες, είχα περάσει από τη μία όχθη της ζωής στην άλλη. Φυσικά, οι γονείς μου κατάλαβαν τι είχε συμβεί. Δεν χρειάζονταν εξηγήσεις. Ήταν από εκείνες τις σιωπηλές οικογενειακές αλήθειες που όλοι γνωρίζουν και κανείς δεν αισθάνεται την ανάγκη να τις προφέρει. Και δεν μου είπαν ούτε μία λέξη.
Ίσως επειδή κατάλαβαν πως δεν είχα απλώς μεγαλώσει. Είχα ερωτευτεί.
......Η Εριφύλη καθόταν σε μια ιδανική θέση. Από εκεί είχε σχεδόν πανοραμική εικόνα της ταβέρνας και των θαμώνων της, ενώ ταυτόχρονα κρατούσε ανεμπόδιστη οπτική επαφή με την είσοδο. Έτσι μπορούσε να παρακολουθεί διακριτικά όσα συνέβαιναν γύρω της και, κυρίως, να εντοπίζει αμέσως κάθε καινούργιο πρόσωπο που έμπαινε στο μαγαζί.
Κάποια στιγμή σκούντηξε ελαφρά την Άλκηστις στον ώμο και, χαμηλώνοντας συνωμοτικά τη φωνή της, της είπε. «Ρε Άλκηστις, γύρνα λίγο να προσέξεις. Αυτή η κυρία που μπήκε τώρα με την παρέα της δεν είναι η Φαίδρα; Αυτή που έχουν το εξοχικό στη μεγάλη στροφή του δρόμου, δίπλα στο δικό σας;»
Η Άλκηστις έριξε μια γρήγορη ματιά προς την είσοδο. «Ναι, ρε ξαδέρφη, αυτή είναι! Μη μου πεις πως δεν την αναγνώρισες. Πώς και ήρθε τόσο αργά στην ταβέρνα;» Έκανε μια μικρή παύση και
πρόσθεσε με νόημα: «Αν δεν κάνω λάθος, βλέπω πως συνοδεύεται. Είναι με παρέα.»
Η Εριφύλη την κοίταξε με εκείνο το βλέμμα που έλεγε πως ήδη είχε αρχίσει να κάνει τους δικούς της υπολογισμούς. «Έμαθες αν έχει ξεμπαρκάρει ο άντρας της; Έχω ακούσει πως ταξιδεύει αυτόν τον καιρό.»
«Όχι, δεν έχει ξεμπαρκάρει. Ταξιδεύει ακόμη. Απ’ όσο γνωρίζω, έχουν ανοιχτά γραμμάτια και αρκετές υποχρεώσεις. Μου τα είχε πει η κόρη τους, η Δανάη. Προσπαθούν να τελειώσουν μια οικοδομή που χτίζουν για την ίδια και ο άνθρωπος ταξιδεύει εδώ και πολύ καιρό.»
Η Άλκηστις χαμήλωσε ακόμη περισσότερο τη φωνή της. «Αλλά… η λεγάμενη, απ’ ό,τι έμαθα, φιλοξενεί αυτό το Σαββατοκύριακο στο εξοχικό τους έναν καθηγητή.
Τον γνωρίζει από την εποχή που η κόρη της πήγαινε στο γυμνάσιο. Ο τύπος είναι περαστικός από τα μέρη μας αυτές τις ημέρες, καθώς πηγαίνει προς Θεσσαλονίκη.»
Η Εριφύλη σήκωσε ελαφρά τα φρύδια. «Ε, και πού βρίσκεις κάτι κακό σ’ αυτό και μου το επισημαίνεις μάλιστα τόσο πονηρά;»
Η Άλκηστις χαμογέλασε. «Εγώ; Τίποτα απολύτως!»
«Απλώς… αν δεν με γελούν τα μάτια μου, ναι, συνοδεύεται.» λέει η Εριφύλη.. Είναι κι ένα ζευγάρι μαζί της.»
«Όχι, δεν σε γελούν τα μάτια σου. Καλά βλέπεις!» απάντησε η Άλκηστις, πριν προλάβει η ξαδέρφη της να σχολιάσει. «Ο ένας είναι ο γνωστός «γλίτσας» και η άλλη μια κοινή τους φίλη, περαστική κι αυτή από εδώ. Μόνο που έχω την υποψία πως η φίλη προστέθηκε εκ των υστέρων στην παρέα.»
Η Εριφύλη την κοίταξε με απορία. «Και γιατί το λες αυτό;»
Η Άλκηστις έσκυψε προς το μέρος της. «Για ξεκάρφωμα, ξαδέρφη μου. Τι άλλο;»
Η Εριφύλη συγκράτησε ένα χαμόγελο και ξανακοίταξε προς την παρέα της Φαίδρας. «Μάλιστα…» μουρμούρισε. Και χωρίς να το καταλάβει, το βλέμμα της έμεινε λίγο περισσότερο απ’ όσο χρειαζόταν πάνω στον άγνωστο άντρα.
Η Άλκηστις το πρόσεξε. Δεν είπε τίποτα. Μόνο χαμογέλασε πονηρά και ήπιε μια μικρή γουλιά από το ποτήρι της.
«Ώστε έτσι! Για ξεκάρφωμα, ε; Ρε το ζουζούνι! Και πού τα ξέρεις εσύ, κοπέλα μου, όλα αυτά;»
«Αγάπη μου, δεν το ξέρεις πως όλα μαθαίνονται; Τίποτα δεν μένει πραγματικά κρυφό. Και η αλήθεια, όσο καλά κι αν προσπαθήσεις να την κρύψεις, στο τέλος βρίσκει τρόπο να αποκαλυφθεί. Άλλωστε, τον λεγάμενο τον έχει γνωρίσει και ο Νικηφόρος.»
Η Εριφύλη γύρισε απότομα προς το μέρος της.
«Ο Νικηφόρος; Πού, πώς, πότε;» «Να, προχθές, που ήμασταν στην παραλία. Εκεί, στη ζεστή αμμουδιά, είχαμε μαζευτεί μια μεγάλη παρέα από τα γειτονικά σπίτια. Ήταν κι αυτός εκεί και μας τον σύστησε η Φαίδρα.» Η Άλκηστις έκανε μια μικρή παύση και χαμογέλασε ειρωνικά. «Και ο «γλίτσας», όπως καταλαβαίνεις, δεν έχασε χρόνο. Με την πρώτη ευκαιρία μου την έπεσε φανερά, χωρίς καν να προσπαθήσει να κρυφτεί. Είχε μια συμπεριφορά τόσο προκλητική, που άγγιζε τα όρια της χυδαιότητας.»
«Και τι έγινε; Έσπασε τα μούτρα του; Διαψεύστηκαν οι προσδοκίες του και υπέστη πλήγμα το κύρος του;» ρώτησε η Εριφύλη γελώντας.
«Περίμενε, γιατί έχει συνέχεια. Το πήρε είδηση ο Νικηφόρος και μου λέει κοφτά, χωρίς περιστροφές.
«Μπορείς, σε παρακαλώ, να μου πεις τι στο διάολο συμβαίνει με τον λιμοκοντόρο; Εγώ, χωρίς πολλά λόγια, ήρεμη και ψύχραιμη, του εξήγησα τι είχε συμβεί.»
Η Άλκηστις μιμήθηκε τότε τον τόνο του Νικηφόρου. «Εντάξει. Αλλά ο τύπος το παρακάνει. Απροκάλυπτα, εντελώς ξεδιάντροπα, χωρίς κανένα πρόσχημα. Έχει πολύ θράσος και υπερβαίνει τα όρια.»
Ύστερα χαμήλωσε λίγο τη φωνή της. «Και συνέχισε, χωρίς να υψώσει τον τόνο του, αλλά με εκείνη την ένταση που σου δείχνει ότι δεν σηκώνει κουβέντα. «Πες σ’ αυτόν τον λιμοκοντόρο πως, αν σε ενοχλήσει ξανά, θα του τρίψω τη μούρη στον βράχο. Και να ξέρεις πως ο βράχος που τον χτυπάει το κύμα έχει επιφάνεια σαν ξυράφι.»
Η Άλκηστις σταμάτησε και κοίταξε την Εριφύλη με μάτια γεμάτα έκπληξη. «Πίστεψέ με, ξαδέρφη.
Δεν χρειάστηκε να εξηγήσει τίποτε περισσότερο. Η απειλή ήταν απολύτως ξεκάθαρη.»
Η Εριφύλη γέλασε. «Κέρβερος σωστός ο Νικηφόρος! Άγρυπνος αλλά και αυστηρός φρουρός σου, δηλαδή!»Έγειρε λίγο προς το μέρος της και πρόσθεσε πειρακτικά. «Ή μήπως σου στάθηκε σαν κέρβερος με στενή επιτήρηση και περιοριστικό έλεγχο; Θεματοφύλακας της οικογενειακής μας τιμής, να μην αφήσει το ζουζούνι να φλερτάρει με τον λιμοκοντόρο;»
Η Άλκηστις αναστέναξε θεατρικά.«Ρε ξαδέρφη… θα σου πω την αμαρτία που με βαραίνει.»
«Μοίρα μου τρελή, για πες! Τι σου έκαναν; Ποια αμαρτία σε βαραίνει και υποφέρεις;»
«Εγώ σου λέω τον πόνο μου για να βρω παρηγοριά κι εσύ με δουλεύεις!»
«Να ομολογήσεις, βρε ζουζούνι! Τα κρίματά σου όλα… Αλλά παπά πού θα βρούμε τέτοια ώρα;»
«Καλά, περίμενε να πάμε μαζί να ξομολογηθούμε στον παπά και να δούμε ποια από τις δυο μας θα κάνει περισσότερες μετάνοιες!»
Ξέσπασαν και οι δυο στα γέλια.
Η Άλκηστις όμως ξαναπήρε σοβαρό ύφος. «Λοιπόν, τι έλεγα; Α, ναι… Τον Νικηφόρο τον κοιτούσα κατευθείαν στα μελιά του μάτια και σκεφτόμουν πόσο όμορφος άντρας είναι. Ακόμη κι όταν θύμωνε, είχε κάτι… αρρενωπό. Και ήθελα απλώς να τον κοιτάζω.»
Σταμάτησε για μια στιγμή, σαν να ανακαλούσε ξανά τη σκηνή. «Να τον έβλεπες εκείνη την ώρα,
ξαδέρφη. Σαν άγρια, φουρτουνιασμένη θάλασσα ήταν. Δεν το πίστευα ότι θα τον έβλεπα ποτέ τόσο αγριεμένο.»
Η Εριφύλη χαμογέλασε με μια μικρή δόση περηφάνιας. «Ναι… η αλήθεια είναι πως σπάνια θυμώνει. Αλλά αν πειράξεις άνθρωπο που αγαπά, καλύτερα να βρίσκεσαι σε απόσταση ασφαλείας.»
Έκανε μια μικρή παύση και πρόσθεσε. «Στην εφηβεία του είχε ασχοληθεί και με το μποξ. Ερασιτέχνης βέβαια, αλλά, απ’ ό,τι μου έλεγε η μητέρα του, ήταν πολύ ταλαντούχος. Εκείνη, μάλιστα, αντιδρούσε έντονα και δεν έβλεπε καθόλου με καλό μάτι αυτό το ενδιαφέρον του.»
«Σοβαρά; Γιατί εγώ έχω την εντύπωση πως δεν τα συμπαθεί ιδιαίτερα αυτά τα πολεμικά αθλήματα.»
«Έχεις δίκιο. Απ’ όσα μου έχει εκμυστηρευτεί ο ίδιος, όταν ήταν ακόμη μαθητής στο γυμνάσιο γνώρισε έναν γαιοκτήμονα, εργοδότη της μητέρας του. Ήταν ένας πραγματικά καλλιεργημένος άνθρωπος, και όχι μόνο με την κυριολεκτική έννοια της γεωργικής καλλιέργειας. Είχε μόρφωση, καλαισθησία, καλούς τρόπους και ένα ιδιαίτερα υψηλό πολιτισμικό επίπεδο. Ευφυής, διαβασμένος και άνθρωπος που ήξερε να εκτιμά την τέχνη και την ομορφιά.»
«Και πώς ήρθε τόσο κοντά με τον Νικηφόρο;» «Απ’ ό,τι μου έχει πει, συμπάθησαν ο ένας τον άλλον από την πρώτη γνωριμία. Ο άνθρωπος αυτός είχε έναν τρόπο να μιλάει στα παιδιά χωρίς να τα αντιμετωπίζει σαν παιδιά. Τον συμβούλευε να γνωρίσει την τέχνη, τη μουσική, τη λογοτεχνία, να
παρατηρεί την ομορφιά γύρω του και να καλλιεργεί το μυαλό του όσο και το σώμα του. Ήταν μάλιστα εκείνος που τον μύησε στα μυστικά του σκακιού και στο γαλλικό μπιλιάρδο. Κι έτσι, σιγά-σιγά, ο Νικηφόρος απομακρύνθηκε από το μποξ. Τόσο πολύ τον επηρέασε, ώστε αργότερα άρχισε να το θεωρεί σχεδόν βάρβαρο άθλημα.»
Η Άλκηστις έγνεψε καταφατικά. «Α, έτσι εξηγούνται όλα! Γιατί, παρόλο που ο Νικηφόρος είναι άνθρωπος με πολύ καλή φυσική κατάσταση, δυνατός και γυμνασμένος και απ’ όσο ξέρω εξακολουθεί να ασκείται τακτικά, δεν παύει να έχει αυτή την ιδιαίτερη σχέση με τα βιβλία, την κηπουρική και γενικότερα με πράγματα που απαιτούν υπομονή και συγκέντρωση.»
Έκανε μια μικρή παύση. «Αλλά, βρε ξαδέρφη, δεν το βρίσκεις λίγο περίεργο; Ένας πρώην εργοδότης της μητέρας του να επηρεάσει τόσο έντονα ένα παιδί και να του αλλάξει ουσιαστικά τα ενδιαφέροντα; Μάλιστα να τον στρέψει στο σκάκι και στο μπιλιάρδο…»
«Γι’ αυτό ακριβώς το βρίσκεις ενδιαφέρον;» τη ρώτησε η Εριφύλη, χαμογελώντας. «Γιατί, αν θυμάμαι καλά, εσύ πριν από λίγο έλεγες πως όλα τα περίεργα σε κάνουν να αναρωτιέσαι.»
«Μα φυσικά! Το περίεργο, ξαδέλφη, είναι οτιδήποτε ξεφεύγει από το συνηθισμένο και μας κάνει να ψάχνουμε λίγο βαθύτερα.»
Η Άλκηστις ακούμπησε το πιγούνι στην παλάμη της. «Και εγώ λοιπόν αναρωτιέμαι αν υπήρχε κάποιος συγκεκριμένος λόγος που εκείνος ο άνθρωπος ασχολήθηκε τόσο ζεστά με τον νεαρό Νικηφόρο.»
Η Εριφύλη την κοίταξε με ενδιαφέρον.
«Τι εννοείς;»
«Δεν ξέρω. Δεν λέω ότι υπάρχει κάτι ύποπτο. Απλώς μου φαίνεται πως για να αποκτήσει τέτοια οικειότητα μαζί του, ώστε να επηρεάσει τόσο καθοριστικά τον τρόπο με τον οποίο έβλεπε τα ενδιαφέροντά του, πρέπει να υπήρχε κάποιος λόγος.» Σταμάτησε και χαμογέλασε.
«Μια πιθανότητα, βέβαια και το λέω χωρίς να έχω καμία απόδειξη, είναι πως η μητέρα του Νικηφόρου ίσως του είχε ζητήσει να ασχοληθεί λίγο περισσότερο με το παιδί. Ίσως να ήθελε τη βοήθειά του στη διαπαιδαγώγηση του γιου της. Να τον κατευθύνει προς άλλα ενδιαφέροντα, να του ανοίξει λίγο τους ορίζοντες.»
Η Εριφύλη έμεινε για λίγο σιωπηλή. «Ναι… αυτό που λες έχει κάποια λογική.»
Κοίταξε προς το μέρος του Νικηφόρου, που βρισκόταν λίγο πιο πέρα, ανάμεσα στους άλλους θαμώνες.
«Και, αν πράγματι συνέβη έτσι, φαίνεται πως η επιρροή του ανθρώπου αυτού κράτησε πολύ περισσότερο απ’ όσο θα περίμενε κανείς.»
Η Άλκηστις χαμογέλασε. «Μέχρι σήμερα, απ’ ό,τι φαίνεται. Ακόμη και η βιβλιοθήκη του είναι γεμάτη βιβλία για το σκάκι.»
«Μερικοί άνθρωποι περνούν από τη ζωή μας για λίγο και αφήνουν πίσω τους πράγματα που μένουν για πάντα», είπε η Εριφύλη.
«Και μερικοί», πρόσθεσε η Άλκηστις, «μας μαθαίνουν ακόμη και πώς να παίζουμε το παιχνίδι της ζωής.»
Η Εριφύλη την κοίταξε πλάγια. «Μάλιστα… Βλέπω ότι απόψε έχεις διάθεση για φιλοσοφίες.»
«Ε, τι να κάνω; Τόσα χρόνια σκάκι έχει η βιβλιοθήκη του Νικηφόρου, κάπως έπρεπε να επηρεαστώ κι εγώ!»
Η Εριφύλη γέλασε. «Άντε, ζουζούνι μου. Μην αρχίσεις μόνο να μου αναλύεις και τις παρτίδες του! Που είναι το περίεργο, το ασυνήθιστο, το παράδοξο; Εκείνο που ξεφεύγει από το φυσιολογικό και το αναμενόμενο και σου προκαλεί απορία και έκπληξη; Μήπως γίνεσαι υπερβολικά περίεργη, για
να μην πω πως αρχίζεις να χάνεις και λίγο τη διακριτικότητά σου, με τόση ενασχόληση στις προσωπικές υποθέσεις των άλλων;»
«Είμαι λίγο περίεργος άνθρωπος!»
«Λίγο; Μήπως πολύ;»
«Ξαδέλφη! Ακόμη και ο Αϊνστάιν απέδιδε την επιτυχία του στην παθιασμένη περιέργεια. Άντε λοιπόν, πες μου τι έχεις μάθει. Δεν θα το πω πουθενά!»
Η Εριφύλη την κοίταξε δύσπιστα.
«Εσύ; Ξαδερφούλα, σε ξέρω χρόνια!»
«Ορκίζομαι! Μα τον Θεό! Στον γάμο σου! Στον Νικηφόρο σου!»
«Τίποτα πιο σημαντικό δεν βρήκες να ορκιστείς;»
«Ε, τι να κάνω;»
«Με μπερδεύεις, κορίτσι μου. Τι ακριβώς θέλεις να μάθεις;»
Η Άλκηστις χαμογέλασε πονηρά και πήρε εκείνο το δήθεν αθώο ύφος που η Εριφύλη είχε μάθει πλέον να φοβάται. «Αγαπητή μου ξαδερφούλα… Υποθέτω πως έμαθες ότι εκείνος ο εργοδότης ήταν ένας πολύ γοητευτικός άντρας. Από εκείνους που, όπως λέμε, ο Θεός τούς προίκισε γενναιόδωρα, με φως, με μεγάλη καρδιά, τόσο μεγάλη που χωράει κάθε πρόβλημα και κάθε ανάγκη, και, βεβαίως, με μια αγκαλιά πάντα ανοιχτή για τη μητέρα του Νικηφόρου.»
Η Εριφύλη σήκωσε τα φρύδια.
Η Άλκηστις συνέχισε απτόητη. «Και αφού εκείνος ο καλός άνθρωπος δεν αρνήθηκε να προσφέρει τη βοήθειά του όταν εκείνη τον χρειάστηκε, ε, κάποια στιγμή οι βοήθειες πρέπει και να ανταποδίδονται. Δεν είναι λογικό;»
«Άλκηστις…»
«Τι; Εγώ απλώς σκέφτομαι λογικά!»
«Εσύ σκέφτεσαι όπως σε βολεύει!»
Η Άλκηστις γέλασε. «Μα, ξαδέρφη, η μητέρα του Νικηφόρου, απ’ όσο ξέρω, στα νιάτα της ήταν γυναικάρα. Πρέπει να έτριζαν τα πεζοδρόμια όταν έβγαινε στολισμένη! Οπότε δεν αποκλείεται να υπήρξαν και κάποιες στιγμές στη ζωή τους όπου ο ένας πρόσφερε στον άλλον κάτι περισσότερο από απλή… πνευματική καλλιέργεια.»
Η Εριφύλη την κοίταξε για μερικά δευτερόλεπτα άφωνη. Ύστερα ξέσπασε σε γέλια. «Όπα! Να που η μικρή μου ξαδερφούλα άρχισε να φτιάχνει σενάρια στο προστυχούτσικο μυαλουδάκι της!»
Η Άλκηστις ανασήκωσε τους ώμους. «Δεν είπα και τίποτα παράλογο! Οι σκέψεις μου βασίζονται και σε κάποια σκόρπια γεγονότα.»
«Δηλαδή;»
«Δηλαδή… έχω κι εγώ τις πληροφορίες μου.»
«Τι πληροφορίες;»
Η Άλκηστις σοβάρεψε για μια στιγμή. «Το προηγούμενο καλοκαίρι είχα γνωρίσει μια κοπέλα που έκανε διακοπές στην περιοχή μας. Ήταν από την πόλη όπου μεγάλωσε ο Νικηφόρος. Κάναμε για κάποιο διάστημα παρέα και, όταν έμαθε πως ο Νικηφόρος ήταν ο σύζυγος της ξαδέρφης μου, μου είπε πως γνώριζε την οικογένειά του πριν ακόμη φύγουν από την πόλη.»
«Και;»
«Ήταν πολύ μικρή τότε για να τους γνωρίζει προσωπικά , αλλά όταν αποκτήσαμε κάποια οικειότητα, μου μετέφερε διάφορα κουτσομπολιά που κυκλοφορούσαν στη γειτονιά τους. Ιδίως για τον πατέρα του Νικηφόρου.»
Η Εριφύλη την κοίταξε με ενδιαφέρον.
«Καταλαβαίνεις…»
«Και πώς δεν μου είχες πει τίποτα;»
Η Άλκηστις χαμογέλασε αμήχανα.«Εντάξει… δεν τα θεώρησα και τόσο αξιόπιστα ώστε να αρχίσω να τα διαδίδω.»
«Και τώρα τα θυμήθηκες;»
«Τώρα τα θυμήθηκα επειδή η κουβέντα μας πήγε εκεί. Άλλωστε, ξέρεις πώς λειτουργούν τα κουτσομπολιά. Ένα περιστατικό μπορεί να ξεκινήσει από μια αλήθεια, να περάσει από δέκα στόματα και στο τέλος να μη θυμίζει καθόλου την αρχική ιστορία.»
Η Εριφύλη κούνησε το κεφάλι. «Αυτό τουλάχιστον είναι το μόνο πράγμα που λες σωστά.»
«Το ήξερα πως κάποτε θα με δικαιώσεις!»
Η Εριφύλη γέλασε. «Μόνο πρόσεχε τι λες και σε ποιον τα λες. Μην σ’ ακούσει ο Νικηφόρος να κουτσομπολεύεις τη μάνα του… γιατί τότε, κακομοίρα μου, ούτε ψύλλος στον κόρφο σου!»
Η Άλκηστις ξέσπασε σε γέλια. «Τόσο αυστηρός είναι;»
«Άνθρωπος είναι, βρε παιδί μου. Στοργικός, τρυφερός, υπομονετικός… αλλά υπάρχει μια γραμμή που καλό είναι να μην την περνάς.»
«Και τι γίνεται αν κάποιος την περάσει;»
Η Εριφύλη την κοίταξε με νόημα και άφησε ένα μικρό χαμόγελο να σχηματιστεί στα χείλη της. «Τότε μπορεί να γνωρίσει έναν άλλον Νικηφόρο.»
Η Άλκηστις ανασήκωσε τα φρύδια. «Τον Οργισμένο Άντρα;»
«Ακριβώς.»
Έκανε μια μικρή παύση και χαμογέλασε. «Και τότε, ζουζούνι μου, θα καταλάβεις τι σημαίνει φουρτουνιασμένη θάλασσα.»
Η Άλκηστις χαμογέλασε, αλλά αυτή τη φορά δεν σχολίασε. Ήξερε πως πίσω από το πείραγμα της Εριφύλης υπήρχε και κάτι αληθινό, ο Νικηφόρος μπορούσε να είναι ο πιο ήρεμος και τρυφερός άνθρωπος του κόσμου, αρκεί να μην ένιωθε πως κάποιος είχε αγγίξει εκεί που για εκείνον ήταν ιερό.
«Δεν μου απάντησες! Ήταν, αλήθεια, νέος και ωραίος άνδρας ο εργοδότης;»
«Όντως, απ’ όσα έχω μάθει, πρέπει να ήταν εντυπωσιακός άνδρας. Ψηλός, καστανόξανθος Ελληνοκαναδός. Να δεις πώς τον έλεγε ο Νικηφόρος… Λέανδρο. Και, απ’ ό,τι φαίνεται, πρέπει να του
είχε μεγάλη αδυναμία.»
«Και ο Λέανδρος πρέπει να ’χε ιδιαίτερη αδυναμία στην… Πώς τη φωνάζει χαϊδευτικά τη μάνα του
ο Νικηφόρος;»
«Την Ηρώ;… Λουλούδι του.»
«Λουλούδι του; Κάτι μου θυμίζει αυτό τ’ όνομα… Τέλος πάντων. Τι ακριβώς υπηρεσίες πρόσφερε στον όμορφο εργοδότη της το… Λουλούδι του;»
«Ο άνδρας είχε ένα πολύ μεγάλο κτήμα, με αποθήκες και ένα τεράστιο σπίτι, λίγα χιλιόμετρα έξω από την πόλη. Την πήγαινε εκεί μερικές ημέρες τον μήνα για να φροντίζει τη διαχείριση του χώρου. Ευπρέπιζε τα πάντα, ιδίως το σπίτι, ώστε να είναι καθαρό και σε τάξη. Με τον καιρό ανέλαβε και καθήκοντα επιστασίας στις καλλιέργειες. Γενικά, η Ηρώ έγινε ο άνθρωπος της εμπιστοσύνης του.»
Η Άλκηστις την κοίταξε για λίγα δευτερόλεπτα και χαμογέλασε πονηρά.
«Ξαδέρφη… Μεταξύ μας! Τώρα που τα λέμε τόσο χύμα, εδώ δίπλα στο κύμα, μέσα στην απόλυτη χαλάρωση και ξενοιασιά, θέλω να σε ρωτήσω κάτι. Εσύ τι πιστεύεις; Το Λουλούδι του Νικηφόρου οι μοναδικές υπηρεσίες που προσέφερε στον εργοδότη της ήταν το σπίτι που του συγύριζε και οι καλλιέργειες που του πρόσεχε;»
Η Εριφύλη ξέσπασε σε γέλια. «Εγώ τι θέλεις να σου πω ότι πιστεύω; Όχι, καλύτερα
εσύ να μου πεις, που έχεις αυτό το πρόστυχο μυαλουδάκι! Τα βρώμικα μυαλά, σαν το δικό σου, είναι πιο έξυπνα, έχουν, βλέπεις, μια κλάση ευφυΐας παραπάνω, γιατί σκέφτονται διπλά. Βλέπουν τον κόσμο με άλλο μάτι, ρε παιδάκι μου. Ακόμη κι όταν το υπονοούμενο δεν έχει ειπωθεί, εκείνα το πιάνουν αστραπιαία, σχεδόν αυτόματα. Του ξεσκίζουν τη γλώσσα μέχρι να το πετάξουν κατάμουτρα στον άλλον. Οπότε, έλα… Δεν γαμιέται! Πέταξε το. Για πες μου τι σκέφτεσαι. Τι άλλες υπηρεσίες μπορεί να προσέφερε στον εργοδότη της;»
«Τα βρώμικα μυαλά, ξαδερφούλα μου, έχουν μία κλάση ευφυΐας παραπάνω, γιατί απλώς σκέφτονται διπλά. Βλέπουν τον κόσμο με άλλο μάτι, ρε παιδάκι μου. Ακόμη κι αν δεν εκφράζουν το υπονοούμενο, το μυαλό τους το έχει ήδη συλλάβει. Αστραπιαία. Σχεδόν αυτόματα.»
Η Εριφύλη κούνησε το κεφάλι της γελώντας. «Ρε ζουζούνι! Το μυαλό σου κινείται σε τούνελ με μονόδρομο το σεξ. Και, απ’ όσο γνωρίζω, δεν πάσχεις δα και από σεξομανία. Κάθε άλλο. Είσαι ταλέντο χαρισματικό! Γι’ αυτό άσε τώρα τα υπονοούμενα και πες μου χύμα και σταράτα, χωρίς πολιτικές ορθότητες, τι έχεις στο μυαλό σου. Μίλα μου ανοιχτά. Ειλικρινά. Άμεσα. Χωρίς περιστροφές, υποκρισίες ή… στρογγυλέματα. Θα το εκτιμούσα, μάλιστα, αν έριχνες λίγο φως στις κάπως μπερδεμένες σκέψεις μου, μιας που τα λες χύμα και σταράτα και πολύ το γουστάρω αυτό.»
«Δεν είμαι σίγουρη αν υπήρχε ξεκάθαρη ερωτική σχέση μεταξύ τους. Ωστόσο, θα προσπαθήσω να την αναλύσω όπως τη βλέπω εγώ, φόρα παρτίδα, χωρίς να κρύψω τις σκέψεις μου. Γιατί, ξαδέρφη μου, οι σκέψεις είναι οι σπόροι και οι πράξεις τα βλαστάρια τους. Αν σπέρνεις χόρτα, δεν πρόκειται να μαζέψεις τριαντάφυλλα!»
«Κατάλαβα!» είπε η Εριφύλη γελώντας. «Το μυαλό σου είναι ένας ολόκληρος κήπος! Και μπορείς να φυτέψεις μέσα του λουλούδια ή… ζιζάνια. Για ξεκίνα, λοιπόν, την ιστορία σου. Είμαι όλη αυτιά. Έχω, μάλιστα, την υπομονή να σε ακούσω να συγχέεις τις φαντασιώσεις σου με την πραγματικότητα, γιατί, απ’ όσα καταλαβαίνω, οι υποψίες σου είναι μάλλον υπερβολικές και εντελώς αβάσιμες.»
Η Άλκηστις σήκωσε το φρύδι.
«Κλασσικότατη έκφραση: «Μη μου λες εμένα ιστορίες για αγρίους ή Τι ’ν’ αυτά που λες;. Ένας σχετικά ευπρεπής τρόπος, δηλαδή, για να μου πεις ευθέως: Μη μου λες μαλακίες.»
«Ξαδελφούλα μου γλυκιά», απάντησε η Εριφύλη, «στη σύγχρονη κορέκτ κοινωνία μας πρέπει να προσέχουμε και τις εκφράσεις μας! Άλλωστε, υπάρχει κι ένα ωραίο τραγούδι του Μαραγκόπουλου με αυτόν ακριβώς τον τίτλο. Και λέει, αν θυμάμαι καλά.
Μου λες ιστορίες για αγρίους
και κακούς μακρινούς συγγενείς,
μα απ’ του έρωτα τα βέλη
δεν τη γλύτωσε κανείς… ...Ή κάπως έτσι.»
«Ε, λοιπόν, κάπου εδώ αρχίζουν οι δικές μου ιστορίες για αγρίους.» Η Άλκηστις σταμάτησε για λίγο. Κοίταξε τη θάλασσα, σαν να έβαζε σε μια σειρά τις σκέψεις της, και ύστερα γύρισε προς την Εριφύλη.
«Και θα σου ζητήσω κάτι, ξαδέρφη. Μη βιαστείς να με διακόψεις και, κυρίως, μη μου πεις από την αρχή ότι φτιάχνω σενάρια. Άσε με να τα πω όλα μέχρι τέλους. Μετά τα βάζουμε κάτω και βλέπουμε τι είναι γεγονός, τι είναι υπόθεση και τι είναι αποκύημα του… βρώμικου μυαλού μου.»
«Σύμφωνοι», είπε η Εριφύλη. «Αυτό, τουλάχιστον, μου ακούγεται δίκαιο.»
«Ωραία. Γιατί, αν θέλουμε να καταλάβουμε τι μπορεί πραγματικά να συνέβη, πρέπει πρώτα να δούμε πώς ήταν η ζωή εκείνων των ανθρώπων. Δεν μπορούμε να πάρουμε ένα-δυο περιστατικά, να τα βάλουμε δίπλα-δίπλα και να φωνάξουμε αμέσως ερωμένη και εραστής!. Η ζωή δεν λειτουργεί τόσο απλά.»
«Α, μπράβο!» χαμογέλασε η Εριφύλη. «Επιτέλους, ακούω και λίγη λογική.»
«Μη χαίρεσαι τόσο γρήγορα. Η λογική θα είναι το άλλοθι μου για όσα πρόκειται να σου πω.»
«Αυτό φοβόμουν!»
Η Άλκηστις γέλασε. «Λοιπόν… Η Ηρώ δεν ήταν μια τυχαία εργαζόμενη που πήγαινε σ’ ένα κτήμα, καθάριζε ένα σπίτι και το βράδυ έφευγε. Σιγά-σιγά έγινε άνθρωπος εμπιστοσύνης. Είχε πρόσβαση στο σπίτι, στις αποθήκες, στις καλλιέργειες, στις δουλειές του κτήματος. Ήξερε τι γινόταν εκεί και, κυρίως, ήξερε τον ίδιο τον άνθρωπο. Και ο Λέανδρος, απ’ όσα έχω ακούσει, δεν ήταν ένας άνθρωπος που κρατούσε τους άλλους σε απόσταση. Ήταν κοινωνικός, μορφωμένος, γενναιόδωρος και, απ’ ό,τι φαίνεται, είχε έναν τρόπο να κάνει τον άλλον να αισθάνεται ξεχωριστός.
Τώρα βάλε απέναντί του μια νέα γυναίκα, παντρεμένη, με οικογένεια, αλλά που περνούσε αρκετές ημέρες τον μήνα μόνη της σε ένα τεράστιο κτήμα έξω από την πόλη…
Η Εριφύλη την κοίταξε με ενδιαφέρον. «Συνέχισε.»
«Δεν είπα ακόμη τίποτε», απάντησε η Άλκηστις χαμογελώντας. «Απλώς σου δείχνω το σκηνικό.»
«Το σκηνικό το έχεις ήδη αρχίσει να φωτίζεις ύποπτα.»
«Ίσως. Αλλά δεν τελείωσα ακόμη. Γιατί, ξέρεις, ξαδέρφη μου, οι μεγάλες ιστορίες συνήθως δεν αρχίζουν με ένα φιλί. Αρχίζουν πολύ νωρίτερα. Με μια ιδιαίτερη εμπιστοσύνη. Με μια κουβέντα που ξεφεύγει από τα συνηθισμένα. Με μια μικρή εύνοια. Με ένα βλέμμα που κρατάει ένα δευτερόλεπτο περισσότερο απ’ όσο χρειάζεται. Και, κάποια στιγμή, οι δύο άνθρωποι μπορεί να έχουν ήδη διανύσει μια μεγάλη απόσταση χωρίς κανείς τους να μπορεί να δείξει πότε ακριβώς ξεκίνησε το ταξίδι.»
Η Εριφύλη έμεινε για λίγο σιωπηλή. «Μάλιστα…» είπε τελικά. «Τώρα αρχίζω να καταλαβαίνω γιατί
ήθελες να μου τα πεις όλα φόρα παρτίδα.»
«Και δεν έχουμε φτάσει ακόμη στο ενδιαφέρον κομμάτι.»
«Ζουζούνι…»
«Τι;»
«Μόνο πρόσεχε. Άλλο να αναλύεις μια ιστορία κι άλλο να γράφεις εσύ η ίδια το μυθιστόρημά της.»
Η Άλκηστις χαμογέλασε. «Αυτό ακριβώς θα προσπαθήσουμε να ξεχωρίσουμε.»
«Πρώτα απ’ όλα, ξαδέρφη, δεν έχω προσωπική άποψη. Τουλάχιστον όχι με την έννοια ότι ξέρω τι πραγματικά συνέβη. Η ιστορία που θα σου εξιστορήσω βασίζεται στις διαθέσιμες πληροφορίες που έχω συγκεντρώσει και στις προσπάθειές μου να διασταυρώσω όσα μπορούσα για εκείνη την περίοδο. Τα υπόλοιπα είναι η δική μου ανασύνθεση. Μια υπόθεση εργασίας, αν θέλεις.»
«Μάλιστα…» είπε η Εριφύλη. «Η ξαδερφούλα μου έγινε ερευνήτρια.»
«Μη γελάς. Γιατί, όσο περισσότερο σκέφτομαι εκείνο το μεγάλο κτήμα, τόσο περισσότερο μου έρχεται μια παράξενη φράση στο μυαλό. Εκεί όπου βασίλευε ο ερωτισμός.»
Η Εριφύλη σήκωσε το φρύδι.
«Βαρύ το ξεκίνημα.»«Ίσως. Αλλά προσπάθησε να δεις τον χώρο όπως τον φαντάζομαι. Ένα μεγάλο
κτήμα, αποθήκες, καλλιέργειες, ένα τεράστιο σπίτι, λίγα χιλιόμετρα έξω από την πόλη. Ένας τόπος απομονωμένος από την καθημερινότητα. Εκεί, κατά κάποιον τρόπο, η συνηθισμένη ζωή έμενε στην πόρτα. Και μέσα σ’ αυτόν τον χώρο, ξαδέρφη μου, μπορώ να φανταστώ δύο ανθρώπους να αισθάνονται ότι ο κόσμος γύρω τους απομακρύνεται. Ο ορθολογισμός υποχωρεί λίγο. Οι αναστολές χαλαρώνουν.
Και το «τώρα» γίνεται πολύ πιο σημαντικό από το «μετά».»
«Πολύ ποιητικά μας τα λες.»
«Γιατί υπάρχει ένας μύθος που μου έρχεται συνέχεια στο μυαλό. Ο μύθος του Έρωτα και της Ψυχής. Θυμάσαι το απόκρυφο παλάτι όπου ο Έρωτας επισκεπτόταν την Ψυχή; Ένας χώρος απομονωμένος από τον έξω κόσμο, γεμάτος μυστήριο, επιθυμία και μαγεία. Εκεί η λογική δεν έχει την ίδια δύναμη. Υπάρχει μόνο η στιγμή, η έλξη, το συναίσθημα. Δεν λέω ότι το κτήμα ήταν τέτοιο παλάτι. Λέω ότι έτσι το φαντάζομαι εγώ, αν προσπαθήσω να καταλάβω πώς θα μπορούσε να λειτουργήσει ψυχολογικά ένας τέτοιος χώρος πάνω στους δύο ανθρώπους.»
«Ωραία. Και τώρα φτάσαμε στον Λέανδρο.»
«Ακριβώς. Ήταν, απ’ όσα έχω ακούσει, ένας άνδρας ψηλός, γεροδεμένος, καστανόξανθος, από εκείνους που έχουν μια φυσική αυτοπεποίθηση χωρίς να χρειάζεται να την επιδεικνύουν. Εργένης, λίγο μετά τα τριάντα. Στην ηλικία δηλαδή όπου ένας άνθρωπος έχει ήδη αποκτήσει εμπειρίες, αλλά βρίσκεται ακόμη σε μια περίοδο που μπορεί να αναρωτιέται τι θέλει από τη ζωή του.
Είχε το κτήμα του, τις καλλιέργειες του, τις δουλειές του. Ήταν άνθρωπος της γης. Μύριζε περισσότερο χώμα, στάχυ και ιδρώτα από τον ήλιο παρά ακριβά αρώματα και σαλόνια.
Και ίσως ακριβώς αυτή η αντίθεση να τον έκανε ακόμη πιο γοητευτικό. Ήταν άνδρας που ήξερε τη ζωή και, όπως μου έχεις περιγράψει κι εσύ τον χαρακτήρα του, μάλλον ήξερε και τις γυναίκες.»
«Αυτό το τελευταίο το πρόσθεσες μόνη σου.»
«Βεβαίως! Δεν σου είπα ότι κάνω ανασύνθεση;»
Η Εριφύλη γέλασε.«Συνέχισε, ιστορικέ ερευνητή.»
«Λοιπόν… Απέναντί του βρισκόταν η Ηρώ. Και εδώ αρχίζει, για μένα, το ενδιαφέρον. Μια γυναίκα ώριμη, θηλυκή, με έντονη παρουσία. Δεν χρειαζόταν να προσπαθήσει ιδιαίτερα για να τραβήξει την προσοχή ενός άνδρα. Υπήρχαν γυναίκες που ήταν όμορφες με έναν ήσυχο τρόπο και άλλες που έμπαιναν σ’ έναν χώρο και άλλαζαν αμέσως την ατμόσφαιρα. Η Ηρώ, απ’ όσα έχω καταλάβει, ανήκε στη δεύτερη κατηγορία. Και τώρα θέλω να μου πεις εσύ κάτι, ξαδέρφη μου. Πιστεύεις πραγματικά ότι ένας άνδρας σαν τον Λέανδρο, που είχε μπροστά του για μέρες μια τέτοια γυναίκα, μέσα στο δικό του σπίτι, στο δικό του κτήμα, όπου εκείνη είχε γίνει σταδιακά ο άνθρωπος της εμπιστοσύνης του, δεν θα την είχε προσέξει;»
Η Εριφύλη δεν απάντησε αμέσως. «Το να την είχε προσέξει είναι άλλο πράγμα. Το να την είχε διεκδικήσει είναι άλλο.»
«Συμφωνώ. Γι’ αυτό ακριβώς δεν λέω ότι ξέρω. Αλλά αν με ρωτάς τι υποθέτω…Νομίζω ότι από την πρώτη στιγμή την είχε βάλει στο ραντάρ του. Και πιθανότατα όχι μόνο επειδή ήταν όμορφη. Γιατί η έλξη δεν γεννιέται πάντοτε από ένα χαρακτηριστικό του σώματος. Μπορεί να γεννηθεί από τον τρόπο που κινείται μια γυναίκα, από τον τρόπο που μιλάει, από τον τρόπο που γελάει, από μια ματιά που μένει λίγο περισσότερο απ’ όσο επιτρέπει η απλή ευγένεια. Και η Ηρώ, όσο περισσότερο χρόνο περνούσε εκεί, τόσο περισσότερο γινόταν μέρος της καθημερινότητας του. Στην αρχή ίσως ήταν απλώς η γυναίκα που φρόντιζε το σπίτι. Ύστερα έγινε η άνθρωπός του. Και κάποια στιγμή, ίσως λέω, ίσως έγινε η γυναίκα που περίμενε να δει όταν επέστρεφε στο κτήμα. Εκεί, λοιπόν, νομίζω πως άρχισε το πραγματικό παιχνίδι.»
«Και πώς υποτίθεται ότι ξεκίνησε;»
Η Άλκηστις χαμογέλασε.«Με κάτι απολύτως αθώο, φυσικά. Έτσι δεν ξεκινούν σχεδόν όλες οι ιστορίες που αργότερα γίνονται περίπλοκες;»
«Πες μου.»
«Φαντάζομαι τον Λέανδρο να την παρατηρεί μια μέρα καθώς εκείνη τακτοποιεί κάτι στο σπίτι. Να μένει για λίγο σιωπηλός. Κι ύστερα, με εκείνο το χαμόγελο του άνδρα που ξέρει πολύ καλά τι βλέπει, να της λέει. «“Πω πω…»
Η Ηρώ να γυρίζει απορημένη. «Τι έγινε;»
Και εκείνος, αντί να εξηγήσει αμέσως. «Τίποτα. Απλώς… αναρωτιέμαι πώς γίνεται η φύση να είναι τόσο γενναιόδωρη μερικές φορές.»
Κι εκείνη να τον κοιτάζει για ένα δευτερόλεπτο περισσότερο απ’ όσο χρειάζεται. «Με κολακεύετε, κύριε Λέανδρε.»
«Δεν σε κολακεύω, Ηρώ. Αυτό θα ήταν πολύ εύκολο. Απλώς λέω αυτό που βλέπω.»
Και κάπως έτσι, ξαδέρφη μου, μπορεί να αρχίζει μια ιστορία. Όχι με μια μεγάλη δήλωση. Όχι με μια εξομολόγηση. Αλλά με μια φράση που μπορεί να σημαίνει απολύτως τίποτα…ή απολύτως τα πάντα.»
Και κάτι ακόμη πρέπει να σου πω για την Ηρώ», συνέχισε η Άλκηστις. «Γιατί δεν ήταν μόνο η εμφάνισή της που έκανε εντύπωση στον Λέανδρο. Η γυναίκα είχε ικανότητες. Και αξιοσύνη.Κατάφερε να βάλει τάξη στο χάος του αγροτόσπιτου, κι αυτό δεν έγινε ούτε από τύχη ούτε από θαύμα. Χρειάστηκε κόπος, υπομονή, επιμονή και πολλή δουλειά. Εκεί που πριν υπήρχε μια ακατάστατη αγροτική κατοικία, άρχισε σιγά-σιγά να δημιουργείται ένας χώρος καθαρός, λειτουργικός, νοικοκυρεμένος. Ένας χώρος που μπορούσε κάποιος να αισθανθεί δικό του.Και ο Λέανδρος το έβλεπε.
Δεν έβλεπε μόνο μια όμορφη γυναίκα. Έβλεπε έναν άνθρωπο που μπορούσε να πάρει κάτι χαοτικό και να του δώσει μορφή. Και ίσως αυτό να ήταν το πρώτο πράγμα που τον τράβηξε πραγματικά πάνω της.
Εκεί μέσα, στη φύση, όπου κυριαρχούσε η ευωδιά της νοτισμένης γης, οι φωνές των
πουλιών, τα δέντρα και η απέραντη ησυχία του κτήματος, ο Λέανδρος άρχισε ίσως να αισθάνεται πως μπροστά του υπήρχε μια διαφορετική πρόκληση.
Και ο Λέανδρος δεν ήταν άνθρωπος που συνήθιζε να κάνει πίσω μπροστά στις προκλήσεις. Τις
αντιμετώπιζε. Ήξερε, ή τουλάχιστον έτσι φαίνεται από τον χαρακτήρα του, ότι η δράση και όχι η παθητική αναμονή δημιουργεί πολλές φορές έλξη, θαυμασμό και προσδοκία. Ήξερε επίσης πως υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στο να δείξεις το ενδιαφέρον σου και στο να πιέσεις έναν άνθρωπο.
Και αν πράγματι είχε αρχίσει να ενδιαφέρεται για την Ηρώ, θα έπρεπε να βρει τον τρόπο να το κάνει χωρίς να εκτεθεί ανεπανόρθωτα.
Να της δείξει ότι τη βλέπει.Να της αφήσει χώρο να ανταποκριθεί.Και, κυρίως, να καταλάβει αν αυτό που υπήρχε ανάμεσά τους ήταν μόνο στη δική του φαντασία ή αν υπήρχε και από την άλλη πλευρά μια μικρή, ανεπαίσθητη σπίθα.
Γιατί, ξαδέρφη μου, η έλξη δεν είναι μονόλογος. Είναι διάλογος. Μπορεί να αρχίσει με ένα βλέμμα, να συνεχιστεί με μια κουβέντα και να γίνει πραγματική μόνο όταν ο άλλος άνθρωπος αποφασίσει να απαντήσει.»
Η Εριφύλη την άκουγε πλέον χωρίς να τη διακόπτει.
Η Άλκηστις συνέχισε. «Και τότε μου έρχεται στο μυαλό εκείνος ο στίχος της Τζιοκόντα Μπέλι… Η εικόνα της επιθυμίας που δεν μένει απλώς στο βλέμμα, αλλά θέλει να πλησιάσει, να αγγίξει, να γνωρίσει τον άλλον ολόκληρο. Δεν θα στον επαναλάβω, γιατί αυτό που έχει σημασία δεν είναι οι λέξεις του ποιήματος. Είναι η ιδέα που κρύβεται από πίσω.
Η επιθυμία δεν είναι μόνο σώμα. Είναι φαντασία, προσμονή, φόβος, τρυφερότητα και τόλμη μαζί.
Και κάπως έτσι φαντάζομαι την πρώτη τους πραγματική συνάντηση.»
«Την πρώτη; Δηλαδή είχαν ήδη συναντηθεί;»
«Είχαν γνωριστεί, αλλά άλλο γνωριμία κι άλλο εκείνη η στιγμή κατά την οποία δύο άνθρωποι κοιτάζονται και κάτι μέσα τους μετακινείται.»
Η Άλκηστις πήρε μια μικρή ανάσα. «Όταν συναντήθηκαν για πρώτη φορά, υπήρξε εκείνο το παράξενο συναίσθημα πως γνωρίζονταν από παλιά. Η επικοινωνία τους έγινε αμέσως φυσική, σχεδόν αβίαστη. Σαν να μην χρειαζόταν να περάσει ο απαραίτητος χρόνος της τυπικής γνωριμίας. Και κάτι πάνω του την τρόμαξε. Όχι με την έννοια του πραγματικού κινδύνου.Την τρόμαξε… ευχάριστα.
Ήταν εκείνο το παράξενο ρίγος που δεν σε κάνει να απομακρυνθείς, αλλά σε κάνει να θέλεις να πλησιάσεις περισσότερο. Μια σπίθα νευρικότητας. Μια αναστάτωση που δεν ήταν απειλητική, αλλά συναρπαστική.
Ο Λέανδρος της φάνηκε επικίνδυνα όμορφος. Επικίνδυνα σίγουρος για τον εαυτό του. Επικίνδυνα γοητευτικός. Και υπήρχε κάτι ακόμη. Το βλέμμα του. Εκείνο το βλέμμα που δεν ήταν αγενές, αλλά ήταν επίμονο. Σαν να την παρατηρούσε πραγματικά. Σαν να προσπαθούσε να διαβάσει όχι μόνο αυτά που έλεγε, αλλά κι αυτά που δεν έλεγε. Κι εκείνη ένιωθε πως την καταλάβαινε περισσότερο απ’ όσο θα ήθελε. Και ίσως αυτό να ήταν το πιο επικίνδυνο απ’ όλα. Όσο της άρεσε ως άνδρας, άλλο τόσο την φόβιζε η δύναμη που είχε πάνω της. Γιατί ο φόβος της δεν προερχόταν από εκείνον.Προερχόταν από τη γνώση των συνεπειών.
Ήξερε ότι υπήρχε ένας γάμος. Υπήρχαν όρκοι. Υπήρχαν δεσμεύσεις. Υπήρχαν αξίες που μέχρι τότε αποτελούσαν μέρος της ζωής της και του τρόπου με τον οποίο αντιλαμβανόταν τον εαυτό της.
Κι όμως… Όσο περισσότερο διαπίστωνε ότι την έλκυε, τόσο περισσότερο άρχιζε να φοβάται τον ίδιο της τον εαυτό.Γιατί δεν ήταν πλέον το ερώτημα αν ο Λέανδρος την επιθυμούσε. Αυτό μπορούσε να το υποψιαστεί.
Το πραγματικό ερώτημα ήταν άλλο. Μπορούσε εκείνη να του αντισταθεί; Και όσο περνούσε ο καιρός, η απάντηση που έδινε μέσα της γινόταν όλο και λιγότερο βέβαιη. Ίσως, τελικά, αυτό να ήταν το πραγματικό πεδίο της μάχης.
Όχι το κτήμα. Όχι το μεγάλο σπίτι. Όχι ο Λέανδρος. Αλλά η ίδια η Ηρώ.»
Ο Λέανδρος ,έτσι, όπως είπαμε, λεγόταν ο άνδρας, δεν άργησε να αρχίσει το φλερτ της διεκδίκησης. Όχι με βιασύνη ούτε με τρόπο που θα μπορούσε να τη φέρει σε δύσκολη θέση. Ήθελε να δει αν υπήρχε πρόσφορο έδαφος για κάτι περισσότερο και, κυρίως, αν η επικοινωνία τους μπορούσε να εξελιχθεί μέσα σε μια ατμόσφαιρα ασφάλειας, εμπιστοσύνης και έλξης. Άλλωστε, ήξερε πως απέναντί του δεν
είχε μια γυναίκα ελεύθερη να κινηθεί όπως ήθελε.
Η Ηρώ ήταν παντρεμένη. Και, όπως συμβαίνει συχνά όταν ένας άνθρωπος αισθάνεται ότι βρίσκεται μπροστά σε μια δύσκολη κατάκτηση, η δυσκολία δεν τον αποθάρρυνε· μάλλον έκανε το παιχνίδι περισσότερο ενδιαφέρον.Δεν περίμενε, λοιπόν, ότι η Ηρώ θα του έκανε τα πράγματα εύκολα. Ούτε ότι θα άφηνε το «κάστρο» να πέσει με την πρώτη επίθεση.Η ερωτική πολιορκία, αν μπορούμε να την ονομάσουμε έτσι, άρχισε αθόρυβα. Ένα βλέμμα που κρατούσε λίγο περισσότερο. Μια φιλοφρόνηση που μπορούσε να διαβαστεί και ως απλή ευγένεια, αλλά και ως κάτι περισσότερο.
Μια κουβέντα που ξέφευγε από τα πρακτικά του κτήματος και άγγιζε, έστω διακριτικά, την προσωπική τους ζωή. Ο Λέανδρος άφηνε να διαφαίνεται ότι τη θεωρούσε ελκυστική. Δεν το έκρυβε εντελώς, αλλά ούτε το διακήρυττε. Ήξερε ότι υπάρχει διαφορά ανάμεσα στο να δείχνεις σε μια γυναίκα πως την επιθυμείς και στο να της δημιουργείς την αίσθηση ότι την πιέζεις.
Και η Ηρώ το καταλάβαινε. Ίσως, μάλιστα, αυτό να ήταν ένα από τα στοιχεία που την έκαναν να μην απομακρύνεται. Γιατί η έλξη δεν γεννιέται πάντοτε από την ευθεία διεκδίκηση. Μερικές φορές γεννιέται από την προσμονή. Από εκείνο το παιχνίδι όπου κανείς δεν λέει ακόμη ξεκάθαρα αυτό που σκέφτεται, αλλά και οι δύο γνωρίζουν ότι υπάρχει κάτι ανάμεσά τους.
Στην αρχή η Ηρώ δεν ανταποκρίθηκε φανερά. Τουλάχιστον όχι τόσο ώστε να του δώσει μια βεβαιότητα.Όμως αυτό δεν σήμαινε ότι το φλερτ του είχε αποτύχει. Υπήρχαν μικρές ενδείξεις.
Η διάρκεια ενός βλέμματος. Ένα χαμόγελο που ερχόταν λίγο πιο εύκολα όταν εκείνος βρισκόταν κοντά. Μια κουβέντα που μπορούσε να είχε τελειώσει, αλλά εκείνη την άφηνε να συνεχιστεί. Και, κυρίως, δεν απέφευγε την παρουσία του.
Για τον Λέανδρο αυτά ήταν αρκετά για να συνεχίσει, προσεκτικά. Δεν είχε ακόμη το «ναι». Αλλά δεν είχε ούτε το «όχι». Και κάπου μακριά στον ορίζοντα άρχισε να φαίνεται ένα μικρό, διακριτικό… πράσινο φως.
Με τον χρόνο, η Ηρώ άρχισε να ανοίγεται περισσότερο. Η αρχική επιφυλακτικότητα υποχωρούσε. Οι συζητήσεις τους γίνονταν πιο προσωπικές, τα χαμόγελα πιο αυθόρμητα και η δική της συμμετοχή στο παιχνίδι του φλερτ όλο και λιγότερο συγκαλυμμένη. Δεν ήταν πλέον μόνο ο Λέανδρος που αναζητούσε αφορμές για να βρίσκεται κοντά της. Κάποιες φορές τις δημιουργούσε και η ίδια. Κι εκείνος, βέβαια, δεν ήταν κανένας αφελής. Δεν χρειαζόταν ούτε αλχημείες ούτε μαθηματικά παράδοξα για να καταλάβει πλέον κάτι που στην αρχή μπορούσε μόνο να υποψιάζεται.
Η Ηρώ τον έβλεπε πλέον και ως άνδρα. Και το ήξερε. Ίσως όχι επειδή του το είχε πει. Αλλά επειδή, κάποια πράγματα, όταν αρχίσουν να συμβαίνουν ανάμεσα σε δύο ανθρώπους, δεν χρειάζονται μετάφραση.
«Είχε αγωνία, μα και φοβόταν.» Αυτές οι λίγες λέξεις, ξαδέρφη μου, ίσως περιγράφουν καλύτερα απ’ οτιδήποτε άλλο την κατάσταση της Ηρώς. Η έλξη που ένιωθε για τον Λέανδρο δεν ήταν πια μια απλή ευχάριστη κολακεία. Είχε αρχίσει να λειτουργεί μέσα της σαν καμπανάκι κινδύνου. Την τραβούσε προς τα εκείνον και ταυτόχρονα την προειδοποιούσε να σταματήσει.
Ήθελε.Αλλά δεν τολμούσε. Και αυτό το «θέλω αλλά δεν τολμώ» την κρατούσε για αρκετό καιρό σε μια παράξενη ακινησία. Κάθε φορά που αισθανόταν ότι πλησιάζει πολύ, έκανε ένα μικρό βήμα πίσω. Κάθε φορά που κατάφερνε να πείσει τον εαυτό της πως πρέπει να κρατήσει αποστάσεις, μια νέα συνάντηση, ένα βλέμμα ή μια κουβέντα μαζί του αναζωπύρωνε όσα προσπαθούσε να καταπιέσει.
Υπήρχε όμως και κάτι άλλο. Την κολάκευε βαθιά το ενδιαφέρον του. Ένας άνδρας σαν τον Λέανδρο, επιτυχημένος, κοινωνικός, με αυτοπεποίθηση και όπως εκείνη αντιλαμβανόταν, με πολλές δυνατότητες και επιλογές, έδειχνε να την επιθυμεί ιδιαίτερα. Και αυτό, όσο κι αν δεν ήθελε να το παραδεχτεί, της ανέβαζε την αυτοπεποίθηση. Την έκανε να αισθάνεται ξανά γυναίκα. Όχι μόνο σύζυγος. Όχι μόνο μητέρα. Όχι μόνο η γυναίκα που φρόντιζε ένα σπίτι και μια οικογένεια.
Γυναίκα. Επιθυμητή. Και όσο περνούσε ο καιρός, οι σκέψεις της γύρω από τον Λέανδρο άρχισαν να γίνονται συχνότερες. Στην αρχή εμφανιζόταν στη σκέψη της σαν μια ευχάριστη παρένθεση. Ύστερα έγινε μια εικόνα που επέστρεφε μόνη της. Και κάποια στιγμή συνειδητοποίησε πως τον σκεφτόταν χωρίς να έχει προηγηθεί κανένα εξωτερικό ερέθισμα.
Το συναίσθημα δεν ήταν στατικό. Μεγάλωνε. Και όσο μεγάλωνε, γινόταν όλο και πιο δύσκολο να το αντιμετωπίσει μόνο με τη λογική.Η άμυνά της άρχισε να παρουσιάζει ρωγμές. Δεν υποχώρησε αμέσως.
Αντίθετα, δυσκολεύτηκε πολύ να εγκαταλείψει τη στάση επιφυλακής που είχε κρατήσει από την πρώτη στιγμή. Ήξερε πολύ καλά ότι δεν έπαιζε ένα αθώο παιχνίδι. Κάποια στιγμή, όμως, έφτασε μπροστά σε μια δύσκολη εσωτερική επιλογή.
Να συνεχίσει να αντιστέκεται; Ή να επιτρέψει στον εαυτό της να ανταποκριθεί; Δεν ήταν ακόμη μια απόφαση για το μέλλον. Δεν ήταν σχέδιο ζωής. Δεν ήταν καν απαραίτητα η πρόθεση να εγκαταλείψει τον γάμο της. Ήταν κάτι πολύ μικρότερο και ίσως γι’ αυτό πολύ πιο επικίνδυνο. Να αφήσει λίγο περισσότερο χώρο στην προσωπική τους επαφή. Να μείνει λίγο περισσότερο μαζί του.Να μην
απομακρυνθεί όταν εκείνος πλησίαζε. Να επιτρέψει στον εαυτό της να ανταποκριθεί σ’ ένα βλέμμα χωρίς αμέσως μετά να το ακυρώσει. Και κάπου εκεί κατάλαβε ότι άρχιζε να παίζει με την τύχη της. Όχι μόνο σε προσωπικό επίπεδο. Και σε συναισθηματικό.
Γιατί όσο πλησίαζε τον Λέανδρο, τόσο πλησίαζε και ένα όριο που γνώριζε πως, αν το περνούσε, δεν θα
μπορούσε εύκολα να επιστρέψει στην προηγούμενη κατάσταση. Και αυτό ήταν που την τρόμαζε περισσότερο. Όχι το αν θα γινόταν κάτι. Αλλά το ότι, αν γινόταν, ίσως να μην μπορούσε πλέον να πει στον εαυτό της ότι δεν το ήθελε.
Ο Λέανδρος, από την άλλη, ήταν αρκετά έμπειρος ώστε να αντιλαμβάνεται την πολυπλοκότητα της κατάστασης. Ήξερε πως η έλξη για μια παντρεμένη γυναίκα δεν είναι ποτέ απλώς μια υπόθεση ανάμεσα σε δύο ανθρώπους. Υπάρχουν δεσμεύσεις, συναισθήματα, ένας γάμος και, πίσω από όλα αυτά, συνέπειες που μπορεί να αγγίξουν περισσότερους ανθρώπους απ’ όσους βρίσκονται εκείνη τη στιγμή στο ίδιο δωμάτιο. Γι’ αυτό και δεν βιαζόταν.Καταλάβαινε πως η προσέγγιση μιας γυναίκας που έχει ήδη μια ζωή δεν είναι υπόθεση μιας επίμονης ατάκας ή μιας στιγμιαίας παρόρμησης. Χρειάζεται
χρόνο, λεπτότητα και πάνω απ’ όλα, να καταλάβεις τι πραγματικά συμβαίνει απέναντί σου.
Και ο Λέανδρος είχε καταλάβει κάτι. Η Ηρώ δεν χρειαζόταν να της υποσχεθεί έναν καινούργιο κόσμο.
Χρειαζόταν να αισθανθεί ότι, κοντά του, υπήρχε ένας διαφορετικός κόσμος. Ένας κόσμος όπου την έβλεπαν όχι μόνο όπως ήταν μέσα στην καθημερινότητά της, αλλά όπως ίσως ήθελε βαθιά μέσα της να ξαναδεί τον εαυτό της.
Και αυτό ακριβώς έκανε την κατάσταση τόσο επικίνδυνη. Γιατί όταν ένας άνθρωπος αισθάνεται ότι κάποιος άλλος αγγίζει μια πλευρά του εαυτού του που είχε μείνει για καιρό σιωπηλή, η λογική μπορεί να συνεχίζει να προειδοποιεί.
Η επιθυμία, όμως, έχει ήδη αρχίσει να απαντά. Ο Λέανδρος είχε καταλάβει κάτι που θεωρούσε σημαντικό. Δεν πίστευε ότι η Ηρώ θα μπορούσε να παρασυρθεί απλώς και μόνο επειδή ένας άνδρας τής έδειχνε ότι τη βρίσκει ελκυστική. Για να αποκτήσει πραγματικό βάρος η παρουσία του στη ζωή της, έπρεπε να της προσφέρει κάτι που εκείνη θα αισθανόταν πως της έλειπε.
Να την κάνει να αισθανθεί όμορφη. Πολύτιμη. Ξεχωριστή. Και, κυρίως, να αισθανθεί ότι κάποιος την έβλεπε πραγματικά.
Γι’ αυτό δεν βιάστηκε. Με λεπτότητα, χωρίς να αποκαλύπτει εξαρχής όλες τις προθέσεις του, άρχισε να παρατηρεί. Να ακούει. Να προσέχει τις αντιδράσεις της. Αναζητούσε περισσότερο τα δυνατά σημεία της μεταξύ τους σχέσης παρά τις αδυναμίες της προσέγγισης του, ενώ ταυτόχρονα προσπαθούσε να καταλάβει τι ακριβώς συνέβαινε μέσα στον γάμο της.
Δεν ήθελε να την πιέσει.Ήθελε να καταλάβει. Και αυτό απαιτούσε χρόνο.Το «αφήνω τα πράγματα να πάρουν τον χρόνο τους» δεν ήταν γι’ αυτόν αδράνεια. Ήταν στρατηγική υπομονής. Μια αποδοχή ότι ορισμένες σχέσεις δεν μπορούν να εξαναγκαστούν να εξελιχθούν. Χρειάζονται χώρο, χρόνο και κυρίως εμπιστοσύνη.
Και η εμπιστοσύνη δεν ήρθε αμέσως. Χτίστηκε σταδιακά. Με μικρές καθημερινές συμπεριφορές. Με κουβέντες που δεν έμεναν μόνο στα πρακτικά του κτήματος. Με στιγμές όπου η Ηρώ μπορούσε να μιλήσει χωρίς να φοβάται ότι θα κριθεί.
Με τη δική του διάθεση να ακούει χωρίς πάντοτε να προσπαθεί να δώσει απάντηση. Ύστερα από ένα εύλογο διάστημα είχε δημιουργηθεί ανάμεσά τους κάτι περισσότερο από μια καλή επαγγελματική σχέση. Είχε δημιουργηθεί αμοιβαία εμπιστοσύνη.
Και αυτό ήταν το πραγματικό θεμέλιο. Πάνω σ’ αυτό άρχισαν να μιλούν για σκέψεις, ανάγκες, επιθυμίες, φόβους. Όχι απαραίτητα με ευθείες εξομολογήσεις. Πολλά πράγματα λέγονταν πλαγίως, μέσα από μια φράση, μια παύση, έναν αναστεναγμό.
Ο Λέανδρος άρχισε έτσι να ανιχνεύει τον εσωτερικό κόσμο της. Ήθελε να καταλάβει τι νοσταλγούσε. Τι είχε χάσει. Τι περίμενε κάποτε από τη ζωή και δεν είχε βρει. Και όσο περισσότερο την άκουγε, τόσο περισσότερο σχηματιζόταν μέσα του η εικόνα μιας γυναίκας που είχε μάθει να αντέχει. Η Ηρώ δεν ήταν άνθρωπος που συνήθιζε να εκθέτει εύκολα τον πόνο της. Κρατούσε πολλά μέσα της. Δεν ήθελε να επιβαρύνει την οικογένειά της. Συνέχιζε την καθημερινότητα, φρόντιζε τις υποχρεώσεις της, έκανε αυτό που έπρεπε να κάνει και προχωρούσε.Μόνο που η σιωπηλή αντοχή, όταν διαρκεί πολύ, μπορεί να γίνει τρόπος ζωής. Και τότε κανείς απ’ έξω δεν βλέπει εύκολα πόσο κουρασμένος είναι ο άνθρωπος που συνεχίζει να χαμογελά.
Ο Λέανδρος άρχισε να αντιλαμβάνεται πίσω από τη συγκροτημένη γυναίκα μια άλλη Ηρώ. Μια γυναίκα που ασφυκτιούσε. Μια γυναίκα που είχε ανάγκη να εκφράσει πράγματα τα οποία για χρόνια έμεναν ανείπωτα. Μια γυναίκα που ίσως είχε ξεχάσει πώς είναι να αισθάνεσαι ότι κάποιος σε κοιτάζει όχι επειδή είσαι σύζυγος, μητέρα ή υπεύθυνη για ένα σπίτι, αλλά επειδή είσαι εσύ.
Και κάπου εκεί, μέσα στην εσωτερική της σιωπή, υπήρχε και ο ερωτισμός.
Όχι ως κάτι που εκδηλωνόταν απαραίτητα φανερά. Περισσότερο σαν μια υπόγεια παρουσία. Μια αύρα που δεν χρειαζόταν να ειπωθεί για να γίνει αντιληπτή.
Η θηλυκότητα της δεν είχε εξαφανιστεί επειδή η καθημερινότητά της ήταν δύσκολη. Ίσως, αντίθετα, να είχε γίνει ακόμη πιο έντονη ακριβώς επειδή παρέμενε ανεκπλήρωτη. Ο Λέανδρος, φυσικά, την αντιλαμβανόταν. Και ίσως γι’ αυτό η έλξη του μεγάλωνε.
Δεν έβλεπε μόνο μια όμορφη γυναίκα.
Έβλεπε μια γυναίκα που πάλευε μέσα της. Από τη μια πλευρά η επιθυμία.Από την άλλη η ενοχή.
Από τη μια η ανάγκη να ξαναβρεί ένα κομμάτι του εαυτού της. Από την άλλη οι δεσμεύσεις, οι αξίες και ο γάμος της. Ήταν μια σύγκρουση που δεν χρειαζόταν να του την ομολογήσει. Την έβλεπε στις
στιγμές σιωπής, στις μικρές υπαναχωρήσεις, στον τρόπο με τον οποίο άλλοτε πλησίαζε και άλλοτε ξαφνικά δημιουργούσε απόσταση. Και ο ίδιος είχε ακούσει από τον πνευματικό του μια σκέψη που είχε μείνει μέσα του.
Η σεξουαλική επιθυμία, ως μέρος της ανθρώπινης φύσης και της δημιουργίας, δεν είναι από μόνη της αμαρτία. Το ζήτημα αρχίζει όταν η επιθυμία αποσπάται από τα όρια και τις ευθύνες που ο ίδιος ο άνθρωπος έχει επιλέξει να αναλάβει. Αυτό το σκεπτικό έκανε ακόμη πιο περίπλοκη την κατάσταση που έβλεπε μπροστά του.
Γιατί η Ηρώ δεν έμοιαζε να στερείται επιθυμίας. Έμοιαζε να στερείται χώρου για να την εκφράσει. Και ο ανεκπλήρωτος ερωτισμός της είχε αρχίσει να γίνεται διάχυτος.
Όχι κάτι που έκανε επίτηδες. Περισσότερο μια αίσθηση που εξέπεμπε ολόκληρη η παρουσία της. Και ο Λέανδρος την αισθανόταν. Ίσως γι’ αυτό η έλξη του είχε πάψει πλέον να είναι απλώς σωματική. Είχε αρχίσει να τον ενδιαφέρει η γυναίκα πίσω από την επιθυμία. Και αυτό, τελικά, ήταν που έκανε την κατάσταση πολύ πιο επικίνδυνη.
Γιατί όταν η έλξη συναντά την εμπιστοσύνη, η απόσταση ανάμεσα σε δύο ανθρώπους μπορεί να μικρύνει πολύ γρήγορα. Ακόμη κι όταν και οι δύο γνωρίζουν ότι δεν θα έπρεπε.»
Αυτή την έντονη προσωπικότητα της Ηρώς την έβλεπε ο Λέανδρος σαν ένα είδος κουμπιού εκκίνησης. Ένα κουμπί που, αν κάποτε το πατούσε η ίδια, θα μπορούσε να ξεκινήσει κάτι που μέχρι τότε παρέμενε απλώς υπαινιγμός, έλξη, μια δυνατότητα που αιωρούνταν ανάμεσά τους. Το ερώτημα, όμως, δεν ήταν μόνο τι επιθυμούσε ο ίδιος. Τι χρειαζόταν άραγε η Ηρώ από μια σχέση; Τι ήταν εκείνο που θα ήθελε να πάρει και δεν το έπαιρνε από τον σύντροφό της; Τι της έλειπε πραγματικά; Ήταν η τρυφερότητα; Η αναγνώριση; Η αίσθηση ότι κάποιος την πρόσεχε ως γυναίκα και όχι μόνο ως σύζυγο, μητέρα και άνθρωπο που φρόντιζε τους πάντες; Αυτά ήταν τα θέματα που, κατά τη δική του σκέψη, έπρεπε κάποτε να κουβεντιάσουν. Να βρουν κάπου στη μέση εκείνη τη χρυσή τομή, την ισορροπία όπου όσα δίνει κανείς δεν αισθάνεται ότι χάνονται, αλλά ανταποκρίνονται σε κάτι που παίρνει πίσω. Γιατί, αν υπήρχε ποτέ κάτι ανάμεσα τους, ο Λέανδρος δεν ήθελε τουλάχιστον έτσι το έλεγε στον εαυτό του, να μοιάζει με απλή αρπαγή μιας ευκαιρίας. Ήθελε να πιστεύει πως θα ήταν μια σχέση στην οποία και οι δύο θα έβρισκαν κάτι που τους έλειπε.
Το κλειδί, λοιπόν, ήταν η υπομονή. Και η κλειδαριά; Η ίδια η Ηρώ.
Ο Λέανδρος ήξερε να περιμένει. Δεν βιαζόταν. Καταλάβαινε πως η επιθυμία, όταν πιέζεται, κλείνεται ακόμη περισσότερο στον εαυτό της. Ενώ όταν της αφήσεις χώρο, χρόνο και την αίσθηση ότι μπορεί να επιλέξει, ενδέχεται κάποτε να βρει μόνη της τον δρόμο προς την επιφάνεια. Στο μυαλό του, η σεξουαλική αφύπνιση μιας γυναίκας δεν ήταν απλώς ένα ερωτικό γεγονός. Ήταν μέρος μιας πολύ μεγαλύτερης αλλαγής που είχε συντελεστεί στη θέση της γυναίκας μέσα στην κοινωνία.
Ήταν η εποχή της σεξουαλικής επανάστασης. Οι γυναίκες αμφισβητούσαν όλο και περισσότερο τους παραδοσιακούς ρόλους που τους είχαν αποδοθεί και, μέσα από το φεμινιστικό κίνημα, διεκδικούσαν όχι μόνο κοινωνική και οικονομική αυτονομία, αλλά και το δικαίωμα να ορίζουν οι ίδιες το σώμα και την ερωτική τους ζωή. Η σεξουαλικότητα έπαυε σταδιακά να θεωρείται αποκλειστικά συνδεδεμένη με την αναπαραγωγή. Η ευχαρίστηση αναγνωριζόταν ως θεμιτή ανθρώπινη ανάγκη και όχι ως προνόμιο των ανδρών. Και η διάδοση του αντισυλληπτικού χαπιού είχε αλλάξει ουσιαστικά τους όρους μέσα στους οποίους πολλές γυναίκες μπορούσαν πλέον να αντιμετωπίζουν την ερωτική τους ζωή, περιορίζοντας τον φόβο μιας ανεπιθύμητης εγκυμοσύνης.
Για τον Λέανδρο, όλα αυτά δεν ήταν απλώς ιστορικές πληροφορίες. Ήταν ιστορίες.Ιστορίες που διηγούνταν στην Ηρώ σαν μικρές αφηγήσεις από έναν κόσμο που εκείνη γνώριζε ελάχιστα. Δεν της έκανε διάλεξη. Δεν της έλεγε τι έπρεπε να πιστέψει. Της άνοιγε απλώς πόρτες στη σκέψη και την άφηνε να αποφασίσει μόνη της αν ήθελε να περάσει το κατώφλι. Οι κουβέντες αυτές έμεναν μέσα της. Σαν άγνωστα μονοπάτια χαραγμένα πάνω σε έναν αρχαίο χάρτη.
Τα πλησίαζε με αμηχανία και περιέργεια, αλλά και με φόβο. Γιατί κάθε καινούργια σκέψη που γεννιόταν μέσα της έμοιαζε ταυτόχρονα με αποκάλυψη και απειλή. Κάποια στιγμή, όμως, όταν οι πειρασμοί είχαν πάψει να είναι απλώς θεωρητικοί και η παρουσία του Λέανδρου είχε αποκτήσει μέσα της μια διαφορετική βαρύτητα, άρχισε να αλλάζει και ο τρόπος με τον οποίο έβλεπε τα πράγματα.
Ίσως, σκεφτόταν, να μην ερχόταν και το τέλος του κόσμου αν μια γυναίκα έκανε κάποτε ένα ερωτικό παραστράτημα. Ίσως μια τέτοια πράξη να μην σήμαινε υποχρεωτικά και το τέλος ενός γάμου.
Ίσως, τελικά, ένας άνθρωπος να μπορούσε να κάνει ένα λάθος ή να ακολουθήσει μια επιθυμία, χωρίς να γκρεμίσει μονομιάς ολόκληρη τη ζωή που είχε χτίσει.
Δεν ήταν ακόμη απόφαση. Ήταν περισσότερο μια σκέψη που, έχοντας βρει μια χαραμάδα, άρχιζε να
μεγαλώνει. Και όσο μεγάλωνε, τόσο λιγότερο τρομακτική της φαινόταν. Η Ηρώ, άλλωστε, ήταν μια όμορφη γυναίκα. Καστανή, με γκρίζο-μελί μάτια και ένα υπέροχο στόμα, που ακόμη και όταν το σκίαζε η θλίψη παρέμενε ελκυστικό. Και κάθε φορά που έπαιρνε μια απογοήτευση από τον γάμο της κάτι που, όπως συμβαίνει στους περισσότερους γάμους, δεν ήταν δα και σπάνιο δάγκωνε τα χείλη της.
Ίσως από θυμό. Ίσως για να συγκρατήσει μια κουβέντα.Ίσως για να μην αφήσει να φανεί η απογοήτευσή της. Ο καθένας, βλέπεις, τιμωρεί τον εαυτό του όπως μπορεί.
Κι εκείνη, χωρίς να το αντιλαμβάνεται ακόμη, είχε αρχίσει να αναρωτιέται αν η ζωή της θα μπορούσε κάποτε να είναι κάτι περισσότερο από μια διαρκής άσκηση στην αυτοσυγκράτηση.
Το ερωτικό κλίμα είχε πλέον καλλιεργηθεί μέσα σε μια ατμόσφαιρα όπου η έλξη είχε αρχίσει να λειτουργεί σαν ένα ιδιότυπο «σεξουαλικό νόμισμα». Η Ηρώ ένιωθε όλο και πιο έντονα τη σωματική διέγερση, την αμοιβαία έλξη, το πάθος και εκείνη τη δύσκολη να αγνοηθεί επιθυμία που την τραβούσε προς τον Λέανδρο. Τα ταμπού, όμως, εξακολουθούσαν να υπάρχουν. Ήταν οι αόρατες απαγορεύσεις που είχε κουβαλήσει μαζί της μια ολόκληρη ζωή: ο γάμος, η κοινωνική εικόνα, η έννοια της συζυγικής πίστης, οι ενοχές, αλλά και εκείνη η βαθύτερη πεποίθηση πως μια γυναίκα οφείλει να συγκρατεί τις επιθυμίες της περισσότερο απ’ όσο ένας άνδρας.
Και ακριβώς επειδή όλα αυτά παρέμεναν στη θέση τους, η επιθυμία της αποκτούσε κάτι το ριψοκίνδυνο. Το ήξερε. Κι όμως, το παιχνίδι είχε ήδη αρχίσει να παίζεται. Δεν μπορούσε πλέον να προσποιείται ότι δεν συνέβαινε τίποτε. Κάτι μέσα της είχε ξυπνήσει και την συνέπαιρνε. Κάθε κουβέντα με τον Λέανδρο, κάθε βλέμμα, κάθε μικρή στιγμή οικειότητας έμοιαζε να προσθέτει
ακόμη έναν κρίκο σε μια αλυσίδα που δεν είχε καταλάβει πότε ακριβώς άρχισε να τη δένει.
Ο Λέανδρος, από την πλευρά του, ήταν ολοένα πιο αισιόδοξος.Πίστευε πως ήταν θέμα χρόνου.
Τα σημάδια που έβλεπε ή νόμιζε πως έβλεπε, του έλεγαν ότι τα συναισθήματά της ήταν ήδη εκεί. Η Ηρώ δεν ήταν αδιάφορη. Δίσταζε, φοβόταν, έκανε πίσω, ξαναπλησίαζε. Και η αντίσταση της, στα δικά του μάτια, δεν έμοιαζε πια με άρνηση, αλλά με την τελευταία μάχη ανάμεσα σε αυτό που επιθυμούσε και σε αυτό που πίστευε ότι έπρεπε να κάνει.Ίσως, έλεγε μέσα του, να πάλευε ακόμη «για την τιμή των
όπλων». Να διατηρήσει τα προσχήματα. Να μπορεί κάποτε να πει στον εαυτό της ότι δεν παραδόθηκε εύκολα. Ότι αντιστάθηκε όσο μπορούσε. Ότι δεν εγκατέλειψε αμέσως τις αρχές της, αλλά χρειάστηκε πρώτα να αναμετρηθεί μαζί τους. Και πράγματι, εκείνες οι τελευταίες άμυνες της Ηρώς άρχιζαν να μοιάζουν περισσότερο με εσωτερική σύγκρουση παρά με πραγματική άρνηση της επιθυμίας.
Δεν ήταν θέμα βίας ούτε εξαναγκασμού. Ήταν η δυσκολία να αποδεχτεί αυτό που ήδη ένιωθε.
Γιατί άλλο πράγμα είναι να επιθυμείς κάτι και άλλο να επιτρέψεις στον εαυτό σου να το παραδεχτεί.
Η Ηρώ βρισκόταν ακριβώς εκεί. Στο μεταίχμιο. Από τη μια πλευρά ήταν η ζωή που είχε χτίσει, οι δεσμεύσεις της, η εικόνα που είχε για τον εαυτό της και η ανάγκη να αισθάνεται ότι εξακολουθεί να κρατά το τιμόνι. Από την άλλη ήταν μια επιθυμία που δεν έμοιαζε πια με περαστικό πειρασμό. Είχε αποκτήσει πρόσωπο, φωνή και παρουσία. Είχε αποκτήσει τον Λέανδρο. Και όσο περισσότερο προσπαθούσε να την αγνοήσει, τόσο περισσότερο καταλάβαινε ότι η πραγματική μάχη δεν γινόταν πια ανάμεσα σε εκείνη και τον Λέανδρο.
Γινόταν μέσα της. Ανάμεσα στη γυναίκα που είχε μάθει να είναι και στη γυναίκα που ανακάλυπτε σιγά-σιγά ότι μπορούσε να γίνει. Γι’ αυτό και, αν κάποτε επέλεγε να προχωρήσει, η επιλογή αυτή δεν θα είχε αξία επειδή κάποιος την «νίκησε». Θα είχε αξία ακριβώς επειδή, ύστερα από όλη αυτή την εσωτερική
πάλη, θα ήταν δική της. Μια συνειδητή απόφαση. Όχι μια εύκολη υποχώρηση, αλλά η αποδοχή μιας επιθυμίας που είχε πλέον πάψει να μπορεί να κρυφτεί ακόμη και από την ίδια.
Και ο Λέανδρος το καταλάβαινε. Ή τουλάχιστον πίστευε πως το καταλάβαινε. Γι’ αυτό περίμενε. Γιατί ήξερε πως μερικές πόρτες δεν ανοίγουν όταν τις πιέζεις. Ανοίγουν όταν ο άνθρωπος που βρίσκεται από την άλλη πλευρά αποφασίσει μόνος του να γυρίσει το κλειδί.
Ο Λέανδρος ήταν πλέον αρκετά αισιόδοξος. Πίστευε πως, όταν θα ερχόταν η στιγμή να κάνει το ερωτικό του κάλεσμα, η Ηρώ δεν θα του προέβαλλε ουσιαστική αντίσταση. Όχι επειδή θεωρούσε ότι μπορούσε να την υποχρεώσει σε κάτι, αλλά επειδή πίστευε πως η δική της επιθυμία είχε ήδη διανύσει μεγάλο μέρος της διαδρομής. Δεν περίμενε ένα παρατεταμένο παιχνίδι διεκδίκησης και άρνησης.
Φανταζόταν πως, όταν θα έφτανε εκείνη η στιγμή, η Ηρώ θα άφηνε επιτέλους στην άκρη τους δισταγμούς και τις αναστολές της και θα του έδινε καθαρά να καταλάβει ότι τον επιθυμούσε κι εκείνη.
Αυτό, βέβαια, ήταν η δική του ανάγνωση. Γιατί μέσα στην Ηρώ συνεχιζόταν μια άλλη μάχη. Μια πάλη ανάμεσα σε δύο αντίθετες πλευρές του εαυτού της. Από τη μια η γυναίκα που φοβόταν τις συνέπειες, που ήθελε να προστατεύσει τον γάμο της, την υπόληψη της και την εικόνα που είχε για τον εαυτό της. Από την άλλη η γυναίκα που είχε αρχίσει να ανακαλύπτει μια επιθυμία την οποία δεν μπορούσε πλέον να προσποιείται ότι δεν αισθανόταν. Και τότε ο Λέανδρος θυμόταν εκείνη την παλιά παραβολή με τους δύο λύκους.
Ένας γέρος εξηγεί στον εγγονό του πως μέσα σε κάθε άνθρωπο μαίνεται μια μάχη ανάμεσα σε δύο λύκους. Ο ένας αντιπροσωπεύει όσα μας τραβούν προς τον φόβο, την ενοχή και την αυτοσυγκράτηση. Ο άλλος όσα μας ωθούν προς την επιθυμία, τη δύναμη και τη ζωή.
«Και ποιος λύκος θα νικήσει;» ρωτά ο εγγονός.
Αυτός που ταΐζεις.»
Ο Λέανδρος δεν ήξερε ποιον από τους δύο τάιζε περισσότερο η Ηρώ.Ίσως ούτε η ίδια το γνώριζε ακόμη.
Οι δικές του σεξουαλικές φαντασιώσεις, πάντως, είχαν πλέον αποκτήσει απόλυτη καθαρότητα. Δεν ήταν πια αόριστες εικόνες ούτε απλοί υπαινιγμοί. Είχαν πάρει μορφή, πρόσωπο και χαρακτήρα.
Και το πρόσωπο ήταν εκείνο της Ηρώς.
Τη φανταζόταν διαφορετική απ’ ό,τι την έβλεπε στην καθημερινότητά τους. Στη φαντασία του μεταμορφωνόταν σε μια απόλυτα γοητευτική γυναίκα, μια femme fatale που γνώριζε τη δύναμη της γοητείας της και δεν φοβόταν να τη χρησιμοποιήσει.Τη φανταζόταν να τον πλησιάζει εκείνη.Να τον κοιτάζει με εκείνο το βλέμμα που δεν αφήνει πολλά περιθώρια παρερμηνείας. Να τον ελκύει, να τον παρασύρει, να αντιστρέφει τους ρόλους και να γίνεται εκείνη η διεκδικήτρια.
Και τότε, στη δική του φαντασία, ο κυνηγός και το θήραμα άλλαζαν θέση. Εκείνος παραδινόταν στη γοητεία της. Όχι επειδή εκείνη τον εξανάγκαζε, αλλά επειδή επιθυμούσε να αφεθεί. Η φαντασία του τροφοδοτούσε ένα ερωτικό πάθος που είχε καιρό να νιώσει. Ήταν σαν να είχε ξαναβρεί μέσα του μια ένταση που είχε καταλαγιάσει κάτω από τη συνήθεια, την καθημερινότητα και τα χρόνια.
Μια αγριάδα. Όχι την αγριάδα της επιβολής, αλλά εκείνη την πρωτόγονη και αυθεντική δύναμη του πόθου που είχε σχεδόν ξεχάσει ότι υπήρχε μέσα του.
Ήθελε την Ηρώ με πάθος. Αλλά, βαθύτερα από αυτό, ήθελε να νιώσει ότι τον επέλεγε. Να δει τη δική της επιθυμία να βγαίνει από τη σκιά και να συναντά τη δική του. Να μην είναι μια γυναίκα που απλώς παρασύρθηκε, αλλά μια γυναίκα που, ύστερα από όλη εκείνη την εσωτερική πάλη, αποφάσισε να κάνει ένα βήμα προς το μέρος του.
Γι’ αυτό και η φαντασίωση του, όσο έντονη κι αν ήταν, δεν είχε μέσα της την επιβολή. Είχε την κατάκτηση με την παλιά, ερωτική σημασία της λέξης: να κερδίσει την καρδιά της, να αγγίξει το μυαλό της, να γίνει εκείνος ο άνθρωπος που θα της επέτρεπε να αισθανθεί ξανά γυναίκα, χωρίς να χρειάζεται να απολογείται για την επιθυμία της.Και ίσως αυτό ήταν που τον γοήτευε περισσότερο.
Όχι η ιδέα ότι θα μπορούσε να την έχει. Αλλά η ιδέα ότι θα μπορούσε κάποτε να τον επιλέξει.
....«Κάνω υπομονή, μωράκι μου… Κάνω υπομονή, γιατί μου έχεις κάνει τέτοια μάγια, που από την πρώτη στιγμή που σε συνάντησα σε ερωτεύτηκα τρελά. Και νιώθω πως αυτός ο παράφορος έρωτας, αργά ή γρήγορα, θα σε παρασύρει κι εσένα. Δεν μπορώ να καταπιώ αυτό που μου ξυπνάς μέσα μου.
Ο πόθος μου για σένα έχει κολλήσει πάνω μου. Δεν περνάει. Δεν υποχωρεί. Όσο προσπαθώ να τον βάλω στην άκρη, τόσο περισσότερο επιστρέφει. Σε βρίσκω απίστευτα ελκυστική. Ερεθιστική. Και ίσως αυτό ακριβώς είναι που με τρομάζει περισσότερο. Γιατί είσαι παντρεμένη. Ξέρω πολύ καλά τι
σημαίνει αυτό. Λένε πως το να πλησιάζεις μια παντρεμένη γυναίκα με σκοπό να αρχίσεις μαζί της μια ερωτική σχέση είναι μια πράξη ηθικά αμφισβητήσιμη. Και έχουν λόγους να το λένε. Μπορεί να υπάρξουν συνέπειες για μένα, για σένα, για τον γάμο σου, για την οικογένειά σου. Δεν είμαι αφελής. Τα καταλαβαίνω.
Κι όμως…Μέσα μου υπάρχει μια άλλη φωνή που επιμένει πως, αν κάποτε αφεθούμε ο ένας στον άλλον, αυτό που θα ζήσουμε θα είναι δυνατό. Πολύ δυνατό. Ίσως γι’ αυτό με τραβάει τόσο.Ο απαγορευμένος έρωτας έχει κάτι που ο νόμιμος δεν το έχει πάντα. Την προσμονή. Το ρίσκο. Τη
μυστικότητα. Εκείνη την αίσθηση πως κάθε στιγμή μαζί αποκτά μεγαλύτερη αξία ακριβώς επειδή δεν είναι αυτονόητη.
Πόσα βράδια αξημέρωτα θα ήθελα να ζήσουμε μαζί…Κι όμως, δεν θέλω να σου χαλάσω τη ζωή.
Αυτό είναι το παράξενο. Σε θέλω, αλλά δεν θέλω να σε κάνω να εγκαταλείψεις την οικογένειά σου. Δεν θέλω να σε βάλω μπροστά σε ένα δίλημμα που δεν διάλεξες. Δεν θέλω να γίνω ο άνθρωπος που θα γκρεμίσει κάτι που έχεις χτίσει τόσα χρόνια.Σε νοιάζομαι. Και ίσως ακριβώς γι’ αυτό δυσκολεύομαι να κάνω το πρώτο βήμα. Γιατί ξέρω πως κάποιος πρέπει να το κάνει. Κι εγώ το αναβάλλω.Κάθε φορά περιμένω την κατάλληλη στιγμή. Μια στιγμή που θα μου δώσει την ευκαιρία να σου μιλήσω ανοιχτά, χωρίς να σε αιφνιδιάσω, χωρίς να σε πιέσω. Μια ειλικρινής κουβέντα θα αρκούσε. Να σου πω τι νιώθω και να σε αφήσω να μου πεις τι νιώθεις εσύ. Αν με επιθυμείς, θα το καταλάβω. Αν φοβάσαι, θα το καταλάβω κι αυτό. Κι αν μου πεις όχι, θα πρέπει να το σεβαστώ.
Γιατί άλλο πράγμα είναι να διεκδικείς έναν άνθρωπο κι άλλο να αρνείσαι το δικαίωμά του να επιλέξει.
Και όμως, μέσα μου υπάρχει ακόμη η ελπίδα ότι μπορεί να θέλεις κι εσύ. Ίσως να φοβάσαι περισσότερο τις συνέπειες παρά την ίδια την επιθυμία. Ίσως να σκέφτεσαι τι θα πει ο κόσμος, μήπως κάποιος σε δει, μήπως μια απροσεξία γίνει κουβέντα, μήπως χάσεις την υπόληψή σου. Και το καταλαβαίνω.Η κοινωνία συγχωρεί πολλά στους ανθρώπους, αλλά δεν συγχωρεί πάντα τα ίδια πράγματα σε μια γυναίκα. Γι’ αυτό δεν θέλω να μαντεύω. Θέλω να σε ακούσω. Γιατί στο τέλος, όσο
κι αν έχω πλάσει μέσα στο μυαλό μου αυτή την ιστορία, μόνο εσύ ξέρεις τι πραγματικά συμβαίνει μέσα σου.
Κι αν υπάρχει μέσα σου ένας δρόμος που οδηγεί προς εμένα, θέλω να τον διαλέξεις εσύ. Όχι επειδή σε παρέσυρα. Όχι επειδή σε πίεσα. Αλλά επειδή, κάποια στιγμή, κοίταξες μέσα σου και αποφάσισες πως θέλεις να έρθεις.»
Όταν ο Λέανδρος σκεφτόταν την Ηρώ, οι σκέψεις του δεν είχαν τη μορφή οργανωμένου συλλογισμού. Δεν κάθονταν η μία δίπλα στην άλλη, τακτοποιημένες και λογικές. Ήταν περισσότερο μια μάζα από εικόνες, επιθυμίες, φόβους και προσδοκίες που συγκεντρώνονταν μέσα του και τον έπνιγαν. Ένιωθε χαμένος μέσα σε μια εσωτερική φυλακή των ίδιων του των επιθυμιών. Και δέσμιος τους. Μόνο η σκέψη ότι θα μπορούσε κάποτε να ξεπεράσει τους ενδοιασμούς του δεν του προκαλούσε απλώς δισταγμό. Του προκαλούσε έναν παράξενο, σχεδόν ηδονικό αναβρασμό. Η αβεβαιότητα αντί να τον αποθαρρύνει, τον αναστάτωνε ακόμη περισσότερο.Κι αν αποτύγχανε;Παράξενο πράγμα.Η πιθανότητα της αποτυχίας, αντί να λειτουργεί ως φρένο, γινόταν μέρος της έλξης. Το ρίσκο μετατρεπόταν σε προσωπική πρόκληση. Όσο περισσότερο καταλάβαινε ότι υπήρχε κάτι που μπορούσε να χάσει, τόσο περισσότερο ένιωθε την ανάγκη να δοκιμάσει.Ίσως τελικά αυτό να ήταν το πιο
επικίνδυνο σημείο.Δεν φοβόταν μόνο την απόρριψη.Άρχιζε να φοβάται μήπως δεν τολμήσει ποτέ.
«Ηρώ…» Το όνομά της έβγαινε από τα χείλη του σχεδόν ψιθυριστά.Και ο ψίθυρος γινόταν σκέψη. Η σκέψη εικόνα. Και η εικόνα, πάθος. Μέσα του άρχιζε να σχηματίζεται ένας ολόκληρος κόσμος όπου οι αναστολές έπεφταν η μία μετά την άλλη και εκείνος μπορούσε επιτέλους να της προσφέρει όλο εκείνο το πάθος που είχε συσσωρεύσει μέσα του. Την ήθελε με μια ένταση που τον τρόμαζε.
Τη φανταζόταν να αφήνεται στη δική της επιθυμία, να ανταποκρίνεται στη δική του και οι δυο τους να
χάνονται για λίγο από τον κόσμο που τους περιέβαλλε. Και τότε οι σκέψεις του γίνονταν αχαλίνωτες.
Δεν χρειαζόταν προσπάθεια για να τις γεννήσει. Ερχόντουσαν μόνες τους, φυσικά, σχεδόν αυτόματα, με μια ένταση που δεν του άφηνε χρόνο να τις φιλτράρει.Ήταν σαν νερό που ανεβαίνει αργά και, πριν προλάβεις να το αντιληφθείς, έχει καλύψει τα πάντα.Ο Λέανδρος βρισκόταν πλέον ακριβώς εκεί. Στο σημείο όπου η επιθυμία παύει να είναι απλώς σκέψη και γίνεται εσωτερική παρόρμηση.
Η Εριφύλη, ακούγοντας την αφήγηση της ξαδέλφης της, έμεινε για λίγο σιωπηλή. Ύστερα την κοίταξε
με εκείνο το βλέμμα που συνδύαζε απορία, διασκέδαση και μια σαφή προειδοποίηση.
«Τι ανάρμοστες σεξουαλικές φαντασιώσεις είναι αυτές που κάθεσαι και ξεφουρνίζεις; Σοβαρέψου, ξαδέλφη!»
Η Άλκηστις χαμογέλασε, αλλά η Εριφύλη δεν είχε τελειώσει. «Τα περισσότερα απ’ όσα λες είναι αποκυήματα της φαντασίας σου. Παραμύθια. Άπιαστα όνειρα. Γίνονται αυτά που μου λες; Ξεφουρνίζεις αβασάνιστα και τη μία υπερβολή μετά την άλλη, σαν να βγάζεις ζεστά ψωμιά από τον φούρνο!» Σταμάτησε για λίγο και την κοίταξε πιο σοβαρά. «Δηλαδή στ’ αλήθεια σου πέρασε από το μυαλό ότι η Ηρώ κεράτωνε τον άντρα της;»
Η Άλκηστις ανασήκωσε τους ώμους.
Η Εριφύλη όμως συνέχισε. «Δεν μου φαίνεται καθόλου ο τύπος της γυναίκας που θα έκανε τέτοια πράγματα στα νιάτα της. Όλος ο κόσμος την ήξερε σαν μια σοβαρή νοικοκυρά, μια γυναίκα που αγωνιζόταν με ζήλο για την οικογένειά της. Τη δουλειά της κοιτούσε, τον άντρα της, τα παιδιά της.
Κι αν ήταν η γυναίκα, αυτή η κολόνα του σπιτιού τους.» Έκανε μια μικρή παύση. «Και το στεφάνι της το τιμούσε.» Ύστερα χαμογέλασε πλάγια. «Εντάξει, κι ο άντρας της δεν μπορείς να πεις ότι ήταν και χειρότερος από τον Λέανδρο!» Η φράση της είχε μέσα της και χιούμορ, αλλά και κάτι περισσότερο.
Έβαζε όρια. Η Εριφύλη δεν ήθελε να παρασυρθεί από τις υποθέσεις της Άλκηστης. Άλλο η λογοτεχνική ανακατασκευή μιας πιθανής ιστορίας κι άλλο να μετατρέπονται οι εικασίες σε γεγονότα.
«Άκου να σου πω», πρόσθεσε. «Μπορείς να φτιάχνεις όσες ιστορίες θέλεις στο κεφάλι σου. Αλλά
μη μου παρουσιάζεις τη φαντασία σου σαν ιστορικό αρχείο. Δεν ξέρουμε τι έγινε ανάμεσα στους δυο τους. Ξέρουμε μόνο όσα ξέρουμε.»
Η Άλκηστις την κοίταξε για λίγο και ύστερα χαμογέλασε. «Δηλαδή μου απαγορεύεις να κάνω έρευνα;»
«Όχι. Σου απαγορεύω να βγάζεις πορίσματα πριν βρεις τα στοιχεία!»
«Μάλιστα, κυρία εισαγγελέα.»
«Ακριβώς. Και μέχρι να βρεθούν στοιχεία, η Ηρώ παραμένει μια γυναίκα που αγαπούσε την οικογένειά της και ο Λέανδρος ένας γοητευτικός εργοδότης που, σύμφωνα με τη δική σου φαντασία, την κοιτούσε λίγο περισσότερο απ’ όσο έπρεπε.»
Η Άλκηστις γέλασε. «Ε, καλά. Κάτι μου λέει πως το λίγο περισσότερο είναι πολύ φτωχή περιγραφή.»
«Κι εμένα κάτι μου λέει πως εσύ έχεις ήδη γράψει ολόκληρο μυθιστόρημα.»
«Μα δεν το έχω γράψει ακόμη.»
«Αυτό ακριβώς φοβάμαι!»
Η Άλκηστις δεν έχασε χρόνο. Της απάντησε με εκείνο το πονηρό χαμόγελο που προμήνυε πως η συζήτηση δεν είχε τελειώσει ακόμη. «Δηλαδή, ξαδέλφη, το έγκλημα της σκέψης είναι θανάσιμο αμάρτημα;» είπε. «Γι’ αυτό πρέπει να εξαλειφθεί οτιδήποτε μπορεί να οδηγήσει στη διάπραξή του; Κι όποιος υποπέσει σε έγκλημα σκέψης πρέπει να αναμορφωθεί; Να ντραπώ, δηλαδή, επειδή η Ηρώ, εκτός από δυναμική γυναίκα, ξεχώριζε και για την έντονη, ελκυστική και εντυπωσιακή της παρουσία; Επειδή είχε εκείνη τη φυσική θηλυκότητα που δεν χρειαζόταν ιδιαίτερη προσπάθεια για να γίνει αισθητή;» Χαμογέλασε. «Εγώ λέω πως μια γυναίκα μπορεί να είναι και σοβαρή και νοικοκυρά και μάνα και σύζυγος και, ταυτόχρονα, να έχει έντονη ερωτική ζωή. Το ένα δεν ακυρώνει υποχρεωτικά το άλλο.»
«Άλκηστις…»
«Περίμενε, δεν τελείωσα!» Η Άλκηστις πήρε φόρα. «Και μου λες πως δεν είναι ο τύπος της γυναίκας που θα μπορούσε να είχε κάνει τέτοια στα νιάτα της. Αυτό, αγαπητή μου ξαδέλφη, είναι μια πολύ συνηθισμένη μορφή στερεοτυπικής κρίσης. Κρίνουμε τον άνθρωπο από την εικόνα που έχει σήμερα και μετά προβάλλουμε αυτή την εικόνα προς τα πίσω, σαν να ήταν πάντοτε ο ίδιος.»
Η Εριφύλη την άκουγε, χωρίς να την διακόψει.
«Έχουμε μάθει να βάζουμε τους ανθρώπους σε καλούπια. Ο σοβαρός άνθρωπος πρέπει να ήταν πάντα
σοβαρός. Η συντηρητική γυναίκα πρέπει να ήταν πάντα συντηρητική. Η ευσεβής γυναίκα πρέπει να είχε πάντοτε την ίδια ακριβώς συμπεριφορά. Και αν κάποτε ανακαλύψουμε ότι τα πράγματα ήταν διαφορετικά, παθαίνουμε σοκ.» Σήκωσε το δάχτυλο, σαν να παρέδιδε μάθημα. «Ξεχνάμε κάτι πολύ απλό. Ο άνθρωπος αλλάζει. Ωριμάζει. Εξελίσσεται. Κάνει επιλογές, μετανοεί, πειραματίζεται, φοβάται, ξαναρχίζει. Το παρελθόν ενός ανθρώπου δεν είναι υποχρεωτικά αντίγραφο του παρόντος του. Και κυρίως, η κοινωνική εικόνα που εκπέμπει κάποιος δεν μας δίνει αυτομάτως πρόσβαση σε όσα έζησε όταν δεν τον κοιτούσε κανείς.»
«Ααα… εσύ το συνεχίζεις!» είπε η Εριφύλη, γελώντας. «Δεν το βάζεις κάτω με τίποτα!»
«Γιατί έχω και δίκιο.»
«Αυτό δεν το αποφασίζεις εσύ.»
«Εντάξει, εντάξει. Να το πω αλλιώς. Έχω τουλάχιστον επιχείρημα.»
Η Εριφύλη κούνησε το κεφάλι. «Και πιστεύεις πραγματικά πως μια καλή και ευσεβής χριστιανή θα έκανε όλα αυτά που περιγράφεις;» Η φωνή της είχε αλλάξει. Δεν αστειευόταν πια τόσο. «Οι πράξεις στις οποίες αναφέρεσαι έρχονται σε αντίθεση με τις αξίες της χριστιανικής ηθικής. Και σίγουρα δεν ταιριάζουν με την εικόνα μιας πραγματικά ευσεβούς χριστιανής, όπως τυχαίνει να είναι η πεθερά μου.»
Η Άλκηστις την κοίταξε για λίγο και χαμογέλασε. «Βλέπεις; Αυτό ακριβώς λέω.»
«Τι ακριβώς;»«Ότι μόλις έβαλες τη λέξη «ευσεβής», αισθάνθηκες ότι όλα τα υπόλοιπα πρέπει να αποκλείονται.»
«Όχι. Είπα ότι υπάρχουν αξίες και όρια.»
«Κι εγώ λέω ότι μπορεί να υπάρχουν και επιθυμίες που δεν φαίνονται.»
Η Εριφύλη ανασήκωσε τα φρύδια.«Άρα, σύμφωνα με τη θεωρία σου, όλοι κρύβουμε από κάτω έναν δεύτερο εαυτό;»
Η Άλκηστις χαμογέλασε.«Όχι όλοι. Αλλά πολλοί περισσότεροι απ’ όσους φανταζόμαστε.»
«Και η Ηρώ;»
Η Άλκηστις έκανε μια μικρή παύση. «Η Ηρώ; Η Ηρώ, ξαδέλφη μου, είναι ακριβώς ο λόγος που δεν πρέπει να βιαζόμαστε να βγάζουμε συμπεράσματα.»
Η Εριφύλη την κοίταξε δύσπιστα. «Ή ο λόγος που εσύ έχεις βρει άλλη μια ευκαιρία να φτιάξεις ολόκληρο μυθιστόρημα μέσα στο κεφάλι σου.»
«Και τα δύο μπορεί να ισχύουν.»
Και οι δυο γυναίκες γέλασαν.
«Α, ρε ξαδέλφη…» είπε η Άλκηστις και χαμογέλασε πονηρά. «Ο χριστιανισμός, απ’ όσο ξέρω, διδάσκει ότι όλοι οι άνθρωποι είναι ατελείς και επιρρεπείς στα λάθη, ανεξάρτητα από το πόσο πιστοί ή ευσεβείς είναι. Η ευσέβεια δεν κρίνεται μόνο από τις εξωτερικές πράξεις. Έχει να κάνει με την καρδιά, τη στάση ζωής, την πρόθεση. Και στην ανθρώπινη φύση, θρησκευόμενος ή όχι, υπάρχουν πάθη, αδυναμίες, πειρασμοί και η δυνατότητα του λάθους.» Έκανε μια μικρή παύση και πρόσθεσε με το γνωστό της ύφος: «Δεν έχεις ακούσει την παροιμία που λέει πως γίνεται να έχεις και την πούτσα στο μουνί και την ψυχή στον παράδεισο;»
Η Εριφύλη την κοίταξε με μισό χαμόγελο. «Δηλαδή εσύ πιστεύεις πως η Ηρώ, σοβαρή οικογενειάρχης, τίμια, σκληρά εργαζόμενη και με τόσες ευθύνες στην πλάτη της, δεν θα είχε αντίρρηση να προσθέσει στα υπόλοιπα εργασιακά της καθήκοντα και… ιδιαίτερες υπηρεσίες προς το αφεντικό της;»
«Καταλαβαίνω ότι η άποψη μου μπορεί να σου φαίνεται υπερβολική και αβάσιμη από τη δική σου οπτική γωνία», απάντησε η Άλκηστις με ύφος ανθρώπου που ετοιμαζόταν να παρουσιάσει επιστημονική ανακοίνωση. «Εσύ ανήκεις στον στενό οικογενειακό της κύκλο και, φυσικά, έχεις
συναισθηματική σχέση μαζί της. Εγώ, αντιθέτως, ως εξωτερική παρατηρήτρια, δεν έχω ούτε προσωπικές προκαταλήψεις ούτε ιδιαίτερο λόγο να την προστατεύσω από τις υποθέσεις μου.»
«Α, μάλιστα. Εξωτερική παρατηρήτρια!»
«Ακριβώς. Οι σκέψεις μου βασίζονται αποκλειστικά στα διαθέσιμα δεδομένα.»
«Ποια δεδομένα;»
«Αυτά που έχουμε και αυτά που μπορώ να συμπεράνω από αυτά. Αν θεωρείς ότι κάποιο στοιχείο είναι λανθασμένο, θα χαρώ να μου το επισημάνεις ώστε να επανεξετάσω την υπόθεση.»
«Είσαι απίστευτη!»
«Ξαδέλφη, θα σου πω κάτι πολύ απλό. Ποιος νέος άνθρωπος, όταν βρίσκει μπροστά του κάτι που αντιλαμβάνεται ως ερωτική ευκαιρία, το απορρίπτει αυτομάτως;»
«Δεν μιλάμε για οποιονδήποτε άνθρωπο. Μιλάμε για την Ηρώ.»
«Και τι σημαίνει αυτό; Ότι επειδή ήταν σοβαρή γυναίκα δεν είχε επιθυμίες;»
«Δεν είπα αυτό.»
«Το ξέρω. Αλλά εκεί οδηγεί η λογική σου. Το σεξ, αγάπη μου, πάει και με τα νιάτα. Αλλιώς, με τα χρόνια, μπορεί να μείνει κανείς με τη συντροφικότητα, τον καναπέ, την τηλεόραση, τη σούπα και το γιαούρτι με χαμηλά λιπαρά!»
Η Εριφύλη γέλασε.«Είσαι αδιόρθωτη.»
«Και βάλε στην εξίσωση και κάτι ακόμη. Η Ηρώ είχε οικογενειακές υποχρεώσεις. Εργασία, σπίτι, παιδιά. Αν κάποιος της προσέφερε όχι μόνο ερωτική διέξοδο αλλά και την αίσθηση ότι την εκτιμά, ότι τη βλέπει, ότι είναι σημαντική γι’ αυτόν, δεν είναι απίθανο να ένιωθε διχασμένη. Και αν φοβόταν μήπως χάσει και τη δουλειά της, τότε η κατάσταση γινόταν ακόμη πιο περίπλοκη.»
Η Άλκηστις πήρε μια ανάσα και συνέχισε. «Και ο Λέανδρος δεν ήταν κανένα παιδαρέλι. Ήταν δυνατός, εμφανίσιμος, κοσμοπολίτης, έμπειρος άνθρωπος. Είχε μια παρουσία που δύσκολα περνούσε απαρατήρητη. Από την πρώτη στιγμή μπορεί να κατάλαβε ότι απέναντί του είχε μια όμορφη γυναίκα, ίσως πιο συγκρατημένη απ’ όσο έδειχνε, αλλά όχι απαραίτητα αδιάφορη.»
Η Εριφύλη την κοίταξε με δυσπιστία.
«Εσύ έχεις αποφασίσει ήδη ότι υπήρχε σχέση.»
«Εγώ λέω ότι υπήρχε η δυνατότητα μιας σχέσης. Και όσο περισσότερα κομμάτια βάζω δίπλα-δίπλα, τόσο περισσότερο μου φαίνεται ότι η πιθανότητα δεν ήταν καθόλου απίθανη.»
«Φως φανάρι, δηλαδή;»
«Σχεδόν.»
«Και μετά;»
Η Άλκηστις χαμογέλασε. «Μετά, αν πράγματι συνέβη κάτι, δεν θα ήταν απλώς ένα τυχαίο παραστράτημα. Θα μιλούσαμε για μια σχέση που είχε προηγηθεί ψυχολογικά πολύ πριν γίνει ερωτική. Η έλξη, βλέπεις, δεν αρχίζει απαραίτητα με ένα άγγιγμα. Μπορεί να αρχίσει με ένα βλέμμα, μια κουβέντα, μια αίσθηση ότι ο άλλος σε προσέχει διαφορετικά.» Η φωνή της χαμήλωσε. «Και κάπου εκεί μπορεί να ήρθε η άνοιξη.»
«Η άνοιξη;»
«Ναι. Η εποχή που οι άνθρωποι θυμούνται ξαφνικά ότι, εκτός από υποχρεώσεις, έχουν και σώμα.»
Η Εριφύλη κούνησε το κεφάλι. «Και βέβαια εσύ θα το κάνεις και ποίηση στο τέλος.»
«Γιατί όχι;» απάντησε η Άλκηστις γελώντας. «Μπορεί να υπήρξε μεταξύ τους μια αμοιβαία έλξη τόσο δυνατή, ώστε κάποια στιγμή να έπαψαν να την πολεμούν. Εκείνος να της έδειξε με πράξεις ότι την επιθυμούσε και εκείνη, για πρώτη φορά ύστερα από πολύ καιρό, να ένιωσε πως κάποιος την κοιτάζει
όχι μόνο ως σύζυγο, μητέρα ή εργαζόμενη, αλλά ως γυναίκα.»
«Και μετά;»
«Μετά, ξαδέλφη, αν όντως αφέθηκαν ο ένας στον άλλον, θα πρέπει να υπήρχε εκείνο το μείγμα φόβου και χαράς που κάνει έναν απαγορευμένο έρωτα τόσο επικίνδυνα ελκυστικό. Η Ηρώ να αισθάνεται ότι περνά ένα όριο και ταυτόχρονα ότι ανακαλύπτει μια πλευρά του εαυτού της που είχε μείνει για χρόνια κρυμμένη.»
Η Εριφύλη την κοίταξε για λίγο. «Άλκηστις, εσύ δεν κάνεις απλή υπόθεση. Έχεις ήδη σκηνοθετήσει ολόκληρη την ταινία.»
«Δεν φταίω εγώ. Τα στοιχεία με οδηγούν.»
«Τα στοιχεία ή η φαντασία σου;»
Η Άλκηστις χαμογέλασε. «Στην περίπτωσή μου, ξαδέλφη, μερικές φορές συνεργάζονται πολύ καλά.»
«Λοιπόν, δώσε βάση. Να σου διηγηθώ με περισσότερες λεπτομέρειες πώς φαντάζομαι ότι ξεκίνησε και πώς εξελίχθηκε η γνωριμία τους.».
«Μείνε ήσυχη! Δίνω όλη μου την προσοχή! Πώς το λένε; Δώσε προσοχή και άκουσε τα λόγια των σοφών.»
Η Άλκηστις πήρε ύφος ανθρώπου που ετοιμαζόταν να καταθέσει ιστορική μαρτυρία. Δεν είχε βέβαια μπροστά της ημερολόγια, επιστολές ή αυθεντικές μαρτυρίες. Είχε μερικές πληροφορίες, κάποιες μισοειπωμένες κουβέντες, όσα είχε ακούσει από δω κι από κει και, κυρίως, τη δική της αχαλίνωτη φαντασία. Αλλά αυτό δεν την εμπόδιζε καθόλου.
Σαν άλλη ιστορική πηγή, λοιπόν, άρχισε να ανασυνθέτει τα γεγονότα. Και, κατά την άποψή της, το πιο κρίσιμο σημείο δεν ήταν κάποια μεγάλη κουβέντα ούτε κάποια οργανωμένη προσέγγιση. Ήταν η πρώτη ματιά. Εκείνη η ανεπαίσθητη μετατόπιση της ατμόσφαιρας όταν δύο άνθρωποι συναντιούνται τυχαία και, χωρίς ακόμη να ξέρουν τίποτε ο ένας για τον άλλον, κάτι τους κάνει να προσέξουν ο ένας
τον άλλον λίγο περισσότερο απ’ όσο θα επέβαλλαν οι περιστάσεις. Η Άλκηστις το ονόμαζε «αύρα».
Άλλοι θα το έλεγαν έλξη. Άλλοι μαγνητισμό. Κι άλλοι, πιο προσγειωμένοι, απλώς θα έλεγαν ότι κάποιος άρεσε σε κάποιον.
Εκείνη, φυσικά, προτιμούσε την πιο περίπλοκη εκδοχή.«Έχω ακούσει πως όταν ήταν μικρός ο Νικηφόρος και πήγαινε στο σχολείο αγγλικών, είχε συμμαθητή και φίλο έναν ανιψιό του Λέανδρου. Κάποιο απόγευμα, λοιπόν, ο ομορφάντρας πήγε στη σχολή ξένων γλωσσών να πάρει τον ανιψιό του. Και κάπως έτσι έγινε η πρώτη γνωριμία με την Ηρώ. Ήταν η ώρα που εκείνη είχε αναλάβει τον καθαρισμό των αιθουσών.
Και τώρα φαντάσου τη σκηνή...Ο ομορφάντρας μας μπαίνει στο σχολείο και βλέπει μια νεαρή γυναίκα που, κατά τη δική μου αφήγηση τουλάχιστον, έλαμπε μέσα στο λουλουδάτο, ξεμανίκωτο φόρεμά της.
Ήταν πάνω από λόγια όμορφη. Γαϊτανοφρύδα, με μάτια σαν δυο καφέ σμαράγδια και μάγουλα ροδόφυλλα. Το κορμί της στητό, γεμάτο εκείνη τη φυσική ζωντάνια που έχουν οι γυναίκες όταν ακόμη δεν έχουν μάθει να κρύβουν την παρουσία τους. Ψηλή, αγέρωχη, με όμορφη κορμοστασιά και ένα τσεμπέρι στο κεφάλι να συγκρατεί κάπως τα ατίθασα μαλλιά της.
Και τότε, ξαφνικά... Μπαμ!Χτυπήθηκε ο νιος από νταλκά και ντέρτι.
«Έλα, τώρα! διέκοψε η Εριφύλη. Από την πρώτη ματιά;»
«Γιατί όχι;» είπε η Άλκηστις. «Δεν σου είπα ότι έγινε κάτι. Σου λέω ότι μπορεί να έγινε εκείνο το πρώτο, ανεπαίσθητο κλικ. Εκείνο που δεν το ομολογείς ούτε στον εαυτό σου, αλλά το καταλαβαίνεις.»
«Και πώς ξέρεις τι κατάλαβε ο Λέανδρος;»
«Δεν το ξέρω. Το φαντάζομαι. Άλλωστε γι' αυτό σου είπα ότι θα σου διηγηθώ πώς φαντάζομαι ότι έγιναν τα πράγματα.»Η Άλκηστις χαμογέλασε αυτάρεσκα και συνέχισε. «Ρωτάει, λοιπόν, και μαθαίνει ότι η γυναίκα αυτή εργάζεται περιστασιακά στο σχολείο. Έχει αναλάβει να καθαρίζει τις αίθουσες του σχολικού συγκροτήματος μία φορά την εβδομάδα.
Και κάπου εκεί αρχίζει το ενδιαφέρον.Πληροφορείται ότι είναι μια νέα γυναίκα που έχει μετοικίσει τα
τελευταία χρόνια στην πόλη μαζί με την οικογένειά της, ερχόμενη από μια μακρινή περιοχή του ελληνικού Νότου. Μαθαίνει ακόμη ότι η οικογένεια αντιμετωπίζει οικονομικές δυσκολίες και πως εκείνη εργάζεται σκληρά για να μεγαλώσει τα παιδιά της. Και εδώ, ξαδέλφη μου, υπάρχει μια λεπτομέρεια που εμένα μου κάνει εντύπωση.
Ο Λέανδρος ήταν κι αυτός κάποτε μετανάστης. Είχε γνωρίσει από πρώτο χέρι τι σημαίνει να ξεκινάς από αλλού, να προσπαθείς να σταθείς στα πόδια σου και να χτίσεις μια ζωή. Οπότε, αν θέλεις τη δική μου εκδοχή, δεν ήταν μόνο η εμφάνισή της που του κέντρισε το ενδιαφέρον. Ίσως ήταν και κάτι άλλο.
Είδε μια γυναίκα εργατική, υπεύθυνη, με οικογένεια και δυσκολίες, που όμως δεν περίμενε από κανέναν να της λύσει τα προβλήματα.Και ο ίδιος, την ίδια περίπου εποχή, αναζητούσε μια γυναίκα που θα μπορούσε να αναλάβει τη φροντίδα του σπιτιού του και των υπόλοιπων εγκαταστάσεων του κτήματός του στον κάμπο. Καταλαβαίνεις τώρα που θέλω να το πάω;»
Η Εριφύλη την κοίταξε με μισό χαμόγελο. «Φυσικά! Θέλεις να μου πεις ότι η ιστορία άρχισε σαν επαγγελματική γνωριμία και εσύ ήδη έχεις αποφασίσει τι συνέβαινε από κάτω.»
«Ακριβώς!»
«Και δεν σου περνάει από το μυαλό ότι μπορεί να ήταν απλώς αυτό που φαίνεται; Μια δουλειά; Μια
σύσταση; Μια πρακτική ανάγκη;»
Η Άλκηστις ανασήκωσε τους ώμους. «Μπορεί. Αλλά, ξέρεις, καμιά φορά η ζωή ξεκινάει πολύ πιο αθώα απ' όσο τελικά εξελίσσεται.»
Και χαμογέλασε. «Εγώ πάντως θα σου διηγηθώ την εκδοχή που μου φαίνεται πιο ενδιαφέρουσα. Εκεί λοιπόν, στο προαύλιο του σχολείου, ο Λέανδρος, ανυπόμονος να γνωρίσει τη γυναίκα που του είχαν περιγράψει, ζήτησε να του συστήσουν το… «λουλούδι τους».» Η Άλκηστις έκανε μια μικρή παύση, σαν να ήθελε να δημιουργήσει την κατάλληλη ατμόσφαιρα.
«Ήταν ένα μαγιάτικο πρωινό που μύριζε κιόλας καλοκαίρι. Και τότε η Ηρώ τον είδε για πρώτη φορά να στέκεται μπροστά της. Και, μα την αλήθεια, ξαδέλφη… πρέπει να ήταν απελπιστικά ωραίος.»
«Απελπιστικά;» ρώτησε η Εριφύλη, χαμογελώντας.
«Απελπιστικά! Άκου και θα καταλάβεις.» Η Άλκηστις συνέχισε, αφήνοντας τη φαντασία της να συμπληρώσει όσα δεν γνώριζε. «Τον κοιτάζει, λοιπόν, και της δίνει την εντύπωση πως μόλις έχει γυρίσει από τρέξιμο ή από το γυμναστήριο. Ήταν λίγο ιδρωμένος, αλλά εκείνος ο ιδρώτας του πρωινού δεν είχε τίποτε το αποκρουστικό. Το αντίθετο μάλιστα. Του έδινε μια παράξενη ζωντάνια, σαν να τον έκανε ακόμη πιο πραγματικό. Ψηλός, γύρω στο ένα ογδόντα πέντε, καστανός, ηλιοκαμένος, με γκριζοπράσινα μάτια και αθλητικό κορμί. Σφριγηλός, γεμάτος εκείνη τη νεανική ενέργεια που δεν
χρειάζεται να κάνει επίδειξη για να γίνει αντιληπτή. Η κατατομή του θύμιζε αρχαίο ελληνικό άγαλμα. Ψηλό μέτωπο, καθαρά χαρακτηριστικά, ήρεμο βλέμμα. Και, αν θέλεις να ξέρεις πώς τον έβλεπε εκείνη τη στιγμή η Ηρώ, εγώ θα έλεγα πως της θύμισε έναν από εκείνους τους ήρωες του ερωτικού φωτορομάντζου Θησαυρός, που συντρόφευε τα Σαββατοκύριακα μεγάλο μέρος του γυναικείου αναγνωστικού κοινού. Μόνο που αυτός δεν ήταν τυπωμένος σε χαρτί. Ήταν μπροστά της.
Και η Ηρώ, σύμφωνα πάντα με τη δική μου φανταστική αναπαράσταση, δεν πήρε σχεδόν στιγμή τα μάτια της από πάνω του.»
«Άλκηστις…» την διέκοψε η Εριφύλη. «Μην ξεχνάς ότι τα φαντάζεσαι όλα αυτά.»
«Δεν το ξεχνώ. Γι’ αυτό και τα απολαμβάνω!»
Και συνέχισε. «Ο Λέανδρος, πάντως, δεν είχε κανέναν λόγο να υποψιαστεί εκείνη τη στιγμή όσα μπορεί να συνέβαιναν στο μυαλό της.
«Καλημέρα σας, αγαπητή μου κυρία! Έμαθα πως είστε καινούργιοι κάτοικοι της πόλης μας. Σας
εύχομαι, λοιπόν, καλώς ήρθατε!»
««Καλημέρα σας! Σας ευχαριστώ πολύ για το καλωσόρισμα!»
«Σαν καινούργιοι κάτοικοι, ελπίζω να βρίσκετε ενδιαφέρουσα την πόλη μας.»
Ένα τυπικό, φιλικό καλωσόρισμα. Από εκείνα που κάνει ένας ντόπιος σε κάποιον που μόλις έχει έρθει στον τόπο του.
«Είναι ο δεύτερος χρόνος που μετακομίσαμε εδώ.»
«Σας αρέσει η περιοχή μας; Η πόλη μας;»
Η Ηρώ του απάντησε με εκείνη τη μικρή αβεβαιότητα του ανθρώπου που ακόμη προσπαθεί να βρει τη
θέση του σε έναν καινούργιο τόπο.
«Μετά τον πρώτο χρόνο προσαρμογής, νομίζω πως ο δεύτερος είναι εκείνος κατά τον οποίο αρχίζει κανείς πραγματικά να αισθάνεται πως ανήκει κάπου. Μαθαίνει τις γειτονιές, τις συνήθειες, τις υπηρεσίες… βρίσκει σιγά-σιγά τα πατήματά του.»
«Άρα βολευτήκατε. Λύσατε τα πρακτικά προβλήματα της μετακόμισης.»
«Ευχαριστώ. Ναι, όλα καλά. Βολευτήκαμε.»
Και τότε, καθώς η συζήτησή τους συνεχιζόταν ακόμη σε απολύτως τυπικό επίπεδο, ο Λέανδρος έσκυψε να ανοίξει το πορτμπαγκάζ του αυτοκινήτου. Η διαχειρίστρια της σχολής του είχε παραδώσει έναν σάκο και εκείνος ετοιμαζόταν να τον τοποθετήσει μέσα. Η Ηρώ, όμως, τον παρατήρησε λίγο περισσότερο απ’ όσο θα επέτρεπε μια απλή κοινωνική ευγένεια.Είδε την αθλητική του κορμοστασιά, την άνεση των κινήσεων του, τη φυσική δύναμη που φανερώνει ένα γυμνασμένο σώμα. Και τότε κατάλαβε ότι τον κοιτούσε περισσότερο απ’ όσο έπρεπε.
Ένα στιγμιαίο αίσθημα αμηχανίας την κατέλαβε. Έστρεψε αμέσως αλλού το βλέμμα της, δήθεν αδιάφορα, και το σταμάτησε πάνω στην αριστερή κολόνα της σιδερένιας αυλόπορτας, εκεί όπου ήταν τοποθετημένος ο αριθμός της οδού. Έμεινε για λίγο καρφωμένη εκεί. Σαν να είχε ξαφνικά αποκτήσει εξαιρετικό ενδιαφέρον ένας αριθμός που μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχε προσέξει ποτέ.
Και, αν η Άλκηστις είχε δίκιο στη φανταστική της ανασύνθεση, εκεί ακριβώς , σε μια ματιά που
κράτησε λίγο περισσότερο απ’ όσο έπρεπε και σε μια αμηχανία που ήρθε αμέσως μετά μπορεί να γεννήθηκε το πρώτο μικρό μυστικό αυτής της γνωριμίας. Ένα μυστικό που εκείνη τη στιγμή δεν γνώριζε κανείς. Ίσως ούτε η ίδια η Ηρώ.»
Ο Λέανδρος είχε αντιληφθεί την αμηχανία της. Μόνο που στεκόταν σοβαρός και ευγενικός. Δεν άφησε να φανεί απολύτως τίποτε. Προσποιήθηκε πως δεν είχε προσέξει ούτε το παραμικρό. Η Ηρώ, από την άλλη, τον παρατηρούσε με μια προσοχή που η ίδια μάλλον δεν θα παραδεχόταν εύκολα.
«Σίγουρα θα έχει επιτυχίες στις γυναίκες…» σκέφτηκε. Και, σαν να την πρόδωσε η ίδια της η σκέψη, ένιωσε ένα παράξενο ρίγος να διατρέχει το σώμα της. Τα χαρακτηριστικά του ήταν όμορφα, καθαρά, αρμονικά. Είχε ένα βλέμμα βαθύ, ελαφρώς μελαγχολικό, που γινόταν ακόμη πιο έντονο από το σκούρο χρώμα των ματιών του. Κι όταν μιλούσε, η φωνή του είχε εκείνον τον ιδιαίτερο τόνο που τραβά την προσοχή χωρίς να το επιδιώκει.
Η παρουσία του την αιφνιδίαζε. Ήταν ένας άνθρωπος που είχε επιστρέψει στην πατρίδα του πατέρα του και είχε αποφασίσει να ασχοληθεί δυναμικά με τη γεωργία. Μοναχογιός ενός μεγαλοκτηματία, είχε σπουδάσει μηχανολόγος, αλλά τελικά είχε πάρει μια διαφορετική απόφαση ζωής: να επιστρέψει στη γη και να αναλάβει την οικογενειακή περιουσία. Κι εκείνη δεν γνώριζε ακόμη πόσο διαφορετικό θα γινόταν το επόμενο διάστημα της ζωής της.
«Ωστόσο, με την άδειά σας, είμαι εδώ και θα ήθελα να σας βοηθήσω. Από πληροφορίες που πήρα από τη σχολή του γιου σας, έμαθα πως αναζητάτε ευκαιρίες για απασχόληση. Ίσως μπορώ να σας φανώ χρήσιμος και να σας προτείνω κάποια εργασία, εάν ενδιαφέρεστε.»
Η Ηρώ τον κοίταξε με προσοχή. «Ευχαριστώ για την πρόταση. Είναι αλήθεια πως αναζητώ ευκαιρίες για εργασία.»
«Τότε είναι μεγάλη μου χαρά να μπορέσουμε να συνεργαστούμε.»Το είπε με τον τυπικό, ευγενικό τόνο ενός ανθρώπου που έκανε μια επαγγελματική πρόταση. Τίποτε περισσότερο δεν υπήρχε φανερά στη φράση του. Τουλάχιστον έτσι θα μπορούσε να καταγραφεί η σκηνή από έναν αμερόληπτο παρατηρητή.
Η Άλκηστις, βέβαια, δεν ήταν αμερόληπτη.
«Της πρότεινε λοιπόν», συνέχισε, «να αναλάβει τη γενική επιστασία της καθαριότητας του σπιτιού και των αποθηκευτικών χώρων στο κτήμα, καθώς και ορισμένες βοηθητικές εργασίες στις εγκαταστάσεις και στο αντλιοστάσιο. Η Ηρώ βρήκε την πρόταση ενδιαφέρουσα. Ήταν μια δουλειά πιο σταθερή και, κυρίως, μια ευκαιρία να βελτιώσει κάπως τα οικονομικά της οικογένειας. Επειδή όμως το σπίτι βρισκόταν λίγα χιλιόμετρα έξω από την πόλη, τον ρώτησε αν θα μπορούσε να πάει να το δει πριν συμφωνήσει οριστικά.
«Βεβαίως,» της απάντησε. «Αν θέλετε, μπορούμε να πάμε αύριο το πρωί. Θα σας δείξω το σπίτι, τους χώρους και τις εγκαταστάσεις και θα συζητήσουμε αναλυτικά τι ακριβώς θα χρειαστεί να αναλάβετε.»
Έτσι συμφώνησαν να συναντηθούν το επόμενο πρωί.Και τότε έγινε εκείνη η μικρή, τυπική χειραψία που, εκ των υστέρων, μπορείς να της δώσεις όποια σημασία θέλεις. Ο Λέανδρος έκανε ένα βήμα προς το μέρος της και της έτεινε το χέρι.
«Λοιπόν, συμφωνήσαμε. Ραντεβού αύριο το πρωί;»
Η Ηρώ έγνεψε καταφατικά. «“Ναι.»
Και τον κοίταξε στα μάτια. Τώρα που βρισκόταν λίγο πιο κοντά του, προσπάθησε να προσδιορίσει το χρώμα τους. Της φάνηκαν καστανά, αλλά πιο ανοιχτά από τα δικά της. Κάτι ανάμεσα στο καστανό και το μελί.
Η πρότασή του της φαινόταν ενδιαφέρουσα.Και αυτό, από μόνο του, ήταν ευχάριστο. «Σας ευχαριστώ για την πρόταση.»
Καθώς την αποχαιρετούσε, τα μάτια του έμειναν για μια στιγμή πάνω στο πρόσωπό της. Όχι προκλητικά. Όχι με τρόπο που θα μπορούσε εύκολα να παρεξηγηθεί. Απλώς λίγο περισσότερο απ’ όσο
απαιτούσε η τυπική ευγένεια.
Η Άλκηστις θα έλεγε πως εκείνη τη στιγμή ο Λέανδρος πρόσεξε κάτι που θα θυμόταν αργότερα.
«Γυναίκα με νεύρο…» θα μπορούσε να σκέφτηκε. Τα μάτια της ήταν βαθιά, καστανά, ζωηρά. Το πρόσωπο της είχε μια έκφραση που δεν ήταν ούτε ντροπαλή ούτε προκλητική. Περισσότερο μια συγκρατημένη αυτοπεποίθηση.
Και τότε η Ηρώ, σχεδόν ασυναίσθητα, χαμογέλασε. Ένα μικρό, ανεπαίσθητο χαμόγελο. Αρκετό όμως για να κάνει τον Λέανδρο να την προσέξει ακόμη περισσότερο. Εκείνος δεν γνώριζε ακόμη τίποτε γι' αυτήν. Δεν γνώριζε τι άνθρωπος ήταν μέσα στο σπίτι της, τι φοβόταν, τι επιθυμούσε, τι ονειρευόταν ή τι θα επέτρεπε ποτέ στον εαυτό της. Έβλεπε απλώς μια γυναίκα που είχε εμφανιστεί μπροστά του εκείνο το ανοιξιάτικο πρωινό. Κι όμως, κάτι πάνω της τον είχε ήδη τραβήξει.
Καθώς η Ηρώ κατευθυνόταν προς την πόρτα του σχολείου, γύρισε για μια τελευταία στιγμή και του έριξε μια κλεφτή ματιά με την άκρη του ματιού της.
«Σας εύχομαι καλή συνέχεια», της είπε.
«Ευχαριστώ!»Και συνέχισε τον δρόμο της. Το βάδισμά της ήταν αργό, σίγουρο, με εκείνη τη φυσική χάρη που δεν χρειάζεται να προσπαθεί για να γίνει αισθητή.
Ο Λέανδρος έμεινε για λίγο να την κοιτάζει.Δεν ήξερε ακόμη τι ακριβώς ήταν αυτό που τον τραβούσε. Δεν ήταν μόνο η εμφάνιση της. Ήταν κάτι πιο αόριστο. Η κίνηση, η φωνή, ο τρόπος που τον κοίταξε, εκείνη η στιγμιαία αμηχανία που εμφανίστηκε και εξαφανίστηκε αμέσως. Ένα μικρό αίνιγμα. Και ίσως αυτό ακριβώς να ήταν που τον έκανε να θέλει να τη γνωρίσει περισσότερο.
Η Ηρώ απομακρύνθηκε προς την είσοδο του σχολείου και εκείνος έμεινε για λίγο στη θέση του.
«Αύριο, λοιπόν…» Κοίταξε το αυτοκίνητό του, ύστερα πάλι προς την πόρτα. Και χαμογέλασε μόνος του.
Το επόμενο πρωινό η Ηρώ πήγε τα παιδιά της στο σχολείο και, αφού τα τακτοποίησε, έμεινε να περιμένει τον Λέανδρο. Εκείνη την ημέρα, για κάποιον λόγο που ούτε η ίδια θα μπορούσε να εξηγήσει, είχε φροντίσει λίγο περισσότερο την εμφάνισή της. Ήθελε, χωρίς να ξέρει ακριβώς γιατί, να παρουσιάσει τον καλύτερο εαυτό της μπροστά σε εκείνον τον άνδρα. Ήταν τότε τριάντα δύο ετών. Ψηλή, με πλούσια σκούρα μαλλιά και φυσικές μπούκλες, όμορφη κορμοστασιά και μια έντονη, γυναικεία παρουσία που δύσκολα περνούσε απαρατήρητη. Φορούσε ένα αέρινο φλοράλ φόρεμα σε απαλά χρώματα και κάλτσες σε γήινη απόχρωση. Το σύνολο είχε κάτι ανάλαφρο και ταυτόχρονα φροντισμένο.
Ύστερα από περίπου δέκα λεπτά, ο Λέανδρος έφτασε. «Καλημέρα. Συγγνώμη που άργησα.»
«Απεναντίας, δεν αργήσατε καθόλου. Νομίζω πως είστε πολύ ευγενικός και συνεπής στο ραντεβού μας», τον καθησύχασε. «Άλλωστε, σήμερα έχω αρκετό ελεύθερο χρόνο στη διάθεσή μου.»
«Χαίρομαι που το ακούω. Είμαι εδώ και στη διάθεσή σας.»
Η Ηρώ τίναξε τα μαλλιά της προς τα πίσω με μια φυσική, σχεδόν ασυναίσθητη κίνηση και γλίστρησε στη θέση του συνοδηγού.Ο Λέανδρος μπήκε στο αυτοκίνητο, έβαλε μπροστά και ξεκίνησαν.
Ο δρόμος οδηγούσε προς την έξοδο της πόλης. Ύστερα από λίγα οικοδομικά τετράγωνα, τα σπίτια άρχισαν να αραιώνουν και σύντομα εμφανίστηκε μπροστά τους η χέρσα γη και ο ανοιχτός κάμπος.
Οδηγούσε με χαμηλή ταχύτητα, με τα παράθυρα κατεβασμένα. Ο δροσερός μαΐστρος έμπαινε στο αυτοκίνητο και έφερνε μαζί του μυρωδιές από τον κάμπο, χώμα, χορτάρι και πρωινή δροσιά. Για λίγο δεν μιλούσαν. Ήταν εκείνη η φυσιολογική αμηχανία δύο ανθρώπων που μόλις έχουν γνωριστεί και βρίσκονται ξαφνικά μόνοι στον ίδιο περιορισμένο χώρο. Σε μια απότομη στροφή, η Ηρώ κρατήθηκε από τη χειρολαβή, ενώ ο Λέανδρος κόρναρε σε ένα φορτηγό φορτωμένο με σακιά.
«Μην ανησυχείτε», της είπε. «Σε λίγο μπαίνουμε σε πιο ομαλό δρόμο και θα μπορέσω να αυξήσω λίγο την ταχύτητα.»
«Α, ωραία.»Η Ηρώ τον κοίταξε για μια στιγμή στο προφίλ.
«Σε πόση ώρα υπολογίζετε ότι θα έχουμε φτάσει στο κτήμα;»
«Περίπου σε δεκαπέντε λεπτά. Αν δεν καθυστερήσουμε.»
«Αν δεν έχετε κάτι επείγον να κάνετε στη συνέχεια, δεν χρειάζεται να βιάζεστε. Νιώθω ευχάριστα τη
διαδρομή.»
Ο Λέανδρος χαμογέλασε πλατιά και κοίταξε ξανά τον δρόμο. «Τότε δεν υπάρχει κανένας λόγος να βιαστούμε.»
Η κουβέντα άρχισε σιγά-σιγά να ξετυλίγεται.Στην αρχή μιλούσαν για τα απολύτως καθημερινά: τη δουλειά, την κούραση, τον καιρό, το καλοκαίρι που πλησίαζε, τη ζέστη που άρχιζε να γίνεται αισθητή, τα παιδιά. Κοινότοπα πράγματα. Ακριβώς αυτά που λένε δύο άνθρωποι όταν ακόμη ψάχνουν τον τρόπο να γνωριστούν χωρίς να μπουν απότομα στα βαθύτερα νερά.
Κι όμως, πολύ γρήγορα συνέβη κάτι παράξενο. Παρότι εξακολουθούσαν να μιλούν στον πληθυντικό, η αμηχανία άρχισε να υποχωρεί.
Ο Λέανδρος αισθανόταν όλο και πιο άνετα μαζί της, σαν να την ήξερε από πολύ παλιά. Κι από τον τρόπο που απαντούσε η Ηρώ, από τα μικρά χαμόγελα και την ολοένα πιο χαλαρή στάση της, φαινόταν πως αισθανόταν κι εκείνη κάτι παρόμοιο. Ο Λέανδρος γνώριζε ήδη πως ήταν παντρεμένη. Οι πληροφορίες που είχε συγκεντρώσει ήταν σαφείς και, άλλωστε, η βέρα στο χέρι της δεν άφηνε περιθώρια για παρερμηνείες. Αυτό όμως δεν εμπόδιζε την ανθρώπινη περιέργεια. Κάποια στιγμή η συζήτηση πέρασε, σχεδόν φυσικά, από τα γενικά στα προσωπικά. Ο Λέανδρος είχε έναν τρόπο να κάνει τον συνομιλητή του να αισθάνεται άνετα. Δεν πίεζε. Ρωτούσε, άκουγε, άφηνε τον άλλον να συνεχίσει μόνος του. Και η Ηρώ, χωρίς να το καταλάβει, άρχισε να του μιλά περισσότερο για τον εαυτό της.
Του είπε ότι ήταν παντρεμένη εδώ και
δώδεκα χρόνια. Μίλησε για τα παιδιά της, δύο αξιολάτρευτα αγόρια που πήγαιναν ακόμη στο δημοτικό. Για τον άντρα της μίλησε λιγότερο. Όχι επειδή είπε κάτι αρνητικό. Απλώς δεν έδειξε τον ίδιο ενθουσιασμό που έδειχνε όταν μιλούσε για τα παιδιά της.
Ο Λέανδρος το πρόσεξε. Δεν έκανε όμως κανένα σχόλιο. «Παντρευτήκατε, λοιπόν, πολύ νέα», της είπε
ύστερα από λίγο. «Επομένως, εύλογα θα μπορούσε κανείς να υποθέσει πως ήταν έρωτας.»
Η Ηρώ χαμογέλασε αμήχανα. «Πιθανόν, ναι. Παντρεύτηκα πολύ παρορμητικά και σε νεαρή ηλικία.»
Έμεινε για λίγο σιωπηλή και κοίταξε έξω από το παράθυρο. «Ξέρετε… όταν είσαι κοριτσάκι, ονειρεύεσαι από τα πέντε σου το νυφικό που θα φορέσεις.»
Ο Λέανδρος την άκουγε προσεκτικά.
Και η Ηρώ, χωρίς να το αντιλαμβάνεται ακόμη, είχε μόλις ανοίξει μια μικρή πόρτα προς έναν κόσμο
πολύ πιο προσωπικό από εκείνον στον οποίο είχε ξεκινήσει η συζήτηση τους.
Η διαδρομή συνεχιζόταν. Ο κάμπος άνοιγε μπροστά τους. Και μαζί του άνοιγε, σχεδόν ανεπαίσθητα, και η γνωριμία τους.
«Δεν έδειξε και κανέναν ιδιαίτερο ενθουσιασμό όταν μίλησε για τον σύζυγό της…» σκέφτηκε ο Λέανδρος. Δεν ήταν κάτι συγκεκριμένο που είχε πει η Ηρώ. Περισσότερο ο τρόπος με τον οποίο το είχε πει. Η απουσία εκείνου του αυθόρμητου ενθουσιασμού που συνήθως υπάρχει όταν κάποιος μιλά για έναν άνθρωπο που εξακολουθεί να τον συναρπάζει. Ίσως, σκέφτηκε, να περνούσαν μια δύσκολη περίοδο. Ίσως ο γάμος τους να είχε κουραστεί με τα χρόνια.Ίσως να υπήρχαν προβλήματα που δεν του τα είχε αποκαλύψει συναισθηματικά ή ακόμη και μέσα στην ιδιωτική τους ζωή. Όλα αυτά, βέβαια, ήταν υποθέσεις.
Κι όμως, η σκέψη του άρεσε. Ένα μικρό χαμόγελο πέρασε από τα χείλη του. «Εδώ υπάρχει ενδιαφέρον», είπε σχεδόν μέσα του. «Και μάλιστα με μια γυναίκα σαν κι αυτήν…» Δεν ήξερε ακόμη αν η διαίσθησή του τον οδηγούσε σωστά ή αν απλώς έβλεπε αυτό που ήθελε να δει.
Η συζήτηση προχώρησε. Εκείνος της μίλησε για τον εαυτό του. Της είπε πως παρέμενε εργένης. Είχε ολοκληρώσει πριν από λίγα χρόνια τις σπουδές του στον Καναδά, τη χώρα από την οποία καταγόταν η μητέρα του, και είχαν περάσει μόλις τρία χρόνια από τότε που είχε επιστρέψει στην Ελλάδα για να αναλάβει την οικογενειακή επιχείρηση. Της μίλησε για την επιστροφή του, για τη διαφορετική ζωή που είχε γνωρίσει στο εξωτερικό, για την απόφασή του να εγκατασταθεί τελικά εδώ και να ασχοληθεί με την πατρική περιουσία.
Η Ηρώ τον άκουγε με ενδιαφέρον. Και όσο περισσότερο μιλούσαν, τόσο περισσότερο συνέβαινε κάτι που κανείς από τους δύο δεν είχε επιδιώξει. Η αρχική αμηχανία είχε εξαφανιστεί. Στη θέση της είχε εμφανιστεί μια παράξενη οικειότητα. Δεν υπήρχε ακόμη τίποτε συγκεκριμένο ανάμεσά τους. Καμία
εξομολόγηση, καμία υπόσχεση, καμία πράξη που να μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ερωτική προσέγγιση.Υπήρχε όμως εκείνο το αδιόρατο κάτι. Μια αμοιβαία προσοχή. Ένα βλέμμα που διαρκούσε λίγο περισσότερο.Ένα χαμόγελο που ερχόταν χωρίς προφανή λόγο. Μια μικρή παύση πριν απαντήσει ο ένας στον άλλον.
Και οι δυο συνέχισαν να μιλούν. Περί ανέμων και υδάτων στην αρχή. Ύστερα, σιγά-σιγά, για τις ζωές
τους. Για τα όνειρα που είχαν κάποτε. Για εκείνα που είχαν αφήσει στην άκρη. Για τις δυσκολίες που είχαν αντιμετωπίσει. Για πράγματα που ήθελαν και δεν κατάφεραν να αποκτήσουν. Για όσα στερήθηκαν επειδή κάποια στιγμή πήραν αποφάσεις και διάλεξαν έναν συγκεκριμένο δρόμο στη ζωή τους. Και χωρίς να το καταλάβουν, η συζήτηση άρχισε να ξεφεύγει από τα όρια μιας απλής επαγγελματικής γνωριμίας. Δεν μιλούσαν ακόμη για τα πιο βαθιά τους μυστικά. Μιλούσαν
όμως για εκείνα τα μικρά κομμάτια της ζωής που, όταν τα μοιράζεσαι με έναν σχεδόν άγνωστο άνθρωπο, παύεις σιγά-σιγά να τον αισθάνεσαι εντελώς άγνωστο.
Η Ηρώ τον άκουγε.
Ο Λέανδρος την άκουγε.
Και ανάμεσα στις λέξεις, στις παύσεις και στα βλέμματα, άρχισε να δημιουργείται ένας χώρος που δεν ήταν πια αποκλειστικά επαγγελματικός. Ήταν ο χώρος της προσωπικής οικειότητας.
Έφτασαν στο κτήμα σχετικά γρήγορα. Ο Λέανδρος πάρκαρε στην αυλή και οι δυο τους κατέβηκαν
από το αυτοκίνητο.
.Με την πρώτη ματιά η Ηρώ κατάλαβε πως το σπίτι ήταν τεράστιο. Όχι μόνο το κυρίως οίκημα, διώροφο, με σοφίτα και αετώματα που διατηρούσαν κάτι από την αρχοντιά μιας άλλης εποχής, αλλά και ο περιβάλλων χώρος. Η αυλή ήταν τόσο μεγάλη, ώστε θα μπορούσε άνετα να φιλοξενήσει ακόμη και μια μεγάλη κοινωνική εκδήλωση ή ένα γαμήλιο γλέντι.
Ο Λέανδρος τής έδειξε πρώτα το εσωτερικό του σπιτιού. Της εξήγησε τι ακριβώς θα χρειαζόταν να φροντίζει και ποιοι χώροι θα περιλαμβάνονταν στις αρμοδιότητές της. Ύστερα βγήκαν στους εξωτερικούς χώρους. Εκεί η Ηρώ εντυπωσιάστηκε ακόμη περισσότερο. Περπάτησαν ανάμεσα στις αποθήκες και στις εγκαταστάσεις του κτήματος. Της έδειξε τα αρτεσιανά νερά, τα θεόρατα, αιωνόβια πλατάνια που πρόσφεραν σκιά, τον μπαξέ με τις λεμονιές και, ανατολικά, ένα μικρό δάσος από βυσσινιές. Λίγο πιο πέρα απλωνόταν ο αμπελώνας. Η ανοιξιάτικη μέρα έκανε το τοπίο να μοιάζει σχεδόν ονειρικό. Οι αγροί στραφτάλιζαν στο φως και τα δέντρα λικνίζονταν απαλά με το αεράκι.
Ο Λέανδρος ολοκλήρωσε την ξενάγηση και γύρισε προς το μέρος της.
«Λοιπόν; Πώς σου φαίνεται;»
Η Ηρώ κοίταξε για λίγο γύρω της. «Είναι μια πολύ καλή προοπτική για μένα. Αλλά με προβληματίζει κάτι…»
«Για να μπορέσω να σε βοηθήσω να ξεκαθαρίσεις το τοπίο, θα ήταν χρήσιμο να μου πεις τι ακριβώς σε προβληματίζει.»
Η Ηρώ δίστασε για λίγο.«Η διαδρομή.»
«Δηλαδή;»
«Είναι αρκετά μακριά. Δεν ξέρω πως θα μπορούσα να έρχομαι αν συμφωνήσουμε.»
Ο Λέανδρος έβαλε τα χέρια στις τσέπες και χαμογέλασε καθησυχαστικά. «Καταλαβαίνω απόλυτα τον προβληματισμό σου. Αν σου αρέσει η δουλειά και σε ενδιαφέρει, δεν θα ήθελα η απόσταση να γίνει εμπόδιο. Πρώτον, τις περισσότερες φορές μπορώ να σε φέρνω εγώ. Και δεύτερον, υπάρχει στάση του αστικού λεωφορείου λίγο πιο κάτω, στη γραμμή για το διπλανό χωριό.»
Η Ηρώ φάνηκε να ανακουφίζεται. «Αυτό αλλάζει αρκετά τα πράγματα.»
«Άρα;»
«Θα ήθελα να το σκεφτώ.»
«Φυσικά. Δεν χρειάζεται να αποφασίσεις τώρα.»
Η Ηρώ χαμογέλασε. «Σας ευχαριστώ.»
«Εγώ σε ευχαριστώ που ήρθες να το δεις.»
Η Άλκηστις σταμάτησε εδώ την αφήγηση της.
Η Εριφύλη την κοίταξε για λίγα δευτερόλεπτα.
«Ρε Άλκηστις… πολλά προκαταρκτικά έχει η νουβέλα σου! Πολύ μπλα μπλα και από ενδιαφέρουσα ερωτική δράση μηδέν. Λάδια πολλά κι από τηγανίτα τίποτα.»
Η Άλκηστις ξέσπασε στα γέλια. «Μα τι θέλεις να σου πω; Από την πρώτη γνωριμία να περάσουμε κατευθείαν στα… γεγονότα;»
«Ε, κάποια στιγμή πρέπει να φτάσουμε και στα γεγονότα! Η νουβέλα, αγάπη μου, θέλει να λες πολλά με λίγες λέξεις. Τελικά, η γυναίκα είχε ερωτική επαφή με τον εργοδότη της ή όχι;»
«Υπομονή!»
«Και, τέλος πάντων, πως το λένε απλά και λαϊκά, χωρίς επισημότητες και δύσκολες λέξεις; Το… «έπνιξε το κουνέλι»;»
Η Άλκηστις έβαλε τα γέλια.
«Ακριβώς αυτό!»
«Ωραία. Γιατί μέχρι στιγμής το κουνέλι ζει και βασιλεύει.»
«Λοιπόν, άκου και τη συνέχεια που θα σ’ αρέσει! Με την τηγανίτα της πεθεράς σου να κολυμπάει μες στα μέλια.»
«Τα μέλια δεν βλέπω! Ακόμη ζεσταίνεις το ελαιόλαδο στο τηγάνι. Να δούμε πότε θα ζεσταθεί!»
«Υπομονή και θα στις σερβίρω τις τηγανίτες με μέλι και κανέλα, να τις απολαύσεις.»
«Άντε, λοιπόν! Καλή μας όρεξη.»
Η Άλκηστις πήρε μια βαθιά ανάσα, έτοιμη να συνεχίσει. «Τώρα μάλιστα. Τώρα αρχίζει το ενδιαφέρον…»
Το συγκρότημα ήταν συνδεδεμένο με το δημόσιο δίκτυο ηλεκτρικής ενέργειας και, από μέρα σε μέρα,
περίμεναν και την πολυπόθητη τηλεφωνική γραμμή. Είχαν περάσει κιόλας δύο μήνες από τότε που η Ηρώ είχε αρχίσει να εργάζεται στο κτήμα του Λέανδρου. Μέσα σ’ αυτό το διάστημα, το απομονωμένο συγκρότημα είχε αποκτήσει και την τηλεφωνική του σύνδεση και ο Λέανδρος, περιχαρής με την παρουσία και την προσφορά της, της είχε προτείνει πλέον αποκλειστική απασχόληση.
Ήξερε πως, με τις μεγάλες περιόδους κατά τις οποίες έλειπε από το κτήμα, η Ηρώ θα ένιωθε μεγαλύτερη ασφάλεια έχοντας άμεση επικοινωνία με την πολιτεία. Για εκείνον ήταν ένας ακόμη τρόπος να της δείξει πως την υπολόγιζε, πως φρόντιζε τις ανάγκες της και πως η παρουσία της στο κτήμα δεν ήταν μια πρόσκαιρη εργασιακή λύση.
Η Ηρώ είχε μπει τόσο ξαφνικά στη ζωή του, ώστε ο ίδιος ακόμη δυσκολευόταν να καταλάβει πώς είχε καταφέρει μέσα σε τόσο λίγο χρόνο να καταλάβει τόσο μεγάλο χώρο στην καρδιά και στη σκέψη του.
Στα τριάντα τρία του, ο ωραίος εργοδότης της είχε αρχίσει να συνειδητοποιεί πως δεν επρόκειτο πλέον για μια απλή έλξη.Είχε ερωτευτεί.
Κι όμως, την ίδια περίπου περίοδο, κάτι άρχιζε να αλλάζει και στην Ηρώ. Όσο περνούσαν οι ημέρες, έδειχνε διαφορετική. Τα μάτια της έλαμπαν περισσότερο και μια ανεπαίσθητη χαρά είχε εγκατασταθεί στην έκφρασή της. Ο χαρακτήρας του, το χιούμορ του, η βοήθεια που της είχε προσφέρει στην προσαρμογή της, αλλά κυρίως η επικοινωνία που είχε αναπτυχθεί μεταξύ τους μέσα σ’ εκείνο το διάστημα, ήταν μερικά από τα στοιχεία που την έκαναν να αρχίσει να τον βλέπει διαφορετικά.
Όχι μόνο ως εργοδότη. Ως άνδρα.
Ο Λέανδρος έπιανε συχνά τον εαυτό του να τη σκέφτεται έντονα. Αναρωτιόταν τι να έκανε εκείνη τη στιγμή, πού να βρισκόταν, αν είχε τελειώσει τις δουλειές της, αν είχε επιστρέψει στα παιδιά της. Και τα βράδια το μαρτύριο μεγάλωνε. Η σκέψη ότι εκείνη βρισκόταν με τον άντρα της, μέσα στην οικειότητα του γάμου της, γεννούσε μέσα του μια ζήλια που δεν ήθελε ούτε να παραδεχτεί. Κι ας μην είχαν μιλήσει ποτέ μεταξύ τους για το σεξ.
Ούτε μία νύξη. Ούτε μία λέξη που να μπορούσε να παρερμηνευθεί. Οι ατέλειωτες συζητήσεις τους αφορούσαν τη δουλειά, τα παιδιά, τη ζωή, τις δυσκολίες, μικρά καθημερινά περιστατικά, όνειρα και αναμνήσεις. Κι όμως, μέσα στο μυαλό του, η φαντασία είχε αρχίσει να γράφει τη δική της ιστορία.
Οι σκέψεις του ήταν σαν καύσιμη ύλη. Αρκούσε μια σπίθα, ένα βλέμμα που θυμόταν, ένας ήχος της φωνής της, μια ασήμαντη λεπτομέρεια από την τελευταία τους συνάντηση, και ξαφνικά μέσα του άναβε μια φωτιά που δυσκολευόταν να ελέγξει. «Τι συμβαίνει με τη ζωή μου;» αναρωτιόταν ο
ενήλικος εαυτός του. Και σχεδόν αμέσως ερχόταν η άλλη φωνή, εκείνη που κουραζόταν με τις ατέλειωτες ερωτήσεις:
Η παρουσία της τον αναστάτωνε ολόκληρο. Η γυναικεία της ομορφιά, η πληθωρικότητα της μορφής της.
Και όμως, δεν ήταν μόνο δικό του το παιχνίδι. Και στην Ηρώ, μέρα με τη μέρα, κάτι είχε αλλάξει.
Ήταν κάτι που δεν ειπώθηκε ποτέ με λόγια.Δεν χρειαζόταν.
Ο Λέανδρος το είχε αντιληφθεί.
«Στην εφηβεία σου πρέπει να είχες ξετρελάνει τους άνδρες με την ομορφιά σου», της είπε κάποια στιγμή.
Η Ηρώ του έριξε μια λοξή ματιά. «Τι σας κάνει να το λέτε αυτό;»
Εκείνος δεν απάντησε αμέσως. Εκείνη κατέβασε το βλέμμα στα χέρια της και, σαν να ήθελε να ελαφρύνει την κουβέντα, συνέχισε. «Οι επιλογές μου, πάντως, ήταν μάλλον πολύ περιορισμένες.»
«Πώς κι έτσι;»
«Να… Το χωριό μας είχε λίγους άνδρες διαθέσιμους για τέτοιες περιπέτειες. Οι περισσότεροι ήταν είτε ηλικιωμένοι είτε θανατηφόρα βαρετοί», είπε, μετρώντας τους δήθεν στα δάχτυλά της.
Ο Λέανδρος άφησε να του ξεφύγει ένα γελάκι. «Το βρίσκω δύσκολο να πιστέψω κάτι τέτοιο.»
«Ω, μα είναι αλήθεια. Και γενικά δεν ήμουν ο τύπος της νεαρής κοπέλας που έκανε τους άνδρες να σέρνονται στα πόδια της. Ακόμη και σήμερα, όποιος έχει μάτια μπορεί να το δει. Μια απλή νοικοκυρά είμαι.»
«Εγώ έχω μάτια», της απάντησε εκείνος χαμηλόφωνα. «Και δεν βλέπω μόνο μια απλή νοικοκυρά.»
Η φωνή του ήταν ήρεμη, μαλακή, σχεδόν βελούδινη. Άφησε το χέρι του να πλησιάσει το πρόσωπό
της και με μια ανεπαίσθητη κίνηση χάιδεψε το μάγουλό της.
Η Ηρώ αιφνιδιάστηκε. Η αναπνοή της κόπηκε για μια στιγμή και ένα κύμα συγκίνησης και επιθυμίας πέρασε από μέσα της, τόσο ξαφνικό ώστε δεν πρόλαβε να το ελέγξει. Έσκυψε σχεδόν ασυναίσθητα το κεφάλι της προς το χάδι του, σαν να υπάκουε σε μια παρόρμηση που η λογική της δεν είχε προλάβει να αναχαιτίσει. Εκείνος άγγιξε απαλά το πιγούνι της και την κοίταξε στα μάτια. «Είσαι πιο όμορφη απ’ όσο φαντάζεσαι», της είπε.
Η Ηρώ έκανε έναν μικρό μορφασμό αμηχανίας και έκλεισε τα μάτια. Ήταν σαν να προσπαθούσε
ασυνείδητα να απομονωθεί για λίγα δευτερόλεπτα από τη δύσκολη εκείνη στιγμή, να κρυφτεί από το βλέμμα του και, περισσότερο ίσως, από το δικό της συναίσθημα. Η λογική της την προειδοποιούσε. Της έλεγε πως αυτό το άγγιγμα δεν ήταν αθώο, πως υπήρχαν όρια που δεν έπρεπε να παραβιαστούν και πως πίσω από μια τόσο μικρή κίνηση μπορούσαν να ανοίξουν δρόμοι με συνέπειες που δεν θα ήταν εύκολο να ελεγχθούν. Κι όμως, ένα άλλο κομμάτι του εαυτού της απολάμβανε εκείνη τη στιγμή.
Και αυτό ήταν που την αναστάτωνε περισσότερο. Ένιωσε σχεδόν ένοχη για την ευχαρίστηση
που της προκαλούσε το χάδι του. Σαν να είχε αγγίξει για μια στιγμή έναν απαγορευμένο καρπό και να είχε ανακαλύψει, με τρόμο και έκπληξη, πως της άρεσε η γεύση του.
Στα τέλη εκείνης της εβδομάδας ο Λέανδρος θα αναχωρούσε για την πρωτεύουσα, για επαγγελματικές υποχρεώσεις. Πριν φύγει, της ανέθεσε πλέον ουσιαστικά τη διαχείριση του κτήματος για όσο θα απουσίαζε.
Η ώρα είχε περάσει και έπρεπε να φύγει.
«Στο καλό! Καλό σου ταξίδι. Να προσέχεις!» του είπε καθώς τον αποχαιρετούσε.
«Θα σε παίρνω τηλέφωνο. Αν αντιμετωπίσεις κάποια δυσκολία, να με πάρεις κι εσύ. Αν και, για να σου πω την αλήθεια, ξέρω πως θα τα καταφέρεις.»
Οι ημέρες κύλησαν. Κι όσο πλησίαζε η επιστροφή του, η Ηρώ ένιωθε μια παράξενη ανυπομονησία να μεγαλώνει μέσα της.
Όταν τελικά επέστρεψε, αντάλλαξαν τα καθιερωμένα δύο σταυρωτά φιλιά. Μόνο που το ένα, από μια αμήχανη σύμπτωση ή ίσως από μια κρυφή επιθυμία που κανείς από τους δύο δεν ήταν ακόμη έτοιμος να ομολογήσει, βρήκε την άκρη των χειλιών του άλλου.
Κοιτάχτηκαν στα μάτια. Για λίγες στιγμές κανείς δεν μίλησε. Ήταν σαν να είχαν καταλάβει και οι δύο, την ίδια ακριβώς στιγμή, πως ανάμεσά τους είχε δημιουργηθεί κάτι που δεν μπορούσε πια να αποδοθεί αποκλειστικά στη φιλικότητα ή στην καθημερινή οικειότητα.
Η Ηρώ, ωστόσο, ένιωσε αμέσως και την άλλη πλευρά αυτού του συναισθήματος. Ενοχή. Και μαζί μια ντροπαλή ζεστασιά που την έκανε να ταραχτεί ακόμη περισσότερο.
«Αν είναι δυνατόν…» ψιθύρισε σχεδόν χαμογελώντας στον εαυτό της.
Εκείνη ακριβώς τη στιγμή χτύπησε το τηλέφωνο. Ο ήχος του διέκοψε απότομα τη σιωπή και, παραδόξως, λειτούργησε σαν σωσίβιο.
..Λένε πως η πρώτη προσπάθεια για μια ερωτική προσέγγιση δεν είναι πάντα εκείνη που οδηγεί στην επιτυχία. Κάποιες φορές, μάλιστα, είναι ακριβώς η αποτυχία της που αποκαλύπτει τι πραγματικά υπάρχει ανάμεσα στους δύο ανθρώπους.
Όλα ξεκίνησαν ένα πολύ ζεστό πρωινό. Ο ορίζοντας πάνω από τον καταπράσινο κάμπο είχε αρχίσει να θολώνει από τη ζέστη και την υγρασία. Η ατμόσφαιρα ήταν βαριά, σχεδόν ακίνητη, και μόνο ένα ελαφρύ αεράκι έμπαινε από τα ανοιχτά παράθυρα του σπιτιού, προσφέροντας λίγη ανακούφιση.
Το περιβάλλον ήταν ήσυχο και ιδιωτικό. Δεν υπήρχε κανείς να τους διακόψει. Η Ηρώ
είχε ήδη αρχίσει τις δουλειές της στην κουζίνα. Πηγαινοερχόταν μπροστά από τον πάγκο, τακτοποιώντας και καθαρίζοντας, ενώ το αεράκι από τα ανοιχτά παράθυρα δρόσιζε το πρόσωπο της.
Ο Λέανδρος δεν μπορούσε να πάρει τα μάτια του από πάνω της. Την παρατηρούσε! Ήξερε πως δεν ήταν πολύ διακριτικός.
Κάποια στιγμή εκείνη το κατάλαβε.Γύρισε και τον κοίταξε. Τα βλέμματά τους συναντήθηκαν.
Ο Λέανδρος πήρε μια βαθιά ανάσα και πλησίασε.
Άρχισαν να συζητούν. Στην αρχή για ασήμαντα πράγματα, για τη δουλειά, για το κτήμα, για τον καιρό. Ύστερα η κουβέντα πέρασε σε πιο προσωπικά θέματα και, σχεδόν φυσικά, έφτασε και στα ερωτικά.
Η Ηρώ τον ρώτησε. «Πώς κι έτσι δεν παντρεύτηκες ακόμη;»
Ο Λέανδρος την κοίταξε χωρίς να χαμογελάσει.«Ίσως γιατί δεν βρήκα κάποια που να σου μοιάζει.»
Η Ηρώ ανασήκωσε ελαφρά τα φρύδια. «Δηλαδή θέλεις να πιστέψω ότι αυτό ήταν το πρώτο
πράγμα που σκέφτηκες όταν με είδες;»
Ο Λέανδρος δεν δίστασε.«Όχι», της είπε. «Το πρώτο πράγμα που σκέφτηκα όταν σε είδα ήταν πολύ πιο αυθόρμητο. Σε βρήκα αμέσως εξαιρετικά ελκυστική. Και από τότε δυσκολεύομαι να σε βλέπω απλώς
σαν τη γυναίκα που εργάζεται στο κτήμα.»
Η Ηρώ έμεινε άφωνη. Δεν περίμενε τέτοια ευθύτητα. Στράφηκε προς το παράθυρο. Έξω, τα ψηλά κυπαρίσσια έστεκαν σχεδόν ακίνητα μέσα στη ζέστη, σαν να περίμεναν κι εκείνα κάτι.
Για λίγο δεν μίλησε κανείς. Η σιωπή ανάμεσά τους είχε γίνει πιο εύγλωττη από οποιαδήποτε συζήτηση.
Δεν χρειαζόταν πλέον να προσδιορίσουν τι ήταν αυτό που αιωρούνταν ανάμεσα τους. Η έλξη είχε αποκτήσει όνομα.
Η Ηρώ γνώριζε πλέον τι αισθανόταν εκείνος. «Είναι πολύ ωραία όλα όσα λες», είπε ήρεμα. «Και, σε κάθε άλλη περίπτωση, αν δεν ήμουν παντρεμένη, αν δεν αγαπούσα τον άντρα μου ή αν δεν ήμουν ευτυχισμένη μαζί του, ίσως τα πράγματα να ήταν διαφορετικά.»
Σταμάτησε για λίγο. «Να ξέρεις πως μου αρέσεις ως άνδρας. Και φυσικά με κολακεύει το ενδιαφέρον σου και ξέρεις να διεκδικείς μια γυναίκα με τρόπο που δεν την προσβάλλει.»
Τον κοίταξε στα μάτια.
«Λυπάμαι όμως. Δεν μου επιτρέπεται να παρασυρθώ. Όχι επειδή δεν μου αρέσεις. Ούτε επειδή δεν με αγγίζει αυτό που μου λες.».
Ήταν μια απάντηση που, τουλάχιστον επιφανειακά, έκλεινε την πόρτα. Κι όμως, εκείνος δεν την εξέλαβε ως οριστικό τέλος. Ο Λέανδρος ήταν πλέον πεπεισμένος πως, αν συνέχιζε με υπομονή, συνέπεια και επιμονή το φλερτ του, κάποια στιγμή εκείνη θα λύγιζε. Έβλεπε την κατάσταση σαν μια δύσκολη ερωτική πολιορκία.
Η Ηρώ, από τη δική της πλευρά, είχε μόλις του αποκαλύψει κάτι πολύ σημαντικό. Της άρεσε. Αλλά δεν του είχε πει «ναι».
Ο Λέανδρος, όμως, είχε αρχίσει να ερμηνεύει τα πράγματα με τον δικό του τρόπο. Στο ξεκίνημα πίστεψε πως η Ηρώ ήταν μια από εκείνες τις γυναίκες που λένε «όχι» περισσότερο για να προστατεύσουν τα προσχήματα παρά επειδή δεν επιθυμούν πραγματικά αυτό
που τους προτείνεται. Το «τραβάτε με κι ας κλαίω» ήταν, όπως το αντιλαμβανόταν εκείνος, ένας τρόπος να κρατήσει τις αποστάσεις που επέβαλλαν η οικογένεια, ο γάμος και η εικόνα που είχε για τον εαυτό της. Και όσο περισσότερο τη σκεφτόταν, τόσο περισσότερο μεγάλωνε μέσα του η πεποίθηση πως, με τον χρόνο, θα κατάφερνε να την κάνει να παραδεχτεί αυτό που εκείνος θεωρούσε ήδη αυτονόητο.Μόνο που υπήρχε μια επικίνδυνη παγίδα σ’ αυτή τη σκέψη, είχε αρχίσει να μπερδεύει την επιθυμία με τη συναίνεση.
Η Ηρώ τού είχε πει καθαρά ότι της άρεσε, αλλά του είχε πει επίσης καθαρά πως δεν ήθελε να προχωρήσει. Ο Λέανδρος άκουσε περισσότερο το πρώτο και λιγότερο το δεύτερο.
«Δεν θέλω να σου δημιουργήσω πρόβλημα με τις ηθικές σου αρχές», της είπε ύστερα από λίγο. «Και ίσως δεν πρέπει να είσαι τόσο απόλυτη. Οι ακρότητες σπάνια βγάζουν σε καλό. Πραγματικά δεν ξέρω πώς να σου ζητήσω αυτό που σκέφτομαι. Γι’ αυτό σε παρακαλώ, μη βιαστείς να μου απαντήσεις.»
Η Ηρώ τον κοίταξε με αμηχανία.«Πες μου τι σκέφτεσαι.»
Ο Λέανδρος χαμογέλασε. «Θα ήθελα μόνο μια αγκαλιά. Και ένα μικρό φιλί. Τίποτα περισσότερο. Ίσως, αν σε κρατήσω για λίγο στην αγκαλιά μου, να μου περάσει όλη αυτή η τρέλα. Και θέλω να ξέρεις πως δεν θέλω να με φοβάσαι ούτε να νιώσεις ότι σου ζητώ κάτι που δεν θέλεις.»
Η Ηρώ σώπασε. Μια αγκαλιά. Ένα φιλί. Έτσι όπως το έθετε, έμοιαζε σχεδόν αθώο. «Ας είναι», σκέφτηκε τελικά. «Εντάξει», είπε. «Μια αγκαλιά και ένα φιλί. Μόνο. Μου το υπόσχεσαι;»
«Δεν ξέρεις πόσο χαρούμενο με κάνεις», της απάντησε.
Για μια στιγμή στάθηκαν αντικριστά. Του Λέανδρου όμως η σκέψη του προχωρούσε ήδη πιο γρήγορα από την πραγματικότητα. «Αν όντως υπάρχει αυτή η έλξη», συλλογιζόταν, «τότε κάποια στιγμή θα πρέπει να βρει τον δρόμο της.»
Η Ηρώ, από την άλλη, ένιωθε ακριβώς το αντίθετο. Η έλξη υπήρχε. Αλλά μαζί της υπήρχε και φόβος.
Και αμφιβολία. «Είμαι έτοιμη για μια αγκαλιά και ένα φιλί», είπε τελικά, «αλλά με κάνεις να αναρωτιέμαι αν θα μπορέσουμε να μείνουμε μόνο σ’ αυτά…» Η φράση έμεινε μετέωρη.
Και τότε την αγκάλιασε. Το φιλί που ακολούθησε ήταν
σύντομο στην αρχή, διστακτικό, σχεδόν αμήχανο. Η Ηρώ ξαφνιάστηκε από την ένταση της στιγμής και για μια στιγμή ανταποκρίθηκε. Ύστερα όμως τραβήχτηκε.«Λέανδρε… περίμενε.»
Εκείνος σταμάτησε αμέσως. Η Ηρώ πήρε ανάσα.
«Σου είπα μια αγκαλιά και ένα φιλί. Δεν ξέρω αν μπορώ να πάω παραπέρα.»
«Έχεις δίκιο», είπε χαμηλόφωνα. «Συγγνώμη.»
Η Ηρώ τον κοίταξε με ένα παράξενο μείγμα ανακούφισης και
απογοήτευσης. «Δεν είπα ότι δεν αισθάνομαι τίποτα», του είπε. «Είπα ότι φοβάμαι πού μπορεί να μας οδηγήσει αυτό.»
Η φράση της τον αναστάτωσε περισσότερο από οποιοδήποτε φιλί. Γιατί, αν την άκουγε σωστά, δεν του είχε δώσει ούτε μια καθαρή απόρριψη ούτε μια συγκατάθεση.Του είχε δώσει κάτι πολύ πιο δύσκολο, την αλήθεια της αμφιθυμίας της.
Για πρώτη φορά, κατάλαβε πως η πραγματική «πολιορκία» δεν ήταν να την κάνει να υποκύψει. Ήταν να μάθει να περιμένει μέχρι να αποφασίσει η ίδια.
«Περίμενε…» είπε ξανά, αυτή τη φορά πιο καθαρά.
Ο Λέανδρος απομακρύνθηκε αμέσως.
Η Ηρώ έκλεισε για λίγο τα μάτια. Προσπαθούσε να βάλει σε τάξη όσα συνέβαιναν μέσα της. Η επιθυμία υπήρχε, ήταν αδύνατο να την αρνηθεί. Υπήρχε όμως μαζί της και η συνείδηση όλων εκείνων που μέχρι πριν λίγο θεωρούσε αδιαπραγμάτευτα. «Δεν ξέρω τι μου συμβαίνει», είπε τελικά.
«Δεν χρειάζεται να ξέρεις τώρα», απάντησε εκείνος.
Τον κοίταξε. «Όχι. Πρέπει να ξέρω. Γιατί αν συνεχίσουμε, δεν θα μπορώ μετά να κάνω πως δεν συνέβη τίποτα.»
Ο Λέανδρος δεν μίλησε. Για πρώτη φορά κατάλαβε ότι η στιγμή δεν ήταν δική του για να την οδηγήσει εκεί όπου ήθελε. Ήταν δική της.
«Με ελκύεις», του είπε χαμηλά. «Περισσότερο απ’ όσο θα ήθελα να παραδεχτώ. Και αυτό ακριβώς είναι που με φοβίζει.»
Έκανε μια μικρή παύση. «Δεν θέλω να με πείσεις. Αν πρόκειται να συμβεί κάτι μεταξύ μας, θέλω να είναι επειδή το αποφάσισα εγώ.» Τα λόγια της έπεσαν ανάμεσά τους με βάρος.
Ο Λέανδρος την κοίταξε για αρκετές στιγμές. «Τότε θα περιμένω.»
Η Ηρώ χαμογέλασε αχνά, περισσότερο από αμηχανία παρά από βεβαιότητα. «Αυτό είναι ίσως το πιο δύσκολο πράγμα που μπορούσες να μου πεις.»
«Γιατί;»
«Γιατί τώρα δεν μπορώ να ρίξω την ευθύνη πάνω σου.»
Εκείνος χαμογέλασε. Και τότε η Ηρώ, για πρώτη φορά, πλησίασε εκείνη. Τον αγκάλιασε. Δεν υπήρχε πια αιφνιδιασμός ούτε προσπάθεια να παρασυρθεί από μια στιγμή που είχε
ξεφύγει από τον έλεγχό της. Υπήρχε επιλογή. Έμειναν έτσι για λίγο, χωρίς να μιλούν. Και όταν εκείνη σήκωσε το πρόσωπό της, το φιλί που του έδωσε ήταν σύντομο αλλά καθαρό.Ύστερα απομακρύνθηκε.
«Μέχρι εδώ σήμερα.»
«Εντάξει.»
«Και μη νομίσεις πως αυτό σημαίνει ότι αποφάσισα τα υπόλοιπα.»
«Δεν θα το θεωρήσω.»
Η Ηρώ χαμογέλασε ξανά. «Καλά κάνεις.»
Έξω, ο καλοκαιρινός κάμπος έμενε βυθισμένος στη θαμπάδα της ζέστης. Τα πλατάνια ήταν σχεδόν ακίνητα και το σπίτι είχε ξαναβρεί τη σιωπή του. Μόνο που τίποτε πια δεν ήταν όπως πριν. Η Ηρώ είχε αναγνωρίσει την επιθυμία της. Και ο Λέανδρος είχε καταλάβει πως, αν ήθελε πραγματικά να τη διεκδικήσει, θα έπρεπε πρώτα να σεβαστεί την ελευθερία της να τον επιλέξει.
Μόνο που, πριν προλάβει να καταλαγιάσει η ένταση που είχε πλημμυρίσει το σώμα της, ο Λέανδρος σηκώθηκε. Τα πρόσωπά τους βρέθηκαν σε απόσταση αναπνοής.
Η Ηρώ αυτή τη φορά δεν τραβήχτηκε. Εκείνος πέρασε απαλά τα δάχτυλά του μέσα από τα μαλλιά της και ανασήκωσε το πρόσωπό της προς το δικό του. Ύστερα τη φίλησε. Η καρδιά της Ηρώς χτυπούσε δυνατά. Για λίγες στιγμές δεν ήξερε πώς να αντιδράσει. Γευόταν το μεθυστικό φιλί ενός άντρα που μέχρι πριν από λίγο ήταν για εκείνη σχεδόν ξένος και τώρα την κοιτούσε σαν να είχε μπροστά του την εκπλήρωση μιας προσευχής. Ο Λέανδρος δεν μιλούσε. Τη φιλούσε με μια ένταση που την αναστάτωνε, σαν να προσπαθούσε να αναπληρώσει σε λίγα δευτερόλεπτα όσα είχε στερηθεί τόσο καιρό. Κι εκείνη, χωρίς να το καταλάβει, ανταποκρίθηκε. Ήταν μάρτυς της ο Θεός πως αυτό δεν το είχε φανταστεί ποτέ.
Ένα μπλεγμένο κουβάρι από επιθυμία, φόβο, ενοχή και τρυφερότητα στριφογύριζε μέσα της. «Ω, Θεέ μου…» ψιθύρισε.
Ο Λέανδρος την τράβηξε κοντά του. Η Ηρώ ένιωσε ξανά πάνω της τη δύναμη της επιθυμίας του και
σάστισε. Για μια στιγμή, η σκέψη της έτρεξε εκεί όπου δεν τολμούσε να την αφήσει. Δεν έπρεπε. Δεν μπορούσε. Ήταν παντρεμένη γυναίκα. Είχε παιδιά. Είχε μεγαλώσει με αρχές που τώρα έμοιαζαν να υψώνονται μέσα της σαν τείχος. Κι όμως, μπροστά του αισθανόταν πως όλα αυτά είχαν γίνει ξαφνικά εύθραυστα.
Ο Λέανδρος την κράτησε στη μέση και προσπάθησε να την οδηγήσει προς το τραπέζι. Η κίνησή του ήταν αρκετή για να την επαναφέρει στην πραγματικότητα. Η Ηρώ κατάλαβε πού οδηγούνταν τα πράγματα. Και τότε πάγωσε. «Ω, όχι! Τι κάνεις; Μη… Μη, δεν μπορώ να το κάνω αυτό. Σε παρακαλώ, σταμάτα.»
Ο Λέανδρος ακινητοποιήθηκε αμέσως. «Εντάξει», είπε χαμηλά.
Η Ηρώ πήρε μια δύσκολη ανάσα. «Μην προχωρήσουμε άλλο. Δεν πρέπει. Σε παρακαλώ… όχι. Είμαι παντρεμένη γυναίκα. Έχω παιδιά. Σε παρακαλώ… πήγαινέ με σπίτι.»
Εκείνος την κοίταξε για λίγες στιγμές χωρίς να προσπαθήσει να την πείσει. «Όπως θέλεις, Ηρώ.» Η φωνή του ήταν ακόμη βραχνή από την ένταση της στιγμής, αλλά τώρα είχε μέσα της κάτι διαφορετικό: αποδοχή.
Η Ηρώ έκλεισε τα μάτια. Αυτό ήταν ίσως το χειρότερο. Όχι ότι εκείνος επέμενε. Αλλά ότι, ενώ της έδινε χώρο να φύγει, ένα κομμάτι του εαυτού της δεν ήθελε πραγματικά να τελειώσει εκείνη η στιγμή.
Άνοιξε τα μάτια και τον κοίταξε. Για λίγα δευτερόλεπτα κανείς τους δεν μίλησε. Ύστερα ήταν εκείνη που έκανε ένα μικρό βήμα προς το μέρος του. Τον αγκάλιασε. Και τον φίλησε ξανά. Ήταν ένα φιλί σύντομο, τρεμάμενο, γεμάτο αντιφατικά συναισθήματα. Δεν είχε μέσα του την απόφαση μιας γυναίκας που είχε λύσει τις αμφιβολίες της. Είχε την αμηχανία μιας γυναίκας που μόλις είχε ανακαλύψει πόσο έντονα μπορούσε να επιθυμήσει κάτι που πίστευε πως δεν θα επιθυμούσε ποτέ.
Όταν απομακρύνθηκε, τον κοίταξε με μάτια υγρά. «Μέχρι εδώ», είπε.
Ο Λέανδρος έγνεψε. «Μέχρι εδώ.» Κι αυτή τη φορά η λέξη δεν ήταν υπόσχεση για αργότερα. Ήταν σεβασμός στη δική της απόφαση.
Η Ηρώ απομακρύνθηκε αργά. Προσπάθησε να τακτοποιήσει τα μαλλιά και τα ρούχα της, μα τα χέρια της έτρεμαν.
«Θέλω να φύγω.»
«Θα σε πάω.»
Δεν απάντησε.
Στο αυτοκίνητο η σιωπή ήταν βαριά. Η Ηρώ κοιτούσε έξω από το παράθυρο. Τα μάτια της είχαν θολώσει και, πού και πού, ένα μικρό αναφιλητό ξέφευγε από τα χείλη της.
Ο Λέανδρος δεν προσπάθησε να την πιέσει να μιλήσει.
Είχε καταλάβει πως αυτό που είχε συμβεί δεν ήταν για εκείνη μια απλή ερωτική περιπέτεια.
Ήταν μια σύγκρουση ολόκληρης της ζωής της. Όταν έφτασαν κοντά στο σπίτι της, εκείνη τον παρακάλεσε να σταματήσει λίγο πιο μακριά. «Πρέπει να πάρω τα παιδιά από το σχολείο.»
Εκείνος κατάλαβε πως τα παιδιά ήταν περισσότερο μια αφορμή για να τελειώσει η διαδρομή παρά ο πραγματικός λόγος της βιασύνης της.
Η Ηρώ άνοιξε την πόρτα. Πριν κατέβει, γύρισε και τον κοίταξε. Δεν είπε τίποτε. Έπειτα βγήκε, κοίταξε γύρω της σαν να φοβόταν μήπως κάποιος την είχε δει και απομακρύνθηκε γρήγορα.
Ο Λέανδρος έμεινε μόνος στο αυτοκίνητο. Εκείνη, όμως, καθώς περπατούσε προς το σπίτι, ένιωθε πως δεν μπορούσε να αφήσει πίσω της όσα είχαν συμβεί. Το σώμα της προχωρούσε προς την καθημερινότητά της. Η ψυχή της είχε μείνει πίσω. Και μαζί της είχε πάρει τη γεύση από εκείνα τα απρόσμενα φιλιά, την αναστάτωση της στιγμής και, κυρίως, την τρομακτική συνειδητοποίηση πως η επιθυμία που τόσο καιρό προσπαθούσε να αγνοήσει δεν ήταν πια μια θεωρητική πιθανότητα.
Ήταν πλέον δική της. Να αποσαφηνίσω πλήρως τη συναίνεση της Ηρώς
Ο Λέανδρος γύρισε στο σπίτι του και, σχεδόν αμέσως, μπήκε στο μπάνιο. Άνοιξε το νερό και στάθηκε κάτω από το ντους, σαν να ήθελε να ξεπλύνει από πάνω του το άρωμα της Ηρώς, τη ζεστασιά της αγκαλιάς της, το αποτύπωμα των χειλιών της. Μάταια.
Όσο περισσότερο προσπαθούσε να την απομακρύνει από τη σκέψη του, τόσο πιο καθαρή γινόταν η εικόνα της. Για την ακρίβεια, δεν είχε καταφέρει να τη βγάλει από το μυαλό του από την ημέρα που είχε εμφανιστεί στη ζωή του, πολλές εβδομάδες πριν. Τώρα, όμως, η κατάσταση ήταν διαφορετική. Την είχε αγγίξει. Την είχε φιλήσει. Είχε νιώσει την ανταπόκρισή της, έστω και μέσα στην αμφιβολία και την εσωτερική της πάλη. Και αυτή η ανάμνηση τον είχε αναστατώσει βαθύτερα απ' όσο περίμενε.
Το νερό έτρεχε πάνω του, όμως εκείνος δεν ένιωθε να ηρεμεί. Έκλεισε τα μάτια και, σχεδόν παρά τη θέλησή του, ξαναείδε το πρόσωπό της. Τα μάτια της. Τα χείλη της. Εκείνη τη στιγμή που είχε πάψει για λίγο να αντιστέκεται στον εαυτό της. Η επιθυμία του παρέμενε έντονη, σχεδόν βασανιστική.
Ήθελε να τη δει ξανά. Να την έχει κοντά του. Να νιώσει πάλι την παρουσία της, να την κρατήσει στην αγκαλιά του και να ξεχάσει για λίγο όλα τα εμπόδια που στέκονταν ανάμεσά τους.
Όμως μαζί με την επιθυμία υπήρχε πλέον και κάτι άλλο. Η ανάμνηση της στιγμής που εκείνη είπε «Μη». Και ο Λέανδρος, όσο κι αν τον βασάνιζε η φαντασία του, ήξερε πως εκεί έπρεπε να
σταματά.
Έμεινε αρκετή ώρα κάτω από το νερό. Αργότερα, όταν ξάπλωσε, ο ύπνος δεν ερχόταν. Γύριζε από τη μια πλευρά στην άλλη, ενώ η εικόνα της επέστρεφε επίμονα. Την άκουγε σχεδόν μέσα στη φαντασία του να ψιθυρίζει το όνομά του. Έβλεπε το βλέμμα της, την αμηχανία της, εκείνη την παράξενη συνύπαρξη φόβου και επιθυμίας. Κι όσο περνούσε η νύχτα, ένα πράγμα γινόταν όλο και πιο ξεκάθαρο.
Δεν ήταν πια μια απλή έλξη. Ο Λέανδρος είχε αρχίσει να δένεται μαζί της. Και αυτό τον ανησυχούσε περισσότερο από την ίδια την επιθυμία.
Η Ηρώ είχε παντρευτεί πολύ μικρή, μόλις στα δεκαεννιά της. Ο Κλεομένης, ο άντρας της, ήταν συνομήλικός της. Οι εμπειρίες της πριν από τον γάμο ήταν σχεδόν ανύπαρκτες. Στα τριάντα δύο της χρόνια, ο Κλεομένης ήταν ο μόνος άντρας με τον οποίο είχε γνωρίσει ερωτική ζωή. Κι εκείνος, στα πρώτα χρόνια τουλάχιστον, ήταν ένας γοητευτικός άντρας, με έντονη ερωτική διάθεση και αυτοπεποίθηση. Η σχέση τους είχε αρχίσει όπως αρχίζουν πολλές σχέσεις νέων ανθρώπων: με ενθουσιασμό, προσδοκίες και την πίστη πως η ζωή θα τους έδινε χρόνο να χτίσουν μαζί όσα ονειρεύονταν. Με τα χρόνια, όμως, τα πράγματα άλλαξαν. Όταν μετακόμισαν στη μεγάλη πόλη, ο Κλεομένης δυσκολεύτηκε πολύ να προσαρμοστεί. Οι απαιτήσεις της δουλειάς, οι γρήγοροι ρυθμοί και το καινούργιο περιβάλλον τον πίεσαν περισσότερο απ' όσο μπορούσε να διαχειριστεί. Οι εντάσεις άρχισαν να πολλαπλασιάζονται. Η Ηρώ προσπαθούσε να αντέξει. Για χάρη των παιδιών.
Παράλληλα, ο Κλεομένης άρχισε να αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα στη δουλειά του. Η οικονομική κατάσταση της οικογένειας δυσκόλευε όλο και περισσότερο. Εκείνος συχνά παραπονιόταν για την υγεία του, τελευταία ιδιαίτερα για προβλήματα στα νεφρά αλλά, την ίδια στιγμή, δεν παρέλειπε τις μεγάλες κυνηγετικές του εξορμήσεις. Η αντίφαση αυτή πλήγωνε την Ηρώ. Εκείνη έβλεπε τις υποχρεώσεις να συσσωρεύονται και το μεγαλύτερο μέρος του βάρους να πέφτει πάνω της.
Παιδιά. Ένα σπίτι. Λογαριασμοί. Καθημερινές ανάγκες. Και μια οικογένεια που έπρεπε κάπως να σταθεί στα πόδια της.
Έτσι, η Ηρώ έκανε ό,τι μπορούσε. Καθάριζε ξένα σπίτια, έπιανε περιστασιακές δουλειές, μάζευε κυριολεκτικά ψίχουλα από δω κι από κει, όπως η καλή την πέρδικα, για να εξασφαλίσει τα απαραίτητα.
Η ζωή της είχε γίνει ένας αδιάκοπος αγώνας.Και όσο περνούσαν τα χρόνια, αυτό το βάρος άρχισε να επηρεάζει και την εικόνα που είχε για τον εαυτό της. Η γυναίκα που κάποτε είχε αυτοπεποίθηση άρχισε να αμφιβάλλει για την αξία της. Η ερωτική της ζωή είχε επίσης συρρικνωθεί. Κι αυτό τη στεναχωρούσε. Γιατί η Ηρώ δεν είχε πάψει να είναι γυναίκα. Είχε απλώς ξεχάσει, μέσα στην καθημερινή φθορά, πώς ήταν να αισθάνεται επιθυμητή.
Η μόνη σταθερή πηγή χαράς στη ζωή της ήταν τα παιδιά της και η δουλειά της. Εκεί έβρισκε λόγο να συνεχίζει, να σηκώνεται κάθε πρωί και να προσπαθεί ξανά. Κι ύστερα είχε εμφανιστεί ο Λέανδρος.
Χωρίς να το επιδιώξει. Χωρίς να το περιμένει. Και ξαφνικά ένας άντρας την είχε κοιτάξει όχι σαν μητέρα δύο παιδιών, όχι σαν γυναίκα που κουβαλούσε καθημερινά προβλήματα, όχι σαν κάποια που έτρεχε από σπίτι σε σπίτι για να τα βγάλει πέρα.
Την είχε κοιτάξει σαν γυναίκα. Και αυτή ακριβώς η ανακάλυψη ήταν που την τρόμαζε περισσότερο.
Γυρίζοντας στο σπιτικό της, ήταν ακόμη αλαφιασμένη. Προσπάθησε να συγκρατήσει τα δάκρυά της, όμως η ταραχή δεν έλεγε να κοπάσει. Γυρόφερνε στην αυλή, μπαινόβγαινε στις κάμαρες, έψαχνε μάταια μια γωνιά όπου θα μπορούσε να ξαναβρεί την ψυχραιμία της. Τίποτα. Σαν να είχε μείνει μέσα της ολόκληρη η προηγούμενη σκηνή, επίμονη και ανεξίτηλη.
Έτρεξε στον καμπινέ, έκλεισε την πόρτα πίσω της και στάθηκε για λίγο ακίνητη, προσπαθώντας να πάρει ανάσα. Ύστερα έσκυψε πάνω από τον νιπτήρα και έριξε λίγο δροσερό νερό στο πρόσωπό της.
«Ηρέμησε, Ηρώ… Ηρέμησε…»
Μάταια. Το μυαλό της επέστρεφε ξανά και ξανά στις ερωτικές στιγμές που είχε ζήσει λίγο νωρίτερα. Στη ζάλη της στιγμής. Στο φιλί του. Στην ανταπόκριση που είχε δώσει η ίδια, παρά τον φόβο και τις αναστολές της. Και αυτό ήταν που την τρόμαζε περισσότερο. Δεν μπορούσε να αρνηθεί πως ένα κομμάτι του εαυτού της είχε απολαύσει εκείνη την απαγορευμένη εγγύτητα.
Σκουπίστηκε βιαστικά και βγήκε από τον καμπινέ. Καθώς περνούσε από το εικονοστάσι του σπιτιού, σταμάτησε. Η βιασύνη της την καλούσε να συνεχίσει, όμως κάτι μέσα της την κράτησε εκεί. Κοίταξε την εικόνα της Παναγίας. Έσκυψε το κεφάλι. «Συγχώρεσε με…» ψιθύρισε.
Δεν ήξερε καν αν μπορούσε να ονομάσει ακριβώς εκείνο που είχε συμβεί. Στο μυαλό της, όμως, όπως είχε διαμορφωθεί από την ανατροφή της, τις απαγορεύσεις και όλα όσα είχε ακούσει από μικρή, η πράξη της είχε ήδη πάρει τη μορφή σοβαρού αμαρτήματος.
«Βοήθησε με να βάλω το μυαλό μου σε τάξη…» Έκανε τον σταυρό της. «Και συγχώρεσε με που δεν μπορώ να μείνω περισσότερο.»
Έριξε άλλη μια ματιά στην εικόνα και έφυγε σχεδόν τρέχοντας.
Είχε θυμηθεί τη νεαρή φοιτήτρια της γειτονιάς, που βοηθούσε πότε-πότε τα παιδιά της με τα σχολικά τους. Η Ηρώ είχε τόσο πολύ αγχωθεί, που είχε ξεχάσει ακόμη και πως ο μικρός της γιος έλειπε εκείνη την ημέρα στην κατασκήνωση. Διέσχισε τον κήπο με μικρά, βιαστικά βήματα, περνώντας μέσα από τις σκιές των δέντρων. Όταν συνειδητοποίησε πως είχε ήδη φτάσει στη μικρή κάμαρα της νεαρής γειτονοπούλας, άφησε έναν βαθύ αναστεναγμό και επιβράδυνε. Προσπάθησε να τακτοποιήσει τα μαλλιά της και να πάρει ένα πιο φυσιολογικό ύφος.
Η νεαρή κοπέλα την κοίταξε για μια στιγμή και σήκωσε τα φρύδια. Πρόσεξε έναν λεκέ επάνω στο φουστάνι της Ηρώ και για μια στιγμή έμεινε να τον κοιτάζει. Δεν μπορούσε να ξέρει τι ακριβώς ήταν. Ήξερε όμως πως η Ηρώ είχε επιστρέψει από το αγρόκτημα αναστατωμένη, με τα μαλλιά της διαφορετικά, το βλέμμα της χαμένο και τη συμπεριφορά της αλλιώτικη. Ο λεκές έγινε, μέσα στο μυαλό της, η τελευταία ψηφίδα που έλειπε από την εικόνα. «Λες;» σκέφτηκε. «Μπορεί να είναι αυτό που νομίζω;» Η εικόνα που είχε δει απέκτησε, στο μυαλό της, μια εξήγηση που ίσως να μην ήταν καν η σωστή.
«Κορίτσαρος! Έχουν κολλήσει κάτι υγρά σημάδια και κάτι σαν σκόνη πάνω στο φουστάνι σου.»
Η Ηρώ κοίταξε χαμηλά και πάγωσε για μια στιγμή. «Καρδούλα μου… ναι, το βλέπω. Υγρό σαπούνι είναι. Από τη δουλειά.» Το είπε γρήγορα, σχεδόν μηχανικά. Έσκυψε και προσπάθησε αμήχανα να καθαρίσει το ύφασμα με τα δάχτυλα της. Η κίνηση της, όμως, έκανε την αμηχανία της ακόμη πιο εμφανή. Η νεαρή κοπέλα την παρατηρούσε σιωπηλή. Είδε τα κοκκινισμένα μάγουλά της. Είδε το βλέμμα που απέφευγε να συναντήσει το δικό της. Και τότε κατάλαβε. Ή τουλάχιστον νόμισε πως κατάλαβε. Δεν ήξερε τι ακριβώς είχε συμβεί ανάμεσα στην Ηρώ και τον Λέανδρο. Είχε μόνο μια υποψία, μερικούς λεκέδες και μια γυναίκα που έμοιαζε να προσπαθεί απεγνωσμένα να ξαναφορέσει το συνηθισμένο της πρόσωπο. Ως καλή γειτόνισσα, λοιπόν, κατάπιε τις σκέψεις της. Δεν είπε τίποτα.
Μόνο της χαμογέλασε και άλλαξε διακριτικά κουβέντα.
Η Ηρώ την ευχαρίστησε με ένα βλέμμα που έκρυβε περισσότερα απ' όσα θα μπορούσε ποτέ να εξηγήσει με λόγια. Και για πρώτη φορά από τη στιγμή που είχε φύγει από το σπίτι του Λέανδρου, ένιωσε πως ίσως μπορούσε να πάρει μια κανονική ανάσα. Ίσως. Γιατί μέσα της ήξερε πως το πραγματικό της πρόβλημα δεν ήταν οι λεκέδες στο φουστάνι. Ήταν οι εικόνες που δεν μπορούσε να σβήσει από το μυαλό της. Περνώντας οι ώρες, η Ηρώ είχε κάπως ηρεμήσει. Η πρώτη ταραχή είχε υποχωρήσει και στη θέση της είχε μείνει μια παράξενη ανάγκη να ξαναδεί όσα είχαν συμβεί με περισσότερη ψυχραιμία. Προσπαθούσε ακόμη και να αποδώσει κάποια δικαιοσύνη στον Λέανδρο, να καταλάβει τη δική του πλευρά. Η σκέψη να πλαγιάσει με άλλον άντρα την εξόργιζε. Κι όμως, τον Λέανδρο τον ήθελε. Και μάλιστα πολύ. Είχε προσπαθήσει πραγματικά να του αντισταθεί. Είχε βάλει μπροστά της τη λογική, τον γάμο της, τα παιδιά της, τις αρχές με τις οποίες είχε μεγαλώσει. Όμως κάποια στιγμή είχε συνειδητοποιήσει κάτι που την τρόμαζε περισσότερο απ' όλα, το μυαλό και το σώμα της διψούσαν για την αγκαλιά του. Γι' αυτό τώρα έπρεπε να βρει τρόπο να το ελέγξει. Να καταλάβει τι ακριβώς της συνέβαινε και, κυρίως, πώς θα μπορούσε να το διαχειριστεί χωρίς να καταστρέψει όσα είχε χτίσει στη ζωή της.
Άλλωστε, δεν μπορούσε να ρίξει όλο το φταίξιμο στον Λέανδρο για όσα είχαν συμβεί εκείνο το απόγευμα στο κτήμα. Κι εκείνη ήταν παρούσα. Κι εκείνη είχε συμμετάσχει. Κι εκείνη είχε νιώσει επιθυμία. Και το χειρότερο, ή ίσως το πιο δύσκολο να παραδεχτεί, ήταν πως ένα μέρος της το είχε απολαύσει. Αυτό ακριβώς το τελευταίο το αντιμετώπιζε μέσα της σαν να την είχαν πιάσει επ'
αυτοφώρω να κλέβει.
Πώς μπόρεσα; Προσπάθησε να κλειδώσει αυτές τις σκέψεις κάπου βαθιά μέσα της, σαν κάτι
απαγορευμένο που δεν έπρεπε να ξαναβγεί στην επιφάνεια. Όμως κάτι μέσα της είχε ήδη αρχίσει να σκιρτά. Σιγά-σιγά καταλάβαινε πως, όσο κι αν έτρεχε μακριά από την επιθυμία της, εκείνη θα έβρισκε πάντα έναν τρόπο να την ακολουθεί. Νόμιζε πως μπορούσε να ελέγξει το μυαλό της. Νόμιζε πως μπορούσε να ελέγξει το σώμα της. Τώρα καταλάβαινε πως δεν μπορούσε να ελέγξει τις ίδιες της τις σκέψεις. Και όταν οι σκέψεις αποφάσιζαν να μπουν στο παιχνίδι, όλες οι θεωρίες άρχιζαν να κλονίζονται και οι αντιστάσεις να μοιάζουν λιγότερο ακλόνητες. Αν κάτι το ποθείς πραγματικά, ίσως κάποτε θέλεις να βουτήξεις στα βαθιά νερά του, ακόμη κι αν δεν ξέρεις πού θα σε βγάλουν.
Η Ηρώ αναστέναξε. «Χριστέ μου… τι έκανα;» ψιθύρισε. «Πώς έφτασα ως εδώ;» Και ύστερα, παρά τη σοβαρότητα της στιγμής, ένα μικρό, αμήχανο χαμόγελο πέρασε από τα χείλη της καθώς θυμήθηκε την ένταση εκείνης της απρόσμενης εμπειρίας. «Παναγία μου… τι ήταν αυτό που έζησα;»
Αμέσως μετά ένιωσε πάλι το άγχος να επιστρέφει. Γιατί να θέλω να μπλέκω έτσι; Αυτό ήταν το
ερώτημα που δεν μπορούσε να απαντήσει. Ίσως τελικά να μην ήταν τόσο απλό όσο «σωστό» και «λάθος». Ίσως η ζωή να ήταν πολύ πιο περίπλοκη από τους κανόνες με τους οποίους είχε μάθει να τη μετρά.
Μέχρι εκείνη την ημέρα η Ηρώ θεωρούσε τον εαυτό της τύπο και υπογραμμό. Ακλόνητο βράχο ηθικής.
«Εγώ ποτέ δεν θα το έκανα», έλεγε. Τώρα η ίδια φράση της επέστρεφε σαν ειρωνεία. Ποτέ μην λες ποτέ. Ένιωθε ήδη τις ενοχές της. Την ίδια στιγμή, όμως, μέσα της υπήρχε κάτι άλλο, η ανάμνηση όσων είχαν συμβεί, εκείνης της κρυφής και απρόσμενης συνάντησης που είχε ανάψει φωτιά στο μυαλό της και είχε ανοίξει μια πόρτα που μέχρι τότε δεν γνώριζε καν πως υπήρχε.
Και τώρα ερχόταν το επόμενο, πρακτικότερο άγχος. Θα τον ξαναδώ; Και, ακόμη περισσότερο. Θα με πάρει πάλι στη δουλειά;
Κι αν με θεωρήσει υπεύθυνη για όσα έγιναν; Κι αν μου κρατήσει κακία;
Ύστερα, σαν να προσπάθησε να μιλήσει στον εαυτό της με τη φωνή κάποιου πιο ψύχραιμου ανθρώπου, σκέφτηκε, Πρέπει να κάνεις την επιλογή σου. Επιτέλους, αποφάσισε τι θέλεις.
Η Ηρώ έμεινε για λίγο σιωπηλή. Ίσως το «τέρας» που τόσο καιρό προσπαθούσε να φυλακίσει μέσα της να μην ήταν τελικά τέρας.
Δεν χρειάστηκε να το σκεφτεί περισσότερο. Θα πήγαινε πάλι στη δουλειά. Το ήξερε καλά πως θα τρελαινόταν αν δεν πήγαινε. Όσο κι αν θα μετάνιωνε επειδή φερόταν, όπως έλεγε μέσα της, «αδύναμα» και επέστρεφε στο κτήμα, άλλο τόσο και ίσως ακόμη περισσότερο θα μετάνιωνε αν δεν πήγαινε.
Οι σκέψεις περνούσαν σαν αστραπές από το μυαλό της. δεν μπορούσε να ησυχάσει. Θυμόταν πόσο είχε αναστατωθεί μέσα στην αγκαλιά του και πόσο δύσκολο της ήταν τώρα να πείσει τον εαυτό της πως όλα αυτά δεν είχαν σημασία.
Περνούσε η ώρα και μέσα της μεγάλωνε μια παράξενη απογοήτευση. Όχι επειδή ο Λέανδρος είχε σταματήσει· αλλά επειδή, βαθιά κρυμμένη μέσα της, υπήρχε μια άλλη προσδοκία που ούτε η ίδια δεν τολμούσε εύκολα να ομολογήσει. Έμεινε για λίγο σιωπηλή. «Καμιά φορά σκέφτομαι πως θα ήθελα να με πάρει ολοκληρωτικά στα χέρια του. Να γίνει πιο απαιτητικός, πιο τολμηρός, να με παρασύρει τόσο, ώστε να πάψω για λίγο να σκέφτομαι. Ίσως αυτή να είναι μια από τις πιο βαθιές μου φαντασιώσεις, να αφήσω εγώ τον έλεγχο και να τον εμπιστευτώ.» Τότε θυμήθηκε τη στιγμή που τον είχε τόσο κοντά της και πόσο έντονα είχε ανταποκριθεί το σώμα της. Είχε αισθανθεί πως βρισκόταν στο όριο ανάμεσα στον φόβο και στην επιθυμία.
Και για πρώτη φορά κατάλαβε πως η πραγματική της επιθυμία δεν ήταν να χάσει τη φωνή της. Ήταν να μπορέσει, επιτέλους, να τη χρησιμοποιήσει. Και αυτή τη φορά η σκέψη δεν είχε μέσα της φόβο.Είχε απόφαση.
Έκλεισε τα μάτια. Και τότε, σαν να μιλούσε σε κάποιον που δεν ήταν εκεί, ψιθύρισε. «Μ' αρέσεις…»
Σταμάτησε. Ένιωσε το πρόσωπό της να καίει. «Σε θέλω…» Δεν συνέχισε. Δεν χρειαζόταν. Είχε πει ήδη περισσότερα απ' όσα τολμούσε να παραδεχτεί στον εαυτό της. Και ίσως αυτό να ήταν το πραγματικό της πρόβλημα. Όχι ότι ο Λέανδρος την είχε παρασύρει.
Την άλλη μέρα, ένα σφίξιμο στο στήθος έδινε στην Ηρώ μια παράξενη νότα αγχωμένης αναμονής για όσα θα ακολουθούσαν. Ο Λέανδρος την περίμενε. Από κάποια απόσταση, μόλις την αντίκρισε να πλησιάζει στο σημείο της συνάντησης τους, κοντοστάθηκε. Ένιωσε, πέρα από κάθε προσδοκία, μια ανέλπιστη χαρά. Ήταν σαν να είχε περιμένει αυτή τη στιγμή πολύ περισσότερο απ’ όσο ομολογούσε στον εαυτό του. Ένα πρωτόγνωρο αίσθημα πόθου τον πλημμύρισε ολόκληρο.
Και η Ηρώ, μόλις τον είδε, ένιωσε τη δική της αντίδραση σαν σωματικό χτύπημα. Της κόπηκε η ανάσα.
Αντιστάθηκε στην παρόρμηση να τρέξει στην αγκαλιά του, εκεί όπου, κατά βάθος, ήθελε τόσο πολύ να βρίσκεται.
Επιτέλους ήρθες! της είπε με ανακούφιση, σαν να είχε ξαναβρεί κάτι που λαχταρούσε καιρό. Έλα. Σε περιμένω εδώ και ώρα. Δεν κουνήθηκε από τη θέση του. Έμεινε εκεί, ακίνητος, σαν να ήθελε να της αφήσει όλο τον χώρο που χρειαζόταν.
Ο Λέανδρος άνοιξε την πόρτα και τη βοήθησε να μπει στο αυτοκίνητο. Η Ηρώ κάθισε χωρίς να μιλήσει. Το μυαλό της έτρεχε.
Ένιωσε το βλέμμα του να περιεργάζεται διακριτικά το πρόσωπό της, που ήταν ακόμη υγρό από τα δάκρυα. Τον κοίταξε στα μάτια αμίλητη. Εδώ που φτάσαμε, δεν υπάρχει επιστροφή, σκέφτηκε.
Το ήξερε. Τα επόμενα βήματα θα ήταν δύσκολο να ανακληθούν. Κι όμως, ήταν αποφασισμένη να ρισκάρει. Ο Λέανδρος, σχεδόν ενστικτωδώς, άπλωσε τα χέρια του και την αγκάλιασε. Την κράτησε δυνατά, αλλά χωρίς βιασύνη.
«Αλήθεια, είσαι καλύτερα σήμερα; τη ρώτησε και την κοίταξε τρυφερά στα μάτια.
Η Ηρώ σώπασε για μια στιγμή. « Καλύτερα, είπε τελικά μηχανικά.»
Στη διαδρομή έμεινε σιωπηλή.
Υπό άλλες συνθήκες θα θαύμαζε τις πανύψηλες, σκιερές ασημόλευκες, τα λιβάδια, τα απέραντα χωράφια με τους ανθισμένους ηλίανθους, το μικρό ποταμάκι που είχε γίνει καθρέφτης και αντανακλούσε τη γαλήνη της φύσης. Το απαλό λίκνισμα του αυτοκινήτου την νανούριζε γλυκά. Για λίγο ένιωθε πως απομακρυνόταν από τον εαυτό της, πως γινόταν ένα με το τοπίο, με το αεράκι που έπνεε πάνω από τον κάμπο. Έσυρε αργά το δάχτυλό της πάνω στο τζάμι, σαν να ήθελε να αγγίξει τις μικρές σταγόνες της πρωινής υγρασίας που είχαν θαμπώσει το παράθυρο.Ύστερα γύρισε προς
τον Λέανδρο. « Θέλω να σου ζητήσω συγγνώμη. Και θέλω να με καταλάβεις για την
αντίδρασή μου. Τον τελευταίο καιρό νιώθω πολύ πιεσμένη.
Να σου πω και κάτι ακόμη; Θυμάσαι τους λεκέδες απ' το σαπούνι στο φόρεμά μου; Η
νεαρή κοπέλα που με είδε μπορεί κάλλιστα να έβαλε με το μυαλό της διάφορα. Ελπίζω μόνο, εκτός από φιλική, να είναι και εχέμυθη και διακριτική. Χαμογέλασε πονηρά. «Αν και, για να είμαι ειλικρινής, τις τελευταίες μέρες έχω προσέξει ότι η μικρή έχει και κάτι… γυναικεία ναζάκια του Κλεομένη που
δεν περνούν απαρατήρητα. Μου θύμισε μάλιστα κάποιες παλιότερες υπόνοιες που είχα. Ίσως τελικά να μην είναι τόσο φρόνιμη όσο δείχνει.
Αυτό ήταν. Και οι δυο ξέσπασαν σε γέλια. Ο πάγος που είχε δημιουργηθεί ανάμεσά τους έλιωσε
μονομιάς. Κάθε αμηχανία διαλύθηκε και, μέσα σε λίγα λεπτά, η ατμόσφαιρα έγινε τόσο φυσική, σαν να γνωρίζονταν από χρόνια.
Και για πρώτη φορά εκείνο το πρωί, το χαμόγελό της δεν έκρυβε ούτε φόβο ούτε αμηχανία. Έκρυβε προσμονή. Βέβαια, του τόνισε πως ό,τι έγινε, έγινε και πως, για το καλό της, θα ήταν καλύτερα να μείνει πίσω τους και να ξεχαστεί. Του εξομολογήθηκε πως όλο το βράδυ, εκείνος είχε καταφέρει να βρίσκεται διαρκώς στη σκέψη της.
Ο Λέανδρος την κοίταξε για μια στιγμή και, σχεδόν αυθόρμητα, τη ρώτησε. «Πώς με σκεφτόσουν, λουλούδι μου; Σαν παράδεισο ή σαν κόλαση;»
Η Ηρώ τον κοίταξε αινιγματικά. Δεν ήταν πως δεν ήθελε να του το εκμυστηρευτεί. Ήταν πως φοβόταν να το ψιθυρίσει ακόμη και στον ίδιο της τον εαυτό. Δεν απάντησε. Έστρεψε το βλέμμα έξω από το παράθυρο. Ο ήλιος είχε ανέβει ψηλότερα πια και το πρωινό φως είχε καθαρίσει τον ορίζοντα. Εκείνη χάιδευε με τη ματιά της το γκριζοπράσινο περίγραμμα των κορυφών της Οίτης και του Καλλίδρομου απέναντι. Έμεινε για λίγο έτσι, ακίνητη. Ύστερα χαμογέλασε. «Ξέρεις κάτι; είπε. Για να σου
λυθούν όλες οι απορίες… ποιες είναι, άραγε, οι πιο συνηθισμένες σκέψεις που κάνει μια γυναίκα όταν σκέφτεται έναν άνδρα;»
Ο Λέανδρος χαμογέλασε κι εκείνος. «Περιμένω με μεγάλη αγωνία την απάντησή σου. Αλλά δεν χρειάζεται να μου τη δώσεις τώρα. Θα μου λύσεις τις απορίες όταν νιώσεις έτοιμη, ώστε να αισθάνεσαι κι εσύ πιο άνετα.»
Η Ηρώ έγειρε πίσω στο κάθισμα. Ήταν δύσκολο ακόμη και για την ίδια να το συνειδητοποιήσει. Το ένστικτό της, όμως, της έλεγε κάτι που η λογική της προσπαθούσε ακόμη να αρνηθεί. Και τότε κατάλαβε πως είχε αρχίσει να παίζει ένα ιδιότυπο κρυφτό με τις ίδιες της τις επιθυμίες.
...Κατά το μεσημέρι, η Ηρώ είχε ανέβει στη σοφίτα για να την τακτοποιήσει. Για ώρα έμενε προσηλωμένη στο παράθυρο, σχεδόν ακίνητη. Δεν έκανε καμιά κίνηση. Έβλεπε και περίμενε. Και τότε άκουσε πίσω της μια φωνή. Μια φωνή που της προκάλεσε αμέσως ένα δυνατό ρίγος.
«Ηρώ…»
Ήταν ο Λέανδρος.
Η Ηρώ γύρισε. Στεκόταν όρθιος πίσω της. Εκείνος πλησίασε χωρίς βιασύνη, σχεδόν σαν να μην είχε
αντιληφθεί την ταραχή της.
«Σε περίμενα, του είπε η Ηρώ. Το ήξερα πως κάποια στιγμή θα έρθεις.» Τα λόγια της είχαν μια παράξενη ηρεμία. Μέσα της, όμως, όλα έτρεμαν.
Ο Λέανδρος άνοιξε τη μεγάλη μπαλκονόπορτα και της έδειξε την πίσω βεράντα. «Έλα λίγο έξω. Θέλω να σου δείξω τη θέα. Την άλλη φορά δεν πρόλαβα.»
«Έρχομαι,» του απάντησε.
Βγήκαν μαζί στη βεράντα. Ο Λέανδρος άρχισε να της δείχνει το κτήμα. Από εκεί ψηλά, ο ορίζοντας άνοιγε μπροστά τους και η γη απλωνόταν ως εκεί που έφτανε το βλέμμα.Η Ηρώ τον άκουγε, αλλά οι σκέψεις της είχαν πάρει άλλον δρόμο.
«Από εδώ θα βλέπεις την απέραντη θέα του κτήματος με τη γυναίκα σου… όταν με το καλό παντρευτείς.» Και, χωρίς να το θέλει, σκέφτηκε πως όποια κι αν διάλεγε, θα ήταν τυχερή.
Κι ύστερα ένιωσε τον Λέανδρο να πλησιάζει.Η παρουσία του πίσω της την έκανε να ανατριχιάσει. Την αγκάλιασε.
Η Ηρώ έκλεισε για μια στιγμή τα μάτια. Το πρόσωπο του βρέθηκε κοντά στον λαιμό της και εκείνη ένιωσε την ανάσα του. «Αχ… μη. Σε παρακαλώ…» Τα λόγια βγήκαν σχεδόν ψιθυριστά.
Ο Λέανδρος σταμάτησε για μια στιγμή.
H Ηρώ γύρισε προς το μέρος του. Στο βλέμμα της υπήρχε φόβος, αλλά και κάτι ακόμη. Κάτι που ούτε η ίδια δεν μπορούσε πια να κρύψει. «Μη φύγεις, ψιθύρισε τελικά.»
Την έπιασε απαλά από τους ώμους και την ακούμπησε στην πόρτα, χωρίς να πάψει να της δίνει χώρο να απομακρυνθεί.
«Το ξέρουμε και οι δύο πως αυτό δεν είναι απλώς μια παρεξήγηση», είπε χαμηλά.
«Δεν ξέρω για ποιο πράγμα μιλάς…»
«Ναι, ξέρεις.»
«Ναι, ξέρεις,» επανέλαβε πιο ήρεμα.
Εδώ η Άλκηστις σταμάτησε τη διήγηση της. Για λίγες στιγμές δεν μίλησε κανείς.
Η Εριφύλη την κοίταζε περιμένοντας.
Η Άλκηστις χαμογέλασε με εκείνο το ύφος του ανθρώπου που ξέρει πως έχει αφήσει τον ακροατή
του ακριβώς στο σημείο που πρέπει.
« Και μετά; ρώτησε τελικά η Εριφύλη.»
Η Άλκηστις σήκωσε τους ώμους. «Ε, εδώ αρχίζουν τα δύσκολα. Γιατί από εδώ και πέρα, αγαπημένη μου, δεν ξέρω τι ακριβώς έγινε». Έκανε μια μικρή παύση. «Ξέρω μόνο τι λέγεται. Τι είδε ο ένας, τι κατάλαβε ο άλλος, τι μπορεί να φαντάστηκε η Ηρώ… Και, βέβαια, τι φαντάζομαι εγώ.
Η Εριφύλη χαμογέλασε. «Δηλαδή μέχρι τώρα μου έλεγες ιστορία και από εδώ και πέρα θα μου λες μυθοπλασία;»
«Όχι ακριβώς, απάντησε η Άλκηστις. Θα σου λέω την εκδοχή μου.» Και χαμογέλασε πονηρά. «Άλλωστε, οι πιο ενδιαφέρουσες ιστορίες αρχίζουν ακριβώς εκεί όπου τελειώνουν οι βεβαιότητες.
«Δηλαδή εδώ τελειώνει η ιστορία σου; Τελείωσες; Τελικά τι έγινε; Η ερωτική τους σχέση, όπως τη φαντάζεσαι, δεν συνεχίστηκε;» ρώτησε η Εριφύλη με αδημονία, θέλοντας να ακούσει τη συνέχεια της ιστορίας όπως την είχε πλάσει η ξαδέρφη της.
Η Άλκηστις χαμογέλασε.
«Ξαδέρφη, βλέπω πως σε ενθουσιάζουν οι σκαμπρόζικες ιστορίες σαρκικού πάθους, ιδιαίτερα όταν μπλέκονται με εξωσυζυγικές σχέσεις και με τη διαγωγή αξιοσέβαστων κυρίων… όπως, ας πούμε, η πεθερά σου.»
Η Εριφύλη γέλασε.
«Για χάρη σου, λοιπόν, ας μη μείνει τίποτα σε εκκρεμότητα. Άκου τη συνέχεια. Μια ιστορία
γεμάτη πάθος, πειρασμό και κρυφές επιθυμίες. Και, αν θέλεις, ας της δώσουμε έναν τίτλο. Μύθος ή πραγματικότητα;»
Η Άλκηστις πήρε μια μικρή ανάσα και συνέχισε, με εκείνο το ύφος του ανθρώπου που ξέρει πως τώρα έχει κερδίσει οριστικά την προσοχή του ακροατή του.
Ο Λέανδρος την πλησίασε.Τα λόγια του έβγαιναν σαν χείμαρρος, μια κατακλυσμική ροή που δεν άφηνε χώρο για λογικές σκέψεις.
«Σε θέλω. Σε ποθώ… Σε ποθώ βαθιά.» Η φωνή του ήταν φορτισμένη από μια επιθυμία που δεν προσπαθούσε πια να κρύψει.
Η Ηρώ τον κοίταξε στα μάτια. Εκείνη τη στιγμή, όλα όσα είχε προσπαθήσει να κρατήσει τακτοποιημένα μέσα της, ο γάμος της, οι φόβοι της, η λογική, η εικόνα που είχε για τον εαυτό της έμοιαζαν να απομακρύνονται. Έκανε κι εκείνη ένα βήμα προς το μέρος του. Τον άγγιξε. Ήταν μια μικρή κίνηση, αλλά για την Ηρώ είχε τη βαρύτητα μιας απόφασης.
«Σε ποθώ, Ηρώ. Σε θέλω όπως είσαι. Θέλω να σε κάνω δική μου.»
Εκείνη έκλεισε για λίγο τα μάτια. Η συνέχεια, αν πιστέψουμε την εκδοχή που είχε φτάσει μέχρι την Άλκηστις, ήταν μια νύχτα όπου η συσσωρευμένη ένταση των προηγούμενων ημερών βρήκε επιτέλους διέξοδο. Οι δυο τους παραδόθηκαν ο ένας στον άλλον με πάθος, ξεχνώντας για λίγο όσα υπήρχαν έξω από εκείνον τον χώρο. Όταν αργότερα έμειναν σιωπηλοί, η Ηρώ δεν ένιωθε μόνο την ευφορία της στιγμής. Σκεφτόταν ήδη την επόμενη μέρα. Δεν ήταν πια μια τυχαία παρόρμηση. Ήταν μια σκέψη που άρχιζε να αποκτά μορφή.
Και η Άλκηστις, φτάνοντας σ’ αυτό το σημείο, έκανε μια μικρή παύση. «Εδώ, ξαδέρφη, πρέπει να σου πω κάτι», είπε.
Η Εριφύλη την κοίταξε.
«Όσο κι αν η ιστορία μου φαίνεται πειστική, δεν ξέρω αν συνέβη ακριβώς έτσι. Κάποια πράγματα τα ξέρω από διηγήσεις. Κάποια τα συμπεραίνω. Και κάποια… τα φαντάζομαι.»
«Το παραδέχεσαι τουλάχιστον», της είπε η Εριφύλη γελώντας.
«Βεβαίως. Είμαι ιστορικός με φαντασία, όχι συμβολαιογράφος!»
Και συνέχισε. «Την εποχή, λοιπόν, που η Ηρώ, σύμφωνα πάντα με τη δική μου εκδοχή είχε αρχίσει να μπλέκει όλο και περισσότερο στην κρυφή σχέση της με τον εργοδότη της, συνέβη κάτι που, χωρίς να το γνωρίζει κανείς από τους δυο τους, επρόκειτο να περιπλέξει ακόμη περισσότερο τα πράγματα.
Ένα ζευγάρι από τη Θεσσαλία νοίκιασε ένα μικρό σπίτι, μεσοτοιχία με εκείνο όπου έμενε η οικογένεια της Ηρώς. Ο άντρας έλειπε συχνά για δουλειές στο χωριό του, ενώ η γυναίκα περνούσε αρκετές ώρες μόνη. Η νέα γειτονική παρουσία δεν άργησε να γίνει αισθητή και, όπως συμβαίνει στις μικρές κοινωνίες, οι άνθρωποι άρχισαν γρήγορα να γνωρίζονται μεταξύ τους.
Η ιστορία, βέβαια, δεν έφτασε σ’ εμένα από πρώτο χέρι. Χρόνια αργότερα, στις καλοκαιρινές διακοπές, η νεαρή κοπέλα μου μετέφερε όσα είχε ακούσει να ψιθυρίζονται στη γειτονιά. Άλλοτε με βεβαιότητα, άλλοτε με ένα «έτσι λέγανε», κι άλλοτε με εκείνο το χαρακτηριστικό ύφος του ανθρώπου που ξέρει πως η μισή αλήθεια είναι πιο ενδιαφέρουσα από μια ολόκληρη.
Μου μίλησε για το ζευγάρι από τη Θεσσαλία, για τις επισκέψεις, τις απουσίες, τις περίεργες συμπτώσεις και τα πρόσωπα που, σύμφωνα με τα κουτσομπολιά, άρχισαν να συνδέονται μεταξύ τους περισσότερο απ’ όσο επέτρεπαν τα προσχήματα της γειτονιάς.
Κι από εδώ και πέρα πρέπει να είμαι ακόμη πιο προσεκτική. Γιατί άλλο είναι αυτό που πραγματικά συνέβη, άλλο εκείνο που η νεαρή κοπέλα άκουσε από τους άλλους. Η δική μου αφήγηση στηρίζεται σ’ όλα αυτά μαζί. Στα γεγονότα, όπου υπάρχουν. Στις μαρτυρίες, όπου μπορούμε να τις εμπιστευτούμε.
Και, βέβαια, στα κενά που αναγκαστικά συμπληρώνει η φαντασία. Άλλωστε, το έχουμε ήδη συμφωνήσει, είμαι ιστορικός με φαντασία, όχι συμβολαιογράφος.»
Τα δύο σπίτια ανήκαν στον ίδιο ιδιοκτήτη και μοιράζονταν μια μεγάλη κοινή αυλή.
Η γυναίκα, γύρω στα τριάντα πέντε., Μπριόζα, πληθωρική, αυθόρμητη, με μια έντονη παρουσία που
δεν περνούσε απαρατήρητη. Η εμφάνισή της άφησε άναυδο ακόμη και τον άνδρα της Ηρώς.
Κι εκείνος, δεν μπορούσε να κρύψει εντελώς το βλέμμα του. Την παρατηρούσε περισσότερο απ’ όσο θα επέτρεπε η αξιοπρέπεια που προσπαθούσε να επιδείξει.
«Ξαδέρφη, κάτι μου λέει πως η καινούργια γειτόνισσα δεν μπήκε τυχαία στην ιστορία μας…»
Η Εριφύλη την κοίταξε με δυσπιστία. «Τώρα αρχίζεις πάλι τα δικά σου.»
Η Άλκηστις χαμογέλασε. «Μπορεί. Αλλά περίμενε να δεις τη συνέχεια.»
Η γυναίκα δεν φάνηκε καθόλου να ενοχλείται από το επίμονο βλέμμα του άνδρα. Απεναντίας, η προσοχή του δεν την άφηνε εντελώς ανεπηρέαστη. Κάτι μέσα της αναστατωνόταν, κάτι που την έκανε να νιώθει ξαφνικά πιο ζωντανή, πιο συνειδητή για την παρουσία της ως γυναίκας.
Ο Κλεομένης, από εκείνη την ημέρα, την είχε διαρκώς στο μυαλό του. Τη φανταζόταν όλο και συχνότερα ως ερωτική σύντροφο και, όσο περισσότερο την παρατηρούσε, τόσο πιο έντονα ένιωθε πως
κάτι μέσα του είχε ξυπνήσει.
Όταν ο σύζυγος της χρειάστηκε να επιστρέψει προσωρινά στο χωριό του για να τακτοποιήσει κάποιες οικογενειακές υποθέσεις. Πήρε άδεια από τη νέα του εργασία και υπολόγιζε να λείψει δύο ή τρεις εβδομάδες.
«Μέχρι να γυρίσει ο άντρας σου, είπε η Ηρώ, αν χρειαστείς οτιδήποτε, μη διστάσεις να μας το
πεις. Να θεωρείς δεδομένο πως θα σε βοηθήσουμε.
«Μην ανησυχείς, πρόσθεσε ο Κλεομένης. Εδώ είμαστε.»
Η Ηρώ, όπως συνήθως, έφευγε από τα χαράματα για τη δουλειά. Ο Κλεομένης, αντίθετα, παρέμενε άνεργος. Εκείνο το πρωινό είχε γυρίσει άπραγος από την αγορά, όπου είχε βγει πάλι να αναζητήσει μεροκάματο. Κάθισε στο πλατύσκαλο της εξώπορτας, στην κοινή αυλή, άναψε τσιγάρο και έμεινε βυθισμένος στις σκέψεις του.
Η Γειτόνισσα τον είδε από το παράθυρο και βγήκε έξω. «Τι κάνεις, γείτονα; Πώς τα περνάς; Πολύ σκεφτικό σε βλέπω σήμερα. Κάτι σαν συζυγικό καυγαδάκι μου μυρίζει με την Ηρώ, ε;»
Ο Κλεομένης ανασήκωσε το κεφάλι. «Όχι. Δεν τσακώθηκα με την Ηρώ. Αλλά έχω πολύ σημαντικότερα προβλήματα μαζί της.»
Η Γειτόνισσα κάτι είχε πάρει τ’ αυτί της. Είχε ακούσει, λίγες ημέρες πριν, τη φωνή τους να ανεβαίνει πίσω από τον τοίχο.
«Γι’ αυτό έχεις αυτά τα μούτρα, γείτονα; Ύστερα γέλασε. «Βρε τη
ρουφιάνα την Ηρώ! Τι σου έκανε, ρε κούκλε μου, και δε μιλιέσαι; Αχ, ρε Ηρώ!»
«Η Γειτόνισσα , παίζεις με τον πόνο μου!»
Η Γειτόνισσα χαμογέλασε με καλοσυνάτη ανοχή. «Για συμπαράσταση, κερνάω καφέ της παρηγοριάς. Βάλε κάτω το τσιγάρο και έλα μέσα να τα πούμε. Κι αν θέλεις, μιλάμε και για τα προβλήματά σου. Τι σε απασχολεί; Φιλικά στα λέω, μη με παρεξηγήσεις. Επειδή σε νοιάζομαι.» Έκανε μια μικρή παύση. Εκτός κι αν δεν είμαι καλή παρέα.
«Είπα εγώ πως δεν είσαι καλή παρέα; Τον καφέ ευχαρίστως, ειδικά από τα χεράκια σου. Έλα που δυσκολεύομαι λίγο να σου μιλήσω για τα πολύ προσωπικά μου.
«Α, μάλιστα! Έχεις και παράπονα τώρα. Για πες. Τι σου λείπει δηλαδή; Ωραίος άντρας είσαι. Και,
να σου πω, μ’ αυτό το γεροδεμένο κορμί που κουβαλάς, δεν περνάς και απαρατήρητος. Κι έχεις και μια όμορφη γυναίκα. Τι άλλο θέλεις;»
Ο Κλεομένης χαμογέλασε πικρά. «Ναι, ωραία όλα αυτά… αλλά δεν αντέχω άλλο. Να σου πω κάτι μεταξύ μας; Δεν πάει άλλο με την Ηρώ. Όλο κουρασμένη είναι, όλο κάτι έχει. Κι εγώ, σαν άντρας, έχω κι άλλες ανάγκες, αν με καταλαβαίνεις.»
Η Γειτόνισσα τον κοίταξε με εκείνο το μισό χαμόγελο που δεν άφηνε να καταλάβεις αν διασκέδαζε ή αν τον πείραζε.
«Τι θες να πεις δηλαδή; Ότι κουράστηκε η κυρία από τη συζυγική σας ζωή;»
Ο Κλεομένης αναστέναξε. «Κάπως έτσι.»
« Α, είσαι κι εσύ από αυτούς τους στερημένους; είπε γελώντας. Σκέψου κι εμένα που περνάνε εβδομάδες ολόκληρες χωρίς να νιώσω πως ο άντρας μου θυμάται ότι είμαι γυναίκα.»
Ακολούθησε μια μικρή σιωπή. Ο Κλεομένης την κοίταξε στα μάτια.
Κι εκείνη κατάλαβε πως η κουβέντα είχε μόλις περάσει ένα αόρατο όριο. «Δηλαδή… ο άντρας σου δεν είναι και πολύ εκδηλωτικός; ρώτησε.»
«Γενικά δεν είναι πολύ του σεξ. Δεν έχει ιδιαίτερη φλόγα. Θα έλεγα πως η ερωτική μας ζωή έχει γίνει περισσότερο συνήθεια παρά επιθυμία. Σαν να γίνεται επειδή «πρέπει» ή επειδή το ζητώ εγώ.»
Ο Κλεομένης την κοίταξε με έκπληξη.
«Δεν το πιστεύω! Τι μου λες; Πώς γίνεται ένας άντρας να έχει μια γυναίκα σαν εσένα και να μην
προσπαθεί να κρατήσει αναμμένη τη φωτιά στη σχέση του;»
Η Γειτόνισσα χαμογέλασε. «Μπορεί να μην είναι όλοι οι άνθρωποι ίδιοι, γείτονα.»
Ο Κλεομένης την κοίταξε για λίγες στιγμές χωρίς να μιλήσει. Και τότε, σχεδόν χωρίς να το καταλάβει,
είπε αυτό που τόσο καιρό κρατούσε μέσα του.
«Η Γειτόνισσα … από την πρώτη μέρα που σε είδα, σε θέλω.»
«Κούκλε μου, η αλήθεια, εδώ που τα λέμε, είναι πως ένα δίκιο το ’χει η Ηρώ σου. Όλη μέρα δουλεύει σαν σκυλί για τον επιούσιο, για τα απαραίτητα που χρειάζεται η οικογένειά της… Πού να βρει χρόνο και για σένα;»
Έκανε μια μικρή παύση και τον κοίταξε με νόημα.«Σε καταλαβαίνω, και εγώ δεν έχω καμία αντίρρηση να μοιραζόμαστε κάπου-κάπου λίγη από αυτή την… ερωτική στενοχώρια. Αν πραγματικά το θέλεις, μπορούμε να βρίσκουμε τις ευκαιρίες μας.»Το είπε με τόση φυσικότητα, ώστε για λίγα δευτερόλεπτα ο Κλεομένης έμεινε άφωνος.
Σήκωσε τα μάτια του και την κοίταξε.
Εκείνη χαμογέλασε. «Πάμε μέσα στην κρεβατοκάμαρα, του είπε.»
Ο Κλεομένης την ακολούθησε. Έκλεισε η πόρτα πίσω τους και, για λίγο, όλα τα υπόλοιπα έμειναν έξω από το δωμάτιο.
Όταν, αρκετή ώρα μετά, καταλάγιασε η ερωτική θύελλα, το δωμάτιο είχε εκείνη την παράξενη αταξία που αφήνει πίσω της μια απρόσμενη συνάντηση πάθους. Τα σεντόνια ήταν τσαλακωμένα, τα μαξιλάρια πεταμένα άτακτα και οι δυο τους έμειναν για λίγο σιωπηλοί, προσπαθώντας να συνειδητοποιήσουν τι είχε μόλις συμβεί.
Όταν ο Κλεομένης ετοιμάστηκε να φύγει, η Η Γειτόνισσα τον ξεπροβόδισε μέχρι την πόρτα. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή εμφανίστηκε στην αυλή η νεαρή φοιτήτρια που έμενε απέναντι, σε μια μικρή ανεξάρτητη κάμαρα, μέσα στη μεγάλη κοινόχρηστη αυλή. Η Η Γειτόνισσα δεν έχασε καθόλου την ψυχραιμία της. «Γείτονα, σ’ ευχαριστώ. Και είμαι υπόχρεη που, με την ικανότητά σου να βρίσκεις γρήγορες και λειτουργικές λύσεις στις δυσκολίες μου, κάλυψες και ξεπέρασες τις προσδοκίες μου. Χάρηκα πολύ που τα είπαμε σαν καλοί γείτονες.»
Ο Κλεομένης, μπαίνοντας στο παιχνίδι της, απάντησε με το ίδιο επίσημο ύφος. «Χαίρομαι που μείνατε τόσο ικανοποιημένη και που μπορέσαμε να δώσουμε αποτελεσματική λύση στο πρόβλημά σας. Και μια φιλική συμβουλή, προτιμήστε να προλαμβάνετε τα προβλήματα πριν διογκωθούν και, όταν χρειάζεται, να αναζητάτε λύσεις από διαφορετικές πηγές.»
Η Νικολέτα έπνιξε ένα χαμόγελο. «Έχεις δίκιο. Ελπίζω, όταν χρειαστώ ξανά τη βοήθεια σου, να έχω και πάλι την αμέριστη συμπαράστασή σου στο θέμα που διεξοδικά συζητήσαμε.»
«Εννοείται, καλή μου γειτόνισσα. Ό,τι χρειαστείς, είμαι στη διάθεσή σου. Και μη διστάσεις να μου το ζητήσεις.»
Η Η Γειτόνισσα τού χαμογέλασε αυτάρεσκα και έκλεισε την πόρτα.
Ο Κλεομένης απομακρύνθηκε κάπως ανήσυχος. Μόλις όμως είδε τη φοιτήτρια να πλησιάζει, κόλλησε για μια στιγμή. Βλέπεις, η νεαρή γυναίκα δεν ήταν άγνωστη σ’ εκείνον. Είχαν ήδη μοιραστεί κάποια
δικά τους μυστικά, σε προηγούμενες συναντήσεις, με μουσική, κουβέντα και μια οικειότητα που είχε ξεπεράσει προ πολλού τα όρια μιας απλής γειτονικής γνωριμίας.
«Καλησπέρα, κύριε Κλεομένη.»
« Καλησπέρα, κορίτσι μου. Από τη σχολή έρχεσαι;»
«Ναι, είχα μάθημα σήμερα. Εσείς καλά είστε;»
«Όλα μια χαρά.»
Η κοπέλα τον κοίταξε με ένα πονηρό χαμόγελο.
«Κύριε Κλεομένη μου… γιατί κάθε φορά που μου λέτε «ό,τι χρειαστείς, είμαι στη διάθεσή σου», μου μπαίνουν κάτι πολύ περίεργες ιδέες στο μυαλό;»
Ο Κλεομένης αναστέναξε. «Συγγνώμη, μικρή μου;»
«Α, όχι! Όχι και «μικρή μου»! Δεν θα με κάνεις όταν θέλεις να σε θυμάμαι ως άντρα και μετά θα μου παριστάνεις τον αθώο οικογενειάρχη. Τον πλησίασε λίγο. «Σε περιμένω στην κάμαρά μου. Να ακούσουμε πάλι μουσική. Και μην αργήσεις.»
Ο Κλεομένης πανικοβλήθηκε.Για μια στιγμή προσπάθησε να επιστρατεύσει ό,τι λογική τού είχε απομείνει. « Αχ… όχι τώρα. Όχι τώρα. Σταμάτα, θα γίνουμε ρεζίλι!»
Η κοπέλα γέλασε. «Μια συμβουλή μόνο σου δίνω. Να προσέχεις. Κλείνε καλά το παράθυρο όταν επισκέπτεσαι τη γειτόνισσα.»
Ο Κλεομένης την κοίταξε έντρομος. « Τι εννοείς;»
«Η φλογερή κυρία τα δίνει όλα και δεν έχει και πολύ χαμηλή ένταση όταν… ενθουσιάζεται. Σηκώνει την αυλή στο πόδι!»
«Φαντασιώσεις σου είναι αυτά. Πού τα άκουσες;»
« Μη μου κάνεις τον ανήξερο. Η αυλή έχει αυτιά.»
Ο Κλεομένης έβαλε το δάχτυλο στα χείλη του. «Σσσς! Σιώπα, να σε χαρώ, κορίτσι μου.»
Εκείνη χαμογέλασε. «Εγώ πάντως σε καρτερώ στην κάμαρα μου. Το άκουσες; Και μην αργήσεις.»
Τον άφησε να στέκεται αμήχανος στην αυλή και προχώρησε προς το δωμάτιό της.
Αυτές τις κραυγές άκουσε κάποια μέρα και η Ηρώ. Και κατάλαβε. Μετά το πρώτο ξάφνιασμα ένιωσε αμηχανία. Λίγα δευτερόλεπτα αργότερα, όμως, όταν συνειδητοποίησε τι ακριβώς συνέβαινε, ένιωσε μια παράξενη ανακούφιση. Χαμογέλασε και της ξέφυγε ένα βαθύ. «Ουφ…»
Σκέφτηκε την καινούργια γειτόνισσα σχεδόν με ευγνωμοσύνη. Τώρα είχε έναν λόγο να νιώθει λιγότερες ενοχές. Έναν τρόπο να δικαιολογεί τα δικά της αισθήματα και να μπορεί να αντικρίσει τον ανεπρόκοπο άντρα της όπως πριν, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα. Πάνω απ’ όλα, όμως, είχε βρει έναν τρόπο να δικαιολογήσει τον ίδιο της τον εαυτό.
Έφερε ξανά στο μυαλό της το παράφορο πάθος του Λέανδρου και, χωρίς να το καταλάβει, ένιωσε ολόκληρο το σώμα της να αντιδρά στη σκέψη.
Έπρεπε, όμως, να σκεφτεί τι θα έκανε από εδώ και πέρα. Δεν είχε συμφιλιωθεί ακόμη με όλα όσα συνέβαιναν μέσα της, αλλά είχε πάψει να προσποιείται ότι δεν υπάρχουν.
Το επόμενο πρωινό, πριν αναχωρήσει, η Ηρώ πληροφορεί την καινούργια γειτόνισσα πως θα έλειπε από το σπίτι δύο, τρεις ημέρες τουλάχιστον. «Θα μείνω στο κτήμα», της εξήγησε. «Ο εργοδότης μου έχει να παραδώσει ένα εμπορικό φορτίο από τις καλλιέργειες του και μάλλον θα ξενυχτήσουμε με τους παραλήπτες. Θα ήθελα, αν μπορείς, να βοηθήσεις λίγο τον άντρα μου αυτές τις ημέρες. Μια-δυο φορές, ίσως και κάποιο βράδυ, αν χρειαστεί.»
Ήξερε, φυσικά, πως η γειτόνισσα θα έβρισκε την ευκαιρία να πλησιάσει τον Κλεομένη. Αλλά, έτσι κι αλλιώς, πλέον δεν την πείραζε καθόλου. Είχαν καταντήσει κάτι σαν συγκάτοικοι. Όταν κάποιος από τους δύο ένιωθε την ανάγκη για λίγη ερωτική επαφή, κατέφευγαν στη γνώριμη, μηχανική τους συνήθεια. Εκείνο το σεξ της ρουτίνας, που δεν είχε πια ούτε προσμονή ούτε έκπληξη.
«Θεωρώ πολύ σημαντική τη στήριξή σου», της είπε η Ηρώ. «Και θα σου χρωστάω μεγάλη υποχρέωση, αν δεν σου γίνομαι βάρος.»
«Όχι βέβαια, καλή μου! Δε μου γίνεσαι καθόλου βάρος. Απεναντίας, ευχαρίστησή μου να σε συνδράμω.»
«Ο σύζυγος αυτή την εποχή είναι άνεργος…» «Να μου πεις πότε δεν είναι», σκέφτηκε η Ηρώ, αλλά δεν το είπε. «Όπως καταλαβαίνεις, θα είναι μόνος του στο σπίτι. Τα παιδιά μόλις πρόσφατα έφυγαν για το χωριό για τις καλοκαιρινές διακοπές. Έχουν ιδιαίτερη αδυναμία στον παππού τους, τον πατέρα μου, και στη γιαγιά τους.» Σταμάτησε για λίγο.Ύστερα κοίταξε τη γειτόνισσα στα μάτια. Και δεν έχασε την ευκαιρία. «Για να μην είσαι κι εσύ μέσα στη μοναξιά… Άλλωστε, μια πόρτα μας χωρίζει. Αν δεν σε ενοχλεί και έχεις χρόνο, θα μπορούσες να τον βοηθήσεις και λίγο στην κουζίνα. Να μαγειρεύετε
παρέα.» Το είπε με τρόπο αθώο, αλλά το βλέμμα της έλεγε κάτι εντελώς διαφορετικό.
Η γειτόνισσα ξαφνιάστηκε. Ίσως, όμως, εκείνη ακριβώς τη στιγμή η Ηρώ να της έδωσε το θάρρος να φέρει στην επιφάνεια κάποιες επιθυμίες που μέχρι τότε κρατούσε κρυμμένες.
«Πολύ καλή ιδέα!» είπε. «Είναι καλός στην κουζίνα όπως στ’ άλλα;» Μόλις ξεστόμισε τη φράση, πάγωσε. Κατάλαβε αμέσως τι είχε υπονοήσει, δαγκώθηκε και σήκωσε δήθεν αδιάφορα τους ώμους. Το πρόσωπό της είχε κοκκινίσει κάτω από τις σκούρες αφέλειες και, μέσα στην αμηχανία της, πέρασε νευρικά την ανάποδη της παλάμης από το μάγουλό της.
Η Ηρώ μίλησε πρώτη. «Φυσικά και είναι. Αλλά, ειλικρινά, αφήνω σ’ εσένα την ελευθερία να το
διαπιστώσεις. Καταλαβαινόμαστε, πιστεύω.»
«Πώς-πώς… Δηλαδή… όχι. Εεε… τι θέλεις να πεις;»
Η Ηρώ γέλασε. «Έλα, κορίτσι μου, μην κομπλάρεις. Κατάλαβα από την αρχή ότι τον γούσταρες τον δικό μου. Κι αυτός, απ’ ό,τι φαίνεται, δεν έχασε καιρό.»
Η γειτόνισσα ένιωσε πως κάθε αμφιβολία της είχε εξαφανιστεί. Η Ηρώ δεν τους υποψιαζόταν απλώς.
Τους είχε πάρει χαμπάρι.
«Πώς το κατάλαβες;»
«Φωνάζεις πολύ, χρυσή μου, όταν κάνεις έρωτα. Σηκώνεις την αυλή στο πόδι!» Χαμογέλασε. «Αλήθεια, δεν σε φροντίζει όσο πρέπει ο δικός σου;»
Η γειτόνισσα πήρε μια ανάσα.«Αυτό είναι το πρόβλημα μου με τον δικό μου. Για να ικανοποιήσω την περιέργειά σου, αγαπητή μου φίλη, θα σου πω ότι δεν είναι και κανένας σπουδαίος εραστής. Το κρεβάτι μας έχει περιοριστεί σχεδόν στον ύπνο. Είναι αρκετά συντηρητικός και ανεπαρκής στο
ερωτικό κομμάτι και δεν το επιδιώκει συχνά. Εγώ, από την άλλη, δεν χορταίνω την ερωτική ζωή. Μου αρέσει να δοκιμάζω καινούργια πράγματα, να ξεφεύγω από τη μονοτονία. Για μένα ο έρωτας είναι διασκέδαση, παιχνίδι, αλλαγή. Κι ύστερα από δέκα χρόνια γάμου, το πάθος ανάμεσα μας έχει χαθεί. Οι καβγάδες, η ρουτίνα και η καθημερινότητα έχουν κάνει αβέβαιο το μέλλον μας.»
Σταμάτησε και χαμογέλασε πικρά. «Έχω κουραστεί να προσπαθώ μόνη μου, γιατί ο δικός μου… δεν τραβάει.»
Η ομολογία της ήταν ωμή, αλλά ειλικρινής. Η Ηρώ την κοίταξε με κατανόηση.
«Σε καταλαβαίνω απόλυτα, χρυσή μου γειτόνισσα. Ξέρεις πώς είναι αυτά. Συμβαίνει μερικές φορές στις συζυγικές σχέσεις να εμφανίζεται απογοήτευση, συναισθηματική απόσταση. Όσο περνούν τα χρόνια, η ρουτίνα παίρνει τη θέση του ενθουσιασμού.» Πήρε μια μικρή ανάσα και συνέχισε, σχεδόν σαν να έκανε διάλεξη στον ίδιο της τον εαυτό. «Ίσως γι’ αυτό είναι τόσο εύκολο να ονειροπολούμε έναν άλλο σύντροφο. Να φανταζόμαστε πώς θα ήταν μια διαφορετική ζωή. Μια
γυναίκα μπορεί να βαριέται μέσα στον γάμο της και να αισθάνεται ότι ο άντρας της τής παρέχει ασφάλεια, αλλά της λείπει η περιπέτεια. Μπορεί να αναζητά τον ενθουσιασμό που νομίζει ότι θα της προσφέρει μια εξωσυζυγική σχέση. Ή μπορεί απλώς να θέλει να νιώσει ξανά επιθυμητή. Το συναίσθημα ότι μπορούμε ακόμη να γοητεύσουμε έναν άντρα είναι καμιά φορά πολύ δυνατό.»
Η γειτόνισσα την κοίταξε για λίγες στιγμές και μετά ξέσπασε σε γέλια. «Εεε… πες το, καλή μου, και με κοψοχόλιασες! Δηλαδή καριόλα εγώ, καριόλης ο άντρας σου, αλλά μεταξύ μας… καλή πουτανίτσα είσαι κι εσύ. Πες μου πως κι εσύ για άλλον πονάς και πως ο σεβντάς σου ανάβει μέσα στο στήθος σου τρανός!»
Η Ηρώ γέλασε κι εκείνη. «Οπότε καταλαβαινόμαστε, χρυσή μου. Γι’ αυτό θα στο πω ωμά και ό,τι κάτσει. Αν σκέφτεσαι να βρίσκεσαι με τον δικό μου όταν λείπω, να ξέρεις ότι δεν πρόκειται να σου βάλω εμπόδιο. Ίσα-ίσα… ίσως μου κάνεις και χάρη.»
Η άλλη την κοίταξε έκπληκτη.«Σοβαρά; Δε θα σε πείραζε;»
«Να σου πω την αλήθεια; Έτσι όπως το σκέφτομαι εγώ, όχι. Αν με τη βοήθεια σου τον κρατάς απασχολημένο, ώστε να μη σκορπάει τον κόπο μου και τα λιγοστά μεροκάματα του σε τσιγάρα και χαρτοπαιξία, και κυρίως να μη ζητάει από μένα πράγματα που δεν έχω πια διάθεση να του δώσω… μάλλον καλό θα μου κάνεις.»
«Καλό ακούγεται. Στηρίξου πάνω μου. Σε νιώθω, σε καταλαβαίνω και θα καλύψω τα νώτα σου. Έχω
τον τρόπο μου να το κανονίσω. Εσύ χαλάρωσε και αφέσου στο δικό σου αισθησιακό ταξίδι με τον όμορφο εργοδότη σου.»
«Ε… τι ώρα πήγε; Φεύγω. Δε θέλω να αργήσω.» Οι δύο γυναίκες είχαν πλέον νιώσει μια παράξενη, σχεδόν απροσδόκητη οικειότητα. Η συζήτηση για τα προσωπικά τους είχε σπάσει τις τελευταίες άμυνες. Κι έτσι, ανάμεσα σε γέλια, πειράγματα και αθυροστομία, είχαν δημιουργήσει έναν δικό τους κώδικα. Η γειτόνισσα την κοίταξε από πάνω μέχρι κάτω. «Εντάξει, κορίτσι μου, βλέπω δεν κρατιέσαι! Με αυτό το μωβ λινό φόρεμα, κολλητό, που διαγράφει τη σιλουέτα σου και αφήνει υποσχέσεις με το ντεκολτέ σου, είσαι έτοιμη για περιπέτεια, όχι για επαγγελματική απασχόληση. Καλά να περάσεις!»
Η Ηρώ κοίταξε το φόρεμά της και ξέσπασε σε γέλια. «Ρε συ… μήπως το παρακάναμε; Πολύ ανομία έχει πέσει! Αμ κι εγώ, από Θεούσα πάω να γίνω… άντε, μην το πω!»
«Πουτανίτσα, χρυσή μου. Πουτανίτσα, πες το και μη ντρέπεσαι. Το πολύ-πολύ να το μάθει καμιά κολλητή μας και να πει πως γέμισε η γειτονιά πουτάνες. Δεν είσαι μόνη. Είμαστε πολλές.»
Η Ηρώ κούνησε το κεφάλι γελώντας. «Γι’ αυτό, πες στην κολλητή μας πως ό,τι ο Βοριάς κι η Τραμουντάνα είπαν στη Νοτιά, εκείνη να μην το πάρει και να το κάνει βούκινο!»
Και οι δυο γυναίκες γέλασαν ξανά, με εκείνο το γέλιο που, κάτω από την αθυροστομία και τα πειράγματα, έκρυβε κάτι βαθύτερο, την αίσθηση πως είχαν μόλις αναγνωρίσει η μία στην άλλη ένα κομμάτι του εαυτού τους που μέχρι τότε κρατούσαν κρυφό.
«Τον έχω δει τον δικό σου! Πρέπει να περνάς ηδονικές στιγμές στην αγκαλιά του, κούκλα μου. Καυτός και σέξι άντρας. Τέλος πάντων, δικαίωμα μας είναι να κάνουμε ό,τι μας αρέσει. Κι αν θέλουμε να συναντήσουμε έναν άντρα για να περάσουμε καλά μαζί του, δικό μας θέμα. Κουμάντο στη ζωή και στο κορμί μας κάνουμε εμείς, όχι η γειτονιά.»
«Ναι, δεν έχεις άδικο!» απάντησε η Ηρώ, κουνώντας καταφατικά το κεφάλι. «Είναι πολύ καλύτερος απ’ όσο τον φανταζόμουν. Φλογερός, ανοιχτός, γεμάτος ένταση. Μαζί του είναι σαν να ταξιδεύεις σε έναν απαγορευμένο κόσμο, βουτηγμένο στην αμαρτία και στο πάθος.» Χαμογέλασε. «Τώρα πού θα με οδηγήσει όλη αυτή η ιστορία, δεν ξέρω. Πάντως, προς το παρόν, το γλεντάω με την ψυχή μου. Και η θέση μου στην εργασία έχει εδραιωθεί για τα καλά. Η συνεργασία μας, εξάλλου, είναι άψογη. Σχεδόν όσο άψογη είναι και η ερωτική μας σχέση. Είμαι πολύ τυχερή! Μόνο τη γλωσσοφαγιά της γειτονιάς
φοβάμαι.»
«Και τι τη νοιάζει τη γειτονιά, ρε χρυσό μου κορίτσι; Τι κάνουμε εμείς; Βατσιμάνη στο κρεβάτι μας τη
βάλαμε;»
Η Ηρώ γέλασε. Ένιωθε πως, επιτέλους, όλα είχαν τακτοποιηθεί μέσα της, χωρίς εκείνες τις ανασφαλείς εκκρεμότητες που μέχρι χθες την έτρωγαν. Πήγε μπροστά στον καθρέφτη και ίσιωσε το φρεσκοπλυμένο, λουλουδάτο, μωβ φουστάνι της. Άγγιξε με τα δάχτυλά της τον στήμονα ενός κόκκινου ιβίσκου, σαν να ήθελε να πάρει λίγο από το χρώμα του, και ύστερα κοίταξε το είδωλό της.Με τις παλάμες της διόρθωσε την έντονη κοκκινίλα στα μάγουλά της. Έπειτα έπιασε τα μαλλιά της σε μια κυματιστή αλογοουρά, που πηγαινοερχόταν ρυθμικά καθώς, με γρήγορο βήμα, ξεκινούσε για τη δουλειά της.
Ήταν αποφασισμένη να φτάσει έγκαιρα στο κτήμα. Είχε να μεταφέρει στον Λέανδρο τα «καλά» νέα.
Ο Λέανδρος την είχε πληροφορήσει πως ολόκληρη εκείνη την εβδομάδα θα διανυκτέρευε στο κτήμα και της είχε αφήσει να εννοηθεί ότι θα ήθελε πολύ να μείνει μαζί του κάποια βράδια.
Της είχε πει. «Αν θέλεις, έχω μια ιδέα που ίσως σου φανεί ενδιαφέρουσα. Έχω συζητήσει με τον σύζυγό σου για τις παραδόσεις των φορτίων από τη νέα σοδειά και του εξήγησα ότι σε θεωρώ απαραίτητη στον έλεγχο. Του τόνισα μάλιστα πως μπορεί να χρειαστεί να εργαστείς ακόμη και σε νυχτερινή βάρδια, με το αζημίωτο βέβαια. Θα ανταμειφθείς καλά. Λοιπόν, εσύ τι λες, λουλούδι μου; Συμφωνείς;»
Η Ηρώ είχε διστάσει. Το ήθελε, όμως, τόσο πολύ, ώστε δυσκολευόταν να αντισταθεί στην έλξη που της ασκούσε αυτός ο άντρας. Κάθε φορά που τον σκεφτόταν, οι ενοχές και οι φόβοι της έμοιαζαν να απομακρύνονται για λίγο. Τον ρώτησε πώς ακριβώς θα γινόταν, γιατί δεν ήθελε να διαλύσει την οικογένειά της, αλλά ούτε και να χάσει την ευκαιρία να περάσει μαζί του κάποιες νύχτες στο κτήμα.
«Δε θα χάσεις τίποτα, μωρό μου. Απλώς θα προσέχουμε. Άσ’ το σε μένα. Θα τα κανονίσω όλα εγώ.»
Η Ηρώ τον κοίταξε για λίγο και ύστερα χαμογέλασε. «Μέσα. Πες πως ήρθα. Η πρότασή σου μου φαίνεται πολύ ενδιαφέρουσα. Κανόνισεέ το εσύ με τον Κλεομένη. Εμένα μου είναι δύσκολο να του το προτείνω. Βρες τρόπο. Είμαι σχεδόν σίγουρη ότι θα δεχτεί. Έτσι άνεργος και ανεπρόκοπος που είναι…»
«Εντάξει, θα το κανονίσω εγώ. Και, όπως είπαμε, θα του εξηγήσω ότι θα πληρωθείς έξτρα για τις υπηρεσίες σου.»
Η Ηρώ χαμογέλασε πονηρά. «Εγώ, βέβαια, άλλα «υπηρεσίες» φαντάζομαι…»
Το βλέμμα της συναντήθηκε με το δικό του. «Ελπίζω να αντέχεις, γιατί αυτές οι νύχτες πάθους
θα σου μείνουν αξέχαστες, καυλιάρη μου.» Την Ηρώ την είχαν ήδη ξυπνήσει μέσα της επιθυμίες που για χρόνια έμοιαζαν κοιμισμένες. Η ιδέα ότι θα μπορούσε να περάσει μια ολόκληρη νύχτα μαζί του, χωρίς τη βιασύνη και τους περιορισμούς της καθημερινότητας, την αναστάτωνε. Και, χωρίς να το καταλαβαίνει, ο νους της γύρισε σε μια παλιότερη ανάμνηση.Ήταν τότε που, εντελώς τυχαία, είχε ανακαλύψει στο δωμάτιο της νεαρής σπουδάστριας κάποια παλιά φωτορομάντζα για ενηλίκους. Η κοπέλα, που βρισκόταν ακόμη στα φοιτητικά της χρόνια και πάλευε για το πτυχίο της, είχε φύγει για τις πασχαλινές διακοπές στο χωριό της και είχε δώσει στην Ηρώ τα κλειδιά, παρακαλώντας την να προσέχει λίγο το δωμάτιο της. Η Ηρώ είχε βρει τότε τα περιοδικά κρυμμένα βαθιά σ’ ένα συρτάρι.
Δεν τα είχε ανοίξει από περιέργεια, τουλάχιστον έτσι έλεγε στον εαυτό της, αλλά η εικόνα τους είχε χαραχτεί στη μνήμη της. Ήταν από εκείνα τα έντυπα μιας άλλης εποχής, με υπερβολικές ιστορίες, θεατρικές πόζες και έναν κόσμο ερωτικής φαντασίας πολύ διαφορετικό από την καθημερινότητα που γνώριζε. Αργότερα είχε μάθει πως τα είχε φέρει κάποιος ξάδελφος της κοπέλας, ναυτικός, από το εξωτερικό. Η νεαρή τα κρατούσε κρυμμένα από αδιάκριτα βλέμματα, σαν ένα μικρό μυστικό που ανήκε μόνο σ’ εκείνη και στα κοριτσίστικα όνειρα που ακόμη δεν είχε πάψει να κάνει. Η Ηρώ δεν ήξερε πόσο από όλα αυτά ήταν πραγματικότητα και πόσο δική της υπόθεση. Ήξερε όμως πως, εκείνες τις ημέρες, η ίδια άρχισε να βλέπει διαφορετικά τον κόσμο της επιθυμίας. Και τώρα, καθώς κατευθυνόταν προς το κτήμα, η φαντασία της είχε ήδη αρχίσει να πλάθει τη δική της εκδοχή μιας ολόκληρης νύχτας με τον Λέανδρο. Η νεαρή σπουδάστρια, άλλωστε, ήταν σχεδόν είκοσι δύο ετών.
Εργαζόταν περιστασιακά, ενώ κάποιες φορές βοηθούσε την Ηρώ προσέχοντας τα παιδιά της και βοηθώντας τα στα μαθήματα τους. Είχε κι εκείνη μια σχέση, αλλά τον τελευταίο καιρό είχε ξεθωριάσει σχεδόν εντελώς, κυρίως εξαιτίας της απόστασης. Η εξεταστική, η μοναξιά και η αναμονή είχαν δημιουργήσει μέσα της μια ένταση που δεν ήξερε που να διοχετεύσει. Κάπως έτσι είχε αρχίσει να διαβάζει ερωτικές ιστορίες. Στην αρχή από περιέργεια. Ύστερα από συνήθεια. Και τελικά επειδή οι ιστορίες αυτές της πρόσφεραν έναν ολόκληρο κόσμο φαντασίας, μακριά από το άγχος των σπουδών και τη μονοτονία της καθημερινότητας. Η Ηρώ υποψιαζόταν πως κάποιες φορές ο Κλεομένης περνούσε από εκεί και πως οι δυο τους είχαν αναπτύξει τη δική τους, μυστική σχέση. Δεν γνώριζε λεπτομέρειες και, στην πραγματικότητα, δεν ήθελε να γνωρίζει. Της αρκούσε πως ο άντρας της έβρισκε αλλού κάτι που εκείνη δεν μπορούσε ή δεν ήθελε πλέον να του προσφέρει.Ίσως, σκέφτηκε κάποτε, αυτή να ήταν μια από τις παράξενες ισορροπίες στις οποίες καταλήγουν οι άνθρωποι όταν μια σχέση έχει πάψει να λειτουργεί όπως παλιά. Και κάπως έτσι, ανάμεσα σε κρυμμένα περιοδικά, χαμηλή μουσική, φαντασιώσεις και μυστικά, ο Κλεομένης είχε βρει τη δική του προσωρινή διαφυγή από την ανία.
Η Ηρώ, από την άλλη, είχε βρει τη δική της. Και τώρα κατευθυνόταν προς το κτήμα, με την κυματιστή αλογοουρά να ανεμίζει πίσω της και το μωβ λουλουδάτο φόρεμα να κινείται στον ρυθμό του βηματισμού της. Η επιθυμία της, όμως, δεν εκφράζεται ακόμη ανοιχτά. Δεν εκρήγνυται. Σκάβει λαγούμια κάτω από το δέρμα της και την τυραννά σιωπηλά, σαν υπόγειο ρεύμα που δεν βρίσκει διέξοδο.
Όταν έφτασε στον συνηθισμένο χώρο αναχώρησης, όπου την περίμενε ο Λέανδρος με το αυτοκίνητό του, τον είδε στον πεζόδρομο, μπροστά στο περίπτερο της γειτονιάς. Ήταν χαρούμενος και διαχυτικός, κουβεντιάζοντας με τη νεαρή κόρη της μπακάλισσας, που είχαν το μαγαζί στο απέναντι οίκημα. Η κοπέλα ήταν όμορφη, με μελαχρινό προσωπάκι, κατάλευκα δόντια και μεγάλα σκούρα μάτια. Η Ηρώ, έτσι όπως την έβλεπε, είχε την εντύπωση πως προσπαθούσε να τραβήξει την προσοχή του Λέανδρου με εκείνον τον παιχνιδιάρικο τρόπο που αφήνει πάντα περιθώριο για παρερμηνείες.
Το θέαμα την τάραξε. Μόλις λίγα λεπτά πριν ξεκινούσε χαρούμενη, σχεδόν πετώντας, για να του μεταφέρει τα ευχάριστα νέα: πως το βράδυ θα έμενε μαζί του στο κτήμα.
Και τώρα; Έσφιξε τα δόντια. Ένιωσε έναν παράξενο θυμό, κάτι ανάμεσα σε ζήλια και πληγωμένη υπερηφάνεια. Σαν να είχε ξαφνικά αποκτήσει δικαιώματα πάνω σε έναν άνθρωπο που, μέχρι πριν από λίγο καιρό, δεν είχε καν τολμήσει να φανταστεί ότι θα μπορούσε να γίνει τόσο σημαντικός για εκείνη.
Πήγε να σκάσει. Η ζήλια είχε ξυπνήσει μέσα της σαν ελατήριο που συμπιεζόταν όλο και περισσότερο.
Δεν μπορούσε να ανεχτεί την ιδέα πως ο Λέανδρος μπορεί να ενδιαφέρεται και για κάποια άλλη γυναίκα. Της φαινόταν σχεδόν αδιανόητο να βλέπει εκείνον να χαμογελά σε μια άλλη με τον ίδιο τρόπο που χαμογελούσε σε εκείνη. Και το χειρότερο ήταν πως, όσο περισσότερο το σκεφτόταν, τόσο περισσότερο φούντωνε. Μπήκε στο αυτοκίνητο χωρίς να πει κουβέντα.
«Καλημέρα στο μωρό μου», της είπε ο Λέανδρος μόλις κάθισε δίπλα του, χαρίζοντας της εκείνο το γνώριμο, πονηρό χαμόγελό του.
«Καλημέραα…» μουρμούρισε εκείνη, τραβώντας τη λέξη μέσα από τα δόντια της.
Ο Λέανδρος την κοίταξε. «Τι έχεις, ρε μωρό μου; Φαίνεσαι χάλια.»
«Εντάξει είμαι. Θα ζήσω!»
Διέκρινε αμέσως τον εκνευρισμό στη φωνή της. «Μυστήρια είσαι σήμερα. Τι μύγα σε τσίμπησε; Μήπως δε θέλεις να έρθεις για δουλειά; Χρειάζεσαι ανάπαυση;»
«Όχι. Ξεκίνα. Έλα, πάμε.»
«Ααα… Εδώ έχουμε σοβαρό θέμα.»
Ακολούθησε μια μικρή σιωπή. Ο Λέανδρος χαμογελούσε ήδη. Είχε καταλάβει περισσότερα απ’ όσα εκείνη νόμιζε. «Γιατί δε μιλάς, μωρό μου; Συμβαίνει κάτι;»
Η Ηρώ γύρισε και τον κοίταξε. «Μάλλον έχεις μια ιδιαίτερη προτίμηση στα τροφαντά κωλομέρια, ε; Σε βλέπω πολύ χαρούμενο που σαλιάριζες με αυτό το κορίτσι!»
Ο Λέανδρος έβαλε τα γέλια. «Δεν μπορείς να φανταστείς πόσο. Δε γινόταν να το κρύψω.»
«Απλώς θύμωσα. Δε θέλω να σε βλέπω να φλερτάρεις με άλλες.»
Το χαμόγελο του Λέανδρου μαλάκωσε. Της έπιασε το ένα χέρι και το κράτησε μέσα στα δικά του.
«Είσαι ο θησαυρός μου. Το μόνο που με νοιάζει είναι να σε βλέπω χαρούμενη. Σταμάτα να διαμαρτύρεσαι, ζουμπούλι και λεβάντα μου. Σταμάτα μου, βασιλικέ και κατιφέ μου. Μη μου παραπονιέσαι.»
Η Ηρώ χαμογέλασε παρά τη θέλησή της. «Πώς να μην παραπονεθώ; Ή μήπως θα ’θελες να σου κάνω κι εγώ τα ίδια;»
«Όχι. Ούτε το θέλω, ούτε σου πρέπει. Εσύ είσαι μια καθώς πρέπει, σοβαρή κυρία και παντρεμένη γυναίκα.»
Η Ηρώ τον κοίταξε ναζιάρικα.Ύστερα ακούμπησε το κεφάλι της στον ώμο του. «Γαμώτο…» ψιθύρισε. «Δεν αντέχω. Μαζί σου είμαι η πιο χαρούμενη γυναίκα του κόσμου.»
Έμεινε για λίγο έτσι, αφήνοντας την ένταση της ζήλιας να υποχωρήσει. Ύστερα σήκωσε το βλέμμα της και τον κοίταξε στα μάτια. «Θέλω να σε ξαναδώ όπως πριν», του είπε χαμηλά. «Να μη σκέφτομαι τίποτε άλλο όταν είμαι μαζί σου.»
Ο Λέανδρος χαμογέλασε.«Μωρό μου, τώρα που ηρέμησες, έχω την αίσθηση πως από εδώ και πέρα όλα θα κυλήσουν όμορφα. Και, απ’ ό,τι βλέπω, με πολύ πάθος για μας. Συμφωνείς;»
Η Ηρώ έκλεισε τα μάτια για μια στιγμή. «Ναι.» Αυτό ακριβώς ήθελε. Να αφήσει πίσω της, έστω για λίγο, τη ζήλια, τις ενοχές, τον φόβο και όλες εκείνες τις σκέψεις που την είχαν καταδιώξει.Να αφεθεί στην έλξη που την τραβούσε κοντά του.
Και, καθώς το αυτοκίνητο ξεκινούσε, κατάλαβε κάτι που την ξάφνιασε:, η ζήλια της δεν ήταν απλώς
θυμός. Ήταν η πρώτη καθαρή ένδειξη πως ο Λέανδρος είχε πλέον πάψει να είναι για εκείνη ένας απλός εργοδότης ή ένας απαγορευμένος εραστής.Είχε γίνει ο άντρας που δεν ήθελε να μοιράζεται ούτε στη φαντασία της.
«Μωρό μου, σου έχω ευχάριστα νέα! Με τη σύμφωνη γνώμη του ανεπρόκοπου του άντρα μου πήρα την άδεια να μείνω δυο-τρεις βραδιές στο κτήμα. Θα βοηθήσω στις παραδόσεις της συγκομιδής και, το σημαντικότερο, δεν θα χάσω το επιπλέον εισόδημα που το έχουμε μεγάλη ανάγκη.»
Ο Λέανδρος χαμογέλασε και έδειξε προς τα δυτικά.«Εγώ να δεις τι νέα σου έχω. Βλέπεις αυτά τα σύννεφα πάνω από τον Παρνασσό;»
«Ναι. Αλλά γιατί με ρωτάς;»
«Χαλάει ο καιρός σήμερα. Μετά το κύμα της ζέστης, από το απόγευμα περιμένουμε τοπικές καταιγίδες, ίσως και χαλάζι.»
Η Ηρώ τον κοίταξε ξαφνιασμένη.«Και είναι κακό αυτό;»
«Το κακό είναι πως είσαι παντρεμένη, μωρό μου. Το άλλο είναι πως οι παραδόσεις της σοδειάς αναβάλλονται για την ώρα.»
«Το πρώτο, αν δεν υπήρχαν τα παιδιά, θα έλεγα πως δεν είναι κακό αλλά συμφορά», αποκρίθηκε με μισό χαμόγελο. «Για το δεύτερο όμως… σημαίνει πως δεν θα μείνουμε τα βράδια στο κτήμα;»
«Δεν ξέρω ακόμη. Θα δούμε. Εξαρτάται από τον καιρό και από μερικούς άλλους παράγοντες.»
«Α, μη μου λες τέτοια!» Το «θα δούμε» άρχισε αμέσως να τη βασανίζει. Ήξερε πόσο ύπουλη μπορεί να είναι αυτή η φράση: ένα «όχι» που δεν τολμά να ειπωθεί καθαρά. Η ανεμελιά του Λέανδρου την εκνεύριζε, για μια στιγμή μάλιστα φοβήθηκε μήπως την πείραζε επίτηδες.
Κι εκείνος το κατάλαβε. Στην αρχή διασκέδαζε με την ανησυχία της, μα όταν την είδε να σκοτεινιάζει, μαλάκωσε. «Αν εσύ το θέλεις, μωρό μου, μπορώ εγώ να σου χαλάσω το χατίρι;»
Η Ηρώ γύρισε και τον κοίταξε δήθεν θυμωμένη. «Α, έτσι ε; Αν θέλεις εσύ! Τότε θα τιμωρηθείς. Δεν σου ξαναμιλάω.»
«Μου βάζεις πρόκληση τώρα; Τη δέχομαι. Για να δω πόση ώρα θα κρατήσεις χωρίς να μου μιλήσεις.»
Ένα «μμμμ…» βγήκε από τα χείλη της.
Όταν έφτασαν στο κτήμα, η Ηρώ εξακολούθησε να παίζει τον ρόλο της θυμωμένης. Έτρεξε πρώτη μέσα στο σπίτι και άρχισε ν’ ανεβαίνει τη σκάλα. Ο Λέανδρος την ακολούθησε.Στα μισά εκείνη γύρισε και του έριξε μια κλεφτή ματιά, τάχα για να τακτοποιήσει τα μαλλιά της. Ύστερα επιβράδυνε επίτηδες το βήμα της. Η κρεβατοκάμαρα βρισκόταν στο ζεστό μισοσκόταδο του απογεύματος. Τα παντζούρια ήταν κατεβασμένα και το φως έμπαινε μόνο από τις γρίλιες, βάφοντας τον χώρο με πορτοκαλοκίτρινες αποχρώσεις. Η Ηρώ στάθηκε για λίγο στη μέση του δωματίου.Δεν χρειαζόταν να πει τίποτε. Ο Λέανδρος πλησίασε και άγγιξε απαλά την πλάτη της. Εκείνη ανατρίχιασε. «Ξέρω πως στην αρχή σε πίεσα», της είπε χαμηλά. «Ήμουν όμως βέβαιος πως με ήθελες. Τώρα δεν θέλω να κάνω τίποτε που δεν το θέλεις κι εσύ.»
Η Ηρώ έμεινε ακίνητη. Ύστερα γύρισε προς το μέρος του. Για μια στιγμή τον κοίταξε σαν να ζύγιζε όχι εκείνον αλλά τον ίδιο της τον εαυτό.Τόσο καιρό φοβόταν την επιθυμία της. Τώρα την είχε μπροστά της και δεν μπορούσε πια να κρυφτεί πίσω από δικαιολογίες. Πλησίασε περισσότερο.
«Σταμάτα να μιλάς», του ψιθύρισε. «Και φίλησε με πριν με προλάβει πάλι ο φόβος.»
Ο Λέανδρος δεν βιάστηκε. Την άφησε να κάνει εκείνη το τελευταίο βήμα. Και η Ηρώ το έκανε.
Για πρώτη φορά, χωρίς να την παρασύρει κανείς, χωρίς να την πιέσει κανείς, χωρίς να χρειάζεται να πείσει ούτε τον εαυτό της ούτε εκείνον. Είχε αποφασίσει η ίδια. Έσκυψε κοντά της και, με αργές κινήσεις, την απελευθέρωσε από τα ρούχα της. Τα χέρια του περιπλανήθηκαν στο σώμα της, από τα πόδια ως την πλάτη, με μια τρυφερότητα που γρήγορα έγινε πάθος. Η Ηρώ αναρίγησε στο άγγιγμα του. Την ήθελε και, αυτή τη φορά, δεν υπήρχε μέσα της εκείνος ο παλιός φόβος που την έκανε να τραβιέται πίσω. Εκείνος αφοσιώθηκε στην απόλαυση της, χωρίς βιασύνη, σαν να ήθελε να της αποδείξει πως όσα είχαν προηγηθεί δεν ήταν απλώς μια έξαψη της στιγμής. Οι ανάσες της έγιναν γρήγορες και οι ψίθυροι της, όλο και πιο ασύνδετοι.
«Έτσι… μη σταματάς, αγάπη μου…» Ήταν φανερό πως τώρα πια δεν προσπαθούσε να αντισταθεί στην επιθυμία της. Όταν ανασηκώθηκε, τον τράβηξε κοντά της. «Σε θέλω…»
Και η συνέχεια ήρθε σαν φυσική κατάληξη αυτής της αμοιβαίας παράδοσης. Για πρώτη φορά η Ηρώ αισθανόταν πως δεν παρασυρόταν από κάποιον άλλον, άφηνε η ίδια τον εαυτό της να ζήσει αυτό που επιθυμούσε. Τα κορμιά τους βρήκαν τον δικό τους ρυθμό και, για λίγο, όλα έξω από εκείνο το δωμάτιο έπαψαν να υπάρχουν. Ύστερα έμειναν για λίγο σιωπηλοί, με τις ανάσες τους ακόμη ανακατεμένες.
Το πρωινό τους ετοιμάστηκε και μια ακόμη ημέρα της μαρμότας ξεκινούσε. Καφές, δουλειά-δουλειά, δουλειά και ενδιάμεσα άφθονος έρωτας. Η Θερμοκρασία μετά το πρωινό κυμαινόταν από 30° έως 35°με πολύ υγρασία σ' έναν καθαρό ουρανό.Το απόγευμα, ο ουρανός άλλαξε απότομα. Οι πρώτες αυγουστιάτικες ψιχάλες έπεσαν την ώρα που το μεσημέρι έδινε τη θέση του στο απόγευμα. Στα βάθη του ουρανού άρχισαν να ξεπροβάλλουν σκούρα σύννεφα. Ο ήλιος κρύφτηκε και μαύρες σκιές απλώθηκαν στην εξοχή. Αστραπές έσκισαν τον ουρανό. Οι βροντές ακούστηκαν βαριές και λίγο αργότερα η βροχή ξέσπασε με δύναμη. Χαλάζι πυκνό χτυπούσε τα χωράφια, τα δέντρα λύγιζαν, η εξοχή χάθηκε μέσα σε μια πυκνή αντάρα, σ' ένα θολό χάος όπου γη και ουρανός έμοιαζαν να ενώνονται. Κράτησε περίπου μία ώρα. Ύστερα, αγάλι’ αγάλι’, ο καιρός άνοιξε. Τα σύννεφα μάζεψαν τα σκοτεινά τους πέπλα και τράβηξαν προς τον ορίζοντα. Ο ήλιος ξαναφάνηκε, διάφανος και δροσερός. Μεγάλοι κόμποι νερού κρέμονταν στα μαδημένα φύλλα, ο ουρανός βαθύγαινε και τα πουλιά, λουσμένα στη βροχή, φτερούγιζαν για να στεγνώσουν στον ήλιο.Η βροχή πάντα προκαλούσε στην Ηρώ μια ανεξήγητη νοσταλγία. Ίσως έφταιγε η μυρωδιά του φρεσκοβρεγμένου χώματος, που σε μεταφέρει μονομιάς σε μια άλλη, γαλήνια πλευρά της ζωής.Όταν η καταιγίδα άρχισε να κοπάζει, η Ηρώ άφησε τη φαντασία της ελεύθερη. Φαντάστηκε τον εαυτό της με μια ανάλαφρη ρόμπα να βγαίνει μέσα στη βροχή. Το νερό να πέφτει πάνω της, να σβήνει τη φωτιά του κορμιού της, να ξεπλένει για λίγο τις ευθύνες, τα «πρέπει», τις ενοχές. «Η βροχή είναι τα δάκρυα του Θεού στη γη», είχε διαβάσει κάποτε. Και τότε είχε σκεφτεί πως, για τον ερωτευμένο άνθρωπο, ακόμη και τα δάκρυα μπορούν να είναι ευλογία. Σήκωσε το πρόσωπό της προς τον ουρανό και έκλεισε τα μάτια. Το υγρό αεράκι την άγγιζε και οι τελευταίες σταγόνες κυλούσαν στα μάγουλα της. Για μια στιγμή ένιωσε ελεύθερη. Ήταν μόνη μέσα στον χώρο του αρτεσιανού συγκροτήματος, μακριά από αδιάκριτα βλέμματα. Άνοιξε το στόμα της και άφησε τη βροχή να πέσει στα χείλη της.
Ένιωσε σαν μικρό παιδί. Και τότε τον διαισθάνθηκε. Δεν χρειαζόταν να τον δει. Ήξερε πως στεκόταν στη μεγάλη μπαλκονόπορτα και την παρακολουθούσε.
Τον ένιωθε ήδη να έρχεται. Μυρωδιές, ήχοι, βρεγμένο χώμα, αέρας και βροχή έκαναν την επιθυμία της να dυναμώνει. Και, πράγματι, σε λίγο τον άκουσε πίσω της. Ο Λέανδρος την πλησίασε και την έκλεισε στην αγκαλιά του, μέσα στην αντάρα που ακόμη πλανιόταν στον αέρα. Για λίγο έμειναν έτσι, αγκαλιασμένοι, κοιτάζοντας τον ουρανό. Και τότε ένα χαμόγελο πέρασε από το πρόσωπό της. Σαν να είχε αγιάσει, έστω για μια στιγμή, ο Θεός την παράξενη σχέση τους.
Γιατί οι σχέσεις είναι, τελικά, πόλεμοι ψυχών. Και οι ψυχές πρέπει πρώτα να εξευμενιστούν πριν ριχτούν στη μάχη.
«Τι κάνεις εδώ μέσα στη βροχή, λουλούδι μου;»
Χαμογέλασε. Ακόμη θυμόταν πόσο όμορφα είχε νιώσει την πρώτη φορά που την είχε αποκαλέσει έτσι. «Σε περίμενα. Ήξερα πως δεν θα αντέξεις και θα έρθεις.»
Εκείνος την έσφιξε περισσότερο πάνω του. Η βροχή κυλούσε ανάμεσα στα βρεγμένα σώματά τους και η Ηρώ ένιωθε την παρουσία του σαν κάτι οικείο και καινούργιο μαζί.
Γέλασε όταν την σήκωσε ξαφνικά στην αγκαλιά του, ελαφριά σαν πούπουλο. «Πρέπει να πάμε κάπου στεγνά, είπε εκείνος.
Η Ηρώ τον κοίταξε. Ήταν πιο λογικός από εκείνη. Μα, στ’ αλήθεια, δεν χρειαζόταν και λίγη τρέλα στη ζωή;
Λίγο χρώμα;
Λίγη ένταση;
Και κάπως έτσι, η βροχή έδωσε τη σειρά της στον καθαρό ουρανό. Ένα εντυπωσιακό ουράνιο τόξο απλώθηκε πάνω από τον κάμπο, σε φόντο βαθύ γαλάζιο, ενώ κάτω από την καμπύλη του μια μακρινή βροχοκουρτίνα έμοιαζε να τροφοδοτεί με φως τα χρώματα του. Ο ήλιος έγερνε πίσω από τις βουνοκορφές και τα βουνά της Αταλάντης και της Χαλκίδας πότε φλογίζονταν κατακόκκινα, πότε βυθίζονταν σε χρυσαφένια καταχνιά και πότε έμοιαζαν με πελώρια μενεξεδένια μπουκέτα.
Η Λαμία χανόταν ανάμεσα στις τριφυλλοσπαρμένες ραχούλες του στενόμακρου κάμπου. Αριστερά η γυμνή Όθρυς, μια ατέλειωτη σειρά από στρογγυλεμένα βουνά. Δεξιά η Οίτη, καταπράσινη, ελατοφυτεμένη και βελανιδοσκέπαστη.
Κι ο Σπερχειός, χαμηλά στον κάμπο, φιδωτός και ασημένιος, ξεχυνόταν ανάμεσα στις πικροδάφνες, στις λυγαριές, στα πλατάνια και στα κυπαρίσσια, διασχίζοντας χωράφια και λιβάδια.
Η Ηρώ τον κοίταξε. Είχε αφεθεί πια ολότελα στην επιθυμία της. «Πάρε αυτό που ποθείς. Τώρα οι αναστολές μου τελείωσαν.
Ο Λέανδρος την κοίταξε στα μάτια. Εκεί δεν υπήρχε φόβος. Μόνο επιθυμία και η ήρεμη βεβαιότητα μιας γυναίκας που είχε αποφασίσει μόνη της. Η νύχτα ακολούθησε αργά το μακρόσυρτο δείλι του καλοκαιριού. Ο ήλιος βασίλεψε στην άκρη του ατέλειωτου κάμπου και χάθηκε πίσω από την Οίτη και τη Γκιώνα. Πέρα από τα βουνά της Εύβοιας, το φεγγάρι άρχισε να ξεπροβάλλει. Το νυχτερινό αεράκι θρόιζε μέσα στις βαμβακοφυτείες και στους αμπελώνες. Τα πουλιά είχαν κουρνιάσει, ένας γρύλος έσπαγε πού και πού τη σιωπή και ο ουρανός γέμιζε αστέρια.
Ο Λέανδρος κατέβηκε στο σαλόνι, πήρε δυο ποτήρια και ένα μπουκάλι λευκό κρασί και ξαναγύρισε. Κάθισαν στις ξαπλώστρες της μεγάλης βεράντας, αντικριστά, με το παγωμένο κρασί στα χέρια. Η Ηρώ αναζήτησε για λίγο κάποιον ήχο, κάποια ανθρώπινη παρουσία.
Τίποτε. Μόνο ερημιά. Κοίταξε τον ουρανό σαν να περίμενε ένα σημάδι.
«Ποτέ δεν ήμουν φανατικά θρήσκα», συλλογίστηκε. Κι όμως, εκείνη τη νύχτα ένιωθε την ψυχή της βυθισμένη σε ένα τρομερό δίλημμα. Είχε παραβεί τους γαμήλιους όρκους της.
Γύρισε το βλέμμα της στον Λέανδρο. Τα καστανά, μελαγχολικά του μάτια ήταν κι εκείνα σκεφτικά. Η ηρεμία του προσώπου του την έκανε να χαλαρώσει.
«Πόσοι νομίζεις πως είναι τυχεροί σαν εμάς, να κάθονται εδώ και να βλέπουν ένα τέτοιο θέαμα;»
Η Ηρώ χαμογέλασε. «Η ζωή παίζει παιχνίδια, μωρό μου. Κι αλίμονο αν δεν ξέρεις να παίζεις κι εσύ μαζί της. Ένα αλισβερίσι είναι η ζωή. Ένα αέναο πάρε-δώσε.»
«Και ποιος ορίζει τι είναι σωστό; Ποιος ορίζει τι πρέπει και τι δεν πρέπει να κάνεις;»
Ο Λέανδρος έμεινε για λίγο σιωπηλός. «Συνήθως αφήνουμε τα συναισθήματά μας να μας παρασύρουν και μετά δυσκολευόμαστε να σκεφτούμε λογικά και να βάλουμε όρια στον εαυτό μας.» Σήκωσε το μπουκάλι. «Τελευταία γουλιά. Εσύ ή εγώ;»
Η Ηρώ άπλωσε το χέρι της. «Εγώ. Για να πάρω τη δύναμη να συνεχίσω αυτό που άρχισα όταν σε γνώρισα.»
Ήπιε την τελευταία γουλιά. Άφησε το άδειο μπουκάλι στην άκρη, σηκώθηκε και κατευθύνθηκε προς τα κάγκελα της βεράντας. Ο ζεστός νυχτερινός αέρας ανασήκωνε τα μαλλιά και το λευκό νυχτικό της. Έκλεισε τα μάτια. Ένιωθε ήρεμη.
Και τότε ένιωσε το χέρι του στη μέση της. Δεν αντιστάθηκε. Γύρισε προς το μέρος του. Και η στιγμή που ακολούθησε δεν χρειαζόταν πια πολλές λέξεις. Η Ηρώ είχε ήδη πάρει την απόφασή της.
........ Η Άλκηστις έκλεισε την ιστορία της με μια διαπίστωση. «Περιγράφοντας κανείς την λεπτομέρεια, η λεπτομέρεια κάνει τη διαφορά. Μερικές φορές φωτογραφίζει μια στιγμή με μεγαλύτερη ακρίβεια κι από την ίδια τη φωτογραφία! Θα ήθελα να ακούσω την άποψη σου Εριφύλη μου!»
Η Εριφύλη την κοίταξε με εκείνο το μισό χαμόγελο που δεν ήξερες αν σήμαινε συμφωνία ή αμφισβήτηση. «Ή μήπως, Άλκηστις, η λεπτομέρεια είναι ο τρόπος με τον οποίο η φαντασία σου προσπαθεί να γεμίσει τα κενά;»
Η Άλκηστις γέλασε. «Αυτό, αγαπημένη μου, είναι ζήτημα ιστορικής ερμηνείας. Εγώ σου μεταφέρω τα γεγονότα όπως τα συνέλαβα. Εσύ αποφασίζεις πόσα από αυτά θέλεις να πιστέψεις.»
Και οι δυο γυναίκες χαμογέλασαν, γιατί ήξεραν πως, στις ιστορίες των ανθρώπων, η αλήθεια και η φαντασία σπάνια ταξιδεύουν χωριστά.





'