....Τα χελιδόνια της φωτιάς θάλασσες και αν περνούνε του ριζωμού τα χώματα ποτέ δεν λησμονούνε.
(Ο Κλέαρχος).....
Ι. «Ιοκάστη» — Η μητέρα του
Μια σπουδαία γυναίκα. Η σιωπηλή ηρωίδα της οικογένειας. Πάντα φρόντιζε τους δικούς της ανθρώπους, βάζοντας σχεδόν πάντοτε τον εαυτό της σε δεύτερη μοίρα. Η αγάπη της δεν ήταν θορυβώδης, ήταν πράξη, ευθύνη και καθημερινή προσφορά.
Για την Ιοκάστη, η μονογαμία δεν ήταν καταναγκασμός ούτε κοινωνική υποχρέωση. Ήταν μια συνειδητή επιλογή ζωής, μια στάση που γεννιόταν από την πίστη, την αφοσίωση και τον σεβασμό προς τον άνθρωπο που είχε διαλέξει να πορευτεί μαζί του.
ΙΙ. «Κλέαρχος». Ο πατέρας του. Έβλεπε τον κόσμο διαφορετικά. Πίστευε πως η ανθρώπινη φύση δεν είναι από μόνη της μονογαμική και πως η επιθυμία δύσκολα περιορίζεται από κανόνες ή συμβάσεις.
Συχνά συνήθιζε να λέει: «Η μονογαμία δεν είναι έμφυτο χαρακτηριστικό του ανθρώπου. Είναι μια απόφαση που κάποιοι παίρνουν και κάποιοι άλλοι αδυνατούν να υπηρετήσουν.»
ΙΙΙ. «Αλκιβιάδης» Από την παιδικότητα στην εφηβεία
Ανάμεσα σε δύο τόσο διαφορετικούς κόσμους μεγάλωνε ο Αλκιβιάδης. Από τη μια, η μητέρα του, που πίστευε πως η αγάπη είναι αφοσίωση. Από την άλλη, ο πατέρας του, που θεωρούσε πως η ανθρώπινη φύση δύσκολα φυλακίζεται μέσα σε μία μόνο σχέση. Χωρίς ακόμη να το γνωρίζει, η εφηβεία θα τον ανάγκαζε να αναζητήσει τις δικές του απαντήσεις. Όχι για να δικαιώσει τον έναν ή τον άλλον, αλλά για να ανακαλύψει ποιος πραγματικά ήταν ο ίδιος.......
Με αυτή την πίστη επιστρέφει στα χρόνια της παιδικότητας και της εφηβείας. Όχι για να εξιδανικεύσει το παρελθόν, αλλά για να περισώσει τους ανθρώπους, τις στιγμές και τις αξίες που τον διαμόρφωσαν.
Οι αναμνήσεις του δεν είναι μόνο δικές του. Είναι πολύτιμα θραύσματα της ιστορίας της οικογένειας του. Προσπαθεί να τις διασώσει από τη λήθη, υπακούοντας στην προτροπή του ποιητή.
«Τούτο μόνο να ξέρεις:
ό,τι σώσεις μες στην αστραπή,
καθαρό στον αιώνα θα διαρκέσει
και θα διαρκέσει σε χρόνους τακτούς,
όσους η γνώση ορίζει…»
Τα χρόνια περνούν και, στο διάβα τους, σαν ορμητικά ποτάμια, παρασύρουν καθετί που εμείς οι άνθρωποι αφήνουμε να χαθεί στο ρεύμα του χρόνου. Άτιμο πράγμα η νοσταλγία...Ο τόπος όπου ο άνθρωπος αντίκρισε το πρώτο φως της ζωής και έζησε τα παιδικά του χρόνια μένει βαθιά ριζωμένος μέσα του. Λένε πως στα πρώτα χρόνια της ζωής μας αποθηκεύονται περισσότερες εικόνες και βιώματα απ' όσα σε όλες τις κατοπινές δεκαετίες. Λένε ακόμη πως τα παιδικά μας χρόνια είναι η αληθινή μας πατρίδα.
Η ίδια η λέξη νοσταλγία γεννήθηκε από το «άλγος του νόστου»· είναι ο πόνος που προκαλεί η ακατανίκητη επιθυμία της επιστροφής στον γενέθλιο τόπο, στον χαμένο παράδεισο της παιδικής ηλικίας. Δεν είναι τυχαίο ότι, τον δέκατο έβδομο αιώνα, η νοσταλγία θεωρούνταν μια ήπια μορφή ψυχικής νόσου, συγγενική με τη μελαγχολία. Οι γιατροί της εποχής πίστευαν πως ο αβάσταχτος πόθος της επιστροφής στην πατρίδα μπορούσε, σε ακραίες περιπτώσεις, να οδηγήσει ακόμη και στον θάνατο.
Ίσως γι' αυτό, όσο μεγαλώνει ο άνθρωπος, τόσο συχνότερα επιστρέφει με τη μνήμη του στα πρώτα του χρόνια. Εκεί, όπου όλα ξεκίνησαν. Εκεί, όπου βρίσκονται οι ρίζες της ζωής του.
Ο νόστος για το παρελθόν ξυπνά στον Αλκιβιάδη μια βαθιά δίψα επιστροφής στις ρίζες του. Η μνήμη, όμως, δεν είναι ποτέ ένας αδέκαστος μάρτυρας. Εξωραΐζει, λειαίνει τις γωνίες του χρόνου και, πολλές φορές, πλάθει μια εικόνα διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έζησε. Η νοσταλγία χτυπά αδιάκριτα το μυαλό και την καρδιά του για κάτι που έχασε, αλλά ποτέ δεν ξέχασε. Τον κάνει να αφουγκράζεται και να νοσταλγεί τόπους, χρώματα και μυρωδιές· τον αέρα που πρωτοανάσανε, το φως που πρωτοαντίκρισε και την παιδική ζωή που έζησε στις βουνοπλαγιές, μυρωμένες από θυμάρι και καψαλισμένα αγκάθια.
Κοιτάζοντας αναδρομικά τη ζωή του, ο Αλκιβιάδης ένιωθε πως όλα τα σκέπαζε μια χρυσή βροχή αναμνήσεων, που ερχόταν να ταράξει τα στάσιμα νερά της λήθης.
Λες και ήταν χθες.
Δεν ήταν, βέβαια.
Θυμήθηκε μια ιστορία που του είχε διηγηθεί κάποτε ο γέρος παππούς του. Παραπονιόταν πως η ζωή είχε περάσει τόσο γρήγορα, ώστε του φαινόταν πως μόλις χθες ήταν παιδί.
«Θυμάμαι τα καινούργια παπούτσια που φόρεσα όταν ήμουν δέκα χρονών», του είχε πει. «Μου φαίνεται σαν να ήταν χθες. Πού πήγε ο χρόνος;» Κανείς δεν μπόρεσε ποτέ να απαντήσει σ' αυτή την ερώτηση.
Ο χρόνος συνεχίζει ακούραστος το αιώνιο ταξίδι του, αφήνοντάς μας πίσω να ζούμε με τις αναμνήσεις μας·άλλοτε γλυκές σαν χάδι και άλλοτε πικρές σαν πληγή. Ίσως, τελικά, αυτές οι αναμνήσεις να είναι το μόνο κομμάτι του παρελθόντος που κατορθώνει να νικήσει τη λήθη.
Κάθε αναδρομή σε ό,τι βρίσκεται θαμμένο στους απέραντους κάμπους του χρόνου είναι συγκινητική. Οι μνήμες αυτές δεν πρέπει να φθείρονται· αξίζει να διατηρούν αναλλοίωτη την ομορφιά και την αλήθεια των χρόνων που τις γέννησαν. Τότε που παιδιά αμέριμνα και ξυπόλητα, ξέγνοιαστα και πεινασμένα, γύριζαν στις γειτονιές, στους χωματόδρομους και στα χωράφια, χωρίς να λογαριάζουν φόβους και κινδύνους. Τότε που τα χρόνια ήταν τόσο πλούσια... σε φτώχεια.
Έχει περάσει πολύς καιρός από τότε. Από τα δύσκολα χρόνια της ελληνικής υπαίθρου, από τα χρόνια της μεγάλης μετανάστευσης, όταν οι άνθρωποι των χωριών, σαν τα αποδημητικά πουλιά, σκόρπισαν στους ορίζοντες των μεγάλων αστικών κέντρων, αναζητώντας μια καλύτερη ζωή.
Τι ήταν εκείνο που τους ξερίζωνε από τον τόπο τους, δεν ήταν δύσκολο να το μαντέψει κανείς. Ήταν η φτώχεια, η έλλειψη προοπτικής, η ανάγκη να επιβιώσουν και να προσφέρουν στα παιδιά τους ένα αύριο που ο τόπος τους αδυνατούσε να τους χαρίσει.
Υπάρχουν στιγμές που πασχίζει να αποστάξει ακόμη και τις τελευταίες σταγόνες της μνήμης. Να τις σπείρει στο λευκό χαρτί, με την ελπίδα πως θα ξαναφυτρώσουν, θα βλαστήσουν και θα ζωντανέψουν ξανά τους ανθρώπους, τους τόπους και τις στιγμές που ο χρόνος προσπάθησε να σβήσει. Ταράζει τα νερά της μνήμης του και της ζητά να διαλέξει, σχεδόν στα τυφλά, μια ιστορία από εκείνες που έζησε. Μια ιστορία πλασμένη με υλικά από τη δική του ζωή, αλλά και από τις ζωές των ανθρώπων που πορεύτηκαν δίπλα του. Ίσως ο καθένας αναγνώστης να ανακαλύψει μέσα της ένα δικό του νόημα, ίσως διαβάσει, ανάμεσα στις γραμμές, και ένα κομμάτι της δικής του ζωής.
Θυμάται τις φτωχικές γειτονιές όπου μεγάλωσε, ίδιες μ' εκείνες που ζωντανεύουν στις παλιές ασπρόμαυρες ελληνικές ταινίες. Η ανάγκη της επιβίωσης ήταν η πρώτη έγνοια των ανθρώπων. Κι όμως, μέσα στην ανέχεια άνθιζαν η αλληλεγγύη, η φιλία, ο έρωτας και η αφύπνιση της ερωτικής
επιθυμίας. Όλα αυτά ύφαιναν τους αόρατους δεσμούς που κρατούσαν ενωμένες τις οικογένειες και ολόκληρη τη γειτονιά.
Συχνά ο νους μας επιστρέφει στα πρώτα χρόνια της συνειδητής μας ζωής, τότε που ο κόσμος άρχισε να αποκτά σχήμα, πρόσωπα και νόημα. Είναι εκείνα τα χρόνια που αφήνουν τα βαθύτερα αποτυπώματα στην ψυχή, γιατί τότε γεννιούνται οι πρώτες μεγάλες συγκινήσεις, οι πρώτες φιλίες, οι πρώτες απώλειες και τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα.
Ο Αλκιβιάδης δεν γνωρίζει γιατί, αλλά κάθε φορά που αφήνεται στη νοσταλγία, οι μνήμες του έχουν το χρώμα του τέλους του καλοκαιριού. Του θυμίζουν εκείνη τη μοναδική μυρωδιά που αναδύεται από τη διψασμένη γη όταν πέφτουν οι πρώτες σταγόνες της βροχής. Έτσι αναδύονται κι από μέσα του οι εικόνες των παιδικών και νεανικών του χρόνων, μαζί με τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα που τον συνόδευσαν στο πέρασμά του προς την ενηλικίωση.
Στις σελίδες που ακολουθούν επιχειρεί να ιστορήσει πρόσωπα, γεγονότα και καταστάσεις που έζησε ή παρατήρησε στον μικρόκοσμο όπου μεγάλωσε και ανδρώθηκε. Ιδιαίτερη θέση κατέχουν οι ερωτικές σχέσεις, τα σαρκικά πάθη και οι επιθυμίες των ανθρώπων της εποχής, όχι ως διάθεση σκανδαλοθηρίας, αλλά ως αναπόσπαστο κομμάτι της ανθρώπινης φύσης και της κοινωνίας που διαμόρφωσε τον ίδιο και τα πρώτα του βήματα στον κόσμο του έρωτα.
Το μυαλό του ξεκινά ένα μεγάλο ταξίδι αναμνήσεων. Αφετηρία του είναι ο τερματικός σταθμός του σήμερα, στην ηλικία των εξήντα δύο χρόνων, μέσα στη βοή της μεγαλούπολης. Προορισμός του, οι ρίζες του· τα παιδικά του χρόνια στο χωριό. Ο νους ταξιδεύει πίσω, στα ανύποπτα χρόνια της αθωότητας. Με νοσταλγία αναπολεί τις ευτυχισμένες στιγμές που έζησε στο αγαπημένο χωριό του σοφού παππού του από τη μεριά της μητέρας του.
Ήταν πριν από πενήντα σχεδόν χρόνια. Τα καλοκαιρινά απογεύματα περνούσαν αργά, μέσα σε ατέλειωτες ώρες συζητήσεων και ξεγνοιασιάς, εκεί, στη δυσπρόσιτη μα και μαγευτική περιοχή του Ζάρακα, στα Καρήκια, όπου η οικογένεια διατηρούσε τα μαντριά της.
Ο παππούς του δεν του αφηγούνταν απλώς την ιστορία του έθνους. Την ερμήνευε. Την εξηγούσε. Φώτιζε τις αντιθέσεις της και του έδειχνε πώς το παρελθόν συνομιλεί με το παρόν και προετοιμάζει το μέλλον.
Ο Αλκιβιάδης τον άκουγε μαγεμένος. Ευαίσθητος και παρατηρητικός, ρουφούσε κάθε του λέξη, κάθε εικόνα, κάθε σιωπή, σαν σφουγγάρι που απορροφά το νερό.
Σήμερα, που και ο ίδιος είναι πια παππούς, αντιλαμβάνεται ακόμη περισσότερο το ανεκτίμητο δώρο που του χάρισε εκείνος ο άνθρωπος. Και προσπαθεί να οικοδομήσει με τα μικρά εγγόνια του την ίδια μοναδική σχέση, ελπίζοντας πως κάποτε κι εκείνα θα θυμούνται τις δικές τους καλοκαιρινές συζητήσεις με την ίδια τρυφερότητα και ευγνωμοσύνη.
Ο παππούς του, ο πατέρας της μητέρας του, ήταν ένας αυτάρκης αγρότης και κτηνοτρόφος από τα ορεινά χωριά του Πάρνωνα. Άνθρωπος του μόχθου, με βαθιά αγάπη για τη γη και την πατρίδα του. Η οικογένειά του είχε πάρει ενεργό μέρος στην Εθνική Αντίσταση και, όπως ο ίδιος διηγούνταν, μετά τον πόλεμο γνώρισε τη σκληρή εκδίκηση. Οι περιουσίες τους λεηλατήθηκαν και παραδόθηκαν στη φωτιά, αφήνοντας πίσω μόνο στάχτες και μνήμες.
Ήταν ένας γνήσιος, ρομαντικός χωρικός του Ζάρακα. Με αραιή γενειάδα, αρβανίτικη προφορά, γαλήνιο βλέμμα και μια ζεστή καλοσύνη που φώτιζε τα λεπτά χαρακτηριστικά του προσώπου του.
Ο Αλκιβιάδης τον άκουγε πάντα με ανοιχτό το στόμα. Ο παππούς χαιρόταν να αναπολεί και να αφηγείται τις εμπειρίες και τα βιώματά του από τα ταραγμένα χρόνια της εποχής του, αλλά και τις μνήμες που κουβαλούσε από τη Μικρασιατική Εκστρατεία. Δεν αφηγούνταν μόνο γεγονότα· μετέδιδε έναν τρόπο να βλέπει την ιστορία και τη ζωή.
Ο παππούς είχε πολεμήσει στην πρώτη γραμμή, στη μάχη του Σαγγάριου ποταμού. Έμεινε στο μέτωπο μέχρι το τέλος της Μικρασιατικής Εκστρατείας και έζησε από κοντά την οδυνηρή πορεία της υποχώρησης.
Συχνά διηγούνταν στον Αλκιβιάδη εκείνον τον μαύρο Αύγουστο του 1922. Θυμόταν την εξάντληση των στρατιωτών, την αγωνία της επιστροφής, τον πανικό και την απελπισία. Μιλούσε για τη μοναδική στρατιωτική φάλαγγα που, υπό τον συνταγματάρχη Γαρδίκα, κατόρθωσε να διαφύγει την αιχμαλωσία, ενώ οι περισσότερες άλλες κυκλώθηκαν και παραδόθηκαν στον εχθρό.
Για εκείνον, όμως, η μεγαλύτερη πληγή δεν ήταν η στρατιωτική ήττα. Ήταν ο ξεριζωμός. Ήταν η καταστροφή της Σμύρνης και το τέλος ενός ολόκληρου κόσμου. «Τίποτε δεν έμεινε όρθιο», έλεγε. «Ό,τι αγαπήσαμε έγινε στάχτη.»
Όταν μιλούσε για εκείνα τα χρόνια, η φωνή του άλλαζε. Θυμόταν τους συντρόφους που χάθηκαν, τις χαμένες πατρίδες και τις αποφάσεις των ισχυρών που, όπως πίστευε, οδήγησαν τον ελληνικό στρατό και τον λαό στην καταστροφή. Αναφερόταν συχνά και στις μεγάλες δυνάμεις της εποχής, τις οποίες θεωρούσε ότι υπηρετούσαν πάντοτε τα δικά τους συμφέροντα, αδιαφορώντας για το τίμημα που πλήρωναν οι μικροί λαοί. Και στο τέλος γύριζε προς τον εγγονό του, τον κοιτούσε στα μάτια και του έλεγε: «Και όχι μόνο σε μας, σταυραετέ μου. Και όχι μόνο σε μας. Οι μεγάλοι πάντοτε βρίσκουν τρόπο να σπέρνουν τον πόλεμο, την πείνα και την εξαθλίωση. Μα να θυμάσαι κάτι. Του Έλληνα ο σβέρκος δεν ανέχεται για πολύ τον ντορβά. Το έχει αποδείξει η ιστορία μας.»
Ο παππούς, όπου κι αν στεκόταν, γέμιζε τον τόπο με την παρουσία του. Δεν ήταν άνθρωπος των μεγάλων γραμμάτων· ήταν άνθρωπος της ζωής. Κουβαλούσε μέσα του μια σπάνια σοφία, γεννημένη από τον μόχθο, τους πολέμους, τις αδικίες και τις ήττες που είχε γνωρίσει. Κάποιες φορές δυσκολευόταν να βρει τις κατάλληλες λέξεις, γιατί όσα ήθελε να πει ήταν περισσότερα απ' όσα μπορούσε να χωρέσει η γλώσσα.
Οι ιδέες του ήταν ελεύθερες, σχεδόν αναρχικές, όχι επειδή τις είχε διαβάσει σε βιβλία, αλλά επειδή τις είχε πληρώσει με τη ζωή του.
«Να μη φοβάσαι, γιε μου», έλεγε στον Αλκιβιάδη. «Να μη φοβάσαι να αμφισβητήσεις όσα σου παρουσιάζουν σαν αιώνιες αλήθειες. Οι κοινωνίες προχωρούν μόνο όταν οι νέοι τολμούν να παραβούν τα όρια που τους επιβάλλει η κατεστημένη τάξη. Και να κάνεις παρέα με ανθρώπους που έμαθαν να ζουν τη ζωή, όχι να την κοιτούν από μακριά ζηλεύοντας εκείνους που τη ζουν.»
Ύστερα σώπαινε για λίγο, σαν να τακτοποιούσε τις σκέψεις του, και συνέχιζε: «Να γνωρίζεις, γιε μου, πως άλλοτε οι άνθρωποι πίστευαν ότι η μοίρα τους ήταν δεμένη με τους θεούς και τ' άστρα. Σήμερα οι θεοί άλλαξαν όνομα. Αν παρατηρήσεις την ιστορία, κάθε εποχή έχει τα δικά της ιερά σύμβολα, τα δικά της μαγεμένα αντικείμενα, που χωρίζουν τον κόσμο της εξουσίας από τον κόσμο των ανθρώπων. Άλλοτε ήταν το στέμμα, ο θρόνος ή το στεφάνι. Σήμερα είναι άλλες δυνάμεις. Το πρόσωπο που
κατέχει την εξουσία είναι πάντοτε φθαρτό. Εκείνο που μένει είναι το σύμβολο και ο μηχανισμός της εξουσίας. Κι όπως κάποτε οι άνθρωποι απέδιδαν στους θεούς την κρίση της μοίρας τους, έτσι σήμερα πολλοί παραδίδουν τη ζωή τους σε μια νέα, αόρατη θεότητα: στις αγορές. Τις αντιμετωπίζουν σαν υπερβατικές δυνάμεις, λες και βρίσκονται πάνω από τον άνθρωπο και όχι στην υπηρεσία του.»
Ωστόσο, όσο μιλούσε, τόσο λησμονούσε το παρόν. Το βλέμμα του ξαστέρωνε και το πρόσωπό του έπαιρνε ένα παράξενο φως, σαν να ξαναζούσε όσα αφηγούνταν.
Δεν διηγούνταν απλώς ιστορίες από τη ζωή του. Μετέδιδε έναν τρόπο να βλέπει τον κόσμο. Οι αναμνήσεις του ήταν η συμπυκνωμένη σοφία μιας εποχής όπου οι άνθρωποι είχαν ακόμη τον χρόνο να
κάθονται στις αυλές και να κουβεντιάζουν με τις ώρες.
«Να το ξέρεις, γιε μου», του έλεγε. «Σε όλα τα μέρη του κόσμου τα πάθη είναι ίδια. Οι άνθρωποι αλλάζουν γλώσσα, χρώμα και συνήθειες, όμως οι επιθυμίες, οι φόβοι, οι αξίες και οι αγωνίες τους μένουν ίδιες. Μόνο ο τρόπος που τις ζουν αλλάζει. Αυτό που μας γοητεύει είναι μια ζωή χωρίς σύνορα. Κι όμως, κάθε σύνορο που περνάμε γεννά ένα καινούργιο. Έτσι συνεχίζεται το ταξίδι του ανθρώπου. Με την ψυχή του να καταπίνει την πίκρα και να κυνηγά τη χαρά. Κι αν ο άνθρωπος δεν ξεχνούσε, γιε μου, δεν θα μπορούσε να συνεχίσει να ζει.»
Κι ύστερα, εκεί που νόμιζες πως τελείωσε η φιλοσοφία, χαμογελούσε πονηρά, έσκυβε προς το μέρος
του και, με τον αθυρόστομο αλλά απολύτως φυσικό τρόπο των παλιών χωρικών, συμπλήρωνε: «Και να θυμάσαι και κάτι ακόμα, γιε μου. Όλα τα μουνιά είναι όμορφα. Με τρίχες ή χωρίς, με σημάδια ή όχι, μικρά ή μεγάλα. Όπως και να 'ναι... αρκεί να τα ποτίζεις σωστά.»
Και ξεσπούσε σ' εκείνο το τρανταχτό, αυθεντικό γέλιο που μόνο οι άνθρωποι που είχαν αντικρίσει κατάματα τη ζωή και τον θάνατο μπορούσαν ακόμη να χαρίζουν.
Πολλές φορές το σκερτσόζικο, ακαταμάχητο χιούμορ του, μαζί με τις αλλεπάλληλες γκριμάτσες που ζωγράφιζαν το πρόσωπό του, τον έκανε να ξεσπά σε γέλια.
Ο Αλκιβιάδης δεν αισθάνθηκε ποτέ ούτε πολύ κοντά ούτε πολύ μακριά από τις αναρχικές ιδέες του παππού του. Κάτι όμως από εκείνον ρίζωσε βαθιά μέσα του και εξακολουθεί να τον συνοδεύει μέχρι σήμερα.
«Να μάθεις να διαβάζεις όσα κρύβονται πίσω από αυτά που σου λένε οι άνθρωποι», τον συμβούλευε. «Και ακόμη περισσότερο, να διαβάζεις όσα κρύβονται πίσω από τα ίδια τα βιβλία. Γιατί ούτε οι άνθρωποι ούτε τα βιβλία λένε πάντοτε ολόκληρη την αλήθεια.»
Ήταν μια συμβουλή που δεν τον καλούσε να δυσπιστεί απέναντι στη γνώση, αλλά να μη σταματά ποτέ να σκέφτεται, να αμφισβητεί και να αναζητά μόνος του την αλήθεια.
Δεν θα ήταν δίκαιο να αδικήσει τη γιαγιά του.
Νέα ακόμη, ήταν μια επαναστάτρια της ζωής. Ψηλή, στητή σαν κυπαρίσσι, με αρχοντική θωριά και βλέμμα που απέπνεε περηφάνια και αξιοπρέπεια. Λεβέντισσα και αρχόντισσα μαζί, με καθαρό μυαλό και ψυχή που δεν λύγιζε εύκολα. Ατένιζε τη ζωή αγέρωχα, χωρίς φόβο και χωρίς μικρότητα.
Ήταν αγράμματη· δεν είχε περάσει ποτέ το κατώφλι του σχολείου. Είχε όμως τη σοφία που αποκτούν οι άνθρωποι όταν ζυμώνονται καθημερινά με τον μόχθο, τις δυσκολίες και τους αγώνες της ζωής. Πλούσια δεν υπήρξε ποτέ. Διέθετε, όμως, έναν πλούτο που δεν μετριέται με χρήματα: τον πλούτο της ψυχής. Ήταν γεμάτη αγάπη για τους ανθρώπους, και αυτό φαινόταν παντού· στο βλέμμα της, στον λόγο της, στις πράξεις της και στον τρόπο που στεκόταν δίπλα σε όποιον είχε ανάγκη.
Η γιαγιά του κουβαλούσε μέσα της μια ιστορία που έμοιαζε περισσότερο με θρύλο παρά με πραγματικότητα.
Σε μία από τις διαδρομές της από τα Καρήκια προς τη Ρειχιά, ενώ βρισκόταν στις τελευταίες ημέρες της εγκυμοσύνης της, δεν έμεινε στο σπίτι να περιμένει τον τοκετό. Όπως τόσες άλλες φορές, πήρε τον γνώριμο μουλαρόδρομο. Όταν έφτασε στη θέση «Ράχη του Μίνι», την έπιασαν οι πόνοι της γέννας. Εκεί, καταμεσής του μονοπατιού, χωρίς καμία ανθρώπινη βοήθεια, έφερε στον κόσμο τα δίδυμα παιδιά της. Μόνη της έκοψε τους ομφάλιους λώρους, τύλιξε τα νεογέννητα στην ποδιά της και, βρίσκοντας δυνάμεις που μόνο η μάνα γνωρίζει από πού τις αντλεί, συνέχισε τον δρόμο της μέχρι το χωριό, διανύοντας περίπου έξι χιλιόμετρα. Κι όταν έφτασε, δεν την περίμεναν γιατροί ούτε νοσοκόμες. Την υποδέχθηκαν οι γειτόνισσες, με τη λαϊκή γνώση, την εμπειρία και τα λιγοστά πρακτικά μέσα που διέθεταν για να φροντίσουν τη λεχώνα και τα νεογέννητα.
Τι άλλο θα μπορούσε να ονομάσει κανείς αυτή τη γυναίκα, αν όχι γενναία; Ήταν μια σκληροτράχηλη αγρότισσα και κτηνοτρόφος του Ζάρακα. Μια λεβεντομάνα που μεγάλωσε τα παιδιά της με τον ιδρώτα του προσώπου της, με κόπους, στερήσεις και ατέλειωτο μόχθο. Έζησε έναν ολόκληρο αιώνα και έφυγε από τη ζωή πλήρης ημερών, έχοντας συμπληρώσει εκατό χρόνια.
Αναζητώντας σήμερα τις διαδρομές της ζωής του, ο Αλκιβιάδης ακολουθεί τα ίχνη που άφησε ο χρόνος, τις αόρατες κλωστές που υφάνθηκαν στον αργαλειό της μνήμης και της συνείδησής του. Επιστρέφει στο παρελθόν, αναζητώντας όχι μόνο τις προσωπικές του αναμνήσεις, αλλά και τις ρίζες που τον συνδέουν με όσους προηγήθηκαν.
Όπως συμβαίνει με τα δέντρα, έτσι και ο άνθρωπος δεν μπορεί να υψωθεί προς το φως, αν δεν έχει βυθίσει βαθιά τις ρίζες του στη γη που τον γέννησε. Για τον Αλκιβιάδη, η αναζήτηση της ρίζας ταυτίζεται με την αναζήτηση της πατρίδας. Μιας πατρίδας που δεν είναι μόνο τόπος, αλλά και οι πρόγονοί του, οι μνήμες τους, οι αγώνες τους και η αδιάκοπη συνέχεια της καταγωγής του. Εκεί βρίσκουν έδαφος οι βαθύτερες αναμνήσεις του, εκεί ακουμπούν οι πιο ουσιαστικές σωματικές και
πνευματικές του ανάγκες. Ο ξεριζωμός είναι από τις πιο βίαιες εμπειρίες που μπορεί να γνωρίσει ένας άνθρωπος. Δεν ξεριζώνονται εύκολα οι άνθρωποι. Ακόμη κι όταν γκρεμιστούν το σπίτι και η γειτονιά των παιδικών τους χρόνων, αυτά εξακολουθούν να στέκουν άθικτα μέσα στη μνήμη. Γίνονται ένα τραύμα που κληρονομείται από γενιά σε γενιά, αλλά ταυτόχρονα και μια παρηγοριά, ένα σταθερό σημείο αναφοράς, ένας εσωτερικός τόπος όπου η ψυχή επιστρέφει όταν αναζητά τον εαυτό της.
Δεν είναι τυχαίο ότι ο Ευριπίδης, στη Μήδεια, γράφει: «Μόχθων δ᾽ οὐκ ἄλλος ὕπερθεν ἢ γᾶς
πατρίας στερεῖσθαι.» «Δεν υπάρχει μεγαλύτερος πόνος από τη στέρηση της πατρικής γης.»
Το γενεαλογικό δέντρο του Αλκιβιάδη από την πλευρά του πατέρα του χάνεται μέσα στην αχλή του χρόνου και παραμένει, σε πολλά σημεία, ασαφές.
Τον παππού του, τον πατέρα του πατέρα του, δεν πρόλαβε να τον γνωρίσει. Είχε φύγει από τη ζωή σε νεαρή ηλικία. Ονομαζόταν Θεόδωρος και καταγόταν από τον Άγιο Μάμα, κοινότητα του Δημοτικού Διαμερίσματος Ελίκας, κοντά στη Μονεμβασιά, στον σημερινό Δήμο Μονεμβασίας της Λακωνίας.
Από εκεί και πέρα, τα ίχνη γίνονται αμυδρά. Ο Αλκιβιάδης προσπαθεί να τα ακολουθήσει μέσα από οικογενειακές αφηγήσεις, προφορικές παραδόσεις και σκόρπιες μαρτυρίες που διασώθηκαν από γενιά σε γενιά. Άλλοτε μοιάζουν με βεβαιότητες και άλλοτε με θρύλους που μεταφέρθηκαν από στόμα σε στόμα. Όλες αυτές οι αφηγήσεις οδηγούν τη σκέψη του βαθύτερα στο παρελθόν, στα χρόνια της Ενετοκρατίας και της Τουρκοκρατίας στην Πελοπόννησο, εκεί όπου η ιστορία συναντά τη μνήμη και η οικογενειακή παράδοση συχνά συμπληρώνει τα κενά που άφησαν τα γραπτά αρχεία.
Ακολουθώντας ο Αλκιβιάδης το νήμα της οικογενειακής ιστορίας, που ξετυλίγεται από τον έναν σταθμό στον άλλο, ανακαλύπτει σιγά-σιγά τη μακρά ιστορική διαδρομή της οικογένειάς του.
Οι αφηγήσεις για ξαδέλφια που ξενιτεύτηκαν αναζητώντας μια καλύτερη ζωή, για θείους με συναρπαστικές ιστορίες, για ανθρώπους που πέρασαν δυσκολίες, αγωνίστηκαν, έφυγαν και επέστρεψαν, άνοιξαν μπροστά του έναν ολόκληρο κόσμο που μέχρι τότε αγνοούσε.
Έτσι, η αρχική απλή περιέργεια για τις ρίζες του και την οικογενειακή του ιστορία μετατράπηκε σταδιακά σε πραγματικό πάθος. Έγινε ένα ταξίδι αναζήτησης, ένα προσωπικό χόμπι που τον συντρόφευε για χρόνια. Αμέτρητες ώρες μετά τη δουλειά του αφιέρωνε στη συλλογή πληροφοριών, στην καταγραφή ονομάτων και γεγονότων, στη συμπλήρωση, ψηφίδα-ψηφίδα, του γενεαλογικού του δέντρου.
Σήμερα μιλά για τις ρίζες του όχι μόνο ως μια αναφορά στο παρελθόν, αλλά ως μια εσωτερική ανάγκη επιστροφής. Γιατί η αναζήτηση των προγόνων του δεν ήταν απλώς αναζήτηση καταγωγής· ήταν αναζήτηση ταυτότητας. Ήταν η προσπάθειά του να καταλάβει από πού έρχεται, ποιοι άνθρωποι προηγήθηκαν από εκείνον και ποια αόρατα νήματα συνδέουν τη δική του ζωή με τις ζωές εκείνων που έζησαν πριν από αυτόν.
Η οικογενειακή ρίζα του πατέρα του, σε βάθος χρόνου, οδηγούσε στη Δυτική Μάνη και στο παραδοσιακό χωριό Λιασίνοβα της Καρδαμύλης. Το 1956 το χωριό μετονομάστηκε σε Προσήλιο και, όπως μαρτυρά και το όνομά του, είναι ένας τόπος λουσμένος στο φως, ένα χωριό που η θάλασσα και ο ήλιος συντροφεύουν σχεδόν όλο τον χρόνο.
Εκεί έζησαν οι άνθρωποι της οικογένειας που έφεραν το όνομα «Μαστρογιανναίοι». Άνθρωποι περήφανοι, μαθημένοι στις δυσκολίες, που ήξεραν να μετατρέπουν το δηλητήριο της ζωής σε φάρμακο. Άνθρωποι θυμόσοφοι, που απέδειξαν την αγάπη τους μέσα στις δοκιμασίες, άνθρωποι συνετοί και δίκαιοι, αλλά και άνθρωποι με πάθη, αδυναμίες και αντιφάσεις. Γιατί οι οικογένειες, όπως και οι τόποι, δεν αποτελούνται από αγίους και ήρωες μόνο. Αποτελούνται από ανθρώπους. Κάθε ζωή ήταν ένα μικρό, ξεχωριστό ποτάμι που κυλούσε μέσα στον χρόνο. Ποτάμια άλλοτε ήρεμα και άλλοτε ορμητικά, που παρασύρονταν από έρωτες, πάθη, πλάνες, δεινά, προσδοκίες και συγκρούσεις, μέσα στη δίνη των ιστορικών και πολιτικών γεγονότων που σημάδεψαν τα τέλη του 17ου αιώνα.
Σύμφωνα με την οικογενειακή παράδοση, υπάρχει μια βαριά σκιά από το παρελθόν που συνοδεύει τις παλιές ιστορίες της οικογένειας. Ήταν μια εποχή κατά την οποία η έννοια της τιμής και η προστασία της οικογένειας είχαν διαφορετικό βάρος απ’ ό,τι σήμερα. Σε πολλές κοινωνίες της υπαίθρου, οι αντιλήψεις αυτές μπορούσαν να οδηγήσουν σε ακραίες αντιδράσεις, καθώς η προσβολή ενός μέλους της οικογένειας θεωρούνταν προσβολή ολόκληρης της γενιάς.
Η οικογένεια είχε σλαβική καταγωγή και αριθμούσε πέντε παιδιά: τέσσερα αγόρια και μία κόρη. Κάποτε, η κόρη πήγε στο λιβάδι για να δει τα βόδια που έβοσκαν. Εκεί συνέβη ένα περιστατικό με έναν συγχωριανό της, το οποίο οι δικοί της εξέλαβαν ως μεγάλη προσβολή, σύμφωνα με τα ήθη και τους αυστηρούς κοινωνικούς κώδικες της εποχής. Για εκείνους, η αδελφή τους δεν ήταν απλώς ένα μέλος της οικογένειας. Ήταν φορέας της τιμής της. Ένα σύμβολο που, μέσα στην αντίληψη εκείνου του κόσμου, έπρεπε να προστατευτεί με κάθε κόστος. Σήμερα, κοιτάζοντας πίσω στον χρόνο, ο Αλκιβιάδης προσπαθεί να κατανοήσει όχι μόνο το γεγονός, αλλά και τον κόσμο που το γέννησε· έναν κόσμο όπου η παράδοση, η περηφάνια, η αγάπη για την οικογένεια και οι αυστηροί κοινωνικοί κανόνες συνυπήρχαν πολλές φορές με τραγικές συνέπειες.
Σύμφωνα με την οικογενειακή παράδοση, το περιστατικό αυτό δεν αντιμετωπίστηκε ως μια προσωπική διαφορά, αλλά ως προσβολή ολόκληρης της οικογένειας. Στον κόσμο εκείνης της εποχής, όπου η έννοια της τιμής είχε τεράστιο βάρος και οι οικογενειακοί δεσμοί ήταν ισχυρότεροι από την ατομική επιλογή, η αποκατάσταση της προσβολής θεωρούνταν υποχρέωση που αφορούσε όλους.
Έτσι, λέγεται πως οι άντρες της οικογένειας έριξαν κλήρο για το ποιος θα αναλάμβανε να «ξεπλύνει» την ντροπή που, σύμφωνα με τα δικά τους μέτρα και τις αντιλήψεις της εποχής, είχε προκληθεί. Δεν ήταν μια απόφαση που παρουσιάστηκε ως προσωπική εκδίκηση. Ήταν μια συλλογική απόφαση, ένα βάρος που μεταφέρθηκε σε έναν άνθρωπο ως δήθεν ιερό χρέος απέναντι στην οικογένεια και στο όνομά της.
Και ο κλήρος έπεσε σε εκείνον.
Ο κλήρος επιτέλεσε το χρέος που του φόρτωσε η εποχή του.
Δεν μπορούσε, όμως, να παραμείνει στο χωριό του. Άφησε πίσω του τα μέρη της Δυτικής Μάνης και πήρε τον δρόμο προς τα ανατολικά, προς τα χωριά του Ταΰγετου, πάνω από το Γύθειο. Εκεί, σε έναν νέο τόπο, ανάμεσα στις σκληρές πλαγιές του βουνού, προσπάθησε να ξαναχτίσει τη ζωή του.
Έγινε ποιμένας. Ο άνθρωπος αυτός κουβαλούσε μέσα του το βάρος μιας πράξης που σημάδεψε τη ζωή του, αλλά και το βάρος της εξορίας. Παρ' όλα αυτά, είχε τη δύναμη να επιβιώσει. Βρέθηκε καθημερινά αντιμέτωπος με τη φύση, με τις δυσκολίες της ζωής του βουνού, με τον κύκλο της ζωής και του θανάτου των ζώων που φρόντιζε. Η εγκατάλειψη του παλιού τόπου, η πορεία μέσα από τα βουνά και η προσπάθεια να ξεκινήσει από την αρχή έδωσαν στην οικογενειακή μνήμη τη μορφή ενός γενάρχη. Ενός ανθρώπου που καθορίστηκε από την αντοχή και την ικανότητα να μετατρέπει την απώλεια σε επιβίωση. Από τη Δυτική Μάνη, όπου το αίμα και η βία σημάδεψαν το παρελθόν του, στον Ταΰγετο, όπου η σκληρή καθημερινότητα δίδαξε τη δύναμη της υπομονής, η διαδρομή του έγινε η διαδρομή ενός ανθρώπου που έπρεπε να ξαναγεννηθεί. Στον καινούργιο τόπο όπου ρίζωσε, το μεγάλο ανάστημά του, η σωματική του δύναμη και η καταγωγή του έγιναν αφορμή να του δοθεί ένα ιδιαίτερο προσωνύμιο. Τον αποκαλούσαν «Στούμπο», μια λέξη σλαβικής προέλευσης που, σύμφωνα με την οικογενειακή παράδοση, παρέπεμπε στη μεγάλη, ακατέργαστη πέτρα, στην κοτρόνα. Στην αρχή ίσως ήταν ένα όνομα που περιέγραφε την επιβλητική του παρουσία και την καταγωγή του. Με τον χρόνο, όμως, το προσωνύμιο ξεπέρασε την αρχική του σημασία. Έγινε όνομα οικογένειας, μνήμη και ταυτότητα. Η οικογενειακή παράδοση διέσωσε ιστορίες για τη δύναμη και τη σωματική ρώμη των πρώτων Στούμπων στον νέο τους τόπο.
Λέγεται πως ένας από τους απογόνους του γενάρχη, πιθανόν παιδί του, ήταν άνθρωπος εξαιρετικά γεροδεμένος και ρωμαλέος. Η παράδοση τον θέλει να έχει σηκώσει στους ώμους του ένα γαϊδούρι φορτωμένο και να το έχει μεταφέρει για περίπου εκατό μέτρα, ένα περιστατικό που πέρασε από γενιά σε γενιά ως δείγμα της ασυνήθιστης δύναμής του. Πέρα όμως από τις αφηγήσεις που συνοδεύουν τη μνήμη της οικογένειας, υπάρχει και η πρώτη γραπτή μαρτυρία για την παρουσία των Στούμπων στην περιοχή. Το έτος 1754, σε έγγραφο της Μονής Γόλας, ο Γεώργιος Κονίδης υπογράφει ως μάρτυρας μαζί με τον Στρατήγη Στούμπο και τον Δημητράκη Κροτάκη, σε απόδειξη δανεισμού χρημάτων από τους μοναχούς της μονής. Η αναφορά αυτή αποτελεί ένα από τα πρώτα ιστορικά ίχνη της οικογένειας στην περιοχή και συνδέει την προφορική παράδοση με ένα γραπτό τεκμήριο.
Ο Στρατήγης Στούμπος, πέρα από το όνομά του στο έγγραφο, παρέμεινε στη μνήμη των απογόνων του ως μια μορφή επιβλητική: ένας άνδρας με μεγάλη σωματική δύναμη, χαρακτηριστικό που ταίριαζε με την εικόνα του ανθρώπου του Ταΰγετου, μαθημένου στον μόχθο, στις δυσκολίες και στη σκληρή καθημερινότητα του βουνού.
Στη συνέχεια, μέσα από ιστορίες και δρώμενα που είχαν μείνει θαμμένα στα οικογενειακά ίχνη του παρελθόντος, αναδύεται η μορφή ενός περιπλανώμενου νεαρού εργάτη της γης από τις πλαγιές του Ταΰγετου. Ένας άνθρωπος που, αναζητώντας μια καλύτερη τύχη, άφησε πίσω του τον τόπο του και εμφανίστηκε στον Φοινίκη και στην ευρύτερη περιοχή της Ελίκας. Ήταν καλοφτιαγμένος άνδρας. Το σώμα του είχε σμιλευτεί από τη σκληρή δουλειά στους αγρούς, ενώ μέσα του υπήρχαν ακόμη η ζωντάνια της νιότης, η δύναμη της θέλησης και η λαχτάρα για μια διαφορετική ζωή. Οι οικογενειακές αφηγήσεις μιλούν για έναν άνδρα με έντονη παρουσία, για έναν άνθρωπο που η φήμη τον ήθελε γοητευτικό και ακαταμάχητο στις γυναίκες. Ίσως να ήταν υπερβολή της μνήμης, ίσως όμως και μια πραγματικότητα που πέρασε από στόμα σε στόμα μέσα στις γενιές. Λέγεται πως κάποτε έκλεψε μια κοπέλα της περιοχής και την πήρε μαζί του σε ένα σπήλαιο, το οποίο πιθανόν να ήταν το καταφύγιό του κατά τον πρώτο καιρό της περιπλάνησης του. Εκεί, μέσα στον κόσμο του, της έδειξε τα κυνηγετικά του τρόπαια και τη ζωή που είχε δημιουργήσει μακριά από τον τόπο καταγωγής του. Από εκεί και πέρα, σύμφωνα με την παράδοση, η ιστορία τους πήρε τον δικό της δρόμο.
Αυτές είναι οι πρώτες εξακριβωμένες ρίζες που ο Αλκιβιάδης ανακαλύπτει στην αναζήτησή του. Όχι μόνο ονόματα και ημερομηνίες, αλλά ανθρώπους από σάρκα και αίμα, με τις αρετές, τα πάθη και τις αντιφάσεις τους.
Ο παππούς του Αλκιβιάδη γεννήθηκε το 1904 στον Άγιο Μάμα της Ελίκας. Ήταν το μικρότερο από τα τρία παιδιά της οικογένειας. Ψηλός, επιβλητικός και με λεβέντικη κορμοστασιά, ξεχώριζε ανάμεσα στους νέους της περιοχής και θεωρούνταν ένα από τα πιο περιζήτητα παλικάρια του τόπου. Αναζητώντας εργασία, βρέθηκε στον οικισμό Μπουμπουτσέλια, στην ευρύτερη περιοχή της Μονεμβασιάς, όπου εργάστηκε στα κτήματα ενός τοπικού κτηματία. Εκείνος είχε πέντε κόρες και ο νεαρός εργάτης προσπαθούσε να εξασφαλίσει το καθημερινό του μεροκάματο μέσα από τη σκληρή δουλειά της γης. Σύντομα, όμως, η ζωή του συνδέθηκε με την οικογένεια του κτηματία. Δημιούργησε δεσμό με μία από τις κόρες του, τη Ζαφείρω, τη γυναίκα που έμελλε να γίνει η πραγματική γιαγιά του Αλκιβιάδη. Η σχέση αυτή οδήγησε σε γάμο, καθώς οι οικογένειες της εποχής είχαν τον δικό τους αυστηρό τρόπο να αντιμετωπίζουν τέτοιες καταστάσεις. Παντρεύτηκαν τον επόμενο χρόνο. Εκείνη ήταν είκοσι τεσσάρων ετών και εκείνος είκοσι. Από τον γάμο τους γεννήθηκαν δύο αγόρια, που αποτέλεσαν τη συνέχεια της οικογένειας. Ο πρωτότοκος γεννήθηκε το 1924 και ο δεύτερος γιος το 1928, ο Κλέαρχος. Η μητέρα του Κλέαρχου, η γιαγιά Ζαφειρούλα, ήταν μια γυναίκα φιλάσθενη, με εύθραυστη και επισφαλή υγεία. Ο γάμος της, που θα έπρεπε να αποτελέσει ένα νέο ξεκίνημα στη ζωή της, έγινε τελικά άλλη μία πηγή στενοχώριας. Η σχέση τους δεν υπήρξε ευτυχισμένη. Με το πέρασμα του χρόνου, οι δυσκολίες πλήθαιναν και η απόσταση ανάμεσά τους μεγάλωνε. Τα σημάδια ότι ο γάμος τους είχε πληγωθεί βαθιά είχαν ήδη εμφανιστεί. Λίγο μετά τον γάμο τους, ο παππούς δημιούργησε ερωτικό δεσμό με μια νεαρή γειτόνισσα, η οποία είχε συγγενική σχέση εκ πλαγίου με τη Ζαφείρω. Όταν εκείνη το έμαθε, η ζωή της άλλαξε. Ένιωσε προδομένη και ταπεινωμένη. Ξεσπούσε συχνά σε κλάματα και έλεγε πως ποτέ ξανά δεν θα γνώριζε ευτυχία. Δεν μπορούσε πλέον να προσποιείται ότι δεν γνώριζε. Οι συναντήσεις του άντρα της με τη νεαρή γυναίκα ήταν συχνές και η πραγματικότητα είχε γίνει αδύνατο να κρυφτεί. Ο γάμος τους άρχισε να καταρρέει. Παρά τις προσπάθειες της Ζαφείρως να κρατήσει την οικογένεια όρθια και να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις του συζύγου της, εκείνος συχνά εξέφραζε παράπονα, ύψωνε τη φωνή του και την υποτιμούσε ακόμη και μπροστά σε άλλους ανθρώπους. Η κατάσταση αυτή συνεχίστηκε μέχρι το 1931. Τότε ο παππούς εγκατέλειψε τη Ζαφείρω και τα δύο μικρά παιδιά τους και έφυγε προς την περιοχή της Καλαμάτας μαζί με τη νέα του σύντροφο.
Η φυγή αυτή δεν ήταν μια απλή οικογενειακή ρήξη. Στην κοινωνία εκείνης της εποχής, τέτοιες πράξεις είχαν βαρύ κοινωνικό κόστος. Τα αδέλφια της νεαρής γυναίκας θεωρούσαν ότι είχαν προσβληθεί και, σύμφωνα με τις οικογενειακές αφηγήσεις, απειλούσαν ακόμη και με ακραίες αντιδράσεις. Έτσι, πίσω από την ιστορία δύο ανθρώπων υπήρχε ένας ολόκληρος κόσμος από αυστηρούς κώδικες τιμής, φόβους, πάθη και κοινωνικές πιέσεις. Και πίσω απ’ όλα αυτά έμεινε μια γυναίκα μόνη, με δύο μικρά παιδιά, να σηκώσει το βάρος μιας εγκατάλειψης που δεν είχε επιλέξει.
Η γιαγιά Ζαφείρω δεν είχε γερή κράση. Ήταν μια γυναίκα εύθραυστη και ευάλωτη, και από τη στιγμή που ο σύζυγός της την εγκατέλειψε, ο κόσμος γύρω της άλλαξε.Δεν είχε μόνο να αντιμετωπίσει τη φτώχεια και τις δυσκολίες της καθημερινότητας. Είχε να σηκώσει και το βάρος της μοναξιάς, της προδοσίας και της αγωνίας για τα δύο μικρά της παιδιά. Σιγά-σιγά, ο καημός άρχισε να μαραίνει την ψυχή της. Σαν να ανέβαινε βασανιστικά μια ατέλειωτη ανηφόρα, κουβαλώντας ένα βάρος που ξεπερνούσε τις δυνάμεις της. Το σώμα της ταλαιπωρήθηκε, η υγεία της κλονίστηκε και η εσωτερική της δύναμη άρχισε να υποχωρεί. Οι νύχτες της έγιναν ατέλειωτες. Οι ίδιες σκέψεις επέστρεφαν ξανά και ξανά. Προσευχόταν:
«Θεέ μου, βοήθησε μας. Είναι άδικο.»
Ο πόνος της δεν ακουγόταν στους δρόμους του χωριού. Δεν ήταν ένας θόρυβος που μπορούσαν να ακούσουν οι άλλοι άνθρωποι. Ήταν όμως ένας εσωτερικός θρήνος, ένας πόνος που χτυπούσε μέσα της πιο δυνατά από κάθε κραυγή. Οι μέρες περνούσαν ίδιες μεταξύ τους, με την ίδια αγωνία, την ίδια προσπάθεια να βρει κουράγιο για να συνεχίσει. Μα η φωτιά του καημού έκαιγε τα σωθικά της. Πώς μπορούσε μια γυναίκα μόνη, χωρίς τη στήριξη του άντρα της, με δύο μικρά παιδιά στην αγκαλιά, να αντιμετωπίσει όλες τις ανάγκες της οικογένειας; Εκείνη την εποχή δεν υπήρχαν εύκολες λύσεις, ούτε δίχτυα προστασίας για όσους λύγιζαν κάτω από το βάρος της ζωής. Η αποτυχία του γάμου της άφησε βαθιά σημάδια. Η ψυχή της κουράστηκε και το σώμα της δεν άντεξε. Η Ζαφείρω έφυγε από τη ζωή το 1935, σε ηλικία μόλις τριάντα πέντε ετών, από καρδιακή ανεπάρκεια. Ο θάνατός της έμοιαζε, σε όσους γνώρισαν την ιστορία της, σαν το τελευταίο κεφάλαιο μιας ζωής γεμάτης στερήσεις και πόνο. Ίσως η μεγαλύτερη τραγωδία της δεν ήταν μόνο ότι πέθανε νέα. Ήταν ότι για χρόνια πριν από τον θάνατό της είχε αναγκαστεί να πολεμά καθημερινά για να κρατηθεί όρθια. Και έμεινε πίσω μια μνήμη: μιας γυναίκας που πάλεψε όσο μπορούσε, μέχρι εκεί που της επέτρεψαν οι δυνάμεις της.
Έναν πραγματικό Γολγοθά ανέβηκαν τα δύο μικρά παιδιά από τα πρώτα κιόλας χρόνια της ζωής τους. Ο πατέρας τους είχε φύγει από κοντά τους και η μητέρα τους, η ταλαιπωρημένη Ζαφείρω, είχε φύγει από τη ζωή νικημένη από τις στερήσεις, τον καημό και τις δυσκολίες που δεν μπόρεσε να αντέξει.
Ο Κλέαρχος πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της παιδικής του ηλικίας στο σπίτι της οικογένειας της μητέρας του, στα Μπουμπουτσέλια, μαζί με τον μεγαλύτερο αδελφό του. Εκεί, μετά την εγκατάλειψη από τον πατέρα τους, μεγάλωσαν μέσα σε χρόνια δύσκολα, με στερήσεις και αγωνίες.
Η απουσία του πατέρα και ο θάνατος της μητέρας άφησαν ένα κενό που κανείς δεν μπορούσε εύκολα να καλύψει. Τα δύο παιδιά χρειάστηκε να μεγαλώσουν γρήγορα, μέσα σε μια πραγματικότητα όπου η επιβίωση ήταν καθημερινός αγώνας. Μετά τον θάνατο της Ζαφείρως, ο παππούς του Αλκιβιάδη επέστρεψε στο χωριό, όταν οι έντονες αντιδράσεις και οι κοινωνικές εντάσεις είχαν πλέον κάπως καταλαγιάσει. Εκεί παντρεύτηκε επίσημα τη γυναίκα που είχε επιλέξει, τη Διαμάντω. Η νέα του ζωή εξελίχθηκε διαφορετικά. Σύμφωνα με τις οικογενειακές μαρτυρίες, υπήρξε ένας πιστός σύζυγος και αφοσιωμένος στη νέα του οικογένεια. Με τη Διαμάντω απέκτησε πέντε παιδιά: τρία κορίτσια και δύο αγόρια, τα οποία έγιναν ετεροθαλή αδέλφια του Κλέαρχου. Έτσι, η οικογενειακή ιστορία συνέχισε την πορεία της, κουβαλώντας μαζί της και τις πληγές του παρελθόντος αλλά και νέες αρχές.
Στα χρόνια της Γερμανικής Κατοχής η μοίρα χτύπησε ξανά την οικογένεια. Ο παππούς προσβλήθηκε από φυματίωση. Η αρρώστια άρχισε να απλώνεται μέσα στα πνευμόνια του, όπως η κατσιφάρα που κατεβαίνει πυκνή από τις πλαγιές του βουνού, σκεπάζει τα χωράφια, μπαίνει στα στενά του χωριού και τυλίγει αργά τα πάντα γύρω της. Αργά, ακούραστα και με σταθερό ρυθμό, το κακό προχωρούσε μέσα του. Εκείνα τα χρόνια η φυματίωση ήταν συχνά μια καταδίκη. Δεν υπήρχαν οι θεραπείες που γνωρίζουμε σήμερα και πολλές φορές η οικογένεια έμενε μόνη απέναντι στην αρρώστια. Η γιαγιά Διαμάντω ήταν η μοναδική του συμπαραστάτρια. Τον φρόντιζε σε ένα παλιό, απομονωμένο χαμόσπιτο, σε μια απόμακρη θέση του οικισμού, μέχρι την τελευταία του στιγμή. Το 1942, σε ηλικία μόλις τριάντα οκτώ ετών, έφυγε από τη ζωή. Άφησε πίσω του τη νέα του σύζυγο και επτά παιδιά, το ένα ακόμη στην αγκαλιά της μάνας. Μια οικογένεια που βρέθηκε ξανά αντιμέτωπη με την απώλεια και την ανασφάλεια.
Και σαν να μην έφτανε η αρρώστια και η φτώχεια, η Διαμάντω γνώρισε και την κοινωνική απομόνωση. Η επαφή της με έναν άνθρωπο που έπασχε από φυματίωση προκαλούσε φόβο και καχυποψία στους γύρω της. Όμως εκείνη δεν λύγισε. «Ο κόσμος δουλειά δεν έχει, με τους άλλους ασχολείται. Τα στόματα του κόσμου», έλεγε, «δεν είναι τσουβάλια να τα ράψεις.»
Δεν εγκατέλειψε τον άνθρωπό της. Έφτασε μάλιστα στο σημείο να πουλήσει το καλύτερο αγρόκτημά τους για να βοηθήσει στην αποκατάσταση της υγείας του και κάθε μέρα προσευχόταν, ζητώντας από τον Θεό δύναμη και προστασία για την οικογένειά της.
Η Διαμάντω έμεινε όρθια εκεί που άλλοι ίσως θα είχαν λυγίσει. Και μέσα στην απόλυτη δυσκολία, έγινε το στήριγμα μιας οικογένειας που δοκιμάστηκε σκληρά. Σκηνές αρχαίας τραγωδίας έμοιαζε να ζει αυτή η μάνα με τα ανήλικα παιδιά της. Η ζωή τους είχε μετατραπεί σε μια καθημερινή δοκιμασία, σε έναν αγώνα επιβίωσης μέσα στη φτώχεια, την απώλεια και τη μοναξιά.
Τα αδέλφια της Διαμάντως, που από την αρχή είχαν εκφράσει την έντονη αντίθεσή τους στην επιλογή της, δεν αποδέχθηκαν ποτέ πραγματικά την απόφασή της. Ακόμη κι όταν ο γάμος είχε γίνει και η ζωή είχε προχωρήσει, η σκιά της παλιάς τους αντίδρασης παρέμεινε. Ο σύζυγός της δεν έγινε ποτέ ένα πρόσωπο που να αγκαλιάσουν ως μέλος της οικογένειας. Στις δύσκολες ώρες που ακολούθησαν, όταν η αρρώστια και ο θάνατος χτύπησαν την πόρτα της, η Διαμάντω δεν βρήκε από αυτούς τη στήριξη που ίσως είχε ανάγκη. Δεν υπήρξαν η στοργή, η συμπόνια και η συγχώρεση που θα μπορούσαν να απαλύνουν τον πόνο της. Ήταν όμως και οι καιροί δύσκολοι. Χρόνια σκληρά, που πολλές φορές αγρίευαν τις καρδιές των ανθρώπων και στέγνωναν τα αισθήματα. Η φτώχεια, ο φόβος και η ανάγκη επιβίωσης άφηναν λίγο χώρο για κατανόηση και επιείκεια. Κι όμως, μέσα σε αυτή τη θύελλα, η Διαμάντω στάθηκε όρθια. Σαν φτερό στον άνεμο, που το παρασύρει η μοίρα αλλά δεν χάνει την ύπαρξή του, αυτή η γυναίκα πάλεψε για τα παιδιά της. Δεν είχε μεγάλα όπλα ούτε εύκολες λύσεις. Είχε μόνο τη δύναμη της μάνας, την υπομονή και την αποφασιστικότητα να συνεχίσει. Και ίσως αυτή να ήταν η πραγματική της ηρωική πράξη: όχι μια στιγμή μεγαλείου, αλλά η καθημερινή μάχη να κρατήσει ζωντανή μια οικογένεια που όλα γύρω της προσπαθούσαν να διαλύσουν. Ήταν ακόμη η περίοδος της Κατοχής. Η Ελλάδα ζούσε μέσα στη φτώχεια, την πείνα και την απελπισία. Για τη χήρα Διαμάντω και τα ορφανά παιδιά της δεν είχε απομείνει κανένα ουσιαστικό στήριγμα. Μόνα και άπορα, δεν μπορούσαν να περιμένουν βοήθεια από κρατικές υπηρεσίες ή οργανωμένες δομές προστασίας. Εκείνα τα χρόνια πολλά ορφανά επιβίωναν χάρη στην ενορία, στην καλοσύνη κάποιων γειτόνων ή απλώς στην ανοχή ανθρώπων που τους παραχωρούσαν έναν στάβλο, έναν αχυρώνα, κάποια γωνιά για να περάσουν τη νύχτα. Άλλα πάλι περιπλανιόνταν από οικισμό σε οικισμό, πεινασμένα και εξαθλιωμένα. Με αυτές τις συνθήκες πάλευε και η Διαμάντω. Μια μάνα μόνη, με παιδιά στην αγκαλιά της, προσπαθούσε να κρατήσει όρθια μια οικογένεια που η ζωή είχε χτυπήσει ανελέητα. Κάποια μέρα, σε μια εποχή που το κρύο έκανε ακόμη πιο δύσκολη την καθημερινότητα, εμφανίστηκε στην εμποροπανήγυρη της Ελίκας ένας πραματευτής από τα μέρη της Κορινθίας. Είδε μπροστά του τη μορφή μιας ταλαιπωρημένης χήρας και πληροφορήθηκε την ιστορία της. Άκουσε για τον αγώνα της να μεγαλώσει τα ορφανά παιδιά της, για τις στερήσεις και τις περιπέτειες που περνούσαν καθημερινά. Η καρδιά του μαλάκωσε.
Δεν μπορούσε να της προσφέρει χρήματα ή μια άμεση λύση στα προβλήματά της. Της πρόσφερε όμως κάτι άλλο: μια συμβουλή που ίσως αποδείχθηκε σωτήρια. Της είπε να πάρει τα παιδιά της και να κατηφορίσει προς τη Σκάλα του Ευρώτα, στην εύφορη περιοχή γύρω από τον ποταμό. Εκεί υπήρχαν οι απέραντοι ορυζώνες, όπου οι άνθρωποι μπορούσαν να βρουν δουλειά και, έστω με κόπο, να εξασφαλίσουν ένα πιάτο φαγητό. Ίσως ο πραματευτής, χωρίς να το γνωρίζει, να επαναλάμβανε μια παλιά μορφή λαϊκής αλληλεγγύης που συναντάμε και στη λογοτεχνία μας. Κάτι από τον κόσμο της «Σταχομαζώχτρας» του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη: εκεί όπου μέσα στη μεγάλη φτώχεια, μια μικρή πράξη καλοσύνης μπορεί να γίνει το νήμα που κρατά έναν άνθρωπο δεμένο με τη ζωή.
Η γιαγιά Διαμάντω, σαν την πέρδικα που μαζεύει τα μικρά της κάτω από τις φτερούγες της για να τα προστατεύσει από την καταιγίδα, πήρε τη φαμίλια της και ξεκίνησε για έναν τόπο πιο απάνεμο.
Δεν είχε τίποτα άλλο να κρατήσει στα χέρια της παρά μόνο τα παιδιά της και την ελπίδα πως κάπου αλλού η ζωή ίσως να ήταν λίγο πιο επιεικής μαζί τους. Καμιά φορά ο άνθρωπος πιστεύει πως αλλάζοντας τόπο μπορεί να αλλάξει και τη μοίρα του. Δεν γνωρίζει αν αυτό θα συμβεί, όμως η ανάγκη τον σπρώχνει να προχωρήσει. Γιατί όταν όλα γύρω έχουν γκρεμιστεί, ακόμη και μια μικρή πιθανότητα γίνεται ελπίδα.
Έτσι, η Διαμάντω πήρε τον δρόμο προς τη Σκάλα του Ευρώτα. Εκεί, σε ένα μικρό και φτωχικό καμαράκι, βρήκαν το καταφύγιό τους. Δεν ήταν σπίτι με ανέσεις, ούτε τόπος πλούτου. Ήταν όμως ένας τόπος όπου μπορούσαν να σταθούν ξανά στα πόδια τους.
Εκεί απάγκιασαν.
Εκεί, μέσα στη φτώχεια και στις δυσκολίες, άρχισαν σιγά-σιγά να ριζώνουν ξανά.
Γιατί μερικές φορές οι άνθρωποι δεν χρειάζονται πολλά για να ξεκινήσουν από την αρχή. Χρειάζονται μόνο έναν τόπο να ακουμπήσουν, λίγη ελπίδα και τη δύναμη μιας μάνας που αρνείται να παραδοθεί.
Κάθε γιορτή του Αγίου Μάμα, η γιαγιά Διαμάντω μνημόνευε τον άγνωστο πραματευτή που είχε αλλάξει τη μοίρα της οικογένειας και προσευχόταν υπέρ υγείας του. Δεν τον ξέχασε ποτέ. Ήταν ένας ξένος άνθρωπος που, σε μια στιγμή απόλυτης ανάγκης, είχε απλώσει το χέρι του και είχε δείξει τον δρόμο της επιβίωσης. Ο μεγάλος αδελφός και ο Κλέαρχος όμως δεν την ακολούθησαν. Από τα χρόνια ακόμη που έχασαν τη μητέρα τους, είχαν απομακρυνθεί από την πατρική στέγη και είχαν ανοίξει τα δικά τους φτερά, όχι από επιλογή αλλά από ανάγκη. Περιπλανιόνταν στα χωριά, προσφέροντας παιδική εργασία για να εξασφαλίσουν το καθημερινό τους ψωμί. Ο Κλέαρχος, μικρό παιδί ακόμη στα σκληρά χρόνια της Κατοχής, ουσιαστικά ακολουθούσε τον κατά τέσσερα χρόνια μεγαλύτερο αδελφό του στις περιπλανήσεις τους. Ίσως αυτά τα χρόνια να σημάδεψαν βαθιά τον χαρακτήρα του.
Ο Αλκιβιάδης θυμάται πως ο Κλέαρχος δεν μιλούσε ποτέ για τη νεκρή μητέρα του. Γενικά δεν ήταν άνθρωπος που εξέφραζε εύκολα τα συναισθήματά του. Ό,τι κι αν συνέβαινε μέσα του, έμενε κλεισμένο βαθιά, σαν να φοβόταν πως αν άνοιγε το στόμα του θα ξεχείλιζαν όλα εκείνα που είχε φυλάξει για μια ολόκληρη ζωή.
Ο Αλκιβιάδης δεν θυμάται να είχε ρωτήσει ποτέ τον πατέρα του για τη μητέρα που δεν γνώρισε. Μόνο μια φορά, όταν ήταν ακόμη μικρό παιδί, τον ρώτησε χωρίς να θυμάται ακριβώς την αφορμή:
«Πώς ήταν η γιαγιά;»
Θυμόταν όμως πολύ καθαρά τη στιγμή που ακολούθησε. Ο πατέρας του κοίταξε αλλού. Έμεινε για λίγο σιωπηλός, σαν να αναζήτησε μέσα του μια απάντηση. Ύστερα είπε μόνο:
«Ήταν φιλάσθενη.» Ήταν ένας παράξενος τρόπος να περιγράψεις έναν άνθρωπο.
Όχι τη μητέρα δύο παιδιών. Όχι τη γυναίκα που εγκαταλείφθηκε και πάλεψε όσο μπορούσε. Όχι τη Ζαφείρω με τις χαρές, τις λύπες και τις πληγές της.
Μόνο: «Ήταν φιλάσθενη.»
Και δεν είπε τίποτε περισσότερο.
Μα και το οικογενειακό δέντρο της Ιοκάστης, με τον γενάρχη της οικογένειάς της στον Ζάρακα, έκρυβε τη δική του μυστηριώδη ιστορία.
Ήταν μια μορφή που, όταν έφυγε από τη ζωή, άφησε πίσω του περισσότερα ερωτήματα παρά απαντήσεις. Η σιωπή γύρω από το παρελθόν του γέννησε φήμες, και οι φήμες, όπως συχνά συμβαίνει στους μικρούς τόπους, πέρασαν από στόμα σε στόμα και με τα χρόνια απέκτησαν τη δική τους ζωή.
Οι αφηγήσεις αυτές χάνονταν πίσω στον χρόνο, πριν ακόμη από την εποχή του Ιμπραήμ Πασά και του Κολοκοτρώνη. Κανείς δεν μπορούσε να θυμηθεί με ακρίβεια πότε ακούστηκε για πρώτη φορά αυτή η ιστορία ούτε ποιος την πρωτοδιηγήθηκε.
Μιλούσαν για έναν στιβαρό άνδρα από τις Σπέτσες, που κάποτε αναγκάστηκε να πάρει τον δρόμο του μισεμού. Κουβαλούσε μαζί του ανοιχτούς λογαριασμούς, παλιές αντιπαλότητες και πληγές που δεν είχαν κλείσει στον τόπο του. Κυνηγημένος από τους εχθρούς του, αλλά ίσως και από τον ίδιο του τον εαυτό, εγκατέλειψε την πατρίδα του και ταξίδεψε μέχρι τη θαλάσσια περιοχή της Βλυχάδας στον Ζάρακα. Εκεί έφτασε σαν ξένος σε ξένη γη. Ένας άνθρωπος χωρίς παρελθόν για τους ντόπιους, χωρίς όνομα και χωρίς συγγενείς να τον περιμένουν. Ένας εξόριστος, μοναχικός και φτωχός περιπλανώμενος, που πορευόταν με όσα του πρόσφερε η ζωή. Και όμως, από αυτόν τον άγνωστο άνδρα, σύμφωνα με την οικογενειακή παράδοση, ξεκίνησε μια νέα γενιά.
Ήταν όμορφος άνδρας, με ανοιχτόχρωμα μαλλιά και ζεστό, ηλιοκαμένο δέρμα, σημάδι ανθρώπου που είχε μάθει να ζει κοντά στη φύση και στη θάλασσα.
«Αλβανός είναι», έλεγαν κάποιοι.
«Έλληνας είναι», απαντούσε ο ίδιος.
Και η αλήθεια έμεινε για πάντα κάπου ανάμεσα στις δύο αυτές εκδοχές. Κανείς δεν μπόρεσε ποτέ να ξεχωρίσει τι ήταν πραγματικότητα και τι γεννήθηκε μέσα από τις κουβέντες των ανθρώπων, τις υποψίες και τις φήμες που ταξιδεύουν από γενιά σε γενιά. Ένα πράγμα όμως έμοιαζε βέβαιο: τον είχαν δεμένο αυτά τα χώματα. Γιατί αγάπησε με πάθος τον τόπο και τους ανθρώπους του. Και πάνω απ’ όλα αγάπησε σαν τρελός μια Ζαρακοπούλα. Λένε πως εκείνη την ημέρα, σε ένα ηλιόλουστο απόγευμα, κοριτσόπουλα ανυπόδητα από τα Πιστάματα κατέβαιναν στην αμμουδιά για να πλύνουν τα ρούχα τους, ανάμεσα στα βράχια και στα ήσυχα νερά του πανέμορφου μυχού. Εκεί, μέσα στην απλότητα μιας καθημερινής στιγμής, οι δρόμοι δύο ανθρώπων συναντήθηκαν. Από εκείνη τη στιγμή η ζωή και η μοίρα του άγνωστου ξένου ενώθηκαν αξεχώριστα με τη ζωή και τη μοίρα εκείνου του ασυνήθιστα όμορφου κοριτσιού. Και σαν ήρωες μιας παλιάς αφήγησης, έζησαν ανάμεσα σε δύο κόσμους: τον πραγματικό κόσμο των ανθρώπων, της ανάγκης και της επιβίωσης, αλλά και τον κόσμο της μνήμης, όπου οι ιστορίες μεγαλώνουν, μεταμορφώνονται και αποκτούν τη δύναμη του θρύλου.
Άφησαν πίσω τους ένα θαμπό σύννεφο μυστηρίου, που αιωρείται πάνω από τους απογόνους τους και τους καλεί ακόμη να αναζητήσουν τις ρίζες τους.
.
Η συνέχεια στο...
(Ο Κλέαρχος).....





'


