ADS

click to open

Τρίτη 4 Οκτωβρίου 2022

Oi Rizes tou... Ap' Tin Paidikotita Stin Efivia!

....Τα χελιδόνια της φωτιάς θάλασσες και αν περνούνε του ριζωμού τα χώματα ποτέ δεν λησμονούνε.
Ι. «Ιοκάστη» — Η μητέρα του 
Μια σπουδαία γυναίκα. Η σιωπηλή ηρωίδα της οικογένειας. Πάντα φρόντιζε τους δικούς της ανθρώπους, βάζοντας σχεδόν πάντοτε τον εαυτό της σε δεύτερη μοίρα. Η αγάπη της δεν ήταν θορυβώδης, ήταν πράξη, ευθύνη και καθημερινή προσφορά.
Για την Ιοκάστη, η μονογαμία δεν ήταν καταναγκασμός ούτε κοινωνική υποχρέωση. Ήταν μια συνειδητή επιλογή ζωής, μια στάση που γεννιόταν από την πίστη, την αφοσίωση και τον σεβασμό προς τον άνθρωπο που είχε διαλέξει να πορευτεί μαζί του.
ΙΙ. «Κλέαρχος».  Ο πατέρας του. Έβλεπε τον κόσμο διαφορετικά. Πίστευε πως η ανθρώπινη φύση δεν είναι από μόνη της μονογαμική και πως η επιθυμία δύσκολα περιορίζεται από κανόνες ή συμβάσεις. 
Συχνά συνήθιζε να λέει: «Η μονογαμία δεν είναι έμφυτο χαρακτηριστικό του ανθρώπου. Είναι μια απόφαση που κάποιοι παίρνουν και κάποιοι άλλοι αδυνατούν να υπηρετήσουν.»
ΙΙΙ. «Αλκιβιάδης»  Από την παιδικότητα στην εφηβεία 
Ανάμεσα σε δύο τόσο διαφορετικούς κόσμους μεγάλωνε ο Αλκιβιάδης. Από τη μια, η μητέρα του, που πίστευε πως η αγάπη είναι αφοσίωση. Από την άλλη, ο πατέρας του, που θεωρούσε πως η ανθρώπινη φύση δύσκολα φυλακίζεται μέσα σε μία μόνο  σχέση. Χωρίς ακόμη να το γνωρίζει, η εφηβεία θα τον ανάγκαζε να αναζητήσει τις δικές του απαντήσεις. Όχι για να δικαιώσει τον έναν ή τον άλλον, αλλά για να ανακαλύψει ποιος πραγματικά ήταν ο ίδιος.......
Με αυτή την πίστη επιστρέφει στα χρόνια της παιδικότητας και της εφηβείας. Όχι για να εξιδανικεύσει το παρελθόν, αλλά για να περισώσει τους ανθρώπους, τις στιγμές και τις αξίες που τον διαμόρφωσαν.
Οι αναμνήσεις του δεν είναι μόνο δικές του. Είναι πολύτιμα θραύσματα της ιστορίας της οικογένειας του. Προσπαθεί να τις διασώσει από τη λήθη, υπακούοντας στην προτροπή του ποιητή.
«Τούτο μόνο να ξέρεις:
ό,τι σώσεις μες στην αστραπή,
καθαρό στον αιώνα θα διαρκέσει
και θα διαρκέσει σε χρόνους τακτούς,
όσους η γνώση ορίζει…»
Τα χρόνια περνούν και, στο διάβα τους, σαν ορμητικά ποτάμια, παρασύρουν καθετί που εμείς οι άνθρωποι αφήνουμε να χαθεί στο ρεύμα του χρόνου. Άτιμο πράγμα η νοσταλγία...Ο τόπος όπου ο άνθρωπος αντίκρισε το πρώτο φως της ζωής και έζησε τα παιδικά του χρόνια μένει βαθιά ριζωμένος μέσα του. Λένε πως στα πρώτα χρόνια της ζωής μας αποθηκεύονται περισσότερες εικόνες και βιώματα απ' όσα σε όλες τις κατοπινές δεκαετίες. Λένε ακόμη πως τα παιδικά μας χρόνια είναι η αληθινή μας πατρίδα.
Η ίδια η λέξη νοσταλγία γεννήθηκε από το «άλγος του νόστου»· είναι ο πόνος που προκαλεί η ακατανίκητη επιθυμία της επιστροφής στον γενέθλιο τόπο, στον χαμένο παράδεισο της παιδικής ηλικίας. Δεν είναι τυχαίο ότι, τον δέκατο έβδομο αιώνα, η νοσταλγία θεωρούνταν μια ήπια μορφή ψυχικής νόσου, συγγενική με τη μελαγχολία. Οι γιατροί της εποχής πίστευαν πως ο αβάσταχτος πόθος της επιστροφής στην πατρίδα μπορούσε, σε ακραίες περιπτώσεις, να οδηγήσει ακόμη και στον θάνατο.
Ίσως γι' αυτό, όσο μεγαλώνει ο άνθρωπος, τόσο συχνότερα επιστρέφει με τη μνήμη του στα πρώτα του χρόνια. Εκεί, όπου όλα ξεκίνησαν. Εκεί, όπου βρίσκονται οι ρίζες της ζωής του.
Ο νόστος για το παρελθόν ξυπνά στον Αλκιβιάδη μια βαθιά δίψα επιστροφής στις ρίζες του. Η μνήμη, όμως, δεν είναι ποτέ ένας αδέκαστος μάρτυρας. Εξωραΐζει, λειαίνει τις γωνίες του χρόνου και, πολλές φορές, πλάθει μια εικόνα διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έζησε. Η νοσταλγία χτυπά αδιάκριτα το μυαλό και την καρδιά του για κάτι που έχασε, αλλά ποτέ δεν ξέχασε. Τον κάνει να αφουγκράζεται και να νοσταλγεί τόπους, χρώματα και μυρωδιές· τον αέρα που πρωτοανάσανε, το φως που πρωτοαντίκρισε και την παιδική ζωή που έζησε στις βουνοπλαγιές, μυρωμένες από θυμάρι και καψαλισμένα αγκάθια.
Κοιτάζοντας αναδρομικά τη ζωή του, ο Αλκιβιάδης ένιωθε πως όλα τα σκέπαζε μια χρυσή βροχή αναμνήσεων, που ερχόταν να ταράξει τα στάσιμα νερά της λήθης.
Λες και ήταν χθες.
Δεν ήταν, βέβαια.
Θυμήθηκε μια ιστορία που του είχε διηγηθεί κάποτε ο γέρος παππούς του. Παραπονιόταν πως η ζωή είχε περάσει τόσο γρήγορα, ώστε του φαινόταν πως μόλις χθες ήταν παιδί.
«Θυμάμαι τα καινούργια παπούτσια που φόρεσα όταν ήμουν δέκα χρονών», του είχε πει. «Μου φαίνεται σαν να ήταν χθες. Πού πήγε ο χρόνος;» Κανείς δεν μπόρεσε ποτέ να απαντήσει σ' αυτή την ερώτηση.
Ο χρόνος συνεχίζει ακούραστος το αιώνιο ταξίδι του, αφήνοντάς μας πίσω να ζούμε με τις αναμνήσεις μας·άλλοτε γλυκές σαν χάδι και άλλοτε πικρές σαν πληγή. Ίσως, τελικά, αυτές οι αναμνήσεις να είναι το μόνο κομμάτι του παρελθόντος που κατορθώνει να νικήσει τη λήθη.
Κάθε αναδρομή σε ό,τι βρίσκεται θαμμένο στους απέραντους κάμπους του χρόνου είναι συγκινητική. Οι μνήμες αυτές δεν πρέπει να φθείρονται· αξίζει να διατηρούν αναλλοίωτη την ομορφιά και την αλήθεια των χρόνων που τις γέννησαν. Τότε που παιδιά αμέριμνα και ξυπόλητα, ξέγνοιαστα και πεινασμένα, γύριζαν στις γειτονιές, στους χωματόδρομους και στα χωράφια, χωρίς να λογαριάζουν φόβους και κινδύνους. Τότε που τα χρόνια ήταν τόσο πλούσια... σε φτώχεια.
Έχει περάσει πολύς καιρός από τότε. Από τα δύσκολα χρόνια της ελληνικής υπαίθρου, από τα χρόνια της μεγάλης μετανάστευσης, όταν οι άνθρωποι των χωριών, σαν τα αποδημητικά πουλιά, σκόρπισαν στους ορίζοντες των μεγάλων αστικών κέντρων, αναζητώντας μια καλύτερη ζωή.
Τι ήταν εκείνο που τους ξερίζωνε από τον τόπο τους, δεν ήταν δύσκολο να το μαντέψει κανείς. Ήταν η φτώχεια, η έλλειψη προοπτικής, η ανάγκη να επιβιώσουν και να προσφέρουν στα παιδιά τους ένα αύριο που ο τόπος τους αδυνατούσε να τους χαρίσει.
Υπάρχουν στιγμές που πασχίζει να αποστάξει ακόμη και τις τελευταίες σταγόνες της μνήμης. Να τις σπείρει στο λευκό χαρτί, με την ελπίδα πως θα ξαναφυτρώσουν, θα βλαστήσουν και θα ζωντανέψουν ξανά τους ανθρώπους, τους τόπους και τις στιγμές που ο χρόνος προσπάθησε να σβήσει. Ταράζει τα νερά της μνήμης του και της ζητά να διαλέξει, σχεδόν στα τυφλά, μια ιστορία από εκείνες που έζησε. Μια ιστορία πλασμένη με υλικά από τη δική του ζωή, αλλά και από τις ζωές των ανθρώπων που πορεύτηκαν δίπλα του. Ίσως ο καθένας αναγνώστης να ανακαλύψει μέσα της ένα δικό του νόημα, ίσως διαβάσει, ανάμεσα στις γραμμές, και ένα κομμάτι της δικής του ζωής.
Θυμάται τις φτωχικές γειτονιές όπου μεγάλωσε, ίδιες μ' εκείνες που ζωντανεύουν στις παλιές ασπρόμαυρες ελληνικές ταινίες. Η ανάγκη της επιβίωσης ήταν η πρώτη έγνοια των ανθρώπων. Κι όμως, μέσα στην ανέχεια άνθιζαν η αλληλεγγύη, η φιλία, ο έρωτας και η αφύπνιση της ερωτικής 
επιθυμίας. Όλα αυτά ύφαιναν τους αόρατους δεσμούς που κρατούσαν ενωμένες τις οικογένειες και ολόκληρη τη γειτονιά.
Συχνά ο νους μας επιστρέφει στα πρώτα χρόνια της συνειδητής μας ζωής, τότε που ο κόσμος άρχισε να αποκτά σχήμα, πρόσωπα και νόημα. Είναι εκείνα τα χρόνια που αφήνουν τα βαθύτερα αποτυπώματα στην ψυχή, γιατί τότε γεννιούνται οι πρώτες μεγάλες συγκινήσεις, οι πρώτες φιλίες, οι πρώτες απώλειες και τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα.
Ο Αλκιβιάδης δεν γνωρίζει γιατί, αλλά κάθε φορά που αφήνεται στη νοσταλγία, οι μνήμες του έχουν το χρώμα του τέλους του καλοκαιριού. Του θυμίζουν εκείνη τη μοναδική μυρωδιά που αναδύεται από τη διψασμένη γη όταν πέφτουν οι πρώτες σταγόνες της βροχής. Έτσι αναδύονται κι από μέσα του οι εικόνες των παιδικών και νεανικών του χρόνων, μαζί με τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα που τον συνόδευσαν στο πέρασμά του προς την ενηλικίωση. 
Στις σελίδες που ακολουθούν επιχειρεί να ιστορήσει πρόσωπα, γεγονότα και καταστάσεις που έζησε ή παρατήρησε στον μικρόκοσμο όπου μεγάλωσε και ανδρώθηκε. Ιδιαίτερη θέση κατέχουν οι ερωτικές σχέσεις, τα σαρκικά πάθη και οι επιθυμίες των ανθρώπων της εποχής, όχι ως διάθεση σκανδαλοθηρίας, αλλά ως αναπόσπαστο κομμάτι της ανθρώπινης φύσης και της κοινωνίας που διαμόρφωσε τον ίδιο και τα πρώτα του βήματα στον κόσμο του έρωτα.
Το μυαλό του ξεκινά ένα μεγάλο ταξίδι αναμνήσεων. Αφετηρία του είναι ο τερματικός σταθμός του σήμερα, στην ηλικία των εξήντα δύο χρόνων, μέσα στη βοή της μεγαλούπολης. Προορισμός του, οι ρίζες του· τα παιδικά του χρόνια στο χωριό. Ο νους ταξιδεύει πίσω, στα ανύποπτα χρόνια της αθωότητας. Με νοσταλγία αναπολεί τις ευτυχισμένες στιγμές που έζησε στο αγαπημένο χωριό του σοφού παππού του από τη μεριά της μητέρας του.
Ήταν πριν από πενήντα σχεδόν χρόνια. Τα καλοκαιρινά απογεύματα περνούσαν αργά, μέσα σε ατέλειωτες ώρες συζητήσεων και ξεγνοιασιάς, εκεί, στη δυσπρόσιτη μα και μαγευτική περιοχή του Ζάρακα, στα Καρήκια, όπου η οικογένεια διατηρούσε τα μαντριά της.
Ο παππούς του δεν του αφηγούνταν απλώς την ιστορία του έθνους. Την ερμήνευε. Την εξηγούσε. Φώτιζε τις αντιθέσεις της και του έδειχνε πώς το παρελθόν συνομιλεί με το παρόν και προετοιμάζει το μέλλον.
Ο Αλκιβιάδης τον άκουγε μαγεμένος. Ευαίσθητος και παρατηρητικός, ρουφούσε κάθε του λέξη, κάθε εικόνα, κάθε σιωπή, σαν σφουγγάρι που απορροφά το νερό.
Σήμερα, που και  ο ίδιος είναι πια παππούς, αντιλαμβάνεται ακόμη περισσότερο το ανεκτίμητο δώρο που του χάρισε εκείνος ο άνθρωπος. Και προσπαθεί να οικοδομήσει με τα μικρά εγγόνια του την ίδια μοναδική σχέση, ελπίζοντας πως κάποτε κι εκείνα θα θυμούνται τις δικές τους καλοκαιρινές συζητήσεις με την ίδια τρυφερότητα και ευγνωμοσύνη.
Ο παππούς του, ο πατέρας της μητέρας του, ήταν ένας αυτάρκης αγρότης και κτηνοτρόφος από τα ορεινά χωριά του Πάρνωνα. Άνθρωπος του μόχθου, με βαθιά αγάπη για τη γη και την πατρίδα του. Η οικογένειά του είχε πάρει ενεργό μέρος στην Εθνική Αντίσταση και, όπως ο ίδιος διηγούνταν, μετά τον πόλεμο γνώρισε τη σκληρή εκδίκηση. Οι περιουσίες τους λεηλατήθηκαν και παραδόθηκαν στη φωτιά, αφήνοντας πίσω μόνο στάχτες και μνήμες.
Ήταν ένας γνήσιος, ρομαντικός χωρικός του Ζάρακα. Με αραιή γενειάδα, αρβανίτικη προφορά, γαλήνιο βλέμμα και μια ζεστή καλοσύνη που φώτιζε τα λεπτά χαρακτηριστικά του προσώπου του.
Ο Αλκιβιάδης τον άκουγε πάντα με ανοιχτό το στόμα. Ο παππούς χαιρόταν να αναπολεί και να αφηγείται τις εμπειρίες και τα βιώματά του από τα ταραγμένα χρόνια της εποχής του, αλλά και τις μνήμες που κουβαλούσε από τη Μικρασιατική Εκστρατεία. Δεν αφηγούνταν μόνο γεγονότα· μετέδιδε έναν  τρόπο να βλέπει την ιστορία και τη ζωή.
Ο παππούς είχε πολεμήσει στην πρώτη γραμμή, στη μάχη του Σαγγάριου ποταμού. Έμεινε στο μέτωπο μέχρι το τέλος της Μικρασιατικής Εκστρατείας και έζησε από κοντά την οδυνηρή πορεία της υποχώρησης.
Συχνά διηγούνταν στον Αλκιβιάδη εκείνον τον μαύρο Αύγουστο του 1922. Θυμόταν την εξάντληση των στρατιωτών, την αγωνία της επιστροφής, τον πανικό και την απελπισία. Μιλούσε για τη μοναδική στρατιωτική φάλαγγα που, υπό τον συνταγματάρχη Γαρδίκα, κατόρθωσε να διαφύγει την αιχμαλωσία, ενώ οι περισσότερες άλλες κυκλώθηκαν και παραδόθηκαν στον εχθρό.
Για εκείνον, όμως, η μεγαλύτερη πληγή δεν ήταν η στρατιωτική ήττα. Ήταν ο ξεριζωμός. Ήταν η καταστροφή της Σμύρνης και το τέλος ενός ολόκληρου κόσμου. «Τίποτε δεν έμεινε όρθιο», έλεγε. «Ό,τι αγαπήσαμε έγινε στάχτη.»
Όταν μιλούσε για εκείνα τα χρόνια, η φωνή του άλλαζε. Θυμόταν τους συντρόφους που χάθηκαν, τις χαμένες πατρίδες και τις αποφάσεις των ισχυρών που, όπως πίστευε, οδήγησαν τον ελληνικό στρατό και τον λαό στην καταστροφή. Αναφερόταν συχνά και στις μεγάλες δυνάμεις της εποχής, τις οποίες θεωρούσε ότι υπηρετούσαν πάντοτε τα δικά τους συμφέροντα, αδιαφορώντας για το τίμημα που πλήρωναν οι μικροί λαοί. Και στο τέλος γύριζε προς τον εγγονό του, τον κοιτούσε στα μάτια και του έλεγε: «Και όχι μόνο σε μας, σταυραετέ μου. Και όχι μόνο σε μας. Οι μεγάλοι πάντοτε βρίσκουν τρόπο να σπέρνουν τον πόλεμο, την πείνα και την εξαθλίωση. Μα να θυμάσαι κάτι. Του Έλληνα ο σβέρκος δεν ανέχεται για πολύ τον ντορβά. Το έχει αποδείξει η ιστορία μας.»
Ο παππούς, όπου κι αν στεκόταν, γέμιζε τον τόπο με την παρουσία του. Δεν ήταν άνθρωπος των μεγάλων γραμμάτων· ήταν άνθρωπος της ζωής. Κουβαλούσε μέσα του μια σπάνια σοφία, γεννημένη από τον μόχθο, τους πολέμους, τις αδικίες και τις ήττες που είχε γνωρίσει. Κάποιες φορές δυσκολευόταν να βρει τις κατάλληλες λέξεις, γιατί όσα ήθελε να πει ήταν περισσότερα απ' όσα μπορούσε να χωρέσει η γλώσσα.
Οι ιδέες του ήταν ελεύθερες, σχεδόν αναρχικές, όχι επειδή τις είχε διαβάσει σε βιβλία, αλλά επειδή τις είχε πληρώσει με τη ζωή του.
«Να μη φοβάσαι, γιε μου», έλεγε στον Αλκιβιάδη. «Να μη φοβάσαι να αμφισβητήσεις όσα σου παρουσιάζουν σαν αιώνιες αλήθειες. Οι κοινωνίες προχωρούν μόνο όταν οι νέοι τολμούν να παραβούν τα όρια που τους επιβάλλει η κατεστημένη τάξη. Και να κάνεις παρέα με ανθρώπους που έμαθαν να ζουν τη ζωή, όχι να την κοιτούν από μακριά ζηλεύοντας εκείνους που τη ζουν.»
Ύστερα σώπαινε για λίγο, σαν να τακτοποιούσε τις σκέψεις του, και συνέχιζε: «Να γνωρίζεις, γιε μου, πως άλλοτε οι άνθρωποι πίστευαν ότι η μοίρα τους ήταν δεμένη με τους θεούς και τ' άστρα. Σήμερα οι θεοί άλλαξαν όνομα. Αν παρατηρήσεις την ιστορία, κάθε εποχή έχει τα δικά της ιερά σύμβολα, τα δικά της μαγεμένα αντικείμενα, που χωρίζουν τον κόσμο της εξουσίας από τον κόσμο των ανθρώπων. Άλλοτε ήταν το στέμμα, ο θρόνος ή το στεφάνι. Σήμερα είναι άλλες δυνάμεις. Το πρόσωπο που 
κατέχει την εξουσία είναι πάντοτε φθαρτό. Εκείνο που μένει είναι το σύμβολο και ο μηχανισμός της εξουσίας. Κι όπως κάποτε οι άνθρωποι απέδιδαν στους θεούς την κρίση της μοίρας τους, έτσι σήμερα πολλοί παραδίδουν τη ζωή τους σε μια νέα, αόρατη θεότητα: στις αγορές. Τις αντιμετωπίζουν σαν υπερβατικές δυνάμεις, λες και βρίσκονται πάνω από τον άνθρωπο και όχι στην υπηρεσία του.»
Ωστόσο, όσο μιλούσε, τόσο λησμονούσε το παρόν. Το βλέμμα του ξαστέρωνε και το πρόσωπό του έπαιρνε ένα παράξενο φως, σαν να ξαναζούσε όσα αφηγούνταν.
Δεν διηγούνταν απλώς ιστορίες από τη ζωή του. Μετέδιδε έναν τρόπο να βλέπει τον κόσμο. Οι αναμνήσεις του ήταν η συμπυκνωμένη σοφία μιας εποχής όπου οι άνθρωποι είχαν ακόμη τον χρόνο να
κάθονται στις αυλές και να κουβεντιάζουν με τις ώρες.
«Να το ξέρεις, γιε μου», του έλεγε. «Σε όλα τα μέρη του κόσμου τα πάθη είναι ίδια. Οι άνθρωποι αλλάζουν γλώσσα, χρώμα και συνήθειες, όμως οι επιθυμίες, οι φόβοι, οι αξίες και οι αγωνίες τους μένουν ίδιες. Μόνο ο τρόπος που τις ζουν αλλάζει. Αυτό που μας γοητεύει είναι μια ζωή χωρίς σύνορα. Κι όμως, κάθε σύνορο που περνάμε γεννά ένα καινούργιο. Έτσι συνεχίζεται το ταξίδι του ανθρώπου. Με την ψυχή του να καταπίνει την πίκρα και να κυνηγά τη χαρά. Κι αν ο άνθρωπος δεν ξεχνούσε, γιε μου, δεν θα μπορούσε να συνεχίσει να ζει.»
Κι ύστερα, εκεί που νόμιζες πως τελείωσε η φιλοσοφία, χαμογελούσε πονηρά, έσκυβε προς το μέρος 
του και, με τον αθυρόστομο αλλά απολύτως φυσικό τρόπο των παλιών χωρικών, συμπλήρωνε: «Και να θυμάσαι και κάτι ακόμα, γιε μου. Όλα τα μουνιά είναι όμορφα. Με τρίχες ή χωρίς, με σημάδια ή όχι, μικρά ή μεγάλα. Όπως και να 'ναι... αρκεί να τα ποτίζεις σωστά.»
Και ξεσπούσε σ' εκείνο το τρανταχτό, αυθεντικό γέλιο που μόνο οι άνθρωποι που είχαν αντικρίσει κατάματα τη ζωή και τον θάνατο μπορούσαν ακόμη να χαρίζουν.
Πολλές φορές το σκερτσόζικο, ακαταμάχητο χιούμορ του, μαζί με τις αλλεπάλληλες γκριμάτσες που ζωγράφιζαν το  πρόσωπό του, τον έκανε να ξεσπά σε γέλια.
Ο Αλκιβιάδης δεν αισθάνθηκε ποτέ ούτε πολύ κοντά ούτε πολύ μακριά από τις αναρχικές ιδέες του παππού του. Κάτι όμως από εκείνον ρίζωσε βαθιά μέσα του και εξακολουθεί να τον συνοδεύει μέχρι σήμερα.
«Να μάθεις να διαβάζεις όσα κρύβονται πίσω από αυτά που σου λένε οι άνθρωποι», τον συμβούλευε. «Και ακόμη περισσότερο, να διαβάζεις όσα κρύβονται πίσω από τα ίδια τα βιβλία. Γιατί ούτε οι άνθρωποι ούτε τα βιβλία λένε πάντοτε ολόκληρη την αλήθεια.»
Ήταν μια συμβουλή που δεν τον καλούσε να δυσπιστεί απέναντι στη γνώση, αλλά να μη σταματά ποτέ να σκέφτεται, να αμφισβητεί και να αναζητά μόνος του την αλήθεια.
Δεν θα ήταν δίκαιο να αδικήσει τη γιαγιά του.
Νέα ακόμη, ήταν μια επαναστάτρια της ζωής. Ψηλή, στητή σαν κυπαρίσσι, με αρχοντική θωριά και βλέμμα που απέπνεε περηφάνια και αξιοπρέπεια. Λεβέντισσα και αρχόντισσα μαζί, με καθαρό μυαλό και ψυχή που δεν λύγιζε εύκολα. Ατένιζε τη ζωή αγέρωχα, χωρίς φόβο και χωρίς μικρότητα.
Ήταν αγράμματη· δεν είχε περάσει ποτέ το κατώφλι του σχολείου. Είχε όμως τη σοφία που αποκτούν οι άνθρωποι όταν ζυμώνονται καθημερινά με τον μόχθο, τις δυσκολίες και τους αγώνες της ζωής. Πλούσια δεν υπήρξε ποτέ. Διέθετε, όμως, έναν πλούτο που δεν μετριέται με χρήματα: τον πλούτο της ψυχής. Ήταν γεμάτη αγάπη για τους ανθρώπους, και αυτό φαινόταν παντού· στο βλέμμα της, στον λόγο της, στις πράξεις της και στον τρόπο που στεκόταν δίπλα σε όποιον είχε ανάγκη.
Η γιαγιά του κουβαλούσε μέσα της μια ιστορία που έμοιαζε περισσότερο με θρύλο παρά με πραγματικότητα.
Σε μία από τις διαδρομές της από τα Καρήκια προς τη Ρειχιά, ενώ βρισκόταν στις τελευταίες ημέρες της εγκυμοσύνης της, δεν έμεινε στο σπίτι να περιμένει τον τοκετό. Όπως τόσες άλλες φορές, πήρε τον γνώριμο μουλαρόδρομο. Όταν έφτασε στη θέση «Ράχη του Μίνι», την έπιασαν οι πόνοι της γέννας. Εκεί, καταμεσής του μονοπατιού, χωρίς καμία ανθρώπινη βοήθεια, έφερε στον κόσμο τα δίδυμα παιδιά της. Μόνη της έκοψε τους ομφάλιους λώρους, τύλιξε τα νεογέννητα στην ποδιά της και, βρίσκοντας δυνάμεις που μόνο η μάνα γνωρίζει από πού τις αντλεί, συνέχισε τον δρόμο της μέχρι το χωριό, διανύοντας περίπου έξι χιλιόμετρα. Κι όταν έφτασε, δεν την περίμεναν γιατροί ούτε νοσοκόμες. Την υποδέχθηκαν οι γειτόνισσες, με τη λαϊκή γνώση, την εμπειρία και τα λιγοστά πρακτικά μέσα που διέθεταν για να φροντίσουν τη λεχώνα και τα νεογέννητα.
Τι άλλο θα μπορούσε να ονομάσει κανείς αυτή τη γυναίκα, αν όχι γενναία; Ήταν μια σκληροτράχηλη αγρότισσα και κτηνοτρόφος του Ζάρακα. Μια λεβεντομάνα που μεγάλωσε τα παιδιά της με τον ιδρώτα του προσώπου της, με κόπους, στερήσεις και ατέλειωτο μόχθο. Έζησε έναν ολόκληρο αιώνα και έφυγε από τη ζωή πλήρης ημερών, έχοντας συμπληρώσει εκατό χρόνια.
Αναζητώντας σήμερα τις διαδρομές της ζωής του, ο Αλκιβιάδης ακολουθεί τα ίχνη που άφησε ο χρόνος, τις αόρατες κλωστές που υφάνθηκαν στον αργαλειό της μνήμης και της συνείδησής του. Επιστρέφει στο παρελθόν, αναζητώντας όχι μόνο τις προσωπικές του αναμνήσεις, αλλά και τις ρίζες που τον συνδέουν με όσους προηγήθηκαν.
Όπως συμβαίνει με τα δέντρα, έτσι και ο άνθρωπος δεν μπορεί να υψωθεί προς το φως, αν δεν έχει βυθίσει βαθιά τις ρίζες του στη γη που τον γέννησε. Για τον Αλκιβιάδη, η αναζήτηση της ρίζας ταυτίζεται με την αναζήτηση της πατρίδας. Μιας πατρίδας που δεν είναι μόνο τόπος, αλλά και οι πρόγονοί του, οι μνήμες τους, οι αγώνες τους και η αδιάκοπη συνέχεια της καταγωγής του. Εκεί βρίσκουν έδαφος οι βαθύτερες αναμνήσεις του, εκεί ακουμπούν οι πιο ουσιαστικές σωματικές και 
πνευματικές του ανάγκες. Ο ξεριζωμός είναι από τις πιο βίαιες εμπειρίες που μπορεί να γνωρίσει ένας άνθρωπος. Δεν ξεριζώνονται εύκολα οι άνθρωποι. Ακόμη κι όταν γκρεμιστούν το σπίτι και η γειτονιά των παιδικών τους χρόνων, αυτά εξακολουθούν να στέκουν άθικτα μέσα στη μνήμη. Γίνονται ένα τραύμα που κληρονομείται από γενιά σε γενιά, αλλά ταυτόχρονα και μια παρηγοριά, ένα σταθερό σημείο αναφοράς, ένας εσωτερικός τόπος όπου η ψυχή επιστρέφει όταν αναζητά τον εαυτό της.
Δεν είναι τυχαίο ότι ο Ευριπίδης, στη Μήδεια, γράφει: «Μόχθων δ᾽ οὐκ ἄλλος ὕπερθεν ἢ γᾶς 
πατρίας στερεῖσθαι.» «Δεν υπάρχει μεγαλύτερος πόνος από τη στέρηση της πατρικής γης.»
Το γενεαλογικό δέντρο του Αλκιβιάδη από την πλευρά του πατέρα του χάνεται μέσα στην αχλή του χρόνου και παραμένει, σε πολλά σημεία, ασαφές.
Τον παππού του, τον πατέρα του πατέρα του, δεν πρόλαβε να τον γνωρίσει. Είχε φύγει από τη ζωή σε νεαρή ηλικία. Ονομαζόταν Θεόδωρος και καταγόταν από τον Άγιο Μάμα, κοινότητα του Δημοτικού Διαμερίσματος Ελίκας, κοντά στη Μονεμβασιά, στον σημερινό Δήμο Μονεμβασίας της Λακωνίας.
Από εκεί και πέρα, τα ίχνη γίνονται αμυδρά. Ο Αλκιβιάδης προσπαθεί να τα ακολουθήσει μέσα από οικογενειακές αφηγήσεις, προφορικές παραδόσεις και σκόρπιες μαρτυρίες που διασώθηκαν από γενιά σε γενιά. Άλλοτε μοιάζουν με βεβαιότητες και άλλοτε με θρύλους που μεταφέρθηκαν από στόμα σε στόμα. Όλες αυτές οι αφηγήσεις οδηγούν τη σκέψη του βαθύτερα στο παρελθόν, στα χρόνια της Ενετοκρατίας και της Τουρκοκρατίας στην Πελοπόννησο, εκεί όπου η ιστορία συναντά τη μνήμη και η οικογενειακή παράδοση συχνά συμπληρώνει τα κενά που άφησαν τα γραπτά αρχεία.
Ακολουθώντας ο Αλκιβιάδης το νήμα της οικογενειακής ιστορίας, που ξετυλίγεται από τον έναν σταθμό στον άλλο, ανακαλύπτει σιγά-σιγά τη μακρά ιστορική διαδρομή της οικογένειάς του.
Οι αφηγήσεις για ξαδέλφια που ξενιτεύτηκαν αναζητώντας μια καλύτερη ζωή, για θείους με συναρπαστικές ιστορίες, για ανθρώπους που πέρασαν δυσκολίες, αγωνίστηκαν, έφυγαν και επέστρεψαν, άνοιξαν μπροστά του έναν ολόκληρο κόσμο που μέχρι τότε αγνοούσε.
Έτσι, η αρχική απλή περιέργεια για τις ρίζες του και την οικογενειακή του ιστορία μετατράπηκε σταδιακά σε πραγματικό πάθος. Έγινε ένα ταξίδι αναζήτησης, ένα προσωπικό χόμπι που τον συντρόφευε για χρόνια. Αμέτρητες ώρες μετά τη δουλειά του αφιέρωνε στη συλλογή πληροφοριών, στην καταγραφή ονομάτων και γεγονότων, στη συμπλήρωση, ψηφίδα-ψηφίδα, του γενεαλογικού του δέντρου.
Σήμερα μιλά για τις ρίζες του όχι μόνο ως μια αναφορά στο παρελθόν, αλλά ως μια εσωτερική ανάγκη επιστροφής. Γιατί η αναζήτηση των προγόνων του δεν ήταν απλώς αναζήτηση καταγωγής· ήταν αναζήτηση ταυτότητας. Ήταν η προσπάθειά του να καταλάβει από πού έρχεται, ποιοι άνθρωποι προηγήθηκαν από εκείνον και ποια αόρατα νήματα συνδέουν τη δική του ζωή με τις ζωές εκείνων που έζησαν πριν από αυτόν.
Η οικογενειακή ρίζα του πατέρα του, σε βάθος χρόνου, οδηγούσε στη Δυτική Μάνη και στο παραδοσιακό χωριό Λιασίνοβα της Καρδαμύλης. Το 1956 το χωριό μετονομάστηκε σε Προσήλιο και, όπως μαρτυρά και το όνομά του, είναι ένας τόπος λουσμένος στο φως, ένα χωριό που η θάλασσα και ο ήλιος συντροφεύουν σχεδόν όλο τον χρόνο.
Εκεί έζησαν οι άνθρωποι της οικογένειας που έφεραν το όνομα «Μαστρογιανναίοι». Άνθρωποι περήφανοι, μαθημένοι στις δυσκολίες, που ήξεραν να μετατρέπουν το δηλητήριο της ζωής σε φάρμακο. Άνθρωποι θυμόσοφοι, που απέδειξαν την αγάπη τους μέσα στις δοκιμασίες, άνθρωποι συνετοί και δίκαιοι, αλλά και άνθρωποι με πάθη, αδυναμίες και αντιφάσεις. Γιατί οι οικογένειες, όπως και οι τόποι, δεν αποτελούνται από αγίους και ήρωες μόνο. Αποτελούνται από ανθρώπους. Κάθε ζωή ήταν ένα μικρό, ξεχωριστό ποτάμι που κυλούσε μέσα στον χρόνο. Ποτάμια άλλοτε ήρεμα και άλλοτε ορμητικά, που παρασύρονταν από έρωτες, πάθη, πλάνες, δεινά, προσδοκίες και συγκρούσεις, μέσα στη δίνη των ιστορικών και πολιτικών γεγονότων που σημάδεψαν τα τέλη του 17ου αιώνα.
Σύμφωνα με την οικογενειακή παράδοση, υπάρχει μια βαριά σκιά από το παρελθόν που συνοδεύει τις παλιές ιστορίες της οικογένειας. Ήταν μια εποχή κατά την οποία η έννοια της τιμής και η προστασία της οικογένειας είχαν διαφορετικό βάρος απ’ ό,τι σήμερα. Σε πολλές κοινωνίες της υπαίθρου, οι αντιλήψεις αυτές μπορούσαν να οδηγήσουν σε ακραίες αντιδράσεις, καθώς η προσβολή ενός μέλους της οικογένειας θεωρούνταν προσβολή ολόκληρης της γενιάς.
Η οικογένεια είχε σλαβική καταγωγή και αριθμούσε πέντε παιδιά: τέσσερα αγόρια και μία κόρη. Κάποτε, η κόρη πήγε στο λιβάδι για να δει τα βόδια που έβοσκαν. Εκεί συνέβη ένα περιστατικό με έναν συγχωριανό της, το οποίο οι δικοί της εξέλαβαν ως μεγάλη προσβολή, σύμφωνα με τα ήθη και τους αυστηρούς κοινωνικούς κώδικες της εποχής. Για εκείνους, η αδελφή τους δεν ήταν απλώς ένα μέλος της οικογένειας. Ήταν φορέας της τιμής της. Ένα σύμβολο που, μέσα στην αντίληψη εκείνου του κόσμου, έπρεπε να προστατευτεί με κάθε κόστος. Σήμερα, κοιτάζοντας πίσω στον χρόνο, ο Αλκιβιάδης προσπαθεί να κατανοήσει όχι μόνο το γεγονός, αλλά και τον κόσμο που το γέννησε· έναν κόσμο όπου η παράδοση, η περηφάνια, η αγάπη για την οικογένεια και οι αυστηροί κοινωνικοί κανόνες συνυπήρχαν πολλές φορές με τραγικές συνέπειες.
Σύμφωνα με την οικογενειακή παράδοση, το περιστατικό αυτό δεν αντιμετωπίστηκε ως μια προσωπική διαφορά, αλλά ως προσβολή ολόκληρης της οικογένειας. Στον κόσμο εκείνης της εποχής, όπου η έννοια της τιμής είχε τεράστιο βάρος και οι οικογενειακοί δεσμοί ήταν ισχυρότεροι από την ατομική επιλογή, η αποκατάσταση της προσβολής θεωρούνταν υποχρέωση που αφορούσε όλους.
Έτσι, λέγεται πως οι άντρες της οικογένειας έριξαν κλήρο για το ποιος θα αναλάμβανε να «ξεπλύνει» την ντροπή που, σύμφωνα με τα δικά τους μέτρα και τις αντιλήψεις της εποχής, είχε προκληθεί. Δεν ήταν μια απόφαση που παρουσιάστηκε ως προσωπική εκδίκηση. Ήταν μια συλλογική απόφαση, ένα βάρος που μεταφέρθηκε σε έναν άνθρωπο ως δήθεν ιερό χρέος απέναντι στην οικογένεια και στο όνομά της.
Και ο κλήρος έπεσε σε εκείνον.
Ο κλήρος επιτέλεσε το χρέος που του φόρτωσε η εποχή του.
Δεν μπορούσε, όμως, να παραμείνει στο χωριό του. Άφησε πίσω του τα μέρη της Δυτικής Μάνης και πήρε τον δρόμο προς τα ανατολικά, προς τα χωριά του Ταΰγετου, πάνω από το Γύθειο. Εκεί, σε έναν νέο τόπο, ανάμεσα στις σκληρές πλαγιές του βουνού, προσπάθησε να ξαναχτίσει τη ζωή του.
Έγινε ποιμένας. Ο άνθρωπος αυτός κουβαλούσε μέσα του το βάρος μιας πράξης που σημάδεψε τη ζωή του, αλλά και το βάρος της εξορίας. Παρ' όλα αυτά, είχε τη δύναμη να επιβιώσει. Βρέθηκε καθημερινά αντιμέτωπος με τη φύση, με τις δυσκολίες της ζωής του βουνού, με τον κύκλο της ζωής και του θανάτου των ζώων που φρόντιζε. Η εγκατάλειψη του παλιού τόπου, η πορεία μέσα από τα βουνά και η προσπάθεια να ξεκινήσει από την αρχή έδωσαν στην οικογενειακή μνήμη τη μορφή ενός γενάρχη. Ενός ανθρώπου που καθορίστηκε από την αντοχή και την ικανότητα να μετατρέπει την απώλεια σε επιβίωση. Από τη Δυτική Μάνη, όπου το αίμα και η βία σημάδεψαν το παρελθόν του, στον Ταΰγετο, όπου η σκληρή καθημερινότητα δίδαξε τη δύναμη της υπομονής, η διαδρομή του έγινε η διαδρομή ενός ανθρώπου που έπρεπε να ξαναγεννηθεί. Στον καινούργιο τόπο όπου ρίζωσε, το μεγάλο ανάστημά του, η σωματική του δύναμη και η καταγωγή του έγιναν αφορμή να του δοθεί ένα ιδιαίτερο προσωνύμιο. Τον αποκαλούσαν «Στούμπο», μια λέξη σλαβικής προέλευσης που, σύμφωνα με την οικογενειακή παράδοση, παρέπεμπε στη μεγάλη, ακατέργαστη πέτρα, στην κοτρόνα. Στην αρχή ίσως ήταν ένα όνομα που περιέγραφε την επιβλητική του παρουσία και την καταγωγή του. Με τον χρόνο, όμως, το προσωνύμιο ξεπέρασε την αρχική του σημασία. Έγινε όνομα οικογένειας, μνήμη και ταυτότητα. Η οικογενειακή παράδοση διέσωσε ιστορίες για τη δύναμη και τη σωματική ρώμη των πρώτων Στούμπων στον νέο τους τόπο.
Λέγεται πως ένας από τους απογόνους του γενάρχη, πιθανόν παιδί του, ήταν άνθρωπος εξαιρετικά γεροδεμένος και ρωμαλέος. Η παράδοση τον θέλει να έχει σηκώσει στους ώμους του ένα γαϊδούρι φορτωμένο και να το έχει μεταφέρει για περίπου εκατό μέτρα, ένα περιστατικό που πέρασε από γενιά σε γενιά ως δείγμα της ασυνήθιστης δύναμής του. Πέρα όμως από τις αφηγήσεις που συνοδεύουν τη μνήμη της οικογένειας, υπάρχει και η πρώτη γραπτή μαρτυρία για την παρουσία των Στούμπων στην περιοχή. Το έτος 1754, σε έγγραφο της Μονής Γόλας, ο Γεώργιος Κονίδης υπογράφει ως μάρτυρας μαζί με τον Στρατήγη Στούμπο και τον Δημητράκη Κροτάκη, σε απόδειξη δανεισμού χρημάτων από τους μοναχούς της μονής. Η αναφορά αυτή αποτελεί ένα από τα πρώτα ιστορικά ίχνη της οικογένειας στην περιοχή και συνδέει την προφορική παράδοση με ένα γραπτό τεκμήριο.
Ο Στρατήγης Στούμπος, πέρα από το όνομά του στο έγγραφο, παρέμεινε στη μνήμη των απογόνων του ως μια μορφή επιβλητική: ένας άνδρας με μεγάλη σωματική δύναμη, χαρακτηριστικό που ταίριαζε με την εικόνα του ανθρώπου του Ταΰγετου, μαθημένου στον μόχθο, στις δυσκολίες και στη σκληρή καθημερινότητα του βουνού.
Στη συνέχεια, μέσα από ιστορίες και δρώμενα που είχαν μείνει θαμμένα στα οικογενειακά ίχνη του παρελθόντος, αναδύεται η μορφή ενός περιπλανώμενου νεαρού εργάτη της γης από τις πλαγιές του Ταΰγετου. Ένας άνθρωπος που, αναζητώντας μια καλύτερη τύχη, άφησε πίσω του τον τόπο του και εμφανίστηκε στον Φοινίκη και στην ευρύτερη περιοχή της Ελίκας. Ήταν καλοφτιαγμένος άνδρας. Το σώμα του είχε σμιλευτεί από τη σκληρή δουλειά στους αγρούς, ενώ μέσα του υπήρχαν ακόμη η ζωντάνια της νιότης, η δύναμη της θέλησης και η λαχτάρα για μια διαφορετική ζωή. Οι οικογενειακές αφηγήσεις μιλούν για έναν άνδρα με έντονη παρουσία, για έναν άνθρωπο που η φήμη τον ήθελε γοητευτικό και ακαταμάχητο στις γυναίκες. Ίσως να ήταν υπερβολή της μνήμης, ίσως όμως και μια πραγματικότητα που πέρασε από στόμα σε στόμα μέσα στις γενιές. Λέγεται πως κάποτε έκλεψε μια κοπέλα της περιοχής και την πήρε μαζί του σε ένα σπήλαιο, το οποίο πιθανόν να ήταν το καταφύγιό του κατά τον πρώτο καιρό της περιπλάνησης του. Εκεί, μέσα στον κόσμο του, της έδειξε τα κυνηγετικά του τρόπαια και τη ζωή που είχε δημιουργήσει μακριά από τον τόπο καταγωγής του. Από εκεί και πέρα, σύμφωνα με την παράδοση, η ιστορία τους πήρε τον δικό της δρόμο.
Αυτές είναι οι πρώτες εξακριβωμένες ρίζες που ο Αλκιβιάδης ανακαλύπτει στην αναζήτησή του. Όχι μόνο ονόματα και ημερομηνίες, αλλά ανθρώπους από σάρκα και αίμα, με τις αρετές, τα πάθη και τις αντιφάσεις τους.
Ο παππούς του Αλκιβιάδη γεννήθηκε το 1904 στον Άγιο Μάμα της Ελίκας. Ήταν το μικρότερο από τα τρία παιδιά της οικογένειας. Ψηλός, επιβλητικός και με λεβέντικη κορμοστασιά, ξεχώριζε ανάμεσα στους νέους της περιοχής και θεωρούνταν ένα από τα πιο περιζήτητα παλικάρια του τόπου. Αναζητώντας εργασία, βρέθηκε στον οικισμό Μπουμπουτσέλια, στην ευρύτερη περιοχή της Μονεμβασιάς, όπου εργάστηκε στα κτήματα ενός τοπικού κτηματία. Εκείνος είχε πέντε κόρες και ο νεαρός εργάτης προσπαθούσε να εξασφαλίσει το καθημερινό του μεροκάματο μέσα από τη σκληρή δουλειά της γης. Σύντομα, όμως, η ζωή του συνδέθηκε με την οικογένεια του κτηματία. Δημιούργησε δεσμό με μία από τις κόρες του, τη Ζαφείρω, τη γυναίκα που έμελλε να γίνει η πραγματική γιαγιά του Αλκιβιάδη. Η σχέση αυτή οδήγησε σε γάμο, καθώς οι οικογένειες της εποχής είχαν τον δικό τους αυστηρό τρόπο να αντιμετωπίζουν τέτοιες καταστάσεις. Παντρεύτηκαν τον επόμενο χρόνο. Εκείνη ήταν είκοσι τεσσάρων ετών και εκείνος είκοσι. Από τον γάμο τους γεννήθηκαν δύο αγόρια, που αποτέλεσαν τη συνέχεια της οικογένειας. Ο πρωτότοκος γεννήθηκε το 1924 και ο δεύτερος γιος το 1928, ο Κλέαρχος. Η μητέρα του Κλέαρχου, η γιαγιά Ζαφειρούλα, ήταν μια γυναίκα φιλάσθενη, με εύθραυστη και επισφαλή υγεία. Ο γάμος της, που θα έπρεπε να αποτελέσει ένα νέο ξεκίνημα στη ζωή της, έγινε τελικά άλλη μία πηγή στενοχώριας. Η σχέση τους δεν υπήρξε ευτυχισμένη. Με το πέρασμα του χρόνου, οι δυσκολίες πλήθαιναν και η απόσταση ανάμεσά τους μεγάλωνε. Τα σημάδια ότι ο γάμος τους είχε πληγωθεί βαθιά είχαν ήδη εμφανιστεί. Λίγο μετά τον γάμο τους, ο παππούς δημιούργησε ερωτικό δεσμό με μια νεαρή γειτόνισσα, η οποία είχε συγγενική σχέση εκ πλαγίου με τη Ζαφείρω. Όταν εκείνη το έμαθε, η ζωή της άλλαξε. Ένιωσε προδομένη και ταπεινωμένη. Ξεσπούσε συχνά σε κλάματα και έλεγε πως ποτέ ξανά δεν θα γνώριζε ευτυχία. Δεν μπορούσε πλέον να προσποιείται ότι δεν γνώριζε. Οι συναντήσεις του άντρα της με τη νεαρή γυναίκα ήταν συχνές και η πραγματικότητα είχε γίνει αδύνατο να κρυφτεί. Ο γάμος τους άρχισε να καταρρέει. Παρά τις προσπάθειες της Ζαφείρως να κρατήσει την οικογένεια όρθια και να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις του συζύγου της, εκείνος συχνά εξέφραζε παράπονα, ύψωνε τη φωνή του και την υποτιμούσε ακόμη και μπροστά σε άλλους ανθρώπους. Η κατάσταση αυτή συνεχίστηκε μέχρι το 1931. Τότε ο παππούς εγκατέλειψε τη Ζαφείρω και τα δύο μικρά παιδιά τους και έφυγε προς την περιοχή της Καλαμάτας μαζί με τη νέα του σύντροφο.
 Η φυγή αυτή δεν ήταν μια απλή οικογενειακή ρήξη. Στην κοινωνία εκείνης της εποχής, τέτοιες πράξεις είχαν βαρύ κοινωνικό κόστος. Τα αδέλφια της νεαρής γυναίκας θεωρούσαν ότι είχαν προσβληθεί και, σύμφωνα με τις οικογενειακές αφηγήσεις, απειλούσαν ακόμη και με ακραίες αντιδράσεις. Έτσι, πίσω από την ιστορία δύο ανθρώπων υπήρχε ένας ολόκληρος κόσμος από αυστηρούς κώδικες τιμής, φόβους, πάθη και κοινωνικές πιέσεις. Και πίσω απ’ όλα αυτά έμεινε μια γυναίκα μόνη, με δύο μικρά παιδιά, να σηκώσει το βάρος μιας εγκατάλειψης που δεν είχε επιλέξει.
Η γιαγιά Ζαφείρω δεν είχε γερή κράση. Ήταν μια γυναίκα εύθραυστη και ευάλωτη, και από τη στιγμή που ο σύζυγός της την εγκατέλειψε, ο κόσμος γύρω της άλλαξε.Δεν είχε μόνο να αντιμετωπίσει τη φτώχεια και τις δυσκολίες της καθημερινότητας. Είχε να σηκώσει και το βάρος της μοναξιάς, της προδοσίας και της αγωνίας για τα δύο μικρά της παιδιά. Σιγά-σιγά, ο καημός άρχισε να μαραίνει την ψυχή της. Σαν να ανέβαινε βασανιστικά μια ατέλειωτη ανηφόρα, κουβαλώντας ένα βάρος που ξεπερνούσε τις δυνάμεις της. Το σώμα της ταλαιπωρήθηκε, η υγεία της κλονίστηκε και η εσωτερική της δύναμη άρχισε να υποχωρεί. Οι νύχτες της έγιναν ατέλειωτες. Οι ίδιες σκέψεις επέστρεφαν ξανά και ξανά. Προσευχόταν:
«Θεέ μου, βοήθησε μας. Είναι άδικο.»
Ο πόνος της δεν ακουγόταν στους δρόμους του χωριού. Δεν ήταν ένας θόρυβος που μπορούσαν να ακούσουν οι άλλοι άνθρωποι. Ήταν όμως ένας εσωτερικός θρήνος, ένας πόνος που χτυπούσε μέσα της πιο δυνατά από κάθε κραυγή. Οι μέρες περνούσαν ίδιες μεταξύ τους, με την ίδια αγωνία, την ίδια προσπάθεια να βρει κουράγιο για να συνεχίσει. Μα η φωτιά του καημού έκαιγε τα σωθικά της. Πώς μπορούσε μια γυναίκα μόνη, χωρίς τη στήριξη του άντρα της, με δύο μικρά παιδιά στην αγκαλιά, να αντιμετωπίσει όλες τις ανάγκες της οικογένειας; Εκείνη την εποχή δεν υπήρχαν εύκολες λύσεις, ούτε δίχτυα προστασίας για όσους λύγιζαν κάτω από το βάρος της ζωής. Η αποτυχία του γάμου της άφησε βαθιά σημάδια. Η ψυχή της κουράστηκε και το σώμα της δεν άντεξε. Η Ζαφείρω έφυγε από τη ζωή το 1935, σε ηλικία μόλις τριάντα πέντε ετών, από καρδιακή ανεπάρκεια. Ο θάνατός της έμοιαζε, σε όσους γνώρισαν την ιστορία της, σαν το τελευταίο κεφάλαιο μιας ζωής γεμάτης στερήσεις και πόνο. Ίσως η μεγαλύτερη τραγωδία της δεν ήταν μόνο ότι πέθανε νέα. Ήταν ότι για χρόνια πριν από τον θάνατό της είχε αναγκαστεί να πολεμά καθημερινά για να κρατηθεί όρθια. Και έμεινε πίσω μια μνήμη: μιας γυναίκας που πάλεψε όσο μπορούσε, μέχρι εκεί που της επέτρεψαν οι δυνάμεις της.
Έναν πραγματικό Γολγοθά ανέβηκαν τα δύο μικρά παιδιά από τα πρώτα κιόλας χρόνια της ζωής τους. Ο πατέρας τους είχε φύγει από κοντά τους και η μητέρα τους, η ταλαιπωρημένη Ζαφείρω, είχε φύγει από τη ζωή νικημένη από τις στερήσεις, τον καημό και τις δυσκολίες που δεν μπόρεσε να αντέξει.
Ο Κλέαρχος πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της παιδικής του ηλικίας στο σπίτι της οικογένειας της μητέρας του, στα Μπουμπουτσέλια, μαζί με τον μεγαλύτερο αδελφό του. Εκεί, μετά την εγκατάλειψη από τον πατέρα τους, μεγάλωσαν μέσα σε χρόνια δύσκολα, με στερήσεις και αγωνίες.
Η απουσία του πατέρα και ο θάνατος της μητέρας άφησαν ένα κενό που κανείς δεν μπορούσε εύκολα να καλύψει. Τα δύο παιδιά χρειάστηκε να μεγαλώσουν γρήγορα, μέσα σε μια πραγματικότητα όπου η επιβίωση ήταν καθημερινός αγώνας. Μετά τον θάνατο της Ζαφείρως, ο παππούς του Αλκιβιάδη επέστρεψε στο χωριό, όταν οι έντονες αντιδράσεις και οι κοινωνικές εντάσεις είχαν πλέον κάπως καταλαγιάσει. Εκεί παντρεύτηκε επίσημα τη γυναίκα που είχε επιλέξει, τη Διαμάντω. Η νέα του ζωή εξελίχθηκε διαφορετικά. Σύμφωνα με τις οικογενειακές μαρτυρίες, υπήρξε ένας πιστός σύζυγος και αφοσιωμένος στη νέα του οικογένεια. Με τη Διαμάντω απέκτησε πέντε παιδιά: τρία κορίτσια και δύο αγόρια, τα οποία έγιναν ετεροθαλή αδέλφια του Κλέαρχου. Έτσι, η οικογενειακή ιστορία συνέχισε την πορεία της, κουβαλώντας μαζί της και τις πληγές του παρελθόντος αλλά και νέες αρχές.
Στα χρόνια της Γερμανικής Κατοχής η μοίρα χτύπησε ξανά την οικογένεια. Ο παππούς προσβλήθηκε από φυματίωση. Η αρρώστια άρχισε να απλώνεται μέσα στα πνευμόνια του, όπως η κατσιφάρα που κατεβαίνει πυκνή από τις πλαγιές του βουνού, σκεπάζει τα χωράφια, μπαίνει στα στενά του χωριού και τυλίγει αργά τα πάντα γύρω της. Αργά, ακούραστα και με σταθερό ρυθμό, το κακό προχωρούσε μέσα του. Εκείνα τα χρόνια η φυματίωση ήταν συχνά μια καταδίκη. Δεν υπήρχαν οι θεραπείες που γνωρίζουμε σήμερα και πολλές φορές η οικογένεια έμενε μόνη απέναντι στην αρρώστια. Η γιαγιά Διαμάντω ήταν η μοναδική του συμπαραστάτρια. Τον φρόντιζε σε ένα παλιό, απομονωμένο χαμόσπιτο, σε μια απόμακρη θέση του οικισμού, μέχρι την τελευταία του στιγμή. Το 1942, σε ηλικία μόλις τριάντα οκτώ ετών, έφυγε από τη ζωή. Άφησε πίσω του τη νέα του σύζυγο και επτά παιδιά, το ένα ακόμη στην αγκαλιά της μάνας. Μια οικογένεια που βρέθηκε ξανά αντιμέτωπη με την απώλεια και την ανασφάλεια.
Και σαν να μην έφτανε η αρρώστια και η φτώχεια, η Διαμάντω γνώρισε και την κοινωνική απομόνωση. Η επαφή της με έναν άνθρωπο που έπασχε από φυματίωση προκαλούσε φόβο και καχυποψία στους γύρω της. Όμως εκείνη δεν λύγισε. «Ο κόσμος δουλειά δεν έχει, με τους άλλους ασχολείται. Τα στόματα του κόσμου», έλεγε, «δεν είναι τσουβάλια να τα ράψεις.»
Δεν εγκατέλειψε τον άνθρωπό της. Έφτασε μάλιστα στο σημείο να πουλήσει το καλύτερο αγρόκτημά τους για να βοηθήσει στην αποκατάσταση της υγείας του και κάθε μέρα προσευχόταν, ζητώντας από τον Θεό δύναμη και προστασία για την οικογένειά της.
Η Διαμάντω έμεινε όρθια εκεί που άλλοι ίσως θα είχαν λυγίσει. Και μέσα στην απόλυτη δυσκολία, έγινε το στήριγμα μιας οικογένειας που δοκιμάστηκε σκληρά. Σκηνές αρχαίας τραγωδίας έμοιαζε να ζει αυτή η μάνα με τα ανήλικα παιδιά της. Η ζωή τους είχε μετατραπεί σε μια καθημερινή δοκιμασία, σε έναν αγώνα επιβίωσης μέσα στη φτώχεια, την απώλεια και τη μοναξιά.
Τα αδέλφια της Διαμάντως, που από την αρχή είχαν εκφράσει την έντονη αντίθεσή τους στην επιλογή της, δεν αποδέχθηκαν ποτέ πραγματικά την απόφασή της. Ακόμη κι όταν ο γάμος είχε γίνει και η ζωή είχε προχωρήσει, η σκιά της παλιάς τους αντίδρασης παρέμεινε. Ο σύζυγός της δεν έγινε ποτέ ένα πρόσωπο που να αγκαλιάσουν ως μέλος της οικογένειας. Στις δύσκολες ώρες που ακολούθησαν, όταν η αρρώστια και ο θάνατος χτύπησαν την πόρτα της, η Διαμάντω δεν βρήκε από αυτούς τη στήριξη που ίσως είχε ανάγκη. Δεν υπήρξαν η στοργή, η συμπόνια και η συγχώρεση που θα μπορούσαν να απαλύνουν τον πόνο της. Ήταν όμως και οι καιροί δύσκολοι. Χρόνια σκληρά, που πολλές φορές αγρίευαν τις καρδιές των ανθρώπων και στέγνωναν τα αισθήματα. Η φτώχεια, ο φόβος και η ανάγκη επιβίωσης άφηναν λίγο χώρο για κατανόηση και επιείκεια. Κι όμως, μέσα σε αυτή τη θύελλα, η Διαμάντω στάθηκε όρθια. Σαν φτερό στον άνεμο, που το παρασύρει η μοίρα αλλά δεν χάνει την ύπαρξή του, αυτή η γυναίκα πάλεψε για τα παιδιά της. Δεν είχε μεγάλα όπλα ούτε εύκολες λύσεις. Είχε μόνο τη δύναμη της μάνας, την υπομονή και την αποφασιστικότητα να συνεχίσει. Και ίσως αυτή να ήταν η πραγματική της ηρωική πράξη: όχι μια στιγμή μεγαλείου, αλλά η καθημερινή μάχη να κρατήσει ζωντανή μια οικογένεια που όλα γύρω της προσπαθούσαν να διαλύσουν. Ήταν ακόμη η περίοδος της Κατοχής. Η Ελλάδα ζούσε μέσα στη φτώχεια, την πείνα και την απελπισία. Για τη χήρα Διαμάντω και τα ορφανά παιδιά της δεν είχε απομείνει κανένα ουσιαστικό στήριγμα. Μόνα και άπορα, δεν μπορούσαν να περιμένουν βοήθεια από κρατικές υπηρεσίες ή οργανωμένες δομές προστασίας. Εκείνα τα χρόνια πολλά ορφανά επιβίωναν χάρη στην ενορία, στην καλοσύνη κάποιων γειτόνων ή απλώς στην ανοχή ανθρώπων που τους παραχωρούσαν έναν στάβλο, έναν αχυρώνα, κάποια γωνιά για να περάσουν τη νύχτα. Άλλα πάλι περιπλανιόνταν από οικισμό σε οικισμό, πεινασμένα και εξαθλιωμένα. Με αυτές τις συνθήκες πάλευε και η Διαμάντω. Μια μάνα μόνη, με παιδιά στην αγκαλιά της, προσπαθούσε να κρατήσει όρθια μια οικογένεια που η ζωή είχε χτυπήσει ανελέητα. Κάποια μέρα, σε μια εποχή που το κρύο έκανε ακόμη πιο δύσκολη την καθημερινότητα, εμφανίστηκε στην εμποροπανήγυρη της Ελίκας ένας πραματευτής από τα μέρη της Κορινθίας. Είδε μπροστά του τη μορφή μιας ταλαιπωρημένης χήρας και πληροφορήθηκε την ιστορία της. Άκουσε για τον αγώνα της να μεγαλώσει τα ορφανά παιδιά της, για τις στερήσεις και τις περιπέτειες που περνούσαν καθημερινά. Η καρδιά του μαλάκωσε.
Δεν μπορούσε να της προσφέρει χρήματα ή μια άμεση λύση στα προβλήματά της. Της πρόσφερε όμως κάτι άλλο: μια συμβουλή που ίσως αποδείχθηκε σωτήρια. Της είπε να πάρει τα παιδιά της και να κατηφορίσει προς τη Σκάλα του Ευρώτα, στην εύφορη περιοχή γύρω από τον ποταμό. Εκεί υπήρχαν οι απέραντοι ορυζώνες, όπου οι άνθρωποι μπορούσαν να βρουν δουλειά και, έστω με κόπο, να εξασφαλίσουν ένα πιάτο φαγητό. Ίσως ο πραματευτής, χωρίς να το γνωρίζει, να επαναλάμβανε μια παλιά μορφή λαϊκής αλληλεγγύης που συναντάμε και στη λογοτεχνία μας. Κάτι από τον κόσμο της «Σταχομαζώχτρας» του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη: εκεί όπου μέσα στη μεγάλη φτώχεια, μια μικρή πράξη καλοσύνης μπορεί να γίνει το νήμα που κρατά έναν άνθρωπο δεμένο με τη ζωή.
Η γιαγιά Διαμάντω, σαν την πέρδικα που μαζεύει τα μικρά της κάτω από τις φτερούγες της για να τα προστατεύσει από την καταιγίδα, πήρε τη φαμίλια της και ξεκίνησε για έναν τόπο πιο απάνεμο.
Δεν είχε τίποτα άλλο να κρατήσει στα χέρια της παρά μόνο τα παιδιά της και την ελπίδα πως κάπου αλλού η ζωή ίσως να ήταν λίγο πιο επιεικής μαζί τους. Καμιά φορά ο άνθρωπος πιστεύει πως αλλάζοντας τόπο μπορεί να αλλάξει και τη μοίρα του. Δεν γνωρίζει αν αυτό θα συμβεί, όμως η ανάγκη τον σπρώχνει να προχωρήσει. Γιατί όταν όλα γύρω έχουν γκρεμιστεί, ακόμη και μια μικρή πιθανότητα γίνεται ελπίδα.
Έτσι, η Διαμάντω πήρε τον δρόμο προς τη Σκάλα του Ευρώτα. Εκεί, σε ένα μικρό και φτωχικό καμαράκι, βρήκαν το καταφύγιό τους. Δεν ήταν σπίτι με ανέσεις, ούτε τόπος πλούτου. Ήταν όμως ένας τόπος όπου μπορούσαν να σταθούν ξανά στα πόδια τους.
Εκεί απάγκιασαν.
Εκεί, μέσα στη φτώχεια και στις δυσκολίες, άρχισαν σιγά-σιγά να ριζώνουν ξανά.
Γιατί μερικές φορές οι άνθρωποι δεν χρειάζονται πολλά για να ξεκινήσουν από την αρχή. Χρειάζονται μόνο έναν τόπο να ακουμπήσουν, λίγη ελπίδα και τη δύναμη μιας μάνας που αρνείται να παραδοθεί.
Κάθε γιορτή του Αγίου Μάμα, η γιαγιά Διαμάντω μνημόνευε τον άγνωστο πραματευτή που είχε αλλάξει τη μοίρα της οικογένειας και προσευχόταν υπέρ υγείας του. Δεν τον ξέχασε ποτέ. Ήταν ένας ξένος άνθρωπος που, σε μια στιγμή απόλυτης ανάγκης, είχε απλώσει το χέρι του και είχε δείξει τον δρόμο της επιβίωσης. Ο μεγάλος αδελφός και ο Κλέαρχος όμως δεν την ακολούθησαν. Από τα χρόνια ακόμη που έχασαν τη μητέρα τους, είχαν απομακρυνθεί από την πατρική στέγη και είχαν ανοίξει τα δικά τους φτερά, όχι από επιλογή αλλά από ανάγκη. Περιπλανιόνταν στα χωριά, προσφέροντας παιδική εργασία για να εξασφαλίσουν το καθημερινό τους ψωμί. Ο Κλέαρχος, μικρό παιδί ακόμη στα σκληρά χρόνια της Κατοχής, ουσιαστικά ακολουθούσε τον κατά τέσσερα χρόνια μεγαλύτερο αδελφό του στις περιπλανήσεις τους. Ίσως αυτά τα χρόνια να σημάδεψαν βαθιά τον χαρακτήρα του.
Ο Αλκιβιάδης θυμάται πως ο Κλέαρχος δεν μιλούσε ποτέ για τη νεκρή μητέρα του. Γενικά δεν ήταν άνθρωπος που εξέφραζε εύκολα τα συναισθήματά του. Ό,τι κι αν συνέβαινε μέσα του, έμενε κλεισμένο βαθιά, σαν να φοβόταν πως αν άνοιγε το στόμα του θα ξεχείλιζαν όλα εκείνα που είχε φυλάξει για μια ολόκληρη ζωή.
Ο Αλκιβιάδης δεν θυμάται να είχε ρωτήσει ποτέ τον πατέρα του για τη μητέρα που δεν γνώρισε. Μόνο μια φορά, όταν ήταν ακόμη μικρό παιδί, τον ρώτησε χωρίς να θυμάται ακριβώς την αφορμή:
«Πώς ήταν η γιαγιά;»
Θυμόταν όμως πολύ καθαρά τη στιγμή που ακολούθησε. Ο πατέρας του κοίταξε αλλού. Έμεινε για λίγο σιωπηλός, σαν να αναζήτησε μέσα του μια απάντηση. Ύστερα είπε μόνο:
«Ήταν φιλάσθενη.» Ήταν ένας παράξενος τρόπος να περιγράψεις έναν άνθρωπο.
Όχι τη μητέρα δύο παιδιών. Όχι τη γυναίκα που εγκαταλείφθηκε και πάλεψε όσο μπορούσε. Όχι τη Ζαφείρω με τις χαρές, τις λύπες και τις πληγές της.
Μόνο: «Ήταν φιλάσθενη.»
Και δεν είπε τίποτε περισσότερο.
Μα και το οικογενειακό δέντρο της Ιοκάστης, με τον γενάρχη της οικογένειάς της στον Ζάρακα, έκρυβε τη δική του μυστηριώδη ιστορία.
Ήταν μια μορφή που, όταν έφυγε από τη ζωή, άφησε πίσω του περισσότερα ερωτήματα παρά απαντήσεις. Η σιωπή γύρω από το παρελθόν του γέννησε φήμες, και οι φήμες, όπως συχνά συμβαίνει στους μικρούς τόπους, πέρασαν από στόμα σε στόμα και με τα χρόνια απέκτησαν τη δική τους ζωή.
Οι αφηγήσεις αυτές χάνονταν πίσω στον χρόνο, πριν ακόμη από την εποχή του Ιμπραήμ Πασά και του Κολοκοτρώνη. Κανείς δεν μπορούσε να θυμηθεί με ακρίβεια πότε ακούστηκε για πρώτη φορά αυτή η ιστορία ούτε ποιος την πρωτοδιηγήθηκε.
Μιλούσαν για έναν στιβαρό άνδρα από τις Σπέτσες, που κάποτε αναγκάστηκε να πάρει τον δρόμο του μισεμού. Κουβαλούσε μαζί του ανοιχτούς λογαριασμούς, παλιές αντιπαλότητες και πληγές που δεν είχαν κλείσει στον τόπο του. Κυνηγημένος από τους εχθρούς του, αλλά ίσως και από τον ίδιο του τον εαυτό, εγκατέλειψε την πατρίδα του και ταξίδεψε μέχρι τη θαλάσσια περιοχή της Βλυχάδας στον Ζάρακα. Εκεί έφτασε σαν ξένος σε ξένη γη. Ένας άνθρωπος χωρίς παρελθόν για τους ντόπιους, χωρίς όνομα και χωρίς συγγενείς να τον περιμένουν. Ένας εξόριστος, μοναχικός και φτωχός περιπλανώμενος, που πορευόταν με όσα του πρόσφερε η ζωή. Και όμως, από αυτόν τον άγνωστο άνδρα, σύμφωνα με την οικογενειακή παράδοση, ξεκίνησε μια νέα γενιά.
Ήταν όμορφος άνδρας, με ανοιχτόχρωμα μαλλιά και ζεστό, ηλιοκαμένο δέρμα, σημάδι ανθρώπου που είχε μάθει να ζει κοντά στη φύση και στη θάλασσα.
«Αλβανός είναι», έλεγαν κάποιοι.
«Έλληνας είναι», απαντούσε ο ίδιος.
Και η αλήθεια έμεινε για πάντα κάπου ανάμεσα στις δύο αυτές εκδοχές. Κανείς δεν μπόρεσε ποτέ να ξεχωρίσει τι ήταν πραγματικότητα και τι γεννήθηκε μέσα από τις κουβέντες των ανθρώπων, τις υποψίες και τις φήμες που ταξιδεύουν από γενιά σε γενιά. Ένα πράγμα όμως έμοιαζε βέβαιο: τον είχαν δεμένο αυτά τα χώματα. Γιατί αγάπησε με πάθος τον τόπο και τους ανθρώπους του. Και πάνω απ’ όλα αγάπησε σαν τρελός μια Ζαρακοπούλα. Λένε πως εκείνη την ημέρα, σε ένα ηλιόλουστο απόγευμα, κοριτσόπουλα ανυπόδητα από τα Πιστάματα κατέβαιναν στην αμμουδιά για να πλύνουν τα ρούχα τους, ανάμεσα στα βράχια και στα ήσυχα νερά του πανέμορφου μυχού. Εκεί, μέσα στην απλότητα μιας καθημερινής στιγμής, οι δρόμοι δύο ανθρώπων συναντήθηκαν. Από εκείνη τη στιγμή η ζωή και η μοίρα του άγνωστου ξένου ενώθηκαν αξεχώριστα με τη ζωή και τη μοίρα εκείνου του ασυνήθιστα όμορφου κοριτσιού. Και σαν ήρωες μιας παλιάς αφήγησης, έζησαν ανάμεσα σε δύο κόσμους: τον πραγματικό κόσμο των ανθρώπων, της ανάγκης και της επιβίωσης, αλλά και τον κόσμο της μνήμης, όπου οι ιστορίες μεγαλώνουν, μεταμορφώνονται και αποκτούν τη δύναμη του θρύλου.
Άφησαν πίσω τους ένα θαμπό σύννεφο μυστηρίου, που αιωρείται πάνω από τους απογόνους τους και τους καλεί ακόμη να αναζητήσουν τις ρίζες τους.
.
Η συνέχεια στο...
Click to Open
            (Ο Κλέαρχος).....

Τετάρτη 26 Μαΐου 2021

Daydreams! Sto Vathi Blue tou Okeanou Kai To Skyblue

...Μετά από μια δύσκολη και κοπιαστική ημέρα, έχοντας διασχίσει την ταραγμένη θάλασσα, ο Αλκιβιάδης άφησε έναν βαθύ στεναγμό να δραπετεύσει από τα στήθη του ως λυτρωτική βαλβίδα αποσυμπίεσης. Είναι η στιγμή της απόδρασης
 που το βλέμμα του, τον ταξιδεύει στο βαθύ μπλε του ωκεανού και στον γαλανό ουρανό, εκθέτοντας την ψυχή σε έναν ατέλειωτο ορίζοντα όπου ο χρόνος χάνει τη σημασία του και η φαντασία του γίνεται το μοναδικό του καταφύγιο. Όταν ο νους του ταξιδεύει σε αυτόν τον ατέλειωτο ορίζοντα, οι δείκτες του ρολογιού σταματούν και η πραγματικότητα δίνει τη θέση της σε μια εσωτερική του σιωπή.  Εξουθενωμένος, τεντώθηκε ηδονικά, απελευθερώνοντας την ένταση από την κοπιαστική ημέρα του, σήκωσε το κεφάλι κι άφησε το σπινθηροβόλο, ατίθασο βλέμμα του να πλανηθεί έξω από το μεγάλο φινιστρίνι του γραφείου του.
Στο βάθος του απέραντου ορίζοντα, οι τελευταίες αχτίδες από το φως της μέρας έβαφαν τον χώρο με σκούρες μπλε και μαβιές σκιές. Ήταν το βασίλειο του ωκεάνιου δειλινού, εκείνης της μαγικής, εφήμερης στιγμής που ποτέ δεν πρόλαβε πραγματικά να χαρεί, καθώς η νύχτα καταπίνει τη μέρα με μια ταχύτητα τόσο αμείλικτη, όσο και η ίδια η ροή του χρόνου.
Κατέβασε μια γουλιά απ’ το παλιό κονιάκ με την κεχριμπαρένια όψη και το ευγενικό του άρωμα, περίμενε δυο-τρία λεπτά πριν από τη δεύτερη γουλιά, όπως άρμοζε σε μια τελετουργία μυσταγωγίας, και ύστερα άφησε το ποτήρι του στο τραπέζι. Απλώθηκε στον αναπαυτικό καναπέ του γραφείου του και αφέθηκε στη σιωπή της βαθιάς σκέψης και στη γαλήνη των ονειροπολήσεων του, προκειμένου να ακούσει το μέσα του… την καρδιά του, την ψυχή του… την πεμπτουσία της ύπαρξής του! …Να φέρει ζωή στη ζωή τους!
Σε ελάχιστα λεπτά, η νύχτα θα έπεφτε, βαριά και βελούδινη, στον κόσμο γύρω του. «Καθώς η σιωπή της νύχτας τύλιγε το γραφείο του, οι σκέψεις του Αλκιβιάδη απομακρύνθηκαν από τις σκιές του παρελθόντος και ταξίδεψαν στο αληθινό του λιμάνι, την Ανδρομάχη του και τα παιδιά τους, το αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής του και το θεμέλιο του μέλλοντος τους.
Μέσα στην δυσκολία της ημέρας και την κούραση της πραγματικότητας, η σκέψη του Αλκιβιάδη βρίσκει άγκυρα στην Ανδρομάχη. Μια σχέση που δεν λύγισε, αλλά σφυρηλατήθηκε μέσα στις δυσκολίες. Η βαθιά εμπιστοσύνη και η σιωπηλή επικοινωνία αποτελούν τα θεμέλια μιας σύνδεσης που ξεπερνά τα λόγια, προσφέροντας στον καθένα τους την απόλυτη ασφάλεια. Η αγάπη τους δεν τρέφεται από πρόσκαιρες εντάσεις, αλλά από το σταθερό, ανθεκτικό φως της αμοιβαίας αφοσίωσης και της αληθινής τρυφερότητας. Αυτή η αγάπη ήταν τόσο δυνατή που μπορούσε να επιβιώνει και να αντέχει ακόμα και στην απόσταση. Στην ίδια την απόσταση που, παραδόξως, αντί να φθείρει, συχνά δυνάμωνε και βελτίωνε τη λειτουργία της σχέσης τους, μετατρέποντας τη νοσταλγία σε μια αόρατη, αδιάσπαστη κλωστή που τους κρατούσε πάντα ενωμένους. Βέβαια, η απόσταση πρόσθετε έναν βαθμό δυσκολίας που απαιτούσε αδιάκοπη προσπάθεια και από τις δύο πλευρές, μαζί με ακλόνητη δέσμευση για τη διατήρηση του δεσμού. Ήταν μια διαρκής επένδυση στην εμπιστοσύνη και στη δύναμη του ζευγαριού να ορίσει το κοινό του μέλλον σε μια «δύσκολη πίστα», την οποία όριζε η γεωγραφική απόσταση.
Κι όμως, αυτή ακριβώς η απόσταση λειτουργούσε σαν παράδοξο ελιξήριο, πασπάλιζε τον έρωτά τους με πάθος, ένταση, βαθύ συναίσθημα και τη διαρκή επιβεβαίωση ότι αυτό που μοιράζονταν ήταν μοναδικό. Είναι δύσκολο να οριστεί και ακόμη πιο δύσκολο να μετρηθεί η ευτυχία. Μα αν η ευτυχία είναι πράγματι αυτή η κατάσταση ευφορίας και ψυχοσωματικής ικανοποίησης, τότε ο Αλκιβιάδης, καθισμένος μόνος στο μισοφώτιστο γραφείο του, ένιωθε να τον πλημμυρίζει ολόκληρο. Έκλεισε για μια στιγμή τα μάτια και ταξίδεψε πέρα από τα χιλιόμετρα, ονειρευόμενος πως βρισκόταν ήδη εκεί, τυλιγμένος στη ζεστασιά του σπιτιού τους, στην αγκαλιά όσων αγαπούσε.
Η Ανδρομάχη, με το σώμα της μελιχρό σιρόπι, μετατράπηκε σε μια ναζιάρα γατούλα που κούρνιασε γουργουρίζοντας πρόθυμα μέσα στην αγκαλιά του, απολαμβάνοντας τα χάδια και την αμέριστη προσοχή του συντρόφου της, κι αυτός τη γεύεται άπληστα, σαν το πολυτιμότερο δώρο της ζωής του.
Αγκαλιάστηκαν τρισευτυχισμένοι κι έπειτα ο Αλκιβιάδης, με μια αιφνίδια, παιχνιδιάρικη ορμή, την σήκωσε στον αέρα. Η σωματική τους ρώμη βρισκόταν σε ακμή, η αρτιμέλεια τους ζηλευτή. Ευκίνητος και δυνατός, με την Ανδρομάχη ανάλαφρη στην αγκαλιά του, τη στριφογύρισε με πάθος και την παρέσυρε σ' έναν αυθόρμητο, μεθυστικό στροβιλισμό. Τα πόδια της δεν άγγιζαν πια χάμω, τα χέρια της είχαν τυλιχτεί γύρω από τον λαιμό του, και τα μαλλιά της ανακατεύονταν ατίθασα στον χαρούμενο χορό τους, καθώς ο χρόνος σταματούσε για να τους αφήσει να ζήσουν την απόλυτη, καθαρή ευτυχία.
Ο Αλκιβιάδης φαινόταν να απολαμβάνει το ανεξέλεγκτο κοκκίνισμα του προσώπου της. Χάιδεψε με τον αντίχειρα του τη λεπτή, απαλή επιδερμίδα κάτω από το σαγόνι της.
«Δεν έχω ξαναδεί τέτοια μάτια» της είπε σχεδόν αφηρημένα. «Μου θυμίζουν την πρώτη φορά που αντίκρισα τη Θάλασσα.» Τα ακροδάχτυλα του ακολούθησαν τη γραμμή του σαγονιού της. «Όταν ο άνεμος κυνηγάει τα κύματα μπροστά του, το νερό έχει το ίδιο γκριζοπράσινο που έχουν τώρα τα μάτια σου... κι έπειτα, στο βάθος του ορίζοντα, γίνεται σκούρο γαλάζιο.»
Η Ανδρομάχη μπορούσε μόνο να υποθέσει ότι την περιέπαιζε πάλι. Παίρνοντας μια μεγάλη ανάσα, τον κοίταξε ευτυχισμένη.
«Τι θέλεις από μένα;»
Ο Αλκιβιάδης άργησε να απαντήσει. Τα δάχτυλά του σύρθηκαν μέχρι τον λοβό του αυτιού της, μαλάζοντας τον απαλά. «Θέλω τα μυστικά σου. Και θα τα μάθω, με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο.»
Χωρίς να το συνειδητοποιήσουν, βρέθηκαν ξαφνικά στον καναπέ, αγκαλιασμένοι πάντα. Άρχισαν να φιλιούνται ώσπου τα γέλια τους έγιναν μουρμουρητά κι ασυνάρτητοι ήχοι. Κάποτε, η Ανδρομάχη τραβήχτηκε από την αγκαλιά του και σηκώθηκε όρθια. Στάθηκε στο κέντρο του δωματίου. Η ανάσα της ήταν τραχιά και τα μαλλιά της ανακατεμένα.
«Ε, φτάνει! Σταμάτα το αυτό.»
«Ανδρομάχη!»
Ο Αλκιβιάδης έκανε να σηκωθεί από τον καναπέ ξετρελαμένος μαζί της, αλλά εκείνη τον σταμάτησε, τεντώνοντας τα χέρια στο στήθος του και πισωπάτησε.
« Όχι, Αλκιβιάδη, άκουσέ με.»
Ο Αλκιβιάδης έχει περίσσεια αδρεναλίνης και την εκλιπαρεί με το βλέμμα του να μη του αρνηθεί, ζητιανεύοντας ψήγματα στοργής.
«Κοίτα, Αλκιβιάδη… Το ξέρεις πόσο θέλω να… Μα είναι η ώρα που όπου να 'ναι έρχονται τα λατρεμένα βλαστάρια μας. Τα φέρνει ο παππούς από το σχολείο τους… Καταλαβαίνεις!»
Ο Αλκιβιάδης χαμογέλασε.
« Μάλιστα,» είπε και σηκώθηκε.
Πήγε ως το παράθυρο και κοίταξε έξω. Την ένιωσε που ήρθε και τον αγκάλιασε από πίσω, την ένιωσε να σφίγγεται πάνω του σαν να ζητούσε προστασία και συμπαράσταση. Γύρισε και την πήρε στην αγκαλιά του. Την αγαπούσε. Την αγαπούσε πολύ. Οκτώ χρόνια ήταν μαζί και ήξερε ότι ταίριαζαν οι δυο τους. Του άρεσε αυτό το κορίτσι από την πρώτη στιγμή· ήταν καλή πάστα ανθρώπου. Δεν κοιτούσε μόνο το συμφέρον της, ήταν γεμάτη αισθήματα και αισιοδοξία, της άρεσε να προσφέρει δίχως να περιμένει ανταμοιβή. Περνούσαν καλά οι δυο τους κι αυτό με τον καιρό τους είχε δέσει αρμονικά. Όμως ακόμα και στις αντιπαραθέσεις τους, ο καβγάς έβρισκε διέξοδο. Ξεθύμαιναν εύκολα. Άφηναν κατά μέρος τους εγωισμούς και έψαχναν για πιθανές λύσεις. Ξεκίνησε και πήγε στην πόρτα εξόδου. Σταμάτησε στο κατώφλι και κοίταξε πίσω του. Συμφιλιώνεται, ενώ ο πόθος του καταλάγιαζε αργά-αργά στα μάτια του... Υπακούοντας με καρτερία στην έκκληση της.
« Εντάξει! Προφανώς φοβάσαι πως αν συνεχίσω, δε θα καταφέρεις να ελέγξεις τον πόθο σου για μένα,» της είπε με ένα πονηρό, τρυφερό χαμόγελο.
Με πλατύ χαμόγελο, γελαστά μάτια και ένα ρόδινο χρώμα που έβαψε το πρόσωπο της, οι καθάριες γκρίζες ίριδες των ματιών της είχαν τώρα πινελιές στο πράσινο χρώμα του ωκεανού.
«Είσαι ένα άσωτο κάθαρμα, ένας ασυνείδητος παλιάνθρωπος, ένας...»
Εκείνος την κοίταξε πειρακτικά και άφησε το βλέμμα του να χρονοτριβήσει στη λυγερή, όμορφη σιλουέτα της. «Μην ξεχάσεις το «ακόλαστος μουρντάρης», της είπε, απολαμβάνοντας διαστροφικά να την ενοχλεί. «Διαφωνούμε συνεχώς. Δεν αντέχουμε ο ένας τον άλλον. Λες και είμαστε παντρεμένοι.» ...και βγήκε προτού εκείνη βρει κάτι να του πετάξει!
Ο Αλκιβιάδης βυθίζεται απολαυστικά στη μαγεία μιας τελευταίας ονειροπόλησης… Είναι στη στιγμή που τίποτα δεν τον βιάζει… που δεν έχει βιασύνη για τίποτα μέσα του… είναι στη στιγμή που ονειρεύεται τόσο ζωντανά πως αγκαλιάζει αυτούς που αγαπά, αυτούς στους οποίους είναι δοσμένος ολοκληρωτικά! Την Ανδρομάχη του που, με την τρυφερότητα και την αγάπη της μάνας, κρατά απ’ το χέρι τα λατρευτά βλαστάρια τους.
Το βράδυ τον βρήκε χωμένο στην πολυθρόνα του γραφείου του, κρατώντας το ποτήρι με το κονιάκ. Αν και αργά, συνεχίζει να ατενίζει τη θάλασσα που άλλαζε χρώμα, παίρνοντας τις μυστηριώδεις αποχρώσεις της νύχτας. Πόσο τον ηρεμούσε η γαλήνη της θάλασσας! Η μουσική από το CD του Αντρέα Μποτσέλι, «Best Songs Of Andrea Bocelli», στους ήχους του «Can't Help Falling In Love», ήταν για αυτόν πηγή έμπνευσης. Ο Αλκιβιάδης βυθίζεται απολαυστικά στη μαγεία μιας τελευταίας ονειροπόλησης… Είναι στη στιγμή που τίποτα δεν τον βιάζει… που δεν έχει βιασύνη για τίποτα μέσα του… είναι στη στιγμή που ονειρεύεται τόσο ζωντανά πως αγκαλιάζει αυτούς που αγαπά, αυτούς στους οποίους είναι δοσμένος ολοκληρωτικά! Την Ανδρομάχη του που, με την τρυφερότητα και την αγάπη της μάνας, κρατά απ’ το χέρι τα λατρευτά βλαστάρια τους. Οι αναμνήσεις χαϊδεύουν τα σφαλισμένα του μάτια και του υπόσχονται σύντομα έναν βαθύ, γλυκό ύπνο, που θα συνεχίσει να τον ταξιδεύει στον μαγικό κόσμο των ονείρων. Και όταν βυθίστηκε τελικά στον ύπνο, το όνειρο έγινε η όμορφη παλίρροια που έφτασε ως την Ανδρομάχη του και τα παιδιά τους. Τους αγαπούσε με μια μεγάλη ένταση που τον πλημμυρίζει, κι αυτή η πλημμύρα της αγάπης γεμίζει την ψυχή του από χαρά κι αγαλλίαση. Κι ας μην τους το έλεγε ίσως τόσο συχνά, όσο το ψιθύριζε στον ίδιο του τον εαυτό! Τώρα ήξερε. Θα τους το έλεγε από εδώ και πέρα. Θα τους το έλεγε σ’ όλη τους τη ζωή από εδώ και πέρα.

Click to OpenAndrea Bocelli .....

Σάββατο 24 Απριλίου 2021

From ULCC: Steam Tanker to SD14 (Ax auto to atimo to Jim Beam)

..Από το ULCC στο SD14
Είμαστε στα τέλη της άνοιξης, αρχές καλοκαιριού του 1981. Ταξιδεύω με πτήση της KLM, από την Αθήνα για το Κάιρο, με τελικό προορισμό το Suez, προκειμένου να επιβιβαστώ σε ένα φορτηγό πλοίο και να ναυτολογηθώ ως Β΄ Μηχανικός. Το πλοίο ήταν ένα SD14, κατασκευασμένο στα ναυπηγεία του Σάουθαμπτον, στην Αγγλία. Ένα από τα χαρακτηριστικά φορτηγά πλοία της εποχής, που έμελλε να αποτελέσει ακόμη έναν σταθμό στη δική μου ναυτική διαδρομή.
Στο διπλανό κάθισμα ταξίδευε ένας Έλληνας ασυρματιστής, ο οποίος, όπως μου συστήθηκε, καταγόταν από την Κέρκυρα. Κι εκείνος είχε προορισμό το Suez, για ναυτολόγηση σε πλοίο, αν θυμάμαι καλά, της εταιρείας του Ωνάση.
Δύο Έλληνες ναυτικοί, άγνωστοι μέχρι εκείνη τη στιγμή μεταξύ τους, ταξίδευαν προς τον ίδιο προορισμό. Ο καθένας με τον δικό του προορισμό πάνω στη θάλασσα, χωρίς να γνωρίζει ακόμη τι θα του επιφύλασσε το επόμενο μπάρκο.Ήταν το 1981. Μια εποχή που ο ναυτικός έφευγε από την Ελλάδα με μια βαλίτσα στο χέρι, το ναυτικό φυλλάδιο στην τσέπη και το βλέμμα στραμμένο προς ένα λιμάνι κάπου στον κόσμο.
Κάποια στιγμή, πάνω από τον αεροδιάδρομο μεταξύ Ρόδου και Κύπρου, άρχισαν ισχυρές αναταράξεις. Το αεροπλάνο πήγαινε σαν βάρκα, πότε πάνω και πότε κάτω. Είχαμε πέσει σε «κενό αέρος». Εκείνες τις στιγμές αισθανόμουν πως το αεροπλάνο βρισκόταν σε ελεύθερη πτώση. Το στομάχι μου είχε γίνει κόμπος και, όσο κι αν προσπαθούσα να διατηρήσω την ψυχραιμία μου, η αίσθηση του κινδύνου ήταν έντονη.
Όταν, κάποια στιγμή, οι αναταράξεις ηρέμησαν και ένιωθα ήδη καλύτερα, η έκπληξη ήρθε από τον συνεπιβάτη μου. στο απέναντι κάθισμα του διαδρόμου. Τότε ήταν που ο συνάδελφος ασυρματιστής 
βρήκε την ευκαιρία να μου μιλήσει για μια άλλη, πολύ πιο οδυνηρή πτήση της ζωής του.
Μου διηγήθηκε πως, δέκα χρόνια νωρίτερα, είχε ταξιδέψει με αεροσκάφος της Ολυμπιακής Αεροπορίας, το οποίο είχε απογειωθεί από το αεροδρόμιο  «Ιωάννης Καποδίστριας» της Κέρκυρας με προορισμό την Αθήνα. Το αεροσκάφος, όμως, δεν κατόρθωσε ποτέ να προσγειωθεί ομαλά. Κατέπεσε στη θάλασσα, σε απόσταση περίπου πέντε χιλιομέτρων από το αεροδρόμιο του Ελληνικού, στη θαλάσσια περιοχή της Βούλας, κοντά στο θεραπευτήριο του ΠΙΚΠΑ, όπου και συνετρίβη.
Τριάντα επτά ήταν τα θύματα εκείνου του τραγικού αεροπορικού δυστυχήματος. Οι διασωθέντες ήταν δεκαέξι. Και ανάμεσα στους δεκαέξι ήταν και ο τολμηρός συνεπιβάτης μου.
Τον κοίταξα με μια διαφορετική ματιά. Λίγα λεπτά νωρίτερα, οι αναταράξεις με είχαν κάνει να αισθανθώ ότι το αεροπλάνο έπεφτε στο κενό. Κι εκείνος, καθισμένος εκεί απέναντι μου, είχε ήδη γνωρίσει από πρώτο χέρι τι σημαίνει να βρίσκεσαι μέσα σε ένα αεροσκάφος που πραγματικά πέφτει.
Είχαν περάσει δέκα χρόνια από τότε. Κι όμως, εκείνη τη στιγμή, πάνω από το Αιγαίο, η μνήμη του τραγικού εκείνου ταξιδιού είχε επιστρέψει ξανά στη ζωή του. Μου εξομολογήθηκε ότι τη ζωή του την χρωστά, κατά κύριο λόγο, στην ψύχραιμη αεροσυνοδό, η οποία τον πέταξε έγκαιρα, ούτε ο ίδιος κατάλαβε πως, από την έξοδο κινδύνου στη θάλασσα. Αυτό μόνο θυμάται…
Εγώ είχα χάσει τη φωνή μου από την έκπληξη και το έντονο συναίσθημα. Με άφησε άναυδο το θάρρος του να ξαναταξιδεύει με αεροπλάνο, ύστερα από μια τέτοια εμπειρία. Βλέποντας, μάλιστα, πως συνέχιζα να κοιτάζω επίμονα τα φτερά του αεροπλάνου, που ακόμη δεν είχαν σταματήσει εντελώς να ταλαντεύονται, θέλησε να εκλογικεύσει τους φόβους μου. Βάλθηκε, λοιπόν, να με καθησυχάσει:
«Νεαρέ μου, η γνώση νικάει τον φόβο!» Έκανε μια μικρή παύση και συνέχισε, βλέποντας πως εξακολουθούσα να κοιτάζω έξω από το παράθυρο. «Πρώτον, δεν υπάρχουν «κενά αέρος» στην ατμόσφαιρα. Αυτό που οι περισσότεροι χαρακτηρίζουν έτσι είναι καθοδικά ρεύματα αέρα, τα οποία μπορεί να είναι ισχυρότερα από την ανυψωτική δύναμη του αεροσκάφους. Η είσοδος του αεροσκάφους σε ένα τέτοιο ρεύμα προκαλεί μια απότομη καθοδική κίνηση, η οποία στους επιβαίνοντες δημιουργεί την αίσθηση της πτώσης. Έπειτα, σαν να ήθελε να μου αποδείξει ότι δεν υπήρχε κανένας λόγος να φοβάμαι, πρόσθεσε. «Τα αεροσκάφη είναι φτιαγμένα για να αντέχουν σε κάτι τέτοιο. Φαντάσου ότι το φτερό που κοιτάς με τόση αγωνία έχει τη δυνατότητα να λυγίσει μέχρι και έξι μέτρα χωρίς να σπάσει!
Τον άκουγα σιωπηλός.
«Και κάτι ακόμη, νεαρέ μου. Η πιθανότητα να πεθάνει κανείς σε αεροπορικό δυστύχημα κατά τη διάρκεια μιας συνηθισμένης πτήσης είναι μία στα έντεκα εκατομμύρια. Με άλλα λόγια, η πιθανότητα να πάθεις καρδιακή προσβολή μέσα στην καμπίνα του αεροπλάνου είναι οκτώ φορές μεγαλύτερη!
Χαμογέλασε. «Γι’ αυτό σου λέω… η γνώση νικάει τον φόβο!»
Κοίταξα ξανά το φτερό. Για πρώτη φορά, δεν μου φάνηκε τόσο εύθραυστο.
Ταυτόχρονα, επιδέξια, γύρισε τη συζήτηση σε προσωπικές ερωτήσεις. Μου έδωσε την αίσθηση πως ήθελε να αποφύγει οποιαδήποτε περαιτέρω αναφορά στο δυστύχημα. Το κατάλαβα και το σεβάστηκα.
Πλέον, η συζήτησή μας περιστράφηκε γύρω από τα επαγγελματικά μας.
Εκείνος βρισκόταν κοντά στη συνταξιοδότηση. Υπολόγιζε πως θα έκανε ακόμη ένα-δυο μπάρκα και ύστερα θα κατέθετε την υπηρεσία του.
Εγώ τον πληροφόρησα πως ήμουν έτοιμος να αποκτήσω το δίπλωμα Μηχανικού Α΄ Τάξης. Επειδή όμως μέχρι τότε η υπηρεσία μου αφορούσε μεγάλα πετρελαιοφόρα, κινούμενα με ατμό, είχα αποφασίσει να αλλάξω παραστάσεις πριν από την απόκτηση του διπλώματος. Γι’ αυτό και τώρα ταξίδευα προς το Suez, με σκοπό να  ναυτολογηθώ σε ένα ντιζελοκίνητο φορτηγό πλοίο και συγκεκριμένα σ’ ένα SD14.
Ήταν η σειρά του να με κοιτάξει με περιέργεια. «Μεγάλη αλλαγή,» μου είπε. Και ύστερα, σαν να ήθελε να υπογραμμίσει το μέγεθος της απόφασης. «Από τους γίγαντες των 300.000 deadweight, σ’ ένα πλοίο 14.000 deadweight!
«Όντως… Τουλάχιστον, ελπίζω να ’ναι ενδιαφέρουσα η αλλαγή.» Περισσότερο το τόνισα στον εαυτό μου παρά του απάντησα. Δεν μπορούσα ακόμη να γνωρίζω πως αυτή η «μεγάλη αλλαγή» δεν θα ήταν απλώς μια αλλαγή πλοίου, μηχανής και μεγέθους. Θα ήταν ένα διαφορετικό κεφάλαιο στη θάλασσα.
Στη συνέχεια, κάποια στιγμή, πέσαμε πάλι σε μικρές αναταράξεις, λες και περνούσαμε πάνω από μικρά, κοφτά κύματα. Έριξα τελείως πίσω το κάθισμά μου, γύρισα στο πλάι και, με προσεκτική, κατευναστική φωνή, παρουσίασα χαμηλόφωνα τα στατιστικά δεδομένα στη γυναίκα που καθόταν δίπλα στο παράθυρο και, τρέμοντας από φόβο, αδημονούσε να τελειώσει το ταξίδι.
«Βεβαίως, οι στατιστικές δεν βοηθούν όταν φοβάστε, πρόσθεσα. Σας το λέω μόνο γιατί ξέρω τι περνάτε.»
Η γυναίκα, που μέχρι εκείνη τη στιγμή είχε το βλέμμα της καρφωμένο έξω από το παράθυρο, γύρισε και με κοίταξε, σαν να ανακάλυπτε μόλις εκείνη τη στιγμή ότι κάποιος καθόταν δίπλα της.
«Σας ευχαριστώ,» είπε. Έκανε μια προσπάθεια να χαμογελάσει και ύστερα ξαναγύρισε προς το παράθυρο. Ακούμπησε το μέτωπό της πάνω στο τζάμι, σαν να ήθελε να κρύψει τον φόβο της.
Τέλος πάντων, εγώ το καθήκον μου το είχα κάνει. «Με συγχωρείτε,« είπα. «Δεν είχα πρόθεση να σας
ενοχλήσω.»
Γύρισε ελάχιστα το σώμα της προς το μέρος μου. «Όχι, μη ζητάτε συγγνώμη. Είναι ωραίο που υπάρχουν ακόμη άνθρωποι που νοιάζονται. Έστω κι ελάχιστοι. Συνήθως μας τρομοκρατεί οτιδήποτε στενάχωρο και θλιβερό.»
«Έχετε δίκιο,» της απάντησα. και προς μεγάλη μου χαρά, εκείνη ακριβώς τη στιγμή είχα μόλις βρει έναν σταθμό με rock μουσική. 
Ετοιμαζόμουν να φορέσω τα ακουστικά μου, όταν άναψε το φωτάκι με την ένδειξη «Προσδεθείτε».
Μια αεροσυνοδός ήρθε και έλεγξε τις ζώνες μας, καθώς πλησιάζαμε στην προσγείωση και εγώ έμεινα με τα ακουστικά στα χέρια.
Η πτήση πλησίαζε στο τέλος της. Φθάνοντας στο Κάιρο, τον καθένα μας τον παρέλαβε ο πράκτορας του. Χωρίσαμε και έκτοτε δεν συναπαντηθήκαμε ξανά. Τον θυμόμουν, όμως, κάθε φορά που ταξίδευα με αεροπλάνο και πέφταμε σε αναταράξεις.
Ευαγγέλιο μου έμειναν τα λόγια του: «Νεαρέ μου, η γνώση νικάει τον φόβο!» Και αμέσως μετά, σαν να ήθελε να μου αφήσει ένα μάθημα που θα κουβαλούσα μαζί μου. «Και να γνωρίζεις: δεν υπάρχουν κενά στην ατμόσφαιρα. Αυτό που οι περισσότεροι χαρακτηρίζουν έτσι είναι καθοδικά ρεύματα αέρα, τα οποία είναι ισχυρότερα από την ανυψωτική δύναμη του αεροσκάφους.»
Ίσως να μην θυμάμαι σήμερα το όνομά του. Θυμάμαι όμως τη φωνή του. Και, κυρίως, θυμάμαι εκείνη τη φράση: «Η γνώση νικάει τον φόβο.» Μια φράση που ξεκίνησε από μια αναταραχή πάνω από το Αιγαίο και, χωρίς να το γνωρίζει ο ίδιος, έμεινε μαζί μου για πολλά χρόνια.
Στο πλοίο συνάντησα τον Πρώτο Μηχανικό, με τον οποίο είχαμε ήδη γνωριστεί από παλιά και μας συνέδεε οικογενειακή φιλία. Ο Πρώτος, όταν δεν ταξίδευε, εκτελούσε ταυτόχρονα και χρέη Αρχιμηχανικού στην εταιρεία, η οποία, να σημειώσω, ήταν οικογενειακή.
Το πλοίο ήταν ναυλωμένο από την Άπω Ανατολή, με προορισμό ευρωπαϊκούς λιμένες εκφόρτωσης. Στη συνέχεια είχαμε ναύλο από τις Κάτω Χώρες για λιμένες της ανατολικής ακτής των Ηνωμένων Πολιτειών. Γενικά, τα ταξίδια μας ήταν πολύ καλά, με ήρεμες θάλασσες και χωρίς ιδιαίτερα απρόοπτα.
Πλοίαρχος στο πλοίο ήταν ο μεγαλύτερος αδελφός του Πρώτου Μηχανικού, ένας αψύς Μανιάτης της Μεσσηνιακής Μάνης. Μια λεβέντικη καρδιά.
Έλεγε αυτό που ένιωθε και αυτό που σκεφτόταν, χωρίς περιστροφές. Ντόμπρος άνθρωπος, με κατανόηση και ειλικρίνεια απέναντι σου. Από εκείνους τους ανθρώπους που ήξερες πάντοτε πού στέκονταν και τι είχαν μέσα τους. Το πλήρωμα αποτελείτο, ως επί το πλείστον, από Μανιάτες και Βατικιώτες, με λίγες εξαιρέσεις. Μία από αυτές ήταν ο Γραμματικός του πλοίου, με 
καταγωγή από την Κεφαλλονιά. Πολιτικός πρόσφυγας στην Πολωνία, από τη ζοφερή περίοδο του Εμφυλίου Πολέμου, είχε παραμείνει εκεί και διέμενε ακόμη στην Πολωνία.Ο καπετάν Γεράσιμος ήταν μια ανεκτίμητη μονάδα του Εμπορικού μας Ναυτικού. Οι γνώσεις του στη ναυσιπλοΐα, αλλά και στην πρακτική των φορτώσεων και εκφορτώσεων των πλοίων, ήταν πραγματικά εντυπωσιακές. Είχε γνώσεις που έμοιαζαν με πανεπιστημιακή εγκυκλοπαίδεια της ναυτικής τέχνης. Μιλούσε και διαχειριζόταν τουλάχιστον έξι γλώσσες. Κι όμως, είχε ένα καημό: πίστευε πως δεν τα κατάφερνε όσο ικανοποιητικά 
θα ήθελε στα γαλλικά. Ήταν από εκείνους τους ναυτικούς που, όσο περισσότερο γνώριζαν, τόσο περισσότερο αντιλαμβάνονταν πόσα ακόμη υπήρχαν να μάθουν. Και ο καπετάν Γεράσιμος ανήκε σ' αυτή την κατηγορία.
Η αφεντιά μου, σε προσωπικό επίπεδο, από τις ανέσεις ενδιαίτησης των γιγάντιων ULCC βρέθηκα ξαφνικά στριμωγμένος σε μια μικρή καμπίνα του SD14, με ένα υποτυπώδες γραφείο και κοινόχρηστα λουτρά. Η πρώτη μου αίσθηση ήταν πως είχα ξεστρατίσει. Σαν κάτι να μου είχαν πάρει από τον πολιτισμό μου. Όμως, σε αντιστάθμισμα, άρχισα να αντιλαμβάνομαι κάτι εντελώς διαφορετικό.Ένιωθα πολύ πιο ήρεμος και χαλαρός. Και, κυρίως, ο χρόνος έμοιαζε να κυλά διαφορετικά. Πιο αργά. Με μικρότερες ταχύτητες. Σαν να είχε αλλάξει ο ρυθμός της ίδιας της ζωής. Στους γίγαντες των ULCC υπήρχε το μέγεθος, η ισχύς, η άνεση, η αίσθηση ενός ολόκληρου πλωτού εργοστασίου. Εδώ, στο μικρότερο SD14, όλα ήταν πιο περιορισμένα, πιο απλά, πιο κοντά στον άνθρωπο.
Κι όμως, μέσα σε αυτή την απλότητα, ανακάλυπτα μια ηρεμία που δεν την περίμενα. Γενικά, ήταν μια νέα εμπειρία. Και, παρά τις διαφορές, δεν είχα κανένα παράπονο.
Τελειώνοντας την εκφόρτωση στους λιμένες της ανατολικής ακτής, αρμενίζουμε νότια-νοτιοδυτικά, με προορισμό το λιμάνι του Χιούστον, στο νοτιοανατολικό άκρο της πολιτείας του Τέξας. Το Χιούστον, ένας από τους σημαντικότερους λιμένες των Ηνωμένων Πολιτειών, ήταν ο επόμενος σταθμός μας. Εκεί φορτώσαμε πρώτες ύλες για την πετροχημική βιομηχανία και αναχωρήσαμε στα τέλη Αυγούστου, με προορισμό τον λιμένα της Σαγκάης στην Κίνα. Το ταξίδι αυτό αποτέλεσε για μένα μια πρωτόγνωρη εμπειρία. Για πρώτη φορά θα διέσχιζα τη Διώρυγα του Παναμά, τον περίφημο τεχνητό υδάτινο δρόμο που ενώνει τον Ατλαντικό με τον Ειρηνικό Ωκεανό.
Η διώρυγα, μήκους περίπου 82 χιλιομέτρων, αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα τεχνικά έργα που δημιούργησε ο άνθρωπος και έναν από τους σημαντικότερους θαλάσσιους δρόμους του κόσμου. Τα πλοία, μέσα από ένα σύστημα δεξαμενών και θυροφραγμάτων, ανυψώνονται περίπου 26 μέτρα πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας, στο επίπεδο της τεχνητής λίμνης Gatún, και στη συνέχεια κατεβαίνουν ξανά στο επίπεδο της θάλασσας, στην άλλη πλευρά της διώρυγας. Για έναν μηχανικό της θάλασσας, η διέλευση ενός τέτοιου έργου δεν μπορούσε παρά να είναι μια ξεχωριστή εμπειρία.
Όταν αφήσαμε πίσω μας τη Διώρυγα του Παναμά και βγήκαμε στον Ειρηνικό, άνοιγε μπροστά μας ένας τεράστιος θαλάσσιος ορίζοντας. Ο ανθυποπλοίαρχος, με εντολή του πλοιάρχου, ανέλαβε να σχεδιάσει τον ορθοδρομικό πλου του πλοίου, δηλαδή την ελάχιστη δυνατή διαδρομή, από τον Παναμά μέχρι τον λιμένα προορισμού, τη Σαγκάη.
Ο πλους χαράχθηκε στον γνωμονικό ναυτικό χάρτη. Κοιτούσα τη γραμμή που ένωνε τον Παναμά με τη Σαγκάη και συνειδητοποιούσα το μέγεθος της διαδρομής που είχαμε μπροστά μας. Από τον Ατλαντικό στον Ειρηνικό. Και από εκεί, διασχίζοντας έναν ολόκληρο ωκεανό, μέχρι την Άπω Ανατολή.
Για μένα, το SD14 δεν ήταν πλέον απλώς μια αλλαγή από τους γίγαντες των ULCC. Είχε αρχίσει να γίνεται το πλοίο με το οποίο θα γνώριζα έναν διαφορετικό κόσμο.
Αρχές φθινοπώρου μας βρίσκουν να ταξιδεύουμε στην ωκεάνια διαδρομή, νοτιοανατολικά της Ιαπωνίας, όταν το δελτίο καιρού μας πληροφορεί πως νοτιότερα της πορείας μας η περιοχή σαρώνεται από μια ισχυρή τροπική καταιγίδα. Η «Λόλα».
Έχοντας ήδη σπείρει την καταστροφή στις Φιλιππίνες, η τροπική καταιγίδα «Λόλα» είχε πλήξει και τις ανατολικές ακτές της Φορμόζας, με πανίσχυρους ανέμους και τεράστια κύματα. Η ισχύς της είχε εξασθενήσει, όμως τα μετεωρολογικά δελτία προειδοποιούσαν πως, καθώς θα κινούνταν βόρεια, υπήρχε πιθανότητα να ενισχυθεί και πάλι σε τυφώνα,  προσεγγίζοντας τις ανατολικές ακτές της Ιαπωνίας. Οι προβλέψεις έδειχναν πως, πλησιάζοντας τις ακτές, θα έχανε μέρος της ισχύος της. Παρ’ όλα αυτά, παρέμενε επικίνδυνη, με ριπές ανέμου που έφθαναν τα 120 χιλιόμετρα την ώρα.
Ο πλοίαρχος αποφάσισε να ελαττώσουμε την ταχύτητά μας στο ελάχιστο. Θα περιμέναμε. Η τελική πορεία της καταιγίδας, αλλά και η αναμενόμενη εξασθένηση της, θα καθόριζαν τη συνέχεια του ταξιδιού μας. Το ζητούμενο ήταν απλό. Να αποφύγουμε οποιοδήποτε δυσάρεστο ενδεχόμενο και, κυρίως, να μη βρεθούμε στην πορεία του τυφώνα. Για τρεις ημέρες το πλοίο έμεινε ουσιαστικά σε αναμονή. Ένας ωκεανός ολόκληρος γύρω μας και εμείς, με τις μηχανές στο ελάχιστο, περιμέναμε τον καιρό να αποφασίσει για λογαριασμό μας. Τελικά, η καταιγίδα εξασθένησε. Ο κίνδυνος απομακρύνθηκε και ο πλοίαρχος έδωσε εντολή να επανέλθουμε στην κανονική μας ταχύτητα.
Το SD14 ξαναπήρε τον δρόμο του προς τον τελικό προορισμό. Η Σαγκάη μας περίμενε.
Το λιμάνι της Σαγκάης βρίσκεται στις εκβολές του ποταμού Γιανγκτσέ, με τη Θάλασσα της Ανατολικής Κίνας στα ανατολικά και τον Κόλπο του Χανγκτσόου στα νότια. Η Σαγκάη ήταν ήδη τότε μια τεράστια και πολυσύχναστη κινεζική μεγαλούπολη, σημαντικό οικονομικό κέντρο και ένα από τα μεγαλύτερα λιμάνια της χώρας.Το αποικιακό παρελθόν της ήταν έκδηλο σε κάθε γωνιά της και συνυπήρχε με το προφίλ μιας πόλης που διαρκώς αναπτυσσόταν. Παλιά κτίρια και ιστορικές συνοικίες δίπλα σε σύγχρονες κατασκευές, πελώριους ουρανοξύστες και τεράστια πολυκαταστήματα. Για μένα, η Σαγκάη ήταν ένας ακόμη καινούργιος κόσμος. Στην Κίνα πραγματοποιήθηκε και η αντικατάσταση της Επιστασίας του Μηχανοστασίου. Ο Πρώτος Μηχανικός, πριν αναχωρήσει από το πλοίο, με φώναξε ιδιαιτέρως στο γραφείο του.
«Θέλω να σου ζητήσω κάτι. Να προσέχεις και να μην τον στεναχωρείς». Κατάλαβα αμέσως πως αναφερόταν , τον αδελφό του τον πλοίαρχο.
 Έχει και κάποιο μικρό πρόβλημα με την καρδιά του…Έκανε μια μικρή παύση και με κοίταξε στα μάτια. «Βλέπω ότι ταιριάζετε. Αλλά στο λέω γιατί, ώρες-ώρες, είστε αγύριστα κεφάλια και οι δυο σας.» Χαμογέλασα.
«Και κάτι ακόμη. Αφήνω το μηχανοστάσιο στα χέρια σου. Ό,τι χρειαστείς, είμαι στη διάθεσή σου.
Τον κοίταξα λίγο απορημένος. «Εντάξει, δεν έχω κάποια αντίρρηση. Αλλά αυτό με το «μηχανοστάσιο στα χέρια σου» μου ακούγεται κάπως… παράταιρο.
Με κοίταξε με εκείνο το βλέμμα που είχε ο άνθρωπος που ήξερε ήδη περισσότερα απ’ όσα έλεγε.
«Έξυπνος είσαι. Ξέρεις εσύ πώς να το χειριστείς.» Και κάπως έτσι, χωρίς τυμπανοκρουσίες και χωρίς επίσημες παραδόσεις, βρέθηκα να έχω στα χέρια μου κάτι περισσότερο από μια θέση στο μηχανοστάσιο. Είχα την ευθύνη του.
Τελειώνει η εκφόρτωση και το πλοίο είναι πλέον ελεύθερο από φορτίο, χωρίς ναύλο και άμεσα διαθέσιμο στη ναυλαγορά. Μένουμε περίπου είκοσι ημέρες αρόδο, ανοικτά των ακτών, στο αγκυροβόλιο της Σαγκάης, περιμένοντας να βρεθεί ο κατάλληλος ναύλος. Ο νέος μας Πρώτος Μηχανικός ήταν ένας χαμηλών τόνων άνθρωπος, ευγενικός, με καταγωγή από κάποιο νησί των Κυκλάδων. Απλώς, ήταν μεγαλύτερης ηλικίας και ανήκε στην παλιά σχολή των μηχανικών, εκείνων που κάθε καινούργια τεχνολογία τους φαινόταν κάπως δύσκολη στην αποδοχή και στην εφαρμογή της.
Κι εκείνος, από την πρώτη στιγμή, μου τόνισε. « Το μηχανοστάσιο είναι στα χέρια σου.» Ήταν ήδη η δεύτερη φορά που άκουγα την ίδια φράση. Με τον καιρό, πάντως, αποδείχθηκε πως είχαμε μια πολύ καλή συνεργασία. Ο καθένας ήξερε τον ρόλο του και, κυρίως, υπήρχε αμοιβαίος σεβασμός.
Στο αγκυροβόλιο της Σαγκάης εφοδιαστήκαμε με καύσιμα. Όταν ο πράκτορας μας έδωσε τα απαραίτητα έγγραφα και τα πιστοποιητικά των καυσίμων, η πλούσια εμπειρία που είχα αποκτήσει στα γκαζάδικα μου επέτρεψε να ελέγξω τα χαρακτηριστικά τους. Ένιωσα βαθιά ικανοποίηση. Η ποιότητα των καυσίμων ήταν εξαιρετική, τουλάχιστον σύμφωνα με τα αναγραφόμενα χαρακτηριστικά και τις προδιαγραφές τους. Αργά το απόγευμα βρισκόμουν στη γέφυρα του πλοίου, παρέα με τον καπετάν Γεράσιμο. Είχαμε μια φιλική συζήτηση, όταν από τα ερτζιανά κύματα ακούσαμε τον Πρώτο Μηχανικό ενός άλλου πλοίου, που βρισκόταν κι εκείνο στο αγκυροβόλιο, να συνομιλεί με το γραφείο του.
Η συζήτησή του είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Αρνιόταν πεισματικά να παραλάβει καύσιμα από τη Σαγκάη. Με έπιασε η περιέργεια. Ρώτησα τον πράκτορα, που βρισκόταν εκείνη τη στιγμή στο πλοίο, αν γνώριζε για ποιο λόγο ο συνάδελφος αρνιόταν τόσο κατηγορηματικά να παραλάβει τα καύσιμα.
«Κι εγώ δεν μπορώ να καταλάβω γιατί το κάνει,» μου απάντησε. Και πρόσθεσε. «Είναι ακριβώς τα ίδια καύσιμα μ’ αυτά που εφοδιαστήκατε κι εσείς.» Η συζήτηση έκλεισε εκεί.
Εγώ, όμως, έμεινα με την απορία. Τι γνώριζε ο συνάδελφος που εγώ δεν γνώριζα; Ή μήπως απλώς είχε τις δικές του επιφυλάξεις; Δεν μπορούσα τότε να δώσω απάντηση.
Είχε μπει για τα καλά ο Νοέμβριος, όταν ήρθαν οι νέες οδηγίες. Ο προορισμός μας ήταν ο λιμένας Τσονγκτζίν, στα βορειοανατολικά της Βόρειας Κορέας, στην επαρχία Βόρειου Χαμγκιόνγκ, στις ακτές της Ιαπωνικής Θάλασσας. Προορισμός που, όπως θα αποδεικνυόταν, έκρυβε καινούργιες εμπειρίες.
Προχωρημένο φθινόπωρο. Το πλοίο, σε κατάσταση έρματος, ύστερα από ένα ταξίδι τεσσάρων ημερών, φτάνει στον προορισμό μας, στον λιμένα φόρτωσης. Κατά τη διάρκεια του πλου ο καιρός ήταν κατά διαστήματα βροχερός, όμως η ορατότητα παρέμενε καλή και ο άνεμος ασθενής. Το ταξίδι κύλησε χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα. Το προς φόρτωση και μεταφορά εμπόρευμα ήταν ένα χύδην φορτίο αργιλοπυριτικού ορυκτού, το οποίο χρησιμοποιείται κυρίως στις γεωτρήσεις πετρελαίου. Προορισμός του φορτίου ήταν ο λιμένας εκφόρτωσης στο Ρότερνταμ της Ολλανδίας. Το μετάλλευμα, προερχόμενο από την ενδοχώρα, έφτανε στο λιμάνι με πολύ χαμηλό ρυθμό. Έτσι, η φόρτωση του πλοίου προχωρούσε αργά και οι καθυστερήσεις άρχισαν να συσσωρεύονται. Ένας ακόμη ανασχετικός παράγοντας ήταν η κακοκαιρία που ενέσκηψε στην περιοχή. Ο χειμώνας εκείνες τις ημέρες έκανε αισθητή την παρουσία του, βαρύς και δύσκολος, με το θερμόμετρο να κατρακυλά όλο και χαμηλότερα.
Και κάτω από τέτοιες συνθήκες, η φόρτωση σταματούσε. Το φορτίο δεν έπρεπε να βραχεί. Έτσι, περιμέναμε. Το πλοίο ήταν έτοιμο, οι άνθρωποι περίμεναν, αλλά ο καιρός και ο αργός ρυθμός με τον οποίο έφτανε  το μετάλλευμα από την ενδοχώρα καθόριζαν πλέον τον χρόνο μας. Στο SD14, για άλλη μια φορά, μαθαίναμε πως στη θάλασσα δεν κυβερνά πάντοτε ο άνθρωπος. Κάποιες φορές, απλώς περιμένει. Βρισκόμαστε ήδη μερικές ημέρες στην προβλήτα, όταν η αντλία παροχής πετρελαίου προς τον λέβητα του πλοίου παρουσίασε πρόβλημα στην τροφοδοσία του καυσίμου προς καύση στην εστία του λέβητα. Δεν υπήρχε χρόνος για χάσιμο. Αλλάζουμε την αντλία με την εφεδρική και ξεκινώ αμέσως την επιθεώρηση της αφαιρεθείσας. Και τότε έμεινα έκπληκτος. Οι οδόντες του ογκομετρικού στροφείου της αντλίας ήταν απίστευτα φθαρμένοι. Ήταν κυριολεκτικά φαγωμένοι. Η εικόνα δεν ήταν φυσιολογική. Δεν είχε περάσει περισσότερο από ένα διήμερο και, δυστυχώς, και η καινούργια αντλία παρουσίασε πανομοιότυπο πρόβλημα. Με έζωσαν τα φίδια, κατά τα κοινώς λεγόμενα.Και τότε, σαν αστραπή, η μνήμη μου γύρισε στη Σαγκάη. Στον άλλο Πρώτο Μηχανικό. Εκείνον που, χωρίς να γνωρίζω τον λόγο, αρνιόταν πεισματικά να παραλάβει καύσιμα από τη Σαγκάη.
«Διάβολε… λες;» Η σκέψη πέρασε από το μυαλό μου και, μαζί της, άρχισαν να κουμπώνουν ένα-ένα τα γεγονότα. Τα σημάδια ήταν φανερά, πέρα από κάθε αμφιβολία. Οι βλάβες παρουσιάστηκαν όταν καταναλώσαμε το παλιό καύσιμο από τις ημερήσιες δεξαμενές κατανάλωσης και αυτές άρχισαν να πληρώνονται με το καινούργιο καύσιμο. Και η αλλαγή αυτή είχε ολοκληρωθεί μόλις λίγες ώρες πριν από την άφιξή μας στον λιμένα. Άρα, λογικά, η μηχανή είχε ήδη εργαστεί για κάποιες ώρες με το καινούργιο καύσιμο. Κοίταξα ξανά την αντλία. Η φθορά στους οδόντες του στροφείου δεν ήταν πλέον ένα απλό μηχανικό πρόβλημα.Ήταν ένα σημάδι. Θυμήθηκα εκείνον τον άγνωστο συνάδελφο στη 
Σαγκάη που, από τα ερτζιανά, αρνιόταν κατηγορηματικά να παραλάβει το ίδιο καύσιμο που είχαμε παραλάβει κι εμείς. Τότε δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί. Τώρα άρχιζα να φοβάμαι πως γνώριζα την απάντηση. Τα προβλήματα ήταν υπαρκτά και δύσκολα. Το πλοίο διέθετε και δεύτερη, εφεδρική δεξαμενή ημερήσιας κατανάλωσης, η οποία ευτυχώς ήταν ακόμη γεμάτη με το παλιό καύσιμο.
Ο λέβητας, όμως, είχε μείνει χωρίς αντλία παροχής πετρελαίου. Με μεγάλο κόπο και αρκετή επινόηση καταφέραμε να προσαρμόσουμε μια άλλη αντλία και να θέσουμε ξανά τον λέβητα σε λειτουργία, χρησιμοποιώντας το καύσιμο της εφεδρικής δεξαμενής. Ο ατμός ήταν απολύτως απαραίτητος. Οι θερμοκρασίες στην περιοχή είχαν κατρακυλήσει στους 20 βαθμούς Κελσίου υπό το μηδέν και χωρίς ατμό οι συνθήκες στο πλοίο θα γίνονταν εξαιρετικά δύσκολες. Σε διαβούλευση με τον Πρώτο Μηχανικό, τον παρότρυνα να έρθει σε επαφή με το γραφείο και να ζητήσει να δοθεί άμεσα λύση στο πρόβλημα του καυσίμου. Τα σημάδια ήταν πλέον ορατά. Η μηχανή, αν συνεχίζαμε να καταναλώνουμε αυτό το καύσιμο, πολύ σύντομα θα αντιμετώπιζε σοβαρό λειτουργικό πρόβλημα.
Η αλήθεια είναι πως ο Πρώτος ήταν αρκετά διστακτικός και υποχωρητικός απέναντι στο γραφείο. Ίσως επειδή ο ίδιος δυσκολευόταν να πιστέψει ότι μπορούσε να προκύψει τόσο μεγάλο πρόβλημα από το καύσιμο. Δεν του είχε ξανασυμβεί. Κι όταν κάτι δεν σου έχει συμβεί ποτέ, είναι δύσκολο να φανταστείς πόσο γρήγορα μπορεί να πάρει μεγάλες διαστάσεις.
Συνομίλησα απευθείας με τον καπετάνιο.
«Κάπτεν! Το γνωρίζεις ότι πριν από τρεισήμισι μήνες έγινα πατέρας και δεν έχω δει ακόμη τον γιο μου;
Σταμάτησα για μια στιγμή. «Επειδή το γραφείο δεν συμμερίζεται τους φόβους μου, σου μιλώ ειλικρινά. Αν ο προορισμός μας ήταν ανατολικά, εγώ θα ετοίμαζα τη βαλίτσα μου και θα κατασκήνωνα στην προβλήτα, μέχρι να αποφάσιζαν οι Βορειοκορεάτες τι θα έκαναν μαζί μου.
Ο καπετάνιος με άκουγε σιωπηλός.
«Τώρα, όμως, πάμε νότια. Υπάρχουν τόσα πολλά ασφαλή λιμάνια προσέγγισης, που πιστεύω πως σε κάποιο από αυτά θα καταφέρουμε να προσεγγίσουμε. Γιατί, κατά τη γνώμη μου, τα σημάδια δείχνουν καθαρά ότι πάνω από μία εβδομάδα ταξίδι δεν κάνουμε.
Ο καπετάνιος με κοίταξε σκεπτικός.
«Έχω κι εγώ μιλήσει με το γραφείο και δεν συμμερίζονται τους φόβους σου…» Δεν ήθελα να αντιπαρατεθώ.
«Χίλιες φορές κι άλλες τόσες να βγω υπερβολικός και φαντασιόπληκτος, του απάντησα, αλλά τα προβλήματα βλέπω να ’ρχονται. Και αυτή τη φορά δεν μιλούσα μόνο ως μηχανικός.
Μιλούσα ως πατέρας. Ένας πατέρας που δεν είχε ακόμη προλάβει να γνωρίσει τον γιο του.
Ταυτόχρονα, ο κάπτεν άδραξε την ευκαιρία να μου απευθύνει μια φιλική επίπληξη, αλλά αυτή τη φορά με πολύ σοβαρό ύφος.
Την προηγούμενη ημέρα, ο κομισάριος, υπεύθυνος για το φορτίο αλλά και εκπρόσωπος του κόμματος στο πλοίο, είχε απευθύνει πρόσκληση σε ολόκληρο το πλήρωμα να παρευρεθεί σε μια εκδήλωση για τη «φιλία των λαών». Εγώ, με τρόπο ομολογουμένως επιδέξιο, είχα βρει διάφορες δικαιολογίες για να μην πάρω μέρος στην εκδήλωση.
Ο καπετάνιος όμως, δεν το είχε ξεχάσει. Μου το κρατούσε. 
«Τώρα στ’ αλήθεια, εγώ σου φταίω που είσαι η Κεφαλή του πλοίου και δεν μπόρεσες να την κάνεις κι εσύ μ’ ελαφρά πηδηματάκια από τις… ανούσιες παράτες τους;» του λέω. Δεν μπόρεσε να συγκρατήσει το χαμόγελό του.
Τελείωσε η φόρτωση. Το πλοίο, συνοδεία ρυμουλκών, οδηγήθηκε προς την έξοδο του λιμένα. Αφήσαμε τον πιλότο και, λίγο αργότερα, βγήκαμε στην ανοικτή θάλασσα. Η πρώτη ημέρα του ταξιδιού κύλησε ομαλά. Ο καιρός είχε ηρεμήσει και είχαμε ακόμη μια μικρή ποσότητα από το παλιό πετρέλαιο. Τη δεύτερη ημέρα άρχισε η μηχανή να λειτουργεί με το νέο καύσιμο. Κι εγώ δεν μπορούσα να κοιμηθώ.
Παρακολουθούσα συνεχώς τη λειτουργία της μηχανής, περιμένοντας να εμφανιστούν οι παρενέργειες που φοβόμουν.
Την τρίτη ημέρα ήρθαν. Οι αντλίες πετρελαίου υψηλής πίεσης άρχισαν να παρουσιάζουν διαρροές από τα εμβολοχιτώνιa τους. Το πρόβλημα ήταν πλέον ορατό. Και όσο περνούσαν οι ώρες, γινόταν ολοένα και σοβαρότερο. Δεν χρειαζόταν πλέον ιδιαίτερη εμπειρία για να αντιληφθεί κανείς πως η κατάσταση 
οδηγούνταν σε αδιέξοδο. Ξημερώματα της τέταρτης ημέρας, αποφασίσαμε πως το πλοίο αδυνατούσε να συνεχίσει για πολύ ακόμη τον πλου.Έπρεπε να αντιδράσουμε. Σε λίγες ώρες είχαμε τη δυνατότητα να προσεγγίσουμε ένα ασφαλές λιμάνι. Μπροστά μας υπήρχαν δύο επιλογές: Χονγκ Κονγκ ή Καοσιούνγκ της Φορμόζας. Το ταξίδι προς το Ρότερνταμ μπορούσε να περιμένει. Προείχε να κρατήσουμε τη μηχανή ζωντανή. Επιλέξαμε το δεύτερο. Ήταν πιο κοντά και, από πολλές απόψεις, διέθετε ασφαλέστερο αγκυροβόλιο. Φτάσαμε λίγο πριν δύσει ο ήλιος. Είναι γνωστό πως τόσο η αγκυροβολία όσο και η πρόσδεση στο λιμάνι αποτελούν από τις πιο αγχωτικές στιγμές ενός ταξιδιού. Απαιτούν προσεκτικούς χειρισμούς, σωστές μανούβρες και, πάνω απ’ όλα, απόλυτο συντονισμό 
του πληρώματος. 
«Κάπτεν, όλα τώρα είναι στα δικά σου χέρια και στη ναυτοσύνη σου. Κανόνισε την προετοιμασία για το φουντάρισμα όσο πιο ανώδυνα μπορείς, διότι, κατά 99%, όταν η μηχανή κάνει «κράτει», δεν τη βλέπω να ξαναπαίρνει μπροστά. Αντλίες και καυστήρες έχουν παραδώσει πνεύμα…»
Δεν χρειάστηκε να περιμένουμε πολύ για να επιβεβαιωθούν οι φόβοι μου. Η μηχανή πράγματι παρέδωσε πνεύμα και δεν ξαναξεκίνησε. Ίσως η ψυχή του Μανιάτη πλοιάρχου να είχε φτάσει στο στόμα του κατά τη διαδικασία, όμως έκανε άψογη και ασφαλή αγκυροβολία. Το πλοίο βρέθηκε πλέον ασφαλισμένο στο αγκυροβόλιο. Και τότε άρχισε ένας άλλος αγώνας.
Κατεπειγόντως κατέφθασε στο πλοίο ο πρώην Πρώτος Μηχανικός, ο οποίος εκτελούσε παράλληλα και χρέη Αρχιμηχανικού της εταιρείας. Πρώτη μας ενέργεια ήταν να πάρουμε δείγμα από το καύσιμο και να το στείλουμε σε εξειδικευμένο χημικό εργαστήριο για ανάλυση. Ταυτόχρονα, παραγγείλαμε τα απαραίτητα ανταλλακτικά για τις επισκευές των αντλιών και των καυστήρων της κύριας μηχανής.
Όταν ήρθαν τα αποτελέσματα της εργαστηριακής ανάλυσης, δεν άφηναν πλέον κανένα περιθώριο αμφιβολίας. Το καύσιμο περιείχε υπερβολικά υψηλές συγκεντρώσεις βαναδίου και πυριτίου και κρίθηκε ακατάλληλο για καύση στις μηχανές του πλοίου. Τότε μου ήρθε ξανά στο μυαλό ο Πρώτος Μηχανικός του άλλου πλοίου, εκεί στη ράδα της Σαγκάης, που ωρυόταν πως δεν πρόκειται να παραλάβει καύσιμα από εκεί.
«Εμ, γι’ αυτό, διάβολε, ο Πρώτος Μηχανικός στη Σαγκάη ωρυόταν πως δεν παίρνει καύσιμα από εκεί!» Ποιος ξέρει τι νίλα είχε πάθει ο καψερός στο παρελθόν…»
Και, με όλη την πίκρα της ιστορίας, δεν μπόρεσα να μη σκεφτώ: «Τη νίλα του Δράμαλη!» Μόνο που αυτή τη φορά η «νίλα» δεν ήταν ιστορία που μας διηγήθηκαν.
Ήταν μπροστά μας, μέσα στις αντλίες, στους καυστήρες και κυριολεκτικά στην καρδιά της μηχανής.
Σαββατόβραδο στο πλοίο είχαν παραμείνει οι βάρδιες: ο Πρώτος Μηχανικός του πλοίου, ο Γραμματικός (ο καπετάν Γεράσιμος) και μερικοί ακόμη από το πλήρωμα. Η ομάδα εξόδου αποτελούνταν από τον Αρχιμηχανικό, τον Πλοίαρχο, τους αξιωματικούς καταστρώματος και μηχανής, τον ασυρματιστή,  κ.λ.π. Μια σχετικά μεγάλη και εύθυμη παρέα φίλων, συνολικά δώδεκα άτομα, που εκείνο το βράδυ είχαμε αποφασίσει να χαλαρώσουμε λίγο από την ένταση των τελευταίων ημερών
Γύρω στις δέκα το βράδυ, σύσσωμη η παρέα καταλήξαμε σ’ ένα μικρό μπαρ κοντά στον λιμένα, το 
«Μπάρκο». Ένας μικρός χώρος, με ευχάριστη και προσεγμένη διακόσμηση και μια ζεστή ατμόσφαιρα. Ένας γνήσιος τύπος American Bar, όπου η πελατεία δεν ήταν μόνιμη αλλά διεθνής, αποτελούμενη κυρίως από πληρώματα των πλοίων που έπιαναν στο λιμάνι. Τα σκαμπό του ήταν κινητά, γεγονός που μας επέτρεπε να τα μετακινήσουμε όπως θέλαμε, να καθίσουμε όλοι μαζί και να σχηματίσουμε μια μεγάλη παρέα γύρω από τον πάγκο. Πιάσαμε τον οβάλ πάγκο του μπαρ από άκρη σ’ άκρη, στριμωγμένοι μεν, αλλά με περίσσιο κέφι. Τα γέλια και οι κουβέντες δεν άργησαν να γεμίσουν τον μικρό χώρο. Περνώντας η ώρα, διαπιστώσαμε πως είχαμε γίνει οι μοναδικοί πελάτες. Για τα μέτρα του μαγαζιού, βέβαια, ήμασταν ήδη αρκετοί! Και κανείς μας δεν φαινόταν να βιάζεται να φύγει.
Περασμένα μεσάνυχτα και η μεγάλη παρέα είχε ήδη καταναλώσει τρία μπουκάλια Johnnie Walker.
Οι περισσότεροι ετοιμαζόμασταν πλέον για αναχώρηση. Ο κάπτεν κοιτάζει το ρολόι του και ξαφνικά βάζει τις φωνές:
«Πού πάτε, ορέ! Ένα μπουκάλι ακόμη και φύγαμε!»
«Έχουμε ήδη πιει πολύ, κάπτεν μου…»
Είχε ψιλομεθύσει κιόλας και είχε έρθει για τα καλά στο κέφι. Του άρεσε η παρέα μας και, φυσικά, δεν θέλαμε να του χαλάσουμε το χατίρι.
«Ένα τελευταίο ποτηράκι και φύγαμε.
Και αμέσως προς τον μπάρμαν. « Μπάρμαν, πιάσε άλλο ένα Johnnie Walker!» Δυστυχώς, το κατάστημα δεν είχε άλλο Johnnie Walker.
Ο μπάρμαν έφυγε για λίγο, μήπως και κατάφερνε να βρει κάπου ένα ακόμη μπουκάλι.Τζίφος!
Τέτοια ώρα, τέτοια λόγια… Όλα κλειστά. Στην προθήκη του μπαρ φιγουράριζαν, μεταξύ άλλων, και δύο μπουκάλια Jim Beam. Τα μάτια του κάπτεν έπεσαν πάνω τους. «Κατέβασε μας ένα απ’ αυτά.»
Ο μάγειρας, ως ο πιο έμπειρος της παρέας στα ποτά, εξέφρασε αμέσως τις επιφυλάξεις του.
«Κάπτεν, καλύτερα να μην τ’ ανακατέψουμε…»Κι επειδή ήθελε να στηρίξει και  επιστημονικά την άποψή του, μας διηγήθηκε την ιστορία του Johnnie Walker που μόλις είχαμε τελειώσει. Πώς ένα μικρό
παντοπωλείο ξεκίνησε την ιστορία του και πώς, με τα χρόνια, ο Johnnie Walker έγινε ο διάσημος «Περπατητής». Τον ακούσαμε με προσοχή.
Κοιταχτήκαμε μεταξύ μας. Ήταν πλέον φανερό πως δεν γινόταν να χαλάσουμε το χατίρι του κάπτεν.
«Χαλάλι του!» Και έτσι, παρά τις προειδοποιήσεις του μάγειρα, ανοίξαμε και το Jim Beam.
Η βραδιά είχε ακόμη δρόμο. Ο κάπτεν έβαλε λίγο στο ποτήρι του και ήπιε μια γουλιά. Ξίνισε κάπως το μούτρο του. Αμέσως καταλάβαμε πως η γεύση του ουίσκι δεν του άρεσε ιδιαίτερα. Άφησε το ποτήρι στον πάγκο και δεν το ξαναδοκίμασε. Ταυτόχρονα, δεν είδα κανέναν άλλον από την παρέα να τιμά ιδιαίτερα τον «Τζίμι». Έτσι, το μπουκάλι έμεινε σχεδόν γεμάτο. Δώρο στον μπάρμαν.
Εμείς, περασμένα μεσάνυχτα πλέον και με το μυαλό θολό από το ποτό, αποφασίσαμε πως είχε έρθει η ώρα να ξεκινήσουμε για το πλοίο. Ο μπάρμαν μας ευχαρίστησε, υποκλίθηκε σαν γνήσιος Ανατολίτης και μας έσφιξε τα χέρια. Τον διαβεβαιώσαμε πως είχαμε περάσει μια πολύ ευχάριστη βραδιά.Ύστερα μας άνοιξε αργά την πόρτα και μας άφησε να βγούμε στη νύχτα. Στεκόταν στην άκρη της πόρτας και συνέχισε να υποκλίνεται με χάρη, καθώς μας αποχαιρετούσε.
Πάνω από τον έρημο, απαλά φωτισμένο δρόμο, ένα μεγάλο φεγγάρι ορθωνόταν στον μισοσυννεφιασμένο ουρανό. Πήρα μια βαθιά ανάσα.
«Νομίζω πως η δροσιά της νύχτας θα μας κάνει καλό, είπα στην παρέα, τεντώνοντας το κορμί μου. Κι όχι τίποτα άλλο, αλλά είμαι και λίγο ζαλισμένος. Χωρίς να έχω πιει πολύ.
Και τότε, καθώς διαβαίναμε το κατώφλι του μπαρ, άρχισαν τα ωραία με τον κάπτεν. Άρχισε να ταλαντεύεται. Χρειάστηκε να κρατηθεί επίμονα από μια κολόνα, για να σιγουρευτεί πως πατούσε καλά στα πόδια του. Μα ούτε κι αυτό τον βοηθούσε ιδιαίτερα.
Να επισημάνω εδώ πως μιλάμε για έναν άνθρωπο που συνήθιζε να καταναλώνει πολύ λογικές ποσότητες αλκοόλ. Δεν ήταν από εκείνους που χρειάζονται ένα μπουκάλι ουίσκι για να… «το ακούσουν». Το παραπάνω ποτηράκι, λοιπόν, τον είχε επηρεάσει περισσότερο απ’ όσο ο ίδιος υπολόγιζε. Μετά τη χαλάρωση ήρθε η ευφορία και, γενικότερα, έγινε πολύ πιο αυθόρμητος από το 
συνηθισμένο. Βγαίνοντας έξω, στην υγρασία της νύχτας, άρχισε να παραπατά από το μεθύσι.
Ο αδελφός του μου έκανε διακριτικά νόημα να τον έχω τον νου μου και να τον βοηθήσω, αν χρειαζόταν. Σαν μικρότερος αδελφός τον σεβόταν και δεν ήθελε με τίποτα να του δείξει πως είχε ανάγκη από βοήθεια. Έτσι, χωρίς να το καταλάβει ο κάπτεν, βρέθηκα να τον προσέχω διακριτικά.
Εκείνος, βέβαια, συνέχιζε να περπατά σαν να μη συνέβαινε απολύτως τίποτα. Μόνο που ο δρόμος, 
εκείνο το βράδυ, είχε αποκτήσει μια παράξενη κλίση…Πηγαίνω δίπλα του, προσπαθώντας να τον πείσω να στηριχτεί επάνω μου, αλλά εκείνος αρνήθηκε πεισματικά και συνέχισε να προχωρά, μολονότι ήταν εμφανές πως δεν ήταν σε θέση να περπατήσει σταθερά.
«Απόψε δεν πάω πουθενά!» είπε μέσα στο μεθύσι του.
«Χάλια είναι εκεί που πάμε, γι’ αυτό μην πας πουθενά!»
Στη συνέχεια θυμήθηκε την ιστορία με τις δηλώσεις μου στην Βόρειο Κορέα, όταν του είχα πει πως, αν το ταξίδι ήταν ανατολικά, θα κατέβαινα από το πλοίο. Και άναψε σαν δαδί.
Όρθωσε το κορμί του και το μέχρι τότε γελαστό πρόσωπό του συννέφιασε σαν μαρτιάτικος ουρανός.
«Άλλο πάλι και τούτο! Είχε στραβώσει στ’ αλήθεια μ’ αυτή την ιστορία Είναι και το μυαλό του θολό από το ποτό, κι όλα του φταίνε», σκέφτηκα.
Και τότε, με τη μανιάτικη προφορά του, κομματιαστή και βαριά, συρμένη σαν να έβγαινε κάθε λέξη από τα βάθη του στήθους του, γύρισε προς το μέρος μου και μου είπε:
«Τελικά, είσαι πολύ μεγάλο καθίκι! Αλλά σε πάω!»
Δεν μπόρεσα να μη χαμογελάσω.
«Είμαι ένα κάθαρμα, δεν το αρνούμαι. Ναι, ξέρω πόσο άσχημα φέρθηκα και πόσο καθίκι είμαι. Αλλά έλα και στηρίξου επάνω μου.»
«Καλά, λοιπόν! Αφού επιμένεις. Αλλά σ’ το ξαναλέω: είσαι πολύ μεγάλο καθίκι!»
Και αυτή τη φορά δέχτηκε να στηριχτεί επάνω μου. Συνεχίσαμε, λοιπόν, να περπατάμε σιωπηλοί.
Ακούγοντας τον ήχο των βημάτων μας, προσπαθούσα να κρατήσω το βήμα μαζί του. Η ατμόσφαιρα ήταν καθαρή και ο δρόμος απαλά φωτισμένος. Μπορούσα να βλέπω τα πόδια του ολοκάθαρα καθώς προχωρούσαμε μέσα στη νύχτα. Κι εκεί, μέσα στη σιωπή, σκέφτηκα πως ο άνθρωπος που λίγες ώρες πριν μου μιλούσε αυστηρά σαν πλοίαρχος, τώρα περπατούσε δίπλα μου σαν ένας μεγαλύτερος αδελφός. Μόνο που, για κάποιον ανεξήγητο λόγο, εξακολουθούσε να θεωρεί πως ήμουν… πολύ μεγάλο καθίκι! Ο Κάπτεν, τώρα δίπλα μου, περπατούσε αδιάφορα με το κεφάλι σκυφτό. Ούτε που μιλούσε. Λέξη δεν ανταλλάξαμε όσο τον κρατούσα αγκαζέ. Αυτό μου έκανε εντύπωση.Είχαμε φτάσει στην προβλήτα όταν τα πόδια μου είχαν αρχίσει να κουράζονται. Διασχίσαμε την είσοδο και φτάσαμε στο κιγκλίδωμα, όπου μας περίμεναν οι λάντζες. Εκεί επιβιβαστήκαμε. Απέναντι, στο αγκυροβόλιο, τα φώτα των πλοίων παιχνίδιζαν πάνω στο νερό. Ο αδελφός του πήδησε πρώτος στη λάντζα, για να τον κρατήσει καθώς θα κατέβαινε στο κατάστρωμα του σκάφους. Ο Κάπτεν προσγειώθηκε στο εξωτερικό κάθισμα της λάντζας. Τέντωσε την πλάτη, τους ώμους, τον λαιμό του και έγειρε το κορμί του πάνω στην κουπαστή. Άπλωσε τα πόδια του, στήριξε τους αγκώνες του και ακούμπησε το κεφάλι στην ξύλινη πλάτη κάτω από το στέγαστρο του μικρού σκάφους. Και έμεινε εκεί. Ακίνητος. Κοιτούσε επίμονα το φεγγαρόλουστο νερό, δίχως να σαλεύει. Τακτοποιήθηκα κι εγώ και κάθισα δίπλα του, παρατηρώντας τα φώτα των πλοίων απέναντι. Έμοιαζαν ακίνητα, κρεμασμένα πάνω στο νερό, σαν παραλυμένα. Μόλις ξεκίνησε η λάντζα, ο καπετάνιος, με μισόκλειστα τα βλέφαρα, έριξε ένα βλέμμα μπροστά του. Ύστερα έφερε αργά το χέρι στα μαλλιά και τα έστρωσε με την παλάμη.
«Είσαι εντάξει; Πώς αισθάνεσαι;» τον ρώτησα και τον κοίταξα. Δεν μου απάντησε.
Μέσα στη σιγαλιά της νύχτας, κάθε άλλος θόρυβος του λιμανιού πνιγόταν από το βίντσι ενός μεγάλου 
πετρελαιοφόρου που βρισκόταν αγκυροβολημένο έξω από τον λιμένα. Μαούνες φορτωμένες με σωρούς προϊόντων στριμώχνονταν στο βάθος της προβλήτας.
Και έπειτα, σαν να θυμήθηκε ξαφνικά κάτι, μου έπιασε το μπράτσο. Σαν κάτι να είχε ξεχάσει. Κάτι σημαντικό. Με κοίταξε χαμογελώντας, με ορθάνοιχτα μάτια.
«Ώστε, λοιπόν, είχες κιόλας σκοπό να φτάσεις ίσαμε εκεί!»
Το βίντσι του μεγάλου βαποριού σταμάτησε να κάνει θόρυβο, εκεί έξω, κοντά στον βραχίονα του λιμανιού. Κατάλαβα. Η μνήμη του είχε ξαναγυρίσει στα γεγονότα της Κορέας: στην απουσία μου από την «παράτα» και στη δήλωσή μου πως θα εγκατέλειπα το βαπόρι αν η πορεία μας ήταν ανατολική.
Καθισμένος κοντά του, έμεινα σιωπηλός. Τον άφησα να συνεχίσει τις σκέψεις του, προσπαθώντας παράλληλα να διακρίνω το πλοίο μας. Ο μακρύς, ογκώδης όγκος του πετρελαιοφόρου μπροστά μας έφραζε την ορατότητα. Κι έτσι, μέσα στη νύχτα, η λάντζα συνέχιζε αργά την πορεία της προς το πλοίο.
Κι εγώ περίμενα. Δεν ήξερα ακόμη τι ακριβώς είχε στο μυαλό του. Το βίντσι του βαποριού ακούστηκε πάλι, καθώς έτριζε.
«Διορθώνουν τα κλειδιά της άγκυρας», είπε ο καπετάνιος.
«Σαν να αγκυροβόλησε πολύ κοντά στον βραχίονα του λιμανιού,» συμπλήρωσα, περισσότερο για να σπάσω τη σιωπή. Δεν μίλησα ξανά. Ούτε ο καπετάνιος. Ήταν σιωπηλός και απόμακρος, αλλά τώρα πια νηφάλιος. Έτσι συνεχίσαμε σχεδόν αμίλητοι, μέχρι  που η λάντζα πλαγιοδέτησε στη σκάλα του βαποριού.
Την επόμενη μέρα, ένα κυριακάτικο πρωινό, σαν κι αυτό που ο Θεός ξημέρωσε με καθαρό ουρανό, ο καπετάνιος μας, ανάλαφρος σαν πούπουλο, σηκώθηκε νηφάλιος και με πλήρη διαύγεια πνεύματος. Προσπαθούσε να ανασυνθέσει την πραγματικότητα της προηγούμενης νύχτας. Τα θυμόταν όλα. Μα πιο πολύ θυμόταν το Jim Beam.
«Άτιμο πράγμα αυτό το Jim Beam! Με χάλασε!» Το θέμα είναι τώρα τι λες στον Κάπτεν μας, ο οποίος είχε κατεβάσει ένα μπουκάλι Johnnie Walker και απλώς είχε… βρέξει τα χείλη του με το Jim Beam;
Εγώ, πάντως, θυμήθηκα τα λόγια του παππού μου, που με συμβούλευε από την εφηβεία μου:
«Γιατί, όπως όλοι ξέρουμε, τελικά δε φταίει το ποτό γενικά. Φταίει εκείνο το τελευταίο ποτό για όλα!»
Και κάπως έτσι, το Jim Beam απέκτησε τη θέση που του άρμοζε στην ιστορία εκείνης της νύχτας.
Ο Johnnie Walker είχε κάνει το ταξίδι. Ο Jim Beam, όμως, είχε κάνει τη ζημιά.
Το πλοίο ανεφοδιάστηκε με καινούργια καύσιμα και τα μολυσμένα, διαβρωτικά καύσιμα παραδόθηκαν για παραλαβή στη στεριά. Έγιναν οι απαραίτητες επισκευές και, όταν όλα ήταν πλέον έτοιμα, συνεχίσαμε το ταξίδι μας προς τον λιμένα εκφόρτωσης. Στο Σουέζ ζήτησα και έγινε η αντικατάστασή μου. Είχα συμπληρώσει δέκα μήνες μπάρκο, έχοντας κάνει, σχεδόν χωρίς να το αντιληφθώ, έναν πλήρη γύρο του κόσμου. Έναν γύρο του κόσμου σαν άλλος Φιλέας Φογκ.
Μόνο που ο δικός μου γύρος δεν έγινε σε ογδόντα ημέρες. Ο γύρος του κόσμου σε δέκα μήνες…Και κάπου εκεί τελείωσε ένα ακόμη μπάρκο. Ένα μπάρκο που ξεκίνησε για μένα ως μια απλή επαγγελματική αλλαγή, από τους γίγαντες των 300.000 DWT στο μικρό SD14 των 14.000 DWT , και κατέληξε να μου χαρίσει έναν ολόκληρο κόσμο εμπειριών. Από τη Σαγκάη και τα  ακατάλληλα καύσιμα, μέχρι τη Βόρεια Κορέα, τη Φορμόζα και εκείνη τη νύχτα με το καταραμένο Jim Beam. Άλλο ένα μπάρκο είχε περάσει στην ιστορία.

 
Web Informer Button