..Χίλια εννιακόσια πενήντα επτά. Έχουν ολοκληρωθεί οι διαδικασίες με το διαζύγιο του Κλέαρχου. Έχει εκδοθεί αμετάκλητη δικαστική απόφαση και ο Κλέαρχος είναι ελεύθερος να παντρευτεί την Ιοκάστη. Είναι αλήθεια πως ο Αλκιβιάδης δεν ξέχασε πως κι ο ίδιος παράστεκε κάτι περισσότερο από πνεύμα την ώρα που ευλογούσε ο παπάς το γάμο των γονιών τους.
Το ζευγάρι το πάντρεψε η εξαδέλφη του Κλέαρχου η θεία Καλλιόπη, ενώ ο γάμος έγινε σε στενό οικογενειακό και φιλικό κύκλο, με δύο μάρτυρες.
Παρόντες στην πολύ λιτή τελετή ο παππάς του χωριού οι κουμπάροι, δυο τρεις γείτονες και τα αγόρια τους. Ο βενιαμίν ο Ιάσονας στην αγκαλιά της Ιοκάστης, παρών και ο θείος «Πετράν.»
Ο θείος Πέτρος είναι ο δέκα επτάχρονος τότε μικρότερος ετεροθαλής αδελφός του Κλέαρχου, ένας νεαρός πολύ χαρωπός, πρόσχαρος άνθρωπος, που πάντα τον θυμάται να έχει καλή, χαρούμενη διάθεση, δεν τον έβλεπες ποτέ κακόκεφο.
….. Μέχρι να τελειώσει το δημοτικό ο Αλκιβιάδης είχε ακόμη το επίθετο της οικογένειας της Ιοκάστης. Με τη χελώνα ταξίδευαν τα απαραίτητα έγγραφα. Χρειάστηκαν δυο χρόνια να φτάσουν στον προορισμό τους.
......Ήταν ένα γλυκό και δροσερό ανοιξιάτικο απομεσήμερο, ύστερα από τη μεσημεριανή βροχή. Βρισκόταν σ' ένα γυμνό πλάτωμα της ρεματιάς, παίρνοντας τον δρόμο της επιστροφής από το καθημερινό σχολειό του. Μια ολόκληρη ώρα περπάτημα για τα παιδικά του πόδια.
Στο πρόσωπό του φυσούσε ένα απαλό βοριαδάκι, που ερχόταν μέσα από τους λόφους και τα πετροβούνια, με τις σταχτιές κορφές και τα καταπράσινα πλατώματα. Πάνω από το κεφάλι του είχε στηθεί ένα υπέροχο ουράνιο τόξο, ενώ μακριά, στον ορίζοντα, μουγκές αστραπές σκιρτούσαν κατά διαστήματα σαν πλοκάμια αράχνης. Η κυματιστή βροχή, που από ώρα έπεφτε απαλά στη ρεματιά και στις πλαγιές, είχε πια κοπάσει.
Ο τόπος μοσχοβολούσε από τ' ανθισμένα κλαδιά των αμυγδαλιών και των αχλαδιών της ρεματιάς. Στο βάθος, προς τη δύση, υψώνονταν τα αχνογάλαζα βουνά, ενώ στα νοτιοανατολικά άστραφτε η θάλασσα. Η κορυφή του Κούνου ήταν σκεπασμένη μ' ένα ανάλαφρο πέπλο πάχνης. Άκουγε μόνο τις πέρδικες να κακαρίζουν και τα κελαηδοπούλια να υφαίνουν με το τραγούδι τους τη σιωπή της εξοχής. Από μακριά έφταναν τα κουδούνια των κοπαδιών και το αδιάκοπο θρόισμα του ανέμου, που είχε πάρει στο κατόπι τα σύννεφα, σπρώχνοντάς τα προς τα βορειοδυτικά. Το απαλό αεράκι έκανε τα φρεσκοφυτρωμένα αγριόχορτα, πλάι στα μονοπάτια και στους αγρούς, να λικνίζονται νωχελικά, σαν να χαιρετούσαν τον ερχομό της άνοιξης. Η ρεματιά είχε τώρα πάρει ένα χρυσαφένιο χρώμα, ένα γαλαζόχρυσο φως, λουσμένη στην αντανάκλαση του φωτεινού ουρανού. Η άνοιξη διάβαινε σκορπίζοντας την πνοή της στα μυρωδάτα χόρτα και στις ντελικάτες άσπρες μαργαρίτες, ενώ ο χρόνος, νωχελικά, άπλωνε τις στιγμές του και αποκοιμιόταν ανάμεσα στις παπαρούνες. Πιο χαμηλά, οι τρίλιες των μελισσοφάγων, κρυμμένων μέσα στα δέντρα, έδιναν μια μελωδική ζωντάνια στον τόπο και συνόδευαν το απαλό θρόισμα του βοριά. Ήχοι και εικόνες που πραγματικά μάγευαν. Στο φαράγγι είχε μαζευτεί άφθονο νερό από τις τελευταίες βροχές του Απρίλη. Η έντονη μυρωδιά από τις ιτιές της ρεματιάς, ανακατεμένη με την οσμή της βρεγμένης κοπριάς, γέμιζε τα ρουθούνια του.
Κατεβαίνοντας ακόμη χαμηλότερα, ακολουθούσε τις αυλακιές πλάι στην ελικοειδή λωρίδα χορταριού που είχε σχηματιστεί στη μέση του μονοπατιού. Κι από τις δυο πλευρές της ρεματιάς, οι αγκαθωτές, ακόμη κλειστές ροζέτες των γαϊδουράγκαθων υψώνονταν σχεδόν ως το μπόι του.
Ο Αλκιβιάδης έφτασε στο χαλικόστρωτο δρομάκι, πλαισιωμένο από κατακόκκινες παπαρούνες που φύτρωναν ανάμεσα στα χαλίκια. Το μονότονο μουρμουρητό των μικρών χειμάρρων έφτανε τώρα πιο καθαρά στ' αυτιά του. Ψηλά, προς τη δύση, τα σύννεφα έμοιαζαν με μπαμπακένιες τούφες σκορπισμένες στον ουρανό, ενώ περαστικά πουλιά διέσχιζαν κοπαδιαστά τον γαλανό θόλο και χάνονταν πίσω από τις κορφές των βράχων. Πάνω στις βουνοκορφές, το ελαφρύ αεράκι κυμάτιζε τις φυλλωσιές και ζωντάνευε τα γύρω δέντρα.
Λάτρευε την άνοιξη. Θα μπορούσε να μένει ώρες ολόκληρες ακίνητος, χαζεύοντας τη φύση και αφήνοντας το βλέμμα του να περιπλανιέται πάνω στα χρώματα, στους ήχους και στις μυρωδιές της.
Το αεράκι της ποταμιάς του χάιδευε το μέτωπο. Ο ανοιξιάτικος ήλιος κατηφόριζε νωχελικά προς τη δύση, πάνω από τον Λακωνικό κόλπο, λούζοντας με το απαλό του φως την καταπράσινη λαγκαδιά. Εκείνη τη στιγμή, το βλέμμα του στάθηκε σε μια παράξενη σκιά που γλιστρούσε μέσα στη σκιά ενός περαστικού σύννεφου πάνω από τους λόφους.
Στην αρχή νόμισε πως ήταν παιχνίδισμα του φωτός. Ύστερα, καθώς πλησίαζε, η σκιά πήρε μορφή. Ξεπρόβαλε αργά μέσα από μια συστάδα από σκίνα και πουρνάρια στα δεξιά του, πετώντας νωχελικά, με αργές, κυματιστές κινήσεις. Άνοιγε τις φτερούγες του με τόση χάρη, που έμοιαζε περισσότερο με πολύχρωμη πεταλούδα παρά με πουλί, καθώς οι εντυπωσιακοί χρωματισμοί τους άστραφταν στο φως.
Ύστερα προσγειώθηκε απαλά στη διχάλα μιας μικρής συκιάς, απέναντι από τα κτήματα του Λουκά του Αρώνη. Ο Αλκιβιάδης κοντοστάθηκε. Έμπλεξε τα δάχτυλά του και έμεινε να το παρατηρεί, σχεδόν μαγεμένος. Το πουλί έσκυβε πότε πότε και περιποιούνταν το πτέρωμα του με το μακρύ, λεπτό ράμφος του. Ήταν ένας τσαλαπετεινός (Upupa epops), από τα πιο εντυπωσιακά πουλιά της λακωνικής γης. Το χρυσοκάστανο σώμα του, οι ασπρόμαυρες ρίγες των φτερών και το χαρακτηριστικό λοφίο με τις μαύρες άκρες το έκαναν να μοιάζει με μικρό βασιλιά της άνοιξης. Ο ήλιος έγερνε αργά προς τη δύση, πάνω από τον Κούνο, σκορπίζοντας μια καθάρια, χρυσογάλαζη ακτινοβολία στη ρεματιά. Μέσα σ' εκείνο το γλυκό απομεσήμερο, τα πλουμιστά χρώματα του τσαλαπετεινού άναβαν και έσβηναν στο φως, ενώ οι κομψές καμπύλες των φτερών του έμοιαζαν να είναι κεντημένες με χρυσάφι.
Ο Αλκιβιάδης, λουσμένος στη δροσιά της ανοιξιάτικης μέρας, ένιωθε μια απέραντη ευφορία να φουσκώνει μέσα του σαν παλίρροια. Είχε ήδη φτάσει στις παρυφές του Μεγάλου Ρέματος, στο μέσον της διαδρομής από τα Κουλέντια στα Μπουμπουτσέλια, εκεί όπου μια στροφή της κοίτης σχημάτιζε μια μικρή λιμνούλα. Γύρω της φύτρωναν καλάμια, σφεντάμια και φτέρες, ενώ από πάνω κρέμονταν οι κλαδωσιές μιας μεγάλης φτελιάς. Το ανοιξιάτικο χορτάρι ήταν απαλό και καταπράσινο.
Πεταλούδες φτερούγιζαν ανάλαφρα από λουλούδι σε λουλούδι, κυνηγώντας η μία την άλλη σ' έναν αδιάκοπο χορό. Πάνω στους κορμούς των ελιών τα τζιτζίκια ρουφούσαν τους χυμούς των δέντρων και πλημμύριζαν τον αέρα με το τραγούδι τους. Τα μυρμήγκια ακολουθούσαν ακούραστα τα αόρατα μονοπάτια τους, ενώ χρυσοκάνθαροι, μέλισσες και κάθε λογής μαμούνια βούιζαν ασταμάτητα μέσα στη λαγκαδιά.
Ακόμη και το αλογάκι της Παναγίας, ακίνητο ως πριν από λίγο πάνω σ' ένα χλωρό κλαράκι, παραδινόταν τώρα στο αρχέγονο κάλεσμα της αναπαραγωγής, υπακούοντας στον ίδιο ακατανίκητο νόμο που κυβερνά όλα τα πλάσματα της γης. Τότε, χωρίς ακόμη να μπορεί να το εξηγήσει, ο μικρός Αλκιβιάδης ένιωσε πως ολόκληρη η ρεματιά ανέπνεε στον ίδιο ρυθμό. Τα πουλιά στον ουρανό, τα ψάρια στα νερά, τα κοπάδια στα βουνά, τα έντομα μέσα στα αγριόχορτα· όλα υπάκουαν στην ίδια αόρατη δύναμη που τα καλούσε να συνεχίσουν τη ζωή.
Στάθηκε μια στιγμή και αφουγκράστηκε. Όχι… Αυτό που άκουγε δεν ήταν το μουρμουρητό του χειμάρρου.
Έμεινε ακίνητος. Συγκέντρωσε όλες του τις αισθήσεις και κάρφωσε το βλέμμα του στο μονοπάτι. Έμοιαζε σαν όλη του η ψυχή να είχε μεταφερθεί στα μάτια του. Ανοιχτά, ακίνητα, δεν στρέφονταν ούτε δεξιά ούτε αριστερά. Ήταν καρφωμένα στον μεγάλο νερόλακκο, εκεί όπου ο μικρός χείμαρρος διέσχιζε το μονοπάτι, σαν να ζητούσαν απαντήσεις.
Κάτι έφτανε ως τ' αυτιά του. Ένας παράξενος, πνιχτός ήχος. Ο θόρυβος του νερού δεν τον άφηνε να ξεχωρίσει καθαρά τι ήταν. Έμοιαζε με βογκητό.
Να… κάτι σύρθηκε στα δεξιά του. Πάγωσε. Για μια στιγμή έμεινε άφωνος, κοιτάζοντας σαν χαμένος. Ύστερα, σιγά σιγά, άρχισε να καταλαβαίνει. Του ήρθε να βάλει τις φωνές. Μέσα στη λιμνούλα που είχε σχηματίσει ο χείμαρρος κειτόταν φαρδύς πλατύς ο μπάρμπα Παναγιώτης, ο γείτονάς τους· ένας εβδομηνταπεντάρης, ψηλός, λεβεντόκορμος και καλοσυνάτος γέροντας. Ήταν ξαπλωμένος μέσα στα ρηχά νερά, με τα χέρια και τα πόδια ορθάνοιχτα. Βόγκαγε βαριά. Έμοιαζε με πεθαμένο που είχε πάρει αναβολή από τον θάνατο.
Ο Αλκιβιάδης προσπάθησε να του μιλήσει. «Μπάρμπα Παναγιώτη…»
Καμιά απάντηση. Μόνο ακατάληπτα μουγκρητά έφταναν στ' αυτιά του, πνιγμένα από το μουρμουρητό του νερού. Το θέαμα τον τρόμαξε. Η βαριά, κοφτή ανάσα του γέροντα αντηχούσε μέσα στη σιωπή της ρεματιάς και έκανε την καρδιά του να χτυπά δυνατά.
Ξυπολήθηκε βιαστικά και βούτηξε στα ρηχά νερά. Μόλις πλησίασε τον γέροντα, λίγο έλειψε να σωριαστεί από την αποπνικτική μπόχα του κρασιού που ανέδιδε η ανάσα του. Έσκυψε, τον έπιασε κάτω από τις μασχάλες και προσπάθησε να τον σύρει έξω από το χείμαρρο. Μάταια. Το τεράστιο κορμί του μπάρμπα Παναγιώτη δεν μετακινούνταν σχεδόν καθόλου. Τα βρεγμένα, λασπωμένα ρούχα του είχαν γίνει ασήκωτο φορτίο, λες και το σώμα του ζύγιζε διπλά. Ξαναδοκίμασε με όση δύναμη έκρυβαν τα παιδικά του χέρια. Έσφιξε τα δόντια, τράβηξε, γλίστρησε μέσα στη λάσπη. Τίποτε.
Στο τέλος άφησε τα χέρια του να πέσουν. Έσκυψε το κεφάλι, λαχανιασμένος. Είχε εξαντληθεί.
Ήταν η πρώτη φορά στη ζωή του που άκουγε άνθρωπο να βογκά έτσι. Ένιωθε τους σπασμούς του κορμιού του και άκουγε τη βαριά, κοφτή ανάσα του. Καταλάβαινε πως, αν δεν κατάφερνε να τον βγάλει από το νερό, ο γέροντας ήταν χαμένος.
Από την υπεράνθρωπη προσπάθεια σωριαζόταν κάθε τόσο προς τα πίσω, λαχανιασμένος. Κάθε φορά πίστευε πως είχε φτάσει στα όριά του, πως δεν του είχε απομείνει ούτε ανάσα ούτε δύναμη. Στεκόταν για λίγες στιγμές σκυφτός, προσπαθώντας να ξαναβρεί την αναπνοή του. Κοίταζε τον μπάρμπα Παναγιώτη και, χωρίς δεύτερη σκέψη, έπιανε πάλι την προσπάθεια από την αρχή.
Έσφιξε τα δόντια. Έσφιξε και τα χέρια του. Ξανάσκυψε στο πλευρό του γέροντα και, με όση δύναμη έκρυβε το παιδικό του κορμί, προσπάθησε άλλη μια φορά να τον ανασύρει από το χείμαρρο.
Ο κόσμος γύρω του σκοτείνιασε. Άπλωσε τα χέρια σαν τυφλός και σωριάστηκε στην όχθη. Δεν άντεχε άλλο. Έμεινε για λίγο ακίνητος, ανήμπορος να συνεχίσει την αγωνιώδη προσπάθεια.
«Δεν μπορώ... Δεν μπορώ να τα καταφέρω μόνος μου...» μουρμούρισε με σβησμένη φωνή. Κι όμως, μέσα στην απόλυτη σιωπή της ρεματιάς, ήταν σαν να άκουσε μια άλλη φωνή να ψιθυρίζει:
«Πρέπει... Πρέπει να τα καταφέρεις.»
Σήκωσε αργά το κεφάλι. Η γαλήνη του τοπίου δεν είχε πια καμιά σημασία. Τα λουλούδια, τα δέντρα, το τραγούδι των πουλιών είχαν χαθεί πίσω από την αγωνία της στιγμής. Μπροστά του υπήρχε μόνο ένας άνθρωπος που χαροπάλευε. Ένιωθε την καρδιά του να χτυπά ως τον λαιμό. Χοντρές στάλες ιδρώτα κυλούσαν από το πρόσωπό του και έπεφταν μία μία στο νερό. Ανακάθισε αποκαμωμένος, αφήνοντας για λίγο τους καταπονημένους μύες του να χαλαρώσουν. Πήρε μια βαθιά ανάσα και κάρφωσε ξανά το βλέμμα του στον μπάρμπα Παναγιώτη.
Ξαφνικά, ένας ανεπαίσθητος ήχος τον διαπέρασε σαν κύμα ελπίδας. Σήκωσε απότομα το κεφάλι. Έμεινε ακίνητος και αφουγκράστηκε. Ο ήχος ξανακούστηκε. Μονότονος, ρυθμικός, ερχόταν από το βόρειο μέρος της πλατωσιάς, πίσω από το πυκνό σύδεντρο.
Η καρδιά του σκίρτησε. Προσπάθησε να θυμηθεί. Εκεί, στη βόρεια πλαγιά της ρεματιάς, απλωνόταν το μεγάλο κτήμα με τις ελιές, που στα σύνορά του υψωνόταν μια σειρά από κυπαρίσσια. Ο ρυθμικός εκείνος ήχος δεν μπορούσε να είναι τίποτε άλλο από χτυπήματα τσεκουριού. Ο κυρ Λουκάς ο Αρώνης βρισκόταν στο κτήμα του και έκοβε ξύλα για το τζάκι.
Η καρδιά του Αλκιβιάδη αναγάλλιασε. Ύστερα από τόση απόγνωση, η ελπίδα είχε φανεί ξαφνικά, απρόσμενα, σαν δώρο της ίδιας της ρεματιάς. Το λιγνό κορμί του τρανταζόταν από λυγμούς. Έμοιαζε με άνθρωπο που πάλευε με νύχια και με δόντια να κρατήσει τη ζωή, μα ένιωθε τις δυνάμεις του να τον εγκαταλείπουν. Ξεκίνησε να τρέχει προς την άκρη του κτήματος με τα χέρια ανοιχτά, σαν να έτρεχε να αγκαλιάσει τον μοναδικό άνθρωπο που μπορούσε να τον σώσει. Τα χείλη του σάλευαν, όμως η φωνή δεν έβγαινε. Η αγωνία είχε σφίξει τον λαιμό του. Έτρεχε χωρίς να σταματά. Η λαχτάρα τον παρέσερνε σαν ορμητικό κύμα. Δυσκολευόταν να αρθρώσει λέξη. Και τότε, σαν να ξεπήδησε από μέσα του μια δύναμη που δεν ήξερε πως υπήρχε, σήκωσε το κεφάλι και μια κραυγή ξέσπασε, σχίζοντας τη σιωπή της ρεματιάς.
«Μπάρμπα Λουκά!... Μπάρμπα Λουκά!... Βοήθεια!... Βοήθεια!...» Η φωνή του αντιλάλησε στους βράχους και χάθηκε μέσα στις πλαγιές.
«Εδώ!... Εδώ!... Ο μπάρμπα Παναγιώτης πνίγεται!... Βοήθεια!...»
Ο κυρ Λουκάς άκουσε την κραυγή. Ευτυχώς. Ήταν ο μοναδικός άνθρωπος που μπορούσε να την ακούσει εκεί, καταμεσής στην ερημιά του Μεγάλου Ρέματος.
Ο Αλκιβιάδης είχε θολώσει από την εξάντληση. Τα μάτια του δεν ξεχώριζαν πια καθαρά τον κόσμο γύρω του. Ο ήλιος έλαμπε αμυδρά πίσω από μια πρασινοκόκκινη θαμπάδα, κι η ρεματιά, τα βράχια και τα δέντρα έμοιαζαν να χάνονται μέσα σε μια πυκνή ομίχλη. Το νερό του χειμάρρου συνέχιζε να κυλά, όμως εκείνος δεν το άκουγε πια. Ένιωθε μόνο τα δάκρυά του να τρέχουν ασταμάτητα. Ήταν δάκρυα ανακούφισης. Είχε βρεθεί, επιτέλους, βοήθεια.
Ύστερα από επίμονες προσπάθειες, το πρόσωπο του γέροντα άρχισε σιγά σιγά να ζωντανεύει. Άνοιξε τα μάτια του, όμως δεν είχε ακόμη τη δύναμη να σταθεί όρθιος. Ο κυρ Λουκάς τον κοίταξε από πάνω ως κάτω.
«Θηρίο είναι ο μπάρμπα Παναγιώτης. Έλα, βοήθησε με να τον κρατήσουμε από τους ώμους.»
Γονάτισε δίπλα του, πέρασε το ένα του χέρι κάτω από τις μασχάλες του γέροντα και τον ανασήκωσε προσεκτικά. Ο μπάρμπα Παναγιώτης άφησε ένα βαθύ μουγκρητό. Ύστερα ο κυρ Λουκάς τύλιξε το χέρι του γύρω από τον λαιμό του, για να τον στηρίξει.
«Σήκωσε το χέρι σου… Έτσι… Μπράβο.»
Ο γέροντας μούγκρισε ξανά και, με τη βοήθεια των δυο τους, κατάφερε να ανασηκωθεί. Λίγο λίγο τον έφεραν σε καθιστή θέση. Η ανάσα του εξακολουθούσε να είναι βαριά, όμως είχε επιστρέψει στη ζωή.
Μόλις ο Αλκιβιάδης κατάλαβε πως ο μπάρμπα Παναγιώτης είχε σωθεί, ένιωσε την αγωνία να εγκαταλείπει το κορμί του. Μια γλυκιά ζεστασιά τον τύλιξε από την κορφή ως τα νύχια. Τα πόδια του λύγισαν από την εξάντληση και, για πρώτη φορά από τότε που τον είχε αντικρίσει μέσα στο νερό, αφέθηκε να καθίσει στην όχθη και να ξαποστάσει.
Ο ήλιος κόντευε να δύσει. Μέσα στο ανάλαφρο πορτοκαλί φως του δειλινού, τα κατάλευκα σύννεφα του Απρίλη αργοκυλούσαν στον ουρανό. Πέρα, στα μακρινά βουνά της ανατολής, το σκοτάδι άρχιζε να απλώνεται σιγά σιγά. Παρ' όλη την ομορφιά του, το τοπίο είχε τώρα μια βαθιά μοναξιά· έδινε την αίσθηση ενός έρημου, ανεμόδαρτου κόσμου. Καθώς ο ήλιος χάθηκε πίσω από τις κορφές του Κούνου, ο αέρας δρόσισε. Ο Αλκιβιάδης ένιωσε τα κουρασμένα μπράτσα του να ανατριχιάζουν. Φόρεσε τα παπούτσια του, τίναξε το λερωμένο πανωφόρι του πάνω στον κορμό της φτελιάς για να φύγει όσο περισσότερο χώμα γινόταν και το φόρεσε ξανά.
Στον αέρα πλανιόταν πάλι η μυρωδιά της βροχής. Ήξερε πως έπρεπε να βιαστούν πριν πέσουν οι πρώτες στάλες. Κι όμως, δεν του πήγαινε η καρδιά να φύγει χωρίς να συνοδεύσει τον μπάρμπα Παναγιώτη, που ακόμη στεκόταν ταραγμένος και εξαντλημένος από τη μεγάλη περιπέτεια.
Μάζεψαν το ήμερο τετράποδο που έβοσκε το παχύ, καταπράσινο χορτάρι δίπλα στα καλάμια και πήραν όλοι μαζί τον δρόμο για τον οικισμό. Όταν έφτασαν στα πρώτα σπίτια, το φεγγάρι είχε πια ανατείλει ψηλά και φώτιζε αθόρυβα τη ρεματιά που, σαν να μην είχε συμβεί τίποτε, βυθιζόταν ξανά στη νυχτερινή της γαλήνη.
Την επομένη έμαθαν τι είχε πραγματικά συμβεί. Ο μπάρμπα Παναγιώτης είχε πάρει μέρος σε μια φιλική κρασοκατάνυξη στο χωριό και, κατά την επιστροφή του στον οικισμό, ταξίδευε καβάλα στον γάιδαρό του. Φτάνοντας στο πέρασμα του χειμάρρου, το συμπαθές αλλά διόλου φιλότιμο ζώο αποφάσισε πως δεν είχε κανέναν λόγο να συνεχίσει να κουβαλά έναν αφέντη σκνίπα στο μεθύσι. Με μια απότομη κίνηση τον ξεφόρτωσε στα νερά και συνέχισε ατάραχο τον δρόμο του, αφήνοντάς τον να βογκά μόνος μέσα στη ρεματιά. Ο μπάρμπα Παναγιώτης, εκτός από παλικάρι στις χειρωνακτικές δουλειές, ήταν και γερό ποτήρι. Δεν έλεγε ποτέ όχι στο κρασάκι του Θεού και, όταν οι φίλοι τον καλούσαν σε παρέα, δεν τους χαλούσε ποτέ το χατίρι. Εκείνη την ημέρα, φαίνεται πως βρήκε καλή συντροφιά και ακόμη καλύτερο κρασί. Στην ταβέρνα το κέφι περίσσευε. Τα ποτήρια γέμιζαν και ξαναγέμιζαν, τα πειράγματα έδιναν κι έπαιρναν και τα τραγούδια διαδέχονταν το ένα το άλλο. Χαμένοι στη ζεστασιά της παρέας, ξέχασαν την ώρα να περνά. Ένιωθαν άρχοντες ενός παλιού, ξέγνοιαστου καιρού.
Όταν, αργά πια, ο μπάρμπα Παναγιώτης πήρε τον δρόμο της επιστροφής, το κρασί είχε βαρύνει το βήμα και το μυαλό του. Στο πέρασμα του χειμάρρου ο γάιδαρος του τον ξεφόρτωσε, κι εκεί άρχισε η μεγάλη περιπέτεια. Αν εκείνο το ανοιξιάτικο απόγευμα δεν περνούσε από το Μεγάλο Ρέμα ο μικρός Αλκιβιάδης, ο γέροντας δύσκολα θα έβγαινε ζωντανός. Τα νερά, που κατέβαιναν ασταμάτητα από τις πλαγιές, φούσκωναν ολοένα τη γούρνα και, όσο περνούσε η ώρα, ο χείμαρρος γινόταν όλο και πιο ορμητικός. Ο μπάρμπα Παναγιώτης σώθηκε εκείνη την ημέρα όχι μόνο από τύχη, αλλά και γιατί ένα παιδί δεν προσπέρασε έναν άνθρωπο που είχε ανάγκη.
Θυμόταν ακόμη τα λόγια του γέροντα, μέρες αργότερα, όταν κάθονταν μαζί στη δυτική πλαγιά του χαμηλού λόφου του Αγίου Παντελεήμονα. Ο μπάρμπα Παναγιώτης αγαπούσε πολύ εκείνο το μέρος. Του άρεσε να αγναντεύει το ηλιοβασίλεμα και να αφήνει το βλέμμα του να χάνεται πίσω από τις κορφές του Κούνου. Εκείνο το δειλινό τον κοιτούσε χαρούμενος και γεμάτος ζωή. Ένιωθε την καρδιά του να ξεχειλίζει από ευγνωμοσύνη για τη μεγάλη του τύχη, που οι δρόμοι τους είχαν συναντηθεί εκείνο το ανοιξιάτικο απόγευμα και η περιπέτειά του είχε ευτυχισμένο τέλος.
Τα μάτια του έλαμπαν με μια βαθιά γαλήνη. Χτύπησε τον Αλκιβιάδη στοργικά στην πλάτη. Η φωνή του ήταν χαμηλή και τρυφερή, χωρίς ίχνος αστεϊσμού· είχε τη ζεστασιά και τη συγκίνηση ενός ανθρώπου που γνώριζε πως χρωστούσε τη ζωή του σ' ένα παιδί.
«Η μοίρα του καθενός μας είναι γραμμένη κάπου εδώ γύρω μας. Είμαστε δεμένοι μαζί της, χωρίς να ξέρουμε ούτε το γιατί ούτε το πότε. Κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να γνωρίζει τι του επιφυλάσσει η επόμενη στιγμή. Εγώ, όμως, στάθηκα τυχερός. Γιατί εκείνη την ώρα βρέθηκες εσύ μπροστά μου. Στην πιο δύσκολη στροφή της ζωής μου, στάθηκες δίπλα μου.»
Μίλησε αρκετή ώρα ακόμη για εκείνη τη μέρα, για το πώς οι δρόμοι τους συναντήθηκαν απρόσμενα και για το πώς οι ζωές τους, χωρίς να το γνωρίζουν, είχαν δεθεί μεταξύ τους. Για εκείνον ο Αλκιβιάδης δεν ήταν απλώς ένα παιδί που τον βοήθησε· ήταν ο ευεργέτης του.
Και ύστερα, όπως συνήθιζε να λέει, κοίταξε το ηλιοβασίλεμα και αναστέναξε: «Άλλη μια μέρα πάει... Και ποιος ξέρει τι θα μας ξημερώσει αύριο, ε, γιε μου;»
Ένα κύμα ευτυχίας τον αγκάλιασε. Έσκυψε το κεφάλι και χαμογέλασε ντροπαλά, σχεδόν ταπεινά. Ήταν η πρώτη φορά που άκουγε τον μπάρμπα Παναγιώτη να μιλάει έτσι. Τότε ένιωσε τη ζεστασιά ενός ρυτιδιασμένου χεριού να αγκαλιάζει το λιγνό κορμί του. Μια ζεστασιά απλώθηκε μέσα του, βαθιά στην καρδιά του. Εκείνη τη στιγμή ένιωθε μόνο περηφάνια για όσα είχε ζήσει και για όσα είχε καταφέρει.
Σήκωσε τα μάτια του και, όσο κρατούσε η σιωπή, άφησε το βλέμμα του να ταξιδέψει στο κτήμα με τα λιόδεντρα που απλωνόταν στη δυτική πλαγιά του οικισμού. Έμεινε να κοιτάζει εκεί, μέχρι που η εικόνα άρχισε να χάνεται. Όχι γιατί έπεσε το σκοτάδι, αλλά γιατί τα μάτια του είχαν θολώσει.
Έμεινε βουβός, ακίνητος, χωρίς να βγάλει λέξη. Ήθελε να πει πολλά, μα το στόμα του δεν μπορούσε να σαλέψει. Κι ύστερα, αθόρυβα, σήκωσε την ανάστροφη παλάμη του και με τον καρπό σκούπισε τα δάκρυα του.
Η συνέχεια στο...
Ένας Σκύλος Χαρσματικός!.....





'

0 comments:
Δημοσίευση σχολίου