ADS

click to open

Τρίτη 20 Δεκεμβρίου 2022

O Tilemaxos

... .1957!
Μια χρονιά που έμελλε να μείνει βαθιά χαραγμένη στη μνήμη της οικογένειας. Μια χρονιά που, ενώ όλα έδειχναν να κυλούν μέσα στη φυσική ροή της παιδικής ηλικίας και της καθημερινής ζωής, έκρυβε μια δοκιμασία που κανείς δεν περίμενε. Ήταν η χρονιά που ο δεύτερος αδελφός του, ο μικρός τρίχρονος Τηλέμαχος, βρέθηκε αντιμέτωπος με γεγονότα που λίγο έλειψε να αφήσουν ανεξίτηλο σημάδι στη ζωή του. Δεν ήταν μια απλή ανάμνηση της παιδικής ηλικίας. Ήταν μια εμπειρία που έμεινε χαραγμένη μέσα του, μια από εκείνες τις στιγμές που το παιδικό βλέμμα αντικρίζει ξαφνικά την ευθραυστότητα της ζωής.
Η αφήγηση αυτή είναι μια μαρτυρία. 
Η μαρτυρία που έζησε ο ίδιος ο μικρός Τηλέμαχος, όπως ο Αλκιβιάδης τη βίωσε, και όπως την κράτησε μέσα στη μνήμη του μέσα στα χρόνια που πέρασαν. Γιατί υπάρχουν γεγονότα που ο χρόνος δεν τα σβήνει. Απλώς τα σκεπάζει με τη σκόνη των χρόνων, μέχρι κάποια στιγμή να επιστρέψουν ξανά, ζητώντας να ειπωθούν.
…Είχε αρχίσει να σουρουπώνει. Το φως της ημέρας έσβηνε αργά, καθώς ο ήλιος βυθιζόταν πίσω από τον ορίζοντα της Μονεμβασιάς και ένα μεγάλο χάλκινο φεγγάρι ανέβαινε στον ουρανό. Όμως ο μικρός Τηλέμαχος δεν ήταν στην αυλή του σπιτιού. Στην αρχή κανείς δεν ανησύχησε. Όταν όμως έπεσε το σκοτάδι και το παιδί δεν φαινόταν πουθενά, ολόκληρος ο οικισμός κινητοποιήθηκε. Άνθρωποι άφησαν τα σπίτια τους, πήραν φανάρια και ξεχύθηκαν μέσα στη φεγγαρόφωτη νύχτα αναζητώντας τον. Και εκείνος, μακριά από όλους, καθόταν κουλουριασμένος σαν μικρό λαγουδάκι, κρυμμένος μέσα σε μια τρύπα ανάμεσα στα βάτα, σε μια χλοερή γωνιά της απομακρυσμένης ρεματιάς με τα παλιά χαλάσματα. Ο φόβος τον είχε παραλύσει. Είχε νυχτώσει, δεν ήξερε πού βρισκόταν, δεν μπορούσε να βρει τον δρόμο της επιστροφής και οι φωνές των ανθρώπων που τον αναζητούσαν χάνονταν μέσα στη βλάστηση. Έμενε ασάλευτος, σχεδόν θαμμένος μέσα στην κρυψώνα του, λουφάζοντας σαν μικρό αγρίμι. Ώσπου άκουσε τη φωνή της μητέρας του. Μέσα στη νύχτα η Ιοκάστη καλούσε απελπισμένα το όνομά του. Η φωνή της έφτασε βαθιά μέσα στη ρεματιά, πέρασε ανάμεσα από τα βάτα και τα σκίνα και έφτασε στ’ αυτιά του παιδιού.Τότε ο μικρός Τηλέμαχος άφησε μια μικρή κραυγή.
Η μητέρα τον άκουσε.
Η αγωνία μιας ολόκληρης βραδιάς μετατράπηκε σε μια στιγμή ανείπωτης χαράς. Έτρεξε κοντά του και εκείνος γαντζώθηκε πάνω της, χωρίς να μπορεί να μιλήσει. Είχε τρομάξει τόσο πολύ, που είχε σχεδόν πετρώσει από την ανακούφιση. Η Ιοκάστη τον έσφιξε στο στήθος της και τον έπνιξε στα φιλιά.
«Είμαι εδώ, αγόρι μου… κοντά σου είμαι. Μη φοβάσαι… μη φοβάσαι».
Τα λόγια της έβγαιναν ασταμάτητα, μπερδεμένα από τη χαρά, την αγωνία και την ευγνωμοσύνη. Δεν καταλάβαινε ούτε η ίδια τι έλεγε. Το μόνο που ήξερε ήταν πως το παιδί της ήταν πάλι στην αγκαλιά της. Ο μικρός είχε μπει βαθιά στη ρεματιά με την πλούσια βλάστηση και, όταν έπεσε το σκοτάδι, είχε χάσει τον προσανατολισμό του. Εντοπίστηκε σχεδόν τα μεσάνυχτα, σώος, αν και κουρασμένος και ταλαιπωρημένος. Και τότε η νύχτα ησύχασε. Ο ουρανός είχε πάρει ένα βαθύ σκούρο χρώμα. Τα αστέρια έμοιαζαν καρφιτσωμένα πάνω σε μια διάφανη σφαίρα. Η κορυφή του Κούνου ξεχώριζε φωτεινή μέσα στη σιωπή και το φεγγάρι, μισό πια, ετοιμαζόταν να χαθεί. Η ρεματιά άφηνε σιγά σιγά την κάψα της ημέρας. Το νοτισμένο χώμα ανέδιδε το άρωμά του, τα φύλλα της ιτιάς βάραιναν από τη βραδινή υγρασία και βαθιά μέσα στα βάτα και τα σκίνα τα πουλιά είχαν κουρνιάσει στον ύπνο τους. Οι ελιές στις πλαγιές στέκονταν ακίνητες, ντυμένες με τα ασημένια τους φύλλα, σαν φύλακες της μικρής αυτής περιπέτειας που είχε τελειώσει.
........Καλοκαίρι. Μεσημέρι. Ντάλα ο ήλιος. Ένα αναποφάσιστο αεράκι φυσούσε πότε πότε, όταν ο Αλκιβιάδης, μαζί με τον μικρό τρίχρονο αδελφό του, ξεκίνησαν να κατέβουν για να φέρουν νερό από την πηγή. Το μονοπάτι κατηφόριζε γύρω από τη λιπόσαρκη πλαγιά του λόφου. Κουλουριαζόταν σαν ερπετό πάνω στη γη, στενό και δύσβατο, σαν κορδέλα ή σαν σκοινί που οδηγούσε χαμηλότερα, στο μικρό πλάτωμα όπου ανάβλυζε το γάργαρο, διάφανο νερό της πηγής. Εκεί, κάτω από τη μεγάλη ιτιά και δίπλα στη στέρνα, τα δυο αδέλφια έπαιζαν ανέμελα.
Μια στιγμή απροσεξίας ήταν αρκετή. Άθελά του ο Αλκιβιάδης έσπρωξε τον μικρότερο αδελφό του και ο Τηλέμαχος έπεσε μέσα στο νερό. Για λίγες στιγμές όλα πάγωσαν.
Μόλις είδε τον αδελφό του μέσα στη στέρνα, ο Αλκιβιάδης ανατρίχιασε. Ένιωσε το αίμα να πυρπολεί τα πόδια του και έναν αόρατο φόβο να ανεβαίνει από μέσα του και να του σφίγγει την καρδιά. Ήταν εκείνος ο τρόμος που μόνο ένα παιδί μπορεί να νιώσει, όταν ξαφνικά καταλαβαίνει πως κάτι πολύ κακό μπορεί να έχει συμβεί. Η σκέψη πέρασε αμέσως από το μυαλό του. «Κι αν πνιγεί;»
Ήταν μια σκέψη τόσο σκληρή, τόσο οδυνηρή, που δεν άντεχε ούτε να την ολοκληρώσει. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα όμως, ο φόβος έδωσε τη θέση του στην ανακούφιση. Η στέρνα δεν ήταν γεμάτη. Η στάθμη του νερού ήταν χαμηλή. Με όση δύναμη είχε, έσκυψε, τράβηξε τον μικρό του αδελφό και κατάφερε να τον ανασύρει ζωντανό. Τον έσφιξε στην αγκαλιά του με όλη τη δύναμη που του είχε απομείνει από την αγωνιώδη προσπάθεια. Και τότε ο τρόμος μεταμορφώθηκε σε μια απέραντη αγάπη.
Σε μια αγκαλιά γεμάτη λατρεία, στοργή και ανακούφιση. Όταν γύρισαν στο σπίτι, η μητέρα τους είδε τον μικρό της γιο μούσκεμα από την κορφή ως τα νύχια. Μα είδε και το πρόσωπο του Αλκιβιάδη.
Είδε τον φόβο του. Είδε την αγωνία του. Κατάλαβε πως μέσα σε εκείνη τη στιγμή είχε τρομάξει όχι μόνο για τον αδελφό του, αλλά και για τον ίδιο του τον εαυτό.
Δεν τον μάλωσε. Δεν τον κατηγόρησε. Άνοιξε μόνο τη μεγάλη, ζεστή της αγκαλιά και τους έκλεισε και τους δύο μέσα της. Γιατί εκείνη τη στιγμή χρειαζόντουσαν περισσότερο την αγάπη παρά την επίπληξη.
Από εκείνη την ημέρα η στέρνα έγινε απαγορευμένος τόπος για τα παιδιά. Η μητέρα τους δεν τους άφησε ποτέ ξανά να πλησιάσουν κοντά της.
.....Γλίτωσε τον πνιγμό στη στέρνα και λίγο έλειψε να χάσει τη ζωή του στη βούτα του ελαιοτριβείου.
Στην ανατολική πλευρά του μικρού οικισμού στεκόταν το παλιό ιπποκίνητο ελαιοτριβείο, ένα ζωντανό απομεινάρι μιας άλλης εποχής. Ήταν ένας ενιαίος μονώροφος χώρος, με την κτιστή γούρνα διαχωρισμού του λαδιού στο κέντρο και, στη βόρεια πλευρά, τη βαριά ξύλινη βάση του ελαιοπιεστηρίου, του «εργάτη», όπως τον αποκαλούσαν οι παλιοί. Πάνω στην κτιστή βάση βρίσκονταν οι δύο μεγάλες λαδόπετρες που αλέθοντας τις ελιές έλιωναν τον καρπό και τον μεταμόρφωναν σε πολύτιμο χυμό. Δίπλα τους, στο δάπεδο, ήταν η γούρνα περισυλλογής της ελαιοζύμης. Το πάτωμα ήταν από πατημένο χώμα, όπως συνηθιζόταν στα παλιά λιοτρίβια, και στη νοτιοδυτική γωνιά δέσποζε το μεγάλο τζάκι, όπου ζέσταιναν το νερό για το θέρμισμα των ελιών, ώστε να αυξηθεί η απόδοση του λαδιού. Ο Κλέαρχος, μαζί με τον κουμπάρο του Γ. Αρώνη, ήταν οι λιοτριβικάρηδες. Εκείνοι είχαν την ευθύνη της λειτουργίας του ελαιοτριβείου. Το άλογο τραβούσε αργά τον μηχανισμό, οι βαριές πέτρες γύριζαν μονότονα και οι ελιές άρχιζαν να συνθλίβονται, να σπάνε, να αφήνουν το πρώτο τους λάδι. Η μυρωδιά του φρέσκου ελαιόκαρπου γέμιζε τον χώρο. Έπαιρναν την ελαιοζύμη, την έβαζαν στις τσαντίλες και την πίεζαν στην πρέσα. Τότε άρχιζε να τρέχει το πρώτο λάδι, το «αξεθέρμιγο», όπως το έλεγαν. Ήταν το λάδι των απλών χαρών: για μια καψάλα ψωμί, ψημένη στη φωτιά, με λίγο λάδι και αλάτι. Εκείνο το μεσημέρι, δίπλα στο τζάκι, τα ξύλα έτριζαν και σκορπούσαν ζεστασιά. Ο μικρός Τηλέμαχος, μόλις τριών χρόνων, κρατούσε μια φέτα ψημένο ψωμί. Κάνοντας ένα βήμα πίσω, χωρίς να προσέξει, σκόνταψε.
Και μέσα σε μια στιγμή όλα πάγωσαν. Έπεσε στη βούτα με το λάδι.
Ο Κλέαρχος, μόλις αντίκρισε το παιδί του μέσα στη μεγάλη λεκάνη, ένιωσε την καρδιά του να σταματά. Ο τρόμος τον ακινητοποίησε για λίγες στιγμές. Ύστερα πετάχτηκε μπροστά και τον άρπαξε.
Το παιδί σώθηκε. Ο πατέρας, κρατώντας τον στην αγκαλιά του, ανάσανε βαθιά. Τα χέρια του έτρεμαν ακόμη. «Αυτό το παιδί… ώρες-ώρες είναι σκέτη απελπισία», μουρμούρισε ξέπνοα.
Ήταν λόγια αγανάκτησης, μα μέσα τους έκρυβαν όλη την αγωνία και την απέραντη αγάπη ενός πατέρα που μόλις είχε νιώσει πως μπορούσε να χάσει το παιδί του.

Η συνέχεια στο...
Click to Open
......Το Μεγάλο Ρέμα!
.....

0 comments:

Δημοσίευση σχολίου

 
Web Informer Button