..Ένα μικρό απόσπασμα από την «Ερωτική Μυθοπλασία: Ι..»«Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας του συγγραφέα. Τα ονόματα, οι χαρακτήρες, οι τοποθεσίες .... Βλέπε Μυθοπλασία Ι: (Part: 1)
Ερωτική Μυθοπλασία Ι (Part..1)..Η Ανδρομάχη απομακρύνθηκε από την αγκαλιά του Αλκιβιάδη, αφήνοντας πίσω της το άρωμα της σαν μια μεθυστική υπόσχεση. Με μια κίνηση γεμάτη νωχελική χάρη και λικνιστικό βήμα που δεν άφηνε τίποτα στη φαντασία, τον προσπέρασε και κατευθύνθηκε προς το βάθος του προαυλίου, εκεί όπου ο ιερέας στεκόταν ακίνητος, παρακολουθώντας την πορεία της με βλέμμα σκοτεινό και προσηλωμένο.Όταν έφτασε κοντά του, έσκυψε ευλαβικά, μια κίνηση φαινομενικά τυπική και προσκυνηματική για να πάρει την ευχή του και να ασπαστεί το χέρι του. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, μια δέσμη από το φως του φεγγαριού έσπασε μέσα από τα φυλλώματα των πεύκων, πέφτοντας ακριβώς πάνω στο πρόσωπό της.
Τα χαρακτηριστικά της φωτίστηκαν έντονα, αναδεικνύοντας μια ομορφιά ωμή και ακαταμάχητη. Στα σαρκώδη, άλικα χείλη της, το χαμόγελο που άρχισε να ανθίζει δεν είχε τίποτα το θρησκευτικό ή το αθώο· ήταν καθαρά ερωτικό, μια σιωπηλή δήλωση συνενοχής και λαγνείας που φαινόταν να διαπερνάει τον ιερέα, γκρεμίζοντας και τα τελευταία προσχήματα της ιεροσύνης του κάτω από το βλέμμα του Αλκιβιάδη που παρακολουθούσε από κοντά.
Η αιφνιδιαστική κίνηση της Ναυσικάς έκοψε κάθε περιθώριο αντίδρασης. Καθώς το πλούσιο, ξανθοκόκκινο σώμα της κόλλησε πάνω του, ο Αλκιβιάδης ένιωσε το ζεστό της στήθος να πιέζει δυνατά το δικό του, μεταδίδοντας μια ηλεκτρική, πρωτόγονη δόνηση που διέτρεξε ολόκληρο το κορμί του. Η μυρωδιά της, ένα μεθυστικό μείγμα από καλοκαιρινό άρωμα και τη δροσιά της νύχτας, του ζάλισε το μυαλό.
Ο Αλκιβιάδης έμεινε για ένα δευτερόλεπτο μετέωρος, πιασμένος ανάμεσα στη μυρωδιά της Ανδρομάχης που μόλις είχε απομακρυνθεί και στην απροκάλυπτη, σαρκική πρόκληση της Ναυσικάς. Ο ηδονικός της αναστεναγμός, τόσο κοντά στο αυτί του, λειτούργησε σαν σπίθα σε ξερό χόρτα. Το σώμα
του ήδη σε κατάσταση υστερικής διέγερσης από όσα είχαν προηγηθεί με τον ιερέα λίγο πιο πέρα αντέδρασε ακαριαία, κάνοντας τους μυς του να σφίξουν και την καρδιά του να χτυπάει στα πλευρά του.
«Εσείς... ποτέ δεν φεύγετε από το μυαλό μου, Ναυσικά» της ψιθύρισε με φωνή βραχνή, σχεδόν κοφτή, καθώς τα χέρια του, σαλεύοντας σχεδόν μηχανικά, τύλιξαν τη μέση της, τραβώντας την ακόμα πιο κοντά του, νιώθοντας τις καμπύλες της να εφαρμόζουν τέλεια πάνω στο σώμα του.
Λίγα μέτρα πιο πέρα, μέσα στη σκιά του πεύκου, η Ανδρομάχη στεκόταν μπροστά στον ιερέα,
με τα άλικα χείλη της σχηματίζουν εκείνο το προκλητικό, συνωμοτικό χαμόγελο. Τα βλέμματα διασταυρώθηκαν στον αέρα του προαυλίου.
Το παιχνίδι είχε πια ανοίξει για τα καλά, και τα όρια είχαν εξαφανιστεί οριστικά.
Την κοιτάει κι εκείνος γλυκά μόνο που το χαμόγελο του έχει υποχωρήσει και στη θέση του έχει μείνει ένα μειδίαμα, μια υποψία χαμόγελου μαζί με κάτι άλλο. Κάτι που καθώς το μυαλό της Ναυσικάς το επεξεργάζεται νιώθει πολλές μικρές καρδιές να χτυπάνε σε διάφορα σημεία του σώματός της.
Της ανοίγει το πορτμπαγκάζ του αυτοκίνητου και την αφήνει να βάλει το σακίδιο της μέσα. Στέκεται πίσω της με το χέρι στην πόρτα του πορτμπαγκάζ.
«Η γυναίκα με πιασίματα είναι δυο φορές γυναίκα.» Της είπε με πονηρό χαμόγελο...
Η ατάκα του Αλκιβιάδη έπεσε σαν πυρακτωμένο κάρβουνο στη νυχτερινή ατμόσφαιρα, κάνοντας τη Ναυσικά να ανατριχιάσει ολόκληρη. Καθώς ήταν σκυμμένη πάνω από το ανοιχτό πορτμπαγκάζ, νιώθοντας την παρουσία του ακριβώς από πίσω της, τόσο κοντά που η ζεστή του ανάσα χάιδευε τον αυχένα της το αίμα ανέβηκε αστραπιαία στα μάγουλα της.
Οι «μικρές καρδιές» που χτυπούσαν σε κάθε γωνιά του κορμιού της άρχισαν να καλπάζουν. Ο τρόπος που στεκόταν ο Αλκιβιάδης, με το ένα χέρι να κρατά την πόρτα του πορτμπαγκάζ και το σώμα του να γέρνει ανεπαίσθητα προς το μέρος της, είχε μια ακαταμάχητη, πρωτόγονη επιβολή.
Η Ναυσικά δεν βιάστηκε να ισιώσει την πλάτη της. Άφησε τις καμπύλες της να διαγραφούν ακόμα πιο προκλητικά κάτω από το φως του πορτμπαγκάζ, πριν γυρίσει αργά το κεφάλι της προς το μέρος του, κοιτάζοντάς τον μέσα από τις ξανθοκόκκινες μπούκλες της.
«Αλλάζεις τα λόγια του ποιητή, Αλκιβιάδη;» ψιθύρισε με τη φωνή της βραχνή και γεμάτη υπονοούμενα, ενώ τα μάτια της καρφώθηκαν στα δικά του.
«Ή μήπως απλώς ομολογείς ότι σου αρέσει να πιάνεις... περισσότερη ουσία;»
Το μειδίαμα στα χείλη του Αλκιβιάδη μεγάλωσε. Η διπλή ένταση που κουβαλούσε από τις αποκαλύψεις και το άγγιγμα του ιερέα λίγο πριν, μέχρι το αισθησιακό σχέδιο που είχε εξυφάνει η Ανδρομάχη έκανε την κάθε του κίνηση να αποπνέει έναν άκρως επικίνδυνο, ακαταμάχητο μαγνητισμό.
«Η ουσία, Ναυσικά μου...» είπε χαμηλόφωνα, με το χέρι του να κατεβαίνει αργά από την πόρτα και τα δάχτυλά του να την αγγίζουν σχεδόν ακαριαία, «φαίνεται πάντα στις λεπτομέρειες που δεν φοβάσαι να αγγίξεις.»
Εκείνη τον κοίταξε ξαφνιασμένη. Δεν το περίμενε. Ήταν η ευκαιρία της.«Με δουλεύεις τώρα, έτσι δεν είναι;» τον ρώτησε μισό-γελώντας χαριτωμένα.
«Δεν φταίω εγώ Κυρία μου. Το κορμί σας φταίει που είναι τόσο ερωτικό και επιθυμητό!»
«Εντάξει τώρα τα παραλές! Είσαι τελικά ένας παμπόνηρος κόλακας και γαλίφης!» του είπε ρίχνοντας
Η Ναυσικά ένιωσε ένα ρίγος να τη διαπερνά, από εκείνα που ξεκινούν από τη μέση και απλώνονται σε όλο το σώμα. Ο Αλκιβιάδης στεκόταν τόσο κοντά της που μπορούσε να νιώσει τη θερμότητα που εξέπεμπε το σώμα του, ενώ η ατάκα του για το «ερωτικό και επιθυμητό κορμί» αντηχούσε ακόμα στο μυαλό της σαν μελωδία.
Όσο κι αν τον αποκαλούσε «γαλίφη» και «παμπόνηρο», η καρδιά της χτυπούσε σαν τρελή. Αυτός ο χαρακτηρισμός περί «φίλων» που χρησιμοποιούσαν πάντα για να κρατούν τα προσχήματα, τώρα φάνταζε τόσο φτηνός, τόσο ξένος μπροστά στην ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα της νύχτας.
«Ξενέρωνε που ήταν πιασμένος», σκέφτηκε ξανά, αλλά εκείνο το «πιασμένος» απόψε είχε άλλη σημασία. Η Ανδρομάχη δεν ήταν το εμπόδιο· ήταν η ίδια η γέφυρα.
«Φίλοι, ε;» ψιθύρισε η Ναυσικά, γέρνοντας ελάχιστα προς το μέρος του, αφήνοντας την ανάσα της να αγγίξει το σαγόνι του. «Ξέρεις, Αλκιβιάδη... οι φίλοι δεν κοιτάζουν έτσι. Ούτε λένε τέτοια λόγια πίσω από ανοιχτά πορτμπαγκάζ μέσα στο σκοτάδι.»
Τα μάτια της άστραψαν από μια σπίθα γεμάτη νόημα, καθώς η σκέψη για το σχέδιο που είχε καταστρώσει με την Ανδρομάχη της έδωσε την τόλμη που της έλειπε τόσον καιρό.
«Και αφού βρίσκεις το κορμί μου τόσο ερωτικό...» συνέχισε χαμηλόφωνα, με τη φωνή της να στάζει εκείνο το σιρόπι που τον ζάλιζε, «ίσως πρέπει να σταματήσεις να είσαι μόνο στα λόγια κολακευτικός και να δούμε αν η «φιλία» μας αντέχει λίγη παραπάνω φωτιά απόψε.»
Ο Αλκιβιάδης την κοίταξε στα μάτια, νιώθοντας το αίμα του να βράζει. Η Ναυσικά ήταν έτοιμη για το επόμενο βήμα, και η νύχτα στο προαύλιο υποσχόταν να κάψει κάθε προηγούμενο κανόνα.
Ανοίχτηκε για λίγο έριξε το βλέμμα της στο κορμί του, προς τα κάτω, με ένα ύφος καυλωμένο και ναζιάρικο ξανά κόλλησε επάνω του και κατευθύνει το χέρι της στο φούσκωμα του παντελονιού του να το χαϊδεύει.
Το χέρι της Ναυσικάς, τολμηρό και αποφασιστικό, έκλεισε πάνω στο σκληρό, παλμικό φούσκωμα του παντελονιού του, στέλνοντας ηλεκτρικά ρεύματα σε ολόκληρο το κορμί του. Η αντίθεση ανάμεσα στη δημόσια φύση του προαυλίου και στην ωμή, απαγορευμένη πραγματικότητα αυτής της κίνησης έκανε την αδρεναλίνη να χτυπήσει κόκκινο.
Ο Αλκιβιάδης προσπάθησε να κρατήσει τα προσχήματα, αλλά η φωνή του πρόδιδε την εσωτερική του πάλη· η ανάσα του είχε κοπεί, και το σώμα του είχε ήδη προδώσει κάθε σκέψη «λογικής», θερμασμένο διπλά, πρώτα από τον ιερέα και τώρα από την απροκάλυπτη λαγνεία της Ναυσικάς.
«Θα σε δει η φιλενάδα σου...» ψιθύρισε λαχανιασμένα, προσπαθώντας να συγκρατηθεί, καθώς τα δάχτυλά της άρχισαν να παίζουν ρυθμικά με το πυρακτωμένο του εργαλείο.
Η Ναυσικά, όμως, δεν πτοήθηκε. Με τα μάτια της να φλογίζονται από μια άγρια, παιχνιδιάρικη σιγουριά, έσκυψε ακόμα πιο κοντά του, αφήνοντας το άρωμά της και τη ζεστή της ανάσα να τον τυλίξουν. Η ανάμνηση εκείνης της πρώτης φοράς στο εξοχικό, τότε που τα ταμπού είχαν σπάσει για πρώτη φορά, αιωρούνται ανάμεσα τους σαν άγραφη υπόσχεση.
Λίγα μέτρα πιο πέρα, η Ανδρομάχη, αφού είχε ολοκληρώσει τον συμβολικό της χαιρετισμό με τον ιερέα, γύρισε το κεφάλι της και τους κοίταξε.
Το πρόσωπο της δεν έδειχνε ούτε ζήλια ούτε έκπληξη΄, αντίθετα, ένα βαθύ, συνωμοτικό και απόλυτα ερωτικό χαμόγελο άστραφτε στα χείλη της. Με αργές, αισθησιακές κινήσεις, άρχισε να κατευθύνεται ξανά προς το μέρος τους, σηματοδοτώντας την αρχή του τέλους για κάθε τους δισταγμό.
Το παιχνίδι μόλις περνούσε στην τελική του φάση. Οι τρεις τους ήταν πια στην ίδια φωτιά, έτοιμοι να παραδοθούν σε αυτό που φοβούνταν και ποθούσαν περισσότερο.
...Η Ανδρομάχη τους πληροφόρησε ότι με τον ιερέα και τον αγιογράφο είχαν να διευθετήσουν κάποιες μικρές λεπτομέρειες και θα καθυστερούσε.
Η εκκλησία τελούσε υπό αναπαλαίωση και οι εργασίες ήταν σε εξέλιξη.
Του πρότεινε ν' αναλάβει τη μεταφορά της φιλενάδας στο σπίτι της, και να γυρνούσε για να την πάρει.
Η Ναυσικά έλαβε την ευκαιρία πήρε παράμερα την φιλενάδα της το συζήτησαν και άλλαξαν το πλάνο.
«Τα παιδιά μας λείπουν στην έξοχη με τους παππούδες και τις γιαγιάδες εγώ είμαι μόνη στο σπίτι από ότι γνωρίζω το ίδιο και εσείς λοιπόν θα πάμε με τον κούκλο σου σπίτι μου να με βοηθήσει να ετοιμάσουμε το δείπνο, και εσένα μόλις τελειώσετε με τις αγιογραφίες σε φέρνει ο ιερέας. Α και που είσαι, τον καλούμε και αυτόν στο δείπνο.»...
Ο Αλκιβιάδης έμεινε να κοιτάζει τη Ναυσικά με τα μάτια ορθάνοιχτα, προσπαθώντας να συνειδητοποιήσει την ταχύτητα με την οποία το σχέδιο είχε αλλάξει μορφή, μετατρέποντας μια απλή επιστροφή σε μια επικίνδυνα απολαυστική συνωμοσία. Η ιδέα να μείνει η Ανδρομάχη πίσω με τον ιερέα ανάμεσα στις σκαλωσιές και τα λιβάνια, ενώ ο ίδιος θα βρισκόταν μόνος στο σπίτι με τη Ναυσικά και με την προοπτική να σκάσει αργότερα και ο παπάς στο τραπέζι,ξεπερνούσε κάθε προσδοκία.
«Με τον ιερέα στο δείπνο;» είπε γελώντας χαμηλά, με μια δόση ευπρόσδεκτης τρέλας στη
φωνή του.
«Νομίζω, Ναυσικά μου, ότι απόψε αποφασίσατε να γκρεμίσετε όχι μόνο τα στεγανά της μονογαμίας, αλλά και το ίδιο το εκκλησιαστικό συμβούλιο!»
Η Ανδρομάχη πλησίασε χαμογελώντας, με το βλέμμα της να κουβαλάει όλη τη φωτιά και τη συνενοχή της στιγμής. Ένα απαλό, υπονοούμενο άγγιγμα στον ώμο του Αλκιβιάδη ήταν αρκετό για να του δώσει το πράσινο φως.
«Ακριβώς αυτό, αγάπη μου» του ψιθύρισε η Ανδρομάχη, γέρνοντας κοντά του. «Άλλωστε, οι άγιοι στις τοιχογραφίες ας κοιτούν αυστηρά από ψηλά, εμείς έχουμε άλλα σχέδια για απόψε. Πήγαινε με τη Ναυσικά, ετοιμάστε τα πράγματα στο σπίτι της, κι εγώ θα τελειώσω εδώ τις τελευταίες »λεπτομέρειες» με τον πάτερα και τον αγιογράφο. Μη φοβάσαι, θα έρθουμε σύντομα.»
Ο ιερέας τους δήλωσε ότι ευχαρίστως και πρόθυμα θα μεταφέρει την Ανδρομάχη, αλλά ο ίδιος παρά όλο που θα το επιθυμούσε από καρδιάς έχει κάποια ανειλημμένη υποχρέωση απόψε και δεν θα μπορέσει να έλθει στην παρέα τους. Πρότεινε δε μια από τις επόμενες ημέρες να δειπνήσουν όλοι μαζί, είναι καλεσμένοι του.
Ο Αλκιβιάδης άκουσε τα λόγια του ιερέα και ένιωσε ένα παράξενο τσίμπημα, μια μίξη ανακούφισης αλλά και μιας ανεπαίσθητης απογοήτευσης. Η άρνηση του παπά λόγω «ανειλημμένης υποχρέωσης» έδινε στη νύχτα μια εντελώς διαφορετική τροπή, αφήνοντας τις υποψίες και τις κρυφές επιθυμίες να αιωρούνται ακόμα πιο επικίνδυνα στον αέρα.
«Κρίμα, πάτερ...» μουρμούρισε ο Αλκιβιάδης, κοιτάζοντάς τον στα μάτια με ένα νόημα που μόνο οι δυο τους μπορούσαν να αποκωδικοποιήσουν. «Αλλά η πρόσκληση ισχύει. Την επόμενη φορά θα είναι δική μας η περιποίηση.»
Ο ιερέας χαμογέλασε αινιγματικά, έκανε ένα ελαφρύ νεύμα με το κεφάλι και γύρισε αργά το σώμα του, ακολουθώντας την Ανδρομάχη προς το εσωτερικό του ναού. Οι δύο σιλουέτες χάθηκαν πίσω από τη βαριά, ξύλινη πόρτα, αφήνοντας πίσω τους τη μυρωδιά του λιβανιού και μια βαριά, συνωμοτική σιωπή.
Ο Αλκιβιάδης έμεινε για λίγο αμίλητος, να κοιτάζει την κλειστή είσοδο της εκκλησίας. Το μυαλό του βασανιζόταν ακόμα από την κίνηση της Ναυσικάς, τι διάβολο της είχε βάλει κρυφά στο χέρι πριν φύγει; αλλά και από τα λόγια της Ανδρομάχης: «Καλή διασκέδαση κι αν προλάβετε ετοιμάζετε και το δείπνο».
Γύρισε το κεφάλι του προς τη Ναυσικά, η οποία είχε ήδη καθίσει αναπαυτικά στη θέση του συνοδηγού, παρακολουθώντας τον μέσα από το τζάμι με εκείνο το ανήσυχο, σκανδαλιάρικο βλέμμα.
«Λοιπόν, «σύντροφε;» του φώναξε η Ναυσικά, γέρνοντας προς το μέρος του καθώς ο Αλκιβιάδης άνοιγε την πόρτα του οδηγού και καθόταν δίπλα της.
«Θα μείνουμε να κοιτάμε τις πόρτες του ναού ή θα πάμε να δούμε τι σημαίνει αυτό το αν
«προλάβετε;»
Ο Αλκιβιάδης έβαλε μπρος τη μηχανή, νιώθοντας την ένταση να μεταφέρεται πλέον ολοκληρωτικά μέσα στο κλειστό περιβάλλον του αυτοκινήτου. Η διαδρομή για το σπίτι της Ναυσικάς μόλις ξεκινούσε, και το παιχνίδι των δυο τους ήταν πλέον αναπόφευκτο.
Το αυτοκίνητο κύλησε απαλά έξω από τον προαύλιο χώρο, αφήνοντας πίσω του τη σιωπή του χωριού και τους θολούς προβολείς του ναού. Ο Αλκιβιάδης κρατούσε το τιμόνι με το ένα χέρι, ενώ με την άκρη του ματιού του προσπαθούσε να αποκωδικοποιήσει το ύφος της Ναυσικάς. Εκείνη καθόταν ελαφρά γυρισμένη προς το μέρος του, με την πλάτη ακουμπισμένη στην πόρτα, να τον κοιτάζει επίμονα, σαν να απολάμβανε την απορία του.
«Εντάξει, για λέγε...» έσπασε τη σιωπή ο Αλκιβιάδης, χαμογελώντας στραβά καθώς έστριβε σε έναν πιο σκοτεινό δρόμο. «Τι ήταν αυτό το «αν προλάβετε;» Τι της έδωσες στην παλάμη, Ναυσικά; Μήπως κανένα σημείωμα με οδηγίες επιβίωσης για το βράδυ;»
Η Ναυσικά έβαλε τα δυνατά της, σκανδαλιάρικα γέλια που γέμισαν την καμπίνα, κάνοντας τους ώμους της να σκιρτήσουν.
«Εσύ τώρα το παίζεις ανήξερος ή όντως σε κόλλησε η αθωότητα του παπά;» του απάντησε κοφτά, γέρνοντας το κεφάλι της με μια κίνηση γεμάτη πρόκληση. «Της έδωσα το «κλειδί» για να περάσει καλά ο ιερέας, αφού τελικά αποφάσισε να μην έρθει στο σπίτι. Ή μήπως πίστευες, αγόρι μου, ότι θα αφήναμε τον Άγιο Πατέρα παραπονεμένο, τη στιγμή που εμείς έχουμε βάλει φωτιά σε ολόκληρο το σύμπαν;»
Ο Αλκιβιάδης τίναξε τα φρύδια του ψηλά, με το χαμόγελό του να παγώνει για ένα δευτερόλεπτο πριν μετατραπεί σε ένα πονηρό, διεστραμμένο γέλιο.
«Δηλαδή θες να μου πεις ότι...»
«Ακριβώς αυτό» τον διέκοψε η Ναυσικά, ακουμπώντας τώρα το χέρι της με τόλμη πάνω στον μηρό του, ακριβώς εκεί που η ένταση δεν είχε κοπάσει ούτε λεπτό. «Η Μάχη ξέρει ακριβώς τι να κάνει. Και τώρα, κούκλε μου, που είμαστε επιτέλους οι δυο μας, άσε τις απορίες και κοίτα να οδηγήσεις γρήγορα. Γιατί το δείπνο μπορεί να αργήσει... αλλά η όρεξη έχει ήδη ανοίξει για τα καλά.».
Καθώς το αυτοκίνητο άφησε πίσω του τα φώτα του χωριού και ανέπτυξε ταχύτητα στον ανοιχτό δρόμο, η σιωπή μέσα στην καμπίνα δεν ήταν κενή· ήταν γεμάτη από την πυκνή, ηλεκτρισμένη προσμονή των όσων θα ακολουθούσαν.
Η Ναυσικά δεν έπαιρνε τα μάτια της από πάνω του. Παρατηρούσε το προφίλ του, τα χέρια του που κρατούσαν το τιμόνι με μια σίγουρη,ανδρική χάρη, και το ελαφρύ, αινιγματικό μειδίαμα στα χείλη του. Ήξερε πολύ καλά τι γινόταν μέσα του, γιατί ακριβώς το ίδιο κύμα ζέστης και ανυπομονησίας κυλούσε και στις δικές της φλέβες. Η σύνδεση μεταξύ τους ήταν πλέον τόσο δυνατή, που δεν χρειάζονταν πολλά λόγια· κάθε βλέμμα, κάθε ανάσα ήταν μια σιωπηλή συμφωνία.
«Λίγο ακόμα...» ψιθύρισε η Ναυσικά σχεδόν άηχη, περισσότερο για τον εαυτό της, καθώς η σκέψη της ταξίδευε ήδη στο άδειο σπίτι, στην ασφάλεια των κλειστών θυρών και στη φωτιά που ετοιμάζονταν να βάλουν.
Ο Αλκιβιάδης έστριψε ελαφρά το κεφάλι του, της έδωσε ένα γρήγορο, γεμάτο νόημα βλέμμα και πάτησε λίγο παραπάνω το γκάζι. Η αντίστροφη μέτρηση είχε ξεκινήσει, και ο δρόμος μπροστά τους φαινόταν σαν ο μοναδικός δρόμος προς την απόλυτη λύτρωση.
...Τότε είναι που η Ναυσικά είχε ένα προσωπικό ξέσπασμα μαζί του.. Οδηγώντας στο δρόμο,
Η απότομη στροφή στο σκηνικό έπεσε σαν κεραυνός εν αιθρία μέσα στη βραδινή ησυχία του αυτοκινήτου. Η Ναυσικά, που μέχρι πρότινος λίκνιζε τις σκέψεις της σε έναν τόνο αισθησιακής προσμονής, μεταμορφώθηκε σε λίγα δευτερόλεπτα σε έναν χείμαρρο θυμού και συσσωρευμένης πικρίας.
Τα λόγια της χτύπησαν σαν μαστίγιο την καμπίνα. Ο θυμός της, γέννημα της απουσίας, των κλειστών τηλεφώνων και των ανεκπλήρωτων υποσχέσεων, έβγαινε επιτέλους στην επιφάνεια με μια ωμή,
ανεπεξέργαστη ορμή. Η αίσθηση του «προδομένου» πόθου και της μοναξιάς που έβραζε μέσα της τόσες μέρες ζητούσε εκτόνωση.
Ο Αλκιβιάδης παρέμεινε ακίνητος στο τιμόνι. Το βλέμμα του δεν απομακρύνθηκε από τον σκοτεινό δρόμο, αλλά οι μύες στο σαγόνι του έσφιξαν ελαφρά. Γνώριζε πολύ καλά ότι καμία δικαιολογία δεν θα μπορούσε να απαλύνει τη φωτιά της στιγμής, κι έτσι δεν επιχείρησε καν να μιλήσει ή να διακόψει αυτό το ξέσπασμα που περίμενε, σχεδόν μοιρολατρικά, να ξεσπάσει.
Καθώς η φωνή της Ναυσικάς έσβησε απότομα, άδειασε από ανάσα, η βαριά σιωπή ξαναγύρισε ανάμεσα τους. Το στήθος της ανέβαινε και κατέβαινε γρήγορα από την ένταση, ενώ η προσμονή είχε δώσει τη θέση της σε μια ηλεκτρισμένη αμηχανία, γεμάτη ανείπωτα λόγια.
.Η απολογία του Αλκιβιάδη έμεινε μετέωρη, σαν μια ανοιχτή πληγή που δεν χρειαζόταν πια εξηγήσεις. Η ατμόσφαιρα στην καμπίνα άλλαξε με την ίδια ταχύτητα που η οργή έδινε τη θέση της στην ανυπόμονη, σαρκική επιθυμία. Η σπίθα που έκαιγε ανάμεσά τους από την πρώτη στιγμή δεν είχε σβήσει· απλώς είχε φουντώσει από το ίδιο το ξέσπασμα.
Όταν όμως εκείνος, με την κλασική, διπλωματική του ψυχραιμία, πήγε να γυρίσει τη κουβέντα στην ευγνωμοσύνη, στις χάρες και στις... ξαδέλφες από τη Θεσσαλονίκη, η Ναυσικά ένιωσε ένα κύμα γνήσιου πεισματικού θυμού να την κυριεύει.
«Τόσο κολλημένος είσαι που δεν μπορείς να δεις ερωτικά άλλη γυναίκα;» του πέταξε με μια φωνή γεμάτη πρόκληση και τσαγανό, στραμμένη ολοκληρωτικά πάνω του.
Η απογοήτευση κράτησε ελάχιστα. Η Ναυσικά δεν ήταν από τις γυναίκες που το έβαζαν κάτω. Είχε μάθει στη ζωή της να διεκδικεί ό,τι ποθούσε, και ο Αλκιβιάδης, με εκείνο το μείγμα γοητείας, αμηχανίας και καταπιεσμένου πάθους, ήταν το μεγαλύτερο τρόπαιο της νύχτας. Και το κυριότερο: ήξερε πολύ καλά, πίσω από τις αντιστάσεις και τις διπλωματίες του, πως ούτε εκείνος μπορούσε να της αντισταθεί.
Το αυτοκίνητο συνέχισε την πορεία του μέσα στη νύχτα, με το θερμόμετρο να χτυπάει κόκκινο και τις αποφάσεις να έχουν ήδη παρθεί για το τι θα συνέβαινε μόλις έκλειναν πίσω τους οι πόρτες του σπιτιού.
Η ατμόσφαιρα στην αυλή, μόλις έσβησε η μηχανή του αυτοκινήτου, μύριζε καλοκαιρινή νύχτα, κλειστούς χώρους και μια ανυπόμονη, ασφυκτική ένταση. Τα λόγια της Ναυσικάς, ωμά, αφοπλιστικά και γεμάτα αδιαπραγμάτευτη λαγνεία, είχαν αφήσει βαριά την ανάσα τους να αιωρείται ανάμεσά τους.
Ο Αλκιβιάδης, παρότι προσπαθούσε να κρατήσει την τελευταία γραμμή άμυνας πίσω από τον ρόλο του «φίλου» και τη λογική του οδηγού, ένιωθε το έδαφος κάτω από τα πόδια του να χάνεται. Η αντίσταση στο μυαλό του έδινε αργά αλλά σταθερά τη θέση της στην ίδια την παράδοση.
Καθώς προσπάθησε να αρπαχτεί από τους ταξιδιωτικούς σάκους για να κερδίσει χρόνο και απόσταση, η Ναυσικά δεν του άφησε περιθώρια διαφυγής.
«Άσε κάτω τις τσάντες, Αλκιβιάδη» του είπε με μια φωνή χαμηλή, σχεδόν υπνωτιστική, καθώς έκλεισε την απόσταση που τους χώριζε στην είσοδο της κουζίνας.
Τα χέρια της γλίστρησαν αποφασιστικά στο στήθος του, αγγίζοντας το πουκάμισό του, εκεί ακριβώς που η καρδιά του χτυπούσε μανιασμένα. Το βλέμμα της ήταν φωτιά.
«Δεν ήρθαμε εδώ για να ξεφορτώσουμε αποσκευές... Ήρθαμε για να ξεφορτωθούμε τα ρούχα μας. Και ξέρω πολύ καλά ότι κι εσύ το ίδιο θες.»
«Μη μου το κάνεις αυτό! Η κολλητή σου με άφησε να σε προσέχω!» ψέλλισε με φωνή βραχνή, παλεύοντας απεγνωσμένα με τις τελευταίες του αντιστάσεις.
«Μα όντως με προσέχεις, αγόρι μου...» του απάντησε εκείνη, κάνοντας ένα αργό, λικνιστικό βήμα προς το μέρος του.
Ο πανικός του για την Ανδρομάχη και το ενδεχόμενο να τους «πιάσουν στα πράσα» φάνταζε τώρα σαν ένα αστείο σύννεφο μπροστά στον τυφώνα που τον είχε παρασύρει.
«Ναυσικάααα! Σύνελθε! Θα βρούμε τον μπελά μας! Το ξέρεις ότι σε λίγο έρχεται η φιλενάδα σου;»
Εκείνη γύρισε ελαφρά το κεφάλι, τον κοίταξε με εκείνα τα γλυκά, πονηρά μάτια που έσταζαν πρόκληση, και πλησιάζοντας τον τόσο κοντά ώστε οι θηλές της άγγιξαν το στήθος του μέσα από το πουκάμισό του, του ψιθύρισε.
«Μην ανησυχείς, μωρό μου... έχουμε ώρα ακόμα. Δεν έχεις ιδέα από τον αγιογράφο.»
Ένα πονηρό, απόλυτα σίγουρο χαμόγελο άνθισε στα χείλη της, αφήνοντάς τον να υποψιαστεί τι ακριβώς σήμαινε εκείνο το «κλειδί» που είχε δώσει λίγο πριν στην Ανδρομάχη μέσα στο προαύλιο της εκκλησίας. Πριν προλάβει να αρθρώσει άλλη λέξη, τα χέρια της Ναυσικάς ανέβηκαν στον λαιμό του, τράβηξαν τα δικά του ρούχα και τον παρέσυραν στην πρώτη, ανεξέλεγκτη έκρηξη του πάθους τους.
«Ακούραστος εργάτης, φοβερά λεπτολόγος, ευγενέστατος αλλά και συνάμα αυστηρός στη δουλειά του με ακρίβεια, και ευαισθησία. Είναι τόσο λεπτολόγος που ελέγχει και την παραμικρή λεπτομέρεια. Δεν έχω δει άλλον άνθρωπο να αγαπά τόσο τη δουλειά του. Είναι ικανός λοιπόν να τους ξενυχτίσει.»
Καθώς ο Αλκιβιάδης άφησε κάτω τους σάκους και σήκωσε το βλέμμα του, η Ναυσικά δεν του άφησε περιθώριο σκέψης. Με μια κίνηση αργή, υπνωτιστική, έλυσε τη μπλε φούστα με το πλαϊνό σκίσιμο. Το ύφασμα γλίστρησε απαλά στα πόδια της και έπεσε στο πάτωμα, αφήνοντας τη να σταθεί μπροστά του τελείως γυμνή στο πάνω μέρος, φορώντας μόνο το μικρό της βρακί και τα αθλητικά, εκδρομικά παπούτσια με τις κοντές βαμβακερές κάλτσες.
Αυτή η εκπληκτική, παράδοξη αντίθεση η ωμή, φιλήδονη γύμνια των ζουμερών καμπυλών της σε συνδυασμό με την αθώα, σχεδόν εφηβική λεπτομέρεια των παπουτσιών λειτούργησε σαν ηλεκτρικό σοκ.
Το κοριτσίστικο, πονηρό της χαμόγελο και το κορμί της, σμιλεμένο από τον ιδρώτα του γυμναστηρίου και τη φωτιά του πόθου, του έκοψαν την ανάσα. Ο Αλκιβιάδης έμεινε ακίνητος, με το στήθος να ανεβοκατεβαίνει βαριά, νιώθοντας το αίμα του να βράζει σε κάθε του φλέβα, εντελώς ανήμπορος να αντισταθεί σε αυτό το υπερθέαμα.
Αυτή η αποκάλυψη του αμοιβαίου πάθους τους συνήγειρε. Τους αναθέρμανε τον πόθο και τη σωματική έλξη, που από πάντα υπήρχε και αποφάσισαν να ξαναρριχτούν με ορμή σ’ ένα νέο γύρο σεξουαλικής πανδαισίας. Σαν συνέχεια μετά από καιρό από εκείνο το πρώτο βράδυ στο ειδυλλιακό αγροτόσπιτο, με ένα υποχρεωτικό και άκομψο διάλειμμα με υπαιτιότητα του.
«Πάμε μέσα στο κρεβάτι δεν αντέχω άλλο! Tώρα!»
«Όπως θέλετε κυρία.»
Χωρίς ν’ ανακοπεί η ερωτική τους μέθη κίνησαν αγκαλιασμένοι και περπατούσαν με συνεχή σκουντουφλήματα στο διάδρομο που οδηγούσε στην κρεβατοκάμαρα της, ενώ είχε αρχίσει να βγάζει τα ρούχα του προκειμένου να σμίξουν τα κορμιά τους το γρηγορότερο δυνατόν.
Το σμίξιμο τους δίχως ενοχές μαρτυρά τα πια κρυφά, τα πιο ανομολόγητα πάθη που κρύβουν βαθιά μέσα τους. όταν ξαφνικά ένα δυνατό παρατεταμένο χειροκρότημα και μια γνώριμη φωνή με μια ομοβροντία από επιδοκιμασίες θαυμασμού δόνησαν την ατμόσφαιρα του σαλονιού.
Η ανατροπή ήταν ακαριαία και απόλυτη. Εκεί που τα κορμιά τους είχαν γίνει ένα πάνω στο κρεβάτι, μέσα σε μια μέθη από ιδρώτα, αναστεναγμούς και ανομολόγητα πάθη, η φωνή της Ανδρομάχης έσπασε τη νύχτα σαν γυαλί.
«Άξιος!, άξιος!, άξιος!.»
Το παρατεταμένο, ειρωνικό και ταυτόχρονα αποθεωτικό της χειροκρότημα αντήχησε στους τοίχους της κρεβατοκάμαρας. Η εικόνα τους γυμνοί, μπλεγμένοι, πιασμένοι επ' αυτοφώρω στη μέση της πιο άγριας περίπτυξης πάγωσε στον χρόνο.
Για λίγα δευτερόλεπτα, μια βαθιά, αποσυμπιεσμένη σιωπή σκέπασε τα πάντα. Ο Αλκιβιάδης έμεινε
ακίνητος πάνω από τη Ναυσικά, με την ανάσα του κομμένη και τα μάτια του καρφωμένα στην πόρτα, ενώ η Ναυσικά, με τα ξανθοκόκκινα μαλλιά της σκορπισμένα στα μαξιλάρια, προσπαθούσε να συνειδητοποιήσει αν αυτό που ζούσε ήταν εφιάλτης ή το πιο τρελό σενάριο που είχαν ποτέ φανταστεί.
Και μετά... άρχισε ο χαμός.
Η Ανδρομάχη, αντί για υστερίες και δάκρυα ζήλιας, ξέσπασε σε ένα ηχηρό, σκανδαλιάρικο γέλιο, κάνοντας μερικά βήματα μέσα στο δωμάτιο, ενώ το βλέμμα της σκανάρει κάθε εκατοστό της γυμνής τους ένωσης με μια αδιάκριτη, σχεδόν ηδονιστική περιέργεια.
«Λοιπόν;» φώναξε η Ανδρομάχη, βάζοντας τα χέρια στη μέση και κοιτάζοντάς τους με τα άλικα χείλη της να σχηματίζουν ένα χαμόγελο γεμάτο φωτιά. «Αυτό ήταν το »ετοιμάζουμε το δείπνο» Βλέπω το κύριο πιάτο σερβιρίστηκε νωρίς! Και μάλιστα με περίσσιο ζήλο!»
Ο Αλκιβιάδης, προσπαθώντας να μαζέψει τα κομμάτια του και να καλύψει όπως-όπως τα ακάλυπτα, τραβήχτηκε πίσω, ενώ η Ναυσικά, ξεπερνώντας το αρχικό σοκ, ανακάθισε στο κρεβάτι με το στήθος της να ανεβοκατεβαίνει βαριά, κοιτάζοντας την κολλητή της με ένα μείγμα αμηχανίας και απρόσμενης, προκλητικής σιγουριάς.
«Μάχη...» ψέλλισε ο Αλκιβιάδης με τη φωνή του να προδίδει την απόλυτη τρικυμία. «Πώς... πότε γύρισες; Ο αγιογράφος;»
«Ο αγιογράφος, αγόρι μου, αποδείχθηκε πολύ πιο γρήγορος απ' όσο υπολογίζατε!» είπε η Ανδρομάχη,
πλησιάζοντας το κρεβάτι και αφήνοντας την τσάντα της να πέσει στο πάτωμα, ενώ τα μάτια της άστραφταν από μια επικίνδυνη, ανείπωτη διάθεση.
«Ή μήπως νομίζατε ότι θα με αφήνατε έξω από τη γιορτή;»
Η ένταση στο δωμάτιο χτύπησε κόκκινο, αλλά όχι από φόβο, από μια νέα, ακόμα πιο εκρηκτική τροπή που μόλις ξεκινούσε.
«Με την φιλενάδα μου γαμιέσαι ρε σάτυρε!! Άτιμε θα σε σκίσω!! Και συ μωρή φιλενάδα γαμιέσαι με τον άνδρα μου, δε σου φτάνουν οι γκόμενοι.. Για κοίτα την πουτάνα απόλαυση! Που να το πω και ποιος να με πιστέψει.
Σκρόφα εσύ είσαι έτοιμη να βγεις και στο πεζοδρόμιο…!» Της λέει. «Κι εσύ καριόλη δεν ντρέπεσαι να πηδιέσαι με την φιλενάδα μου; Δεν φταις εσύ, η πουτάνα η φιλενάδα μου φταίει που σε παρέσυρε.» Φώναζε και χειρονομούσε μεν, αλλά τουναντίον θα έλεγε ότι του φαίνεται σα να είναι υπερβολικά ήρεμη. Το ξέσπασμα της και οι θεατρικές χειρονομίες της του έμοιαζαν βγαλμένες από ελληνική ταινία παλιάς κοπής. Οι αντιδράσεις της είχαν μια θεατρικότητα, μια υπερβολή που πρόδιδε την αλήθεια: η γυναίκα του δεν ήταν έξαλλη. Για τον οξύθυμο και παρορμητικό χαρακτήρα της, ήταν υπερβολικά, ύποπτα ήρεμη.
Τα μάτια της δεν έκαιγαν από γνήσιο θυμό, έλαμπαν από μια πονηρή,δαιμόνια ικανοποίηση. Το στήθος της ανέβαινε και κατέβαινε όχι από την οργή, αλλά από έναν συγκαλυμμένο, σχεδόν ηδονικό παροξυσμό.
Η Ναυσικά, καθισμένη κι εκείνη στα μαξιλάρια, ένα χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη της κάτω από τις βρισιές της φίλης της.
«Άκουσε να δεις, βρε θεατρίνα...» ψιθύρισε η Ναυσικά με σαρδόνιο ύφος, σκουπίζοντας τον ιδρώτα από το μέτωπό της. «Αν ήθελες να μπεις κι εσύ στον χορό, αρκούσε να το πεις. Δεν χρειαζόταν να μας στήσεις ολόκληρη παράσταση στην κρεβατοκάμαρα!
Και εγώ τι να κάνω βρε φιλενάδα, ήταν κατεπείγουσα η περίπτωση μας, του δείχνω του άνδρα σου πως γίνεται το σωστό γλυφομούνι και το σωστό γαμήσι. Εξάλλου μωρό μου το γνωρίζεις από πρώτο χέρι, οι πουτάνες και οι τρελές έχουν τις τύχες τις καλές, κι εγώ είμαι τόσο άτυχη που και ούτε πουτάνα και ούτε τρελή, τυχαίο;»
Ο Αλκιβιάδης μ' αυτά που άκουγε είχε μείνει άφωνος. Στεκόταν ακίνητος σαν άγαλμα κοιτώντας πότε τη Ναυσικά και πότε την Ανδρομάχη με ένα βλέμμα χαμένο.
Διαισθανόμενη την παγωμάρα του Αλκιβιάδη η Ανδρομάχη, κοιτάει την Ναυσικά με νόημα, και γυρίζει με ένα καυλιάρικο ύφος, και του λέει.
«Κούκλε μου, κοίταξε, εσύ είσαι μοντέρνος άνθρωπος παρότι πουρό (σιγά το πουρό.... ακόμη δεν έκλεισε τα σαράντα) με τα extreme σου όπως μου έχεις διηγηθεί, τις σπουδές σου στην ακαδημία, τις εφηβικές σου παρτούζες τα καλοκαίρια στα Καμένα Βούρλα την εποχή του βασιλιά 'Ιντρις.... θα μας καταλάβεις και δεν θα κομπλάρεις. Με τη Ναυσικά τα έχουμε βρει στο κρεβάτι τώρα τελευταία.
Κόκαλο ο Αλκιβιάδης!
«Δηλαδή;» Ψελλίζει.. .
«Δηλαδή, γουστάρουμε και οι δυο μας τρελά και αρέσουμε η μια στην άλλη. Από το να χαλάσουμε την οικογένεια μας και να μας μείνουν και απωθημένα αποφασίσαμε να τα φτιάξουμε και οι τρεις μαζί!»
«Για σιγά βρε κορίτσια, για σιγά !» λέει ο Αλκιβιάδης. «Τι σημαίνει τα φτιάξουμε και οι τρεις; Ποιος κοιμάται με ποιόν και πότε;».
Η αποκάλυψη έπεσε σαν βόμβα, σπάζοντας κάθε προσχηματικό φραγμό που είχε απομείνει. Ο Αλκιβιάδης, ακόμα προσπαθώντας να συνέλθει από την ακαριαία μετάβαση από το θέατρο του υστερικού καβγά στην απόλυτη, ξεδιάντροπη εξομολόγηση, κοιτούσε τις δύο γυναίκες να στέκονται η μία δίπλα στην άλλη, απόλυτα συντονισμένες.
Η Ναυσικά, γυμνή και απροκάλυπτη, χαμογελούσε με μια σιγουριά που δεν άφηνε περιθώριο αμφισβήτησης, ενώ η Ανδρομάχη, με το καυλιάρικο βλέμμα και τη νωχελική της στάση, έμοιαζε να απολαμβάνει κάθε δευτερόλεπτο από το σοκ που του προκαλούσε.
«Για σιγά βρε κορίτσια, για σιγά!» επανέλαβε ο Αλκιβιάδης, προσπαθώντας να βρει τα πατήματά του μέσα στον κυκλώνα. «Τι σημαίνει τα φτιάξουμε και οι τρεις; Ποιος κοιμάται με ποιόν και πότε;»
Η Ανδρομάχη έκανε μερικά αργά βήματα προς το μέρος του, αφήνοντας την εσάρπα της να γλιστρήσει από τους ώμους της, ενώ η Ναυσικά ανακάθισε στο κρεβάτι, απλώνοντας το χέρι της προς την κολλητή της.
«Τι πάει να πει ποιος και πότε" Αλκιβιάδη μου;» ψιθύρισε η Ανδρομάχη, γέρνοντας πάνω του με τη μυρωδιά του λιβανιού και του αρώματος της να μπλέκονται στον αέρα.
«Όλοι με όλους. Και κυρίως, τώρα. Δεν υπάρχουν προγράμματα και βάρδιες όταν η φωτιά καίει και τις δυο μας... κι εσύ είσαι στη μέση.»
Η Ναυσικά έβαλε τα δυνατά της γέλια, τραβώντας την Ανδρομάχη από το χέρι προς το στρώμα.
«Άσε τις απορίες για το πρωί, κούκλε μου» πρόσθεσε η Ναυσικά, κοιτάζοντάς τον μέσα από τις ξανθοκόκκινες μπούκλες της.
«Το μάθημα μόλις άρχισε, και απόψε έχεις δύο δασκάλες.»
Η φράση της Ανδρομάχης κρεμάστηκε στον αέρα σαν κεραυνός που άφησε πίσω του εκτυφλωτικό φως και απόλυτη σιωπή.
Ο Αλκιβιάδης έμεινε ακίνητος, απολύτως «κάγκελο», με το βλέμμα του καρφωμένο πάνω της. Το μυαλό διευθετούσε τις σκέψεις του προσπαθώντας να χωρέσει την τεράστια, ανατρεπτική πραγματικότητα: οι δύο γυναίκες, οι καλύτερες φίλες, όχι μόνο δεν σκότωναν η μία την άλλη από ζήλια, αλλά είχαν στήσει την πιο άγρια, την πιο απελευθερωμένη φαντασίωση της ζωής του.
Τρίο... τρίγωνο...» Η λέξη αντηχούσε στο κεφάλι του. Ήταν ακριβώς αυτό που χρόνια ολόκληρα κουβαλούσε κρυμμένο στα πιο σκοτεινά, απαγορευμένα συρτάρια του μυαλού του. Εκείνες οι εφηβικές παρτούζες στα Καμένα Βούρλα επί βασιλιά Ίντρις, οι αγριεμένες φαντασιώσεις που έπνιγε επιμελώς πίσω από τον ρόλο του οικογενειάρχη και του σοβαρού συζύγου... μόλις γίνονταν σάρκα και οστά.
Και το πιο τρελό; Τις είχε και τις δύο δικές του, γυμνές, λαδωμένες από τον ιδρώτα του πάθους και εντελώς παραδομένες σε αυτό το πρωτόγνωρο, ηδονικό παιχνίδι.
Η Ναυσικά, βλέποντας την αμηχανία και το σοκ ζωγραφισμένο στο πρόσωπό του, ξέσπασε σε ένα ελαφρύ, προκλητικό γέλιο. Σηκώθηκε ελαφρά στα γόνατα πάνω στο στρώμα, πλησίασε τον Αλκιβιάδη και του έδωσε ένα απαλό, υγρό φιλί στο μάγουλο, ενώ ταυτόχρονα η Ανδρομάχη γλίστρησε από την άλλη πλευρά, ακουμπώντας το γυμνό της στήθος στην πλάτη του.
«Τι έπαθες, κούκλε μου; Σου κόπηκαν τα λόγια;» του ψιθύρισε η Ανδρομάχη στο αυτί, με τη φωνή της να στάζει μέλι και πονηριά.
«Ή μήπως φοβάσαι ότι δεν θα αντέξεις τη φωτιά και από τις δυο μας;»
«Φόβο... δεν το λες ακριβώς» κατάφερε να ψελλίσει ο Αλκιβιάδης, με τη φωνή του να τρέμει ελαφρά από την υπερένταση και τη δίψα που ξαναφούντωνε στις φλέβες του.
«Απλά... προσπαθώ να συνειδητοποιήσω αν ζω ή αν ονειρεύομαι.»
«Ε, λοιπόν, ξύπνα επιτέλους» του είπε η Ανδρομάχη, αρπάζοντας τον από το χέρι και τραβώντας τον αποφασιστικά πίσω, στο κέντρο του μεγάλου κρεβατιού, ανάμεσα στα τσαλακωμένα σεντόνια.
«Γιατί το μάθημα της τριλογίας μόλις τώρα αρχίζει, και ο δάσκαλος έχει πολλή δουλειά απόψε...»
«Όπα Μωρό μου» λέει ο Αλκιβιάδης. «Μετά από δέκα πέντε χρόνια γάμου πολύ προχωρημένη σε
βρίσκω!»
«Αχ κούκλε μου» του λέει. Το ξέρεις ότι σ' αγαπώ πολύ. Εμείς οι δυο είμαστε ένα μοντέρνο ζευγάρι με απίστευτη σχέση, ανοιχτοί και αποενοχοποιημένοι άνθρωποι σήμερα στα σεξoυαλικά θέματα. Κατανοούμε πως οι άνθρωποι δεν μπορούν να περάσουν όλη τους τη ζωή, κάνοντας έρωτα με έναν μόνο άνθρωπο. Είναι και κρίμα, δηλαδή. Οπότε, δίνουν και παίρνουν τα κρεβατώματα, και σε πολλούς διαφορετικούς συνδυασμούς για να κάνουν παιχνίδι. Αποφασίσαμε λοιπόν εγώ και η Ναυσικά και με τη δική σου συμμετοχή ότι το σεξ θα είναι για εμάς απόλαυση!
«Μάλιστα!» Δήλωσε ο Αλκιβιάδης κολακευμένος που εκτός τη σύζυγό του θα κουτούπωνε και τη Ναυσικά ένα τέτοιο τεφαρίκι. Λογική από τα κορίτσια τετράγωνη.... ή μάλλον «τρίγωνη».
«Ναυσικά! Μωρό μου! Υπάρχει κανένα ουίσκι Jack Daniels στο σπίτι να το εμπεδώσω.... διπλό το θέλω!.... μην πω «τριπλό»! και είναι και κακή λέξη!».
«Διπλό; Εδώ θα πιεις τριπλό και θα σε τρέχουμε εμείς μετά!» του απάντησε η Ναυσικά με ένα πονηρό, κατακτητικό χαμόγελο, πηδώντας με μια ανάλαφρη κίνηση από το κρεβάτι για να κατευθυνθεί προς το μπαρ του σαλονιού.
Η ατμόσφαιρα στην κρεβατοκάμαρα είχε αλλάξει εντελώς. Ο αρχικός φόβος, η αμηχανία και το σοκ είχαν εξατμιστεί, δίνοντας τη θέση τους σε μια πρωτοφανή, σχεδόν μεθυστική αίσθηση ελευθερίας. Ο Αλκιβιάδης στεκόταν στη μέση του δωματίου, νιώθοντας το βάρος δεκαπέντε ολόκληρων χρόνων συμβατικού γάμου να πέφτει από τους ώμους του σαν ξεφτισμένο παλτό.
Η ίδια του η γυναίκα, η Ανδρομάχη, του άνοιγε την πόρτα σε έναν κόσμο που μέχρι χθες υπήρχε μόνο στα πιο τολμηρά του όνειρα και μάλιστα με την καλύτερή της φίλη, ένα αψεγάδιαστο, καυτό «τεφαρίκι» που έκαιγε από πόθο.
Η Ανδρομάχη πλησίασε τον Αλκιβιάδη, τύλιξε τα χέρια της γύρω από τον λαιμό του και ακούμπησε το κορμί της στο δικό του, χαϊδεύοντας τον με μια οικειότητα που τώρα είχε αποκτήσει μια εντελώς νέα, απελευθερωμένη διάσταση.
«Είδες, αγάπη μου;» του ψιθύρισε στο αυτί, δαγκώνοντας ελαφρά τον λοβό του. «Η ζωή είναι πολύ μικρή για να περιοριζόμαστε στα στεγανά των άλλων. Και εμείς ξέρουμε πολύ καλά πώς να περνάμε καλά.»
Σε λίγα δευτερόλεπτα, η Ναυσικά επέστρεψε κρατώντας ένα βαρύ ποτήρι με το κεχριμπαρένιο υγρό και μπόλικα κομμάτια πάγου να χτυπούν στα τοιχώματα. Το έδωσε στον Αλκιβιάδη, αλλά αντί να το αφήσει να πιει μόνος του, έσκυψε απαλά, ακούμπησε τα χείλη της στο χείλος του ποτηριού και πήρε
μια πρώτη, μικρή γουλιά, πριν του το δώσει στο στόμα.
«Πιες, «καπετάνιε» του είπε με μάτια που γυάλιζαν από ηδονή. «Γιατί απόψε το τριγωνικό μας ταξίδι μόλις ξεκίνησε, και η τρικυμία προβλέπεται άγρια...»
«Αφού το γνωρίζεις αγόρι μου όταν δυο κορίτσια αρχίζουν και κάνουν παιγνίδι, ο άνδρας με το που τις βλέπει φτιάνεται τρελά και μπαίνει και αυτός στο παιχνίδι. Έτσι λοιπόν τόσο εσύ όσο κι εγώ με την
συνδρομή της Ναυσικάς θα ζούμε μαζί τις μικροπεριπέτειες μας που κατά κάποιο τρόπο θα νοστιμίζουν τη ζωή μας και κύριο μέλημα μας θα είναι, να μη πάθει ζημιά το αγκυροβόλι μας..» λέει η Ανδρομάχη.
«Άσε που η Ναυσικά είναι αχόρταγη, και μας θέλει και τους δυο στο κρεβάτι» συμπληρώνει.
«Με κάνετε και κοκκινίζω!» λέει η Ναυσικά. «Είναι κακό που μου αρέσει τόσο;!» Και δώστου γελάκια χαρούμενα.
«Eσένα Αλκιβιάδη δεν σου αρέσει το τρίο;» Τον ρωτάει.
Το παζλ άρχισε να μπαίνει στη θέση του με χειρουργική ακρίβεια, καθώς το ποτό κατέβαζε τους σφυγμούς και καθάριζε το μυαλό του Αλκιβιάδη. Τα κομμάτια της βραδιάς συνδέθηκαν αβίαστα, σχηματίζοντας μια εικόνα που τον άφησε άφωνο αλλά και βαθιά γοητευμένο.
Τα συνωμοτικά ψιθυρίσματα στο προαύλιο, η κίνηση της Ναυσικάς να γλιστρήσει κάτι στην
παλάμη της Ανδρομάχης, εκείνο το αινιγματικό «αν προλάβετε, ετοιμάστε και το δείπνο»... όλα έβγαιναν πια απόλυτα νόημα.
Δεν ήταν τυχαία συγκυρία, ούτε κάποιο απρόοπτο γύρισμα της μοίρας. Ήταν μια αριστοτεχνικά στημένη σκηνοθεσία, ένα καλοκουρδισμένο σενάριο με πρωταγωνιστή τον ίδιο. Οι δύο γυναίκες είχαν οργανώσει τα πάντα πίσω από την πλάτη του με μαεστρία επαγγελματιών. Η Ναυσικά είχε φροντίσει να τον παρασύρει, να τον ανάψει, να τον οδηγήσει στο σπίτι της, ενώ η Ανδρομάχη, η «προδομένη» σύζυγος που δήθεν έπιασε τους δυο τους στα πράσα, όχι μόνο γνώριζε τα πάντα από την πρώτη στιγμή, αλλά είχε εξασφαλίσει και την πολυπόθητη είσοδο. Της είχε δώσει τα κλειδιά, της είχε δώσει το ελεύθερο!
Η μία γαμιόταν μαζί του και η άλλη έβλεπε ζωντανή, αποκλειστική τσόντα με τον άντρα της πρωταγωνιστή.
Καθώς ο Αλκιβιάδης ένιωθε το αίμα του να ξαναφουντώνει από την αλήθεια αυτής της απίστευτης
πλεκτάνης, μια απορία του καρφώθηκε στο μυαλό του.
Πόση ώρα, διάολε, βρισκόταν ήδη μέσα στο σπίτι η Ανδρομάχη πριν αποφασίσει να κάνει την ηχητική και θεατρική της είσοδο; Πόσα από όσα είχαν κάνει στην κουζίνα, στο διάδρομο, στο σαλόνι, είχαν παρακολουθήσει εκείνα τα πονηρά μάτια πριν ακουστεί το πρώτο χειροκρότημα;
Η Ναυσικά, σαν να διάβασε τις σκέψεις του καθώς ο ίδιος στεκόταν με το ποτήρι στο χέρι και το βλέμμα καρφωμένο στο κενό, έβαλε τα γέλια, πλησίασε κοντά του και του έτριψε την πλάτη.
«Τώρα το κατάλαβες, αγόρι μου;» του είπε με μια φωνή που έσταζε πονηριά και προκλητικότητα. «Νόμιζες ότι ήσουν ο μόνος σκηνοθέτης σε αυτή την ιστορία; Για ρώτα τη γυναίκα σου
πόση ώρα χαζεύει από το διάδρομο πριν αποφασίσει να σου δώσει το σύνθημα για το επόμενο μάθημα...»
«Ρε φιλενάδα.» λέει η Ναυσικά» μου φαίνεται περίεργο γιατί έχεις τέτοια καύλα, για πες μας τι έγινε.
Δεν στο περιποιήθηκε ο ρασοφόρος το μουνάκι σου; Δεν κάνατε «παιχνίδι» απόψε; Απότιστη κι ανάλλαγη σαν έρημη εκκλησιά σ' άφησε. Δεν στο πότισε το περιβόλι και διαμαρτύρεσαι ότι έχει πάρει φωτιά!» Τη ρώτησε η Ναυσικά.
«Άστα που να σας θα στα λέω φιλενάδα, έχω βγει από τα ρούχα μου με αυτή την ανέραστη κυρά. Αυτή η σιτεμένη η επίτροπος όταν μας μυρίστηκε ότι μείναμε πίσω εγώ και ο ιερέας, μας κουβαλήθηκε δίπλα και μας κόλλησε βδέλλα αγάπη μου. Τι βδέλλα δηλαδή. Σαν μέλι στο σαχάνι κόλλησε. Ανάγκασε τον ιερέα να μας αφήσει νωρίτερα. Για να την ξεφορτωθεί είπε πως είχε επείγουσα συνάντηση με τον επίσκοπο και μας άφησε με την κυράτσα να μιρλιάζει δίπλα μου σαν κλαμένο μουνί.
Και όπως βλέπεις με έφερε νωρίτερα ο αγιογράφος. Να είναι καλά ο χριστιανός.» Τους πληροφόρησε μ' έναν αναστεναγμό.
Ο Αλκιβιάδης άκουγε την Ανδρομάχη να εξιστορεί το στραπάτσο της με την επίτροπο, και το ποτήρι με το Jack Daniels παραλίγο να του πέσει από τα χέρια.
Η εικόνα του παπά να την εγκαταλείπει άρον-άρον για να γλιτώσει από τη «βδέλλα» της εκκλησίας, αφήνοντας την Ανδρομάχη στα κρύα του λουτρού, του φάνηκε τόσο κωμική που δεν μπόρεσε να κρατηθεί. Έβαλε τα γέλια, ένα δυνατό, λυτρωτικό γέλιο που έσπασε την τελευταία δόση αμηχανίας στην ατμόσφαιρα.
«Δηλαδή, αγάπη μου...» της είπε ο Αλκιβιάδης, σκουπίζοντας τα δάκρυα από τα μάτια του και πλησιάζοντας την με το ποτήρι στο χέρι.
«Εσύ πήγες για «ιερή εξομολόγηση» και σε έφαγε η τοπική εφορία ηθικής; Σου έτυχε η επίτροπος-
σκιάχτρο και σε άφησε στην ξηρά;»
Η Ανδρομάχη σταύρωσε τα χέρια στο στήθος της, κάνοντας μια γκριμάτσα απογοήτευσης που γρήγορα έδωσε τη θέση της σε ένα πονηρό, λαίμαργο χαμόγελο, καθώς το βλέμμα της έπεσε πάνω στο γυμνό,
αψεγάδιαστο κορμί της Ναυσικάς και μετά ξαναγύρισε στον Αλκιβιάδη.
«Άσ' το, λέω σου, μαύρη μοίρα...» του απάντησε η Ανδρομάχη, πετώντας την τσάντα της στον καναπέ και λύνοντας με μια κοφτή κίνηση τα κουμπιά από το πουκάμισο της.
«Αλλά ευτυχώς που ο αγιογράφος με ξεπροβόδισε στα γρήγορα και πρόλαβα τα σπουδαία. Γιατί από ό,τι βλέπω, εδώ μέσα όχι μόνο δεν έχει στεγνώσει κανένα περιβόλι, αλλά έχει πάρει φωτιά ολόκληρος ο παράδεισος!»
Η Ναυσικά, καθισμένη οκλαδόν στο κέντρο του μεγάλου κρεβατιού, άρπαξε ένα μαξιλάρι και το πέταξε γελώντας προς το μέρος της φίλης της.
«Ε, λοιπόν, αφού η εκκλησία σε απογοήτευσε, έλα να σου δείξουμε εμείς τι θα πει «ανάσταση», κορίτσι μου!» της φώναξε η Ναυσικά, τραβώντας την Ανδρομάχη από το χέρι και γκρεμίζοντας την πάνω στα τσαλακωμένα, ζεστά σεντόνια.
Ο Αλκιβιάδης στάθηκε στη μέση του δωματίου, κοιτώντας τις δύο γυναίκες να τυλίγονται η μία στην αγκαλιά της άλλης, έτοιμες να πέσουν πάνω του. Το τριπλό ποτό στο χέρι του έκαιγε το λαιμό του, αλλά η αληθινή φωτιά έκαιγε παντού γύρω του. Η νύχτα μόλις άρχιζε να γράφει ιστορία.
«Στα έλεγα εγώ! Η σιτεμένη βλέπει τον ιερέα μας σαν παίδαρο βαρβάτο, και της γυαλίζει το μάτι γιατί είχε πήξει στην αγαμία. και της έχουν γίνει τα μουνόχειλα σα ξεραμένα σύκα..» Της είπε η Ναυσικά.
«Δίκιο έχεις φιλενάδα, καριόλα πολύ καριόλα γυναίκα αυτή η επίτροπος με αποτέλεσμα εμένα το μουνάκι μου είναι ακόμη νηστικό απόψε και εσείς εδώ βλέπω περνούσατε τις ώρες κάνοντας πολύ καλή παρέα.
Ο άνδρας μου έκανε ότι μπορούσε για να σε ικανοποιήσει, και εσύ πουτάνα ξέρεις να τρελαίνεις έναν άνδρα και να τον κάνεις να σε θέλει σαν τρελός. Πιστεύω να έχετε όρεξη για ένα γύρο ακόμη. Η καύλα μου είχε χτυπήσει κόκκινο δηλαδή αυτό το αφιόνι το αποψινό πρώτη φορά! Πως να το πω, είμαι σε μια κατάσταση να τα βλέπω μπλε!».
Η εικόνα της γυναίκας του να ξεστομίζει τέτοιες κουβέντες, με μια ωμή, ακομπλάριστη και σχεδόν άγρια λαγνεία, έκανε τον Αλκιβιάδη να στέκεται σαν απολιθωμένος.
Η «καλή και τρυφερή» του Ανδρομάχη, η αφοσιωμένη σύντροφος και υποδειγματική μητέρα των παιδιών τους, είχε εξαφανιστεί εντελώς. Στη θέση της στεκόταν μια γυναίκα παραδομένη ολοκληρωτικά στο πάθος, με τα μάτια της να γυαλίζουν από μια ακατανίκητη, αμαρτωλή κάψα.
«Εεειιμην!» μονολόγησε από μέσα του ο Αλκιβιάδης, νιώθοντας ένα ρίγος να διατρέχει τη σπονδυλική του στήλη. Το σοκ έδωσε ακαριαία τη θέση του σε μια πρωτόγονη, ηδονική διέγερση.
Η Ναυσικά, ακούγοντας τις κουβέντες της Ανδρομάχης για το «νηστικό μουνάκι» και την κατάσταση που «τα βλέπει όλα μπλε», έσκασε στα γέλια, ανακαθίζοντας στο στρώμα με το γυμνό της στήθος να
προβάλλει προκλητικά.
«Ε, τότε τι περιμένεις, βρε λιγούρα;» της φώναξε η Ναυσικά, απλώνοντας το χέρι και τραβώντας την Ανδρομάχη πάνω στο κρεβάτι, δίπλα της.
«Αφού η επίτροπος σου στέρησε τον παπά, ήρθες στο σωστό καταφύγιο! Ο Αλκιβιάδης έχει ακόμα αποθέματα, κι εγώ δεν έχω σκοπό να σε αφήσω παραπονεμένη!»
Η Ανδρομάχη γλίστρησε δίπλα στη Ναυσικά. Τα δύο γυναικεία σώματα μπλέχτηκαν αμέσως, με τα χέρια τους να περιπλέκονται, να χαϊδεύουν ζεστούς μηρούς, καμπύλες και στήθη, ενώ τα χείλη τους συναντήθηκαν σε ένα βαθύ, υγρό και απαιτητικό φιλί, ακριβώς μπροστά στα μάτια του.
Ο Αλκιβιάδης στον καναπέ στο σαλόνι κλείνοντας τα μάτια κατέβασε μια μεγάλη γουλιά από το Jack Daniels, νιώθοντας το κεχριμπαρένιο υγρό να καίει τον λαιμό του και να σκορπίζει μια γλυκιά ζέστη στα σπλάχνα του. Όμως εκείνο το περίεργο σφίξιμο στο στομάχι επέμενε. Ήταν το άγχος της προσμονής, η ηλεκτρισμένη αγωνία του άντρα που βρίσκεται μπροστά στο πιο τρελό, το πιο απαγορευμένο όνειρο της ζωής του.
«Όχι! Όχι!.. Ότι θα επακολουθήσει και πάλι στην κρεβατοκάμαρα δεν πρέπει να το χάσω!» ψιθύρισε μόνος του μέσα στην ησυχία της κουζίνας, κοιτάζοντας τους παγοκύβους που έλιωναν αργά στο ποτήρι του.
Η καρδιά του χτυπούσε σαν τρελή, λες και ήθελε να σπάσει τα πλευρά του. Ένα ξαφνικό, παγωμένο κύμα αμφιβολίας τον χτύπησε σαν αστραπή.
«Λες να κλείσανε την πόρτα και να με άφησαν έξω από το χορό τα παλιοκόριτσα; Δεν είναι να σου χτυπάει κάθε μέρα την πόρτα η τύχη, να σου προσφέρει το τζακπότ στο ερωτικό κρεβάτι κι εσύ να λες «μισό λεπτό να απολαύσω το ουίσκι μου!»
Το σώμα του έκαιγε, ο «νεαρός» ανάμεσα στα πόδια του απαιτούσε την άμεση δικαίωσή του, και οι τύψεις είχαν πια εξαφανιστεί εντελώς. Τις ήθελε και τις δύο. Τις ήθελε τώρα.
Έκανε μερικά γρήγορα, αποφασιστικά βήματα στον διάδρομο. Καθώς πλησίαζε την πόρτα της κρεβατοκάμαρας, οι αναστεναγμοί, τα βαριά ανασαλέματα και ο ψίθυρος από τα γυμνά σώματα που τρίβονταν πάνω στα σεντόνια έφτασαν στα αυτιά του σαν την πιο μεθυστική μουσική.
Το θέαμα που αντίκρισε στο χαμηλό φως του δωματίου του έκοψε οριστικά την ανάσα.
Με το ποτήρι στο χέρι γλιστράει μέσα στο δωμάτιο ακροπατώντας σαν τη γάτα και κάθεται στον
καναπέ. Δεν νομίζει να αντιλήφθηκαν ούτε την απουσία του ούτε την παρουσία του καθώς οι δυο φιλενάδες έχουν παρασυρθεί και πάλι σε ερωτικές περιπτύξεις γυμνές στο κρεβάτι. Το βλέμμα του είχε κολλήσει πάνω στα γυμνά κορμιά τους σαν να ‘ταν μαγνήτης.
....Καθώς η ώρα του δείπνου είχε πάει περίπατο, τα κορίτσια ξαναγίνονταν νοικοκυροπούλες, πήγαν στην κουζίνα να ετοιμάσουν κάτι πρόχειρο να δειπνίσουν.
Ο Αλκιβιάδης, καθισμένος σε μια καρέκλα στην κουζίνα με το ποτήρι ακόμα στο χέρι,παρακολουθούσε τις δύο γυναίκες να κινούνται γυμνές και ανάλαφρες ανάμεσα στον πάγκο, τα πιάτα και το ψυγείο. Η εικόνα τους, να ετοιμάζουν κάτι πρόχειρο να τσιμπήσουν με την ίδια φυσικότητα που πριν από λίγο παραδίδονταν στο απόλυτο πάθος, είχε μια αλλόκοτη, σχεδόν σουρεαλιστική ομορφιά.
Όμως, το μυαλό του, ακούραστο και αναλυτικό, είχε αρχίσει να υπολογίζει εξισώσεις και πιθανότητες.
«Οι αριθμοί δεν λένε ποτέ ψέματα...» μουρμούριζε από μέσα του, νιώθοντας το Jack Daniels να γλιστράει στον λαιμό του.
Εκείνη η στατιστική που είχε διαβάσει κάπου για το τριάντα πέντε τοις εκατό των γυναικών και την
απιστία, τον βασάνιζε με έναν περίεργο, μαθηματικό τρόπο. Αν οι μισές έλεγαν ψέματα στις έρευνες, τότε πιστές έμεναν μόλις το δεκαοκτώ τα εκατό. Κι αυτό το δεκαοκτώ τα εκατό, σκέφτηκε, πρέπει να αποτελείται είτε από άσχημες, είτε από θεοσεβούμενες που τρέμουν την κόλαση.
Έριξε μια ματιά στην Ανδρομάχη. Η σύζυγός του ήταν πράγματι γυναίκα βαθιά θρησκευόμενη, πήγαινε τακτικά στην εκκλησία, νήστευε αυστηρά τις Τετάρτες και τις Παρασκευές, κι ας είχε μόλις πριν από λίγο αναστατώσει ολόκληρη την ενορία με τον παπά και την επίτροπο!
Άσχημη όμως; Κάθε άλλο. Η Ανδρομάχη ήταν από τις γυναίκες που έκαιγαν καρδιές. Το είδος της γκόμενας που όταν έμπαινε σε ένα χώρο, οι άντρες ξεχνούσαν τι έλεγαν και τα κεφάλια γύριζαν αυτόματα προς το μέρος της. Μια γυναίκα που μπορούσε να κολάσει ακόμα και τον πιο άγιο άνθρωπο.
Τότε θυμήθηκε τα λόγια του παππού του, από τα χρόνια της πρώτης του εφηβείας. Ο σοφός γέροντας του έλεγε συχνά, κουνώντας το κεφάλι με νόημα.
«Γιε μου, ο έρωτας της γυναίκας είναι σαν τ΄ Απριλιού το χιόνι... Πρωί πρωί απλώνεται, το μεσημέρι λιώνει.»
Ο Αλκιβιάδης χαμογέλασε πικρά μέσα στη σιωπή του. Τελικά, ο παππούς είχε δίκιο ή μήπως η αποψινή νύχτα αποδείκνυε πως το χιόνι του Απρίλη μπορούσε να γίνει ηφαιστειακή λάβα;
Η Ναυσικά, γυρίζοντας από τον πάγκο κρατώντας μια πιατέλα με τυριά και ελιές, είδε το αφηρημένο, σκεφτικό του βλέμμα.
«Πού ταξιδεύει το μυαλό σου, σοφέ μου;» του είπε με ένα χαμόγελο γεμάτο υποσχέσεις, αφήνοντας την πιατέλα στο τραπέζι και σκύβοντας πάνω του. «Ακόμα κάνεις υπολογισμούς ή είσαι έτοιμος να φας και να περάσουμε στο κυρίως θέμα;»
Ααα!, την πονηρή αλεπού,» σκεφτόταν μεγαλόφωνα ο Αλκιβιαδης «Τον γλυκό μου και μελιστάλαχτο ρασοφόρο, μου έκανε και τον κολλητό ο μπάσταρδος. Ο θεομπαίχτης.
Αλά έλα όμως που τον αγαπώ πάντα σαν φίλο και αδελφό μου τον μπαγάσα και η φαντασίωση να σκέφτομαι ότι η Ανδρομάχη μου θα μπορούσε να κάνει σεξ μαζί του ήταν μια ερωτική εμπειρία που δεν είχε φανταστεί μέχρι τότε αλλά περίεργα ένιωθε αυτή την πτυχή της σεξουαλικής ζωής της πολύ πιο ανώδυνα από όσο μπορούσε να φανταστεί.
«Τα πέντε χρόνια στο κρεβάτι, τα έκανε σκάρτα πέντε μήνες ο καυλιάρης ιερέας......!!!
Βέβαια εδώ που τα λέμε έχει κι ένα δίκιο.
Όταν η σκρόφα σου κουνάει τα οπίσθια... «κόλαση» προκαλώντας αλλεπάλληλες σεισμικές δονήσεις και ο Όσιος Συμεών ο Στυλίτης να 'σαι, θα σε στείλει από τον Παράδεισο στην Κόλαση!!!.»
Η τελευταία φράση του Αλκιβιάδη έσπασε τη σιωπή της κουζίνας, σκορπίζοντας ένα ξαφνικό, λυτρωτικό γέλιο. Η αποκάλυψη ότι ο ίδιος είχε όχι απλώς ανεχτεί, αλλά ενδόμυχα ποθήσει την ιδέα της γυναίκας του με τον παπά με τον «μελιστάλαχτο ρασοφόρο» και «θεομπαίχτη» αποδείχθηκε το αποκορύφωμα της ελευθερίας τους.
«Να τα μας!» του πέταξε η Ναυσικά γελώντας, καθώς άπλωνε τις φέτες τυριού στην πιατέλα. «Τελικά ούτε κι εσύ πας πίσω σε αμαρτωλές σκέψεις! Τόση ώρα το έπαιζες δύσκολος, και τελικά ονειρευόσουν τη γυναίκα σου στα ράσα του παπά!»
Η Ανδρομάχη, καθισμένη στον πάγκο με τα πόδια της σταυρωμένα, τον κοίταξε με ένα βλέμμα γεμάτο πονηριά και τρυφερότητα, ενώ τα λόγια του για τον Όσιο Συμεών τον Στυλίτη της θύμισαν ακριβώς τι είχε συμβεί λίγο πριν στο προαύλιο.
«Είδες, αγάπη μου;» του είπε η Ανδρομάχη, δαγκώνοντας μια ελιά. «Όταν η σκρόφα όπως λες, βάζει μπροστά τα όπλα της, δεν σώζεται ούτε ο Στυλίτης στον κίονα! Τι να κάνει κι ο ιερέας; Άνθρωπος κι εκείνος, με σάρκα και οστά, όχι πέτρα.»
Ο Αλκιβιάδης κούνησε το κεφάλι του, νιώθοντας μια απίστευτη λύτρωση να τον κατακλύζει. Τα πέντε χρόνια της μουδιασμένης, προβλέψιμης ρουτίνας είχαν εξαφανιστεί δια μιας. Μπροστά του είχε δύο γυναίκες που δεν φοβούνταν να τσαλακωθούν, να πουν τα πράγματα με το όνομα τους και να γκρεμίσουν κάθε στεγανό.
«Άντε λοιπόν» είπε ο Αλκιβιάδης, σηκώνοντας ξανά το ποτήρι του με το Jack Daniels και κοιτάζοντας τες και τις δύο κατάματα, με το βλέμμα του να φλογίζεται από νέα επιθυμία.
«Αφού οι Άγιοι κατεβαίνουν από τους στύλους και οι παπάδες το σκάνε από τις επίτροπους, ας μην αφήσουμε τον παράδεισο να περιμένει άλλο. Ποιος κερδίζει τον επόμενο γύρο;»
Η ιδέα έσκασε στο μυαλό του σαν κεραυνός εν αιθρία, φωτίζοντας σκοτεινές γωνιές του μυαλού του που ποτέ δεν είχε τολμήσει να εξερευνήσει. Να πηδήξει τον ρασοφόρο; Τον κολλητό του, τον «θεομπαίχτη» ιερέα που το έπαιζε υπεράνω; Η σκέψη και μόνο είχε κάτι το αποτρόπαια γοητευτικό, μια αλήτικη, επικίνδυνη πρόκληση που φλέρταρε ανοιχτά με την απόλυτη υπέρβαση.
Δεν ήταν θέμα εκδίκησης, άλλωστε, όπως ήξερε καλά, στον πόλεμο των παθών κανείς δεν κερδίζει,
απλώς καθυστερεί την ήττα του. Ήταν η ίδια η αύρα της αμαρτίας, εκείνη η εύφλεκτη, υπόγεια ένταση που έκρυβε ο παπάς πίσω από τα ράσα του, που τον καλούσε να βάλει τη σπίθα.
Θυμήθηκε τις λεπτομέρειες από τις τελευταίες τους συναντήσεις, τα αθώα, τυχόντα «τυχαία» παρατριψίματα, τα βλέμματα που κρατούσαν λίγο παραπάνω, τα υπονοούμενα που κρέμονταν στον αέρα. Ο κώλος του ρασοφόρου, αποδεικνυόταν, ζητούσε εδώ και καιρό αυτό ακριβώς το βήμα.
Η αναπνοή του Αλκιβιάδη βαραίνει. Το ποτήρι με το Jack Daniels ακουμπάει στον πάγκο με έναν ξερό, αποφασιστικό ήχο. Οι αμφιταλαντεύσεις και οι δισταγμοί γκρεμίζονται μέσα σε δευτερόλεπτα κάτω από το βάρος της πρωτοφανούς διέγερσης.
Η ανάμνηση με εκείνες τις κουβέντες του ρασοφόρου να του μιλά με μια σχεδόν κυνική, απελευθερωμένη φιλοσοφία για τις σχέσεις και τους άντρες, ενώ την ίδια στιγμή το σώμα του τριβόταν πάνω του, λειτούργησε σαν τελική σπίθα σε ένα ήδη πυρακτωμένο σκηνικό. Ο Αλκιβιάδης ένιωσε το μυαλό του να καθαρίζει από κάθε περιττό δισταγμό. Όλα όσα φάνταζαν μέχρι χθες ταμπού, τώρα έπαιρναν τη θέση τους σε ένα νέο, αχαλίνωτο μωσαϊκό απολαύσεων.
Γύρισε αργά το κεφάλι του από την κουζίνα προς την κρεβατοκάμαρα. Εκεί, κάτω από το χαμηλό, ζεστό φως, η Ανδρομάχη και η Ναυσικά τον περίμεναν σαν δύο αρχαίες ιέρειες του πάθους, τυλιγμένες η μία στην αγκαλιά της άλλης, έτοιμες να τον καταπιούν.
Είναι αργά για δεύτερες σκέψεις... σκέφτηκε, νιώθοντας το αίμα του να βράζει σε κάθε του φλέβα.
Αυτή η νύχτα, τόσο παράξενη, ανατρεπτική και γεμάτη πρωτόγνωρες ερωτικές συγκινήσεις με την πρώτη τους τριγωνική συνεύρεση, δεν ήταν παρά η αρχή. Ήταν η εκκίνηση για ένα εξαίσιο, απίστευτο γαϊτανάκι από κρυφές φαντασιώσεις, τολμηρά παιχνίδια και απελευθερωμένες επιθυμίες που μόλις άρχιζαν να ξεδιπλώνονται.
Με αργά, σταθερά βήματα, άφησε πίσω του τις σκέψεις και επέστρεψε στο δωμάτιο. Η Ναυσικά σήκωσε το βλέμμα της, του χαμογέλασε πονηρά και του άνοιξε χώρο στα τσαλακωμένα σεντόνια, ενώ η Ανδρομάχη τέντωσε τα χέρια της για να τον τραβήξει στην αγκαλιά της. Ο κύβος είχε οριστικά ριφθεί, το παιχνίδι μόλις άναβε για τα καλά.
Ήταν η Ναυσικά που τον ξύπνησε και πάλι από τις σκέψεις του.
«Τι θωρείς ακίνητος πού τρέχει ο λογισμός σου; Τι στέκεις έτσι άφωνος, μες την αχλή γερμένος; Τι συλλογιέσαι;»
«Ότι τα κεράσια και οι φράουλες που φάγατε κάνουν το μουνί της γυναίκας να έχει υπέροχη γεύση.» Σχολίασε αυτός.
«Κούκλε μου αυτό ήταν η προθέρμανση. Ετοιμάσου για την πιο σεξουαλική, παθιασμένη ερωτική υπόλοιπη βραδιά μωράκι μου. Για καυτές στιγμές έντονου πάθους με την σύντροφο σου και την φιλενάδα της.» Τον προετοιμάζει για τη συνέχεια η σύντροφος του.
«Κορίτσια τάιμ άουτ. Εγώ είμαι μέχρι το βήμα 3 στην κλίμακα του 5...... Για παραπάνω, σβήνουμε τα φώτα και πάμε για ύπνο»
«Δηλαδή;» ρώτησαν και οι δύο με μια φωνή, γέρνοντας ταυτόχρονα προς το μέρος του, με τα μάτια τους να αστράφτουν από μια μίξη απορίας, προκλητικής περιέργειας και ανυπομονησίας.
Ο Αλκιβιάδης στάθηκε απέναντί τους, με το ποτήρι του Jack Daniels άδειο πια στο χέρι, αφήνοντας το βλέμμα του να περιπλανηθεί στα γυμνά, ιδρωμένα κορμιά τους. Η ατμόσφαιρα στην κρεβατοκάμαρα έκαιγε, αλλά εκείνος, με ένα πονηρό, αινιγματικό χαμόγελο στα χείλη, αποφάσισε να παίξει λίγο ακόμα με την υπομονή τους.
«Δηλαδή, αγάπες μου...» άρχισε να λέει με αργή, μεστή φωνή, κάνοντας ένα βήμα προς το κρεβάτι, «το βήμα 1 ήταν η θεωρία και οι αποκαλύψεις. Το βήμα 2 ήταν η προθέρμανση που μου τάιζες
κεράσια και φράουλες Ναυσικά, και το βήμα 3 ήταν αυτό που μόλις ζήσαμε να σας βλέπω να προσφέρετε η μία στην άλλη αυτό που σας στέρησε ο ιερέας και η επίτροπος!»
Έκανε μια μικρή παύση, κοιτάζοντας πρώτα την Ανδρομάχη και μετά τη Ναυσικά, οι οποίες ανακάθισαν στα μαξιλάρια περιμένοντας τη συνέχεια.
«Το βήμα 4 και το βήμα 5 όμως...» συνέχισε χαμογελώντας σκανδαλιάρικα, «απαιτούν πλήρη αφοσίωση, αντοχές πρωταθλητισμού και μηδενικές αναστολές. Και επειδή εγώ δεν έχω σκοπό να σβήσω κανένα φως, ούτε να πάω για ύπνο πριν σας δω και τις δύο να παραδίνεστε ολοκληρωτικά, απλώς σας προειδοποιώ: αν περάσουμε το βήμα 3, δεν έχει γυρισμό!»
Η Ανδρομάχη ξέσπασε σε ένα δυνατό, ερωτικό γέλιο, ενώ η Ναυσικά άπλωσε το χέρι της, τον άρπαξε από τη μέση και τον τράβηξε με ορμή πάνω στο στρώμα, ανάμεσα τους.
«Άσε τις κλίμακες και τα μαθηματικά, Αλκιβιάδη!» του ψιθύρισε η Ανδρομάχη στο αυτί, ενώ τα χείλη
της άρχισαν να κατεβαίνουν στον λαιμό του. «Απόψε θα πάμε μέχρι το 10, κι ας μην κοιμηθούμε ποτέ...»
«Κορίτσια μου γλυκά, εγώ είμαι Πρωτότοκος υιός και σ' αυτό το βαθμό της κλίμακας μόνο ο τριτότοκος υιός ανταποκρινεται.»
«Δηλαδη;» του εκφράζουν την απορια τους μην καταλαβαίνοντας τι ακριβώς εννοεί.
Και τους λέει μια ιστορία, μ' ένα χωρικό με τρεις γιους, μια αγελάδα, ένα ποτάμι και μία νεράιδα του ποταμού.....
Η Ναυσικά κυλιόταν πάνω στα μαξιλάρια, πιάνοντας την κοιλιά της και μη μπορώντας να σταματήσει τα γέλια από την απρόσμενη ανατροπή του Αλκιβιάδη, ενώ η Ανδρομάχη τον κοίταζε με τα μάτια της να δακρύζουν από τη γλύκα και την ευθυμία, κουνώντας συγκαταβατικά το κεφάλι της.
«Εσύ, ρε μπαγάσα...» του είπε λαχανιασμένη από τα γέλια η Ανδρομάχη, σκουπίζοντας μια δάκρυα από την άκρη του ματιού της. «Εκεί που πας να μας φέρεις στα βαθιά, το γυρνάς στην παράδοση και στα παραμύθια του χωριού!»
Ο Αλκιβιάδης χαμογελούσε πονηρά, απολαμβάνοντας τη στιγμή, περήφανος για την κορυφαία ατάκα του που είχε διαλύσει την παραμικρή σκιά σοβαρότητας.
«Μα, ψέματα λέω;» απάντησε σηκώνοντας τα χέρια ψηλά, με το ύφος του ανθρώπου που υπερασπίζεται μια αδιαπραγμάτευτη αλήθεια.
«Ο τριτότοκος πάντα είχε την ειδικότητα στα δύσκολα καθήκοντα και στις ανορθόδοξες αποστολές. Ο πρωτότοκος είναι για τα σοβαρά, για τα κτήματα, τα συμβόλαια και την τάξη!»
«Είδες;» συμπλήρωσε η Ανδρομάχη με ένα πονηρό, λαμπερό χαμόγελο, κατεβάζοντας τα χέρια της στον μηρό του. «Ο τρίτος αδερφός είχε το μυαλό του παντού αλλού, εκτός από το καημένο το ζωντανό! Αλλά εσύ, Αλκιβιάδη μου, δεν έχεις ούτε αγελάδες να σε απασχολούν, ούτε νεράιδες να σε δοκιμάζουν... Έχεις εμάς τις δύο εδώ, έτοιμες να σε ξεζουμίσουν χωρίς χρονικά όρια και χωρίς μετρήσεις!»
Η ατμόσφαιρα έγινε ξανά ηλεκτρική. Το αστείο λειτούργησε σαν η τέλεια σπίθα για να σπάσει και η τελευταία επιφύλαξη, ενδυναμώνοντας το αχαλίνωτο κλίμα της βραδιάς.
«Λοιπόν, αφού τελειώσαμε με τα παραμύθια του χωριού» ψιθύρισε η Ναυσικά, σκύβοντας πάνω του και αγγίζοντας τον με αργές, προκλητικές κινήσεις, «για να δούμε... εσύ πόσες φορές αντέχεις πριν ρωτήσεις για την αγελάδα;»
.Γέλασαν και οι δυο τους, γέλασε κι αυτός. «Ουφ.... ούτε εγώ είμαι σίγουρος πως θα καταφέρω ν' αντεπεξέλθω να ικανοποιήσω τις προσδοκίες σας» Τους τόνισε.
«Για να τα λέμε όλα μεταξύ μας, γλυκέ μου διάβολε...» είπε η Ανδρομάχη, με βλέμμα λάγνο και πονηρό, «μην ανησυχείς καθόλου για τις επιδόσεις σου. Οι αριθμοί μπορεί να λένε τα δικά τους, αλλά εγώ ξέρω ακριβώς τι πιάνουν τα χέρια σου και όχι μόνο τα χέρια σου, από πρώτο χέρι!»
Η Ναυσικά έσκασε στα γέλια, δαγκώνοντας ένα κομμάτι τυρί, και του έριξε μια ματιά γεμάτη νόημα.
«Άκουσε τη γυναίκα σου, Αλκιβιάδη» του είπε η Ναυσικά, γέρνοντας στον ώμο του. «Εκείνη ξέρει καλύτερα από όλους. Και όσο για την τέταρτη... εσύ απλώς ετοιμάσου, γιατί η φιλενάδα της είναι εδώ και σε περιμένει πώς και πώς!»
...Τελικά υπήρχε μια καθαρή σεξουαλική χημεία, λες και ήταν φτιαγμένοι οι τρεις τους για να
ικανοποιεί ο ένας τον άλλον... Τα κορίτσια παίρνοντας μερικές ανάσες και σε χαλαρή διάθεση σχολιάζουν για όλα όσα συνέβησαν πρόσφατα.
«Μωρή φιλενάδα αν δει τον κώλο σου έτσι που στον έχει ανοίξει ο ρασοφόρος τι του λες; Αλήθεια γιατί του φουκαρά του Αλκιβιάδη δεν του δίνεις κώλο;»
Η ατάκα έσκασε στον αέρα σαν κεραυνός, αφήνοντας τον Αλκιβιάδη, με το στόμα ανοιχτό. Το κρασί παραλίγο να του γυρίσει στον λαιμό από το ξαφνικό σοκ.
«Τι διάολο ακούνε τα αφτιά μου;» σκέφτηκε, με τα μάτια του να γουρλώνουν.
Η Ναυσικά, ήδη γυμνή και προκλητική καθώς άπλωσε το κορμί της στο κρεβάτι, είχε πετάξει τη βόμβα με τη μεγαλύτερη φυσικότητα του κόσμου, ρωτώντας την Ανδρομάχη ευθέως αν «δίνει κώλο» στο ρασοφόρο γιατί δεν κάνει το ίδιο και στον νόμιμο σύζυγό της!
Η Ανδρομάχη σταμάτησε απότομα μπροστά στο κρεβάτι, γύρισε προς τη Ναυσικά με ύφος δήθεν σοκαρισμένο αλλά ταυτόχρονα παιχνιδιάρικο, και της απάντησε σχεδόν αγανακτημένη.
«Τρελή είσαι κορίτσι μου; Δίνουμε στο στεφάνι μας κώλο; Εσύ έδινες; Τι θέλεις να μας περνάνε για
πουτάνες;»
Ο Αλκιβιάδης στάθηκε στο άνοιγμα της πόρτας, ακουμπώντας το χέρι στο ξύλινο κάσα, προσπαθώντας να συνδυάσει αυτά τα «συντηρητικά» όρια της Ανδρομάχης που μόλις πριν από λίγο συμμετείχε σε οργιαστικές φαντασιώσεις και τριπλά σχέδια με την απόλυτη αθυροστομία της.
«Για κάτσε ρε κορίτσια...» είπε ο Αλκιβιάδης, με ένα πονηρό, πλατύ χαμόγελο, σηκώνοντας τα χέρια ψηλά. «Δηλαδή τριπλό, παρτούζες, εξομολογήσεις για τον παπά και ελευθεριάζουσες θεωρίες ναι, αλλά στον νόμιμο σύζυγο υπάρχει ταμπού στα οπίσθια; Στην εποχή του βασιλιά Ίντρις στα Καμένα Βούρλα τέτοια πράγματα δεν γίνονταν!»
Η Ναυσικά έβαλε τα δυνατά της γέλια, έπεσε ανάσκελα στα σεντόνια και τράβηξε την Ανδρομάχη κάτω μαζί της, χτυπώντας τα πόδια της από την ευχαρίστηση.
«Άκουσε τον άντρα σου, μωρή!» φώναξε η Ναυσικά λαχανιασμένη από τα γέλια. «Ο άνθρωπος είναι ανοιχτόμυαλος, σπουδαίος στην ακαδημία των Καμένων Βούρλων έχει σπουδάσει, και εσύ του κάνεις κράτηση στα καλύτερα! Για δες τον, που θέλει και τα βασιλικά προνόμια του ρασοφόρου!»
Η Ανδρομάχη κοίταξε τον Αλκιβιάδη, δαγκώνοντας το κάτω χείλος της, με τα μάτια της να πετούν σπίθες μέσα στη χαμηλή φωταψία του δωματίου. Το παιχνίδι είχε περάσει σε άλλο επίπεδο, και η βραδιά υποσχόταν να σπάσει κάθε προηγούμενο ταμπού.
Η συνέχεια της Ερωτικής Μυθοπλασίας Ι





'
0 comments:
Δημοσίευση σχολίου