....Η Αλεξάνδρα, εν το μεταξύ με την παρέμβαση και τη συμβολή της αδελφής της, της Μυρτώς, είδε τελικά την ερωτική της ζωή να αποκτά, ύστερα από περιπέτειες και ανατροπές, μια αναπάντεχα όμορφη κατάληξη.
«Πώς το λέμε, Ελπινίκη μου, σύμφωνα με την παροιμία, όταν ύστερα από τόσες περιπέτειες φτάνουμε σε αίσια έκβαση;»
«Τέλος καλό, όλα καλά!»
Και πράγματι, αυτό ταίριαζε απόλυτα στην περίπτωση της Αλεξάνδρας. Μια γυναίκα με έντονη παρουσία, δυναμισμό και εμφανή θηλυκότητα, που ήξερε να αναδεικνύει με φυσικότητα τη γυναικεία της γοητεία, βρήκε τελικά, με λίγη υπομονή και αρκετή τύχη, έναν άντρα που εκτίμησε πραγματικά την αξία της. Η γνωριμία τους προχώρησε, η σχέση τους σταθεροποιήθηκε και, κάποια στιγμή, ήρθε και η επίσημη επισφράγιση, γάμος με παπά και με κουμπάρο, όπως λέει ο λαός. Η αδελφή της, η Μυρτώ, εργαζόταν στη γραμματεία μιας μεγάλης και γνωστής πολυεθνικής βιομηχανίας τροφίμων. Ήταν μια νέα κοπέλα σοβαρή, δραστήρια και ιδιαίτερα αφοσιωμένη στη δουλειά της. Στον επαγγελματικό της χώρο, ένας νεαρός εξωτερικός συνεργάτης της εταιρείας της είχε δείξει ξεκάθαρα το ερωτικό ενδιαφέρον του. Την πολιορκούσε με επιμονή, εκδηλώνοντας χωρίς ιδιαίτερες περιστροφές την επιθυμία του να τη γνωρίσει καλύτερα και, αν υπήρχε ανταπόκριση, να δημιουργήσουν μια σχέση.
Η Μυρτώ, όμως, κρατούσε σταθερά τις αποστάσεις της. Όσο εκείνος επέμενε, εκείνη παρέμενε ευγενική αλλά αποφασιστική, αφήνοντάς του να καταλάβει πως δεν ενδιαφερόταν να προχωρήσει μαζί του.
«Δηλαδή, καθόλου δεν την ενδιέφερε;» ρώτησε η Ελπινίκη.
«Καθόλου, απ’ όσο μπορούσα να καταλάβω. Και, κατά τα φαινόμενα, το μυαλό της και οι ανησυχίες της ήταν στραμμένα κάπου αλλού.
Εδώ, όμως, η Εριφύλη χαμογέλασε με εκείνο το μικρό, πονηρό χαμόγελο που πρόδιδε πως είχε ήδη σχηματίσει τη δική της θεωρία.
Είχα βάσιμες υποψίες πως ο Νικηφόρος μου ήταν ο άντρας που την ενδιέφερε πραγματικά. Ίσως μάλιστα να τον είχε ξεχωρίσει στη σκέψη της, να είχε πλάσει κάποια δικά της σενάρια για το ενδεχόμενο να μπορούσαν κάποτε να γίνουν ζευγάρι. Και, αν ήταν έτσι, δεν είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς την απογοήτευσή της όταν πληροφορήθηκε πως εκείνος κι εγώ είχαμε ήδη μια πολύ σοβαρή σχέση. Δεν χρειάστηκε ποτέ να ειπωθούν πολλά μεταξύ μας γι’ αυτό. Άλλωστε, ως συνομήλικες γυναίκες, είχαμε μάθει να καταλαβαίνουμε η μία την άλλη ακόμη και όταν οι λέξεις περίσσευαν. Υπήρχε ανοιχτή επικοινωνία, αμοιβαίος σεβασμός και μια ειλικρινής διάθεση να μη δημιουργούμε παρεξηγήσεις εκεί όπου δεν υπήρχε λόγος.
Η Μυρτώ παραμένει ακόμη και σήμερα ελεύθερη και αφοσιωμένη στην επαγγελματική της ζωή. Αγαπά τη δουλειά της, έχει χτίσει τη δική της πορεία και φαίνεται πως, προς το παρόν τουλάχιστον, δεν βιάζεται να αλλάξει τις ισορροπίες της.
«Ίσως τελικά, Εριφύλη μου, να ισχύει και για εκείνη το «όλα στον καιρό τους».
Η Εριφύλη χαμογέλασε. «Ακριβώς. Μερικές γυναίκες απλώς δεν βιάζονται. Περιμένουν να εμφανιστεί εκείνος που θα αξίζει πραγματικά τον κόπο.»
Όντως, η Μυρτώ είχε το μυαλό της στον Νικηφόρο. Αυτό όμως που δεν γνώριζε ούτε η Εριφύλη ούτε, πολύ περισσότερο, η ίδια η Μυρτώ, ήταν πως κάποτε και ο Νικηφόρος είχε όντως αισθανθεί για εκείνη μια ιδιαίτερα δυνατή έλξη και είχε φτάσει να σκεφτεί ακόμη και το ενδεχόμενο να αναζητήσει μια επίσημη σχέση μαζί της.
Εκείνη την εποχή, η οικογένεια της Μυρτώς είχε τρεις κόρες, ανύπαντρες και οι τρεις. Την Ελπίδα, είκοσι τριών ετών, την Αλεξάνδρα, είκοσι ενός, και τη Μυρτώ, τη μικρότερη, μόλις δεκαεννέα.
Ήταν μια περίοδος κατά την οποία ο Νικηφόρος, νεαρός ακόμη μηχανικός της ναυτιλίας, επέστρεφε στην Ελλάδα ύστερα από ένα ακόμη μπάρκο. Η ζωή του βρισκόταν σε μια φάση μετάβασης. Είχε αρχίσει να αποκτά επαγγελματική εμπειρία και να πατάει πιο γερά στα πόδια του, αλλά μέσα του δεν είχε ακόμη αποφασίσει προς τα πού ήθελε να κατευθύνει την προσωπική του ζωή.
Η μητέρα του, όπως συμβαίνει συχνά στις μανάδες που θεωρούν πως ήρθε η ώρα να αποκαταστήσουν τα παιδιά τους, τον περίμενε με χαμόγελο και… σχέδιο.
Μόλις βρήκε την κατάλληλη στιγμή, άρχισε τα μητρικά της κηρύγματα. «Νομίζω πως ήρθε η ώρα, παιδί μου. Είσαι πια σε ηλικία, έχεις ωριμάσει, έχεις τη δουλειά σου… Να σου βρω κι εγώ μια καλή κοπέλα να κάνεις τη δική σου οικογένεια.
Ο Νικηφόρος την κοίταξε με εκείνο το μισό χαμόγελο που προμήνυε πείραγμα. «Και τι είναι η κοπέλα για να τη βρεις, ρε μάνα; Ραπανάκι για την όρεξη στη λαϊκή αγορά;»
«Με ακούς, παιδάκι μου;»
«Ναι, ρε μάνα, σε ακούω! Καθαρά και δυνατά!»
«Και τότε γιατί δεν απαντάς;»
«Απαντάω, αλλά εσύ έχεις ήδη αποφασίσει και τι θα πω!»
Η μητέρα του τον κοίταξε για λίγο σιωπηλή και ύστερα επέμεινε. «Εγώ το καλό σου θέλω. Δεν είναι ωραίο να γυρίζεις από τα καράβια και να βρίσκεις ένα άδειο σπίτι. Να έχεις έναν άνθρωπο δικό σου. Να κάνεις οικογένεια.»
Ο Νικηφόρος σοβάρεψε. « Ξέρεις κάτι, ρε μάνα; Δεν είναι ότι δεν χρειάζομαι έναν καλό σύντροφο στη ζωή μου. Κάποιον με τον οποίο να έχουμε κοινά ενδιαφέροντα, να νιώθουμε άνετα ο ένας με τον άλλον και να μπορούμε να μοιραζόμαστε σκέψεις και συναισθήματα. Αυτό το καταλαβαίνω.»
«Ε, τότε; Τι περιμένεις;»
Ο Νικηφόρος πήρε μια μικρή ανάσα.« Είναι που η ζωή είναι περίεργη. Απρόβλεπτη. Γεμάτη εκπλήξεις, αντιφάσεις και παράδοξα. Δεν ακολουθεί πάντα μια λογική και προκαθορισμένη πορεία. Κι αν προσπαθήσεις να την τακτοποιήσεις από πριν, μπορεί τελικά να σου φέρει κάτι εντελώς διαφορετικό.»
Η μητέρα του τον άκουσε για λίγα δευτερόλεπτα με απορία. «Όπως τα λες εσύ, γιε μου, εγώ δεν παίρνω είδηση! Δεν καταλαβαίνω τη γλώσσα σου. Τι θέλεις να πεις, τέλος πάντων;»
Ο Νικηφόρος γέλασε. «Θέλω να πω ότι δεν αποκλείω τίποτα. Απλώς δεν θέλω να διαλέξω άνθρωπο σαν να διαλέγω έπιπλο για το σπίτι.
«Ε, καλά… Εγώ μια κουβέντα σου είπα!»
«Το ξέρω, μάνα. Και την εκτιμώ.»
Η αλήθεια, όμως, ήταν πως εκείνη την περίοδο ο Νικηφόρος απέφευγε τις δεσμεύσεις. Δεν αισθανόταν ακόμη έτοιμος, ούτε συναισθηματικά ούτε οικονομικά ούτε ως προς τον τρόπο ζωής που είχε επιλέξει να περάσει από την εργένικη ζωή του ναυτικού σε έναν γάμο με όλες τις ευθύνες και τις απαιτήσεις που αυτός συνεπαγόταν. Είχε μπροστά του άλλα σχέδια, άλλες εμπειρίες, άλλες αναζητήσεις.
Και, χωρίς να το ξέρει ακόμη, μέσα σε εκείνη ακριβώς την περίοδο υπήρχε ήδη μια νεαρή γυναίκα που είχε αρχίσει να καταλαμβάνει έναν ιδιαίτερο χώρο στη σκέψη του.
Μόνο που η ιστορία τους, όπως συμβαίνει συχνά στη ζωή, δεν θα ακολουθούσε την ευθεία διαδρομή που ίσως θα περίμενε κανείς. Ο Νικηφόρος είχε θέσει ως πρωταρχικό του στόχο την επαγγελματική του καταξίωση. Ήθελε πρώτα να σταθεί γερά στα πόδια του, να αποκτήσει ένα σταθερό και επαρκές εισόδημα, ώστε να αισθάνεται ασφαλής και ανεξάρτητος και, όταν θα ερχόταν η ώρα, να μπορεί να δημιουργήσει οικογένεια χωρίς να εξαρτάται από κανέναν.
Την ίδια στιγμή, όμως, γνώριζε πολύ καλά πως η επίμονη μητέρα του, σαν άλλη Αγία Υπομονή, την Ελένη Δραγάση-Παλαιολόγου, μητέρα του τελευταίου Βυζαντινού αυτοκράτορα Κωνσταντίνου ΙΑ΄ Παλαιολόγου, δεν επρόκειτο να εγκαταλείψει εύκολα την ιδέα του προξενιού.
Είχε ήδη βάλει στο μυαλό της την πολύ καλή οικογένεια της απέναντι γειτονιάς, με τις τρεις κόρες, και προσπαθούσε διακριτικά να τον πείσει πως θα ήταν καλή ιδέα να ζητήσουν μία από τις δύο μεγαλύτερες. Ο Νικηφόρος, που καταλάβαινε πολύ καλά πού το πήγαινε η μητέρα του, έψαξε έναν τρόπο να εκφράσει την απροθυμία του χωρίς να της χαλάσει εντελώς τα σχέδια.
«Εντάξει, ρε μάνα. Αν θέλεις τόσο πολύ να κάνεις την προξενήτρα, κάν’ το. Αλλά υπάρχει ένας όρος.»
Η μητέρα του αναθάρρησε. «Τι όρος;»
«Αν είναι να γίνει προξενιό, εγώ θα δεχτώ μόνο για τη μικρή.»
«Τη Μυρτώ;»
Ναι. Για τη Μυρτώ.»
Η μητέρα του έμεινε για λίγο σιωπηλή. Δεν χρειάστηκε πολλή σκέψη για να καταλάβει τι πραγματικά σήμαινε ο όρος του γιου της. Με τρεις κόρες στην οικογένεια, το να ζητούσαν αποκλειστικά τη μικρότερη, τη δεκαεννιάχρονη Μυρτώ, θα μπορούσε εύκολα να εκληφθεί ως άρνηση για τις δύο μεγαλύτερες. Και η μητέρα του δεν ήθελε να βρεθεί σε μια τόσο άβολη θέση. Έτσι, το επίδοξο προξενιό έμεινε εκεί. Η αλήθεια, βέβαια, ήταν λίγο διαφορετική απ’ όσο μπορούσε να υποψιαστεί η μητέρα του. Ο Νικηφόρος δεν είχε διαλέξει τυχαία τη Μυρτώ. Η καρδιά του είχε ήδη αρχίσει να σκιρτά για εκείνη τη μικρή, σκερτσόζα, δυναμική και φωτεινή κοπέλα. Η δεκαεννιάχρονη Μυρτώ τού είχε κινήσει το ενδιαφέρον με έναν τρόπο που ο ίδιος δεν μπορούσε εύκολα να αγνοήσει. Είχε κάτι ζωντανό και αυθόρμητο, μια παρουσία που δεν περνούσε απαρατήρητη. Κάθε φορά που τη συναντούσε στον δρόμο ή στο λεωφορείο, τα μάτια του τον πρόδιναν περισσότερο απ’ όσο θα ήθελε. Το βλέμμα του μαλάκωνε, έμενε πάνω της λίγο περισσότερο και, χωρίς να χρειάζεται να ειπωθεί λέξη, αποκάλυπτε ένα ενδιαφέρον που ο ίδιος προσπαθούσε να κρατήσει διακριτικό.
Κι όμως, η Μυρτώ δεν κατάλαβε ποτέ. Ή, τουλάχιστον, δεν κατάλαβε ποτέ αυτό που εκείνος ήλπιζε πως μπορούσε να διακρίνει στα μάτια του. Ο Νικηφόρος πίστευε πως το βλέμμα του ήταν αρκετό. Πως κάποια στιγμή εκείνη θα το αντιλαμβανόταν, θα καταλάβαινε τι συνέβαινε μέσα του και ίσως θα του έδινε κι εκείνη ένα μικρό σημάδι. Όμως η Μυρτώ φαίνεται πως έβλεπε έναν ευγενικό, μεγαλύτερο γνωστό της γειτονιάς, όχι έναν νεαρό άντρα που είχε αρχίσει να την ξεχωρίζει από όλες τις άλλες. Και έτσι, το ειδύλλιο που ο Νικηφόρος είχε αρχίσει σιωπηλά να ονειρεύεται δεν ξεκίνησε ποτέ. Ίσως επειδή το βλέμμα, όσο εκφραστικό κι αν είναι, δεν είναι πάντοτε αρκετό. Μερικές φορές χρειάζεται μια λέξη, μια κίνηση, ένα θάρρος που εκείνη την εποχή ο Νικηφόρος δεν είχε βρει τρόπο να επιστρατεύσει.
Και η ζωή, όπως είχε ήδη πει στη μητέρα του, δεν ακολουθεί πάντα τη διαδρομή που σχεδιάζουμε. Εκείνος είχε δει μια πιθανότητα. Η Μυρτώ δεν την είδε ποτέ.
Και κάπως έτσι, χωρίς καβγά, χωρίς απόρριψη και χωρίς καν να το αντιληφθούν πραγματικά οι δυο τους, ένα μικρό ειδύλλιο που θα μπορούσε να είχε υπάρξει έμεινε για πάντα στη σιωπή ενός βλέμματος.
Όταν, λοιπόν, η Μυρτώ θέλησε να απαλλαγεί από τον νεαρό άντρα που την πολιορκούσε επίμονα και της εξέφραζε με ολοένα μεγαλύτερη επιμονή το ερωτικό του ενδιαφέρον, βρήκε έναν έξυπνο τρόπο να βάλει τέλος στην κατάσταση, χωρίς να τον προσβάλει. Του πρότεινε την αδελφή της ως πολύ καλύτερη επιλογή. Το συζήτησε πρώτα με την Αλεξάνδρα και, αφού πήρε τη συγκατάθεσή της, αποφάσισε να του τη γνωρίσει με σοβαρές προθέσεις.
Όταν του το ανακοίνωσε, εκείνος έμεινε για λίγο άφωνος. «Σοβαρά μου μιλάς τώρα; Πραγματικά επιμένεις να γνωρίσω την αδελφή σου;»
«Σοβαρότατα! Είναι όμορφη, έξυπνη, νοικοκυρά. Βέβαια, είναι λίγο τσαούσα…» Χαμογέλασε πονηρά.
«…αλλά θα στρώσει όταν παντρευτεί!»
Ο νεαρός γέλασε. «Και έχεις την εντύπωση πως μόλις με δει η αδελφή σου θα πάθει κεραυνοβόλο έρωτα και θα πει αμέσως το «ναι»; Κι αν η κοπέλα έχει αντίρρηση; Αν αγαπάει κάποιον άλλον, ρε κορίτσι μου;»
Η Μυρτώ τον κοίταξε με απόλυτη αυτοπεποίθηση. «Η ερώτηση «αν αγαπάει άλλον», για να πάρεις μια χρήσιμη απάντηση, έχει μία απλή απάντηση: όχι!»
«Τόσο σίγουρη είσαι;»
«Απόλυτα. Και είμαι βέβαιη πως οι δυο σας θα τα πάτε πολύ καλά.»
«Γιατί;»
«Γιατί μοιάζετε περισσότερο απ’ όσο νομίζεις. Είστε και οι δύο γεμάτοι ενέργεια, ζωντάνια και ενθουσιασμό. Έχετε κοινά ενδιαφέροντα, παρόμοιο τρόπο σκέψης και, γενικά, αρκετά κοινά σημεία που μπορούν να σας φέρουν κοντά. Τον κοίταξε και πρόσθεσε, σχεδόν σαν να έδινε την τελική της συμβουλή. «Με καταλαβαίνεις, πιστεύω!»
Ο νεαρός την κοίταξε για λίγες στιγμές. Η αλήθεια ήταν πως δεν χρειαζόταν και πολλή σκέψη. Η πρόταση ήταν απρόσμενη, αλλά η περιέργειά του είχε ήδη ξυπνήσει.
«Εντάξει λοιπόν. Θα τη γνωρίσω.» Και κάπως έτσι έγινε.
Η πρώτη συνάντηση με την Αλεξάνδρα τον εντυπωσίασε περισσότερο απ’ όσο περίμενε. Η παρουσία της, η εμφάνισή της, ο τρόπος που μιλούσε και η ζωντάνια του χαρακτήρα της του δημιούργησαν από την πρώτη στιγμή την αίσθηση πως απέναντί του είχε μια γυναίκα με προσωπικότητα. Η Μυρτώ, χωρίς να το έχει σχεδιάσει ίσως τόσο καλά όσο νόμιζε, είχε πετύχει διάνα. Ο νεαρός γοητεύτηκε από την Αλεξάνδρα και η γνωριμία τους προχώρησε γρήγορα. Εκείνη, από την πλευρά της, δεν άργησε να ανταποκριθεί στο ενδιαφέρον του. Αυτό που ξεκίνησε ως μια απλή γνωριμία εξελίχθηκε σε σχέση και, πριν περάσει πολύς καιρός, οι δυο τους αποφάσισαν να παντρευτούν. Σήμερα αποτελούν ένα αγαπημένο και ταιριαστό ζευγάρι, έχουν δημιουργήσει τη δική τους οικογένεια και σύντομα περιμένουν και το πρωτο παιδί τους.Κι αν τ ο καλοσκεφτεί κανείς, η ιστορία έχει και μια μικρή ειρωνεία: η Μυρτώ, προσπαθώντας απλώς να απαλλαγεί από έναν επίμονο θαυμαστή, έγινε τελικά η αφορμή για να βρει εκείνος τη γυναίκα της ζωής του. Η ζωή, τελικά, έχει έναν δικό της τρόπο να τακτοποιεί τις υποθέσεις μας, συχνά πολύ διαφορετικό από εκείνον που είχαμε φανταστεί.
«Δηλαδή, η αδελφή της Αλεξάνδρας, η Μυρτώ, τον έρωτα και τη σεξουαλικότητα δεν τα βάζει στις προτεραιότητές της;» απόρησε η Ελπινίκη, καθώς άκουγε την ιστορία.
Η Εριφύλη χαμογέλασε. «Βλέπεις, η Μυρτώ είναι και λίγο φεμινίστρια. Έμαθε να ανήκει πρώτα στον εαυτό της και σε κανέναν άντρα. Αυτό όμως δεν σημαίνει πως έχει ξεχάσει ότι είναι γυναίκα. Απλώς δεν αισθάνεται την ανάγκη να το αποδεικνύει σε κανέναν.
«Δηλαδή;»
«Κατά καιρούς, βέβαια, έχει κι εκείνη τις επιθυμίες και τις ανάγκες της. Μπορεί να μη μιλά εύκολα γι’ αυτές, αλλά, όπως κάθε άνθρωπος, θέλει τη συντροφιά, τη ζεστασιά και την ερωτική εγγύτητα ενός άντρα. Έχει τις φαντασιώσεις της, τις επιθυμίες της, μπορεί να θέλει να αφεθεί σε μια σχέση και να νιώσει γυναίκα και ερωμένη. Μόνο που υπάρχει μια βασική διαφορά: δεν πρόκειται ποτέ να θεωρήσει πως δεν μπορεί να σταθεί στα πόδια της χωρίς εκείνον.»
«Ολίγον φεμινίστρια, λοιπόν, η Μυρτώ μας» σχολίασε η Ελπινίκη, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στη φράση.





'

0 comments:
Δημοσίευση σχολίου