ADS

click to open

Σάββατο 24 Οκτωβρίου 2026

H Kleopatra

«Το παρών είναι Ερωτική Μυθοπλασία ..... Βλέπε λεπτομέρειες στο Ερωτική Μυθοπλασία ΙΙ: (Part:1)Ερωτική Μυθοπλασία ΙΙ (Part..1)
.....Η Εριφύλη άρχισε να αντιλαμβάνεται πως, αν ποτέ αποφάσιζε να περάσει τα όρια της συζυγικής της ζωής, δεν θα επρόκειτο απλώς για μια ερωτική περιπέτεια. Θα έμπαινε σε έναν κόσμο μυστικών, διπλών ρόλων και δύσκολων ισορροπιών.
Δεν ήθελε έναν δεύτερο σύζυγο. Δεν αναζητούσε αντικαταστάτη του Νικηφόρου.
Αν αυτό που ένιωθε για τον Αδάμαντα ήταν πράγματι μόνο μια έντονη ερωτική έλξη, τότε αυτό ακριβώς ήταν που την τρόμαζε. Η επιθυμία να παραμείνει μόνο αυτό και να μην εξελιχθεί σε κάτι που θα μπορούσε να ανατρέψει ολόκληρη τη ζωή της.
Δεν ήθελε να μπλέξει συναισθήματα, υποσχέσεις και προσδοκίες. Ήθελε, αν ποτέ έφτανε μέχρι εκεί, να προστατεύσει πρώτα απ' όλα όσα ήδη αγαπούσε.
Κι όμως, εκείνο το βλέμμα του Αδάμαντα εξακολουθούσε να βρίσκεται εκεί, επίμονο, σαν μια μικρή σπίθα που αρνιόταν να σβήσει.
Οι σκέψεις της Εριφύλης άρχισαν να βρίσκουν, σχεδόν απρόσμενα, ένα στήριγμα σε μια γυναίκα που γνώριζε από τις παρέες τους. Την Κλεοπάτρα. Δεν ήθελε, όμως, να γίνει οδηγός ακροβασίας. Κι η ζωή της δεν ήταν σχοινί πάνω από το κενό, για να δοκιμάσει πόσο καλά μπορούσε να ισορροπήσει.
Η Κλεοπάτρα! Ήταν γύρω στα τριάντα, μια εντυπωσιακή, πληθωρική γυναίκα με καμπύλες, σκέρτσο κι εκείνο το παιχνιδιάρικο νάζι που τραβούσε αμέσως τα βλέμματα. Είχε μια έντονη, αισθησιακή παρουσία και δεν προσπαθούσε ιδιαίτερα να την κρύψει.
Η Εριφύλη, άλλωστε, πίστευε πως υπήρχε κάτι ακαταμάχητα θηλυκό σε μια γυναίκα που δεν φοβάται τις καμπύλες της, αλλά τις αναδεικνύει με αυτοπεποίθηση.
Στα συνηθισμένα κουτσομπολιά της γυναικείας παρέας, εκεί όπου τα υπονοούμενα μπλέκονται με τις μπηχτές κι η αλήθεια συνοδεύεται συχνά από μια γενναία δόση υπερβολής, η Εριφύλη είχε ακούσει πως η Κλεοπάτρα, ακόμη και μετά τον γάμο της, είχε γνωρίσει κι άλλους άντρες.Το θέμα είχε συζητηθεί περισσότερες από μία φορές. Κανείς δεν φαινόταν να το αμφισβητεί, αν και η Εριφύλη γνώριζε πολύ καλά πως στα κοινωνικά πηγαδάκια η φήμη αποκτά γρήγορα τη δική της αυτόνομη ζωή.
Παρόλα αυτά, όσο άκουγε τις ιστορίες για τα ερωτικά «κατορθώματα» της Κλεοπάτρας, ένιωθε μέσα της κάτι που δυσκολευόταν να παραδεχτεί ακόμη και στον ίδιο της τον εαυτό.
Τη ζήλευε. Όχι για τους άντρες, για το θάρρος της. Για την ελευθερία με την οποία, τουλάχιστον όπως παρουσιαζόταν στις ιστορίες των άλλων, επέτρεπε στον εαυτό της να διεκδικεί αυτό που επιθυμούσε.
«Γυναίκα ναυτικού κι αυτή…» σκέφτηκε η Εριφύλη. «Ξέρει καλά τι σημαίνει απουσία. Κι από τη στιγμή που έγινε η αρχή, μάλλον δεν υπάρχει γυρισμός…»
Σταμάτησε για λίγο. Ύστερα χαμογέλασε πικρά.
«Τίποτα δεν εμψυχώνει τόσο όσο το πρώτο παραστράτημα που μένει ατιμώρητο. Έτσι λένε, τουλάχιστον…»
Θυμήθηκε μερικές από τις φαρμακερές ατάκες που είχε ακούσει στις παρέες: πως τα σεντόνια της Κλεοπάτρας δεν προλάβαιναν να κρυώσουν, πως ήξερε να κρατά το ενδιαφέρον των αντρών αμείωτο· πως είχε ζήσει περισσότερα απ' όσα θα τολμούσαν να ομολογήσουν οι περισσότερες γυναίκες.
Και τότε η Εριφύλη ένιωσε ένα μικρό ρίγος να τη διαπερνά.
«Μωρέ, καλά κάνει…» σκέφτηκε. «Όχι σαν εμένα, που έχω μαραζώσει απότιστη. Σε λίγο θα στεγνώσω τελείως…»
Η σκέψη αυτή την έκανε να ανατριχιάσει. Τράβηξε ασυναίσθητα το δροσερό μπουρνούζι πάνω της, σαν να προσπαθούσε να κρυφτεί μέσα του, όχι από κάποιον άλλον, αλλά από τις ίδιες της τις σκέψεις.
Γιατί τώρα καταλάβαινε κάτι που την ανησυχούσε πολύ περισσότερο από τις φήμες για την Κλεοπάτρα: δεν την ενδιέφερε απλώς να ακούει. Άρχιζε να συγκρίνει.
Και κάθε φορά που συνέκρινε, η δική της καταπιεσμένη επιθυμία αποκτούσε λίγο περισσότερο θάρρος.
Η Κλεοπάτρα, εξάλλου, είχε μια πολύ στενή φίλη που ήταν παράλληλα κολλητή της Ελπινίκης. Έτσι, αρκετές από τις ιστορίες για την προσωπική της ζωή έφταναν, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, στα αυτιά της. Κι η Ελπινίκη, φυσικά, τις γνώριζε καλά.
Γιατί, όπως συμβαίνει συχνά με τα μυστικά στις μικρές κοινωνίες, υπάρχει ένας άγραφος κανόνας: ό,τι το ξέρουν δύο άνθρωποι, αργά ή γρήγορα κινδυνεύει να το μάθει ολόκληρος ο κόσμος.
Η Εριφύλη δεν ήξερε ακόμη αν αυτή η ιστορία της Κλεοπάτρας θα έμενε απλώς άλλη μια κουβέντα της παρέας· ή αν, χωρίς να το καταλαβαίνει, είχε ήδη αρχίσει να λειτουργεί μέσα της σαν ένα επικίνδυνο παράδειγμα.
Μέχρι τη Μάλτα είχε φτάσει, λέγανε, η χάρη της Κλεοπάτρας, προκειμένου να γιορτάσει τη Γιορτή της Γυναίκας παρέα με τον τελευταίο της «επιβήτορα».
Είχε ζητήσει από τον σύζυγό της, που βρισκόταν τότε σε κάποιο μακρινό λιμάνι του Περού, λίγα επιπλέον χρήματα για μια μικρή εκδρομή. Του εξήγησε πως τον τελευταίο καιρό ένιωθε πολύ πιεσμένη· πως είχε ανάγκη από ένα διάλειμμα, λίγες ημέρες μακριά από τη ρουτίνα, για να «συνέλθει ψυχολογικά» και να φροντίσει λίγο τον εαυτό της.
Ήταν, βλέπεις, κι εκείνος ο τελευταίος εραστής, ο οποίος είχε αρχίσει να αντιμετωπίζει σοβαρές οικονομικές δυσκολίες. Όχι μόνο δυσκολευόταν πλέον να τη συνδράμει, αλλά είχε αρχίσει να της γίνεται βάρος.
Η Κλεοπάτρα τον ένιωθε πια σαν βδέλλα που είχε κολλήσει πάνω της, κι αναζητούσε απλώς την κατάλληλη ευκαιρία για να του δείξει την πόρτα της εξόδου.
Ο σύζυγος, πάλι, είτε επειδή την αγαπούσε πραγματικά κι ενδιαφερόταν γι’ αυτήν, είτε επειδή, όπως ψιθύριζαν οι κακές γλώσσες, είχε κι εκείνος τη δική του ζωή και τις δικές του ερωτικές περιπέτειες στα μακρινά λιμάνια, δεν τσιγκουνεύτηκε την οικονομική ενίσχυση.
Έτσι, η Κλεοπάτρα εξασφάλισε το απαραίτητο «θεραπευτικό κονδύλι» για την ψυχολογική της αποτοξίνωση.
Μόνο που η μοίρα είχε άλλα σχέδια…
Την τελευταία στιγμή, ένα μικρό αλλά καθοριστικό απρόοπτο ανέτρεψε ολόκληρο το πρόγραμμα: ο επίδοξος συνοδός της υπέστη ένα ελαφρύ καρδιακό επεισόδιο και δεν ήταν σε θέση να την ακολουθήσει στο πολυπόθητο ταξίδι.
Η Ελπινίκη, μάλιστα, δυσκολευόταν να πιστέψει μία από τις πιο πικάντικες εκδοχές της ιστορίας—ότι το ατυχές περιστατικό συνέβη ακριβώς σε μία από εκείνες τις στιγμές που ο άντρας είχε επιδοθεί με υπερβάλλοντα ζήλο στα ερωτικά του καθήκοντα!
Η Κλεοπάτρα, πάντως, αντί να πανικοβληθεί, ένιωσε μέσα της μια απροσδόκητη ανακούφιση.
Επιτέλους, είχε βρεθεί ένας τρόπος να ξεκολλήσει από πάνω της τη «βδέλλα».
Εκείνος της είπε πως λυπόταν πολύ που δεν θα μπορούσαν να κάνουν μαζί το ταξίδι και της υποσχέθηκε ότι την επόμενη φορά θα φρόντιζε να οργανώσουν κάτι ακόμη πιο συναρπαστικό.
Η Κλεοπάτρα, όμως, είχε ήδη αποφασίσει.
«Θα πάω», είπε ήρεμα. «Το έχω ανάγκη.»
Εκείνος την κοίταξε λοξά, με εμφανή δυσφορία και καχυποψία. Μουρμούρισε κάτι που εκείνη δεν κατάλαβε καθαρά.
«Δεν καταλαβαίνω την εμμονή σου μ’ αυτό το ταξίδι», είπε τελικά. «Μήπως θέλεις να χωρίσουμε και δεν ξέρεις πώς να μου το πεις;»
Η Κλεοπάτρα δεν απάντησε. Άφησε την ερώτηση να αιωρείται ανάμεσά τους, προτιμώντας να μην αποκαλύψει πόσο πολύ την ανακούφιζε η σκέψη ότι θα ταξίδευε μόνη. Κι κάπως έτσι, άνοιξε πανιά για τη δική της μικρή απόδραση.
Όλα αυτά και πολλά ακόμη, η Κλεοπάτρα τα είχε εκμυστηρευτεί μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια σε μια πολύ στενή φίλη της. Από εκείνες τις φίλες που ξέρουν πολλά, κάνουν πως δεν ξέρουν τίποτα και, πριν αποχαιρετιστούν, ορκίζονται η μία στην άλλη:
«Στον τάφο μου! Δεν πρόκειται να το μάθει κανείς…»
Μόνο που τα μυστικά, όταν περνούν από στόμα σε στόμα, έχουν μια παράξενη συνήθεια να αποκτούν φτερά. Και, για να λέμε την αλήθεια, στην περίπτωση της Κλεοπάτρας δεν χρειαζόταν καν ιδιαίτερη προσπάθεια.
«Όχι πως δεν ήταν ήδη βούκινο…» σκεφτόταν η Ελπινίκη. «Φλασάρει από χιλιόμετρα η Κλεοπάτρα μας κι ο κόσμος το έχει τούμπανο!»
Και, πριν προλάβει καλά-καλά να λαλήσει ο αλέκτωρ, η κολλητή τα εκμυστηρεύτηκε στην Ελπινίκη. Η Ελπινίκη, φυσικά, στην Εριφύλη.
Κι η Εριφύλη που μέχρι εκείνη τη στιγμή άκουγε απλώς μία ακόμη ιστορία από τα ατέλειωτα κουτσομπολιά της παρέας, άρχισε ξαφνικά να την ακούει διαφορετικά.
Γιατί τώρα πια δεν άκουγε μόνο την ιστορία της Κλεοπάτρας. Άκουγε, μέσα από αυτήν, τον αντίλαλο της δικής της επιθυμίας, έναν καθρέφτη του ίδιου της του εαυτού.
Η Κλεοπάτρα, εξάλλου, ουδόλως είχε λυπηθεί για την απρόσμενη απουσία του φίλου της. Τουναντίον, όπως η ίδια μετέφερε στη φίλη της.
«Μια καλή ευκαιρία ήταν να τον ξεφορτωθώ τον μαλάκα! Τσιμπούρι μου ’χε γίνει και να πεις ότι είχε και ικανότητες; Αυτός, αγάπη μου, είχε κάψει φλάντζες κι έκανε ρετάρισμα! Για να του σηκωθεί το εργαλείο χρειαζόταν υποστύλωμα, κι αν… Εμ, το άλλο πού το πας; Που είχε εθισμό στον τζόγο! Στα καζίνα της Μάλτας σίγουρα θα τον έχανα.»
«Και πήγες μονάχη σου τελικά;»
«Ναι, βρε καρδιά μου. Έκανα και την προσευχή μου να μου τύχει κανένα ωραίο παιδί κι έφυγα με βάρκα την ελπίδα!»
«Και σου έτυχε;»
Η Κλεοπάτρα χαμογέλασε αυτάρεσκα.
«Ναι, καλή μου. Και να ξέρεις κάτι; Υπάρχουν πολλοί θεοί. Η ζωή είναι μεγάλη κι η ψυχή του ανθρώπου χωράει περισσότερους από έναν. Ε, λοιπόν, αυτή τη φορά οι προσευχές μου εισακούστηκαν!»
«Μη μου λες! Καλός; Καλός-καλός;»
«Από τους καλύτερους.»
«Σαν αυτούς που βλέπουμε και στον ύπνο μας;»
«Άκου να μάθεις, χρυσή μου. Ο άνθρωπος στον ύπνο του φτιάχνει έναν ολόκληρο κόσμο ψεύτικο, απατηλό, για να ξεφύγει λίγο από τη μαρμάγκα και να ζήσει μια άλλη ζωή. Γι’ αυτό σου λέω: αυτός ήταν πραγματική αγορίνα, με σάρκα και οστά!»
«Ενδιαφέρον… Για λέγε, για λέγε! Έχεις και φωτογραφία του;»
«Έχω μία. Να, εδώ την έχω μαζί μου. Βγήκαμε όλη η παρέα αγκαλιά, το βράδυ που είχαμε πάει σ’ ένα κέντρο.»
Και κάπου εκεί, καθώς η Κλεοπάτρα άνοιγε την καρδιά της κι έδινε ελεύθερο πεδίο στη διάθεση της, άρχισε να αφηγείται στη φίλη της, με τον δικό της αθυρόστομο, χείμαρρο και γεμάτο αυτοπεποίθηση τρόπο, όλα όσα είχε ζήσει σε εκείνο το σύντομο, αναζωογονητικό ταξίδι στη Μάλτα.
«Χρυσή μου, ένα ταξίδι στη Μάλτα είναι συναίσθημα. Είναι ευφορία. Είναι μια ολόκληρη συναισθηματική κατάσταση! Κι εγώ, μέσα σε μόλις τρεις ημέρες, τα έζησα όλα!»
Και συνέχισε.
«Ήταν προς το απόγευμα, όταν ο ήλιος είχε αρχίσει να παίρνει τα πιο πορτοκαλιά του χρώματα. Περπατούσαμε με τη χαζοχαρούμενη τη φίλη μας στο παλιό λιμάνι, πλάι στη θάλασσα, κατά μήκος της προκυμαίας. Πιο πέρα, μέσα στα γαλαζοπράσινα νερά, λικνίζονταν πολυτελή κότερα κι ορισμένα ιστιοφόρα.
Ομολογώ πως, έτσι όπως το έβλεπα στην αρχή, το λιμάνι δεν με είχε εντυπωσιάσει ιδιαίτερα. Όμως, όσο περπατούσαμε, ο ήλιος χαμήλωνε κι η αντηλιά απλωνόταν πάνω στη θάλασσα. Εκείνη η πορτοκαλιά λάμψη άρχισε να μεταμορφώνει τα πάντα γύρω μου, ήταν σαν να είχε αποφασίσει ο ουρανός να μου κάνει ένα μικρό, προσωπικό δώρο.»
«Και τότε τον είδα.
Μπροστά μας, ένα κάτασπρο αλιευτικό σκάφος ανοιχτής θαλάσσης, αγέρωχο σαν αλμπατρός, ετοιμαζόταν να πλαγιοδετήσει στη μαρίνα. Και μαζί με το σκάφος, εμφανίστηκε κι εκείνος.
Τον είδα να κατεβαίνει στην προβλήτα και να πιάνει τον κάβο για να δέσει το σκάφος στη δέστρα. Το έκανε τόσο χαλαρά, τόσο φυσικά—σαν να μην υπήρχε τίποτε στον κόσμο που να μπορούσε να διαταράξει την ηρεμία του.
Κι εγώ, χρυσή μου, θαύμαζα το λυγερόκορμο, νεανικό του κορμί κι είχα την αίσθηση πως αυτή η παράξενη, θετική του ενέργεια περνούσε μέσα από τη θάλασσα κατευθείαν πάνω μου…»
«Κάποια στιγμή σήκωσε το κεφάλι και μου χαμογέλασε. Τι χαμόγελο ήταν εκείνο! Κατάλευκα δόντια, ρόδινα χείλη, μάτια σκοτεινά που γελούσαν μαζί του. Φαινόταν πως είχε καταλάβει ότι τον είχα φάει με τα μάτια μου τόση ώρα. Και, για να μην κοροϊδευόμαστε, τον κοιτούσα σαν ξερολούκουμο!
Ψηλός, γύρω στο ένα και ενενήντα, με μαύρα μαλλιά και σκούρα μάτια. Όλα πάνω του μου φαίνονταν στη θέση τους. Τίποτε περιττό· τίποτε που να χαλάει την εικόνα.
Ήμασταν τόσο κοντά του, που όταν γύρισα προς την παρέα μας, ρώτησα δυνατά.
«Πώς είπαμε πως το λένε το κλαμπ του ξενοδοχείου, που μας περιμένει το γκρουπ για να ξεσαλώσουμε το βράδυ;»
Το είπα τόσο δυνατά, ώστε ήμουν απολύτως βέβαιη πως με είχε ακούσει. Κι τότε συναντήθηκαν ξανά τα βλέμματά μας. Τον κοίταξα κατευθείαν στα μάτια. Δεν χρειάστηκε να πω τίποτε άλλο. Αν μπορούσαν τα μάτια να μιλήσουν, τα δικά μου του έλεγαν καθαρά. «Ενδιαφέρομαι. Και δεν είμαι αδιάφορη…»
«Ο ήλιος είχε αρχίσει πια να κατηφορίζει και να βάφει με μια γλυκιά, πορτοκαλιά απόχρωση το τοπίο. Εγώ, κρατώντας αφηρημένα το χέρι της χαζοχαρούμενης φίλης μας, της είπα:
«Έλα, πάμε, φιλενάδα. Μας περιμένουν κι έχουμε αργήσει.»
«Ποιοι μας περιμένουν;» με ρώτησε το χαζό θηλυκό.
Κι όταν επιτέλους πήρε χαμπάρι, ξαναρώτησε: «Που μας περιμένουν;»
«Στο Acqua Mare Bar», απάντησα με έμφαση, εξακολουθώντας να τον κοιτάζω. Και, χωρίς να κουνήσω σχεδόν τα χείλη μου, του ψιθύρισα. «Σε περιμένω…» Ύστερα του έστειλα ένα άηχο φιλί.
«Ρε Κλεοπάτρα, πού πας να μπλέξεις πάλι, βρε κορίτσι μου;» μου είπε η φίλη μας.
Γύρισα και την κοίταξα.
«Γιατί, είναι κακό; Πού είναι το κακό να φλερτάρεις,αν αυτό θέλεις και δεν κοροϊδεύεις κανέναν;» ρώτησα με ειλικρινή απορία. «Γιατί νομίζω πως εδώ μυρίζομαι λίγο δίπολο… αγίας και αμαρτωλής;»
«Κλεοπάτρα, θα με στείλεις αδιάβαστη! Δηλαδή το μόνο που σε ενδιαφέρει είναι να φλερτάρεις και να μπλέκεις;»
«Δηλαδή τι; Είμαι ρηχή επειδή σκέφτομαι και το ερωτικό κομμάτι της ζωής μου και το αναζητώ; Εσύ τι κάνεις στις κοινωνικές σου συναναστροφές; Μιλάς αποκλειστικά για ποίηση και μεταμοντερνισμό;»
«Τελικά, πες μου! Ήρθε ο γοητευτικός νεαρός στο μπαρ;»
Η Κλεοπάτρα χαμογέλασε θριαμβευτικά.
«Ναι… ήρθε!»
«Με μια άνετη φιλικότητα συστηθήκαμε. Ήταν ο λοστρόμος του μεγάλου αλιευτικού,ένας λυγερόκορμος εικοσιπεντάχρονος Σικελός από τις Συρακούσες! Ανήκε στο πλήρωμα του αλιευτικού ανοιχτής θαλάσσης· απ’ αυτά, καλέ, που ψαρεύουν ξιφίες στα δικά μας νερά οι Ιταλοί, οι αθεόφοβοι!
Το σκάφος τους περίμενε στην προβλήτα τη σειρά του για εργασίες συντήρησης και επισκευών στα ναυπηγεία της πόλης, στη Βαλέτα. Κι εγώ, όπως καταλαβαίνεις, δεν είχα καμία απολύτως αντίρρηση να γνωρίσω από κοντά τον… «ξιφομάχο» της θάλασσας!
Ρε, τι κούκλος ήταν αυτός! Τι παίδαρος, σου λέω! Μπουκιά και συχώριο, που έλεγε κι η συχωρεμένη η γιαγιά μου. Με υπέροχο χαμόγελο και μια ματιά που σου υποσχόταν… τον μισό κόσμο!
Σίγουρα είχε έρθει κι αυτός για να διασκεδάσει και, ποιος ξέρει, ίσως για να βρει το διαθέσιμο θηλυκό που του είχα ήδη υποσχεθεί με τα μάτια μου. Τόσες μέρες στη θάλασσα, καταλαβαίνεις… Η διάθεσή του, όπως φαινόταν, είχε χτυπήσει κόκκινο!
Τα βλέμματά μας, επιτέλους, άρχισαν να συνομιλούν. Τα μάτια του ήταν απίστευτα εκφραστικά κι το βλέμμα του ξυπνούσε μέσα μου έναν πόθο που δεν είχα καμία διάθεση να κρύψω.»
«“ι θα έλεγες να σου κάνω το τραπέζι απόψε;» μου λέει.
Ήμουν λίγο μεθυσμένη, λίγο ζαλισμένη, αλλά κυρίως… σε πολύ καλή διάθεση. Και, χρυσή μου, αυτά τα πράγματα έρχονται καμιά φορά εκεί που δεν τα περιμένεις. Δεν σου έχει τύχει ποτέ να συναντήσεις κάποιον που—χωρίς να έχει κάνει σχεδόν τίποτα, να σε αναστατώσει μόνο από τη φωνή του, από τον τρόπο που σε κοιτάζει, από τον αέρα που κουβαλάει;
Ε, λοιπόν, εκείνη την ώρα δεν ήμουν κανένα άβγαλτο κι συνεσταλμένο κοριτσάκι. Ήμουν μια γυναίκα που ήξερε πολύ καλά τι ήθελε από τη βραδιά της: παιχνίδι, φλερτ, ένταση—χωρίς μεγάλες κουβέντες και χωρίς υποσχέσεις!
Κόλλησα κοντά του, γελαστή κι όλο νάζι.
«Αγορίνα μου, να μου κάνεις το τραπέζι, να σου κάνω το κρεβάτι;» τον ρώτησα πονηρά, καθώς με οδηγούσε προς το εστιατόριο του μπαρ.
Καθίσαμε σ’ έναν πριβέ καναπέ, λίγο πιο πέρα από τα χαμηλά φώτα και τη φασαρία. Ήταν μια ήσυχη, ζεστή γωνιά, ιδανική για να πιούμε το ποτό μας χωρίς να μας ποδοπατάει ο κόσμος. Το σκηνικό, αν με ρωτάς, ήταν φτιαγμένο για μια όμορφη και… πολλά υποσχόμενη βραδιά.»
«Πολύ κιμπάρης τύπος, πολύ ευγενικός, άντρας με τα όλα του!
«Ρώτησε τον μετρ και παράγγειλε ό,τι σου αρέσει», μου λέει.
«Εσύ;» τον ρωτάω.

«Εγώ είμαι εντάξει. Μια μπριζόλα θα φάω, αρκεί.»
«Μόνο; Τέτοιος παίδαρος! Αυτό που χρειάζεσαι είναι ενεργειακά πυκνά τρόφιμα. Ξέρεις… τροφές που σου δίνουν πολλές θερμίδες και σε κρατούν όρθιο!»
«Ευχαριστώ για τη συμβουλή. Νιώθω πως πραγματικά με νοιάζεσαι και με περιποιείσαι ιδιαιτέρως», μου λέει.
«Α, εγώ τον περιποιούμαι τον άντρα! Είμαι σκλάβα του. Θέλω να έχει φάει καλά, να είναι ευχαριστημένος, χορτάτος. Αλλά μετά θέλω να με περιποιηθεί κι αυτός, για να μη μείνω με παράπονο!»
Και γέλασα με εκείνο το πλούσιο, λίγο βραχνό γέλιο μου, που, όπως μου έλεγαν πάντα, γέμιζε τον χώρο.»
Εκείνος με κοίταξε βαθιά στα μάτια
«Μ’ αρέσει ο τρόπος σου, παραπονιάρα μου. Εγώ είμαι εδώ για να σε περιποιηθώ όπως σου αξίζει».
Και να σου πω κάτι, φιλενάδα μου; Όταν κάποιος σε κοιτάζει στα μάτια την ώρα που σου μιλάει, εγώ τουλάχιστον θέλω να πιστεύω πως εννοεί κάθε του λέξη. Κανένας άντρας δεν μπορεί να λέει τέτοια πράγματα και να σε κοιτάζει ταυτόχρονα στα μάτια χωρίς να το πιστεύει, εκτός κι αν έχει βάλει ήδη υποψηφιότητα για Όσκαρ!
Η απάντησή μου, λοιπόν, ήταν σχεδόν αυτονόητη.
«Κι εγώ αυτό θέλω», του είπα.
Και κάπως έτσι, χωρίς πολλές περιστροφές και χωρίς περιττές υποσχέσεις, άνοιξε μπροστά μου ένα καινούργιο, απρόσμενο κεφάλαιο. Η βραδιά κύλησε μέσα σε φλερτ, γέλια, βλέμματα κι μια αμοιβαία έλξη που γινόταν όλο και πιο δύσκολο να κρυφτεί.»
«Από εκεί και πέρα, η νύχτα μας πήρε μαζί της. Δεν θα σε πρήξω, όμως, με λεπτομέρειες. Αρκεί να σου πω πως εκείνο το σύντομο ταξίδι στη Μάλτα έγινε για μένα κάτι περισσότερο από μια απλή εκδρομή.
Έγινε μια μικρή, προσωπική επανάσταση. Ένα ταξίδι αφύπνισης, ελευθερίας, μια υπενθύμιση για μια γυναίκα που, έστω για λίγο, θυμήθηκε πως εκτός από σύζυγος κι όλα τα υπόλοιπα που κουβαλούσε στην καθημερινότητά της, ήταν πάνω απ’ όλα γυναίκα. Και, όπως καταλαβαίνεις, αυτό δεν το ξεχνάς εύκολα…»
«Ρε φιλενάδα, αφού με ξετρελαίνεις όταν μου διηγείσαι τέτοιες ιστορίες για τα ερωτικά σου, και μάλιστα με όλες τις πικάντικες λεπτομέρειες, γιατί μου κόβεις την ιστορία τώρα, στο καλύτερο;»
Η Κλεοπάτρα γέλασε.
«Τι είναι αυτό που τόσο πολύ θέλεις να σου διηγηθώ;»
«Όλα! Θέλω λεπτομέρειες! Όλα θέλω να τα ξέρω! Μη μου αφήσεις τίποτα απ’ έξω!»
«Εντάξει, λοιπόν. Αφού είσαι τόσο περίεργη…»
Ο νεαρός, όπως μου είπε, της πρότεινε στην αρχή να πάνε μια βόλτα για να της γνωρίσει το αλιευτικό του. Εγώ όμως...δηλαδή η Κλεοπάτρα.. αφού το σκέφτηκα για λίγο, κατάλαβα πως το σκάφος δεν ήταν ακριβώς αυτό που με ενδιέφερε εκείνη τη στιγμή.
«Όχι, αγόρι μου», του είπα γελώντας. «Το καράβι σου θα το θαυμάσω κάποια άλλη ώρα. Τώρα θέλω να γνωρίσω εσένα!»
«Κι έτσι αποφασίσαμε να πάμε σ’ ένα καλό ξενοδοχείο, όπου θα μπορούσαμε να έχουμε περισσότερη ησυχία κι άνεση για να γνωριστούμε καλύτερα.
Ομολογώ πως, μέχρι την τελευταία στιγμή, είχα κάποιες επιφυλάξεις. Δεν είχα συνηθίσει να πηγαίνω σε τέτοια μέρη με έναν άνθρωπο που μόλις είχα γνωρίσει. Από την άλλη, όμως, η έλξη ανάμεσά μας ήταν τόσο έντονη, ώστε οι αντιστάσεις μου έμοιαζαν περισσότερο με τυπικές σκέψεις παρά με πραγματικές αντιρρήσεις.
Ήθελα να ζήσω τη στιγμή. Ήθελα να αφήσω για λίγο πίσω μου όλα εκείνα που με περίμεναν στην καθημερινότητά μου και να αφεθώ σ’ έναν άνθρωπο που, μέχρι πριν από λίγες ώρες, δεν γνώριζα καν.
Μόλις μπήκαμε στο δωμάτιο κι έκλεισε η πόρτα πίσω μας, η ατμόσφαιρα άλλαξε αμέσως. Εκείνος με πλησίασε με μια ορμή που με ξάφνιασε. Για μια στιγμή έμεινα ακίνητη, περισσότερο από έκπληξη παρά από φόβο. Δεν είχα συνηθίσει τέτοια αυθόρμητη ένταση από έναν άντρα που μόλις είχα γνωρίσει.
Κι όμως… μου άρεσε! Μου άρεσε η αίσθηση ότι του είχα προκαλέσει κάτι τόσο δυνατό· ότι η εικόνα μου, η παρουσία μου, ο τρόπος που τον είχα κοιτάξει στη μαρίνα, είχαν ανάψει μέσα του μια επιθυμία που πλέον δυσκολευόταν να κρύψει.
Και τότε άρχισε να μου μιλάει. Λόγια γρήγορα, αυθόρμητα, γεμάτα ενθουσιασμό. Άλλοτε γελούσε, άλλοτε με κοίταζε επίμονα κι άλλοτε σταματούσε για μια στιγμή, σαν να προσπαθούσε να βρει τη σωστή λέξη.»
«Δεν καταλάβαινα όλα όσα έλεγε, η γλώσσα, η προφορά, η ζάλη του κρασιού κι η ένταση της στιγμής τα μπέρδευαν όλα. Όμως καταλάβαινα κάτι πολύ πιο απλό:
Με ήθελε. Κι εγώ, εκείνη τη νύχτα στη Μάλτα, είχα αποφασίσει να μη φοβηθώ αυτό που ήθελα κι εγώ.
Τα υπόλοιπα, χρυσή μου, δεν χρειάζονται περιγραφή με το νι και με το σίγμα… Άλλωστε, αν αρχίσω να σου τα λέω όλα, θα ξημερώσουμε εδώ!»
Την μεθεπόμενη μέρα αναχωρήσαμε για την Ελλάδα. Κι όμως, ακόμα και σήμερα δεν τον έχω ξεχάσει. Παρ’ όλες τις εμπειρίες που ακολούθησαν στη ζωή μου, εκείνος ο νεαρός Σικελός έμεινε κάπου ξεχωριστά μέσα μου. Θα τον έχω πάντα στην καρδιά μου. Και, αν θέλεις να σου πω την αλήθεια, ξέρω πως ήταν ο καλύτερος εραστής που είχα γνωρίσει μέχρι τότε.
Η φίλη της την άκουγε με μάτια ορθάνοιχτα. Είχε ήδη παρασυρθεί από την αφήγηση και, όσο η Κλεοπάτρα προχωρούσε στις λεπτομέρειες, τόσο η περιέργεια κι η φαντασία της έπαιρναν φωτιά.
«Ρε Κλεοπάτρα… παίζει να μου γνωρίσεις κι εμένα κανέναν τέτοιον; Ένα τέτοιο λαχείο, βρε παιδί μου;»
Η Κλεοπάτρα γέλασε.
«Θα το έχω στα υπόψη μου. Μη μου στενοχωριέσαι, κάτι θα βρεθεί, τι φίλες είμαστε;»
Έκανε μια μικρή παύση και την κοίταξε πονηρά.
«Αν θες, μάλιστα, μπορούμε να το ψάξουμε μαζί. Να βρούμε έναν άντρα που να έχει διάθεση για… παρέα δύο κοριτσιών!»
Η φίλη της γέλασε δυνατά. «Καλή ιδέα μου φαίνεται! Μέσα είμαι!»
Η Κλεοπάτρα σήκωσε το ποτήρι της. «Ε, τότε… θα το κανονίσουμε!»
Και οι δυο γυναίκες ξέσπασαν σε γέλια, σαν δυο φίλες που, μέσα στην υπερβολή και τα πειράγματα, είχαν ήδη αρχίσει να σχεδιάζουν το επόμενο κεφάλαιο μιας ιστορίας που κανείς δεν ήξερε ακόμη αν θα έμενε στη φαντασία ή αν θα γινόταν πραγματικότητα.
«Καλά, μωρέ Ελπινίκη… αυτός ο φουκαράς ο άντρας της, που θαλασσοπνίγεται στα πέλαγα, δεν υποψιάζεται τίποτα για τα κατορθώματα της λεγάμενης;» ρώτησε η Εριφύλη, με την απορία ζωγραφισμένη στο πρόσωπό της, ύστερα από όσα είχε ακούσει από τη φιλενάδα της.
Η Ελπινίκη ανασήκωσε τους ώμους.
«Λογικά, μπορεί να του έχουν μπει ψύλλοι στ’ αυτιά. Αλλά, όταν έχεις μόνο αμφιβολίες, τι κάνεις; Μένεις μ’ αυτές. Ίσως δυσκολεύεται να πιστέψει πως η γυναίκα του τον απατά συστηματικά. Κι όμως, αν το καλοσκεφτείς, θα έπρεπε να το είχε καταλάβει προ πολλού. Γιατί, κοντά στο πρώτο κέρατο που του φύτεψε, φαίνεται πως ακολούθησαν κι άλλα… και μάλιστα με το παραπάνω!»
Η Εριφύλη κούνησε το κεφάλι της κι χαμογέλασε πονηρά.
«Μπράβο η Κλεοπάτρα! Το δουλεύει με πάθος και συχνότητα το… εργαλείο της! Ζητάει να της το περιποιούνται, λες και φοβάται μην της σκουριάσει! Όχι σαν κι εμάς τις θεούσες, που το έχουμε βάλει σε θυρίδα ασφαλείας, λες και φοβόμαστε μη μας το ματιάσουν!»
Η Ελπινίκη έβαλε τα γέλια.
«Βλέπεις, καλή μου, η Κλεοπάτρα είναι… μουνάντερη! Είναι κι ερωτομανής, γι’ αυτό δεν συγκρατείται. Αφήνει τις ορμές της ελεύθερες και δεν έχει πολλές αναστολές. Πιστεύει πως οι γυναίκες δεν φτιάχτηκαν για να ζουν κλεισμένες σε γυάλα, αλλά για να χαίρονται τη ζωή και τον έρωτα. Κι απ’ ό,τι φαίνεται, έχει καταλάβει πολύ καλά τι θέλει από τη ζωή της και το υπηρετεί με συνέπεια! Αν η Κλεοπάτρα δεν έχει την ερωτική της… γυμναστική τουλάχιστον τρεις φορές την εβδομάδα, φοβάμαι πως θα πάθει σύνδρομο στέρησης!»
Η Εριφύλη την κοίταξε καλά καλά.
«Τι είναι αυτό πάλι; Τι θα πει  «μουνάντερη»;»
Η Ελπινίκη άνοιξε διάπλατα τα μάτια, προσποιούμενη την κατάπληκτη.
«Πού ζεις, κοπέλα μου; Κανείς στην οικογένειά σου δεν μερίμνησε για την… παιδεία σου; Αυτή η μάνα σου τίποτα δεν σου έμαθε πια;»
Έκανε μια μικρή παύση, σαν αυστηρή καθηγήτρια που ετοιμαζόταν να παραδώσει το σημαντικότερο μάθημα της ημέρας.
«Τι να κάνω; Θα επωμισθώ εγώ αυτή τη βαριά ευθύνη, θα σου μάθω μερικά βασικά!»
Η Εριφύλη γέλασε. «Άντε, για να δούμε τι άλλο θα μάθω σήμερα από σένα…»
Η Ελπινίκη πλησίασε συνωμοτικά και, με ύφος ανθρώπου που γνώριζε πλέον τα πάντα για τα μυστήρια της ζωής, της έδωσε τη δική της, εντελώς αυθαίρετη ερμηνεία.
«Λοιπόν, μουνάντερη είναι η γυναίκα που έχει ιδιαίτερα έντονη ερωτική διάθεση, χωρίς πολλά ταμπού κι αναστολές. Δηλαδή, αυτή που δεν αφήνει την επιθυμία της να κάθεται στον καναπέ και να περιμένει!»
Η Εριφύλη έμεινε για λίγο σιωπηλή και μετά ξέσπασε σε γέλια.
«Μάλιστα! Τώρα κατάλαβα. Αλλά εσύ, φιλενάδα μου, από πού τα μαθαίνεις όλα αυτά;»
«Α, αυτό είναι άλλο μάθημα. Και θέλει… ιδιαίτερα!»
Οι δυο φίλες κοιτάχτηκαν κι ξαναγέλασαν. Η Εριφύλη όμως, πίσω από το χιούμορ, κράτησε μέσα της τη λέξη. Κάπου βαθύτερα, η συζήτηση για την Κλεοπάτρα είχε αρχίσει να αγγίζει μια περιοχή που την αφορούσε περισσότερο απ’ όσο ήθελε να παραδεχτεί…
Μετά απ’ όλα αυτά τα… «σημαντικά» που είχε μάθει από την Ελπινίκη, η Εριφύλη πέρασε ολόκληρη τη νύχτα στριφογυρίζοντας στο κρεβάτι. Αναρωτιόταν πώς άραγε θα μπορούσε ο δικός της «Μπαγάσας» να της προσφέρει εκείνες τις απολαύσεις που, σύμφωνα με την αφήγηση της Κλεοπάτρας, είχε γνωρίσει η ζουμερή φίλη τους από τον νεαρό Σικελό λοστρόμο…
Περασμένα μεσάνυχτα, ύστερα από αμέτρητες σκέψεις κι εσωτερικές διαπραγματεύσεις, κατέληξε σε ένα συμπέρασμα τόσο απλό όσο και παλιό.
«Αν δεν βρέξεις κώλο, ψάρια δεν πιάνεις· κι αν δεν σπάσεις αβγά, ομελέτα δεν γίνεται!»
Το είπε μέσα της με τόση βεβαιότητα, ώστε σχεδόν καθησυχάστηκε κι αποκοιμήθηκε.

0 comments:

Δημοσίευση σχολίου

 
Web Informer Button