ADS

click to open

Δευτέρα 2 Νοεμβρίου 2026

Marital Infidelity:

Ένα μικρό απόσπασμα από την «Ερωτική Μυθοπλασία: Ι..»
«Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας του συγγραφέα. Τα ονόματα, οι χαρακτήρες, οι τοποθεσίες .... Βλέπε Μυθοπλασία Ι: (Part:1)
Ερωτική Μυθοπλασία Ι (Part..1).....
...Όταν μια σχέση παύει να είναι πηγή τροφοδότησης από ζωντάνια, ενθουσιασμό, ερωτισμό και θετικών συναισθημάτων, τότε η προδοσία χτυπάει την πόρτα της σχέσης. Η προδοσία, σε μια σχέση που έχει στερέψει, δεν είναι πάντα ένα «ατύχημα» ή μια στιγμή αδυναμίας, είναι μια απεγνωσμένη απόπειρα επιβίωσης του ατόμου που πνίγεται στη στασιμότητα. 
Αυτός αντέδρασε με την αδιαφορία της, και δεν είναι καθόλου περίεργο που αποφάσισε ότι είναι καιρός, να αγνοήσει όρκους και κανόνες να κάνει την υπέρβαση, κοινώς να ψάξει άλλου πορτοκαλιές που κάνουν πορτοκάλια. Νιώθει ότι η κύρια πηγή ικανοποίησης του, ο γάμος του, έχει γίνει μια «αδιέξοδη στοά» και η απιστία παρουσιάζεται στο μυαλό του ως λογική διέξοδος. Δεν αναζητά μια ερωμένη, αναζητά το «εγώ» του. Αρχικά, η επιθυμία του αυτή κρατήθηκε μέσα του. Αλλά σιγά – σιγά η σκέψη αυτή άρχισε να μετεξελίσσεται. 
Το μυαλό του άρχισε να κάνει ερωτικά ταξίδια σε κάθε πιθανό «προορισμό» και με κάθε πιθανή  παρτενέρ. Μέχρι τώρα, το σύμπαν του ήταν εγκλωβισμένο σε μία γυναίκα, την Ανδρομάχη. Τώρα, το σύμπαν του ανοίγει. Εδώ και μια τετραετία στο πολύ στενό φιλικό τους κύκλο έχει πάρει διαζύγιο και από τότε δεν έχει ξανακάνει σχέση μία πληθωρική γυναίκα με πηγαία σεξουαλικότητα, η Ναυσικά!
Η Ναυσικά είναι συνομήλικη της Ανδρομάχης και παιδικές φίλες από τον καιρό που κοριτσόπουλα μικρά μάθαιναν παρέα την αλφαβήτα στο νηπιαγωγείο. Είναι ένας καταπληκτικός άνθρωπος, πολύ έξυπνη και καλλιεργημένη γυναίκα που ήταν μόνη στη ζωή, ανεξάρτητη, είχε το θάρρος της γνώμης της αλλά και θράσος, και ταυτόχρονα ήταν ευγενική και συμπονετική. 
Ο Αλκιβιάδης τη λάτρεψε από την πρώτη στιγμή που τη γνώρισε, και εκεί στα χρόνια της εφηβείας της αν και ερωτευμένος με την Ανδρομάχη είχε αρχίσει να έχει ένοχες ερωτικές φαντασιώσεις για την φίλη της.
Η Ναυσικά παντρεύτηκε την ίδια εποχή με την Ανδρομάχη αλλά ήρθε μία ημέρα που άρχισε να αντιλαμβάνεται ότι ο γάμος της δεν είχε καμιά τύχη, με αποτέλεσμα να είχε ημερομηνία λήξης. 
Το ζευγάρι βρισκόταν αρκετό καιρό σε διάσταση, διότι η κακές γλώσσες έλεγαν πως ο τύπος είχε κάνει δεύτερη οικογένεια στη Λατινική Αμερική! Οι κόκκοι της άμμου βρίσκονταν ήδη μέσα στα γρανάζια της οικογένειας της. Η βάρκα είχε κάνει ήδη νερά και η ρήξη στη σχέση τους δεν άργησε να έρθει και το διαζύγιο επίσης δεν άργησε να έρθει. 
Για τη Ναυσικά, αυτό δεν ήταν μόνο το τέλος ενός γάμου. Ήταν η στιγμή που συνειδητοποίησε ότι τα χρόνια που πέρασε ήταν χτισμένα πάνω σε ένα ψέμα. Σήμερα λοιπόν η Ναυσικά δουλεύει στο δημόσιο, και περιμένει το πρώτο πράσινο φως από έναν άνδρα για να του εκδηλώσει το ενδιαφέρον της. Νιώθει πως είναι σέξι, όμορφη, ευχάριστη, έξυπνη, ερωτική, κι έτσι προκαλεί το ενδιαφέρον να την βλέπουν με τον ίδιο τρόπο. Κάνει τον εαυτό της να φαίνεται σαν, λάφυρο γι αυτόν που θα την κατακτήσει.
Τελευταία κάθε φορά που ο Αλκιβιάδης έβλεπε τη Ναυσικά, θυμάται ότι «αυτή η γυναίκα ήξερε ότι την ποθούσε» και αυτή η αμοιβαία γνώση ήταν ο πιο ισχυρός αφροδισιακός παράγοντας.
Θυμάται μια παλιά ιστορία που πίστευε ότι, είχε ξεχαστεί άλλα τελικά ήταν μια εικόνα που έχει μείνει ανεξίτηλη στη μνήμη του και να που στην πρώτη ευκαιρία επανήλθε. Χρόνια πριν το διαζύγιο της νεαρά ζευγάρια, είχαν πάει μαζί εκείνο το καλοκαίρι σε οικογενειακές διακοπές. Μετά το θαλάσσιο μπάνιο είναι οι δυο τους στην αυλή του εξοχικού τους.
 Η Ναυσικά έχει ξεπλύνει την αλμύρα του κορμιού της κάτω από το ντους, έχει βγάλει το μαγιό της και χωρίς να σκουπίσει τα νερά που τρέχουν πάνω της φορά ένα κοντό μπουρνούζι. Πηγαίνει στην πλακόστρωτη αυλή όπου ρεμβάζει ο Αλκιβιαδης μονάχος του και κάθεται απέναντι του. Απίστευτα καυτή, του ποζάρει με χαμόγελο, ανοίγει τα πόδια της αργά- αργά, και μοστράρει το ροδαλό καυλιάρικο μουνάκι της, αφήνοντας  ελεύθερα στη θέα του το όρος της Αφροδίτης με τα μεγάλα κόκκινα χείλη του αιδοίου της γυμνά, και του κάνει με το στόμα της κινήσεις πεοθηλασμού. Όλα αυτά για χάρη του από απόσταση δύο μέτρων.
Απ' τον περιποιημένο στιλπνό θάμνο του εφηβαίου της λαμπερές και διάφανες σταγόνες νερού κυλούν και λαμπυρίζουν στο φως του ήλιου. Ο Αλκιβιάδης απέναντι της, έχει ιδρώσει, οι κόρες των ματιών του έχουν ανοίξει διάπλατα, βαριανάσαινε. Η Ναυσικά δεν του άφηνε πλέον περιθώρια για παρερμηνείες! Ήταν σαν να του έλεγε! «Το είδες; το βλέπεις; είναι δικό σου, αν το τολμήσεις»
Είναι η στιγμή που ως άνδρας έρχεται αντιμέτωπος με το απόλυτο δίλημμα. Την άβυσσο της στιγμιαίας ηδονής έναντι του «οχυρού» της πολυετούς σχέσης του με την Ανδρομάχη. Σήκωσε τα μάτια του ψηλά και έκανε πως δεν είδε τίποτα. Φοβάται το λάθος μονοπάτι και τη σεξουαλική παρέκκλιση που του προτείνει η Ναυσικά. Παρόλο που τα μάτια του ήταν κλειστά, το μυαλό του είχε ήδη «φωτογραφίσει» τη σκηνή. Αυτή η ανάμνηση που «ξεθάβεται» από τη μνήμη του Αλκιβιάδη λειτουργεί ως ένας χάρτης που τον οδηγεί κατευθείαν στον πυρήνα της επιθυμίας του. 
..Μέχρι σήμερα όλα εκείνα ανήκαν πια στο παρελθόν. Το «συρτάρι των σκέψεων» που είχε κλειδώσει με τόσο κόπο, τώρα νιώθει να παραβιάζεται. Ο Αλκιβιάδης, που προσπαθούσε να προστατέψει τον γάμο του, νιώθει τώρα ότι οι αντιστάσεις του λιώνουν σαν το κερί μπροστά στη ζέστη εκείνου του Αυγούστου. Το σώμα του έχει ήδη αποφασίσει για εκείνον, πολύ πριν το μυαλό του το παραδεχτεί. Το «συρτάρι» δεν κλειδώνει πια. Οι εικόνες δεν ξεθωριάζουν, αλλά γίνονται πιο έντονες.  Στο σκοτάδι της νύχτας, ο Αλκιβιάδης «δραπετεύει» από τον ρόλο του συζύγου, του φίλου, του σοβαρού άνδρα. Εκεί, στο μυαλό του, δεν υπάρχει η Ανδρομάχη, δεν υπάρχουν οι ηθικοί φραγμοί. Υπάρχει μόνο η απόλυτη ηδονή και η εικόνα της Ναυσικάς στην αυλή που δεν ήταν απλώς μια ανάμνηση, ήταν ένα τραύμα ομορφιάς. 
Μια φθινοπωρινή μέρα λοιπόν προφασίζεται ότι είναι ανάγκη να πάει στο χωριό γιατί τον θέλει ο εργολάβος που ανακαινίζει την εξωτερική μάντρα του σπιτιού τους. 
Η Ναυσικά έχει ένα μικρό αγρόκτημα στο μέσον της διαδρομής με ελιές και με μια μικρή αγροτική κατοικία μέσα στο κτήμα. Από το καλοκαίρι το συζητούσε με την Ανδρομάχη ότι το σπίτι της έχει ανάγκη για μερικές επείγουσες επισκευές συντήρησης στα συστήματα ύδρευσης και πως θα μπορούσαν να τη βοηθήσουν. Η συγκυρία ήταν απίστευτη, λες και ειχαν στήσει το σκηνικό εδώ και καιρό. Συζητώντας για τις επισκευές με την Ανδρομάχη η Ναυσικά, είχε εξασφαλίσει δύο πράγματα. Αν ο Αλκιβιάδης βρεθεί στο δρόμο της, δεν είναι «έκτακτο γεγονός». Είναι μια προγραμματισμένη βοήθεια προς μια φίλη.
....Το σκέφτηκε και το αποφάσισε... Ήταν η ευκαιρία που ζητούσε, είχε έρθει η στιγμή να αντιδράσει. Ένα σχέδιο έπαιρνε ήδη σχήμα και μορφή στο μυαλό του και δεν τον ενδιέφερε αν πήγαινε κατευθείαν στην κόλαση μετά από τέτοιες σκέψεις. Της τηλεφωνεί της Ναυσικάς και την πληροφορεί ότι σαββατοκύριακο σχεδιάζει να πάει στο χωριό. «Ανυπομονώ να ταξιδέψουμε εσύ κι εγώ μαζί.»της λέει. «Αλλά το θεωρώ ότι θα ήταν φρόνιμο η συζήτηση του ταξιδιού να γίνει με την φιλενάδα σου. Δεν χρειάζεται να σου το πω βέβαια, αλλά να ξέρεις ότι είναι από πάντα δίπλα σου σε ότι θελήσεις, σε θεωρεί ανεκτίμητη φίλη. Άλλωστε για να κρατήσει η φιλία σας από τα παιδικά σας χρόνια σημαίνει ότι είναι δυνατή... Πόσες φορές δεν σας άκουσα να αναπολείτε με νοσταλγία τα περασμένα παιδικά σας χρόνια, και αργότερα στην εφηβεία σας που καθόσασταν στο λύκειο στο ίδιο θρανίο.» Αυτό που της προτείνει, να συζητήσει το ταξίδι με την Ανδρομάχη, είναι η φωνή της λογικής. Όπως ήταν επόμενο η Ανδρομάχη του ζήτησε να βοηθήσει την κολλητή της φίλη ώστε να μην είναι μόνη στην αναζήτηση συνεργείων και ο Αλκιβιάδης δέχτηκε μ' ευχαρίστηση τα καθήκοντα αυτά. 
Η χαρά του δεν είναι για την «υδραυλική βλάβη», αλλά για την προοπτική της συνεύρεσης με τη γυναίκα που τον στοιχειώνει. Είχε κάποιους δισταγμούς  δεν του είναι και τόσο εύκολο να φτάσει ένα βήμα πριν υποκύψει στον πειρασμό να δοκιμάσει τον απαγορευμένο καρπό, το φλερτ, την ερωτική συνεύρεση, με έναν άλλον άνθρωπο και δη με την κολλητή της Ανδρομάχης. Η Ανδρομάχη, με την αθωότητα και την εμπιστοσύνη της, έχει μετατραπεί χωρίς να το ξέρει στον «αρχιτέκτονα» της ίδιας της της προδοσίας. Ζητώντας από τον Αλκιβιάδη να βοηθήσει τη Ναυσικά, του δίνει το «πράσινο φως» που χρειαζόταν, το απαραίτητο ηθικό άλλοθι για να δικαιολογήσει την παρουσία του δίπλα της.
........ Παρασκευή λοιπόν απόγευμα της τηλεφώνησε να ετοιμάσει τα πράγματα τους και θα περάσει από το σπίτι της να την πάρει. Η Ναυσικά δεν εμφανίστηκε απλώς «πανέμορφη», εμφανίστηκε ως μια γυναίκα που ξέρει ακριβώς τη δύναμη της παρουσίας της και δεν διστάζει να την εξαπολύσει. Το κοντό μαύρο φόρεμα της και τα κόκκινα νύχια είναι μια δήλωση. «Είμαι εδώ, είμαι γυναίκα, και είμαι το κέντρο του κόσμου σου για αυτό το ταξίδι». Τον είχε σαγηνεύσει. Έτρεξε της άνοιξε τη πόρτα και το αυτοκίνητο γέμισε από το χαμόγελο της. Το άρωμα της τον περιτριγύρισε, όταν εκείνη στρογγυλοκάθισε στη θέση του συνοδηγού κι έβαλε το ένα πόδι πάνω στ' άλλο.
«Βλέπω είσαι εντάξει στα ραντεβού σου. Έτσι είσαι και με τη φιλενάδα μου;» 
Δεν της απάντησε και περιορίστηκε να σηκώσει τους ώμους του.
«Λοιπόν», του είπε καθώς έβγαζε από την τσάντα της μια ασημένια σιγαροθήκη. 
«Όλα είναι έτοιμα», της είπε και ξεκίνησε. 
«Σταμάτα σε λίγο να πάρουμε καφέδες, έχουμε ώρα έτσι;». Έβγαλε ένα τσιγάρο το έφερε στο στόμα της και το άναψε μ’ έναν επίσης ασημένιο αναπτήρα, ρωτώντας τον πρώτα ευγενικά αν είχε αντίρρηση, καθώς ο ίδιος δεν κάπνιζε. .
«Μπορώ να καπνίσω, εσύ το ξέρω δεν  καπνίζεις!».  
«Όχι δεν καπνίζω».  
«Και καλά κάνεις, είναι μια πολύ κακή συνήθεια».
Μέσα στα πέντε λεπτά που χρειάστηκε να καπνίσει το τσιγάρο της, έφτασαν και σταμάτησαν στο συνοικιακό τους βενζινάδικο για να εφοδιάσουν καύσιμα στο αυτοκίνητο.
Την ώρα που αυτός εφοδιάζει βενζίνη το αυτοκίνητο, η Ναυσικά πηγαίνοντας στο αυτόματο μηχάνημα για τους καφέδες, οι εξαίσιες καμπύλες στους γοφούς της λικνίζονται σαν τα κύματα του μελτεμιού.
Να 'σου μπροστά τους η τσουχτερή κουτσομπόλα γειτόνισσα του. Περίεργη που βλέπει την νεαρή ζωντοχήρα να κατεβαίνει από το αυτοκίνητο του πλησιάζει διπλά του και τον καλημερίζει. Έχεις «ενδιαφέρουσα» παρέα! και έκανε ένα νεύμα γεμάτο νόημα προς το μέρος της Ναυσικάς.
Αυτός χαμογελάει την κοιτάζει από πάνω μέχρι κάτω χαρούμενα και χαλαρά. Η γειτόνισσα του κλείνει το μάτι με πονηρό χαμόγελο πάνω από τον ώμο της, σκύβει προς το μέρος του και του ψιθυρίζει, σχεδόν συνωμοτικά. «Τη βλέπω πολύ ενθουσιασμένη τη κυρά, όλο σκέρτσο, νάζι και τσαχπινιά..... κουνά τον πισινό της σαν τη βαρκούλα σ' ένα χάιδεμα του μελτεμιού! Προφανή σημάδια πως σε γουστάρει. Σε φλερτάρει απροκάλυπτα και θα έπρεπε να το είχες καταλάβει, αλλά πρόσεχε γιατί εκτός από το φαλλό, θα σου ξεζουμίσει και το μυαλό.»
Διάβολε στο θηλυκό μυαλό της, κάθε συνάντηση της χωρισμένης γυναίκας θεωρείτο βρώμικη, έκλυτη και λάγνα για την γειτόνισσα. Αποτύπωνε εξαιρετικά το στερεότυπο της «μικρής κοινωνίας» και τον κοινωνικό στιγματισμό που συχνά αντιμετώπιζαν οι χωρισμένες γυναίκες στο παρελθόν.
Η Ναυσικά μπήκε στο αμάξι και το άρωμά της ήταν ικανό να τον καυλώσει από μόνο του. Η κίνηση στην εθνική ήταν πάλι αφόρητη λες και είχαν βαλθεί όλοι να τους δημιουργήσουν καθυστέρηση. Χιλιόμετρα ουράς αυτοκινήτων να κινούνται αργά και νωχελικά. Οι ταχύτητες ούτε καν πρώτη, δευτέρα. Ακουμπούσε το χέρι του στο λεβιέ ταχυτήτων. Από το μυαλό του περνούσαν μύριες φαντασιώσεις. Η Ναυσικά έσκυψε γυρίζοντας του ελαφρά την πλάτη όπως καθόταν στο αυτοκίνητο και ο Αλκιβιαδης διέκρινε ένα δαντελένιο κιλοτάκι, που αχνοξεχώριζε κάτω από το λινό της φόρεμα που μισοσκεπάζε τους γλουτούς της. Για μια στιγμή, μισάνοιξαν οι μηροί της κι ανάμεσά τους άστραψε στα μάτια του σαν σε φλας, η λευκότητα της κιλότας της.
Φυσικά το τι ένιωσε στη θέα αυτής της εικόνας, δεν περιγράφεται, θα έφτανε ίσως η παρατήρηση το φούσκωμα στο παντελόνι του, στα γεννητικά του όργανα. Ήταν περίπου μια σεξουαλική εισαγωγή, που έκανε τον Αλκιβιάδη να νιώθει ένα ηδονικό κενό στο στομάχι
Ο δρόμος κάποια στιγμή άνοιξε και τώρα στη διαδρομή ένιωθαν πολύ όμορφα, και μέχρι να φτάσουν στο εξοχικό η συζήτηση πέρασε από πολλές φάσεις, με την Ναυσικά περίεργη να μάθει τα πάντα για τον Αλκιβιάδη και την σχέση του με την Ανδρομάχη, ακόμη και για τη σχέση τους στα ερωτικά. 
Αργά μετά την δύση του ήλιου φτάσανε στο κτήμα της, που περιελάμβανε και μια μονοκατοικία, με μεγάλο κήπο, δέντρα και πολύ όμορφη θέα σε όλο τον κόλπο, τζάκι για το χειμώνα και δυο κρεβατοκάμαρες. Σύντομα συναντήθηκαν με γνωστό τους εργολάβο και κανόνισαν τα της εργασίας..
Στη συνέχεια άραξαν σε μια μικρή ψαροταβέρνα που βρισκόταν χωμένη στους ευκαλύπτους με εξαιρετικό ψάρι και θαλασσινά κατά μήκος της παλιάς εθνικής. Απολαμβάνοντας έναν γευστικό συνδυασμό από σαλάτα και ψάρι με ελαφριά μπύρα σιταριού και το τέλειο συμπλήρωμα για επιδόρπιο τάρτα φρούτων πιάσανε την κουβέντα περί τα προσωπικά τους. Η κουβέντα προχωρούσε και έφτασε φυσικά και στο παρελθόν τους.
Η Ναυσικά τελευταία παρακολουθούσε σεμινάρια που είχαν σχέση με το αντικείμενο της εργασίας της στο υπουργείο που εργαζόταν.
«Λοιπόν, έμεινες ευχαριστημένη από τον κύκλο των σεμιναρίων;» την ρώτησε.
«Απόλυτα», επιβεβαίωσε εκείνη. 
«Και τι σκέφτεσαι να κάνεις τώρα; Θα μείνεις Αθήνα τελικά;»  
«Πιθανότατα» Μια λεπτή φράντζα έπεφτε στο μέτωπο της. «Θα ήθελα να ξεκινήσω κάτι δικό μου, όμως δε νομίζω ότι είμαι ακόμα εντελώς έτοιμη. Μου έχουν προτείνει θέση διδασκαλίας στις σχολές επιμόρφωσης πληροφορικής αλλά δεν την δέχτηκα». 
«Κρίμα!» 
Τα λόγια του την ξάφνιασαν ευχάριστα. «Δεν ξέρω αν θα τα κατάφερνα...», είπε χαμηλόφωνα.
«Νομίζω ότι θα ήσουν πολύ καλή σε αυτό».
«Αλήθεια; Ωραία ψήφος εμπιστοσύνης... να τη θυμάμαι αν το αποφασίσω ποτέ», του απάντησε χαμογελώντας..
«Να το αποφασίσεις, νομίζω θα σου ταιριάζει γάντι » 
«Κοίτα να δεις... και νόμιζα ότι με θεωρούσες άσχετη!», είπε πειραχτικά.
«Εγώ λέω να το ξανασκεφτείς!»
«Λες ε;»
«Ναι».
«Με κολακεύεις», είπε εκείνη, αφήνοντας το βλέμμα της να σταθεί για λίγο στο πρόσωπό του.
Ο σερβιτόρος είχε φέρει τους καφέδες τους, το συνηθισμένο διπλό εσπρέσο για τον Αλκιβιάδη και κάποια περισσότερο εξεζητημένη εκδοχή του καπουτσίνο με δήθεν ιταλική γαρνιτούρα για την Ναυσικά. Ο Αλκιβιαδης ήπιε μια γουλιά από τον καφέ του. Ήταν καυτός, δυνατός και γλυκός. Είχε βάλει τέσσερις κύβους ζάχαρης μέσα, ανακατεύοντας μέχρι να λιώσουν εντελώς, για να εξαλείψει κάθε ίχνος της αρχικής πικρίλας. 
«Παρακαλώ! Βρίσκω ότι είσαι εξαιρετική σ' αυτό», πρόσθεσε, χαμηλώνοντας το βλέμμα του. Σήκωσε ξανά το βλέμμα του, και παρατήρησε πως ο λαιμός της ήταν αναψοκοκκινισμένος μέχρι το βάθος της εντυπωσιακής σχισμής του στήθους της, όπου ένα λευκό ενισχυμένο σουτιέν τόνιζε τις απαλές και γυαλιστερές σφαίρες των στριμωγμένων βυζιών της. 
Φορούσε πάντοτε εφαρμοστά λευκά πουκάμισα που στένευαν στη μέση, έτσι ώστε να τονίζονται τα πλούσια κάλλη της. Το σήμα ήταν αδιαμφισβήτητο. Ο Αλκιβιάδης κράτησε την ανάσα του καθώς ζύγιαζε την κατάσταση. Να πάρει, ήταν πολύ γοητευτική, και μια σκέψη που πέρασε φευγαλέα από το μυαλό του, είχε περάσει μια δεκαετία από την τελευταία φορά εκεί στο υπαίθριο ντους. 
Ο Ναυσικά παρατηρώντας τον Αλκιβιάδη, είδε τα μάτια του να καρφώνονται από πάνω στο ανοιχτό ντεκολτέ της. Από το βλέμμα του κατάλαβε πως πρόσεχε τα στριμωγμένα βυζιά της και του χαμογέλασε αμήχανα. Ήπιαν το καφέ τους  και κάποια στιγμή του λέει:
«Είσαι να συνεχίσουμε στο σπίτι μου; Κάνει ψόφο εδώ.»
«Καμία αντίρρηση…» της απαντάει. Με αργές κινήσεις, άπλωσε το χέρι του πάνω στην ξύλινη επιφάνεια του τραπεζιού και άγγιξε ανάλαφρα τα δάχτυλά της. Οι παλάμες της ήταν υπερβολικά ζεστές για την εποχή. 
Το φαγητό ήταν η αρχή.... Η γεύση και η αίσθηση λειτούργησε αφροδισιακά επάνω τους ώστε να αναζητούν την ολοκλήρωση της ευχαρίστησης..
Αποφάσισε να μην οδηγήσει άλλο, για τον προορισμό του και να μείνει στο αγρόκτημα της το βραδύ και το ξημέρωμα του Σαββάτου να αναχωρήσει για το χωριό του.
Πράγματι, βγήκαν απ' το εστιατόριο και μπήκαν στο αυτοκίνητο.
Η ήσυχη τοποθεσία, το αεράκι της θάλασσας, με το αγροτόσπιτο δίπλα σε μια μικρή παραλία ήταν η κατάλληλη ερωτική φωλιά, το ιδανικό σκηνικό για στιγμές χαλάρωσης που θα απογειώσει τις αισθήσεις τους και θα αφήσουν τους εαυτούς τους ελεύθερους να απολαύσουν μια ερωτική βραδιά.
«Έχεις καταλάβει πως σήμερα με έχεις τρελάνει; Θυμάσαι εκείνες τις εποχές που ήσουν μαθήτρια του λυκείου ακόμη κι ένα βράδυ ήθελα να σε πηδήξω;»
«Έλα ρε Αλκιβιάδη τι θυμήθηκες τώρα. Αυτά συνέβησαν πριν πολλά χρόνια και τελικά πήδηξες τι φιλενάδα μου» Του απαντάει!
«Τι να θυμήθηκα ρε Ναυσικά; Σε βλέπω μου ανεβαίνει το αίμα στο κεφάλι και δε σκέπτομαι τίποτε άλλο..... Τι λες να κάνουμε ένα ματσάκι που δεν κάναμε στα παλιά;»
«Αλκιβιάδη για  ηρέμησε λίγο σε παρακαλώ.» Η αλήθεια είναι πως πολύ απλά ήθελε να κάνει σεξ μαζί του! Με το να του κάνει τη δύσκολη, και να του αρνηθεί, το μόνο που θα κατάφερνε, ήταν απλά να μην κάνουν σεξ. 
«Πως να ηρεμήσω ρε Μωρό μου! Εγώ απόψε είμαι διαθέσιμος και όλος δικός σου! Να κλειστούμε στο σπίτι και να ορμίσουμε ο ένας στον άλλο.»
«Με δουλεύεις;» Τον ρώτησε η Ναυσικά.
«Κάθε άλλο», συνέχισε αυτός, « Εγώ πάντως πιστεύω ότι μπορούμε να τα βρούμε και αν και εσύ θα ήθελες να περάσουμε τη νύχτα μαζί.»
Η ιδέα της άρεσε πολύ, τον θέλει και τη θέλει αλλά η σκέψη πως ο Αλκιβιάδης ήταν ο άνδρας της καλύτερης φίλης της τη συγκρατούσε.
«Ασε τις τρέλες», είπε στον Αλκιβιάδη, 
«Αυτό δεν γίνεται. Δεν μπορώ ξαφνικά να ξαπλώσω στο κρεβάτι με τον άνδρα της Ανδρομάχης.'»
«Σαχλαμάρες», της απάντησε ο Αλκιβιαδης 
«Αφού και εσύ το θέλεις πολύ να κάνουμε σεξ, χωρίς να ψάχνουμε ανταλλάγματα! Θα γαμηθούμε επειδή μας αρέσει να γαμηθούμε χωρίς ενοχές! Για τη χαρά που προσφέρει το γαμήσι και για τίποτα άλλο πέρα από αυτό. Περιπέτεια μιας νύχτας θα ‘ναι, δεν θα γίνω μόνιμος εραστής σου.»
Η Ναυσικά έμεινε άφωνη. Όχι ότι ήθελε και πολύ να ψηθεί βέβαια! Αισθάνθηκε τη θηλυκότητα της να διεγείρεται και τις ρόγες της να φουσκώνουν με έντονη σεξουαλική διάθεση και να επιζητεί ακόμη περισσότερο τη σεξουαλική επαφή τους.
«Δηλαδη τελικά να να κάνουμε ότι αποφύγαμε να κάναμε τα παλιά;» Τον ρώτησε.
«Ναι! κάπως έτσι!» της είπε με ένα πονηρό, λαίμαργο χαμόγελο. «Απόψε ξέχνα τα παλιά. Είμαι όλος δικός σου, έτοιμος να σε τρελάνω και να κάνω πράξη όλα όσα φανταζόσουν.»

0 comments:

Δημοσίευση σχολίου

 
Web Informer Button