.«Αλκιβιάδη, η αγάπη είναι ο χάρτης, αλλά η απιστία είναι ο καιρός. Μπορεί να έχεις τον καλύτερο χάρτη στον κόσμο, αλλά αν ξεσπάσει η καταιγίδα, το πλοίο θα κουνηθεί. Το να λες ότι η αγάπη δεν αφήνει χώρο για απιστία, είναι σαν να λες ότι ο ωκεανός δεν αφήνει χώρο για κύματα. Η αγάπη είναι το καταφύγιο, αλλά το ένστικτο, είναι η άγρια θάλασσα που έρχεται και χτυπάει την πόρτα του καταφυγίου.» Ο καπετάνιος, με το βλέμμα στον ορίζοντα, ξεστομίζει την απόλυτη αλήθεια που ο Αλκιβιάδης φοβόταν να αντικρίσει. «Κανα ξέρεις» του τόνισε απτόητος την συνέχεια της ανάλυσις ο θαλασσόλυκος. «Φυσιολογικοί άνθρωποι δεν υπάρχουν, είναι ένας μύθος η κανονικότητα. Όταν οι «μάσκες πέφτουν» παύουν να είναι όλα καλά και φυσιολογικά. Ακόμα κι εκείνος που σου φαίνεται τόσο κανονικός, τόσο απλός, κρύβει στην ντουλάπα του σκελετούς και δυναμίτες, πτώματα, ενοχές και πόθους. Οι μόνοι φυσιολογικοί άνθρωποι είναι αυτοί που δεν γνωρίζουμε!» Ο καπετάνιος του δίνει το πιο πολύτιμο μάθημα. Δεν υπάρχει «φυσιολογική σχέση που να μην έχει περάσει από τη φωτιά. Η «αγάπη» που πίστευε ο Αλκιβιάδης πως ήταν ο τοίχος ενάντια στην απιστία, αποδεικνύεται πως ήταν απλώς το σεντόνι που κάλυπτε το χάος.
Ο Αλκιβιάδης δεν πρέπει να προσπαθεί να επιστρέψει στο «φυσιολογικό», γιατί αυτό δεν υπήρξε ποτέ. Πρέπει να μάθει να ζει μέσα στο χάος και να σταμάτα να ζητά μια σχέση που να είναι «όλα καλά». Τέτοιες υπάρχουν μόνο στα παραμύθια ή στους αγνώστους που βλέπει στον δρόμο. Στη δική του ζωή, το μόνο που μένει είναι να αποφασίσει αν θα κάψει τα πτώματα στην ντουλάπα και θα φύγει, ή αν θα μάθει να συνυπάρχει με τους σκελετούς του.»
«Γεννηθήκαμε άπιστοι!» Διακηρύσσει ο καπετάνιος, και έρχεται να επιβεβαιώσει τη βιολογική πραγματικότητα «Το σεξ δεν αποδέχεται την ηθική γιατί το σεξ είναι και ανήθικο και ακόλαστο. Δεν μπορείς να το μετρήσεις με όρους ηθικούς. Μπορεί να δώσει κάποιος εντολή σε μία επιθυμία που είναι «πρωτόγονη!» όχι! Το σεξ δεν ρωτάει αν είσαι παντρεμένος, δεν ρωτάει αν είναι ηθικό. Ρωτάει μόνο αν έχεις τη φωτιά να το ζήσεις. Κι αν η φωτιά σας έσβησε, δεν φταίει η ηθική. Φταίει το ότι το καύσιμο εξαντλήθηκε. Η προσπάθεια να επιβληθεί ηθική στο σεξ είναι σαν να προσπαθείς να βάλεις λουρί σε έναν τυφώνα. Η σεξουαλική επιθυμία γεννιέται στο πιο αρχέγονο μέρος του εγκεφάλου μας, εκεί που η λογική και οι κοινωνικές συμβάσεις δεν έχουν καμία εξουσία. Το να ζητάς από έναν άνθρωπο να «υπακούσει» στην ηθική όταν η επιθυμία του «φωνάζει», είναι σαν να του ζητάς να μην αναπνέει.
Γνωρίζουμε τη διάσημη αυτή φράση του Freud,! Ο Φρόιντ, μετά από τριάντα χρόνια που πέρασε αναλύοντας τα σκοτεινά μονοπάτια του υποσυνείδητου, κατέληξε σε αυτή τη διαβόητη ομολογία αδυναμίας.
«Was will das Weib?» «Τι θέλει επιτέλους η γυναίκα;».
«Αλκιβιάδη η ερώτηση «τι θέλει η γυναίκα» είναι ίσως η πιο άχρηστη ερώτηση στον κόσμο. Η γυναίκα θέλει να είναι ελεύθερη να είναι αυτό που η φύση της επιτάσσει ανά πάσα στιγμή. Θέλει την ένταση, θέλει τον ηλεκτρισμό, θέλει την αναγνώριση της δύναμής της.
Τώρα που η «αυθεντία» (ο καπετάνιος) και η «επιστήμη» (ο Φρόιντ) συμφωνούν στο ότι η γυναικεία επιθυμία είναι μια άγνωστη δύναμη, αισθάνεται και ο Αλκιβιάδης πως το μυστήριο δεν είναι κάτι που λύνεται, αλλά κάτι που απλώς, συμβαίνει.
Ο θαλασσόλυκος, με το βλέμμα του γεμάτο μια σκληρή, γνώριμη αλήθεια του λέει. «Να ξεκαθαρίσουμε τα πράγματα. Ο εραστής δεν ρωτάει πολλά. Δεν θέλουν να γίνουν φιλαράκια, ούτε θα λύσουν την οικονομική κρίση. Δεδομένου του περιορισμένου χρόνου, εστιάζουν στο θέμα που τους αφορά. Το σεξ. Ο εραστής δεν κάνει σχέδια για το μέλλον. Το πιο πιθανό είναι ότι το μέλλον του είναι ήδη τόσο γεμάτο από σχέδια, που δεν χωράει ούτε ένα μικρό σκίτσο. Περιορίζονται λοιπόν στο σχέδιο της επόμενης συνάντησης, εκτός απροόπτου δηλαδή.
Ταυτόχρονα υπάρχει μια ζωώδης αλήθεια της γυναικείας επιθυμίας.! Ο εραστής της βγάζει τον πιο ακομπλεξάριστο εαυτό της και δεν αφήνει χώρο σε ντροπές και στερεότυπα. Τα «μη», τα «όχι» και τα «πρέπει» τα έχει ήδη. Στην αγκαλιά του, τα όρια μεταξύ «επιτρεπτού» και «απαγορευμένου» καταρρέουν. Ο εραστής δεν ρωτάει «τι έχεις;» ο εραστής ξέρει ακριβώς τι έχει, γιατί το βλέπει στο σώμα της, στις ανάσες της, στην ένταση που εκείνη απελευθερώνει.
Και αν ο εραστής είναι και νεαρός είναι καλύτερος. Οι λόγοι είναι προφανείς! Είναι η ενέργεια που δεν σπαταλιέται σε λογαριασμούς και στόχους. Με τον νεαρό εραστή, το βλέμμα της αλλάζει. Εκείνος δεν την κοιτάζει για να δει «αν πληρώθηκαν τα κοινόχρηστα». Εκεί που ο σύζυγος βλέπει υποχρεώσεις και προγραμματισμό, ο εραστής βλέπει μόνο πρώτες ύλες για ηδονή. Δεν τον ενδιαφέρουν οι ευθύνες της. Δεν τον ενδιαφέρουν τα προβλήματα του σπιτιού της. Το μόνο που τον ενδιαφέρει είναι το σώμα της.
Όταν μια γυναίκα, μετά από χρόνια ρουτίνας, εισπράττει αυτό το βλέμμα, το βλέμμα που τη θέλει «εδώ και τώρα», χωρίς όρους και χωρίς αύριο, νιώθει να «ξεκλειδώνει». Είναι η στιγμή που παύει να είναι η «κυρία του σπιτιού» και γίνεται ξανά το «θηλυκό». O εραστής τη λατρεύει να τη γαμάει. Στην αγκαλιά του εραστή, η πράξη αυτή είναι απόδειξη λατρείας. Είναι η στιγμή που η γυναίκα νιώθει ότι είναι ακόμα «επιθυμητή», ότι μπορεί ακόμα να προκαλέσει «φωτιά» σε έναν άντρα που η ορμή του δεν έχει αναλωθεί στην καθημερινή «μάχη» για την επιβίωση. Στο γάμο, ο σύζυγος προσφέρει ασφάλεια, αλλά το DNA, διψάει για ένταση.
Ερωτήματα πολλά για τον Αλκιβιάδη. «Τι έχεις να πεις προφέσορα;» Ρώτησε με απορημένο ύφος.
«Δηλαδή;»
«Τι συμβουλή σου ζητάω»
Ο θαλασσόλυκος, κάθισε πιο αναπαυτικά στην καρέκλα του, καρφώνει τα μάτια του στον Αλκιβιάδη. Δεν είναι πια το ειρωνικό βλέμμα του ανθρώπου που διασκεδάζει με τα πάθη των άλλων, αλλά το βλέμμα κάποιου που έχει δει καταιγίδες να βουλιάζουν πλοία που φαίνονταν αβύθιστα. Είχε τη σοβαρότητα ενός ανθρώπου που ξέρει πως, όταν η θάλασσα φουρτουνιάζει, οι πολλές συμβουλές μόνο το πλοίο βουλιάζουν. «Μου ζητάς τη συμβουλή μου, Αλκιβιάδη; Η συμβουλή μου είναι ότι η μεγαλύτερη φυλακή που έφτιαξε ποτέ ο άνθρωπος δεν είναι η απιστία, είναι η ανάγκη του να ξέρει. Θέλεις τη συμβουλή ενός ανθρώπου που έμαθε ότι στον ωκεανό δεν κερδίζεις ποτέ τον άνεμο, απλώς μαθαίνεις πώς να μη σπάσει το κατάρτι σου;»
Τον κοίταξε βαθιά στα μάτια.
«Πρώτον: Σταμάτα να ψάχνεις για αποδείξεις. Αν το ψάξεις, θα το βρεις. Αν όχι στο κρεβάτι σου, στο τηλέφωνό της, αν όχι στο τηλέφωνο, στο βλέμμα της. Όταν ο άνθρωπος αποφασίσει να γίνει ντετέκτιβ στη ζωή του, καταστρέφει τον σύντροφο του, αλλά κυρίως καταστρέφει τον εαυτό του. Η αλήθεια που αναζητάς δεν θα σε κάνει ελεύθερο, θα σε κάνει αιχμάλωτο μιας εικόνας που δεν θα μπορείς να ξεχάσεις.
Δεύτερον: Μην την ανταγωνίζεσαι. Μην προσπαθήσεις να γίνεις ο «νεαρός». Δεν μπορείς να κλέψεις χρόνια από το ρολόι, και η προσπάθεια να το κάνεις θα σε κάνει να φαίνεσαι αξιοθρήνητος στα δικά της μάτια. Μην προσπαθείς να γίνεις ο εραστής, γιατί εσύ είσαι ο Σύζυγος, ο Πατέρας, ο Άνθρωπος που έχτισε τον κόσμο της. Αν προσπαθήσεις να παίξεις ένα παιχνίδι που δεν είναι δικό σου, θα χάσεις και τον σεβασμό που σου έχει απομείνει. Η ζωή, φίλε μου, δεν είναι μια εξίσωση που λύνεται. Είναι ένας χορός. Κι αν κάποια στιγμή η Ανδρομάχη αποφάσισε να χορέψει με κάποιον άλλον, δεν φταίει η ηθική της. Φταίει ότι η μουσική που της έπαιζες εσύ, ίσως είχε γίνει πολύ μονότονη για να την κρατήσει στη σκηνή.
Τρίτον: Επέστρεψε στην ουσία. Αν νιώθεις ότι η Ανδρομάχη απομακρύνθηκε, είναι γιατί άφησες το «εμείς» να γίνει «αυτή και τα παιδιά». Αν θέλεις να δεις αν υπάρχει ακόμα χώρος για σένα, μην την ανακρίνεις, προκάλεσε την. Όχι με ζήλια, αλλά με μια νέα παρουσία. Γίνε ξανά αυτός που εκείνη κάποτε ερωτεύτηκε, όχι επειδή «πρέπει» να την κρατήσεις, αλλά επειδή αυτός είσαι. Αν ανταποκριθεί, η ομίχλη θα διαλυθεί. Αν δεν ανταποκριθεί, αν το βλέμμα της είναι πλέον στραμμένο μόνιμα στο λιμάνι του άλλου, τότε θα ξέρεις, χωρίς να χρειαστεί να κάνεις καμία έρευνα.
Και η τελική μου συμβουλή; Αν ανακαλύψεις πως η «εξαίρεση» δεν ισχύει για σένα, μην την πετάξεις έξω με θυμό. Πέταξε έξω τον φόβο σου. Αν η Ανδρομάχη διάλεξε να χορέψει με κάποιον άλλον, είναι δική της απώλεια, όχι δική σου. Μην αφήσεις μια γυναίκα, όσο κι αν την αγαπάς, να ορίζει το αν είσαι άντρας ή αν η ζωή σου έχει αξία. Η ζωή σου είναι δική σου, Αλκιβιάδη. Μην την αφήσεις να βουλιάξει επειδή κάποιος άλλος τράβηξε την άγκυρα.»
Ο θαλασσόλυκος έγειρε πίσω, τον κοίταξε με ένα μειδίαμα που δεν ήταν πια κοροϊδευτικό, αλλά σχεδόν πατρικό. «Τώρα, τι λες; Θα συνεχίσεις να κοιτάς το ποτήρι σου ή θα σηκωθείς να πας να τη συναντήσεις, όχι ως δικαστής, αλλά ως άντρας που δεν φοβάται ούτε την αλήθεια ούτε τη μοναξιά;»
Ο Αλκιβιάδης μένει να κοιτάζει το κενό. Τα λόγια του θαλασσόλυκου, εμποτισμένα με την κυνική σοφία της αλμύρας, λειτουργούν σαν το πιο σκληρό αντίδοτο. Ο καπετάνιος δεν τον χαϊδεύει. Του πετάει στα μούτρα το «μετάλλιο» του κερατά, κάνοντάς τον να συνειδητοποιήσει ότι ο πόνος του δεν είναι μοναδικός, είναι ένα παλαιό, κλασικό έργο που παίζεται στη σκηνή της ανθρωπότητας από τότε που οι θεοί κατέβηκαν στη γη.
Άμα νοιώσει ο κερατάς τη γλύκα του κεράτου, μέλι και γάλα γίνεται με τη νοικοκυρά του. Όταν ο θαλασσόλυκος του λέει ότι ο «κερατάς γίνεται μέλι και γάλα», δεν εννοεί ότι ο απατημένος σύζυγος «ξευτιλίζεται». Εννοεί ότι απελευθερώνεται. Από τη στιγμή που αποδέχεσαι ότι η γυναίκα του μπορεί να έχει κι άλλη ζωή, παύει να είναι ο «φύλακας» της ηθικής της. Του μνημονεύει τον Ήφαιστο, τον Αγαμέμνονα και τον Μενέλαο. Του θυμίζει ότι η ιστορία δεν γράφτηκε από «πιστούς συζύγους», αλλά από ανθρώπους που έζησαν το μεγαλείο τους παρά το γεγονός ότι οι γυναίκες τους, εδώδιμες ή θεϊκές, επέλεξαν άλλα μονοπάτια.»
Τον προτρέπει να σταματήσει να ψάχνει. Τον προτρέπει να γελάσει με την ίδια του την απόγνωση. Γιατί αν ο Μενέλαος έκανε πόλεμο για την Ελένη, ο Αλκιβιάδης θα πρέπει να αποφασίσει αν ο δικός του γάμος αξίζει έναν «Τρωικό Πόλεμο» ή αν αξίζει απλώς μια συγκατάβαση στην ανθρώπινη ατέλεια.
«Αλκιβιάδη, η καχυποψία σου είναι σαν να προσπαθείς να μετρήσεις το βάθος του ωκεανού με μια κλωστή. Δεν θα βρεις ποτέ πάτο. Το μόνο που θα καταφέρεις είναι να πνιγείς μέσα στην ίδια σου την αναζήτηση. Δέξου το κερί σου, σήκωσε το κεφάλι και μάθε να χορεύεις ακόμα κι όταν η μουσική δεν παίζει μόνο για σένα.»
«Σόρυ φίλε μου που στα λέω χύμα, αλλά έτσι δουλεύει η ζωή. Τι να κάνουμε; Και μήνυση να της κάνεις δεν αλλάζει.»
Ο Αλκιβιάδης νιώθει τα λόγια του θαλασσόλυκου να τον ξυπνάνε από έναν πυρετώδη ύπνο. «Μήνυση...» επαναλαμβάνει σιγανά, προς τον ίδιο του τον εαυτό. «Πώς να μηνύσεις την ίδια τη φύση; Πώς να στείλεις την ορμή στα δικαστήρια;» Όπως λέει ο καπετάνιος, η μήνυση δεν αλλάζει το αποτέλεσμα. Το μόνο που κάνει είναι να βυθίζει τον «δικαστή», τον ίδιο τον Αλκιβιάδη, σε μια διαδικασία που θα τον κάνει να ξαναζήσει την προδοσία εκατό φορές, μέχρι να στερέψει κάθε ίχνος αξιοπρέπειάς του.
«Πως το είπες το ποσοστό έξι στις δέκα; Κι εγώ θα είμαι η εξαίρεση;» Αναρωτήθηκε μέσα από τα δόντια του ο Αλκιβιάδης. Φαίνεται ότι το κοροϊδευτικό ύφος του θαλασσόλυκου δεν γαληνεύει την ψυχή του. Η επανάληψη αυτής της σκέψης γύρω από το στατιστικό νούμερο δείχνει πόσο βαθιά έχει καρφωθεί το αγκίστρι στο μυαλό του Αλκιβιάδη. Το ποσοστό αφαιρεί κάθε ίχνος ρομαντισμού ή φιλοσοφικής θεωρίας και μετατρέπει την αγωνία του σε ψυχρά, αμείλικτα μαθηματικά και το 60% σημαίνει ότι η απιστία δεν είναι η εξαίρεση, αλλά ο κανόνας. Το να ελπίζει ότι ανήκει στη μειοψηφία του μοιάζει πλέον με παιδική αφέλεια. Το σαράκι της αμφιβολίας πήρε σάρκα και οστά.
Εδώ και καιρό γνωρίζει ένα ζευγάρι αγαπημένο, με ζωή ασυννέφιαστη. Και ξαφνικά μαθαίνει πως η κυρία πηδιέται σαν σκύλα. Ο αφελής σύζυγος την κοιτάει στα μάτια. Συμβαίνει βέβαια και το αντίθετο. Αλλά αυτό δεν τον αφορά. Συνέχισε τις σκέψεις του.





'
0 comments:
Δημοσίευση σχολίου