ADS

click to open

Δευτέρα 2 Νοεμβρίου 2026

Extramarital Affair... Nausicaa

Ένα μικρό απόσπασμα από την «Ερωτική Μυθοπλασία: Ι..»
«Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας του συγγραφέα. Τα ονόματα, οι χαρακτήρες, οι τοποθεσίες .... Βλέπε Μυθοπλασία Ι: (Part:1)
Ερωτική Μυθοπλασία Ι (Part..1).....
... Η Ναυσικά μέχρι να καλοσκεφτεί τι της συμβαίνει, αισθάνθηκε το χέρι του Αλκιβιάδη της τρίβει απαλά τη γάμπα και ν' ανεβαίνει αργόσυρτα προς τα πάνω. Αναστατώθηκε. Το αντρικό χέρι ταξίδευε τελετουργικά πάνω στην επιδερμίδα της και την ανατρίχιασε. Της χάιδεψε για λίγο το γόνατο και μετά προχώρησε πιο μέσα, προς το μπούτι της. Την έτριψε αρκετή ώρα και μετά, βάζοντας το χέρι του ανάμεσα στα μπούτια της της τα 'σφιξε δυνατά, αναστατώνοντας την.
Δεκαπέντε λεπτά μετά βρίσκονταν στο σπίτι της..
Φιλήθηκαν. Η ανάσα της ένα κοκτέιλ τσιγάρου, καπουτσίνο, πάθους και ζέστης που αναδυόταν από το στομάχι της. Η ανάσα της να κόβεται καθώς τα χέρια του περνούσαν γύρω από τη μέση της και το στήθος του πίεζε το δικό της, με τις σκληρές ρώγες της να κολλάνε πάνω του, προδίδοντας την αναστάτωση της.  Η συνειδητοποίηση πως είχε φτάσει το σημείο χωρίς επιστροφή, είχαν ξεπεραστεί τα όρια και το γαμήσι ήταν πλέον αναπόφευκτο. Πήρε μια βαθιά ανάσα, εισπνέοντας το αμυδρό, μη οικείο άρωμα του βουτύρου κακάο. «Τι άρωμα φοράς;» τη ρώτησε, με την περιέργειά του κεντρισμένη από την ασυνήθιστη εκείνη οσμή. «Α, αυτό!» έκανε η Ναυσικά χαμογελώντας με νόημα. «Δεν είναι άρωμα, είναι απλώς η κρέμα που απλώνω στην επιδερμίδα μου κάθε πρωί. Διατηρεί το σώμα μου απαλό. Δε σου αρέσει;» 
«Είναι ασυνήθιστο, το ομολογώ», απάντησε. 
Η Ναυσικά ξεκούμπωσε το σουτιέν της και το στήθος της ξεχύθηκε, απρόσμενα στητό και σφιχτό. Οι παλάμες του Αλκιβιάδη ταξίδεψαν μέχρι τις σκληρές σκούρες θηλές της. Την παρακολούθησε καθώς κατέβαζε το φερμουάρ της επώνυμης φούστας της, αφήνοντάς τη να σωριαστεί στο πάτωμα και περνώντας στη συνέχεια από πάνω της με τις καφέ δερμάτινες γόβες της. Είχε δυνατούς μηρούς, σε αρμονία με τον ψηλό κορμό της, κι όπως στεκόταν ακίνητη, με τα στήθη της γυμνά, να προβάλλουν περήφανα και στητά, ντυμένη μόνο με το ψηλοκάβαλο μαύρο εσώρουχό της. 
Ήταν πραγματικά υπέροχη, μα όταν κατάλαβε ότι αυτός δεν άντεχε να συγκρατήσει τον εαυτό του άλλο σταμάτησε το χορό του στριπτήζ, άλλωστε δεν έμενε και τίποτα να βγάλει και γονάτισε εμπρός του ανάμεσα στα πόδια του. Η ανάσα της βάρυνε τον κοίταξε με ύφος πρόστυχο, ερωτικό, ερεθισμένο. Απρόσμενη για εκείνον ήταν η επόμενη κίνηση της. Έπιασε το πούτσο του τύλιξε τα δάχτυλα της γύρω του και χωρίς να βιάζετε, άρχισε απαλά να γλείφει κυκλικά το κεφάλι της ψωλής και μετά όλη από πάνω μέχρι τ’ αρχίδια. Με ένα βασανιστικό ρυθμό το έβαζε και το έβγαζε στο στόμα της. Τον άκουγε να βαριανασαίνει. Καταλάβαινε εύκολο πόσο πολύ του άρεσε. Δεν χρειάστηκε να βάλει όλη της την τέχνη. Ήταν έτοιμος… Αλίμονο! τι συμφορά! Ήδη με τα πρώτα γλειψίματα ένιωθε ότι ο πούτσος του είχε γίνει καυτός και ότι σε λίγο θα έσκαγε. Πράγματι, μετά από λίγο ένιωσε το καυτό του σπέρμα, να ξεχύνεται σαν ιπτάμενος πίδακας να εκτοξεύεται από την κορυφή του πέους και να πέφτει πάνω στο πρόσωπό, στο κορμί και μέσα στο στόμα της Ναυσικάς .
Κάνοντας μια προσπάθεια να συνέλθει, έκλεισε τα μάτια του πήρε βαθιές ανάσες, αφού φύσηξε, ξεφύσηξε, μουρμούρισε εμφανώς απογοητευμένος και χωρίς να μπορεί να χωνέψει ακόμα την απιστία του. «Σκατά τα έκανα!».
Ο Αλκιβιάδης αλλιώς το φανταζόταν το ερωτικό κλίμα στην πρώτη φορά μιας εξωσυζυγικής περιπέτειας και δη με μια γυναίκα που γνώριζε καλά και ποθούσε. Σιωπηλός και απογοητευμένος με τη γρήγορη εκσπερμάτωση, κοίταξε προς τη Ναυσικά αμήχανος και με μια στωικότητα ότι δεν την περίμενε και για την δική της ικανοποίηση και ένιωθε άβολα. Η «καταιγίδα» κόπασε, αλλά η «ατμόσφαιρα» στο δωμάτιο παρέμεινε φορτισμένη. Ο Αλκιβιάδης αισθάνεται «άδειος» και εκτεθειμένος, περιμένοντας τη «δίκαση» από τη Ναυσικά. Η Ναυσικά αναλαμβάνει τον ρόλο της «λύτρωσης».  
«Εγώ τα έχω αφήσει πίσω αυτά και σε καταλαβαίνω απόλυτα.», δεν καθησυχάζει απλώς τον Αλκιβιάδη· επαναπροσδιορίζει τους όρους του παιχνιδιού.  Τον πήρε από το χέρι και του είπε «Νομίζω ότι πρέπει να πάμε στην κρεβατοκάμαρα για να σου εξηγήσω πως θα ηρεμήσεις.» Η μεταφορά από το σαλόνι στην κρεβατοκάμαρα σηματοδότησε την απόλυτη παράδοση του Αλκιβιάδη. Εκείνη δεν ήταν πλέον απλώς μια ερωμένη, ήταν η «θεραπεύτρια» και η οδηγός του. Με τη φράση της «θα σου εξηγήσω πώς θα ηρεμήσεις», η Ναυσικά παίρνει πλήρως τον έλεγχο, μετατρέποντας την αμηχανία του σε μια δεύτερη, πολύ πιο ισχυρή και παρατεταμένη πράξη. Έτσι, για πολλή ώρα, η Ναυσικά έπαιρνε μέσα της το χοντρό πούτσο του και ο Αλκιβιάδης αισθανόταν να κάνει ένα από τα πιο βαθιά γαμήσια της ζωής του και η γλώσσα του είχε γίνει ωμή, σχεδόν βίαιη και η Ναυσικά απολαμβάνει ακριβώς αυτή την «άγρια» πλευρά του! Αυτή η πράξη, που ξεκίνησε με απογοήτευση μετατράπηκε σε μια «βαθιά» συνεύρεση, είχε πλέον σφραγίσει τη σχέση τους. Δεν υπήρχε πια «απλό σεξ». Υπήρχε μια συμφωνία πάθους που στηριζόταν στην αμοιβαία αποκάλυψη των σκοτεινών τους επιθυμιών! Φιλούσε απανωτά το πρόσωπο και τα χείλη της Ναυσικάς, φωνάζοντάς της. «Πάρ' τον, μωρή καριόλα. Ξεσκίσου μαζί μου. Δώσ' τα όλα. Πολύ θα ήθελα να μάθω πως νιώθεις τώρα που γαμιέσαι με τον άνδρα της κολλητής σου φίλης;» 
Είναι η στιγμή που χαλαρώνουν μετά απ' την κορύφωση του σεξουαλικού παιχνιδιού τους που ο Αλκιβιάδης, ψιθυρίζει της Ναυσικάς. «Για πες πώς νιώθεις τώρα που είσαι στο κρεβάτι γυμνή αγκαλιά με τον άνδρα της κολλητής σου φίλης;» Η Ναυσικά δεν αφήνει την ευκαιρία, του αναποδογυριζει την ερώτηση, και ανταποδίδει το καρφί της.
«Τώρα μου ρωτάς πώς νιώθω;» ακούστηκε η φωνή της Ναυσικάς, κοφτερή και παιχνιδιάρικη διάθεση. Ανασηκώθηκε ελαφρά στον αγκώνα της, κοιτάζοντας τον κατάματα με ένα βλέμμα που έκρυβε μέσα του μια παράξενη, σκοτεινή ικανοποίηση αλλά και μια αμείλικτη σκληρότητα.
«Με ρωτάς πώς νιώθω που απατάμε τη γλυκιά, ξετσίπωτη φιλενάδα μου; Την ίδια που έχει καταντήσει τσούλα για τα μαύρα μάτια του ιερέα;» Η φωνή της ανέβηκε τόνους, με μια παράξενη ζήλια.
«Μωρό μου, έχω καταλάβει εδώ και καιρό πώς τη βρίσκει στην αγκαλιά του νεαρού ιερομόναχου της ενορίας μας! Όταν τον βλέπει διαθέσιμο, ξεχνάει τα πάντα, δεν υπολογίζει τίποτα. Το κορμί της, το μουνί της, ξαναμμένο γίνεται μούσκεμα στο πέρασμά του, αναζητώντας να της σβήσει τη φωτιά ο πούτσος του. Υποψιάζομαι πως απ' την πρώτη στιγμή που τον γνώρισε είχε βάλει μπρος τα μεγάλα σχέδια και τον έχει ήδη ξελογιάσει. Δεν μου το βγάζεις απ' το μυαλό πως μετά τις ιερές αγρυπνίες τους απολαμβάνουν και τα «ιερά» γαμήσια τους μες στα στασίδια και τα ιερά!»
Η ατμόσφαιρα στο δωμάτιο έχασε για λίγο όλη τη νωχελική ζεστασιά της. Ο ιδρώτας πάνω στο δέρμα τους δεν έκαιγε πια. Ο Αλκιβιάδης έμεινε ακίνητος, με το βλέμμα καρφωμένο στο ταβάνι. Τα λόγια της Ναυσικάς δεν ήταν απλώς ένα «καρφί», ήταν μια λεπίδα που γκρέμισε σε δευτερόλεπτα δεκαπέντε χρόνια βεβαιότητας. Παρέμεινε ακίνητος, το μυαλό του φόρτωνε, προσπαθώντας να συναρμολογήσει τα κομμάτια μιας πραγματικότητας. Δεν ήταν πια η αόριστη ιδέα, η σκιώδης υποψία που τον βασάνιζε, ήταν ωμή, αμείλικτη αλήθεια. Η Ανδρομάχη του, η δική του Ανδρομάχη, είχε πέσει στα δίχτυα του ρασοφόρου πνευματικού της.
«Η Ανδρομάχη μου... γαμιέται με τον πνευματικό της;» Η φωνή του βγήκε βραχνή, σχεδόν ανήμπορη, καθώς κοιτούσε τη Ναυσικά με μάτια ορθάνοιχτα από το σοκ.
«Τι μου λες ρε Ναυσικά; Καλά, γίνονται αυτά; Και εγώ... εγώ να μην παίρνω χαμπάρι τίποτα; Μπροστά στα μάτια μου; Πέντε οικοδομικά τετράγωνα τόπος είναι η ενορία μας, Ναυσικά... Πέντε τετράγωνα! Και να μην πάρω μια στο τόσο είδηση;»
Η Ναυσικά χαμογέλασε πικρά, τραβώντας το σεντόνι να σκεπάσει το γυμνό της σώμα, ενώ το βλέμμα της τον τρυπούσε.
«Και πέντε και εκατόν πέντε να είναι, Αλκιβιάδη μου...» του αποκρίθηκε με μια φωνή κοφτή σαν μαχαίρι, «άμα το χωράφι διψάει για νερό και στη βαρέσει στο κεφάλι, θέλει πολύ; Ακόμα και η πλημμυρίδα σε πνίγει, όταν σκας από τη δίψα.»
«Δεν το πιστεύω πλάκα μου κάνεις. Αν και να σου πω την αλήθεια, έτσι που είμαστε γυμνοί και αγκαλιά τώρα με καυλώνει η ιδέα πως ο ρασοφόρος οργώνει το μουνί της Ανδρομάχης. Και είναι λεβέντης, σαν καρτ ποστάλ από εμφάνιση πανάθεμα τον και νταβραντισμένος άνδρας. 
Θα της το ποτίζει καλά το περιβόλι της.» Η είδηση ότι ο «αντίζηλος» του είναι ένας άνδρας που ο ίδιος αναγνωρίζει ως «νταβραντισμένο» και «λεβέντη» δεν τον εξοργίζει πια, αλλά λειτουργεί ως το απόλυτο καύσιμο για τη δική του σεξουαλική ορμή. Τώρα, η ιδέα ότι κάποιος άλλος, ο ρασοφόρος, ικανοποιεί τις δικές της ανάγκες, τον κάνει να νιώθει ότι και ο ίδιος έχει το «πράσινο φως» να κάνει ακριβώς το ίδιο με τη Ναυσικά. Η προδοσία της Ανδρομάχης του έχει γίνει, το μεγαλύτερο αφροδισιακό που θα μπορούσε να του συμβεί. 
«Αχ, γαμιά μου. Μόνο της το ποτίζει. Πλημμύρα θα γίνεται με τα υγρά τους κάθε φορά που την «εξομολογεί» από εμπρός και από πίσω.» του απάντησε η χαριεντζόμενη Ναυσικά.
«Και όλα αυτά κάτω από τη μύτη μου.» Ο Αλκιβιάδης άρχισε να σκέφτεται ακόμα πιο έντονα την Ανδρομάχη αγκαλιά με το ρασοφόρο. Φανταζόταν πως ο ρασοφόρος γαμούσε την Ανδρομάχη και φανταζόταν κυριολεκτικά πως τη γαμούσε αλύπητα. Να τσαλακώνει το μουνί της με την πούτσα του και αυτό τον καύλωνε περισσότερο που φανταζόταν ότι ο ρασοφόρος ενώ έψελνε παράκληση, την πηδούσε τόσο άγρια. Τάκα! τάκα! τάκα!, μέχρι λιποθυμίας. 
Η εικόνα που έπλαθε ο Αλκιβιάδης στο μυαλό του είχε ξεπεράσει κάθε όριο λογικής , είχε μετατραπεί σε μια αχαλίνωτη φαντασίωση που τον τροφοδοτεί με μια εκρηκτική καύλα. Το «τάκα! τάκα! τάκα!» που αντηχεί στο μυαλό του, δεν είναι πλέον ο ήχος της προδοσίας, αλλά το ρυθμικό κίνητρο για τη δική του πράξη. Η Ανδρομάχη, για τον Αλκιβιάδη, είχε πάψει να είναι η σύζυγός του, είχε γίνει το αντικείμενο μιας φαντασίωσης που τον «ξεκλειδώνει» εντελώς. 
Η νύχτα τους αυτή λειτούργησε σαν μια βαλβίδα αποσυμπίεσης που κανείς από τους δύο δεν φανταζόταν πόσο το είχε ανάγκη. Η Ναυσικά και ο Αλκιβιάδης κατάφεραν να μετατρέψουν μια στιγμή παρανομίας σε μια συμφωνία αμοιβαίας αναζωογόνησης. Η χημεία τους πλέον δεν ήταν μόνο σαρκική. Ήταν μια «συνωμοτική» χημεία. Το μυστικό που μοιράζονται, οι λεπτομέρειες για τον παπά, οι εξομολογήσεις, η νύχτα στο αγροτόσπιτο, τους δένει με δεσμά που είναι πολύ πιο ισχυρά από τον απλό έρωτα. 
Αργά την επόμενη ήμερα ένιωθε ανήσυχος για την απιστία του, ένιωθε σαν να είχε κλέψει σύκα σε ξένο περιβόλι και περίμενε τον αγροφύλακα να τον τσακώσει για την απιστία του. Προφασίστηκε ότι του τηλεφώνησαν απ' την εταιρεία του πως υπάρχει επείγον πρόβλημα στην εργασία του. Της ζήτησε μια μεγάλη συγνώμη, ανέβαλε για αργότερα τον τελικό προορισμό για το εξοχικό τους στο χωριό και αναχώρησαν για την επιστροφή στην Αθήνα. 
Στο δρόμο ενώ αυτός οδηγεί η Ναυσικά ενθουσιασμένη απ' τα βραδινά, τον χαϊδεύει παιχνιδιάρικα και του απευθύνει ασταμάτητη ερωτική βωμολοχία, ενώ ταυτόχρονα το άλλο χέρι της το έχει χώσει κάτω από το φουστάνι της και χαδευόταν στο μουνί της. Μέχρι να φτάσουν στου γυρισμού τον προορισμό, προσπαθούσε να εξισορροπήσει την αντιφατική πραγματικότητα που βίωσε. ..Και με την επιθυμία να ξεπεράσει τις αδυναμίες του τις στιγμές εκείνες, την κοιτούσε μπερδεμένος, και για να μην τη χαλάσει το χατήρι, της έδωσε υποσχέσεις για μελλοντικές ερωτικές στιγμές που θα της μείνουν αξέχαστες. Σε καμία από αυτές τις δεσμεύσεις δεν αποδείχτηκε συνεπής. Δεν τήρησε καμιά υπόσχεσή του!.!

0 comments:

Δημοσίευση σχολίου

 
Web Informer Button