.. «Ερωτική Μυθοπλασία ΙΙ...Part: 5.»«Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας του συγγραφέα. Τα ονόματα, οι χαρακτήρες, οι τοποθεσίες .....κλπ.. Βλέπε λεπτομέρειες στο Ερωτική Μυθοπλασία ΙΙ: (Part:1)
Ερωτική Μυθοπλασία ΙΙ (Part..1).....Ήταν εκείνη η χρυσή ώρα του ηλιοβασιλέματος, όταν το φως γίνεται μαλακό και θερμό, χαρίζοντας σε πρόσωπα και τοπία μια γλυκιά αίσθηση γαλήνης. Οι τελευταίες ακτίνες του ήλιου έλουζαν τους καταπράσινους ελαιώνες, δημιουργώντας μακριές, παιχνιδιάρικες σκιές, ενώ η θάλασσα μπροστά τους έμοιαζε με καθρέφτη από λιωμένο χρυσάφι. Τα ήρεμα νερά της σμαραγδένιας παραλίας απλώνονταν γαλήνια και κρυστάλλινα. Η ομορφιά του τοπίου είχε κάτι από θελκτικό θηλυκό που ξυπνά τον πόθο. Έτσι την ένιωθε κι ο Νικηφόρος καθώς ατένιζε τα γαλαζοπράσινα νερά. Βγήκε στο μπαλκόνι, που ένωνε το σαλόνι με την κουζίνα σαν μια μικρή γέφυρα ανάμεσα στους δύο χώρους. Από εκεί αγνάντευε την ακτογραμμή, με τον έντονο οριζόντιο διαμελισμό της, όπου η στεριά εισχωρούσε στη θάλασσα και η θάλασσα στη στεριά, σχηματίζοντας μικρούς, κλειστούς κόλπους, με δαντελωτές ακτές! Είχαν περάσει τρεις ημέρες από τότε που όλη η οικογένεια είχε επιστρέψει στον μικρό οικισμό τους. Μα ο παππούς Θρασύβουλος δεν είχε σκοπό να ησυχάσει. Εκείνο το βράδυ θα έπαιρνε τα εγγόνια του στη μεγαλούπολη, στην παραδοσιακή εκδήλωση για την πανσέληνο, και ύστερα, μαζί με την Αντιγόνη, θα επισκεπτόταν τον αδελφό του.
Το αυγουστιάτικο φεγγάρι, καθώς άρχιζε να ξεπροβάλλει πίσω από το βουνό, μεγάλωνε σιγά-σιγά από μια λεπτή φέτα φωτός σε έναν τεράστιο, στρογγυλό δίσκο που έμοιαζε να γεμίζει τον ουρανό και να βάφει τον ορίζοντα με παράξενες κοκκινωπές αποχρώσεις.
Στο σπίτι του αδελφού του θα γιόρταζαν και κάποια γενέθλια. Θα ήταν καλεσμένοι και, συνδυάζοντας την επίσκεψη με την ευκαιρία, θα έμεναν στην πόλη δυο-τρεις ημέρες για να τακτοποιήσουν ορισμένες κληρονομικές εκκρεμότητες στο συμβολαιογραφείο. Για τους δυο μικρούς μπόμπιρες, βέβαια, δεν γινόταν λόγος. Δεν ξεκολλούσαν από τον παππού και τη γιαγιά και θα πήγαιναν μαζί τους. Ο Νικηφόρος σκεφτόταν το δυνατό δέσιμο των δυο γιων του με τα πεθερικά του και ένα χαμόγελο ήρεμης, ευχάριστης αποδοχής ζωγραφίστηκε στα χείλη του.Για έναν πατέρα που, εξαιτίας του επαγγέλματος του, έλειπε για μεγάλα χρονικά διαστήματα από την οικογένειά του, αυτή η σχέση ήταν κάτι περισσότερο από παρηγοριά. Ήταν ασφάλεια.
Ήξερε πως, όταν εκείνος έλειπε, τα παιδιά του δεν είχαν μόνο τη μητέρα τους. Είχαν τον παππού και τη γιαγιά, που συμμετείχαν ενεργά στη ζωή και στην ανατροφή τους και τα αγαπούσαν σαν να ήταν δυο φορές δικά τους παιδιά. Κι έτσι ο αποχωρισμός του φαινόταν κάθε φορά λίγο λιγότερο επώδυνος.
Το πρωινό το είχαν περάσει και οι τρεις μαζί. Με το μικρό βαρκάκι του πατέρα της Άλκηστις είχαν βάλει πλώρη για έναν μικρό, κλειστό κολπίσκο στη δυτική πλευρά του μεγάλου κόλπου, δύσκολα προσβάσιμο από τη στεριά. Εκεί επικρατούσε συνήθως απόλυτη ερημιά. Μια μικρή αμμουδιά στην είσοδο του κόλπου, εκεί όπου η θάλασσα γαλήνευε και, μαζί της, γαλήνευε και η ψυχή του ανθρώπου. Ένας τόπος που έμοιαζε να διώχνει κάθε δυσάρεστη σκέψη.
«Βρε κορίτσι μου, ο Νικηφόρος είναι ικανός να μείνει όλη μέρα στη θάλασσα! Κάηκα. Βάλε μου λίγο λάδι.»
Η Άλκηστις άρχισε να της αλείφει την πλάτη, με τα μακριά της χέρια να κατεβαίνουν ως τη μέση και τα πόδια. Το απλό άγγιγμα απέκτησε σταδιακά μια παράξενη οικειότητα. Η Εριφύλη ανασηκώθηκε λίγο και την κοίταξε. Για μια στιγμή οι δυο γυναίκες ξεχάστηκαν η μία στην άλλη. Το παιχνίδι του ήλιου, της ζέστης και της απομόνωσης παρέσυρε τις αναστολές τους και η μεταξύ τους οικειότητα πέρασε ένα όριο που μέχρι τότε δεν είχαν τολμήσει να αγγίξουν. Φιλιά, αγκαλιές, χάδια. Ένας αυθορμητισμός που γρήγορα τις έκανε να ξεχάσουν που βρίσκονταν. Ήταν μια στιγμή παραδομένη στη ζέστη του Αυγούστου και στην αίσθηση πως, εκείνον τον χρόνο, σε εκείνη την ερημιά, τίποτε δεν μπορούσε να τις αγγίξει. Ο Νικηφόρος βγήκε από τη θάλασσα και στάθηκε στην αμμουδιά.
Και τότε τις είδε. Έμεινε ακίνητος. Έκλεισε για λίγο τα μάτια και τα ξανάνοιξε, σαν να προσπαθούσε να καταλάβει αν αυτό που έβλεπε ήταν πραγματικότητα ή όνειρο.
Ήταν πραγματικότητα. « Καλημέρα σας! Μήπως ενοχλώ; Συγγνώμη αν ταράζω την ησυχία σας.
Η Εριφύλη γύρισε προς το μέρος του με ένα αδιόρατο χαμόγελο. « Όχι, δεν ενοχλείς. Απλώς βαρεθήκαμε να σε περιμένουμε. Κάνε τη δουλειά σου. Το μέρος είναι για όλους.»
Ο Νικηφόρος χαμογέλασε, μα μέσα του η εικόνα είχε ήδη ξυπνήσει μια παλιά φαντασίωση. Από τα μακρινά ταξίδια του κουβαλούσε μαζί του ορισμένες φαντασιώσεις που ξεπερνούσαν τα όρια του ζευγαριού. Τον γοήτευε η ιδέα να βλέπει τη σύντροφό του να μοιράζεται μια στιγμή οικειότητας με κάποιο άλλο πρόσωπο, και αντίστροφα. Κι εκεί, μπροστά στα μάτια του, η φαντασία έβρισκε ξαφνικά υλικό για να χτίσει το δικό της σενάριο. Η Εριφύλη και η Άλκηστις. Δυο γυναίκες που αγαπούσε, δυο άνθρωποι ανοιχτοί και τολμηροί, όπως τουλάχιστον τους ένιωθε εκείνη τη στιγμή. Δεν ήξερε ακόμη αν η πραγματικότητα θα ακολουθούσε τη φαντασία. Η φαντασία, όμως, είχε ήδη αρχίσει.
Ύστερα όλα έγιναν πιο γρήγορα. Η ατμόσφαιρα γέμισε με υπαινιγμούς, βλέμματα και παιχνίδι. Οι τρεις τους πέρασαν από τη ζώνη της αμηχανίας σε μια κοινή ερωτική διάθεση, στην οποία κανείς δεν έμοιαζε να θέλει να τραβήξει πίσω.
«Έλα… θέλω να σε δω μαζί της,» είπε η Άλκηστις.
Ο Νικηφόρος ένιωσε πως το όνειρο που μέχρι τότε υπήρχε μόνο στις σκέψεις του είχε ξαφνικά αποκτήσει σάρκα.
Η Εριφύλη τον περίμενε. Και η Άλκηστις ήταν εκεί. Η συνέχεια χάθηκε για λίγο μέσα σε αγκαλιές, φιλιά και την ένταση μιας εμπειρίας που και οι τρεις γνώριζαν πως δεν θα μπορούσαν εύκολα να ξεχάσουν. Η απομονωμένη παραλία κρατούσε το μυστικό τους.
...Ήταν από εκείνα τα δειλινά που μοιάζουν να εκρήγνυνται πάνω από το Χλωμό Όρος, σηματοδοτώντας αθόρυβα το τέλος μιας ακόμη ημέρας. Ο Νικηφόρος, ξαπλωμένος στον αναπαυτικό καναπέ του μπαλκονιού, κοίταζε ικανοποιημένος τον ήλιο που χανόταν πίσω από τις κορυφές του βουνού. Είχε όλο τον χρόνο να σκεφτεί. Να αναπολήσει. Να αφήσει τις σκέψεις του να ταξιδέψουν όπου ήθελαν.
«Νικηφόρε! Άλκηστις! Πού βρίσκεστε και με αφήσατε μόνη μου;» Η φωνή της Εριφύλης ακούστηκε από το εσωτερικό του σπιτιού, απαλή και αργή, σαν να κρέμονταν μέσα της αναπάντητα ερωτήματα.
Ο Νικηφόρος δεν είχε προλάβει ακόμη να αντιδράσει, όταν μια δεύτερη, πιο παιχνιδιάρικη φωνή ακούστηκε από την είσοδο του μπαλκονιού.
«Που το ’χεις το μυαλό σου, αγόρι μου;»
Οι ευχάριστες ονειροπολήσεις του άρχισαν να διαλύονται. Η φωνή απέκτησε μορφή, σώμα, πρόσωπο. Η Άλκηστις στεκόταν στα σκαλοπάτια του μπαλκονιού. Το θερμό της βλέμμα αναζητούσε το δικό του και ένα μικρό, γοητευτικό χαμόγελο φανέρωνε πως είχε καταλάβει ότι την κοιτούσε. Για μια στιγμή ένιωσε αμήχανα με τον ίδιο του τον εαυτό. Τον τελευταίο καιρό κάτι είχε αλλάξει μέσα του. Μέχρι χθες ήταν βέβαιος πως η Εριφύλη ήταν η μοναδική γυναίκα της ζωής του. Τώρα, όμως, κοιτάζοντας την Άλκηστη μπροστά του, αναγνώριζε κάτι που δεν μπορούσε πια να παραμερίσει: μια έντονη έλξη, που δεν ήταν μόνο σωματική. Κάτι περισσότερο είχε αρχίσει να γεννιέται και αυτό ακριβώς τον μπέρδευε.
«Ποιος είπε πως ο έρωτας είναι εύκολη υπόθεση, αγόρι μου;» ψιθύρισε σχεδόν μέσα από τα δόντια του.
Ίσως, σκέφτηκε, τα πράγματα να φαίνονται ξεκάθαρα μόνο μέχρι τη στιγμή που μπαίνει στην εξίσωση ένα καινούργιο συναίσθημα. Ύστερα όλα μπορούν να μπλεχτούν. Η επιθυμία με την τρυφερότητα, η οικειότητα με την περιέργεια, η φαντασία με κάτι που μοιάζει όλο και περισσότερο πραγματικό. Κι εκείνο το δειλινό, κάτω από το τελευταίο φως του ήλιου, ο Νικηφόρος κατάλαβε πως το δικό του κουβάρι είχε ήδη αρχίσει να δένεται.
Σηκώθηκε αργά από τον καναπέ.
Ο Ήλιος ήδη έχει κρυφτεί η θάλασσα είναι χαρά Θεού, γαλήνια, απλώνεται ελαφρά ρυτιδωμένη, μια ελαφρά πάχνη κάθεται χαμηλά γύρω στον ορίζοντα, σπαρμένη με ακίνητα λευκά πανάκια. Πέρα μακριά, στο θάμπος του πελάγους, το ακρωτήρι στέκεται ολόρθο στο έμπα της θάλασσας. Ο ήλιος που κρύφτηκε τη θέση του θα πάρει το ολόγιομο φεγγάρι που ντύνει τον χώρο με φως ξανθό και ρόδινο. Απόψε έχει πανσέληνο και θα είναι όμορφα θα έχουν το πιο φωτεινό ολόγεμο φεγγάρι του χρόνου. «Του Αυγούστου το φεγγάρι παρά λίγο μέρα κάνει». Ακόμη και τα τζιτζίκια ξεγελιούνται και συνεχίζουν το ξέφρενο τραγούδι τους μέσα στη νύχτα που λάμπει σαν μέρα. «Τι κρίμα που δεν είναι εδώ και οι υπόλοιποι της φαμίλιας και προτίμησαν τη μεγαλούπολη.» Ειδικά κάτι τέτοιες στιγμές του λείπουν οι μικροί του μπόμπιρες που επιθυμεί να τους δώσει εκείνο το κάτι για τις στιγμές που θα απουσιάζει μακριά τους.
Η Εριφύλη καθόταν μπροστά στο μεγάλο ξύλινο τραπέζι της κουζίνας του εξοχικού τους, στην παραλία του Παγασητικού. Πάνω του ήταν στρωμένο ένα υπέροχο floral τραπεζομάντιλο, γεμάτο λουλούδια σε ζωηρά, φωτεινά χρώματα. Απέναντί της, το μεγάλο παράθυρο της κουζίνας άνοιγε το βλέμμα προς τα έξω και, πέρα από αυτό, απλωνόταν ένα φυσικό δώρο, μια απεραντοσύνη, μια ανοιχτωσιά, ένα μέγεθος σχεδόν ανεξάντλητο, η θάλασσα.
Ο μικρός τους οικισμός ήταν ένας μικρός-μεγάλος τόπος. Ένας προικισμένος τόπος, από εκείνους που δεν χρειάζονται πολλά για να σε κάνουν να αισθανθείς πως βρίσκεσαι κάπου ξεχωριστά.
Η Εριφύλη είχε απλώσει με τάξη πάνω στο τραπέζι όλα τα απαραίτητα υλικά για να ετοιμάσει ένα ιδιαίτερο κέικ, αφράτο, φρουτένιο και γεμάτο άρωμα, από εκείνα που λάτρευαν τα πιτσιρίκια τους.
Η ζέστη μέσα στην κουζίνα ήταν αισθητή. Πολύχρωμα αντικείμενα, σκεύη και εργαλεία ήταν σκορπισμένα στον πάγκο, ενώ εκείνη, σαν έμπειρος τεχνίτης μπροστά στο έργο του, παρέμενε σκυμμένη πάνω από τη ζύμη.
Ίδρωνε, αλλά δεν σταματούσε. Τα χέρια της δούλευαν σχεδόν αυτόματα. Ανακάτευαν, δίπλωναν, πίεζαν και πάλι ανακάτευαν τα υλικά, μέχρι που η άμορφη μάζα άρχισε σιγά-σιγά να αποκτά μορφή.
Ο Νικηφόρος την παρατηρούσε μαγεμένος. Τη φαντάστηκε σαν αγγειοπλάστη που παίζει με τον πηλό, που χαίρεται να αγγίζει την άμορφη ύλη και, με υπομονή και επιμονή, να της δίνει ζωή.
Η Εριφύλη, αντιλαμβανόμενη την παρατεταμένη σιωπή του, σήκωσε τα μάτια προς το μέρος του.
«Είπες κάτι ή έτσι μου φάνηκε;»
«Όχι! Απλώς θαυμάζω την επιμονή σου και την υπομονή σου.»
Ένα αχνό χαμόγελο πέρασε από τα χείλη της και επέστρεψε στη δουλειά της. Όταν τελείωσε, τα χέρια της, από τους καρπούς μέχρι τις άκρες των δαχτύλων, ήταν γεμάτα ζύμη. Ακόμη και κάτω από τα νύχια της είχε κολλήσει υλικό. Σταμάτησε για λίγο, έμεινε ακίνητη και μισόκλεισε τα μάτια, κοιτάζοντας το μισοτελειωμένο δημιούργημά της.
Φαινομενικά ήταν ήρεμη. Μέσα της, όμως, κάθε άλλο παρά ήρεμη ήταν. Τις τελευταίες ημέρες αισθανόταν τεντωμένη, σαν να περπατούσε πάνω σε αναμμένα κάρβουνα. Προσπαθούσε να κρατήσει το μυαλό της καθαρό, να παραμείνει νηφάλια και ψύχραιμη. Όμως εκείνο το πρωινό ένα μήνυμα είχε έρθει να ανατρέψει όσα πίστευε πως είχαν μπει οριστικά σε τάξη.
Ο Αδάμαντας. Ακριβώς τη στιγμή που πίστευε πως η ιστορία τους είχε τελειώσει, εκείνος είχε αναμοχλεύσει ξανά τη μνήμη της σχέσης τους.
Σήμερα θα είμαι στην Ελλάδα. Ανυπομονώ να σε δω. Αυτό ήταν το μήνυμα.
Τώρα ζούσε μόνιμα στην Αγγλία και ετοιμαζόταν να περάσει το καλοκαίρι του στην πατρίδα. Και, όπως της έγραφε, μετρούσε τις ώρες μέχρι να ξανασυναντηθούν. «Έχω αρχίσει να χαράζω στο ημερολόγιό μου τις μέρες μέχρι τις διακοπές, όπως οι κρατούμενοι που τις μετράνε μέχρι την αποφυλάκισή τους.»
Η Εριφύλη είχε διαβάσει τη φράση περισσότερες από μία φορές. Ήξερε τι εννοούσε. Του έλειπε εκείνη η περίοδος της ζωής τους. Του έλειπε η εγγύτητα, η ένταση, η ιδιαίτερη χημεία που είχαν δημιουργήσει μεταξύ τους. Κι εκείνη, όσο κι αν προσπαθούσε να πείσει τον εαυτό της για το αντίθετο, δεν μπορούσε να αρνηθεί πως η ανάμνηση εξακολουθούσε να έχει δύναμη πάνω της. Και τότε, χωρίς να το καταλάβει, ο χρόνος γύρισε μερικούς μήνες πίσω.
Η Εριφύλη άρχισε να ανασύρει από τη μνήμη της ένα ολόκληρο κομβόι εικόνων. Γιατί η νοσταλγία είναι, τελικά, μια αλυσίδα αισθήσεων. Ένα βλέμμα φέρνει μια εικόνα. Η εικόνα μια φωνή. Η φωνή μια μυρωδιά. Κι ύστερα, ξαφνικά, ολόκληρο το παρελθόν βρίσκεται πάλι μπροστά σου.
Θυμήθηκε εκείνο το απόγευμα στο καφέ-εστιατόριο του εμπορικού κέντρου. Την πρώτη φορά που τον είχε προσέξει. Τον συναρπαστικό άνδρα που είχε εμφανιστεί μπροστά της σχεδόν απροσδόκητα. Και θυμήθηκε το δικό της βλέμμα. Ένα βλέμμα που, όπως κατάλαβε αργότερα, είχε φανερώσει πολύ περισσότερα απ’ όσα θα έπρεπε. Έμεινε για λίγο ακίνητη πάνω από το τραπέζι. Ύστερα χαμογέλασε μόνη της. Σήμερα, μήνες αργότερα, η μνήμη επέστρεφε ξανά στην αρχή.
Στη μέρα εκείνη. Στο πρώτο βλέμμα. Και, κυρίως, στις τέσσερις ημέρες που ακολούθησαν, γιατί τότε, τέσσερις μόλις ημέρες μετά την πρώτη τους συνάντηση στο εμπορικό κέντρο, είχε αρχίσει πραγματικά η ιστορία της με τον Αδάμαντα.
......Σήμερα η Εριφύλη αναμοχλεύει και πάλι την ιστορία της γνωριμίας τους και θυμάται πώς όλα ξεκίνησαν, μόλις τέσσερις ημέρες μετά την πρώτη φορά που τον είχε προσέξει στο μεγάλο και πολυσύχναστο εμπορικό κέντρο.
Εκείνο το πρωινό η μέρα της άρχισε παράξενα. Η επιθυμία που είχε ξυπνήσει μέσα της τις προηγούμενες ημέρες δεν είχε κοπάσει. Αντίθετα, είχε γίνει επίμονη, σχεδόν ενοχλητική. Ήταν ανήσυχη, εκνευρισμένη, χωρίς να μπορεί να συγκεντρωθεί πραγματικά σε τίποτε. Το σώμα της έμοιαζε να της υπενθυμίζει συνεχώς εκείνο το βλέμμα, εκείνη την απρόσμενη έλξη που είχε αισθανθεί για έναν άνδρα τον οποίο ουσιαστικά δεν γνώριζε. Άφησε τα παιδιά στο νηπιαγωγείο, μα η εσωτερική της ένταση δεν υποχώρησε. Στον δρόμο της επιστροφής τον ξανασκέφτηκε. Τον άνδρα του εμπορικού κέντρου. Εκείνον που είχε κοιτάξει περισσότερο απ’ όσο επέτρεπε η λογική της. Εκείνον που, χωρίς να της έχει πει σχεδόν τίποτα, είχε καταφέρει να εισχωρήσει στη σκέψη της.
«Γιατί δεν του μίλησα;» μονολόγησε. Και σχεδόν αμέσως θυμωμένη με τον εαυτό της. «Γιατί δίστασα; Γιατί ντράπηκα;» Ένιωθε πως είχε αφήσει μια ευκαιρία να περάσει μπροστά της και να χαθεί. Δεν ήταν μόνο η σωματική επιθυμία. Ήταν κάτι βαθύτερο και πιο επίμονο. Η φαντασία της είχε ήδη αρχίσει να δημιουργεί μια ιστορία γύρω από έναν άνθρωπο που στην πραγματικότητα ελάχιστα γνώριζε. Κι όσο περισσότερο προσπαθούσε να τον βγάλει από το μυαλό της, τόσο περισσότερο εκείνος επέστρεφε.
Τότε κατάλαβε κάτι που την τρόμαξε και ταυτόχρονα την γοήτευσε. Ήθελε να τον ξαναδεί. Ήθελε να διαπιστώσει αν εκείνο το βλέμμα ήταν αμοιβαίο. Αν υπήρχε πράγματι εκείνη η παράξενη έλξη που είχε αισθανθεί. Αν πίσω από τη δική της επιθυμία υπήρχε και η δική του. Και, αν υπήρχε, ήθελε να αφήσει τα πράγματα να εξελιχθούν. Ήξερε πως ήταν παντρεμένη. Ήξερε επίσης πως το μονοπάτι που άνοιγε μπροστά της δεν ήταν αθώο. Κι όμως, εκείνη την ώρα η επιθυμία ήταν ισχυρότερη από τις αναστολές της. Δεν μπορούσε ακόμη να γνωρίζει πόσο μακριά θα την οδηγούσε αυτή η απόφαση.
Ούτε μπορούσε να φανταστεί πως εκείνη η πρώτη συνάντηση στο εμπορικό κέντρο δεν θα έμενε μια τυχαία ανάμνηση.
Τέσσερις ημέρες αργότερα, θα τον ξανάβλεπε. Και τότε, αυτό που μέχρι εκείνη τη στιγμή υπήρχε μόνο ως φαντασίωση, θα αποκτούσε πρόσωπο, φωνή και πραγματική υπόσταση.
Η Εριφύλη δεν το γνώριζε ακόμη. Αλλά είχε ήδη κάνει το πρώτο βήμα. Και ο χρόνος θα έδειχνε πως δεν θα ήταν το τελευταίο.
Δεν έχασε χρόνο. Μόλις πήρε την απόφασή της, γύρισε στο σπίτι και άρχισε να ετοιμάζεται με μια ασυνήθιστη για την ίδια προσοχή. Διάλεξε ένα κομψό σύνολο, άνοιξε το συρτάρι με τα δαντελένια εσώρουχα και για μια στιγμή στάθηκε μπροστά του σαν να εξέταζε τις διαθέσιμες επιλογές ενός μυστικού σχεδίου. Το βλέμμα της έπεσε σ’ ένα ιδιαίτερα τολμηρό σετ. Χαμογέλασε μόνη της. «Όχι… αυτό παραπάει», σκέφτηκε. Τελικά προτίμησε κάτι πιο διακριτικό, αλλά αισθησιακό: ένα δαντελένιο κιλοτάκι και ένα καλσόν σε γήινη απόχρωση. Ήθελε να αισθάνεται όμορφη, θηλυκή και σίγουρη, χωρίς να δίνει ούτε στον εαυτό της την εντύπωση ότι είχε οργανώσει ολόκληρη την έξοδό της γύρω από έναν άνδρα που μόλις είχε γνωρίσει.
Πήρε την πιστωτική της κάρτα, τα κλειδιά του αυτοκινήτου και ξεκίνησε. Shopping therapy, είπε μέσα της. Και, κάπου βαθύτερα, με ένα χαμόγελο που δεν κατάφερε να συγκρατήσει. Και βλέπουμε… μήπως προκύψει και λίγο sex therapy. Στη μητέρα της είχε πει απλά πως θα πήγαινε στο εμπορικό κέντρο για ψώνια, ώστε να μην ανησυχεί.
Ο πρωινός ήλιος είχε ήδη πάρει τον ανήφορο, όμως η σκέψη της Εριφύλης επέστρεφε ξανά και ξανά στο ίδιο πρόσωπο. Στον γοητευτικό άνδρα που είχε αντικρίσει στο bar-restaurant. Είχε κάτι στη ζωντάνια του, στον τρόπο που στεκόταν, κυρίως όμως σ’ εκείνο το βλέμμα που, χωρίς να ξέρει ακόμη γιατί της είχε αναστατώσει την καρδιά.
Και τώρα είχε έναν λόγο να επιστρέψει. Η Ελπινίκη, που ήταν πραγματικά άπαικτη στη δημιουργία δημοσίων σχέσεων, της είχε μεταφέρει την πληροφορία με τρόπο σχεδόν αθώο.
«Ο Αδαμάντιος είναι αρχιτέκτονας. Και, απ’ ό,τι έμαθα, τα πρωινά παίρνει σχεδόν καθημερινά τον καφέ και το πρωινό του στο ίδιο bar-restaurant. Η πληροφορία αυτή είχε μείνει στο μυαλό της Εριφύλης περισσότερο απ’ όσο θα ήθελε να παραδεχτεί. Και υπήρχε κι άλλο.
Η Ελπινίκη, με εκείνο το χαρακτηριστικό της χαμόγελο, είχε προσθέσει πως ο Αδαμάντιος είχε εκφράσει την επιθυμία να ξανασυναντήσει κάποια στιγμή τις όμορφες και θελκτικές κυρίες που είχε γνωρίσει εκεί. Μπορεί να το είχε πει από ευγένεια. Μπορεί και όχι.
Η Εριφύλη δεν είχε τρόπο να το γνωρίζει. Αλλά τώρα, καθώς οδηγούσε προς το εμπορικό κέντρο, ένιωθε πως το ενδεχόμενο μιας δεύτερης συνάντησης δεν ήταν πια απλή σύμπτωση. Και, για πρώτη φορά, αντί να περιμένει τη μοίρα να αποφασίσει για εκείνη, αποφάσισε να της δώσει μια μικρή… βοήθεια.
Μια από τις φράσεις που έχουν αγαπηθεί όσο λίγες στην κοινωνία μας λέει πως, όταν επιθυμείς κάτι πραγματικά πολύ, το σύμπαν συνωμοτεί για να το κάνει πραγματικότητα. Κάτι τέτοιο συνέβη εκείνη την ημέρα και στην Εριφύλη. Βέβαια, με τη δέουσα βοήθειά της. Γιατί η Εριφύλη δεν ήταν από εκείνες που περίμεναν τα πάντα από τον Θεό, την τύχη ή το… σύμπαν, χωρίς να κουνήσουν ούτε το μικρό τους δαχτυλάκι. Οι σοφοί πρόγονοί της το είχαν πει καθαρά. «Συν Αθηνά και χείρα κίνει».
Και η Εριφύλη, εκείνη την ημέρα, είχε ήδη αρχίσει να κινεί τη… χείρα της. Ένα σχέδιο έπαιρνε σιγά σιγά σχήμα στο μυαλό της. Και, παρά το γεγονός ότι κάποιες από τις σκέψεις της θα μπορούσαν, αν τις άφηνε να προχωρήσουν ανεξέλεγκτες, να τη στείλουν κατευθείαν στην κόλαση, εκείνη δεν φαινόταν να ανησυχεί ιδιαίτερα. Ίσως επειδή, προς το παρόν, βρισκόταν ακόμη στο πάρκινγκ ενός εμπορικού κέντρου. Έφτασε, έψαξε μια θέση και άρχισε να ευθυγραμμίζει το αυτοκίνητο. Την ώρα όμως που έκανε την τελευταία κίνηση, πάτησε απότομα το φρένο. Ένας πεζός μόλις είχε κατέβει από το διπλανό αυτοκίνητο και, για λίγα εκατοστά, είχε αποφύγει μια μάλλον δυσάρεστη γνωριμία με το μπροστινό μέρος του δικού της.
Η Εριφύλη έσβησε αμέσως τη μηχανή. «Τώρα την έκανα…» μουρμούρισε.
Περίμενε σχεδόν στωικά να ακούσει το αναμενόμενο αγοραίο βρίσιμο. Εκείνο το χαρακτηριστικό λεξιλόγιο των πάρκινγκ που, σε τέτοιες περιπτώσεις, δεν αφήνει και πολλές αμφιβολίες για την εκτίμηση του άλλου οδηγού.
Κατέβασε το παράθυρο. Και τότε… πάγωσε. Αντί για έναν εξαγριωμένο άγνωστο, είδε μπροστά της ένα πρόσωπο που είχε αρχίσει να γνωρίζει πολύ καλά η φαντασία της. Ο Αδαμάντιος. Ο ίδιος αρχιτέκτονας.
Την κοίταξε με ένα παιχνιδιάρικο χαμόγελο και είπε. «Είπαμε, δε σου αρέσουμε, κοπέλα μου… αλλά μη μας πάρεις και τη ζωή!»
Η Εριφύλη έμεινε για μια στιγμή άφωνη. Δεν μπορεί…Ήταν αυτός. Ακριβώς αυτός που είχε ξεκινήσει να αναζητήσει.
«Ωχ! Συγγνώμη!» είπε τελικά, περισσότερο από αμηχανία παρά από φόβο. «Και βέβαια δεν ήθελα να σε σκοτώσω!»
Εκείνος χαμογέλασε, σαν να είχε ήδη αποφασίσει πως το παρ’ ολίγον ατύχημα μπορούσε να καταγραφεί ως μια μάλλον ενδιαφέρουσα αρχή γνωριμίας. Πριν προλάβουν να πουν περισσότερα, χτύπησε το κινητό του.
«Συγγνώμη…» Απομακρύνθηκε ελάχιστα και απάντησε όρθιος, ακριβώς μπροστά από το ανοιχτό παράθυρό της.
Η Εριφύλη τον κοίταξε χωρίς να τολμά να τον κοιτάξει.Φορούσε ένα καλοφορεμένο, εφαρμοστό τζιν και ένα σκούρο μπλε polo μπλουζάκι. Η εμφάνισή του ήταν απλή, αλλά πάνω του έδειχνε ιδιαίτερα γοητευτική. Είχε εκείνη την άνεση ανθρώπου που δεν χρειάζεται να προσπαθήσει για να τραβήξει τα βλέμματα. Και η Εριφύλη, παρά τις προσπάθειές της να κρατήσει την ψυχραιμία της, ένιωσε ξαφνικά ένα κύμα αναστάτωσης να διατρέχει ολόκληρο το σώμα της. Το σύμπαν, λοιπόν, είχε αποφασίσει να τη βοηθήσει. Μόνο που, όπως φαινόταν, είχε και το δικό του χιούμορ.
Η γυναίκα που είχε έρθει στο εμπορικό κέντρο με την ελπίδα να συναντήσει τον Αδαμάντιο, παραλίγο να τον… πατήσει με το αυτοκίνητο. Και τώρα εκείνος στεκόταν μπροστά της, τόσο κοντά ώστε η Εριφύλη μπορούσε να αισθανθεί την παρουσία του πολύ περισσότερο απ’ όσο θα της επέτρεπε η λογική της. Έσκυψε λίγο το κεφάλι, προσπαθώντας να κρύψει το χαμόγελό της.
Ίσως τελικά το σχέδιό της να είχε αρχίσει καλύτερα απ’ όσο περίμενε.
Όταν η Εριφύλη άνοιξε την πόρτα και κατέβηκε από το αυτοκίνητο, ο Αδαμάντιος την κοίταξε και για μια στιγμή έχασε τον ειρμό του. Το βλέμμα του στάθηκε πάνω της σχεδόν αυθόρμητα. Στην κιτρινωπή λάμψη των φωτιστικών του υπόγειου πάρκινγκ, η παρουσία της αποκτούσε κάτι διαφορετικό από εκείνο που θυμόταν στο bar-restaurant. Οι θηλυκές καμπύλες του σώματός της, η λεπτή μέση, ο κομψός λαιμός και τα όμορφα χέρια της δημιουργούσαν μια εικόνα που δύσκολα μπορούσε να αγνοήσει. Και τα χείλη της… του φάνηκαν ακόμη πιο όμορφα απ’ όσο τα θυμόταν. Η Εριφύλη φορούσε ένα λευκό δαντελένιο πουκάμισο, μια σκούρα μπλε φούστα με τολμηρό σκίσιμο στο πλάι και ψηλοτάκουνα παπούτσια που έδιναν ακόμη περισσότερη αυτοπεποίθηση στο περπάτημα της.
Ο Αδαμάντιος έμεινε για λίγες στιγμές σιωπηλός. Τι συμβαίνει εδώ; σκέφτηκε. Το μυαλό του προσπαθούσε πυρετωδώς να βάλει σε τάξη τις σκέψεις του. Η γυναίκα που είχε γνωρίσει λίγες ημέρες πριν βρισκόταν ξαφνικά μπροστά του, στο πιο απρόσμενο μέρος και με μια εμφάνιση που έκανε τη μνήμη του από την πρώτη τους συνάντηση να μοιάζει σχεδόν ανεπαρκής.
Τα ζωηρά μάτια της Εριφύλης τον κοίταξαν θαρρετά. Για μια στιγμή έριξε μια γρήγορη ματιά γύρω της, σαν να ήθελε να βεβαιωθεί πως δεν υπήρχε κανείς κοντά τους. Ύστερα χαμογέλασε.
«Εε… γεια σου.»
Ο Αδαμάντιος σαν να ξύπνησε. «Συγγνώμη, αλλά… είσαι εκπληκτικά όμορφη. Σε κοιτούσα χωρίς να το καταλάβω. Ακόμη δεν μπορώ να πιστέψω πως σε συναντώ ξανά.»
Η Εριφύλη ένιωσε ένα μικρό κύμα αμηχανίας, αλλά δεν θέλησε να το δείξει. «Ευχαριστώ για το κομπλιμέντο.»
Εκείνος χαμογέλασε. «Τι μου έλεγες πριν;»
«Σου έλεγα πως ζητάω συγγνώμη.»
«Η αλήθεια είναι πως έχω σοκαριστεί λίγο. Θα ήθελα έναν κρύο καφέ για να συνέλθω!» Το είπε με τόσο αυθόρμητο χιούμορ, ώστε η Εριφύλη γέλασε. Η αρχική της αμηχανία είχε ήδη αρχίσει να υποχωρεί.
«Έναν καφέ, ευχαρίστως θα στον κεράσω.»
Για μια στιγμή κοιτάχτηκαν χωρίς να πουν τίποτε. Και ήταν από εκείνες τις σιωπές που, αντί να δημιουργούν αμηχανία, λένε περισσότερα απ’ όσα θα μπορούσαν να πουν οι λέξεις.
«Λοιπόν; είπε τελικά εκείνη. Πάμε να πιούμε αυτόν τον καφέ;»
Η Αδάμας χαμογέλασε. «Έτσι τη δέχομαι τη συγγνώμη! Έχω να τακτοποιήσω ένα μικρό θέμα που δεν παίρνει αναβολή. Δεν θα καθυστερήσω. Σε δέκα λεπτά θα είμαι εκεί, στο γνωστό μας καφέ.» Το είπε σχεδόν μονορούφι και, χωρίς να περιμένει απάντηση, έφυγε βιαστικά προς τις κυλιόμενες σκάλες.
Η Εριφύλη τον παρακολούθησε για λίγες στιγμές με το βλέμμα. Ύστερα ανέβηκε κι εκείνη στο εσωτερικό του εμπορικού κέντρου, βιαστική και ελαφρώς αλαφιασμένη. Ένιωθε το πρόσωπό της ζεστό και τα μάγουλα της αναψοκοκκινισμένα. Δεν ήξερε αν έφταιγε η ξαφνική συνάντηση, η αμηχανία ή εκείνη η παράξενη χαρά που είχε φωλιάσει μέσα της. Πήγε κατευθείαν στις τουαλέτες του καφέ-εστιατορίου. Στάθηκε μπροστά στον καθρέφτη, πήρε μια βαθιά ανάσα και τακτοποίησε το μακιγιάζ της. Έφτιαξε τα μαλλιά της, έλεγξε για τελευταία φορά την εμφάνισή της και χαμογέλασε στον καθρέφτη. «Ηρέμησε», είπε σχεδόν ψιθυριστά στον εαυτό της. Αλλά το χαμόγελο την πρόδωσε.
Βγαίνοντας από τις τουαλέτες και διασχίζοντας τον διάδρομο του καταστήματος, αντιλήφθηκε πως δεν περνούσε απαρατήρητη. Δύο νεαροί άνδρες περίμεναν στο ταμείο να παραλάβουν τους καφέδες τους. Μόλις πέρασε από δίπλα τους, τα κεφάλια τους γύρισαν σχεδόν ταυτόχρονα.
Για λίγα δευτερόλεπτα την παρακολούθησαν με εκείνο το απροκάλυπτο ανδρικό βλέμμα που δεν χρειάζεται ιδιαίτερη ερμηνεία. Ο ένας έσκυψε προς τον άλλον. «Ρε φίλε… τι γυναίκα είναι αυτή;»
Ο δεύτερος χαμογέλασε και κούνησε το κεφάλι. «Διάολε… αν συνεχίσει έτσι, θα μας κάνει να ξεχάσουμε και τον καφέ που περιμένουμε.»
Ο πρώτος γέλασε.«Και κοίτα πώς περπατάει. Έχει πλήρη επίγνωση του αποτελέσματος.»
Η Εριφύλη, που είχε αντιληφθεί τα βλέμματα, δεν γύρισε να τους κοιτάξει. Συνέχισε απλώς τον δρόμο της. Μόνο ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο στις άκρες των χειλιών της μαρτυρούσε πως είχε καταλάβει πολύ περισσότερα απ’ όσα έδειχνε. Και, για πρώτη φορά εκείνο το πρωινό, ένιωσε πως η εμφάνισή της δεν ήταν απλώς μια επιλογή ρούχων. Ήταν μέρος του παιχνιδιού. Και σε λίγα λεπτά θα μάθαινε αν ο άνθρωπος για τον οποίο είχε έρθει ως εκεί θα το είχε καταλάβει κι εκείνος.
Η Εριφύλη κάθισε στην πιο απόμερη γωνιά του καταστήματος. Παρήγγειλε έναν καφέ και αφέθηκε στην αναμονή.Ήταν από εκείνες τις αναμονές όπου η ελπίδα μπλέκεται με το άγχος, η προσδοκία με την ανυπομονησία και, κάπου στο βάθος, φωλιάζει ένας μικρός φόβος για το αποτέλεσμα.
Κοίταξε διακριτικά προς την είσοδο. Πέρασαν δέκα λεπτά. Ύστερα δεκαπέντε. Ο Αδαμάντιος πουθενά.
Η καρδιά της άρχισε να χάνει τον ρυθμό της αρχικής της αισιοδοξίας. Μια παρόρμηση την έκανε να σκεφτεί πως ίσως έπρεπε να σηκωθεί, να φύγει, να μπει στο αυτοκίνητό της και να επιστρέψει στην ασφάλεια της καθημερινότητάς της, σαν να μην είχε συμβεί τίποτε. Τι κάνω εδώ;
Έκανε να σηκωθεί. Και τότε τον είδε. Ερχόταν προς το μέρος της κρατώντας ένα κόκκινο τριαντάφυλλο. Η Εριφύλη ξανακάθισε αργά. Για μια στιγμή όλα γύρω της έμοιαζαν να απομακρύνονται. Οι φωνές των πελατών, τα πιάτα, οι σερβιτόροι, η μουσική του καταστήματος. Έμεινε μόνο εκείνος και το κόκκινο τριαντάφυλλο στο χέρι του.
Ο κύβος είχε ριφθεί. Ίσως όχι εκείνη ακριβώς τη στιγμή, αλλά πολύ νωρίτερα. Ίσως από την ημέρα που η ματιά της είχε σταθεί πάνω του λίγο περισσότερο απ’ όσο θα επέτρεπε μια τυχαία γνωριμία. Τώρα, όμως, η απόφαση έπαιρνε οριστική μορφή. Η Εριφύλη γνώριζε πως βρισκόταν μπροστά σε μια ριψοκίνδυνη επιλογή. Η επιθυμία της να ζήσει κάτι έξω από τα όρια της συζυγικής της ζωής είχε πάψει να είναι μια αόριστη φαντασίωση. Είχε αποκτήσει πρόσωπο, όνομα και παρουσία. Και, όσο κι αν ένα κομμάτι του μυαλού της προσπαθούσε ακόμη να την προειδοποιήσει, ένα άλλο, ισχυρότερο, της έλεγε να προχωρήσει. Να το ζήσει. Χωρίς να επιτρέψει στις ενοχές να της στερήσουν προκαταβολικά κάτι που ακόμη δεν είχε καν αρχίσει. Κι όμως, κάπου βαθιά μέσα της υπήρχε εκείνη η παράξενη αίσθηση που δεν εξηγείται εύκολα. Ένα ανεπαίσθητο σφίξιμο στο στομάχι, μια αρνητική διαίσθηση, σαν ένα μικρό καμπανάκι του υποσυνείδητου. Πρόσεχε. Η Εριφύλη το ένιωσε. Αλλά επέλεξε να μην το ακούσει.Ίσως επειδή γνώριζε κάτι που όλοι μαθαίνουμε αργά ή γρήγορα: κάθε σημαντική απόφαση εμπεριέχει ρίσκο. Δεν υπάρχει τέλεια επιλογή.
Κάθε φορά που επιλέγεις έναν δρόμο, αφήνεις πίσω σου έναν άλλον. Η «τέλεια» επιλογή θα ήταν εκείνη που θα σου επέτρεπε να κερδίσεις τα πάντα χωρίς να χάσεις τίποτα. Μόνο που μια τέτοια επιλογή δεν υπάρχει.Η ζωή λειτουργεί με ανταλλάγματα. Trade-offs.
Και η Εριφύλη, εκείνο το πρωινό, ήταν έτοιμη να αποδεχθεί το δικό της.
Σήκωσε το βλέμμα της. Ο Αδαμάντιος πλησίαζε ακόμη, κρατώντας το κόκκινο τριαντάφυλλο. Κι εκείνη, αντί να φύγει, του χαμογέλασε.
Ο Αδαμάντιος της χαμογέλασε ενθαρρυντικά και η καρδιά της Εριφύλης χτύπησε λίγο πιο γρήγορα μέσα στο στήθος της. Τι όμορφος που ήταν! Τα μάτια του είχαν μια παράξενη καθαρότητα. Η μύτη του ήταν ολόισια, το χαμόγελό του αποκάλυπτε δύο σειρές κατάλευκα δόντια και, όταν χαμογελούσε πλατύτερα, σχηματίζονταν δυο μικρά λακκάκια στα μάγουλα του.
Όταν έφτασε κοντά της, πήρε το χέρι της μέσα στη μεγάλη, ζεστή παλάμη του. Η χειραψία κράτησε λίγο περισσότερο απ’ όσο απαιτούσε η τυπική ευγένεια. Ύστερα έσκυψε και φίλησε απαλά το μάγουλό της.
«Βλέπεις; Δεν σου κρατάω κακία, Εριφύλη».
«Το έμαθες λοιπόν.»
«Το έμαθα. Και χάρηκα.»
Η Εριφύλη χαμογέλασε. «Να που ξαναβρεθήκαμε τόσο σύντομα. Αυτό κι αν είναι απρόσμενη έκπληξη!»
«Και παραλίγο να με σκοτώσεις κιόλας!» Έσκασαν και οι δύο στα γέλια.
Ο Αδαμάντιος την κοίταξε για λίγο σιωπηλός και ύστερα έσκυψε ελαφρά προς το μέρος της.
«Λοιπόν, κυρία μου… πώς νιώθεις τώρα που συναντηθήκαμε ξανά; Τι λες; Είναι καλός οιωνός;» Η ζεστή φωνή του, τόσο κοντά της, έκανε την Εριφύλη να ανατριχιάσει ανεπαίσθητα.
Τον κοίταξε στα μάτια. «Μέχρι στιγμής νιώθω… παράξενα. Και λίγο ανυπόμονη να δω τι θα συμβεί. Εσύ;»
Ο Αδαμάντιος γέλασε. Το γέλιο του ήταν βαθύ και μουσικό. «Ίσως αυτή η τυχαία συνάντησή μας να είναι ένα σημάδι. Κάτι που προμηνύει ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον γεγονός. Ίσως πάλι να χρειαζόμαστε λίγο χρόνο για να καταλάβουμε τι ακριβώς συμβαίνει.» Της χαμογέλασε και εκείνη ένιωσε κάπως να χαλαρώνει.
«Ίσως… είπε.» Και μέσα της πρόσθεσε. «Και δεν ήταν και τόσο τυχαία η συνάντησή μας, ομορφάντρα μου.» Εκείνη γνώριζε πολύ καλά πως είχε βάλει κι εκείνη το χεράκι της για να βοηθήσει την τύχη. Δεν θα του έλεγε, βέβαια, όλες τις λεπτομέρειες. Ακόμη.
«Άκου τι έχω να σου πω… είπε τελικά, κάπως μαγκωμένη.»
«Ναι. Πες μου.» Ο τόνος του παρέμενε ήρεμος.
Η Εριφύλη πήρε μια μικρή ανάσα. «Είμαι παντρεμένη.»
Ο Αδαμάντιος δεν έδειξε έκπληξη. «Και αυτό το έχω μάθει.»
Η Εριφύλη τον κοίταξε προσεκτικά. «Το έχεις μάθει;»
«Ναι. Και, παρ’ όλα αυτά, ήθελα να σε ξανασυναντήσω. Ξέρω πως υπάρχουν πραγματικοί κίνδυνοι για σένα, αν αποφασίσεις να μπεις σε μια ερωτική σχέση μαζί μου. Όμως με συναρπάζεις ως γυναίκα. Και, για να σου πω την αλήθεια, αυτές τις δύο τελευταίες ημέρες πέρασα δύσκολα. Δεν μπορούσα να σε βγάλω από το μυαλό μου. Σε σκεφτόμουν διαρκώς.»
Η Εριφύλη χαμογέλασε αμήχανα. Αυτός ο άντρας είναι σκέτη κόλαση, σκέφτηκε. Και το χειρότερο ήταν πως δεν είχε καμία διάθεση να τον αποφύγει. Αντίθετα, η έλξη της μεγάλωνε.
«Αδαμάντιε… αλήθεια, εσύ ποιος είσαι; Δεν θα μου πεις κάτι περισσότερο για σένα; Είσαι παντρεμένος;
Εκείνος σήκωσε ελαφρά τα φρύδια. «Έχει σημασία;»
«Έχω μάθει στη ζωή μου πως οι άντρες που δεν λένε ποτέ τίποτα για τον εαυτό τους είναι συνήθως… παντρεμένοι.» Έκανε μια μικρή παύση και τον κοίταξε σταθερά. «Εσύ λοιπόν; Είσαι παντρεμένος;»
Ο Αδαμάντιος χαμογέλασε. «Αν με ρωτάς αν είμαι παντρεμένος, η απάντηση είναι οπωσδήποτε όχι. Όχι, δεν είμαι.»
Η Εριφύλη δεν φάνηκε ακόμη ικανοποιημένη. «Δεν υπάρχει κάποια γυναίκα;»
Για πρώτη φορά εκείνος σώπασε για λίγο. Και το χαμόγελό του έγινε πιο αινιγματικό. «Αυτό, Εριφύλη… είναι μια πολύ καλύτερη ερώτηση.»
Η απορία της έκανε τον Αδαμάντιο να χαμογελάσει. «Όχι, της είπε.»
Για μια στιγμή, όμως, πέρασε από το μυαλό του μια αμφιβολία. Τον τελευταίο καιρό οι σκέψεις του επέστρεφαν επίμονα στη νεαρή γυναίκα που είχε ποζάρει για την προσωπογραφία του. Άραγε αυτό σήμαινε πως υπήρχε ήδη κάποια άλλη παρουσία στη ζωή του, έστω και μόνο στη σκέψη του;
Έδιωξε γρήγορα τη σκέψη. «Όχι, επανέλαβε. Αυτή την εποχή είμαι μόνος.
Η Εριφύλη δεν έχασε το παιχνιδιάρικο ύφος της. «Γκέι;»
Ο Αδαμάντιος άνοιξε διάπλατα τα μάτια. «Ααα! Όχι!»
Η Εριφύλη γέλασε. «Λοιπόν, για πες μου, Αδαμάντιε. Πώς γίνεται ένας άντρας τόσο ελκυστικός, έξυπνος και καλομιλημένος να είναι ολομόναχος σ’ αυτόν τον κόσμο;»
Το χαμόγελο του Αδαμάντιου έσβησε για λίγο. Έμεινε σιωπηλός, σαν να αναζητούσε μέσα του τον σωστό τρόπο να απαντήσει.
Η Εριφύλη το κατάλαβε αμέσως. «Λυπάμαι. Δεν ήθελα να ψάξω τη ζωή σου. Και… προφανώς δεν θέλεις να μου πεις.»
«Δεν είμαι κάποιο περίεργο μυστήριο, είπε εκείνος ήρεμα. Ό,τι θέλεις να μάθεις, ευχαρίστως να το μοιραστώ μαζί σου.»
Και κάπως έτσι, ανάμεσα σε δυο καφέδες και με την αρχική αμηχανία να έχει πλέον υποχωρήσει, άρχισαν να μιλούν για τα προσωπικά τους. Όχι όλα.
Μόνο εκείνα που μπορούσαν να ειπωθούν σε μια πρώτη ουσιαστική γνωριμία. Ο Αδαμάντιος της αποκάλυψε πως είχε βγει πολύ πρόσφατα από μια σοβαρή σχέση. Η μνηστή του, που βρισκόταν στην Αγγλία, του είχε ανακοινώσει πως δεν αισθανόταν πλέον ευτυχισμένη μαζί του. Και, όπως του είχε γίνει σύντομα γνωστό, δεν χρειάστηκε πολύς χρόνος για να βρει παρηγοριά σε έναν καινούργιο έρωτα, στην αγκαλιά ενός μουσικού από ένα ροκ συγκρότημα. Το είπε χωρίς πικρία. Περισσότερο σαν άνθρωπος που είχε ήδη αρχίσει να συμφιλιώνεται με το τέλος μιας ιστορίας.
Η Εριφύλη, από την πλευρά της, αποφάσισε να είναι εξίσου ειλικρινής. Του είπε πως ήταν παντρεμένη και μητέρα δύο πολύ μικρών παιδιών. Ο γάμος της, του εξήγησε, στεκόταν σε γενικές γραμμές πάνω σε γερά θεμέλια. Υπήρχε όμως ένα μεγάλο αγκάθι. Και αυτό είχε να κάνει με το επάγγελμα του συζύγου της. «Είναι ναυτικός, του είπε. Και η δουλειά του σημαίνει συχνές και πολύμηνες απουσίες. Σταμάτησε για λίγο. «Η απουσία είναι περίεργο πράγμα, Αδαμάντιε. Όταν κρατάει πολύ, αρχίζει να δημιουργεί κενά. Και τα κενά, όπως ξέρεις, κάποια στιγμή ζητούν να γεμίσουν.»
Ο Αδαμάντιος την κοίταξε χωρίς να σχολιάσει.
Η Εριφύλη χαμογέλασε ελαφρά. «Μην νομίζεις πως συμβαίνει μόνο στους ανθρώπους. Ακόμη και στα πτηνά υπάρχουν περίεργες ιστορίες γύρω από τη μονογαμία.»
«Αλήθεια;»
«Αλήθεια. Για χρόνια θεωρούσαμε πως πολλά είδη ήταν σχεδόν υποδειγματικά μονογαμικά. Νεότερες παρατηρήσεις, όμως, έδειξαν πως η φύση είναι αρκετά πιο σύνθετη απ’ όσο θα θέλαμε να πιστεύουμε.
Ο Αδαμάντιος χαμογέλασε. «Δηλαδή μου λες πως μελετάς την απιστία και στο ζωικό βασίλειο;»
«Όχι. Απλώς προσπαθώ να σου εξηγήσω πως η φύση έχει τους δικούς της κανόνες.»
«Και ο άνθρωπος;»
Η Εριφύλη τον κοίταξε για λίγο στα μάτια. «Ο άνθρωπος έχει κάτι περισσότερο.»
«Τι;»
«Επιλογή.»
Για πρώτη φορά εκείνο το πρωινό, κανείς από τους δύο δεν γέλασε. Γιατί και οι δύο κατάλαβαν πως η συζήτηση είχε αρχίσει να απομακρύνεται από το ασφαλές παιχνίδι του φλερτ και να πλησιάζει σε κάτι πολύ πιο προσωπικό.
Για λίγο έμειναν και οι δύο σιωπηλοί. Δεν χρειάζονταν πλέον πολλές λέξεις. Ο τρόπος που την κοιτούσε ο Αδαμάντιος, η εγγύτητα των σωμάτων τους και εκείνο το διακριτικό άγγιγμα που είχε προηγηθεί έλεγαν περισσότερα από οποιαδήποτε ευθεία εξομολόγηση. Ο Αδαμάντιος στράφηκε για λίγο προς τα έξω, κοιτάζοντας τον κόσμο που κινούνταν πίσω από το τζάμι.
«Τι σκέφτεσαι;» τον ρώτησε.
Γύρισε και την κοίταξε. «Είσαι πολύ όμορφη.»
Η Εριφύλη χαμογέλασε. Τα λόγια του της προκάλεσαν μια βαθιά, σχεδόν παιδική ικανοποίηση. Ταυτόχρονα, όμως, ένιωσε μια μικρή αμηχανία. Εκείνος της μιλούσε τόσο γλυκά, ενώ οι δικές της σκέψεις είχαν αρχίσει να κινούνται σε πολύ πιο τολμηρές κατευθύνσεις.
Ο Αδαμάντιος είχε καθίσει δίπλα της, χωρίς να αφήσει ανάμεσά τους εκείνη την τυπική απόσταση που κρατούν δύο άνθρωποι όταν θέλουν να παραμείνουν απλώς γνωστοί.
Ήταν κοντά. Πολύ κοντά. Και η απόσταση ανάμεσα τους έμοιαζε να μικραίνει σχεδόν χωρίς να το αποφασίζουν.
Η Εριφύλη ένιωσε το χέρι του να ακουμπά διακριτικά πάνω στο πόδι της. Το άγγιγμα ήταν αρκετό για να αλλάξει αμέσως τον ρυθμό της αναπνοής της. Τον κοίταξε.
Εκείνος δεν είπε τίποτε. Μόνο την κοίταξε στα μάτια.
Για μια στιγμή η Εριφύλη ένιωσε πως βρισκόταν μπροστά ακριβώς σε εκείνο το σημείο όπου η επιθυμία παύει να είναι σκέψη και γίνεται απόφαση.
Ένα μικρό αναστεναγμό ξέφυγε από τα χείλη της. Ενστικτωδώς έκλεισε το χέρι του για λίγο στα πόδια της, σαν να ήθελε να συγκρατήσει την ένταση της στιγμής.
Ο Αδαμάντιος την κοίταξε αποφασιστικά. «Πάμε.»
Η Εριφύλη αιφνιδιάστηκε. «Πού να πάμε;»
«Εδώ κοντά, στον παράδρομο της Αττικής Οδού, έχω ένα μικρό διαμέρισμα που το χρησιμοποιώ σαν ατελιέ ζωγραφικής.
Η Εριφύλη κοίταξε το ρολόι της. Η πραγματικότητα επέστρεφε απότομα. «Όπως καταλαβαίνεις, έχω περιορισμένο χρόνο. Δεν θέλω να αργήσω. Έχω οικογενειακές υποχρεώσεις.»
«Δεν θα αργήσεις. Το διαμέρισμα είναι κοντά στην περιοχή σου. Θα πάμε με το αυτοκίνητό σου. Από εκεί μπορείς να φύγεις κατευθείαν για το σπίτι.»
«Και το δικό σου αυτοκίνητο;»
«Θα γυρίσω αργότερα με ταξί να το πάρω.»
Η Εριφύλη έμεινε για λίγο σιωπηλή. Ύστερα, περισσότερο από προνοητικότητα παρά από φόβο, πήρε τη μητέρα της τηλέφωνο. «Μαμά, σου το θυμίζω: πρέπει να κατέβω στον Πειραιά, στα γραφεία της εταιρείας του Νικηφόρου. Με αυτή την κίνηση στον Κηφισό δεν ξέρω αν θα προλάβω να γυρίσω εγκαίρως. Αν αργήσω, σε παρακαλώ να έχεις τον νου σου να πάρεις τα παιδιά από το σχολείο.»
Έκλεισε το τηλέφωνο και κοίταξε τον Αδαμάντιο. Για μια στιγμή πέρασε από το μυαλό της όλο το βάρος της απόφασης που ετοιμαζόταν να πάρει. Ύστερα σηκώθηκε. «Καλύτερα να φύγουμε όσο πιο σύντομα γίνεται από εδώ.»
Εκείνος την κοίταξε ερωτηματικά. Η Εριφύλη χαμογέλασε αμήχανα. «Δεν θέλω να μας δει κανένα γνωστό μάτι εδώ μαζί.»
Ο Αδαμάντιος σηκώθηκε κι εκείνος. Δεν χρειάστηκε να πουν τίποτε άλλο. Η απόφαση είχε ήδη παρθεί.
Στο αυτοκίνητο, ο Αδαμάντιος έβαλε στο GPS τη διεύθυνση του ατελιέ και περίμενε την Εριφύλη να ξεκινήσει, ακολουθώντας τις οδηγίες του πλοηγού.
Εκείνη έστρεψε το βλέμμα της στον δρόμο, έτοιμη να βάλει μπροστά. Πριν ακόμη ξεκινήσει, όμως, κατάλαβε πως ο Αδαμάντιος την κοιτούσε επίμονα. Ήταν ένα βλέμμα που έμοιαζε να κουβαλά μια ολόκληρη φράση, την οποία κανείς από τους δύο δεν είχε ακόμη τολμήσει να πει.
«Ανυπομονώ να ακούσω αυτό που θέλεις να μου πεις,» του είπε.
Εκείνος χαμογέλασε. Το χέρι του ακούμπησε διακριτικά πάνω στο πόδι της, περισσότερο σαν επιβεβαίωση της έλξης που είχε ήδη δημιουργηθεί ανάμεσά τους παρά σαν ανάγκη να την εκφράσει με λόγια. Το βλέμμα του συναντήθηκε με το δικό της και για λίγες στιγμές κανείς από τους δύο δεν μίλησε. Η σιωπή ανάμεσά τους είχε αποκτήσει τη δική της γλώσσα. Το άγγιγμα του έγινε πιο τρυφερό, καθώς χάιδευε απαλά το πόδι της, κι εκείνη ένιωσε ξανά εκείνη την παράξενη αναστάτωση που την έκανε να ξεχνά για λίγο όλα όσα βρίσκονταν έξω από το αυτοκίνητο.
Η Εριφύλη άφησε έναν βαθύ αναστεναγμό και τον κοίταξε με ένα βλέμμα γεμάτο επιθυμία αλλά και μια ελαφριά επίπληξη. «Σε παρακαλώ, μη με αναστατώνεις άλλο. Δεν μπορώ ούτε να συγκεντρωθώ για να ξεκινήσω το αυτοκίνητο.
Ο Αδαμάντιος χαμογέλασε. «Μωρό μου, είσαι το αφροδισιακό που δυναμώνει κάθε μου επιθυμία. Έχεις ανάψει μέσα μου σαν σπίθα κρυμμένη στη στάχτη που περίμενε απλώς λίγο αέρα για να γίνει φλόγα.
Η Εριφύλη κούνησε το κεφάλι της, προσπαθώντας να κρύψει το χαμόγελό της. «Τότε κάνε μου τη χάρη και άσε με τουλάχιστον να οδηγήσω. Κούνησε το κεφάλι της, προσπαθώντας να επαναφέρει τη λογική της. Το τελευταίο πράγμα που ήθελε ήταν να παρασυρθούν και να κάνουν έρωτα εκεί, στο πάρκινγκ. Ένα απρόοπτο, ένας γνωστός που θα περνούσε τυχαία, ένα βλέμμα από κάποιο διπλανό αυτοκίνητο , και όλη αυτή η παράτολμη ιστορία θα μπορούσε να αποκαλυφθεί πριν καν αρχίσει. Τι ντροπή θα ήταν…Έπρεπε να φύγουν. Να βάλει μπροστά το αυτοκίνητο και να αφήσει πίσω της το πάρκινγκ, μαζί με τον πειρασμό που την είχε ήδη κάνει να ξεχάσει για λίγο κάθε λογική.
Ο Αδαμάντιος αντιλήφθηκε τη σκέψη της. «Με συγχωρείς, μωρό μου. Παρασύρθηκα. Ομολογώ πως είμαι ασυγχώρητος.»
Η Εριφύλη έβαλε μπροστά τη μηχανή. Για λίγα δευτερόλεπτα κανείς τους δεν μίλησε. Εκείνος κοιτούσε μπροστά, όμως το μυαλό του έτρεχε αλλού. Την ήθελε. Και, όπως άρχιζε να καταλαβαίνει, δεν ήταν πλέον μια απλή έλξη της στιγμής. Ήταν κάτι που είχε ήδη αρχίσει να αποκτά δική του δύναμη..
Μόλις έφτασαν μπροστά στο κτίριο, η Εριφύλη ένιωσε να την κερδίζει ένας αυθόρμητος ενθουσιασμός. Ήταν ένα καινούργιο, κομψό πενταώροφο κτίριο, με ισόγειο σε pilotis, που φιλοξενούσε λίγες, πολυτελείς κατοικίες. Την γοήτευσε από την πρώτη ματιά. Υπήρχε κάτι αρμονικό στη σύνθεσή του· μια αίσθηση ηρεμίας μέσα στην πόλη. Το κτίριο περιβαλλόταν από έναν όμορφο, προσεγμένο κήπο, που έδινε την εντύπωση πως ο θόρυβος της λεωφόρου έμενε κάπου μακριά. Οδήγησε το αυτοκίνητο στη θέση που της υπέδειξε ο Αδαμάντιος και το τακτοποίησε σε ένα σημείο διακριτικό, όπου δεν υπήρχε σχεδόν καμία πιθανότητα να το αναγνωρίσει κάποιος γνωστός.
Καθώς διέσχιζαν το πάρκινγκ προς την κεντρική είσοδο, η Εριφύλη είχε κολλήσει σχεδόν δίπλα του. Δεν ήθελε να τραβήξει την παραμικρή προσοχή. Έριχνε διακριτικές ματιές γύρω της, σαν να μπορούσε ακόμη και μια τυχαία συνάντηση να ανατρέψει όλο το σχέδιό της.
Ο Αδαμάντιος, αντίθετα, έμοιαζε απόλυτα άνετος. «Έλα. Πάμε.»
Της άνοιξε την πόρτα του ασανσέρ και την άφησε να περάσει πρώτη. Μπήκε αμέσως μετά, πάτησε το κουμπί του πέμπτου ορόφου και στάθηκε δίπλα της. Η Εριφύλη τον κοίταξε με μια μικρή απορία. Ήταν σαν να περίμενε ακόμη να καταλάβει τι ακριβώς θα συνέβαινε από τη στιγμή που θα έκλεινε η πόρτα. Και τότε, πριν προλάβει να σκεφτεί περισσότερο, ο Αδαμάντιος την πλησίασε. Η απόσταση μεταξύ τους χάθηκε μέσα σε μια στιγμή. Την τράβηξε κοντά του και τη φίλησε με όλη εκείνη την ανυπομονησία που είχε συγκρατήσει τόση ώρα. Η Εριφύλη αιφνιδιάστηκε, μα μόνο για μια ανάσα. Ύστερα αφέθηκε στη στιγμή, με έναν βαθύ αναστεναγμό που έμοιαζε να βγαίνει από μέσα της χωρίς να ζητήσει την άδειά της. Το ασανσέρ ανέβαινε αργά. Κι εκείνη, ανάμεσα στον καθρέφτη, στα φωτεινά ψηφία των ορόφων και στην αίσθηση πως κάθε δευτερόλεπτο την απομάκρυνε λίγο περισσότερο από την προηγούμενη ζωή της, κατάλαβε πως η πραγματική διαδρομή δεν ήταν μέχρι τον πέμπτο.
Είχε αρχίσει πολύ νωρίτερα.
Μόλις μπήκαν στο ατελιέ και η πόρτα έκλεισε πίσω τους, δεν πρόλαβαν καλά-καλά να προχωρήσουν στον διάδρομο. Ο Αδαμάντιος την τράβηξε κοντά του και την αγκάλιασε με εκείνη την ανυπόμονη ορμή που είχε συγκρατήσει σε όλη τη διαδρομή. Τα σώματά τους ενώθηκαν σε ένα σφιχτό, παθιασμένο αγκάλιασμα και τα φιλιά τους έγιναν αμέσως πιο απαιτητικά. Η Εριφύλη έμεινε για λίγο ακίνητη, σαν να είχε σταματήσει ο χρόνος γύρω της. Η τσάντα γλίστρησε από το χέρι της και έπεσε στο πάτωμα.
Δεν υπήρχε πια λόγος για προσχήματα.Η επιθυμία, που είχε αρχίσει από εκείνη την πρώτη τυχαία συνάντηση, είχε τώρα βρει τον δικό της χώρο. Ο Αδαμάντιος την οδήγησε προς τον μεγάλο διπλό καναπέ κάτω από το τεράστιο παράθυρο. Το μεσημεριανό φως είχε μόλις φτάσει στο αποκορύφωμα του και πλημμύριζε το δωμάτιο. Πίσω από τα μεγάλα ανοίγματα των παραθύρων απλωνόταν η πόλη, φωτεινή και ανοιχτή, ενώ η μεγάλη βεράντα έμοιαζε να αιωρείται πάνω από το λεκανοπέδιο.
Για μια στιγμή, μέσα στην ένταση, εκείνος προσπάθησε να επαναφέρει την κουβέντα στην πραγματικότητα. «Σου αρέσει η περιοχή; Όσα έχεις δει μέχρι τώρα;»
Η Εριφύλη χαμογέλασε. «Πάντοτε μου άρεσε να ζω ψηλά.»
«Και η θέα;»
Την οδήγησε κοντά στο μεγάλο παράθυρο. Η Αθήνα απλωνόταν μπροστά τους, μέχρι εκεί που μπορούσε να φτάσει το βλέμμα. Η Εριφύλη έμεινε για μια στιγμή σιωπηλή. Ύστερα πρόσεξε κάτι που δεν είχε δει προηγουμένως. Η μεγάλη βεράντα επικοινωνούσε με το διπλανό διαμέρισμα.
«Αδάμαντα…» είπε ανήσυχη. «Η βεράντα είναι κοινή;»
Εκείνος χαμογέλασε καθησυχαστικά.
«Μην πανικοβάλλεσαι. Το διπλανό διαμέρισμα είναι ενός ξαδέρφου μου που ζει στο Λονδίνο. Δεν υπάρχει άλλο διαμέρισμα στον όροφο και σήμερα δεν βρίσκεται κανείς εδώ πάνω εκτός από εμάς.
Έκανε μια μικρή παύση και πρόσθεσε παιχνιδιάρικα. Όταν γυρίσει ο ξάδερφος να φέρουμε και την φίλη σου την Ελπινίκη να πηδιούνται με τον ξάδερφο στο άλλο παράθυρο και να έχουμε θέα το ένα ζευγάρι στο άλλο. Πως το βλέπεις δεν είναι μια καλή ιδέα.»
Η Εριφύλη τον κοίταξε με μισό χαμόγελο. «Δηλαδή είμαστε ασφαλείς;»
«Απολύτως. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να αγχώνεσαι.»
Η Εριφύλη ξανακοίταξε την πόλη. Η θέα ήταν πραγματικά εντυπωσιακή. Ολόκληρο το λεκανοπέδιο απλωνόταν μπροστά της, λουσμένο στο μεσημεριανό φως. Και τότε ένιωσε πάλι εκείνο το κύμα της έντασης να επιστρέφει.
Δεν ήξερε πια αν την παρέσερνε περισσότερο η θέα, η παρουσία του Αδαμάντιου ή η ίδια η επίγνωση ότι είχε περάσει ένα όριο από το οποίο δεν υπήρχε εύκολη επιστροφή.
Την έστησε με τα γόνατα στο μήκος του καναπέ κάτω από το τεράστιο παράθυρο ώστε να βλέπει έξω στη μεγάλη βεράντα και στο βάθος να έχει μπροστά της την άπλετη θέα στα νοτιοδυτικά της μεγάλης πολιτείας ενώ ταυτόχρονα έβαλε το χέρι του ανάμεσα στους μηρούς της να τους ανοίξει περισσότερο.
«Δηλαδή, σίγουρα είμαστε ασφαλείς; Να μην ανησυχώ;» τον ξαναρώτησε η Εριφύλη, καθώς η ανοιχτή, απέραντη βεράντα μπροστά τους εξακολουθούσε να της προκαλεί μια μικρή αμηχανία.
«Φυσικά. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να αγχώνεσαι.»
Ο Αδαμάντιος χαμογέλασε και πλησίασε περισσότερο. «Ξέρεις τι σκέφτομαι; Ότι αυτός ο καναπές έχει την καλύτερη θέα στην Αθήνα.
Η Εριφύλη τον κοίταξε με εκείνο το βλέμμα που ήταν μισό απορία και μισό προειδοποίηση. Εκείνος έσκυψε προς το μέρος της και της ψιθύρισε στο αυτί. «Μόνο που φοβάμαι πως, αν αφεθείς όπως υποψιάζομαι ότι μπορείς, οι αναστεναγμοί σου θα φτάσουν μέχρι τον ορίζοντα. Πέρα από τις οροσειρές του Αιγάλεω και του Ποικίλου όρους
Η Εριφύλη ένιωσε ένα ρίγος να τη διαπερνά. Γύρισε προς το μέρος του, αφήνοντας για λίγο την αμηχανία της να υποχωρήσει μπροστά στην επιθυμία.Έξω, η πόλη απλωνόταν αδιάφορη και φωτεινή.
Μέσα, ο κόσμος τους είχε μικρύνει ξαφνικά τόσο, ώστε να χωράει μόνο σε δυο βλέμματα. Και για λίγες στιγμές η Εριφύλη αφέθηκε στη δύναμη εκείνης της έλξης, νιώθοντας την ένταση να ανεβαίνει μέσα της σαν κύμα που πλησιάζει αργά την ακτή. Δεν ήθελε πια να σκεφτεί. Ήθελε μόνο να ζήσει τη στιγμή. Έκλεισε τα μάτια της να εστιάσει την προσοχή της στο πόσο καυτό ήταν το πέος του όταν ο άνδρας κινήθηκε απαλά προς τα εμπρός κι έτριψε την κλειτορίδα της. Ήταν τόσο σκληρός, καθώς είχε αρχίσει να πιέζει το αιδοίο της και επιτέλους, να χωθεί αργά και βασανιστικά μέσα της. Τον Αισθάνθηκε να μπαίνει ολόκληρος μέσα της. όσο δεν πήγαινε και να την οδηγεί στο χείλος ενός μακρού οργασμού.
«Άνοιξε τα πόδια σου κι άλλο!» Ένιωσε το ύφασμα από το κάλυμμα του καναπέ στο μάγουλό της κι έκλεισε τα μάτια της, βγάζοντας που και που τη γλώσσα της για να υγραίνει τα χείλη της καθώς άκουγε τους ήχους από τις συντονισμένες κινήσεις των κορμιών τους και τις ακανόνιστες ανάσες τους.
«Κι άλλο...» άκουσε τον εαυτό της να λέει. «Πιο βαθιά. Κι άλλο πιο δυνατά»
«Παίξε με την κλειτορίδα σου...» της είπε μουγκρίζοντας. «Θέλω να χύσεις μαζί μου.»
Ένα τεράστιο κύμα έμοιαζε να την καταπίνει. Την παρέσυρε με τέτοια δύναμη, ώστε για μια στιγμή αισθάνθηκε ολόκληρο το σώμα της να πάλλεται από την ένταση και την ηδονή. Έμεινε για λίγο με τα μάτια κλειστά, αφήνοντας την ανάσα της να ξαναβρεί τον ρυθμό της.Ύστερα τον κοίταξε. Στα μάτια της υπήρχε ακόμη η λάμψη της στιγμής.
«Το είχα καταλάβει από την πρώτη στιγμή που σε είδα πως είσαι ο καλύτερος!» του ψιθύρισε.«Κανόνισε να μη με διαψεύσεις στη συνέχεια, γιατί έχω σκοπό να σε εξαντλήσω!» του ψιθύρισε με παιχνιδιάρικη πρόκληση. Τα μάτια της γυάλιζαν από την ηδονή καθώς τον κοιτούσε, ενώ ένα πονηρό χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη της. Δεν ήταν μόνο η επιθυμία που την έκανε να λάμπει, ήταν και η χαρά πως, επιτέλους, είχε αφήσει τον εαυτό της να παρασυρθεί χωρίς αναστολές. Ο Αδαμάντιος την κοίταξε για μια στιγμή σιωπηλός. Το παιχνίδι μόλις είχε αρχίσει.
Σηκώθηκε όρθια και πήγε να ξαπλώσει στο κρεβάτι στην κρεβατοκάμαρα. Το δωμάτιο του ατελιέ είχε τεράστια παράθυρα. Το ίδιο και τα παράθυρα στο σαλόνι και στην κρεβατοκάμαρα ήταν στ' αλήθεια πελώρια και η θέα που πρόσφεραν ενώ τη γαμούσε ήταν απλόχερη, σε όλο το λεκανοπέδιο προς τα νοτιοδυτικά..
Σηκώθηκε όρθια και τον προσκάλεσε να πάνε να πήγε να ξαπλώσουν στο κρεβάτι στην κρεβατοκάμαρα. Το δωμάτιο του ατελιέ είχε και αυτό τεράστια παράθυρα, το ίδιο με τα παράθυρα στο σαλόνι. Ήταν στ' αλήθεια πελώρια και η θέα που πρόσφεραν ενώ έκαναν έρωτα ήταν απλόχερη, σε όλο το λεκανοπέδιο προς τα νοτιοδυτικά. Κι εκεί, μέσα στο ίδιο άπλετο φως, η πόλη εξακολουθούσε να απλώνεται έξω από τα τεράστια παράθυρα. Το ατελιέ δεν έμοιαζε πλέον απλώς με έναν χώρο εργασίας. Είχε γίνει ένας τόπος έξω από την καθημερινότητά της. Ένας τόπος όπου, για λίγες ώρες, η Εριφύλη μπορούσε να ξεχάσει ποια ήταν στην υπόλοιπη ζωή της.
Ο Αδαμάντιος ξάπλωσε ανάσκελα στο κρεβάτι και την κοίταξε χαμογελώντας. Η Εριφύλη σηκώθηκε και στάθηκε για λίγο απέναντί του, νιώθοντας ξανά εκείνη την παιχνιδιάρικη αυτοπεποίθηση που είχε αρχίσει να την κυριεύει. «
«Έλα, μωρό μου…» της είπε με πειρακτική διάθεση. «Ανέβα στη σέλα και απόλαυσε το σαν αμαζόνα που δαμάζει ένα ατίθασο άλογο.»
Η Εριφύλη γέλασε. Το βλέμμα της απάντησε πριν ακόμη βρει τα λόγια. Για λίγες στιγμές, η γυναίκα που συνήθως ζύγιζε κάθε της κίνηση έδωσε τη θέση της σε μια άλλη Εριφύλη, πιο τολμηρή, πιο αυθόρμητη, αποφασισμένη να χαρεί τη στιγμή χωρίς να σκέφτεται το αύριο.
Με ένα βήμα στάθηκε με τα πόδια ανοιχτά πάνω από τον Αδάμαντα. Στο ύψος της μέσης του. Γονάτισε κι έβαλε το χέρι της ανάμεσα στα μπούτια της για ν’ αναζητήσει την πούτσα του. Άρχισε να χαμηλώνει το κορμί της και να φέρνει το μουνί της εκεί που το καυλί του την περίμενε. Άφησε έναν αναστεναγμό καθώς άφηνε την ψωλή του άνδρα να γλιστρά μέσα στο υγρό μουνί της. Τη γέμιζε. Έσκυψε μπροστά και στήριξε τα χέρια της πάνω στα μπράτσα του. Αυτός την έπιασε και τη στήριξε καθώς άρχισε να κινεί το κορμί της. Μπρος-πίσω στην αρχή, πάνω-κάτω και προς κάθε κατεύθυνση μετά. Με μια κίνηση στάθηκε πάνω από τον Αδάμαντα, στο ύψος της μέσης του. Για μια στιγμή τον κοίταξε στα μάτια, σαν να ήθελε να βεβαιωθεί πως και οι δυο είχαν αφήσει πίσω τους κάθε δισταγμό. Γονάτισε και πλησίασε περισσότερο. Ύστερα άφησε το σώμα της να βρει τον δικό του ρυθμό, ακολουθώντας τη στιγμή χωρίς να χρειάζεται πλέον να την εξηγήσει. Ένας βαθύς αναστεναγμός ξέφυγε από τα χείλη της. Έσκυψε μπροστά και στηρίχθηκε πάνω του, ενώ εκείνος την αγκάλιασε και τη βοήθησε να κρατήσει την ισορροπία της. Το σώμα της άρχισε να κινείται αργά στην αρχή, ύστερα με μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση, σαν να είχε βρει έναν ρυθμό που υπήρχε ήδη μέσα της. Μπρος και πίσω, ύστερα με μια ελεύθερη, σχεδόν ασυνείδητη κίνηση, αφήνοντας την επιθυμία να οδηγήσει το σώμα εκεί όπου η σκέψη δεν μπορούσε πια να το κατευθύνει. Κι ενώ όλα συνέβαιναν σχεδόν μηχανικά, το μυαλό της ταξίδευε αλλού. Πολλές σκέψεις περνούσαν ταυτόχρονα από μέσα της, ο Νικηφόρος, το σπίτι, τα παιδιά, η ζωή που είχε αφήσει για λίγο πίσω της, αλλά και η παράξενη αίσθηση ελευθερίας που ένιωθε εκείνη τη στιγμή. Ήταν σαν να ζούσε δύο ζωές ταυτόχρονα. Και καμία από τις δύο δεν ήταν διατεθειμένη να σωπάσει.
Θυμήθηκε το ατελείωτο ερωτικό ντελίριο με τον Νικηφόρο, λίγους μόλις μήνες πριν αναχωρήσει για τα μεγάλα ταξίδια του. Στο κρεβάτι ήταν πάντα γεμάτος δύναμη και πάθος, ένας άντρας που δύσκολα άφηνε τη στιγμή να περάσει χωρίς να τη ζήσει μέχρι τέλους. Ύστερα, σχεδόν απρόσκλητα, οι σκέψεις της πήγαν στις άλλες γυναίκες. Την Αλεξάνδρα, φίλη και γειτόνισσά της, που είχε μπλέξει ερωτικά με τον Μιλτιάδη, τον άνδρα της Ναταλίας. Τη Ναταλία, που διατηρούσε τη δική της κρυφή σχέση με τον προϊστάμενό της στην εταιρεία όπου εργαζόταν. Και τέλος την Κλεοπάτρα, τη φίλη της Ελπινίκης, επίσης σύζυγο ναυτικού, για την οποία οι κακές γλώσσες της παρέας είχαν να πουν πολλά. Η Εριφύλη δεν ήξερε πόση αλήθεια κρυβόταν πίσω από όλες αυτές τις ιστορίες. Ίσως αρκετή, ίσως και καθόλου. Άλλωστε, οι άνθρωποι αγαπούν να μιλούν για τις ζωές των άλλων, ιδιαίτερα όταν εκείνες ξεφεύγουν από τα όρια που οι ίδιοι θεωρούν αποδεκτά. Κι όμως, εκείνη τη στιγμή, οι σκέψεις αυτές της φάνηκαν παράξενα οικείες. Σαν να της έδειχναν έναν κόσμο που υπήρχε πάντοτε γύρω της, αλλά τον οποίο μέχρι τότε παρατηρούσε από την απέξω πλευρά του παραθύρου. Τώρα, χωρίς να το έχει σχεδιάσει, είχε ανοίξει κι εκείνη την πόρτα.
Ανάμεσα στους ηδυπαθείς βρυχηθμούς της, «προϊόν της έντονης σεξουαλικής της συνεύρεσης» που η Εριφύλη έχει χάσει κάθε σεξουαλικό έλεγχο και αφήνεται στις ηδονικές ορμές της, κι όμως, ακόμη και τότε, ο Νικηφόρος δεν έλειπε εντελώς από το μυαλό της. Ήταν μακριά, κάπου στην Ασία, ανάμεσα σε λιμάνια, ξενοδοχεία και άγνωστες πολιτείες. Τριάντα τριών χρόνων, ψηλός, γοητευτικός, πάντα προσεγμένος, με εκείνη την αβίαστη κομψότητα που έκανε τον κόσμο να τον προσέχει χωρίς ο ίδιος να το επιδιώκει. Στο μυαλό της έμοιαζε κάπως με τον Γκρέγκορι Πεκ στη Συμφωνία Κυρίων του Ελία Καζάν. Και άθελά της σκέφτηκε τις προηγούμενες ιστορίες του. Τις γυναίκες που είχε γνωρίσει στα ταξίδια του, τις περιπέτειες που της είχε διηγηθεί, τις αδυναμίες του που άλλοτε την διασκέδαζαν και άλλοτε την έκαναν να τον κοιτάζει με εκείνο το παράξενο μείγμα ζήλιας και ανοχής. Ίσως τώρα να βρισκόταν σε κάποιο πολυτελές ξενοδοχείο της Άπω Ανατολής. Ίσως να είχε ήδη γνωρίσει κάποια γυναίκα. Ίσως και περισσότερες από μία. Η σκέψη αυτή δεν την ενόχλησε όπως θα περίμενε. Αντίθετα, μέσα στη δική της παραφορά, της φάνηκε σχεδόν φυσιολογική. Και τότε το μυαλό της άρχισε να παίζει το δικό του παιχνίδι. Έφερε μπροστά της εικόνες του Νικηφόρου μακριά από εκείνη, ανάμεσα σε άγνωστες γυναίκες, σε μια νυχτερινή πόλη της Κίνας. Η φαντασία της δεν είχε κανέναν λόγο να υπακούσει στη λογική. Έπλαθε πρόσωπα, βλέμματα, αγγίγματα, νύχτες γεμάτες φως και επιθυμία. Δεν ζήλεψε. Ίσως επειδή, εκείνη ακριβώς τη στιγμή, βρισκόταν κι η ίδια σε έναν κόσμο που είχε δημιουργηθεί έξω από τους κανόνες της καθημερινότητάς της.
Και τότε, όπως συχνά συμβαίνει στις στιγμές μεγάλης έντασης, το μυαλό της ταξίδεψε ακόμη πιο μακριά. Μονογαμία; Η λέξη πέρασε από τη σκέψη της σχεδόν ειρωνικά. Ποιος είχε πει ότι ο άνθρωπος είναι τόσο απλός ώστε να χωράει ολόκληρος μέσα σε μία μόνο επιθυμία; Η κοινωνία είχε δημιουργήσει κανόνες. Η ηθική είχε δημιουργήσει όρια. Ο γάμος είχε δημιουργήσει δεσμεύσεις. Και όλα αυτά είχαν τον λόγο τους. Χωρίς κανόνες, χωρίς εμπιστοσύνη, χωρίς σταθερότητα, καμία οικογένεια δεν θα μπορούσε εύκολα να αντέξει στον χρόνο.
Κι όμως, η επιθυμία είχε τη δική της λογική. Ή μάλλον τη δική της έλλειψη λογικής. Δεν ρωτούσε για όρκους, κοινωνικούς ρόλους ή οικογενειακές ισορροπίες. Εμφανιζόταν εκεί όπου δεν την περίμενε κανείς και απαιτούσε χώρο. Ίσως τελικά αυτό να ήταν το παράδοξο του ανθρώπου: να μπορεί να αγαπά, να δεσμεύεται, να δημιουργεί οικογένεια και ταυτόχρονα να παραμένει ευάλωτος σε μια απρόβλεπτη έλξη. Η Εριφύλη χαμογέλασε μέσα στις σκέψεις της. Ο Νικηφόρος της, κάπου μακριά, είχε τη δική του ζωή. Κι εκείνη, εδώ, είχε τη δική της μυστική στιγμή.
Οι εικόνες της Ασίας πέρασαν από το μυαλό της σαν αστραπές, σύντομες, φωτεινές αναλαμπές που χάραζαν για μια στιγμή το σκοτάδι και ύστερα χάνονταν. Και όπως η αστραπή σβήνει αφήνοντας πίσω της μόνο μια επίμονη λάμψη, έτσι και η σκέψη του Νικηφόρου απομακρύνθηκε αργά. Για λίγες στιγμές είχε προσπαθήσει να κρατήσει εκείνη την εικόνα ζωντανή. Μα η πραγματικότητα γύρω της αποδείχτηκε ισχυρότερη. Όλες οι αισθήσεις της, σχεδόν συντεταγμένα, στράφηκαν στον Αδάμαντα, στη ζεστασιά του κορμιού του, στον ρυθμό της κίνησής τους και στην πρωτόγνωρη ένταση που την είχε παρασύρει. Και τότε, ο Νικηφόρος χάθηκε από τη σκέψη της, όχι από αδιαφορία, αλλά γιατί, εκείνη τη στιγμή, ολόκληρος ο κόσμος της είχε περιοριστεί σε ό,τι συνέβαινε ανάμεσά τους. Για την ώρα, ο κόσμος της Εριφύλης περιοριζόταν σε αυτό το δωμάτιο, στο δυνατό μεσημεριανό φως και στον άντρα που βρισκόταν από κάτω της. Τα υπόλοιπα μπορούσαν να περιμένουν.
....,Την ώρα που είχαν πια ντυθεί, η Εριφύλη παραξενεύτηκε για μια στιγμή όταν ένιωσε τον Αδάμαντα να πιάνει το χέρι της και να το οδηγεί παιχνιδιάρικα προς το μέρος του.
«Βλέπεις;» της είπε χαμογελώντας. «Ακόμη σε θέλει. Και φαίνεται πως αντέχει να σε προκαλεί, όπως ακριβώς σου είχε υποσχεθεί.»
Η Εριφύλη τον κοίταξε με εκείνο το παιχνιδιάρικο βλέμμα που δεν άφηνε πολλά περιθώρια παρερμηνείας. «Και γιατί με άφησες να ντυθώ, παλιόπαιδο;»
«Γιατί θέλω να σε έχω έτσι… με τα ρούχα σου», της απάντησε χαμηλόφωνα. «Να κρατήσουμε κάτι από αυτή τη στιγμή μαζί μας, όταν θα γυρίσεις στο σπίτι.»
Η Εριφύλη χαμογέλασε. Τώρα ο Αδάμαντας της φαινόταν ακόμη πιο γλυκός, οικείος, σχεδόν τρυφερός. Κι εκείνη, αντί να σκέφτεται πως όλα είχαν τελειώσει, ένιωθε μέσα της μια καινούργια ανυπομονησία.
«Κι εγώ που νόμιζα πως τελειώσαμε…» του είπε πειρακτικά. «Δεν ξέρεις πως δεν με αφήνεις εύκολα ήσυχη;»
Ο Αδάμαντας την κοίταξε στα μάτια. «Μάλλον ούτε εσύ θέλεις να σε αφήσω.»
Η Εριφύλη έσκυψε και πάλι πάνω στο τραπέζι, στηριζόμενη με τα χέρια της, αφήνοντας το σώμα της να μιλήσει χωρίς άλλη πρόσκληση. Ο Αδάμαντας πλησίασε. Με μια κίνηση αποφασιστική, αλλά χωρίς βιασύνη, σήκωσε το φόρεμά της και την τράβηξε κοντά του. Για λίγες στιγμές ο κόσμος γύρω τους έπαψε να υπάρχει. Η Εριφύλη έμεινε στηριγμένη στο τραπέζι, με το κεφάλι όρθιο και το βλέμμα χαμένο κάπου απέναντί της. Η ανάσα της είχε γίνει βαριά και το μισάνοιχτο στόμα της πρόδιδε την ένταση που ακόμη την διαπερνούσε. Ο Αδάμαντας, πίσω της, την κρατούσε σταθερά από τη μέση, σαν να ήθελε να παρατείνει όσο μπορούσε τη στιγμή. Ύστερα, αργά, η ένταση άρχισε να υποχωρεί.
Ο Αδάμαντας στάθηκε για λίγο όρθιος, ξέπνοος, προσπαθώντας να ξαναβρεί την αναπνοή του. Η Εριφύλη, αντίθετα, δεν έδειχνε καμία διάθεση να σηκωθεί. Έμεινε για λίγο ακόμη σκυμμένη πάνω στο τραπέζι, αφήνοντας το σώμα της να ηρεμήσει. Όταν τελικά γύρισε προς το μέρος του, στα χείλη της είχε ανθίσει ένα χαμόγελο βαθιάς ικανοποίησης.
Υπήρχαν στιγμές που η Εριφύλη αισθανόταν παράξενα ισχυρή. Όχι όταν έπαιρνε κάτι, αλλά όταν έβλεπε την επίδραση που είχε πάνω στον άντρα που βρισκόταν απέναντί της. Ο Αδάμαντας έμοιαζε εξαντλημένος από την ένταση, ενώ εκείνη αισθανόταν πως μέσα της υπήρχε ακόμη ενέργεια, ακόμη φωτιά.
Τον κοίταξε για λίγο σιωπηλή. «Τι έπαθες;» τον πείραξε τελικά. «Έτσι εύκολα κουράζεσαι;»
Ο Αδάμαντας γέλασε ξέπνοος. Η Εριφύλη χαμογέλασε ακόμη περισσότερο. Εκείνη τη στιγμή κατάλαβε πως το παιχνίδι τους δεν είχε τελειώσει μέσα της. Αντίθετα, μόλις είχε ανοίξει ένας καινούργιος κύκλος επιθυμίας. Και, κοιτάζοντάς τον αποκαμωμένο απέναντι της, σκέφτηκε με εκείνη την ατίθαση διάθεση που την χαρακτήριζε. Τελικά, ποιος από τους δυο μας θα αντέξει περισσότερο; Αλήθεια θα μπορούσε να είχε κάποιον ακόμη; Τώρα; Αμέσως; Το μουνί της ήταν ακόμη πυρωμένο. Το είπε και το κανε η Εριφύλη. Τον στράγγιξε η πουτάνα.
Έφυγε από το ατελιέ μόνη της, βιαστική, με μοναδική της σκέψη να επιστρέψει στο σπίτι. Στον δρόμο ένιωθε ακόμη πάνω της την ένταση των τελευταίων στιγμών και, όσο κι αν προσπαθούσε να επαναφέρει τη σκέψη της στην καθημερινότητα, ένα χαμόγελο επέμενε να σχηματίζεται στα χείλη της.
Αυτό που είχε αρχίσει ανάμεσα στην Εριφύλη και τον Αδάμαντα δεν άργησε να μετατραπεί σε μια θυελλώδη σχέση πάθους. Όσο περνούσε ο καιρός, τόσο περισσότερο τους κυρίευε. Δεν ήταν πια απλώς μια παρόρμηση ή μια παρένθεση στην καθημερινότητά τους, είχε γίνει ένας ξεχωριστός κόσμος, στον οποίο επέστρεφαν ξανά και ξανά. Για την Εριφύλη, ο Αδάμαντας είχε γίνει ένας άνθρωπος που μπορούσε να την ηρεμεί και ταυτόχρονα να ξυπνά μέσα της επιθυμίες που έμεναν για μεγάλα διαστήματα ανεκπλήρωτες, ιδιαίτερα όταν ο άντρας της έλειπε στη θάλασσα, στα μεγάλα επαγγελματικά του ταξίδια. Νέος, όμορφος, γεμάτος αυτοπεποίθηση και με μια φυσική γενναιοδωρία στον έρωτα, ο Αδάμαντας είχε βρει τον τρόπο να ανταποκρίνεται στις ανάγκες της χωρίς πολλές κουβέντες. Κι εκείνη, όταν το σώμα και η διάθεσή της τον αναζητούσαν, ήξερε πως θα τον έβρισκε διαθέσιμο. Υπήρχε μάλιστα ανάμεσά τους κι ένα μικρό, ιδιότυπο παιχνίδι που είχε γίνει σχεδόν τελετουργία. Ο Αδάμαντας, κάθε φορά που συναντιούνταν, της έπαιρνε παιχνιδιάρικα τη δαντελένια κιλότα της, ένα δικό του παράξενο φετίχ, που είχε εξελιχθεί σε προσωπικό τους αστείο. Κι έτσι, κάθε φορά που έφευγε από το ατελιέ, η Εριφύλη κουβαλούσε μαζί της όχι μόνο την ανάμνηση όσων είχαν συμβεί, αλλά και την αίσθηση πως αυτή η σχέση είχε αποκτήσει τη δική της ζωή. Ήξερε πως αργά ή γρήγορα θα ξαναγύριζε. Και, βαθιά μέσα της, το ήξερε πως το ίδιο ακριβώς περίμενε κι εκείνος.
Όταν έφτασε στην κεντρική αυλόπορτα του σπιτιού της, άφησε έναν βαθύ αναστεναγμό. Μια παράξενη ηρεμία την είχε κατακλύσει. Ήταν χαλαρή, σχεδόν ανέμελη, και ένα χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη της καθώς συνειδητοποιούσε πως όλα είχαν πάει υπερβολικά καλά. Χωρίς απρόοπτα. Χωρίς παρενέργειες. Πάρκαρε το αυτοκίνητο στο γκαράζ και μπήκε βιαστικά στο σπίτι. Φίλησε τα παιδιά, αντάλλαξε μαζί τους δυο κουβέντες και κινήθηκε στους γνώριμους χώρους σαν να μην είχε συμβεί τίποτα διαφορετικό από μια συνηθισμένη μέρα. Λίγη ώρα αργότερα στεκόταν κάτω από το καυτό ντους, αφήνοντας το νερό να κυλά πάνω της. Η αίσθηση ήταν υπέροχη, σχεδόν απελευθερωτική. Σαν να προσπαθούσε να ξεπλύνει από πάνω της όσα είχαν προηγηθεί, τις σκέψεις, την ένταση, ίσως και τις «αμαρτίες» της. Ή, μήπως, να προετοιμαστεί για τις επόμενες; Ένα πονηρό χαμόγελο πέρασε από το πρόσωπό της.
Το παράξενο ήταν πως δεν ένιωθε ενοχές. Καθόλου. Και, περισσότερο απ’ αυτό, δεν ένιωθε πως χρωστούσε σε κανέναν εξηγήσεις για τις επιλογές της ή για τον τρόπο με τον οποίο επέλεγε να ζει τη ζωή της. Η σχέση της με τον Αδάμαντα δεν της δημιουργούσε πια ερωτηματικά. Είχε καταλάβει, ίσως για πρώτη φορά τόσο καθαρά, τι σήμαινε πραγματικά η λέξη «πάθος». Και τώρα γνώριζε πως, όταν η απουσία του Νικηφόρου θα άφηνε μέσα της εκείνο το γνώριμο κενό, υπήρχε ένας άλλος άνθρωπος που μπορούσε να το γεμίσει με τρόπο που την έκανε να αισθάνεται ζωντανή. Το ήξερε, όμως, πως κάποια στιγμή θα έπρεπε να επιστρέψει στην πραγματικότητα. Ο Νικηφόρος θα γύριζε από το ταξίδι του. Και τότε θα έπρεπε να είναι προσεκτική. Να ξέρει τι θα πει και τι θα αποσιωπήσει. Να προστατεύσει το μυστικό της, χωρίς να αφήσει την καινούργια της ζωή να εισβάλει στην άλλη, εκείνη που είχε χτίσει μαζί του. Δεν ήταν φόβος. Ήταν επίγνωση. Η Εριφύλη ήξερε πως είχε ανοίξει μια πόρτα που δεν ήθελε πια να κλείσει.
Αυτή ήταν η Εριφύλη. Και αυτό δεν το διαπραγματευόταν.
Και να που, ξαφνικά, τις τελευταίες δυο-τρεις ημέρες, κάτι είχε αλλάξει μέσα της. Η Εριφύλη ένιωθε πραγματικά τρομαγμένη. Ένα επίμονο άγχος την ακολουθούσε από το πρωί ως το βράδυ, χωρίς να μπορεί να προσδιορίσει με ακρίβεια τι ακριβώς φοβόταν. Ήταν σαν μια αδιόρατη προειδοποίηση πως κάτι καινούργιο ερχόταν, μια απρόσμενη εξέλιξη στη σχέση της με τον Αδάμαντα, τον αρχιτέκτονα, που ίσως να μην μπορούσε πλέον να ελέγξει. Για πρώτη φορά, ένιωσε πως χρειαζόταν βοήθεια.
Κι έτσι πήρε μια δύσκολη απόφαση. Να μοιραστεί το πρόβλημά της με την Άλκηστη. Ίσως εκείνη να μπορούσε να της προσφέρει μια «χείρα βοηθείας», μια διαφορετική ματιά, μια λύση που θα την έβγαζε από το αδιέξοδο στο οποίο ένιωθε πως κατρακυλούσε.
Όταν τελικά της μίλησε, η Άλκηστη δεν την άφησε να ολοκληρώσει καν. Την αγκάλιασε στοργικά και της ψιθύρισε. «Ξαδερφούλα μου γλυκιά, εγώ είμαι εδώ για σένα. Τούτο μόνο σου λέω και να το εννοώ.»
Η Εριφύλη έμεινε για λίγο σιωπηλή στην αγκαλιά της.
«Ο Αρχιτέκτονας, για τους υπόλοιπους, ήταν ένας πολύ στενός φίλος μου και ένας περιστασιακός εραστής. Εσύ τον έχεις γνωρίσει σε μια γκαλερί ζωγραφικής, όπου ήμασταν καλεσμένες και σου τον σύστησαν. Μέχρι εκεί χρειάζεται να ξέρουν οι άλλοι.» Η Άλκηστη σταμάτησε για μια στιγμή και την κοίταξε στα μάτια. «Τα υπόλοιπα τα έχω συζητήσει με τον Νικηφόρο. Γι’ αυτό, μη μου αναστατώνεσαι τόσο πολύ. Ξέρω πολύ καλά τι κάνω.»
Η Εριφύλη την κοίταξε με απορία.
Η Άλκηστη χαμογέλασε καθησυχαστικά και της χάιδεψε απαλά το χέρι. «Μην ανησυχείς, σε παρακαλώ. Κάποια πράγματα θέλουν τον χρόνο τους. Δεν χρειάζεται να τα λύσουμε όλα σήμερα.»
Τα λόγια της, αντί να διαλύσουν εντελώς την ανησυχία της Εριφύλης, της δημιούργησαν ένα παράξενο συναίσθημα. Για πρώτη φορά αναρωτήθηκε μήπως η Άλκηστη γνώριζε περισσότερα απ’ όσα της είχε πει. Και αυτή η σκέψη, αντί να την ηρεμήσει, έκανε την καρδιά της να χτυπήσει λίγο πιο δυνατά.
....Η Άλκηστις άνοιξε διάπλατα την μπαλκονόπορτα και άφησε τον δροσερό αέρα της εξοχής, φρέσκο και γαλήνιο σαν παφλασμός πάνω στο κύμα, να εισβάλει στο σπίτι. Ύστερα μπήκε στην κουζίνα με εκείνο το σκανδαλιάρικο ύφος που προμήνυε πως είχε ήδη αποφασίσει να αλλάξει τη διάθεση όλων.
Πλησίασε την καρέκλα της, κάθισε αναπαυτικά και στριφογύρισε δυο φορές πάνω της, με ένα χαμόγελο γεμάτο πονηριά.
Στο μυαλό της ήδη επεξεργαζόταν τρόπους για να μεταφέρει στην παρέα λίγο από το κέφι της. Ήθελε χαμόγελα, πειράγματα, μικρές σκανδαλιές, κι, όπως ήταν φυσικό, ο πρώτος στόχος της ήταν η Εριφύλη.
Άρχισε λοιπόν τα γνωστά της καμώματα, με ρυθμό και περιπαικτική διάθεση, πετώντας τη μία ατάκα μετά την άλλη.
«Σταμάτα τα πειράγματα, κορίτσι μου!» αναφώνησε κάποια στιγμή η Εριφύλη. Η αντίδρασή της, όμως, είχε ακριβώς το αντίθετο αποτέλεσμα.
Η Άλκηστις ξέσπασε σε γέλια. «Α, μάλιστα! Τώρα που διαμαρτύρεσαι, θα σταματήσω!» Και φυσικά δεν σταμάτησε.
Η Εριφύλη προσπάθησε μάταια να την επαναφέρει στην τάξη, αλλά η Άλκηστις είχε ήδη αποφασίσει πως η κουζίνα θα μετατρεπόταν για λίγο σε θέατρο. Με ύφος ανθρώπου που είχε δήθεν προσβληθεί βαθύτατα, σηκώθηκε από την καρέκλα της, πλησίασε το μπολ με το αλεύρι, πήρε μια γεμάτη χούφτα και, πριν προλάβει η Εριφύλη να αντιδράσει, της πασάλειψε παιχνιδιάρικα τη μύτη και τον μπούστο.
«Ορίστε! Τώρα είσαι επίσημα μέλος της ζαχαροπλαστικής ομάδας!» Τα τρανταχτά γέλια της γέμισαν την κουζίνα.
Η Εριφύλη έμεινε για μια στιγμή αποσβολωμένη και ύστερα ξέσπασε κι εκείνη στα γέλια. Η Άλκηστις, βλέποντας πως το σχέδιό της είχε πετύχει, πήρε ακόμη μεγαλύτερο θάρρος. Συνέχισε να εξαπολύει ατάκες και πειράγματα, κλέβοντας ολοκληρωτικά την παράσταση. Και πράγματι, το γέλιο ήταν η συντομότερη απόσταση ανάμεσα στους ανθρώπους. Εκείνη τη στιγμή λειτουργούσε λυτρωτικά. Έλυνε την ένταση, ελάφρυνε την ατμόσφαιρα και, κυρίως, έδινε στην Εριφύλη το θάρρος να αφήσει για λίγο στην άκρη τις σκέψεις της και να συμμετάσχει στο παιχνίδι. Έτσι άρχισε μια μικρή διελκυστίνδα χαλάρωσης· ένα παιχνίδι οικείων προκλήσεων, όπου κανείς δεν ήθελε πραγματικά να νικήσει, αλλά όλοι ήθελαν να γελάσουν.
Ο Νικηφόρος, βλέποντας την Άλκηστη να πειράζει την Εριφύλη του, αποφάσισε να πάρει το μέρος της.
«Αυτό δεν είναι δίκαιο για την Εριφύλη μας! Δεν το δέχομαι, κούκλα μου. Και κάτι τέτοιο επισύρει… τιμωρία!»
Η Άλκηστις γύρισε προς το μέρος του με ένα βλέμμα γεμάτο πρόκληση. «Α, ναι; Και ποιος θα μου την επιβάλει;»
Ο Νικηφόρος δεν απάντησε. Πήρε κι εκείνος μια χούφτα αλεύρι. Πλησίασε την Άλκηστη, την αγκάλιασε παιχνιδιάρικα με το ένα μπράτσο και, με μια κίνηση γεμάτη θεατρικότητα, άφησε το αλεύρι μέσα από το μπούστο πάνω της.
Για μια στιγμή επικράτησε σιωπή. Ύστερα η Άλκηστις κοίταξε τον Νικηφόρο, μετά την Εριφύλη και ξανά τον Νικηφόρο. «Α, έτσι παίζουμε;» Η κουζίνα ξαναγέμισε γέλια.
Και κάπου εκεί, χωρίς κανείς να το έχει προσχεδιάσει, το αλεύρι έπαψε να είναι υλικό για το γλυκό και έγινε το επίσημο όπλο μιας μικρής οικογενειακής… σύρραξης.
Το παιχνίδι είχε πλέον ξεφύγει από την αρχική του αθωότητα και είχε αποκτήσει μια απρόβλεπτα ελκυστική μορφή. Οι ατάκες διαδέχονταν η μία την άλλη, οι προκλήσεις γίνονταν τολμηρότερες και η ατμόσφαιρα στην κουζίνα είχε γεμίσει εκείνη την παιχνιδιάρικη ένταση που κάνει τους ανθρώπους να ξεχνούν για λίγο τους ρόλους και τις αναστολές τους. Η Εριφύλη, που μέχρι πριν από λίγο προσπαθούσε να συγκρατήσει τον εαυτό της, αποφάσισε να συμμετάσχει πραγματικά.
Πήρε μια γεμάτη χούφτα αλεύρι και, με ένα βλέμμα γεμάτο πονηριά, αλεύρωσε και τους δύο.
Ήταν σαν κάτι μέσα της να είχε λυθεί. Γέμισε το στήθος της Άλκηστις με αλεύρι και του Νικηφόρου του ανασήκωσε τη βερμούδα και του αλεύρωσε τον πούτσο.
«Τώρα είμαστε πάτσι!» είπε γελώντας.
Για λίγο άφησε στην άκρη όσα την πίεζαν. Τα συναισθήματα που κρατούσε κρυμμένα, τις σκέψεις που δεν τολμούσε να εκφράσει, τους κανόνες που συνήθως έβαζε στον εαυτό της. Εκείνη τη στιγμή ήθελε απλώς να γελάσει. Να είναι αυθόρμητη. Να αισθανθεί ελεύθερη.
Και πράγματι, η αλλαγή φάνηκε αμέσως πάνω της. Το πρόσωπό της είχε φωτιστεί, το γέλιο της έγινε πιο δυνατό και η παρουσία της στην παρέα απέκτησε μια καινούργια ζωντάνια.
Η Άλκηστις την κοιτούσε με ικανοποίηση. «Επιτέλους! Σε βλέπω να ξυπνάς!»
«Μην παίρνεις θάρρος!» της απάντησε η Εριφύλη, γελώντας..
Μόνο που το θάρρος είχε ήδη έρθει. Η Άλκηστις πήρε το υπόλοιπο αλεύρι κατέβασε τη βερμούδα του Νικηφόρου του αλεύρωσε τον πούτσο και άρχισε να τον ζυμώνει επιδέξια.
Οι δυο γυναίκες αντάλλαξαν ένα βλέμμα γεμάτο νόημα και, χωρίς να χρειαστεί να πουν πολλά, συνέχισαν το παιχνίδι με τον Νικηφόρο στο επίκεντρο των πειραγμάτων τους. Εκείνος προσπαθούσε να αμυνθεί, αλλά σύντομα κατάλαβε πως είχε απέναντί του δύο συμμάχους που είχαν μόλις αποφασίσει να ενώσουν τις δυνάμεις τους.
«Βλέπω πως αποφασίσατε να με βάλετε στο στόχαστρο!» δήθεν διαμαρτυρήθηκε.
«Εσύ δεν ήσουν που μίλησες για τιμωρία;» του θύμισε η Άλκηστις.
«Εγώ; Εγώ απλώς υπερασπιζόμουν την Εριφύλη!»
«Κακή υπεράσπιση!» είπε εκείνη.
Τα γέλια ξέσπασαν ξανά. Και μέσα από αυτό το παιχνίδι, κάτι είχε αλλάξει.
Η Εριφύλη δεν ήταν πια η γυναίκα που προσπαθούσε να ελέγξει κάθε της αντίδραση. Είχε αφεθεί στη χαρά της στιγμής, στο πείραγμα, στην οικειότητα της παρέας.
Οι δυο γυναίκες κοιτάχτηκαν ξανά. Τα μάτια τους έλαμπαν. Στα χείλη τους υπήρχε εκείνο το μικρό, πονηρό χαμόγελο που δεν χρειαζόταν μετάφραση. Ήταν ένα σινιάλο παιχνιδιού. Ένα σιωπηλό «τώρα αρχίζουμε».
Ο Νικηφόρος το κατάλαβε. Και, για πρώτη φορά εκείνο το απόγευμα, ήταν εκείνος που δεν ήξερε τι ακριβώς είχαν σχεδιάσει οι δύο γυναίκες. Αυτός ένιωσε μαγεμένος από την αγνή ομορφιά τους και του καλλιεργείται μια αίσθηση προσμονής και περιέργειας, καθώς αφήνεται να φανταστεί τι μπορεί να ακολουθήσει. Αυτές ένιωσαν τον ενθουσιασμό τους να αυξάνεται μέχρι να ολοκληρωθεί η πρόκληση τους. Νιώθουν η υγρασία στους κόλπους τους να τις νοτίζει και ταυτόχρονα να τις ερεθίζει αναζητώντας την εκπλήρωση της ηδονής. Πόσο μάλλον με τέτοιον άντρα δίπλα τους ήταν αδύνατον να τον προσπεράσουν αδιάφορα. Καμιά γυναίκα δεν θα μπορούσε να περάσει από δίπλα του και να μην τον κοιτάξει να μην τον ερωτευτεί και να μην κυλιστεί μαζί του στο κρεβάτι εκεί που τα δίνει όλα και τα θέλει όλα.
Ο Νικηφόρος νιώθει την την καρδιά του να χτυπάει δυνατά! Ήταν παντρεμένος ήδη οκτώ χρόνια με την Εριφύλη, μια σέξι γυναικάρα, με όμορφες καμπύλες, του άρεσε το σεξ μαζί της αλλά πάντα έλειπε κάτι. Έλειπε αυτό που του παρουσιάζεται σήμερα. Μια εκπληκτική σεξουαλική εμπειρία, που όμοια της δεν πίστευε ότι θα είχε την τύχη να ζήσει.
Είχε πολλές εμπειρίες αλλά αυτό που του συμβαίνει σήμερα ήταν το κάτι άλλο Δεν του είχε ξανατύχει να είναι στο κρεβάτι με δύο γυναίκες ταυτόχρονα και να κάνει παθιασμένο σεξ μαζί τους. Και τι γυναίκες! Η γυναικάρα του η Εριφύλη και το ένοχο μυστικό του, η κρυφή του αδυναμία η νεαρή ξαδέρφη της, η Άλκηστις. Η Εριφύλη είναι αυτή που παίρνει σήμερα τις πρωτοβουλίες στην ερωτική τους ζωή.
«Δηλαδή δεν θα σ’ άρεσε; Ψεύτη. Νομίζεις πως δεν βλέπω πώς αλλάζεις κάθε φορά που κοιτάζεις την Άλκηστη; Τώρα θυμήθηκες τις ντροπές και τους δισταγμούς;
«Τα παραλές. Η Άλκηστις συμφωνεί;»
«Ναι, του απάντησε ήρεμα. Συμφωνεί.»
Ένα χαμόγελο πέρασε από τα χείλη του. «Επί του θέματος, λοιπόν… ναι. Θέλω αυτό που θέλεις να ακούσεις.»
«Και τι περιμένεις;»
Η φωνή της Άλκηστης ακούστηκε από δίπλα, σαν να περίμενε ακριβώς αυτή την απάντηση. Οι δυο γυναίκες σηκώθηκαν και άρχισαν να ανεβαίνουν τα εσωτερικά σκαλοπάτια. Ο Νικηφόρος τις ακολούθησε, μαγεμένος από την εικόνα τους και από την αίσθηση πως κάτι καινούργιο άνοιγε μπροστά τους.
Στο δωμάτιο η ατμόσφαιρα άλλαξε. Η μουσική χαμήλωσε, τα βλέμματα έγιναν πιο επίμονα και τα πειράγματα έδωσαν τη θέση τους σε χάδια και φιλιά. Η Εριφύλη και η Άλκηστις πλησίασαν η μία την άλλη με μια οικειότητα που έμοιαζε να προϋπήρχε, ενώ ο Νικηφόρος παρακολουθούσε, παραδομένος στην ένταση της στιγμής. Δεν υπήρχαν πια λόγια που να χρειάζονταν. Μόνο βλέμματα, αγγίγματα και εκείνη η παράξενη, σχεδόν μεθυστική αίσθηση ότι είχαν περάσει ένα αόρατο όριο.
Η Εριφύλη στράφηκε προς τον Νικηφόρο. «Έλα κοντά μας». Δεν χρειαζόταν άλλη πρόσκληση.
Πλησίασε. Εκείνη τον φίλησε με πάθος και ύστερα στράφηκε στην Άλκηστη, σαν να την καλούσε να μοιραστεί μαζί τους τη στιγμή. Η Άλκηστις δεν δίστασε. Το βλέμμα της συνάντησε εκείνο του Νικηφόρου και, χωρίς καμιά αμφιβολία, έκανε το επόμενο βήμα. Εκείνος ένιωσε πως όλα όσα μέχρι τότε θεωρούσε ξεκάθαρα είχαν ξαφνικά γίνει πολύ πιο σύνθετα. Η Εριφύλη δεν ήταν πια απλώς η γυναίκα του. Η Άλκηστις δεν ήταν πια μόνο η νεαρή ξαδέρφη της. Και οι τρεις βρίσκονταν τώρα μέσα σε μια καινούργια πραγματικότητα, την οποία κανείς τους δεν ήξερε ακόμη πού θα τους οδηγούσε.
Για εκείνο το βράδυ, όμως, δεν χρειάζονταν απαντήσεις. Μόνο να αφεθούν στη στιγμή. Η Εριφύλη ήταν η πρώτη που πήρε την πρωτοβουλία. Η ένταση ανάμεσα τους είχε πια ξεπεράσει τα πειράγματα και τα διστακτικά αγγίγματα. Ο Νικηφόρος ακολούθησε, παρασυρμένος από την επιθυμία και από την πρωτόγνωρη αίσθηση πως ζούσε κάτι που μέχρι εκείνο το βράδυ δεν πίστευε ότι θα του συνέβαινε ποτέ.
Η Άλκηστις δεν έμεινε θεατής. Συμμετείχε με την ίδια αποφασιστικότητα, κι έτσι η βραδιά απέκτησε έναν ρυθμό που κανείς τους δεν προσπάθησε πια να ελέγξει. Κάποια στιγμή οι τρεις τους σταμάτησαν για λίγο. Πήραν ανάσα, αντάλλαξαν βλέμματα και χαμόγελα. Ο Νικηφόρος, εξαντλημένος αλλά φανερά ευτυχισμένος, κοίταξε τις δύο γυναίκες και κατάλαβε πως είχε περάσει σε μια εμπειρία εντελώς διαφορετική από οτιδήποτε είχε γνωρίσει μέχρι τότε.
Η Εριφύλη, όμως, δεν είχε τελειώσει μαζί του. «Γαμιά μου, μου έλειψες τόσο καιρό…» του είπε χαμογελώντας.
Η Άλκηστις γέλασε. «Μη νομίζεις πως θα τον αφήσουμε να πάρει εύκολα ανάσα!»
Τα γέλια τους έσπασαν για λίγο την ένταση. Ύστερα η ατμόσφαιρα ξαναγέμισε με εκείνη τη σιωπηλή προσμονή που είχε πλέον γίνει κοινή και στους τρεις.
Η Εριφύλη πλησίασε τον Νικηφόρο και τον κοίταξε στα μάτια. «Απόψε θέλω να σε έχω ολόκληρο δικό μου.» Εκείνος χαμογέλασε και την αγκάλιασε.
Η Άλκηστις, παρακολουθώντας τους, δεν έκρυψε το παιχνιδιάρικο παράπονο της. «Εμένα, πάντως, με άφησες λίγο πίσω.»
Ο Νικηφόρος γύρισε προς το μέρος της. «Μην ανησυχείς. Η βραδιά έχει ακόμη δρόμο.»
Η Άλκηστις χαμογέλασε ικανοποιημένη. Και κάπως έτσι, ανάμεσα σε φιλιά, αγκαλιές, πειράγματα και στιγμές έντονης οικειότητας, οι τρεις τους συνέχισαν τη νύχτα τους. Δεν υπήρχε πια η αμηχανία της αρχής. Είχαν περάσει ένα όριο που μέχρι πριν από λίγες ώρες έμοιαζε αδιανόητο.
Ο Νικηφόρος, ξαπλωμένος ανάμεσά τους, ένιωθε ακόμη την καρδιά του να χτυπά δυνατά. Δεν ήξερε πού θα οδηγούσε αυτό. Ήξερε μόνο πως εκείνο το βράδυ είχε αλλάξει κάτι ανάμεσα τους. Και πως, από εκείνη τη στιγμή και μετά, τίποτε δεν θα ήταν ακριβώς όπως πριν. Ο Νικηφόρος είχε εξαντληθεί και έπεσε σε βαθύ ύπνο.
Το επόμενο πρωί, πρώτη ξύπνησε η Άλκηστις. Σηκώθηκε νωρίς και βάλθηκε να ετοιμάσει καφέ. Λίγο αργότερα, ο Νικηφόρος εμφανίστηκε στο μπαλκόνι, ακόμη αγουροξυπνημένος.
«Καλημέρα, ομορφιά μου!»
«Καλημέρα, ξάδερφε! Κοιμήθηκες καλά;» τον ρώτησε χαδιάρικα.
«Χμ… εε… ναι, πολύ καλά!» απάντησε, προσπαθώντας να κρύψει την κούραση του. Τα υπέροχα μελιά μάτια της τον κοίταξαν με τρυφερότητα.
«Θέλεις καφέ; Είναι ζεστός και φρέσκος. Μόλις τώρα τον έφτιαξα.»
«Η πρότασή σου ακούγεται εξαιρετικά ενδιαφέρουσα!»
Η Άλκηστις τού έδωσε ένα φλιτζάνι και στάθηκε δίπλα του. Ο Νικηφόρος ήπιε μια γουλιά και χαμογέλασε ικανοποιημένος.
«Μμμ… Αυτός είναι καφές! Μπράβο, μωρό μου!»
Η Άλκηστις τον άφησε να πιει άλλη μια γουλιά και ύστερα, με ναζιάρικη φωνή, τον ρώτησε. «Δεν αξίζω ένα φιλάκι για ευχαριστώ;»
«Και βέβαια!»
Έσκυψε και τη φίλησε. Εκείνη ανταποκρίθηκε ζεστά και ο Νικηφόρος χάιδεψε τρυφερά τα μαλλιά της.
«Πω πω! Για δες! Για δες!» Η χαρούμενη φωνή της Εριφύλης τους έκανε να γυρίσουν. Είχε μόλις βγει από το σπίτι, τρίβοντας τα μάτια της από τον ύπνο, και το πρώτο πράγμα που αντίκρισε ήταν τους δυο τους να φιλιούνται.
Η Άλκηστις δεν έχασε την ευκαιρία. «Τι συμβαίνει, ξαδέλφη; Τι το παράξενο είδες; Ευχαριστούσα τον ξάδερφό μου για τις υπέροχες στιγμές που μας χάρισε!»
Η Εριφύλη χαμογέλασε. «Μου φαίνεται πως έχεις δίκιο… Έτσι, ανδρούλη μου; Αφού η γυναίκα σου θέλει κι εκείνη ένα φιλί για καλημέρα!»
Η κουβέντα γύρισε, σχεδόν φυσικά, στη χθεσινοβραδινή τους περιπέτεια. Ο Νικηφόρος χαμογέλασε αινιγματικά και κοίταξε πότε τη μία και πότε την άλλη.
«Κορίτσια μου γλυκά… μπορούμε και ακόμη καλύτερα.» Ύστερα κοίταξε συνωμοτικά την Άλκηστη και της έκλεισε παιχνιδιάρικα το μάτι.
Για μια στιγμή επικράτησε σιωπή. Οι δυο γυναίκες τον κοίταξαν ερωτηματικά.
Ήθελαν να καταλάβουν τι ακριβώς είχε στο μυαλό του.
....Ο Αδάμαντας έφτασε στην εξοχική τους κατοικία αργά το απόγευμα. Την προηγούμενη ημέρα είχε επιστρέψει στην Ελλάδα, ύστερα από ένα σύντομο, υποτίθεται αναζωογονητικό ταξίδι στα Κανάρια Νησιά, που τελικά είχε αποδειχθεί η μεγαλύτερη αποτυχία του ,τουλάχιστον στο ερωτικό πεδίο. Τον υποδέχτηκε με ανοιχτές αγκάλες η Άλκηστις και τον σύστησε στον Νικηφόρο, που τον περίμενε μαζί της στην είσοδο της αυλής, όπου και πάρκαρε το αυτοκίνητό του. Από την πρώτη στιγμή που γνωρίστηκαν, κάτι απροσδιόριστα θετικό συνέδεσε τους δύο άνδρες. Μια ανεξήγητη οικειότητα, σαν να είχαν συναντηθεί ξανά κάπου, κάποτε. Ο Νικηφόρος τού χάρισε ένα αυθόρμητο, ειλικρινές χαμόγελο. Ο Αδάμαντας, χωρίς να τον γνωρίζει και χωρίς καμία προκατάληψη, πήρε από αυτή την πρώτη χειρονομία την καλύτερη δυνατή εντύπωση.
Τι καλύτερο θεμέλιο για μια καινούργια σχέση από ένα ζεστό καλωσόρισμα; Άλλωστε, όπως του έλεγε παλιότερα ο παππούς του Νικηφόρου. «Το χαμόγελο είναι το δυνατότερο όπλο που έχουμε. Είναι εντελώς δωρεάν και έχει άμεσο αποτέλεσμα. Θες κι άλλον λόγο για να αρχίσεις να χαμογελάς και στις πέτρες;»
Ο Νικηφόρος ζήτησε συγγνώμη που θα έλειπε για λίγη ώρα. Τους εξήγησε πως είχε μια φιλική συνάντηση και θα επέστρεφε σύντομα. Ύστερα παρακάλεσε την Άλκηστη να οδηγήσει τον φιλοξενούμενο στο σαλόνι, ώστε να γνωρίσει και την Εριφύλη.
«Πηγαίνετε. Η ξαδέλφη σου σε περιμένει στο σαλόνι και ανυπομονεί να γνωρίσει έναν τόσο γοητευτικό και αξιόλογο άνδρα. Πιστεύω πως θα ενθουσιαστεί με τη γνωριμία… και με την επιλογή σου.» Της έκλεισε πονηρά το μάτι, της έδωσε στα γρήγορα ένα πεταχτό φιλί και έφυγε.
Ο Αδάμαντας έμεινε για μια στιγμή αμήχανος. Δεν ήξερε ακόμη πώς ακριβώς να τοποθετηθεί απέναντι σε όσα διαισθανόταν ότι συνέβαιναν γύρω του.
Η Άλκηστις κατάλαβε την αμηχανία του και ανέλαβε να τον βάλει στο κλίμα. «Ξέρεις, η Εριφύλη και ο Νικηφόρος είναι παντρεμένοι δέκα χρόνια. Από την αρχή είχαν κάνει μια συμφωνία μεταξύ τους, χωρίς πολλές λεπτομέρειες. Θα μπορούσαν να έχουν μια ανοιχτή και ελεύθερη σχέση, με αυτοδιάθεση σώματος και πνεύματος, παραμένοντας όμως σταθερά ο ένας πυλώνας στη ζωή του άλλου. Μέχρι σήμερα, συνέχισε, τηρούσαν αυτή τη συμφωνία με έναν ιδιότυπο κώδικα σιωπής: ο καθένας αναγνώριζε στον άλλον το δικαίωμα να έχει τη δική του, περιστασιακή ερωτική ζωή. Η Εριφύλη, βέβαια, είναι η πιο… άτακτη της υπόθεσης, πρόσθεσε γελώντας. Αλλά, όπως ξέρεις, τα καλά κορίτσια πάνε στον παράδεισο, ενώ τα άτακτα πάνε παντού. Ακόμη και στον επίγειο παράδεισο. Και, κατά έναν περίεργο τρόπο, τα αγαπάνε όλοι. Ο Αδάμαντας χαμογέλασε, χωρίς ακόμη να ξέρει τι ακριβώς έπρεπε να περιμένει. Η Άλκηστις συνέχισε, περισσότερο σαν να του αποκάλυπτε έναν άγραφο κανόνα παρά ένα οικογενειακό μυστικό.
«Μας θέλγει το απαγορευμένο. Κι εκείνα που δεν μπορούμε εύκολα να οικειοποιηθούμε αποκτούν, στις κρίσιμες στιγμές, μια παράξενη δύναμη. Ιδίως όταν η επιθυμία φουντώνει και η λογική δυσκολεύεται να κρατήσει τα ηνία.»
Ο Αδάμαντας την κοίταξε με ενδιαφέρον. Τώρα άρχιζε να καταλαβαίνει πως η πρόσκλησή του στο εξοχικό ίσως να έκρυβε πολύ περισσότερα απ' όσα του είχαν πει.
Ήταν μια όμορφη καλοκαιρινή βραδιά δίπλα στη θάλασσα. Η παρέα μας είχε καθίσει στη γνωστή ψαροταβέρνα της παραλίας και η βραδιά κυλούσε αβίαστα, με νόστιμο φαγητό, καλό κρασί και τη διάθεση να ανεβαίνει όσο περνούσε η ώρα. Η κυρά Ευγενία φρόντιζε τους πελάτες της με εκείνη τη ζεστή, ακούραστη φροντίδα που έκανε τις βραδιές στην ταβέρνα της να κυλούν σαν γάργαρο νεράκι. Από τη θάλασσα ερχόταν η δροσιά του Μπάτη, φέρνοντας μαζί της τη μυρωδιά του ιωδίου και της νυχτερινής ακροθαλασσιάς.
Τι άλλο να ζητήσει κανείς; Μα τον Έρωτα!
Μυρωδιές, ήχοι, γεύσεις και αισθήματα έδεναν μεταξύ τους και ανέβαζαν αργά τη διάθεση. Και, καθώς ο έρωτας περνάει, λένε και από το στομάχι, η όρεξη της παρέας είχε ανοίξει για τα καλά. Στο τραπέζι έφτασαν καλαμάρι ψητό με φρέσκο πουρέ πατάτας, σαγανάκι γαρίδας με φρυγανισμένο ψωμάκι για τους λάτρεις των θαλασσινών, αλλά και σουβλάκι και μπιφτεκάκια κοτόπουλου για τις κοπέλες της παρέας που πρόσεχαν τη διατροφή τους. Όλα συνοδεύονταν από μια δροσερή καλοκαιρινή σαλάτα με μανούρι και, φυσικά, από τα αγαπημένα ορεκτικά του Νικηφόρου και της Εριφύλης: τυρολουκουμάδες και φρέσκες πατατούλες με μους φέτας. Και ένα καλό δείπνο κλείνει πάντα με ένα ωραίο γλυκό. Και ποιο άλλο, αν όχι η περίφημη πορτοκαλόπιτα της κυράς Ευγενίας;
Η ώρα είχε περάσει και η Εριφύλη με την Άλκηστις αποφάσισαν να αναχωρήσουν για το σπίτι. Οι δύο άνδρες, όμως, είχαν κολλήσει σε μια αντροπαρέα και έμειναν λίγο ακόμη στην ταβέρνα. Εκεί ο Αδάμαντας γνώρισε και τον πολιτικό μηχανικό της περιοχής. Το όνομά του το είχε ξανακούσει, καθώς είχαν αποφοιτήσει από το ίδιο πανεπιστήμιο στην Αγγλία , με διαφορά περίπου μιας δεκαετίας. Η κοινή φοιτητική εμπειρία ήταν αρκετή για να τους φέρει αμέσως κοντά. Μέσα σε λίγη ώρα έγιναν οι πρωταγωνιστές της παρέας, θυμούμενοι πρόσωπα, περιστατικά και εκείνη την ανέμελη, ανεξάρτητη ζωή των φοιτητικών τους χρόνων.
Ο Αδάμαντας, τριαντάρης πλέον, ήταν ψηλός, αρρενωπός και ευυπόληπτος, από ευκατάστατη οικογένεια. Ο γάμος, ωστόσο, δεν βρισκόταν στα σχέδιά του. Δεν ήθελε δεσμεύσεις, ευθύνες, παιδιά και τις στενοχώριες που, όπως πίστευε, τα συνόδευαν. Τα χρήματα που κέρδιζε από τη δουλειά του τού έφθαναν και περίσσευαν για μια άνετη ζωή, ενώ και οι γονείς του δεν είχαν οικονομική ανάγκη. Πολλές γυναίκες από τις παρέες του θα ήθελαν μια σχέση μαζί του. Εκείνος, όμως, προτιμούσε την ελευθερία του. Ο Νικηφόρος διαπίστωνε με ικανοποίηση ότι ο Αδάμαντας έβγαζε προς τα έξω έναν όμορφο χαρακτήρα: ευγενικός, ήρεμος, χαμογελαστός, χωρίς ιδιοτροπίες. Από τη συζήτησή τους κατάλαβε πως οι γονείς του θα ήθελαν να τον δουν κάποτε να δημιουργεί οικογένεια, αλλά δεν τον πίεζαν. Ήταν πια ώριμος άντρας και θεωρούσαν πως η απόφαση για τη ζωή του ανήκε αποκλειστικά στον ίδιο. Η βραδιά κυλούσε όμορφα. Οι δύο άνδρες μιλούσαν και γελούσαν σαν να γνωρίζονταν χρόνια.
Η Εριφύλη και η Άλκηστις, στο μεταξύ, είχαν φτάσει στο σπίτι. Οι δυο τους, εκτός από ξαδέρφες, είχαν γίνει πλέον και κολλητές. Από τότε που η Άλκηστις μπήκε στο πανεπιστήμιο και εγκαταστάθηκε σε μια μικρή γκαρσονιέρα δίπλα στο σπίτι της Εριφύλης, οι δυο γυναίκες δέθηκαν περισσότερο. Η Εριφύλη τής φέρθηκε από την πρώτη στιγμή με αγάπη και εκείνη της ανταπέδωσε την εμπιστοσύνη. Μιλούσαν για όλα. Η Άλκηστις συμβουλευόταν την Εριφύλη για τα αγόρια και σε εκείνη είχε μιλήσει πρώτη φορά για την ερωτική της ζωή. Ήταν δυο αγαπημένες ξαδέρφες, με μόλις έξι χρόνια διαφορά, είκοσι οκτώ η Εριφύλη, είκοσι δύο η Άλκηστις.
Εκείνο το βράδυ, έχοντας πιει στην ταβέρνα μερικά σφηνάκια, γύρισαν στο σπίτι γελώντας και σε ιδιαίτερα εύθυμη διάθεση. Χωρίς πολλές αναστολές, άνοιξαν και το λικέρ που είχαν στο σπίτι. Η Εριφύλη βρισκόταν απόψε σε διάθεση που θα δοκίμαζε ακόμη και την παροιμιώδη εγκράτεια της Αγίας Παρθένας της Εδεσσαίας. Κι η Άλκηστις, με το ξενυχτισμένο βλέμμα και εκείνο το χαμόγελο που πρόδιδε πως είχε αφήσει πίσω της κάθε δισταγμό, δεν ήταν λιγότερο αποφασισμένη.
Όταν η Εριφύλη της πρόσφερε το ποτήρι, η Άλκηστις την κοίταξε με νόημα. «Δεν χρειάζεται, ξαδερφούλα μου, να είμαι πιωμένη για να καταλήξω στο κρεβάτι μαζί σου!»
Πλησίαζε μεσάνυχτα όταν οι δύο άνδρες αποφάσισαν πως είχε έρθει η ώρα να φύγουν. Τα κορίτσια τούς περίμεναν και, όσο περνούσε η ώρα, θα άρχιζαν να ανησυχούν. Η βραδιά, ωστόσο, τους είχε φέρει απρόσμενα κοντά.
«Από την πρώτη τους κιόλας επαφή, ένιωθαν σαν να γνωρίζονταν χρόνια. Το συναίσθημα αυτό, όμως, ήταν πολύ εντονότερο για τον Αδάμαντα. Από το πρώτο σφίξιμο του χεριού είχε νιώσει για τον Νικηφόρο μια υποδόρια έλξη που δυσκολευόταν να προσδιορίσει. Η αβίαστη οικειότητα που μοιράζονταν την ενέτεινε ακόμη περισσότερο, κάνοντας τη φαντασία του να πλάθει, σχεδόν από την πρώτη στιγμή, τα δικά της τολμηρά όνειρα.»
«Ο Νικηφόρος είναι απίστευτος άνδρας. Μου έχει πάρει το μυαλό,» σκέφτηκε. Ωστόσο, δεν μπορούσε να προσδιορίσει τι ακριβώς ήταν αυτό που τον τραβούσε τόσο έντονα, ενιωθε μόνο πως ήθελε να τον γνωρίσει καλύτερα.
Όταν έφτασαν στο σπίτι, η ώρα ήταν περασμένη. Ο Νικηφόρος γύρισε το κλειδί στην κεντρική πόρτα και την άνοιξε όσο πιο αθόρυβα μπορούσε. Το σαλόνι ήταν σκοτεινό, με μόλις μια μικρή λάμπα να αχνοφέγγιζει από τον επάνω όροφο. Ανέβηκαν τη σκάλα προς τις κρεβατοκάμαρες και, περνώντας τον μικρό διάδρομο, βρέθηκαν μπροστά σε μια μισόκλειστη πόρτα. Από μέσα έφταναν αμυδρά κάποιοι ήχοι και ψίθυροι.»
Ο Νικηφόρος σταμάτησε, έφερε τον δείκτη στα χείλη και έκανε στον Αδάμαντα νόημα να πλησιάσει αθόρυβα. Όσο πλησίαζαν, οι ήχοι γίνονταν πιο ευδιάκριτοι. Ήταν η φωνή της Εριφύλης και της Άλκηστης, που είχαν προφανώς ξεχάσει πως οι δύο άνδρες μπορούσαν ανά πάσα στιγμή να επιστρέψουν.
«Αχ… Εριφύλη μου…»
«Μην ασχολείσαι μαζί τους, μωρό μου. Κάνε πως είμαστε μόνο οι δυο μας. Άσ’ τους να μας δουν όταν ανοίξουν την πόρτα.»
Ο Νικηφόρος δάγκωσε τα χείλη του για να μη γελάσει. Έριξε μια ματιά στον Αδάμαντα, ο οποίος είχε κολλήσει σχεδόν στην πόρτα από περιέργεια.
«Σιγά,» του ψιθύρισε. «Πέφτει… πλακομούνι μέσα.»
«Άσε με να δω κι εγώ. Κάνε λίγο στην άκρη.»
Ο Αδάμαντας χώθηκε στη χαραμάδα, ενώ ο Νικηφόρος κούνησε το κεφάλι του γελώντας.
Μέσα, η Άλκηστις είχε κιόλας αντιληφθεί την παρουσία τους. «Εδώ είναι… και μας κοιτάζουν, πίσω σου!»
Η Εριφύλη γύρισε προς την πόρτα και, βλέποντας τη σιλουέτα του Νικηφόρου, χαμογέλασε πονηρά, το βλέμμα της δεν άφηνε καμία αμφιβολία πως το παιχνίδι συνεχιζόταν σε διπλό ταμπλό. «Μην τους δίνεις σημασία, μωρό μου, είπε στην Άλκηστη.
Οι δύο άνδρες έμειναν για λίγο στήλη άλατος, διχασμένοι ανάμεσα στην αμηχανία και το γέλιο. Όταν ο Νικηφόρος αποφάσισε επιτέλους να χτυπήσει διακριτικά την πόρτα, από μέσα ακούστηκε ένα ξερό. «Ναι;»
Βήματα πλησίασαν. Η πόρτα άνοιξε διάπλατα αποκαλύπτοντας την Εριφύλη τσαλακωμένη κι αναμαλλιασμένη, μ' ένα τεράστιο χαμόγελο. «Βρε, καλώς τα παιδιά τα καλά! Πω, πω… τι επισκέψεις είναι αυτές; Άλκηστις, κάτι φιλαράκια μου είναι. Να τους πούμε να περάσουν;»
«Με το καλό, αν και άργησαν, πέταξε η Άλκηστις από μέσα. Φαίνεται πως δεν μας είχαν και μεγάλη ανάγκη.»
Ο Νικηφόρος σήκωσε τα χέρια ψηλά, παριστάνοντας τον θιγμένο. «Αν ενοχλούμε, φεύγουμε. Μη σας χαλάμε και το πρόγραμμα. Μια βόλτα κάναμε και είπαμε να δούμε αν χρειάζεστε τίποτα.»
Η Εριφύλη τον κοίταξε λοξά, με μάτια γεμάτα πρόκληση. «Ελάτε μέσα, καλέ. Τώρα που ήρθατε… Αλήθεια, για πείτε! Μπας κι ακούσατε τίποτα ερωτικά σκιρτήματα απ' έξω καθώς ερχόσασταν;»
«Όχι μόνο εμείς, το πήρε είδηση μέχρι και η παραλία!» πέταξε ο Αδάμαντας.
«Αλήθεια, δεν μου είπες πώς γνωριστήκατε με την Άλκηστις», ρώτησε ο Νικηφόρος, αιφνιδιάζοντας τον Αδάμαντα που είχε καρφώσει το βλέμμα του στο στήθος της Εριφύλης. Οι μεγάλες, ορθωμένες, ολόμαυρες ρώγες της, που θύμιζαν «ελιές Καλαμών» σκλήραιναν και ανατρίχιαζαν στη δροσιά του μεσονυκτίου.
«Μια φορά που έκανα τζόκινγκ στο Πάρκο Τρίτση, χαζεύπας ένα... όμορφο θέαμα κι όντας αφηρημένος, σκόνταψα, έπεσα πάνω της και κάπως έτσι ξεκίνησαν όλα».
«Και τι ήταν αυτό το θέαμα που σε έκανε τόσο απρόσεκτο, καλέ μου φίλε;»
«Τρία είναι τα ωραιότερα πράγματα στον κόσμο. Ένα πλοίο με όλα τα πανιά ανοιχτά, ένα άλογο που καλπάζει και μια νέα γυναίκα που κάνει τζόκινγκ, με θεϊκούς γλουτούς και κορμί γεμάτο καμπύλες».
Ο Νικηφόρος και ο Αδάμαντας κοιτούσαν έκθαμβοι τα γυμνά, ιδρωμένα κορμιά των γυναικών κι η ηδονική ένταση χτύπησε κόκκινο. Ο Νικηφόρος ρώτησε τον Αδάμαντα πως του φαινόταν η Εριφύλη, με τον Αδάμαντα να απαντάει πως την έβρισκε υπέροχη. Μη βαστώντας άλλο, οι δύο άνδρες πέταξαν τα ρούχα τους, έτοιμοι να αφεθούν και να παρασυρθούν στο παιχνίδι των παθιασμένων γυναικών.
Η Άλκηστις άνοιξε διάπλατα τα παράθυρα κι έσυρε τη σήτα, αφήνοντας τη δροσερή αύρα της νύχτας να μπει στην κρεβατοκάμαρα. Από τη μακρινή καντίνα της απέναντι ακτής, οι απαλοί, λάτιν ρυθμοί μιας καλοκαιρινής μουσικής πλημμύρισαν τον χώρο. Η Εριφύλη, κλείνοντας τα φώτα στο ίδιο δευτερόλεπτο, έγνεψε πονηρά στον Αδάμαντα και του ψιθύρισε να σπεύσει κοντά της.
Το δωμάτιο λουζόταν στο ασημένιο φως του φεγγαριού. Τέσσερα ολόγυμνα κορμιά ξεχωρίζαν μέσα στη νυχτερινή αχλή, βαμμένα με μια σκούρα, κιτρινωπή γοητεία.
«Ας ξεκινήσουμε», ψιθύρισε ο Νικηφόρος χαμηλόφωνα, σαν να φοβόταν μήπως τους ακούσει η ερημιά της εξοχής ή κάποιο αυτοκίνητο που τυχόν περνούσε από τον επαρχιακό δρόμο.
Η Εριφύλη παρέμενε ξαπλωμένη, κι ο Αδάμαντας είχε ήδη αρχίσει να χάνεται πάνω της, εξερευνώντας κάθε χιλιοστό του κορμιού της. Η Άλκηστις, αχαλίνωτη κι αποφασισμένη, γονάτισε αμέσως στο περβάζι του ανοιχτού παραθύρου, μιμούμενη τη στάση της φίλης της στο κρεβάτι, και κοίταξε τον Νικηφόρο με βλέμμα που δεν χωρούσε αντίρρηση.
Με μια ματιά στο πλάι, η Άλκηστις είδε τον Αδάμαντα να βυθίζεται μέσα στην Εριφύλη. Τι θέαμα! Εκείνος κινούνταν αργά, μα η Εριφύλη, ανυπόμονη κι ακόρεστη, κόλλησε πάνω του, απαιτώντας πιο γρήγορες, κοφτές κινήσεις.
Η Άλκηστις ακολούθησε το παράδειγμα της με τον Νικηφόρο· η καυτή του επαφή της αποζημίωσε κάθε αναμονή. Τα δύο ζευγάρια, κοιτάζοντας ο ένας τον άλλον, προσπαθούσαν να συγχρονίσουν τον παλμό τους. Έκαναν έρωτα με ζωώδη ένταση, με τα ιδρωμένα, λυγερά κορμιά τους να γυαλίζουν στο σκοτάδι. Τα στήθη της Εριφύλης χόρευαν φρενιασμένα καθότι ο Αδάμαντας χώριζε τα σπλάχνα της με κάθε βαθιά ώθηση. Ο ρυθμός ανέβηκε επικίνδυνα κι ο Νικηφόρος ακολούθησε πιστά.
Κρατημένη σφιχτά από το περβάζι, η Άλκηστις κόντεψε να χάσει τα πατήματά της, βλέποντας πως το ίδιο πάθαινε κι η Εριφύλη. Τότε, σαν από κοινή συμφωνία, οι δύο άντρες φρέναραν απότομα. Άρπαξαν τις γυναίκες από τον λαιμό, στους ώμους, κι έπειτα από τα μαλλιά, καρφώνοντας τες πιο βαθιά και πιο άγρια από ποτέ.
Ο Νικηφόρος γύρισε την Άλκηστις και την κάθισε στο περβάζι του παραθύρου, αποφασισμένος να τη βασανίσει λιγάκι. Πλησίασε, κι η καυτή του ανάσα άγγιξε την κλειτορίδα της. Η γλώσσα του την ακουμπούσε για ελάχιστες στιγμές, που εκείνη φούσκωνε από την πρόκληση, για να απομακρυνθεί αμέσως, γλείφοντας φευγαλέα τα μουνόχειλα.
«Μη με παιδεύεις, γλείψε με! Ναι… ναι!»
Εκείνος της έδινε αυτό που λαχταρούσε μόλις για ένα-δύο δευτερόλεπτα, πριν της στείλει μόνο την ανάσα του στο επίκεντρο του πόθου της. Την είχε τρελάνει. Εκείνη παρακαλούσε, προσπαθώντας με τα χέρια της να κατεβάσει το κεφάλι του στο μουνί της.
«Γλείψε με, ξάδερφε, γλείψε την πουτάνα!»
Λίγο πιο πέρα, στο κρεβάτι, η Εριφύλη ήξερε πόσο τρελαινόταν ο Αδάμας όταν του έπαιρνε πίπα (κι άλλωστε, ποιος άντρας δεν ξετρελαινόταν;). Έπαιζε μαζί του, θέλοντας να παρατείνει την απόλαυση. Η αίσθηση της απόλυτης κυριαρχίας, με το καυλί του άνδρα βαθιά στο στόμα της, ήταν απερίγραπτη. Τον ρουφούσε πεινασμένα, εξερευνώντας κάθε σπιθαμή του, προτού αφεθεί να πλημμυρίσει από τους χυμούς του.
«Τι να πω, πέταξε η Άλκηστις ακουμπισμένη στο περβάζι. Δεν υπάρχει τίποτα καλύτερο από το δροσερό αεράκι της βεράντας! Αυτή η κρεβατοκαμαρα υπόσχεται μια αξέχαστη βραδιά.»
Εκείνη τη νύχτα, οι οργασμοί τούς κατέλαβαν με ορμή, σαν τα αγριεμένα κύματα του ωκεανού που κοπανάνε αλύπητα τα βράχια της ακτής.
Η μέρα ξημέρωσε με έναν τεράστιο, λαμπερό ήλιο. Ανοίγοντας την μπαλκονόπορτα της κρεβατοκάμαρας, η Εριφύλη ένιωσε πως όλα γύρω της είχαν αλλάξει όψη. Ο κόσμος φαινόταν πιο όμορφος, οι άνθρωποι πιο ευτυχισμένοι. Βάζοντας απαλή μουσική, κατέβηκε στο ισόγειο κι εντόπισε τον Νικηφόρο με τον Αδάμαντα στο κάτω μπαλκόνι. Εκείνος είχε κιόλας φροντίσει από νωρίς για τον γαλλικό καφέ και τα ζεστά, βουτυράτα κρουασάν.
Ο Αδάμας, ξυπνώντας κεφάτος, χάζευε τον Νικηφόρο. Εκείνος, σοβαρός και ανέκφραστος, δεν έδειξε να προσέχει τίποτα, την ώρα που ο Αδάμας λαχταρούσε με τρέλα κάθε του βλέμμα.
Η Εριφύλη φίλησε τον Νικηφόρο, είπε μια καλημέρα στον Αδάμαντα και γέμισε την κούπα της με καφέ, που σήμερα της μύριζε εντελώς διαφορετικά.
«Μμ, αχ, τι ωραία που μοσχοβολάει ο καφές σου! Σαν ζωή σου μυρίζει σήμερα…»
Λίγο πιο πέρα, η Άλκηστις κοιμόταν ακόμα στον ξενώνα, τυλιγμένη στη γαλήνη του κυριακάτικου πρωινού. Ίσως η πανσέληνος να την είχε ναρκώσει· άλλωστε, σε άλλους φέρνει ένταση και σε άλλους ύπνο. Ποιος ξέρει, μπορεί στον ύπνο της να ξαναζούσε τον μύθο της Σελήνης. Εκείνης που, ολοκληρώνοντας τον νυχτερινό της δρόμο στον ουρανό, τρυπώνει στη σπηλιά της ακρογιαλιάς για να συναντήσει τον αγαπημένο της, τον ωραίο Ενδυμίωνα.
Τον πνίγει στα φιλιά και στα χάδια, μα εκείνος, αιωνίως ναρκωμένος στη δική του αγκαλιά με τον ύπνο, αδυνατεί να ανταποδώσει το πάθος της.
Κι έτσι εκείνη φεύγει χλωμή, θλιμμένη, κάτω από τα αποχαιρετιστήρια αλυχτήματα των σκυλιών του.
Καθώς ο ήλιος ανέτειλε αργά, το φως του χρωμάτιζε τα πάντα σε έναν τόσο βαθύ γαλανό τόνο, που ο ουρανός κι η θάλασσα γίνονταν ένα· ο θόλος και το πέλαγος έμοιαζαν να μπερδεύονται, καθιστώντας αδύνατο να ξεχωρίσεις πού τελειώνει ο ένας και πού αρχίζει η άλλη.
Μόνο ένα τεμπέλικο κύμα ακουγόταν να πηγαινοέρχεται, σκορπίζοντας τσιγκούνικα αφρούς στην άμμο, σαν να βαριόταν τα έντονα, δραματικά παιχνίδια.
Η ηρεμία της στιγμής διακόπηκε από την άφιξη του Θρασύβουλου, της Αντιγόνης και των παιδιών τους, γεμίζοντας ξαφνικά την αυλή με φωνές, κίνηση και ζωή.
Τα παιδιά έπαιζαν ενθουσιασμένα με τον Νικηφόρο, ενώ ο Αδάμαντας στεκόταν ακίνητος, χαζεύοντας τους. Μέσα στην τρέλα και το άγχος της επιτυχίας, είχε ξεχάσει πώς είναι να παίζεις, να πέφτεις, να γελάς, να ζεις το τώρα, να νιώθεις αθώος. Κοιτάζοντας τη χαρά του Νικηφόρου, ένιωσε τη δική του καρδιά να μαλακώνει και να χαίρεται αληθινά.
Φόρεσαν τα μαγιό τους, ξάπλωσαν στον ήλιο να χορτάσουν φως, βούτηξαν στα ρηχά, κρυστάλλινα νερά όπου η άμμος πρασίνιζε στο βάθος, λιάστηκαν βρεγμένοι και κύλισαν τη μέρα τους μέσα σε ανέμελες στιγμές. Για το μεσημέρι, απόλαυσαν ένα υπέροχο μπριάμ της Αντιγόνης, συνοδεία φρέσκων ψητών ψαριών στα κάρβουνα και δροσερού τοπικού λευκού κρασιού.
Το δειλινό, ο Θρασύβουλος και η Αντιγόνη, δίνοντας την υπόσχεση μιας γρήγορης επιστροφής, πήραν το «πράσινο φως» από τα παιδιά και πήραν τον δρόμο της επιστροφής.
Σειρά είχαν ο Αδάμαντας με την Άλκηστις, έτοιμοι για μια τριήμερη απόδραση σε κοντινό νησί με φέρι μποτ. Καθώς ετοιμάζονταν, η Εριφύλη τούς κοιτούσε σιωπηλή, με τα λόγια να στέκουν βαριά και αμίλητα στο στόμα της.
«Αν ταξιδεύατε με ιστιοπλοϊκό, θα σας έλεγα να ακολουθήσετε τον «Μπάτη», εκείνον τον άνεμο με το διάφανο φύσημα που ψιθυρίζει υποσχέσεις έρωτα. Είναι η πιο ασφαλής και όμορφη διαδρομή αυτή την εποχή. Καλά να περάσετε και μην μας ξεχνάτε! τους ευχήθηκε ο Νικηφόρος.
Ο Αδάμαντας αγκάλιασε θερμά την Εριφύλη, κι ο Νικηφόρος τον συνόδευσε ως το αυτοκίνητο. Εκεί, αντάλλαξαν μια κλασική, σφιχτή αντρική αγκαλιά, από εκείνες που οι ώμοι σφίγγονται και η παλάμη χτυπά την πλάτη, σαν να θέλεις να σταματήσεις τον χρόνο. Ο Αδάμαντας τον ευχαρίστησε θερμά για τη φιλοξενία και την υπέροχη ατμόσφαιρα.
Το βλέμμα του καρφώθηκε για λίγο πάνω στον Νικηφόρο. Ήταν ακριβώς ο τύπος άντρα που τον τρέλαινε. Καστανομελαχρινός, ψηλός, γεροδεμένος, με πρόσωπο που άναβε φωτιές. Έπιασε τον εαυτό του να φαντάζεται τι θα σήμαινε να χαθεί στην αγκαλιά του, όπως συνήθιζε να ονειρεύεται στα ταξίδια του. Δίστασε για δευτερόλεπτα, ψάχνοντας τα σωστά λόγια.
«Φεύγω,» του είπε χαμηλόφωνα.
«Ναι, φεύγεις,» αποκρίθηκε ο Νικηφόρος.
«Αν σε είχα συναντήσει νωρίτερα στη ζωή μου, ίσως τα πράγματα να ήταν αλλιώς.»
«Ίσως.»
«Θα ’θελα να ανταλλάξουμε τηλέφωνα, αλλά φοβάμαι πως δεν θα το άντεχα... Τι λες;»
«Άστο, ας αφήσουμε τον χρόνο να αποφασίσει.»
Πριν φύγει, ο Νικηφόρος κοίταξε την Άλκηστις και της ψιθύρισε αποχαιρετισμό. «Εμπιστέψου το ένστικτό σου. Αυτό είναι ο μόνος δρόμος που δεν θα σε προδώσει ποτέ.»
Η Εριφύλη έστρεψε το φωτεινό της βλέμμα προς το μέρος τους. Τους κοίταξε κατάματα, χαμογέλασε και τους αποχαιρέτησε κουνώντας το χέρι. Τώρα, στεκόταν μόνη με την τρυφερή αγάπη για τους δύο γιους της και τον αληθινό έρωτα για τον σύντροφό της. Με τα πάθη της, τις μάχες και τα λάθη της. Ήταν, απλώς, η Εριφύλη. Στάθηκαν μαζί μπροστά στο μπαλκόνι, αγναντεύοντας τη θάλασσα. Η αύρα τής έδινε μια ωχροπράσινη απόχρωση, σκιερή εδώ κι εκεί από αραιά σύννεφα, άλλοτε σταχτιά κι άλλοτε κάτασπρα με κίτρινες, αχνές ανταύγειες. Στο βάθος, ο ορίζοντας χανόταν σε πιο σκούρους, μουντούς τόνους. Από την είσοδο του κόλπου, ακουγόταν ο χαρακτηριστικός, τριχτός θόρυβος από το βίντσι κάποιου ψαροκάικου.
«Ρίχνουν τα δίκτυα οι ψαράδες,» του ψιθύρισε.
Για τον Νικηφόρο, ο ήχος ακούστηκε σαν μακρινός, σχεδόν εξωπραγματικός αντίλαλος. Τα σύννεφα στον ουρανό είχαν αρχίσει να βαραίνουν. Η Εριφύλη του έσφιξε το χέρι και, κοιτάζοντάς τον βαθιά στα μάτια, του ομολόγησε απαλά.
«Σ’ αγαπώ.»
Εκείνος της ανταπέδωσε το σφίξιμο, στάθηκε δίπλα της και την τράβηξε στην αγκαλιά του, αφήνοντας το κορμί της να ακουμπήσει στο δικό του, ενώ της μίλησε με λόγια ποιητικά. «Όπου κι αν βρίσκομαι, η σκέψη μου, ένα αληταριό, τρέχει ασταμάτητα να σε συναντήσει. Γιατί υπάρχεις μέσα στην ψυχή μου, ακόμα κι όταν δεν το προσέχεις.»
Η Εριφύλη του άρπαξε και το άλλο χέρι, τον τράβηξε κοντά της κι έχωσε το πρόσωπό της στο στήθος του. Έμεινε εκεί, γαντζωμένη επάνω του. Καθώς το σκοτεινό δειλινό απλωνόταν, μια αόριστη άχνα από τα λιόδεντρα τύλιγε τον τόπο, χρωματίζοντας τον όγκο του απέναντι βουνού σε τόνους μουντού, θαμπού ατσαλιού.
«Πώς μ’ αρέσει έτσι που με κρατάς...» ψιθύρισε η Εριφύλη.
Ούτε ανάσα δεν ακουγόταν· η φωνή της φάνηκε στον Νικηφόρο σαν φυσικό ψιθύρισμα της ίδιας της θολής, απογευματινής ώρας. Εκείνος σώπασε, φοβούμενος μη χαλάσει τη μαγεία της σιωπής. Έσκυψε μονάχα και της φίλησε τα χείλη.
Έμειναν και οι δύο ακίνητοι, αγναντεύοντας το βάθος του ορίζοντα. Λίγο αργότερα, περνώντας τα χέρια της γύρω από τον λαιμό του, η Εριφύλη τού μίλησε απαλά στην ησυχία. «Πόσο ευτυχισμένη είμαι!
Σε μια στιγμή τρυφερότητας, τριγυρισμένη από τη ζεστασιά του, άρχισε να τρίβεται πάνω του, κοιτώντας τον με βλέμμα τρυφερό, γουργουρίζοντας με τρόπο μοναδικό, μια ξεκάθαρη, αρχέγονη απαίτηση για κάτι παραπάνω.
«Σ’ αγαπώ, του ξαναείπε.»
«Σ’ αγαπώ,» της αποκρίθηκε κι εκείνος.
«Θέλω αποδείξεις.»
«Οι ερωτευμένοι, ψυχή μου, δεν έχουν ανάγκη από αποδείξεις, της απάντησε. Απλώς καυλώνουν ο ένας με την ύπαρξη του άλλου. Γι’ αυτό και το πάθος τους είναι παροιμιώδες, αληθινό, ικανό να γκρεμίσει τα πάντα. Γιατί αυτή η καύλα έχει πρόσωπο, σάρκα κι οστά, δεν είναι μια τυχαία, κτηνώδης πείνα του κορμιού που απλώς γυρεύει εκτόνωση.
«Εξαιτίας σου νιώθω ασυγκράτητος. Το χαμόγελό σου με φέρνει στα άκρα, το βλέμμα σου με διαλύει, η αύρα σου δοκιμάζει τις αντοχές μου, και το κορμί σου το ποθώ σαν μανιασμένος. Με λίγα λόγια, με καυλώνεις επειδή ακριβώς είσαι αυτή που είσαι· κάθε φορά που με κοιτάζεις, χάνω τον έλεγχο και θέλω απλώς να σε στριμώξω στον τοίχο.
Η Εριφύλη δίστασε για μια στιγμή, μα στα μάτια της άστραψε μια πονηρή λάμψη. «Είναι τόσο απλό! Αλήθεια, έχω ξεχάσει πότε ήταν η τελευταία φορά που με γάμησες στα όρθια.»
Ο Νικηφόρος τη χάιδεψε απαλά στο μάγουλο μ’ ένα πονηρό χαμόγελο και, κοιτώντας την κατάματα, της είπε με φωνή πιο ζεστή. «Θέλεις τώρα, εδώ, στο μπαλκόνι;»
«Ντροπή σου... Αν και, στα αλήθεια, δεν είναι καθόλου άσχημη ιδέα.»
Του άπλωσε τα χέρια της σιωπηλή, κι εκείνος την τράβηξε σφιχτά στην αγκαλιά του, φιλώντας την αχόρταγα, παθιασμένα, με μια πείνα που δεν χόρταινε.
Όταν την άφησε τελικά από αγκαλιά του, ξέπνοος και λαχανιασμένος, της ψιθύρισε στο αυτί:
«Είμαι ακόμα ζαλισμένος από τη γεύση σου. Μετρώ τις ώρες για να ξαναβρώ το νέκταρ του κορμιού σου.»
«Το θέλω όσο κι εσύ. Αυτό είμαστε, κι έτσι θέλω να μείνουμε για πάντα: ανεπανόρθωτα ερωτευμένοι.»
Κινήθηκαν να αγκαλιαστούν ξανά, όταν ξαφνικά πίσω τους ακούστηκαν φωνές. Γύρισαν και είδαν τα παιδιά τους να τρέχουν. Έμειναν και οι δύο για λίγο σιωπηλοί, κοιτάζοντάς τους.
« Νυχτώνει,» ψιθύρισε ο Νικηφόρος, ατενίζοντας το βαριά συννεφιασμένο σκηνικό έξω.
« Ναι, νυχτώνει..». αποκρίθηκε η Εριφύλη σαν υπνωτισμένη.
Τα παιδιά, όμως, δεν έδειχναν σημάδια κούρασης· συνέχιζαν να ξεφαντώνουν στην αυλή. Και τι υπέροχη εικόνα ήταν αυτή! Να βλέπεις τα παιδιά σου να χαίρονται σ’ ένα απόλυτα ασφαλές περιβάλλον, να τρέχουν, να παίζουν, να κάνουν ποδήλατο, απολαμβάνοντας την απόλυτη ελευθερία κάτω από το άγρυπνο και τρυφερό βλέμμα του Νικηφόρου και της Εριφύλης
......Τις τρεις εκείνες μέρες, η Άλκηστις κι ο Αδάμαντας χάθηκαν στις ομορφότερες γωνιές της Χαλκιδικής. Άφησαν την τύχη και τους δρόμους να τους οδηγήσουν πότε σε απόκρημνες ακτές πίσω από βράχια και πότε σε μικρούς, απομονωμένους όρμους με αμμουδιές που έσμιγαν μαγικά με χρυσαφένιες και τιρκουάζ αποχρώσεις. Τοπία παρθένα, κρυμμένες παραλίες που ανακάλυπτα τυχαία, και στιγμές απόλυτης ησυχίας, μακριά από τον θόρυβο και τους ρυθμούς της πόλης. Ο χρόνος έμοιαζε να έχει κολλήσει, να έχει ξεχάσει να κυλήσει, χαρίζοντας τους την ψευδαίσθηση ότι εκείνο το τριήμερο θα μπορούσε να κρατήσει μια αιωνιότητα.
Μα οι πιο όμορφες αποδράσεις έχουν πάντα το τέλος τους, κι οι μέρες κυλούν γρηγορότερα απ’ όσο αντέχεις. Το τριήμερο τελείωσε. Ο Αδάμαντας πήρε τον δρόμο της επιστροφής. Πρώτα για την Αθήνα κι έπειτα πίσω, για το Λονδίνο.
Πριν φύγει όμως, της άφησε μια υπόσχεση, μόλις οι συνθήκες το επιτρέψουν και τα πράγματα ηρεμήσουν, θα την καλέσει κοντά του. «Θα σε περιμένω, της είπε με βλέμμα που αναζητούσε μια επιδοκιμασία.»
Η Άλκηστις χαμογέλασε σιωπηλά. Δεν ήξερε τι της επιφύλασσε το αύριο ούτε και αν θα ξανασμίξουν. Ήξερε μόνο πως ανάμεσα στις δαντελωτές ακτές της Χαλκιδικής και τους βροχερούς δρόμους του Λονδίνου, είχε γεννηθεί μια ιστορία που αναζητούσε να μη σβήσει μαζί με το τέλος των διακοπών.
....Η Άλκηστις μετακόμισε για το καλοκαίρι στο πατρικό εξοχικό, μόλις λίγα μέτρα μακριά από το σπίτι της Εριφύλης. Ένα πανέμορφο, παλιό οίκημα, προσεκτικά ανακαινισμένο, που διατηρούσε ανέπαφη την αρχοντιά μιας άλλης εποχής. Μπροστά του άνοιγε ένα ευρύχωρο μπαλκόνι με θέα το πέλαγος, ενώ πίσω του ορθωνόταν μια καταπράσινη πλαγιά, χαρίζοντας στον τόπο μια αίσθηση ασφαλούς απομόνωσης.
Οι γονείς της είχαν ήδη εγκατασταθεί. Ο πατέρας της, ο Παυσανίας, μικρότερος αδελφός του Θρασύβουλου κατά δύο χρόνια, υπήρξε πάντα ένας άνθρωπος ήσυχος, ευγενικός και χαμηλών τόνων, που ποτέ δεν ζήτησε να επιβληθεί. Η μοίρα όμως τούς είχε φερθεί αμείλικτα και στους δύο. Υπάρχουν φορές που ο νους αδυνατεί να χωρέσει όλον αυτόν τον πόνο που μπορεί να χωρέσει σε τόσο λίγο χρόνο. Δεν είχε κλείσει χρόνος από το σοβαρό ατύχημα του Θρασύβουλου, κι ο Παυσανίας βρέθηκε αντιμέτωπος με τα δικά του θέματα υγείας.
Επιπλοκές που τον ανάγκασαν να αποσυρθεί πρόωρα από την ενεργό δράση. Παρά ταύτα, τα είχαν καταφέρει. Με τα απαραίτητα εξασφαλισμένα, είχαν χτίσει μια καθημερινότητα αξιοπρεπή και γαλήνια μέσα στις δυσκολίες. Κι έπειτα ήταν η Νεφέλη. Στα σαράντα πέντε της, η γυναίκα αυτή εξέπεμπε μια πληθωρική θηλυκότητα κι εκείνη τη σπάνια, φυσική ζεστασιά που σε κέρδιζε από την πρώτη στιγμή. Πρόσχαρη, κοινωνική, δοτική, έμοιαζε με άνθρωπο οικείο από τα παλιά. Με δέρμα λείο, γλυκό πρόσωπο και καστανόξανθα, πλούσια σγουρά μαλλιά, είχε μια μοναδική αντίθεση στο βλέμμα της: μια σπίθα παιχνιδιάρικη, ελαφρώς λάγνα, που μπλέκονταν μαγικά με τη γλυκύτητα των χαρακτηριστικών της.
Μα πάνω απ' όλα, η μαγεία της Νεφέλης βρισκόταν στον τρόπο που μεταμορφωνόταν σε ψυχή της παρέας. Με το αβίαστο γέλιο της, τη ζωντάνια και τη θετική της αύρα, άλλαζε ολόκληρη την ατμόσφαιρα του χώρου μόλις εμφανιζόταν. Δεν χρειαζόταν να κάνει τίποτα το εξεζητημένο· η ίδια της η ύπαρξη ήταν από μόνη της μια γιορτή. Αν έπρεπε να βρεις την επιτομή μιας τέτοιας γυναίκας, ο Νικηφόρος ήξερε καλά πως το όνομα της Νεφέλης θα φιγούραρε στην κορυφή της λίστας. Η σχέση τους υπήρξε από πάντα προνομιακή. Από τα πρώτα κιόλας χρόνια του γάμου του με την ανιψιά της, την είχε ξεχωρίσει, πειράζοντας τη συχνά πως ήταν η αγαπημένη του... θεία.
Οξυδερκής, καυστική, απίστευτα «καπάτσα», η Νεφέλη διέθετε εκείνο το σπάνιο χάρισμα να επικοινωνεί τα πάντα χωρίς περιττές εξηγήσεις. Όταν κάτι βρισκόταν στο μυαλό της, ήταν θέμα χρόνου να γίνει ορατό. Διεκδικούσε τα «πρέπει» και τα «θέλω» της με αυτοπεποίθηση και πείσμα, κρατώντας πάντα ταμπεραμέντο και μέτρο, μακριά από κάθε ίχνος χυδαιότητας. Ήξερε να ζει. Να γεύεται το τώρα, να ξεκαρδίζεται, να σαρκάζει, να φλερτάρει ξεδιάντροπα με την ίδια την ύπαρξη, γράφοντας στα παλιά της παπούτσια τις κοινωνικές φόρμες.
Μια μέρα μπορούσε να εμφανιστεί αψεγάδιαστη, με μανικιούρ και μια φυσική, αβίαστη φινέτσα· την επομένη, ατημέλητη, άβαφη, με τα μαλλιά της ανακατεμένα στον αέρα, κι όμως... η γοητεία της παρέμενε απαράλλακτη. Δεν χωρούσε σε εύκολες ταμπέλες. Η ομορφιά της δεν οφειλόταν σε φτιασιδώματα, αλλά σε μια πληρότητα ζωής που ανάβλυζε από μέσα της.
Παρά τα χρόνια που κύλησαν, το σώμα της διατηρούσε γραμμές αρμονικές, δεμένες, ακόμη κι αν το χαμηλό της μπόι της έδινε μια πιο συμπαγή, στιβαρή όψη. Ο Νικηφόρος το ήξερε καλά. Μα αυτό που πραγματικά τον καθήλωνε δεν ήταν οι αναλογίες της. Ήταν ο τρόπος που κουβαλούσε τον εαυτό της. Η βεβαιότητα μιας γυναίκας ελεύθερης, που δεν ζήτησε ποτέ άδεια από κανέναν για να υπάρξει και να χαρεί.
Γι’ αυτό, ίσως, από κείνα τα πρώτα χρόνια, είχε σταματήσει να τη βλέπει σαν «τη θεία της γυναίκας του». Η Νεφέλη ήταν απλώς η Νεφέλη. Και αυτό, από μόνο του, αρκούσε για να γεμίσει τον χώρο.
Ο Νικηφόρος δεν το έκρυβε· η Νεφέλη τού ασκούσε εδώ και χρόνια μια ξεχωριστή γοητεία. Μα η ταμπέλα της συγγένειας, ήταν η θεία της γυναίκας του, και η παρουσία του συζύγου της λειτουργούσαν ως αόρατα φρένα, απαγορεύοντας του να την αντικρίσει ποτέ με καθαρά ερωτική ματιά.
Κι όμως, από την πρώτη στιγμή, υπήρχε εκεί μια υπόγεια σύνδεση. Ένα χημικό σκίρτημα, μια οικειότητα που είχε ξεπεράσει τα τυπικά όρια με αστραπιαίους ρυθμούς. Είχαν χτίσει τον δικό τους κώδικα επικοινωνίας: ένα βλέμμα που κόλλαγε λίγο παραπάνω, μια ατάκα με διπλό πάτο, ένα υπονοούμενο που φτερούγισε στον αέρα για ελάχιστα δευτερόλεπτα. Κι έπειτα, η αυτόματη δικλείδα ασφαλείας: ένα τράνταγμα γέλιου, μια αλλαγή θέματος, η τέλεια κάλυψη.
Έπαιζαν ένα παιχνίδι ισορροπίας, κατάλαβε τώρα ο Νικηφόρος. Ένας τρόπος να αγγίζουν ο ένας τον άλλον αποφεύγοντας τη μεγάλη ομολογία. Να αφήνουν τη φλόγα να σιγοκαίει, διατηρώντας όμως πάντα το δικαίωμα της άρνησης, την πολυτέλεια του «δεν κατάλαβα». Όλα αυτά, ωστόσο, μέχρι εκείνο το καλοκαίρι...
Κάποια στιγμή, τα όρια μετακινήθηκαν. Όλα εκείνα τα μικρά, ακίνδυνα ψήγματα της καθημερινής τους επαφής άρχισαν να παίρνουν άλλη μορφή. Οι ατάκες βάθυναν. Τα βλέμματα κόλλησαν. Η οικειότητα φόρτισε με ηλεκτρισμό. Και συνειδητοποίησαν, σχεδόν χωρίς να το καταλάβουν, πως είχαν διαβεί μια κόκκινη γραμμή που ορκιζόταν πως δεν θα ακουμπήσουν ποτέ. Ένα αυθεντικό, ασφυκτικό ερωτικό ενδιαφέρον είχε πάρει τη θέση του παιχνιδιού. Το φλερτ σταμάτησε να κρύβεται πίσω από τα χαμόγελα και τις αστείες δικαιολογίες. Το παλιό δέσιμο έγινε σάρκα και φλόγα, μια έλξη αμοιβαία, επιθετική, αδύνατον να τιθασευτεί.
Το ήξεραν και οι δύο. Κι α προσπάθησαν στην αρχή να το αποσιωπήσουν, να το βαφτίσουν απλώς μια ακόμα καλοκαιρινή πλάκα, η πραγματικότητα αποδείχθηκε ισχυρότερη. Η επιθυμία είχε καταπιεί την άμυνά τους. Εκείνο το καλοκαίρι, εντελώς απρόσμενα και μοιραία, η ισορροπία τους ανατράπηκε για πάντα.
Στενά δεμένη με το σόι του πατέρα της, η Εριφύλη ζούσε μαζί τους σε μια αδιάσπαστη καθημερινότητα από τη στιγμή που έφτασαν ο Παυσανίας και η Νεφέλη. Οι δυο οικογένειες είχαν γίνει πια ένα· μοιράζονταν τις μέρες τους ανάμεσα στα δύο σπίτια, με μια ελαφριά προτίμηση στο σπίτι της Νεφέλης, που έβρεχε τα θεμέλιά του στο κύμα. Εκεί, ο χρόνος έχασε το μέτρημα. Οι μέρες κυλούσαν αβίαστα, δίχως ωράρια και υποχρεώσεις: θάλασσα, κολύμπι, καφές, τραπέζια και κουβέντες ατέλειωτες για ανέμους, ναυτικούς, ανθρώπους και ιστορίες, για όλα και για τίποτα. Είχαν συμφωνήσει κιόλας σε έναν απαράβατο όρκο, καμία δουλειά, καμία σκέψη για την πόλη. Η πραγματικότητα είχε μπει σε παύση.
Μα ο χρόνος δεν ξεχνά ποτέ να μετρά.
Χωρίς να το καταλάβει, η Εριφύλη είδε τις μέρες να γλιστρούν μέσα από τα χέρια της. Τόσο μακροχρόνιες διακοπές δεν είχαν ξανακάνει ποτέ, κι η ανάπαυλα έφτανε πια στο οριστικό της σύνορο. Το μαρτυρούσε κι ο ίδιος ο Αύγουστος. Καθώς το δεύτερο δεκαήμερο προχωρούσε, ο καύσωνας λύγιζε, δίνοντας τη θέση του σε βραδιές πιο δροσερές. Ο ουρανός καθάριζε σε ένα γαλάζιο διάφανο, σχεδόν προφητικό, φωνάζοντας πως το καλοκαίρι ετοιμαζόταν να τυλίξει τα όνειρά του. Δεν απόμεινε ούτε εβδομάδα.
Στα τέλη του Αυγούστου, ο δρόμος της επιστροφής για την Αθήνα ήταν μονόδρομος, όπως κάθε χρόνο. Τα παιδιά για τα σχολεία, οι μεγάλοι για τις δουλειές τους, όλοι ξαναγυρνούσαν στους τροχούς μιας γνώριμης ρουτίνας. Το καλοκαίρι έσβηνε.
«Κρίμα... Όλα τα ωραία κάποτε τελειώνουν, δεν λένε;» σκέφτηκε σχεδόν μηχανικά, αφήνοντας έναν αθόρυβο αναστεναγμό. Τέρμα τα ψέματα πια. Πίσω στη βάση, στις υποχρεώσεις, στους ρυθμούς της πόλης. Η Εριφύλη χαμογέλασε πικρά στον εαυτό της. Η μετάβαση δεν ήταν ποτέ εύκολη, μα δεν υπήρχε λόγος να τη ζώσουν τα μαύρα σύννεφα. Με οργάνωση και λίγο πρόγραμμα, το σοκ θα μαλάκωνε. Υπήρχαν άλλωστε και πράγματα που λαχταρούσε. Η επιστροφή στο Εργαστήρι Βυζαντινής Αγιογραφίας, όπου συνέχιζε τις ελεύθερες σπουδές της στη ζωγραφική και την τέχνη των εικόνων ήταν μια φωτεινή εξαίρεση, κάτι που περίμενε με ανυπομονησία. Δεν ήταν όλες οι υποχρεώσεις καταδίκη. Κι όμως, όσο κι αν προσπαθούσε να κοιτάξει μπροστά, ο αποχωρισμός από τη θάλασσα της καθόταν βαρύς στο στομάχι. Γιατί το καλοκαίρι δεν σήμαινε απλώς ξεκούραση. Ήταν μια άλλη ανάσα, ένας άλλος τρόπος ζωής. Και τώρα, βαριά καρδιά, έπρεπε να τον αποχαιρετήσει.
Ήταν η τελευταία εβδομάδα. Σαν να ήθελαν να πιουν το καλοκαίρι ως την τελευταία σταγόνα, οι δύο οικογένειες περνούσαν τα απογεύματά τους στην ακρογιαλιά. Φωνές, γέλια, βουτιές και κουβέντες αέρινες, χωρίς άλλο σκοπό παρά να τεντώσουν την ομορφιά αυτών των τελευταίων, ανέμελων ημερών.
Όλοι εκτός από τον Νικηφόρο.
Νιώθοντας μια παράξενη κούραση και βαριά διάθεση, είχε προτιμήσει να μείνει στο σπίτι της Νεφέλης. Βυθισμένος στον φαρδύ καναπέ του μπαλκονιού, άφηνε το βλέμμα του να χάνεται εκεί πέρα, όπου το γαλάζιο της θάλασσας έσμιγε με τον ουρανό. Δεν του μιλούσε κανείς, δεν ζητούσε τίποτα. Και παραδόξως, αυτός ο αποκλεισμός τού λύτρωσε την ψυχή.
Έμεινε ακίνητος, χαζεύοντας τις αστραπές του φωτός να γλιστρούν στα νερά. Οι σκέψεις του, τα αιώνια δίκτυα του νου του, χαλάρωσαν, έγιναν αραιές, σχεδόν ανύπαρκτες. Δεν έλυνε τίποτα, δεν σχεδίαζε το αύριο. Υπήρχε απλώς. Για λίγες στιγμές, είχε πετάξει από πάνω του το βάρος των θέλω, των πρέπει, των προσδοκιών.
Ο παλμός του κόσμου είχε πέσει στον αργό ρυθμό της παλίρροιας. Το κύμα χάιδευε την αμμουδιά κι έπειτα τραβιόταν πίσω, σαν ανάσα αργή, γεμίζοντας το μπαλκόνι με έναν ψίθυρο σαν νανούρισμα. Ο Νικηφόρος έκλεισε τα βλέφαρα. Η ζέστη του απογεύματος, το αλάτι στο δέρμα του και ο μονότονος, λυτρωτικός παλμός του νερού τον παρέσυραν σε μια βαθιά, σχεδόν υπερβατική γαλήνη.
Ήταν ήρεμος. Πιο ήρεμος από ποτέ τα τελευταία χρόνια. Και για πρώτη φορά εκείνη την ημέρα, ο χρόνος σταμάτησε να τον τρομάζει. Το καλοκαίρι είχε ακόμα λίγη ζωή μέσα του, μπορούσε να περιμένει.
Πρώτη από όλους, όπως συνήθιζε, η Νεφέλη ξεπρόβαλε από τη θάλασσα, πάντα ένα βήμα μπροστά, η αεικίνητη ψυχή του σπιτιού. Ενώ οι υπόλοιποι συνέχιζαν να παίζουν στα σμαραγδένια νερά, εκείνη χώθηκε ορμητικά κάτω από το ντους στην άκρη της αυλής, για να ξεπλύνει το αλάτι.
Ο Νικηφόρος άκουσε το νερό να σκίζει τη σιωπή πριν καλά-καλά γυρίσει. Κι όταν τα μάτια του έπεσαν πάνω της, η ανάσα του κόπηκε.
Το νερό έτρεχε στα μούσκεμα μαλλιά της, στο πρόσωπο, κυλούσε ποτάμι στους ώμους και χάραζε αστραφτερά αυλάκια πάνω στο ηλιοψημένο της δέρμα. Το μαύρο μαγιό αγκάλιαζε σφιχτά τις πληθωρικές της καμπύλες, κι εκείνη η εικόνα, λουσμένη στο χρυσαφένια φως του απογεύματος, είχε μια μαγνητική, σχεδόν υπνωτική δύναμη.
Η νωχέλεια του Νικηφόρου εξαφανίστηκε σε κλάσματα δευτερολέπτου. Έμεινε ακίνητος, να την κοιτάζει κομμένος.
Κάτω από το νερό, η Νεφέλη συνέχιζε αμέριμνη. Ο Νικηφόρος, καρφωμένος στη θέση του, συνειδητοποίησε πως η σιωπή τους δεν ήταν πια καταφύγιο· ήταν το πεδίο μιας σιωπηλής ομολογίας. Όλα όσα απέφευγαν να πουν είχαν συμπυκνωθεί σε εκείνη τη μοναδική, βαριά ανάσα.
Εκείνη το ένιωσε. Σήκωσε τα μάτια και μια σπίθα διαπέρασε το βλέμμα της. Ένα πονηρό, σχεδόν προκλητικό χαμόγελο έσκασε στις άκρες των χειλιών της· το χαμόγελο όποιου ξέρει πως κρατάει τα ηνία και απολαμβάνει το παιχνίδι της φωτιάς.
Ο ήχος του ντους σταμάτησε. Μια ματιά πέρα από τη μάντρα επιβεβαίωσε αυτό που ήξερε: οι άλλοι ήταν ακόμα κάτω, στη θάλασσα. Μόνοι. Εκείνος κι εκείνη.
Χωρίς να βιαστεί, με μια κίνηση αιφνιδιαστικής οικειότητας, πέταξε το βρεγμένο μαγιό της. Γυμνή κάτω από το χρυσαφένιο φως του απογεύματος, με το σταρένιο της κορμί να λαμπυρίζει από τις τελευταίες σταγόνες, στάθηκε για δευτερόλεπτα να την πιει το μάτι του. Έπιασε την πετσέτα κι άρχισε να σκουπίζεται αργά, βασανιστικά νωχελικά. Και σε κάθε της κίνηση, τα μάτια της ανέβαιναν σε εκείνον, καρφώνοντας τον στον καναπέ. Της αρέσει να τον σκανδαλίζει, να τον σαγηνεύει, στοχεύοντας στη σεξουαλική του διέγερση.
Ο Νικηφόρος παρέμεινε ακίνητος, καθηλωμένος. Η Νεφέλη το διασκέδαζε. Γνώριζε πως τον είχε στριμώξει στη γωνία, κι αντί να του προσφέρει σανίδα σωτηρίας ή κάποια εύκολη ατάκα, αποφάσισε να τραβήξει το σχοινί λίγο παραπέρα, με εκείνη την αφοπλιστική της αυτοπεποίθηση.
Άπλωσε το χέρι, τράβηξε από το σχοινί της αυλής το ανάλαφρο, φλοράλ φόρεμα της και το φόρεσε αργά. Κάθε της κίνηση ήταν μελετημένη, υπολογισμένη ώστε να μη χαθεί ούτε ίχνος από το βλέμμα του. Το ύφασμα γλίστρησε στο κορμί της καθώς τα δάχτυλά της το τακτοποιούσαν, ενώ τα μάτια της τον τρυπούσαν πότε-πότε, μεταφέροντας το ανείπωτο μήνυμα, τίποτα από όλα αυτά δεν ήταν τυχαίο.
Ο Νικηφόρος το ένιωσε στο πετσί του. Δεν ήταν απλώς μια τυχαία στιγμή δίπλα στο ντους. Ήταν μια καθαρή πρόκληση. Και η Νεφέλη κρατούσε γερά τα ηνία.
Καθώς το φόρεμα έπεσε οριστικά στις γραμμές του σώματος της, έδιωξε τα μαλλιά από το πρόσωπο με μια κίνηση και τον κάρφωσε με τα μάτια της.
«Πώς αισθάνεσαι;» τον ρώτησε με μια υπόνοια σαρκασμού στη φωνή.
Ο Νικηφόρος χαμογέλασε άβολα. Εκείνη περιορίστηκε να σηκώσει ελαφρά το φρύδι. Η απάντηση ήταν περιττή· την ήξεραν και οι δυο τους.
«Ξαφνικά ένιωσα σαν να με είχε πατήσει τρένο. Αλλά τώρα… καλύτερα, της απάντησε με μια δόση ομολογίας στη φωνή.
Άφησε έναν βαθύ, ηχηρό αναστεναγμό και, παρά το τράβηγμα της αμηχανίας, τα μάτια του είχαν καρφωθεί πάνω της. Η ταραχή του ήταν ολοφάνερη. Εκείνη, από την άλλη, το εισέπραττε σαν προσωπικό της θρίαμβο· ένα πονηρό, σίγουρο χαμόγελο της φώτισε τα χείλη.
Ανέβηκε στη βεράντα και στάθηκε δίπλα του, τόσο κοντά που η ζεστασιά και η μυρωδιά της τον τύλιξαν. Ο Νικηφόρος σήκωσε το κεφάλι. Η σιωπή βάθυνε ανάμεσά τους για δευτερόλεπτα.
Η Νεφέλη ζυγίστηκε, έσκυψε ελαφρά προς το μέρος του και τον κοίταξε κατάματα.
«Λοιπόν;» τον ρώτησε μες στα μέλια.
Εκείνος χαμογέλασε στρεβλά. «Εσύ ξέρεις πολύ καλά τι κάνεις.
Τα μάτια της άστραψαν. «Εγώ; Τι έκανα εγώ;»
Ο Νικηφόρος χαμήλωσε το κεφάλι, νιώθοντας την παγίδα να κλείνει γύρω του. Ήξερε πως η Νεφέλη έπαιζε μαζί του, κι ακόμα χειρότερα, πως απολάμβανε κάθε στιγμή της αμηχανίας του. Το χειρότερο απ' όλα, όμως, ήταν ότι το απολάμβανε κι εκείνος.
«Πολύ ζεστή η μέρα σήμερα! Έχει και μια υγρασία που δεν υποφέρεται με τίποτα. Νιώθω το φουστάνι μου να κολλάει πάνω μου! Δεν το μπορώ… θέλω να τα βγάλω όλα!» του πέταξε με ένα προκλητικά αθώο ύφος.
Με μια αργή, υπολογισμένη κίνηση, έπιασε το στρίφωμα από το φλοράλ φόρεμά της και άρχισε να το ανασηκώνει ελαφρά, ανεμίζοντας το για να περάσει ο αέρας στο κορμί της. Το έκανε απροκάλυπτα, μπροστά στα μάτια του, γνωρίζοντας πολύ καλά τι προκαλούσε. Η Νεφέλη ήταν δασκάλα στο είδος της.
Ο Νικηφόρος πάλευε να κρατήσει τα προσχήματα, αλλά η μάχη ήταν χαμένη από χέρι. Το βλέμμα του είχε καρφωθεί πάνω της, αιχμάλωτο, ενώ εκείνη τον κοιτάζε με εκείνο το πονηρό, νικηφόρο βλέμμα.
«Καλύτερα τώρα;» τον πείραξε.
«Εσύ θα με αποτελειώσεις τελείως,» έρρεε η φωνή του σαν μουρμουρητό.
Η Νεφέλη έβαλε τα δυνατά της γέλια. «Μα εγώ προσπαθώ απλώς να δροσιστώ!»
«Αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα.»
Το γέλιο της αντήχησε πιο ζεστό, πιο ελεύθερο. Τα λόγια ήταν πια περιττά· το παιχνίδι είχε βρει τη δική του πορεία, έναν δρόμο χωρίς επιστροφή. Εκείνη ευχαριστιόταν τον έλεγχο και τη δύναμη που ασκούσε πάνω του, κι εκείνος, παρότι ήξερε πως πιανόταν με τα χέρια του στη φάκα, δεν είχε ούτε μισή πρόθεση να ξεφύγει. Για τη Νεφέλη ήταν μια παρτίδα φλερτ και πρόκλησης. Για τον Νικηφόρος, όμως, ήταν μια πυρκαγιά που άρχιζε να φουντώνει επικίνδυνα. Το ήξεραν κι οι δυο.
«Υπέροχη θέα έχει αυτό το μπαλκόνι, δε συμφωνείς; πέταξε η Νεφέλη με αθώο ύφος, δείχνοντας με το χέρι τον ανοιχτό κόλπο. Να αγναντεύεις τη θάλασσα, το βουνό... σε κάνει να χάνεσαι.»
Ο Νικηφόρος χαμογέλασε πονηρά. «Όντως, η θέα είναι καθηλωτική,» αποκρίθηκε.
Μόνο που το βλέμμα του δεν είχε καμία σχέση με το γαλάζιο του ορίζοντα· ήταν καρφωμένο πάνω της. Η Νεφέλη το έπιασε αμέσως στον αέρα. Γύρισε το σώμα της προς το μέρος του και του πέταξε ένα βλέμμα ολάνοιχτο, γεμάτο νάζι και υπόσχεση.
Ο Νικηφόρος ένιωθε την ανάσα του να βαραίνει ελαφρά και το βλέμμα του να περιπλανιέται πάνω της, ενώ οι σκέψεις του είχαν πάψει προ πολλού να ακολουθούν λογική σειρά. Υπήρχαν στιγμές όπου η έλξη δεν χρειαζόταν ούτε εξήγηση ούτε επιχειρήματα. Ήταν απλώς εκεί, μια δύναμη σχεδόν μαγνητική, που επηρέαζε τον εσωτερικό κόσμο πριν προλάβει η λογική να παρέμβει. Ίσως αυτό να εννοούσε και ο Νοβάλις όταν μιλούσε για τη μαγική δύναμη του έρωτα: εκείνη την παράξενη αίσθηση που μετακινεί κάτι μέσα μας χωρίς να ζητήσει άδεια.
Η Νεφέλη διέκρινε καθαρά την έξαψη στο βλέμμα του. Ένα πλατύ χαμόγελο ικανοποίησης απλώθηκε στα χείλη της.
«Τι λες κι εσύ;» τον ρώτησε με προσποιητή αθωότητα.«Δεν αξίζει το θέαμα που έχεις μπροστά σου;»
Ο Νικηφόρος την κοίταξε για λίγο χωρίς να απαντήσει.
«Εεε... ναι! Και βέβαια είναι η καλύτερη θέα!»
Η Νεφέλη έγειρε ελαφρά το κεφάλι, απολαμβάνοντας την απάντησή του.
Η Νεφέλη έγειρε ελαφρά το κεφάλι, απολαμβάνοντας την απάντησή του. «Μόνο η θάλασσα εννοείς;» Εκείνος γέλασε. «Μια θάλασσα όμορφη σαν κρίνο, που μέσα της κοιμήθηκε ένα φίδι, όπως λέει κι ένας ποιητής.»
Η Νεφέλη σιώπησε για δευτερόλεπτα, πριν ένα πονηρό, κατακτητικό χαμόγελο φωτίσει το πρόσωπο της.
«Κοιτάξτε τον ποιητή μας!» πέταξε με ειρωνικό νάζι.
«Εσύ φταις γι' αυτό,» αποκρίθηκε αφοπλιστικά εκείνος.
«Εγώ;»
«Εσύ μου 'βαλες τα γυαλιά να κοιτάζω τη θέα»
Έσκασαν στα γέλια κι οι δυο, αν και η ατμόσφαιρα είχε βαρέσει κόκκινο. Κανείς τους δεν ξεγελιόταν πια· η θάλασσα ήταν απλώς το πρόσχημα.
«Για δες τι λέει ο ποιητής... Πολύ γοητευτικό ακούγεται, συνέχισε εκείνη με μισόλογα, πνίγοντας ένα σαρδόνιο γέλιο. Σε τρώει η περιέργεια να βουτήξεις, ε; Στα βαθιά, να πιεις το νερό στο ποτήρι...»
Η φωνή της είχε λιώσει σε έναν ψίθυρο γεμάτο υπόσχεση. Ο Νικηφόρος την άκουγε, αιχμάλωτος. Ήξερε πως το παιχνίδι είχε περάσει σε άλλη διάσταση, κι ούτε που ήθελε να γυρίσει πίσω. Την κοίταξε κατάματα, με το βλέμμα του να καίει.
«Ακριβώς έτσι, της είπε χαμηλόφωνα. Όταν ο νους αμολάει κάβο, οι επιθυμίες θεριεύουν.»
Σταμάτησε για δευτερόλεπτα, αφήνοντας τη σιωπή να βαφτεί με προσμονή. «Νεφέλη, εσύ μου γυρίζεις το μυαλό τούμπα. Κοιτάζω τις πλαγιές του Χελμού απέναντι και δεν βλέπω βουνά· βλέπω εσένα. Το πρόσωπό σου, το στήθος σου, την κοιλιά, τα πόδια σου... Κι ολόκληρος αυτός ο κόσμος εδώ πέρα μοιάζει πια με έναν χάρτη που λαχταρώ να εξερευνήσω σπιθαμή προς σπιθαμή.»
Η Νεφέλη τον άκουγε ακίνητη, χωρίς να βγάλει κιχ. Η έκφρασή της είχε μαλακώσει, είχε βαθύνει. Τα βλέφαρα της βαραίνουν και ξανασάλεψαν, ενώ το κεφάλι της έγυρε απαλά προς τα πίσω. Από πάνω της ο απέραντος ουρανός, από κάτω της το κύμα. Κι εκείνη στη μέση, σαν μεθυσμένη, να μην ξέρει πια ποια αλήθεια να πιστέψει: αυτήν που άπλωνε μπροστά της ή εκείνη που γεννιόταν μέσα από τη φαντασία του.
Ο Νικηφόρος χαμήλωσε ακόμη περισσότερο τη φωνή του, σχεδόν σε ψίθυρο. «Κι ίσως το πιο αληθινό ταξίδι να είναι εκείνο που δεν έχει χάρτη.
Η Νεφέλη χαμογέλασε εκ των έσω. Κανείς τους δεν κορόιδευε πια τον άλλον, η θάλασσα ήταν απλώς το πρόσχημα.
Σιώπησαν για λίγο. Τα μάτια τους άγγιζαν ο ένας τον άλλον σαν χάδι, πριν αποτραβηχτούν και ξανασυναντηθούν. Μόνος συνοδός τους ο ήχος του νερού, που έδενε τα κενά ανάμεσα στις ανάσες τους. Το φλερτ είχε πια ξεπεράσει τις λέξεις· είχε γίνει μια σιωπηλή, κοινή γλώσσα που δεν ζητούσε πια άδεια.
Πάνω στην κορύφωση του πυρετού τους, η πραγματικότητα εισέβαλε χωρίς προειδοποίηση. Στην είσοδο της αυλής σκέπασε τις φωνές τους η υπόλοιπη οικογένεια που επέστρεφε.
Ο Νικηφόρος πάγωσε σαν άγαλμα. Το αίμα του πάγωσε στις φλέβες του, η ανάσα του κόπηκε. Ένα αόρατο καμπανάκι χτύπησε συναγερμό μέσα του, παρότι κανείς δεν τους είχε ακουμπήσει.
Η Εριφύλη πλησίασε πρώτη. Έσκυψε πάνω του με όλη τη φυσική της τρυφερότητα, ακουμπώντας τα χείλη της στο μέτωπό του. «Μάλλον έχεις πυρετό... Να σου φέρω ένα θερμόμετρο;»
Ο Νικηφόρος προσπάθησε να στήσει ένα πειστικό χαμόγελο, ενώ το στομάχι του έκαιγε. Η Νεφέλη στάθηκε δίπλα τους, αγέρωχη και απόλυτα κυρίαρχη του παιχνιδιού, χωρίς ούτε μια ρυτίδα ταραχής στο πρόσωπό της.
«Άσε, πήγαινε να μαζέψεις τα παιδιά. Θα τον φροντίσω εγώ.»
Η Εριφύλη την κοίταξε ευγνώμων. «Αχ, Νεφέλη μου, τι θα κάναμε χωρίς εσένα; Θησαυρός είσαι.»
«Να 'σαι καλά, κορίτσι μου,» αποκρίθηκε εκείνη με μια απόλυτα φυσική, καθησυχαστική χροιά.
Μόλις η Εριφύλη χάθηκε στο εσωτερικό του σπιτιού για τα παιδιά, η Νεφέλη έσκυψε ελαφρά προς τον Νικηφόρο, με τα μάτια της να φλογίζονται από πονηριά.
«Θησαυρός, ε;» του ψιθύρισε με χαμηλό, βελούδινο τόνο. «Κρίμα που ορισμένοι δεν ξέρουν να τον εκτιμούν... αν και εσύ, όπως φαίνεται, το σκέφτεσαι αλλιώς.»
Ο Νικηφόρος την κοίταξε κατάματα, με το πρόσωπο του σοβαρό αλλά το βλέμμα του να καίει.
«Το ότι δεν το φωνάζω στους δρόμους, της αντέτεινε χαμηλόφωνα, δεν σημαίνει πως δεν αναγνωρίζω την αξία σου... και τα προτερήματά σου.
Η Νεφέλη έλαμψε ολόκληρη. «Μάλιστα...»
Σταμάτησε για ένα δευτερόλεπτο, αφήνοντας το υπονοούμενο να αιωρείται. «Βλέπω πως το πιάνεις το νόημα γρήγορα. Μου αρέσει.»
Ο Νικηφόρος χαμήλωσε τα μάτια, δίνοντας αγώνα να κρατήσει το χαμόγελό του. Δίπλα τους, οι άλλοι κινούνταν σε αποστάσεις αναπνοής. Κι όμως, γύρω τους είχε υφανθεί ένας αόρατος, παράλληλος κόσμος· ένας χώρος αποκλειστικός, κατοικημένος από τις πιο κρυφές τους σκέψεις και από μια λαχτάρα που δεν ζητούσε πια ονόματα για να υπάρξει.
Η Νεφέλη επέστρεψε γρήγορα κρατώντας ένα ελαφρύ σεντόνι. Στάθηκε πάνω από τον καναπέ κι άπλωσε το χέρι. Καθώς τα δάχτυλά της άγγιξαν το δέρμα του στο μέτωπο, η ανάσα της κόπηκε για μια στιγμή, μια ανεπαίσθητη ταραχή που πρόδιδε πως το παιχνίδι δεν ήταν καθωσπρέπει αθώο. Τον σκέπασε με προσοχή, του έβαλε το θερμόμετρο κι ετοίμασε το αντιπυρετικό, παίζοντας με απόλυτη φυσικότητα τον ρόλο της νοσοκόμας κάτω από τα ανυποψίαστα βλέμματα όλων.
Φέρνοντας ένα ελαφρύ σεντόνι, η Νεφέλη πλησίασε τον καναπέ. Τα δάχτυλά της άγγιξαν το μέτωπο του, μια επαφή που έκανε την καρδιά της να σκιρτήσει, προτού τον σκεπάσει με φροντίδα και του τοποθετήσει το θερμόμετρο, ετοιμάζοντας ταυτόχρονα το χάπι.
«Κάνε λίγο χώρο,» του ψιθύρισε.
Χώθηκε πλάι του στον καναπέ, τόσο στριμωγμένα που η μυρωδιά και η ζεστασιά της τον τύλιξαν ασφυκτικά. Ο Νικηφόρος αναρωτήθηκε αν η εγγύτητα ήταν τυχαία. Εκείνη, διαβάζοντας κάθε του σκέψη, δεν οπισθοχώρησε ούτε χιλιοστό.
«Για να δούμε το σκορ,» είπε ήρεμα, τραβώντας το θερμόμετρο.
Τα μάτια της άστραψαν πονηρά. «Τριάντα επτά και δύο. Δέκατα, τίποτα σοβαρό. Ένα ντεπόν θα σε κάνει περδίκι. Ή μήπως θες να φωνάξουμε γιατρό;»
Σταμάτησε, αφήνοντας το χαμόγελό της να πλατύνει. «Με το άλλο όμως, το ζωηρό που ξύπνησε και δεν λέει να ησυχάσει, τι θα κάνουμε;»
Το χέρι της γλίστρησε ανάλαφρα πάνω από το σεντόνι, χαϊδεύοντας τον. Ο Νικηφόρος κατάλαβε πως η θεραπεία μόλις είχε αρχίσει να ξεφεύγει από τα ιατρικά πρωτόκολλα.
Η Νεφέλη τον κοίταξε μες στα μάτια. «Μην κάνεις πως δεν καταλαβαίνεις… Εσύ είσαι ο ασθενής, εγώ απλώς ακολουθώ θεραπευτική αγωγή.»
Εκείνος της ανταπέδωσε ένα βλέμμα φωτιάς, με όλη την αντρίκια σιγουριά ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του.
«Κάτσε να το εξετάσουμε το θέμα επιστημονικά,» της αποκρίθηκε με ύφος απόλυτου κατακτητή. «Αυτό γιατρειά βρίσκει σίγουρα.»
Η Νεφέλη έσκυψε σχεδόν πάνω στο στόμα του, αφήνοντας τα λόγια της να γλιστρήσουν σαν καυτή ανάσα.
«Έκφυλο κάθαρμα... Μόνο λόγια είσαι! Δεν βλέπεις πώς έχω γίνει; Αν ήμασταν μόνοι τώρα, θα σου 'δειχνα εγώ...»
Ο Νικηφόρος δεν πτοήθηκε, το χαμόγελό του πλάτυνε επικίνδυνα. «Μη φοβάσαι, κάνω ήδη σχέδια για την πρώτη ευκαιρία που θα μας κλείσει μόνους.
«Άντε, περίμενε να τη βρούμε! αντέτεινε εκείνη με λαχτάρα στα μάτια. Αλλά μην το γυρνάς αλλού, πες μου τι ακριβώς σκέφτεσαι.»
«Νεφέλη μου... της ψιθύρισε με φωνή βραχνή. Σε γουστάρω τρελά. Το μυαλό μου έχει καεί ολοσχερώς. Και το χειρότερο είναι πως εσύ κρατάς τα σπίρτα.»
Εκείνη τον κοίταξε επίμονα, πριν αλλάξει απότομα ύφος και του κάνει νόημα με τα χέρια να χαμηλώσει τους τόνους. «Σςς, ασθενή μου, θα μας πάρουν χαμπάρι.»
Ήταν αργά. Η μπαλκονόπορτα άνοιξε με πάταγο και τα μέλη της οικογένειας ξεχύθηκαν ξανά έξω, γκρεμίζοντας το σκηνικό του πάθους σε κλάσματα δευτερολέπτου. Η Εριφύλη, έτοιμη να κλείσει τις εκκρεμότητες της ημέρας, κοίταξε αμέσως προς τη Νεφέλη.
«Νεφέλη, πεταγόμαστε μέχρι το χωριό με τον θείο και τα πιτσιρίκια για προμήθειες, κοτόπουλο στη σούβλα, σουβλάκια, παγωτά.» Η Άλκηστις κόλλησε μέσα με τη σειρά της. «Θα έρθεις μαζί μας;»
Η Νεφέλη κοίταξε εναλλάξ τον Νικηφόρο και την Εριφύλη, με το πρόσωπό της να φωτίζεται από μια πονηρή λάμψη.
«Όχι, εγώ θα μείνω εδώ. Βαριέμαι να τρέχω, θα κάνω παρέα στον άρρωστο, είπε με αθώο ύφος. Αν και... βλέπω πως ο ασθενής μας έχει αρχίσει να αναρρώνει μια χαρά.»
Ο Νικηφόρος δάγκωσε τα χείλη του για να μη γελάσει, ενώ η Νεφέλη στεκόταν ακίνητη, παίζοντας υποδειγματικά τον ρόλο της υπεύθυνης.
Λίγα λεπτά αργότερα, μόλις η πόρτα έκλεισε πίσω τους και η πολυκατοικία ερήμωσε, η Νεφέλη σηκώθηκε. Με πρόφαση ένα ακόμα αντιπυρετικό από το μπάνιο, έκανε μια στάση στο σαλόνι για να βεβαιωθεί πως η Άλκηστις είχε απορροφηθεί από την τηλεόραση, απολαμβάνοντας τη δροσούλα της με το αναψυκτικό της.
Επιστρέφοντας, επικαλέστηκε τα κουνούπια, έσπρωξε την μπαλκονόπορτα να κλείσει και τράβηξε τις κουρτίνες. Η νύχτα μπήκε μέσα σε ένα ασφαλές, ημίφως καταφύγιο. Ξανακάθισε στον καναπέ, πλάι του. Ο Νικηφόρος της άνοιξε αμέσως χώρο, τραβώντας την πάνω του με το ένα της πόδι ανεβασμένο στον καναπέ. Η στάση της ήταν προκλητική, ανοιχτή, έτοιμη να τινάξει τις τελευταίες αναστολές στον αέρα. Η θέα της τον τρέλανε.
Ο Νικηφόρος την κοίταξε βαθιά στα μάτια, με το πονηρό χαμόγελο ζωγραφισμένο στα χείλη.
«Γιατί έκλεισες την μπαλκονόπορτα;» της ψιθύρισε, γλιστρώντας αργά το χέρι του ανάμεσα στα πόδια της.
«Αλήθεια, δεν ξέρεις;» του αποκρίθηκε εκείνη με μια φωνή λιωμένη από προσμονή, έτοιμη να παραδοθεί.
Ο Νικηφόρος χαμογέλασε σκοτεινά και γλίστρησε το χέρι του στο σώμα της, αφήνοντας τα δάχτυλά του να βρουν την υγρή, καυτή της δίοδο.
«Μμμ, ναι... συνέχισε, θέλω να με χαϊδέψεις εκεί, να με τρίψεις μέχρι να τιναχτώ! του ψιθύρισε η Νεφέλη με κομμένη την ανάσα.
Η πίεση από τον στύλο του στα κωλομέρια της ήταν πια αβάσταχτη, σκληρή σαν πέτρα κάτω από το ύφασμα. Άνοιξε τα πόδια της πιο πλατιά, υποδεχόμενη τα δάχτυλά του, ενώ ταυτόχρονα το δικό της χέρι τρύπωσε στη βερμούδα του.
Μόλις τύλιξε τα δάχτυλά της γύρω από τον πούτσο του, η ανάσα της κόπηκε. Ένα αναφιλητό έκπληξης ξέφυγε από τα χείλη της πριν σκάσει σε ένα πονηρό, λαίμαργο γέλιο. «Παναγία μου... Τι τέρας είναι αυτό, αγόρι μου; Είναι ακόμα πιο τεράστιος απ' όσο φανταζόμουν!»
Το χέρι της άρχισε να κινείται αδηφάγα πάνω-κάτω, σφίγγοντας τη σκληρή, παλλόμενη σάρκα.
«Καλά... δεν απορώ που τον λιγουρεύονται όλες, η ανιψιά σου κι η κόρη μου! Τέτοιο εργαλείο δεν το αφήνεις ούτε λεπτό σε ησυχία. Έλα εδώ τώρα, να σε περιποιηθεί η θεία σου όπως του πρέπει...»
Ο Νικηφόρος γλίστρησε το μακρύ, μεσαίο του δάχτυλο ανάμεσα στα μπούτια της Νεφέλης και της χάιδεψε τα παχιά της μουνόχειλα.
Το δικό της χέρι σταμάτησε να ανεβοκατεβαίνει στο πρησμένο καυλί από πάνω μέχρι κάτω και να τον τυραννά, έμεινε κλεισμένο σφιχτά γύρω του.
«Έλα αγόρι μου... Έλα καύλα μου γλυκιά…»
«Πες μου τι θες να σου κάνει τ’ αγόρι σου!» της είπε. «Πες μου τι θες να σου κάνει, καυλιάρα μου...» επέμεινε.
«Θέλω να νιώσω τον σκληρό πούτσο σου μέσα μου..»
« Θέλεις το καυλί μου στη μουνάρα σου, καύλα μου;»
«Ναι, καυλιάρη μου. Ναι! Το θέλω, η γαμημένη! Το θέλω, η πουτάνα!»
«Πες μου πάλι... Τι είσαι;»
«Μουνάρα γαμημένη.»
«Τι άλλο;»
«Ξεκωλιάρα. Πουτάνα!»
«Μ’ αρέσει να σε ακούω να μου το λες.»
Η θάλασσα δίπλα τους ήταν σκοτεινή μα ησυχασμένη, και ο ουρανός απάνω ξάστερος. Τ' άστρα έριχναν από ψηλά υγρές ακτίνες, μα δεν έφταναν να φέξουν κάτω τα θαμπά νερά. Ο Νικηφόρος ένιωθε την υγρή πνοή των νερών, τη βαθιά πνοή του κόλπου που απλωνόταν πέρα και ο ουρανός του τέντωνε από πάνω σκοτεινό μανδύα, σαν να ήθελε να τους φυλάξει από αδιάκριτα μάτια.
Η σιωπή γύρω τους είχε γίνει βαριά, ηλεκτρική, λες και κρυβόταν μέσα της κάτι σκοτεινό και απειλητικό. Κάθε τους κίνηση αποκάλυπτε νέες, πρωτόγνωρες αισθήσεις, μετατρέποντας το παιχνίδι σε μια ωμή, ανεξέλεγκτη ηδονή.
«Ααααχ... » ξέφυγε σαν ψίθυρος από τα χείλη της Νεφέλης, με την ανάσα της κομμένη.
«Σσσ! Προσοχή μη σκάσει κανείς και γίνει της πουτάνας,» της ψιθύρισε ο Νικηφόρος με το πρόσωπο κατακόκκινο από την αγωνία.
Το δάχτυλό του γλίστρησε βαθιά ανάμεσα στα υγρά, καυτά χείλη της. Με την πίεση, η Νεφέλη έβγαλε έναν πνιχτό βόγκο και τα δάχτυλά της έκλεισαν σφιχτά γύρω του.
«Ααααχ...» ούρλιαξε χαμηλόφωνα ο Νικηφόρος, χάνοντας τον έλεγχο.
«Σσσσ...,» τον αποστόμωσε εκείνη με ένα πονηρό, λαχανιασμένο χαμόγελο.
Η κορύφωση ήρθε σαρωτική, αλύπητη. Σφίγγοντας τα δόντια μέχρι να ματώσουν, πάλεψαν να κρατήσουν τις κραυγές τους πίσω από τα χείλη τους, τρέμοντας μήπως προδοθούν. Τα δευτερόλεπτα κυλούσαν σαν αιώνες μέσα σε έναν πυρετό οργασμού, μέχρις ότου οι ανάσες τους αρχίσουν να βαραίνουν και να ηρεμούν.
Αργά, ο Νικηφόρος αποσύρθηκε. Η Νεφέλη, με τα χέρια της γεμάτα, κινήθηκε γρήγορα· άρπαξε μια καθαρή βερμούδα από το σχοινί του απλώματος για να την αλλάξει, με την καρδιά της να χτυπάει μανιωδώς από τον φόβο μήπως η Άλκηστις πάρει μυρωδιά.
Κι όμως, πίσω από την τρόμο της αποκάλυψης, η φωτιά είχε ήδη ανάψει για τα καλά. Ήταν ολοφάνερο πως αυτή η στιγμή δεν ήταν παρά η πρώτη πράξη.
«Δεν τελειώσαμε εδώ, να ξέρεις... Θα υπάρξει και συνέχεια,» του ψιθύρισε, κλείνοντας του πονηρά το μάτι με μια υπόσχεση που έκρυβε ολόκληρους κόσμους.
Πρόλαβαν μόλις να πάρουν μια ανάσα και να ισιώσουν τα ρούχα τους, όταν στην αυλή ακούστηκαν οι φωνές και τα γέλια της οικογένειας που επέστρεφε.
Οι τελευταίες μέρες του Αυγούστου κυλούσαν σαν αργό, καυτό λιώσιμο. Η Νεφέλη, αιχμάλωτη του ερωτικού τους συμβάντος, ζούσε σε μια διαρκή, πυρετώδη έκσταση. Δεν άντεχε την αναμονή, το κορμί της διψούσε για τη συνέχεια. Το προικισμένο σώμα του Νικηφόρου και η ανάμνηση του πέους του είχαν γίνει έμμονη ιδέα που την παρέλυε. Παραδιδόταν στη φαντασία της χωρίς τύψεις ούτε δισταγμούς. Οι μικροαστικές συμβάσεις τής φαίνονταν αστείες.
«Στο βάθος, όλες ίδιες είναι, δοθείσης ευκαιρίας», μονολογούσε με μια πικρή ειρωνεία. «Μόνο που το κρύβουν, το παίζουν αγίες. Ενώ το καθαρό σεξ για την απόλαυση του σεξ είναι ίσως το μόνο αληθινό θέλημα Θεού. Άλλωστε, ποιος έβαλε το φίδι στον Παράδεισο;»
Η φαντασία της δούλευε υπερωρίες, πλάθοντας εικόνες και σενάρια αποκλειστικής μοναξιάς μαζί του. Η ευκαιρία δεν άργησε να έρθει. Λίγο πριν από την αναχώρηση, η Νεφέλη έπεισε τον Νικηφόρο να πάρουν το φορτηγάκι του Παυσανία και να ανέβουν στο μαντρί του τσοπάνη, στους λόφους απέναντι, για να φορτώσουν κοπριά για τα λουλούδια του κήπου. Καθώς άφηναν πίσω τους τα σπίτια και τραβούσαν παραλιακά, η λιόφυτη πλαγιά άνοιγε μπροστά τους πνιγμένη στο φως.
Η απομόνωση μέσα στην καμπίνα του αυτοκινήτου της έδωσε το θάρρος να σπάσει τον πάγο. Ήθελε να τον δει να γδύνεται ψυχικά, όπως γδυνόταν σωματικά. Τον προκάλεσε να μιλήσει για τα ενδότερα της οικογένειάς του, για εκείνη τη γκρίζα, πνιχτή σχέση με την πεθερά του την Αντιγόνη που είχε γίνει βορά στα σχόλια του χωριού. Με φωνή γλυκιά και επίμονη, τον ρώτησε τι πραγματικά ένιωθε για εκείνη και τι βαρίδια τού είχε αφήσει αυτή η ιστορία στην ψυχή.
«Νεφέλη, πού το πας τώρα αυτό;» ρώτησε ξαφνιασμένος, γυρίζοντας για δευτερόλεπτα το βλέμμα του από τον δρόμο.
«Γυναικεία περιέργεια, ποιος ξέρει;» απάντησε εκείνη με μισό χαμόγελο.
«Κάτι άλλο έχεις εσύ στο μυαλό σου... Αλλά, για να τελειώνουμε, δεν έχω κανένα παράπονο από την Αντιγόνη. Μια χαρά τα πάμε.»
«Σαν γυναίκα πώς τη βλέπεις;» επέμεινε εκείνη αμείλικτα.
«Μια χαρά... Ώρες-ώρες είναι χάρμα οφθαλμών.»
«Την έχεις φλερτάρει ποτέ; Υπήρξε ποτέ εκείνος ο ηλεκτρισμός, η σεξουαλική ένταση ανάμεσά σας;» Η σιωπή βάθυνε στην καμπίνα. Ο Νικηφόρος ένιωσε την ανάγκη να πετάξει από πάνω του το βάρος της σιωπής. Η αλήθεια ήταν πως από την πρώτη μέρα η Αντιγόνη του είχε τραβήξει την προσοχή. Ένας υπόγειος, σιωπηλός μαγνητισμός υπήρχε πάντα, από εκείνους που γεννούν την επιθυμία χωρίς να την τολμούν.
«Είναι μια φανταστική γυναίκα, που φέρνει πολύ στον χαρακτήρα της Εριφύλης, ομολόγησε με βαριά ανάσα. Τη βρίσκω εξαιρετικά ελκυστική και η αλήθεια είναι πως η σκέψη της με εξιτάρει. Αλλά μέχρι εκεί. Ζούμε κάτω από την ίδια στέγη, βλεπόμαστε συνέχεια. Με την Εριφύλη, όταν είμαι στην Ελλάδα, έχουμε μια υπέροχη ερωτική ζωή... όμως τον χειμώνα, στους ατέλειωτους μήνες στους ωκεανούς, η φαντασία μου ταξιδεύει συχνά στην Αντιγόνη. Και ξέρεις κάτι; Νιώθω τύψεις γι' αυτό. Σε παρακαλώ... ας το κλείσουμε εδώ.»
«Αγόρι μου, τι κάθεσαι και τυραννιέσαι με τύψεις; του πέταξε με άνεση η Νεφέλη, γυρίζοντας να τον κοιτάξει κατάματα. Αφού τη λιγουρεύεσαι και θες να σε ποθήσει, γιατί το κρύβεις; Δείξε της λίγο τσαγανό, άνοιξε τα χαρτιά σου. Μεταξύ μας, απλώς από περιέργεια ρωτούσα, αλλά για σκέψου το καλύτερα.» Η φωνή της χαμήλωσε, παίρνοντας μια χροιά πιο διεισδυτική.
«Δεν το βλέπεις τόσα χρόνια; Χωρίς σεξ, μια γυναίκα σαν την Αντιγόνη μαραίνεται. Δεν σε βάζει σε σκέψεις; Είναι νέα γυναίκα ακόμα. Νομίζεις πως δεν έχει ανάγκες επειδή έτυχε η στραβή με τον Θρασύβουλο; Δηλαδή τι πρέπει να κάνει; Να κλειστεί σε μοναστήρι ή να το παίζει υπηρέτρια του πεθερού σου για τα υπόλοιπα χρόνια της; Σοβαρά τώρα πιστεύεις ότι υπάρχει άνθρωπος στην ηλικία της που δεν του λείπει το κρεβάτι και η επαφή;» Του πέταξε το γάντι με μια δόση κυνισμού και, πριν προλάβει να αρθρώσει λέξη, του έκλεισε το μάτι με ένα πονηρό, λάγνο χαμόγελο.
«Το έχω βασανίσει στο μυαλό μου άπειρες φορές! ομολόγησε ο Νικηφόρος, νιώθοντας τα τείχη του να πέφτουν. Θέλω να την πηδήξω αγρίως, δεν το αρνούμαι, αλλά ξέρω πως θα γίνει χαμός. Γι' αυτό κρατιέμαι, παρότι με τρώει η καύλα μόλις τη θυμάμαι. Είναι η μάνα της γυναίκας μου, πώς να το κάνουμε; Προσπαθώ να κρατήσω τις γραμμές μου, αν και είναι αδύνατο όταν σε κοιτάζει έτσι και σε προκαλεί.»
Η Νεφέλη τον κοίταξε με μια σχεδόν σαρδόνια κατανόηση.
«Άκου τι σου λέω. Μια ζωή την έχουμε. Αν η γυναίκα μαραίνεται, κάνε το καθήκον σου! Κι όταν το αποφασίσεις, δώσε τα όλα. Πάρε την κάτω και τίναξε της τα καπάκια, που λέτε κι εσείς οι μηχανικοί!
Ο Νικηφόρος έβαλε τα γέλια, πνιγμένος από την απροσδόκητη παρομοίωση της.
«Τι λες βρε; Να τη δουλεύω δηλαδή στο κόκκινο, μέχρι να σκάσουν οι βαλβίδες ασφαλείας;»
«Να το κάνεις, του είπε κοφτά εκείνη. Μου έχει εκμυστηρευτεί κιόλας ότι της λείπει απελπισμένα το σεξ, ότι το έχει ανάγκη.»
Ο Νικηφόρος στένευε τα χέρια του πάνω στο τιμόνι, με το πρόσωπό του σφιγμένο από τη σκέψη.
«Εύκολο το λες... Δεν ξέρω καν αν θα το τολμήσω. Αγωνίζομαι να κρατηθώ, αλλά πόσο να αντέξω ακόμα; Άλλος στη θέση μου θα την είχε βάλει κάτω από την πρώτη μέρα. Η κάψα μου γι' αυτήν κρατάει χρόνια, όμως τελευταία έχει ξεφύγει από κάθε έλεγχο. Ειδικά από τότε που διέκρινα στα μάτια της την ίδια φωτιά, την ίδια λαχτάρα για έναν απαγορευμένο έρωτα που παραμόνευε να εκραγεί. Σπάω το κεφάλι μου να βρω τρόπο να σβήσω αυτή τη φωτιά χωρίς να γκρεμίσουμε τα πάντα γύρω μας. Στο κάτω-κάτω, ποιος άντρας δεν θα ‘δινε τα πάντα για να βρει το μαγικό κλειδί που θα κάνει τη γυναίκα που ποθεί να πέσει στην αγκαλιά του;
Χάθηκαν στη ροή της κουβέντας τους κι ούτε που κατάλαβαν πότε τα λιόδεντρα και η αμμώδης ακτή έδωσαν τη θέση τους στον ανηφορικό χωματόδρομο. Ανεβαίνοντας την πλαγιά, βρέθηκαν σε ένα οροπέδιο κρεμασμένο πάνω από τη θάλασσα. Ο Νικηφόρος έσβησε τη μηχανή μέσα σε ένα πυκνό δάσος από ρείκια και πουρνάρια.
Μπροστά τους ορθωνόταν το μαντρί: λιθόκτιστα τοιχία σαν πέταλο και μια φαρδιά ξύλινη καλύβα στην είσοδο. Ήταν έρημο. Το καταφύγιο του τσοπάνη περίμενε τον χειμώνα για να ξαναζωντανέψει.
Μόλις πέταξαν την πόρτα πίσω τους, η ατμόσφαιρα ηλεκτρίστηκε μοριακά. Η Νεφέλη, κυριευμένη από μια άγρια, βασανιστική λαχτάρα, του όρμηξε. Το βλέμμα της είχε γίνει καυστικό, έτοιμο να γκρεμίσει κάθε αναστολή. Τον τράβηξε βίαια πάνω της και του έκλεισε το στόμα μ' ένα φιλί καυτό σαν λάβα.
Και τότε, πάνω στην κορύφωση της προσμονής, ο κόσμος γκρεμίστηκε. Ένας μεταλλικός ήχος διέλυσε τη σιωπή: το κουδούνι ενός σκύλου. Ο κυνηγετικός σκύλος του γείτονα, που όργωνε την περιοχή για εκπαίδευση, ξεπρόβαλε στην πόρτα, αμέσως ακολουθούμενος από τον ίδιο τον ιδιοκτήτη.
Το πάθος κόπηκε μαχαίρι. Η φλόγα έσβησε πριν προλάβει να φουντώσει, αφήνοντας πίσω της μια πικρή, απογοητευτική γεύση και το άγχος της απόλυτης προδοσίας.
...Το τελευταίο βράδυ του καλοκαιριού κυλούσε με γέλια και κρασιά στο σπίτι. Όταν η Νεφέλη πέταξε την πρόφαση για το κρασί από την αποθήκη και ζήτησε από τον Νικηφόρο να τη συνοδεύσει, η ατμόσφαιρα άλλαξε σε κλάσματα δευτερολέπτου.
Μόλις πάτησαν το πόδι τους στο διπλανό σπίτι, εκείνη γύρισε με λάμψη στα μάτια.
«Ώστε αύριο φεύγετε... Θέλω να σ' ευχαριστήσω για όλα. Ελπίζω να ξανασυναντηθούμε γρήγορα...»
Πριν προλάβει να πάρει ανάσα, του όρμηξε. Το σώμα της κόλλησε στο δικό του, το χέρι της άρπαξε τον καβάλο του και τα δόντια της βυθίστηκαν στα χείλη του. Ο Νικηφόρος ανταποκρίθηκε ακαριαία, με τα χέρια του να σφίγγουν με μανία τους γλουτούς της, ενώ τα χείλη του γλίστρησαν λαίμαργα στο στήθος της, πάνω από το ύφασμα.
«Γάμησε με εδώ, τώρα! Μη χάνεις χρόνο!» του ψιθύρισε πυρακτωμένη.
Την έσπρωξε μέσα στην αποθήκη κλείνοντας τη βαριά πόρτα. Το φουστάνι ανέβηκε με μια κίνηση. Με τα δάχτυλά του παραμέρισε το εσώρουχο, ενώ η βερμούδα του έπεσε χαμηλά. Την άρπαξε, την ανέβασε πάνω στο ξύλινο τραπέζι και χώθηκε μέσα της, με τα πόδια της τυλιγμένα γύρω από τη μέση του και τα χέρια της σφιγμένα στον λαιμό του.
Ο χώρος γέμισε από τις πνιχτές, οργασμικές κραυγές της που χτυπούσαν στους τοίχους. Η εκτόξευση ήταν σφοδρή, σαρωτική.
Λίγο αργότερα, στον δρόμο της επιστροφής, με το σώμα της να μουλιάζει από τα υγρά του και την ψυχή της σε έκσταση, η Νεφέλη χαμογέλασε σκοτεινά.
«Όταν γυρίσεις, να ξέρεις, θα σε ξεζουμίσω... Αλλά μάλλον δεν έχεις παράπονο.»
Εκείνος έμεινε σιωπηλός, κουβαλώντας το βάρος της φωτιάς τους. Λίγα λεπτά αργότερα, κάθονταν ξανά γύρω από το τραπέζι με την οικογένεια, σαν να μην είχε καεί ο κόσμος τους λίγο πριν.
Η επιστροφή στην Αθήνα βρήκε την οικογένεια ήρεμη, δεμένη και ανανεωμένη. Οι διακοπές είχαν λειτουργήσει σαν λυτρωτική ανάσα. Με τη ρουτίνα, το άγχος και τις υποχρεώσεις παγωμένες για λίγες εβδομάδες, η λίμπιντο είχε βρει χώρο να ανασάνει, θυμίζοντάς τους πως η αγάπη τους είχε γερά θεμέλια αλλά και ανάγκη από ανανέωση.
Στο χωριό, όμως, τα πράγματα ετοιμάζονταν να πάρουν άλλη τροπή. Ο Παυσανίας είχε κατέβει στην Αθήνα για ιατρικές εξετάσεις και φιλοξενία στον αδελφό του, αφήνοντας τη Νεφέλη πίσω. Όταν η Εριφύλη πρότεινε να αναλάβει η Νεφέλη να συντονίσει τον Νικηφόρο, που θα ανέβαινε για το κλείσιμο του εξοχικού, ώστε να έχουν και οι δύο μεταφορικό μέσο, κανείς τους δεν φανταζόταν τα κρυφά σχέδια που υφαίνονταν.
Ο Νικηφόρος είχε παίξει έξυπνα τα χαρτιά του. Είχε υπολογίσει τα πάντα, κάνοντας τις εργασίες του σπιτιού να συμπέσουν ακριβώς με τις μέρες που η Νεφέλη θα έμενε ολομόναχη στον παραλιακό οικισμό. Το σκηνικό ήταν έτοιμο.
Λίγες μέρες μόνο είχαν περάσει από τον χωρισμό των οικογενειών, κι όμως η έλλειψη και δη η σεξουαλική, είχε αρχίσει να βαραίνει τη Νεφέλη, κάνοντας τη ανήσυχη και ανυπόμονη.
Το βράδυ, μόνη μέσα στο εξοχικό, η σκέψη της έτρεχε ασταμάτητα. Αναρωτιόταν αν είχε φτάσει η στιγμή να διαβεί τον Ρουβίκωνα. Ήρθε η ώρα να αφήσει πίσω της τα υπονοούμενα και τις φαντασιώσεις, και να περάσει στο προσκύνημα της σάρκας; Η ορμή της ζητούσε διέξοδο.
Ήξερε πως την επομένη ο Νικηφόρος θα βρισκόταν εκεί. Στο μυαλό της, εκείνος ήταν η όρμιση, η πηγή που θα έσβηνε αυτή τη φωτιά. Μια γλυκιά, μεθυστική ζαλάδα την τύλιξε.
«Αχ, το σπιτάκι μου... πόσο το είχα ανάγκη αυτή την ησυχία, ψιθύρισε στον εαυτό της.»
Αποκοιμήθηκε με μια αίσθηση γαλήνης, σαν μικρό ζώο στη φωλιά του. Το επόμενο πρωί, όμως, ξύπνησε εντελώς διαφορετική: ανανεωμένη, ορεξάτη, μ' ένα υπονοούμενο χαμόγελο στα χείλη. Ήξερε καλά τι την περίμενε. Η προσδοκώμενη «απιστία» στεκόταν μπροστά της σαν λύτρωση, έτοιμη να ξεσκονίσει τη νεκρή της λίμπιντο και να ανάψει φωτιές.
Το μεσημέρι πέταξε μέχρι το χωριό για τα ψώνια. Ένα πλούσιο, σχεδόν προκλητικό τραπέζι ετοιμαζόταν στο μυαλό της.
«Σαν να ‘χω γενέθλια θα το γιορτάσω απόψε, σκέφτηκε με μια ελαφρά πίκρα. Ίσως γιατί σε λίγες μέρες πιάνω τα σαράντα πέντε...
Το απόγευμα, η συνάντηση τους στο πάρκινγκ του σούπερ μάρκετ είχε κάτι από προσμονή παράνομου ραντεβού. Με το που έσκασε η μηχανή του Νικηφόρου, τον υποδέχτηκε με μια θερμότητα που έκρυβε από κάτω της ηλεκτρισμό.
«Ορίστε, για να έχουμε τα βασικά, του είπε δείχνοντας τις τσάντες.»
Ο Νικηφόρος έριξε μια ματιά στο πορτμπαγκάζ και σφύριξε πονηρά.»
«Μάλλον μου ‘λαχε το τζακ-πότ απόψε!
Μπήκε στη θέση του συνοδηγού και τον άφησε να την κοιτάζει από την κορυφή ως τα νύχια. Η Νεφέλη ήταν σήμερα εκθαμβωτική, αλλά μέσα της γινόταν σεισμός. Η ατμόσφαιρα ανάμεσά τους μύριζε έρωτα και συνάμα μια αλλόκοτη, βαριά αμηχανία. Ένα χαμόγελο πέρασε από τα χείλη της άχνα και μπερδεμένο. Ένιωθε τόσο μουδιασμένη από το κύμα της ντροπής και της ηδονής που κοντοστάθηκε, σχεδόν έτοιμη να ανοίξει την πόρτα και να τρέξει μακριά. Έσφιξε τα δόντια όμως, προσπαθώντας να δείξει πέρα για πέρα cool.
Η κουβέντα κυλούσε χαλαρά, αλλά η σκέψη τους βρισκόταν αλλού. Ύστερα από μέρες μοναξιάς στα τελειώματα του καλοκαιριού, η Νεφέλη είχε πάρει την απόφαση να το ρίξει έξω. Και ποιος άλλος θα μπορούσε να είναι ο παρτενέρ της αν όχι ο Νικηφόρος, η μόνιμη φαντασίωση της; Ζητούσε την ερωτική της λύτρωση, μια απόδραση από τη μακρά χειμερία νάρκη της επιθυμίας, μια περιπέτεια που θα της χάριζε ξανά τον έλεγχο του σώματος και της ηδονής της. Ήθελε να νιώσει πως, μετά από το μεγάλο διάλειμμα, γύριζε στο παιχνίδι πιο ώριμη αλλά και με μια πρωτόγνωρη, σχεδόν παρθένα λαχτάρα.
«Όποιος δεν ρισκάρει, δεν κερδίζει», μονολογούσε για να καθησυχάσει τις ελάχιστες αναστολές της.
Μέσα στο μυαλό του Νικηφόρου, οι εικόνες στριφογύριζαν σαν φιλμ: η Νεφέλη να ξεπλένεται ολόγυμνη στο υπαίθριο ντους, τα νερά να κυλούν πάνω στο καλοκαιρινό, σφιχτό της κορμί, η αχαρτογράφητη δίψα μιας γυναίκας που επαναστατούσε ενάντια στα κοινωνικά στεγανά και την ηλικία της.
Κάθε φορά που θυμόταν τον καναπέ, τον τρόπο που λύγιζαν και κουνιόντουσαν τα λαγόνια της, το αίμα του χτυπούσε δυνατά στους κροτάφους. Ανακάλυπτε μια Νεφέλη ακόρεστη, επιθετική, με δέρμα γλιστερό από το αλάτι και τον ήλιο, φωτιά και θandato μαζί. Κι όσο η λογική τού ούρλιαζε για ενοχές, το σώμα του τού φώναζε το αντίθετο: δεν είχε νιώσει ποτέ πιο έτοιμος, πιο καυτός, πιο ζωντανός.
Καθώς άφηναν πίσω τους τα σπίτια του χωριού, η Νεφέλη άνοιξε την τσάντα της και άναψε ένα λεπτό, slimline τσιγάρο. Ήξερε πώς να του παίρνει τα μυαλά· γνώριζε καλά πόσο τον άναβε να βλέπει μια γυναίκα να καπνίζει καθώς τον κοιτάζει με μισό μάτι.
Ο Νικηφόρος δεν άντεξε. Έσκυψε προς το μέρος της, πέρασε το χέρι του στην πλάτη της και της ψιθύρισε σχεδόν βραχνά.
«Είσαι από τις πιο ποθητές γυναίκες που έχω συναντήσει... Θέλω να σε κλείσω στην αγκαλιά μου, αν το θες κι εσύ.»
Λίγο παραπέρα, τράβηξε το τιμόνι στην άκρη του δρόμου και έσβησε τη μηχανή. Έσκυψε, βυθίζοντας τα χείλη του στον ευαίσθητο λαιμό της. Η Νεφέλη πάγωσε για ένα δευτερόλεπτο πριν αφεθεί, μουδιασμένη από την προσμονή.
«Σε ενοχλεί; ρώτησε εκείνος, βλέποντάς τη να διστάζει.
«Εεε..»
Η φωνή της κόλλησε. Νομίζοντας πως την έφερε σε δύσκολη θέση, ο Νικηφόρος αποσύρθηκε αμέσως, παίρνοντας τα χέρια του πίσω με ενοχή.
«Συγγνώμη... δεν ήθελα...»
«Όχι, εγώ συγγνώμη που άργησα να μιλήσω!,» πετάχτηκε εκείνη, με τα μάτια της να φεγγρίζουν. Με αιφνιδίασες... αλλά σε καμία περίπτωση δεν με ενόχλησε!
Ο Νικηφόρος την κοίταξε βαθιά, με μια ειλικρινή, ζεστή λατρεία στα μάτια.
«Κάθε φορά που σε βλέπω, Νεφέλη, χάνω τον κόσμο...»
Εκείνη χαμογέλασε, αφήνοντας τον καπνό να ανέβει αργά στον αέρα πριν του πετάξει τη χαριστική βολή:
«Η θεία πουτάνα και ο ανιψιός πουτανιάρης... Ξέρεις κάτι; Καθόλου άσχημα δεν ακούγεται.»
Ο Νικηφόρος κοίταξε ψηλά, παρατηρώντας τον ορίζοντα να σκοτεινιάζει επικίνδυνα.
«Πρέπει να βιαστούμε, της είπε, δείχνοντας τα σύννεφα. Έχουν κατέβει απειλητικά χαμηλά, έχουν πνίξει τον ουρανό και κόβουν κάθε αχτίδα φωτός. Φοβάμαι πως θα μας πιάσει μπόρα...»
Το αυτοκίνητο κυλούσε αργά σε έναν δρόμο που χανόταν ανάμεσα σε αιωνόβιες ελιές και στη σκοτεινή, άγρια θάλασσα. Η μυρωδιά της βρεγμένης γης και του φθινοπώρου γέμιζε την καμπίνα. Ο ουρανός είχε πάρει μια απόκοσμη, δραματική ομορφιά με κόκκινες και μωβ αποχρώσεις, ενώ το φως χανόταν αργά.
Έξω, η ησυχία της εξοχής στεκόταν βαριά, σπασμένη μόνο από το ψιθύρισμα του ανέμου στα φύλλα. Μέσα στο αυτοκίνητο, όμως, ο κόσμος τους ήταν φτιαγμένος από άλλη ύλη. Οι κουβέντες τους μπορεί να άλλαζαν θέματα, μα όλες κατέληγαν στο ίδιο σημείο: σε εκείνα τα αόρατα νήματα που τους έσπρωχναν ακατανίκητα, όλο και πιο κοντά, σε έναν νέο, αναπόφευκτο ερωτικό κρίκο.
Ξαφνικά, η Νεφέλη έσπασε τη σιωπή με ένα βλέμμα γεμάτο υπονοούμενα.
«Για πες μου, αυτός ο αρχιτέκτονας... πώς και πέρασε από τα μέρη μας;»
Ο Νικηφόρος κράτησε την ψυχραιμία του, προσπαθώντας να κερδίσει χρόνο.
«Ο αρχιτέκτονας; Ξέρεις τώρα, ψάχνουν για παλιά αρχοντικά, οικόπεδα με προοπτική... Μια βόλτα έκανε.
«Με δουλεύεις;»
«Όχι βέβαια! Απλώς ρωτούσε για το παλιό κτήμα του παππού σου. Θέλει λέει να το αγοράσει.»
«Κάτι πιο έξυπνο έχεις να μου πεις;,» τον έκοψε εκείνη κοιτώντας τον στα μάτια.
«Αν ήμουν πιο έξυπνος, δεν θα καθόμουν εδώ να προσπαθώ να σε πείσω. Αλλά ο τύπος έχει χρήμα, σκέψου το.»
Η Νεφέλη ξέσπασε σε γέλια.
«Κατάλαβα. Μάλλον έχασε τον δρόμο του και είπε να σταθεί κάπου.»
«Γιατί όμως ρωτάς; Κάποιος φίλος ήταν που φιλοξενήσαμε...»
«Φίλος, ε; Εγώ λέω να ‘χεις τα μάτια σου ανοιχτά.»
«Γιατί, τι έκανε ο κερατάς;»
«Όρκο δεν παίρνω, αγόρι μου, αλλά σαν στο λέει η Νεφέλη... άνοιξε τα μάτια σου!»
«Θέλεις να μου πεις κάτι συγκεκριμένο;»
«Ναι, αυτό θέλω! Άκου να δεις... Θυμάσαι τις μέρες που είχαν κατέβει στην πόλη ο Θρασύβουλος με την Αντιγόνη και τα παιδιά, και εσύ με την Εριφύλη και την Άλκηστις μείνατε πίσω στις μοναξιές σας; Άτιμε άντρα, πώς τα περνούσες τότε... Εσύ κολυμπούσατε στα βαθιά με την Άλκηστις, σας έβλεπα να απομακρύνεστε. Αλλά κάτω στην παραλία, η Εριφύλη μόλις είχε βγει από το νερό. Πλησίασε τον αρχιτέκτονα που λιαζόταν στη σκιά και του πέταξε: «Πολύ ζέστη σήμερα, μωρό μου, θα ψηθούμε!».
Ο Νικηφόρος την άκουγε ατάραχος.
Και συνέχισε, του λέει. «Βοήθησε με να βάλω αντηλιακό». Χωρίς να περιμένει, ξάπλωσε μπρούμυτα, άνοιξε τα πόδια της να χτυπά ο ήλιος τους γλουτούς και τα απόκρυφα μέσα στο βραζιλιάνικο. Αυτός άρπαξε το λαδάκι, άρχισε να το απλώνει στην πλάτη της με αργές, ελαφρές κινήσεις... «Έχεις δυνατά χέρια, έκανες ποτέ μασάζ σε γυναίκα;» τον ρώτησε.
«Έμαθα «σιάτσου» μασάζ από το Θιβέτ, για ισορροπία και χαλάρωση, για σένα Εριφύλη μου», της απάντησε εκείνος γελώντας πονηρά.
Η Εριφύλη δεν είχε κρατήσει ούτε τα προσχήματα. Από την πρώτη στιγμή φάνηκε πόσο διαχυτική ήταν, διψασμένη για παιχνίδια και περιπέτεια. Γύρισε το κεφάλι της προς το μέρος του και τον κοίταξε προκλητικά.
«Αχ, υπέροχα νέα! Αν μου κάνεις και μασάζ, να ξέρεις πως θα σου το χρωστάω διπλό...»
Ο αρχιτέκτονας δεν έχασε ευκαιρία.
«Στη διάθεσή σου, μωρό μου, με χίλια! Το μασάζ είναι το απόλυτο ελιξίριο· διώχνει το στρες και φουντώνει την επιθυμία...»
Άρχισε να της απλώνει το λάδι στην πλάτη με αργές, απολαυστικές κινήσεις, κι εκείνη παραδόθηκε στα χέρια του. Έλιωνε, αλλά κάθε τόσο πετάγεται, ανασηκώνοντας το κορμί της και κοιτάζοντας αγωνιωδώς προς τη θάλασσα, μήπως και φανούν ο Νικηφόρος με την Άλκηστις.
«Μη φοβάσαι, της ψιθύρισε εκείνος καταλαβαίνοντας τον φόβο της. Ζουν τον δικό τους μύθο, θα αργήσουν να γυρίσουν. Και το κυριότερο... δεν υπάρχει ψυχή γύρω μας.
Πράγματι, ο κόσμος είχε αδειάσει. Μοναξιά και απόλυτη ελευθερία παντού.
Ο αρχιτέκτονας συνέχισε το παιχνίδι του, κάνοντας το μασάζ ακόμα πιο προκλητικό. Το λαδάκι κυλούσε δροσερό πάνω στο κορμί της Εριφύλης, κι εκείνη, παραδομένη στην ηδονή, άνοιγε όλο και πιο ναζιάρικα τα πόδια της. Τα δάχτυλά του έσπρωξαν το λεπτό κορδόνι του μπικίνι, χαϊδεύοντας τη χαραμάδα της με μια αμαρτωλή άνεση. Με μια νέα δόση λαδιού, της σήκωσε ελαφρά τη λεκάνη κι άρπαξε με την παλάμη ολόκληρο το μουνί της, τρίβοντας με ρυθμό τα πρησμένα, καυτά μουνόχειλα. Η φωτιά είχε ανάψει για τα καλά.
Κι όμως, μέσα σ' αυτή την έκσταση, η τύχη τους επιφύλασσε μια απρόσμενη στιγμή. Στη γωνία της ερημικής παραλίας, ανάμεσα στα βράχια, ξεπρόβαλε ξαφνικά ένας νεαρός πεζοπόρος. Περνώντας σε μικρή απόσταση, το βλέμμα του καρφώθηκε αμέσως στους γυμνούς, αποκαλυπτικούς γλουτούς της Εριφύλης και έπειτα στον αρχιτέκτονα, που προσπάθησε να μαζευτεί κάπως. Τέτοιο φθόνος και τέτοια έκπληξη σπάνια καθρεφτίζονται σε αντρικό βλέμμα.
Ο αρχιτέκτονας, όμως, ούτε που πτοήθηκε. Συνέχισε ατάραχος το χάιδεμα στα πόδια της, μέχρι που ο περαστικός χάθηκε οριστικά πίσω από τους βράχους. Η ερημιά ξαναγύρισε στο σκηνικό. Γύρω τους υπήρχε μόνο η θάλασσα, η απόλυτη σιωπή και οι δυο τους, ολομόναχοι σε έναν κόσμο φτιαγμένο από αμαρτία.
Ζούσαν σε έναν άλλο κόσμο, εντελώς απελευθερωμένοι από τα δεσμά της κοινής λογικής, ανυποψίαστοι πως κάποιος τους έπαιρνε μάτι και καύλωνε με τα κατορθώματά τους. Ο αρχιτέκτονας είχε ξαπλώσει δίπλα της και είχαν παραδοθεί σε έναν χείμαρρο από φιλιά και χάδια πάνω στην άμμο. Για εκείνους, ο υπόλοιπος κόσμος είχε εξαφανιστεί. Υπήρχε μόνο το απαλό θρόισμα των φύλλων και το πνιχτό κρώξιμο κάποιου πουλιού που κούρνιαζε ψηλά στους ευκαλύπτους.
Η Νεφέλη τον κοίταξε κατάματα, με τη φωνή της να χαμηλώνει σαν σε μυσταγωγία.
«Κι όμως... εγώ ήμουν εκεί, Νικηφόρο. Σαν αόρατος θεατής, σαν παρείσακτος σε αυτό το θέαμα. Σβέλτα, αθόρυβα, γλίστρησα πιο κοντά τους εκείνη ακριβώς τη στιγμή. Όχι από κακία, μα από μια ακόρεστη περιέργεια... να τους κοιτάζω από απόσταση αναπνοής.»
«Η καριόλα η γυναίκα μου...!,» φώναξε ο Νικηφόρος, λιώνοντας στα γέλια μέσα στο αυτοκίνητο.
Η ανάμνηση τον χτύπησε κατακέφαλα, φωτίζοντας τα κομμάτια του παζλ.
Τώρα εξηγούνται όλα! Θυμάμαι, μετά το μεσημεριανό, που ανέβαινα στα δωμάτια για να ξεκουραστώ. Είχα φτάσει στα τελευταία σκαλοπάτια, κρυμμένος από τα βλέμματα, όταν την άκουσα να του σιγοψιθυρίζει: «Ο Νικηφόρος πάει για ύπνο. Ίσως είναι η κατάλληλη ώρα να σου ανταποδώσω τη χάρη για το υπέροχο μασάζ που μου έκανες στην παραλία...»
«Νεφέλη μου, τι νόμιζες; Ότι θα σοκαριζόμουν; Ότι δεν ξέρω τι γίνεται κάτω από τη μύτη μου; Το σεξ δεν είναι απλώς μια μηχανική πράξη· γεννιέται πρώτα στο επάνω κεφάλι, στον τρόπο που το σκέφτεσαι, που το ποθείς, που το φαντάζεσαι.
Σκέψου την Εριφύλη. Ντυμένη στην πένα, με το πράσινο φουστάνι, τη μαύρη ζώνη, τις ασορτί γόβες και τα χείλη βαμμένα φωτιά. Στέκεται μπροστά στον καθρέφτη της κρεβατοκάμαρας, κοιτάζεται με θαυμασμό και λέει δυνατά «φτου σου, μουνάρα μου!», ενώ το χέρι της χαϊδεύει το κορμί της. Πόσο να αντέξει μια γυναίκα τη μοναξιά, όταν το μυαλό της φλέγεται από επιθυμία και τα βράδια της βρίσκονται άδεια, με τα πόδια ανοιχτά στο κενό και το εσώρουχο μουσκεμένο από την καύλα;
Το σεξ είναι βιολογική ανάγκη. Αν δεν μπορούμε να την ικανοποιήσουμε με τον σύντροφό μας, ποιο το νόημα; Όπως έγραφε και ο Αλέξανδρος Δουμάς στην Κυρία με τις Καμέλιες, τα δεσμά του γάμου είναι τόσο βαριά που θέλουν δύο για να τα σηκώσουν... ή κάποιες φορές, τρεις.
Πέρασαν εκατόν πενήντα χρόνια από τότε, κι όμως τίποτα δεν έχει αλλάξει. Σήμερα, οι γυναίκες βρίσκουν τους δικούς τους δρόμους για να αντέξουν το βάρος μιας δέσμευσης. Πόσο μάλλον, Νεφέλη μου, όταν είναι γυναίκες ναυτικών, καταδικασμένες να μετρούν κύματα και απουσίες...
Χαμένοι στη συζήτηση και στα παιχνίδια του μυαλού, ούτε που κατάλαβαν πότε οι τροχοί του αυτοκινήτου σταμάτησαν. Το εξοχικό στεκόταν στην άκρη του οικισμού, αποκομμένο πάνω σε μια απομονωμένη παραλία, μακριά από αδιάκριτα βλέμματα και θορύβους.
Μπροστά τους απλώνονταν επτά ολόκληρες μέρες απόλυτης ελευθερίας. Η ζωή τους εδώ θα κυλούσε ήρεμη, με ελάχιστες, τυπικές επισκέψεις στην πόλη ίσα-ίσα για να μην ξεχάσουν τον κόσμο, και μερικές απρόσμενες εμφανίσεις από φίλους και γείτονες που θα έσπαγαν πότε-πότε τη γλυκιά μοναξιά τους.
Καθώς τα παπούτσια της πάτησαν στο χώμα, η Νεφέλη άκουσε τις πρώτες σταγόνες της βροχής να χτυπούν τα κεραμίδια της σκεπής. Ένα πονηρό, εσωτερικό χαμόγελο φώτισε το πρόσωπό της.
«Βρέχει... Δεν ξέρω γιατί, μα η βροχή μου φέρνει πάντα στο μυαλό το άρωμα της ηδονής.»
Με μια γρήγορη κίνηση άνοιξε την πόρτα του σπιτιού, κρατώντας την ανοιχτή για να περάσει ο Νικηφόρος φορτωμένος με τα ψώνια. Εκείνος, ενώ ετοιμαζόταν να τρέξει μέσα για να προφυλαχθεί, πάγωσε στη θέση του. Τα μάτια του καρφώθηκαν στη γαλήνια, μουντή θάλασσα, στα ακίνητα κλαδιά και στον βαρύ, φορτωμένο ουρανό.
Σαν από θαύμα, η μπόρα κόπασε το ίδιο γρήγορα όσο ξεκίνησε, αφήνοντας πίσω της μια απόλυτη, σχεδόν ιερή σιωπή. Ο Νικηφόρος γύρισε το κεφάλι του προς το μέρος της.
«Μωρό μου, ξέρεις τι λένε εδώ; Όποιος νομίζει πως μόνο η λιακάδα φέρνει την ευτυχία, δεν έχει χορέψει ποτέ στη βροχή... Και νιώθεις αυτή την υπέροχη μυρωδιά; Όταν οι πρώτες σταγόνες ποτίζουν τη ζεστή γη και μοσχομυρίζει το χώμα;»
Δεν πρόλαβαν να πάρουν ανάσα, κι οι πρώτες αστραπές έσκισαν τον ουρανό, συνοδευόμενες από τις βαριές βροντές της πρώτης, απρόσκλητης φθινοπωρινής καταιγίδας. Ο Νικηφόρος άφησε τις σακούλες κάτω και πετάχτηκε αμέσως έξω, διασχίζοντας τη βροχή για να πάει στο άλλο σπίτι. Έπρεπε να ελέγξει τα παράθυρα και τις ασφάλειες, καθώς η κακοκαιρία ετοιμαζόταν να δείξει τα «δόντια» της, απειλώντας με δύσκολες καταστάσεις μόλις έπεφτε η νύχτα.
Ευτυχώς, το μπουρίνι αποδείχτηκε τοπικό και σύντομο· η μανία της φύσης κόπασε γρήγορα, αφήνοντας πίσω της έναν καθαρό, δροσερό αέρα.
Κατεβαίνοντας στην παραλία, η Νεφέλη πέταξε τα παπούτσια της και περπάτησε ξυπόλυτη πάνω στη νοτισμένη άμμο. Λάτρευε τη θάλασσα μετά τη μπόρα. Άλλωστε, τέτοια εποχή, η ακτή ήταν ολοδική της. Η νύχτα έπεφτε γρήγορα, χωρίς όμως το φθινόπωρο να έχει δείξει ακόμα τα κρύα του δόντια.
Ξαφνικά, δύο δελφίνια ξεπρόβαλαν στα ρηχά, παίζοντας με τα κύματα· της κόπηκε η ανάσα, κρατήθηκε με κόπο για να μη βουτήξει μαζί τους. Χάθηκε στον χρόνο, αγνοώντας πόση ώρα στεκόταν εκεί. Η υγρή, μαλακή άμμος στα πέλματά της τής χάριζε μια απίστευτη, λυτρωτική ηρεμία. Το φθινόπωρο μετέτρεπε την παραλία στο αληθινό της καταφύγιο. Μέσα στη βροχή και τη σιωπή, μπορούσε επιτέλους να αφεθεί στις σκέψεις της, κοιτάζοντας τη θάλασσα που, καθρέφτης του ουρανού, ντυνόταν στα βαθιά, μαβιά χρώματα του λυκόφωτος.
Όταν ο Νικηφόρος επέστρεψε, βγήκε στο μπαλκόνι κι έμεινε να την κοιτάζει. Η Νεφέλη περπατούσε ανέμελη στην ακρογιαλιά, κρατώντας τα παπούτσια της στο χέρι. Απολάμβανε τη σιωπή, καθώς το πρώτο φεγγάρι έκανε την εμφάνισή του και το φθινοπωρινό αεράκι λίκνιζε νωχελικά τα δέντρα. Μια ελαφριά ρίγη τη διαπέρασε από την υγρασία, μα τα μάτια της ήταν προσηλωμένα στον κατακόκκινο ήλιο που χανόταν αργά πίσω από την καταπράσινη κορυφή του Χλωμού, αγκαλιάζοντας την κοιλάδα.
Παρασυρμένος από τη στιγμή, ο Νικηφόρος σκύβει από το κάγκελο και της φωνάζει.
«Νεφέλη! Νεφέλη!»
Εκείνη, απορροφημένη στους λογισμούς της, αργεί να καταλάβει ότι έχει γυρίσει. Όταν τελικά σηκώνει το βλέμμα και συναντά τα μάτια του, ο χρόνος σταματά. Δεν χρειάζονταν λέξεις· μια ολόκληρη ιστορία κρυβόταν σε εκείνο το βλέμμα. Ο Νικηφόρος της χαμογέλασε και η Νεφέλη, με ένα αργό νεύμα του κεφαλιού, του επιβεβαίωσε αυτό που ήδη ξέρανε και οι δύο.
Ωρολογιακή βόμβα η προσμονή· μέχρι να ανέβει η Νεφέλη, ο Νικηφόρος είχε ήδη ανάψει το τζάκι, είχε αφήσει μια απαλή μελωδία να γεμίσει τον χώρο και είχε ετοιμάσει ένα απλό, εκλεκτό δείπνο συνοδευμένο από ένα μπουκάλι αρωματικό κρασί.
Εκείνη μπήκε, στάθηκε μπροστά στις φλόγες για να διώξει τη φθινοπωρινή υγρασία και τον άφησε να πλησιάσει. Ήξερε πώς να του δώσει τον πρώτο λόγο, αφήνοντάς του τον πανάρχαιο, αρσενικό ρόλο του κυνηγού. Ο Νικηφόρος την πλησίασε με κομμένη την ανάσα. Όταν στάθηκε δίπλα της, τα μάτια του σκοτείνιασαν από πόθο. Το χέρι του άπλωσε αποφασιστικά, χώθηκε στα βρεγμένα μαλλιά της πίσω από τον αυχένα και τράβηξε απαλά το κεφάλι της προς τα πίσω. Τα χείλη του προσγειώθηκαν στα δικά της, που μισάνοιξαν ενστικτωδώς.
Έμειναν έτσι για μια αιωνιότητα, μεθυσμένοι από τη μυρωδιά της βροχής, του δέρματος και της προσμονής, ακούγοντας τις ανάσες τους να γίνονται μία. Εκείνη σήκωσε απότομα το βλέμμα· τα μάτια της φεγγοβολούσαν μες στο ημίφως.
Κι έτσι, σε τούτο το απομονωμένο καταφύγιο, το κοινό τους παραμύθι μόλις είχε αρχίσει να γράφεται...
Ήταν εκείνο το καλοκαίρι που τα σημάδια είχαν αρχίσει να φωνάζουν: η σεξουαλική της ζωή χρειαζόταν απεγνωσμένα μια σπίθα. Στην αρχή, απλώς υποψιαζόταν ότι κάτι στράβωνε, χωρίς να μπορεί να το ονοματίσει.
Ή μήπως το ήξερε από την πρώτη στιγμή πολύ καλά;
Η ρουτίνα της είχε μαλακώσει επικίνδυνα, κι ο οργανισμός της διψούσε για μια ανατροπή, για μια γεύση περιπέτειας, για εκείνη την απαγορευμένη, φευγαλέα σχέση που θα έβαζε χρώμα στις γκρίζες, επαναλαμβανόμενες μέρες της.
Χάθηκε για λίγο στις σκέψεις της... Συνειδητοποίησε πως είχε ξεχάσει πια πότε ήταν η τελευταία φορά που ένα τόσο πρωτόγονο, ηλεκτρικό κύμα σεξουαλικής ενέργειας είχε διαπεράσει ολόκληρο το κορμί της.
Η ανάμνηση της Εριφύλης να λιώνει κάτω από τα χέρια του αρχιτέκτονα στην ερημιά της παραλίας λειτούργησε σαν αφροδισιακό, πυροδοτώντας μια αχαλίνωτη φωτιά που φούντωνε μέρα με τη μέρα στις σκέψεις της Νεφέλης.
Μα, σε τελική ανάλυση, ποια γυναίκα ναυτικού μένει αλώβητη από τη μοναξιά; Όλοι το ξέρουν, κι ας κάνουν πως δεν βλέπουν. Όταν ο άντρας οργώνει τις θάλασσες, οι γυναίκες τους διψούν για επαφή, αναζητούν αλλού όσα τους λείπουν και πέφτουν με πάθος σε ξένα κρεβάτια, ζώντας διπλές ζωές πίσω από κλειστές πόρτες και εφτασφράγιστα μυστικά.
Σαν τη Φαίδρα, ας πούμε, από το χωριό.
Ο άντρας της στα καράβια, κι εκείνη κλεισμένη στο σπίτι με την πεθερά και τα δυο της παιδιά. Όταν η πεθερά της έφερε στο σπίτι έναν συγγενή της καθηγητή από την Αθήνα για ιδιαίτερα μαθήματα στα παιδιά, κανείς δεν φανταζόταν πού θα κατέληγε. Μα με τον καιρό, τα στόματα στο χωριό άρχισαν να ανοίγουν· η Φαίδρα είχε βρει κιόλας τον δικό της τρόπο να απαλύνει τις ατελείωτες νύχτες της, βάζοντας τον καθηγητή στο κρεβάτι της και προδίδοντας τον ναυτικό της.
Η σκέψη της ταξίδεψε στις ιστορίες που διηγούνταν οι παλαιότεροι για τις γυναίκες των ναυτικών. Στη γενέτειρα της γιαγιάς της, μια πολιτεία-λιμάνι όπου οι άντρες έλειπαν διαρκώς στα πέρατα του κόσμου, οι γυναίκες είχαν μάθει να επιβιώνουν με τους δικούς τους κανόνες. Εκείνος ο παλιός καιρός έκρυβε μυστικά πίσω από κάθε κουρτίνα: ταχυδρόμοι, εισπράκτορες, ακόμη και ο γαλατάς γίνονταν αντικείμενο πόθου.
Αρκούσαν τρεις-τέσσερις επισκέψεις για να αλλάξει το παιχνίδι. Το βλέμμα γινόταν πιο βαρύ, γεμάτο μια οικειότητα που άναβε τη φωτιά. Ο άντρας χτυπούσε την πόρτα και η νοικοκυρά τού άνοιγε μισοντυμένη, τυλιγμένη σε ένα διάφανο, αέρινο νεγκλιζέ που άφηνε τα πάντα στη φαντασία.
«Αχ, λεβέντη μου, περάστε μέσα... Να σας κεράσουμε ένα γλυκό του κουταλιού, αφού φέρατε το μηνιάτικο του άντρα μου; Κουραστήκατε στον δρόμο, ομορφιά μου, καθίστε να πιείτε έναν καφέ και λίγο νερό...»
Κι ο επισκέπτης, κατακόκκινος, ψέλλιζε ταραγμένος:
«Μα... είναι πρέπον;»
«Γιατί δεν περνάτε μέσα να τα πούμε σαν άνθρωποι, να μην τα λέμε όρθια στην πόρτα; Θα σας τρατάρω και γλυκό περγαμόντο, που το έφτιαξα με τα χεράκια μου..».
Επιχειρηματολογούσε η κυρία, και δεν είχαν τελειωμό τα νάζια της, τα ωραία της, ειδικά όταν ο λεγάμενος ήταν ομορφάντρας· τότε του άνοιγε ορθάνοιχτα τον δρόμο να περάσει. Και χάλαγε ποτέ χατήρι κανείς; Διότι στο σπιτικό γλυκό περγαμόντο ουδείς δύναται να αντισταθεί, κι ο άλλος άλλο που δεν ήθελε για να μπει στον πειρασμό.
«Και γιατί όχι, καλή μου κυρία; Να περάσω, να τα πούμε και από κοντά,» συμφωνούσε ο ομορφάντρας.
Και μόλις τα ζητήματα της επαγγελματικής συνεργασίας λύνονταν και αναλύονταν λεπτομερώς, περνούσαν μοιραία στα προσωπικά. Η Νεφέλη φανταζόταν τη γυναίκα του ναυτικού να υποκύπτει στη σαγήνη του σεξ και της καύλας, με τον ομορφάντρα να της γλυκαίνει το παράπονο...
Ο γεροδεμένος νεαρός ταχυδρόμος της είχε ανασκαλίσει όλες τις μνήμες για το πώς είναι να σε θέλει ένα αληθινό, όμορφο αρσενικό, παρότι ήξερε πως αυτό ήταν λάθος σε τόσα πολλά επίπεδα.
«Με φέρνεις σε δύσκολη θέση... Καλύτερα να φύγεις τώρα, πριν είναι αργά!» ψέλλιζε προσποιούμενη αντίσταση.
Μα ήταν ήδη πολύ αργά. Όταν έκλεισε τα μάτια της και τον φίλησε βαθιά, λατρεύοντας τα χείλη του με τη γλώσσα της, η γυναίκα είχε παραδοθεί άνευ όρων. Οι πατούσες της κυμάτιζαν τώρα άγρια προς το ταβάνι και η ίδια πνιγόταν στον πόθο της.
Το απόβραδο άρχισε να σβήνει, και η νύχτα απλωνόταν σιγά σιγά. Είχε πια σκοτεινιάσει όταν άρχισε και πάλι να φυσάει δυνατός αέρας. Η μπαλκονόπορτα στο δωμάτιό του ήταν μισάνοιχτη, και ο αέρας έκανε τις τραβηγμένες κουρτίνες να ανεμίζουν ελαφρά, καθώς δυνάμωνε προμηνώντας μια νέα φθινοπωρινή μπόρα.
Η θάλασσα, μοναδικό ρευστό ασήμι, σωστός καθρέπτης της νύχτας με ένα αλαφρό κυματάκι, κι ο Χλωμός απέναντι, μια μισοσκότεινη βουνοσειρά με θεόρατη κορμοστασιά, αγκαλιάζονταν τρυφερά με το νερό. Υπήρχε όμως κάτι δυσοίωνο στον τρόπο που άρχισε να φουσκώνει ο αφρός. Τα κύματα έσκαγαν στην αμμουδιά και στα βράχια κάτω από το σπίτι, και η θάλασσα άρχισε να ρυτιδιάζει.
Σε λιγότερο από μισή ώρα, όλα άλλαξαν. Αλλεπάλληλα κύματα έσκαγαν πια με ορμή στην αμμουδιά, κι η παραλία γέμισε με σκόνη από αλάτι. Πέρα, στα βάθη του κόλπου εκεί που το φως του φεγγαριού έφτανε αμφίβολο για να φωτίσει φτωχά τη βουνοσειρά του Τρίκερι, τα σύννεφα έδιναν ραντεβού με τα κύματα. Τα σύννεφα κατέβαιναν για να καλησπερίσουν τις κορφές, κι τα κύματα για να αγκαλιάσουν τις ακτές, ακριβώς εκεί που απλωνόταν το αεράκι και το νερό.
Ο Νικηφόρος κλείνει τα παράθυρα. Η βροχή και ο αέρας δυναμώνουν μα αυτός δεν έδινε σημασία, δεν άκουγε το σφύριγμα του αέρα, ούτε τον άγριο βόμβο του νερού καθώς, για εκείνον, τίποτα έξω από το δωμάτιο δεν υπήρχε εκείνη την ώρα. Το μόνο θρόισμα που έφτανε ως τα αυτιά του και τον μεθούσε , ήταν το θρόισμα από τα ρούχα της Νεφέλης που έπεφταν στο δάπεδο με ένα ρυθμό γαλήνιο και παθιασμένο ταυτόχρονα, σε τέλειο συντονισμό με τις κινήσεις των χεριών του.
«Χαίρομαι που ντύθηκες ελαφρά», γέλασε στο αυτί της τη στιγμή που έσκυβε και τη φιλούσε στο λαιμό, φτάνοντας ως το στέρνο με την άκρη της γλώσσας του.
«Κάνε μου έρωτα, θέλω να με λατρεύεις ως το ξημέρωμα, να γίνεις δικός μου σαν να μην υπάρχει ξημέρωμα…» μουρμούρισε ξέπνοα, έγειρε προς τα πίσω το κεφάλι και αφέθηκε στα χάδια του.
Η θερμοκρασία στο δωμάτιο έχει ανέβει σε υψηλά επίπεδα, η φωτιά στο τζάκι σιγοκαίει εμπρός από τα δύο ποτήρια κόκκινο κρασί και τα αναμμένα κεριά φωτίζουν το μισοσκόταδο, κάνοντας τα βλέμματά τους να φαίνονται πιο διαπεραστικά.
Δε χρειάζεται ούτε να πουν ούτε να κάνουν προκαταρκτικά πολλά.
Γιατί η καύλα του κορμιού δε χρειάζεται τίποτε παραπάνω απ' το αντικείμενο του πόθου του..... παρά μόνο ένα άλλο κορμί.
Εκείνος έβγαλε έναν τρυφερό αναστεναγμό όταν την είδε γυμνή στο κρεβάτι να τον περιμένει.
Οι δύο εραστές έμειναν ακίνητοι για μια ατελείωτη στιγμή, λες και η εκρηκτική κορύφωση τους είχε αδειάσει από όλη τους την ενέργεια. 'Όταν η Νεφέλη συνήλθε, έκανε να μιλήσει.. «Σσστ», της ψιθύρισε, πνίγοντας τα λόγια της μ’ ένα φιλί.
....Ξαπλωμένοι και οι δυο μετά από τον έρωτα, γελούσαν με γέλιο λυτρωτικό κι απελευθερωτικό σαν τέλειωσε η παρέλαση της σάρκας.
Με
μια ήσυχη κίνηση ολόγυμνη, σαν οδαλίσκη, κούρνιασε βαθιά στην αγκαλιά
του εραστή της, ευτυχισμένη και ολοκληρωτικά παρασυρμένη στη στιγμή
αυτή, δεν ήθελε να μολύνει τη σκέψη της με το αβέβαιο αύριο. Το «τώρα»
ήταν το σημαντικό, το «μετά» θα το κοίταζαν μαζί αργότερα. Σε λίγο
πέφταν για ύπνο. Το πρωί θα 'χουν τη συνέχεια.
Το ότι ο Νικηφόρος πήγε σπίτι της και γαμήθηκαν στα κρυφά, το ότι είναι η θεία της Εριφύλης και είναι και οι δύο παντρεμένοι και πρέπει να προσέχουν, η σχέση αυτή άρχισε να τους συναρπάζει και νομίζουν ότι θα κρατήσει αν φυσικά το θέλουν και οι δύο τους. Σε μερικές μέρες που θα χωρίσουν, θα τους μείνει η γλύκα του να έρχεσαι κοντά με έναν άνθρωπο που σου αρέσει και του αρέσεις, μακριά από δράματα.
Το ότι ο Νικηφόρος πήγε σπίτι της και γαμήθηκαν στα κρυφά, το ότι είναι η θεία της Εριφύλης και είναι και οι δύο παντρεμένοι και πρέπει να προσέχουν, η σχέση αυτή άρχισε να τους συναρπάζει και νομίζουν ότι θα κρατήσει αν φυσικά το θέλουν και οι δύο τους. Σε μερικές μέρες που θα χωρίσουν, θα τους μείνει η γλύκα του να έρχεσαι κοντά με έναν άνθρωπο που σου αρέσει και του αρέσεις, μακριά από δράματα.
Τα ξύλα στο τζάκι συνέχισαν να
τριζοβολάν για πολλή ώρα, οι σκιές της φωτιάς χόρευαν πάνω στα γυμνά
τους κορμιά, που πάλευαν, αγκαλιάζονταν, αποχωρίζονταν κι έπειτα
ξανασμιγόταν και γίνονταν ένα. Έτσι αποκοιμηθήκαν ως το πρωί
εξουθενωμένοι, ο Νικηφόρος με τη Νεφέλη αγκαλιά πάνω στη λερωμένη τους φλοκάτη. Η φωτιά κοιμήθηκε κι αυτή μετά από δυο ώρες, αλλά
δε κρύωνε κανείς τους πάνω στη ζεστή φλοκάτη...
Ερωτική Μυθοπλασία II: (Μέρος 6).....





'