ADS

click to open

Πέμπτη 22 Δεκεμβρίου 2011

Den Ligize Sta Diskola! (O apoplous)

Αρκετά ψηλός άνδρας, μια φιγούρα με έντονη φυσική παρουσία που τραβούσε την προσοχή, το διαπεραστικό βλέμμα του, του προσέδιδε αυτοπεποίθηση, αποφασιστικότητα και μια σιγουριά για τις ικανότητες του. 
Αν και πλησίαζε στην προχωρημένη ηλικία των εξήντα του χρόνων, δεν έδειχνε παραίτηση, αλλά αντίθετα διατηρούσε ακμαία και αξιοθαύμαστη ενεργητικότητα. Συχνά η εμφάνιση του ήταν χαλαρή, επιμελώς ατημέλητη, με μια μόνιμη αξυρισιά που σου έδινε την εντύπωση του απεριποίητου, αν και ήταν πολύ καθαρός. Παρά τη φθορά του χρόνου διατηρούσε στιβαρή σωματική διάπλαση για την ηλικία του ψυχική δύναμη, θάρρος και αντοχή.
Είναι ζωντανές ακόμη οι μνήμες μου με τους αρχικές διαφωνίες, τις αμφιβολίες και τους δισταγμούς που είχα σχετικά με το να δεχτώ τη συνεργασία με το συγκεκριμένο άτομο  χωρίς να τον γνωρίζω προσωπικά, απλά έχοντας στο παρελθόν ακούσει διάφορες παραλλαγές του ίδιου θέματος για την προσωπικότητα του.
Βρισκόμαστε προς το τέλος του χειμώνα στα χίλια εννιακόσια ογδόντα πέντε, δεν ήταν παρά μόνο μόλις λίγες ημέρες που είχα γυρίσει στην πατρίδα, στη ζεστή οικογενειακή αγκαλιά από το τελευταίο μου μπάρκο, ένα μακρύ ταξίδι, και τις ημέρες εκείνες αρμένιζα  σ’ ένα απόλυτα γαληνεμένο νοητικό σύμπαν. Βρισκόμουν σε μια αίσθηση νοητικής ανάπαυλας, όπου οι σκέψεις ήταν ήρεμες και το μυαλό ταξίδευε χωρίς εντάσεις.
Ενα πρόωρο τηλεφώνημα με αιφνιδιάζει και ακυρώνει τα όποια σχέδια της καθημερινότητας μου. Με κάλεσε στο γραφείο του ο καπετάν Γιώργης, διευθυντής της εταιρείας, μου δήλωσε ότι θα ξεκινούσε χρονοναύλωση ένα πλοίο που ήταν παροπλισμένο με την κρίση της ναυτιλίας από το χίλια εννιακόσια ογδόντα ένα στην Ελευσίνα. Το πλοίο θα ξεκινούσε, με πλήρωμα από τις Φιλιππίνες και θα προτιμούσε να δεχόμουν να αναλάβω την επιστασία του μηχανοστασίου στο ξεκίνημα του.
Πλοίαρχος με πληροφόρησε θα ήταν ο καπετάν Στέφανος. Είχα ακούσει κάτι φήμες, σε συνδυασμό με τις ιστορίες που κυκλοφορούσαν στα καπνιστήρια για τους Χιώτες καπεταναίους κυρίως δε όσο αφορούσε την παλαιά γενιά, και το μυαλό μου λειτούργησε προστατευτικά. Εγώ σαν νεαρός πρώτος μηχανικός, είχα κάποιους ενδοιασμούς και μια βαθιά δυσπιστία να συνεργαστώ με την παλιά φρουρά των καπεταναίων από τη Χίο. Η δυσπιστία λειτούργησε ως «καμπανάκι» ως προστατευτικός μηχανισμός για να αποφύγω προβλήματα.
«Καπετάν Γιώργη με ρίχνεις στα βαθιά από άποψη συνεργασίας χωρίς να ξέρω επαγγελματικό κολύμπι!» του είπα. «Έχω ακούσει ιστορίες και θα είναι κρίμα στα πρώτα χρόνια της θαλάσσιας καριέρας μου σε επιστασία μηχανοστασίου να δημιουργήσω και να μου δημιουργηθούν προβλήματα.» συμπλήρωσα.
Ο καπετάν Γιώργης ήταν ένας χαρισματικά έξυπνος άνθρωπος. Είχε μια συνδυαστική ικανότητα στρατηγικής, να επηρεάζει, να μαγνητίζει και να καθοδηγεί τους άλλους. Στα οργανωτικά προσόντα στη δουλειά του ήταν απαράμιλλος, στον τομέα της διοίκησης, της οργάνωσης και της αποτελεσματικότητας. Η κρίση του απ’ όσα γνωρίζω ποτέ του δεν τον είχε προδώσει.
«Εντάξει παραδέχτηκε!» που σήμαινε πως γνώριζε και αυτός τις φήμες! «Αλλά να ξέρεις «Θοδωρή παιδί μου» όπως με αποκαλούσε, μην ακούς τις φήμες αν δεν έχεις ιδία αντίληψη, δεν είναι ο πιο αξιόπιστος τρόπος για να σχηματίσεις άποψη, οι φήμες συχνά αλλοιώνουν την πραγματικότητα. Είμαι σίγουρος δεν θα έχεις κανένα πρόβλημα, άκου τη συμβουλή μου και θα με θυμηθείς.»
Το πλοίο μεταφέρθηκε στη ναυπηγοεπισκευαστική ζώνη Δραπετσώνας-Κερατσινίου που αποτελεί κεντρικό σημείο στον Πειραιά για επισκευές, βαφές, και κατασκευές πλοίων, θαλαμηγών και επαγγελματικών σκαφών. Στην περιοχή δραστηριοποιούνται εξειδικευμένες εταιρείες που προσφέρουν μηχανουργικές, ελασματουργικές και ναυπηγικές εργασίες, κυρίως γύρω από την περιοχή του Αγίου Διονυσίου και την πρώην ζώνη λιπασμάτων.
Συμπληρώνοντας το πλοίο τις απαραίτητες επισκευές στη ναυπηγοεπισκευαστική ζώνη του Περάματος αναχωρήσαμε ταξίδι με προορισμό τον λιμένα της Κωστάντζας στη Ρουμανία προς φόρτωση.
Ο Καπετάν Στέφανος στα καθήκοντα της πλοιαρχίας του ήταν μια δυναμική παρουσία με αποφασιστικότητα. Αναλάμβανε πρωτοβουλίες με χαρακτηριστική ικανότητα. Μακριά από τις εργασιακές πιεστικές καταστάσεις, ήταν νηφάλιος και είχε καθαρή σκέψη.
Από όλα τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του χαρακτήρα του ήταν η ετοιμότητα ανά πάσα  να διηγηθεί μια ιστορία αν έβρισκε ακροατήριο. Με ευκολία είχε την ικανότητα να μετατρέπει καθημερινά, κοινότοπα περιστατικά σε συναρπαστικές ιστορίες και προσάρμοζε τις ιστορίες τους ώστε να κρατούν αμείωτο το ενδιαφέρον. Συνήθιζε να διηγείται ιστορίες και δεν σε άφηνε να αποχωρήσεις αν δεν είχες ακούσει πρώτα την ιστορία του, βγαλμένη από την πολύχρονη περιπλάνηση του στους ωκεανούς του κόσμου.
Με την πάροδο του χρόνου είχαμε προχωρήσει σε μια διαδικασία αφήγησης ιστοριών, όπου ο όγκος τους ήταν τόσες πολλές που ήταν αδύνατον να μετρηθούν ή να τις θυμηθεί. Η τελική κατάληξη ήταν κάποιες φορές να ξεχνάει ότι μου έχει ήδη διηγηθεί την ιστορία και να την επαναλαμβάνει με μικρές παραλλαγές.
Με την σημερινή εμπειρία μου πλέον οι ενδοιασμοί του παρελθόντος να συνεργαστώ μαζί του διαψεύστηκαν από την πολύ καλή συνεργασία μας, επιτρέποντας μου, σήμερα με μια πιο ώριμη αξιολόγηση τολμώ να πω, συγκαταλεγόταν ανάμεσα στους καλύτερους, πλοιάρχους που γνώρισα στην καριέρα μου. Τέρας ψυχραιμίας, μυαλό ξυράφι, μεθοδικός.
Αφήσαμε πίσω μας το Αιγαίο Πέλαγος προς τα Στενά των Δαρδανελίων (αρχαίος Ελλήσποντος) και εισήλθαμε σε ένα από τα πιο στρατηγικά θαλάσσια περάσματα στον κόσμο, που ενώνει το Αιγαίο με τη Θάλασσα του Μαρμαρά. Διασχίζοντας τα στενά του Ελλησπόντου, γίνεσαι μάρτυρας σ΄ ένα σκηνικό όπου η ιστορία συναντά τη φύση σε ένα ονειρικό τοπίο, συνδυάζοντας τη βουκολική ομορφιά της ακτογραμμής με τη ναυτική παράδοση. Είναι ένα μέρος όπου η ομορφιά της φύσης και η βαριά ιστορική κληρονομιά συνυπάρχουν αρμονικά. Μια περιοχή με εξαιρετικά έντονο ιστορικό, φορτίο, όπου το παρελθόν είναι «ζωντανό» στο παρόν και κάθε σπιθαμή εδάφους αναβλύζει την πνευματική περιπέτεια του πολιτισμού μας στη διάβα της ιστορίας μας από τους Αργοναύτες έως και σήμερα.
Πήρα και εγώ κουράγιο βρίσκοντας πεδίο λαμπρό να τον εντυπωσιάσω, κάνοντας μια διάλεξη με ιστορικές αναδρομές της περιοχής.
Ελλήσποντος στενό μεταξύ της ασιατικής Τουρκίας και της χερσονήσου της Καλλίπολη της ευρωπαϊκής Τουρκίας. Συνδέει την αιγαία θάλασσα και τη θάλασσα του μαρμαρά, διαμορφώνοντας κατά συνέπεια μια σύνδεση στην υδάτινη οδό μεταξύ της μεσογείου και μαύρης θάλασσας. Το στενό αποτελεί ένα μέρος του ορίου μεταξύ της Ευρώπης και της Ασίας.
Η ονομασία προέρχεται από τον ελληνικό μύθο που είναι γνωστός από την αρχαιότητα. Το αρχαίο όνομα,  λέγεται έχει προέλθει από την Έλλη, η οποία πνίγηκε στο στενό όταν έπεσε από το πίσω μέρος του χρυσόμαλλου κριού. Επίσης Δαρδανέλια από τον Λέανδρο ένα νέο από τη Άβυδο που ήταν σφοδρά ερωτευμένος με την Ηρώ ιέρεια της θεάς Αφροδίτης. Ηρώ και Λέανδρος....... και του αφηγούμαι το δραματικό μύθο....
Την επομένη της άφιξης εις τον λιμένα της Κωστάντζας βγήκαμε στην πόλη ο πλοίαρχος θα πήγαινε στον πράκτορα για υποθέσεις που αφορούσαν το πλοίο και τα φορτία του και εγώ στο σιδηροδρομικό σταθμό της πόλης οπού θα συναντούσα την σύζυγο μου που ερχόταν από το αεροδρόμιο του Βουκουρεστίου μαζί με τον μόλις ενάμιση χρονών μικρό υιό μας. Στην έξοδο από την πύλη του λιμένος στη απαρχή μιας πλατείας θέλησα να αγοράσω μερικά λουλούδια σ’ ένα υπαίθριο ανθοπωλείο. Όπως κρατούσα τα χρήματα για να πληρώσω την πωλήτρια δυο νεαρά άτομα εμφανίστηκαν από το πουθενά, αυτά που οι γηγενείς Ρουμάνοι αποκαλούν τουρκόγυφτους και μου άρπαξαν τα χρήματα μέσα από τα χέρια.
Τα αντανακλαστικά του θύμισαν αιλουροειδή της αφρικάνικης σαβάνας που επιτίθεται στη λεία του.  Με εξαιρετικά γρήγορες, ευέλικτες και ακριβείς κινήσεις έφτασε και άρπαξε από το σβέρκο το νεαρό που είχε τα χρήματα μου, τον ταρακούνησε και τον ανάγκασε να του παραδώσει πίσω τα χρήματα. Η σκηνή με την αντίδραση του ήταν απίστευτη, είχα μείνει άφωνος.
Δεν ήταν διατεθειμένος να τους αφήσει να του ξεφύγουν μου δήλωσε κοφτά. Από τότε η  θύμηση του συμβάντος πλανιόταν συχνά ανάμεσα μας.
Θόρυβος και οχλοβοή βασίλευε στο σιδηροδρομικό σταθμό της Κωστάνζας με την άφιξη του τρένου. Μεγάλο πλήθος κόσμου που περίμενε, βιάζεται να επιβιβαστεί ή να αποβιβαστεί, συχνά συνδεδεμένο με το συναίσθημα της αναμονής, της συνάντησης ή του αποχωρισμού. Επιβάτες και αποσκευές συνωστίζονταν στην αποβάθρα. Παραμένοντας λίγο πίσω από την αποβάθρα παρατηρούσα καρτερικά μέσα από αυτό το χαοτικό πηγαινέλα των επιβατών τα παράθυρα των βαγονιών προσπαθώντας να εντοπίσω που βρίσκεται η σύζυγος μου.
Ενστικτωδώς, χωρίς συνειδητή σκέψη και προσπάθεια την προσοχή μου τράβηξε στα μπροστινά παράθυρα, αψεγάδιαστο γυναικείο πρόσωπο, μ’ ένα ζευγάρι πράσινα μάτια να λάμπουν σαν φρεσκοκομμένο γρασίδι, κοιτούσαν με αδημονία γύρω τους. Για μια στιγμή  ο νους μου αναγνωρίζει τον πειρασμό, και η σκέψη αυτή λειτουργεί ως μια προειδοποίηση ότι βρίσκομαι μπροστά σε μια δοκιμασία. Γύρισα και πάλι το βλέμμα στο υπόλοιπο τρένο για να αντικρίσω τη σύζυγο μου, ήταν όμως πολύ αργά, πριν ακόμη τελειώσω την σκέψη μου μια ξεκάθαρη και καταφανώς οργισμένη φωνή αντήχησε στη γλώσσα μας μέσα στη οχλοβοή.
«Εάν δεν κάνω λάθος εγώ είμαι στ’ άλλο παράθυρο.»
Την κοίταξα κι αντίκρισα μέσα στην όμορφη νεανική ματιά της ένα σμήνος λέξεων να βγαίνουν απ τα μάτια της. Είδα τη φλόγα που πρόδιδε αυτά που το μυαλό της επεξεργάζονταν. Κάνοντας ένα μορφασμό, απελπισίας και καρτερικότητας, τα συναισθήματα μου έγιναν μέσα μου ένα κουβάρι, αναρωτήθηκα πως θα είναι τα χειρότερα που με αναμένουν.
«Ηρέμησε, όλα θα ξεκαθαρίσουν και θα διορθωθούν, φέρθηκες όμως πολύ απρόσεκτα, χωρίς σεβασμό.» Δικαιολόγησα τον εαυτό μου με μια ειλικρίνεια. Ένα καυτό ρεύμα διαπέρασε όλα μου τα κύτταρα, και η «αύρα» της βυθίστηκε μέσα μου κι απάλυνε την ένταση, με υπομονή και ψυχραιμία, οι καταστάσεις βρίσκουν τον δρόμο τους. Γεμίζει ο νους μου αναμνήσεις από την γνωριμία μας.  Εκείνες οι πρώτες στιγμές της γνωριμίας μας έχουν μείνει ανεξίτηλα χαραγμένες στη μνήμη μου. Ήταν μια έντονη, ακαταμάχητη έλξη και μια ιδιαίτερη σύνδεση που μπορεί να νιώσει κανείς με ένα άλλο άτομο. Η χημεία μας αυτή, εκδηλώθηκε ως μαγνητισμός, και έγινε αισθητή ακόμα και από την πρώτη γνωριμία ως ένας σπινθήρας που δεν έσβησε. 
Καστανόξανθη ψηλή, ζωντανή, απλή, με μάτια που πετούσαν φλόγες, δεν περνούσε απαρατήρητη. Περπατούσε στους δρόμους της γειτονιάς με βήμα ζωηρό, κι εγώ την καμάρωνα. Ήμουν λίγο μεγαλύτερος της, αυτή ακόμα φοιτούσε στο λύκειο. Η γνωριμία, ο έρωτας και ο γάμος μας έγιναν σε σύντομο χρονικό διάστημα... Σύντομα γίνανε ζευγάρι από τα πλέον αξιαγάπητα της γειτονιάς... Άριστη σύζυγος και υποδειγματική μάνα καμάρωνε για τα παιδιά μας....
«Το ήξερε πως ήταν η γυναίκα που αγαπούσα, δεν υπήρχαν περιθώρια παρερμηνείας και δεν της ήταν δυνατόν να αγνοήσει την πραγματικότητα.» Κι ένα περιπαικτικό χαμόγελο σκίασε το πρόσωπο μου, υποδηλώνοντας πως μπορεί να αναγνωρίστηκε η πράξη μου ως «λάθος» εκείνη τη χρονική στιγμή, όμως είναι κάτι που μπορεί να αλλάξει πολύ εύκολα αργότερα. «Ο έρωτας είναι θέμα φυσικής, ο γάμος είναι θέμα χημείας». Που σημαίνει πως ο έρωτας βασίζεται στην αρχική έλξη, ενώ ο γάμος απαιτεί την αρμονική συνύπαρξη και την αντίδραση των χαρακτήρων για να διαρκέσει. Η αγάπη μας δεν εστιάζεται να κοιτάζουμε ο ένας τον άλλο, αλλά να βλέπουμε μαζί προς την ίδια κατεύθυνση. 
Τελικά μια κατάσταση, η οποία ενδεχομένως αναμενόταν να είναι λίγο περίπλοκη, επιλύθηκε με απλούστερους χειρισμούς, χωρίς να χρειαστεί η επιστράτευση εξαιρετικά λεπτών ή στρατηγικών διπλωματικών κινήσεων. Ετούτη η γυναίκα δεν είναι απλώς σύντροφος, αλλά μια προσωπικότητα με μοναδικά χαρακτηριστικά που αναβαθμίζουν τη σχέση μας. Έχει έναν δικό της, ιδιαίτερο τρόπο να αντιδρά και να εκφράζει την αγάπη της, λειτουργεί ως «κινητήριος δύναμη», που δίνει ζωή σε μια σχέση. Η οργή της δεν κράτησε παρά ελάχιστα, γρήγορα καταλάγιασε, ένα γλυκό σαν Ήλιος χαμόγελο φώτισε τα χαρακτηριστικά της και το όμορφο πρόσωπο της έγινε μια εικόνα γεμάτη φως και ευφορία!
Ενθαρρυμένος πήρα κουράγιο, και ξεφυσώντας με ανακούφιση αισθάνθηκα το κουβάρι να ξετυλίγεται μέσα μου, όλα μου τα σύννεφα διαλύθηκαν και το πρόβλημα βρήκε τη λύση του!
Στον Λιμένα της Κωστάντζας μείναμε περίπου σαράντα ημέρες αν θυμάμαι καλά,. Μεγάλο διάστημα. Την εποχή εκείνη ήταν τα τελευταία χρόνια πριν από την πτώση του κομμουνιστικού καθεστώτος στη Ρουμανία. Βασικά χαρακτηριστικά της περιόδου εκείνης ήταν οικονομική εξαθλίωση και δρακόντεια μέτρα λιτότητας. Τρόφιμα, καύσιμα, ηλεκτρικό ρεύμα και θέρμανση ήταν σε δελτίο. Ελλείψεις βασικών αγαθών, ψωμί, γάλα, κρέας και άλλα βασικά είδη ήταν καθημερινότητα. 
Ο καπετάν Στέφανος είχε ταξιδέψει με πλοία μεταφέροντας φορτία πολλές φορές στη Ρουμανία στο παρελθόν. Έχαιρε εκτίμησης και είχε σημαντικές διασυνδέσεις και γνωριμίες στον λιμένα, που του παρείχε την ικανότητα να επικοινωνεί απευθείας και να έχει προσωπικές σχέσεις τόσο με τους επίσημους φορείς (αρχές, όπως λιμεναρχείο, τελωνείο) όσο και με το εργατικό ή διοικητικό προσωπικό του λιμανιού. Οι προσωπικές του σχέσεις με τους παράγοντες του λιμανιού ήταν καίριας σημασίας που μας εξασφάλιζε ευκολία στη διεκπεραίωση υποθέσεων του πλοίου με άμεση πρόσβαση και δυνατότητα παράκαμψης γραφειοκρατικών διαδικασιών.
Η διαδικασία φόρτωσης του πλοίου, εξελισσόταν ομαλά, βάσει προγράμματος και χωρίς απρόοπτα και ιδιαίτερα περιστατικά. 
Απέναντι από την προβλήτα φόρτωσης βρισκόταν ένα όμορφο κλασσικού ρυθμού κτίριο. Το κλασικό κτίριο που βρίσκεται στην είσοδο του λιμένα της Κωνστάντζας, στις ακτές της Μαύρης Θάλασσας, είναι το περίφημο Καζίνο της Κωνστάντζας (Cazinoul din Constanța) 
Πρόκειται για ένα εντυπωσιακό κτίριο σε στιλ Αρ Νουβό (Art Nouveau), το οποίο αποτελεί το πιο εμβληματικό αξιοθέατο της πόλης και σύμβολό της. Αν και το σημερινό κτίριο ολοκληρώθηκε στις αρχές του 20ου αιώνα (1910), η ιστορία του είναι συνδεδεμένη με την ακμή της Κωστάντζας ως λιμανιού και αποτελεί ένα από τα εμβληματικότερα κτίρια των Βαλκανίων συμβολίζοντας την άνοδο και τη ματαιοδοξία της βαλκανικής αστικής τάξης στα τέλη του 19ου αιώνα. Ποιος ξέρει πόσες περιουσίες και αξιοπρέπειες χάθηκαν μέσα στις, αίθουσες αυτού του κτιρίου - αφιερωμένου στη θέα Τύχη! 
Την εποχή εκείνη λειτουργούσε ως εστιατόριο με μουσική, για την ελίτ, αλλά το συνηθέστερο ήταν να  κάνουν κατάληψη τα ελληνικά πληρώματα στα περισσότερα τραπέζια στις αίθουσες και στο υπαίθριο.
Με τις γνωριμίες μας και με το ανάλογο αντίτιμο είχαμε αποκτήσει πρόσβαση και επιρροή να έχουμε συνήθως ένα τραπέζι επάνω στο κύμα, ο πλοίαρχος, εγώ, η σύζυγος μου και ο μικρός υιός μας.
Τα σαββατόβραδα το εστιατόριο ήταν δημοφιλής επιλογή για πολύ κόσμο που εξορμούσε ακόμη και από τις γύρω πυκνοκατοικημένες αστικές περιοχές για τη ζωντανή του ατμόσφαιρα, όπου η κράτηση ήταν απαραίτητη. Αποφασίσαμε κάπως αργά να βγούμε για βραδινό δείπνο. Το εστιατόριο σε μια κατάσταση έντονης κίνησης, τα συνήθη  πιο προνομιακά τραπέζια ήταν πλήρη. Αντιλαμβάνομαι ένα τραπέζι από αυτά στο μπαλκόνι με θέα τη θάλασσα είχε ταμπέλα «RESERVE», και ακριβώς πίσω του έχει ένα άλλο μόλις ετοιμάζεται να εκκενωθεί και ο σερβιτόρος πρόθημα το ετοιμάζει για την παρέα  μας. Καλώ τον σερβιτόρο φιλικά και του ζητώ να μας δώσει το «RESERVE» τραπέζι με το αζημίωτο και να μεταφέρει την ταμπέλα στο πίσω που ετοίμαζε.
«Μάλιστα κύριος» μου λέει. 
Το βλέμμα του ταξίδεψε γρήγορα γύρω του, με επιδέξιες κινήσεις και με μεγάλη ταχύτητα μεταφέρει την πινακίδα στο ημιστρωμένο πίσω τραπέζι και μας βάζει να καθίσουμε  στο μπροστινό χώρο με θέα τον Εύξεινο Πόντο.
Μόλις και τελείωσε την ετοιμασία και στο πίσω τραπέζι κατέφθασε, ένα νεαρό ζευγάρι που όπως κατάλαβα πρέπει να είχε αντιληφθεί τη σκηνή. Αφού είχε περάσει κάποιο εύλογο διάστημα η κοπέλα φιλικά ασχολήθηκε με τον μικρο μας μπόμπιρα που ήταν ιδιαίτερα δραστήριος, με ασταμάτητη δράση δημιουργώντας μια μικρή αναστάτωση η παρουσία του. «Ζήτησα συγγνώμη αν τους ενοχλεί». Τουναντίον έδειχνε πολύ ενθουσιασμένη μαζί του, δεν άργησαν να γίνουν φίλοι! Πιάνοντας μια φιλική κουβέντα μάθαμε ότι ο άνδρας ήταν διπλωμάτης καριέρας και μέλος της διπλωματικής βαθμίδας, επιτετραμμένος στην Πρεσβεία της Σαουδικής Αραβίας στην Ρουμανία. Είχαν επισκεφτεί με την μνηστή του την Κωστάντζα και το «RESERVE» τραπέζι προοριζόταν για το ζευγάρι.
Η αλήθεια είναι δεν αισθάνθηκα και πολύ καλά για τη λαθροχειρία του σερβιτόρου., αλλά αυτό δεν άλλαζε κάτι. 
«Αυτό είναι ακόμα ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό τα τελευταία χρόνια αυτής της χώρας! Και οι Έλληνες ναυτικοί έχουν τον τρόπο τους! Αυτά παθαίνει όποιος δεν έχει DUNHILL τσιγάρα μαζί του. Χάνει το πρωτο τραπέζι πίστα. Πάντως σας εύχομαι καλή σας όρεξη από καρδιάς.» Τους δήλωσα. 
Και σαν μια μικρή συγγνώμη για να μην έχουμε τύψεις, η ευγένεια τους να μας δώσει μια ευκαιρία να αποκαταστήσουμε την ατασθαλία μας προσφέροντας τους ένα μπουκάλι με το όντως θαυμάσιο τοπικό κόκκινο κρασί, θα μας τιμούσε ιδιαίτερα να μην μας το αρνηθούν. Και το συμβάν πήρε τέλος μέσα σε απόλυτη οικειότητα φιλικά και πολιτισμένα.
...Αν και η άνοιξη έχει ήδη αρχίσει για τα καλά, Οι μέρες μεγάλωναν, η θερμοκρασία ανέβαινε αλλά την ήμερα εκείνη ο Ήλιος είχε κρυφτεί πίσω από τα απειλητικά γκρίζα και μαύρα σύννεφα, που έμοιαζαν ίδια με τον καπνό από τις καμινάδες των εργοστασίων που αναδύονταν  πέρα στον ορίζοντα του λιμένος, όταν γυρίζαμε από άλλη μια ακόμη συνηθισμένη έξοδο στην πόλη.
Η Κωστάντζα είναι πόλης που φημίζεται για τον πολεοδομικό της σχεδιασμό και την έμφαση στο αστικό πράσινο. Έχει μεγάλους δρόμους με δενδροστοιχίες, πολλές πλατείες και πάρκα πλημμυρισμένα με πολύχρωμα εποχιακά λουλούδια. 
Βρισκόμαστε σε μια από τις κεντρικές  πλατείες της πόλης και ξαφνικά  αντιλαμβάνομαι την σύζυγο μου με μια αυθόρμητη κίνηση να έχει εφορμήσει μέσα στο πάρκο της πλατείας και αρχίζει να ξεριζώνει δύο-τρία λουλούδια και να τα βάζει στη τσάντα που κουβαλούσε μαζί της.
Από την έκπληξη μου βρέθηκα σε μια κατάσταση απόλυτης αμηχανίας προκαλώντας μου ένα άβολο αίσθημα, απέναντι στο εαυτό μου και τον κόσμο γύρω μας. Εκείνες τις στιγμές ενιωσα μια επιθυμία να εξαφανιστώ από προσώπου γης, για κάτι που έκανε κάποιος άλλος.
Εκφράζοντας ταυτόχρονα έντονα την δυσαρέσκειά μου, με τρόπο άμεσο και εμφατικό σε μια μορφή συναισθηματικής εκτόνωσης με έντονη, λεκτική έκφραση. Στο μέτωπο της φάνηκαν λεπτές ρυτίδες που πρόδιδαν τον εκνευρισμό της για την συμπεριφορά μου, και παραβιάσα τα ορια, αλλά παρά ταύτα συνέχιζε και ταχτοποιούσε τα λάφυρα της χωρίς ίχνος ταραχής.
Βλέποντας γύρω μου γρήγορα αντιλήφθηκα ότι είχα υψώσει την φωνή μου παραπάνω απ' το φυσιολογικό, πήρα βαθιές ανάσες και έμεινα να την παρατηρώ  να τελειώσει.
Όταν μετά παρέλευση έξι μηνών επέστρεψα στην πατρίδα έκπληκτος αντίκρισα στον είσοδο του σπιτιού μας αριστερά και δεξιά στην πόρτα δυο λευκές μπιγκόνιες τεράστιες, ύψος απίστευτο πάνω από δυο μέτρα.
Γύρισα και κοίταζα ερωτηματικά πότε τη σύζυγο μου και πότε τα λουλούδια
Για λίγο σταθήκαμε χωρίς κανένας απ’ τους δυο να μιλεί! Η αμηχανία, τόσο έντονη που η ομιλία περίττευε. Μεσολάβησε ένα διάστημα σιωπής, την διαισθανόμουν ότι κάτι περίμενε από μένα.
Ολόκληρη η σκηνή του επεισοδίου της πλατείας πέρασε για μια στιγμή μπροστά από τα μάτια μου, σαν μέσα από μια ομίχλη το παλιό και ξεχασμένο γεγονός το έζησα ξανά, μέχρι που εκείνη έσπασε τη σιωπή.
Τις έθρεψε η βαθιά «χριστιανική» σου ευλογία εκεί στο πάρκο της Κωστάντζας.» Μου είπε με μια αιχμηρή κριτική. «Μα καλά δε ντρεπόσουν ολόκληρος άνδρας να βρίζεις μες στο κόσμο; Να σε χαρώ εγώ που μου παριστάνεις και τον καλλιεργημένο και ευγενικό.»
Μου εξήγησε ότι δεν είχε δει ξανά λευκές μπιγκόνιες ήταν κάτι πολύ σπάνιο στην Ελλάδα μέχρι τα πρόσφατα χρόνια, διαφορετικά δεν υπήρχε λόγος να τις κουβαλήσει από την Ρουμανία και μάλιστα με αυτό τον τρόπο. Από πάντα την θυμάμαι να έχει έμπνευση με φαντασία, ένα ιδιαίτερο πάθος, μια τρυφερή αγάπη με τα λουλούδια και της αναγνωρίζω το εκπληκτικά καλό της γούστο.
................Η φόρτωση στο λιμένα έλαβε τέλος, η αλήθεια είναι ότι διήρκεσε μεγάλο χρονικό διάστημα, συνέργησε σ’ αυτό το αποτέλεσμα και οι γνωριμίες του πλοιάρχου και οι αντίστοιχες «δωροδοκίες.»
Η σύζυγος με τον μικρο υιό μας επέστρεψαν αεροπορικώς από Βουκουρέστι στην πατρίδα, και το πλοίο ξεκίνησε το προγραμματισμένο του ταξίδι για τους ανατολικούς λιμένες της Βορείου Αμερικής.
Διασχίζοντας την Μεσόγειο θάλασσα, βράδυ της δεύτερης εβδομάδας το πλοίο μπήκε στο Στενό του Γιβραλτάρ πλέοντας σε ήρεμα νερά.  Μπροστά μας σ' ένα άνοιγμα δέκα μιλίων βρισκόταν οι Ηράκλειες στήλες. Η νύχτα δροσερή και ένα αραιό πούσι αιωρείται εκεί έξω άλλα διακρίνονταν καθαρά το σκοτεινό περίγραμμα των ισπανικών ακτών και τα φώτα πορείας από κάποια παραπλέοντα σκάφη. Στο πλοίο επικρατούσε μια ζεστή ατμόσφαιρα με υγρασία. 
Δεξιά πρόβαλε ο βράχος του Γιβραλτάρ και αριστερά από την πλευρά του Μαρόκου το Τζεμάλ Μουσά. Στήλες του Ηρακλή είναι το όνομα που τους δίνεται από τους αρχαίους Έλληνες σε δύο οξυμένους βράχους που πλαισιώνουν την ανατολική είσοδο του στενού, το Γιβραλτάρ και τη Σέουτα και διαμορφώνουν το κλασσικό πέρασμα, οι οποίοι στέφθηκαν ασημένιοι από τους φοινικικούς ναυτικούς για να χαρακτηρίσουν τα όρια της ασφαλούς ναυσιπλοΐας για τους αρχαίους μεσογειακούς λαούς. Διανύουμε ήδη τη δεύτερη εβδομάδα από την αναχώρηση, με προορισμό το λιμένα του Νόρφολκ στις ανατολικές ακτές της Βορείου Αμερικής. που έχουμε αφήσει πολύ πίσω μας το πέρασμα στα στενά με της στήλες του Ηρακλή. 
Ήταν τελευταίο δεκαήμερο του Μαρτίου και τα έντονα καιρικά φαινόμενα που συμβαίνουν συχνά την περίοδο της ισημερίας είχαν αρχίσει με τρομερή βιαιότητα προκαλώντας ισχυρούς ανέμους και θύελλες. Όλη τη μέρα ο άνεμος ούρλιαζε και η βροχή σφυροκοπούσε το πλοίο, λες και οι μεγάλες δυνάμεις της φύσης θέλουν να γνωρίσουμε την παρουσία τους και να δείξουν στην ανθρωπότητα ότι ποτέ της δεν θα είναι ασφαλής ακόμη και πίσω από τα κάγκελα του πολιτισμού της. Καθώς το βράδυ έπεφτε, η θύελλα γινόταν ακόμη πιο δυνατή, θορυβώδης, εφιαλτική. Ουρλιάζοντας ο άνεμος σαν τραυματισμένο θηρίο, συναντούσε τον αχό της βροχής και γίνονται ένα με τον παφλασμό των κυμάτων της θάλασσας, προμηνύοντας ακόμη μια δύσκολη και βασανιστική βραδιά.
Εξαντλημένοι και κακοπαθημένοι από το συνεχές σκαμπανέβασμα του πλοίου προσπαθούσαμε να μείνουμε όρθιοι τις δυο τελευταίες ημέρες που βρισκόμασταν στο έλεος της θύελλας.
Ο καπετάν Στέφανος αρκετά έμπειρος θαλασσοπόρος με πολύχρονη καριέρα πλοιάρχου και με καταγωγή από την ναυτομάνα Χίο είχε καταφέρει και διατηρούσε ακέραια την ψυχραιμία του, ταυτόχρονα δε μου έλεγε παλιές ναυτικές ιστορίες με παράξενα καιρικά φαινόμενα, θάλασσες που «θυμώνουν» και κακουχίες με παλαιού τύπου πλοία, στο μακρύ διάστημα που του κρατούσα συντροφιά στη γέφυρα του πλοίου.
«Οι Μάγνητες τολμηροί και ριψοκίνδυνοι θαλασσοπόροι από την πατρίδα του Ιάσονα άφηναν το πλοίο να αρμενίζει με τον καιρό, αυτή είναι αυθεντική μοναδική αναλλοίωτη συνταγή, όσο διαφορετικές κι’ αν είναι η εποχές.» Μου τόνισε.
«Δεν έχεις άδικο.» του απάντησα, «Διαφορετικές εποχές, πολιτισμοί, κουλτούρες, και μνήμες ν’ αναπηδούν, και σε παρασύρουν στο χθες. Όπου και να κοιτάξεις πάντα θα βρεις κάτι που να συνδέει το παρόν με το παρελθόν. Ένα ταξίδι στο χρόνο είναι η ζωή, και το ταξίδι εμπλουτίζει με εμπειρία τη ζωή του ταξιδιώτη.» 
«Ο αγώνας για να ανταπεξέλθεις στις αντίξοες συνθήκες της θεομηνίας απαιτεί την υπομονή και την επιμονή της Πηνελόπης, και να ξέρεις ότι κάθε εποχή που φεύγει είναι μια σελίδα που γυρίζει αλλά και η νέα σελίδα γράφεται πάντα με το ίδιο αλφάβητο.» Συνέχισε τις ιστορίες του.
Ελέγχοντας τα νεοεισερχόμενα δελτία του καιρού σε συνδυασμό με τους χάρτες ο πλοίαρχος συνόψισε την κατάσταση, και μιλώντας ήρεμα χωρίς να υψώσει τη φωνή του διέταξε τον τιμονιέρη πορεία νότια νοτιοδυτική να αποφύγουμε το χαμηλό βαρομετρικό που απλωνόταν σε μεγάλη έκταση εμπρός μας στα δυτικά από τις Αζόρες νήσους στον ανοικτό ωκεανό.
Μερικά θέματα τα αντιμετώπιζε πολύ πρακτικά, «φροντίζοντας το καράβι να περνάει τα μεγάλα κύματα δίχως να μπατάρει», όπως συνήθιζε να λέει.
«Ανίκανοι γραφειοκράτες μουρμούρισε πολύ θυμωμένος, με την προηγμένη τεχνολογία σας που υποτίθεται ότι ήρθε να διαδραματίσει έναν σημαντικό ρόλο και να αντικαταστήσει ανθρώπους σαν εμάς. Κάπου εδώ έξω υπάρχει κι ένας άλλος κόσμος για τον οποίο δεν γνωρίζουν το παραμικρό. Είναι αυτό που λέμε η φύση σε συνδυασμό με τον ανθρώπινο παράγοντα που δεν έχει σχέση με τα ηλεκτρονικά τους κόλπα. Οι άνθρωποι λοιπόν σαν κι εμάς καλούνται να αντιμετωπίσουν αυτό το κόσμο σε καθημερινή βάση για χρόνια ολόκληρα.»
Διακρίνοντας την δυσφορία στον τόνο της φωνής του, προσπάθησα να διασκεδάσω την εκδήλωση της οργής του.
«Για να το λες έτσι θα είναι, αλλά πρέπει να έχεις και πίστη στο μέλλον, ο κόσμος ανήκει στους νέους μαζί με όλα τα κουμπιά του, έχουν  αδιαμφισβήτητες ικανότητες τόνισα για να διεκδικήσουν το μέλλον με περισσότερο πείσμα.»
Σε καμία περίπτωση δεν ήταν δύστροπος και σκυθρωπός άνθρωπος, παρά το γεγονός ότι η συμπεριφορά του μπορεί να μην ήταν πάντα «χαλαρή» και ιδιαίτερα κοινωνική στο εργασιακό του περιβάλλον. Ο στόχος της επίκρισης του του ήταν το επικουρικό γραφείο ενημέρωσης για ασφαλή πλεύση της ωκεάνιας διαδρομής, που τα πρώτα χρόνια, ήταν αρκετές φορές αναποτελεσματικό και πολλές φορές οι πληροφορίες τους εγκυμονούσαν και κινδύνους.
Ξημερώνοντας, το φως του πορτοκαλί  Ήλιου φώτιζε τα γαλανά νερά η ατμόσφαιρα ήταν ευχάριστα δροσερή, οι άνεμοι είχαν κοπάσει η διαυγής ατμόσφαιρα δεν έδειχνε ότι στο διάστημα των τελευταίων τριών ημερών, αυτό το απέραντο τμήμα του ωκεανού είχε δεχθεί την επίθεση μιας φοβερής θύελλας και είχε βρεθεί στο έλεος των ανέμων.
Η φυσική του αντοχή είχε ξεπεράσει τα όρια της εξάντλησης, με αποτέλεσμα να μην τον κολλάει ύπνος, αν και έχει διανύσει πολύ χρόνο στη γέφυρα από την τελευταία φορά που είχε ξυπνήσει.
Ανοιγοκλείνοντας τα μάτια του στο φως της καινούργιας ημέρας άφησε το βλέμμα του να χαθεί στο μακρινό και φωτεινό ορίζοντα, τα μάτια του πρόδιδαν πως το μυαλό του ήταν αλλού.
Τότε ήταν που μου άνοιξε την πόρτα της ζωής του, σε κάτι πολύ προσωπικό που δεν το εκμυστηρεύεσαι στον καθένα, διηγήθηκε τα σημάδια του πόνου που κουβαλούσε στην ψυχή του, τη μεγαλύτερη τραγωδία που δε νομίζω πως θα ‘θελα να το ακούσω ότι έχει συμβεί, με λίγες λέξεις μόνο.
Δεν θα μπορούσε κανείς να συνδέσει το θάνατο μ, έναν τέτοιο άνθρωπο.
Τότε ήταν που ξεπέρασε τις άμυνές του, σταμάτησε να είναι τυπικός και μοιράστηκε μαζι μου μια πολύ προσωπική στιγμή της ζωής του κατι που δεν το εκμυστηρεύεσαι στον καθένα. Μου διηγήθηκε με λίγες λέξεις μόνο τα σημάδια του πόνου που κουβαλούσε στην ψυχή του, τη μεγαλύτερη τραγωδία που δε νομίζω πως θα ‘θελα να την ακούσω ότι του έχει συμβεί. 
Μια ανάμνηση ένα όραμα οτι ο θάνατος αφήνει έναν πόνο που κανείς δεν μπορεί να θεραπεύσει σαν σκέψη διαπερνά το βλέμμα του. Μπορεί να έφταιγε η κούραση η τα γεγονότα από τις προηγούμενες ημέρες, αλλά όταν μίλησε η φωνή του πρόδιδε μια βαθιά απογοήτευση και ψυχικό πόνο.
.......Έχουν περάσει μερικά χρόνια από τότε. Ήταν ένα φθινοπωρινό πρωινό στην λεωφόρο Κηφισίας στη διάβαση των πεζών με τα φανάρια, από μια στιγμιαία ολιγωρία έφυγε από το πλάι της ο μικρούλης γιος του. Ξέφυγε από το χέρι της μητέρας του, και έγινε το μεγάλο κακό! Τέτοιες στιγμές όπου ένα παιδί ξεφεύγει από το χέρι της μητέρας του και καταλήγει στην άσφαλτο, αποτελεί μια από τις πιο εφιαλτικές στιγμές για κάθε γονέα.Το κορμί του κύλησε στην  άσφαλτο. Είχε σκοτωθεί το παιδί του, άφησε την τελευταία πνοή το αγγελούδι τους, εμπρός στα ματιά της μικρής του αδελφής και της δυστυχισμένης μητέρας.  Πρώτα είδαν τον τρόμο στα ματάκια του και τα μικρά λευκά του δόντια στο ανοιχτό του στόμα και έπειτα παρουσιάστηκε το άλικο τριαντάφυλλο στο μπρος μέρος του κεφαλιού του. Η μάνα έπεσε δίπλα του σαν να ‘χε δεχτεί μια δυνατή γροθιά πίσω στη ράχη γονάτισε πάνω του το αγκάλιασε με λαχτάρα και το έσφιξε με δύναμη στο κορμί της, να το προστατεύσει, να διώξει το κακό..
Τον κρατούσε στην αγκαλιά της κι έσφιγγε ο άψυχο κορμάκι του κι έκλαιγε και ούρλιαζε με ασύνορη αγωνία μες στην απόγνωση της, να αρνηθεί την αποδοχή του θανάτου και στην προσπάθεια της να του δώσει ζωή μέσω της αγκαλιάς της.. «Όχι, όχι γλυκέ μου Ιησού, όχι γιατί να συμβεί:»
Στον απόηχο από την βουή της κυκλοφοριακής συμφόρησης ταξίδευε το κλάμα της χαροκαμένης μάνας για τη συμφορά που τη βρήκε, δείχνοντας ότι ο πόνος της δεν έχει όρια, είναι χαοτικός και αβάσταχτος. Η μέρα ήταν συννεφιασμένη, βροχερή, και η ψιλή βροχή ξέπλενε το αίμα από την ανοικτή πληγή στο λαβωμένο πρόσωπο του και ποτίζει τα ρούχα της χαροκαμένης μάνας..
«Δεν ξέρω εάν ποτέ θα τα καταφέρω να ξεπεράσω την απώλεια του. Μια ομίχλη σκεπάζει μέσα μου τις αναμνήσεις του, και είναι αναμνήσεις που αξίζει τον κόπο να τις κρατήσω σφικτά.»
Τον καταλαβαίνω πως έχει μια βαθιά ανθρώπινη ανάγκη να διατηρήσει ζωντανές τις όμορφες στιγμές από το αγγελούδι του. Τις θεωρεί πραγματικό «θησαυρό» της ζωής τους. Οι απαντήσεις για να νιώσουμε καλύτερα γυρεύουν πάντα το μυστικό εκείνο που δε φαίνεται το κρυμμένο στις σκιές και στο σκοτάδι. Και το τραγούδι που σφύριζε ο άνεμος εμπρός μας ανάμεσα στα ικριώματα των γερανών του πλοίου, μιλά για δυστυχία και θλίψη, για πόνο και θάνατο. Το πένθος δεν έχει χρόνο. Δεν υπάρχει «σωστός» τρόπος ή χρονικό όριο για να νιώσει καλύτερα. Κάθε άνθρωπος το βιώνει διαφορετικά. 
Η μνήμη με το πέρασμα του χρόνου αλλάζει μορφή. Στην αρχή ο πόνος είναι οξύς και κυριαρχεί. Με τον καιρό, ο πόνος αυτός  μεταμορφώνεται σε μια πιο γλυκιά ανάμνηση. Δεν θα ξεχάσει, με την έννοια της λήθης, αλλά θα μάθει να ζει κουβαλώντας την μνήμη του μικρού παιδιού του μαζί του!
...... Νεώτερες οδηγίες μας  πληροφορούν ότι λιμένας προορισμού εκφόρτωσης είναι το Τσάρλεστον στην ανατολική ακτή των ηνωμένων πολιτειών, όχι το Νόρφολκ.
«Λέω ότι είναι καλύτερα να ηρεμήσεις, νομίζω ότι είναι όλα υπό έλεγχο πλέον, στην κατάσταση που είσαι είναι καιρός να ξεκουράσεις το ταλαιπωρημένο κορμί σου.»
«Έχεις απόλυτο δίκιο, νοιώθω ψόφιος στην κούραση τα μέλη μου με πονάμε και το κεφάλι μου πηγαίνει να σπάσει.»
«Θα έχουμε αρκετό χρόνο μπροστά μας, ώστε να κάνουμε κατάδυση στα βάθη της  ψυχής μας, και να περπατήσουμε στα μονοπάτια των αναμνήσεων από τα ταξίδια μας.» Συμπλήρωσα.

Click to Open
Είχε ανδρεία και θάρρος II:
.....

Τετάρτη 30 Νοεμβρίου 2011

O Varonos

Με συγκίνηση αναφέρομαι σε ξεπλυμένες αναμνήσεις από τους καθημερινούς ήρωες της ναυτικής μου ζωής, οι οποίοι αφού εκτέλεσαν το καθήκον τους κι εκπλήρωσαν την αποστολή τους ταξιδεύοντας για χρόνια τους ωκεανούς της υφηλίου, στη συνεχεία αποσύρθηκαν απόμαχοι συνταξιούχοι, διακριτικά και με μετριοφροσύνη στη σκιά της κοινωνίας την όποια είχαν υπηρετήσει με την ακάματο εργασία τους. Όλες αυτές οι αναμνήσεις καταθέτονται χωρίς υπερβολές η ωραιοποιήσεις, πολύ απλά αυτή ήταν η ζωή τους. 
Έχουν κιόλας περάσει επτά με οκτώ χρόνια από τότε,  μεσοκαλόκαιρο, που βρέθηκα στον λιμένα της Πύλου για ένα μακρύ χρονικό διάστημα σε πλοίο της εταιρείας που κρίθηκε απαραίτητο να εκτελέσει μερικές επείγουσες και αναγκαίες εργασίες επισκευών στο αγκυροβόλιο του ομώνυμου κλειστού κόλπου.
.........."Η Πύλος βρίσκεται σε εξαιρετική γεωγραφική θέση ενώ το λιμάνι της είναι ένα από τα μεγαλύτερα και ασφαλέστερα λιμάνια του κόσμου, με μήκος 4800μ και πλάτος 3600μ. [Το Λιμάνι] Το βάθος της θάλασσας φτάνει τα 50μ. Στα δυτικά, μπροστά από το λιμάνι υπάρχει η νήσος Σφακτηρία. Στα νότια του νησιού βρίσκεται η νησίδα Πύλος ή Τσιχλι-μπαμπά ή Φανάρι. Αναφέρεται από τον Όμηρο ως το Βασίλειο του Νέστορα που, σύμφωνα με την παράδοση, ιδρύθηκε απ' τον μυθικό Πύλο".......
........ Μετά από μια κοπιαστική στη διάρκεια της ημέρας εργασία, με τη δύση του ηλίου επέστρεφα από το πλοίο μαζί με τα συνεργεία παρέα στο ξενοδοχείο με την λαμπερή και ανανεωμένη λάντζα του λιμανιού ο «Άγιος Νικόλαος».
Διαβαίνοντας την έξοδο της προβλήτας καθώς περπατούσα στον προαύλιο χώρο των πρώτων εστιατορίων, ξαφνικά ακούω μια βαριά ζεστή αντρική φωνή να φωνάζει το όνομά μου.. Βάδιζα και λίγο αφηρημένα και τα έχασα. Σηκώνω τα μάτια ...
Μετά την αρχική μου σαστιμάρα και αμηχανία, μέσα μου άστραψε ένα χαμόγελο αργοπορημένης αναγνώρισης.
Ο Βαρόνος!!
Τον ατένιζα να κάθεται στο παραλιακό τραπέζι του εστιατόριου πάνω στο κύμα, διπλά από την προβλήτα αποβίβασης του λιμένα,  φορούσε ένα ολοκαίνουργιο επαρχιώτικο κουστούμι με το σακάκι ριγμένο στην πλάτη μιας καρέκλας. Ήταν η πρώτη μου φορά που συνειδητοποίησα ότι ο Βαρόνος ανήκε και αυτός στα ανώνυμα πρόσωπα του μεγάλου πλήθους. Τα μάτια του εκείνα τα λαμπερά μαύρα μάτια είχαν χάσει πολύ από την φωτεινότητα τους.
«Δε μου λες, άκουσα καλά ή με γελάνε τα αυτιά μου;»
«Δεν σε γελούν τα αυτιά σου, φίλε μου! χα χα χα.»
«Καλησπέρα.» του λέω.
«Καλησπέρα βρε Μανιαούρι από τη Λακωνία.. Καλά λένε βουνό με βουνό δεν σμίγει.»
Έγινε μια μικρή παύση. «Να που βρέθηκες και στα δικά μας όμορφα μέρη παλιέ καλέ μου φίλε.»
Να σας τον συστήσω. Μα και, βεβαία, αυτός που με προσκαλεί και με προκαλεί δεν είναι άλλος από το «Βαρόνο» τον ένα και μοναδικό χαρακτήρα, με τη ζεστή φωνή και με το «σοβαρό» προφίλ. Αυτό που αναδύθηκε τις στιγμές εκείνες, φαίνεται ότι «κρυβόταν» από παλιά μέσα του. Σ' εκείνες τις απλές, παλιές μας όμορφες στιγμές.
Τα έργα και οι ημέρες του ήταν ένας θρύλος στα καπνιστήρια και τις τραπεζαρίες των πλοίων της εταιρείας μη εξαιρούμενων και των γραφείων στην Ακτή Μιαούλη.
Τα τελευταία χρόνια είχε χαθεί από την πιάτσα της Ακτής Μιαούλη λες και άνοιξε η γη και τον κατάπιε. Είχα να μάθω νέα του περισσότερο από μια δεκαετία.
«Για κοίτα, φίλε μου, πώς γυρίζει ο τροχός! Που χάθηκες μεγάλε μου Βαρόνε;» τον ρώτησα βλέποντας τον να έχει σηκωθεί από την θέση του και να έρχεται προς το μέρος μου.
Ξαφνικά σμίξαμε με θέρμη τα χέρια και όταν έπαψε να μου σφίγγει το χέρι κάθισα στην άδεια καρέκλα στο πλάι του απολαμβάνοντας το ανάλαφρο δροσερό απογευματινό αεράκι που σάρωνε την επιφάνεια της παραλίας κουβαλώντας την υγρασία της θάλασσας αλλά και τη μυρωδιά από τα τριαντάφυλλα και τις βουκαμβίλιες που φύτρωναν στις αυλές γύρω μας.
«Λοιπόν καλέ μου φίλε! Τι χαμπάρια: Πως τα πάτε με τις εργασίες των επισκευών; Τρελό τρέξιμο  βλέπω πάλι σήμερα; Πότε σαλπάρουμε;» Έκανε μαζεμένες τις ερωτήσεις και τώρα περίμενε απαντήσεις.  
Το κατάλαβα ότι το ήξερε πως θα με συναντούσε και με περίμενε.
«Φίλε μου θέλω να φύγει αυτή η εβδομάδα γιατί είμαι οριακά με τόση πίεση! Αυτές οι επισκευές είναι από τις πιο δύσκολες που έχω τρέξει! Άντε να παραδώσουμε να ηρεμήσω λίγο!»
«Από όσο θυμάμαι κάθε φορά τα ίδια συμβαίνουν με τις επισκευές! Γιατί σκας;»
Γέλασα λίγο και ηρέμησα.
«Κι εσύ πως τα βολεύεις που είσαι συνταξιούχος σήμερα.» Του αποκρίθηκα γελώντας τώρα. «Σε ρωτώ γιατί πολύ σύντομα θα βρεθώ να βράζω στο ίδιο καζάνι μ’ εσένα.»
Κούνησε τους ώμους του αδιάφορα, χωρίς να μου απαντήσει, δεν μου έδωσε την εντύπωση ότι τον ενθουσίαζε η ιδιότητα του συνταξιούχου.  
Με πληροφόρησε πως αυτή την εποχή έμενε σε μία ερημική μικρή εξοχική αγροικία που είχε κληρονομήσει σε μικρή απόσταση από την Καλαμάτα και τώρα είχε την δυνατότητα να απολαμβάνει μια παλιά του και αγαπημένη συνήθεια, τις χαλκογραφίες.  Λένε πως οι ζωγράφοι κι οι ναυτικοί φτιάχνουν τα ίδια σπίτια και η κληρονομιά του φίλου μας δεν αποτελούσε εξαίρεση. Ήταν ένα μικρό τούβλινο χαμηλοτάβανο σπίτι με ασπροβαμένους τοίχους, και η εξώπορτα του έβγαζε απευθείας στην θέα της θάλασσας.
Με τα μάτια της φαντασίας μου φιλοτέχνησα την σημερινή μελαγχολική εικόνα της ζωής του, ενός μοναχικού ερημίτη σ’ ένα σπίτι πολύχρωμο, σαν σκηνικό σε φωτεινό ηλιόλουστο τοπίο να πηγαίνει χωρίς παρέα ατέλειωτους περιπάτους, γυροφέρνοντας στο μυαλό του τις σκέψεις και τις μνήμες του σαν ένα σμάρι από παλιές φωτογραφίες που ένας θεός μονάχα ήξερε που τον ταξίδευαν.
Να  αφηγείται περιστατικά και περιπέτειες μ’ ευλάβεια ποιμένα γονιού που τις άκουγαν για πρώτη φορά τα μικρά του εγγόνια από την κόρη της αδελφής του, περιγραφικός, ευφάνταστος, αγγίζοντας με τον τρόπο αυτό τις ευαίσθητες χορδές της καρδιάς και του μυαλού τους. Να τους περιγράφει σκηνές με ένα απίστευτα ποιητικό τρόπο, και να τα κάνει να γελούν χάρη στην αριστουργηματική αφηγηματική του τέχνη. Η αξιοθαύμαστη δεξιοτεχνία και η θεατρικότητα, με την οποία χειρίζεται τις ιστορίες του απ' όσο γνωρίζω είναι μοναδική.
Μερικοί άνθρωποι σε κάνουν να μελαγχολείς και να θλίβεσαι ότι κατασπατάλησαν το χρόνο τους και χαράμισαν τις ικανότητες τους με δραστηριότητες σε σκοτεινές γωνιές και αδιέξοδα στενοσόκακα. 
Η ζωή είχε το βλέμμα της γυρισμένο προς τη μια μεριά και αυτός προς την άλλη, σκέφτηκα φευγαλέα, αλλά που να πάρει ο διάβολος δεν τους βρίσκεις κάθε μέρα αυτούς τους εξαιρετικά διαφορετικούς ανθρώπους.
Η μνήμες μας ταξίδεψαν δυο δεκαετίες πίσω. Ύστερα από είκοσι χρόνια οι μνήμες είναι άνισες όταν πρόκειται να θυμηθούν τα γεγονότα που συνέβησαν στο μακρινό παρελθόν, ένα σωρό εικόνες απ’ τα περασμένα έρχονται στην επιφάνεια, και είναι κάποιες φορές που πρέπει να παραδεχτώ ότι περιέχουν εικόνες που αφήνουν την δική τους πικρή γεύση, εικόνες που θα ήθελε κάνεις να ξεχάσει και δεν θα έλεγα την αλήθεια αν ισχυριζόμουν το αντίθετο.
Εκείνο τον καιρό πιστεύαμε πως ήμασταν σπουδαίοι κι οι μέρες έδειχναν να είναι πολύ μεγαλύτερες από ότι σήμερα. Ήμασταν νέοι, υπήρχε μια λεβεντιά με ειλικρίνεια γιατί πουθενά δε βρίσκεις καλύτερους συντρόφους απ’ αυτούς που αγαπούν την θάλασσα και δουλεύουν στην αγκαλιά της.  Είναι φορές που αναρωτιέμαι τι είναι αυτό που περισσότερο από όλα μας αφαίρεσε στην διάβα του ο χρόνος. Μην είναι στην πράξη  ότι χάσαμε το κέφι και την ελαφρότητα που μοιραζόμασταν όλοι μας εκείνα τα περασμένα χρόνια της νιότης.
Το κύμα θρόιζε σε χαμηλούς τόνους θαρρείς και μας άκουγε αφηρημένα τους δυο άνδρες που είχαμε απορροφηθεί στη συζήτηση εκεί στην άκρη της θάλασσας, σκαλίζοντας το παρελθόν μας, και με κάθε καινούργια ιστορία που διηγείται ο Βαρόνος να μεγαλώνει το κέφι μας.  
Μας αγκάλιασε η νύχτα που άπλωσε τις μαύρες φτερούγες της παντού. 
Πίσω από το δάκτυλο της στεριάς που χωνόταν στον υδάτινο κόρφο  ξεπρόβαλε το μισοφέγγαρο, κοντράστ στο φωτισμένο μεγάλο φορτηγό πλοίο που βρισκόταν αγκυροβολημένο μέσα στον κόλπο, και μπόλικα αστέρια εμφανίστηκαν στον ουρανό.
Η αλήθεια είναι πως στην πραγματικότητα ο «Βαρόνος» ποτέ δεν έγινε πραγματικός ναυτικός, δεν είχε κανένα πραγματικό ενδιαφέρον γι' αυτή την εργασία, δεν κυλούσε στο αίμα του ιδιαίτερα η θάλασσα.
Ένα αρκετά μεγάλο διάστημα είχε εγκαταλείψει το ναυτικό επάγγελμα και ασχολήθηκε εκεί στη γενέτειρα του την Καλαμάτα με το εμπόριο ελαιόλαδου. Η επιχείρηση του απλώθηκε πολύ σύντομα με κύριο αντικείμενο τις εξαγωγές σε Ευρωπαϊκές χώρες. Το ίδιο πολύ σύντομα για κάποιους ανεξιχνίαστους λόγους για μας ήλθε και η κατάρρευση της επιχείρησης. Την εποχή εκείνη κυκλοφορούσαν τουλάχιστον εκατό εκδοχές για τα γεγονότα που αφορούσαν την κατάληξη της επιχείρησης, με εκατό διαφορετικές αιτιολογήσεις. Η αλήθεια θα μπορούσε άνετα να βρίσκεται σε οποιαδήποτε από αυτές.
 Η δική του θέση για αυτά που κυκλοφορούσαν ήταν αφοπλιστική.
«Υπάρχει στην αγορά κορεσμός υπερτιμημένων λαδιών πρώτης ποιότητας. Μια αγορά που θα πρέπει να σας επισημάνω ότι βρίσκεται ήδη σε συνεχή ύφεση. Για να ξεκινήσεις λοιπόν ένα καινούργιο προϊόν λαδιού με επιτυχία απαιτείται μια πολύ επιθετική προώθηση του προϊόντος και έμπειρο δυναμικό πωλήσεων. Εγώ απλά απέτυχα δεν είχα αυτές τις προϋποθέσεις.» Δήλωνε με παρρησία στους συνομιλητές του.
Η γνωριμία μας έγινε την επομένη χρονιά από τον καιρό που ασχολήθηκε περιστασιακά αλλά με μια επιτυχία ανέλπιστη με το λαθρεμπόριο τσιγάρων και ποτών στην Κωστάντζα τον μεγαλύτερο λιμένα της Ρουμανίας. 
Όχι τίποτα σπουδαίο και μεγάλο βέβαια, αλλά ένα μικρό καθημερινό οικονομικό πάρε δώσε, που η οργάνωση και εκτέλεση του ήταν μια ιδιοφυής   σκέψη του φίλου μας. Ουσιαστικά ήταν μια χαμαλίδικη δουλίτσα, περιορισμένων οικονομικών μεγεθών και δυνατοτήτων.
Τις εποχές εκείνες η Κωστάντζα ήταν πάντα πόλη εξαιρετικά φιλόξενη για τους Έλληνες ναυτικούς και ιδανικός τόπος για ανθρώπους σαν τον Βαρόνο. Πέρα από την ναυτιλιακή δραστηριότητα, πήγαιναν πακέτο κάθε λογής τυχοδιωκτικές συναλλαγές λαθρεμπορίου και διακίνηση μαύρου χρήματος με το τσουβάλι. Ταυτόχρονα ήταν η Ρουμανική πρωτεύουσα της εφήμερης πορνείας. Όλα αυτά την εποχή του υπαρκτού σοσιαλισμού και του Τσαουσέσκου.
Για όποιον είχε ζήσει τα χρόνια εκείνα τις συνθήκες που επικρατούσαν στα οικονομικά όρια του  λιμένα της Κωστάντζα εύλογα  θεωρούσε ότι βρισκόταν σε μια περιοχή όπου το λάδωμα ελάμβανε χώρα σε μεγαλύτερη έκταση και επιτυχέστερα από ότι στην υπόλοιπη Ρουμανία. 
Και αυτό που είχα καταλάβει ήταν  ότι για κάποιο λόγο όλοι οι συμμετέχοντες εμπιστεύονταν τους Έλληνες ναυτικούς δεν υπήρχε δυσπιστία για τις μη νόμιμες μικρό συναλλαγές της καθημερινότητας που τους απέφερε μερικά οφέλη στις πολύ δύσκολες ημέρες διαβίωσης που περνούσαν .
Κυβερνητικοί υπάλληλοι και εργαζόμενοι στην ελεύθερη ζώνη εμπορίου του λιμένος σε συνεργασία με τους υψηλόβαθμους κρατικούς λειτουργούς του λιμένα κάλυπταν τις εμπορικές δραστηριότητες του Βαρόνου στις παρυφές τις παραοικονομίας. Με έξυπνο τρόπο όλη η δραστηριότητα ήταν ένα μέρος από μια καλοστημένη κομπίνα, που είχε να κάνει με την αγοραπωλησία των τσιγάρων και των ποτών της ελεύθερης ζώνης.
Από κάθε άποψη  το εμπορικό αλισβερίσι του φίλου μας ήταν ικανοποιητικά προσοδοφόρο  για το μέγεθος της συναλλαγής. Αυτό επέτρεπε στον απλό Τρίτο μηχανικό του πλοίου να απολαμβάνει με περίσσια άνεση τα άδυτα της κρυφής νυκτερινής ζωής που εξελίσσεται στον περίγυρο του λιμένα με ανέσεις βαρόνου εξ’ ου και η προσωνυμία "Βαρόνος".
  Απόψε μου αφηγήθηκε το τέλος αυτής της ιστορίας του χωρίς να του το ζητήσω, μου παρουσίασε την εικόνα των γεγονότων λιτά και απέριττα, όπως ακριβώς τα είχε ζήσει. Στο βλέμμα του υπήρχε και πάλι η ίδια πειρακτική έκφραση όπως και τότε που ήμασταν ανέμελοι νέοι.Ήταν φανερό πως είχε εξαιρετική διάθεση απόψε.
Στο τραπέζι το μπουκάλι του ερυθρού ξηρού οίνου με το σύνθετο διαυγές ερυθρό χρώμα, τις πλούσιες και ελκυστικές ανταύγειες και τα αρώματα ώριμων κόκκινων φρούτων, με νότες μπαχαρικών έχει σχεδόν καταναλωθεί προσφέροντας ικανοποιήση στις διατροφικές μας απαιτήσεις σε γεύση και απόλαυση.
«Είναι μια ιστορία απ’ αυτές που κολλούνε στη συνείδηση σου και σ΄ ακολουθούν σα βδέλλα και δεν εννοούν να ξεκολλήσουν από την θύμηση μου.» Άρχισε σαν πρόλογο την ιστορία του, έκανε μια μικρή παύση ώστε να βάλει τις σκέψεις του σε τάξη, κι ύστερα συνέχισε.
...... Η σύμβαση εργασίας με την εταιρεία μας είχε λήξει για μένα και τον έτερο τρίτο μηχανικό του πλοίου καθώς επίσης και για τον ανθυποπλοίαρχο. Όλων μας η καταγωγή κατά μια περίεργη σύμπτωση ήταν από την Μεσσηνία. Το σχέδιο αναχώρησης από το πλοίο περιελάμβανε διανυκτέρευση στην Κωστάντζα, την επομένη άφιξη στο αεροδρόμιο του Βουκουρεστίου, και επιβίβαση στην πρωινή πτήση  με προορισμό την Αθήνα.
Την τελευταία μας ημέρα η νύκτα στην Κωστάντζα μας βρήκε πελάτες στοιβαγμένους σ’ ένα υπόγειο μαγαζί με κλειστά παντζούρια και ατμόσφαιρα με την αρωματισμένη χάρη των ήχων από σκυλάδικα, πλέοντας σε πελάγη χαράς και ευτυχίας, αραγμένοι σε τρυφερές αγκαλιές γεμάτες «αγάπη!»  
Βουτηγμένοι στο αλκοόλ των ποτών και στον καπνό από τα τσιγάρα με μια τρυφερή αγκαλιά και ένα σ' αγαπώ αρκούν για να νιώσεις ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος.
Αρχικά οι δυο καλοί μου φίλοι δεν είχαν την απαιτουμένη διάθεση να επισκεφτούμε αυτά τα μυστήρια νυκτερινά μαγαζιά που ξεφύτρωναν σε σκοτεινές συνοικίες της πόλης.
Δεν προσπάθησα και πολύ να τους παρασύρω από τις ηθικές αναστολές τους.
«Καταλαβαίνω τους ενδοιασμούς σας τους είπα, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι θα γυρίσουμε την πλάτη στα πάθη μας για την αρετή. Θέλω να πω πως αν σας πιάνει κάπου-κάπου ο πειρασμός δε θα πρέπει να το θεωρείτε αξιόμεμπτη αδυναμία και να μην τον απορρίπτεται.
Αυτή είναι η ευχάριστη πλευρά του  δύσκολου επαγγέλματος μας, πρέπει να παραδεχτείτε ότι αρκετά επιτρέπονται στην προσωπική μας διασκέδαση αρκεί να καταφέρεις να ξεφύγεις χωρίς να σε πάρουν είδηση.» Τους είπα.
Ήταν περασμένα μεσάνυχτα που έγινε η έφοδος της αστυνομίας, η αναταραχή και ο σάλος που επακολουθήσαν μου είναι δύσκολο να τον περιγράψω.
Όσοι βρίσκονταν μέσα σ’ αυτό το καπηλειό συνελήφθησαν σχεδόν όλοι, εκτός από δυο τρεις που κατάφεραν να ξεφύγουν από τις πίσω εξόδους.
Ποτέ δεν μου είχε περάσει από το νου ότι θα μπορούσε να μας συμβεί αυτό, και ήταν απόλυτα φυσιολογικό να ένοιωθα ελαφρά σοκαρισμένος από την απρόσμενη εξέλιξη.
Είχα ιδρώσει και οι κόμποι του ιδρώτα έσταζαν από πάνω μου σαν στάλες βροχής. Έφταιγε η ήσυχη νύχτα της Κωστάντζα, πλημμυρισμένη απ’ την υγρασία που ανηφόριζε πέρα από τα νερά του Δούναβη ποταμού.
Κατά εξαιρετικά ευτυχή συγκυρία ο επικεφαλής της επιχείρησης ήταν πρόσωπο γνωστό από τα εμπορικά πάρε δώσε, και όπως καταλαβαίνεις βοήθησε σ’ αυτό η πρότερη γνωριμία μας, και μου ‘δωσε αυτοπεποίθηση τη δύσκολη αυτή ώρα. 
Ξεμπλέξαμε σχετικά ανώδυνα με τις αρχές και τα τυπικά της ανάκρισης, κανένας δεν ρώτησε ποιος και γιατί ούτε χαρτιά μας ζήτησαν. Ευγενικά φερόμενοι σεβάστηκαν τον .....Βαρόνο..!
Παράλληλα διαπίστωσα ότι είχε χαράξει, και η αραιά ομίχλη που πλανιόταν πάνω από την θάλασσα έκανε τον χειμωνιάτικο πορτοκαλί ήλιο που εμφανίστηκε πέρα στον ορίζοντα να φαντάζει ωχρός, μελαγχολικός, όταν εγώ και οι δυο καλοί μου φίλοι, πακέτο βρεθήκαμε στο αεροδρόμιο του Βουκουρεστίου με φιλική συνοδεία των αρχών μετανάστευσης της χώρας.
Δεν αναφέραμε ούτε κουβέντα για τις αποσκευές μας που είχαμε αφήσει στο παρακείμενο από το καπηλειό ξενοδοχείο, ανησυχώντας και φοβούμενοι πως μπορεί να βγουν στην επιφάνεια μερικά ευτελούς μεν άξιας αδήλωτα δε καταναλωτικά αγαθά (όπως οι περίφημες κρέμες αντιγήρανσης της Ασλάν και διάφορες σπιτικές πορσελάνες) που αποκτήθηκαν στην μαύρη αγορά. Εγώ πάντως υποσχέθηκα στους άλλους δυο συναδέλφους μου ναυτικούς να κάνω ότι περνούσε απ’ το χέρι μου για να παραλάβουμε τις αποσκευές μας.
Στη σκέψη πολλών συναδέλφων μας πιθανολογώ να φάνταζε ότι υπέστην βαρύ προσωπικό πλήγμα μετά την σύλληψη μας, αλλά εγώ απλώς  έμεινα με την αίσθηση ότι υπήρξε ένα σχεδόν χιουμοριστικό στοιχείο στην όλη υπόθεση.
Υπάρχουν στιγμές που αναρωτιέμαι αν έζησα λάθος την ζωή μου. Πιστεύεις ότι είσαι ένα συγκεκριμένο πρόσωπο και με τον καιρό διαπιστώνεις πως είσαι πολύ διαφορετικός. Όμως και πάλι λέω ότι και αν αυτό συμβαίνει δεν πρέπει να χολοσκάω και να τα βάφω μαύρα. Απλά συνεχίζω την ζωή μου, κάθε μέρα που ξημερώνει είναι και μια καινούργια μέρα που αξίζει να την ζήσεις.
......Στο τραπέζι κατέφθασε το δεύτερο μπουκάλι του ερυθρού ξηρού οίνου με το σύνθετο διαυγές ερυθρό χρώμα, τις πλούσιες και ελκυστικές ανταύγειες και τα αρώματα ώριμων κόκκινων φρούτων, με νότες μπαχαρικών. 
....Τελικά τα κατάφερε, κράτησε την υπόσχεση του, ξαναγύρισε με την βοήθεια και της εταιρείας στην Ρουμανία και μετέφερε όλες τις αποσκευές στην Ελλάδα....
Σήμερα εκτός από το αγαπημένο του χόμπι τις χαλκογραφίες, αφιερώνει την φροντίδα του στην καλλιέργεια του μεγάλου κήπου με τα πολλά δέντρα που περιβάλει ολόγυρα την αγροικία με θέα το ανοικτό πέλαγος της μεσογείου θάλασσας. Τον φαντάζομαι να τον περιποιείται και να τον φροντίζει σαν τα κορίτσια που καυχιόταν πως είχε στα λιμάνια της Μαύρης θάλασσας. Οι κακές γλώσσες έλεγαν πως ο «Βαρόνος» ήταν ο καλύτερος εραστής των λιμανιών.
Ακόμη μου εκμυστηρεύτηκε ότι πολλοί ντόπιοι επιθυμούν να τον προτείνουν για το τοπικό κοινοτικό συμβούλιο. Είναι μια πρωτοβουλία που την εκτιμά και το σκέφτεται. Το γνωρίζω καλά πως ήταν πάντα του ανοιχτός και προσιτός μ’ όλο τον κόσμο, και ταυτόχρονα μάθαινε να προσαρμόζεται στο περιβάλλον και στους νέους ρυθμούς της ζωής του. 

Κυριακή 20 Νοεμβρίου 2011

Len Pos o Xronos Giatreuei Tis Pliges

Cape Town South Africa...
Κέιπ Τάουν.... Άνοιξη του χίλια εννιακόσια εβδομήντα έξι.
Οι δυο νεαροί μας φίλοι αποφάσισαν ότι ήταν η ώρα που έπρεπε να γυρίσουν στο πλοίο αφού είχαν απολαύσει ένα πλούσιο βραδινό γεύμα τελειώνοντας έτσι μια ευχάριστη εξόρμηση κατά τη διάρκεια της βραδιάς στο μοναδικό αυτό κοσμοπολίτικο λιμάνι της Νοτίου Αφρικής.
Το Κέιπ Τάουν είναι μία από τις παγκόσμιες πρωτεύουσες της υψηλής γαστρονομίας. Δεν είναι μόνο ο νυχτερινός ουρανός της Χώρας της Νότιας Αφρικής που είναι γεμάτος άστρα, είναι και τα εστιατόρια της πόλης που τα αστέρια Michelin δίνουν και παίρνουν, τοποθετώντας πόλη του Κέιπ Τάουν στην κορυφή της προτίμησης των καλοφαγάδων του κόσμου!  
Η κορυφαία και φημισμένη αστακό-μακαρονάδα του «Ακρωτηρίου» είναι ένα must για εκείνους που ψάχνουν την απόλυτη γεύση. Το άφθονο φρέσκο ψάρι, ο αστακός, αχινοί, και τα υπόλοιπα θαλασσινά, είναι καθημερινά στη διάθεσή σας. Επιλεγμένα εμφιαλωμένα κρασιά, συμπληρώνουν άριστα το μενού, είτε αυτό περιλαμβάνει ψάρι ή κρέας.
Τίποτα δεν προμήνυε αυτό που θα ακολουθούσε! Ήταν λίγο πριν τα μεσάνυχτα που το ταξί τους άφηνε πίσω τους την μεγάλη και στρογγυλή πλατεία που περιβάλει το Greenways Hotel στην Torquay Avenue, της πόλης του Ακρωτηρίου στη Νότιο Αφρική, όταν βρέθηκαν αντιμέτωποι με ένα τελείως απροσδόκητο επεισόδιο με εξελίξεις καταιγιστικές και τελείως απρόσμενες. 
Μια αναπάντεχη απόπειρα ληστείας τους είχε σαν συνέπεια την περιπετειώδη καταδίωξη τους, που παρά ολίγο έλειψε να καταλήξει σε τραγικό μακελειό.   
Όλα ξεκίνησαν στο σταυροδρόμι που δημιουργείται το αρχικό ύψος της Torquay Avenue. Ο οδηγός μιας μεγάλη παλαιάς αμερικάνικης Πλίμουθ τους έκλεισε το δρόμο δημιουργώντας μπλόκο στο ταξί που τους μετέφερε από το εστιατόριο στο πλοίο, με οδηγό του ταξί έναν Λιβανέζο που ήταν και ο  ιδιοκτήτης του. Στο παλιό αυτοκίνητο επέβαινε μια ομάδα από νέγρους που επιχειρούσαν να ακινητοποιήσουν το ταξί και να ληστέψουν τους νεαρούς επιβάτες του.
Για μεγάλη τους τύχη ο οδηγός του ταξί απόλυτα ψύχραιμος και νηφάλιος χωρίς να το καλοσκεφτεί ζύγισε με ψυχραιμία τα δεδομένα, δεν ακινητοποιήθηκε και με φιλότιμες προσπάθειες και συντονισμένες ενέργειες κατάφερε να διαφύγει από τον εγκλωβισμό των επίδοξων ληστών.
Ταυτόχρονα έβγαλε από το ντουλαπάκι του αυτοκινήτου και το εναπόθεσε στην άδεια θέση του συνοδηγού το τεράστιο μάγκνουμ 44 όπλο που κουβαλούσε μαζί του. Ακολούθησε καταδίωξη από τους επίδοξους ληστές μέχρι και την λεωφόρο heerengracht όπου και εγκατέλειψαν την προσπάθεια τους.
Οι δύο μας φίλοι με ορθάνοιχτα μάτια έμειναν να κοιτάζουν άλαλοι και αποσβολωμένοι τον οδηγό του ταξί, που η ψυχραιμία του τους έκανε να μοιάζουν με πανικόβλητες νοικοκυρές.
Μόνο όταν φτάσανε στο πλοίο και ξανάνιωσαν ασφαλείς, κατόρθωσαν να καλύψουν τον πανικό και το χτυποκάρδι τους, ν’ αρθρώσουν λόγο και να περιγράψουν τον ηρωισμό και το θάρρος του ταξιτζή τους.
Υπήρχε μεγάλο ποσοστό εγκληματικότητας στο Κέιπ Τάουν, σε ορισμένες περιοχές της πόλης οι κλεφτές, οι ληστές, οι πόρνες, οι λαθρέμποροι ναρκωτικών και οι κάθε λογής φυγόδικοι αποτελούσαν κράτος εν κρατεί. Το μεγαλύτερο ποσοστό της εγκληματικότητας αφορούσε το μαύρο πληθυσμό της πόλης που αυξάνονταν ραγδαία.
Ήταν η εποχή εκείνη που στη χώρα του απαρτχάιντ το να αφαιρέσεις ζωή νέγρου και μάλιστα επίδοξου ληστή ήταν αμελητέο αδίκημα.
Οι επιβάτες του ταξί  ήταν ο νεαρός μηχανικός του πλοίου ο Αλκιβιάδης παρέα με τον Παυσανία νεαρό δόκιμο μηχανικό με καταγωγή από ναυτική οικογένεια νησιού των Κυκλάδων που τελειώνοντας τη στρατιωτική του θητεία αρχικά αναζήτησε την επαγγελματική του τύχη στην στεριά χωρίς αποτέλεσμα ώστε τελικά να ακολουθήσει και αυτός την επαγγελματικη του τύχη στην θάλασσα.
«Τα καλά μας έρχονται με δυσκολία και μετά από αναζήτηση, ενώ τα κακά και χωρίς να τα αναζητήσουμε.» Του  έλεγε ο σοφός παππούς του Αλκιβιάδη.
Έτσι μέσα από αυτή την περιπέτεια και το σοκ, ξεκίνησε να αναπτύσσεται μέσα στα χρόνια μια δυνατή φιλία μεταξύ των δυο ανδρών, μια όμορφη αλλά και δυνατή φιλική σχέση.  Ο ένας θα ανακαλύψει στον άλλο στοιχεία που του λείπουν.. Ο Παυσανίας είναι ένας ευγενικός νεαρός, γοητευτικός άνδρας με την κοσμοπολίτικη αύρα ενός καλλιτέχνη εν αντιθέσει με τον Αλκιβιάδη που σαν τον κότσυφα αγαπά την μοναξιά, συχνά παραδοσιακός, αλλά ευθύς κοινωνικός, πρόθυμος για παρέα και γεμάτος καλές προθέσεις.
Και η φιλία τους μοιάζει με τα παλιά βιβλία, που ο χρόνος έρχεται και τους προσδίδει πολύ μεγαλύτερη αξία.
Ο Παυσανίας στις ημέρες εκείνης της εποχής, είχε κοντά μαύρα κατσαρά μαλλιά, οβάλ λευκό πρόσωπο, μαύρα μάτια ανθρακίτης, χέρια περιποιημένα, συμμετρική περιφέρεια, ίσια πλάτη. Δεν ήταν στεγνός αλλά ούτε παχύς, φαρδύς με στέρνο ανοικτό. Είχε μια ελκυστικά αέρινη αίσθηση η όλη του παρουσία.
Το δίλημμα που βασάνιζε τον καιρό εκείνο τον Παυσανία, αφορούσε μια μικροκαμωμένη ξανθιά κοπέλα ένα πλάσμα γλυκύτατο, ανήσυχο, που αντιμετώπιζε ακόμη και τα σοβαρά πράγματα με μια ελαφρότητα, και είχε πολλά παράπονα από την ερωτική τους σχέση. Σαν γειτόνοι είχαν ζήσει μαζί όλα τους τα χρόνια στο νησί μέχρι την αποφοίτηση απ' το τοπικό λύκειο. 
Μετακομίζοντας ο Παυσανίας στην Αθήνα και σαν φοιτητής στη σχολή Εμπορικού ναυτικού πολλές φορές αναρωτήθηκε τι ήταν εκείνο που τον κρατούσε σ’ αυτή τη σχέση. Όλα αυτά τα χρόνια των σπουδών του η σχέση τους πέρασε από πολλές δοκιμασίες. Την περίοδο της στρατιωτικής του θητείας η κοπέλα ουσιαστικά είχε φύγει από την ζωή του, την είχε δει ελάχιστες φορές και αυτές φευγαλέα.
Ταυτόχρονα μάθαινε ότι κάποιο διάστημα είχε μπει στη ζωή της παλιός συμμαθητής τους.
Πάει καιρός τώρα που η φίλη του μόνη της πια προσπαθεί ορμητικά να ξαναμπεί και πάλι στην ζωή του.
Ταυτόχρονα την ίδια εποχή μια νεαρή ψηλή καστανή γυναικεία φιγούρα, εργαζομένη σε μεγάλη πολυεθνική εταιρεία ανακάλυπτε πως πολύ της άρεσε αυτός ο ευγενικός άνδρας και αναζητούσε μια μόνιμη σχέση μαζί του. Αυτή η νέα του γνωριμία ήταν κάτι σαν τονωτική ένεση στην ιδέα που είχε για τον εαυτό του.
Απόλυτα φυσιολογικό σκέφτεται ο Αλκιβιάδης για τον φίλο του! 
«Να μην το ξεχνάς στις γυναίκες αρέσουν οι ευγενικοί άνδρες!» , έλεγε ο σοφός παππούς του. 
Για τον Παυσανία την εποχή εκείνη ήταν  περίπλοκο να περιγράψει με λόγια την ψυχοσωματική κατάσταση του, καθώς οι αναμνήσεις γλιστρούσαν στο μυαλό του με αφορμή τις δυο γυναίκες.
Είχε την αίσθηση ότι βάδιζε μέσα σ’ ένα τοπίο μετά την βροχή, στην υγρασία, ενός παράξενου δρόμου. Και πως η λύση ήταν εκεί στο τέλος του δρόμου και τον περίμενε.
Το πρόβλημα του είναι ότι ο δρόμος σε κάποιο σημείο του διχαλώνει. Από το ένα μονοπάτι βρίσκεται το ξανθό κορίτσι, το χθες και η σιγουριά του γνώριμου, από το άλλο η  νέα γνωριμία, το αχαρτογράφητο άγνωστο ακόμη μα επιθυμητό..
«Ποιο δρόμο θέλεις να διαλέξεις, η εκλογή βρίσκεται μόνο στα χεριά σου,» του είπε ο Αλκιβιάδης όταν ο Παυσανίας του εκμηστηρεύτηκε το δίλημμα του.
«Ο ποιητής έχει απαντήσει προ πολλού στο ερώτημα αυτό!» συμπλήρωσε.
Δυο δρόμοι χωρίζουν σ’ ένα δάσος κι εγώ αποφάσισα.
Τον λιγότερο ταξιδεμένο πήρα.
Κι αυτή είναι όλη κι όλη η διαφορά.
«Για να υποστηρίξω την όποια απόφαση σου αν βέβαια το χρειάζεσαι, αυτό που έχω να σου πω είναι ότι για μένα προσωπικά δεν χρειάζεται να ξέρω που πάω! Από τη στιγμή που βγήκα στο δρόμο αφήνω το ένστικτο μου και την καρδιά μου να με οδηγεί.» Του λέει ο Αλκιβιάδης.
«Εσύ είσαι σε διλληματική θέση και είναι πολύ αργά για να υποχωρήσεις στις επιθυμίες της ξανθιάς σου μα ίσως και πολύ νωρίς για να δράσεις στη νέα σου γνωριμία.» Συμπλήρωσε.
Προς το παρόν του Παυσανία του ήταν πολύ δύσκολο να αποφασίσει, δεν επιθυμούσε να δοκιμάσει την τύχη του, μέσα από ένα κυκεώνα συναισθημάτων.
Λεν πως ο χρόνος γιατρεύει όλες τις πληγές.
Λένε ειν’ εύκολο το χτες να λησμονήσεις.
Όμως εγώ νιώθω ακόμα σα νάταν χτες.
Τα δάκρυα, τα φιλιά κι όλες τις συγκινήσεις.

.....Να ξέρεις πως αργά η γρήγορα θα υπακούσεις στα αληθινά καλέσματα της καρδίας σου.
Ίσως αύριο ίσως μετά από καιρό, ακόμη δεν ξέρω πότε.
Αναρωτήθηκες ποτέ πόσοι είναι αυτοί που παρόλο που ξέρουν ότι βρίσκονται σε λάθος δρόμο, λάθος περιβάλλον, ακόμη και λάθος σχέση, κάνουν το μεγάλο και τολμηρό βήμα να επανεξετάσουν τον εαυτό τους και τις πραγματικές επιθυμίες τους και να ξεκινήσουν να κάνουν αυτό που πραγματικά θέλουν, να ξαναδούν τον εαυτό τους σε καθαρό καθρέπτη;
Η αναβλητικότητα είναι φυγή από τις τωρινές στιγμές. Παρά τις μακροπρόθεσμες αρνητικές συνέπειες της, ελάχιστοι άνθρωποι θα είναι ειλικρινείς αν πουν ότι δεν είναι αναβλητικοί.
Στην πραγματικότητα δεν αναβάλλεται κάτι όταν δεν το κάνεις, απλούστατα δεν έγινε.
Για μερικούς δε γίνεται τρόπος ζωής, ν’ αναβάλλουν πάντα για μια μέρα που δεν θ’ έρθει ποτέ.
.....Ο Παυσανίας άρχισε να του διηγείται την ιστορία της γνωριμίας με την νεαρή ξανθή κοπέλα αλλά, κατά ένα περίεργο τρόπο, του Αλκιβιάδη του φαινόταν ν’ ήξερε τα κυριότερα σημεία. Ποιος αλήθεια δεν έχει περάσει από το στάδιο αυτό.
«Ποτέ δεν τα πήγαμε τόσο καλά από την αρχή κιόλας αυτής της σχέσης υπήρχαν προβλήματα ανάμικτα με τα αισθήματα.»
«Γιατί συνέχιζες;» τον ρώτησε.
«Έλπιζα πάντα ότι τα πράγματα θα καλυτέρευαν.»
«Συμπεριφέρεσαι πολύ ανόητα αν αποζητάς μια εξήγηση έξω από τον εαυτό σου για το τι πρέπει να αποφασίσεις.»
Και όταν η σχέση τους έδειχνε να ξαναρχίζει, το κύμα του μέλλοντος ήρθε και τουμπάρισε την βάρκα του. Αισθανόταν ελαφρώς και αορίστως ένοχος για το γεγονός, αλλά μόνο ελαφρώς και αορίστως.
 Οι κυκεώνες των αισθημάτων είναι ένα μακρύ ταξίδι που κρατεί αιώνες, ποτέ του δεν φτάνει στο τέλος. Πόσοι και πόσοι ταξιδιώτες δεν έχουν περάσει από τους σταθμούς του. Άλλοτε με σκληρές αποφάσεις άλλοτε με ήπιους τόνους.
Ο φίλος μας το ένοιωθε, έφτανε στο τέλος, ολοκληρώνοντας αυτό το ταξίδι. Δεν εξαίρω το γεγονός ότι ήταν συνετός και συμβιβασμένος με τη μοίρα του και η εξέγερση ήταν πάντα ξένη με τη σκέψη του. Παρόλα αυτά συνέχισε με μεγαλύτερη ένταση την προσπάθεια να κάνει γνωστό το τέλος του ταξιδιού του με την ανήσυχη και με μια ελαφρότητα ερωτική τους σχέση.
Όχι δεν ήταν ερωτευμένος μαζί της. Οι δυο τους απλώς ζούσαν ένα ιντερμέτζο καλοτυχίας, ενισχυμένο από μια δόση σεξουαλικής εναρμόνισης.
Δεν είχε κανένα λόγο να πιστεύει πως αυτό το πράγμα θα κρατούσε και πάλι για πολύ.
Αυτή τη φορά δεν έχει πισωγυρίσματα, η σχέση τους είχε γεράσει πριν την ώρα της.
Ήταν δική του απόφαση να φτάσουν στο τέλος.
Τρεις μήνες αργότερα.
Βρίσκονται στην μεγάλη δεξαμενή επισκευών Keppel Verolme BV, στα ναυπηγεία με έδρα το Ρότερνταμ στην Περιοχή του Rozerburg στην ανατολική όχθη του μεγάλου καναλιού, του θαλάσσιου δρόμου που ενώνει τη Βόρειο θάλασσα με την Κεντρική Ευρώπη. Βασικές υπηρεσίες του είναι επισκευή,  συντήρηση, τροποποίηση, ανακαίνιση και κατασκευή πλοίων. Στη δυτική πλευρά του καναλιού είναι η περιοχή του Vlaardingen, με τις απέραντες εκτάσεις από τουλίπες, το χαρακτηριστικό λουλούδι της Ολλανδίας. Ένα μοναδικό θέαμα. Ένα πολύχρωμο χαλί από τουλίπες σκεπάζει τις καλλιέργειες, και συνθέτουν μια πανδαισία χρωμάτων και μας υπενθυμίζουν ότι έφτασε η άνοιξη.
Ο Παυσανίας γύρισε στην καμπίνα του μετά απ' το τέλος της καθημερινής απασχόλησης του στις επισκευές του μηχανοστασίου, και βρήκε την 'Άντζελα να κοιτάζει το επαγγελματικό προσωπικό του ημερολόγιο. Το είχε ανοιγμένο σε μια συγκεκριμένη σελίδα και διάβαζε μια υποσημείωση.
«Πάντως κάτι έχει μείνει να σου θυμίζει τα παλιά.» του είπε η Άντζελα.
Ο Παυσανίας έμεινε για λίγο σιωπηλός, έβγαλε την φόρμα εργασίας του και κοίταξε τον κοπέλα του με θλιμμένο βλέμμα. «Είναι κάποια πράγματα που δεν χρειάζεται να τα ξέρεις» είπε.
 Ένοιωθε κάπως προβληματισμένος με τον τρόπο που συνήθως οι γυναίκες βγάζουν διάφορα αυθαίρετα συμπεράσματα και βυθισμένος στις σκέψεις του, έκανε ένα γρήγορο πέρασμα στο μπάνιο και ξεκίνησε ένα χαλαρωτικό ντους.
«Ξέρεις καλύτερα να υπάρχει διάλογος μεταξύ μας, και να λέει ο ένας στον άλλο τους λόγους για τους οποίους είναι χαρούμενος η λυπημένος» Συνέχισε η κοπέλα.
«Ε, ναι,» είπε ο Επαμεινώνδας, όμως δεν προχώρησε παραπέρα. Πολύ θα ήθελε να της εξηγήσει πως τώρα βρισκόταν στην αρχή ενός γλυκού ονείρου, με μια γυναίκα που τον ήθελε και τον αγαπούσε.
«Το ξέρεις ότι έχεις ένα ύφος σα δαρμένο σκυλί;» του λέει η Άντζελα.
«Ε, δε νομίζω ότι είναι και τόσο άσχημη η κατάσταση μου, απλώς νοιώθω λίγο απαίσια, με ταλαιπωρεί λίγο ο πονοκέφαλος» της είπε.
«Ακόμη περιμένω να μου πεις γιατί έχεις αυτό το λυπημένο ύφος,» είπε η Άντζελα.
Ήταν βέβαιος πως αρκούσε ακόμη μια ερώτηση για να ξεκινήσουν μια ατελείωτη κουβέντα, η όποια μπορεί και να κρατούσε και ώρες. Προτίμησε να μην το ρισκάρει και δεν απάντησε.
Η Άντζελα. έπιασε τον εαυτό της ν’ ανασηκώνει τους ώμους της για να καμωθεί ότι δεν την πείραζε η σιωπή του. Όμως άνθρωπος ήταν και την ενοχλούσαν όταν κάθε τόσο ανακάλυπτε αναμνήσεις της εφηβικής του ηλικίας. Στριφογύρισε το ρολόι στον καρπό της και κοίταξε την ώρα.
«Αν είναι να με κάνεις να σ’ ερωτευτώ τρελά, τότε φρόντισε να μη φάμε την ώρα μας κλεισμένοι εδώ στην μικρή καμπίνα σου, ετοιμάσου να πάμε στο Ρότερνταμ.»
Ο Παυσανίας έμεινε σκεπτικός για λίγο, του ξέφυγε ένας αναστεναγμός ευχαρίστησης, και μόνο με την σκέψη της τον έκανε να χαμογελάσει.
«Σα να ‘χεις δίκιο, Άντζελα. ίσως είμαι και εγώ τρελά ερωτευμένος μαζί σου, έχω δαγκώσει την λαμαρίνα που λένε.» Αργά και τρυφερά την τράβηξε κοντά του, το πρόσωπο του λουζόταν στο απογευματινό φως, ακτινοβολώντας μια λάμψη. Τα μάτια του αντίκρισαν τα δικά της. Την φίλησε στο στόμα σφαλίζοντας τα μάτια του, απαλά στην αρχή, κι ύστερα παθιασμένα ξεχνώντας τα πάντα.
Το κάθε τι από τα περασμένα έσβησε μέσα στην ομίχλη. Το παρελθόν είχε ξεχαστεί.
Ζωντανή απόδειξη πως η ζωή σπάνια είναι έτσι όπως μας τη λένε.
Η Άντζελα ήταν μια ψηλή και αρκετά όμορφη κοπέλα με ίσια καστανά μαλλιά. Τα ταξίδια ήταν το πάθος της. Κατέφθασε στο πλοίο με την άφιξη στον λιμένα και θα έμενε σε όλη την διάρκεια των επισκευών δυο εβδομάδες περίπου. Ο δεσμός τους είχε επισημοποιηθεί και λογάριαζαν σύντομα να παντρευτούν. Έγινε κλήρωση για τον κουμπάρο, μεταξύ Αλκιβιάδη και της κολλητής της. Ο κλήρος πάντα πέφτει στα κορίτσια.
Απ’ όσο δύναται να γνωρίζει ο Αλκιβιάδης η Άντζελα εξακολουθούσε ν’ αποτελεί μυστήριο σε ότι αφορούσε την προηγούμενη προσωπική της ζωή. Στα είκοσι πέντε χρόνια της τώρα δεν είχε κάποιο σοβαρό ερωτικό δεσμό με κανέναν, η έτσι φαινόταν τουλάχιστον.
Ωστόσο σήμερα έδειχνε φρέσκια και ευτυχισμένη.
Την ιδία ώρα στο καπνιστήριο του πλοίου εξελίσσεται διάλογος μεταξύ του Πρώτου και του Τρίτου μηχανικού.
«Τι λες μωρέ, ανήκουστο», είπε ο πρώτος χαμογελώντας αχνά, προσπαθώντας να αστειευτεί. Ο Τρίτος μηχανικός ο Μανώλης ο κρητικός δικαιολογείτο ως συνήθως για τις συχνές άδειες απουσίας που ζητούσε. Τακτικό το φαινόμενο.
Παραπονιόταν δε για τα προβλήματα που είχε με την τελευταία σχέση του.
«Έχω τσακωθεί τόσες φορές μ’ αυτή την καρακάξα που ούτε παντρεμένοι να ήμασταν.»
«Εσύ μια ζωή αφήνεις τις γυναίκες και σε κάνουν ότι θέλουν,» του είπε ο Πρώτος μηχανικός.
«Μερικές απ’ αυτές σίγουρα με κάνουν ότι θέλουν» απάντησε με νόημα ο νεαρός κρητικός.
«Ναι οι όμορφες,» είπε ο Πρώτος. «Δε σ’ έχω δει ποτέ να κάνεις χατίρια σε άσχημη.»
«Πρώτε μου επιτρέπεις να σου πω κάτι; Δε νομίζω πως θ’ άντεχα να ζω παντρεμένος, δεν τις αντέχω τις εντάσεις.»
«Τότε καημένε μου, ετοιμάσου για ένα δύσκολο ταξίδι» του είπε ο Πρώτος.
«Μπα!» έκανε ο Μανώλης απορημένος. Και μόνο στη σκέψη του μονίμου δεσμού δεν ένοιωθε καλά. Είχε την αίσθηση πως η ζωή του θα γεμίσει ετερόκλητες ευθύνες, μπερδεμένες μεταξύ τους.
Τελειώνοντας οι επισκευές, ο Μανώλης αποχαιρετώντας την τελευταία κατάκτηση του,
δεν θα ξεχνούσε ποτέ την έκφραση της, εκείνη την χαμένη, απελπισμένη έκφραση που είναι εντελώς περιττή κάθε λέξη.
....Της Άντζελας της προκαλούσε θλίψη το γεγονός πως ο χρόνος παραμονής στο Ρότερνταμ τέλειωσε, στενοχωρημένη αποχαιρετούσε τον καλό της και γύρισε στην Ελλάδα ευτυχισμένη.
Ο Παυσανίας έμεινε μέχρι αργά στην κουπαστή του πλοίου, παρακολουθώντας τον ήλιο που έδιωχνε την αραιή ομίχλη, η όποια ως εκείνη τη στιγμή ήταν απλωμένη πάνω από τα νερά του καναλιού. Το επόμενο χρονικό διάστημα οι εξελίξεις απέδειξαν πως ο χρόνος γιατρεύει όλες τις πληγές.

Σάββατο 19 Νοεμβρίου 2011

Transmitter Sta 406MHz

Η αρχή της ιστορίας μας έλαβε χώρα μια καλοκαιρινή ηλιόλουστη ημέρα στην παραλιακή λεωφόρο της πόλης του Σαν Αντόνιο της Χιλής και στον  περίφημο πεζόδρομο που επεκτείνεται κατά μήκος της ακτής και ονομάζεται «el Paseo Bellamar.» (η όμορφη θαλάσσια βόλτα). Ηταν ένα περιστατικό απ' αυτά τα περιστατικά, που χαρακτηρίζονται ως «απροσδόκητα», τονίζοντας την  απροβλεψιμότητα (unpredictability) στην αφύπνιση και συνειδητοποίηση των καταστάσεων για κάποια άτομα της κοινωνίας που αποκτούν την ικανότητα να ανακάμπτουν από δυσκολίες και τραύματα, βρίσκοντας τον προορισμό τους σ'ένα ταξίδι που κρατάει όσο και η ζωή. Η λιακάδα που πλημμύριζε την πόλη προμήνυε ένα μακρύ, ζεστό καλοκαίρι. Το καλοκαίρι αυτό θα αποτελούσε την αφορμή για να θέσει σε κίνηση μια σειρά από δοκιμασίες και να ξεκινήσει το μακρύ απρόοπτο και καθοριστικό ταξίδι της επόμενης μέρας ο Ρενέ.
Σ' έναν κεντρικό δρόμο της μεγάλης πόλης της Χιλής μια τυχαία συνάντηση και μια απλή ερώτηση, με μόνο σκοπό μια συνηθισμένη πληροφορία κατέληξε να είναι καθοριστική στιγμή όπου ένας απρόβλεπτος, εξωτερικός παράγοντας (το πεπρωμένο) που παρεμβαίνει δραστικά στη ζωή ενός προσώπου, αλλάζοντας την πορεία του. Ήταν η έννοια της «Μοίρας» (destiny) που δρα ως ανώτερη δύναμη, ανατρέποντας τα σχέδια των ανθρώπων, παρόμοια με τις ανατροπές που συντελέστηκαν στη ζωή του Ρενέ αλλάζοντας για πάντα την καριέρα του και τον οδήγησαν σε μια περιπέτεια και στο ταξίδι της γνωριμίας του με την Ελλάδα και την ναυτιλία της.
Έτσι λοιπόν απρόσμενα! μια τυχαία συνάντηση του έδειξε έναν δρόμο που ποτέ δεν είχε φανταστεί και που έμελλε να αλλάξει η πορεία της ζωής ενός απλού καθημερινού νεαρού αγοριού από την μακρινή Χιλή να αλλάξει άρδην. Μια απλή ερώτηση εκεί καταμεσής στο παραλιακό δρόμο του μεγάλου λιμανιού ήταν ο καταλυτικός παράγοντας που θα καθόριζε το πεπρωμένο για την υπόλοιπη ζωή του..
Ο Ρενέ ήταν ένας νεαρός αξύριστος άνδρας με μαύρα πυκνά μαλλιά, φορούσε αθλητικά παπούτσια, πολύχρωμο χαβανέζικο πουκάμισο, τσαλακωμένο παντελόνι. Είχε τα χέρια του βαθιά χωμένα στις τσέπες, περπατούσε στη παραλιακή λεωφόρο, το πρόσωπο του χειμωνιάτικη θλίψη, ανέκφραστο, άδειο με μια βαθιά ριζωμένη μελαγχολία που δεν ταίριαζε με την νεανική του ηλικία. 
Ο δρόμος του τον είχε οδηγήσει στην παραλιακή ακτή που υψωνόταν πάνω από τον γαλάζιο ωκεανό. Ατένιζε τον ορίζοντα τη φαινομενική γραμμή που χωρίζει τη θάλασσα από τον ουρανό και είναι στην πραγματικότητα μια θεωρητική γραμμή, η οποία μπορεί να παρατηρηθεί μόνο όταν βρίσκεται στην επιφάνεια της θάλασσας. Η ακτή που υψώνεται πάνω από τη γαλάζια θάλασσα τρεμόπαιζε η αντανάκλαση της μέσα στα νερά της παλίρροιας όταν επέστρεφαν, κάτω από τον καθαρό ουρανό, μέσα στο ζεστό και ζωηρό φως.  Η υγρασία απ' την παρουσία του νερού και ο ζεστός αέρας δεν τον ανακούφιζε καθώς το βλέμμα που βυθίζεται, στην καταγάλανη θάλασσα, και οι σκέψεις του σε μορφή υπαρξιακής αναζήτησης, συνδέεται με την παλίρροια ως σύμβολο που υποδηλώνει την αέναη κίνηση, το «μέσα-έξω» των συναισθημάτων του και η βύθιση του βλέμματος του τον παραπέμπει σε μια κατάσταση εσωστρέφειας και αδιέξοδης σκέψης.
Πήρε βαθιά ανάσα σήκωσε το κεφάλι του να κοιτάξει μακριά, εκεί που η θάλασσα συναντά τον ουρανό κι άφησε τη σκέψεις του να τρέξουν για μερικά λεπτά να ηρεμήσουν στο μυαλό του κοιτάζοντας το άπειρο να σκεφτεί το μέλλον του και τις δυνατότητες του. Να αναζητήσει νέες ευκαιρίες ή λύσεις.
Νιώθει μια μοναξιά να τον είχε τυλίξει σαν σύννεφο βαρύ. «Ήμουν ανόητος... τόσο ανόητος». Μονολογεί και η «ανοησία» που νιώθει του είναι απλά ένα μάθημα που έχει δυσάρεστες συνέπειες.
Θυμάται πως αντέδρασε με οργή! Μια οργή που ξεχείλισε από μέσα του σαν να ήταν ριζωμένη βαθιά στη νεανική του φύση όπως το νερό που τρέχει.
Συντρίμμια άφησε πίσω του εκείνη τη μέρα κι αυτή που χάραξε του έφερε ακόμη περισσότερα. Το κακό δεν σταμάτησε εκεί στην πρώτη μέρα, αλλά συνεχίστηκε και επιδεινώθηκε και του έφερε περισσότερο πόνο, δείχνοντας του ότι δεν υπάρχει άμεση ανακούφιση.
Δεν έχουν περάσει παρά λίγες ώρες που ενημερώθηκε για την οριστική, αμετάκλητη απόφαση της αθλητικής δικαιοσύνης που δεν επιδέχεται περαιτέρω αμφισβήτησης ή ένδικα μέσα. Έλαβε γνώση της απόφασης, συναισθανόμενος το βάρος της. Τρία χρονιά αφαίρεση αθλητικής ιδιότητος και στέρηση εισόδου σε αθλητικούς χώρους για ενεργό συμμετοχή του σε επεισόδια σε αθλητικούς χώρους και βιαιοπραγίας. Η απόφαση της αθλητικής δικαιοσύνης περιγράφει μια τραγική εξέλιξη στην καριέρα του, όπου οι κόποι, οι θυσίες και τα όνειρα του καταρρέουν, λόγω αναγκαστικής τριετούς απόσυρσης καθώς τώρα καλείται να διαχειριστεί το απότομο τέλος της αθλητικής του καριέρας. Αντί για μια προγραμματισμένη αθλητική καριέρα, ο Ρενέ βρίσκεται αντιμέτωπος με τη διάψευση των προσδοκιών του, που του δημιουργεί μια αίσθηση ακύρωσης των όσων ονειρευόταν.
Μπορεί να μην το έδειχνε αλλά είχε ένα νευρώδες γερά κτισμένο σώμα, και μέχρι χθες όλοι πίστευαν στο πλούσιο ταλέντο του και ότι θα εξελιχτεί σε σπουδαίο τερματοφύλακα.
Έβγαλε τα χέρια από τις τσέπες και βάλθηκε να τρίβει το μέτωπο του.
Ένα πελώριο γιατί να συμβούν όλα αυτά τον βασανίζει σαν μια «πληγή που αιμορραγεί» και το ερώτημα επανέρχεται αδιάκοπα σε μια κατάσταση μελαγχολίας, εσωτερικής ομίχλης και συναισθηματικής βαριάς ατμόσφαιρας. Και όταν οι σκέψεις και τα συναισθήματα είναι «συννεφιασμένα», όλα μοιάζουν θολά, μουντά και στερημένα από το φως της χαράς!
Η σκηνή με το επεισόδιο πλημμυρίζουν τις σκέψεις του και δεν μπορεί να τις αποβάλει! Επανέρχονται συνεχώς και κυριαρχούν στο μυαλό του και του προκαλούν αισθήματα ενοχής, ντροπής και μεταμέλειας.. Θυμάται! Ήταν εκείνες οι στιγμές που η λογική πέθανε και η οργή γεννήθηκε. Και όλη του η οργή στρεφόταν προς το πρόσωπο με τα μαύρα εκεί κοντά στη σημαία του κόρνερ. Το επεισόδιο εκτυλίχθηκε λίγο πριν το τέλος του αγώνα, όταν επιτέθηκε βίαια στο διαιτητή, με αποτέλεσμα να αποβληθεί από τον αγώνα και στη συνέχεια να παραπεμφθεί στην αθλητική δικαιοσύνη. Έχει μετανιώσει και έχει καταλάβει πόσο μεγάλο ήταν το λάθος που έκανε. Αυτά σκεφτόταν περίλυπος και δεν ξέρει τι να κάνει. Όπως και να έχει είναι αργά πλέον, και δεν έχει νόημα να αναρωτιέμαι... Θα άλλαζε κάτι; Η απάντηση είναι πως όχι, δεν θα άλλαζε τίποτα απολύτως... Όσο σκληρό και αν είναι αναγνωρίζει ότι είχε φερθεί με τόση απόλυτη αφέλεια όπως και τα ζώα, έδρασε με βάση το ένστικτο και τις ορμές του.
.....Ήταν μια φωνή με μια ιδιόμορφη προφορά, και ο τρόπος που προφέρει τις λέξεις άγνωστος στα δικά του μέρη. Ήταν μια φωνή που τον εβγαλε απο την εσωτερική ομίχλη του τη βαριά συναισθηματική του ατμόσφαιρα και τον προσγείωσε στη πεζή πραγματικότητα.
«Buenos días, amigo!»
«Hola!. sénior »
«Disculpe!.... Μπορείτε να μου πείτε πού θα βρω το ταχυδρομείο;»
«Por favor! Να σας δείξω. Στο εμπορικό κέντρο... στο Mall Arauco San Antonio.».
«Gracias.!».
«De nada.! Περπατήστε μαζί μου..  Senior... και θα σας οδηγήσω.»
«Muchas gracias.! Αν δεν σας γίνομαι βάρος.».
«Está bien.! Senior».
Ο ξένος που ρωτούσε ήταν Έλληνας. Ήταν ο πλοίαρχος του φορτηγού πλοίου το οποίο βρισκόταν ελλιμενισμένο στη βόρεια προβλήτα του Λιμανιού, στις αποθήκες διαμετακομίσεως του εμπορικού Λιμένος.
Από το ταχυδρομείο κατέληξαν στα όμορφα παραλιακά στέκια του λιμένα. Εκεί μπορούσαν να ξοδέψουν ατελείωτες ώρες πίνοντας καφέ και συζητώντας μέχρι να έρθει η στιγμή που θα «γυρίσει» ο καθένας  στην καθημερινότητα του...
Η καθημερινότητα του Ρενέ που αφορούσε τη ζωή, τη ρουτίνα, την εργασία του δυστυχώς είχε αλλάξει προς το χειρότερο και είναι πλέον ρευστή προς μια αβέβαιη κατεύθυνση και οι προβλέψεις δύσκολες. Με την αβεβαιότητα να παραμένει μια πρόκληση καθιστούσε δύσκολη κάθε πρόβλεψη. Ο Ρενέ σε μια διαδικασία βαθιάς ανάσας, ηρεμίας και αποβολής του άγχους, σε μια προσπάθεια να «καθαρίσει» το μυαλό του και να ανακτήσει την ψυχραιμία του, διηγήθηκε όσο πιο σύντομα την ιστορία του. 
«Κάπως έτσι ξεκίνησαν όλα..... και τελείωσαν όλα», εξωτερίκευσε τις σκέψεις και τα αισθήματα του χωρίς περικοκλάδες μ' ένα ξερό χαμόγελο, ενός ανθρώπου που βρίσκεται σε μια μεταβατική φάση της ζωής του, προσπαθώντας να ισορροπήσει ανάμεσα στο χθες και στο σήμερα και η ματιά του πλανήθηκε στο χώρο με έναν αναστεναγμό ανακούφισης.
Ο πλοίαρχος που του έμοιαζε με Σπανιόλος, καταγόταν από ένα μυστηριώδες μακρινό μέρος που λεγόταν Χίος. Με λίγα λόγια, του εξήγησε ότι η Χίος είναι ένα πολύ όμορφο νησί, σε μια άλλη ήπειρο, σε μια άλλη χώρα τη μακρινή Ελλάδα.
Η σκέψη του είχε έρθει από το πουθενά, προσπαθεί να τη διώξει αλλά αυτή επιμένει. Είναι μια σκέψη που έρχεται, ξανάρχεται, τον ενοχλεί, κι όμως αυτή επιμένει. Υποχρεώσεις πίσω του δεν έχει, η εξοντωτική ποινή τον είχε κλονίσει γιατί το ποδόσφαιρο ήταν η ζωή του, κλοτσούσε το τόπι στις αλάνες της πόλης από όταν θυμάται τον εαυτό του. Μια ακραία στιγμή βίας τον αναγκάζει να γυρίσει την πλάτη, να αφήσει πίσω του για πάντα τον κόσμο του που ήταν άρρηκτα δεμένος με αυτό που τόσο αγαπούσε , να αναζητήσει το παρόν και το μέλλον μακριά του . Ρώτησε λοιπόν τον πλοίαρχο εάν έχουν ανάγκη από όχι ιδιαίτερα εξειδικευμένο πλήρωμα στο πλοίο.
Έμεινε μόνος του τις επομενες ημερες αφότου τελικά επήρε τη δική του μεγάλη απόφαση όσο περίπλοκη και αν του φαινόταν. Εκει στη μοναξια του ειχε το βλεμμα του στο κενό, και νιώθει ένα περίεργο μείγμα ανακούφισης και τρόμου. Από τη μία, θέλει να αφήσει πίσω του όσα τον πίεζαν, και απο την αλλη να πάρει την απόφαση να αλλάξει πορεία.
Σκέφτεται «Κάνω το σωστό;» «Κι αν αποτύχω;» Η καρδιά του χτυπάει γρήγορα, κάποιες φορές από ενθουσιασμό, και κάποιες από άγχος. Θέλει να τρέξει μπροστά, αλλά ταυτόχρονα νιώθει την ανάγκη να κλειστεί στον εαυτό του, να προστατευτεί. Δεν ξέρει πού θα τον βγάλει αυτός ο δρόμος, αλλά είναι ώρα να αναπνεύσει βαθιά. Είναι έτοιμος, ακόμα κι αν τρέμουν τα γόνατά του. Όσο πιο σύντομα, εφοδιάστηκε με διαβατήριο. Νιώθει μια ελαφρότητα, σαν να έβγαλε από την πλάτη του ένα σακίδιο γεμάτο πέτρες. Αλλά από την άλλη, ο φόβος του αγνώστου είναι παραλυτικός. Σάλπαρε με το πλοίο, γεμάτος ελπίδες και δίψα για καλύτερες ημέρες και βγήκε στην ανοιχτή θάλασσα, παρασέρνοντας μαζί του τις ελπίδες του.
Άφηνε πίσω του το Σαν Αντόνιο, την γενέτειρα του πόλη στην περιφέρεια Valparaíso της κεντρικής Χιλής, στη περιοχή ενός ευρύ κόλπου του ειρηνικού ωκεανού. Έναν θαλάσσιο λιμένα με την οικονομική δραστηριότητα να συγκεντρώνεται στη στενή επίπεδη περιοχή κοντά στον κόλπο, και οι κατοικημένες περιοχές να βρίσκονται στις απότομες κλίσεις των λόφων που εσωκλειόταν η πόλης. Μια πόλη μικρή σε σημαντική όμως τοποθεσία. Το λιμάνι της είναι το μεγαλύτερο από άποψη εμπορευματικών μεταφορών και το πιο πολυσύχναστο στη δυτική ακτή της Νότιας Αμερικής. Ο πληθυσμός της ήταν μοιρασμένος σ’ αυτούς που έφευγαν, τους ναυτικούς, και σ’ αυτούς που έμεναν. Διάλεξε να φύγει, θα ήταν μεγάλο λάθος σκέφτηκε να μην αρπάξει την ευκαιρία.
Το πλοίο φόρτωσε ξυλεία με προορισμό εκφόρτωσης στο λιμένα της Νάπολη της Ιταλίας στη Μεσόγειο θάλασσα. Η αναχώρηση έγινε μια νύκτα με πανσέληνο, πίσω τους ο κόλπος ασήμιζε λουσμένος από λευκό φως, ήταν ένας γραφικός τόπος και δημοφιλής προορισμός που κατάφερνε να προσελκύσει χιλιάδες επισκέπτες χάρη στο φυσικό του κάλλος. Στην παραλία υπήρχαν ακόμη αρκετοί τουρίστες. ¨Ηταν το τελευταίο κύμα του καλοκαιριού.
Ο Ρενέ φιγούρα μοναχική στεκόταν στο κατάστρωμα της πρύμνης, το πρόσωπο του σκοτεινό, τα μαλλιά ανακατεμένα στο μέτωπο από τον αέρα της θάλασσας, και το βλέμμα του έμεινε να κοιτάζει πέρα τα λευκά και κίτρινα φώτα που μίκραιναν καθώς πλοίο απομακρυνόταν, βρισκόταν ανάμεσα σε δυο κόσμους αυτόν που άφηνε και αυτόν που οι ελπίδες του προσδοκούσαν να αντικρίσουν.
«Μάρτυς μου ο θεός » ψιθύρισε μέσα από τα χείλη του, δεν ήθελα σε κανένα να κάνω κακό, χωρίς να πάρει το βλέμμα του από τα τελευταία φώτα, το πλοίο άλλαζε πορεία νότια και η πολιτεία χανόταν πίσω από τα βράχια της ακτής.
Το χλωμό φως απ’ το φεγγάρι που χαμήλωνε χάιδεψε τον ορίζοντα κατά την είσοδο του πλοίου στα στενά του Μαγγελάνου, έναν πορθμό μήκους 570 χιλιομέτρων που ενώνει τον Ατλαντικό με τον Ειρηνικό Ωκεανό. Οι δυο ωκεανοί συναντώνται στο Ακρωτήρι Χορν στη Γη του Πυρός στην Χιλή  δύο στρώματα νερού με διαφορετικό χρωματισμό προσεγγίζουν το ένα το άλλο αλλά δεν αναμειγνύονται λες και υπάρχει κάποιο αόρατο εμπόδιο μεταξύ τους και τα νερά αρνούνται να ενωθούν. Έτσι δημιουργείται ένα μαγικό οπτικό θέαμα που βέβαια εύκολα εξηγείται. Οι δυο θάλασσες έχουν διαφορετική πυκνότητα, θερμοκρασία αλλά και αλατότητα  Είναι κάτι που μπορεί να ακούγεται σαν περιγραφή ενός θαύματος αλλά είναι κάτι που συμβαίνει σε αρκετά σημεία του κόσμου και υπάρχει μια εύκολη επιστημονική εξήγηση. Ανατολικά φάνηκε θαμπό το πρώτο φως της καινούργια μέρας, την επομένη το πλοίο άφηνε πίσω του το θαλάσσιο κανάλι, ταξίδευε στα νερά του Ατλαντικού ωκεανού.
Η νέα περιπέτεια της ζωής του που επρόκειτο να ζήσει ο Ρενέ μόλις είχε αρχίσει. Ο φίλος μας βρίσκεται στο κατώφλι μιας σημαντικής αλλαγής πολλά υποσχόμενης και γεμάτη δυνατότητες που του φέρνει ανάμικτα συναισθήματα. Αναστοχαζόταν για το τι άφησε πίσω του, θάρρος για να αγκαλιάσει το νέο του ξεκίνημα, ενθουσιασμό, προσμονή, ίσως και λίγο φόβο για το άγνωστο και ευχόταν αυτή η αλλαγή να είναι θετική και να του φέρει όμορφες εμπειρίες. 
Ντροπαλός και ευγενικός χαρακτήρας, (αποδείχτηκε πως δεν είχε καμία απολύτως σχέση με την οργισμένη και ψυχολογικά φορτισμένη κατάσταση που επέδειξε ως τερματοφύλακας στη διάρκεια του αγώνα), η αποδοχή του δεν ήταν απλώς τυπική, αλλά συνοδεύτηκε από ζεστασιά και φιλική διάθεση από το υπόλοιπο πλήρωμα, έγινε μέλος του πληρώματος του πλοίου χωρίς δυσκολία και πολύ γρήγορα ο νεαρός άνδρας προσαρμόστηκε στις συνθήκες της θάλασσας και στις απαιτήσει της ναυτικής ζωής που μια τέτοια προσαρμογή είναι κρίσιμη, ειδικά για νεότερους ναυτικούς που αντιμετωπίζουν ανοιχτές θάλασσες.
Μετά από είκοσι ημέρες ταξίδι στο βάθος αντίκρισαν της ιταλικές ακτές, η παραλία της Νάπολη ήταν μπροστά τους. Ήταν το πρώτο μεγάλο του ταξίδι, η πατρίδα εκεί μακριά στις ακτές του Ειρηνικού άρχισε να τυλίγεται από μια ομίχλη στις σκέψεις του, μόνο ανάμνηση είχε μείνει τίποτα άλλο.
Άλλαξε δυο τρεις εταιρείες όπου εργάστηκε στα πλοία τους, παντού τον εκτιμούσαν για την εργατικότητα του.
Η τύχη λένε κάνει εισόδους κι εξόδους στη ζωή μας γιατί ακόμα κι οι ποιο σωστές κινήσεις κι επιλογές μας δεν αρκούν να είσαι τυχερός χωρίς να περάσεις από σαράντα κύματα για να αισθανθείς πως η ζωή σου χαμογελά, χωρίς να το κάνει αυτό καθόλου συχνά.
Τυχαία και απρογραμμάτιστα του έμελλε να ξεκινήσει να εργάζεται στην Δωρική Ναυτιλιακή εταιρεία, μια νεοϊδρυθείσα εταιρεία από ένα στιβαρό άνδρα, φιλόδοξο μηχανικό του εμπορικού ναυτικού με φλογερό ταμπεραμέντο, βλέμμα οξύ, διεισδυτικό, μια πολύ δυναμική, παθιασμένη και επιβλητική προσωπικότητα.
Στην συνείδηση των συνεργατών του, και στα πληρώματα της εταιρείας δεν έγινε ποτέ το αφεντικό, απλώς ήταν ο συνεργάτης ο συνάδελφος. Ο άνεμος στα καρνάγια και της επισκευαστικές ζώνες της ευρύτερης περιφέρειας του Πειραιά έφερνε τους ψιθύρους και τον απόηχο από τα σχόλια για τον ακέραιο χαρακτήρα του που υποδηλώνε οξυδέρκεια, αυτοπεποίθηση και ικανότητα να «διαβάζει» τους ανθρώπους και τις καταστάσεις. Ο λόγος του ήταν συμβόλαιο εμπιστοσύνης όπως οι αρχαίοι Τρέϊντερς στα εμπορικά σταυροδρόμια της Μεσογείου θάλασσας.
Αυτός ήταν ο κύριος Θεόφιλος Θεραπευτής ο πλοιοκτήτης στη νέα εταιρεία. Ο σοφός βοσκός παππούς μου έλεγε.
«Άπαξ και είσαι ναύτης, ναύτης πεθαίνεις»
Το δεύτερο μπάρκο του στη νέα εταιρεία ήταν καθοριστικό για τον Ρενέ. 
Ο κύριος Θεόφιλος αγόρασε ένα πλοίο μεταφοράς προϊόντων πετρελαίου που βρισκόταν έκτος λειτουργίας μετά από μια προσάραξη στο εξωτερικό αγκυροβόλιο της νήσου Τζαμάικα στην θάλασσα της καραϊβικής. Ισχυρή έκρηξη είχε καταστρέψει μια δεξαμενή φορτίου. Ο τεχνικός διευθυντής της εταιρείας επικεφαλής κλιμακίου από στελέχη της εταιρείας του Ρενέ συμπεριλαμβανόμενου ξεκίνησαν με προορισμό την Τζαμάικα να παραλάβουν το πλοίο.
Οι πρώτες πληροφορίες προερχόμενες από τον τεχνικό διευθυντή μιλούσαν ότι το πλοίο είχε πάρει άδεια απόπλου για τα ναυπηγεία στην απέναντι ακτή στις Ολλανδικές Αντίλλες όπου θα εκτελούσε εργασίες  επισκευών. Ταυτόχρονα πλήρωμα επάνδρωσης του σκάφους από τις Φιλιππίνες θα τους συναντούσαν στην Τζαμάικα.
Στη Τζαμάικα αντίκρισαν το πλοίο σε πολύ χειρότερη κατάσταση από αυτή που έλεγαν οι πληροφορίες.  Ύστερα από μερικές προσωρινές αποκαταστάσεις ώστε το πλοίο να θεωρείται αξιόπλοο πήραν άδεια απόπλου για τις Ολλανδικές Αντίλλες για μόνιμες επισκευές.
Στο δρόμο, ελήφθη η απόφαση να το ταξιδέψουν στον Πειραιά όπου και θα γίνουν όλες οι απαιτούμενες επισκευές αποκατάστασης ώστε το πλοίο εκτός από αξιόπλοο να καταστεί και εμπορικά λειτουργικό. Ακολούθησε συνάθροιση του πληρώματος για να τους ανακοινωθεί η απόφαση από τον πλοίαρχο, ρωτήθηκαν ποιοι είναι διατεθειμένοι να συνδράμουν στο μακρινό ταξίδι, όποιος επιθυμεί να μην ακολουθήσει θα αποζημιωθεί και θα αναχωρήσει για την πατρίδα του από τις Ολλανδικές Αντίλλες. Το πλήρωμα στο σύνολο του συμφώνησε και σε μεγάλο μέρος ήταν ένα τσούρμο από πεπειραμένους ναυτικούς και τεχνίτες.
Ο Ρενέ παρέμεινε σαν συνεργείο επισκευών με αρμοδιότητα τον καθημερινό έλεγχο στα ελάσματα των δεξαμενών, είχε εξελιχτεί σε εξαίρετο τεχνίτη.
Στο γενικό χάρτη χάραξαν την πορεία του σκάφους.
Από Τζαμάικα - Ολλανδικές Αντίλλες - Τρίνινταντ - Βόρειες ακτές Βραζιλίας - Ντακάρ της Αφρικής - Κανάριους νήσους - Γιβραλτάρ – Μεσόγειος θάλασσα – Πειραιεύς.
Είναι ήδη δεύτερη εβδομάδα στη θάλασσα, ταξίδευαν ανοικτά του Τρίνινταντ με πορεία νοτιοανατολικά όταν ξέσπασε η τροπική καταιγίδα, και είχαν βρεθεί στο έλεος των ανέμων. Το σκαρί είχε αντέξει ήταν κτισμένο σε καναδικά ναυπηγεία με το κουφάρι του άριστης ποιότητος χάλυβα 32 χιλιοστών, ικανό να αντεπεξέλθει σε τέτοιες αντίξοες συνθήκες και θεομηνίες μέχρι να βρει την Ρότα του που θα το έβγαζε στην περιοχή της νηνεμίας.
Η επιθεώρηση στα ελάσματα ήταν συνεχής και επίπονη, πολλές φόρες άνοιγαν οπές στις λαμαρίνες για να αποτρέψουν επέκταση της ζημιάς, άλλοτε συγκολλούσαν πρόσθετα ελάσματα υποστήριξης. Ο Ρενέ έδειξε παράτολμη και ηρωική αξιοσύνη όπου χρειάστηκε να βοηθήσει. Το υπόλοιπο ταξίδι ως τον τελικό προορισμό ήταν γενικά ήρεμο χωρίς αβαρίες και προβλήματα. Η σχέση του με την εταιρεία σφυρηλατήθηκε στέρεα μέσα από την αλμύρα της θάλασσας και η εργοδοσία απέκτησε ένα πιστό και καλό στέλεχος και ο Ρενέ απέκτησε μια εργασιακή στέγη με προοπτική.
Στη συνέχεια βρέθηκε στο Μπιλμπάο της Ισπανίας όπου έμεινε μακρύ χρονικό διάστημα σε μια αγορά μεταχειρισμένου πλοίου μεταφοράς χημικών φορτίων που εκτελούσε τις απαιτούμενες επισκευές στα τοπικά ναυπηγεία της πόλης.
Ήταν γραφτό εκεί να γνωρίσει τον έρωτα της ζωής του, τη γυναίκα που έγινε η μέλλουσα σύζυγος του. 
Όταν την αντίκρισε πρώτη φορά η ανάσα κόπηκε στο στήθος του από την έκπληξη έχοντας την αίσθηση ότι αντίκρισε την ίδια την κοπέλα των ονείρων του. 
Η πρώτη σκέψη του Ρενέ μόλις είδε την κοπέλα που στεκόταν μπροστά του! «Είναι πολύ όμορφη!» Ψέλλισε σαν να μην μπορούσε να εμπιστευτεί τα ίδια του τα μάτια. Κι εκείνη σαν να τον άκουσε, τον κοίταξε και χαμογέλασε αυθόρμητα, ζεστά και τότε η καρδιά του πετάρισε σαν μικρού παιδιού που ένιωσε να ερωτεύεται για πρώτη φορά στη ζωή του. Καθόλου δεν άργησε ν' αρχίσει το ερωτικό τους ταξίδι με ορθάνοιχτα τα πανιά. Ο γάμος έγινε στην Ελλάδα που ζουν μόνιμα με τα δυο αγγελούδια τους.
...........΅Έχουν περάσει έξι χρόνια από τότε 
Περασμένα μεσάνυχτα...... Σάουθαμπτον Νότιος Αγγλία. Στο Κέντρο έλεγχου και διάσωσης (Rescue Coordination Centers) ο νυχτερινός υπάλληλος της βάρδιας απευθύνθηκε στο συνάδελφο του αλαφιασμένος.  «Θεέ μου… το βλέπεις αυτό;…»,  νευρικά κινήθηκε αποσβολωμένος πιο κοντά στην οθόνη. Κώδικας έκτακτης ανάγκης... «EPIRB»... από ένα πλοίο είχε ενεργοποιηθεί στο νότιο Ατλαντικό ωκεανό. Είναι αδύνατον μουρμούρισε μέσα από τα δόντια του, κάτι δεν λειτουργεί σωστά εδώ και αναζήτησε με απορημένη ερωτηματική ματιά τον προϊστάμενο του.
«Η γνώμη σου σαν πιο ειδικού είναι πιθανό να υπάρχει κάποια εξήγηση;…»
Τις ίδιες στιγμές: Τουλόν Γαλλία, κέντρο έλεγχου και διάσωσης.
Ο υπάλληλος της βάρδιας σηκώνει το τηλέφωνο, από την άλλη άκρη ακούει τον Άγγλο συνάδελφο του να τον πληροφορεί για το επεισόδιο που έχουν ήδη καταγράψει και οι ίδιοι στο κέντρο έλεγχου της Τουλόν  Ο έλεγχος δείχνει ότι έχει ενεργοποιηθεί συσκευή έκτακτης ανάγκης «EPIRB» από πλοίο, κάπου κοντά στις ακτές του Σάο Πάολο της Βραζιλίας αλλά το μεγάλο παράδοξο είναι ότι το πλοίο φαίνεται να κινείται με πορεία βορειοανατολικά στον Ατλαντικό Ωκεανό σε ταχύτητα 950 χιλιόμετρα την ώρα. Από την καταχώρηση του συστήματος, η ταυτοποίηση δείχνει ότι ανήκει σε πλοίο ελληνικών συμφερόντων με έδρα τον Πειραιά.
Αναζητείται έκτακτα ο αντιπρόσωπος της εταιρείας προς ενημέρωση και διασταύρωση των στοιχείων.
«Καλημέρα σας, ο κύριος Μέγιστος της Δωρικής Ναυτιλιακής;.»
«Μάλιστα ποιος τον ζητεί παρακαλώ;»
«Είμαστε από το θάλαμο επιχειρήσεων του κέντρου αναζήτησης και διάσωσης, που εδρεύει στην Τουλόν στη Γαλλία.»
«Σε τι μπορώ να φανώ χρήσιμος;»
«Είσαστε ο πιστοποιημένος αντιπρόσωπος της εταιρείας βλέπω στο αρχείο της βάσης μας. Θα μας πληροφορήσετε εάν έχετε στην διαχείριση σας το δεξαμενόπλοιο ΑΙΑΝΤΑΣ;»
«Μάλιστα τι συμβαίνει παρακαλώ με κάνετε να ανησυχώ.»
«Μπορείτε να μας ενημερώσετε που βρίσκεται το πλοίο σας.»
«Στον Λιμένα Ρίο Γκράντε, στη Νότιο Βραζιλία, αλλά ακόμη δεν καταλαβαίνω, τι συμβαίνει.»
«Πότε είχατε τελευταία επαφή με το πλοίο.»
«Είναι 6-7 ώρες από την τελευταία επαφή, το πλοίο βρίσκεται στο αγκυροβόλιο.»
«Δεν υπάρχει περίπτωση να ταξιδεύει στον Ατλαντικό μεταξύ Βραζιλίας και Βορείου Αφρικής;»
«Όχι αν είναι δυνατόν πως μπορεί να γίνει αυτό;»
«Αυτό λέει η κοινή λογική, αυτό υποθέτουμε και εμείς ότι είναι αδύνατον το πλοίο σας να ταξιδεύει στον ωκεανό με 950 χιλιόμετρα την ώρα. Μπορείτε να μας δώσετε κάποια χρήσιμη πληροφορία;»
Το μυστήριο περίπου λύθηκε. Άνθρωπος του γραφείου αναχώρησε από το Σάο Πάολο για το Παρίσι, στις αποσκευές του έχει μια παρόμοια συσκευή που την μεταφέρει στη Ελλάδα για κάποιο έλεγχο. Τι ακριβώς έχει συμβεί δεν γνωρίζει.
«Ευχαριστούμε για τις πληροφορίες, καλημέρα σας.»
«Εγώ ευχαριστώ, απάντησε ανακουφισμένος.»
Η ώρα είναι ήδη τέσσερις το πρωί.
Συσκευή «EPIRB»
«Είναι ένας φορητός εξοπλισμός έκτακτης ανάγκης, που δίνει έναν άμεσο συναγερμό όταν ενεργοποιείται μέσα στο σκάφος σε περίπτωση κινδύνου.
Κάθε συσκευή έκτακτης ανάγκης «EPIRB», είναι προγραμματισμένη με το μοναδικό κώδικά της, επομένως είναι σημαντικά ζωτικής σημασίας ότι το σκάφος αυτό που εκπέμπει στο κέντρο έλεγχου είναι το σωστό καταχωρημένο στο σύστημα «EPIRB». Το σύστημα εισήχθη το 1982 ως παγκόσμιο σύστημα αναζήτησης και διάσωσης με τη βοήθεια δορυφόρων που καλύπτουν τη γήινη επιφάνεια. Αποτελείται από διαφορετικούς δορυφόρους σε πολική τροχιά, αυτοί οι δορυφόροι καλύπτουν την επιφάνεια ολόκληρης γης και λαμβάνουν το σήμα έκτακτης ανάγκης από τη συσκευή με αποστολή σημάτων στα 406MHz, δίνοντας γρήγορα τη θέση της, για σύντομο χρόνο διάσωσης. Επιπλέον γεωστατικοί δορυφόροι συνδεδεμένοι με κεντρικούς υπολογιστές, είναι εξοπλισμένοι με έναν αναμεταδότη 406MHz, δίνουν μια έγκαιρη προειδοποίηση στις δυνάμεις διάσωσης, για ελαχιστοποίηση του χρόνου όταν μια έκτακτη ανάγκη εμφανίζεται.»
 ..... Ο Ρενέ αναστέναξε με ανακούφιση, η ταλαιπωρία του αεροπορικού ταξιδιού έπαιρνε τέλος. Είχε ξεκινήσει από το Σαλβαντόρ της Βραζιλίας με ενδιάμεσους σταθμούς το Σάο Πάολο και το Παρίσι έφτανε στην Αθήνα. Το αεροπλάνο άρχισε να χαμηλώνει, έκανε ένα κύκλο πάνω από την ανατολική Αττική, η Αθήνα φαινόταν καθαρά από κάτω, προσέγγισε από την πλευρά του Σαρωνικού και προσγειώθηκε στο διάδρομο του αεροδρομίου.
Φθάνοντας σπίτι η μικρή κόρη και ο υιός του τέσσερα και δυο ετών τον αγκάλιασαν τον φίλησαν τρυφερά, και σαν σίφουνες τον προσπέρασαν και χύθηκαν στις αποσκευές του με λαχτάρα.
Τράβηξαν το φερμουάρ από τον ταξιδιωτικό σάκο και αναπήδησαν έκπληκτα.
«Ωραίο που είναι!» ξεφώνισαν ταυτόχρονα χοροπηδώντας ανέμιζαν ψηλά τα χεράκια τους.
Γελούσαν τρελά από την χαρά τους.
Ένα πορτοκαλί φως διασκορπιζόταν στο χώρο ανάβω-σβήνοντας ρυθμικά, από ένα αστραφτερό αντικείμενο με έντονα πορτοκάλι χρώματα.
Ο Ρενέ προσπαθεί να τα προσγειώσει στη χαρά τους.
«Δεν έφερα τίποτα έφυγα ξαφνικά, δεν υπήρχε χρόνος για δώρα, όταν ξημερώσει θα πάμε να αγοράσουμε ότι θέλετε.»
«Ο μπαμπάς μας δεν λέει την αλήθεια» του απάντησαν.
«Αλήθεια σας λέω.»
«Και αυτό εδώ το κουτί με το όμορφο φως που αναβοσβήνει τι είναι;»
Ξαφνικά συνειδητοποίησε ότι κάτι δεν είναι κανονικό, και υπάρχει κάποιο λάθος.
«Διάβολε…. Λες.»
Η μητέρα τους τον κοίταξε περίεργα, προσπάθησε να καταλάβει τι συμβαίνει.
Ο Ρενέ πλησίασε το ταξιδιωτικό σάκο που ήταν ανοιγμένος χαμήλωσε το βλέμμα καρφώνοντας τα μάτια του εκεί ανάμεσα στα ρούχα εργασίας στο μηχανισμό που έχει ενεργοποιηθεί και λειτουργεί.
Το πρόσωπο του σκοτείνιασε, σαν το σύννεφο που κρύβει τον ήλιο, μια υπερβολική ανησυχία, το αίσθημα των αναμμένων κάρβουνων τον έζωσε.
«Δεν είναι παιχνίδι» τους είπε.
Ακολούθησε σιωπή.
Κάθισε σκυμμένος πάνω από το σακίδιο προσπαθούσε να απενεργοποιήσει τον μηχανισμό, τα κατάφερε το φως σταμάτησε να αναβοσβήνει.
Το τηλέφωνο του σπιτιού άρχισε να κτυπά.
«Καλώς ήρθες Ρενέ.»
«Ευχαριστώ πολύ, αλλά πρέπει να σας πω ότι έχουμε ένα σοβαρό πρόβλημα.»
«Σίγουρα θα εννοείς τη συσκευή του «EPIRB»».
«Ναι πως το ξέρετε;»
«Είναι μεγάλη ιστορία, μπορείς να τον απενεργοποίησης να μην λειτουργεί;»
«Ήδη το έχω κάνει.»
«Ωραία πολύ ωραία, καλώς ήρθες λοιπόν και πάλι, αύριο τα λεμέ στο γραφείο.»
Γύριζε πίσω στην πατρίδα από μια αποστολή στη νότιο Αμερική. Η εταιρεία είχε αγοράσει ένα σκάφος στο Μοντεβίδεο και είχε βρεθεί σε αποστολή να βοηθήσει στην παραλαβή. Όταν τέλειωσαν οι εργασίες αναχώρησε για Ελλάδα, εκεί λοιπόν στον αερολιμένα του Σάο Πάολο στον εξονυχιστικό έλεγχο οι ελεγκτές άθελα τους ενεργοποίησαν την συσκευή που μετέφερε στις αποσκευές του. 
Και έγινε το θαύμα που συνέλαβαν οι σταθμοί διάσωσης... 
Το χημικών φορτίων πλοίο ΑΙΑΝΤΑΣ.... να διασχίζει τον Νότιο Ατλαντικό ωκεανό με ταχύτητα 950 χιλιόμετρα την ώρα.
Με την απορία ζωγραφισμένη στο προσωπάκι τους τα παιδιά του δεν μπορούσαν να καταλάβουν γιατί ο μπαμπάς δεν τους δίνει αυτό το όμορφο χρωματιστό παιγνίδι με το μαγικό φωτάκι.
Το προσπάθησα .... Διαπίστωσα πως το διήγημα είναι δύσκολη γραφή....
 
Web Informer Button