ADS

click to open

Παρασκευή 14 Μαρτίου 2014

Apopse Tous Naytikous Silogiounte

Ήταν Σεπτέμβριος του 2001, μόλις ενάμιση χρόνο μετά την έναρξη της νέας χιλιετίας (η οποία τυπικά ξεκίνησε την 1η Ιανουαρίου 2001), και σημαδεύτηκε από ένα γεγονός που άλλαξε ριζικά την παγκόσμια ιστορία, την ασφάλεια και την καθημερινότητα μας. Οι Επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου. Το πρωί της Τρίτης 11 Σεπτεμβρίου 2001, 19 τρομοκράτες της Αλ Κάιντα πραγματοποίησαν συντονισμένες αεροπειρατείες σε τέσσερα αεροσκάφη στις ΗΠΑ. Δύο αεροσκάφη προσέκρουσαν στους Δίδυμους Πύργους του Παγκόσμιου Κέντρου Εμπορίου στη Νέα Υόρκη, προκαλώντας την κατάρρευσή τους. Ένα τρίτο αεροσκάφος έπεσε στο Πεντάγωνο στην Ουάσινγκτον. Το τέταρτο αεροσκάφος (πτήση 93) συνετρίβη σε πεδίο στην Πενσυλβάνια μετά από εξέγερση των επιβατών. Σχεδόν 3.000 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους στις επιθέσεις. Τα γεγονότα αυτά οδήγησαν στο «Παγκόσμιο Πόλεμο κατά της Τρομοκρατίας», συμπεριλαμβανομένης της εισβολής στο Αφγανιστάν τον Οκτώβριο του 2001.
Η 11η Σεπτεμβρίου οδήγησε σε δραστική αύξηση των μέτρων ασφαλείας στις αερομεταφορές παγκοσμίως, αλλαγές στη διεθνή πολιτική και οικονομική αβεβαιότητα. Ήταν μια στιγμή που σηματοδότησε το τέλος μιας περιόδου σχετικής ανεμελιάς για τη νέα χιλιετία και την είσοδο σε μια νέα εποχή γεωπολιτικής έντασης. Σύμφωνα με αναλύσεις, ο κόσμος, παρά τις κρίσεις, συνεχίζει να καθοδηγείται από έναν αέναο κύκλο παραγωγής και κατανάλωσης, συχνά αμέριμνος για τις μακροπρόθεσμες συνέπειες και η κατανάλωση συχνά συγχέεται με την ευτυχία.
Ήταν ένα λαμπερό απόγευμα και το άπλετο φως του φωτοδότη Ήλιου τόνιζε την ένταση και την ομορφιά του απογεύματος που πολύ αγαπητός και εκλεκτός συνάδελφος του ναυτικός πάντρευε την πανέμορφη κόρη του .
Το Μυστήριο τελέστηκε παρουσία συγγενών και φίλων με τους νεόνυμφους να λάμπουν από χαρά και να δίνουν όρκους αιώνιας πίστης και αγάπης ενώ οι προσκεκλημένοι με εγκάρδιες και φιλικές ευχές τους ευχήθηκαν το ζευγάρι να είναι πάντα ευτυχισμένο και αγαπημένο και η ζωή τους να είναι μια διαρκής γιορτή! Πανευτυχείς και οι γονείς τους καμάρωναν εμφανώς συγκινημένοι όταν φίλοι και συγγενείς τους εύχονταν. «Η ώρα η καλή! Να ζήσουν τα παιδιά και να τους καμαρώσετε όπως επιθυμείτε. Υγεία και κάθε καλό στην οικογένειά σας».
Η εκκλησία που έλαβε χώρα ο γάμος είναι σε μία μοναδική και ειδυλλιακή τοποθεσία στα βορειοανατολικά της Αττικής δίπλα στο ποτάμι του Κηφισού με πανοραμική θέα τις παρυφές της καταπράσινης Πάρνηθας που προσέδιδε μια ξεχωριστή ατμόσφαιρα στον γάμο, συνδυάζοντας την πνευματικότητα με την ομορφιά του τοπίου. Το φυσικό περιβάλλον της περιτριγυρισμένο από πεύκα και με πανοραμική θέα δημιουργούσε μια αίσθηση γαλήνης και πολυτέλειας και ένα τέλειο σκηνικό για αξέχαστες φωτογραφίες και μια ρομαντική τελετή που μας έμεινε αξέχαστη. 
Η γαμήλια δεξίωση ήταν μια κλασική, ειδυλλιακή εικόνα γαμήλιας δεξίωσης σε κτήμα, η οποία σήμερα αποτελεί δημοφιλή επιλογή για ζευγάρια που επιθυμούν μια ξεχωριστή γιορτή. Τη δεξίωση τη χαρακτήριζε η άριστη φιλοξενία η υψηλού επιπέδου υπηρεσίες catering, η διακόσμηση και οργάνωση για τους πολυπληθείς καλεσμένους. Η ιδιωτικότητα του κτήματος επίτρεψε τη μουσική και το γλέντι χωρίς περιορισμούς ώρας, προσφέροντας μια αξέχαστη εμπειρία στο αποκορύφωμα του γαμήλιου εθίμου. Η τελετή, κατά κοινή ομολογία, ήταν κάτι παραπάνω από λαμπρή. Ήταν εντυπωσιακή.
Ανάμεσα στο πλήθος απ’ τους παρευρισκόμενους  προσκεκλημένους παρευρέθηκε και ο καπετάν Γιάννης συνοδευόμενος απ’ την αξιότιμο σύζυγο του.
Ο φίλος μας την ήμερα εκείνη εμφανώς συγκινημένος από την απρόσμενη συνάντηση τους, πιάνει το χέρι του καπετάν Γιάννη δυνατά με τα δυο του χέρια και τον χαιρετά με θέρμη. Έχουν περάσει ήδη πάνω από δέκα χρόνια από τότε που φίλοι και συνεργάτες ταξίδευαν περιπλανώμενοι στις θάλασσες αντάμα. Απόψε βρίσκονται και πάλι μαζί. Πόσα χρόνια πίσω πηγαίνει... Τα χρόνια πέρασαν γρήγορα από τότε. ... Μα να που τελικά οι μνήμες βρίσκουν αφορμή να επιστρέψουν.
Απόψε που συναντιούνται ξανά και θυμούνται τα παλιά, αποσυνδέονται από το περιβάλλον και επανασυνδέονται σε μια νοσταλγική ατμόσφαιρα, όπου αναπολούν τις κοινές τους εμπειρίες του παρελθόντος, όπου η μνήμη τους ζωντανεύει και η αποψινή επανασύνδεση τους δίνει τελικά την αφορμή να μπουν σε διαδικασία συναισθηματικής αναδρομής, και σε μια περιπλάνηση σε περασμένες εποχές οι οποίες έχουν μείνει μέσα τους ανεπηρέαστες από τη φθορά του χρόνου. Οι αναμνήσεις τους αυτές λειτουργούν συχνά ως καταφύγιο στις δυσκολίες της ζωή τους, αλλά κάποιες φορές μπορεί να δημιουργούν και μια παγίδα νοσταλγίας, θυμίζοντας τους παλιές και δύσκολες ημέρες. Όπως τότε σε μια δύσκολη και καθοριστική περίοδο στο κοινό τους μπάρκο, που σφυρηλάτησε δεσμούς αλληλεγγύης,  και το κοινό τους μπάρκο δεν ηταν μόνο το ναυτικό τους ταξίδι, αλλά συμβολίζε κοινές πορείες που τους αφησε ανεξίτηλα σημάδια, οταν έζησαν μαζί έντονες καταστάσεις, όπως συτές που μοιράζονται αποψε μέσα από τις προσωπικές τους μαρτυρίες. Ο καπετάν Γιάννης ήταν ο πλοίαρχος του σκάφους και αυτός ο Πρώτος μηχανικός και δημιουργηθηκε μια βαθιά φιλία, που δημιουργείται όταν οι άνθρωποι «μοιράζονται» την ίδια μοίρα.
Σήμερα στο κτήμα κάθισαν πλάι-πλάι στις καρέκλες και έγιναν για λίγες στιγμές ένα ξεχωριστό κομμάτι της χαρούμενης μεγάλης παρέας, που απολάμβανε με βουλιμία την καταναλωτική της συνήθεια των καιρών. Ήταν η γλυκιά εκείνη ώρα που το δειλινό είχε αρχίσει να δίνει τη θέση του στο σούρουπο κι όπως το γκριζοπράσινο βουνό γέρνει πάνω από το κτήμα, όλος ο ουρανός χρυσίζει.
Η σκηνή της μνήμης τους άνοιξε τις πόρτες της στο χθες με πρωταγωνιστές τους ίδιους και το υπόλοιπο πλήρωμα του πλοίου της εποχής εκείνης, που εδώ και χρόνια τώρα είχαν περάσει στη λήθη. Και όταν η εικόνα καθάρισε, για λίγο όλα του φάνηκαν σαν να ήταν ίδια με τότε.
Όμως δεν ήταν...
«Ειν’ ο χρόνος ο τροχός που γυρνά η το χνάρι π' αφήνει πίσω;»
Η ζωή είναι όπως οι εναλλαγές των εποχών. Η ζωή είναι το ασταμάτητο πέρασμα του χρόνου. Τίποτε δεν είναι ίδιο όπως πριν. Αφού η ζωή δεν είναι σταθερή δεν μπορεί και ο ίδιος ο άνθρωπος να είναι σταθερός. Δεν μπορεί ούτε οι σχέσεις των ανθρώπων να είναι πάντα σταθερές. Είναι αμφίδρομη, αυτή η αέναη αλλαγή της ζωής και του ανθρώπου που κυκλοφορεί μέσα σ’ αυτήν. Ο άνθρωπος αλλάζει επειδή αλλάζει η ζωή και η ζωή αλλάζει μαζί με τον άνθρωπο. Είμαστε καμωμένοι σαν όντα να κινούμαστε, να υπάρχουμε με αυτό τον τρόπο.
Ο καπετάν Γιάννης όπως από πάντα τον θυμάται, ένας ευχάριστος άνδρας, πλημμυρισμένος στη ψυχή του από ευγενικά και όμορφα συναισθήματα που δεν δίσταζε στιγμή να τα δείξει. Ο καλός χαρακτήρας λένε είναι η καλύτερη ανάμνηση. Αυτούς που αγάπησες θα τους θυμάσαι για πολύ αφού έχεις χαράξει το όνομα τους στην καρδιά σου. Δεν θεωρείτο τυχαία αξιαγάπητος πλοίαρχος στον ναυτικό κόσμο της ελληνικής ποντοπόρου εμπορικής ναυτιλίας. Αυτό δε το αποδείκνυε η αναγνώριση που έχαιρε, μέσα από τη ανιδιοτελή συνεργασία του με τα πληρώματα του. 
Κεντρικός του άξονας που τον καθοδηγούσε στις συνεργασίες του ήταν η αίσθηση του καθήκοντος και πως πρέπει να παλέψεις για να κερδίσεις την εμπιστοσύνη και την εκτίμησή. Και όταν το κάνεις θα έχεις όχι απλά έναν συνεργάτη αλλά, έναν φίλο.
Αυτός ο δεσμός των ναυτικών είναι που τους κάνει να πιστεύουν ότι κάποια πράγματα δεν σβήνουν ποτέ, όπως η συντροφικότητα που εξελίσσεται σε αληθινή φιλία, φιλία που δεν έχει φραγμούς και μπορεί να κάνει ακόμη και θυσίες στις αντίξοες συνθήκες εργασίας και να τους θυμίζει ότι όπου υπάρχει θέληση, υπάρχει και τρόπος. 
Όταν έχεις έναν σκοπό ….την επιβίωση… αυτός είναι που σε καθοδηγεί τις δύσκολες ώρες, υπογραμμίζοντας συχνά την ασημαντότητα του ανθρώπου μπροστά στην απεραντοσύνη της φύσης.
..........Τριγύρω στο κτήμα το γλυκό άρωμα από τα λουλούδια ανακατεύεται με την αψιά μυρωδιά του χόρτου, και τ' αστέρια αστραφτερά διαμάντια αιωρούνται πάνω από το βουνό. Εκείνες τις στιγμές οι δυο τους ζούσαν τόσο έντονα το παρελθόν, που το παρόν δεν τους ενδιέφερε πια σχεδόν καθόλου, και τα επόμενα λεπτά έπιασαν τους εαυτούς τους να κάνουν αναδρομές ξετυλίγοντας το μίτο των συλλογισμών τους.
…….Είναι οι πρώτες ημέρες του Μαΐου 1988. 
Το «Leader» ένα εμπορικό πλοίο που είχε ναυλωθεί από εταιρεία ιαπωνικών συμφερόντων, άφησε τα αλμυρά νερά του κόλπου Penobscot και συνεχίζει τον υδάτινο δρόμο του για την περιοχή των Μεγάλων Λιμνών και τελικό προορισμό τον λιμένα Hamilton στη Λίμνη Οντάριο.
Ο πάγος στις λίμνες έχει λιώσει απ’ τον Απρίλιο, έτσι ώστε φορτηγά πλοία μπορούν να κάνουν ταξίδια μέσα από τις λίμνες. Τα ταξίδια με φορτηγά πλοία στις μεγάλες λίμνες δεν είναι μια συνήθης εμπειρία. Είναι κάτι που τα πληρώματα των φορτηγών πλοίων θα θυμούνται για το υπόλοιπο της ζωής τους, ένα ταξίδι χιλιάδων ναυτικών μιλίων ιδιαίτερα συναρπαστικό. Ταξιδεύοντας τη μεγαλύτερη έκταση του γλυκού νερού στον κόσμο, στις δροσερές νύχτες με τη λαμπρότητα των αστεριών του βορά, νιώθεις την ειρήνη στη μοναξιά του τοπίου και βυθίζεσαι στην ομορφιά και το μυστήριο του φυσικού κόσμου.Είναι ένα μεγαλοπρεπές τοπίο που περιλαμβάνει εκατομμύρια εκτάρια ακτής και νησιών. Είναι δύσκολο να οριστεί μέσα σε λίγες λέξεις το προφίλ μιας από τις μεγαλύτερες γεωγραφικές περιοχές της Β. Αμερικής. Από το Cabot trail Nova Scotia μέχρι το Montreal και από το Montreal μέχρι το Chicago και το Lake Superior Canal at Duluth, κάθε περιοχή έχει τα δικά της ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Μοναδικής ομορφιάς δάση, πανέμορφες δαντελωτές παραλίες, λίμνες και ποτάμια συνθέτουν ένα εξαιρετικό φυσικό τοπίο γεμάτο εναλλαγές. Από τη μεγαλοσύνη και την ορμητικότητα του ST Laurence River ταξιδεύεις στους υδάτινους όγκους των μεγάλων λιμνών.
Το ταξίδι τους ξεκίνησε με αρκετά καλούς οιωνούς. Όποιος έχει δει τις μεγάλες λίμνες θα ξέρει γιατί. Η λίμνες τις ημέρες αυτές ήταν ήρεμες, μπροστά στα μάτια τους απλώνεται ένα υπέροχο θέαμα μέσα σε μια φανταστική πανδαισία χρωμάτων και σχημάτων, μπορούν να θαυμάσουν το μεγαλειώδες ξύπνημα της Φύσης από τη χειμερία της νάρκη. Δεν είναι μόνο το μεγαλύτερο σώμα του γλυκού νερού στον πλανήτη είναι, τα πιο όμορφα κρύα, καθαρά νερά. Υπάρχουν περιοχές που το μάτι αναζητεί μάταια για έναν ορίζοντα. Τα πρωινά, ομίχλη κυλά στην ενδοχώρα, αργότερα που ο ήλιος ανεβαίνει ψηλά, φωτεινός χρυσός απλώνεται στην υγρή επιφάνεια, χρώματα βάφουν τα νερά κι ολοένα αλλάζουν, κάθε στιγμή, σαν να λιώνουν μες στ’ αλαφρά κύματα. Τα απογεύματα, οι άνεμοι που φυσούν από τη θάλασσα σηκώνουν λευκά προβατάκια από κύματα σε τουρκουάζ νερά και γλάροι χοροπηδούν στις μεγάλες παραλίες. Οι βραδιές φέρνουν ηρεμία, δροσιά και γαλήνη, ο ουρανός γεμίζει, τ’ αστέρια είναι αμέτρητα, αιωρούνται, μια φωτεινή αναπνοή απλώνεται στο διάστημα. Αυτή την εικόνα έχουν μπροστά τους. Ζωντανή. Επαναλαμβανόμενη. Την αναπολούν και ταξιδεύουν μακριά.
Η λίμνη Οντάριο βρίσκεται στην περιοχή των Μεγάλων Λιμνών μεταξύ των ΗΠΑ και του Καναδά. Σε αυτήν την περιοχή βρίσκονται και άλλες μεγάλες λίμνες (Σουπήριορ, Χιουρόν, Μίσιγκαν, Ήρι) και μαζί, περιέχουν το 50% του γλυκού νερού του πλανήτη μας. Οι λίμνες αυτές συγκέντρωσαν γύρω τους μεγάλο πληθυσμό από την πρώτη στιγμή που οι Ευρωπαίοι έφτασαν στην Αμερική. Στην αρχή το περιβάλλον ήταν άγριο αλλά με τον καιρό τα ανθρώπινα έργα περιόρισαν τα μεγάλα δάση και οι κάποτε άδειες πεδιάδες γέμισαν από αγροκτήματα και πόλεις.
Η πόλις του Χάμιλτον βρίσκεται εγκολπισμένη στη νοτιοδυτική γωνία της λίμνης Οντάριο, στο άκρο της χερσονήσου Niagara και αναδιπλώνεται γύρω από το δυτικότερο τμήμα της. Η περιοχή έχει σημαντική οικονομική δραστηριότητα είναι το πιο ανεπτυγμένο βιομηχανικά τμήμα της χώρας. Με εξήντα τοις εκατό του χάλυβα του Καναδά να παράγεται στο Χάμιλτον, η πόλη έχει γίνει γνωστή ως η πρωτεύουσα χάλυβα του Καναδά.
Ξεκίνησε η φόρτωση χάλυβος στο πλοίο με τη μορφή των σπειρών (coils), και με προορισμό εκφόρτωσης τον λιμένα Μatsuyama της Ιαπωνίας.
Μεγάλες ποσότητες χάλυβα μεταφέρονται δια θαλάσσης. Μέρος αυτής της ποσότητας αποστέλλονται με τη μορφή των σπειρών (coils). Σε πολλές περιπτώσεις, αυτές οι σπείρες χάλυβα είναι εξαιρετικά μεγάλες, που ζυγίζουν μέχρι 20 τόνους. Η φόρτωση και στοιβασία των σπειρών (coils) αυτού του μεγέθους παρουσιάζουν μια σειρά από δυσκολίες. Είναι σημαντικό το γεγονός ότι μεγάλη προσοχή ασκείται προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι δομές στις οροφές των δεξαμενών των πλοίων δεν είναι υπερφορτωμένες, και ότι η στοιβασία είναι επαρκώς ασφαλής για το ταξίδι.
Η διαδρομή του πλοίου προς της έξοδο από τις λίμνες στον Ατλαντικό ωκεανό μέσω του ποταμού ST Laurence ήταν εντυπωσιακή με εναλλαγές σε όλο το σκηνικό που θύμιζαν ζωγραφικό τοπίο. Ενώ το πλοίο πλησίαζε στο Cabot Trail και άφηνε πίσω του τον μεγάλο ποταμό οι χρωματισμοί του τοπίου άλλαζαν κάθε τόσο καθώς τα σύννεφα προσπαθούσαν να κρύψουν τον Ήλιο που κατά διαστήματα έριχνε μερικές ακτίνες φωτός στα παγωμένα νερά. Η φύση έχει προικίσει απλόχερα αυτή τη γωνιά της Γης δημιουργώντας μια δαντέλα από πράσινες ακτές που ανακατεύονται και κονταροχτυπιούνται με το θαλάσσιο στοιχείο, θαρρείς σ' έναν αέναο αγώνα κυριαρχίας. Και ο αέρας όμως δεν περνά απαρατήρητος, καθώς παίζει κι αυτός τα δικά του παιχνίδια συμμετέχοντας με τον τρόπο του και το ασταμάτητο βουητό του στο όλο σκηνικό επεμβαίνοντας στην παλέτα της φύσης.
Ο ουρανός ήταν καθαρός -γαλάζιος κι' ηλιόλουστος- το ανοιξιάτικο μεσημέρι, το πλοίο, έπλεε άνετα, ολοταχώς στα ανοιχτά του Cabot Strait, και εισέρχεται στον «ωκεανό»* με προορισμό ενδιάμεσο τον πιο γνωστό πορθμό της Γης, αυτός του Γιβραλτάρ που χωρίζει Ευρώπη και Αφρική και ενώνει τη Μεσόγειο με τον Ατλαντικό ωκεανό. Οι επόμενες ημέρες του ταξιδιού κύλησαν ήρεμα ο καιρός ήσυχος η θάλασσα λάδι.
*«O Χριστόφορος Κολόμβος, υπήρξε ο πρώτος θαλασσοπόρος που έδωσε την πραγματική σημασία στη λέξη «Ωκεανός». Πριν από αυτόν, οι ναυτικοί αναγκάζονταν να ταξιδεύουν για μήνες κατά μήκος των ακτών από φόβο να ξανοιχτούν στην ανοικτή θάλασσα.»
Έτσι κυλούσαν οι μέρες, έχουν διανύσει μια εβδομάδα γαλήνης και μοναξιάς, ταξιδεύοντας μες στην υγρή άνοιξη του ωκεανού, το πλοίο προσεγγίζοντας το Γιβραλτάρ βρέθηκε μπρος στο κατώφλι της μεσογείου θαλάσσης, έτοιμο να πλεύσει μέσα στη φιλόξενη αγκαλιά της, στην άπλετη δροσιά της.
Εξαίσια μέρα στη Μεσόγειο ξημέρωσε. Ο Ήλιος την διατρέχει και στεγνώνει τις σταγόνες της δροσιάς. Ούριος άνεμος, ξαστερωτής φυσούσε, Ζέφυρος απαλός, καλοδεχούμενος, ευφορία σκορπούσε κ’ αγαλλίαζαν οι τόποι, δρόσιζε και η θάλασσα μεταξωτό ρυτιδωμένο από τα χάδια και φιλιά του.
Πέντε μέρες αργότερα και πριν πέσει απαλά το σούρουπο το πλοίο διασχίζει την διώρυγα του Σουέζ. Οι Αιγύπτιοι πραματευτάδες που διαλαλούνε την πραμάτεια τους στα πλοία αποτελεί αναπόσπαστη παρουσία, είναι μια διαχρονικότητα στο κανάλι του Σουέζ. Κατέφθαναν στα πλοία με μικρές βάρκες γεμάτες από πολύχρωμα είδη, προσεγγίζοντας όποιον ενδιαφέρεται να αγοράσει. Οι αλουέδες των πλοίων μετατρέπονταν σε πολύβουο παζάρι. Η γραφική παρουσία τους και το πηγαίο τους χιούμορ, έχει μείνει χαραγμένο στη θύμηση σε πολλές γενιές ναυτικών που διασχίζουν το κανάλι. Τα πληρώματα των πλοίων καθώς αποτελούσαν την πελατεία τους, διηγούνται ανέκδοτες ιστορίες που περνούν από στόμα σε στόμα και φανερώνουν την αυθεντική ανατολίτικη παρουσία του παζαριού με πραματευτές που διαφήμιζαν τα προϊόντα τους, αλλά και την εύστοχη ετοιμολογία τους.
«Εδώ καπετάνιο παντελόνι κοντό μανίκι, όμορφο, καλό.»
Μηχανικός παζαρεύει μια βαλίτσα δερμάτινη. Με τα πολλά παζάρια την αγόρασε στα τελειώματα του παζαριού –στην έξοδο του πλοίου-. Αφού την περιεργάστηκε καλύτερα στην καμπίνα του ανακαλύπτει ότι η βαλίτσα είναι μια πολύ φθηνή απομίμηση.
Τρέχει να προλάβει τον πραματευτή, ο όποιος ήδη έχει μαζέψει την πραμάτεια του και έχει αποβιβαστεί στην λέμβο του. Κρεμασμένος στην κουπαστή έξαλλος φωνάζει στον Αιγύπτιο.
«Ρε χαραμία (κλέπτη) η βαλίτσα είναι ψεύτικη, από χαρτί είναι».
«Μάστορα μην φωνάζεις», του άπαντα ο Αιγύπτιος ατάραχος.
«Από χαρτί άλλα τι χαρτί, ακριβό χαρτί» (εκατό δολάρια), και αναχωρεί γεμάτος ικανοποίηση λάμνοντας την βάρκα.
Ταξιδεύουν δυο εβδομάδες. Βγαίνοντας από το μεγάλο κανάλι και αφήνοντας πίσω το Σουέζ εισέρχονται στην ερυθρά θάλασσα.
«Η Ερυθρά Θάλασσα είναι η μακρόστενη υδάτινη μάζα που χωρίζει τη βορειοανατολική Αφρική από την Αραβική Χερσόνησο. Περιλαμβάνει τους δύο βραχίονες που είναι γνωστοί ως Κόλπος του Σουέζ και Κόλπος της Άκαμπα. Αποτελεί τμήμα του μεγάλου γεωλογικού ρήγματος που είναι γνωστό ως η Ρηξιγενής Κοιλάδα. Λόγω του γρήγορου ρυθμού εξάτμισης που επικρατεί, τα νερά αυτής της θάλασσας είναι πολύ αλμυρά. Οι ισχυροί άνεμοι, οι απότομες μεταβολές στη διεύθυνσή τους και η ύπαρξη μεγάλων υφάλων καθιστούν επικίνδυνη την πλεύση στην Ερυθρά Θάλασσα.»
Πλησιάζοντας το στενό του Bab-el-Mandeb, αξημέρωτα, δυο μέρες αργότερα, το πλήρωμα ξύπνησε από τις αγκάλες του Μορφέα με βροντές και μπουμπουνητά. Χαλασμός. Ανοίξανε ξαφνικά οι ασκοί του Αίολου, μία σκοτεινή ανταριασμένη μέρα με νοτιά πρόβαλε στον ορίζοντα. Το πλοίο συνάντησε σφοδρή θύελλα με ανέμους που έπνεαν με ταχύτητα τουλάχιστον 120 χιλιομέτρων την ώρα με αποτέλεσμα να ταξιδεύει όρτσα στον καιρό με χαμηλή ταχύτητα.
Το Bab-el-Mandeb, «Πύλη των Δακρύων» στα αραβικά, είναι ένα στενό που βρίσκεται μεταξύ της Υεμένης στην Αραβική Χερσόνησο και Τζιμπουτί, βόρεια της Σομαλίας στο Κέρας της Αφρικής, και συνδέει την Ερυθρά Θάλασσα προς τον Κόλπο του Άντεν. Το στενό αντλεί το όνομά του από τους κινδύνους για τη ναυσιπλοΐα, ή, σύμφωνα με μια αραβική παράδοση, από τους αριθμούς που πνίγηκαν από το σεισμό που χώρισε την Ασία και την Αφρική. Η Περιοχή πλήττεται από αλλεπάλληλα κύματα θυελλωδών ανέμων από το Μάιο ως το Σεπτέμβριο, τους μουσώνες, (περιοδικοί άνεμοι, που δημιουργούνται μεταξύ του Ινδικού ωκεανού και των ηπείρων).
Το πλοίο για τρίτη μέρα συνέχιζε το ταξίδι του κάτω από δύσκολες καιρικές συνθήκες, εισερχόμενο στον κόλπο του Άντεν οι κλυδωνισμοί του έγιναν πιο έντονοι λόγω της συνεχιζόμενης κακοκαιρίας και του έντονου κυματισμού.
Τα μετεωρολογικά δελτία που λαμβάνουν προβλέπουν πως η κακοκαιρία θα συνεχιστεί για το επόμενο διάστημα με τους παρατεταμένους μουσώνες.
Την τέταρτη ημέρα της κακοκαιρίας διαπλέουν το αφρικάνικο κέρας (horn of Africa) και την νήσο Σοκότρα (Socotra Island) και βρίσκονταν πλέον στον ινδικό ωκεανό. Τα γιγαντιαία κύματα του ωκεανού ανάγκαζαν το πλοίο να σκαμπανεβάζει και να «μποτζάρει» επικίνδυνα από την μια πλευρά στην άλλη με δυσάρεστα αποτελέσματα για το πλήρωμα και το φορτίο. Λόγω του φορτίου που μετέφερε και της από δεξιάς κατεύθυνσης των θυελλωδών ανέμων η πλεύση και το μποτζάρισμα γίνονταν ιδιαίτερα έντονο, και το πλοίο έρμαιο της μανιασμένης φύσης. Οι θυελλώδεις άνεμοι απειλούσαν να διαλύσουν το πλοίο σαν καρυδότσουφλο. Όλη αυτή η κατάσταση προφανώς προκαλούσε πολύ σοβαρή ανησυχία τόσο στον καπετάν Γιάννη όσο και στο υπόλοιπο πλήρωμα.
Ο καπετάν Γιάννης μετά από μια διεξοδική ανάλυση της υφιστάμενης κατάστασης, εκτίμησε ότι είναι ανάγκη το πλοίο να αλλάξει πλεύση. Είχε μια χαρισματική ικανότητα να εκτιμά στις δύσκολες καιρικές συνθήκες τις σωστές πρωτοβουλίες που έπρεπε ν' αναλαμβάνεις προς αποφυγή σοβαρών αβαριών. 
Του ζήτησε την άμεση κινητοποίηση του πληρώματος μηχανής....... να τεθεί σε εγρήγορση....  το ίδιο ζήτησε και από το υπόλοιπο πλήρωμα.
Το πλοίο θ’ έκανε αναστροφή και αλλαγή πλεύσης.
Την ώρα της αναστροφής το σκάφος κλυδωνίστηκε ακραία, πλαγιοδρομούσε με τα φτερά της γέφυρας να ακουμπούν στη θάλασσα πότε σταβέντο πότε σοφράνο, το πλοίο δεν αρχικά δεν υπάκουε δεν ισορροπούσε. Η συμπεριφορά του πλοίου σκορπίζει στο χώρο μία εφιαλτική ατμόσφαιρα αμφιβολίας, και το πλήρωμα νοιώθει τη σκοτεινή αγωνία μιας επερχόμενης καταστροφής. Ο πλοίαρχος με τη στιβαρή καθοδήγησή του και τις κατάλληλες εντολές καθοδηγεί τον πηδαλιούχο ώστε να προσεγγίσει με ασφάλεια την επιθυμητή πορεία ώστε το πλοίο να απόκτηση και πάλι σταθερά πλεύση. Οι καρδιές όλων χτυπούσαν ακανόνιστα μέχρι το πλοίο να αποκτήσει δευτερόπρυμνη πλεύση και κάποια στιγμή να ισορροπήσει στην άγρια θάλασσα. Στιγμές που σ’ όλους φάνηκαν αιώνας ατέλειωτος. Σιγά σιγά άρχισε να φεύγει από το κεφάλι τους η ζαλάδα και να αισθάνονται ανακούφιση να γεμίζει τις σκέψεις τους, συγχρόνως τα πόδια τους απόκτησαν σχετική στερεότητα επάνω στη λαμαρίνα.
Ήταν μια στιγμιαία περίοδος ....δύσκολη περίοδος...... της ζωής του καπετάν Γιάννη από αυτές που σε σημαδεύουν ανεξίτηλα και που αφήνουν σφραγίδα  πάνω σου. Μένουν χαραγμένες για πάντα και στην μνήμη και στην ψυχή. Όσοι έχουν βιώσει τις δύσκολες αυτές καταστάσεις και τα καταφέρνουν να περάσουν τις λακκούβες στους δρόμους της ζωής..... ξέρουν.
Πάντα ήταν αυθόρμητος ....γνήσιος Μανιάτης..... μα και τόσο πειθαρχημένος συνάμα. Αγαπούσε τη θάλασσα με όλη του την ψυχή, με όλο του το είναι ....μαχόταν και μοχθούσε καθημερινά με το σκληρό επάγγελμα του με ικανότητα και ναυτοσύνη..... αλλά ταυτόχρονα η σκέψη να εγκαταλείψει τη θάλασσα είχε από παλιά αρχίσει να του τρυπώνει στο μυαλό. «Οι έγνοιες ενός καπετάνιου είναι πολλές φορές φορτίο πιο βαρύ από αυτό που μπορεί να μεταφέρει το καράβι του».. Με άκρως εξομολογητική διάθεση παραδέχτηκε ότι όλες οι παλιές επιφυλάξεις για το ναυτικό επάγγελμα που είχε περνούσαν από δίπλα του... Τελευταία φαίνεται πως έχει ξυπνήσει έντονα η επιθυμία του να αποκαλύψει την ιδέα του που τον είχε πλημμυρίσει. Να αναζητήσει μια νέα ευκαιρία στη στεριά, να μείνει δίπλα στη σύντροφο του που τόσο πολύ του λείπει..
Δεν το έκρυβε. Πολύ συχνά, η απόσταση δημιουργεί συναισθηματικό κενό, ... γεύση στο στόμα… φταίει προφανώς το άδειο μαξιλάρι δίπλα στο δικό του....  θέλει να την έχει δίπλα του.... τον άνθρωπό του ....να τα παρατήσει όλα και να μείνει μαζί της.
Είναι στιγμές οι οποίες φωνάζουν ότι θέλει να μείνει για πάντα δίπλα της. Είναι τόσο εξόφθαλμες που δε χρειάζεσαι μικροσκόπιο για να τις δεις.
Το μυστικό στη σχέση τους είναι η ειλικρίνεια και η επικοινωνία....
Τηρούσε με ευλάβεια τους κανόνες....  Οι άνθρωποι που είναι μακριά, πρέπει να κρατούν το σύντροφό τους ενήμερο για μικρά και μεγάλα θέματα, να μοιράζονται γεγονότα σημαντικά και ασήμαντα, ότι συμβαίνει στην καθημερινότητα τους, προκειμένου να μη χάνουν την επαφή και το δεσμό τους.
Κουβαλούσε στους ώμους του την τέταρτη δεκαετία της ζωής του, τώρα πια, δεν ένιωθε ούτε πολύ νέος ούτε πολύ γέρος-μάλλον σαν να αιωρείται ανάμεσα στα δυο. Από πολλές απόψεις δεν ήταν πια σίγουρος για το πώς έβλεπε τον εαυτό του. Μερικές φορές τού φαινόταν πως η ζωή εξαφανιζόταν αργά πίσω του, πως έσβηνε σαν τα χνάρια στη βροχή, άλλοτε του φαινόταν σαν να ήταν από πάντα ο ήρεμος άνθρωπος που ζούσε μια συνηθισμένη ζωή σε ένα μικρό σπίτι στην άκρη της μεγάλης πόλις.
Τελευταία όλα έφερναν στο νου του, θύμησες που πίστευε πως είχε πνίξει, όμως οι παλιές εμμονές του είχαν ξαναγυρίσει.  Να αναζητήσει μια νέα ευκαιρία.
Το πλοίο άντεξε τα κύματα και τη μεγάλη κακοκαιρία, χωρίς αβαρία χάρις την επαγγελματική ικανότητα του πλοίαρχου μας..... έφτασε στα ήρεμα θαλάσσια νερά του Malacca Strait.
Ήταν οι μέρες ήσυχες, και καθώς νυχτώνει, το μπλε της επιφάνειας της θάλασσας σκουραίνει όλο και περισσότερο. Σε κείνες τις νύχτες που το νερό ήταν ήρεμο σαν λάδι, κάτι τέτοιες νύχτες με γεμάτο το φεγγάρι, είχανε και το πλήρωμα την ευκαιρία να ρεμβάσουνε, να αναπολήσουν και να νοσταλγήσουν. Άνθρωποι μοναχικοί, αυθεντικοί, άλλοτε σίγουροι για τον εαυτό τους και άλλοτε βυθισμένοι στην πλάνη τους, ο καθένας από αυτούς κρύβει και τα δικά του μυστικά, τα οποία δεν αποκαλύπτει παρά μόνο όταν πλέον η σιωπή δεν ωφελεί.
Με τον καπετάν Γιάννη είχαν παράλληλες απόψεις και αντιλήψεις, πολύ συχνά έρχονταν σε σύγκρουση με τις αντιλήψεις του περίγυρου τους. Δεν δίσταζαν να τις εκφράζουν ελεύθερα τις απόψεις τους, στηλιτεύοντας κυρίως την ροπή από μια ικανή μερίδα ναυτικών στον άκρατο καταναλωτισμό της εποχής μας. Με καταγωγή από την λακωνική γη, κουβαλούσαν μέσα τους τη σπαρτιατική λιτότητα του μέτρου..... τον λιτό τρόπο ζωής. Συχνά προκαλούσαν ζωηρές συζητήσεις γύρω από το θέμα αυτό. Το πλοίο συνεχίζει το ταξίδι του με πλώρη για την ιαπωνική θάλασσα, μια εβδομάδα πλεύσης τους χωρίζει από τον προορισμό.
Ατενίζει την θέα στον ορίζοντα της Ινδονησίας από το μικρό φινιστρίνι του γραφείου του, οι υδρατμοί της τροπικής θάλασσας και του νοτισμένου χορταριού απ’ τη βροχή που είχε πέσει αποβραδίς τυλίγουν το τοπίο και εντείνουν τη μυστηριακή ατμόσφαιρα στην ενατένιση του αχανούς τοπίου. Έκλεισε τα μάτια και ένιωσε σχεδόν το τρεμόπαιγμα του φωτός στα βλέφαρά του, μοιάζει να έχει συνειδητοποιήσει ότι τη στιγμή αυτή βιώνει μια βαθιά αίσθηση ψυχικής ανεπάρκειας, στην ουσία δεν είναι παρά ένας θεατής στα τεκταινόμενα.
Οι παλιοί λέγανε ότι ο άνθρωπος χρειάζεται να εργάζεται στο φως της ημέρας και να κοιμάται στο σκοτάδι της νύχτας. Στην εκπληκτική ταινία του Κουροσάβα «Τα Όνειρα», υπάρχει ο εξής διάλογος ανάμεσα σ’ έναν πολιτισμένο και έναν απολίτιστο Κινέζο.
«Είναι βράδυ. Ένας γέροντας κάθεται ήρεμος στην άκρη ενός ποταμού μες το σκοτάδι και κοιτάει τον ουρανό. Τον πλησιάζει κάποιος και του λέει: Γιατί γέροντα δεν ανάβεις ένα φως να βλέπεις καλύτερα; Τότε πως θα βλέπω το φως των άστρων του απαντάει εκείνος ήρεμα.»
Το ερώτημα ;
Ποιος από τους δύο βρίσκεται στο σκοτάδι της γνώσης ;.
«Ποιος ζωντανός, προικισμένος μ' αισθήσεις,
δεν ποθεί, πάνω απ' όλα του χώρου τα θαύματα ολόγυρα,
το ευφρόσυνο φως,  με κάθε ιριδισμό, κάθε αχτίδα, κάθε του κύμα·
την εύκρατη μορφή του παντού, καθώς μέρα που βγαίνει απ' τον ύπνο.»
-Νοβάλις-
Τριάντα πέντε ημέρες πέρασαν στη θάλασσα. Το πλοίο, έφτασε στον προορισμό του.
Ένας ακόμη θαλάσσιος πλους ολοκληρώθηκε.
Μέχρι να ξεκινήσει ο επόμενος.
Το πλοίο ειρηνικά ξεκίνησε την εκφόρτωση στην προβλήτα του λιμένα.
Νωρίς πρωινές ώρες, δυο σφοδρές καταιγίδες συναντήθηκαν έξω νοτιοδυτικά από τις Ιαπωνικές ακτές και πάνω από το Tanega-shima Island, Kagoshima (Japan), και δημιούργησαν έναν ιδιαιτέρως ισχυρό κυκλώνα, ο οποίος θεωρείτο ένας από τους χειρότερους κυκλώνες που πέρασαν από τις Ιαπωνικές νήσους.
Η νότια Ιαπωνία τέθηκε σε κατάσταση συναγερμού!  Οι άνεμοι πνέουν με ταχύτητα εκατόν εξήντα χιλιόμετρα την ώρα, την στιγμή που ο τυφώνας βρίσκεται εξακόσια πενήντα χιλιόμετρα νοτιοανατολικά του λιμένα.
Οι αρχές έχουν κηρύξει τις περιοχές αυτές σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης, λόγω της επερχόμενης καταιγίδας και των θυελλωδών ανέμων. Σταμάτησαν όλες οι εργασίες εκφόρτωσης και φόρτωσης στον λιμένα. Σύμφωνα με τις προβλέψεις τα λιμάνια θα παραμείνουν κλειστά για τουλάχιστον δώδεκα ώρες, καθώς δεν αναμένεται βελτίωση των καιρικών συνθηκών στην εσωτερική θάλασσα που περικλείεται από τα νησιά Χονσού, Κιούσου, Σικόκου. Το πλοίο είχε ολοκληρώσει το τελευταίο σκέλος του ταξιδιού του, είναι έτοιμο προς αναχώρηση για τον επόμενο ναύλο του, προορισμός λιμένες της Αυστραλίας. Δεν υπήρχε, καμιά ένδειξη ότι η καταιγίδα που θα συναντούσε, θα ήταν χειρότερη από τις καταιγίδες που έτσι κι αλλιώς αντιμετώπιζε συχνά κατά τα ταξίδια του. Ταυτόχρονα τα νεώτερα δελτία αναφέρουν ένα τρίτο μέτωπο τροπικής καταιγίδας να αναπτύσσεται βορειοανατολικά της θάλασσας των Φιλιππίνων.
Ο πλοίαρχος σε επαφή με το ναυτιλιακό γραφείο του Πειραιά ζητά την παροχή επικουρικής βοήθειας στα τεκταινόμενα, για να πράξει τ' ανάλογα.
Το γραφείο του απαντά. «Ο θεός μαζί σας καπετάνιο. Καλό σας ταξίδι.»!
Η Πυθία έδινε λιγότερο δυσνόητους χρησμούς.
Τον κάλεσε στη γέφυρα, ζήτησε τη συμβουλή του.
«Κάπτεν εκεί έξω βρίσκεται και η Σκύλα και η Χάρυβδης» του απάντησε, θα είναι σωστή τρέλα να συγκρουστούμε μαζί τους.
Ο καπετάνιος αναλαμβάνει την προσωπική ευθύνη και αποφάσισε να αγκυροβολήσουν στην εσωτερική θάλασσα.
Έδωσε εντολή το πλοίο να ποντίσει και τις δυο άγκυρες του. Πρωινές ώρες την επομένη μέρα οι ριπές των ανέμων κυμαίνονταν στα εκατό σαράντα χιλιόμετρα την ώρα. Το πλοίο έθεσε την κυρία μηχανή του σε ισχύ λειτουργίας, τις επόμενες ώρες οι άνεμοι είχαν αυξηθεί φθάνοντας τα διακόσια χιλιόμετρα την ώρα, και το πλοίο αύξησε την ισχύ της μηχανής. Για περισσότερο από τέσσερις ώρες το πλοίο αντιστέκεται ενάντια στους θυελλώδεις ανέμους,. Η θύελλα συνέχισε να αναπτύσσεται πιο έντονα. Καθώς οι ριπές του ανέμου αυξήθηκαν πάνω από τα διακόσια χιλιόμετρα την ώρα, το πλοίο αντιστάθηκε, δεν «λύγισε» παρά τη σφοδρότητα των καιρικών φαινομένων, κοντά στην δυτική ακτή της εσωτερικής θάλασσας που περικλείεται στα νησιά.
Μετά την καταιγίδα, λειτούργησε ο θεμελιώδης και αναπόφευκτος νόμος της φύσης.
Στο πέρασμά της άφησε ανεμοδαρμένους τόπους κι’ ένα λαμπερό ουράνιο τόξο. Μετά την καταιγίδα πάντα βγαίνει ουράνιο τόξο που συμβολίζει την κάθαρση, την ηρεμία και την ομορφιά που ακολουθεί και τα πράγματα ακολουθούν την προδιαγεγραμμένη πορεία τους, επιστρέφοντας στην πρωταρχική τους κατάσταση..
Υπήρξε  συνεχής ζωντανή κάλυψη των γεγονότων. Οι θυελλώδεις άνεμοι που «σάρωσαν» την περιοχή έβγαλαν πλοία στη στεριά, βύθισαν ψαράδικα σκάφη, αποκόλλησαν στέγες ναών, έβγαλαν βάρκες στις προβλήτες των μικρών λιμένων, ξερίζωσαν δάση ολόκληρα και βύθισαν καλλιέργειες στα λασπόνερα.
Το πλοίο απώλεσε τρεις ήμερες ναύλου, αυτή ήταν η μέγιστη αβαρία που υπέστη απ' την καταιγίδα.!
Αυτή η φόρτιση που δέχτηκε ο πλοίαρχος ενάντια στην καταπίεση των προτεραιοτήτων που έπρεπε να ακολουθήσει, ανέδειξε τον υπαρξιακό προβληματισμό του.... ψύχραιμος, γαλήνιος, ατάραχος......... ευγενικά και καλοπροαίρετα πρόταξε το ρεαλιστικό και αντιηρωικό χάρισμα του χαρακτήρα του. Έπραξε αυτό που έπρεπε με θάρρος παρρησία και επαγγελματική ικανότητα.
Ήταν ένας ικανότατος πλοίαρχος και οι πράξεις του το έδειχναν απλόχερα.
Η ζωή, και η πορεία του κάθε ανθρώπου, συμπορεύεται με τον χρόνο μέχρι τη θέαση της αλήθειας μέσα του.
Έμαθε ότι λίγα χρόνια αργότερα, ο πλοίαρχος εγκατέλειψε τη θάλασσα με σκοπό ν' αφοσιωθεί ολοκληρωτικά σε μια ενδιαφέρουσα δουλειά γραφείου. Ταπεινότερη αλλά εξίσου ενδιαφέρουσα. Είχε τα απαραίτητα credit, να τα καταφέρει εξίσου αποτελεσματικά όσο αποτελεσματική ήταν η ασυννέφιαστη καριέρα του στη θάλασσα.
Για τον ίδιο δεν είχε έρθει αυτή η ώρα, ο ορίζοντας της θάλασσας παρέμενε πάντα ανοικτός μπροστά του...
Απόψε βρίσκονται και πάλι μαζί σχεδόν δώδεκα χρόνια μετά από τότε, μιας εποχής πολύ σκληρής με δύσκολες αποφάσεις.
Απόψε συλλογιούνται τους ναυτικούς….
Εκείνους που αυτή την ώρα ταξιδεύουν στους μεγάλους θαλάσσιους δρόμους.
Απόψε συλλογιούνται τους ναυτικούς….
Εκείνους που τις μεγάλες μονότονες ώρες του πλου στα μακρινά ταξίδια, καθισμένοι στις κουκέτες τους , νύχτες σε θάλασσες φουρτουνιασμένες, θυμούνται με νοσταλγία πρόσωπα αγαπημένα και βγάζουν από τα βάθη της ψυχής τους τη λαχτάρα του επαναπατρισμού και που το δικό τους ταξίδι, του γυρισμού στην Ιθάκη τους δε θα μοιάζει με κανένα άλλο.

Τετάρτη 12 Ιουνίου 2013

Viraro Kapetanio

Η ιστορία μας διαδραματίστηκε στο λιμένα Αντοφαγκάστα της Χιλής. Ήταν τα πρώτα μου χρόνια τ' αξέχαστα στους ωκεανούς τους απέραντους τους μεγάλους. Πρόκειται για μια έντονη αναφορά στη μνήμη, στα πρώτα μου μπάρκα και τη σύνδεση μου με το θαλασσινό στοιχείο. Τα πρώτα μπάρκα είναι μια εμπειρία που χαράσσεται ανεξίτηλα στη μνήμη κάθε ναυτικού, μια περίοδος όπου το θαλασσινό στοιχείο μετατρέπεται από μια μακρινή εικόνα σε έναν τρόπο ζωής και επιβίωσης.
Η μνήμη, αν και μερικές φορές επιλεκτική, συχνά συγκρατεί τις αισθήσεις και το συναίσθημα που συνδέονται με τον χρόνο. Θυμάμαι πως ήταν Κυριακή. Μια Κυριακή φωτεινή και δροσερή από την αύρα του ωκεανού, με τον ήλιο, ανατέλλοντας να φωτίζει το πλοίο ανάμεσα από τις χαράδρες πέρα από τις πανύψηλες κορυφογραμμές των Άνδεων. Η ανατολή του ηλίου στις Άνδεις, ειδικά όταν φωτίζει ανάμεσα από τις χαράδρες το πρωινό φως διαπερνά τις οδοντωτές, χιονισμένες κορυφές, δημιουργώντας μια αίσθηση βαθιάς ηρεμίας και δέους, καθώς οι πρώτες ακτίνες αναδύονται πάνω από τα βουνά ο ουρανός γεμίζει με αποχρώσεις του πορτοκαλί, του ροζ και του χρυσού.
Στο βάθος του ορίζοντα εκτείνεται η έρημος Ατακάμα, μια στεγνή και ξηρή περιοχή, διαβρωμένη, κατά μήκος των Χιλιανών ακτών στον Ειρηνικό ωκεανό που εκτείνονται από την έρημο Ατακάμα στο βορρά έως τα παγωμένα φιόρδ της Παταγονίας στο νότο, οι  μεγαλύτερες ακτογραμμές στον κόσμο.
Η βροχόπτωση εδώ εμφανίζεται μια η δυο φορές τον αιώνα και η έρημος Ατακάμα είναι μια από τις ξηρότερες περιοχές του πλανήτη. Ένας συνδυασμός ψυχρών θαλασσίων ρευμάτων από την Ανταρκτική και του θερμού αέρα του ωκεανού δημιουργεί μια αντιστροφή που παράγει ομίχλη στην έρημο αλλά ελάχιστη βροχή. Η αντιστροφή αυτή κρατά επίσης χαμηλές θερμοκρασίες στην έρημο παρά την εγγύτητα της περιοχής στον ισημερινό.
Υποθέτω την Άνοιξη στα 1980 πρέπει να 'τανε, τέλη Σεπτέμβρη αρχές Νοέμβρη, εκεί στο Νότιο ημισφαίριο, τότε που μια Κυριακή πρωί συνέβησαν τα γεγονότα. Λέω υποθέτω γιατί είναι δύσκολο με τον καιρό να ξέρεις το πότε ακριβώς ξεκίνησε κάτι. Είναι όπως ερωτεύεσαι κάποιον. Σε ρωτούν πόσο καιρό βγαίνετε και είναι δύσκολο να απαντήσεις.
Τίποτα δεν προμήνυε πως  κάτι αναπάντεχο, και διαφορετικό θα συνέβαινε μια ήρεμη συνηθισμένη Κυριακή στον ήσυχο λιμένα που βρέχεται από τα νερά του Νότιου Ειρηνικού ωκεανού. Σε αυτό το λιμάνι το πρωινό εκείνο, ο χρόνος έμοιαζε να είχε σταματήσει, και ο ήχος των κυμάτων του Ειρηνικού να ήταν η μόνη συντροφιά του πλοίου.
Το πλοίο ήταν μοναχική φιγούρα σε μια μοναδική προβλήτα στο εσωτερικό άκρο του λιμένος για τζενεραλάδικα πλοία μεσαίου μεγέθους της εποχής, εκεί προς το τέλος της δεκαετίας του 1970-1980.
Ήταν ακόμη νωρίς το πρωί. Ο καπετάν Γιάννης, στεκόταν και κοιτούσε έξω από το φινιστρίνι του γραφείου του την ψυχρή δροσιά του πανέμορφου πρωινού.
Η έντονη εντυπωσιακή ανατολή του ήλιου και η αντηλιά πέρα από τις βραχώδεις πλαγιές των λόφων, με τα διάσπαρτα ασπρισμένα σπίτια τον ενοχλούσε. Ήταν σε μια κατάσταση απόλυτης ηρεμίας, ελευθερίας και έλλειψης πίεσης χρόνου. Δεν είχε κανένα επείγον ή σοβαρό καθήκον να διεκπεραιώσει. Ήταν ελεύθερος να διαχειριστεί την ημέρα του όπως επιθυμούσε και η απουσία υποχρεώσεων του πρόσφερε ανάπαυλα και φροντίδα του εαυτού του!
Είχε κοιμηθεί θαυμάσια στην ζεστή αγκαλιά της πράγμα που το θεώρησε καλό οιωνό, διασφαλίζοντας πως τίποτα δεν θα πάει στραβά την υπόλοιπη μέρα. Για την ακρίβεια είχε μια τέλεια αίσθηση, το είδος εκείνο που έσβηνε τις μίζερες σκέψεις.
Την εποχή εκείνη ήμουν εξαιρετικά μπερδεμένος ως το ποιος ήταν ο αληθινός χαρακτήρας του καπετάν Γιάννη τότε, και έτσι παραμένω ακόμη και σήμερα που τον ανακαλώ στην μνήμη μου.
Ένας προσηνής, ευγενικός και συνάμα γοητευτικός άνδρας που η λέξη ευπαρουσίαστος, μια λέξη που δεν την ακούς συχνά πλέον λένε ότι χαράχτηκε για εκείνον, έναν γενναιόδωρο άνδρα με ζωηρό χαμόγελο και ένα φινετσάτο γούστο στο ντύσιμο, το οποίο ακόμη και αν αγόραζες τα ίδια δεν θα το αποκτούσες.
Ο ήλιος λαμπρός, έχει ανατέλλει για τα καλά η μέρα αίθρια και εκεί που για τον καπετάν Γιάννη όλα φαίνονταν να πηγαίνουν πρίμα, δημιουργήθηκε απρόσμενη κινητικότητα που ήρθε να ταράξει την ηρεμία και τη γαλήνη του. Ήταν ήδη μετά τις εννέα πρωινή που απρόσκλητα καταφθάνει φουριόζος ο πράκτορας του πλοίου και τον πληροφορεί ότι σε δύο με τρεις ώρες έρχεται εκτός προγράμματος ένα Ρο-Ρο μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων για να παραδώσει μερικά αυτοκινούμενα εμπορευματοκιβώτια και πρέπει το πλοίο να μετακινηθεί πιο μπροστά στην προβλήτα για να υπάρξει ο απαιτούμενος χώρος για την πρόσδεση του Ρο-Ρο.
Έκδηλη ήταν στο πρόσωπο του η απορία και η έκπληξη όταν ο πράκτορας του ανακοίνωσε τα νέα. Δεν μπορούσε να το πιστέψει. Στο άκουσμα της είδησης για μια στιγμή σάστισε και φάνηκε να ρωτάει ξανά τον πράκτορα για να το επιβεβαιώσει ότι άκουσε σωστά.
Όταν επιβεβαίωσε την είδηση απέμεινε για λίγο ακίνητος ,για δευτερόλεπτα, να μένει με το στόμα ανοιχτό, από απορία και έκπληξη, με την εντολή του λιμεναρχείου στο ένα χέρι. Αν έβλεπε τη φάτσα του στον καθρέφτη, θα γελούσε. Είχε το ύφος ενός ανθρώπου που μόλις το προηγούμενο διάστημα καταβρόχθιζε με μανία ένα ώριμο νοστιμότατο ροδάκινο και πάνω στο καλύτερο ένιωσε μέσα στο στόμα του να σουλατσάρει ένα σκουλήκι. Σωριάστηκε αποκαμωμένος στην καρέκλα του. «Τι αναπάντεχο, και αστάθμητο ήταν αυτό; Αυτό ήταν η τιμωρία τον Θεού Κυριακή πρωί.»
Με αποφασιστικότητα ξεπέρασε την αρχική έκπληξη και βρέθηκε σε πλήρη εγρήγορση για άμεση ανάληψη δράσης. Ενεργοποίησε άμεσα τα αντανακλαστικά του για να διαχειριστεί την κατάσταση. Ήταν τώρα, όπως πάντα, ένας αληθινός και γνήσιος Έλληνας καπετάνιος. 
«Το τελευταίο λοιπόν πράγμα που μας έλειπε να συμβεί ήταν αυτό» μονολόγησε. 
Στο πλοίο τους από το πλήρωμα δεν υπάρχει άλλος κανείς πέρα από τον ίδιο και τον λαδά της βάρδιας μηχανοστασίου συντροφιά με τα κορίτσια τους. Το προς φόρτωση φορτίο τους δεν ήταν ακόμη έτοιμο και το πλοίο τους παράμενε στην προβλήτα φόρτωσης κενό φορτίου και άπραγο για μερικές ημέρες.
Σαββατοκύριακο εκεί έξω στις παρυφές της πολιτείας ένα ψυχαγωγικό κλαμπ είχε οργανώσει ολονύκτιο πρόγραμμα με ελληνικό γλέντι, νεανική ζωντάνια και πολύ χορό μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες, όσοι από το πλήρωμα του πλοίου είχαν συμμετοχή ακόμη να φανούν. Είχαν «ξεστρατίσει». Είχαν βγει λίγο πιο έξω από τα όρια τους. Ταυτόχρονα το υπόλοιπο του πληρώματος λόγο της αργίας είχε εκδράμει από τις πρώτες πρωινές ώρες σε σύλλογο ομογενών της Ελληνικής κοινότητας όπου κάθε Κυριακή ετελείτο η θεία Λειτουργία, τακτικώς στην ορθόδοξη εκκλησία του ελληνισμού. Υπήρχε ακόμη ένα σεβαστό ποσοστό κατοίκων Ελληνικής καταγωγής στην περιοχή που κρατούσε τα ήθη και τα έθιμα της πατρίδας, αν και μόλις ένα πολύ μικρο ποσοστό από αυτούς μιλούν ελληνικά. Διάφορες πηγές τοποθετούν τον αριθμό των Ελλήνων στην Αντοφαγκάστα κατά την περίοδο 1920-1935 σε περίπου 4000, όντας κατ' αυτόν τον τρόπο ήταν το σημαντικότερο κέντρο του Ελληνισμού στην Χιλή. 
Ο καπετάν Γιάννης εκείνη τη στιγμή σταμάτησε για λίγο, πήρε μια αργή και βαθιά ανάσα, να νοιώσει τον αέρα να μπαίνει βαθιά μέσα στους πνεύμονες του, τον έβγαλε ξεφυσώντας, ανασήκωσε τους ώμους του και το βλέμμα του συνάντησε αυτό του πράκτορα. Η έκφραση του είχε μια αποφασιστική ηρεμία με ένα αμυδρό χαμόγελο να σκιάζει το πρόσωπο του. Υπάρχει κάτι ανεξήγητα ήρεμο μα χειροπιαστό που πλανάται στο πρόσωπο του και αντανακλάται στην ατμόσφαιρα....
«Φοβάμαι πως θα γίνουμε πρωτοσέλιδο στον τοπικό τύπο και όχι μόνο.» λέει του Πράκτορα του πλοίου.
«Δική σου επιλογή κάπτεν, αλλά θα πρέπει το πλοίο να μετακινηθεί οπωσδήποτε.»
…Έριξε μια ματιά στο εσωτερικό της καμπίνας του στην κρεβατοκάμαρα και στο κρεβάτι του. 
Ήταν όμορφη στ’ αλήθεια. Ελκυστική μπορείς να την περιγράψεις, με μάτια που κοιτούσαν προς το μέρος του, θεσπέσια νερά μιας καθάριας λίμνης, ντυμένη με ένα νεγκλιζέ που άφηνε να φαίνεται το κορμί της και τόνιζε το στήθος της. Λειτουργούσε επάνω του σαν έμπνευση και γέμιζε την ζωή του χρώμα και θόρυβο. Ο καπετάν Γιάννης είχε μια πολύ φημισμένη και σεβαστή ιστορία στις επιλογές του. Φαινόταν κάπως ανήσυχη, διστακτική και απορημένη τον κοιτούσε προσπαθώντας να μαντέψει ποιο είναι το πρόβλημα που τους προέκυψε, δαγκώνοντας ανεπαίσθητα το κάτω χείλος της.
«Λορένα χρειάζομαι κάποιον να με βοηθήσει.»
Η κοπέλα τον κοιτούσε με βλέμμα απορημένο.
«Αυτό είναι το θέμα ότι δεν καταλαβαίνεις, αλλά δεν έχω άλλη επιλογή, σήκω και ετοιμάσου να πάμε στην πλώρη του πλοίου.»
Ανασηκώθηκε στο κρεβάτι αναστατωμένη σταυρώνοντας τα μακριά της πόδια, ακούμπησε πίσω στα μαξιλάρια με τα χέρια της προσπαθώντας να αντιληφθεί τι ήταν αυτό που της ζητούσε. Σαστισμένη προφανώς δεν μπορούσε να καταλάβει...
«Ετοιμάσου να πάμε μια βόλτα στην πλώρη του πλοίου και μην αναρωτιέσαι θα σου εξηγήσω.»
Της ήταν αδύνατο να το πιστέψει.
«Μάλιστα. Νομίζεις στα αλήθεια ότι εγώ μπορώ να σε βοηθήσω;» Καθώς αναρωτιέται τι είναι αυτό που της ζητεί.
«Δε θα στο ζητούσα, όχι αν μπορούσα να σκεφτώ έναν άλλο τρόπο. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος.»
Η έκφραση στο πρόσωπο της δεν άλλαξε για αρκετή ώρα.
«Είσαι σίγουρος;»
«Λορένα προχώρα και δεν χρειάζεται να στύβεις το μυαλό σου, δεν είναι απαραίτητο.»
Ταυτόχρονα έγιναν οι δέουσες προετοιμασίες. 
Ο λαδάς του πλοίου ξεκίνησε τα απαραίτητα δίκτυα και στη συνέχεια ανέλαβε την λειτουργία στα βίντσια της πρύμνης του πλοίου.
Η Λορένα ακολουθούσε τον καπετάνιο με ρυθμό χελώνας και ρίχνοντας ματιές γύρω της προσπαθούσε να αντιληφθεί τι επρόκειτο περίπου να κάνει.
Με τα  «γουόκι τόκι» ανά χείρας αυτά τα καινούργια επαναστατικά μαραφέτια της Motorola που ειχαν προμηθευτεί πρόσφατα στον Παναμά και που σηματοδότησαν μια σημαντική εξέλιξη στην τεχνολογία των ασυρμάτων δικτύων για άμεση απομακρυσμένη επικοινωνία, φτάσανε στην πλώρη του πλοίου.
Τα υδραυλικά δίκτυα στα βίντσια της πλώρης ήταν ήδη σε λειτουργία. Της έδειξε το μοχλό λειτουργίας και της εξήγησε πώς λειτουργεί η συσκευή, κάνοντας ζωντανά την επίδειξη του τρόπου χρήσης, για να γίνει κατανοητήτο το «βίρα» το «μάϊνα» και το «νεκρό» 
«Κατάλαβες Λορένα;»
Η Λορένα έβγαλε μια βαθιά ανάσα και κούνησε ελαφρά το κεφάλι της χωρίς να του απαντήσει..
«Δεν άκουσα Λορένα»
«Κατάλαβα καπετάνιο.»
«Ωραία πάρε τώρα το «γουόκι τόκι» και θα περιμένεις τις εντολές μου μέσα απ’ αυτό, και να μην φοβάσαι είσαι ασφαλής» της είπε, και αναχώρησε για την γέφυρα του πλοίου.
Ξεκινώντας τις εντολές ο θόρυβος σαν επανωτά γρονθοκοπήματα από τα γρανάζια του βιντσιού της προκαλούσαν της Λορένας μια αίσθηση εντόνου τρόμου, τι άλλο θα μπορούσε να συμβεί αναρωτήθηκε και άφησε το μοχλό και πάλι στην ουδέτερη θέση.
Σταθερά και με ήρεμο τόνο ο καπετάν Γιάννης γνήσιος καπετάνιος, την προστάζει κοφτά μέσα από το «γουόκι τόκι».
«Βίρα Λορένα....  Λορένα μ’ ακούς;! Βίρα σου λέω!»……
Σταδιακά η Λορένα τέντωσε το κορμί της για να ενισχύσει το αίσθημα του θάρρους και αυτοκυριαρχίας, και ξανατράβηξε και πάλι τον μοχλό λειτουργίας του Βιντσιού.
«Βιράρω καπετάνιο, βιράρω,»!! 
Αγκομαχώντας σαν κλαυθμός ακούστηκε η απάντηση της ωσάν να ήθελε να βγάλει κάθε δισταγμό και αμφιβολία από μέσα της, μα περνώντας ο χρόνος η αλλαγή στον τόνο και στην χροιά της φωνής της  γίνενται πιο γεμάτη που εκφράζει ευχαρίστηση, ενθουσιασμό, και ικανοποίηση ότι τελικά τα καταφέρνει. Όταν ολοκληρώθηκε το ρεμεντζάρισμα (πρόσδεση του σκάφους) και το σκάφος ήταν ασφαλισμένο, τα σχοινιά τεντωμένα σωστά και δεν υπήρχε κίνδυνος το πλοίο ήταν «παρκαρισμένο» τριάντα μέτρα πιο μπροστά στην προβλήτα υπό το έκπληκτο βλέμμα του πράκτορα, που κάτι σίγουρα θα μουρμούριζε για τους συγχρόνους απογόνους του πολυμήχανου Οδυσσέα.
Θρύλος στα κύματα έχει μείνει ο απόηχος του διαλόγου και  η ανάμνηση της εικόνας από εκείνο το κυριακάτικο πρωινό μανουβράρισμα του πλοίου στην μακρινή Αντοφαγκάστα στην νότιο Χιλή.
«Βίρα Λορένα....  Λορένα μ’ ακούς;! Βίρα σου λέω!»……
«Βιράρω καπετάνιο! Βιράρω»!! 
Τον καπετάν Γιάννη τον γνώρισα πολύ λίγο (δεν έτυχε να ταξιδέψουμε μαζί,) αλλά ξέρω τόσες ιστορίες του, που νομίζω ότι ζήσαμε παρέα ολάκερες θητείες, στην απεραντοσύνη των ωκεανών.

Παρασκευή 12 Απριλίου 2013

H Fortossi Sto Takoranti

-«Είχα τις ενστάσεις μου και της έλεγα ευθαρσώς! Παρά τις όποιες διαφωνίες που είχα, τις έκφραζα ανοιχτά, άμεσα και με παρρησία, χωρίς να του τις κρύβω. Με μια στάση ειλικρίνειας και άμεσης επικοινωνίας που ήθελα να έχουμε.
«Αν μπορούσα να πετάξω εκεί στο χωριό που γεννήθηκα σε πιο απλές εποχές, στην παιδική ηλικία, θυμάμαι το γείτονα μας να μιλούσε επίσης για αρχές και κανόνες. Είχε αρχές ο άνθρωπος, πίστευε ότι όταν λείπει ο άνδρας, η γυναίκα βγαίνει από το σπίτι μόνον αν πιάσει φωτιά, αν κάποιος πεθάνει, η αν πρέπει να γεννήσει. Δεν θα τολμούσα να διανοηθώ ότι πολλά πράγματα τα οποία στην πραγματικότητα αποτελούν κοινότυπα στοιχεία της ζωής καθώς η κοινωνία έχει αλλάξει ριζικά, να εννοείς αυτού του είδους αρχές με τα κηρύγματα σου.» Του σφύριξα μέσα από τα δόντια μου με την πρόθεση να μεταδοθεί η πληροφορία μόνο στον συγκεκριμένο αποδέκτη .
Έχουμε αναχωρήσει  από τον λιμένα Μαρίνα Ντι Καράρα της Ιταλίας με προορισμό την Γκάνα προς φόρτωση και με τελικό προορισμό λιμένες της Ιαπωνίας για εκφόρτωση. Ενδιάμεσα στο ταξίδι μας για την Γκάνα προγραμματίστηκε να προσεγγίσουμε τα Κανάρια νησιά προς παραλαβή τροφίμων,  καύσιμα και.λιπαντικά.
Ο πλοίαρχος με τον οποίο συνομιλούσα ήταν ένας σαρανταπεντάρης άνδρας, ψηλός με γκρίζους κροτάφους, το πρόσωπο του είχε σχεδόν ίσο πλάτος και μήκος, με γεμάτα μάγουλα και μαλακές, καμπύλες γραμμές, χωρίς έντονες γωνίες στο σαγόνι καλοξυρισμένος! Η απουσία γενιών, τόνιζε την απαλή δομή του προσώπου του, ενισχύοντας τη νεανική, ευγενική και προσιτή εικόνα του. Τον θυμάμαι με το πουκάμισο του να κρέμεται συνήθως έξω από το παντελόνι, σ' αυτό το στυλ που υποδηλώνει μια νοοτροπία χαλαρής αυτοπεποίθησης, όπου θέλεις να δείχνεις επαγγελματίας αλλά όχι δεσμευμένος από τους αυστηρούς κανόνες ντυσίματος και στην τυπικότητα της εμφάνισης. 
Εκτελούσε καθήκοντα πλοιάρχου για διάστημα άνω των δέκα ετών που υποδήλωνε ότι ήταν ένας πλοίαρχος με αρκετή προϋπηρεσία είχε σημαντική εμπειρία και εξειδίκευση στη διοίκηση πλοίων. Είχε αναλάβει καθήκοντα πλοιαρχίας σε πλοίο της ναυτιλιακής εταιρεία που εργαζόμουν για πρώτη του φορά. Η τελευταία του εταιρεία που είχε εργασθεί ως πλοίαρχος ήταν η ισραηλινών συμφερόντων ναυτιλιακή εταιρεία ΖΙΜ LINE και υπέθεσα πως είχε ενστερνιστεί τους άκαμπτους κανόνες λειτουργίας της ισραηλινής νοοτροπίας και κουλτούρας.  Οι Ισραηλινοί μου ήταν γνωστοί για την ευθύτητα, την ειλικρίνεια και την έλλειψη τυπικότητας στις διαπροσωπικές τους σχέσεις, η οποία ενίοτε περιγράφεται ως έλλειψη ενσυναίσθησης.
Η εταιρεία που εργαζόμουν ήταν μια μικρού μεγέθους οικογενειακή ναυτιλιακή εταιρεία, τα πληρώματα της  ήταν στο σύνολο τους μόνιμα στελέχη από τον απλό ναύτη μέχρι τον πλοίαρχο, προσαρμοσμένα σε περιβάλλον λειτουργίας που επέτρεπε μερικές ανώδυνες αποκλίσεις από τους δικονομικούς κανόνες συνεργασίας προς όφελος όλων μας.
Η καρδιά λοιπόν της πρώτης μας σύγκρουσης ξεκίνησε στο αίτημα του πληρώματος που έχει να κάνει με τα χρήματα προκαταβολών του στους λιμένες προσέγγισης του πλοίου.
Σε γενόμενη συζήτηση και στο πλαίσιο μιας ανεπίσημης κουβέντας με μια οικεία, συμβουλευτική παρέμβαση τον παρότρυνα, στα Κανάρια νησιά με την τροφοδοσία του πλοίου ας προμηθευτεί και αρκετά δολάρια, γιατί εκεί στα λιμάνια της Αφρικής, είναι σίγουρο ως συνηθίζεται τα μέλη του πληρώματος θα του ζητούν χρήματα προκαταβολής, εκτός δηλωμένης λίστας.  Αυτό μου έχει διδάξει η μέχρι σήμερα εμπειρία μου με τα πληρώματα της ναυτιλιακής εταιρείας..
Εκεί το έφερε η κουβέντα για κανόνες και αρχές, για τοπικά νομίσματα και όλα τα παρελκόμενα που σέρνουν οι κανόνες για να μας δυσκολεύουν τη ζωή πολλές φορές αντί να την διευθετούν.
Με κοίταξε με ύφος σκυθρωπό χωρίς κανένα ίχνος χαμόγελου! Μάλλον έκρινε αρνητικά την προτροπή μου. Ξαφνιάστηκα! Που ένας γνήσιος αρβανίτης από τα Μεσόγεια Αττικής, ήταν απόλυτος,και αμετάπειστος να ακούσει κάποιον να του εκφράσει αντίθετη άποψη και να κάνει διάλογο για το θέμα αυτό. 
«Όταν το πλοίο βρίσκεται σε λιμάνι, και ο ναυτικός ζητήσει την πληρωμή δεδουλευμένων σε μετρητά, αυτά μπορεί να είναι στο τοπικό νόμισμα του λιμένα, με την ισοτιμία της ημέρας, όπως αυτή ορίζεται από τη σύμβαση εργασίας.» Μου δήλωσε.
«Αυτό είναι! Αν έχει έτσι η κατάσταση αυτό θα αποτελέσει το έναυσμα στα πρώτα λιμάνια να ζήσουμε σεισμική δραστηριότητα, καθώς η δυσφορία του πληρώματος θα διογκώνεται έτοιμη για μια νέα έκρηξη.»  Σκέφτηκα μεγαλόφωνα.
Η νύκτα έπεφτε. Η θάλασσα ήταν ήρεμη, το φεγγάρι μόλις που φαινόταν μέσα από τα σύννεφα, το πλοίο ταξίδευε αρμονικά στην απέραντη ηρεμία.
Την επομένη το πλοίο αγκυροβολεί στο Λας Πάλμας. Το Λας Πάλμας είναι γραφικός θαλάσσιος λιμένας στη βορειοδυτική ακτή της ομώνυμης πόλης των Καναρίων νήσων, στα μέσα του Ατλαντικού, στα σταυροδρόμια μεταξύ της Ευρώπης  της Αφρικής και της Αμερικής. Το παλαιότερο μέρος έχει τις στενές, οδούς και τα παλαιά κτήρια, συμπεριλαμβανομένου ενός καθεδρικού ναού από το 1492 .
Είναι ένας αγαπημένος προορισμός των διακοπών για τους Ισπανούς και όχι μόνο.
Για αιώνες, ο λιμένας του Λας Πάλμας είναι η παραδοσιακή βάση των σκαφών στο δρόμο τους μέσω του μέσου Ατλαντικού ωκεανού. Η πόλη έχει αρκετά πάρκα, απλώνονται όσο βλέπει το μάτι, η γαλήνη τους είναι απόλυτη με πολλές αλέες και αιωνόβια υποτροπικά δένδρα.
Έγινε ανεφοδιασμός του πλοίου, σε τρόφιμα,  καύσιμα και λιπαντικά.
Ο ναύκληρος του πλοίου, ένας  πεπειραμένος ναυτικός από τον Άγιο Νικόλαο Βοιών Λακωνίας... Στα Βάτικα της Λακωνίας.....  με πληροφόρησε ότι τα βαρέλια που θα αδειάσουν από τα λιπαντικά που παραλάβαμε, μια εκατοντάδα περίπου, να τα κρατήσω γιατί θα μας φανούν πολύ χρήσιμα στον λιμένα φόρτωσης.
Με την πάροδο του χρόνου, ο Πλοίαρχος επέδειξε εξαιρετική ικανότητα να κερδίζει την εμπιστοσύνη του πληρώματος και των στελεχών του γραφείου. Αποτελούσε έναν άριστο επαγγελματία, με υψηλό αίσθημα ευθύνης, πνεύμα συνεργασίας και αποδεδειγμένη αποτελεσματικότητα στη διαχείριση απαιτητικών καταστάσεων. Εξαιρετικός επαγγελματίας συνεργάσιμος, αποτελεσματικός και με μεγάλη ικανότητα να κερδίζει τις εντυπώσεις μέσω της δουλειάς του. Ήταν αυτό που στην καθημερινή συναλλαγή μας ονομάζουμε ντομπροσύνη και ακεραιότητα χαρακτήρα.
Απλώς ορισμένες φόρες, σύμφωνα με τη δική μου θεώρηση, δυσκολευόταν να παρακάμψει με την ευλυγισία τις στιγμιαίες αποκλίσεις από τους κανόνες και τις αρχές όταν αυτό είναι απαραίτητο μεν, μη ουσιώδες δε, ώστε να λειτουργεί το σύστημα όσο επιτρέπεται ποιο ομαλά και χωρίς  παρενέργειες.
Ταυτόχρονα είχε το προσωπικό προνόμιο να κατέχει και να χειρίζεται άριστα τέσσερις πέντε γλώσσες. Η ικανότητα του αυτή δεν ήταν μόνο αποτέλεσμα εκπαίδευσης, αλλά ήταν μια ιδιαίτερη χαρισματική ικανότητα του. Δεν γνώριζε απλώς τις γλώσσες σε βασικό επίπεδο, αλλά τις χρησιμοποιούσε με άνεση, ικανός να επικοινωνεί και να εργάζεται σε ένα διεθνές περιβάλλον. 
«Πως τα καταφέρνεις βρε αθεόφοβε!» Τον ρωτούσα σε μια στιγμή θαυμασμού και οικειότητας που είχε αρχίσει να διέπει τη σχέση μας.
«Με βοηθάνε τα αρβανίτικα μου.» Μου απαντούσε, θέλοντας να πει πως τα Αρβανίτικα λειτουργούσαν ως συνδετικός κρίκος στην πολυγλωσσία του.
Με μια έμφυτη κοινωνικότητα δεν ήταν απλώς φιλικός, αλλά έχει την ικανότητα να συνδέεται αβίαστα με τους άλλους ανθρώπους. Χαρισματικός συνομιλητής, ήξερε πώς να μαγεύει το κοινό του, κάνοντας τις ιστορίες του ενδιαφέρουσες, ζωντανές και απίθανες.
Μου άρεσαν πολλές οικογενειακές του αφηγήσεις, αλλά δυστυχώς η ψυχή στις ιστορίες είναι η ίδια η αφήγηση του πλοιάρχου που δεν μεταφέρονται εύκολα στο κείμενο. Όπως η παρακάτω ιστορία..
Στα πρώτα χρόνια της πλοιαρχίας του ταξιδεύει με την σύζυγο του. Η πρακτική του να ταξιδεύει ο πλοίαρχος με τη σύζυγό του, ειδικά στα πρώτα χρόνια της καριέρας του, ήταν μια καθιερωμένη συνήθεια, και στην ελληνική ναυτιλιακή παράδοση.
Η κυρία «Άννα,» μια Κυριακή θέλησε να φτιάξει ένα σπιτικό γαλακτομπούρεκο, να το σερβίρει στον απογευματινό καφέ του πληρώματος. Αφού το παρασκεύασε και το μέλωσε, έτοιμο  πλέον παίρνει το ταψί να το μεταφέρει στο σαλόνι του πλοίου να σερβίρει το πλήρωμα.
Δυστυχώς στην πόρτα εξόδου από την κουζίνα στον αλουέ [διάδρομο], σκόνταψε και το ταψί βρέθηκε αναποδογυρισμένο με το γαλακτομπούρεκο στο δάπεδο.
Σύμπτωση στο διάδρομο βρισκόταν ο πρώτος μηχανικός του πλοίου ένας ευχάριστος άνθρωπος, με πηγαίο χιούμορ και έξω καρδιά. Βλέποντας το ατύχημα, δεν χάνει την ψυχραιμία του σκύβει ατάραχος σηκώνει το ταψί μαζί και το περιεχόμενο που συμμάζεψε από το δάπεδο, το δίνει πίσω στην καπετάνισσα, και ταυτόχρονα βουτώντας το χέρι του μέσα στο περιεχόμενο του ταψιού αποσπά ένα  κομμάτι και αρχίζει κυριολεκτικά να το καταβροχθίζει.
Με ένα βλέμμα που μαρτυρά απόλυτη γευστική ευτυχία και ηδονή, ο Πρώτος μηχανικός στρέφεται στην καπετάνισσα, εκφράζοντας τον ενθουσιασμό του για τη γεύση που μόλις δοκίμασε, λέγοντάς της με θαυμασμό: «Μη μου στεναχωριέσαι, καπετάνισσα! Αυτό είναι σκέτο βάλσαμο, είναι απίθανη σου λέω, καλύτερη «τυρόπιτα» δεν έχω δοκιμάσει στη ζωή μου, θα πάρω ένα κομμάτι ακόμη, μου επιτρέπεις πιστεύω.»
Εκείνη τη στιγμή έσκασε μύτη και ο πλοίαρχος στον αλουέ, που αντιλήφθηκε το σκηνικό και χωρίς να χάσει χρόνο απευθύνεται στον Πρώτο μηχανικό. «Χαιρόμαστε απίστευτα που σου άρεσε τόσο πολύ! Εννοείται πως σου επιτρέπει, χαλάλι σου! Μεγάλη της τιμή να ακούει τέτοια λόγια. Φάε άφοβα κι άλλο κομμάτι, γι' αυτό την έφτιαξε!»
Άναυδη αρχικά η καπετάνισσα από την έκπληξη για αυτό που συνέβη στη συνέχεια, άρχισε ένα νευρικό γέλιο, και όταν  συνειδητοποιεί ότι ότι η κατάσταση είναι πλέον κωμική το γέλιο της κατέληξε να γίνει χαρούμενο, απελευθερωτικό. 
Η άφιξη στο λιμένα φόρτωσης έγινε το λυκόφως μιας θαυμάσιας ημέρας με ασυννέφιαστο ουρανό, και ο ορίζοντας πέρα στο τροπικό δάσος έδειχνε χρυσαφιά υπέροχος. Οι ακτίνες του ήλιου που έδυε, φιλτραρισμένες μέσα από την πυκνή βλάστηση, δημιουργούσαν αυτή τη χρυσαφένια, ονειρική λάμψη στον ορίζοντα. Ήταν μια εικόνα που συνδύαζε την ηρεμία του ηλιοβασιλέματος με την ένταση της τροπικής φύσης, ένα ιδανικό σκηνικό για την έναρξη μιας νοσταλγικής θαλασσινής ιστορίας.
Το Τακοράντι (Takoradi) είναι μια σημαντική παραλιακή πόλη της Γκάνας στη Δυτική Αφρική, γνωστή ως ένας από τους δύο κύριους λιμένες της χώρας σε βαθιά νερά. Το λιμάνι του Τακοράντι (Takoradi Harbour) κατασκευάστηκε το 1928, είναι το παλαιότερο λιμάνι της Γκάνας και έχει υποστεί σημαντικές επεκτάσεις για να υποδέχεται μεγάλα πλοία, και λειτουργεί ως πύλη εμπορίου για τη Γκάνα και τις περίκλειστες χώρες, Μάλι, Μπουρκίνα Φάσο, Νίγηρα.
Τα μεταλλικά άδεια βαρέλια, όντως αποδείχθηκαν εξαιρετικά χρήσιμα των οποίων η πρακτική τους αξία δεν μπορούσε να μετρηθεί εύκολα με χρηματικούς όρους.
Τοπικοί ψαράδες, άνθρωποι του μόχθου που ειχαν μάθει την ύπαρξη τους, κατέφθαναν στο πλοίο διαπραγματευόμενοι την παραδοσιακή μορφή ανταλλαγής των άδειων μεταλλικών βαρελιών με αλιεύματα. Ανταλλαγή που θύμιζε παλιές εποχές της ανταλλακτικής οικονομίας (ανταλλαγή προϊόντων χωρίς τη χρήση χρήματος) και ικανοποιούσε και τις δύο πλευρές καθώς η κάθε πλευρά χρειαζόταν αυτό που πρόσφερε ο άλλος. Τα μεταλλικά βαρέλια ήταν εξαιρετικά χρήσιμα για τους καθημερινούς σκοπούς των ψαράδων, καθώς ήταν ανθεκτικά και επαναχρησιμοποιήσιμα για αποθηκεύσεις και μεταφορές. Η επαναχρησιμοποίησή τους προσέφερε μια  οικονομική λύση, μετατρέποντας ένα απόβλητο σε χρηστικό αντικείμενο.
Οι Ψαράδες προσέγγιζαν το πλοίο με πλούσιες θαλασσινές ποικιλίες από  αστακούς, γαρίδες, καβούρια και άλλα θαλασσινά. Τα Άδεια Βαρέλια αποτελούσαν  το «νόμισμα» της συναλλαγής.
Κατά τη διάρκεια τη παραμονής του πλοίου στο Τακοράντι στο πλήρωμα επήλθε γαστρονομική κούραση, όσο εκλεκτά κι αν ήταν τα θαλασσινά, η υπερβολή σε αστακούς, καβούρια, γαρίδες έφερε κορεσμό. Ο εγκέφαλος τους σταμάτησε να τα απολαμβάνει και ζητούσε κάτι διαφορετικό για να «καθαρίσει» τη γεύση.
..Βρισκόμαστε στην έναρξη της φόρτωσης που με επισκέφτηκε στο γραφείο μου νεαρός άνδρας Αφρικανός μια συμπαθητική φιγούρα μέτριο ανάστημα, η γεροδεμένη κορμοστασιά του μου θύμιζε αθλητή, ένα ζεστό χαμόγελο φώτιζε το πρόσωπό του που φανέρωνε άτομο που έχει ζήσει σε αστικό περιβάλλον. Μου δείχνει κάποια χειρόγραφα πιστοποιητικά ότι είχε πρόσφατα εργαστεί σε ελληνικά πλοία, και την εποχή αυτή έχει μεγάλη ανάγκη από εργασία, θα το εκτιμούσε εάν υπάρχει κάποιο ενδιαφέρον από πλευράς μας να του δώσουμε την ευκαιρία να εργαστεί στο πλοίο για όσο διάστημα αυτό θα παραμείνει στον λιμένα. Θα είναι ευχαριστημένος με την διατροφή του και κάποιο μικρό ημερομίσθιο τρία με τέσσερα δολάρια ημερησίως. Συμφώνησα να μείνει στο πλοίο για καθαρισμούς και βαφές σεντινών μηχανοστασίου, θα έχει ημερομίσθιο μίνιμουμ οκτώ δολάρια την ημέρα, την διατροφή του, και εάν μείνουμε ικανοποιημένοι θα υπάρξει και ένα μικρό έξτρα οικονομικό δώρο. Ξαφνιάστηκε ευχάριστα! Τα μάτια του σε μια πολύ έντονη και αυθόρμητη συναισθηματική αντίδραση άστραψαν από συγκίνηση και χαρά, το πρόσωπο του φωτίστηκε από ενθουσιασμό, τα λόγια του μπερδεμένα από την ευχάριστη έκπληξη που τον συνεπήρε.
Το αντίτιμο της εργασίας ήταν μοναδικό, πέρα από κάθε προσδοκία πλουσιοπάροχο για τα στάνταρ της χώρας του. Όρμησε μου άρπαξε τα χέρια δυνατά τα έσφιξε, γεμάτος έξαψη, μη γνωρίζοντας πως αλλιώς να δείξει την ευχαρίστηση του. Το όνομα του ήταν Ανρί, ένα πολύ κοινό γαλλικό ανδρικό όνομα. Μου εκμυστηρεύτηκε ότι είχε μεγαλώσει στη Γαλλία,  βρέθηκε εδώ και αρκετό χρονικό διάστημα πίσω στην πατρίδα του για οικογενειακούς λόγους και σύντομα έχει και πάλι σκοπό να ξαναγυρίσει στην Ευρώπη.
Περιμένοντας τη μεταφορά του φορτίου σιδηρομεταλλεύματος από το ορυχείο της ενδοχώρας στο λιμένα, αυτό σήμαινε ότι η ελάχιστη διάρκεια παραμονής του πλοίου στην προβλήτα φόρτωσης θα ήταν τουλάχιστον είκοσι ημέρες.
Η ζωή στη διάρκεια της φόρτωσης κυλούσε σε ήρεμους ρυθμούς, είχα εφοδιαστεί ένα σεβαστό ποσό από δολάρια και είχα ενημερώσει το πλήρωμα μηχανής, εάν έχουν ανάγκη από χρήματα πέρα από την προκαταβολή που πολύ μετρημένα ζητούν όπως πάντα στην άφιξη, να απευθύνονται σε μένα και να μην ενοχλούν τον πλοίαρχο, μόνο με μέτρο και ευθύνη, να μην ξεχνάμε ότι πρώτα και πάνω από όλα είναι η οικογένεια και κάθε δολάριο που σπαταλάμε σημαίνει ότι αφαιρείται ένα μπουκάλι γάλα από τη διατροφή της οικογένειας και του παιδιού. Δεν χρειάστηκε να με ενοχλήσουν, γιατί ο αρβανίτης είχε μεριμνήσει, είχε εφοδιάσει το ταμείο του, πρόβλημα δεν υπήρχε, αποδεικνύοντας ότι πέρα από ντομπροσύνη, είχε μια καθαρή καλοσυνάτη καρδιά, δείχνοντας ότι επρόκειτο για έναν άνθρωπο αξιόπιστο, αυθεντικό και καλόψυχο. Τελικά ήταν ένας καλοσυνάτος τύπος, με αρχές πάνω από όλα.
Τις τελευταίες ημέρες φόρτωσης, ζήτησα από τον Ανρί, δίδοντας του το ανάλογο χρηματικό αντίτιμο, να μου προμηθεύσει μια ποσότητα χώμα κατάλληλο για κήπους, και μερικούς κορμούς από το φυτό Yucca σαν αυτούς που  διαπίστωσα ότι υπάρχουν  σ’ αφθονία στους κήπους και τους αγρούς στα πέριξ της πόλης.
Το Yucca είναι ένα γένος από αιωνόβιους θάμνους και δένδρα της οικογένειας,  Agavaceae.  Τα 40-50 είδη του είναι αειθαλές στην ανάπτυξη δένδρα μέχρι και πάνω από πέντε μέτρα ύψος, με πυκνά σπειροειδώς τακτοποιημένα φύλλα σαν  ξιφολόγχες πάνω από έναν ευδιάκριτο βασικό κορμό, ο φλοιός είναι γκρίζος, καφετής, καλυμμένος με φύλλα κοντά στην κορυφή, που γίνεται ακανόνιστος τραχύς και φολιδωτός κοντά στο έδαφος. Τα φύλλα είναι μακριά, κυρτά, παχιά, πολύ άκαμπτα, και γαλαζοπράσινα στο χρώμα. Τα λουλούδια του είναι άσπρα, έχοντας μερικές φορές μια πορφυρή χροιά, με μίσχο σε σχήμα καμπάνας, που παράγονται σε μια συμπαγή βολβοειδή συστάδα ψηλά στην κορυφή του φυτού. Τα φρούτα είναι σαρκώδη και πράσινα, και ωριμάζοντας αποκτούν δερματοειδή σκούρο καφετή χρώμα.
Ήταν το απόγευμα μιας υγρής μουντής ημέρας από την τροπική ζέστη! Παρά την τροπική ζέστη, ο ήλιος δεν φαινόταν καθαρά, ίσως λόγω της ίδιας της υγρασίας που ήταν τόσο έντονη που έμοιαζε με ορατό νέφος, κάνοντας την ατμόσφαιρα βαριά και ασήκωτη, σε συνδυασμό με την γλυφή μυρωδιά από την σκόνη που αναδυόταν στον ιμάντα φόρτωσης του σιδηρομεταλλεύματος. Στον ουρανό υπήρχε ένα πολύ θαμπό, άτονο γκριζογάλανο χρώμα που στερείτο ζωντάνιας και στο βάθος όσο έφτανε το βλέμμα απλωνόταν η μελαγχολική μοναξιά του ωκεανού και η αίσθηση του αχανούς κενού.
Στη προβλήτα, εμπρός στη σκάλα του πλοίου μόλις έχει παρκάρει ένα αυτοκίνητο Σιτροέν στεϊσιον, με τον Ανρί να βρίσκεται στη θέση του συνεπιβάτη και με οδηγό μια νεαρή μιγάδα. Στην οροφή του αυτοκινήτου είναι φορτωμένοι μερικοί νεαροί κορμοί από το φυτό Yucca.
Είναι η στιγμή που ανοίγοντας την πόρτα από το αυτοκίνητο η οδηγός, ένα νεανικό γυναικείο πρόσωπο, ξεπρόβαλε, κοίταξε γύρω της και κατέβηκε στην προβλήτα εκεί στην αρχή της σκάλας στο σκονισμένο δάπεδο. Τι στην ευχή συμβαίνει εδώ αναρωτήθηκα, σε μια στιγμή έκπληξης, δέους και θαυμασμού όπως όταν έρχεσαι αντιμέτωπος με κάτι αναπάντεχα όμορφο θέαμα, βλέποντας το ατελείωτο κορμί να ξεδιπλώνεται εκεί στην προβλήτα, με το εφαρμοστό θαλασσί πουκάμισο της και την κοντή μαύρη φούστα που φορούσε. Ένα ξαφνικός, καταιγιστικός θαυμασμός που δεν μπορούσε να συγκρατηθεί για το γυναικείο κάλλος με συνεπήρε στη συνολική παρουσία, τη γοητεία και την αύρα αυτής τη γυναίκας. Ένας συνδυασμός από αστραφτερά βιολετιά μάτια με αθώο βλέμμα, κορμί αρχαίας Ελληνίδας θεάς, μακριά πόδια, ψηλό ευθυτενές ανάστημα που πρέπει να πλησίαζε το ένα και ογδόντα, κοντά πολύ και μαύρα τα μαλλιά της, μισάνοιχτα χείλη της σαν χυμώδη φρούτα. Το χαμόγελο της, υψηλή αισθητική, το συναντούσες στις διαφημιστικές αφίσες των δρόμων που ομορφαίνουν την καθημερινότητα μας. Ομορφιά απόμακρη, απλησίαστη, πρόσωπο εξαιρετικά καθαρό και κανονικό, σαν σχεδιασμένο από μολυβί με πολύ λεπτή μύτη, ήταν το απόλυτο θηλυκό όνειρο, δεν υπήρχε επάνω της χυδαιότητα η πρόκληση.
Σύσσωμο το όλο πλήρωμα του πλοίου και η εργάτες της προβλήτας αντάμα, ξεσηκώθηκαν εγκατέλειψαν τις ασχολίες τους και έπιασαν αμφιθέατρο την κουπαστή του πλοίου και τα βλέμματα τους μαγεμένα ταξίδευαν στο φινετσάτο κορμί της. Ποιος θα τολμούσε να διανοηθεί αυτή την πραγματικότητα, που εμφανίστηκε απρόσμενα μπροστά μας μέσα στο σκονισμένο μουντό περιβάλλον, μιας βιομηχανικής προβλήτας δεν ήταν συνηθισμένο γεγονός. 
«Η πραγματικότητα έχει την ικανότητα να ξεπερνά τη λογική μας και κατασκευασμένα σενάρια. Η φαντασία μας περιορίζεται από τη λογική μας η ζωή, όμως, δεν έχει τέτοιους περιορισμούς.» σκέφτηκα.
Ένα λεπτό αργότερα που ο Ανρί ανέβηκε στο πλοίο, και εγώ διόλου δεν κράτησα διακριτικότητα. Ενήργησα απροκάλυπτα, ίσως με αγένεια, θράσος και χωρίς να σεβαστώ την ιδιωτικότητα τους.
«Ανρί!» τον ρώτησα  με μια έκφραση έντονης περιέργειας. «Πως βρέθηκε στα μέρη μας αυτή η λαμπερή γυναικεία ομορφιά, η κομψή ύπαρξης, ο δραπέτης του παραδείσου που έπεσε ξαφνικά στον γήινο κόσμο;»
Σήκωσε τους ώμους του, με το μόνιμα πλατύ χαμόγελο στο πρόσωπο του, έκανε μια παύση σαν να φρεσκάρισε την μνήμη του για ν’ απαντήσει στην απορία μου.
«Α, αυτό;» γέλασε σιγανά,
«Δεν είναι και καμία μεγάλη ιστορία, απλώς είναι μια  πολύ καλή φίλη γνωριζόμαστε από την Γαλλία και έχει έρθει αυτές τις ημέρες στην πατρίδα για διακοπές, επιστρέφει στο Παρίσι μεθαύριο, όπου απασχολείται σε εργασίες σχετικές με την παρουσίαση της γυναικείας  μόδας.»
«Μάλιστα ασχολείται με την παρουσίαση της γυναικείας μόδας. Ενδιαφέρον πρόσωπο η νεαρή κυρία.»
Στη συνέχεια ο Ανρί μου απηύθυνε μια πρόσκληση για ένα ποτό το βράδυ σε χαλαρό περιβάλλον στο μπαρ του ξενοδοχείου που συνήθως σύχναζε το πλήρωμα του πλοίου με την επισήμανση ότι θα είναι και η κυρία στην παρέα. Αυτό ήταν το κλειδί της πρότασης. Κάτι που σήμαινε ότι η συνάντηση θα ήταν κοινωνική και φιλική και ότι ο προσκαλών θέλει να μου συστήσει τη φίλη του.
«Δεν έχω πληρώσει το λογαριασμό και μου έχουν κόψει το τηλέφωνο» του απάντησα.
Σε μια αμήχανη στιγμή του με κοιτούσε περίεργα με μια διάθεση ανάλυσης, από την πλευρά του. Προσπαθούσε να «διαβάσει» τι σκεφτόμουν πραγματικά εκείνη τη στιγμή, επειδή τα λόγια μου δεν του έβγαζαν νόημα για τις προθέσεις μου, νιώθοντας ίσως ότι του διαφεύγει κάτι σημαντικό.
«Υπάρχει ένας αυστηρός οικογενειακό μου κανόνας! Για να κατέβω τη σκάλα του πλοίου, χρειάζομαι λήψη ειδικής άδειας από την πατρίδα! Η έξοδος μου, από το πλοίο  είναι αυστηρά ελεγχόμενη, αν με καταλαβαινεις και χωρίς τηλέφωνο άδεια εξόδου δεν υφίσταται.»
Κατάλαβε τι εννοούσα και η κατανόηση του έφερε ανακούφιση. Φωτίστηκε το πρόσωπό του που λύθηκε η απορια του και βρήκε την απάντηση που έψαχνε. Γέλασε χαρούμενα! Το γέλιο του ήταν τρανταχτό, αυθόρμητο με ψυχική ευφορία.
«Εσύ χάνεις. Εγώ έκανα την πρόταση με καλή πρόθεση, ειλικρίνεια και θέληση να πετύχω το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα αν ενδιαφερόσουν, ακόμη και αν το τελικό αποτέλεσμα δεν θα ήταν το επιθυμητό.» Μου απάντησε. 
«Αυτό είναι το πιο σημαντικό. Σημασία έχει ότι η πρόθεση σου και η προσπάθεια σου με καλή διάθεση έχουν αξία, ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα.» Του δήλωσα εκφράζοντας τις ευχαριστίες μου για την πρόταση του.
Η φόρτωση έλαβε τέλος και άρχισαν οι προετοιμασίες αναχώρησης. Μια παράμετρος της αναχώρησης έχει να κάνει με τους λαθρεπιβάτες. Στην διάρκεια του έλεγχου ο καμαρότος του πλοίου ανακάλυψε νεαρό Αφρικανό έφηβο κρυμμένο σε χώρο παρακείμενο στις αποθήκες τροφίμων. Ένα νεαρό φοβισμένο παλικάρι δεκαεπτά-δεκαοκτώ χρονών περίπου.
Ο λαθρεπιβάτης είναι μια ιδιαίτερη υπόθεση που χρειάζεται ευελιξία στο χειρισμό της πρότεινα στον πλοίαρχο. «Έχω κάποια εμπειρία από παρόμοιες υποθέσεις στο πρόσφατο παρελθόν, γι’ αυτό απαιτείται ψυχραιμία για την λύση, γνωρίζω ότι ο νεαρός  λογικά πρέπει να διαθέτει διαβατήριο το οποίο κάπου το έχει κρυμμένο. Να του δώσουμε μια ευκαιρία λοιπόν να πάρει το διαβατήριο του και να αναχωρήσει από το πλοίο μας χωρίς να γίνει αντιληπτός από τις τοπικές αρχές που ήδη βρίσκονται στο πλοίο για την προσωπική του ασφάλεια και σωματική του ακεραιότητα.»         
«Φαντάζομαι, να μη πω ότι είμαι απόλυτα σίγουρος ότι κάποιο άλλο πλοίο την επομένη προσέγγιση, θα έχει το ίδιο πρόβλημα με αυτό που εμείς αντιμετωπίζουμε τώρα, για το λόγο αυτό θα καλέσω τις αρχές να τον παραδώσω.» Μου απάντησε.
Ήταν φανερό πως δεν κατανοούσε επαρκώς τον αφρικάνικο κόσμο και την μοίρα των λαθρεπιβατών.
«Με ξέρεις πολύ καλά ώστε να γνωρίζεις ότι δεν είναι κομπασμός από μέρος μου αν πω ότι προσεγγίζεις την υπόθεση με έλλειψη φαντασίας, και υποθέτω πως πολύ γρήγορα θα αντιληφθείς, ότι  η λαμπρή λογική σου δεν διαθέτει επίπεδο διαίσθησης για το συγκεκριμένο θέμα και αυτό είναι το λάθος σου. Το να είσαι τόσο τυπικός και ενθουσιώδης λάτρης στους κανόνες και τις αρχές έχει και παρενέργειες να το ξέρεις.» Του απάντησα
Υπήρξαμε μάρτυρες μιας τρομερής σκηνής εκεί στην είσοδο του εξωτερικού  διάδρομου του πλοίου μας, από την συμπεριφορά των αρχών της χώρας στο νεαρό λαθρεπιβάτη. Είχαμε να κάνουμε με πολύ σκληρούς ανθρώπους, ασυνήθιστα σκληρούς για την δική μας λογική. Με ένα ραβδί τον κακοποίησαν ανελέητα, χτυπώντας τον βάναυσα, αλύπητα, και είναι πιο τρομερό καθώς πρόκειται για ένα κακόμοιρο, νεαρό, άκακο αγόρι στην πιο τρυφερή ηλικία, που το μόνο που ονειρευόταν ήταν μια καλύτερη ημέρα στη ζωή του.
«Τώρα είναι αργά για να ματώνει η αξιαγάπητη και τρυφερή καρδιά σου.» Του είπα. «Αναμφίβολα τα επινοητικό μυαλό σου έχει άλλες ιδέες για την νομιμότητα.» Συμπλήρωσα..
Είχε μαλακώσει μεμιάς, η κατάσταση και τα εξαντλημένα  χαρακτηριστικά του παιδιού, θα μαλάκωνε την καρδιά οποιουδήποτε. Τότε είναι που το αρβανίτικο ταμπεραμέντο της ψυχής του, υπερίσχυσε ολοκληρωτικά κάθε άλλης σκέψης.
Δραστήρια κινήθηκε και πήρε από τα χέρια τους το εξαντλημένο αγόρι, συγκράτησε με κόπο την οργή του που τον έπνιγε, και απεύθυνε έξαλλος τον λόγο στον επικεφαλής από τις αρχές, στηλιτεύοντας τις ενέργειες τους.
«Στο πλοίο του δεν επιτρέπει να γίνονται κακοποιήσεις, και περισσότερο όταν πρόκειται για νεαρούς ανηλίκους, υποχρέωση σας είναι η προστασία τους.»
« Δεν ωφελεί πιστεύω ούτε είναι  ώρα για μαθήματα, που αφορούν τους κοινωνικούς θεσμούς και τα  κοινωνικά συμβόλαια μεταξύ των ανθρώπων μιας κοινωνίας. Ο πράκτορας του πλοίου θα τους πείσει να το αφήσουν ελεύθερο το παλικάρι με το αζημίωτο βέβαια. Τα γνωρίζεις άλλωστε, ότι απλά απαιτούνται μερικές κούτες τσιγάρα και δυο τρία μπουκάλια ουίσκι για να τελειώσει αυτή η ιστορία κάπως πιο ευχάριστα. Έτσι λειτουργεί η κρατική μηχανή σε τούτα τα μέρη και όχι μόνο.» Του είπα,.... συμπληρώνοντας ταυτόχρονα... 
«Έχω την εντύπωση… Λάθος! Την πεποίθηση ήθελα να πω….  ότι η συνεργασία σου με τους Ισραηλινούς αλλοίωσαν το αρβανίτικο DNA… σου… Με χαρά βλέπω επανακάμπτεις σε γνώριμα ύδατα..» 
------------------
Βρισκόμουν  ναυτολογημένος ήδη σε άλλο πλοίο, όταν έμαθα ότι το πλοίο που υπηρετήσαμε μαζί πουλήθηκε στους Νορβηγούς. Η παράδοση του πλοίου έλαβε χώρα στον λιμένα της Ελευσίνας και με πλοίαρχο ακόμη τον ίδιο.
Σύντομα γίναμε κουμπάροι. Η καπετάνισσα μας βάπτισε τη μικρή μου πριγκιπέσα.
Στη μεγάλη βεράντα του σπιτιού του υπάρχουν δυο τεράστιες γλάστρες με φυτά Yucca ολόκληρα δένδρα πλέον. Η σύζυγος μου του έχει υποσχεθεί ότι κάποια μέρα θα απουσιάζουν γιατί δεν του ανήκουν απλώς τους έκανε χρησικτησία που δεν την θεωρεί νόμιμη..

Παρασκευή 18 Ιανουαρίου 2013

Anamnisseis Dipla Sto Tzaki

«Τους ναυτικούς τους γέρους συλλογίζομαι, που μένουν ξέμπαρκοι κι αγναντεύουν τη θάλασσα και ο νους τους γυρίζει στα μεγάλα ταξίδια»,
Κ. Ουράνης

Βρισκόμαστε τέλος φθινόπωρου αρχές χειμώνα του δυο χιλιάδες εννέα.
Το τελευταίο δελτίο καιρού αναφερόταν σε κακοκαιρία που τα κύρια χαρακτηριστικά της θα είναι οι ισχυρές βροχές και καταιγίδες που κατά τόπους θα συνοδεύονται από χαλαζοπτώσεις και οι θυελλώδεις ανέμους. Τις απογευματινές ώρες ισχυρή καταιγίδα επισκέφθηκε την ευρύτερη περιοχή του δημοτικού διαμερίσματος της Σούρπης. Σουρούπωσε πια, ο ήλιος είχε χαθεί από ώρα πίσω απ’ τα βουνά της Όθρυς και της θάλασσας η οργή ξεκίνησε να θεριεύει. Ως τις πρώτες αυλές έφταναν οι αφροί των κυμάτων, κι από την τόση αντάρα τίποτα δεν μπορούσες να δεις πάρα μέσα. Ο Παγασητικός έμοιαζε τώρα με ωκεανό μαύρο κι ατέλειωτο. Κανένα φως δε φαινόταν απέναντι στα χωριά του Πηλίου. Δεν ξεχώριζε ούτε ο φάρος, ούτε καν οι σκούροι όγκοι από τα βουνά του Τρίκερι.
Η βροχή άρχισε να πέφτει γοργά και να χτυπάει στην οροφή και στα παντζούρια του σπιτιού όταν σηκώθηκα και άναψα το τζάκι. Λίγα λεπτά αργότερα ήταν έτοιμη η προκλητικά νόστιμη κρεμμυδόσουπα. Σερβίρισα για τον εαυτό μου ένα βαθύ μπολ αφού πρόσθεσα από πάνω τα φρυγανισμένα ψωμάκια με γραβιέρα κι είχα ένα ωραιότατο αντίδοτο στο κρύο. Μέσα στο σαλόνι δεν άκουγα παρά το θόρυβο του άνεμου και της βροχής. Ο άνεμος περνώντας η ώρα χτυπούσε και σφυροκοπούσε το σπίτι τόσο απρόβλεπτα, με τόση δύναμη που νόμιζα θα το μετακινούσε. Άκουγα τα σφυρίγματα του ανέμου να χτυπούν στις γρίλιες των παραθύρων και ένιωθα σα να είμαι σε καράβι έτοιμο να σαλπάρει στις Αλεούτες νήσους του μακρινού βορά. Μύριζα την αλμύρα της θάλασσας, που ο άνεμος έφερνε θαλασσινές σταγόνες πάνω στις γρίλιες, κι αυτό ήταν το γιατρικό της αγρύπνιας μου μες στο σκοτάδι. Υπήρχαν και πιο ήρεμα διαστήματα, αλλά κάθε φορά η καταιγίδα επανερχόταν με μεθυσμένη λύσσα και έσπρωχνε εμπρός της σαν πανικόβλητη αγέλη τη βροχή που σάρωνε τα δένδρα και μαστίγωνε τα σπίτια. Οι ουρανοί είχαν ανοίξει με τους αγροτικούς δρόμους να έχουν μετατραπεί σε ποτάμια.
Έχοντας ξεκλέψει λίγες ώρες ύπνου σηκώθηκα όταν το σκοτάδι δεν είχε ακόμη σκορπίσει από τις κοιλάδες και τις πλαγιές των βουνών. Μια άδεια βουβή σιωπή επικρατούσε στην περιοχή. Τα σημάδια της νυκτερινής καταστροφής ακόμη κι αν δεν τα 'βλεπες, ήξερες πως υπήρχαν γύρω σου καλυμμένα από τους ίσκιους της νύχτας και πως σε λίγο θ’ αποκαλύπτονταν με τα καινούργια πρωινά χρώματα. Φορώντας ένα βαρύ χειμωνιάτικο πανωφόρι βγήκα στο μπαλκόνι να γεμίσω τα πνευμόνια μου με πρωινό δρόσο. Όπως έσκυψα στην κουπαστή να ρίξω μια ματιά στην αυλή από το στόμα και τα ρουθούνια μου ένα σύννεφο γκριζόλευκου καπνού ενώθηκε με την πρωινή καταχνιά της θάλασσας. Ένα πουλί κελαηδούσε κι η φωνή του διαπέρασε την σιγαλιά της γκρίζας χαραυγής. Το φθινόπωρο ο καιρός αλλάζει συνέχεια. Γκρίζος ουρανός, χλωμά πρασινοκόκκινα φύλλα, καταρρακτώδεις βροχές και έπειτα πάλι ο Ήλιος. Με το πρώτο φως της ημέρας η φύση γύρω παραμένει για λίγο κρυμμένη από τη βαριά ομίχλη που γλιστρά αθόρυβα από τη θάλασσα προς τις ακτές και απλώνεται παντού, πάνω απ' το κεφάλι μου, κάτω από τα πόδια μου, με τυλίγει απ’ όλες τις πλευρές.
Τις επόμενες ώρες ο ήλιος είχε ήδη σηκωθεί βγήκε από τα σύννεφα και έδιωχνε την πρωινή ομίχλη. Τα λίγα σύννεφα που υπήρχαν ήταν αραιά και ακίνδυνα και ο ορίζοντας γέμισε ευλογία και φως. Τα πάντα γύρω άστραφταν φρεσκοπλυμένα και δροσερά. Σ’ έναν ορίζοντα διάφανο και καθαρό η γη μοσχοβολούσε σαν ρούχο που κάποιος το έπλυνε και τ’ άπλωσε να στεγνώσει. Ο άνεμος τώρα φυσούσε απαλός, κι όποτε σάλευαν τα δέντρα άφηναν τη βροχή που είχε πέσει αποβραδίς να αγγίξει ρυθμικά το νοτισμένο χορτάρι, και το σπίτι μου στην ακρογιαλιά φάνταζε τόσο ήσυχο μετά την καταιγίδα. 
Ο ήλιος του βορρά απάλυνε τα χρώματα, δίχως να τα μεθάει με το σκληρό φως του. Είναι αυτή η καθαρότητα του βορρά που δίνει τις πράσινες αποχρώσεις στη θάλασσα, που βαθαίνει τις κόκκινες σκεπές και ζωγραφίζει το κάθε φύλλο δέντρου στον απέραντο ελαιώνα των γύρω λόφων με μια διαφορετική πινελιά.
Τώρα δεν κελαηδούσε ένα μόνο πουλί. Κι άλλα πουλιά είχαν ενώσει τις φωνούλες τους με τη δική του, γεμίζοντας τον αέρα με το χορωδιακό τραγούδι τους.
Η βροχή ήταν ένα είδος «κάθαρσης» για τη φύση, της δίνει καινούργια πνοή και δύναμη και μια ευκαιρία να αναζωογονηθεί.
Πήρα τη κούπα του καφέ με το καυτό περιεχόμενο και κάθισα σε ένα παγκάκι στο πλάι της πλακόστρωτης αυλής δίπλα σε έναν κήπο γεμάτο λουλούδια πνιγμένο με φρέσκες λιμνούλες και μουλιασμένα χορτάρια που φύτρωναν στη χωμάτινη επίστρωση του κήπου κάτω από τη σκιά απ΄ τις ελιές με το πυκνό φύλλωμα. Βάλθηκα να αγναντεύω τη θάλασσα και στη συνέχεια τον ορίζοντα εκεί πέρα στο σημείο που ενώνονταν αυτός με τη θάλασσα και ήταν τόσο έντονα γαλάζια και ακύμαντη που έμοιαζε με γυαλί λιωμένο και απλωμένο σε μία τεράστια έκταση.  To απαλό αεράκι μου χάιδευε το πρόσωπο. Λευκά, ακίνδυνα σύννεφα φαίνονταν διάσπαρτα στον ορίζοντα. 
Η ορατότητα ήταν τέλεια, έτσι ζήλεψα τον ψαρά της βάρκας εκεί στο βάθος, που φαινόταν όλο και καθαρότερα να μαζεύει τα δίχτυα που τα είχε ρίξει αποβραδίς. Μια απ’ αυτές τις μέρες, θα ζητούσα από τον μπάρμπα Θωμά τον ψαρά, να με πάρει μαζί του ένα βράδυ για ψάρεμα. Να ζήσω την όλη διαδικασία, από το άπλωμα των διχτυών μέχρι το μάζεμα τους.
Μ' είχε πλημμυρίσει μια ευδαιμονία, που δε μπορώ να περιγράψω. Ένοιωθα κάτι σαν ίσκιος. Ή κάτι ακόμα πιο απέριττο, πιο ταπεινό. Αφουγκράστηκα τη σιωπή μου ταξινομώντας μια σειρά συναισθημάτων κάτι που με βοηθούσε να χαλαρώσω και να ξεχνάω τα προβλήματα μου. 
Τα πήγαινε-έλα του νερού στην ακρογιαλιά, ο αδιάκοπος ψιθυριστός θόρυβος του, που πότε-πότε δυνάμωνε, κι απασχολούσε διαρκώς τ’ αυτιά μου και τα μάτια μου, συμπλήρωνε τις εσωτερικές κινήσεις που η ονειροπόληση έσβηνε μέσα μου κι αρκούσαν να με κάνουν να νιώσω μ’ ευχαρίστηση την ύπαρξή μου, χωρίς να κάνω τον κόπο να σκεφτώ. Η ευτυχία δεν έχει κανένα εξωτερικό σημάδι. Για να τη γνωρίσεις, θα πρέπει να διαβάσεις την καρδιά του ευτυχισμένου ανθρώπου.
Ένιωθα μέσα μου να ζωντανεύει η αίσθηση πως ο κόσμος ήταν μεγαλύτερος από τους τέσσερις τοίχους του σπιτιού μου, μεγαλύτερος ακόμα κι από τα όρια του μικρού κόλπου που απλώνεται πέρα από τον δρόμο. Μερικά μίλια μακριά, ατενίζω τα βουνά του Πηλίου που συνθέτουν μια ήμερη αρμονία από γραμμή, από κίνηση και χρώμα και σήμερα που η μέρα είναι πολύ καθαρή, μπορείς να ξεχωρίσεις τα βουνά στο ακρωτήρι του Τρικέρι να βγαίνουν μέσα απ’ το πέλαγο και σιγά πάλι να σβήνουν μαζί με τη νύχτα που θα 'ρθει.
Για την ώρα, θα απολάμβανα μερικές μέρες γαλήνη και μοναξιά, θα ξαναθυμιζόμουν πώς να ικανοποιώ μόνος μου όλες μου τις ανάγκες. Ο μικρός μου σκύλος κι εγώ είχαμε ο ένας τον άλλο για παρέα. Τι παραπάνω θέλαμε; σε μιαν εποχή που τη θέση του στοχασμού έχει πάρει η θέση της ταχύτητας.
Ούτε που είχα καταλάβει πως είχε περάσει η ώρα. Με τις  ενδοσκοπήσεις να με συνεπαίρνουν μερικές φορές ξεχνιέμαι και δε μπορώ να σταματήσω να σκέφτομαι.
Σταμάτησα λίγο τις σκέψεις μου, άνοιξα και κοίταξα το κινητό μου. Υπήρχαν τις τελευταίες ώρες μερικές κλίσεις και ένα μήνυμα.
Το μήνυμα ήταν από συνάδελφο ναυτικό, εδώ και καιρό συνταξιούχο καπετάνιο.
Συνάδελφος, συναγωνιστής της καθημερινής επιβίωσης σ’ ένα δύσκολο επάγγελμα, μια γνωριμία από τα παλιά έστελνε κάλεσμα ικανό να ταρακουνήσει πανηγυρικά τη μονοτονία της καθημερινότητας μου και της μερικής στέρησης της κοινωνικότητας που είχα επιβάλλει τελευταία στον εαυτό μου μετά την πρόσφατη συνταξιοδότηση. 
Με πληροφορούσε ότι βρισκόταν στον Πειραιά για μια δυο ημέρες και πολύ θα χαιρόταν να βρισκόμασταν να θυμηθούμε για λίγο τα παλιά πριν αναχωρήσει και πάλι για την γενέτειρα του.
Αποστάσεις της μνήμης, όνειρα της ζωής μου όλης στη θάλασσα. Ένα αίσθημα νοσταλγίας και αναπόλησης- κυρίως για τις καλές στιγμές των γεγονότων - η σκέψη ξεκίνησε. Αισθήματα συγκίνησης με πλημμύρισαν, ανασαίνω ασάλευτος μοναχικός, πνιγμένος στην ομίχλη την εσπερινή ενθυμούμενος χαρές και λύπες μια άλλης εποχής.
Ο καπετάν Παρασκευάς είχε καταγωγή απ’ ένα μικρό χωριό στην ευρύτερη περιοχή του νομού Σερρών. Τον θυμάμαι να νοσταλγεί την παραδοσιακή μονοκατοικία τους την πνιγμένη στα αναρριχώμενα φυτά, νυχτολούλουδα και γιασεμιά, την αυλή τους τη γιομάτη από πολύχρωμες τριανταφυλλιές, και μενεξέδες, έργο νοικοκυροσύνης της άξιας μητέρας του. Αναδεύοντας το χθες, ολοζώντανες είναι οι μνήμες από τα κοινά μας ταξίδια στις θάλασσες του κόσμου. Χαμηλών τόνων άνθρωπος ο καπετάν Παρασκευάς αυτοκυριαρχημένος, προσηνής και ευγενικός, διακριτικός και αδογμάτιστος, γιατί ήταν φιλοσοφημένος.
Δεν μπορώ να ξεχάσω ένα, θα το έλεγα, αινιγματικό γελαστικό χαμόγελο, κατά τις συζητήσεις μας. Δεν επεδίωκε προβολή και κυρίως, δεν είχε ιδιοτελείς επιδιώξεις. Βασικές αρχές του η συναδελφική δεοντολογία, η αλληλεγγύη και η συνεργασία.
Δεν πίεζε, δεν απαιτούσε, με τον τρόπο του υποδείκνυε εκείνο που έπρεπε να γίνει.
Ήταν πρόθυμος να φανεί επιεικής με τα πληρώματα και να δείξει κατανόηση σε περιπτώσεις ελλείψεων και αδυναμίας.
«Η αρετή του Δάσκαλου είναι σαν τον άνεμο. Η αρετή του μαθητή είναι σαν το χορτάρι. Όταν ο άνεμος περνά από πάνω του δεν μπορεί παρά να σαλεύει (Κομφούκιος).»
Η θάλασσα, δεν αντιπροσώπευε για μας μόνο την φυγή και την εναλλαγή στον χώρο ή την απελευθέρωση από δεσμά της στεριάς. Αντιπροσώπευε αυτή την ίδια τη λευτεριά μας γιατί πέρ' απ' το υγρό στοιχείο, τη θάλασσα την αγαπήσαμε για την λευτεριά που μας χάριζε στον σκληρό βιοποριστικό μας βίο. Πλοηγοί και κωπηλάτες οι Έλληνες ναυτικοί από τα βάθη των αιώνων με συγκεντρωμένη γνώση είχαν χύσει σ’ αυτήν κάμποσο από το αίμα τους και τον ιδρώτα τους και συνεχίζουν το ταξίδι μέσα στο απέραντο γαλάζιο με φάρο την επιτυχία της εξωστρεφούς επιχειρηματικότητας των προγόνων τους.
Προσωπικά μου είναι αδύνατο να καθορίσω με ακρίβεια τη στιγμή που διαισθάνθηκα για πρώτη φορά μέσα μου τη γοητεία της θάλασσας. Βαθιά ριζωμένη ήταν στη διάπλασή μου, η παρουσία του ιστορικού παρελθόντος του συνυφασμένου με τη θάλασσα, με το οποίο διαπαιδαγωγηθήκαμε γενιές Ελλήνων. Αλλά αν ψάξω στη μνήμη, ήταν στην εφηβεία μου τότε που άρχισα να συνειδητοποιώ αληθινά τι ακριβώς σημαίνει αυτή η αίσθηση δεσμού με τη θάλασσα και που δεν μπορούσε να αποκτηθεί με κανέναν άλλο τρόπο αν δεν έχυνα και εγώ σ’ αυτήν κάμποσο από το αίμα μου και τον ιδρώτα μου.»
Τον κάλεσα στο ταξίδι της επιστροφής κινούμενος από την Αθήνα με προορισμό τη γενέτειρα του στην Ανατολική Μακεδονία, να κάνει λίγα χιλιόμετρα παράκαμψη στο μέσο της διαδρομής του, να τον φιλοξενήσω στην εξοχική κατοικία, εκεί βρισκόμουν για πολύ λίγες ήμερες μονάχος μου για τις ανάγκες μερικών εργασιών συντήρησης. Με μεγάλη του ευχαρίστηση δέχτηκε την πρόσκληση και την επομένη θα βρισκόταν φιλοξενούμενος για μια δυο ημέρες.
Του εξήγησα το δρομολόγιο.
.......Το αυτοκίνητο διασχίζοντας ένα τοπίο με πλήθος εναλλαγές. σε μεταφέρει διαμέσου του πέταλο του Μαλλιακού στο μικρό μαγευτικό κόλπο, στις Νηές Αλμυρού. Τα βουνά καλούν το ένα το άλλο. Οι χαράδρες πιο ζωντανές και από πρόσωπα. Κάθε μικρή ρυτίδα στις μακρινές πλαγιές των λόφων ζει στην πνοή του ανέμου. Και όλα αυτά είναι τόσο οικεία τόσο κοντινά. Φθάνοντας στον προορισμό αντικρίζεις εμπρός σου την πιο ήρεμη από τις θάλασσες που έχεις γνωρίσει, με τις κορυφογραμμές των κατάφυτων με ελαιόδεντρα λόφων και με εξοχικές κατοικίες διάσπαρτες ως τη θάλασσα..........
Η ίδιος είχα κάνει αυτή τη διαδρομή τόσες φορές, που είχα χάσει το λογαριασμό. Μπορεί να μου είχε γίνει ρουτίνα, αλλά δεν ήταν ποτέ μονότονη. Ένιωθα και τώρα, ως συνήθως, την ελευθερία της ανοιχτής γης, που συνορεύει με τη θάλασσα. Ο μικρός και ήσυχος θαλάσσιος κολπίσκος οι Νηές στην είσοδο του Παγασητικού κόλπου ήταν ιδανικό μέρος για να βρεις την ηρεμία. 
Ο καπετάνιος σαν βορειοελλαδίτης είχε ιδιαίτερη αδυναμία στο πιο παραδοσιακό φαγητό των βορείων. «Το χοιρινό με ξινό λάχανο, πράσα, και σέλινο.»
Στη Βόρεια Ελλάδα μαγειρεύουν πολύ συχνά ανακατεύοντας πράσα με το σέλινο -κεντανέ με κερεβίζι που λέει και η παροιμία- και φτιάχνουν πρασοσέλινο με ντομάτα ή πάλι με αβγολέμονο.
Σκεφτόμουν να του κάνω έκπληξη με το φαγητό.
Μερικές δεκάδες μέτρα μακριά έχει εξοχική κατοικία η οικογένεια ξαδέρφης της συζύγου μου, και βρίσκονται πολύ συχνά εκεί. Την επαύριον της κακοκαιρίας δε, είχαν έλθει να διαπιστώσουν τυχόν αβαρίες στην κατοικία τους. Η μητέρα της ξαδέρφης, προκομμένη νοικοκυρά, απλόχερα και με πολύ μεράκι, παρασκευάζει λαχταριστές νοστιμιές. Έχει επιδεξιότητα, φαντασία, εφευρετικότητα, υπομονή, καλαισθησία και πάνω απ όλα είναι αεικίνητη και φιλόξενη. Θα της ζητούσα την συνδρομή.
Βυθισμένος σε κατάσταση ειρήνης και πληρότητας στο ξέφωτο της αυλής, ξαφνικά, συνειδητοποίησα ότι ο ήλιος είχε αρχίσει να χαμηλώνει στη δύση. Ανοικτά του κόλπου, ήχος καϊκιού ακουγόταν να φτάνει μέχρι την ακτή μονότονος και σα νυσταγμένος. Παρατήρησα επίσης ότι στα βόρειο δυτικά, μπορούσα να ξεχωρίσω ψηλά τα γλαροπούλια που πετούσαν σε σχήματα, ανήσυχα, νευρικά. Ο σκύλος αναπαυόταν νωχελικά. Να όμως που ένιωσα μια μεταβολή στο σώμα του, πετάγεται ξαφνικά και τρέχει με ορμή στο τέλος της αυλής, τσαλαπατώντας την πράσινη χλόη. Όταν έφτασε στην αυλόπορτα, σταμάτησε στο ρείθρο του δρόμου και κοίταξε εμπρός του, σαν να εξέταζε την περιοχή για κάτι.
Κοιτούσε πέρα απ’ τα ελαιόδεντρα και τους θάμνους του γειτονικού κήπου, εστιάζοντας την προσοχή του στο δρόμο. Ο δρόμος έπαιρνε μια απότομη στροφή προς τ' αριστερά, ανέβαινε στην πλαγιά την καλυμμένη με ελαιόδεντρα, από την παραλία προς την κορυφή του λόφου που οδηγούσε στο χωριό. Μπροστά στο βάθος, το έδαφος ανέβαινε απότομα σχηματίζοντας απέραντες βουνοπλαγιές που οι κορφές τους διαγράφονταν καθαρά πάνω στα φωτισμένα από το τελευταίο φως του Ήλιου σύννεφα. Από την θέση μου δεν μπορούσα να διακρίνω στο βάθος του δρόμου, παρά μόνο μερικές δεκάδες μέτρα.
Μερικά λεπτά αργότερα, ξεπρόβαλε μπρος μας ένα αγροτικό αυτοκίνητο για «βαριές» δουλειές . Η θέα του αυτοκινήτου ενθουσίασε τον μικρό μου -«κοκόνι»- σκύλο. Χωρίς κανένα φόβο, έτρεξε για να προϋπαντήσει το όχημα που διέσχισε εμπρός μας τον μικρό ανηφορικό χωματόδρομο και ανάμεσα από τις ελιές σταμάτησε κάτω από μια πελώρια ελιά στο διπλανό οικόπεδο.
….(Το Κοκόνι είναι μια αρχαία ελληνική φυλή σκύλων που απαντάται σε όλη την Ελλάδα. Μικρόσωμος σκύλος με κορμό μακρύτερο από ότι το ύψος του, τρίχωμα κοντό στο πρόσωπο και στα πρόσθια μέρη των σκελών, μετρίως μακρύ στον κορμό και τον λαιμό, και μακρύτερο στην ουρά και τους γλουτούς.
Σκυλάκι αξιαγάπητο. Ένα σκυλί που αγαπάει όλον τον κόσμο! Απίστευτος χαρακτήρας! Παιχνιδιάρης και με μεγάλη ενεργητικότητα. Υπάκουος, ευγενικός και συνάμα σκανταλιάρης. Φάτσα αγαπησιάρικη, εικόνα του τυπικού ελληνικού «κοπρίτη»! )….
Ο οδηγός έσβησε τη μηχανή και βγήκε από το αμάξι. Ήταν ένας μεσήλικας άντρας που φορούσε κυνηγετική ενδυμασία. Είχε σπινθηροβόλα γελαστά μάτια, ροδοκόκκινο πρόσωπο, στρογγυλή μύτη.
Το χαμόγελο απλώθηκε στο αδρό και αξύριστο πρόσωπό του όταν είδε όρθιο μπροστά του τον σκύλο μου να του κουνάει την ουρά χαρούμενα και ν’ αποζητά την προσοχή του. Ο νεοφερμένος γλίστρησε ανάλαφρα τα λίγα μέτρα που μας χώριζαν, εγώ σηκώθηκα κατεβαίνοντας να τον συναντήσω γελώντας δυνατά. Ήμουν ακόμα συνδεδεμένος με το τοπίο, έτσι ένιωθα καθώς περπατούσα κατά μήκος της αυλόπορτας. Ανταλλάξαμε μ’ εγκαρδιότητα χειραψία, ενώ αυτός συνέχιζε να χαϊδεύει τρυφερά το μουσούδι του παιχνιδιάρη σκύλου.
Ήταν ο συμπαθέστατος γείτονας μας και καλός φίλος, ο κυρ Γιώργος, υψηλόβαθμο διοικητικό στέλεχος σε δημόσια υπηρεσία. Είχε μεγάλο πάθος με το κυνήγι και ταυτόχρονα αγαπούσε ιδιαίτερα τους κυνηγετικούς σκύλους του, κι αυτοί του ανταπέδιδαν την αγάπη.
Άρχισε το κυνήγι από την εφηβική του ηλικία και το συνέχιζε μέχρι τα σημερινά χρόνια της ωριμότητας. Η μεγάλη μανία του ήταν το κυνήγι του λαγού. Από τα παλιά, που κυνηγούσε τους λαγούς, ήξερε όλες τους τις συνήθειες καθώς κι όλα τα λαγοτόπια της περιοχής με τις παραμικρές λεπτομέρειες.
Ήξερε που έβοσκαν οι λαγοί, που φώλιαζαν την ημέρα, που παίζανε τη νύχτα και από ποια περάσματα περνούσαν. Όμως σαν γνήσιος κυνηγός του άρεσε το παλικαρίσιο κυνήγι. Την ημέρα με σκυλιά και ποτέ δεν σκότωνε λαγό στη λούφα ή στο φύλαγμα τη νύχτα.
Όταν χτυπάς λαγό κοιμισμένο, έλεγε, είναι … φόνος.
Έπαιρνε πάντα μαζί του ένα η δυο σκυλιά κι εκείνα, όταν έβρισκαν τον ντορό του λαγού, σκόρπιζαν στα χωράφια και στα φυλλώματα σαν σβούρες μέχρις ότου ξεφώλιαζαν τον λαγό.
Ο γείτονας έχει στην ιδιοκτησία του μεγάλο περιβόλι από ελαιόδεντρα στην περιοχή και την εποχή της συγκομιδής παραμένει αρκετές ημέρες στο σπίτι που έχουν στην παραλία τις ελεύθερες ώρες απ’ την εργασία του. Τον είχαμε συνηθίσει να μας καλωσορίζει, κάθε φορά που φτάναμε στην εξοχική μας κατοικία τέτοια εποχή… εποχή του λιομαζώματος. Τον γνώρισα στα πρώτα χρόνια της άφιξης μας στην περιοχή, ανάμεσα στους πολύ λίγους τότε κατοίκους που είχαν καλοκαιρινές κατοικίες στην παραλία της Σούρπης.
Καλός συνομιλητής, που τον ένιωθα ότι κουβαλούσε μέσα του ολόκληρη την γνώση της τοπικής κοινωνίας.
Τελειώνοντας τις συνηθισμένες κοινωνικές αβρότητες τον ρώτησα. «Σαββατόβραδο δεν πιστεύω να επιστρέψεις στο Βόλο;»
Με κοίταξε διερευνητικά, σαν να ήθελε να αντιληφθεί αν είχε καταλάβει τι ακριβώς έλεγα. Του εξήγησα ότι την επομένη ετοιμάζω κάτι ιδιαίτερο μ' ένα φίλο δίπλα στο τζάκι και πολύ θα χαιρόμουν και θα το εκτιμούσα αν παρευρισκόταν στην παρέα μας. Έδειξε σκεπτικός. Τελικά έγνεψε καταφατικά χωρίς κανένα σχόλιο. Θυμήθηκα πως στο σπίτι δεν είχα κρασιά και αργά το απόγευμα έκανα μια βόλτα στην πόλη του Αλμυρού χάζεψα λίγο τις βιτρίνες και σ' ένα μαγαζί που πουλούσε ξηρούς καρπούς και ζαχαρώδη προϊόντα μπήκα και ζήτησα τρία μπουκάλια καλό άσπρο ντόπιο κρασί και ένα μπουκάλι παλιό κονιάκ, το είχα δει στη βιτρίνα. 
Το βράδυ, ο αέρας έπεσε τελείως, στην ξύλινη προκυμαία στο βάθος του κόλπου εκεί που δένουν τα ψαροκάικα δεν υπήρχε ψυχή, και η γύρω περιοχή με τα ελαιόδεντρα της έμοιαζε νεκρή.
Στα δέντρα δεν κουνιόταν φύλλο, και ο μονότονος πνιχτός ήχος της θάλασσας που ακουγόταν από χαμηλά αδιάφορα και πνιχτά, μιλούσε για τη γαλήνη. Μια βάρκα κλυδωνιζόταν απαλά στη βραδινή παλίρροια κι ένα φαναράκι στη βάρκα τρεμόσβηνε νυσταλέα. Έστρωσα το τραπέζι με λίγο λαδοτήρι, λίγες ελιές, μια μικρή ντοματοσαλάτα και λίγο φρυγανισμένο ψωμί. Αυτό θα ήταν, από δω και πέρα το βραδινό μου, αποφάσισα να κάνω δίαιτα, όχι γιατί είχε πάθει κάτι η υγεία μου αλλά γιατί διαπίστωσα πως είχαν εμφανιστεί τα πρώτα «γεροντόπαχα». Είχα πιει ένα ποτήρι κρασί τρώγοντας, δεν ήμουν πότης, αλλά ένα ποτηράκι κρασί με το φαγητό, κάποιες φορές το ήθελα.
Τελείωσε η βραδιά μου βλέποντας στην τηλεόραση, ένα επιστημονικής φαντασίας φιλμ μ’ ένα ποτήρι κονιάκ στο χέρι…
Την επομένη άναψα το τζάκι από την αυγή όταν ακόμη ήταν σκοτεινά, ετοίμασα τον πρωινό μου εσπρέσο και στο αχνό πρωινό φως ατένισα το περιβάλλον από το μπαλκόνι μου. Είχε ήδη αρχίσει η παγωνιά. Είναι ωραίο να βλέπεις την πράσινη γη, τις κόκκινες στέγες, τις γέρικες ελιές, τις μεγάλες σαν κυπαρίσσια τούγιες στην αυλή, καλυμμένες απ’ την πρωινή πάχνη.
Νιώθεις τη δροσιά της αυγής να κυλά σαν καθάριο νερό στο πρόσωπο σου. Ανασαίνεις απαλά, υπέροχα, και τότε είναι που θυμάσαι τις πρόσχαρες και ανέμελες σκανταλιές της νιότης, το χτυποκάρδι μπροστά στα καινούργια, τα μεγάλα, την ορμή των νεανικών σου χρόνων.
Ανατέλλοντας ο ήλιος παρέσυρε την πρωινή ομίχλη στα βουνά και ξημέρωσε μια λαμπερή, παγωμένη μέρα.
Τον είδα να στέκεται στην εξωτερική είσοδο της αυλής στην άκρη του δρόμου. Κατέβηκα να τον προϋπαντήσω, ξοπίσω μου γαβγίζοντας ο μικρός μου σκύλος τριπόδιζε απάνω κάτω χαρούμενος κ' εκείνος. Εμπλεκόταν στα πόδια μας, πισωγύριζε στην αυλή, ξαναγύριζε στην είσοδο και γαυ! γαυ! αλύχταγε κατά το αυτοκίνητο του καπετάνιου σαν να του έλεγε κ' εκείνος:
«Καλώς μας ήρθες!»
Ο Καπετάν Παρασκευάς βρήκε με ευκολία το σπίτι. Το περιτριγύριζε ένας φράχτης μακρύς, κτισμένος με γκρίζα πέτρα και πλαισιωμένος με σιδερένια κάγκελα.
«Μ’ έναν τέτοιο φράχτη δύσκολα θα μπορούσε να το χάσει κανείς» μου δήλωσε, κοιτάζοντας με χαρούμενη έκφραση γύρω του. «Μην ξεχνάς είμαστε παλιοί θαλασσομάχοι, με χρόνια ταξίδια και θαλασσοδαρμούς στην πλάτη μας, δεν ήμαστε καθόλου άμαθοι, πάντα βρίσκαμε τον προορισμό μας». Συμπλήρωσε.
Τον παρακολουθούσα να παρατηρεί τον έρημο δρόμο εμπρός μας, και με το δείκτη έδειξε το άσπρο σπίτι που ορθωνόταν στο τέλος της στενόμακρης αυλής, με τα λευκά παντζούρια. Καθώς έδειχνε ενδιαφέρον, ρώτησε. «Αυτό είναι το ησυχαστήριο σου;»
«Αυτό είναι» του απάντησα.
«Θα βλέπεις τη θάλασσα όλη μέρα από τα παράθυρα, δεν θα σου λείψει» συνέχισα.
Διασχίζοντας την αυλή, σταμάτησε και κοίταξε γύρω, σαν να εξέταζε την περιοχή, με τις τούγιες και τους καλλωπιστικούς θάμνους που πλαισιώνονταν από το βρεγμένο γρασίδι, του φάνηκε ελκυστικό το θέαμα. Αν και ήταν όμορφα, σκέφτηκα ότι θα ωχριούσαν σε σχέση με τον πλούτο του σχήματος και του χρώματος του δικού του κήπου στην πατρική του κατοικία.
 «Γιατί νοιώθω μια αίσθηση ότι κάτι λείπει;»
«Για βοήθησε με. Τι μπορεί να είναι;»
« Στη Φώτο η μάντρα! Τη θυμάμαι με αναρριχώμενα φυτά στα κάγκελα.. Τώρα τα βλέπω γυμνά.»
«Έχεις δίκιο. Πριν τρία χρόνια ήταν γεμάτα μπουκαμβίλιες θρεμμένες με ιαπωνικά βελτιωτικά λιπάσματα. Εδώ και δυο χειμώνες έπεσε μεγάλη παγωνιά και τις έκαψε όλες. Ούτε μια ούτε δυο. Ήταν δώδεκα και επέζησαν μόνο δυο τις όποιες τις ξερίζωσα και αυτές…»
.........  Η μητέρα της ξαδέρφης αναχώρησε για οικογενειακούς λόγους για το Βόλο. Η συνδρομή που αναζητούσα για γαστρονομική βραδιά με το αυθεντικό παραδοσιακό φαγητό, «χοιρινό με σέλινο» δεν υπήρχε.
Ο καλός μας κυνηγός ο κυρ Γιώργος ο γείτονας μου έδωσε μια καλή ιδέα.
«Στη Βρύναινα αυτή την εποχή είναι εύκολο να βρεις αγριογούρουνο, πρώτης ποιότητας κρέας για σχάρα, στο τζάκι, ντόπιο και πεντανόστιμο». Με πληροφόρησε.
«Ο καιρός είναι σχετικά ήπιος σήμερα, ο δρόμος αρκετά καλός, άνετα μπορείς να αποφασίσεις μια μικρή εκδρομή μέχρι το χωριό». Με προέτρεψε.
«Να γνωρίσει και ο καπετάνιος μας τις ομορφιές των τοπίων μας». Συμπλήρωσε.
Έβαλα μπρος το αυτοκίνητο και ξεκινήσαμε με κατεύθυνση το χωριό, σίγουρος για την ορθότητα της απόφασής μου.
Η Βρύναινα είναι μικρό ορεινό χωριό της Επαρχίας Αλμυρού χτισμένο στην ανατολική πλευρά της Όθρυς, «Το βουνό των Τιτάνων, που η ιστορία του χάνεται στις απαρχές του κόσμου», σε υψόμετρο περίπου εξακοσίων μέτρων και ανάμεσα στα δύο μοναστήρια Άνω Ξενιά και Κάτω Ξενιά.
Στους κυνηγούς η περιοχή είναι γνωστή για το κυνήγι του αγριογούρουνου, του λαγού, της πέρδικας και της μπεκάτσας.
Στο μέσο της διαδρομής συναντάς, και αξίζει να δεις τη ιερά μονή της Κάτω Ξενιάς, της οποίας ο αύλειος χώρος είναι μοναδικού φυσικού κάλους δασώδη τοπίο, με αιωνόβιες ιτιές, πλατάνια, καρυδιές, πανύψηλα κυπαρίσσια, που είναι και το διακριτικό γνώρισμα της Μονής και μια αγέλη από φασιανούς και παγόνια να περιφέρονται στον άπλετο περίγυρο...
Αφήνοντας πίσω μας το μοναστήρι ο δρόμος ανηφόριζε και κατηφόριζε περνώντας από τον ένα λόφο στον άλλο, ξετυλίγοντας μπροστά μας ατέλειωτους μαιάνδρους, στη συνέχεια ανεβαίνει και όλο ανεβαίνει, μέσα απ' το καταπράσινο δάσος, κι’ όσο ανεβαίνει, η ομίχλη αρχίζει να έρχεται όλο και πιο κοντά, κρύβοντας επιμελώς τις πλαγιές των βουνών και δημιουργώντας ένα σκηνικό ατμοσφαιρικό όσο και απόκοσμο, ένα χωριό «βυθισμένο» στο πράσινο. Το θέαμα με το πνιγμένο στην ομίχλη δάσος, κι’ ο ήλιος που έπαιρνε να ροδίζει πίσω από την ομίχλη ενθουσίασε τον αγαπητό μου καπετάνιο. Ενέργεια πλημμύρισε το σώμα του, κι’ ελεύθερο άφησε το νου να «ταξιδεύει» ανάμεσα στις μοσχοβολιές του δάσους. «Ταξιδεύει» στο ποτάμι του χρόνου που ρέει αδιάκοπα, στις παραστάσεις που υπάρχουν και που είναι καταχωρημένες στη μνήμη του. Θυμάται ένα γάμο που δυστυχώς δε είχε αίσιο τέλος, η οριστική λύση και η έκδοση διαζυγίου, παρότι δυσάρεστη ήταν επιβεβλημένη, τόσο για τον ίδιο όσο και για τα παιδιά τους. Λόγω του επαγγέλματος το σπιτικό του απέμεινε ακυβέρνητο, αλλά δε ναυάγησε ποτέ, χάρη στο έμπειρο χέρι της αεικίνητης ηλικιωμένης μητέρας του, που ανέλαβε να διαχειριστεί την κηδεμονία των δυο εγγονιών της. Ενήλικες πλέον σήμερα και με αξιόλογη κοινωνική αναγνώριση, η κόρη και το γιος του τον κάνουν να νοιώθει ξεχωριστή περηφάνια.
«Η φύση, όλα θαυμάσια τα βάζει σε μια τάξη». Σκεπτόταν μεγαλόφωνα
Στο χωριό ενημερωθήκαμε ότι το κρέας από κυνήγι στα κάρβουνα, είναι ελαφρά περίπλοκο στην παρασκευή του. Χρειάζεται σίτεμα ημερών, πολύωρο μαρινάρισμα, και λοιπά γαστρονομικά τερτίπια. Με την προτροπή του χωρικού ταβερνιάρη-κρεοπώλη του κυρ Θωμά, αποφασίσαμε να εφοδιαστούμε κρέας από ντόπιο κατσίκι που δεν απαιτεί ιδιαίτερες προπαρασκευές όταν ψήνεται στα κάρβουνα.
Ο κυρ Θωμάς είχε σπινθηροβόλα γελαστά μάτια, ένα μεγάλο πεταχτό μουστάκι που του έκρυβε τη μύτη. Διατηρούσε το πρώτο μαγαζάκι «Το στέκι» στην είσοδο του δρόμου όπου αρχίζει η ανηφορική πλατεία του χωριού.
Ευχαριστημένοι για την απόφασή μας ν’ ακολουθήσουμε την συμβουλή του ταβερνιάρη, την ώρα που ο ήλιος χανόταν πίσω μας στα δυτικά της Όθρυς με τις αχτίδες του να ξεγλιστρούν από τα πυκνά δέντρα, καθώς τ’ αργοσάλευε η ανάλαφρη αύρα του δάσους, ξεκινήσαμε το δρόμο της επιστροφής, φέρνοντας μαζί μας κατσικίσιο κρέας και τυρί, μαύρο χωριάτικο ψωμί μια μεγάλη μποτίλια τοπικό κρασί, και τα τοπικά βότανα του χωριού -ρίγανη, και τσάι του βουνού-.
Το τσάι του βουνού καλλιεργείται στην ευρύτερη περιοχή. Οι χλοερές, πράσινες λουρίδες της καλλιεργήσιμης γης, αναδύονται απλωμένες στις πλαγιές του βουνού σαν καινούργια μπαλώματα σε παλιό ρούχο.............
Στην οικία της ερημικής παραλίας, συναντηθήκαμε μια συνηθισμένη πολυθόρυβη ανδρική συντροφιά, το χειμωνιάτικο αυτό βράδυ. Μολονότι είχε νυχτώσει πια, οι φανοστάτες -τα ηλεκτρικά φώτα- στους στύλους της ΔΕΗ, φώτιζαν ολόγυρα τον έρημο δρόμο τέτοια ώρα, ανάμεσα στα φυλλώματα των πυκνών ελαιοδέντρων .
Ο καιρός απρόσμενα από τις πρώτες βραδυνές ώρες το γύρισε στο χιονιά. Αραιά και ελαφρές κατεβαίνουν οι νιφάδες από το μολυβένιο ουρανό στις στέγες, στο δρόμο, στα κλαδιά των δέντρων. Άσπρες πεταλούδες στριφογυρίζουν έξω από τα παράθυρα σ’ ένα θεότρελο χορό και γεμίζουν πέρα για πέρα την ατμόσφαιρα. Τέσσερις άνδρες, γύρω από το τζάκι, ξεχωρίζαμε σαν σκιές στην αντανάκλαση της φωτιάς, με ύφος ανθρώπων που μιλούσαν σα ν’ είχαν κάποια σπουδαία συνομιλία.
Την παρέα την αποτελούσαν η αφεντιά μου, ο καπετάνιος , ο Κυρ Γιώργος ο κυνηγός, και ο Κυρ Ανέστης, συνταξιούχος πρώην δημόσιος υπάλληλος –εκπαιδευτικός- που σπαταλούσε αρκετό χρόνο ακόμη και τον χειμώνα στην  περιοχή ιδιαιτέρα την εποχή του λιομαζώματος. Πάντα με χαμόγελο ζωγράφιζε με χάρη τη ζωή στην χειμωνιάτικη ερημιά του οικισμού. «Το χειμώνα με τις βροχές και με τα χιόνια, είναι δύσκολη η ερημική ζωή. Κάποιες φορές το χιόνι είναι πάρα πολύ, το κρύο είναι ανυπόφορο, ο δρόμος μένει αποκλεισμένος, μαρτυράει όποιος τόλμα να μείνει τέτοιες ημέρες.»
Λόγω του κύρους και της συμπάθειας που απολάμβανε στην μικρή κοινωνία μας είχε το παρατσούκλι ο «καθηγητής». Ο κυνηγός, μας εξηγούσε πως ο φετινός χειμώνας έρχεται βαρύτερος από τον περσινό, κ’ όσο για τις προβλέψεις, αυτές κατά γενική ομολογία δεν είναι καθόλου ρόδινες.
Στο τζάκι τρεμόπαιζαν οι φλόγες και τριζοβολούσαν τα προσανάμματα. Η παραστιά συμμάζευε γύρω της τη βραδινή παρέα μας. Όλα απόψε συνέβαιναν εκεί, ανάμεσα στις μοσχοβολιές από τα κούτσουρα που καίγονταν. Με τη μασιά στο χέρι σκαλίζαμε την θράκα και ρίχναμε το παϊδάκια να ψηθούν. Ο Καπετάνιος με ράθυμη κίνηση άπλωνε τα χέρια του στις φλόγες. Χαιρόταν τη ζεστασιά στο τζάκι όσο τίποτε άλλο, και η τσίκνα του ψητού, που έφθανε στα ρουθούνια του, τον γαργάλιζε όπως και όλους τους άλλους επισκέπτες. Σχεδόν πεινούσε.
Ήταν ένα ευχάριστο διάλειμμα απ' τη καθημερινότητα μας, στιγμές ψυχικής ευχαρίστησης και ψυχαγωγίας. Στο τραπέζι τα παϊδάκια, είχαν τη τιμητική τους, συνοδευόμενα από κατσικίσιο τυρί και γευστικές ελιές Στυλίδας στην πλούσια χωριάτικη, ενώ απ' τη άλλη το κρασί έρεε άφθονο ενισχύοντας το κέφι της παρέας. Το φαγητό ήταν μπόλικο.
Το κερασένιο σουτλό κρασί το μερίζαμε στα ποτήρια -και τα ποτήρια υψώνονταν γεμάτα και κατέβαιναν άδεια- μας είχε ζεστάνει, υποδαυλίζοντας ξεχασμένες προσωπικές ιστορίες και η κουβέντα πήγαινε σύννεφο και ήταν να παραξενεύονταν κανείς, πώς ο ερημίτης «καθηγητής» ήξερε τόσα γεγονότα της ημέρας, όσα δε θα μάθαινε κανείς διαβάζοντας εφημερίδες.
Με την παρέλευση της ώρας και προχωρώντας η νύκτα, συζητούσαμε για τα νιάτα μας, τη ζωή μας που πέρασε σύντομα, και για τα γεγονότα που έρχονται. Δεν έλειπαν και τα προαιώνια καλαμπούρια.
Μέσα σε όλα τα χάχανα, τα γέλια και τις χαρές ο καπετάνιος άδειασε το ποτήρι του, σηκώθηκε, έριξε ακόμη ένα κούτσουρο στη φωτιά και ξαναγεμίζοντας το ποτήρι του πήρε το λόγο και οι ανεξάντλητες ναυτικές ιστορίες του έγιναν το θέμα της συντροφιάς.
Καλός συζητητής, κουβαλούσε μέσα του περιουσία και πολύτιμο φυλαχτό, τις αναμνήσεις του. Νέος έζησε τα δύσκολα χρόνια της ξενιτιάς και των μεγάλων ταξιδιών στις θάλασσες του κόσμου. Έζησε κι έμαθε πολλά για τα καμώματα και τις συνήθειες των θαλασσινών μας. Κι όλα αυτά έμειναν να τα νοσταλγεί, να τα μεταφέρει και να τα μοιράζεται απόψε μαζί μας.
«Από πού είσαι, καπετάνιε;» τον ρώτησε, ο καθηγητής μας.
«Απ’ τα μέρη των Σερρών!»  Απάντησε ο καπετάνιος.
«Κι έγινες θαλασσινός;»
«Ο πατέρας μου ήθελε να συνεχίσω την οικογενειακή μας επιχείρηση, να γίνω ξυλουργός, όπως ήτανε και ο ίδιος. Εγώ δεν ήθελα! Μ’ άρεσε να γυρίζω τον κόσμο. Κι έτσι έφυγα μακριά από το σπίτι μας.»
«Δε μετάνιωσες;»
Ο καπετάνιος χαμογελάσαμε καλοσυνάτα, ταπεινά.
«Γιατί να μετανιώσω; Έκανα αυτό που μ’ άρεσε!»
Άναψε το τσιγάρο του και χάιδεψε το κεφάλι του σκύλου, ο οποίος δεν είχε αργήσει να πάρει θάρρος με τους νέους του φίλους. Το ωραίο ζώο άνοιξε τα μάτια του, τεντώθηκε, σάλεψε την ουρά του και κοίταξε τον καπετάνιο μ’ ένα ύφος, σα να του ’λεγε.
«Αγαπητέ μου καπετάνιε εξακολούθησε το ταξίδι σου στο λαβύρινθο των λογισμών σου.»
Ο σκύλος μου σε μια γωνιά του καναπέ, αναπαυόταν σιωπηλός, χωρίς να προσέχει στις ιστορίες. Ο καπετάνιος συνέχιζε να σκαλίζει τη μνήμη του δίπλα στο τζάκι και εμείς χαιρόμασταν όσα αβίαστα μας ιστορούσε.
«Σ’ όλους αρέσει το ταξίδι, το απρόσμενο, ο μύθος. Οι ναυτικοί στην αρχαιότητα περίμεναν να δουν Σειρήνες, παγίδες ψυχής, τα δαιμονικά της θάλασσας με τη μορφή πουλιών, θεότητες που έχουν δέσιμο με τον Έρωτα, τον Θάνατο, το Νερό και το Τραγούδι. Η θάλασσα δίδαξε ήθος. Σε κάθε γωνιά της γης και σε κάθε βαθμίδα πολιτισμού, η επαφή με το υγρό στοιχείο υπήρξε μια ξέχωρη και δυνατή συγκίνηση. Ο αγώνας για επιβίωση, η δίψα για δόξα, το πάθος για κατάκτηση, η λαχτάρα για μάθηση, η ανάγκη για εξάπλωση και επικοινωνία, η ενδοσκόπηση του μέσα μας κόσμου, η εξωστρέφεια της σάρκας, αλλά και η εσωστρέφεια της ψυχής αρχίζουν και τελειώνουν στο ακρογιάλι. Η θάλασσα είναι ένας δυνατός μοχλός σε κάθε κίνηση της ανθρώπινης ζωής.»
Συνέχισε την αφήγηση του δίνοντας μια γνώριμη διάσταση της ζωής των ναυτικών. Μας διηγήθηκε με πόνο ψυχής την μεγάλη και επίπονη δυσκολία που παρουσιάζουν αρκετές οικογένειες ναυτικών των ποντοπόρων πλοίων να παραμείνουν άρρηκτα δεμένες στη διάβα του χρόνου.
«Είναι Απρίλιος χίλια εννιακόσια ενενήντα, τελειώνοντας την ετήσια επιθεώρηση από το νηογνώμονα το πλοίο αναχώρησε από το λιμένα Σέτουμπαλ της Πορτογαλίας με προορισμό τη βόρειο Βραζιλία. Βρισκόμαστε μίλια ανατολικά αρμενίζοντας με δεκαέξι κόμβους σε γαλήνια θάλασσα κάτω από το δροσερό αυγινό φως διασχίζοντας τα θαλάσσια νερά των Καναρίων νήσων. Ο νεόφερτος υποπλοίαρχος της πρωινής βάρδιας είχε φέρει μαζί του από την μακρινή πατρίδα τη οδυνηρή μελαγχολία ενός μοιραίου χωρισμού, που του γινότανε αληθινός πόνος μπροστά σε κάθε φυσική ομορφιά που συναντούσαμε, καθώς δε μπορούσε να εναρμονιστεί με τη συννεφιασμένη ψυχή του.Στο πτερό της γέφυρας, μακριά απ’ το άλλο πλήρωμα, διψώντας για μοναξιά, θέλοντας να μείνει μοναχός του με τον ουρανό, τον απέραντο ωκεανό και τον πόνο του, ο υποπλοίαρχος είχε ακουμπήσει απάνω στο παραπέτο και άφηνε τη σκέψη του να φεύγει και να ταξιδεύει, χωρίς σκοπό και χωρίς τέλος, μαζί με τα κύματα, μαζί με τους λευκούς αφρούς που άφηνε πίσω της η προπέλα του πλοίου. Συλλογιζόταν αυτά που συνέβηκαν στη ζωή του εδώ και λίγους μήνες νωρίτερα όταν γύριζε απ’ το τελευταίο του μπάρκο στην πατρίδα. Σήμερα γυρεύει να βρεθεί μακριά απ’ τον προηγούμενο κύκλο της ζωής του. Έπρεπε να ξεχάσει μια γυναίκα, που είχε αφήσει σκληρά πίσω του, μια γυναίκα που είχε δεθεί με τις καλύτερες μέρες της  πρόωρης νεότητάς του. Και τώρα πάλι τα ίδια. Έφευγε πάλι μακριά από την χθεσινή ευτυχία του, έφευγε όπως φεύγει κανείς από μια θεομηνία, μια καταστροφή.
Ο αέρας της θάλασσας χάιδευε απαλά το μέτωπό του, σα τρυφερό χάδι, και ο ήχος των κυμάτων τραγουδούσε επίμονα το μονότονο, μελαγχολικό του τραγούδι που του φάνηκε μια στιγμή πως είχε φωλιάσει μέσα στην ψυχή του. Και οι κρυφοί λογισμοί του, ακολουθώντας το δρόμο της ανατολής, χαθήκανε μακριά στο γαλάζιο χάος εκεί που συναντά ο ουρανός την θάλασσα. Ένα θολό δάκρυ του πόνου κύλησε το μάγουλο του.»
Παρεμβαίνοντας στην αφήγηση ο καθηγητής έδωσε την δική του ερμηνεία στην ιστορία.
«Ο δεσμός του ανδρόγυνου στην οικογένεια είναι όπως η ηρεμία του νερού που κυλά αβίαστα. Ο δεσμός αυτός σφυρηλατείται με αγάπη και κατανόηση όταν αντί να κοιτάζει ο ένας τον άλλον, κοιτάζουν και οι δυο προς την ίδια κατεύθυνση.»
Εγώ αφουγκράζομαι και  ακούω  ότι ο καπετάνιος με την ιστορία του υποπλοιάρχου μας μετέφερε το δικό του οδυνηρό οικογενειακό βίωμα και όσα του έφερε η ζωή που δεν λέγονται. 
«Όλα ξεπερνιούνται», «Ο χρόνος είναι ο καλύτερος γιατρός». Έτσι του έλεγαν όλοι, αλλά εκείνος ήξερε πως δεν ήταν αλήθεια στη δική του περίπτωση. Ο χρόνος που πέρασε λειτούργησε απλώς σαν αναλγητικό και όχι σαν φάρμακο που του έφερε τη λήθη.
Με τη παρέμβαση μου θέλησα να δώσω μια νότα ευχάριστη με χαλαρότητα στην ατμόσφαιρα αλλάζοντας θέμα.
«Κάπταιν! Ο καθηγητής απ’ εδώ πολλές φορές μ’ έχει ρωτήσει για τις εμπειρίες μας από τα ταξίδια μας στον Αμαζόνιο ποταμό. Εάν μου το επιτρέπεις νομίζω ότι είσαι το πλέον κατάλληλο πρόσωπο να μας διηγηθεί αυτό το θαύμα της φύσης.»
Και ο καπετάνιος  μας με τη μυρωδιά του καμένου ξύλου στο τζάκι που σιγοκαίει και τη συνοδεία του ντόπιου κρασιού που ευφραίνει τις αισθήσεις, άρχισε μια αφήγηση ποταμό και όλοι κρεμαστήκαμε απ’ τα χείλη του. Ήταν δύσκολο να μη σ’ αιχμαλωτίσει η συναρπαστική αφηγηματική τεχνική του. Οι εικόνες και οι συνειρμοί που δημιουργούσε έθελγαν ασταμάτητα τους ακροατές του να συμμετάσχουν και οι ίδιοι σε αυτή την ταξιδιωτική του περιπέτεια.
«Το πλοίο συνεχίζοντας τον πλου του και διερχόμενο τα νότιο Ατλαντικό ωκεανό προσέγγισε τα εθνικά ύδατα της Βραζιλίας και ανοικτά του λιμένα Macapa. Ο λιμένας βρίσκεται στο βόρειο τμήμα της χώρας στον ισημερινό και τις εκβολές του Αμαζονίου. Ενδιαφέρον είναι το γεγονός ότι τα τμήματα βόρεια και νότια της πόλης χωρίζονται από τον ισημερινό. Η πόλη είναι γνωστή για το τοπικό γήπεδο ποδοσφαίρου. Τη γραμμή στο κέντρο του γηπέδου τη διασχίζει ο ισημερινός, έτσι ώστε οι ομάδες θα πρέπει να αποφασίσουν σχετικά με την αποδοχή του Βόρειου ή του νότιου ημισφαιρίου.
Το πλοίο προσέγγισε πιλοτίνα του λιμένα απ’ όπου επιβιβάσθηκαν δυο πλοηγοί οι οποίοι θα οδηγούσαν το πλοίο στο λιμένα φόρτωσης δυτικά της πόλις του Santarem στο ποταμό Rio Trompetas και στο τερματικό σταθμό φόρτωσης. Οι πλοηγοί αναλαμβάνουν να οδηγήσουν πλοία που καταπλέουν σε λιμένας εντός των μεγάλων υδάτινων οδών του Αμαζονίου.
Η πλοήγηση είναι η τέχνη της κατευθύνσεως ενός πλοίου μέσα σε θαλάσσια στενά, λιμάνια, περιορισμένα ύδατα και άλλες περιοχές όπου η ναυσιπλοΐα είναι συνήθως δύσκολη και επικίνδυνη. Κάτι τέτοιο απαιτεί ακριβείς γνώσεις των τοπικών υδάτων και της μεταβολής συνθηκών σε μία περιοχή. Οι πλοηγοί στον Αμαζόνα είναι ανθεκτικοί, ικανοί να δουλεύουν με απόλυτη συγκέντρωση, να παρατηρούν τις αλλαγές του ποταμού, της συμπεριφοράς του πλοίου, τα ρεύματα, τον άνεμο, τις τσαμαδούρες και τα φανάρια και ταυτόχρονα να δέχονται πληροφορίες από το ραντάρ, το βυθόμετρο, να τις συγκρίνουν με τα στοιχεία του χάρτη, τις πορείες, τα βάθη και την εμπειρία που είναι καταγραμμένη μέσα τους.»
Η συνέχεια της ιστορίας άσκησε τέτοια μεταδοτική μαγεία στην παρέα ώστε ο καπετάνιος, χωρίς να το καταλάβει έγινε το κεντρικό πρόσωπο της νυκτερινής παρέας. Η σεμνή και διακριτική παρουσία του με τη χαμηλόφωνη και συχνά μελαγχολικών τόνων, με έντονα μελωδικό και ελεγειακό χαρακτήρα αφήγηση του, εύλογα αποσπούσε τη προσοχή των συνομιλητών του.
Με μέση παροχή νερού στις εκβολές πάνω από 200.000 κυβικά μέτρα το δευτερόλεπτο, αυτός ο τεράστιος ποταμός αδειάζει στον Ατλαντικό Ωκεανό. Αυτός ο ασυνήθιστος εκβαλλόμενος όγκος νερού «σπρώχνει» τη θάλασσα και σχηματίζει ένα στρώμα γλυκού νερού που απλώνεται σε έκταση διακοσίων χιλιομέτρων μέσα στον Ατλαντικό Ωκεανό.
Στις εκβολές του Αμαζονίου, το αντάμωμα των νερών του Αμαζονίου με τη θάλασσα δημιουργεί ένα ισχυρό και πολύ καταστροφικό φαινόμενο. Τα κύματα του θαλασσινού νερού απωθούνται από την ορμή με την οποία εκβάλλει ο ποταμός. Η στάθμη της θάλασσας υψώνεται έξω από το στόμιο του ποταμού μέχρις ότου εκείνος δεν μπορεί πια να τη συγκρατήσει. Κατόπιν, το θαλασσινό νερό, με τη μορφή τεράστιου, ορμητικού, όμοιου με τείχος κύματος, χύνεται στον ποταμό, αντιστρέφοντας τη ροή του, αποσπώντας κομμάτια από την όχθη, ξεριζώνοντας δέντρα και καταστρέφοντας ότι βρει στο πέρασμά του. Τα πελώρια κύματα που δημιουργούνται από τη δύναμη αυτών των δύο αντίθετων ρευμάτων μπορούν να φτάσουν σε ύψος τα τέσσερα μέτρα, και ο εκκωφαντικός θόρυβος της σύγκρουσής τους μπορεί να ακουστεί σε μεγάλες αποστάσεις. Είναι ο ήχος της πορορόκα, δηλαδή ενός παλιρροϊκού κύματος με απότομο μέτωπο.
Ο Αμαζόνιος σχηματίζει ένα περίπλοκο συγκοινωνιακό δίκτυο το οποίο θα μπορούσε να παρομοιαστεί με το κυκλοφορικό σύστημα του ανθρώπινου σώματος, όπου ο Αμαζόνιος παραβάλλεται με την αορτή, τη μεγαλύτερη αρτηρία του σώματος. Αυτό το υδάτινο δίκτυο περιέχει τα δύο τρίτα της συνολικής ποσότητας γλυκού νερού της γης. Το εκτεταμένο αυτό υδρογραφικό δίκτυο, στο οποίο η έκταση των πλεύσιμων νερών υπερβαίνει τα 25.000 χιλιόμετρα, παίζει θεμελιώδη ρόλο στις μεταφορές και στη ζωή των ντόπιων. Εκατομμύρια κάτοικοι της περιοχής του Αμαζονίου χρησιμοποιούν αυτή τη φυσική υδάτινη υπερλεωφόρο. Πλοία διαφόρων μεγεθών τον διαπλέουν, περιλαμβανομένων και μεγάλων υπερωκεάνιων τα οποία ταξιδεύουν 1.500 χιλιόμετρα αντίθετα προς το ρεύμα του ποταμού μέχρι το Μανάους. Μικρότερα φορτηγά και επιβατικά πλοία φτάνουν ως το Ικίτος του Περού, 3.700 χιλιόμετρα από τις εκβολές του ποταμού.
Για να αντιμετωπίσουν τις ιδιοτροπίες του ποταμού, χτίζουν παραποτάμια σπίτια πάνω σε δοκούς καθώς και πλωτά σπίτια πάνω σε σχεδίες οι οποίες είναι αραγμένες κοντά στις πόλεις. Είναι σύνηθες να βλέπει κανείς μικρά κανό να πλησιάζουν μεγαλύτερα πλοία για να πουλήσουν και να ανταλλάξουν τα προϊόντα τους, ή για να προσδεθούν πίσω τους και να ανεβούν τον ποταμό.
Κάθε τόσο, μικρά παιδιά πλησιάζουν με τις πιρόγες τους τα ποντοπόρα πλοία, για να πουλήσουν γαρίδες, καρπούς και παχύρρευστους χυμούς από τα φρούτα του Αμαζονίου. Χρησιμοποιώντας γάντζους και σχοινιά, με σβέλτους κόμπους και κινήσεις ακροβατικές που θα ζήλευε κι ο πιο έμπειρος κι επιδέξιος ναύτης, τα παιδιά γαντζώνονται δίπλα στο καράβι, ενώ εκείνο πλέει προσπαθώντας να πουλήσουν την πραμάτεια τους ή έστω να αποσπάσουν από τους επιβάτες κανένα κέρμα, κανένα μπισκότο η άλλο αγαθό του δυτικού πολιτισμού μας.
Δεν είναι σχεδόν ασύλληπτο το ότι την ώρα που η Ευρώπη, μαζί σε σύσσωμο τον ανεπτυγμένο δυτικό κόσμο, ομφαλοσκοπεί για την οικονομική κρίση και τα λοιπά κακά της μοίρας τους, κάπου στην άλλη άκρη του πλανήτη υπάρχουν άνθρωποι που αγναντεύουν από τις ξύλινες καλύβες τους την ανατολή του ήλιου πάνω από τα νερά του Αμαζονίου, μην έχοντας ιδέα για ότι μας συμβαίνει; Εκτός από ασύλληπτο, βέβαια, μπορεί να είναι και παρήγορο: αν υπάρχουν άνθρωποι που δεν έχουν ιδέα για το τι μας συμβαίνει, το υποκειμενικό μας δράμα δεν μπορεί να είναι και τόσο σοβαρό.
Το τροπικό δάσος του Αμαζονίου φιλοξενεί πολλά σπάνια είδη του ζωικού βασιλείου, καθώς και γηγενείς φυλές, και παίζει σημαντικό ρόλο στη ρύθμιση του παγκόσμιου κλίματος. Η γεωγραφική λεκάνη του ποταμού Αμαζονίου αποτελεί θησαυροφυλάκιο των πλουσιότερων φυσικών πόρων του πλανήτη.
Στον Αμαζόνιο ζούνε πολλά είδη φυτών και ζώων όπως τα τεράστια ψάρια «Arapaima» έξι μέτρα μήκος, τα φίδια Ανακόντα που μπορούν να φτάσουν έως και τα δεκαπέντε μέτρα μήκος και το ροζ δελφίνι «Boto» που ζει στα θολά νερά. Αυτά τα μαγικά πλάσματα τα ροζ δελφίνια του Αμαζονίου, ζουν στο γλυκό, θολό νερό του ποταμού και είναι προστατευόμενο είδος από τη Διεθνή Ένωση για τη διατήρηση της Φύσης , αλλά αυτό δεν εμποδίζει τους ψαράδες να τα σκοτώνουν χωρίς ενδοιασμούς, με αποτέλεσμα να έχει μειωθεί επικίνδυνα ο αριθμός τους.
Τα ροζ δελφίνια, μοιάζουν με τα γκρι, αλλά είναι κάπως μεγαλύτερα και αντί για ένα ραχιαίο πτερύγιο, έχουν ένα εξόγκωμα στην πλάτη τους.
Αν και απαγορεύεται από το νόμο και η αλιεία και η θανάτωση των μαγικών αυτών πλασμάτων εν τούτοις , βρίσκει κανείς στην υπαίθρια αγορά Santarem, λάδι από το λίπος των ροζ δελφινιών, και αυτό το λάδι, λένε, θεραπεύει τους ρευματισμούς.
Οι τροπικές πεδιάδες του Αμαζονίου κρύβουν μια τεράστια ποικιλία άγριας ζωής, πλούσιας βλάστησης και καταρρακτών που κόβουν την ανάσα, ενώ παράλληλα αποτελούν ένα πεδίο αναψυχής για τους λάτρεις της φύσης, που χαρίζουν μοναδικές αναμνήσεις. Ίσως να δοθεί και σε σας ευκαιρία να επισκεφτείτε αυτή την εντυπωσιακή περιοχή που έχει γοητεύσει τους εξερευνητές αλλά εξακολουθεί να κρύβει πολλά μυστικά.»
Το ρολόι δείχνει τέσσερις ώρες πριν φέξει η Κυριακή. Με την καλή συντροφιά, χωρίς να το καταλάβουμε η ώρα είχε περάσει. Νυσταγμένα φώτα ξεχώριζαν στο βάθος του δρόμου. Βραχνά γαβγίσματα σκύλων προμηνούσαν την παρουσία κι άλλων ζωντανών στην ερημιά. Ο καθηγητής άρχισε να χασμουριέται και πρώτος αυτός ζήτησε την άδεια ν’ αφήσει, με λύπη του, την καλή συντροφιά σηκωθήκαμε απ' το τραπέζι κι αναχώρησε. Ο Κυνηγός δεν χασομέρησε σηκώθηκε και αυτός μας καλημέρισε και τράβηξε ήσυχα απέναντι και μπήκε στο σπίτι του.
Μείναμε μονάχοι και σκεφτικοί. Πιάσαμε ο καθένας από μια γωνιά στο τζάκι.
Σε λίγο τον ρωτώ:
«Θα άκουγα μ’ ενδιαφέρον την άποψη σου για το κλίμα που έχει δημιουργηθεί με τους Έλληνες ναυτικούς στις μέρες μας, και πως αντιλαμβάνεσαι το μέλλον τους στη γενικότερη οικονομική κρίση.»
Ανακάθισε έτριψε τα μάτια του, πέρασε το χέρι του στο αξύριστο σαγόνι του και κούνησε το κεφάλι του μ’ έναν τρόπο που καθιστούσε περιττή κάθε συζήτηση για το θέμα αυτό. Ένοιωσε να τον πνίγει ένα βαθύ παράπονο έβλεπε να παίζεται το ίδιο δράμα με τα δύσκολα πρώτα μας χρόνια στη θάλασσα.
Μου απάντησε: «Σήμερα οι ευκαιρίες για τους νέους Έλληνες ναυτικούς δεν είναι συνάρτηση του ελληνόκτητου στόλου αλλά έχουν πολλές μορφές. Καλούνται να επιβιώσουν μέσα στο πλαίσιο μιας μεγαλύτερης ενότητας την οποία συμβολίζει η παγκοσμιοποίηση. Αυτό φυσικά σημαίνει ότι πρέπει να απεμπολήσουν εργατικές κατακτήσεις του τελευταίου αιώνα, αλλά είναι η στιγμή να σκεφθούν, πως θ’ αντιμετωπίσουν τώρα όλες αυτές τις ραγδαίες και μεγάλες αλλαγές που συμβαίνουν στον σημερινό κόσμο. Η εμπορική ναυτιλία είναι ένα μεγάλο και ιστορικό κεφάλαιο για την Ελλάδα. Οι πολιτικοί κρατούντες σε συνεργασία με τον εφοπλισμό πρέπει ν’ αναζητήσουν λύσεις εντεταγμένες σε μιαν αρχετυπική αντίληψη του ελληνισμού.»
Ο καπετάνιος ένιωθε ευχαριστημένος αλλά είναι ακόμα λίγο μελαγχολικός. Μου ζήτησε να μείνει να πλαγιάσει μέχρι να ξημερώσει εκεί δίπλα στο αναμμένο τζάκι.
«Καληνύχτα.» Του λέω.
«Καλό ξημέρωμα.» Μου άπαντα
«Καλό ξημέρωμα..» Ανταπέδωσα και τον άφησα μονάχο του.
Πήγε ίσια ξάπλωσε στον πέτρινο καναπέ που θα περνούσε την υπόλοιπη νύχτα, τυλίχτηκε με μια κουβέρτα, έκλεισε τα μάτια του και αποκοιμήθηκε σύντομα κουλουριασμένος..
.......Εύθυμος και διαχυτικός σαν πάντα, μας χαιρέτισε ευχαριστώντας μας που χάρις στην όμορφη παρέα μας δήλωσε ότι είχε περάσει ένα εξαιρετικό σαββατοκύριακο και μετά το μεσημέρι της Κυριακής, αναχώρησε για την συνέχεια του ταξιδιού του. Στον αποχαιρετισμό μας υπήρξε μια συγκίνηση που με το ζόρι την κρατούσαμε να μην την δείξουμε και οι δυο μας. 
Αργά το απόγευμα με χαιρέτισε και ο γείτονας μου που αναχώρησε για το Βόλο και βρέθηκα πάλι ολομόναχος στην άδεια γειτονιά μας με τα μάτια γυρισμένα προς τη κορυφή του Χλωμού, τη σκεπασμένη από σύννεφα, που έσβηνε σιγά σιγά μπροστά στα μάτια μου. Τα μεγάλα, βαριά σύννεφα άρχισαν σε λίγο να σκεπάζουν όλο το βουνό και μια μαύρη σκιά απλώθηκε απάνω στη θάλασσα. Η μπόρα έδερνε τώρα τα βουνά της Σούρτης. Τα μουγκρητά της βροντής έφταναν από μακριά, σα φοβέρα, και χοντρές σταλαγματιές άρχισαν να πέφτουν στην αυλή μου.
Μέσα από την βραδινή ομίχλη τα κύματα που έσκαγαν αθέατα στην ακτή αντηχούσαν επαναλαμβανόμενα σαν μπάσο μουσική αρωματίζοντας με την αρμύρα τους τον αέρα και τα κρωξίματα από τα θαλασσοπούλια ακούγονταν λυπητερά σαν χαμένες ψυχές...
Το τζάκι ήταν και πάλι έτοιμο για άναμμα. Άναψα ένα σπίρτο και γονάτισα για να βάλω φωτιά στο προσάναμμα. Η φλόγα τρεμούλιασε, το ξερό προσάναμμα λαμπάδιασε τρίζοντας. Παίρνοντας φωτιά τα κούτσουρα της ελιάς οι φλόγες τινάχτηκαν ψηλά. Τώρα το σπίτι ήταν και πάλι ζωντανό. Έχοντας τελειώσει κι αυτή την ευχάριστη μικροδουλειά δεν είχα τίποτα άλλο να κάνω. Κάθισα αναπαυτικά και έγειρα πίσω στην πολυθρόνα μου. Ένοιωθα μια γλυκιά κούραση, μαλακωμένη από τον περίγυρο μου, λες και το σπίτι είχε ανθρώπινο πρόσωπο που με αγκάλιαζε με αγάπη. Στο ζεστό, φωτισμένο από το τζάκι σαλόνι, χωμένος βαθιά στη πολυθρόνα μου αισθάνθηκα να με πλημμυρίζει μια χωρίς αιτία ευτυχία που είχα να νιώσω απ’ όταν βγήκα στη σύνταξη και απολάμβανα την οικογενειακή θαλπωρή. Διάβολε τέταρτη μέρα σήμερα που μου λείπει η οικογένεια μου... Αύριο γυρίζω.... Καλά μου το είπε ο φίλτατος καπετάνιος. «Φίλε μου η μοναξιά δεν αντέχεται ούτε στον Παράδεισο.»
Ευχαριστημένος χώθηκα πιο βαθιά στην πολυθρόνα μου και υστέρα από μέρες αποφάσισα να ανοίξω την τηλεόραση για να απολαύσω την καθημερινή μερίδα από απεργίες, φόνους και οικονομικές καταστροφές, με κατακλείδα την πληροφορία πως και την επομένη ημέρα θα έκανε πολύ κρύο και κατά τόπους θα έβρεχε στη χώρα. Στη ζεστασιά της φωτιάς τα βλέφαρα άρχισαν να κλείνουν. Προχωρώντας η ώρα και πολεμώντας την νύστα σηκώθηκα ανέβηκα την εσωτερική σκάλα του σπιτιού και μπήκα στο λουτρό. Τάπωσα την μπανιέρα, άνοιξα τις βρύσες, έριξα στο νερό αρωματισμένα άλατα, - που είχαν ξεμένει της κόρης μου από την καλοκαιρινή περίοδο,- με απλοχεριά. Και μόνο η σκέψη της κόρης μου με έκανε να χαμογελάσω. Το στερνοπούλι η πριγκιπέσα μου ήταν ζωηρή και πολύτιμη. Πέντε λεπτά αργότερα αφοσιωνόμουν στην ευχάριστη απασχόληση να βρίσκομαι ξαπλωμένος στη γεμάτη ζεστό νερό μπανιέρα. Αγκαλιασμένος από τον αφρό και τους υδρατμούς αφέθηκα να πλημμυρίσω στις σκέψεις μου. Ήταν ένα διάλειμμα που οδηγούσε σ’ ευχάριστες σκέψεις. Αόριστα ονειροπολήματα. Πως νοιώθει ο ναυτικός στα εξήντα του σκέφτηκα. Όχι πολύ άσχημα απάντησα στον εαυτό μου. Από εδώ και πέρα η ζωή του  συνταξιούχου ναυτικού δεν πρέπει ν’ αποτελεί την έννοια της απλής ύπαρξης, που το θεωρεί κανείς κάτι φυσικό, αλλά να αποτελεί ένα δώρο, μια εμπειρία που πρέπει να την γεύομαι μέρα με την μέρα. Ο χρόνος δεν είναι απεριόριστος. Δεν θα αφήσω ούτε λεπτό να πάει χαμένο υποσχέθηκα στον εαυτό μου. Ένοιωθα δυνατός, αισιόδοξος, σαν να ξεκινούσε τώρα η ζωή ρίχνοντας άγκυρα στην θαλπωρή της οικογενειακής αγκαλιάς.

 
Web Informer Button