ADS

click to open

Πέμπτη 12 Ιουνίου 2025

Gefira Tis Agias Marinas

....Ένα μικρο απόσπασμα από την «Ερωτική Μυθοπλασία ΙΙ....Part...7»
«Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας του συγγραφέα. Τα ονόματα, οι χαρακτήρες, οι τοποθεσίες .....κλπ.. Βλέπε Μυθοπλασία ΙΙ: (Part:1)
Ερωτική Μυθοπλασία ΙΙ (Part..1).....
........ Το Εμαιλ του Αδαμάντιου με το περιεχόμενο του, του Νικηφόρου του ξύπνησε μνήμες: Ήταν στην εφηβεία του, στην αφέλεια του και στην αθωότητα όπως τουλάχιστον ένιωθε σε εκείνη την ηλικία που σήμερα δεν το θεωρεί ανεξήγητο. Είχε μεγαλώσει σε μια πολύ φτωχική συντηρητική οικογένεια από ένα μικρο χωριό του νότου, και ποτέ δεν τα είχαν συζητήσει αυτά τα θέματα και έτσι είχε φτάσει στην ενηλικίωση  με σχετική άγνοια σχετικά με το σεξ. Οκ, είχε κάνει τις φάσεις του με τρυφερές συνομήλικες γειτονοπούλες του, φιλιά, μπαλαμούτια, αλλά μέχρι εκεί. Ανατομικά ήξερε στο περίπου τι παιζόταν, αλλά προχωρημένη επαφή ούτε είχε πάρει ούτε είχε δώσει. Μπουρδέλο μια δυο φορές που το επισκέφτηκε, δεν τον ικανοποίησε, δεν το γούσταρε να είναι έτσι. Όσο για τσόντες, μόνο κλασσικά εικονογραφημένα! Ο αυνανισμός ήταν το αποκούμπι του όταν μάλιστα συνειδητοποίησε όσο προχωρούσε η εφηβεία, ότι ούτε «κουφαίνει», ούτε επηρεάζει αρνητικά την όραση, όπως τον προειδοποιούσαν οι δικοί του, και τον είχε κάνει λάστιχο.
Ο Νικηφόρος σήμερα θυμάται τα γεγονότα που συνέβησαν όταν ήταν δέκα επτά ετών μια ηλιόλουστη καλοκαιρινή ημέρα. Ήταν στις 17 Ιουλίου, ημέρα της οποίας εορτάζεται η μνήμη της Μεγαλομάρτυς της Ορθόδοξης Εκκλησίας, της Αγίας Μαρίνας. 
Εργαζόταν περιστασιακά τις ήμερες εκείνες σε κατάστημα στην κεντρική αγορά της πόλις, υπάλληλος αποθήκης με μερική απασχόληση, για διεκπεραίωση των εργασιών της αποθήκης, όπως παραλαβές, παραγγελίες, ταξινόμηση και αποθήκευση εμπορευμάτων, και λοιπές βοηθητικές εργασίες στο πλαίσιο λειτουργίας της αποθήκης.
Στην απέναντι πλευρά του εμπορικού δρόμου ήταν κατάστημα χονδρικού εμπορίου, που πρόσφερε μεγάλη γκάμα από δημητριακά (όπως σιτάρι, βρώμη), όσπρια (φασόλια, ρεβίθια) και ρύζι. Ο ιδιοκτήτης της επιχείρησης είχε την εποχή εκείνη μια δεκαεξάχρονη κόρη που τους καλοκαιρινούς μήνες απασχολείτο περιστασιακά στην οικογενειακή τους επιχείρηση. Ο Νικηφόρος αντίκριζε ένα πανέμορφο, έξυπνο και ταλαντούχο μελαχρινό κορίτσι που δεν περνούσε απαρατήρητο και πολλές νεαρές κοπέλες θα ζήλευαν τη ραφινάτη παρουσία της και το πλούσιο χαμόγελό της να φωτίζει το πρόσωπό της. Μέσα σε όλο αυτό το λεφούσι της κεντρικής αγοράς ξεχώριζε για τους γύρω, αλλά και ανάμεσά τους. Ο Νικηφόρος την θωρούσε με λογισμό και μ’ όνειρο σαν παγωτό τον Αύγουστο και σκιρτούσε το είναι του με μια ξαφνική, απροσδόκητη επιθυμία. Η κοπέλα είχε καταλάβει την ελκυστικότητα που του προκαλούσε! Με δική του πρωτοβουλία βγήκαν για έναν σύντομο καφέ μετά τη δουλειά τους και αυτός ένιωθε να ταξιδεύει σαν βάρκα ακυβέρνητη κόντρα στο ρέμα. Δεν της ζήτησε τίποτα περισσότερο στην πρώτη επαφή τους. Αρκέστηκε στα φευγαλέα χαμόγελα τις ανεκπλήρωτες σκέψεις του και στη χαζοκουβέντα τους άλλα τίποτα το ουσιαστικό. Τις επόμενες ημέρες αποφάσισε πως είναι καιρός να εκδηλώσει πιο ξεκάθαρα πλέον ενδιαφέρον του! Του υποσχέθηκε να κανονίσει να βγούμε παρέα την επόμενη ημέρα, αργία της Αγίας Μαρίνας, να συναντηθούν στη γέφυρα να κάνουν το μπάνιο τους στη θάλασσα και να περάσουν τη μέρα μαζί. 
Αισθάνθηκε την καρδιά του να πεταρίζει στην πρόταση της: «Άφησέ με να ΄ρθω μαζί σου. Θα σταθούμε λιγάκι στην κορφή της σιδερένιας γέφυρας της Αγίας Μαρίνας, ύστερα εσύ θα κατηφορίσεις κι εγώ θα γυρίσω πίσω έχοντας στ’ αριστερό πλευρό μου τη ζέστα απ’ το τυχαίο άγγιγμα του πανωφοριού σου…»
(Γ. Ρίτσος, H Σονάτα του Σεληνόφωτος)
 Η Αγία Μαρίνα ένα γραφικό παραλιακό χωριουδάκι ένας μικρός παράδεισος. Πρόκειται για ένα ψαροχώρι που προσφέρεται για κολύμπι, ψάρεμα, τοπικούς περιπάτους. Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα και εντυπωσιακή είναι η ιστορία της γέφυρας, που δεσπόζει παραλιακά της Αγίας Μαρίνας. Είναι πως υπάρχει στενή συγγένεια με τον πύργο του Άιφελ. Για την ακρίβεια, η κατασκευαστική BATIGNOLLES, συνεργάτης της οποίας ήταν και ο Άιφελ, είναι η εταιρεία η οποία ξεκίνησε το έργο κατασκευής της προβλήτας το 1892. Την ίδια περίοδο, δουλευόταν παράλληλα και το μεγάλο έργο στη Γαλλική πρωτεύουσα. Οι πληροφορίες θέλουν τον Άιφελ να είναι υπεύθυνος και για το σχεδιασμό της γέφυρας στην Αγία Μαρίνα, τόσο οι εκπληκτικές ομοιότητες στο σκελετό και τη δομή των δύο έργων, όσο και παλιά σχέδια με την υπογραφή του γραφείου του, κάνουν σχεδόν βέβαιη την ανάμειξη του. Την ημέρα της εορτής ακολούθησε πάνδημη Ιερά Λιτανεία της Αγίας Εικόνας στους παραθαλάσσιους δρόμους του χωριού».
Την περίμενε δεν φάνηκε! Αφήνοντας τον να τρώει τη δεύτερη χυλοπίτα από κοπέλα που του έκατσε και πιο βάρια από την προηγούμενη! «Mην το σκέφτεσαι.» Λέει στον εαυτό του. Ήταν μια από αυτές τις ημέρες του Ιούλη, όπου ο ήλιος λάμπει ζεστός και ο αέρας φυσάει μελτέμι δροσερό. Όπου είναι καλοκαίρι στο φως και άνοιξη δροσερή στη σκιά. Στεκόταν με υπομονή στην αρχή της γέφυρας, ο ήλιος που έλαμπε ζέσταινε το πρόσωπό του. Μα δεν τον ένοιαζε να κουνηθεί για να τον αποφύγει. Δεν ήταν πως ήταν πληγωμένος εξαιτίας της χυλόπιτας, μα θύμωνε και ένιωθε τόσο χαζός που νόμισε ότι η κοπέλα ενδιαφέρεται ενώ δεν ενδιαφερόταν που πλέον αμφέβαλλε τόσο πολύ για την κρίση του και φοβάται ότι ερμήνευσε μια φιλική συμπεριφορά της ως φλερτ!  Η ερώτηση είναι: Πως το ξεπερνάει όταν την επόμενη ήμερα θα την ξαναδεί και θα του θυμίζει πόσο πολύ νιώθει ότι έχει εξευτελιστεί;. Σε κάθε περίπτωση, δεν αφήνει περιθώρια στον εαυτό του για περισσότερα, οπότε θα το πάρει απόφαση ότι δεν υπάρχει παρακάτω και θα σταματήσει να ασχολείται με το τι θέλει, εφόσον η κοπέλα δεν θέλει αυτό που θέλει αυτός. «Νικηφόρε πάντα είχες πολύ καλή σχέση με την πραγματικότητα, δεν νομίζω να κινδυνεύεις από αυταπάτες και ονειροφαντασίες που τόλμησες να της πεις ότι σου αρέσει. Θέλει δύναμη να το δείξεις, μιας και το αποτέλεσμα δεν είναι ποτέ σίγουρο. Όσοι δεν το κάνουν είναι γιατί φοβούνται την απόρριψη, την έκθεση. Τα χαμογελάκια και κλεισίματα ματιών, είναι η δική της ανάγκη για επιβεβαίωση. Δε θέλει εσένα, αλλά τη βρίσκει που τη γουστάρεις. Αγνόησέ την και προστάτευσε τον εαυτό σου. Όταν λοιπόν μαζέψεις και με την ηλεκτρική σκούπα αυτά τα νόστιμα  ψίχουλα ενδιαφέροντος που σου ρίχνει, θα έρθει και η οριστική διαγραφή. Μην αμφισβητείς τον εαυτό σου. Δεν είσαι τρελός όταν σου κλείνει το μάτι. Άστη να πάει στο καλό και πάμε γι’ άλλα. Οπότε στη συνέχεια πάμε με αέρα!.... είμαι ένας cool, ελεύθερος, ωραίος νεαρός, που φλέρταρε και ε, τι να κάνουμε που δεν πέτυχε, τώρα έχουμε άλλα πράγματα να ασχοληθούμε,.... κι άσ΄ την αυτήν να βλεφαρίζει μόνη της πια, σα να ΄χει πάθει επιπεφυκίτιδα!  Η πραγματικότητα είναι πως ναι, θα ήταν πάρα πολύ ωραίο, αλλά δεν έγινε. Η ζωή προχωρά, μη χάνεις το χρόνο σου μένοντας κολλημένος  και ο χρόνος όλα τα διορθώνει, αρκεί να τον αφήνουμε να κάνει τη δουλειά του χωρίς ψευδαισθήσεις.» Συνομιλούσε ο Νικηφόρος με τον εαυτό του.
Μπροστά του είναι σιδηροδρομικός σταθμός που εξυπηρετείται από τα τοπικά τρένα ανάμεσα στο Λειανοκλάδι και τη Στυλίδα.  Σημαντικό ρόλο έπαιξε το τρένο που με τα δρομολόγια που μετέφερε πολύ κόσμο στην πλησιέστερη, λαϊκή παραλία της πόλης. Μία αμμουδερή παραλία και μια πολυσύχναστη ακτή με ψιλή άμμο που την προτιμούσε ιδιαίτερα ο νεαρόκοσμος. Η Αγία Μαρίνα Στυλίδας από τα χρόνια του Μεσοπολέμου, αλλά και μεταπολεμικά ήταν την περίοδο του καλοκαιριού «το Φάληρο» της Λαμίας. Εκεί κάθε καλοκαίρι γίνονταν τα μπάνια του λαού. Σ’ αυτό βοηθούσε το τραίνο με δύο δρομολόγια, που έφερνε πολύν κόσμο στην πλησιέστερη λαϊκή παραλία. Στα μεταπολεμικά χρόνια δεκαετίες 1950 και 1960 με το «μουτζούρη», δηλαδή με μια ατμομηχανή και πίσω βαγόνια επιβατικά και φορτηγά, οι κάτοικοι της Λαμίας και των άλλων κοινοτήτων, σε δύο
δρομολόγια ημερησίως, πήγαιναν στην Αγία Μαρίνα και τη Βασιλική Στυλίδας για θαλάσσια μπάνια.
Απορροφημένος στις σκέψεις του δείχνει αφηρημένα αδέξιος και πολλές απορίες τον απασχολούν, απορίες που διογκώνονται και τον επηρεάζουν. Απορίες που είναι κοινές στα μετά-εφηβικά χρόνια των αγοριών και αφορούν κυρίως τα ερωτικά και σεξουαλικά θέματα. Τα επόμενα λεπτά κύλησαν γρήγορα και τον έβγαλαν από την ομίχλη των σκέψεων του. Μπροστά του στη βάση της σιδερένιας γέφυρας μια δεμένη παρέα φίλων του που σχεδόν όλοι συνδέονται χαλαρά μεταξύ τους τον καλούν να απολαύσει τις κοινές τους δραστηριότητες. Η θάλασσα, το νερό, η φύση γενικά έχει την απόλυτη δύναμη, δημιουργεί ισχυρούς δεσμούς, και ο νεανικός αυθορμητισμός, δημιουργούν νέες παρέες και σε βοηθούν να κάνεις νέους φίλους, ενώ ανακαλύπτεις τις δεξιότητες σου, και όχι μόνο. Περνώντας η ώρα η παρέα τους την είδε να μεγαλώνει και να απλώνεται στα βότσαλα της παράλιας. Την ημέρα εκείνη της γιορτής της Αγίας αποθεώθηκε από μια λαοθάλασσα νεαρόκοσμου, η δημοφιλής παραλία...
Ανάμεσα στην παρέα τους ξεχώριζε ο Φίλιππος! Εντελώς αμερόληπτα ο Φίλιππος ήταν, ευγενικός, έξυπνος, και φυσικά ένας νεαρός όμορφος άντρας στα είκοσι τρία του χρόνια. Περνώντας τα χρόνια όταν τον θυμάται καμιά φορά ο Νικηφόρος του θυμίζει τον Hugh Jackman τον ηθοποιό που τρελαίνονταν μαζί του, το γυναικείο κοινό.
Ο Νικηφόρος τον είχε δει πρόσφατα στο δρόμο τη γειτονιάς του μια δυο φορές. Είχε μάθει πως είχε απολυθεί από το στρατό τελευταία έμενε στην Αθήνα, αλλά ερχόταν τακτικά στην πόλη τους στους γονείς του. Στην γειτονιά που έμενε ο Νικηφόρος είχε μια ωραία μονοκατοικία ένας Λαμιώτης μεγαλέμπορας! Η οικογένεια του μεγαλέμπορα είχε μια εικοσάχρονη κόρη ίδια η Κλαούντια Καρντινάλε σε ομορφιά. Μάλιστα μια γειτόνισά τους με καταγωγή από την Κωνσταντινούπολη όταν αναφερόταν στην κοπελιά σαν κάποια γυναίκα πολύ θελκτική, έλεγε. «Σαν τα κρύα τα νερά! Την κοιτάνε σαν ξερολούκουμο. Σαν του Χατζή-Μπεκηρ λουκούμι ο κάτασπρος λαιμός της και μαλεμπί καζάντιμπι ο αναστεναγμός της.»
(Χατζή-Μπεκηρ διάσημο ζαχαροπλαστείο για τα λουκούμια του.)
Ο Φίλιππος ήταν γνωστό ότι είχε επαφές με την οικογένεια και μάλιστα είχε γνωστοποιηθεί πως προοριζόταν για επίσημος μνηστήρας της «Κλαούντια Καρντινάλε»
Και ο Νικηφόρος ήδη βρισκόταν στη ζώνη των δέκα οκτώ του χρόνων ήταν ένας κομψός  νεαρός άνδρας ψηλός μα όχι άχαρος με πλούσιο μαλλί, καστανομελιά μάτια, γεμάτα πάθος για ζωή.  
Όλα ξεκίνησαν όταν κάποια στιγμή ο Φίλιππος αστειευόμενος προκάλεσε το Νικηφόρο σε μια αναμέτρηση, έναν αγώνα κολύμβησης οι δυο τους μεχρι το τέλος της σιδερένιας γέφυρας.
«Συμφωνώ! Και τι μεγάλο έπαθλο περιμένει τον νικητή;» ρώτησε ο Νικηφόρος απευθυνόμενος στον Φίλιππο, προσπαθώντας να  φαίνεται αθώος και αφελής και ότι δεν κάνει υπόδειξη!
«Τι προτείνεις;» 
«Χμ!»
«Λοιπόν έχω να προτείνω εγώ κάποιο καλό καφέ- ρεστοράν το απόγευμα για ένα ποτό η καφε εάν συμφωνείς! Στο λόφο του Αγίου Λουκά! Πάνω από την γειτονιά σου!»
«Ενδιαφέρον μου ακούγεται ...! Όμορφο μέρος για καφε και ποτό!»
Ο αναμέτρηση για τον Νικηφόρο ήταν φιάσκο. Ο Φίλιππος ήταν δεινός κολυμβητής! Ο Νικηφόρος στο τέλος της αναμέτρησης διαπίστωσε πως ο Φίλιππος κατείχε σε βάθος τις τεχνικές κολύμβησης! 
«Το ξέρεις ότι κολυμπάς λάθος στο νερό;» Του δήλωσε ο Φίλιππος.
«Καταλαβαίνω ότι κολυμπάω λάθος αλλά δεν ξέρω από που να αρχίσω και τι να πρωτοδιορθώσω!»
«Λοιπόν, θα σε βοηθήσω να το διορθώσουμε. Κατ΄ αρχήν ας το αναλύσουμε! Το νερό είναι οκτακόσιες φορές πιο πυκνό από τον αέρα, πράγμα που σημαίνει ότι η κακή τεχνική σε επιβραδύνει και σε κουράζει πολύ γρήγορα και επομένως είναι δύσκολο να κολυμπήσεις πολύ μακριά.» Πηγαίνει δίπλα του και τον πιάνει από τη μέση για να του δείξει τη σωστή θέση μέσα στο νερό. 
«Είναι σαφές ότι αυτό που θέλουμε να πετύχουμε είναι να μειώσουμε τις αντιστάσεις του σώματός μας μέσα στο νερό. Για να γίνει αυτό χρειάζεται να μένεις ψηλά στο νερό και όσο το δυνατό πιο ευθυγραμμισμένος. Τα δυνατά πόδια σου μπορούν να βοηθήσουν σημαντικά προς αυτή την κατεύθυνση. Η σωστή θέση στο κεφάλι σου βοηθά να μένουν τα πόδια ψηλά μέσα στο νερό.» 
Ο Φίλιππος όταν βοήθησε το Νικηφόρο να οριζοντιώσει το κορμί του στο νερό του έδινε συμβουλές που θα τον βοηθήσουν να βελτιώσει την τεχνική του. Του εξηγεί υπομονετικά. Αποφεύγει τις τεχνικές λεπτομέρειες. Ο Νικηφόρος σε αυτή τη θέση ένιωθε τον φαλλό και τα «καρύδια» του να κρέμονται χαλαρά μέσα στο ζεστό νερό όταν ξαφνικά ένιωσε το χέρι του Φίλιππα πάνω από το μαγιό του να χαιδευει με μαεστρία τις μπάλες του. Όλα έγιναν πολύ γρήγορα. Δεν έχει καν προλάβει να συνειδητοποιήσει τι γίνεται. Εάν το θέλει ή όχι. Εάν του αρέσει ή όχι. Σαφέστατα ο πούτσος του είχε άλλη γνώμη. Έγινε σκληρός σαν πέτρα. Ο Νικηφόρος έκπληκτος διαπιστωνει το σύστημα του «μου αρέσει» έχει ηδονική επίδραση επάνω του και το  φαινόμενο της αυθόρμητη στύσης, επιτυγχάνεται μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα που του προκαλεί «μυρμήγκιασμα» στα γεννητικά όργανα, σαν να προδίδει κάπως το σώμα το μυαλό του και τα συναισθήματά του! Αναρωτιέται πως του συμβαίνει κάτι τέτοιο γιατί δεν είχε καμιά επιθυμία για ερωτική επαφή εκείνη τη στιγμή. Αμήχανα και μηχανικά αφέθηκε στο χάδι του. Σιγά - σιγά άρχισε να καυλώνει συνειδητά. 
Αργότερα μεστωμένος ενήλικας κάπου διάβασε το παράδειγμα  το σύστημα της «εκμάθησης» του σώματος, (learning system) που μαθαίνουμε να προσδοκούμε κάτι από έναν ερεθισμό όπως τα σκυλιά του Pavlov. Ο Pavlov τους έμαθε ότι κάθε φορά που χτυπάει το κουδούνι θα εμφανιστεί το φαγητό τους, ώσπου τα σκυλιά άκουγαν το κουδούνι και είχαν σάλια χωρίς να εμφανιστεί φαγητό. Αυτό δεν σημαίνει ότι τα σκυλιά ήθελαν να φάνε το κουδούνι! Σημαίνει ότι έμαθαν ότι το κουδούνι ήταν ερέθισμα που σχετίζεται με το φαγητό. Έτσι και ο Νικηφόρος δεν σκεφτόταν το σεξ με τον Φίλιππο αλλά το σώμα του είχε μάθει ότι να του χαϊδεύουν την «οικογένεια» ήταν ερέθισμα που σχετιζόταν με το σεξ και είναι μια αυτόματη σωματική αντίδραση που συχνά δε μπορούσε να την ελέγξει. Αμήχανα και μηχανικά αφέθηκε στο χάδι του Φίλιππα. Σιγά - σιγά άρχισε να καυλώνει συνειδητά με το χέρι του Φίλιππα πλέον να τον χουφτώνει πάνω από το μαγιό, καθώς έσκυψε και του είπε σιγά στο αυτί! «Φιλαράκο μου το μαγιό σου έχει φουσκώσει τόσο πολύ που νομίζω ότι έχει χωθεί ανακόντα μέσα. Το είχα καταλάβει πως έχεις προσόντα.»
Ο Νικηφόρος ξερόβηξε λίγο αμήχανα και του λέει! «Χμμμ! Νομίζω ότι έχει δημιουργηθεί πρόβλημα μήπως να βγούμε από το νερό να ηρεμήσουμε;»
Η επόμενες στιγμές βρήκαν το Νικηφόρο ιδρωμένο έξω από τη θάλασσα με τον ήλιο από πάνω του να καίει. Είχε βγει πρώτος έξω και με πέντε βήματα βρέθηκε στην αμμουδιά. Μετά από λίγο βγήκε και ο Φίλιππος και χωρίς δεύτερη σκέψη άραξε δίπλα στο Νικηφόρο.
«Μην βλέπεις το χαμένο ποντάρισμα της αναμέτρησης σαν αποτυχία.» του λέει.
«Ο ποιητής λέει πως σαν χαμένος έχω ελπίδες.» Του λέει ο Νικηφόρος.
«Για πες μου τι λέει ο ποιητής.»
«Αναμετρήθηκαν για τα μάτια της Ελένης, όμως εκείνη προτίμησε τον Νικηφόρο κι ας ήταν αυτός που κατέληξε στο νοσοκομείο.» 
«Λοιπόν ώρα να τα μαζεύουμε έρχεται το τραίνο! Στον Άγιο Λουκά κερνάω το φαγητό πληρώνεις τα ποτά που έχασες!»
Απόγευμα ήδη βρίσκονται στη δροσιά που προσφέρει το δημοτικό περίπτερο του λόφου. Η σκηνή στη θάλασσα έχει ξεχαστεί. Ο Νικηφόρος το εξέλαβε ως ένα παιχνίδι, μια ακραία προχωρημένη χειρονομία μεταξύ φίλων χωρίς συνέχεια.
Ο λόφος του Αγίου Λουκά είναι ένας κατάφυτος λόφος της Λαμίας, που βρίσκεται ακριβώς πάνω από την Πλατεία Διάκου, με εύκολη πρόσβαση από εκεί. Εκεί ο επισκέπτης μπορεί να απολαύσει έναν ευχάριστο περίπατο, φαγητό, καφέ ή ποτό στο δημοτικό περίπτερο με τη μαγευτική θέα στην Οίτη, την Κοιλάδα του Σπερχειού και το Μαλιακό Κόλπο. Μέσα στο καταπράσινο δασύλλιο υπάρχει το εκκλησάκι του Αγίου Λουκά, πολιούχου της πόλης της Λαμίας, ένας μικρός ναός σταυροειδής χωρίς τρούλο που χτίστηκε ως ξωκλήσι το 1910. Έχει ιστορικό ενδιαφέρον για τις μνήμες των κατοίκων λόγω της σύνδεσής του με σημαντικά ιστορικά γεγονότα, ενώ έχει χαρακτηριστεί ιστορικό διατηρητέο μνημείο από το Υπουργείο Πολιτισμού.
Το πυκνό δάσος προς την δυτική του πλευρά γειτνίαζε με βοσκοτόπια και το πανέμορφο αυτό δασύλλιο της δυτικής πλευράς ήταν τόπος ερωτικής συνεύρεσης, συνήθως κρυφής! Ήταν η γαμηστρώνα της περιοχής! Ο Νικηφόρος θυμάται μια ιστορία που τους έλεγε μια ανέραστη καθηγητρια των θρησκευτικών. Τους είχε πει ότι έβλεπε σκιές, κακά πνεύματα δηλαδή, σε αυτό το δάσος, γιατί έλεγε πως πηγαίνουν οι νέοι και κάνουν σεξ πριν τον γάμο. Επίσης τους έλεγε άμα έχουν κάνει σεξ πριν τον γάμο θα πάνε κόλαση.
Είχαν τελειώσει το φαγητό τους και απολάμβαναν τον απογευματινό καφε τους. Οι λάτρεις του καφέ και της μοναξιάς θα υπερασπιστούν αυτήν τη πρωινή τελετουργία, λέγοντας πως λίγος ποιοτικός χρόνος με τον εαυτό μας και μια κούπα καλού καφέ, αξίζει πολλά περισσότερα.» Ο Νικηφόρος δεν θα διαφωνήσει, όμως ως γνήσιος λάτρης της επαφής και της κοινωνικότητας αντιπαρέρχεται και λέει πως σαν τον απογευματινό καφέ δεν έχει. Ο απογευματινός καφές είναι ο βασικός λόγος συνάντησης με φίλους. Η έκφραση «πάμε για καφέ» είναι πια ατάκα-ορόσημο που ενώνει την παρέα, σήμα κατατεθέν χαλάρωσης και χαβαλέ. Αυτές τις στιγμές απολαμβάνουν οι δυο φίλοι μας.
«Ώρα να φύγουμε» προτείνει ο Νικηφόρος! Όπου να 'ναι θα δύσει ο ήλιος πίσω απ' τις κορφές στα απέναντι βουνά της Οίτης και της Γκιώνας και θα χαθεί. Κατηφόρισαν το δρόμο από το δεξιό πυκνό αλσύλλιο. Καθώς, ο ήλιος έγειρε και ο ίσκιος τους μεγάλωνε περπατούσαν αμίλητοι την επιστροφή προς την πόλη οι απέναντι πλαγιές του λόφου παίρνουν το θαμπό χρώμα στο απογευματινό σούρουπο.
Στο δρόμο ο Νικηφόρος νιώθει την ανάγκη ότι θελει να ουρήσει. Ζητάει συγνώμη από τον Φίλιππο και μπαίνει μέσα στο δασύλλιο «στη γαμηστρώνα» για την ανάγκη του. Ο Φίλιππος τον ακολουθεί και αυτός μέσα στο δάσος.» Μπροστά στα πόδια τους σέρνεται μια χελώνα με μαύρο κρασπεδωτό καβούκι.
«Μια αρχαία παροιμία λέει πως αν σε κατουρήσει χελώνα είναι γούρι.» του λέει γελώντας ο Φίλιππος του Νικηφόρου..
Αδειάζει την κύστη του ο Νικηφόρος και ετοιμάζεται να συμμαζευτεί. Ο Φίλιππος απλώνει το χέρι να του πιάσει και πάλι τον πούτσο.
«Θέλω να τον δω,» Του λέει! Τον πιάνει με το χέρι του και του τον παίζει λίγο ανάποδα. Κάνει να γονατίσει.
Ο Νικηφόρος τον πιάνει όμως από τον ώμο και τον κολλάει πισωκολλητά στο κορμό του δέντρου, τον κοιτάζει στα μάτια και του λέει: «Τι είναι αυτό που ζητάς;»
«Ξέρεις τι θέλω!»
«Φίλε μου αυτό ξεχασέτο δεν θα γίνει»
«Κρίμα,» λέει αμήχανα.
«Πάρε το χέρι σου μόνο, πριν μας δουν!»
«Έχεις δίκιο, παρασύρθηκα! Ίσως κάποια μέρα ξανασυναντηθούμε, ίσως και πάλι να μην ξαναβρεθούμε ποτέ.»
ΥΓ: Θέλεις η μοίρα, θέλεις ο χρόνος που όλα τα ισοπεδώνει στη διάβα του δεν συναντήθηκαν ξανά ποτέ!
Του Νικηφόρου ο ανδρικός πισινός στο μυαλό του φάνταζε ένα Φυσικό απόρθητο φρούριο που δεν επιδεχόταν κυριαρχίας!  Τα όρια της απαγόρευσης εγκατάλειψης του οχυρού είχαν καθοριστεί με εξονυχιστική ακρίβεια στο «πρακτικό» που είχε συνταχθεί στο μυαλό του.

Παρασκευή 6 Ιουνίου 2025

Personal Trainer - fitness training

...Ένα μικρο απόσπασμα από τo...Ερωτική Μυθοπλασία: ΙΙ...(Part:6)...Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας του συγγραφέα. Τα ονόματα, οι χαρακτήρες, οι τοποθεσίες .....κλπ.. Βλέπε λεπτομέρειες στο Ερωτική Μυθοπλασία: ΙΙ (Part:1) Ερωτική Μυθοπλασία: ΙΙ (Part..1)...........
«Στη θεωρία καλά τα λες...»
Η φωνή της Φαίδρας έσπασε τη σιωπή του δειλινού, καθώς έσκυψε προς τα πίσω και κάρφωσε τα μάτια της στον Νικηφόρο.
«Για να σε δω και στην πράξη. Η θεωρία είναι εύκολη, αλλά από τη θεωρία μέχρι την πράξη υπάρχει μεγάλη απόσταση. Για φαντάσου, λοιπόν, να γυρίζεις σπίτι και, μόλις ανοίγεις την πόρτα, να βλέπεις τη γυναίκα σου στον καναπέ του σαλονιού σας, μαζί με τον καινούργιο της γαμιά, να κάνουν “σουηδική” γυμναστική. Θα σου φαινόταν φυσιολογική μια τέτοια εικόνα;»
Η Νεφέλη κοίταξε τη Φαίδρα, με τα μάτια της να πηγαινοέρχονται από τον Νικηφόρο στη φίλη της και πάλι πίσω, σαν σε αγώνα τένις. Η πρόκληση είχε πέσει στο τραπέζι σαν ωμή γροθιά, έτοιμη να γκρεμίσει μονομιάς ολόκληρο το φιλοσοφικό οικοδόμημα του Νικηφόρου.
Εκείνος, ωστόσο, δεν έχασε την ψυχραιμία του. Το αινιγματικό μειδίαμα του, αργό και βαθύ, κουβαλούσε όλη τη θορυβώδη εμπειρία ενός ανθρώπου που είχε δει τους ωκεανούς και τις ανθρώπινες ψυχές να φουσκώνουν και να ξεφουσκώνουν.
«Φαίδρα... Θέλω να καταλάβεις πλήρως, χωρίς κανέναν περιορισμό, αυτό που συμβαίνει. Για έναν ναυτικό, μέσα στη μοναξιά του, οι πιο συχνές, πικάντικες και γαργαλιστικές ερωτικές φαντασιώσεις περιστρέφονται ακριβώς γύρω από αυτό το θέμα.»
«Σε καταλαβαίνω χωρίς κανέναν ενδοιασμό ή αμφιβολία και αντιλαμβάνομαι απόλυτα τι εννοείς. Δεν μου είπες όμως τι κάνεις εσύ.»
«Φαίδρα, πάντα ήμουν αρκετά ανοιχτός σεξουαλικά, αλλά πίστευα πως η Εριφύλη ήταν περισσότερο επιφυλακτική. Έκανα, όμως, μεγάλο λάθος. Όταν αρχίσαμε να μοιραζόμαστε μεταξύ μας τις φαντασιώσεις μας, συνειδητοποίησα πως είναι εξίσου ανοιχτή με τη σεξουαλικότητά της όσο κι εγώ.
Τι κάνω, λοιπόν; Μου βάζεις δύσκολα να το πω! Ο άνθρωπος που μιλάει πρέπει να βρίσκει τις κατάλληλες λέξεις και να έχει την ικανότητα να εκφράζει με σαφήνεια αυτό ακριβώς που αισθάνεται.»
«Έχω υπομονή να ακούσω! Θα ήθελα πολύ να μοιραστείς μαζί μας την εμπειρία σου πάνω σε αυτό το θέμα, αλλά και τη δική σου άποψη. Θέλω μονάχα να μάθω», επέμεινε η Φαίδρα.
Η Νεφέλη, δίπλα της, κρεμόταν από τα χείλη του Νικηφόρου, έτοιμη να απορροφήσει κάθε του λέξη.
Εδώ η σκηνή περνά από τον διάλογο στην αφήγηση μιας παλαιότερης εμπειρίας, οπότε αξίζει να γίνει λίγο πιο ομαλή η μετάβαση. Επίσης, το σημείο με τον personal trainer μπορεί να αποκτήσει περισσότερη ένταση αν αφήσουμε τη ζήλια του Νικηφόρου να φανεί έμμεσα, χωρίς να την εξηγούμε αμέσως.
«Ωραία! Θέλεις, λοιπόν, να μάθεις...»
Ο Νικηφόρος πήρε μια βαθιά ανάσα, αν και απεχθανόταν τον συγκαταβατικό τόνο που είχε πάρει η φωνή του.
«Η απιστία, αγαπητή μου Φαίδρα, δεν είναι απαραίτητα ένα προσωρινό φαινόμενο. Είναι ένα σύνθετο ζήτημα. Το μυαλό μας, Φαίδρα, λειτουργεί σαν ένας ατέρμονος αργαλειός, πλέκοντας αδιάκοπα νήματα σκέψεων σε ένα περίπλοκο δίκτυο, σαν τους αριστουργηματικούς ιστούς της αράχνης. Μερικές φορές, μάλιστα, έχουμε την αίσθηση πως παγιδευόμαστε μέσα στις ίδιες μας τις σκέψεις.»
Έκανε μια μικρή παύση, αφήνοντας τα λόγια του να αιωρηθούν για λίγο στη σιωπή, πριν αρχίσει να ξετυλίγει την ιστορία.
..Οι καλοκαιρινές διακοπές είχαν πλέον περάσει. Η Εριφύλη, εκτός από τις υποχρεώσεις του σπιτιού, βοηθούσε την ενορία μας στο κοινωνικό της έργο, καθώς και στο εργαστήριο βυζαντινής αγιογραφίας της εκκλησίας μας. Τα παιδιά είχαν επιστρέψει στο σχολείο κι εγώ είχα ήδη ετοιμάσει τις βαλίτσες μου και συγκεντρώσει τα απαραίτητα ταξιδιωτικά έγγραφα, περιμένοντας να φύγω για μπάρκο.
Η Εριφύλη είχε επίσης επιστρέψει στο ετήσιο πρόγραμμά της στο τοπικό γυμναστήριο, έναν σύγχρονο και πλήρως εξοπλισμένο χώρο άθλησης και ευεξίας στην περιοχή μας, όπου προσφέρονταν προγράμματα για αρχάριους και προχωρημένους.
Από τις πρώτες κιόλας ημέρες που ξεκίνησε να πηγαίνει, μου τόνισε πόσο ενθουσιασμένη ήταν με τον καινούργιο personal trainer», συνέχισε ο Νικηφόρος, με τη φωνή του να χαμηλώνει, παίρνοντας έναν σχεδόν εξομολογητικό τόνο.
«Την είχε εντυπωσιάσει η εμφάνισή του... Το κατάλαβα από τον τρόπο που μιλούσε γι’ αυτόν. Ένιωσα πως είχε γοητευτεί. Τον εγκωμίαζε με ιδιαίτερη έμφαση, μιλώντας για τις ικανότητές του, το σώμα του, τον τρόπο με τον οποίο έκανε τη δουλειά του. Ένας πολύ ωραίος άνδρας, με όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που κάνουν έναν γυμναστή ιδιαίτερα ελκυστικό. Και, το σημαντικότερο για εκείνη, νέος σε ηλικία!»
Ένα ειρωνικό, πικρό χαμόγελο σχηματίστηκε στις άκρες των χειλιών του, καθώς οι λέξεις της Εριφύλης επέστρεφαν στη μνήμη του, μία προς μία.
«Μου τον παρουσίαζε με έναν ενθουσιασμό που με έβαζε σε περίεργες σκέψεις. Για να είμαι ειλικρινής, δεν τις θεωρούσα και τόσο περίεργες· απλώς δεν είχα ακόμη την επιβεβαίωση όσων υποψιαζόμουν. Κάτι μέσα μου, όμως, ψιθύριζε πως, πριν ακόμη φύγω για μπάρκο, εκείνη ήταν ήδη ανυπόμονη και έτοιμη να του δώσει την άδεια να πλησιάσει το κορμί της.»
Η Νεφέλη άκουγε απορροφημένη, ενώ η Φαίδρα δεν έπαιρνε τα μάτια της από πάνω του, παρακολουθώντας τον τρόπο με τον οποίο ο Νικηφόρος ξεγύμνωνε, χωρίς περιστροφές, τη δική του υποψία.
«Πρόκειται για μια κλασική περίπτωση όπου η πραγματικότητα μιας γυναίκας, η προσωπική της ζωή, τα συναισθήματά της, η καθημερινότητά της, επισκιάζεται πλήρως από την προβολή των επιθυμιών των άλλων. Οι άνδρες στο γυμναστήριο δεν βλέπουν απαραίτητα την ίδια την Εριφύλη· βλέπουν τον ρόλο που της έχουν αποδώσει μέσα στο μυαλό τους.
Το γεγονός ότι είναι παντρεμένη, νοικοκυρά και μητέρα λειτουργεί σαν ένα αόρατο τείχος. Ένα τείχος που, παράξενο κι αν ακούγεται, δεν εξαφανίζει τις φαντασιώσεις· αντίθετα, για κάποιους μπορεί να τις κάνει ακόμη πιο έντονες. Η ιδιότητά της ως συζύγου και μητέρας ενισχύει την αίσθηση του απαγορευμένου καρπού, κάνοντάς την ακόμη πιο ελκυστική ακριβώς επειδή θεωρείται “δύσκολος στόχος”, μια γυναίκα που δεν είναι διαθέσιμη...»
«Ήταν μια Δευτέρα. Λόγω κάποιου απρόοπτου συμβάντος, γύρισα ξαφνικά στο σπίτι μας, πρωινή ώρα. Γύρω στις δέκα, ήτανε θαρρώ.
Έφτασα στο σπίτι, έβαλα το αυτοκίνητο στο πάρκινγκ, ανέβηκα τις σκάλες και άνοιξα την πόρτα. Με το που μπήκα, αντίκρισα τη γυναίκα μου μαζί με τον γυμναστή να κάνουν γυμναστική.
Πιο συγκεκριμένα, η Εριφύλη βρισκόταν σε θέση με τα πόδια ανοιχτά και ελαφρώς λυγισμένα, ενώ ο γυμναστής στεκόταν όρθιος πίσω της και της κρατούσε τα χέρια, καθοδηγώντας τις κινήσεις της. Εκ πρώτης όψεως, η εικόνα μπορούσε να θεωρηθεί απολύτως φυσιολογική. Θα μπορούσε να πρόκειται για μια άσκηση μυϊκής διάτασης, από εκείνες που βοηθούν στην επιμήκυνση των μυών και των συνδετικών ιστών.
Ο Αχιλλέας, άλλωστε, φαινόταν να βοηθά την Εριφύλη στις απαραίτητες ασκήσεις.
Δεν ήταν όμως ακριβώς έτσι τα πράγματα.
Παρατηρώντας καλύτερα, άρχισα να διακρίνω κάτι που δεν ταίριαζε με μια τυπική προπόνηση. Η γλώσσα του σώματος, το ύφος και, κυρίως, η ενέργεια της Εριφύλης πρόδιδαν μια οικειότητα που ξεπερνούσε τα όρια μιας συνηθισμένης συνεδρίας.»
«Και τότε εσύ τι κάνεις;» τον ρώτησε η Φαίδρα. «Πώς το διαχειρίζεσαι;»
Η ερώτησή της έμεινε για λίγο να αιωρείται στον αέρα. Τον κοιτούσε ελαφρώς σαστισμένη, περιμένοντας την απάντησή του.
Ο Νικηφόρος σήκωσε τους ώμους, χαμογέλασε και συνέχισε:
«Καλημέρα!» τους λέω.
«Βρε, καλώς τον αντρούλη μου!» μου λέει η Εριφύλη.
«Από εδώ ο Αχιλλέας, ο νέος personal trainer στο γυμναστήριο, για τον οποίο σου έχω μιλήσει.»
«Χάρηκα για τη γνωριμία μας», μου λέει ο Αχιλλέας.
«Πως και γύρισες έτσι ξαφνικά και τόσο νωρίς, αγάπη μου; Δεν πήγες στον Πειραιά, όπως είχες προγραμματίσει;»
«Τι είπες, αγάπη μου;»
«Μου φάνηκε παράξενο που γύρισες. Νόμιζα πως θα ήθελες να μου διακόψεις τη συνεδρία με τον γυμναστή μου!»
«Ούτε καν να το σκεφτείς, μωρό μου! Αλλά κάνω λάθος; Είχα την εντύπωση πως η συνεδρία σου θα ξεκινούσε στους χώρους του γυμναστηρίου.»
«Η πρώτη συνεδρία γνωριμίας συμφωνήσαμε να γίνει στον δικό μου χώρο. Νιώθω πιο ασφαλής έτσι.»
«Το σαλόνι μας πληροί, λοιπόν, όλα τα προαπαιτούμενα κριτήρια για την επίτευξη του σκοπού σου;» τη ρωτάω, κάπως περίεργος.
«Ο μεγάλος διπλός καναπές είναι ιδανικός για να δώσω τον καλύτερό μου εαυτό, σε έναν χώρο οικείο και γνώριμο σε μένα», μου τονίζει η Εριφύλη.
«Δεν διαφωνώ! Σ’ αυτόν τον καναπέ, οι δυο μας γίναμε καλύτεροι και πιο εφευρετικοί εραστές, δοκιμάζοντας από την Αψίδα του Θριάμβου μέχρι τη Γέφυρα του Λονδίνου, πάντα για την αμοιβαία μας απόλαυση! Ευκαιρία είναι να γνωρίσω και τον προσωπικό γυμναστή σου. Άλλωστε, είχες προτείνει να τον προσκαλέσεις για ένα ποτό, ώστε να τον γνωρίσω.»
«Ναι, αλλά να που γύρισες ξαφνικά, χωρίς να σε περιμένω.»
«Δεν θα σας ενοχλήσω στο πρόγραμμά σας!» της απαντώ.
Είναι σαν να της έδωσα την «άδεια» που χρειαζόταν, χωρίς καν να μου την έχει ζητήσει.
Η Εριφύλη, έχοντας πλέον την «πράσινη κάρτα» μου, ίσιωσε το σώμα της.
«Το ξέρω, αγάπη μου, ότι έχω την απόλυτη κατανόησή σου, αλλά φοβάμαι πως ο γυμναστής μου θα νιώθει άβολα με την παρουσία σου. Η αμηχανία του μπορεί να επηρεάσει την ικανότητά του να εκπληρώσει τις, απορρέουσες από τη συμφωνία μας, υποχρεώσεις του! Να δυσκολεύεται, δηλαδή, να ασκήσει τα καθήκοντά του και να ολοκληρώσει τη συνεδρία μας με τη δέουσα επιμέλεια και αρτιότητα, σύμφωνα με τις ανάγκες μου!»
«Ωραίο κι αυτό! Ο γυμναστής θα δυσκολεύεται να λειτουργήσει και να εκπληρώσει άρτια τις υποχρεώσεις του. Και τι είναι ο γυμναστής σου, μωρό μου; Μαθηματική συνάρτηση που θα χάσει τον άξονα συμμετρίας;»
«Ξέρεις γιατί μιλάω, Νικηφόρε μου! Θέλεις να αποτύχει η συνεδρία μας και να μείνει το μωρό σου ανικανοποίητο, δηλαδή; Να καταλήξει στα ψυχοφάρμακα;»
«Τι κορμί θα παραδώσεις, ρε ψυχή...» μου ήρθε να πω, αλλά το κατάπια.
«Ρε ψυχή μου! Τι δυσοίωνες προβλέψεις βάζεις στο μυαλό σου!» της λέω. «Άκου ψυχοφάρμακα! Εγώ στο τέλος της εβδομάδας φεύγω! Είναι δυνατόν να θέλω να αφήσω πίσω μου το μωρό μου ψυχολογικά δυστυχισμένο;»
«Αγάπη μου, πόσο σε λατρεύω που με καταλαβαίνεις, μου συμπαραστέκεσαι και μου δίνεις ηθική υποστήριξη!»
«Κορίτσια, το πόσο με λατρεύει που μου είπε το προσπερνάω. Ας το αφήσουμε, όμως, να έχω τις αμφιβολίες μου. Είναι προτιμότερο να αμφιβάλλω παρά να δεχτώ πως δεν τρέφει για μένα τα αισθήματα που μου δείχνει.»
«Λοιπόν, πώς σου φάνηκε ο γυμναστής μου;» με ρωτάει.
«Με βάση την εμφάνισή του, “ωραίος τύπος φαίνεται”. Και εμπιστεύομαι την κρίση σου με κλειστά μάτια. Ώρα είναι να ανακαλύψεις και τα κρυφά ταλέντα και τις δεξιότητες που μπορεί να έχει ο γυμναστής σου!»
«Νικηφόρε, μ’ αγαπάς;» ακούστηκε η ναζιάρικη φωνή της Εριφύλης.
«Τι είναι πάλι;» της λέω.
«Μείνε στο γραφείο σου ή στο δωμάτιο μας. Αν σε χρειαστώ, θα σε καλέσω εγώ με μήνυμα στο κινητό σου.»
«Γιατί, ομορφιά μου; Τι φοβάσαι;»
«Τίποτα το ιδιαίτερο, αγάπη μου! Απλώς, όταν ανυπομονώ πολύ για κάτι, βρίσκομαι σε μια ψυχική ένταση και ανησυχώ για το τι μπορεί να πάει στραβά. Δεν μπορώ να χαλαρώσω. Και, όπως είπαμε, για τον γυμναστή... έχεις φύγει!»
Εκείνη τη στιγμή ο Αχιλλέας έβγαινε από την τουαλέτα και επέστρεφε στο σαλόνι. Του είπα πως χάρηκα για τη γνωριμία μας και ανταλλάξαμε τα γνωστά, εκείνα που λες όταν συναντάς έναν γυμναστή και η κουβέντα περιστρέφεται γύρω από τη γυμναστική και την ψυχική υγεία.
«Ευχαριστώ για την εμπιστοσύνη σας!» μου είπε.
Ζήτησα την κατανόησή τους που δεν θα έμενα. Οι δυο άντρες κοιταχτήκαμε για λίγες στιγμές στα μάτια. Το γεγονός ότι αναχωρούσα και τους άφηνα μόνους δεν φάνηκε να εκπλήσσει ιδιαίτερα τον Αχιλλέα. Ένα χαμόγελο αυτοπεποίθησης σχηματίστηκε στα χείλη του, καθώς του έδωσα εγκάρδια το χέρι μου.
«Έχω ακούσει εντυπωσιακά πράγματα για τη δουλειά σου από τη σύζυγό μου. Χαίρομαι που σε γνώρισα», του είπα.
«Ομοίως. Εκτιμώ την ευκαιρία να γνωρίσω τον σύζυγο της αξιολάτρευτης πελάτισσας μας. Και, φυσικά, θα ήταν χαρά μας να σας έχουμε κάποια στιγμή κι εσάς πελάτη.»
«Επιφυλάσσομαι για το μέλλον. Προς το παρόν, μου είναι αδύνατον», του απάντησα.
«Φαντασιώσεις μας λες, αγορίνα μου, αλλά έχει σασπένς η ιστορία σου και μας κόβεις τη συνέχεια στο καλύτερο», πέταξε η Νεφέλη.
Όπως είπα, πήγα στο πίσω δωμάτιο, αφήνοντάς τους στην ησυχία τους.
Πέρασαν περίπου δέκα λεπτά. Από εκεί που άκουγα ένα χαρούμενο ζευγάρι να συνομιλεί, με γέλια και πειράγματα, ξαφνικά απλώθηκε σιωπή.
Πέρασαν ένα-δυο λεπτά ακόμη, ώσπου έλαβα ένα μήνυμα στο κινητό μου.
«Τον ρώτησα γιατί διστάζει και δεν κάνει κανένα βήμα πέρα από τα κλασικά προγράμματα που μου εξηγεί. Του έχω κάνει ξεκάθαρο τι θέλω, αλλά εκείνος εξακολουθεί να κρατά αποστάσεις. Νομίζω πως υποψιάζεται ότι βρίσκεσαι μέσα στο σπίτι και αυτό τον αναστατώνει. Δεν υπάρχει ακόμη εξέλιξη. Τέλος πάντων... κάποια στιγμή θα αποφασίσει.»
Το μήνυμα με αναστάτωσε περισσότερο απ’ όσο θα ήθελα να παραδεχτώ. Για μια στιγμή σκέφτηκα να σηκωθώ και να βγω έξω, να δω τι ακριβώς συνέβαινε. Είχα όμως δώσει τον λόγο μου πως δεν θα παρενέβαινα.
Πέρασαν άλλα δυο-τρία λεπτά μέσα σε απόλυτη σιωπή.
Και τότε ήρθε νέο μήνυμα.
«Δόξα τω Θεώ! Η κατάσταση είχε αρχίσει να γίνεται ανυπόφορη. Νομίζω πως τελικά αποφάσισε να αφεθεί και τώρα τα πράγματα προχωρούν διαφορετικά. Η αμηχανία του έχει εξαφανιστεί. Εγώ παρακολουθώ κάθε του αντίδραση και εκείνος δείχνει πλέον να έχει ξεχάσει τις αναστολές του.»
Διάβασα το μήνυμα ξανά και ξανά. Δεν ήξερα αν έπρεπε να γελάσω, να ανησυχήσω ή να σηκωθώ και να πάω στο σαλόνι.
Τελικά έμεινα στη θέση μου.
Κι εκεί, μόνος μέσα στο δωμάτιο, άρχισα να χαϊδεύω μηχανικά το πέος μου, ενώ ένα πλήθος αντιφατικών σκέψεων περνούσε από το μυαλό μου. Ζήλια, περιέργεια, διέγερση, εμπιστοσύνη, αμφιβολία... όλα μπλεγμένα μεταξύ τους.
Και όσο προσπαθούσα να καταλάβω τι ακριβώς συνέβαινε στο διπλανό δωμάτιο, μια άλλη, πολύ πιο δύσκολη ερώτηση επέστρεφε επίμονα. Πώς είχαμε φτάσει, εγώ και η Εριφύλη, σε αυτό το σημείο;
Και, ακόμη περισσότερο, γιατί ένα κομμάτι του εαυτού μου δεν ήθελε να σταματήσει αυτό που συνέβαινε;
«Να σε ρωτήσω κάτι χωρίς προσχήματα; Κάτι πιο προσωπικό;» τον διέκοψε η Νεφέλη με τη χαρακτηριστική, ωμή αμεσότητά της.
«Απαράδεκτες οι διακοπές, αλλά άντε, ρώτα, ρε Νεφέλη! Αν και, ό,τι υπάρχει μέσα στην ψυχή μας, συνήθως ανείπωτο και καλά κρυμμένο, σήμερα το έχουμε πετάξει έξω μεταξύ μας!
Το προσωπικό μας μάρανε!»
Ο Νικηφόρος χαμήλωσε ελαφρώς τον τόνο της φωνής του και άφησε για λίγο στην άκρη όσα έλεγε. Το βλέμμα του στράφηκε πάνω της, γεμάτο ειλικρινή περιέργεια και προσοχή, περιμένοντας να ακούσει τι ήταν αυτό που την έκανε να διακόψει τη ροή της κουβέντας τους.
«Την πήρατε παρτούζα με τον αρχιτέκτονα;»
Η Φαίδρα δεν άντεξε άλλο τη σιωπή της και ξέσπασε σε ένα σύντομο, νευρικό γέλιο, που αντήχησε μέσα στο σαλόνι του αυτοκινήτου.
Ο Νικηφόρος την κοίταξε για μια στιγμή και κούνησε το κεφάλι του.
«Το τερμάτισες! Μου κάνεις ερώτηση για hardcore πιστούς! Σε καταλαβαίνω, βέβαια, απόλυτα. Υπάρχουν εκείνες οι στιγμές που οι ερωτήσεις ξεφεύγουν από το επίπεδο των γενικών γνώσεων και περνούν σε επίπεδο... μεταπτυχιακού για λίγους και εκλεκτούς.
Δεν μου λες, έχεις φέρει αγιασμό από το μοναστήρι, να ραντίσεις την καμπίνα του αυτοκινήτου; Λεκτικό άντρο της ακολασίας το κάναμε εδώ μέσα σήμερα!
Αλλά γιατί μου κάνεις τέτοιες ερωτήσεις; Δεν με πιστεύεις; Ή μήπως δεν σου αρέσουν αυτά που σας λέω;»
«Να, έτσι έχει περισσότερο ενδιαφέρον η κουβέντα μας!»
«Συνεχίζω, λοιπόν, από εκεί όπου διέκοψα προσωρινά τη δράση της ιστορίας!»
Σε λίγο άκουσα τη βαθιά φωνή του Αχιλλέα.
«Μου ζητάς να σου συμπεριφερθώ σαν να είσαι πόρνη; Αυτό θέλεις;»
«Αχ! Ναι, αγορίνα μου. Αυτό με ξεσηκώνει, με ανάβει. Θέλω να μου φερθείς όπως αξίζει σε μια πουτάνα που απατά τον άντρα της!»
Η γυναίκα, η μητέρα των παιδιών μας, φερόταν σαν πόρνη.
Για λίγο έπεσε μια παράξενη, βαριά σιωπή. Η ατμόσφαιρα του σαλονιού γέμισε από άναρθρους ήχους επιθυμίας, ενώ βογκητά ξέφευγαν από τα χείλη του Αχιλλέα.
Νοερές εικόνες άρχισαν να στήνουν χορό στη σκέψη μου, καθώς φανταζόμουν τις ερωτικές τους στιγμές.
Δεν άντεξα άλλο να παραμένω ψύχραιμος και να τηρώ την υπόσχεση που είχα δώσει στην Εριφύλη. Με είχε κατακλύσει το σύνδρομο του «ματάκια». Αυτό το σεξουαλικό οφθαλμόλουτρο, αυτή η έλξη προς την παρακολούθηση, υπήρχε μέσα μου από νεαρή ηλικία.
Ξέχασα, λοιπόν, τις υποσχέσεις μου στην Εριφύλη. Ήθελα να τους δω στις ερωτικές τους στιγμές. Ήθελα να κάνω μπανιστήρι.
Την είδα, στη φαντασία μου, ολόγυμνη πάνω στον καναπέ, ανάσκελα, να περιμένει τον Αχιλλέα. Εκείνος γονάτισε μπροστά της και έσκυψε προς το μέρος της, ενώ η Εριφύλη βογκούσε και οι γοφοί της ακολουθούσαν ρυθμικά το άγγιγμα του.
«Ομορφάντρα μου! Ξέρεις να φτιάχνεις μια γυναίκα! Δεν αντέχω, η καριόλα...» συνέχισε ανάμεσα στα βογκητά της.
Ο Αχιλλέας της χαμογέλασε. Τα μάτια του ήταν γεμάτα ένα παράξενο μείγμα υπερηφάνειας και επιθυμίας.
Πήρε το μεγάλο, στρογγυλό, πλαϊνό μαξιλάρι του καναπέ και το τοποθέτησε χαμηλά, κάτω από την κοιλιά της. Η Εριφύλη ανασήκωσε το στήθος και τη λεκάνη της, παίρνοντας μια στάση που φανέρωνε πως είχε αφεθεί πλέον ολοκληρωτικά στη στιγμή.
Έπειτα ο Αχιλλέας προχώρησε σε μια πιο τολμηρή κίνηση.
«Όχι...» αναστέναξε εκείνη τρομαγμένη, χωρίς όμως να υποχωρήσει.
Ο Αχιλλέας χαμογέλασε.
«Τι σημαίνει «όχι», ρε μωρό μου; Σφάλμα! Δεν επιτρέπεται η πρόσβαση; Ή σημαίνει ότι δεν έχω τα απαραίτητα δικαιώματα για να εκτελέσω αυτή την ενέργεια;»
«Μη με πιέζεις, σε παρακαλώ! Δεν νιώθω έτοιμη!»
«Δεν νιώθεις έτοιμη για το άνοιγμα και την πρόσβαση;»
«Για τη συγκεκριμένη σύνδεση. Θα φτάσουμε και εκεί, αλλά όχι σήμερα.»
«Θα το διορθώσουμε. Συνήθως, αυτή η επαφή απαιτεί να μου παραδώσεις τα δικαιώματα του λογαριασμού χρήσης, να αναλάβω την κατοχή του πόρου και να προχωρήσω στη διόρθωση των στοιχείων σύνδεσης. Η συγκεκριμένη λύση, βέβαια, εξαρτάται από το αν το σφάλμα παρουσιάζεται επειδή δεν το επιθυμείς ή απλώς επειδή έχεις ηθικές αναστολές!»
«Το θέλω, αλλά σήμερα μου ήρθαν όλα μαζεμένα και αγχώνομαι.»
«Ηρέμησε... Την επόμενη φορά! Προς ενημέρωσή σου, περιστασιακά δουλεύω και σ’ ένα στούντιο ερωτικού μασάζ. Θα κλείσω ένα ραντεβού για σένα και θα σου κάνω ένα καταπληκτικό, λαδωμένο, ερωτικό ιαπωνικό μασάζ, που θα τελειώσει με παθιασμένο σεξ.»
«Ουάου! Δεν υπάρχει περίπτωση να μπει αυτό το παλούκι από πίσω!»
«Άσ’ το σε μένα αυτό. Ξέρω τι να κάνω! Το έχω ξανακάνει πολλές φορές και, σίγουρα, θα γνωρίσεις για τα καλά τα βάθη της κωλοτρυπίδας σου και τη γοητεία του κορμιού σου!»
Ο Αχιλλέας πήρε μια βαθιά ανάσα και, πιάνοντας την δυνατά από τους γοφούς, καρφώθηκε πιο βαθιά μέσα στον κόλπο της, ξανά και ξανά.
Η Νεφέλη δεν χάνει ευκαιρία να διακωμωδεί τη μυθοπλαστική —όπως τη θεωρεί— αφήγηση του Νικηφόρου.

«Σαν το ανέκδοτο με τον Τοτό μας τα λες, αγάπη μου! «Συνουσιάζονταν, συνουσιάζονταν και, στο τέλος, τη γάμησε κιόλας!» Άλλα μου έλεγε, όμως, εμένα όταν ξεκίνησε το γυμναστήριο την περασμένη εβδομάδα.»
«Εσένα τι σου έλεγε, Νεφέλη μου;»
«Εμένα μου έλεγε ότι πήγε αποκλειστικά για την ενδυνάμωση του κορμού και τη βελτίωση της στάσης του σώματος. Και ότι ο προσωπικός της γυμναστής, αντί να είναι αυστηρά επαγγελματίας, μετά το δεύτερο κιόλας μάθημα την περίμενε απ’ έξω, της έπιασε κουβέντα και, στο τέλος, της ζήτησε να πάνε για ποτό.
Καθόλου δεν εκτίμησε το ενδιαφέρον του η Εριφύλη, μέχρι που του έθεσε ξεκάθαρα τα όριά της, για να νιώθει άνετη και ελεύθερη να γυμναστεί όπως θέλει, χωρίς να αισθάνεται την απειλή ότι κάποιος θα έρθει να της πιάσει κουβέντα, σφίγγοντας επιδεικτικά τα μπράτσα του. Και, αν πρέπει να της δείξει κάποια άσκηση, να τη ρωτήσει πρώτα αν μπορεί να την αγγίξει.
Στην απορία μου, όταν τη ρώτησα γιατί δεν αλλάζει γυμναστήριο και κάθεται και ανέχεται τον κάθε γλοιώδη, η Εριφύλη αντέδρασε:
«Γιατί, αν είναι να αλλάζουμε γυμναστήρια και χώρους γενικά κάθε φορά που μας παρενοχλούν, δεν θα μπορούμε να πάμε πουθενά στο τέλος. Δεν είναι το θέμα να φεύγουμε εμείς σαν κυνηγημένες· το θέμα είναι να μαζευτούν οι σάλιαγκες. Που μου σταυροκοπιέσαι με απορία κιόλας...»
Μου είπε αυτά και τώρα εσύ μας λες πως, από τη δεύτερη κιόλας μέρα, όχι μόνο θυμήθηκε όλους τους μυς της πλάτης που αγνοούσε, αλλά οργανώνει και ομαδικές προπονήσεις στο σπίτι μόλις λείπει ο σύζυγος! Μιλάμε για ολικό, ολυμπιακό επίπεδο αφοσίωσης!»
«Είδες;» της πετάει ο Νικηφόρος. «Εσύ της έλεγες τα δικά σου, αλλά η γυναίκα έβαλε τα όριά της, με επαγγελματικότητα! Του έδειξε ποιος κάνει κουμάντο στο σώμα της.»
«Όχι, αγάπη μου, μην το γυρίζεις τώρα στο φεμινιστικό μανιφέστο! Τα όρια τα έβαλε, ναι. Αλλά ο τύπος συνέχισε να είναι εκεί και η Εριφύλη συνέχισε να πηγαίνει στο ίδιο τμήμα, με τον ίδιο γυμναστή, ακριβώς επειδή το “επίμονο ενδιαφέρον” της δίνει μια ωραιότατη δωρεάν αδρεναλίνη που της έλειπε!
Μόνο που σε μένα το έπαιξε και θιγμένη και απελευθερωμένη μαζί και μου πλάσαρε το φεμινιστικό κήρυγμα περί δημόσιου χώρου και δικαιωμάτων.
«Να μαζευτούν οι σάλιαγκες», μου είπε η ατιμούλα; Σαν μάθημα κοινωνικής αγωγής από τη σύγχρονη Μαντώ Μαυρογένους του διαδρόμου και των ελεύθερων βαρών!»
«Εντάξει, ρε Νεφέλη, εσύ ό,τι και να σου πει η ανιψιά σου, το μυαλό σου δεν μπορεί να πάει στο πονηρό; Δεν μπορεί, δηλαδή, μια γυναίκα να θέλει να υπερασπιστεί τον χώρο της χωρίς να σημαίνει πως υπάρχει από πίσω... blockbuster ερωτικό θρίλερ;
Αχ, Νεφέλη μου, εγώ θα σε μάθω να διαβάζεις τα γυναικεία ερωτικά σημάδια;
Η Εριφύλη μας δεν καθόρισε ξεκάθαρα τα αυστηρά όρια, τα σωματικά και τα φυσικά, απέναντι στον γυμναστή της, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει μια ρητή απαγόρευση για το άγγιγμα. Αυτό που του ζήτησε ήταν, αν πρέπει να της δείξει κάποια άσκηση, να τη ρωτήσει πρώτα αν μπορεί να την αγγίξει. Που σημαίνει ότι δεν εκφράστηκε αρνητικά για το πρόσωπό του ούτε για την επαφή μαζί του.
Και, εφόσον δεν υπήρξε σαφής άρνηση, του άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο να υπάρχουν διάφορες ερμηνείες σχετικά με την πρόθεσή της.
Και, ω! του θαύματος! Αφού δεν υπήρχε μια ξεκάθαρη “κόκκινη γραμμή”, αποφασίζει πως του επιτρέπει να μειώσει την απόσταση μεταξύ τους και να μπει στον προσωπικό της χώρο.
Φορούσε ολόσωμη push-up φόρμα σύσφιξης, με βαθύ ντεκολτέ, αφήνοντας το πλούσιο στήθος της σε κοινή θέα.»
Η Νεφέλη και η Φαίδρα τον κοιτάζουν με ανοιχτό το στόμα.
«Μα καλά...» του λένε με ένα στόμα.
«Τώρα σοβαρά μιλάς; Έφτιαξες ολόκληρη νομική ανάλυση, συνέταξες συμβόλαιο συναλλακτικής συναίνεσης και ρήτρες σωματικής επαφής, για να αποδείξεις ότι η Εριφύλη απλώς... περίμενε το πράσινο φως με επίσημη άδεια;
Αγάπη μου, εσύ δεν προσπαθείς απλώς να σώσεις την τιμή της Εριφύλης. Μόλις περιέγραψες, με τις πιο σύνθετες επιστημονικές θεωρίες, το αρχαιότερο κόλπο του κόσμου.
«Το θέλω να πω όχι, αλλά σου αφήνω και την πόρτα μισάνοιχτη για να μπεις!
Τελικά, απ’ ό,τι φαίνεται, η Εριφύλη πήρε άριστα στη γυμναστική, αλλά εσύ πήρες το χρυσό μετάλλιο στο κέρατο!»
Ο Νικηφόρος σηκώνει το δάχτυλο με ύφος παντογνώστη και αρπάζει την πάσα.
«Είδες; Αυτό ακριβώς σου λέω!» πετάει θριαμβευτικά. «Ποια καταπίεση και ποια παρενόχληση; Όταν μια γυναίκα κατεβαίνει στον στίβο φορώντας ολόσωμη push-up φόρμα σύσφιξης, με βαθύ ντεκολτέ που αφήνει το πλούσιο στήθος της σε κοινή θέα, δεν στέλνει ακριβώς σήματα... μοναχής σε μοναστήρι! Οπτικό μήνυμα σαφέστατο, HD ανάλυσης!
Ο άνθρωπος απλώς διάβασε τα δεδομένα της πραγματικότητας. Επαγγελματικό καθήκον εκτέλεσε!»
Η Νεφέλη τον κοιτάζει, έτοιμη να του επιστρέψει το ίδιο νόμισμα.
«Α, μάλιστα! Τώρα του έφταιγε η φόρμα; Δηλαδή, αν εγώ βγω έξω με αθλητικό κολάν, σημαίνει ότι μοιράζω δωρεάν πάσες για άσκοπα αγγίγματα; Η γυναίκα μπορεί απλώς να θέλει να αθληθεί άνετα, χωρίς να κουβαλάει πάνω της την ανδρική φαντασίωση κάθε πέντε λεπτά!»
Ο Νικηφόρος, όμως, δεν υποχωρεί ούτε βήμα.
«Άνεση λες εσύ, αλλά η φυσική επιλογή και η κοινή λογική λένε άλλα, αγάπη μου. Άλλο να θέλεις να αθληθείς και άλλο να κυκλοφορείς με στολή έτοιμη για πασαρέλα του Μιλάνου στο συνοικιακό γυμναστήριο. Η χημεία ήθελε να γίνει, και η φόρμα απλώς έδωσε το σύνθημα της εκκίνησης!
Με την άκρη του ματιού της τον έπιασε να καρφώνει το βλέμμα του πάνω της και να κοιτάζει αχόρταγα το χυτό, καμπυλωτό κορμί της. Τον κάλεσε να τη βοηθήσει σε μια άσκηση. Του εξέφρασε το παράπονό της, που δεν ήταν πραγματική γκρίνια ούτε διαμαρτυρία, αλλά ένας τρόπος να τραβήξει την προσοχή του, χρησιμοποιώντας νάζι, ντελικάτη γοητεία και τρυφερότητα. Του είπε πως ένιωθε ιδιαίτερα πιασμένη και πως χρειαζόταν τη δική του προσωπική βοήθεια.
Δεν ζητούσε απλώς ένα παυσίπονο ή μια συμβουλή. Ζητούσε τη δική του, αποκλειστική φροντίδα, μετατρέποντας μια μικρή, δήθεν σωματική δυσφορία σε ευκαιρία για περισσότερη εγγύτητα και μια ιδιαίτερη σύνδεση μεταξύ τους.»
Η Νεφέλη τον κοιτάζει με ένα μείγμα αμφιβολίας και ειρωνείας.
«Τελικά, ρε Νικηφόρο!» του λέει, κουνώντας το κεφάλι της με σαρκαστικό χαμόγελο. «Εσύ ο ίδιος μόλις μας έδωσες το σενάριο για ακατάλληλη ταινία ενηλίκων! «Ηδονική ανατριχίλα».»
«Εσύ, Νεφέλη μου, έλεγες ότι η κοπέλα κρατούσε άμυνες και έβαζε όρια σαν δικηγόρος του ΟΗΕ. Κι εδώ πέρα αποδεικνύεται ότι η γυναίκα είχε στήσει ολόκληρη επιχείρηση αποπλάνησης, με ένα σωρό νάζια και προσποιητούς πόνους, για να πέσει στην αγκαλιά του γυμναστή!
Φαντάζομαι και τη συνέχεια.
«Μου επιτρέπεις να σε αγγίξω;» τη ρωτάει ο γυμναστής, τάχα για να της δείξει την άσκηση, ενώ στην πραγματικότητα προσπαθεί να καταλάβει αν υπάρχει πρόσφορο έδαφος για να προχωρήσει η μεταξύ τους προσέγγιση.
Εκείνη, για να παίξει μαζί του, ανασήκωσε τα φρύδια της. Σε ελεύθερη μετάφραση, η έκφρασή της έλεγε: «Έλα, μωρέ υπερβολικέ, που μου κάνεις και μουτράκια! Ξέρω τι θέλεις για να σου φτιάξει η διάθεση!»
Τον φλέρταρε έξυπνα, διαβάζοντας τη γλώσσα του σώματός του.
Η Νεφέλη και η Φαίδρα lλύθηκαν στα γέλια.
«Ωραία, συνέχεια! Αυτό δεν είναι πια απλή αφήγηση, είναι κανονικό κεφάλαιο από ροζ μυθιστόρημα δεύτερης κατηγορίας! Είδες την Εριφύλη μας; Εκεί που μας έλεγε για ηθικές αναστολές, όρια του ΟΗΕ και επαγγελματική δεοντολογία, τελικά η ανιψιά μου έκανε το γυμναστήριο προσωπικό της στούντιο ερωτικών ταινιών. Ποια γυμναστική και ποια ενδυνάμωση κορμού; Εδώ μιλάμε για ολικό, ολυμπιακό... σήκωμα θερμοκρασίας!»
«Εντάξει, το παραδέχομαι!» απαντά ο Νικηφόρος. «Η Εριφύλη πήρε χρυσό μετάλλιο στο φλερτ κι εγώ συνεχίζω να είμαι ο αφηγητής του πιο πικάντικου ειδυλλίου της χρονιάς!»
«Πού νιώθεις πιασμένη;» τη ρωτά ο γυμναστής της.
Εκείνη του δείχνει τους προσαγωγούς.
«Αισθάνομαι ένα πιάσιμο στο εσωτερικό του μηρού μου.»
Πλησίασε κοντά του, τόσο ώστε εκείνος ένιωσε το σώμα της να ακουμπά πάνω του. Ο Αχιλλέας τραβήχτηκε διακριτικά.
«Μην τραβιέσαι», του είπε. «Χωράμε! Εκτός κι αν δεν έχεις διάθεση να ασχοληθείς μαζί μου...»
Και, μέσα στο παιχνίδι του φλερτ, έφερε το σώμα της ακόμη πιο κοντά στο δικό του.
Η Νεφέλη και η Φαίδρα ένιωθαν πλέον σαν να παρακολουθούν θεατρική παράσταση.
«Αυτό το σενάριο ξεπέρασε κάθε προηγούμενο!» λέει η Νεφέλη. «Ο γυμναστής τραβιέται διακριτικά σαν παρθένος σε επαρχιακό λεωφορείο και η Εριφύλη του πετάει την ατάκα “Μην τραβιέσαι, χωράμε!”, ενώ τον πλησιάζει κανονικά! Ούτε σεναριογράφος σαπουνόπερας δεν θα είχε τέτοια έμπνευση!»
Τον κοιτάζει κατάματα, με ένα πονηρό, λαμπερό χαμόγελο.
«Τελικά, ρε αγάπη μου, εσύ δεν μας διηγείσαι την ιστορία της ανιψιάς μου. Τη δική σου κρυφή φαντασίωση μάς ξεδιπλώνεις, λέξη-λέξη!»
«Ηρέμησε, Νεφέλη», λέει ο Νικηφόρος. «Γιατί έχουμε και συνέχεια με τους προσαγωγούς!»
«Άφησε το κορμί σου, μωρό μου, ελεύθερο, να σε βοηθήσω να κάνεις σωστά την άσκηση», της λέει ο γυμναστής.
Τη βοηθά να πάρει τη σωστή στάση, διορθώνοντας τη θέση του σώματός της με τα χέρια του.
«Λύγισε τώρα τα γόνατα σε ορθή γωνία, με τα πόδια να ακουμπούν το ένα στο άλλο καθ’ όλη τη διάρκεια της άσκησης. Και έχεις και υπέροχους, σφιχτούς γλουτούς.»
«Χάρη στον γυμναστή μου», του απαντά εκείνη.
Η Νεφέλη δεν κρατιέται.
«Το τερμάτισες!» φωνάζει, με δάκρυα στα μάτια από τα γέλια. «Αυτό δεν είναι πια γυμναστική· είναι σεμινάριο ανατομίας και... προχωρημένης αεροβικής με προσωπικό coach! Μιλάμε για απόλυτη πολυδιεργασία!»
Ο Νικηφόρος της δίνει τη χαριστική βολή.
«Και μετά μου έλεγες, Νεφέλη μου, για τη σεμνή ανιψιά σου που πήγε απλώς να δυναμώσει τον κορμό της! Ο γυμναστής της έκανε ολική ανακαίνιση κι εκείνη τον ευχαριστεί κιόλας επίσημα για το “κορμί αλφάδι”!»
Η Νεφέλη κουνάει το κεφάλι της με ένα μείγμα απόγνωσης και διασκέδασης.
«Αγάπη μου! Ομολόγησε το! Εσύ ο ίδιος γράφεις κρυφά ρομαντικά μυθιστορήματα το βράδυ και μας τα περνάς για τα... “κατορθώματα της ανιψιάς μου”!»
«Έχουμε και συνέχεια, γιατί ανέβηκε η θερμοκρασία στο γυμναστήριο χωρίς καν ακόμη να κάνουν προσαγωγούς!»
Ο γυμναστής τη ρώτησε αν εξακολουθούσε να νιώθει ενοχλήσεις.
«Ναι. Εκεί ψηλά, στους προσαγωγούς.»
«Πόσο ψηλά;» τη ρώτησε, πλησιάζοντας το σημείο που του υπέδειξε.
«Εδώ;»
«Αχ, ναι... ναι, εκεί. Τι όμορφα που το κάνεις!» του είπε, αφήνοντας έναν ηδονικό αναστεναγμό.
Η πιπεράτη, υπόγεια ματιά της κατέβηκε για μια στιγμή χαμηλότερα στο καβάλο του. Η καρδιά της ανέβασε παλμούς.
Έριξε μια γρήγορη ματιά γύρω της, σαν να ήθελε να βεβαιωθεί πως κανείς δεν τους παρακολουθούσε. Ύστερα άπλωσε δειλά το χέρι της και συνέχισε το παιχνίδι της, θέλοντας να καταλάβει αν η επιθυμία του ήταν τόσο έντονη όσο τη φανταζόταν.
Η Νεφέλη κοιτάζει τον Νικηφόρο, που συνεχίζει απτόητος να πλέκει το σενάριο, με απόλυτη λατρεία αλλά και μια δόση δυσπιστίας.
«Ε, όχι! Αυτό δεν είναι πια αφήγηση! Μιλάμε για σενάριο οσκαρικής ταινίας ενηλίκων! Αγάπη μου, ξέχνα την Εριφύλη, ξέχνα τον γυμναστή... Εσύ μόλις γράφεις το πιο καυτό, ανατρεπτικό και απίθανο best seller της χρονιάς!»
«Καλά... το παραδέχομαι! Το τερματίσαμε! Πάρε με στο τηλέφωνο να κλείσουμε δικαιώματα για Χόλιγουντ! Γι’ αυτό δώσε βάση στη συνέχεια.»
«Σε έχω δει πώς με κοιτάζεις και το κορμί μου καίγεται όταν νιώθω ότι με θέλεις», του λέει η Εριφύλη.
Του ήρθε ξαφνικό. Δεν το περίμενε.
Την κοιτάζει με βλέμμα γεμάτο απορία και αμφιβολία. Δεν μιλά.
«Δεν έχεις κάτι να πεις;» τον ρωτά.
«Περιμένω να περάσει η στιγμή της συγκίνησης, ακούγοντας τον ρυθμό της αναπνοής μου. Δεν θέλω να γίνω ενοχλητικός, προς το παρόν.»
«Σου δίνω την εντύπωση πως ενοχλούμαι;»
«Το εννοούσες αυτό που μου είπες ή ήταν απλώς μια φαντασίωση μου;» τη ρώτησε, με μια κρυμμένη αγωνία στη φωνή του.
«Δεν το κατάλαβες πως έχω γίνει λούτσα; Η υγρασία πάει πλημμύρα!»
«Και τώρα τι κάνουμε;» τη ρωτά.
«Έχουμε φουσκοδεντριές, αγορίνα μου;» του ψιθυρίζει η Εριφύλη, μ’ ένα πονηρό, αποφασιστικό χαμόγελο, όλο νάζι.
«Μην παίζεις μαζί μου!»
«Χρειαζόμαστε πρόγραμμα περιήγησης και Χρυσό Οδηγό για να μάθουμε;» του λέει τσαχπίνικα.
«Είσαι πολύ καριόλα.»
«Κούλαρε, μωρό μου! Κουλάρισε! Προκάλεσε με και θα ανταποκριθώ.»
Του προτείνει, μάλιστα, να της σχεδιάσει ένα προσωπικό πρόγραμμα εκγύμνασης, με «εξειδικευμένη» προσφορά υπηρεσιών.
Η Νεφέλη και η Φαίδρα έχουν μείνει πια με ανοιχτό το στόμα και τα μάτια γουρλωμένα από αυτή την επική ανατροπή.
«Από τον Χρυσό Οδηγό και τις “φουσκοδεντριές” πέταξες απευθείας σε προσωπικό πρόγραμμα εξειδικευμένων υπηρεσιών; Αυτό δεν είναι πια γυμναστήριο· είναι το πιο σουρεαλιστικό stand-up comedy που έχουμε ακούσει ποτέ στη ζωή μας!»
Στο συγκεκριμένο κομμάτι το δυνατότερο στοιχείο είναι πλέον η αυτοϋπονόμευση της ίδιας της αφήγησης: όσο ο Νικηφόρος προσπαθεί να παρουσιάσει την Εριφύλη ως πρωταγωνίστρια της ιστορίας, η Νεφέλη τον αποκαλύπτει διαρκώς ως τον πραγματικό «σεναριογράφο» της φαντασίωσης. Αυτό αξίζει να μείνει ως βασικός κωμικός άξονας και στη συνέχεια.
Εδώ η κωμική δυναμική έχει πλέον κορυφωθεί: η Εριφύλη εγκαταλείπει κάθε «τεχνική» διατύπωση και ο Νικηφόρος αφήνει τη Νεφέλη να κερδίσει το δικό της αφηγηματικό δικαστήριο. Κρατώ τον λαϊκό τόνο, το παιχνίδι με τη γλώσσα των «συνεδριών» και το κλείσιμο ως αυτοσαρκαστική παράδοση του Νικηφόρου.
Ο Νικηφόρος, απτόητος, συνεχίζει να βυθίζεται στο χάος της ίδιας του της αφήγησης.
«Συνεδρία με θεματολογία τη σεξουαλική ευχαρίστηση θέλω», του λέει, με μια φράση που περιγράφει μια κατάσταση στην οποία θα ήθελε πολύ να πει κάτι άμεσα, ειλικρινά και «έξω από τα δόντια», λαϊκά· τελικά, όμως, δεν βρίσκει το ψυχικό θάρρος να ξεστομίσει την επιθυμία της όπως ακριβώς τη νιώθει.
«Να με γαμήσεις θέλω, αγορίνα μου!»
«Συνεδρία με προσωπικό γυμναστή θέλεις. Καλά κατάλαβα;»
«Ναι, σωστά κατάλαβες! Σαΐνι μου εσύ, πουλιά πιάνεις στον αέρα!»
«Ευχαριστώ πολύ! Εδώ είμαι για να σε βοηθήσω.»
«Με μια ουσιαστική λεπτομέρεια! Συνεδρίες με συγκεκριμένο γυμναστή θέλω!»
«Με μια ουσιαστική λεπτομέρεια, λοιπόν.»
«Ναι! Η ουσιαστική λεπτομέρεια καθορίζει την επιτυχία ή την αποτυχία της προσωποποιημένης φροντίδας. Είναι εκείνη που προσθέτει νόημα, πληρότητα και, τελικά, επιτυχία σε συνεδρίες σαν αυτές που έχω στο μυαλό μου, ενώ η τυπική λεπτομέρεια είναι απλώς άνευ σημασίας.»
«Σε γκρουπ ή προσωπικές συνεδρίες;»
«Τι έχεις καταλάβει;»
«Δεν έχει σημασία τι έχω καταλάβει εγώ!» της λέει ο γυμναστής. «Ως πελάτισσα, οφείλω να σεβαστώ την επιλογή σου. Η επιλογή ανάμεσα σε προσωπικές και ομαδικές συνεδρίες εξαρτάται από τις προσωπικές ανάγκες, τους στόχους και την άνεση κάθε ατόμου. Και οι δύο μορφές είναι αποτελεσματικές.»
«Μάλλον με δουλεύεις!»
«Λυπάμαι! Δεν ήταν καθόλου αυτή η πρόθεσή μου. Παρακαλώ, εξηγήστε μου πιο αναλυτικά τι ακριβώς εννοείτε.»
«Να το εξηγήσω πιο αναλυτικά; Σαν πελάτισσα θέλω ένα πρόγραμμα όπου θα βρίσκομαι απέναντί σου, ολόγυμνη, θα σε κάνω να με θέλεις, να σου έχει σηκωθεί, να θέλεις να μου τα γλείψεις όλα και, μετά, να μου τον βάλεις!»
Η Νεφέλη και η Φαίδρα έχουν πλέον μείνει ανήμπορες να αρθρώσουν λέξη.
Η Νεφέλη, ύστερα από λίγα δευτερόλεπτα απόλυτης σιωπής, καταφέρνει τελικά να μιλήσει:
«Αυτό ήταν! Από το “επαγγελματικό εγχειρίδιο εξυπηρέτησης πελατών” και τις “ομαδικές συνεδρίες”, περάσαμε απευθείας στην πιο ωμή, αφιλτράριστη και αποστομωτική περιγραφή που ακούστηκε ποτέ!
Ο γυμναστής το έπαιζε “κύριος εκπαιδευτής” κι εκείνη του έδωσε το masterplan σε τρεις απλές, λαϊκές, καταπέλτη φράσεις!
Αγάπη μου, τελικά η ανιψιά μου δεν ήθελε ούτε ενδυνάμωση κορμού ούτε ορθές γωνίες στους προσαγωγούς! Ήρθε αποφασισμένη να πάρει πτυχίο ανώτατης σχολής... πρακτικής εφαρμογής!
Ποια ISO και ποιοι κανόνες λειτουργίας του γυμναστηρίου; Εδώ μιλάμε για ολικό, σαρωτικό σεισμό!»
Ο Νικηφόρος παραδίδει πλέον εντελώς τα όπλα στη Νεφέλη.
«Άντε, να κλείσουμε το βιβλίο, γιατί ούτε ο Χρυσός Οδηγός δεν μας σώζει τώρα!»
«Μάλιστα!» λέει ο γυμναστής. «Θέλεις απόλυτη ιδιωτικότητα, εμπιστευτικότητα και υψηλή διακριτικότητα, σε έναν ασφαλή, ιδιωτικό χώρο! Θα μου άρεσε να σε έβλεπα γυμνή», της είπε. «Αν και, με τη φόρμα, ο πούτσος μου γίνεται πυρωμένο ατσάλι κάθε φορά που σε παρατηρώ!»
«Εσένα πυρωμένο ατσάλι, εμένα πλημμύρα που ξεχείλισε. Να τα σμίξουμε, να έρθουν σε ισορροπία.»
«Έχεις κάποια προτίμηση για το πού θα πραγματοποιούνται οι συνεδρίες;»
«Έχεις αντίρρηση η πρώτη συνεδρία γνωριμίας να γίνει στο σαλόνι του σπιτιού μου;»
«Καμία αντίρρηση, αν ικανοποιεί τα κριτήρια», της απαντά.
«Οι καναπέδες του πληρούν όλες τις προϋποθέσεις για τις ασκήσεις της συνεδρίας.»
«Είναι ανθεκτικοί; Καλύπτουν τους κανόνες ασφαλείας;»
«Με πιστοποίηση. Δοκιμασμένοι σε ακραίες καταστάσεις.»
«Με τον σύζυγο έγιναν οι δοκιμές;»
«Μέχρι σήμερα, ναι!»
«Δηλαδή θέλεις να κάνεις επαλήθευση στην πιστοποίηση;»
«Καλό είναι να έχω επαλήθευση, συνοδευόμενη και από αναβάθμιση!»
Η Νεφέλη μένει άφωνη.
«Ε, όχι, δεν υπάρχει αυτό! Από το “σύστημα διασφάλισης ποιότητας ISO” και τους “κανονισμούς ασφαλείας του σαλονιού”, περάσαμε επισήμως στον τελικό έλεγχο πιστοποίησης υλικών και αναβάθμισης συστήματος!
Αγάπη μου, η Εριφύλη όχι μόνο πέρασε με άριστα στο μάθημα της αντοχής υλικών, αλλά έβαλε και τον γυμναστή να υπογράψει πρωτόκολλο παραλαβής-παράδοσης στο σαλόνι!
Ποιος ΟΗΕ και ποιες φόρμες; Εδώ μιλάμε για ολικό, αδιαπραγμάτευτο έλεγχο καταλληλότητας!»
Ο Νικηφόρος, όμως, επιμένει να συνεχίσει με την περίφημη «επαλήθευση» των καναπέδων.
«Δεν έχω μαγικό ραβδάκι ούτε υποδύομαι τον θαυματοποιό», της λέει ο γυμναστής. «Θα διαθέσω κάθε μου ικανότητα, ώστε η συνεδρία γνωριμίας να σου μείνει αξέχαστη και να ανυπομονείς για τη συνέχεια.»
«Ωραία! Όλα καλά! Αν τα βρούμε στην πρώτη συνεδρία, συζητάμε τη λύση για τις επόμενες.»
«Για τις επόμενες προτείνω το διαμέρισμά μου. Εκτός από καναπέ, εγώ θα διαθέσω και το κρεβάτι για αναβάθμιση των ασκήσεων! Εργένης είμαι.»
«Το κρεβάτι μονό ή διπλό;»
«King size, μωρό μου, με ανατομικό στρώμα! Σε καλύπτει;»
«Δεν έχω πολλές απαιτήσεις από μικροπράγματα, όπως το στρώμα. Άλλες είναι οι επιθυμίες μου και αυτές θα μου τις καλύψεις με πράξεις.»
«Έχεις κάποια ιδιαίτερη πρόταση;»
Η Νεφέλη κοιτάζει τον Νικηφόρο με ύφος απόλυτης κατάπληξης, αλλά και λατρείας για τον τρόπο με τον οποίο συνεχίζει να ξεδιπλώνει την αφήγησή του.
«Η πρότασή μου», του λέει, «είναι να αφήσουμε τη φαντασία μας ελεύθερη, για να ανακαλύψουμε μαζί τι μας αρέσει και πώς μπορούμε να νιώθουμε πιο άνετα στις συνεδρίες μας. Δεν χρειάζεται να αναλωνόμαστε σε λεπτομέρειες και περιττές ασκήσεις. Κι αυτό το καθήκον να ανατεθεί αποκλειστικά στον “ντροπαλό” μας κύριο, με Κ κεφαλαίο, που τον έχεις κρυμμένο εκεί πίσω!
Το Σάββατο που έρχεται ο Νικηφόρος μπαρκάρει και θα απουσιάζει για μήνες στο καράβι. Τα βράδια, στη μοναξιά της, όταν ο ύπνος δεν θα την παίρνει, ο γυμναστής αυτός θα έχει ως προορισμό να αναλάβει, στο πλαίσιο μιας επικουρικής αρμοδιότητας, ώστε, μέχρι να γυρίσει ο καλός της, να μη μείνει χωρίς φροντίδα και... στεγνώσει.
Η Νεφέλη έχει μείνει πια εντελώς άφωνη. Για ολόκληρα λεπτά δεν βρίσκει λέξη να πει στον Νικηφόρο.
Ύστερα ξεσπά.
«Αυτό δεν ήταν απλώς η κορύφωση του σεναρίου!» φωνάζει λαχανιασμένη, σκουπίζοντας τα δάκρυα από τα γέλια. «Από το μονοδιάστατο πρόγραμμα περάσαμε επισήμως σε επιτροπή διάσωσης και αναπλήρωσης καθηκόντων εν λευκώ!
Ο Νικηφόρος φεύγει για το καράβι κι η Εριφύλη οργανώνει πρόγραμμα έκτακτης ανάγκης, για να μη μαραθεί το λουλούδι!
Αγάπη μου, η ανιψιά μου αποδείχτηκε η απόλυτη στρατηγός της διπλωματίας και των... θαλάσσιων αδειών! Όχι μόνο βρήκε λύση για τη μοναξιά της, αλλά έβαλε και τον γυμναστή σε καθεστώς επικουρικής αρμοδιότητας εν απουσία του συζύγου!
Μιλάμε για οσκαρικό σενάριο με Κ κεφαλαίο!»

Πέμπτη 22 Μαΐου 2025

Alexandra

... Ένα μικρο απόσπασμα από τo...Ερωτική Μυθοπλασία: ΙΙ...(Part: 1)...Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας του συγγραφέα. Τα ονόματα, οι χαρακτήρες, οι τοποθεσίες .....κλπ.. Βλέπε λεπτομέρειες στο Ερωτική Μυθοπλασία: ΙΙ (Part:1) Ερωτική Μυθοπλασία: ΙΙ (Part..1).....
Οι δυο γυναίκες είχαν επενδύσει χρόνο και φροντίδα στη φιλία τους. Η τακτική τους συντροφιά είχε γίνει ένα μικρό, πολύτιμο καταφύγιο μέσα στην καθημερινότητα και, όπως έλεγαν μεταξύ σοβαρού και αστείου, έκανε καλό και στην υγεία τους.
«Κοριτσάκι μου…»
«Κοριτσάκι μου και κουκλίτσα μου!»
Έτσι μιλούσαν η μία στην άλλη. Με υποκοριστικά, γλυκόλογα και εκείνη την τρυφερή οικειότητα που μόνο οι πραγματικά στενές φίλες μπορούν να έχουν χωρίς να ακούγεται υπερβολική. Καμάρωναν η μία για την άλλη, νοιάζονταν, μοιράζονταν τις πίκρες τους και γιόρταζαν μαζί τις χαρές τους. Όταν κάποια πονούσε, μπορούσαν να ξημερωθούν στο τηλέφωνο. Όταν η μία είχε ανάγκη την άλλη, η απόσταση γινόταν λεπτομέρεια· θα έκαναν τα πάντα για να βρεθούν δίπλα της. Πήγαιναν αγκαζέ στα μαγαζιά, έπιναν καφέδες τον έναν μετά τον άλλον, έλεγαν τα δικά τους, συνόδευαν η μία την άλλη στον γιατρό όταν υπήρχε κάποια ανησυχία, αντάλλασσαν μυστικά και μικρές εξομολογήσεις.
Κάποιες φορές, βέβαια, τσακώνονταν. Και τότε ακολουθούσε η γνωστή διαδικασία: λίγη σιωπή, λίγα μούτρα, ένα τηλεφώνημα, μια αγκαλιά, ένα φιλί και…«Άντε, καλά! Ξέχασε το.»
«Το ξέχασα ήδη.»
«Ούτε γάτα ούτε ζημιά!»
Και ύστερα, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα, ξανάρχιζαν τα κουτσομπολιά. Γιατί, ως γνωστόν, τα κουτσομπολιά έχουν μια αξιοθαύμαστη ικανότητα να μεταδίδονται μεταξύ φίλων σχεδόν σαν τα συμπτώματα της γρίπης. Η Ελπινίκη, μάλιστα, διέθετε ένα ιδιαίτερο χάρισμα, μια αστείρευτη, σχεδόν σκανδαλοθηρική περιέργεια για τις ανθρώπινες ιστορίες. Δεν ήταν κακοπροαίρετη, απλώς αγαπούσε τις λεπτομέρειες, τις αντιφάσεις, τα μυστικά και κυρίως εκείνες τις ιστορίες που οι άνθρωποι προσπαθούν να κρύψουν πίσω από κλειστές πόρτες και ευγενικά χαμόγελα. Έτσι, αφού πρώτα άφησε την κουβέντα να κυλήσει χαλαρά, τη γλύκανε με λίγη τρυφερότητα και μια στάλα πονηριάς, κατάφερε να την οδηγήσει εκεί ακριβώς όπου ήθελε.
Στο καυτό θέμα του αποτυχημένου γάμου της Αλεξάνδρας, της γειτόνισσας της Εριφύλης.
Η Ελπινίκη έκανε πως ενδιαφερόταν δήθεν αδιάφορα. «Παρεμπιπτόντως, κοριτσάκι μου…»
Η Εριφύλη την κοίταξε από το πλάι. Ήξερε αυτό το «παρεμπιπτόντως». Ήταν το προοίμιο κάθε κουβέντας που η Ελπινίκη έπρεπε οπωσδήποτε να μάθει.
«Τι θέλεις να μάθεις;» τη ρώτησε, χαμογελώντας.
Η Ελπινίκη έκανε την ανήξερη. «Εγώ; Τίποτα. Απλώς… για την Αλεξάνδρα λέγαμε τις προάλλες, δεν θυμάσαι;»
«Θυμάμαι.»
«Και τελικά… τι έγινε με εκείνον τον γάμο;»
Η Εριφύλη αναστέναξε.
«Α, μάλιστα. Εκεί το πήγαινες τόση ώρα.»
«Ε, φιλενάδα μου! Εσύ ξέρεις την ιστορία από πρώτο χέρι. Εγώ τι να κάνω; Να κάθομαι να φαντάζομαι;»
Η Εριφύλη χαμογέλασε. «Εσύ, Ελπινίκη μου, αν δεν ξέρεις κάτι, είσαι ικανή να το συμπληρώσεις μόνη σου.»
«Ε, λοιπόν; Θα μου πεις;»
Η Εριφύλη την κοίταξε για λίγο και κούνησε το κεφάλι.
«Θα σου πω. Αλλά να ξέρεις… η ιστορία της Αλεξάνδρας δεν είναι τόσο απλή όσο φαίνεται.»
Η Ελπινίκη τακτοποιήθηκε στη θέση της, έτοιμη να ακούσει. «Αυτό ακριβώς μου αρέσει. Όταν μια ιστορία αρχίζει με το δεν είναι τόσο απλή…»
Η Εριφύλη γέλασε. «Είσαι αδιόρθωτη.»
«Και εσύ με αγαπάς έτσι.»
«Ακριβώς έτσι.»
Και η κουβέντα, όπως ήταν φυσικό, πήρε τον δρόμο της προς την ιστορία της Αλεξάνδρας.
Η Αλεξάνδρα βρισκόταν τότε στην πιο ζωντανή περίοδο της νιότης της. Μόλις είκοσι δύο ετών, με όλη τη ζωή μπροστά της, βρέθηκε ξαφνικά μέσα σε έναν γάμο που αντί να εξελιχθεί σε μια ευτυχισμένη ένωση, οδηγήθηκε πολύ γρήγορα σε αδιέξοδο και, τελικά, σε οριστική ακύρωση. Η Αλεξάνδρα και η Εριφύλη ήταν συνομήλικες και γειτόνισσες. Η φιλία τους είχε αρχίσει από τα χρόνια της νιότης και είχε μείνει δυνατή μέσα στον χρόνο. Και οι δύο, μάλιστα, χαμογελούσαν με εκείνη την παλιά λαϊκή δοξασία που έλεγε πως οι γυναίκες, τάχα, χωρίζονται σε δύο κατηγορίες: εκείνες που γεννήθηκαν γριές και εκείνες που, επειδή αγαπούν τη ζωή και τον έρωτα, μένουν πάντα νέες. Η Αλεξάνδρα ανήκε, χωρίς αμφιβολία, στη δεύτερη κατηγορία. Ήταν μια γυναίκα τρυφερή, αγαπησιάρα, γεμάτη ζωντάνια , και η περιπέτεια του γάμου της είχε αφήσει μέσα της ένα τραύμα που δεν φαινόταν εύκολα πίσω από το χαμόγελό της.
Ο γάμος είχε γίνει με προξενιό. Κάποιοι στενοί συγγενείς της, που ζούσαν στη μακρινή Αυστραλία, της είχαν γνωρίσει έναν άνδρα τον οποίο θεωρούσαν κατάλληλο για εκείνη. Η Αλεξάνδρα, νέα και άπειρη, εμπιστεύτηκε την κρίση τους. Η πρώτη νύχτα του γάμου, όμως, αποδείχθηκε μια σκληρή αποκάλυψη.
Ο άνδρας που της είχαν προξενέψει αντιμετώπιζε σοβαρές δυσκολίες στη σεξουαλική του ζωή, τόσο σοβαρές ώστε το ζευγάρι να μην μπορέσει να αποκτήσει ποτέ την οικειότητα που εκείνη περίμενε από έναν γάμο. Οι «κακές γλώσσες» της οικογένειας, φυσικά, δεν άργησαν να δώσουν τις δικές τους εξηγήσεις και να μετατρέψουν ένα βαθιά προσωπικό ζήτημα σε αντικείμενο σχολίων και ψιθύρων.
Για την Αλεξάνδρα, όμως, το θέμα δεν ήταν τα κουτσομπολιά. Ήταν η διάψευση μιας ολόκληρης προσδοκίας. Ο γάμος της έμεινε ουσιαστικά χωρίς την ουσιαστική συζυγική ζωή που περίμενε. Το «εις σάρκα μίαν» έμεινε γι’ αυτούς περισσότερο μια φράση παρά μια βιωμένη πραγματικότητα. Κι όσο περνούσε ο καιρός, τόσο περισσότερο η σιωπή και η αμηχανία ανάμεσα τους μεγάλωναν. Έτσι, η κοινή τους ζωή κατέληξε να μοιάζει περισσότερο με μια επιβεβλημένη συμβίωση παρά με γάμο. Τελικά, ύστερα από συζήτηση και με τη συγκατάθεση και των δύο πλευρών, η ένωση λύθηκε και ο γάμος ακυρώθηκε ως μη γενόμενος.
«Καταλαβαίνεις το τραυματικό σοκ της κοπέλας», είπε η Εριφύλη στην Ελπινίκη. «Και φυσικά, αντίστοιχο ήταν και το σούσουρο στη γειτονιά. Γιατί, ως γνωστόν, μια γειτονιά μπορεί να ξέρει για τη ζωή σου πράγματα που ούτε εσύ δεν έχεις προλάβει να μάθεις.»
Η Ελπινίκη χαμογέλασε. «Αυτό το τελευταίο, το πιστεύω απόλυτα.»
«Για να πνίξει, όμως, τον πόνο της η Αλεξάνδρα, δεν χρειάστηκε ούτε τάματα ούτε προσευχές ούτε παρακλήσεις. Βρήκε πολύ σύντομα έναν άνθρωπο που της ξύπνησε ξανά τη διάθεση για ζωή.»
Η Ελπινίκη ανασήκωσε αμέσως τα φρύδια. «Α, εδώ αρχίζει το ενδιαφέρον!»
Η Εριφύλη γέλασε. «Τον Μιλτιάδη.»
«Ποιον Μιλτιάδη;»
«Τον Μιλτιάδη της γειτονιάς μας, ένα νεαρός άνδρας τότε, μικρο-παντρεμένος..»
Η Ελπινίκη έμεινε για μια στιγμή σιωπηλή. Ύστερα έγειρε προς το μέρος της.
«Περίμενε… παντρεμένος;»
«Ακριβώς.»
Το βλέμμα της Ελπινίκης άλλαξε αμέσως. Η περιέργεια, που μέχρι εκείνη τη στιγμή κρυβόταν πίσω από μια δήθεν αδιάφορη έκφραση, έγινε ολοφάνερη.
«Και;»
«Και τι;»
«Μη μου κάνεις την ανήξερη. Τι έγινε με τον Μιλτιάδη;»
Η Εριφύλη χαμογέλασε.Ήξερε πολύ καλά πως είχε πατήσει το κουμπί της αδυναμίας της φίλης της.
Η Ελπινίκη, όταν άκουγε μια πιπεράτη ιστορία της γειτονιάς, αποκτούσε μια σχεδόν ακατανίκητη ανάγκη να μάθει όλες τις λεπτομέρειες. Όχι από κακεντρέχεια· περισσότερο από εκείνη την ανθρώπινη περιέργεια που θέλει να καταλάβει πώς οι ζωές των άλλων μπορούν, μέσα σε λίγες μόνο στιγμές, να πάρουν δρόμους που κανείς δεν είχε προβλέψει.
«Λοιπόν;» επέμεινε. «Τώρα θα μου τα πεις όλα.»
«Όλα;»
«Όλα όσα ξέρεις.»
Η Εριφύλη χαμογέλασε. «Εντάξει. Αλλά να ξέρεις πως η ιστορία της Αλεξάνδρας δεν τελειώνει εκεί όπου νομίζεις.»
Η Ελπινίκη ανακάθισε στη θέση της. «Τότε, κοριτσάκι μου, συνέχισε. Γιατί τώρα μου κέντρισες για τα καλά την περιέργεια.»
Δεν είχε περάσει πολύς καιρός από τότε που εκδόθηκε το διαζύγιο, όταν η Αλεξάνδρα αποφάσισε να ασχοληθεί με το σπίτι που της είχαν παραχωρήσει οι γονείς της. Ήταν μια μικρή, κομψή μονοκατοικία με μεγάλο κήπο, ακριβώς δίπλα στο πατρικό της. Το εσωτερικό ήταν κατοικήσιμο, όμως εξωτερικά το σπίτι είχε μείνει ημιτελές. Τα μπαλκόνια περίμεναν ακόμη την τελική τους επένδυση και, όσο περνούσε ο καιρός, η εικόνα του σπιτιού της θύμιζε περισσότερο εργοτάξιο παρά όμορφη κατοικία.
Η Αλεξάνδρα αποφάσισε λοιπόν να τελειώσει τις εργασίες. Και ποιον να προτιμήσει από τον κοντινό της γείτονα, τον Μιλτιάδη; Ο Μιλτιάδης ήταν οικοδόμος-τεχνίτης και αναλάμβανε εργασίες επένδυσης εσωτερικών και εξωτερικών επιφανειών με μάρμαρα και πλακίδια.
«Μαρμαράδες δεν τους λένε, Ελπινίκη μου;» ρώτησε η Εριφύλη, χαμογελώντας.
«Έτσι τους λένε. Συνέχισε.»
Η συμφωνία ήταν απλή. Ο Μιλτιάδης θα αναλάμβανε την αποπεράτωση των εξωτερικών μπαλκονιών και, σύμφωνα με τον υπολογισμό του, η δουλειά θα απαιτούσε περίπου μία εβδομάδα.
Η Αλεξάνδρα συμφώνησε χωρίς δεύτερη σκέψη. Μόνο που, από την αρχή, τα πράγματα δεν πήγαν ακριβώς όπως τα είχε υπολογίσει. Τη δεύτερη ημέρα των εργασιών είχε περάσει η ώρα και ο Μιλτιάδης δεν είχε ακόμη εμφανιστεί. Η Αλεξάνδρα κοίταξε το ρολόι της.Ύστερα κοίταξε τα μισοτελειωμένα μπαλκόνια. Και μετά ξανακοίταξε το ρολόι. Η υπομονή της άρχισε να εξαντλείται. «Μα είναι δυνατόν;» μονολόγησε. Τα μπαλκόνια έμοιαζαν ακόμη σαν γιαπί. Υλικά, εργαλεία και μισοτελειωμένες επιφάνειες τής θύμιζαν διαρκώς πως η δουλειά είχε αρχίσει, αλλά κανείς δεν ήξερε πότε ακριβώς θα τελείωνε.
Είχε ακούσει, άλλωστε, αρκετές ιστορίες για τεχνίτες οικοδομών που, σύμφωνα με τα παράπονα των ιδιοκτητών, είχαν τη δική τους αντίληψη για το τι σήμαινε «θα έρθω αύριο» ή «σε μία εβδομάδα θα έχει τελειώσει».Η Αλεξάνδρα δεν ήθελε να γίνει μία ακόμη ιδιοκτήτρια που θα περίμενε μάταια.
Και καθώς περνούσε η ώρα, ο εκνευρισμός της μεγάλωνε. «Μου είπε ότι θα ερχόταν πρωί-πρωί! Τώρα πού είναι;» Πήρε το τηλέφωνο και σχημάτισε τον αριθμό του Μιλτιάδη. Χτύπησε αρκετές φορές. Καμία απάντηση. Η Αλεξάνδρα άφησε το τηλέφωνο στο τραπέζι και σταύρωσε τα χέρια.
«Ωραία… Μάλιστα.»
Δεν ήξερε ακόμη ότι η καθυστέρηση του Μιλτιάδη, όσο εκνευριστική κι αν της φαινόταν εκείνη τη στιγμή, θα γινόταν η αφορμή για μια γνωριμία που θα άλλαζε εντελώς την πορεία των επόμενων ημερών. Και η Ελπινίκη, που μέχρι εκείνη τη στιγμή άκουγε αμίλητη, κατάλαβε πως η ιστορία μόλις άρχιζε να αποκτά ενδιαφέρον.Ο Μιλτιάδης έφτασε τελικά στο σπίτι της Αλεξάνδρας, αρκετά καθυστερημένος. Πάτησε το κουδούνι και περίμενε. Χρειάστηκε να περάσουν μερικές στιγμές ώσπου να ανοίξει η πόρτα. Η Αλεξάνδρα εμφανίστηκε μπροστά του φορώντας μια ανάλαφρη ρόμπα μπάνιου, χαλαρά δεμένη, με την εμφάνισή της να αποκαλύπτει περισσότερο απ’ όσο ίσως σκόπευε. Ήταν ελαφρώς ιδρωμένη από τις δουλειές του σπιτιού, όμως, ακόμη κι έτσι, παρέμενε κοκέτα και περιποιημένη. Είχε αλλάξει και το χτένισμά της, δίνοντάς του μια πιο σύγχρονη, παιχνιδιάρικη γραμμή, ενώ το βλέμμα της είχε εκείνη τη μικρή, αδιόρατη πονηριά που έκανε την παρουσία της ακόμη πιο γοητευτική.
Ο Μιλτιάδης αιφνιδιάστηκε. Το βλέμμα του στάθηκε για μια στιγμή στο πρόσωπό της και ύστερα, σχεδόν παρά τη θέλησή του, κατέβηκε στο εντυπωσιακό ντεκολτέ που άφηνε η ρόμπα. Του φάνηκε σαν ένα ξαφνικό ηλιοβασίλεμα μέσα σε μια κατά τα άλλα συνηθισμένη μέρα. Ήταν εκείνο το είδος θέας που σε κάνει να σταματάς για μια στιγμή, όπως όταν αντικρίζεις απρόσμενα ένα τοπίο που σε καθηλώνει. Ο Μιλτιάδης προσπάθησε αμέσως να επαναφέρει το βλέμμα του.
«Αλεξάνδρα, συγγνώμη για την καθυστέρηση. Δεν υπολόγιζα ότι θα αργούσα τόσο. Έπρεπε εκτάκτως να πάω εγώ τον μικρό στο νηπιαγωγείο και, όπως καταλαβαίνεις, με κράτησαν εκεί περισσότερο απ’ όσο περίμενα.»
Η Αλεξάνδρα τον κοίταξε χωρίς να απαντήσει αμέσως. «Σε κράτησαν;»
«Ναι. Με φώναξαν στον σύλλογο γονέων και κηδεμόνων για κάτι ενημερώσεις που αφορούσαν τον μικρό μας…» είπε, χαμογελώντας αμήχανα. «Έχει μια τάση να μας κάνει γνωστούς στο νηπιαγωγείο.»
Η Αλεξάνδρα προσπάθησε να συγκρατήσει το χαμόγελό της. «Άτακτος ο μικρός, λοιπόν;»
«Ε, λίγο ζωηρός. Πολύ ζωηρός, για την ακρίβεια.»
«Κατάλαβα.»
Η Αλεξάνδρα άνοιξε περισσότερο την πόρτα.
«Έλα μέσα. Αλλά να ξέρεις, Μιλτιάδη, η δουλειά δεν περιμένει. Έχουμε ήδη καθυστερήσει.»
«Έχεις απόλυτο δίκιο.»
Πέρασε το κατώφλι.
Κι ενώ εκείνος προσπαθούσε να συγκεντρωθεί στη δουλειά που είχε αναλάβει, η Αλεξάνδρα, χωρίς να το αντιλαμβάνεται ακόμη, είχε ήδη παρατηρήσει τον τρόπο με τον οποίο την είχε κοιτάξει.
Ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο σχηματίστηκε στις άκρες των χειλιών της. Η μέρα μόλις άρχιζε.
Η Αλεξάνδρα χαμογέλασε και έκανε μια καθησυχαστική κίνηση με το χέρι. «Σε καταλαβαίνω, Μιλτιάδη. Σε συμμερίζομαι. Δεν χρειάζεται να δικαιολογείσαι.»
Ύστερα χαμογέλασε λίγο αμήχανα. «Κι εγώ, όμως, πρέπει να σου ζητήσω συγγνώμη που σε άφησα να περιμένεις τόση ώρα στην εξώπορτα. Συγύριζα το σπίτι, είχα βάλει την ηλεκτρική σκούπα και δεν άκουσα το κουδούνι με την πρώτη.»
«Μην ανησυχείς. Συμβαίνουν αυτά.»
Ο Μιλτιάδης άρχισε να βγάζει τα εργαλεία του και να τακτοποιεί τα υλικά του. Η Αλεξάνδρα, ακόμη με τη ρόμπα του μπάνιου, πήγε στην κουζίνα και του έφερε έναν καφέ.
Εκείνος την παρακολουθούσε διακριτικά. Όσο περνούσε η ώρα, τόσο περισσότερο συνειδητοποιούσε   τη νεανική της φρεσκάδα της Αλεξάνδρας. Το πρόσωπό της, το δέρμα της, η κομψότητά της όλα πάνω της έδιναν την αίσθηση μιας γυναίκας που, παρά όσα είχε περάσει με τον αποτυχημένο γάμο της , παρέμενε γεμάτη ζωντάνια.
Η Αλεξάνδρα ακούμπησε τον καφέ δίπλα στα εργαλεία του. Καθώς έσκυψε, η χαλαρά δεμένη ζώνη της ρόμπας λύθηκε λίγο περισσότερο. Το άνοιγμα έγινε μεγαλύτερο και για μια στιγμή η Αλεξάνδρα βρέθηκε εκτεθειμένη περισσότερο απ’ όσο είχε υπολογίσει.
Ο Μιλτιάδης πάγωσε. Για λίγα δευτερόλεπτα δεν ήξερε πού να κοιτάξει. Η ξαφνική εικόνα τον είχε αιφνιδιάσει και η μέχρι τότε επαγγελματική του ψυχραιμία πήγε περίπατο. Η Αλεξάνδρα αντιλήφθηκε αμέσως τι είχε συμβεί. Τα βλέμματά τους συναντήθηκαν. Κανείς δεν μίλησε. Κι εκείνη η μικρή σιωπή είπε περισσότερα απ’ όσα θα μπορούσαν να πουν οι λέξεις.
Ο Μιλτιάδης, παρασυρμένος από την έλξη της στιγμής, ψιθύρισε. «Άστη τη ρόμπα, ρε Αλεξάνδρα… Άστη λίγο. Να θαυμάσω τη γυναίκα που έχω μπροστά μου.»
Η Αλεξάνδρα τον κοίταξε στα μάτια. «Δηλαδή… σου αρέσω σαν γυναίκα;»
Για μια στιγμή έμεινε ακίνητη. Δεν βιάστηκε να κλείσει τη ρόμπα της, ούτε να απομακρυνθεί. Έκλεισε μόνο τα μάτια, σαν να άφηνε τον εαυτό της να ακούσει πρώτα αυτό που της έλεγε η εσωτερική της φωνή. 
Ο Μιλτιάδης έχασε για λίγο τα λόγια του. «Τι είναι αυτά που λες, ρε κούκλα μου; Αν μου αρέσεις;» είπε τελικά, σχεδόν μέσα από τα δόντια του. «Πώς να μη με τρελαίνεις με τέτοια παρουσία; Από την πρώτη στιγμή που σου άνοιξα την πόρτα, προσπαθώ να κάνω πως δεν συμβαίνει τίποτα. Αλλά με τραβάς σαν μαγνήτης. Και ξέρεις κάτι; Είναι επικίνδυνο να βρίσκομαι τόσο κοντά σου.»
Η Αλεξάνδρα άνοιξε τα μάτια της. Το βλέμμα της είχε αλλάξει. Δεν υπήρχε πια μόνο αμηχανία. Υπήρχε και μια δόση περιέργειας, ίσως ακόμη και πρόκλησης.
Ο Μιλτιάδης πήρε μια βαθιά ανάσα. «Θα ήθελες…» σταμάτησε για μια στιγμή, σαν να αναζητούσε τις σωστές λέξεις, «…να γίνω ο άντρας σου για λίγο σήμερα;»
Η Αλεξάνδρα δεν απάντησε αμέσως. Τον κοίταξε μόνο. Και μέσα σε εκείνη τη σιωπή, ο Μιλτιάδης κατάλαβε πως η ερώτησή του είχε αλλάξει οριστικά τη σχέση ανάμεσά τους.
Η Αλεξάνδρα, από την άλλη, ένιωσε κάτι που είχε καιρό να αισθανθεί: όχι απλώς ότι κάποιος την επιθυμούσε, αλλά ότι κάποιος την έβλεπε ξανά ως ποθητή γυναίκα. Τέτοια ώρα, τέτοια λόγια! Η απόσταση ανάμεσά τους είχε πια χαθεί και οι δυο τους είχαν αφεθεί στη δύναμη της στιγμής. Το βλέμμα της Αλεξάνδρας στάθηκε για λίγο πάνω στον Μιλτιάδη, με μια περιέργεια που δεν προσπάθησε να κρύψει. Ύστερα ένα χαμόγελο, μισό αμήχανο και μισό γεμάτο ικανοποίηση, φώτισε το πρόσωπό της.
«Αα… απ’ ό,τι βλέπω, έχεις πλούσια τα ελέη του Θεού!» είπε πειραχτικά, βρίσκοντας έναν τρόπο να εκφράσει τον θαυμασμό της χωρίς να χάσει το χιούμορ της. Ο Μιλτιάδης γέλασε χαμηλόφωνα. Η αυτοπεποίθησή του είχε ήδη επιστρέψει.
«Θέλεις να πάμε μέσα, στο κρεβάτι;» τη ρώτησε απλά.
Η Αλεξάνδρα, αναψοκοκκινισμένη, έγνεψε καταφατικά. Ύστερα από όσα είχε ζήσει στον αποτυχημένο γάμο της, ένιωθε σαν να ξυπνούσε μέσα της μια πλευρά που για καιρό είχε μείνει σιωπηλή. Δεν σκεφτόταν πια εξηγήσεις, συνέπειες ή το αύριο. Εκείνη τη στιγμή υπήρχε μόνο η ανάγκη να νιώσει ξανά γυναίκα, να αφεθεί στη ζεστασιά μιας αμοιβαίας έλξης. Ένα χαμόγελο ικανοποίησης σχηματίστηκε στα χείλη του Μιλτιάδη καθώς την πλησίασε και την αγκάλιασε. Εκείνη ανταποκρίθηκε χωρίς δισταγμό. Βρέθηκαν στο κρεβάτι, κοντά ο ένας στον άλλον, αφήνοντας τη σιωπή και την ένταση της στιγμής να μιλήσουν για λογαριασμό τους. Ο Μιλτιάδης την κοίταξε για λίγο σαν να προσπαθούσε να συνειδητοποιήσει πώς είχε βρεθεί εκεί. Η γυναίκα που μέχρι τότε ήταν απλώς η όμορφη γειτόνισσα είχε γίνει ξαφνικά μια απρόσμενη πραγματικότητα μέσα στη ζωή του. Και μέσα του πέρασε μια σκέψη σχεδόν ειρωνική. η μοναξιά της, η απογοήτευση από τον γάμο της και η ανάγκη της να ξαναβρεί τον εαυτό της ήταν εκείνα που τον είχαν οδηγήσει, χωρίς να το καταλάβει, ακριβώς στο κρεβάτι της.
Κανείς από τους δυο δεν μιλούσε. Για λίγο, όμως, δεν χρειαζόταν. Ενώ συνέχιζαν να φιλιούνται ο Μιλτιάδης δεν άφηνε στιγμή τα χείλη της και τη γλώσσα της. Η Αλεξάνδρα ένιωθε υπέροχα μέσα στην αγκαλιά του. Της πιάνει τα πόδια και τα περνάει πάνω από τη μέση του ενώ της χώνει το πουτσοκέφαλο μέσα στο μουνί της. Τα μουνόχειλα ήταν στενά και στην αρχή ο πούτσος του έμπαινε με δυσκολία, μάλλον είχε καιρό να γαμηθεί.
«Αχχχχ,» αναφώνησε ηδονικά η Αλεξάνδρα.
«Μωρό μου!  Βλέπω σου αρέσει πολύ γι' αυτό απόλαυσε τη συνέχεια.» της λέει με νόημα ο Μιλτιάδης.
Της πιάνει τη μέση και τη γαμάει αργά και αισθησιακά. Νιώθει με λεπτομέρεια κάθε του κίνηση μέσα της.
«Σου αρέσει, μωρό μου όπως σε γαμάω;»
«Αχχ! Ναι συνέχισε. Μη σταματάς»
Με τα χέρια της του χούφτωνε τον κώλο και που και του έπαιζε με τα αρχίδια του ενώ ούρλιαζε από ηδονή. Φαινόταν πεινασμένη η Αλεξάνδρα για έναν αληθινό γαμιά. Και ο Μιλτιάδης ήταν ο τυχερός!
Την γαμούσε ιεραποστολικά για δέκα λεπτά και μετά σηκώθηκε πάνω!
«Που πας;»
«Θέλω τώρα εγώ να είμαι από κάτω σου!» της λέει.
Η Αλεξάνδρα δίχως να φέρει αντίρρηση σηκώθηκε ανεμίζοντας λίγο τα μαλλιά της, τον καβάλησε!
Αυτή τη φορά δεν μιλούσαν ακουγόταν μόνο το κλαπ-κλαπ-κλαπ από τον πούτσο και τα αρχίδια του που κοπάναγαν το μουνί της ενώ η Αλεξάνδρα μούγκριζε από ηδονή. Μετά από άλλα δέκα λεπτά ένιωσε πια ότι ήταν έτοιμος να χύσει! Τον έβγαλε έξω και τον έπαιξε για λίγο!
«Χύνω!» φώναξε και σχεδόν αμέσως εκσπερμάτωσε πάνω τους. 
«Κανείς ποτέ δεν με γάμησε τόσο τέλεια!» του είπε λαχανιασμένα
Κάθισαν αρκετή ώρα αγκαλιασμένοι, κολλητά ο ένας στον άλλον, κάνοντας τα αστεία τους και πειράζοντας ο ένας τον άλλον. Η αμηχανία της πρώτης στιγμής είχε πια χαθεί και στη θέση της είχε μείνει μια παράξενη οικειότητα.
Για την Αλεξάνδρα, η εμπειρία αυτή ήταν κάτι πολύ διαφορετικό από όσα είχε γνωρίσει μέχρι τότε. Ήταν σαν να αποκτούσε, ύστερα από χρόνια απογοήτευσης, μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα για το τι μπορούσε να σημαίνει η ερωτική συντροφικότητα. Δεν ήταν πια οι αδέξιες αναμνήσεις των εφηβικών χρόνων ούτε η ψυχρότητα ενός γάμου που είχε τελειώσει πριν καλά-καλά αρχίσει. Ήταν η αίσθηση ότι μπορούσε ακόμη να νιώσει επιθυμητή, ζωντανή και ελεύθερη.
Όταν, ύστερα από αρκετή ώρα, αποφάσισαν να επιστρέψουν στις καθημερινές τους υποχρεώσεις, ο Μιλτιάδης σηκώθηκε, φόρεσε τα ρούχα του και πήρε τα εργαλεία του. Το μπαλκόνι τον περίμενε και η δουλειά, όσο κι αν είχε αλλάξει η ατμόσφαιρα της ημέρας, παρέμενε δουλειά. Πέρασαν έτσι μερικές ακόμη ώρες. Κάποια στιγμή το ρολόι έδειξε έξι το απόγευμα και ο Μιλτιάδης άρχισε να μαζεύει τα πράγματά του. Στην πόρτα στάθηκε για λίγο και την κοίταξε με εκείνο το γνώριμο, πονηρό χαμόγελο.
«Να υποθέσω ότι σου άρεσε η… επαφή μας;»
Η Αλεξάνδρα τον κοίταξε προσποιούμενη την αγανακτισμένη. «Με κοροϊδεύεις τώρα;»
Γέλασαν και οι δυο. Πριν φύγει, συμφώνησαν να ξανασυναντηθούν, όταν θα μπορούσαν να βολέψουν και οι δύο τον χρόνο τους. Η Αλεξάνδρα, όμως, δεν τον άφησε να φύγει χωρίς την απαραίτητη υπενθύμιση. «Και σε κανέναν τίποτα, έτσι;»
Ο Μιλτιάδης της έκλεισε το μάτι. «Συμφωνία.» Και έφυγε.
Καθώς κατηφόριζε τον δρόμο, σκέφτηκε με μια εσωτερική ικανοποίηση. Η δουλειά μου εδώ τελείωσε… για σήμερα.
Η Αλεξάνδρα έμεινε στην πόρτα και τον παρακολούθησε μέχρι που χάθηκε από τα μάτια της. Ύστερα δάγκωσε παιχνιδιάρικα τα χείλη της και μουρμούρισε μόνη της: «Πω, πω… Αλεξάνδρα, τι ήταν κι αυτό; Μας άρεσε, ε; Κι ας μην είναι δα και κανένας… Απολλώνιος!» Χαμογέλασε στον εαυτό της.
Ήταν ίσως η πρώτη φορά, ύστερα από πολύ καιρό, που δεν την απασχολούσε αν ο άντρας απέναντι της ήταν εντυπωσιακός στα μάτια των άλλων.
Της αρκούσε που, στα δικά της, είχε αφήσει κάτι που της έλειπε περισσότερο απ’ όσο ήθελε να παραδεχτεί: την αίσθηση ότι ήταν ξανά ζωντανή.
«Ενδιαφέρουσα ιστορία μού ακούγεται!» είπε η Ελπινίκη, με εκείνο το βλέμμα που φανέρωνε πως ήθελε να μάθει και την τελευταία λεπτομέρεια.
Η Εριφύλη χαμογέλασε.
«Το σεξ, για να διατηρείται σε καλό επίπεδο, θέλει προσπάθεια και φαντασία, Ελπινίκη μου. Έχω ακούσει πως η κοπέλα έχει… αχόρταγη διάθεση. Κάτι σαν εκείνες τις γυναίκες που, ύστερα από μεγάλη περίοδο μοναξιάς, αποφασίζουν να ξαναζήσουν με όλη τους την ένταση. Τον καημένο τον μαρμαρά τον είχε να μην προλαβαίνει να πάρει ανάσα!»
Η Ελπινίκη γέλασε. «Είναι δηλαδή καλός εραστής ο Μιλτιάδης;»
«Η ερώτησή σου, καλός;, Ελπινίκη μου, μπορεί να σημαίνει πολλά πράγματα. Μπορεί να μιλάς για την εμφάνισή του, για το αν είναι ελκυστικός, για τον χαρακτήρα του, για τη συμπεριφορά του…»
«Άσε τις φιλοσοφίες και πες μου!»
«Λοιπόν, από εμφάνιση καλός είναι. Όχι κανένας ιδιαίτερα ωραίος άνδρας, αλλά ένας ευπαρουσίαστος τριαντάρης σήμερα, με καλοφτιαγμένο σώμα. Τώρα, για τα υπόλοιπα προσόντα… τι να σου πω; Μπορείς να ρωτήσεις την Αλεξάνδρα. Εκείνη ηξερε καλύτερα!»
Η Ελπινίκη την κοίταξε με έκπληξη και ύστερα χαμογέλασε πονηρά.«Ένα-ένα μας τα λέει το κορίτσι μας! Και που τον γνώριζες εσύ τόσο καλά τον κύριο Μιλτιάδη;»
Η Εριφύλη σήκωσε τους ώμους.  «Είναι δυο-τρία χρόνια μεγαλύτερος μου. Από μικρά παιδιά γνωριζόμασταν στη γειτονιά. Και, όπως συμβαίνει καμιά φορά στα παιδικά παιχνίδια, εκείνος προσπαθούσε να πλησιάσει περισσότερο απ’ όσο εγώ ήθελα.»
Η Ελπινίκη την κοίταξε για μια στιγμή πιο σοβαρά. «Και εσύ;»
«Εγώ δεν ήθελα τέτοιες επαφές τότε. Ήμουν παιδί και δεν μου άρεσε να παραβιάζει κάποιος τα όρια μου. Όταν κάποιος άπλωνε χέρι χωρίς να το θέλω, αντιδρούσα, θύμωνα και τον σταματούσα. Τόσο απλά.»
Η Ελπινίκη έγνεψε καταφατικά. «Και καλά έκανες. Άλλο το παιχνίδι των παιδιών κι άλλο να μη σέβεσαι το όχι του άλλου.»
Η Εριφύλη χαμογέλασε. «Βλέπεις λοιπόν; Από μικρή ήξερα τι μου άρεσε και τι όχι. Το θέμα είναι πως, μεγαλώνοντας, τα πράγματα γίνονται λίγο πιο… περίπλοκα.»
«Ε, αυτό ακριβώς προσπαθώ να καταλάβω τόση ώρα!» είπε η Ελπινίκη γελώντας. «Αλλά τώρα που το σκέφτομαι, η ιστορία της Αλεξάνδρας έχει πολύ περισσότερα κεφάλαια απ’ όσα μου είπες στην αρχή.»
«Και μόλις ανοίξαμε το πρώτο…» απάντησε η Εριφύλη, αφήνοντας ένα πονηρό χαμόγελο να φανεί στα χείλη της.
«Ρε Εριφύλη, τώρα που το σκέφτομαι με τον μάστορα, μου έβαλες ιδέες στο μυαλό!» είπε η Ελπινίκη, και το βλέμμα της γυάλισε πονηρά.
Η Εριφύλη γύρισε προς το μέρος της. «Δηλαδή χρειάζεσαι μάστορα για να περιποιηθεί τα απεριποίητα παρτέρια στην αυλή σου;»
«Ακριβώς! Αν είναι καλός μάστορας, να τον φωνάξω κι εγώ να με εξυπηρετήσει… με το αζημίωτο, φυσικά! Έχουν μείνει παρατημένα τόσο καιρό, που χρειάζονται ένα γερό φρεσκάρισμα. Αρμοί στα μάρμαρα, σοβατεπιά, στεγανοποιήσεις, αδιαβροχοποίηση στις στέγες… ολόκληρο συνεργείο θέλω!»
Η Εριφύλη την κοίταξε δήθεν σοβαρά. «Δε μου λες, κορίτσι μου… για όλα αυτά χρειάζεσαι τον μάστορα ή μήπως θέλεις να αναλάβει και καμιά άλλη… πιο προσωπική επισκευή, που έχει μείνει καιρό χωρίς συντήρηση;»
Η Ελπινίκη δεν έχασε στιγμή. «Εγώ θέλω έναν μάστορα υπεύθυνο, με εχεμύθεια πάνω απ’ όλα. Νεαρό κατά προτίμηση, για να αντέχει τον φόρτο εργασίας, με σχετική εμπειρία και τα κατάλληλα εργαλεία. Να καλύπτει τις ανάγκες μου όπου και όταν τον χρειάζομαι. Και, φυσικά, να παρέχει ολοκληρωμένες υπηρεσίες εξαιρετικής ποιότητας, με αξιοπιστία, ανθεκτικότητα και αποτελεσματικότητα, ώστε να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις μου και, ει δυνατόν, να ξεπερνά τις προσδοκίες μου!»
Η Εριφύλη ξέσπασε στα γέλια. «Κατάλαβα! Δεν θέλεις μάστορα, κορίτσι μου. Θέλεις σύμβαση μακράς διάρκειας με παροχή ολοκληρωμένων υπηρεσιών!»
«Γιατί όχι;» απάντησε η Ελπινίκη ατάραχη. «Και να του επισημάνω, μάλιστα, ότι υπάρχει δυνατότητα ανανέωσης της συνεργασίας, εφόσον μείνουμε αμφότερες οι πλευρές απόλυτα ικανοποιημένες.»
«Εγώ, πάντως, για ολοκληρωμένες υπηρεσίες, λέω πως τον θέλεις τον μάστορα, Ελπινίκη μου! Και μάλιστα εύρωστο, στιβαρό, νταβραντισμένο και με… αξιόπιστο εξοπλισμό!»
«Τώρα μάλιστα! Άρχισες να μιλάς τη γλώσσα μου!»
«Σαν εκείνο το ανέκδοτο με τον νταβραντισμένο κόκορα και το κοτέτσι με τις εκατόν ογδόντα κότες!»
«Δεν το έχω ακούσει!»
«Θα στο πω άλλη ώρα. Έχει πολύ γέλιο.»
Η Ελπινίκη γέλασε και ύστερα, με ύφος δήθεν ερευνητικό, συνέχισε:
«Να σε ρωτήσω όμως κάτι. Αυτό που λένε ότι οι μάστορες έχουν κάτι ιδιαίτερα… τεχνικές ικανότητες, ισχύει ή είναι κι αυτό ένας από τους μύθους του επαγγέλματος;»
Η Εριφύλη σήκωσε τα φρύδια.«Τι να σου πω! Γι’ αυτό υπάρχουν τόσοι μύθοι, προκαταλήψεις και ψευδείς αλήθειες. Fake news, όπως λένε και στα Λιόσια!»
«Δηλαδή δεν επιβεβαιώνεις τίποτα;»
«Εγώ; Ποτέ! Είμαι σοβαρή γυναίκα.»
«Α, μάλιστα…» είπε η Ελπινίκη, κρύβοντας δύσκολα το γέλιο της. «Και τότε γιατί χαμογελάς έτσι;»
«Επειδή σε ξέρω. Και ξέρω πολύ καλά πού θέλεις να καταλήξει αυτή η… τεχνική συζήτηση!»
Οι δυο γυναίκες κοιτάχτηκαν για μια στιγμή και ύστερα ξέσπασαν ταυτόχρονα στα γέλια. Η «εργολαβία» είχε πλέον πάρει εντελώς διαφορετική τροπή.

Δευτέρα 19 Μαΐου 2025

Alfred Charles Kinsey Scale

Ένα μικρο απόσπασμα από την «Ερωτική Μυθοπλασία ΙΙ....Part...7»
«Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας του συγγραφέα. Τα ονόματα, οι χαρακτήρες, οι τοποθεσίες .....κλπ.. Βλέπε Μυθοπλασία ΙΙ: (Part:1)
Ερωτική Μυθοπλασία ΙΙ (Part..1).....
.Η παράσταση τελείωσε με ένα θέατρο γεμάτο που ο κόσμος στο τέλος έδειξε έμπρακτα την αγάπη του, στους συντελεστές που ήταν όλοι μαζί γύρω από τη σκηνή ευχαριστώντας τους με θερμό χειροκρότημα για την υπέροχη και αξέχαστη παράσταση! Μπορεί η θεατρική παράσταση να τελείωσε, η ιστορία όμως συνεχίζεται μακρυά από το θέατρο και οι δυο ξαδέρφες έρχονται αντιμέτωπες με κομμάτια της ζωής τους που ζουν και αγωνιούν σε ένα κόσμο που γρήγορα αλλάζει θέτοντας ερωτήματα και διλήμματα, στην πίεση που δημιουργούν τα «πρέπει» και τους περιορισμούς που επιβάλλει η κοινωνία ιδίως στις γυναίκες που ακόμη και σήμερα εγκλωβίζονται σε «κουτάκια» ακολουθώντας στερεοτυπικές συμπεριφορές! Τις δυο ξαδέρφες τις ενώνει μία δοκιμασμένη σχέση και ουδέποτε μεχρι το τελευταίο καλοκαίρι είχε υπάρξει κάποιο σεξουαλικό υπονοούμενο στο τοπίο των επιθυμιών της. Η επιθυμίες τους, όμως, αυτές καθαυτές, δεν είναι μονοδιάστατες, όπως τελικά αποδείχθηκε! Τίποτα δεν προμήνυε αυτό που θα ακολουθούσε! Για την Εριφύλη και την Άλκηστις η απαγκίστρωση από τα πρέπει και τα μη στην προσωπική τους σεξουαλική ικανοποίηση έχει πλέον να κάνει με μια λεπτή απόκλιση από τα πρέπει όταν αποφάσισαν να διερευνήσουν τις πλευρές του σεξουαλικού τους προσανατολισμού, σε μία απόπειρα κατανόησης τόσο του φύλου, όσο και των ανικανοποίητων αναγκών τους! Οι δυο γυναίκες ενθάρρυναν η μια την άλλη το τελευταίο καλοκαίρι στις διακοπές τους να προεκτείνουν τους ισχυρούς συναισθηματικούς δεσμούς τους και να συνευρίσκονται ερωτικά αναζητώντας την σεξουαλική τους ευχαρίστηση, συνάπτοντας τελικά και ερωτική σχέση αν και ξεκάθαρα είναι δυο ετεροφυλόφιλες γυναίκες. Είναι όμως ξεκάθαρα 100% ετεροφυλόφιλες; η ανήκουν σ' έναν ζωντανό κόσμο που είναι ένα συνεκτικό σύνολο όλων του των διαστάσεων σύμφωνα με τον Άλφρεντ Κίνσεϊ. Η κλίμακα του Κίνσεϊ δίνει μια απάντηση και προσπαθεί να περιγράψει την σεξουαλική τους επιθυμία και τα επεισόδια της σεξουαλικής τους δραστηριότητας σε δεδομένη χρονική στιγμή. Η Εριφύλη μια γυναίκα είκοσι οκτώ ετών, μια ζωή ετεροφυλόφιλη και παντρεμένη με δυο μικρά παιδιά και έναν ευτυχισμένο γάμο - μάλιστα με έναν κούκλο άντρα,- όλα φυσιολογικότατα στην ρουτίνα της ζωή της. Η Άλκηστις στα είκοσι τρία χρόνια της ετεροφυλόφιλη που σαν φοιτήτρια δήλωνε ικανοποιημένη από τη σεξουαλική της ζωή. Δεν έχει και καμία σημασία ποια από τις δυο τους έκανε την αρχή. Το φλερτ, όταν το καλλιεργούν και οι δύο, πάντα κάπου καταλήγει. Κάποια στιγμή είχε προχωρήσει τόσο πολύ, που δε μπορούσαν να κάνουν πίσω! Το ήθελαν με όλο τους το είναι! Και θα βρουν χίλιες δυο δικαιολογίες για τον εαυτό τους -και στο σύντροφό της η Εριφύλη,- έτσι ώστε να απενοχοποιηθούν και να το απολαύσουν. Σαν ξαδέρφες πάντα ήταν πολύ κοντά, κολλητές!  Φτάσανε και οι δύο να μιλάνε για προσωπικά θέματα, και την ερωτική τους ζωή, υπήρχε μια χημεία, μια αύρα στη σχέση τους. Υπήρχε το πρόσφορο συναισθηματικά έδαφος που δεν άργησε η αρχική φιλική σύμπνοια να μετατραπεί σε ερωτική έλξη. Ήταν κάτι που το θέλανε και οι δύο να συμβεί και όταν αργότερα, το συζήτησαν διεξοδικά οι δυο τους, καταλήξανε ότι μάλλον είναι περίεργες και φιλήδονες γυναίκες. Πάνω κάτω κάθε γυναίκα περνάει κάποτε τέτοια φάση στη ζωή της, άλλες το αποδέχονται και το ζουν, άλλες όχι. Φυσικά την Εριφύλη την διακατέχει και αυτή η καταραμένη αύρα του απαγορευμένου, που κάνει τον καρπό να φαίνεται πολύ δελεαστικότερος, από ό,τι θα της φαινόταν υπό άλλες συνθήκες (αν π.χ. ήταν ελεύθερη). Είναι και αυτά τα παιχνίδια του μυαλού, που όλα από εκεί ξεκινούν και καταλήγουν στις κρεβατοκάμαρες και όχι μόνο. Και οι δυο γυναίκες άφησαν αυτή την εμπειρια να τους συνεπάρει σαν να ζουν όταν συναντιούνται κάποια ιδιαίτερα βράδια τρελού καρναβαλιού και όπως είναι γνωστό στον έρωτα και στο καρναβάλι όλα επιτρέπονται! Τις αποφορτίζει από όλη την καθημερινότητα και τις κάνει να ξανανιώθουν ανέμελες, ερωτικές και πάνω από όλα, γυναίκες. Απλά θέλουν να ζήσουν αυτό το συναίσθημα και να το ευχαριστηθούν, έως ότου ελπίζουν να τους περάσει.
Είναι αργά κοντεύει μεσάνυχτα που οι δυο γυναίκες γυρίζουν στο σπίτι.
«Είμαι μούσκεμα με το που πάμε σπίτι θα βάλω το στραπόν να γαμηθούμε και να φαντασιωνόμαστε το καυλί του Νικηφόρου.» λέει η Άλκηστις.
«Αχ, μη μου κολάζεις τον εγκέφαλο και προσπαθώ πάρα πολύ να μην χάσουμε τον έλεγχο.»
«Χαλάρωσε Μωρό μου. Πάντως τώρα που μας μπήκε το σκουλήκι, εάν δεν είχε συμβεί μεταξύ μας αργά ή γρήγορα θα θέλαμε να πάρουμε «μεζέ» από αλλού.»
«Ήμαρτον Δέσποτα νυχτιάτικα! Τι σκέφτεται και λέει το κορίτσι. Και δεν μου λες; Για πες μου. Πιστεύεις πως οι bi κοπέλες, πάνε στην κόλαση η στον παράδεισο;» 
«Ξαδέρφη τζάμπα τρως τα συκώτια σου! Και εγώ και εσύ, θέλουμε να τις «εφαρμόσουμε» τις φαντασιώσεις μας. Να το «τρίψουμε» μαζί το πιπέρι.»
«Μωρό μου βλέπω δεν άντεξες, ξέσπασες και μου τα λες χύμα και τσουβαλάτα. Όχι ότι δεν το περίμενα. Και σε ερωτώ λοιπόν! Παίζει να μας περάσει; Όχι βέβαια παίρνοντας ασπιρίνη, με τον καιρό εννοώ»...
«Όχι, καλή μου ξαδέρφη! Δε θα μας περάσει. Δεν είναι αρρώστια για να μας περάσει. Είναι η προσωπική μας επιλογή. Μια επιλογή  κρυμμένη τόσα χρόνια στο υποσυνείδητό μας. Πιθανόν να είχαμε νιώσει ερωτικά σκιρτήματα και για κάποιες άλλες κοπέλες στο παρελθόν, στις οποίες δεν δώσαμε την πρέπουσα σημασία από φόβο, λόγω κοινωνικής και οικογενειακής κατακραυγής, κλπ.
Το απωθήσαμε Και ήρθε τώρα η ώρα  και οι συνθήκες που ξύπνησαν τα τόσο έντονα συναισθήματα που δεν είχαμε ξανανιώσει η μια για την άλλη. Είναι σα να είχαμε πονόδοντο και να φοβόμασταν να πάμε στον οδοντίατρο. Προτιμούσαμε τα γιατροσόφια της γιαγιάς και κάποια στιγμή υποκύψαμε στα «θέλω» που προστάζει η φύση μας.»
«Ξέρω εγώ, νομίζω ότι συμβαίνει κάποια στιγμή να γουστάρει ένας ή μια έγγαμος και κάτι εκτός γάμου, αλλά όσο τουλάχιστον έχει τα μυαλά στον τόπο και συγκρατείται έως ότου του περάσει και ελπίζω ότι δεν είναι και τόσο τραγικό.»
«Δηλαδή αφού έχεις που έχεις τις τύψεις να το κάνεις και πράξη τουλάχιστον να μην πάνε χαμένες;»
«Εύχομαι να καταλαγιάσει αυτό το συναίσθημα γιατί έχω αρχίσει να παραφέρομαι.» προσπαθει να κλείσει το διάλογό η Εριφύλη.
«Δεν μπορείς να ελέγξεις το πότε θα σκιρτήσει η καρδιά σου, αλλά στο εξοχικό με τον κουμπάρο γαμιόσουν ένα ολόκληρο τριήμερο πουτανίτσα μου ξεδιάντροπη. Κι εκεί που τα λεγες όλα μαζί μου ώρες είναι να μου ζητήσεις να μην σε πιέζω.» Της λέει κοφτά η Άλκηστις σαν κάπως με παράπονο.
«Αα γι αυτό μου έκανες μανούρα στο τηλέφωνο τις μέρες εκείνες, και πως τάχα μου σε ξέχασα και πως δεν σου έλεγα ούτε μια γλυκιά κουβέντα; και καπάκι μου ζωγράφιζες καρδούλες, στο MSN και μου έστελνες μηνύματα;. να μου γράφεις όμορφα λόγια, να μου λες πόσο πολύ με φαντασιώνεσαι;»
«Ως ερωτευμένη, λειτούργησα κτητικά και παραφέρθηκα ζητώντας εξηγήσεις και να σου πω αυτά που νιώθω. Εμείς, που τα λέγαμε όλα και εσύ να ξεδίνεις τις καύλες σου με τον κουμπάρο σου και εγώ να το μαθαίνω από άλλους; Με το ζόρι κρατιόμουν να μη βαλαντώσω, πήγα και κλείστηκα και ξέσπασα σε κλάματα στην τουαλέτα τη μέρα εκείνη. Όλα τα παραπάνω ήθελα να στα πω κατάμουτρα, αλλά ήξερα πως είχες κάποια προσωπικά προβλήματα και αφού τη φιλία μου τη χρειάζεσαι, αυτή προσπαθούσα να σου την παρέχω. Και στα λέω σήμερα, γιατί όσο τα φυλάω μέσα μου θα εκραγώ.»
«Ηρέμησε ρε Μωρό μου! Και εγώ τον πρώτο καιρό μου ήταν αδιανόητο να έχω έρθει συναισθηματικά τα πάνω κάτω και να νιώθω ότι απλά ήταν ένα παιχνίδι. Τώρα ισορρόπησα. Τώρα μπορώ να το διαχειριστώ πλέον εξερευνώντας τη σεξουαλικότητά μου και νιώθω άνετα με τις επιθυμίες μου .»
«Ξαδέρφη εφόσον όλα είναι συναινετικά, δικαιούμαστε να απολαύσουμε τα πάντα όσο το δυνατόν περισσότερο κατά τη διάρκεια του σεξ.»

Τετάρτη 14 Μαΐου 2025

Cevahir....(Tzivaeri)

Ένα μικρο απόσπασμα από την «Ερωτική Μυθοπλασία ΙΙ....Part...7»
«Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας του συγγραφέα. Τα ονόματα, οι χαρακτήρες, οι τοποθεσίες .....κλπ.. Βλέπε Μυθοπλασία ΙΙ: (Part:1)
Ερωτική Μυθοπλασία ΙΙ (Part..1).....
............Μετά από μια δύσκολη και κοπιαστική ημέρα έχοντας διασχίσει την ταραγμένη θάλασσα, ο Νικηφόρος μ' ένα βαθύ στεναγμό, εξουθενωμένος, τεντώθηκε ηδονικά, σήκωσε το κεφάλι κι άφησε το σπίρτο του βλέμματός του να πλανηθεί έξω απ' το μεγάλο φινιστρίνι του γραφείου του. Στο βάθος του ορίζοντα, οι τελευταίες αχτίδες από το φως της μέρας έκαναν τον χώρο να μοιάζει βυθισμένος στις σκούρες μπλε και μαβιές σκιές του δειλινού, του ωκεάνιου δειλινού που ποτέ δεν προλάβαινε να τις χαρεί, γιατί είναι τόσο σύντομες. 
Κατέβασε μια γουλιά απ’ το παλιό κονιάκ με την κεχριμπαρένια όψη και το ευγενικό του άρωμα, περίμενε δυο τρία λεπτά πριν από τη δεύτερη γουλιά.... ύστερα άφησε το ποτήρι του, απλώθηκε στον αναπαυτικό καναπέ του γραφείου του και αφέθηκε εις την σιωπή της βαθιάς σκέψης και εις την γαλήνη των ονειροπολήσεων του προκειμένου να ακούσει το μέσα του… την καρδιά του, την ψυχή του… την πεμπτουσία της ύπαρξης του! 
Σε ελάχιστα λεπτά, η νύχτα θα έπεφτε, βαριά και βελούδινη, στον κόσμο γύρω του. Καθώς περνούν ώρες ονειροπολώντας η φαντασία του τείνει να υπερβάλλει σκέφτηκε μ’ ένα αθέλητο χαμόγελο. 
To βράδυ τoν βρήκε χωμένο στην πολυθρόνα του γραφείο του, κρατώντας το ποτήρι με το κονιάκ. Αν και αργά, συνεχίζει να ατενίζει την θάλασσα που άλλαζε χρώμα! Πόσο τον ηρεμούσε η γαλήνη της θάλασσας! Η μουσική από το cd του Αντρέα Μποτσέλι «Best Songs Of Andrea Bocelli» στους ήχους του «Can't Help Falling In Love», ήταν για αυτόν πηγή έμπνευσης! Πόσο τον άγγιζε αυτό το τραγούδι, τον ταξίδευε σ΄ έναν ονειρεμένο τόπο γεμάτο με την αγάπη τους. Με δυσκολία συγκρατούσε τα δάκρυά του στο άκουσμά του. Πώς είναι δυνατόν να είναι ευτυχισμένος ένας άνθρωπος μακριά από τα πρόσωπα που αγαπά και τον κάνουν ευτυχισμένο;
Ο Νικηφόρος σήμερα δεν είχε επαφή με το «Τζιβαέρι» του, τον θησαυρό του την Εριφύλη. Στην τελευταία επαφή τους τον είχε πληροφορήσει ότι η Άλκηστις έχει κατεβεί στην Αθήνα και έχουν προγραμματίσει την σημερινή ημέρα να πάνε παρέα στο θέατρο. Παίζεται μια πρωτότυπη διασκευή για το θέατρο, σε ένα κορυφαίο αντιπολεμικό έργο της παγκόσμιας λογοτεχνίας το «Όσα Παίρνει ο Άνεμος». Ένα έργο για τον έρωτα, τον πόλεμο και τον σκληρό αγώνα μιας κοινωνίας να επιλέξει ανάμεσα στην ηθική και την επιβίωση που ζωντανεύει επί σκηνής. Ο Νικηφόρος έχει διαβάσει το βιβλίο και το θεωρεί ένα από τα σπουδαιότερα βιβλία όλων των εποχών, που χάρισε και μια από τις πιο μνημειώδεις ταινίες στην ιστορία του κινηματογράφου.
Το Φθινόπωρο έφερε μαζί του τη θεατρική άνοιξη στην Αθήνα, μια καλλιτεχνική αναγέννηση με νέες ενδιαφέρουσες παραστάσεις και projects. Τον Οκτώβριο οι θεατρικές αίθουσες γεμίζουν με δυνατές ερμηνείες, σκηνοθετικά πειράματα και ιστορίες που προκαλούν σκέψη. Από την υπαρξιακή αγωνία μέχρι τη σκοτεινή μαγεία το θεατρικό ρεπερτόριο έχει κάτι για όλους. Μια βουτιά στο συναίσθημα, τη δράση και το απροσδόκητο. Από αρχαίους μύθους σε σύγχρονα κοινωνικά δράματα, η αθηναϊκή σκηνή γεμίζει με ιστορίες που αξίζει να δουν. Η Εριφύλη και η Άλκηστις ετοιμάστηκαν για να πάνε να δουν ένα θεατρικό έργο που πιστεύουν πως δεν πρέπει να χάσουν! Το «Όσα Παίρνει ο Άνεμος».Θα ήταν μια υπέροχη βραδινή έξοδος, κάτι που η Εριφύλη δεν μπορούσε να έχει συχνά πια τέτοιες εξόδους σαν παντρεμένη γυναίκα με δυο πολύ μικρά παιδιά.  Ωστόσο, αυτό το βράδυ οι γονείς της προσφέρθηκαν να πάρουν τα μικρά παιδιά και οι δυο γυναίκες ξεκίνησαν με χαρά το ραντεβού τους με το θέατρο.
Σαν νέες γυναίκες με αέρα δροσιάς ντύθηκαν ωραία μεν όσο πιο άπλα μπορούσαν δε. Η Εριφύλη κλασσικό ταγέρ ως «μεγαλοκυρία» και η Άλκηστις με ένα «χλιαρό» ριχτό φόρεμα η οποία παρά το υπέροχο σώμα της έχει αποδείξει ξανά και ξανά πως «δεν τόχει» με τη μόδα. Έτσι και αλλιώς για την Άλκηστις τι είναι όμορφο και πως θα δείχνεις ιδανικά το γυναικείο σώμα δεν ήταν βέβαιη ότι έχουν όλοι την ίδια άποψη για το… ιδανικό! Η ίδια νιώθει πως είναι σε κανονικό σχετικά βάρος, προσέχει τη διατροφή της για να παραμένει υγιής. Οτιδήποτε άλλο το θεωρεί ότι είναι υπερβολή και δεν οδηγεί πουθενά. Τέλος το χτένισμα τους και τα μαλλιά τους ήταν απλοϊκά και συνηθισμένα, καθώς απλώς πήγαιναν σε μια συνηθισμένη θεατρική παράσταση..
Η παράσταση τελείωσε με ένα θέατρο γεμάτο που ο κόσμος στο τέλος έδειξε έμπρακτα την αγάπη του, στους συντελεστές που ήταν όλοι μαζί γύρω από τη σκηνή ευχαριστώντας τους με θερμό χειροκρότημα για την υπέροχη και αξέχαστη παράσταση! Μπορεί η θεατρική παράσταση να τελείωσε, η ιστορία όμως συνεχίζεται μακρυά από το θέατρο και οι δυο ξαδέρφες έρχονται αντιμέτωπες με κομμάτια της ζωής τους που ζουν και αγωνιούν σε ένα κόσμο που γρήγορα αλλάζει θέτοντας ερωτήματα και διλήμματα, στην πίεση που δημιουργούν τα «πρέπει» και τους περιορισμούς που επιβάλλει η κοινωνία ιδίως στις γυναίκες που ακόμη και σήμερα εγκλωβίζονται σε «κουτάκια» ακολουθώντας στερεοτυπικές συμπεριφορές!

 
Web Informer Button