ADS

click to open

Σάββατο 24 Απριλίου 2021

From ULCC: Steam Tanker to SD14 (Ax auto to atimo to Jim Beam)

..Από το ULCC στο SD14
Είμαστε στα τέλη της άνοιξης, αρχές καλοκαιριού του 1981. Ταξιδεύω με πτήση της KLM, από την Αθήνα για το Κάιρο, με τελικό προορισμό το Suez, προκειμένου να επιβιβαστώ σε ένα φορτηγό πλοίο και να ναυτολογηθώ ως Β΄ Μηχανικός. Το πλοίο ήταν ένα SD14, κατασκευασμένο στα ναυπηγεία του Σάουθαμπτον, στην Αγγλία. Ένα από τα χαρακτηριστικά φορτηγά πλοία της εποχής, που έμελλε να αποτελέσει ακόμη έναν σταθμό στη δική μου ναυτική διαδρομή.
Στο διπλανό κάθισμα ταξίδευε ένας Έλληνας ασυρματιστής, ο οποίος, όπως μου συστήθηκε, καταγόταν από την Κέρκυρα. Κι εκείνος είχε προορισμό το Suez, για ναυτολόγηση σε πλοίο, αν θυμάμαι καλά, της εταιρείας του Ωνάση.
Δύο Έλληνες ναυτικοί, άγνωστοι μέχρι εκείνη τη στιγμή μεταξύ τους, ταξίδευαν προς τον ίδιο προορισμό. Ο καθένας με τον δικό του προορισμό πάνω στη θάλασσα, χωρίς να γνωρίζει ακόμη τι θα του επιφύλασσε το επόμενο μπάρκο.Ήταν το 1981. Μια εποχή που ο ναυτικός έφευγε από την Ελλάδα με μια βαλίτσα στο χέρι, το ναυτικό φυλλάδιο στην τσέπη και το βλέμμα στραμμένο προς ένα λιμάνι κάπου στον κόσμο.
Κάποια στιγμή, πάνω από τον αεροδιάδρομο μεταξύ Ρόδου και Κύπρου, άρχισαν ισχυρές αναταράξεις. Το αεροπλάνο πήγαινε σαν βάρκα, πότε πάνω και πότε κάτω. Είχαμε πέσει σε «κενό αέρος». Εκείνες τις στιγμές αισθανόμουν πως το αεροπλάνο βρισκόταν σε ελεύθερη πτώση. Το στομάχι μου είχε γίνει κόμπος και, όσο κι αν προσπαθούσα να διατηρήσω την ψυχραιμία μου, η αίσθηση του κινδύνου ήταν έντονη.
Όταν, κάποια στιγμή, οι αναταράξεις ηρέμησαν και ένιωθα ήδη καλύτερα, η έκπληξη ήρθε από τον συνεπιβάτη μου. στο απέναντι κάθισμα του διαδρόμου. Τότε ήταν που ο συνάδελφος ασυρματιστής 
βρήκε την ευκαιρία να μου μιλήσει για μια άλλη, πολύ πιο οδυνηρή πτήση της ζωής του.
Μου διηγήθηκε πως, δέκα χρόνια νωρίτερα, είχε ταξιδέψει με αεροσκάφος της Ολυμπιακής Αεροπορίας, το οποίο είχε απογειωθεί από το αεροδρόμιο  «Ιωάννης Καποδίστριας» της Κέρκυρας με προορισμό την Αθήνα. Το αεροσκάφος, όμως, δεν κατόρθωσε ποτέ να προσγειωθεί ομαλά. Κατέπεσε στη θάλασσα, σε απόσταση περίπου πέντε χιλιομέτρων από το αεροδρόμιο του Ελληνικού, στη θαλάσσια περιοχή της Βούλας, κοντά στο θεραπευτήριο του ΠΙΚΠΑ, όπου και συνετρίβη.
Τριάντα επτά ήταν τα θύματα εκείνου του τραγικού αεροπορικού δυστυχήματος. Οι διασωθέντες ήταν δεκαέξι. Και ανάμεσα στους δεκαέξι ήταν και ο τολμηρός συνεπιβάτης μου.
Τον κοίταξα με μια διαφορετική ματιά. Λίγα λεπτά νωρίτερα, οι αναταράξεις με είχαν κάνει να αισθανθώ ότι το αεροπλάνο έπεφτε στο κενό. Κι εκείνος, καθισμένος εκεί απέναντι μου, είχε ήδη γνωρίσει από πρώτο χέρι τι σημαίνει να βρίσκεσαι μέσα σε ένα αεροσκάφος που πραγματικά πέφτει.
Είχαν περάσει δέκα χρόνια από τότε. Κι όμως, εκείνη τη στιγμή, πάνω από το Αιγαίο, η μνήμη του τραγικού εκείνου ταξιδιού είχε επιστρέψει ξανά στη ζωή του. Μου εξομολογήθηκε ότι τη ζωή του την χρωστά, κατά κύριο λόγο, στην ψύχραιμη αεροσυνοδό, η οποία τον πέταξε έγκαιρα, ούτε ο ίδιος κατάλαβε πως, από την έξοδο κινδύνου στη θάλασσα. Αυτό μόνο θυμάται…
Εγώ είχα χάσει τη φωνή μου από την έκπληξη και το έντονο συναίσθημα. Με άφησε άναυδο το θάρρος του να ξαναταξιδεύει με αεροπλάνο, ύστερα από μια τέτοια εμπειρία. Βλέποντας, μάλιστα, πως συνέχιζα να κοιτάζω επίμονα τα φτερά του αεροπλάνου, που ακόμη δεν είχαν σταματήσει εντελώς να ταλαντεύονται, θέλησε να εκλογικεύσει τους φόβους μου. Βάλθηκε, λοιπόν, να με καθησυχάσει:
«Νεαρέ μου, η γνώση νικάει τον φόβο!» Έκανε μια μικρή παύση και συνέχισε, βλέποντας πως εξακολουθούσα να κοιτάζω έξω από το παράθυρο. «Πρώτον, δεν υπάρχουν «κενά αέρος» στην ατμόσφαιρα. Αυτό που οι περισσότεροι χαρακτηρίζουν έτσι είναι καθοδικά ρεύματα αέρα, τα οποία μπορεί να είναι ισχυρότερα από την ανυψωτική δύναμη του αεροσκάφους. Η είσοδος του αεροσκάφους σε ένα τέτοιο ρεύμα προκαλεί μια απότομη καθοδική κίνηση, η οποία στους επιβαίνοντες δημιουργεί την αίσθηση της πτώσης. Έπειτα, σαν να ήθελε να μου αποδείξει ότι δεν υπήρχε κανένας λόγος να φοβάμαι, πρόσθεσε. «Τα αεροσκάφη είναι φτιαγμένα για να αντέχουν σε κάτι τέτοιο. Φαντάσου ότι το φτερό που κοιτάς με τόση αγωνία έχει τη δυνατότητα να λυγίσει μέχρι και έξι μέτρα χωρίς να σπάσει!
Τον άκουγα σιωπηλός.
«Και κάτι ακόμη, νεαρέ μου. Η πιθανότητα να πεθάνει κανείς σε αεροπορικό δυστύχημα κατά τη διάρκεια μιας συνηθισμένης πτήσης είναι μία στα έντεκα εκατομμύρια. Με άλλα λόγια, η πιθανότητα να πάθεις καρδιακή προσβολή μέσα στην καμπίνα του αεροπλάνου είναι οκτώ φορές μεγαλύτερη!
Χαμογέλασε. «Γι’ αυτό σου λέω… η γνώση νικάει τον φόβο!»
Κοίταξα ξανά το φτερό. Για πρώτη φορά, δεν μου φάνηκε τόσο εύθραυστο.
Ταυτόχρονα, επιδέξια, γύρισε τη συζήτηση σε προσωπικές ερωτήσεις. Μου έδωσε την αίσθηση πως ήθελε να αποφύγει οποιαδήποτε περαιτέρω αναφορά στο δυστύχημα. Το κατάλαβα και το σεβάστηκα.
Πλέον, η συζήτησή μας περιστράφηκε γύρω από τα επαγγελματικά μας.
Εκείνος βρισκόταν κοντά στη συνταξιοδότηση. Υπολόγιζε πως θα έκανε ακόμη ένα-δυο μπάρκα και ύστερα θα κατέθετε την υπηρεσία του.
Εγώ τον πληροφόρησα πως ήμουν έτοιμος να αποκτήσω το δίπλωμα Μηχανικού Α΄ Τάξης. Επειδή όμως μέχρι τότε η υπηρεσία μου αφορούσε μεγάλα πετρελαιοφόρα, κινούμενα με ατμό, είχα αποφασίσει να αλλάξω παραστάσεις πριν από την απόκτηση του διπλώματος. Γι’ αυτό και τώρα ταξίδευα προς το Suez, με σκοπό να  ναυτολογηθώ σε ένα ντιζελοκίνητο φορτηγό πλοίο και συγκεκριμένα σ’ ένα SD14.
Ήταν η σειρά του να με κοιτάξει με περιέργεια. «Μεγάλη αλλαγή,» μου είπε. Και ύστερα, σαν να ήθελε να υπογραμμίσει το μέγεθος της απόφασης. «Από τους γίγαντες των 300.000 deadweight, σ’ ένα πλοίο 14.000 deadweight!
«Όντως… Τουλάχιστον, ελπίζω να ’ναι ενδιαφέρουσα η αλλαγή.» Περισσότερο το τόνισα στον εαυτό μου παρά του απάντησα. Δεν μπορούσα ακόμη να γνωρίζω πως αυτή η «μεγάλη αλλαγή» δεν θα ήταν απλώς μια αλλαγή πλοίου, μηχανής και μεγέθους. Θα ήταν ένα διαφορετικό κεφάλαιο στη θάλασσα.
Στη συνέχεια, κάποια στιγμή, πέσαμε πάλι σε μικρές αναταράξεις, λες και περνούσαμε πάνω από μικρά, κοφτά κύματα. Έριξα τελείως πίσω το κάθισμά μου, γύρισα στο πλάι και, με προσεκτική, κατευναστική φωνή, παρουσίασα χαμηλόφωνα τα στατιστικά δεδομένα στη γυναίκα που καθόταν δίπλα στο παράθυρο και, τρέμοντας από φόβο, αδημονούσε να τελειώσει το ταξίδι.
«Βεβαίως, οι στατιστικές δεν βοηθούν όταν φοβάστε, πρόσθεσα. Σας το λέω μόνο γιατί ξέρω τι περνάτε.»
Η γυναίκα, που μέχρι εκείνη τη στιγμή είχε το βλέμμα της καρφωμένο έξω από το παράθυρο, γύρισε και με κοίταξε, σαν να ανακάλυπτε μόλις εκείνη τη στιγμή ότι κάποιος καθόταν δίπλα της.
«Σας ευχαριστώ,» είπε. Έκανε μια προσπάθεια να χαμογελάσει και ύστερα ξαναγύρισε προς το παράθυρο. Ακούμπησε το μέτωπό της πάνω στο τζάμι, σαν να ήθελε να κρύψει τον φόβο της.
Τέλος πάντων, εγώ το καθήκον μου το είχα κάνει. «Με συγχωρείτε,« είπα. «Δεν είχα πρόθεση να σας
ενοχλήσω.»
Γύρισε ελάχιστα το σώμα της προς το μέρος μου. «Όχι, μη ζητάτε συγγνώμη. Είναι ωραίο που υπάρχουν ακόμη άνθρωποι που νοιάζονται. Έστω κι ελάχιστοι. Συνήθως μας τρομοκρατεί οτιδήποτε στενάχωρο και θλιβερό.»
«Έχετε δίκιο,» της απάντησα. και προς μεγάλη μου χαρά, εκείνη ακριβώς τη στιγμή είχα μόλις βρει έναν σταθμό με rock μουσική. 
Ετοιμαζόμουν να φορέσω τα ακουστικά μου, όταν άναψε το φωτάκι με την ένδειξη «Προσδεθείτε».
Μια αεροσυνοδός ήρθε και έλεγξε τις ζώνες μας, καθώς πλησιάζαμε στην προσγείωση και εγώ έμεινα με τα ακουστικά στα χέρια.
Η πτήση πλησίαζε στο τέλος της. Φθάνοντας στο Κάιρο, τον καθένα μας τον παρέλαβε ο πράκτορας του. Χωρίσαμε και έκτοτε δεν συναπαντηθήκαμε ξανά. Τον θυμόμουν, όμως, κάθε φορά που ταξίδευα με αεροπλάνο και πέφταμε σε αναταράξεις.
Ευαγγέλιο μου έμειναν τα λόγια του: «Νεαρέ μου, η γνώση νικάει τον φόβο!» Και αμέσως μετά, σαν να ήθελε να μου αφήσει ένα μάθημα που θα κουβαλούσα μαζί μου. «Και να γνωρίζεις: δεν υπάρχουν κενά στην ατμόσφαιρα. Αυτό που οι περισσότεροι χαρακτηρίζουν έτσι είναι καθοδικά ρεύματα αέρα, τα οποία είναι ισχυρότερα από την ανυψωτική δύναμη του αεροσκάφους.»
Ίσως να μην θυμάμαι σήμερα το όνομά του. Θυμάμαι όμως τη φωνή του. Και, κυρίως, θυμάμαι εκείνη τη φράση: «Η γνώση νικάει τον φόβο.» Μια φράση που ξεκίνησε από μια αναταραχή πάνω από το Αιγαίο και, χωρίς να το γνωρίζει ο ίδιος, έμεινε μαζί μου για πολλά χρόνια.
Στο πλοίο συνάντησα τον Πρώτο Μηχανικό, με τον οποίο είχαμε ήδη γνωριστεί από παλιά και μας συνέδεε οικογενειακή φιλία. Ο Πρώτος, όταν δεν ταξίδευε, εκτελούσε ταυτόχρονα και χρέη Αρχιμηχανικού στην εταιρεία, η οποία, να σημειώσω, ήταν οικογενειακή.
Το πλοίο ήταν ναυλωμένο από την Άπω Ανατολή, με προορισμό ευρωπαϊκούς λιμένες εκφόρτωσης. Στη συνέχεια είχαμε ναύλο από τις Κάτω Χώρες για λιμένες της ανατολικής ακτής των Ηνωμένων Πολιτειών. Γενικά, τα ταξίδια μας ήταν πολύ καλά, με ήρεμες θάλασσες και χωρίς ιδιαίτερα απρόοπτα.
Πλοίαρχος στο πλοίο ήταν ο μεγαλύτερος αδελφός του Πρώτου Μηχανικού, ένας αψύς Μανιάτης της Μεσσηνιακής Μάνης. Μια λεβέντικη καρδιά.
Έλεγε αυτό που ένιωθε και αυτό που σκεφτόταν, χωρίς περιστροφές. Ντόμπρος άνθρωπος, με κατανόηση και ειλικρίνεια απέναντι σου. Από εκείνους τους ανθρώπους που ήξερες πάντοτε πού στέκονταν και τι είχαν μέσα τους. Το πλήρωμα αποτελείτο, ως επί το πλείστον, από Μανιάτες και Βατικιώτες, με λίγες εξαιρέσεις. Μία από αυτές ήταν ο Γραμματικός του πλοίου, με 
καταγωγή από την Κεφαλλονιά. Πολιτικός πρόσφυγας στην Πολωνία, από τη ζοφερή περίοδο του Εμφυλίου Πολέμου, είχε παραμείνει εκεί και διέμενε ακόμη στην Πολωνία.Ο καπετάν Γεράσιμος ήταν μια ανεκτίμητη μονάδα του Εμπορικού μας Ναυτικού. Οι γνώσεις του στη ναυσιπλοΐα, αλλά και στην πρακτική των φορτώσεων και εκφορτώσεων των πλοίων, ήταν πραγματικά εντυπωσιακές. Είχε γνώσεις που έμοιαζαν με πανεπιστημιακή εγκυκλοπαίδεια της ναυτικής τέχνης. Μιλούσε και διαχειριζόταν τουλάχιστον έξι γλώσσες. Κι όμως, είχε ένα καημό: πίστευε πως δεν τα κατάφερνε όσο ικανοποιητικά 
θα ήθελε στα γαλλικά. Ήταν από εκείνους τους ναυτικούς που, όσο περισσότερο γνώριζαν, τόσο περισσότερο αντιλαμβάνονταν πόσα ακόμη υπήρχαν να μάθουν. Και ο καπετάν Γεράσιμος ανήκε σ' αυτή την κατηγορία.
Η αφεντιά μου, σε προσωπικό επίπεδο, από τις ανέσεις ενδιαίτησης των γιγάντιων ULCC βρέθηκα ξαφνικά στριμωγμένος σε μια μικρή καμπίνα του SD14, με ένα υποτυπώδες γραφείο και κοινόχρηστα λουτρά. Η πρώτη μου αίσθηση ήταν πως είχα ξεστρατίσει. Σαν κάτι να μου είχαν πάρει από τον πολιτισμό μου. Όμως, σε αντιστάθμισμα, άρχισα να αντιλαμβάνομαι κάτι εντελώς διαφορετικό.Ένιωθα πολύ πιο ήρεμος και χαλαρός. Και, κυρίως, ο χρόνος έμοιαζε να κυλά διαφορετικά. Πιο αργά. Με μικρότερες ταχύτητες. Σαν να είχε αλλάξει ο ρυθμός της ίδιας της ζωής. Στους γίγαντες των ULCC υπήρχε το μέγεθος, η ισχύς, η άνεση, η αίσθηση ενός ολόκληρου πλωτού εργοστασίου. Εδώ, στο μικρότερο SD14, όλα ήταν πιο περιορισμένα, πιο απλά, πιο κοντά στον άνθρωπο.
Κι όμως, μέσα σε αυτή την απλότητα, ανακάλυπτα μια ηρεμία που δεν την περίμενα. Γενικά, ήταν μια νέα εμπειρία. Και, παρά τις διαφορές, δεν είχα κανένα παράπονο.
Τελειώνοντας την εκφόρτωση στους λιμένες της ανατολικής ακτής, αρμενίζουμε νότια-νοτιοδυτικά, με προορισμό το λιμάνι του Χιούστον, στο νοτιοανατολικό άκρο της πολιτείας του Τέξας. Το Χιούστον, ένας από τους σημαντικότερους λιμένες των Ηνωμένων Πολιτειών, ήταν ο επόμενος σταθμός μας. Εκεί φορτώσαμε πρώτες ύλες για την πετροχημική βιομηχανία και αναχωρήσαμε στα τέλη Αυγούστου, με προορισμό τον λιμένα της Σαγκάης στην Κίνα. Το ταξίδι αυτό αποτέλεσε για μένα μια πρωτόγνωρη εμπειρία. Για πρώτη φορά θα διέσχιζα τη Διώρυγα του Παναμά, τον περίφημο τεχνητό υδάτινο δρόμο που ενώνει τον Ατλαντικό με τον Ειρηνικό Ωκεανό.
Η διώρυγα, μήκους περίπου 82 χιλιομέτρων, αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα τεχνικά έργα που δημιούργησε ο άνθρωπος και έναν από τους σημαντικότερους θαλάσσιους δρόμους του κόσμου. Τα πλοία, μέσα από ένα σύστημα δεξαμενών και θυροφραγμάτων, ανυψώνονται περίπου 26 μέτρα πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας, στο επίπεδο της τεχνητής λίμνης Gatún, και στη συνέχεια κατεβαίνουν ξανά στο επίπεδο της θάλασσας, στην άλλη πλευρά της διώρυγας. Για έναν μηχανικό της θάλασσας, η διέλευση ενός τέτοιου έργου δεν μπορούσε παρά να είναι μια ξεχωριστή εμπειρία.
Όταν αφήσαμε πίσω μας τη Διώρυγα του Παναμά και βγήκαμε στον Ειρηνικό, άνοιγε μπροστά μας ένας τεράστιος θαλάσσιος ορίζοντας. Ο ανθυποπλοίαρχος, με εντολή του πλοιάρχου, ανέλαβε να σχεδιάσει τον ορθοδρομικό πλου του πλοίου, δηλαδή την ελάχιστη δυνατή διαδρομή, από τον Παναμά μέχρι τον λιμένα προορισμού, τη Σαγκάη.
Ο πλους χαράχθηκε στον γνωμονικό ναυτικό χάρτη. Κοιτούσα τη γραμμή που ένωνε τον Παναμά με τη Σαγκάη και συνειδητοποιούσα το μέγεθος της διαδρομής που είχαμε μπροστά μας. Από τον Ατλαντικό στον Ειρηνικό. Και από εκεί, διασχίζοντας έναν ολόκληρο ωκεανό, μέχρι την Άπω Ανατολή.
Για μένα, το SD14 δεν ήταν πλέον απλώς μια αλλαγή από τους γίγαντες των ULCC. Είχε αρχίσει να γίνεται το πλοίο με το οποίο θα γνώριζα έναν διαφορετικό κόσμο.
Αρχές φθινοπώρου μας βρίσκουν να ταξιδεύουμε στην ωκεάνια διαδρομή, νοτιοανατολικά της Ιαπωνίας, όταν το δελτίο καιρού μας πληροφορεί πως νοτιότερα της πορείας μας η περιοχή σαρώνεται από μια ισχυρή τροπική καταιγίδα. Η «Λόλα».
Έχοντας ήδη σπείρει την καταστροφή στις Φιλιππίνες, η τροπική καταιγίδα «Λόλα» είχε πλήξει και τις ανατολικές ακτές της Φορμόζας, με πανίσχυρους ανέμους και τεράστια κύματα. Η ισχύς της είχε εξασθενήσει, όμως τα μετεωρολογικά δελτία προειδοποιούσαν πως, καθώς θα κινούνταν βόρεια, υπήρχε πιθανότητα να ενισχυθεί και πάλι σε τυφώνα,  προσεγγίζοντας τις ανατολικές ακτές της Ιαπωνίας. Οι προβλέψεις έδειχναν πως, πλησιάζοντας τις ακτές, θα έχανε μέρος της ισχύος της. Παρ’ όλα αυτά, παρέμενε επικίνδυνη, με ριπές ανέμου που έφθαναν τα 120 χιλιόμετρα την ώρα.
Ο πλοίαρχος αποφάσισε να ελαττώσουμε την ταχύτητά μας στο ελάχιστο. Θα περιμέναμε. Η τελική πορεία της καταιγίδας, αλλά και η αναμενόμενη εξασθένηση της, θα καθόριζαν τη συνέχεια του ταξιδιού μας. Το ζητούμενο ήταν απλό. Να αποφύγουμε οποιοδήποτε δυσάρεστο ενδεχόμενο και, κυρίως, να μη βρεθούμε στην πορεία του τυφώνα. Για τρεις ημέρες το πλοίο έμεινε ουσιαστικά σε αναμονή. Ένας ωκεανός ολόκληρος γύρω μας και εμείς, με τις μηχανές στο ελάχιστο, περιμέναμε τον καιρό να αποφασίσει για λογαριασμό μας. Τελικά, η καταιγίδα εξασθένησε. Ο κίνδυνος απομακρύνθηκε και ο πλοίαρχος έδωσε εντολή να επανέλθουμε στην κανονική μας ταχύτητα.
Το SD14 ξαναπήρε τον δρόμο του προς τον τελικό προορισμό. Η Σαγκάη μας περίμενε.
Το λιμάνι της Σαγκάης βρίσκεται στις εκβολές του ποταμού Γιανγκτσέ, με τη Θάλασσα της Ανατολικής Κίνας στα ανατολικά και τον Κόλπο του Χανγκτσόου στα νότια. Η Σαγκάη ήταν ήδη τότε μια τεράστια και πολυσύχναστη κινεζική μεγαλούπολη, σημαντικό οικονομικό κέντρο και ένα από τα μεγαλύτερα λιμάνια της χώρας.Το αποικιακό παρελθόν της ήταν έκδηλο σε κάθε γωνιά της και συνυπήρχε με το προφίλ μιας πόλης που διαρκώς αναπτυσσόταν. Παλιά κτίρια και ιστορικές συνοικίες δίπλα σε σύγχρονες κατασκευές, πελώριους ουρανοξύστες και τεράστια πολυκαταστήματα. Για μένα, η Σαγκάη ήταν ένας ακόμη καινούργιος κόσμος. Στην Κίνα πραγματοποιήθηκε και η αντικατάσταση της Επιστασίας του Μηχανοστασίου. Ο Πρώτος Μηχανικός, πριν αναχωρήσει από το πλοίο, με φώναξε ιδιαιτέρως στο γραφείο του.
«Θέλω να σου ζητήσω κάτι. Να προσέχεις και να μην τον στεναχωρείς». Κατάλαβα αμέσως πως αναφερόταν , τον αδελφό του τον πλοίαρχο.
 Έχει και κάποιο μικρό πρόβλημα με την καρδιά του…Έκανε μια μικρή παύση και με κοίταξε στα μάτια. «Βλέπω ότι ταιριάζετε. Αλλά στο λέω γιατί, ώρες-ώρες, είστε αγύριστα κεφάλια και οι δυο σας.» Χαμογέλασα.
«Και κάτι ακόμη. Αφήνω το μηχανοστάσιο στα χέρια σου. Ό,τι χρειαστείς, είμαι στη διάθεσή σου.
Τον κοίταξα λίγο απορημένος. «Εντάξει, δεν έχω κάποια αντίρρηση. Αλλά αυτό με το «μηχανοστάσιο στα χέρια σου» μου ακούγεται κάπως… παράταιρο.
Με κοίταξε με εκείνο το βλέμμα που είχε ο άνθρωπος που ήξερε ήδη περισσότερα απ’ όσα έλεγε.
«Έξυπνος είσαι. Ξέρεις εσύ πώς να το χειριστείς.» Και κάπως έτσι, χωρίς τυμπανοκρουσίες και χωρίς επίσημες παραδόσεις, βρέθηκα να έχω στα χέρια μου κάτι περισσότερο από μια θέση στο μηχανοστάσιο. Είχα την ευθύνη του.
Τελειώνει η εκφόρτωση και το πλοίο είναι πλέον ελεύθερο από φορτίο, χωρίς ναύλο και άμεσα διαθέσιμο στη ναυλαγορά. Μένουμε περίπου είκοσι ημέρες αρόδο, ανοικτά των ακτών, στο αγκυροβόλιο της Σαγκάης, περιμένοντας να βρεθεί ο κατάλληλος ναύλος. Ο νέος μας Πρώτος Μηχανικός ήταν ένας χαμηλών τόνων άνθρωπος, ευγενικός, με καταγωγή από κάποιο νησί των Κυκλάδων. Απλώς, ήταν μεγαλύτερης ηλικίας και ανήκε στην παλιά σχολή των μηχανικών, εκείνων που κάθε καινούργια τεχνολογία τους φαινόταν κάπως δύσκολη στην αποδοχή και στην εφαρμογή της.
Κι εκείνος, από την πρώτη στιγμή, μου τόνισε. « Το μηχανοστάσιο είναι στα χέρια σου.» Ήταν ήδη η δεύτερη φορά που άκουγα την ίδια φράση. Με τον καιρό, πάντως, αποδείχθηκε πως είχαμε μια πολύ καλή συνεργασία. Ο καθένας ήξερε τον ρόλο του και, κυρίως, υπήρχε αμοιβαίος σεβασμός.
Στο αγκυροβόλιο της Σαγκάης εφοδιαστήκαμε με καύσιμα. Όταν ο πράκτορας μας έδωσε τα απαραίτητα έγγραφα και τα πιστοποιητικά των καυσίμων, η πλούσια εμπειρία που είχα αποκτήσει στα γκαζάδικα μου επέτρεψε να ελέγξω τα χαρακτηριστικά τους. Ένιωσα βαθιά ικανοποίηση. Η ποιότητα των καυσίμων ήταν εξαιρετική, τουλάχιστον σύμφωνα με τα αναγραφόμενα χαρακτηριστικά και τις προδιαγραφές τους. Αργά το απόγευμα βρισκόμουν στη γέφυρα του πλοίου, παρέα με τον καπετάν Γεράσιμο. Είχαμε μια φιλική συζήτηση, όταν από τα ερτζιανά κύματα ακούσαμε τον Πρώτο Μηχανικό ενός άλλου πλοίου, που βρισκόταν κι εκείνο στο αγκυροβόλιο, να συνομιλεί με το γραφείο του.
Η συζήτησή του είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Αρνιόταν πεισματικά να παραλάβει καύσιμα από τη Σαγκάη. Με έπιασε η περιέργεια. Ρώτησα τον πράκτορα, που βρισκόταν εκείνη τη στιγμή στο πλοίο, αν γνώριζε για ποιο λόγο ο συνάδελφος αρνιόταν τόσο κατηγορηματικά να παραλάβει τα καύσιμα.
«Κι εγώ δεν μπορώ να καταλάβω γιατί το κάνει,» μου απάντησε. Και πρόσθεσε. «Είναι ακριβώς τα ίδια καύσιμα μ’ αυτά που εφοδιαστήκατε κι εσείς.» Η συζήτηση έκλεισε εκεί.
Εγώ, όμως, έμεινα με την απορία. Τι γνώριζε ο συνάδελφος που εγώ δεν γνώριζα; Ή μήπως απλώς είχε τις δικές του επιφυλάξεις; Δεν μπορούσα τότε να δώσω απάντηση.
Είχε μπει για τα καλά ο Νοέμβριος, όταν ήρθαν οι νέες οδηγίες. Ο προορισμός μας ήταν ο λιμένας Τσονγκτζίν, στα βορειοανατολικά της Βόρειας Κορέας, στην επαρχία Βόρειου Χαμγκιόνγκ, στις ακτές της Ιαπωνικής Θάλασσας. Προορισμός που, όπως θα αποδεικνυόταν, έκρυβε καινούργιες εμπειρίες.
Προχωρημένο φθινόπωρο. Το πλοίο, σε κατάσταση έρματος, ύστερα από ένα ταξίδι τεσσάρων ημερών, φτάνει στον προορισμό μας, στον λιμένα φόρτωσης. Κατά τη διάρκεια του πλου ο καιρός ήταν κατά διαστήματα βροχερός, όμως η ορατότητα παρέμενε καλή και ο άνεμος ασθενής. Το ταξίδι κύλησε χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα. Το προς φόρτωση και μεταφορά εμπόρευμα ήταν ένα χύδην φορτίο αργιλοπυριτικού ορυκτού, το οποίο χρησιμοποιείται κυρίως στις γεωτρήσεις πετρελαίου. Προορισμός του φορτίου ήταν ο λιμένας εκφόρτωσης στο Ρότερνταμ της Ολλανδίας. Το μετάλλευμα, προερχόμενο από την ενδοχώρα, έφτανε στο λιμάνι με πολύ χαμηλό ρυθμό. Έτσι, η φόρτωση του πλοίου προχωρούσε αργά και οι καθυστερήσεις άρχισαν να συσσωρεύονται. Ένας ακόμη ανασχετικός παράγοντας ήταν η κακοκαιρία που ενέσκηψε στην περιοχή. Ο χειμώνας εκείνες τις ημέρες έκανε αισθητή την παρουσία του, βαρύς και δύσκολος, με το θερμόμετρο να κατρακυλά όλο και χαμηλότερα.
Και κάτω από τέτοιες συνθήκες, η φόρτωση σταματούσε. Το φορτίο δεν έπρεπε να βραχεί. Έτσι, περιμέναμε. Το πλοίο ήταν έτοιμο, οι άνθρωποι περίμεναν, αλλά ο καιρός και ο αργός ρυθμός με τον οποίο έφτανε  το μετάλλευμα από την ενδοχώρα καθόριζαν πλέον τον χρόνο μας. Στο SD14, για άλλη μια φορά, μαθαίναμε πως στη θάλασσα δεν κυβερνά πάντοτε ο άνθρωπος. Κάποιες φορές, απλώς περιμένει. Βρισκόμαστε ήδη μερικές ημέρες στην προβλήτα, όταν η αντλία παροχής πετρελαίου προς τον λέβητα του πλοίου παρουσίασε πρόβλημα στην τροφοδοσία του καυσίμου προς καύση στην εστία του λέβητα. Δεν υπήρχε χρόνος για χάσιμο. Αλλάζουμε την αντλία με την εφεδρική και ξεκινώ αμέσως την επιθεώρηση της αφαιρεθείσας. Και τότε έμεινα έκπληκτος. Οι οδόντες του ογκομετρικού στροφείου της αντλίας ήταν απίστευτα φθαρμένοι. Ήταν κυριολεκτικά φαγωμένοι. Η εικόνα δεν ήταν φυσιολογική. Δεν είχε περάσει περισσότερο από ένα διήμερο και, δυστυχώς, και η καινούργια αντλία παρουσίασε πανομοιότυπο πρόβλημα. Με έζωσαν τα φίδια, κατά τα κοινώς λεγόμενα.Και τότε, σαν αστραπή, η μνήμη μου γύρισε στη Σαγκάη. Στον άλλο Πρώτο Μηχανικό. Εκείνον που, χωρίς να γνωρίζω τον λόγο, αρνιόταν πεισματικά να παραλάβει καύσιμα από τη Σαγκάη.
«Διάβολε… λες;» Η σκέψη πέρασε από το μυαλό μου και, μαζί της, άρχισαν να κουμπώνουν ένα-ένα τα γεγονότα. Τα σημάδια ήταν φανερά, πέρα από κάθε αμφιβολία. Οι βλάβες παρουσιάστηκαν όταν καταναλώσαμε το παλιό καύσιμο από τις ημερήσιες δεξαμενές κατανάλωσης και αυτές άρχισαν να πληρώνονται με το καινούργιο καύσιμο. Και η αλλαγή αυτή είχε ολοκληρωθεί μόλις λίγες ώρες πριν από την άφιξή μας στον λιμένα. Άρα, λογικά, η μηχανή είχε ήδη εργαστεί για κάποιες ώρες με το καινούργιο καύσιμο. Κοίταξα ξανά την αντλία. Η φθορά στους οδόντες του στροφείου δεν ήταν πλέον ένα απλό μηχανικό πρόβλημα.Ήταν ένα σημάδι. Θυμήθηκα εκείνον τον άγνωστο συνάδελφο στη 
Σαγκάη που, από τα ερτζιανά, αρνιόταν κατηγορηματικά να παραλάβει το ίδιο καύσιμο που είχαμε παραλάβει κι εμείς. Τότε δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί. Τώρα άρχιζα να φοβάμαι πως γνώριζα την απάντηση. Τα προβλήματα ήταν υπαρκτά και δύσκολα. Το πλοίο διέθετε και δεύτερη, εφεδρική δεξαμενή ημερήσιας κατανάλωσης, η οποία ευτυχώς ήταν ακόμη γεμάτη με το παλιό καύσιμο.
Ο λέβητας, όμως, είχε μείνει χωρίς αντλία παροχής πετρελαίου. Με μεγάλο κόπο και αρκετή επινόηση καταφέραμε να προσαρμόσουμε μια άλλη αντλία και να θέσουμε ξανά τον λέβητα σε λειτουργία, χρησιμοποιώντας το καύσιμο της εφεδρικής δεξαμενής. Ο ατμός ήταν απολύτως απαραίτητος. Οι θερμοκρασίες στην περιοχή είχαν κατρακυλήσει στους 20 βαθμούς Κελσίου υπό το μηδέν και χωρίς ατμό οι συνθήκες στο πλοίο θα γίνονταν εξαιρετικά δύσκολες. Σε διαβούλευση με τον Πρώτο Μηχανικό, τον παρότρυνα να έρθει σε επαφή με το γραφείο και να ζητήσει να δοθεί άμεσα λύση στο πρόβλημα του καυσίμου. Τα σημάδια ήταν πλέον ορατά. Η μηχανή, αν συνεχίζαμε να καταναλώνουμε αυτό το καύσιμο, πολύ σύντομα θα αντιμετώπιζε σοβαρό λειτουργικό πρόβλημα.
Η αλήθεια είναι πως ο Πρώτος ήταν αρκετά διστακτικός και υποχωρητικός απέναντι στο γραφείο. Ίσως επειδή ο ίδιος δυσκολευόταν να πιστέψει ότι μπορούσε να προκύψει τόσο μεγάλο πρόβλημα από το καύσιμο. Δεν του είχε ξανασυμβεί. Κι όταν κάτι δεν σου έχει συμβεί ποτέ, είναι δύσκολο να φανταστείς πόσο γρήγορα μπορεί να πάρει μεγάλες διαστάσεις.
Συνομίλησα απευθείας με τον καπετάνιο.
«Κάπτεν! Το γνωρίζεις ότι πριν από τρεισήμισι μήνες έγινα πατέρας και δεν έχω δει ακόμη τον γιο μου;
Σταμάτησα για μια στιγμή. «Επειδή το γραφείο δεν συμμερίζεται τους φόβους μου, σου μιλώ ειλικρινά. Αν ο προορισμός μας ήταν ανατολικά, εγώ θα ετοίμαζα τη βαλίτσα μου και θα κατασκήνωνα στην προβλήτα, μέχρι να αποφάσιζαν οι Βορειοκορεάτες τι θα έκαναν μαζί μου.
Ο καπετάνιος με άκουγε σιωπηλός.
«Τώρα, όμως, πάμε νότια. Υπάρχουν τόσα πολλά ασφαλή λιμάνια προσέγγισης, που πιστεύω πως σε κάποιο από αυτά θα καταφέρουμε να προσεγγίσουμε. Γιατί, κατά τη γνώμη μου, τα σημάδια δείχνουν καθαρά ότι πάνω από μία εβδομάδα ταξίδι δεν κάνουμε.
Ο καπετάνιος με κοίταξε σκεπτικός.
«Έχω κι εγώ μιλήσει με το γραφείο και δεν συμμερίζονται τους φόβους σου…» Δεν ήθελα να αντιπαρατεθώ.
«Χίλιες φορές κι άλλες τόσες να βγω υπερβολικός και φαντασιόπληκτος, του απάντησα, αλλά τα προβλήματα βλέπω να ’ρχονται. Και αυτή τη φορά δεν μιλούσα μόνο ως μηχανικός.
Μιλούσα ως πατέρας. Ένας πατέρας που δεν είχε ακόμη προλάβει να γνωρίσει τον γιο του.
Ταυτόχρονα, ο κάπτεν άδραξε την ευκαιρία να μου απευθύνει μια φιλική επίπληξη, αλλά αυτή τη φορά με πολύ σοβαρό ύφος.
Την προηγούμενη ημέρα, ο κομισάριος, υπεύθυνος για το φορτίο αλλά και εκπρόσωπος του κόμματος στο πλοίο, είχε απευθύνει πρόσκληση σε ολόκληρο το πλήρωμα να παρευρεθεί σε μια εκδήλωση για τη «φιλία των λαών». Εγώ, με τρόπο ομολογουμένως επιδέξιο, είχα βρει διάφορες δικαιολογίες για να μην πάρω μέρος στην εκδήλωση.
Ο καπετάνιος όμως, δεν το είχε ξεχάσει. Μου το κρατούσε. 
«Τώρα στ’ αλήθεια, εγώ σου φταίω που είσαι η Κεφαλή του πλοίου και δεν μπόρεσες να την κάνεις κι εσύ μ’ ελαφρά πηδηματάκια από τις… ανούσιες παράτες τους;» του λέω. Δεν μπόρεσε να συγκρατήσει το χαμόγελό του.
Τελείωσε η φόρτωση. Το πλοίο, συνοδεία ρυμουλκών, οδηγήθηκε προς την έξοδο του λιμένα. Αφήσαμε τον πιλότο και, λίγο αργότερα, βγήκαμε στην ανοικτή θάλασσα. Η πρώτη ημέρα του ταξιδιού κύλησε ομαλά. Ο καιρός είχε ηρεμήσει και είχαμε ακόμη μια μικρή ποσότητα από το παλιό πετρέλαιο. Τη δεύτερη ημέρα άρχισε η μηχανή να λειτουργεί με το νέο καύσιμο. Κι εγώ δεν μπορούσα να κοιμηθώ.
Παρακολουθούσα συνεχώς τη λειτουργία της μηχανής, περιμένοντας να εμφανιστούν οι παρενέργειες που φοβόμουν.
Την τρίτη ημέρα ήρθαν. Οι αντλίες πετρελαίου υψηλής πίεσης άρχισαν να παρουσιάζουν διαρροές από τα εμβολοχιτώνιa τους. Το πρόβλημα ήταν πλέον ορατό. Και όσο περνούσαν οι ώρες, γινόταν ολοένα και σοβαρότερο. Δεν χρειαζόταν πλέον ιδιαίτερη εμπειρία για να αντιληφθεί κανείς πως η κατάσταση 
οδηγούνταν σε αδιέξοδο. Ξημερώματα της τέταρτης ημέρας, αποφασίσαμε πως το πλοίο αδυνατούσε να συνεχίσει για πολύ ακόμη τον πλου.Έπρεπε να αντιδράσουμε. Σε λίγες ώρες είχαμε τη δυνατότητα να προσεγγίσουμε ένα ασφαλές λιμάνι. Μπροστά μας υπήρχαν δύο επιλογές: Χονγκ Κονγκ ή Καοσιούνγκ της Φορμόζας. Το ταξίδι προς το Ρότερνταμ μπορούσε να περιμένει. Προείχε να κρατήσουμε τη μηχανή ζωντανή. Επιλέξαμε το δεύτερο. Ήταν πιο κοντά και, από πολλές απόψεις, διέθετε ασφαλέστερο αγκυροβόλιο. Φτάσαμε λίγο πριν δύσει ο ήλιος. Είναι γνωστό πως τόσο η αγκυροβολία όσο και η πρόσδεση στο λιμάνι αποτελούν από τις πιο αγχωτικές στιγμές ενός ταξιδιού. Απαιτούν προσεκτικούς χειρισμούς, σωστές μανούβρες και, πάνω απ’ όλα, απόλυτο συντονισμό 
του πληρώματος. 
«Κάπτεν, όλα τώρα είναι στα δικά σου χέρια και στη ναυτοσύνη σου. Κανόνισε την προετοιμασία για το φουντάρισμα όσο πιο ανώδυνα μπορείς, διότι, κατά 99%, όταν η μηχανή κάνει «κράτει», δεν τη βλέπω να ξαναπαίρνει μπροστά. Αντλίες και καυστήρες έχουν παραδώσει πνεύμα…»
Δεν χρειάστηκε να περιμένουμε πολύ για να επιβεβαιωθούν οι φόβοι μου. Η μηχανή πράγματι παρέδωσε πνεύμα και δεν ξαναξεκίνησε. Ίσως η ψυχή του Μανιάτη πλοιάρχου να είχε φτάσει στο στόμα του κατά τη διαδικασία, όμως έκανε άψογη και ασφαλή αγκυροβολία. Το πλοίο βρέθηκε πλέον ασφαλισμένο στο αγκυροβόλιο. Και τότε άρχισε ένας άλλος αγώνας.
Κατεπειγόντως κατέφθασε στο πλοίο ο πρώην Πρώτος Μηχανικός, ο οποίος εκτελούσε παράλληλα και χρέη Αρχιμηχανικού της εταιρείας. Πρώτη μας ενέργεια ήταν να πάρουμε δείγμα από το καύσιμο και να το στείλουμε σε εξειδικευμένο χημικό εργαστήριο για ανάλυση. Ταυτόχρονα, παραγγείλαμε τα απαραίτητα ανταλλακτικά για τις επισκευές των αντλιών και των καυστήρων της κύριας μηχανής.
Όταν ήρθαν τα αποτελέσματα της εργαστηριακής ανάλυσης, δεν άφηναν πλέον κανένα περιθώριο αμφιβολίας. Το καύσιμο περιείχε υπερβολικά υψηλές συγκεντρώσεις βαναδίου και πυριτίου και κρίθηκε ακατάλληλο για καύση στις μηχανές του πλοίου. Τότε μου ήρθε ξανά στο μυαλό ο Πρώτος Μηχανικός του άλλου πλοίου, εκεί στη ράδα της Σαγκάης, που ωρυόταν πως δεν πρόκειται να παραλάβει καύσιμα από εκεί.
«Εμ, γι’ αυτό, διάβολε, ο Πρώτος Μηχανικός στη Σαγκάη ωρυόταν πως δεν παίρνει καύσιμα από εκεί!» Ποιος ξέρει τι νίλα είχε πάθει ο καψερός στο παρελθόν…»
Και, με όλη την πίκρα της ιστορίας, δεν μπόρεσα να μη σκεφτώ: «Τη νίλα του Δράμαλη!» Μόνο που αυτή τη φορά η «νίλα» δεν ήταν ιστορία που μας διηγήθηκαν.
Ήταν μπροστά μας, μέσα στις αντλίες, στους καυστήρες και κυριολεκτικά στην καρδιά της μηχανής.
Σαββατόβραδο στο πλοίο είχαν παραμείνει οι βάρδιες: ο Πρώτος Μηχανικός του πλοίου, ο Γραμματικός (ο καπετάν Γεράσιμος) και μερικοί ακόμη από το πλήρωμα. Η ομάδα εξόδου αποτελούνταν από τον Αρχιμηχανικό, τον Πλοίαρχο, τους αξιωματικούς καταστρώματος και μηχανής, τον ασυρματιστή,  κ.λ.π. Μια σχετικά μεγάλη και εύθυμη παρέα φίλων, συνολικά δώδεκα άτομα, που εκείνο το βράδυ είχαμε αποφασίσει να χαλαρώσουμε λίγο από την ένταση των τελευταίων ημερών
Γύρω στις δέκα το βράδυ, σύσσωμη η παρέα καταλήξαμε σ’ ένα μικρό μπαρ κοντά στον λιμένα, το 
«Μπάρκο». Ένας μικρός χώρος, με ευχάριστη και προσεγμένη διακόσμηση και μια ζεστή ατμόσφαιρα. Ένας γνήσιος τύπος American Bar, όπου η πελατεία δεν ήταν μόνιμη αλλά διεθνής, αποτελούμενη κυρίως από πληρώματα των πλοίων που έπιαναν στο λιμάνι. Τα σκαμπό του ήταν κινητά, γεγονός που μας επέτρεπε να τα μετακινήσουμε όπως θέλαμε, να καθίσουμε όλοι μαζί και να σχηματίσουμε μια μεγάλη παρέα γύρω από τον πάγκο. Πιάσαμε τον οβάλ πάγκο του μπαρ από άκρη σ’ άκρη, στριμωγμένοι μεν, αλλά με περίσσιο κέφι. Τα γέλια και οι κουβέντες δεν άργησαν να γεμίσουν τον μικρό χώρο. Περνώντας η ώρα, διαπιστώσαμε πως είχαμε γίνει οι μοναδικοί πελάτες. Για τα μέτρα του μαγαζιού, βέβαια, ήμασταν ήδη αρκετοί! Και κανείς μας δεν φαινόταν να βιάζεται να φύγει.
Περασμένα μεσάνυχτα και η μεγάλη παρέα είχε ήδη καταναλώσει τρία μπουκάλια Johnnie Walker.
Οι περισσότεροι ετοιμαζόμασταν πλέον για αναχώρηση. Ο κάπτεν κοιτάζει το ρολόι του και ξαφνικά βάζει τις φωνές:
«Πού πάτε, ορέ! Ένα μπουκάλι ακόμη και φύγαμε!»
«Έχουμε ήδη πιει πολύ, κάπτεν μου…»
Είχε ψιλομεθύσει κιόλας και είχε έρθει για τα καλά στο κέφι. Του άρεσε η παρέα μας και, φυσικά, δεν θέλαμε να του χαλάσουμε το χατίρι.
«Ένα τελευταίο ποτηράκι και φύγαμε.
Και αμέσως προς τον μπάρμαν. « Μπάρμαν, πιάσε άλλο ένα Johnnie Walker!» Δυστυχώς, το κατάστημα δεν είχε άλλο Johnnie Walker.
Ο μπάρμαν έφυγε για λίγο, μήπως και κατάφερνε να βρει κάπου ένα ακόμη μπουκάλι.Τζίφος!
Τέτοια ώρα, τέτοια λόγια… Όλα κλειστά. Στην προθήκη του μπαρ φιγουράριζαν, μεταξύ άλλων, και δύο μπουκάλια Jim Beam. Τα μάτια του κάπτεν έπεσαν πάνω τους. «Κατέβασε μας ένα απ’ αυτά.»
Ο μάγειρας, ως ο πιο έμπειρος της παρέας στα ποτά, εξέφρασε αμέσως τις επιφυλάξεις του.
«Κάπτεν, καλύτερα να μην τ’ ανακατέψουμε…»Κι επειδή ήθελε να στηρίξει και  επιστημονικά την άποψή του, μας διηγήθηκε την ιστορία του Johnnie Walker που μόλις είχαμε τελειώσει. Πώς ένα μικρό
παντοπωλείο ξεκίνησε την ιστορία του και πώς, με τα χρόνια, ο Johnnie Walker έγινε ο διάσημος «Περπατητής». Τον ακούσαμε με προσοχή.
Κοιταχτήκαμε μεταξύ μας. Ήταν πλέον φανερό πως δεν γινόταν να χαλάσουμε το χατίρι του κάπτεν.
«Χαλάλι του!» Και έτσι, παρά τις προειδοποιήσεις του μάγειρα, ανοίξαμε και το Jim Beam.
Η βραδιά είχε ακόμη δρόμο. Ο κάπτεν έβαλε λίγο στο ποτήρι του και ήπιε μια γουλιά. Ξίνισε κάπως το μούτρο του. Αμέσως καταλάβαμε πως η γεύση του ουίσκι δεν του άρεσε ιδιαίτερα. Άφησε το ποτήρι στον πάγκο και δεν το ξαναδοκίμασε. Ταυτόχρονα, δεν είδα κανέναν άλλον από την παρέα να τιμά ιδιαίτερα τον «Τζίμι». Έτσι, το μπουκάλι έμεινε σχεδόν γεμάτο. Δώρο στον μπάρμαν.
Εμείς, περασμένα μεσάνυχτα πλέον και με το μυαλό θολό από το ποτό, αποφασίσαμε πως είχε έρθει η ώρα να ξεκινήσουμε για το πλοίο. Ο μπάρμαν μας ευχαρίστησε, υποκλίθηκε σαν γνήσιος Ανατολίτης και μας έσφιξε τα χέρια. Τον διαβεβαιώσαμε πως είχαμε περάσει μια πολύ ευχάριστη βραδιά.Ύστερα μας άνοιξε αργά την πόρτα και μας άφησε να βγούμε στη νύχτα. Στεκόταν στην άκρη της πόρτας και συνέχισε να υποκλίνεται με χάρη, καθώς μας αποχαιρετούσε.
Πάνω από τον έρημο, απαλά φωτισμένο δρόμο, ένα μεγάλο φεγγάρι ορθωνόταν στον μισοσυννεφιασμένο ουρανό. Πήρα μια βαθιά ανάσα.
«Νομίζω πως η δροσιά της νύχτας θα μας κάνει καλό, είπα στην παρέα, τεντώνοντας το κορμί μου. Κι όχι τίποτα άλλο, αλλά είμαι και λίγο ζαλισμένος. Χωρίς να έχω πιει πολύ.
Και τότε, καθώς διαβαίναμε το κατώφλι του μπαρ, άρχισαν τα ωραία με τον κάπτεν. Άρχισε να ταλαντεύεται. Χρειάστηκε να κρατηθεί επίμονα από μια κολόνα, για να σιγουρευτεί πως πατούσε καλά στα πόδια του. Μα ούτε κι αυτό τον βοηθούσε ιδιαίτερα.
Να επισημάνω εδώ πως μιλάμε για έναν άνθρωπο που συνήθιζε να καταναλώνει πολύ λογικές ποσότητες αλκοόλ. Δεν ήταν από εκείνους που χρειάζονται ένα μπουκάλι ουίσκι για να… «το ακούσουν». Το παραπάνω ποτηράκι, λοιπόν, τον είχε επηρεάσει περισσότερο απ’ όσο ο ίδιος υπολόγιζε. Μετά τη χαλάρωση ήρθε η ευφορία και, γενικότερα, έγινε πολύ πιο αυθόρμητος από το 
συνηθισμένο. Βγαίνοντας έξω, στην υγρασία της νύχτας, άρχισε να παραπατά από το μεθύσι.
Ο αδελφός του μου έκανε διακριτικά νόημα να τον έχω τον νου μου και να τον βοηθήσω, αν χρειαζόταν. Σαν μικρότερος αδελφός τον σεβόταν και δεν ήθελε με τίποτα να του δείξει πως είχε ανάγκη από βοήθεια. Έτσι, χωρίς να το καταλάβει ο κάπτεν, βρέθηκα να τον προσέχω διακριτικά.
Εκείνος, βέβαια, συνέχιζε να περπατά σαν να μη συνέβαινε απολύτως τίποτα. Μόνο που ο δρόμος, 
εκείνο το βράδυ, είχε αποκτήσει μια παράξενη κλίση…Πηγαίνω δίπλα του, προσπαθώντας να τον πείσω να στηριχτεί επάνω μου, αλλά εκείνος αρνήθηκε πεισματικά και συνέχισε να προχωρά, μολονότι ήταν εμφανές πως δεν ήταν σε θέση να περπατήσει σταθερά.
«Απόψε δεν πάω πουθενά!» είπε μέσα στο μεθύσι του.
«Χάλια είναι εκεί που πάμε, γι’ αυτό μην πας πουθενά!»
Στη συνέχεια θυμήθηκε την ιστορία με τις δηλώσεις μου στην Βόρειο Κορέα, όταν του είχα πει πως, αν το ταξίδι ήταν ανατολικά, θα κατέβαινα από το πλοίο. Και άναψε σαν δαδί.
Όρθωσε το κορμί του και το μέχρι τότε γελαστό πρόσωπό του συννέφιασε σαν μαρτιάτικος ουρανός.
«Άλλο πάλι και τούτο! Είχε στραβώσει στ’ αλήθεια μ’ αυτή την ιστορία Είναι και το μυαλό του θολό από το ποτό, κι όλα του φταίνε», σκέφτηκα.
Και τότε, με τη μανιάτικη προφορά του, κομματιαστή και βαριά, συρμένη σαν να έβγαινε κάθε λέξη από τα βάθη του στήθους του, γύρισε προς το μέρος μου και μου είπε:
«Τελικά, είσαι πολύ μεγάλο καθίκι! Αλλά σε πάω!»
Δεν μπόρεσα να μη χαμογελάσω.
«Είμαι ένα κάθαρμα, δεν το αρνούμαι. Ναι, ξέρω πόσο άσχημα φέρθηκα και πόσο καθίκι είμαι. Αλλά έλα και στηρίξου επάνω μου.»
«Καλά, λοιπόν! Αφού επιμένεις. Αλλά σ’ το ξαναλέω: είσαι πολύ μεγάλο καθίκι!»
Και αυτή τη φορά δέχτηκε να στηριχτεί επάνω μου. Συνεχίσαμε, λοιπόν, να περπατάμε σιωπηλοί.
Ακούγοντας τον ήχο των βημάτων μας, προσπαθούσα να κρατήσω το βήμα μαζί του. Η ατμόσφαιρα ήταν καθαρή και ο δρόμος απαλά φωτισμένος. Μπορούσα να βλέπω τα πόδια του ολοκάθαρα καθώς προχωρούσαμε μέσα στη νύχτα. Κι εκεί, μέσα στη σιωπή, σκέφτηκα πως ο άνθρωπος που λίγες ώρες πριν μου μιλούσε αυστηρά σαν πλοίαρχος, τώρα περπατούσε δίπλα μου σαν ένας μεγαλύτερος αδελφός. Μόνο που, για κάποιον ανεξήγητο λόγο, εξακολουθούσε να θεωρεί πως ήμουν… πολύ μεγάλο καθίκι! Ο Κάπτεν, τώρα δίπλα μου, περπατούσε αδιάφορα με το κεφάλι σκυφτό. Ούτε που μιλούσε. Λέξη δεν ανταλλάξαμε όσο τον κρατούσα αγκαζέ. Αυτό μου έκανε εντύπωση.Είχαμε φτάσει στην προβλήτα όταν τα πόδια μου είχαν αρχίσει να κουράζονται. Διασχίσαμε την είσοδο και φτάσαμε στο κιγκλίδωμα, όπου μας περίμεναν οι λάντζες. Εκεί επιβιβαστήκαμε. Απέναντι, στο αγκυροβόλιο, τα φώτα των πλοίων παιχνίδιζαν πάνω στο νερό. Ο αδελφός του πήδησε πρώτος στη λάντζα, για να τον κρατήσει καθώς θα κατέβαινε στο κατάστρωμα του σκάφους. Ο Κάπτεν προσγειώθηκε στο εξωτερικό κάθισμα της λάντζας. Τέντωσε την πλάτη, τους ώμους, τον λαιμό του και έγειρε το κορμί του πάνω στην κουπαστή. Άπλωσε τα πόδια του, στήριξε τους αγκώνες του και ακούμπησε το κεφάλι στην ξύλινη πλάτη κάτω από το στέγαστρο του μικρού σκάφους. Και έμεινε εκεί. Ακίνητος. Κοιτούσε επίμονα το φεγγαρόλουστο νερό, δίχως να σαλεύει. Τακτοποιήθηκα κι εγώ και κάθισα δίπλα του, παρατηρώντας τα φώτα των πλοίων απέναντι. Έμοιαζαν ακίνητα, κρεμασμένα πάνω στο νερό, σαν παραλυμένα. Μόλις ξεκίνησε η λάντζα, ο καπετάνιος, με μισόκλειστα τα βλέφαρα, έριξε ένα βλέμμα μπροστά του. Ύστερα έφερε αργά το χέρι στα μαλλιά και τα έστρωσε με την παλάμη.
«Είσαι εντάξει; Πώς αισθάνεσαι;» τον ρώτησα και τον κοίταξα. Δεν μου απάντησε.
Μέσα στη σιγαλιά της νύχτας, κάθε άλλος θόρυβος του λιμανιού πνιγόταν από το βίντσι ενός μεγάλου 
πετρελαιοφόρου που βρισκόταν αγκυροβολημένο έξω από τον λιμένα. Μαούνες φορτωμένες με σωρούς προϊόντων στριμώχνονταν στο βάθος της προβλήτας.
Και έπειτα, σαν να θυμήθηκε ξαφνικά κάτι, μου έπιασε το μπράτσο. Σαν κάτι να είχε ξεχάσει. Κάτι σημαντικό. Με κοίταξε χαμογελώντας, με ορθάνοιχτα μάτια.
«Ώστε, λοιπόν, είχες κιόλας σκοπό να φτάσεις ίσαμε εκεί!»
Το βίντσι του μεγάλου βαποριού σταμάτησε να κάνει θόρυβο, εκεί έξω, κοντά στον βραχίονα του λιμανιού. Κατάλαβα. Η μνήμη του είχε ξαναγυρίσει στα γεγονότα της Κορέας: στην απουσία μου από την «παράτα» και στη δήλωσή μου πως θα εγκατέλειπα το βαπόρι αν η πορεία μας ήταν ανατολική.
Καθισμένος κοντά του, έμεινα σιωπηλός. Τον άφησα να συνεχίσει τις σκέψεις του, προσπαθώντας παράλληλα να διακρίνω το πλοίο μας. Ο μακρύς, ογκώδης όγκος του πετρελαιοφόρου μπροστά μας έφραζε την ορατότητα. Κι έτσι, μέσα στη νύχτα, η λάντζα συνέχιζε αργά την πορεία της προς το πλοίο.
Κι εγώ περίμενα. Δεν ήξερα ακόμη τι ακριβώς είχε στο μυαλό του. Το βίντσι του βαποριού ακούστηκε πάλι, καθώς έτριζε.
«Διορθώνουν τα κλειδιά της άγκυρας», είπε ο καπετάνιος.
«Σαν να αγκυροβόλησε πολύ κοντά στον βραχίονα του λιμανιού,» συμπλήρωσα, περισσότερο για να σπάσω τη σιωπή. Δεν μίλησα ξανά. Ούτε ο καπετάνιος. Ήταν σιωπηλός και απόμακρος, αλλά τώρα πια νηφάλιος. Έτσι συνεχίσαμε σχεδόν αμίλητοι, μέχρι  που η λάντζα πλαγιοδέτησε στη σκάλα του βαποριού.
Την επόμενη μέρα, ένα κυριακάτικο πρωινό, σαν κι αυτό που ο Θεός ξημέρωσε με καθαρό ουρανό, ο καπετάνιος μας, ανάλαφρος σαν πούπουλο, σηκώθηκε νηφάλιος και με πλήρη διαύγεια πνεύματος. Προσπαθούσε να ανασυνθέσει την πραγματικότητα της προηγούμενης νύχτας. Τα θυμόταν όλα. Μα πιο πολύ θυμόταν το Jim Beam.
«Άτιμο πράγμα αυτό το Jim Beam! Με χάλασε!» Το θέμα είναι τώρα τι λες στον Κάπτεν μας, ο οποίος είχε κατεβάσει ένα μπουκάλι Johnnie Walker και απλώς είχε… βρέξει τα χείλη του με το Jim Beam;
Εγώ, πάντως, θυμήθηκα τα λόγια του παππού μου, που με συμβούλευε από την εφηβεία μου:
«Γιατί, όπως όλοι ξέρουμε, τελικά δε φταίει το ποτό γενικά. Φταίει εκείνο το τελευταίο ποτό για όλα!»
Και κάπως έτσι, το Jim Beam απέκτησε τη θέση που του άρμοζε στην ιστορία εκείνης της νύχτας.
Ο Johnnie Walker είχε κάνει το ταξίδι. Ο Jim Beam, όμως, είχε κάνει τη ζημιά.
Το πλοίο ανεφοδιάστηκε με καινούργια καύσιμα και τα μολυσμένα, διαβρωτικά καύσιμα παραδόθηκαν για παραλαβή στη στεριά. Έγιναν οι απαραίτητες επισκευές και, όταν όλα ήταν πλέον έτοιμα, συνεχίσαμε το ταξίδι μας προς τον λιμένα εκφόρτωσης. Στο Σουέζ ζήτησα και έγινε η αντικατάστασή μου. Είχα συμπληρώσει δέκα μήνες μπάρκο, έχοντας κάνει, σχεδόν χωρίς να το αντιληφθώ, έναν πλήρη γύρο του κόσμου. Έναν γύρο του κόσμου σαν άλλος Φιλέας Φογκ.
Μόνο που ο δικός μου γύρος δεν έγινε σε ογδόντα ημέρες. Ο γύρος του κόσμου σε δέκα μήνες…Και κάπου εκεί τελείωσε ένα ακόμη μπάρκο. Ένα μπάρκο που ξεκίνησε για μένα ως μια απλή επαγγελματική αλλαγή, από τους γίγαντες των 300.000 DWT στο μικρό SD14 των 14.000 DWT , και κατέληξε να μου χαρίσει έναν ολόκληρο κόσμο εμπειριών. Από τη Σαγκάη και τα  ακατάλληλα καύσιμα, μέχρι τη Βόρεια Κορέα, τη Φορμόζα και εκείνη τη νύχτα με το καταραμένο Jim Beam. Άλλο ένα μπάρκο είχε περάσει στην ιστορία.

Πέμπτη 11 Μαρτίου 2021

Ulcc Steam Tanker: Kapetan Panagiotis

Δεν είχαν περάσει ούτε δυο εβδομάδες από την επιστροφή μου στην Ελλάδα όταν ο Τεχνικός διευθυντής με αναζήτησε στο τηλέφωνο.
«Καλημέρα! Ελπίζω να ξεκουράστηκες.»
«Δεν μου αρέσει ο πρόλογος , ύποπτα μου μυρίζει, για  μπες στο κυρίως θέμα»
«Ετοιμάσου να πας Καλαμάτα.»
«Το ξέρεις ότι τα ρούχα μου δεν έχουν βγει ακόμη από τον σάκο;»
«Περνά το Καπετάν Παναγιώτης. Έχουμε πρόβλημα με τα καύσιμα γι αυτό σε παρακαλώ ετοιμάσου. Αύριο πρωί φεύγεις.»
«Το πότε φεύγω τακτοποιήθηκε. Το πότε γυρίζω τι λέει η γυάλινη σφαίρα;.» Για να είμαι ειλικρινής δε με εξέπλητταν πλέον αυτές οι συνθήκες εργασίας, οπότε η αντίδραση μου ήταν ανώφελη.
«Αυτό θα το συζητήσουμε μαζί σύντομα.»
«Μαζί να το συζητήσουμε δεν έχω πρόβλημα. Στη συμβία και στα παιδιά τι λένε; Που τους υποσχέθηκα πως θα τους αφιερώσω λίγο χρόνο;» 
«Ίσως την επόμενη φορά, έχεις περισσότερο χρόνο.»
«Κατάλαβα! Με άλλα λόγια θα τους τραγουδήσω την μαντινάδα. Ήρθε και πάλι η στιγμή αγάπες να σας αφήσω, αλλά να ξέρετε πάντοτε πάλι γρήγορα θα γυρίσω.» 
Διάβολε είχαμε συμφωνήσει με την εταιρεία ότι θα δουλεύω δυο τρίμηνα το χρόνο σαν Relief Engineer αντικαθιστώντας τους Πρώτους μηχανικούς, τα μόνιμα πληρώματα, ώστε να κάνουν τις απαραίτητες διακοπές τους και καταντήσαμε να δουλεύουμε δώδεκα μήνες το χρόνο. «Ευτυχώς που δεν έχει δεκατρείς μήνες ο χρόνος» σκέφτηκα..
Δυο τρεις φορές χρειάστηκε να πάω με ελικόπτερο για αλλαγή μεσοπέλαγα Καραϊβική θάλασσα, όποτε το να πάω Καλαμάτα είναι σαν διαδρομή ...Κολιάτσου-Παγκράτι ..... 
Το πλοίο ερχόταν από Καραϊβική θάλασσα ήταν κενό φορτίου θα παραλάμβανε τροφοδοσία, θα εκτελούσε αλλαγές πληρώματος στη Καλαμάτα και θα αναχωρούσε με τελικό προορισμό λιμένα του Περσικού κόλπου προς φόρτωση.
Το KAPETAN PANAGIOTIS ήταν ένα Ultra Large Crude Oil Tanker πρώην ESSO MEDITERRANEAN που έχει ναυπηγηθεί το 1976 στα ναυπηγεία : Ishikawajima Heavy Industries, Japan.
Η χωρητικότητα του πλοίου ήταν : 457,154  DWT και το  βύθισμα του 26,00 μέτρα. Το ολικό μήκος του (LOA) 378,40 μέτρα και το πλάτος του 68,00 μέτρα.
Propulsion: 2 Steam Turbines from IHI, Tokyo with 45,000 PS/33.570  KW 
Shaft: 80 RPM
Consumption: 227.5 ton /day  
Speed: 16.3 knots laden / 17.2 knots in ballast - 5-blade propeller with a diameter of 9.50 m
Ένας γίγαντας, από τα μεγαλύτερα πλοία που κυκλοφορούσαν.
Πλοίαρχος του πλοίου ο καπετάν Λευτέρης από την Κάρυστο Ευβοίας, ο υποπλοίαρχος επίσης από την Κάρυστο και ο αντλιωρός του πλοίου από την Κάρυστο, ένα ψηλό κορμί ένας όμορφος άντρας, μια ευχάριστη φιγούρα απ' αυτούς που οι γυναίκες έλκονται όχι μόνο για το όμορφο ανδρικό τους πρόσωπο, γαμπρός του καπετάν Λευτέρη. Είχε νυμφευτεί την δεύτερη κόρη του καπετάν Λευτέρη. Ο Δεύτερος μηχανικός ήταν από τα μέρη της Αμφιλοχίας. 
Όλοι τους κουβαλούσαν μια ενδιαφέρουσα ιστορία για τις προσωπικότητες τους. Ο καπετάν Λευτέρης στα πενήντα του χρόνια ψηλός με αρχοντικό παράστημα και καλοσυνάτο βλέμμα, είχε σύζυγο ιαπωνικής καταγωγής που του είχε χαρίσει δυο πανέμορφες κόρες. Μιλούσε με ζέση και τρυφερή αγάπη για την οικογένεια του και ποσό ανεκτίμητη θεωρούσε τη συμβολή της συζύγου του στο κτίσιμο της ευτυχισμένης οικογένειας του. Ο υποπλοίαρχος ένας ψηλός, σωματώδης άντρας µε πυκνή γενειάδα και καλοσυνάτα μάτια, ήταν κάτοχος ενός μικρού τουριστικού σκάφους που την εποχή αυτή το είχε παροπλίσει. Η τουριστική αγορά βρισκόταν σε ύφεση. Ο αντλιωρός είχε ένα ψαροκάικο, που το παράτησε  για να ακολουθήσει το πεθερό του στη θάλασσα. Ο Δεύτερος μηχανικός είχε μια μεγάλη φυτεία με καλαμπόκι στην Αμφιλοχία και ταξίδευε έξι μήνες στη θάλασσα και έξι μήνες αγρότης.
Παραλαμβάνοντας το πλοίο την απαραίτητη τροφοδοσία απέπλευσε με ρότα προς το κανάλι του Σουέζ και με τελικό προορισμό το Περσικό κόλπο.
Οι πληροφορίες για τα καύσιμα ήταν ότι πρόσφατα το πλοίο είχε εφοδιασθεί μια ποσότητα Heavy fuel oil (HFO) με χαρακτηριστικά: maximum density: 1022 kg/m3 at 15°C, τα οποία καύσιμα παρουσίαζαν προβλήματα στην καύση τους και είχαν παραμείνει ανενεργά στην πρωραία δεξαμενή καυσίμων. Αναχωρώντας το πλοίο από την Καλαμάτα με μια γρήγορη επιθεώρηση διαπίστωσα ότι μερικά δίκτυα έρματος του πλοίου να χρίζουν επισκευών και συντήρησης, με αποτέλεσμα να ζητήσω επικουρικά δυο τεχνίτες σωληνουργούς-λαμαρινάδες από την εταιρεία τους όποιους και παραλάβαμε στο Σουέζ. Ήταν δυο Ρουμάνοι στην καταγωγή με τους όποιους είχα εργαστεί στο πρόσφατο παρελθόν και σε άλλο πλοίο, δυο πολύ αξιόλογοι Τεχνίτες (Fitters) οι οποίοι τελικά αποδείχθηκαν άκρως απαραίτητοι σε δύσκολες στιγμές που αντιμετωπίσαμε στο πλοίο. Όπως…
Συμβάν Πρώτο: Φορτωμένοι διασχίζουμε το ακρωτήριο της Καλής Ελπίδας όταν το ψυγείο κενού παρουσιάζει κρακ στο κέλυφος και διαρροή θαλασσίου νερού ψύξης στο μηχανοστάσιο σε μεγάλες ποσότητες. Οι μεγάλες αντλίες μόλις που προλαμβάνουν την απάντληση των υδάτων. Χάρις στην ικανότητα των τεχνιτών συγκολλήσαμε ένα λαιμό σωλήνα μεγάλης διαμέτρου περιφερειακά του κρακ με φλάντζα στο τέλος του και επάνω του προσαρμόσαμε τυφλή φλάντζα προς αποκατάστασή της διαρροής. Η προσπάθεια αποκατάστασης του απρόβλεπτου προβλήματος, μια δύσκολη και επίπονη εργασία έλαβε αίσιο τέλος με το ψυγείο κενού να εργάζεται χωρίς διαρροή και το πλοίο να συνεχίζει το ταξίδι του με αμείωτη ασφάλεια.
Συμβάν Δεύτερο: Είναι ώρα πέντε πρωινή: Έχουμε αφήσει πίσω μας τον Κόλπο του Άντεν και το Αφρικανικό Κέρας, όταν αναστατωμένος με καλεί στο τηλέφωνο ο καπετάν Λευτέρης και με πληροφορεί ότι έχουμε νερά στο πρωραίο στεγανό (Forepeak). Σε επιθεώρηση με τον υποπλοίαρχο διαπιστώνουμε ρήγμα του σκάφους γύρω στους εξήντα πόντους πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας. Υπήρχε μια σχετική θαλασσοταραχή όταν κάποιος βουβός μεγάλος κυματισμός που δημιουργούσε το αντιμάμαλο του ωκεανού στο αφρικάνικο κέρας κουτούλησε το γίγαντα και του επέφερε τη ζημιά. Οι δυο τεχνίτες με την βοήθεια και του πληρώματος συγκόλλησαν ένα μεγάλο έλασμα λαμαρίνα για προσωρινή αποκατάσταση μέχρι τον λιμένα, όπου έγινε επιθεώρηση από νηογνώμονα και μόνιμη αποκατάσταση σε μεγάλο μέρος της δεξιάς μάσκας του πλοίου. 
Τα καύσιμα: Τελειώνοντας η εκφόρτωση του πλοίου σε υποθαλάσσιους αγωγούς της Καραϊβικής θάλασσας, επιστρέφουμε με το πλοίο κενό φορτίου δια της Μεσογείου θάλασσας στον Περσικό κόλπο. Διάρκεια ταξιδιού αποφασίσαμε να χρησιμοποιήσουμε προς καύση τα προβληματικά καύσιμα τα οποία είχαν παραμείνει ανενεργά στην πρωραία δεξαμενή καύσιμων. Το πλοίο για την παραγωγή ατμού διέθετε δυο λέβητες τύπου «D». Κάθε τέσσερις ημέρες γινόταν απομόνωση εναλλάξ τους ενός λέβητα και πλήρης καθαρισμός της εστίας του από τις επικαθήσεις από τα στερεά κατάλοιπα του καύσιμου που προσομοίαζαν σε ηφαιστειακό τοπίο. Μια εργασία επίπονα κουραστική υπό αντίξοες συνθήκες που συμμετείχε όλο το πλήρωμα του πλοίου, μηχανής και καταστρώματος στην αποβολή των κατάλοιπων από τις εστίες των λεβήτων.
Ζήσαμε κάποιες δύσκολες στιγμές, που όμως περάσαν αθόρυβα. Για να επιτευχθούν τα παραπάνω απαιτείτο η συνεργασία και ο αποτελεσματικός συντονισμός των εργασιών του πληρώματος. Ήμασταν όλοι μαζί, μια ομάδα που μπορέσαμε έτσι να ξεδιπλώσουμε την ενέργεια μας, με τρόπο που να κάνουμε τα δύσκολα να φαίνονται εύκολα και να μοιάζουν αρκετά σαν μια απλή υπόθεση.  Η συνεργασία μας δεν ήταν μόνο ένα προσωπικό χάρισμα του πληρώματος αλλά και ανάγκη άρτιας επαγγελματικής αντίδρασης. Η γνώση και οι δεξιότητες αποτέλεσαν καίριους παράγοντες ιδιαίτερα, στα χαρακτηριστικά του θαλάσσιου περιβάλλοντος την περίοδο που συναντήσαμε δύσκολες και αντίξοες συνθήκες.
Αυτή είναι η ζωή του ναυτικού! Οι θαλάσσιες μεταφορές και οι λιμένες είναι ζωτικής σημασίας για το διεθνές εμπόριο και τις διεθνείς συναλλαγές. 
Όλοι μας ενθυμούμαστε ιστορίες για τα μεγάλα ταξίδια των εξερευνητών που αποκάλυψαν στους προγόνους μας την απεραντοσύνη του πλανήτη μας, και τους πλούσιους πόρους του. Αυτό δεν έχει αλλάξει ούτε σήμερα. 

Σάββατο 24 Οκτωβρίου 2020

Quartet Of Chess

Στα μέσα της δεκαετίας του 1980.  Το πλοίο ήταν ένα General Multi-Purpose. Το Multi-Purpose (φορτηγό πλοίο πολλαπλών χρήσεων) αποτελούσε τη ραχοκοκαλιά του παγκόσμιου εμπορίου. Ήταν η εποχή όπου τα πλοία αυτά συνδύαζαν μεγάλη ευελιξία με δικά τους μέσα φορτοεκφόρτωσης (κρένια), εξυπηρετώντας λιμάνια με ελλιπή υποδομή.
Στο πλήρωμα αυτή τη χρυσή εποχή της ελληνικής ναυτιλίας, όπου η συντροφικότητα και τα πνευματικά παιχνίδια ένωναν τα πληρώματα στα μακρινά ταξίδια, βρεθήκαμε τέσσερις ναυτικοί μεταξύ τριάντα και τριάντα-πέντε ετών που συνδύαζαν την αγάπη τους για τη θάλασσα με τη λογική της σκακιέρας. Αγαπούσαν να παίζουν σκάκι.
Οι τέσσερις ναυτικοί ήταν. Η αφεντιά μου, ο Πρώτος μηχανικός του πλοίου. Ο Κυριάκος ο Υποπλοίαρχος του πλοίου. Ο Λεωνίδας  o Ασυρματιστής του πλοίου. Και ο «Κωνσταντίνος» ο Ναύτης… 
Εδώ έχω να σημειώσω: Ο Ναύτης ήταν γόνος από εξόριστους πολιτικούς πρόσφυγες στη Σοβιετική Ένωση και συγκεκριμένα από την Τασκένδη του Ουζμπεκιστάν. Πολλοί Έλληνες πολιτικοί πρόσφυγες, που έφυγαν μετά τον Εμφύλιο Πόλεμο (1946-1949), εγκαταστάθηκαν στη Σοβιετική Ένωση (ΕΣΣΔ) και δημιούργησαν εκεί τις οικογένειές τους. Η Τασκένδη πριν την πτώση της ΕΣΣΡ ήταν μια πολυπολιτισμική πρωτεύουσα που αποτελούταν από Ρώσους, Εβραίους, Ουζμπέκους, Αρμένιους, Κοζάκους, 'Έλληνες, Κορεάτες και άλλες εθνικότητες. Και όπως οι περισσότεροι της γενιάς του σπούδασαν και ολοκλήρωσαν εκεί τις σπουδές τους ή συνέχισαν σε ελληνικά πανεπιστήμια μετά τον επαναπατρισμό τους. Τον ενθυμούμαι πως με την επιστροφή του στην Ελλάδα, εκτός από τη νοσταλγία της πρώτης ελληνικής πατρίδας που κληρονόμησε από τους γονείς του, έφερε μαζί του και μια βαριά νοσταλγία για το δικό του ξεριζωμό που ήταν σίγουρα πιο ήπιος, χωρίς τις πληγές ενός εμφυλίου πολέμου. Ήταν απόφοιτος Τεχνικής Ακαδημίας και όπως οι περισσότεροι νέοι της εποχής του στην πρώην ΕΣΣΡ ήταν και άριστος γνωστής του παιγνιδιού.
Σήμερα είναι υπέροχο να σκέφτομαι το παρελθόν και αυτές τις αναμετρήσεις μας που ξεπερνούσαν την απλή ψυχαγωγία και λειτουργούσαν ως μέσο αυτογνωσίας και ευεξίας! Δεν ήταν απλώς παιχνίδια, αλλά μια άτυπη «μάχη» στρατηγικής και πνεύματος που μας άφηνε πάντα έντονες εντυπώσεις. Τα παιχνίδια που μοιραζόμασταν δεν ήταν απλώς μόνο διασκέδαση, ήταν και μια ευκαιρία να αφεθούμε, να μοιραστούμε συναισθήματα και να βρούμε μια εσωτερική ισορροπία. Κάθε παρτίδα μεταξύ μας ήταν ένας μικρός καμβάς που έκρυβε αγωνία, στρατηγική, αλλά και μια μοναδική αίσθηση δημιουργίας και εκτόνωσης όταν έβρισκες τη σωστή κίνηση. Η υπέρτατη ικανοποίηση όταν ένιωθες την έκρηξη της σωστής κίνησης.
Σ’ ένα από τα ταξίδια μας βρισκόμαστε στα βορειοανατολικά της Κίνας. Στον λιμένα Ντάλιαν της επαρχίας Λιαονίνγκ. Είναι δεύτερη  βραδιά που έχουμε χάσει από την συνηθισμένη παρέα τον αγαπητό μας Κωνσταντίνο και γενικά αντιλαμβανόμαστε να γυρίζει από την έξοδο του στο πλοίο περασμένα μεσάνυχτα, κάτι αδιανόητο στην Κίνα τις εποχές εκείνες για τα πληρώματα των πλοίων. Την επομένη μας έλυσε τις απορίες μας. Οι κινέζικες αρχές κατασκοπίας μαθαίνοντας ότι ο Κωνσταντής μεγάλωσε στην πρώην Σοβιετική Ένωση η οποία δεν είχε ακόμη διαλυθεί αλλά τα πρώτα σημάδια ήταν ήδη ορατά στον ορίζοντα τον διπλάρωσαν και τον άρχισαν στις ανακρίσεις. Και προς Θεού, μην πάει ο νους σε αληθινή ανακριτική αίθουσα με καρέκλα ανακριτή, λάμπα φωτισμού και ηλεκτροφόρα καλώδια. Η ανάκριση ελάμβανε χώρα σε πολυτελές κινέζικο εστιατόριο με πλούσια γεύματα και άψογο service. Μείναμε περίπου δυο γεμάτες εβδομάδες στον λιμένα. Ο Κωνσταντής άνοιξε το στόμα του και τα αποκάλυψε όλα, μίλησε εκτενώς με τους «ανακριτές» και τους αποκάλυψε όλα, όσα θέλησαν να πληροφορηθούν κατά τη διάρκεια της διαδικασίας Οι «ανακριτές» για να τον ευχαριστήσουν πρόσφεραν απλόχερα την φιλοξενία τους τόσο στον Κωσταντή όσο και στην παρέα του. Καλεσμένοι τους και οι τεσσερις - η σκακιστική παρέα- απολαύσαμε ένα πλούσιο και ποιοτικό κινέζικο φαγητό συνοδευόμενο από μυρωδάτο τοπικό ποτό Moutai (Μαουτάι) σε εστιατόριο ξενοδοχείου με τα μεγάλα στρογγυλά τραπέζια και τον περιστρεφόμενο δίσκο στο κέντρο του τραπεζιού, όπου σερβίρονται οι πιατέλες με τα φαγητά και πρέπει ο καθένας να παίρνει με τα chop sticks, μια μικρή ποσότητα στο δικό του μπολ όπου προηγουμένως έχει γεμίσει (αν το επιθυμεί) με ρύζι. 
..... Αυτό που μ’ άφηνε έκπληκτο στις παρτίδες μας ήταν ότι ενώ μεταξύ του Ναύτη Κωσταντή και του Υποπλοιάρχου υπήρχε διαφορά δυναμικότητας στο παιχνίδι ο υποπλοίαρχος κατάφερε να κερδίσει μερικούς αγώνες εναντίον του. Αυτή η διαφορά δυναμικότητας ισοσκελίζονταν μάλλον από την διαφορά επετηρίδας. Μου θύμιζε μία δημοφιλή ιστορία που είχα διαβάσει του σπουδαίου Άρον Νίμζοβιτς (Aron ή Aaron Nimzowitsch)  διεθνή Γκραντμαίτρ στο σκάκι που εκνευριζόταν από το κάπνισμα των αντιπάλων του. Η ιστορία αφορά σε αγώνα που με τον επίμαχο αντίπαλο καπνιστή, τον παγκοσμιο πρωταθλητή Λάσκερ, να αφήνει ένα σβηστό τσιγάρο στο τραπέζι, με την πρόθεση να το ανάψει. Ο Νίμζοβιτς αμέσως παραπονέθηκε στους διαιτητές του τουρνουά λέγοντας: «Απειλεί να καπνίσει και ως έμπειρος σκακιστής πρέπει να γνωρίζετε ότι η απειλή είναι ισχυρότερη και από την εκτέλεσή της».
………………….
Μια σκακιστική μελωδία από το βιβλίο… 

«Το Σκάκι, πλήρης ανάπτυξης της θεωρίας και η πρακτική της εφαρμογή, τόμος IΙ» Του Τριαντάφυλλου Σιαπέρα…

Ο Τριαντάφυλλος Σιαπέρας (1 Αυγούστου 1931 – 25 Φεβρουαρίου 1994) ήταν Έλληνας σκακιστής. Ασχολήθηκε όλη τη ζωή του με το σκάκι, ως παίκτης παρτίδων, ως συνθέτης προβλημάτων, ως δημοσιογράφος και ως συγγραφέας βιβλίων.

Ήταν ένα σεμνό πρόσωπο, με εξαιρετική μνήμη και ευρύτητα γνώσεων. Αποτελούσε ίσως τη σημαντικότερη μορφή του σκακιού στην Ελλάδα.

Παίζουν τα λευκά (θέση μετά την 13η κίνηση των μαύρων)

Τα λευκά έχουν ένα κομμάτι λιγότερο …….το θυσίασαν στο η5 αλλά η επίθεση τους είναι πολύ Ισχυρή (έχουν την ανοικτή κάθετη γραμμή Είναι φανερό ότι τα λευκά πρέπει να επιδιώξουν να νικήσουν στην επίθεση.

Παρά την διαπίστωση όμως ότι τα λευκά πρέπει να επιτεθούν χωρίς χρονοτριβή, ό Μπρέγιερ έπαιξε στην θέση τού διαγράμματος την κίνηση  14. Ρε1-ζ1.

ΕΡΩΤΗΣΗ: Γιατί τα λευκά έπαιξαν αυτή την παράξενη κίνηση (14. Ρζ1) και δεν συνέχισαν την επίθεση τους; (π.χ. με την προσπάθεια να φέρουν την βασίλισσα στην στήλη «θ»: Βδ1-η4-θ4).

Ποιο είναι το σχέδιο πού κατάστρωσαν τα λευκά;

Είναι μία εξαιρετικά ενδιαφέρουσα περίπτωση, πού δείχνει πόσο βαθύς παίκτης ήταν ο Ούγγρος Γκίλα Μπρέγιερ, ένας από τους πιο μεγάλους Θεωρητικούς και αναλυτές όλων των εποχών. Βασικός εκπρόσωπος του σαρωτικού κινήματος των «υπερμοντέρνων» ο Γκιούλα Μπρέγιερ, έχοντας την ατυχία να πεθάνει νέος και το μεσουράνημα του να συμπίπτει με τα σκοτεινά χρόνια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, αποτελεί παραγνωρισμένη μορφή, τόσο για τις επιδόσεις του στη σκακιέρα όσο και για τη θεωρητική του συνεισφορά.

Κρίμα πού πέθανε νέος …….μόλις 27 χρονών.

Τοποθετήστε απαραίτητα την θέση στην σκακιέρα και προσπαθήστε να καταλάβετε τα λευκά γιατί έπαιξαν αυτή την παράξενη κίνηση

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Για να κατανοήσουμε καλύτερα το νόημα πού κρύβει ή κίνηση 14, Ρζ1, ας δούμε ποια ήταν ή συνέχεια της παρτίδας:

14. Ρε1-ζ1!  Ιδ5:γ3

15. β2:γ3  Αγ8-β7

16. Βδ1-η4  Ρη8-η7

Ή απάντηση των μαύρων είναι υποχρεωτική, λόγω της απειλής

Ι 7. Βθ3.

17. Πθ1-θ7 + !

Ε!!!!  Ωραιότατη θυσία πού είχαν προετοιμάσει τα λευκά με την 14η κίνηση τους!

17...... Ρη7:θ7

18. Βη4-θ5+  Ρθ7-η8

19. Αβ1:η6  ζ7:η6

20. Βθ5:η6+  Ρη8-θ8

21. Βη6-θ6+  Ρθ8-η8

22. η5-η6!

Τώρα φαίνεται γιατί τα λευκά έπαιξαν την κίνηση 14. Ρζ1! 

Με τον βασιλιά στο ε1, ό παραπάνω συνδυασμός των λευκών, με τις διαδοχικές θυσίες πύργου και αξιωματικού,  δεν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί, για τον «απλό» λόγο ότι τα μαύρα θα είχαν τώρα την απάντηση 22..... Αθ4+  και 23......  Βε7!

Μετά από

22. η5-η6  Πζ8-ζ7 

23. η6:ζ7+ Ρη8:ζ7 

24. Βθ6-θ5+ Ρζ7-η7

25. ζ4-ζ5! ε6:ζ5 

26. Αγ1-θ6+ Ρη7-θ7 

27. Αθ6-η5+ Ρθ7-η8 

28. Βθ5-η6 +

Και  η αντίσταση των μαύρων ήταν πια χωρίς ελπίδες.

Η πιθανή ιστορία πίσω από αυτήν την κίνηση:..... Την εποχή που παιζόταν αυτό το παιχνίδι, υπήρχε ένας κανόνας που έλεγε ότι αν είχες αγγίξει ένα κομμάτι που δεν έχει νόμιμες κινήσεις, πρέπει να κινηθείς με τον βασιλιά σου. Οπότε ουσιαστικά αυτό που συνέβη είναι ότι ο Breyer είδε ότι ο Bh4+ χαλάει το σχέδιό του, αλλά δεν ήθελε να παίξει το Kf1 ακριβώς έτσι, γιατί θα φαινόταν ύποπτο και ο αντίπαλός του πιθανότατα θα καταλάβει το κόλπο πίσω από αυτή τη μυστηριώδη κίνηση. «Κατά λάθος» λοιπόν άγγιξε το πιόνι του στο e5. Φυσικά ο αντίπαλός του απαίτησε να κινηθεί με τον βασιλιά του και στη συνέχεια έπαιξε μια κανονική κίνηση, καθώς νόμιζε ότι είχε μόλις κερδίσει μια ελεύθερη στροφή και τα υπόλοιπα είναι ιστορία.

Κυριακή 20 Σεπτεμβρίου 2020

Captain Nikolas And Audi Sport Quattro of Michel Mouton

Σήμερα  μια αναπάντεχη συνάντηση, ένας παλιός φίλος μου θύμισε αναμνήσεις της νιότης, παλιές ιστορίες, αστεία, και ανέμελες στιγμές που είχα ξεχάσει. Μου θύμισε τον παλιό μας εαυτό, ποιοι ήμασταν τότε και πώς έχουμε αλλάξει στην πορεία του χρόνου. Η συνάντηση μας αυτή λειτούργησε σαν καθρέφτης, επιτρέποντάς μας να επανασυνδεθούμε με ένα κομμάτι του παρελθόντος μας. Σε μια βαθιά ανθρώπινη στιγμή αναστοχασμού νιώσαμε το κενό που άφησε η πρόωρη απώλεια, το κοινού μας φίλου ανεξάρτητα από το πόσα χρόνια έχουν περάσει. Ο χρόνος περνάει, αλλά κάποιοι άνθρωποι που ανταμώνουμε ακόμη και αν έφυγαν από αυτή τη ζωή, αφήνουν αναμνήσεις μοναδικές, οι οποίες μένουν ανεξίτηλα χαραγμένες στο μυαλό μας σαν το χνάρι που δεν έσβησε στο λασπωμένο τόπο και οι οποίοι άφησαν το αποτύπωμα τους στην καρδιά μας. Όπως ο ξεχωριστός φίλος και συνάδελφος ναυτικός ο Καπετάν Νικόλας.
..... Ήμαστε στα 1987 και ταξιδεύουμε μ’ ένα φορτηγό πλοίο Multi-Purpose. Ο Καπετάν Νικολός είναι ο γραμματικός του πλοίου στα τριάντα πέντε χρόνια της ζωής του. Είναι η πρώτη φορά που βρισκόμαστε στο ίδιο μπάρκο. Ένας όμορφος άνδρας που έσφυζε από ζωντάνια και ενεργητικότητα, εξαιρετικά στιβαρός, ξανθός με αετίσιο βλέμμα. Ήταν πάντα πρόσχαρος αισιόδοξος, κι ευδιάθετος σαν ανέμελο παιδί που περνά τη ζωή του ανέμελα ξοδεύοντας τα λίγα χρόνια του στη γη, χωρίς υπαρξιακές ανησυχίες. Άνθρωπος έξω καρδιά μ’ ένα ειλικρινές χαμόγελο να στολίζει το πρόσωπο του. Όχι, δε ζούσε σ’ ένα παράλληλο σύμπαν, ούτε όλα στη ζωή του κυλούσαν ρόδινα, ήταν όμως φύσει αισιόδοξο και θετικό άτομο. Είχε πάντα ένα καλό λόγο για να πει, η καλή του διάθεση ήταν μεταδοτική, ενώ η ενέργειά του πολλές φορές ήταν αρκετή για να καλυτερεύσει και την δική μας στις δύσκολες ώρες. Γενικά το γέλιο του έβγαινε από το στόμα του εύκολα και αβίαστα.  Όπως τότε στο Αλγέρι. Έχουμε προσεγγίσει τον πολυσύχναστο μεσογειακό λιμένα και ξεφορτώνουμε ένα μικρό στόλο από βαρέα αυτοκινούμενα γερανοφόρα οχήματα.  Διάρκεια εκφόρτωσης είχαμε ένα αναίμακτο ατύχημα. Από μια αστοχία βιομηχανικού υλικού έχασε την πάκτωση ένα συρματόσκοινο από το γερανό του πλοίου και το βαρύ όχημα που κρεμόταν προσεδαφίστηκε στην προβλήτα του λιμένα από ύψος ολίγων μέτρων. Υπήρξε μια αρχική εκδήλωση πανικού και παντελούς έλλειψης ψυχραιμίας τόσο στο χειριστή του γερανού όσο και στους εργάτες της προβλήτας. Λόγο του ότι είχαν ληφθεί και τηρούντο τα κατάλληλα μέτρα προστασίας στις συνθήκες εργασίας εκφόρτωσης ουδέν έτερο συνέβη. Απλά απαιτείτο χρόνος και ιδιαίτερος κόπος για αποκατάσταση λειτουργίας του γερανού του πλοίου.. Ο Νικολός σαν επικεφαλής καταστρώματος ατάραχος και γαλήνιος, αφού άνθρωπος δεν είχε ούτε αμυχή, φωνάζει τον Κωνσταντή ένα νεαρό κοντόσωμο ναύτη από τα Δωδεκάνησα. 
«Έλα εδώ βρε ζουλάπι. Πες μας τι αμαρτωλές ατασθαλίες έκανε χθες εκεί έξω που γυρνούσες για να γνωρίζουμε τι αμαρτίες έχουμε να πληρώσουμε για να πάρουμε άφεση.» Όλοι οι υπόλοιποι στο πλήρωμα κρυφογελούσαν. 
«Οι φήμες τον ήθελαν τον Κωνσταντή, ν' απολαμβάνει χωρίς ενοχές, και χωρίς αναστολές, την περασμένη βραδιά σεξουαλική επαφή κάτω από μια υπόγεια γέφυρα του λιμένα με παρτενέρ τρανσέξουαλ.» 
Την αρχική παγωμάρα διαδέχθηκαν τα χαμόγελα και η αποκατάσταση του προβλήματος έλαβε χώρα λίαν συντόμως. 
Αυτός ήταν ο Νικόλας. 
Στο ίδιο μπάρκο βρισκόμαστε στον λιμένα Κόμπε της Ιαπωνίας. Ο Νικόλας είχε και κάποια πάθη όπως με τις γυναίκες, .....Διαβάστε περισσότερα: Αθεράπευτα ερωτευμένος ..... τις μηχανές και φυσικά τα αυτοκίνητα! ... 
Τον γοήτευε πάντα οτιδήποτε είχε ρόδες, κυρίως τέσσερις. Απολάμβανα ατέλειωτες συζητήσεις μαζί του για τα μηχανοκίνητα. 
Αργά με το σούρουπο στολίστηκε μια παρέα για έξοδο με επικεφαλής τον καπετάν Γιωργή έναν πενηνταπεντάρη αλανιάρη καπετάνιο. Στην παρέα και ο γραμματικός μας ο Νικόλας. 
Από τα πολυπληθή διαφημιστικά φυλλάδια της απέραντης αγοράς ηλεκτρονικών του Κόμπε είχα επιλέξει ένα τηλεκατευθυνόμενο όχημα αντίγραφο σε μικρή κλίμακα το αυτοκίνητο που οδηγούσε την εποχή εκείνη η διάσημη οδηγός αγώνων η Γαλλίδα Μισέλ Μουτόν .... το Audi Sport Quattro....
Δώρο για τους μικρούς μου μπόμπιρες. 
Του ζήτησα εάν μπορεί να μ' εξυπηρετήσει...
Ο Νικόλας ακούγοντας για αυτοκίνητο πέταξε από χαρά...
«Είναι να ρωτάς» μου λέει. «Πες ότι ήδη έφτασε»....
«Εεε κάτι ξέχασες του λέω» την ώρα που έφευγε..
«Τι ξέχασα μάστορα;»
«Τι γαλότσες για τι λάσπες»...
Ακόμη ηχεί στ' αυτιά μου το τρανταχτό του γέλιο.
«Τώρα αυτό το λες σ' εμένα να το ακούσει ο καπτά Γιωργής;»...
«Καλά να περάσετε.» Του λέω
Περασμένη ώρα επιστρέφει ο Νικόλας περιχαρής. Υπό μάλης μια τεράστια συσκευασία… Ψύλλοι μπήκαν στ’ αυτιά μου. 
«Τι είναι αυτό Νικόλα;» 
«Μάστορα δεν βρήκα έτοιμο, και πήρα αυτό εδώ! Αντίγραφο πιστό του Audi Sport Quattro που θέλει συναρμολόγηση. Περίπου στην ίδια τιμή.» 
«Νικολό το πρόβλημα δεν είναι η τιμή. Το πρόβλημα είναι ποιος θα τα καταφέρει να το συναρμολογήσει.» 
«Μάστορα θα σε βοηθήσω.» 
«Εντάξει τώρα πιάσαμε Joker.» Μουρμούρισα μέσα από τα δόντια μου. 
«Όχι θα με βοηθήσεις! Θ’ αναλάβεις την συναρμολόγηση και εγώ θα σε βοηθήσω.» Αυτό το λέω έξω από τα δόντια. 
«Μη μου στενοχωριέσαι. Συνεργείο θα το κάνουμε το γραφείο σου.» Μου λέει. 
Στο πλοίο είχαμε έναν Τρίτο μηχανικό τον Μάστρο Παναγιώτη από την Καλαμάτα ο οποίος είχε για χόμπι την ενασχόληση με τον μοντελισμό. Με ομοιώματα κυρίως ιστορικών ιστιοφόρων πλοίων και την εξ ολοκλήρου χειροποίητη συναρμολόγηση τους. Η βοήθεια του στη συναρμολόγηση του Audi Sport Quattro ήταν ανεκτίμητη…. 
Έλα όμως που μας έλειπαν όλα τα additional….. 
Έχουμε και λέμε.....
1. Τηλεχειριστήριο μεγάλης κλίμακας 
2. Μπαταρία ιόντων λιθίου, 12V Επαναφορτιζόμενη 
3. Με Φορτιστή Μπαταρίας 12V 
4. Συν μερικά παρελκόμενα ακόμη.
 Με αποτέλεσμα το συναρμολογούμενο να στοιχίσει μια μικρή περιουσία…..
Χαλάλι της Μισέλ Μουτόν........ Και δεν το λέμε στον Νικόλα.. 
Όταν τέλειωσε η συναρμολόγηση ο Νικολός έπλεε σε πελάγη ευδαιμονίας και κάθε βραδύ έπαιζε σαν μικρό παιδί στους αλουέδες του πλοίου… Με τις ώρες....
Άγιο είχε το όχημα που κάποτε έφτασε αρτιμελές στους μπόμπιρες….. 
Αυτός ήταν ο Νικόλας…
Από τους ανθρώπους έξω καρδιά, που λες ότι ποτέ δεν θα πεθάνουν...... 
Κι όμως έφυγε μόλις είχε κλείσει την πέμπτη δεκαετία της ζωής του… 
Τον πρόδωσε η ανέμελη καρδιά του. 
Κάποιοι άνθρωποι μένουν ανεξίτηλα χαραγμένοι στο μυαλό σαν το χνάρι που δεν σβήνει.

Κυριακή 31 Μαΐου 2020

Richia Lakonias • Environment • Beaches

Ρηχιά Λακωνίας
Περιβάλλον
Παραλίες

Η Ρηχιά δεν είναι μόνο βουνά. Διαθέτει και παραλίες. Οι εξαιρετικού κάλους ακρογιαλιές, που εκτείνονται από τα Καρίκια μέχρι την μονή της Ευαγγελιστρίας,  περιλαμβάνουν και δύο πανέμορφες αμμουδιές. Την πασίγνωστη πλέον Βληχάδα η οποία συνδέεται με ασφαλτόδρομο και τα τελευταία χρόνια δέχεται μεγάλο αριθμό επισκεπτών. Η λιγότερη γνωστή αλλά κατά την άποψη μας ακόμα ομορφότερη είναι η αμμουδιά στο Παλουγγέρι στην έκβαση του ομώνυμου  φαραγγιού. Η παραλία όμως αυτή έχει ένα μειονέκτημα ή για πολλούς,  συμπεριλαμβανομένων και ημών, πλεονέκτημα.  Η πρόσβαση είναι δύσκολη. Τα τελευταία δύο χιλιόμετρα είναι χωματόδρομος και για τα 300 τελευταία μέτρα απαιτούνται ικανότητες ορειβάτη.  Η πρόσβαση μέσω του φαραγγιού είναι αδύνατη γιατί το φαράγγι δυστυχώς εξακολουθεί να είναι άβατο, στερώντας από τον πολύ κόσμο την άγρια ομορφιά του’
Οι παραλίες ευτυχώς δεν έχουν επηρεαστεί σημαντικά από τις σαρωτικές αλλαγές. Δεν θα τις περιγράψουμε, θα δείξουμε όμως    πολλές φωτογραφίες από τις πάμπολλες που υπάρχουν στο αρχείο μας. Και ας μην ξεχνάμε ότι μπορούμε ακόμα να φωτογραφίζουμε, και όπως είπαμε οι παραλίες δεν έχουν αλλάξει.
Θα σταθούμε όμως στο Παλουγγέρι γιατί υπάρχει μια εξέλιξη, ένα κτίσμα διαφορετικό από τα άλλα. Το Χάβοζι είναι μια περιοχή μεταξύ Ντάμου και αμμουδιάς. Είναι ένας βράχος που βρέχεται από το κύμα. Στην κορυφή του βράχου έχει χτιστεί τα τελευταία χρόνια ένα μπαλκόνι. Μια βεράντα. Το  έχτισε και συνεχίζει να το χτίζει ο Παναγιώτης Κουλούρης γιός του μπάρμπα Τάση του Κουλούρη. Ο Παναγιώτης λοιπόν, συνταξιούχος μουσικός, το έχτισε μόνος του πέτρα-πέτρα με τα χέρια του. Το έφτιαξε με την Ψυχή του, για την Ψυχή του. « Η Εμή Ψυχή Ετεκεν Τόδε», Είναι χαραγμένο στη σκληρή γρανιτένια πλάκα, στην είσοδο του κτίσματος. Εκεί λοιπόν στην κορυφή του βράχου, σαν άφτερο χελιδόνι έχτισε πετραδάκι- πετραδάκι την Ψυχοφωλιά του. Το ονομάσαμε ψυχοφωλιά γιατί πως αλλιώς να το ονομάσουμε? Ερημητήριο? τόπος περισυλλογής? Placeformeditation? Ουτοπία? Όλα μαζί? Χωρίς καμία εκπαίδευση στην οικοδομή, με μόνο τη σοφία, γνώση  και τις κατασκευαστικές οδηγίες που εμφύσησαν στην Ψυχή του η Αθηνά και  ο Ήφαιστος αντίστοιχα. Από την στιγμή που το άρμα του Φαέθωντα σκάει μύτη στον ορίζοντα σκορπίζοντας τα ροδοπέταλα του  μέχρι τη στιγμή που ο Απόλλων παραχωρεί την θέση του στην Εκάτη, η ανθρώπινη Ψυχή αγκαλιάζεται και αγκαλιάζει την Μητέρα Φύση. Εκεί λοιπόν στη γειτονιά των Θεών, αντιμετωπίζει την ανεμιζόμενη Τρίαινα του άγριου Ποσειδώνα, παρατηρεί τους κεραυνούς του Δία, και μετά απολαμβάνει τον ερχομό της Ίριδος και του πλουμιστού τόξου της. Και όταν έρχεται το πέρασμα της ημέρας  η Εκάτη αναδύεται με την σειρά της από το Μυρτώο να σκορπίσει με τον μαγικό τρόπο που μόνο αυτή ξέρει, τα βιολέτινα πέταλα της στη γειτονιά των Θεών. Αλλά και ο Παναγιώτης, με την σειρά του συνεισφέρει στις ευλογίες της Μητέρας Φύσης, παίζοντας στο μπουζούκι του μεταξύ άλλων και ταξίμια της δικής του σύνθεσης
Δεν υπάρχει σκεπή στη Ψυχοφωλιά. Η σκεπή βλέπετε προφυλάσσει από την Φύση, αλλά συγχρόνως περιορίζει, απομακρύνει, και φυλακίζει κατά κάποιον τρόπο, ενώ το ζητούμενο είναι ακριβώς το αντίθετο. Η ένωση με την Φύση.
Το ερημητήριο δεν είναι ακριβώς ερημητήριο με την αυστηρή έννοια της λέξεως. Ο Παναγιώτης, κατά καιρούς προσκαλεί λιγοστούς φίλους να συμμεριστούν μερικές σπάνιες εμπειρίες. Είχαμε την τύχη να βρεθούμε στο Shangri-La ( Σανγκρί-Λα) αυτό μια Αυγουστιάτικη νύχτα με Πανσέληνο. Λίγο ουζάκι. Μια ντοματούλα, δυό ελίτσες και αρκετές πενιές μπουζουκιού. Προσπαθήσαμε να φωτογραφήσουμε το σκηνικό αλλά δυστυχώς είναι μερικά πράγματα που η κάμερα δεν μπορεί να συλλάβει. Θα παρουσιάσουμε πάντως αυτά που καταφέραμε. Ελπίζουμε ότι Ο Παναγιώτης θα βρει, εδώστου Γλαυκού το γειτόνεμα , το Νιρβάνα που επιζητεί η Ψυχή του. Εμείς του το ευχόμαστε από τα βάθη της δικής μας Ψυχής.

Περισσότερα για Βλυχάδα βλέπε: Καλοκαίρι του χίλια εννιακόσια εξήντα έξι.!.

Σημείωση δική μου....
Σήμα κατατεθέν: Η τρύπια πέτρα, ένα πέτρινο κάδρο στα χίλια μέτρα ύψος με θέα το Μυρτώο πέλαγος. 
Οι δυο της παραλίες: Η Βλυχάδα και το Μπαλογκαίρι.
Καλοκαίρια: 1964 έως 1966...  ... Βλυχάδα.... Παραλία εκπληκτική με ψιλό βοτσαλάκι & νερά γαλαζοπράσινα!
Παίρναμε πατάτες, κρεμμύδια, πιπεριές, ψωμί, ελιές, τουλουμίσιο τυρί, λάδι, μπόλικα λεμόνια μια μεγάλη κατσαρόλα... και ένα φλασκί κρασί....
Με ορμητήριο τον βράχο αυτόν της φώτο... είχαμε τον τρόπο να προμηθευτούμε ψάρια.. φρέσκα ψάρια.... και παρασκευάζαμε μια σούπα με ψάρια και θαλασσινά τύφλα να είχε η αυθεντική γαλλική μπουγιαμπέσα.
Μάγειρας ο θείος Πέτρος Κωστάκης.... Εγώ και η θεία Κατερίνα βοηθοί μαγείρου..... υπό το άγρυπνο μάτι της γιαγιάς .. Η Κυρά! Μαρία Φριντζήλα.
..........Είναι οι αναμνήσεις μας, η ταυτότητά μας, η ιστορία μας, ο σημερινός μας εαυτός. 
Είναι οι στιγμές εκείνες που «ζωντανεύουν» κυρίως τα καλοκαίρια, την πιο νοσταλγική εποχή του χρόνου, τότε που οι μέρες μοιάζουν ξέγνοιαστες και όλα ιδανικά...

Κυριακή 26 Απριλίου 2020

«Sintet ti kemi»

Ένας ζωντανός θρύλος είναι τα Καρίκια.
Kάθε Ρηχειώτης που σέβεται τον εαυτό του έχει να σου διηγηθεί μια ιστορία απ’ τα Καρίκια.
Ειδικά ένας Φριντζίλας  το γένος από..... μητέρα....

O προ-παπους μου....Γιωργάκης Φριντζίλας...

Από την Αγορά του Περικλή μέχρι τα Μαγαζιά της Ρηχιάς η απόσταση είναι ασήμαντη. Μαγαζιά είναι η περιοχή γύρω από τον κυκλικό δρόμο και επί του οποίου υπήρχαν τα καταστήματα. Εμπορομπακαλοταβέρνες και καφενεία. Τα μαγαζιά της Ρηχιάς λειτουργούσαν όπως και η Αγορά του Περικλή. Εδώ συγκεντρώνονταν, οι Ρηχιώτες, όταν το επέτρεπαν οι αγροτικές τους ασχολίες να πιούν ένα κρασάκι, έναν καφέ ένα φασκόμηλο η απλώς να καθίσουν σε κάποια από τις λιγοστές καρέκλες αλλά κυρίως στα χτίρια και να συμμετάσχουν ενεργητικά η παθητικά στα δρώμενα. Τα καφενεία στις αρχές του περασμένου αιώνα σέρβιραν τα παραδοσιακά Ρηχιώτικα αφεψήματα. Φασκόμηλο, χαμομήλι, τσάι του βουνού έτσι για να συνοδεύουν τον ναργιλέ. Ο καφετζής Κολισταύρος  (Νίκος Σταυρόπουλος ) στην προσπάθεια του να εκσυγχρονίσει τον καφενέ του λανσάρισε ένα καινούργιο προϊόν που το λέγανε καφέ. Όπως ήταν φυσικό το γεγονός συζητήθηκε ευρέως ανά την Ρηχιώτικη και όχι μόνο επικράτεια. Από το Τζίρο, τα Νήπια, τα Κλείσματα, τα Πακόγια και τα Καρίκια. Αλλά και στον υπόλοιπο Ζάρακα. Όπως ηταν φυσικό, δημιουργήθηκε μια περιέργεια για το καινούργιο τούτο πράμα.  Χαρακτηριστική ιστορία είναι και η εξής. Στα Καρίκια ο μπάρμπα Γιωργάκης Φριντζίλας και ο συμπέθερος του μπάρμπα Παυλές Φριντζιλας συζητούσαν για αυτό το καινούργιο πράμα που έφερε ο Κόλιας. Η συζήτηση πήγε κάπως έτσι.
 «Ρε Γιώργη τι είναι τι είναι τούτο το καινούργιο πράμα που μας έφερε εκείνος  ο Κόλιας και το πίνουνε όλοι?»
«Δεν ξέρω αλλά λέω όταν θα πάμε κάτου να το δοκιμάσουμε.»
Γυρίζοντας από τα Καρίκια και πριν πάνε στα Μπελεσέικα, σταματήσανε στου Κόλια και παραγγείλανε το καινούργιο πράμα. Όταν ο μπάρμπα Κόλιας τους έφερε τους καφέδες παραξενευτήκαν γιατί  αντί για ποτήρι που ήταν συνηθισμένοι, τους   έφερε κάτι φλιτζανάκια.  Παίρνουν λοιπόν τα φλιτζάνια τα τσουγκρίζουν όπως τσουγκρίζουν τα ποτήρια.
«Σιντέτ»
«Σιντέτ τι κέμι»  Οι άνθρωποι, βλέπετε,  ήταν αρβανιτόφωνοι  και μιλούσαν αρβανίτικα.
Και κατεβάζουν το πράμα μονορούφι. Και φυσικά κάηκαν.
«Ρε Κόλια τι ήτανα τούτο. Μας ζεμάτισες».
Δεν είναι γνωστό εάν στη συνέχεια τα συμπεθεράκια έγιναν οπαδοί του καινούργιου πράγματος. Ο καφές πάντως είχε καθιερωθεί.
Εδώ συζητείτο το Βαλκανικό, Μεσανατολικό, Ρωσοτουρκικό το Αλβανικό. Εδώ ανέβαιναν υπουργοί, κατέβαιναν Πρωθυπουργοί και χόρευαν στο ταψί οι τοπικοί βουλευτές και τοπικοί άρχοντες. Οι Ρηχιώτες των μαγαζιών, όπως όλοι οι αραχτέλληνες των καφενέδων είχαν τις πολιτικές τους πεποιθήσεις και προτιμήσεις χωρίς, σχεδόν πάντα, να ξέρουν γιατί . Ήταν πάντα χωρισμένοι σε δύο κόμματα. Δεν έχει σημασία το όνομα του κόμματος, ήταν όμως πάντα δύο. Υπήρχαν οι φανατικοί υποστηρικτές και επικριτές των παρατάξεων. Όχι κομμάτων, Ατόμων. Στις αρχές του περασμένου αιώνα εντελώς πληροφοριακά και χωρίς καμιάς άλλης σημασίας, δύο οικογένειες κυριαρχούσαν στο Ζάρακα. Οι Γραμματικαίοι και οι Παπαμιχαλόπουλοι. Είναι βέβαιο ότι η μεγάλη πλειοψηφία δεν ήξεραν γιατί υποστήριζαν φανατικά τον έναν ή τον άλλον εκτός του ότι ήταν εξαρτώμενοι από τον τοπικό κομματάρχη. Τον πολιτικό είναιαμφίβολοαν τον είχαν δει ποτέ η τον είχαν ακούσει πολύ δε περισσότερο να ήξεραν τις απόψεις του εάν είχε. Αλλά αυτό δεν τους εμπόδιζε στις Μαγαζιεύσεις τους να υμνούν, παιανίζουν, και να λιβανίζουν τον δικό τους, ενώ κατακεραύνωναν και έστελναν στα τάρταρα τον ¨Οχτρό¨. Μερικοί έπαιρναν τα πράγματα στα σοβαρά ενώ άλλοι το έριχναν και στην πλάκα. Η πλάκα, το καλαμπούρι και η καζούρα ήταν οι βασικοί άξονες διασκέδασης της Καφενοπαρέας.   Ένας, από τους "σοβαρούς", φανατικός οπαδός ρήτορας ήταν και ο Μπάρμπα Γιάννης (θα τον πούμε μπάρμπα Γιάννη γιατί το πραγματικό του όνομα μου διαφεύγει. Η ιστορία πάντως είναι αληθινή ή για αληθινή πάντως μου την διηγήθηκαν), που υποστήριζε τον ….....(ούτε και αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία) , τον οποίο, φυσικά, ο Μπάρμπα Γιάννης είναι ζήτημα αν τον είχε συναντήσει έστω και μία φορά. Σε κάποια από τις μαγαζοσυγκεντρώσεις αποφασίστηκε να κάνουν μια πλακίτσα στο Μπάρμπα Γιάννη. Του λένε ¨μπάρμπα Γιάννη θα σου δώσουμε είκοσι δραχμές αλλά δεν θα μιλήσεις καθόλου πολιτικά όλη την ημέρα . Θα μείνεις εδώ δεν θα φύγεις αλλά δεν θα μιλάς. Εντάξει? ¨ ¨Ρε δώστε μου εμένα ένα εικοσάρικο και δεν θα βγάνω τσιμουδιά¨ Παίρνει λοιπόν το εικοσάρικο και αμέσως μετά άρχισε η ομαδική και οργανωμένη επίθεση στον αγαπητό του Μπάρμπα Γιάννη ο οποίος άρχισε να κάθετε σε αναμμένα κάρβουνα περικυκλωμένος από φλόγες, φίδια και ότι άλλο. Το μαρτύριο όμως δεν κράτησε πολύ, γιατί ο Μπάρμπα Γιάννης Σηκώθηκε βγάζει από την τσέπη το εικοσάρικο και τους το πετάει στα πόδια.¨ πάρτε το ρε γιατί εγώ θα μιλήσω ¨ .. και μίλησε… και μίλησε … και μίλησε. Αυτή ήταν μια από τις μορφές ψυχαγωγίας στα Μαγαζιά.



Μπάρμπα... Θεόδωρος Φριντζήλας ή Στραβοθοδωράκης, ο πασίγνωστος τυφλός ποιητής από τη Ρηχιά............................ 
Ένας Λεβεντάνθρωπος.... Μποέμ ..............
Ξάδελφος του παππού.........................
Θείος της μητέρας μου.......

Ω! Βλάχα Μούσα της Ρηχιάς
Κόρη του Θοδωράκη
Κατέβα και βοήθα με
Να πω ένα τραγουδάκι
…………………………
Έτσι άρχιζε ένα ποιηματάκι κάποιος φιλόδοξος σατιρικός ποιητής στα μαθητικά του χρόνια, και ο οποίος εγκατέλειψε, για ευνόητους λόγους, την ποίηση πολύ σύντομα. Ο ποιητής(;) αναφέρεται στο Μπάρμπα Θοδωράκη τον Φριντζίλα. Ο μπάρμπα Θοδωράκης ήταν ένας γέρος (γέρο τον θυμάμαι εγώ) αγράμματος, ΤΥΦΛΟΣ, εξ ου και Στραβοθοδωράκης, με άσπρα γένια που είχε το χάρισμα να φτιάχνει στίχους με μεγάλη ευκολία. Πολλοί από αυτούς τους στίχους γινόταν και τραγούδια. Δεν πιστεύω ότι οι στίχοι του να έχουν διασωθεί. Έχω ακούσει ότι κάποιος Ρηχιώτης μετανάστης, κάποτε είχε μαγνητοφωνήσει τα τραγούδια ποιήματα. Εάν πράγματι είναι έτσι θα πρέπει αυτοί που τα έχουν στην κατοχή τους, να τα δώσουν στη δημοσιότητα. Είναι κρίμα να χαθούν. Ελάχιστα από τα ποιήματα του έχει δημοσιεύσει Ο Ιατρός Παναγιώτης Γεωργακόπουλος, ο οποίος δειχνει μεγάλο σεβασμό και θαυμασμό στον τροβαδούρο αυτόν. Ήταν καλός Ποιητής, ή απλώς στιχοπλόκος; Πρέπει να αξιολογηθούν τα ποιήματα του. Ο μπάρμπα Θοδωράκης είναι ένας θρύλος. Να τον σεβόμαστε.
Δεν είμαι βέβαιος ότι ψυχαγωγούσε τους ενήλικες. Είχε όμως μεγάλη απήχηση στον παιδόκοσμο. Όταν το παιδομάνι έβλεπε τον Μπάρμπα Θοδωράκη έτρεχε πίσω του.
«Μπάρμπα Θοδωράκη πες μου ένα ποίημα»
«Πως σε λένε;»
«Μπότη»
«Ο Μπότης το καλό παιδί και τ’άξιο παλληκάρι…..κλπ»
«Πες μου και μένα ένα.»
«Πως σε λένε?»
«Γιάννη»
«Ο Γιάννης το καλό παιδί κλπ. κλπ.»
Ο μπάρμπα Θοδωράκης είχε πάντα ένα τετράστιχο για όλους. Το έφτιαχνε εκείνη τη στιγμή, ή τα είχε σε μια τράπεζα δεδομένων και τραβούσε ένα κατά την ζήτηση; Πως σε λένε Γιώργο. Πάρε Γιώργο. Εσένα; Νίκο. Πάρε Νίκο. Εσένα; Χρήστο. Πάρε Χρήστο.
Περάστε κόσμε, πάρε παιδόκοσμε.
Ανήκε ο μπάρμπα Θοδωράκης στους Entertainers της Παλιάς Ρηχιάς; Στους ενήλικες προφανώς όχι. Ο παιδόκοσμος όμως;
Ο μπάρμπα Θοδωράκης είναι ένας θρύλος, και όπως όλους τους θρύλους να τον τιμούμε και να τον σεβόμαστε..

Copy Paste...
Πηγη: http://www.richea-laconias.gr/index.php/el/home-el-gr
ΡΗΧΙΑ
Η Καθημερινότητα σε ένα Μικρό Ορεινό Χωριό.
Μια εξαφανιζόμενη Κουλτούρα
Του Θοδωρή Κόκκορη
.........................................
Ο Θεοδωράκης Φριτζήλας γεννήθηκε το 1880 στο Μπρακάκι, στην περιοχή Καρίκια του χωριού Ρηχιάς.
Πέθανε στις 22 του Ιούλη το 1961, 82 χρόνων.
................................................
Γιώργη, τι να τα κάνεις τα λεφτά - με τους πολλούς τους τόκους
άμα δεν έχεις άνθρωπο καλό - με τους καλούς τους τρόπους.
Γιώργη, να μην κοιτάξεις χρήματα - παρά καλή γυναίκα
γιατί ποτέ τα χρήματα - δεν βγαίνουν στο σεργιάνι.
Πάρε γυναίκα όμορφη - να βγαίνεις στο σεργιάνι
να σκάζουν οι ρουφιάνοι.
.................................
Αυτό το αχ να μούφευγε - απ’της καρδιάς τα φύλλα
όλο τον κόσμο θάκαιγα - δίχως φωτιά και ξύλα.
Καημένη Κουλοχέρα μου - πόχεις την τρύπια πέτρα
τρούπια είν’κι η καρδούλα μου - σαν τη δική σου πέτρα.
..........................................
Α, ρε φίλε δεν ξέρω - αν κοιμάσαι ή ονειριάζεσαι
κείνος πούχει καλό μυαλό - και άλλο δεφτέρι βγάζει.
.................
Ναι,φίλε μου ετούτο το μυαλό - βγαζει βελόνες άφθονες
χιλιάδες εκατομμύρια - να ράψεις τα κασμίρια σου
κι όλα σου τα στολίδια.
................
Κλαίω με μαύρα δάκρυα - της γης το χώμα βρέχω
και δεν εβρέθηκε άνθρωπος - να με ρωτήσει τι έχω.
Όταν πεθάνω μη με κλαις - γιατί ΄μαι πεθαμένος,
κλάψε με τώρα πούμαι ζωντανός - κι είμαι τυφλός και καταφρονημένος.
..........................
Δεν το πιστεύω στο ντουνιά - κανένας να με φτάσει
στα τραγουδάκια τα πολλά - και ούτε να με περάσει.
Τα ποιήματα .....
Από το βιβλίο ΤΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ Θ. ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
θοδωράκης φριτζήλας - Ο ΤΥΦΛΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ
................
Σημείωση I: Τα ανίψια του (Η μητέρα μου.... και οι Θείες μου)... Μου δηλώσαν ότι δεν ήταν τυφλός... απλώς από νεαρή ηλικία είχε αρχίσει απλώς να έχει πολύ μειωμένη όραση.... 
Προς επιβεβαίωση...
Ανέβαινε το 1956 σε ηλικία 77 χρονών στις «Βόγιες» ο Στραβοθοδωράκης.
Βλέποντας τον πρόεδρο του Χάρακα ,το Δαμιανό να επιβλέπει το έργο διάνοιξης του λέει :
                              Γεια σου Δαμιανέ -  με τη βόγια την καινούρια
                            που θα σε συγχωράνε -  άνθρωποι και γαιδούρια.

......1955 -1956 πεντάχρονος σαν μέσα από μια συννεφιά μνήμης ενθυμούμαι το μπάρμπα Θοδωράκη που έμενε σε ένα κατώι, όπου τα έβγαζε πέρα με ελάχιστα. Σηκωνόταν κατά τις δώδεκα, και το μεσημεράκι, να τον παίρνω από το χέρι και να τον οδηγώ σεργιάνι μέχρι την ντάπια του οικισμού Μπελεσέικα, με τον ενθουσιασμό ενός προσκυνητή που βαδίζει σε ιερά χώματα. Όταν είχε ήλιο, καθόταν στο βράχο και μασουλούσε το ψωμί του καπνίζοντας και ένα τσιγάρο. Όταν έβρεχε ή έκανε κρύο, έμενε στο κατώι βούλιαζε σ’ ένα φθαρμένο καναπέ και άκουγε στη διαπασών μουσική.
 Όταν νύχτωνε στο κατώι ακολουθούσε βαθιά σιωπή. Το μυαλό του ήταν καθαρό σαν τον χειμωνιάτικο νυχτερινό ουρανό, με το φεγγάρι και τον πολικό αστέρα στη θέση τους να τρεμοσβήνουν ζωηρά. Είχε τόσα πράγματα να σκεφτεί, τόσες ιστορίες να πει. Αυτό που του έλειπε ήταν η σωστή διέξοδος, απ’ όπου θα ξεχύνονταν οι σκέψεις και οι ιδέες, σαν λάβα που μετά θα έπηζε σε μια σταθερή ροή πρωτότυπων έργων, που όμοιά τους ο κόσμος δεν είχε δει ποτέ.  Οραματιζόταν πως τα μάτια των ανθρώπων θα άνοιγαν διάπλατα από την έκπληξη στο σπάνιο ταλέντο. Μια φωτογραφία του μ’ ένα χαμόγελο, θα έμπαινε στις λογοτεχνικές σελίδες των περιοδικών! Ο μπάρμπα Θοδωράκης σκεφτόταν μερικά ποιήματα που είχαν αρχή. Μερικά άλλα είχαν τέλος. Κανένα όμως δεν είχε αρχή και τέλος και ασταμάτητα, δούλευε καθετί που του περνούσε από το μυαλό. Το πρόβλημα ήταν ότι σκεφτόταν υπερβολικά πολλά. Δεν μπορούσε με τίποτε ν’ αποφασίσει, όταν σκεφτόταν τη ρίμα του στο σύνολό της, τι ήταν απαραίτητο και τι όχι. Την επόμενη μέρα, σχεδόν τα είχε ξεχάσει! 

Σημείωση II: Το 1825 πέρασε από το Ζάρακα ο Ιμπραήμ ο οποίος ως γνωστό δεν άφησε πίσω του τίποτε όρθιο.  Αμέσως μετά την επανάσταση η Ρηχιά ήταν ακατοίκητη και οι διάφορες εκτάσεις που ονομάζονταν μετόχια ανήκαν σε κατοίκους της Κρεμαστής. Αμέσως μετά την επιδρομή του Ιμπραήμ άρχισαν να εγκαθίσταται στην περιοχή της Ρηχιάς  διάφορες οικογένειες όπως οι Πετρουτσάς στα νήπια από τις Σπέτσες, Ο Φριντζίλας στα καρίκια επίσης από τις Σπέτσες. Ο Κόκκορης στη Ρηχιά πιθανώς από τους Γοράνους Σπάρτης. Οι Δρίβας ήταν κάτοικοι Κρεμαστής πολύ παλαιότερα..

Σημείωση III: Το Μετόχι Καρίκια άνηκε στους Φριτζιλαίους αλλά μέσω προικώων απέκτησαν γη εκεί και οι Μπελεσαίοι..


Κυριακή 17 Μαρτίου 2019

Oi Stoumpos.... Epidaurou Limira ...


  Μερικά ιστορικά γεγονότα για την οικογένεια του παππού από μητέρα είναι παρμένα από το Βιβλίο "ΓΙΑΤΙ"
του  εξόχου αφηγητή των χωριών του Ζάρακα.
ΚΟΚΚΟΡΗ ΓΕΩΡΓΙΟΥ
Έκδοση του 1992

Γεώργιος Λ. Κόκκορης
Κρήτης 26 - Βριλήσσια
Αθήναι
Τ.Κ. 15235
Τηλ: 6010783

...............Η οικογένεια του παππού από τον πατέρα του είχε καταγωγή από τον Άγιο Μάμα της κοινότητας του Δημοτικού Διαμερίσματος Ελίκας, κοντά στη Μονεμβασιά, που ανήκει στο Δήμο Βοιών Λακωνίας. 
......***Η οικογένεια  του πατέρα σε βάθος χρόνων είχε καταγωγή από το παραδοσιακό χωριό Λιασίνοβα της Καρδαμύλης στη Δυτική Μάνη, όπου και το 1956 μετονομάστηκε σε Προσήλιο και όπως μαρτυρά και το όνομά του, είναι ένα ηλιόλουστο χωριό σχεδόν όλο το χρόνο, και η οικογένεια ονομάζονταν «Μαστρογιανναίοι.» Εκεί ζούσαν άνθρωποι περήφανοι, που ήξεραν να κάνουν το δηλητήριο της ζωής φάρμακο, άνθρωποι θυμόσοφοι, που αποδείκνυαν την αγάπη στα δύσκολα, άνθρωποι συνετοί και δίκαιοι ή υπερόπτες είναι μονάχα μερικοί από τους χαρακτήρες που οι ζωές τους, μικρά ξεχωριστά ποτάμια, κυλούν ορμητικά σε πάθη, έρωτες, πλάνες, δεινά, προσδοκίες, συγκρούσεις, μέσα στη δίνη ιστορικών και πολιτικών γεγονότων στα τέλη του 17ου αιώνα. H οικογένεια σύμφωνα με την παράδοση είχε σλάβικο αίμα και πέντε παιδιά. Τέσσερα αγόρια και μία κόρη. Μια φορά πήγε η κόρη να δει τα βόδια που έβοσκαν στο λιβάδι τους και την ενόχλησε ένας συγχωριανός της κάτι που οι δικοί της το θεώρησαν μεγάλη προσβολή σύμφωνα με τα έθιμα και τους χαρακτήρες που αποτυπώνουν την εποχή τους. Έριξαν κλήρο για το ποιος ξεπλύνει τη ντροπή απ αυτόν που προσέβαλε την υπόληψη της οικογένειας.  Κι ο κλήρος επιτέλεσε το χρέος του! Δεν μπορούσε όμως να μείνει στο χωριό, έφυγε,  και εγκαταστάθηκε προς τα μέρη του Ταΰγετου στη κοινότητα της Κουμουστά Λακωνίας, όπου και δεν αναφερόταν με το επωνύμιο του. Άνδρας ρωμαλέος με κορμί σκληρό σαν πέτρα. Λόγω της σλαβικής καταγωγής του, και του μεγάλου σωματικού του όγκου του προσάψαν τη σλαβική προσωνυμία Στούμπος (Κοτρόνα) που στο πέρασμα του χρόνου το προσωνύμιο έμεινε και επωνυμία του. Η πρώτη γραπτή ύπαρξη της οικογένειας Στούμπου στην περιοχή είναι του έτους 1754. Σε έγγραφο του μοναστηρίου της Γόλας ο Γεώργιος Κονίδης υπογράφει ως μάρτυρας μαζί με τον Στρατήγη Στούμπο και τον Δημητράκη Κροτάκη απόδειξη δανεισμού χρημάτων από τους καλόγερους του μοναστηρίου.  Ο Στρατήγης ήταν άνδρας υπερβολικά γεροδεμένος, ρωμαλέος. Κάποτε είχε σηκώσει στους ώμους του ένα γαϊδούρι μαζί με το φορτίου του και το μετέφερε εκατό μέτρα.
Φήμες από τα χρόνια τα παλιά μιλούσαν για έναν περιπλανώμενο νεαρό δουλευτή της γης από τα μέρη του Ταϋγέτου που αναζητώντας μια καλύτερη τύχη, εμφανίστηκε στο Φοινίκη και στα γύρω χωριά… Η φήμη ότι ήταν μεγάλος γυναικάς μάλλον δεν ήταν ένας διαδεδομένος μύθος όταν έκλεψε μια κοπέλα της περιοχής και την μετέφερε σε σπήλαιο που ίσως ήταν το καταφύγιο του τον πρώτο καιρό.  Αυτές είναι οι πρώτες ρίζες..
***Πηγή μερικών εκ των ανωτέρω …
Η Κουμουστά της Λακεδαίμονος…
Θεοδ. Σ. Κατσουλάκου… Παν. Χ. Στούμπου 
 Εκδοση ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΞΗΡΟΚΑΜΠΙΟΥ.......ΣΠΑΡΤΗ 2012
Γ. ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΖΩΗ 
 1. Οικογένειες και ιστορική τους παρουσία… 
 Σελίδα 199…..
.......... Μα και της μητέρας το οικογενειακό της δέντρο με τον γενάρχη της οικογενείας της στην περιοχή του Ζάρακα είχε την δική του μυστηριώδη προσωπικότητα που πεθαίνοντας άφησε πίσω του αναπάντητα ερωτηματικά και απορίες που δημιούργησαν πλήθος φημών. Οι φήμες που κυκλοφορούν μας γυρνούν πριν από την εποχή του Ιμπραήμ πασά και του Κολοκοτρώνη,. Κανείς δεν ξέρει ούτε θυμάμαι που και πότε είχε ακούσει να κυκλοφορούν οι φήμες που μιλούσαν για ένα στιβαρό άνδρα από τις Σπέτσες που τρέχει να φύγει, πήρε το δρόμο του μισεμού γιατί είχε ανοιχτούς λογαριασμούς στον τόπο του. Κυνηγημένος και περιπλανώμενος  προς την άγνωστη γη, εξώκειλε στην θαλάσσια περιοχή Βλυχάδα του Ζάρακα. Εξόριστος, μοναχικός, φτωχός, άγνωστος, πορευόταν με τα βρισκούμενα. Ήταν όμορφος με ξανθομάλλικο κεφάλι και σταρένιο δέρμα. Πως είναι Αλβανός λέγανε. Μα ήταν Έλληνας έτσι έλεγε. Ποτέ δεν ξεκαθάρισαν τι απ' τα δυο ήταν αληθινό μα η αλήθεια είναι πως τον τραβούσαν τα χώματα μας γιατί σαν τρελός αγάπησε μια Ζαρακοτοπούλα. 
Κοριτσόπουλα ανυπόδητα από τα Πιστάματα έπλεναν ρούχα κάποιο ηλιόλουστο απόγευμα δίπλα στην αμμουδιά, ανάμεσα στα βράχια του πανέμορφου μυχού. Από εκείνη τη στιγμή η ζωή κι η μοίρα του ενός ασυνήθιστα όμορφου κοριτσόπουλου συμπλέκεται αδιαχώριστα με τη ζωή κι τη μοίρα του άγνωστου ξένου, και σαν ήρωες ζουν και λαμβάνουν δράση πότε στον πραγματικό και πότε στον φανταστικό κόσμο, αφήνοντας πίσω τους ένα θαμπό σύννεφο στους επιγόνους που αναζητούν απαντήσεις για τις ρίζες τους. ..... 
Κατά την παράδοση ήταν ο πρώτος οικιστής της Ρειχιάς από τις Σπέτσες στα 1795…
Βλέπε: Λακωνικαί Σπουδαί… Τόμος 20
Ελευθερίου Π. Αλεξάκη…
ΚΡΥΜΜΕΝΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ ΑΛΒΑΝΟΠΟΙΗΣΗ ΑΠΟΑΛΒΑΝΟΠΠΟΙΗΣΗ ΣΤΗ ΒΑ ΛΑΚΩΝΙΑ. (1400-2000)...
  .................... 

Το γένος του Πατέρα      

Στούμπος Στρατήγης  Γεννηθείς Στα 1730; 
Κουμουστά Λακωνίας.....
Είναι η πρώτη γραπτή ύπαρξη της οικογένειας Στούμπου στην περιοχή και είναι του έτους 1754. 
Σε έγγραφο του μοναστηρίου της Γόλας ο Γεώργιος Κονίδης υπογράφει ως μάρτυρας μαζί με τον Στρατήγη Στούμπο και τον Δημητράκη Κροτάκη απόδειξη δανεισμού χρημάτων από τους καλόγερους του μοναστηρίου.
 
Απο Γ.Α.Κ. Συλλογή Γιατράκου ο....

Στούμπος Παναγιώτης  Γεννηθείς  Στα 1800;; Ίσως ο γενάρχης της ρίζας μου

 Αναφέρεται σε Έγγραφη Διαμάχη για Λάφυρα πολέμου το έτος 1826..... Μεταξύ ένοπλων αγωνιστών υπό των Στρατηγών.... Κουμουστιώτη και Γιατράκου
                           
Από Γ.Α.Κ. και Ληξιαρχεία γάμων....Γεννήσεων...
Η συνέχεια γράφεται στην περιοχή Ελίκα Επιδαύρου Λιμηρά... και Στον Άγιο Μάμα…
Σύμφωνα με πληροφορίες από διαφορετικές πηγές ο

(Σταυριανός Τσιγκούνης Του Παναγιώτη Τσιγκούνη)

όπως αναφέρεται στους εκλογικούς καταλόγους του 1865.... της Ελίκας Επιδαύρου Λιμηρά πρόκειται για τον ……

Σταύρος Στούμπος του Παναγιώτη 36 ετών......  γεννηθείς το 1829…...

Ευχαριστω τον: Nikos-Eleni Pavlakis/ ..για την ανεκτίμητη βοήθεια του στην επιβεβαίωση της ως άνω πληροφορίας που κατείχα αόριστα....
 Με  Παιδιά:
 τους
1) Παναγιώτης Στούμπος του Σταύρου...1863

2) Χαράλαμπος Στούμπος του Σταύρου 1867.

3) Αλέξανδρος Στούμπος του Σταύρου.. 186;….
4) Διόνυσος Στούμπος του Σταύρου..;    187;….
5) Δημήτριος Στούμπος του Σταύρου.;.   187;…. 
........................ 

2) Χαράλαμπος Στούμπος του Σταύρου 1867….

 Με Παιδιά:
 τους
1. Σταύρος Στούμπος του Χαραλάμπου 1900…. Μετανάστης Αμερική…
2. Χρυσούλη Χαράλαμπου Στούμπου.... 1902; σύζυγος. Δημητρίου Ραμάκη στον Αρχάγγελο

3. Θεόδωρος Στούμπος του Χαράλαμπου 1904…1942 ....ο Παππούς....

Το Γένος της Μητέρας

    Όνομα Επώνυμο         Πατρώνυμο        Έτος Γέννησης 

Ιωάννης Φριντζήλας         Γεωργίου               1815

   Με παιδιά τους
   1) Γιώργος Φριντζήλας         Ιωάννη               1841
   2) Πάνος Φριντζήλας            Ιωάννη    

3) Λάμπρος Φριντζήλας        Ιωάννη               1850

 Με Παιδιά:
 τους

1) Ιωάννης Φριντζήλας    Λάμπρου   1888....1970 ο παππούς

  2) Νικόλαος Φριντζήλας        Λάμπρου   
  3) Γιώργος Φριντζήλας          Λάμπρου   
  4) Παναγιώτης Φριντζήλας    Λάμπρου   
  5) Ελένη Φριντζήλα               Λάμπρου   

Ο Παππούς: 1888-1970

ΦΡΙΝΤΖHΛΑΣ ΓΙΑΝΝΗΣ του ΛΑΜΠΡΟΥ ΦΡΙΝΤΖHΛΑ και της ΓΙΑΝΝΟΥΛΑΣ ΣΑΡΠΜΠΑΝΗ
Ένας από τους Ρηχιώτες αγροτοκτηνοτρόφους αγωνιστές Πατεράδες της γενιάς μας που για την πατριωτική του στάση που τήρησε η οικογένεια του στην αντίσταση οι Χίτες του παρακράτους κατέστρεψαν όλα τα περιουσιακά του στοιχεία, με το πλιάτσικο και τη φωτιά. Τον προφυλάκισαν βάρβαρα, και τον βασάνισαν δέρνοντας τον μέχρι αναισθησίας χωρίς οίκτο κα έλεος φωνάζοντάς τον ΕΑΜΟβούλγαρο.
Ήταν τότε που ο κάθε πατέρας σαν και εκείνον τον ξωμάχο τον Μπάρμπα Γιάννη τον Φριτζήλα που και αυτός είχε πολεμήσει στην πρώτη γραμμή του μετώπου της Μικρά Ασίας, έπρεπε να τιμωρούνται με τρόπο κανιβαλικό για την στάση των παιδιών τους.
Και εκείνος τους απαντούσε με αγανάχτηση.
«Εμένα ρε με λέτε ΕΑΜΟβούλγαρο που πολέμησα δέκα χρόνια εναντίον τους σώμα με σώμα, για την λευτεριά της Πατρίδας.
Και όμως αυτό εξαγρίωνε τους θλιβερούς προσκυνημένους και τον βασάνισαν χειρότερα.
Εκεί είχαν κατρακυλήσει οι εθνοσωτήρες της δεξιάς μας τότε και βασάνιζαν του γέρους πολεμιστές γονείς των πατριωτικών αγώνων του έθνους, γιατί είχαν γαλουχήσει τα παιδιά τους με τα πατριωτικά αισθήματα και τα ιερά και όσια της φυλής μας κληροδοτήματα. Ξεσπούν τα ανθρωπάκια της υποτέλειας στους γέροντες και στις αδύναμες γυναικούλες διότι δεν είχαν τα κότσια να ανέβαιναν στα βουνά να τα βάλουν με τους αγωνιστές. Αυτό γιατί αργότερα όταν θα άδειαζαν τα χωριά από τον κόσμο και θα τα κατέστρεφαν και θ' αφαιρούσαν την δυνατότητα στήριξης, από τις τέλεια εξοπλισμένες κι άπειρα υπέρτερες δυνάμεις των μεγάλων αφεντάδων, και το άφθονο χρήμα.
Ο γεροφριντζήλας ήπιε κι αυτός το πικρό ποτήρι της απογοήτευσης όταν έμαθε τον θάνατο του γιου του αγωνιστή Λάμπρου που πιάστηκε αιχμάλωτος και εκτελέστηκε εν ψυχρώ από τους αντιπάλους, που ήθελαν μόνο νεκρούς και όχι αιχμαλώτους. Είχε προηγηθεί η κατάσχεση στο κοπάδι του με τα γιδοπρόβατα που με αυτά είχε αναθρέψει τα παιδιά του, και τα λάτρευε και εκείνα το ίδιο όπως και όλοι οι ξομάχηδες κτηνοτρόφοι που γεννιούνται και μεγαλώνουν κοντά σε αυτά απολαμβάνοντας την ηρεμία και τον καθαρό αέρα της υπαίθρου. Είδε με χτυποκάρδι τον γιο του Γιώργο να βγαίνει ζωντανός από την θύελλα της αδελφοσφαγής και έκλαιγε από συγκίνηση. Πέρασε τα τελευταία του χρόνια πικραμένος για την άδικη μεταχείριση που του επιφύλαξαν οι μικροί αλλά άκρως επικίνδυνοι της ολιγάριθμης ομάδας των συγχωριανών του, της άκρας δεξιάς, της εξουσίας. Πέθανε το 1970.

Του είχαν μοιάσει τά παιδιά. Και έγιναν πατριώτες.
Του καταστρέψαμε το βιός, οι θλιβεροί προδότες.
Στα νιάτα ήταν ο αγωνιστής- Ήταν αγνός πολεμιστής.
Τους Τούρκους και τους Βούλγαρους , τους είχε πολεμήσει.
Για δέκα χρόνια συνεχώς - Χωρίς να σταματήσει
Και Βούλγαρο τον βρίζανε - Αυτοί που προσκηνήσανε
Ποιοι δώσανε την εντολή - Και τον προφυλακίσανε;
Τον γέροντα αγωνιστή - Γιατί τον βασανίσανε;
Ενέργεια αίσχους και ντροπής - Κύριοι της επιτροπής.


Σημείωση Ι: Ο παππούς..... Έλληνας οπλίτης που πολέμησε με αληθινό θάρρος υπό τρομερά αντίξοες συνθήκες  στην Μακεδονία..... και έλαβε μέρος στις μάχες από το Πάνορμο έως τον Σαγγάριο.
Σημείωση…ΙΙ: Η Γιαννούλα Σαρμπάνη ήταν απόγονος του Τζέκου Σαρμπάνη και της Πανέμορφης και φημισμένης Στάμω Παναρίτη….. Βλέπε : Η ΣΤΑΜΩ ...... αιχμάλωτη του Ιμπραήμ ...
 

Η Γιαγιά: 1895-1998

ΦΡΙΝΤΖHΛΑ ΜΑΡΙΑ του  ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗ και της ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΣ ΛΑΓΚΗ...
Σημείωση… Η Παναγιώτα Λάγγη ήταν απόγονος του Λάγγη απ' τη Ρειχιά.... και Της Πανέμορφης και φημισμένης Στάμω Παναρίτη….. Βλέπε : Η ΣΤΑΜΩ ...... αιχμάλωτη του Ιμπραήμ ...
 
Η Γιαγιά: Μία από ης αγροτοκτηνοτρόφισσες μανάδες των αγωνιστών της Ρηχιάς που υπάρχει ακόμα ανάμεσά μας, και μας διηγείται της ζωής της τα γυρίσματα και τα παράξενα καμώματα. Είναι η σκληραγωγημένη κυρά Μαρία που έζησε και ανάθρεψε τα παιδιά της στην Ρηχιά και εργαζόταν στα «καρίκια» που βρίσκονταν νότια των Πισταμάτων που είναι τα χωράφια τους και τα στανοτόπια τους. Πήγαινε με τα πόδια της διανύοντας περπατώντας την άκρως κακοδιάβατη και μακρινή απόσταση, και συνήθως φορτωμένη. Είναι μια από τις Ζαρακίτισσες μανάδες που γέννησαν και ανάθρεψαν με το κουρασμένο γάλα τους τους αγνούς αγωνιστές της αντίστασης σαν και το Λάμπρο της που τον δολοφόνησαν αφού έπεσε αιχμάλωτος στα χέρια των αντιπάλων του και δεν καταδέχτηκαν να εξετάσουν μήπως δεν έπρεπε σύμφωνα με τους πολεμικούς κανόνες. Οι φονιάδες των Αγγλοαμερικανών δεν θελαν ζωντανούς αιχμαλώτους, θελαν μόνο νεκρούς. Είδε η μάνα αυτή να βασανίζουν απάνθρωπα και τον άλλο της γιο το Γιώργο μέχρι αναισθησίας καθώς και τον άνδρα της και να τον βασανίζουν αγριότερα όταν τους απαντούσε. Εμένα ρε με φωνάζετε βούλγαρο, που τους πολέμησα για οχτώ χρόνια σώμα με σώμα; Η μάνα αυτή έχει μια ιδιαιτερότητα, διότι σε μια από τις διαδρομές της από τα καρίκια στη Ρηχιά που ήταν στο μήνα της για να τεκνοποιούσε, από ημέρα σε ημέρα δεν καθόταν στο σπίτι της και την έπιασαν οι πόνοι όταν έφτασε στη θέση μονοπάτι στη «Ράχη του μίνι», γέννησε δυο παιδιά δίδυμα μόνη της χωρίς κανενός τη βοήθεια, έκοψε μόνη της τους ομφάλιους λώρους, τα πήρε στην ποδιά της και έφτασε στο σπίτι της διανύοντας την απόσταση πέντε περίπου χιλιομέτρων. Πρέπει να σημειωθεί ότι και εκεί που έφτασε δεν την περίμεναν γιατροί και νοσοκόμοι, αλλά οι γειτόνισσες με τα πρακτικά βοηθήματα για την ίδια και τα νεογέννητα. Τί άλλο από γενναιότητα ήταν αυτή η περίπτωση αυτής της αγροτοκτηνοτρόφισσας του Ζάρακα;
Αυτής της σκληροτράχηλης λεβεντομάνας που αγωνιστές ανάθρεψε με τον ιδρώτα και με το αίμα της για να της τα βασανίσουν και να της τα δολοφονήσουν οι προσκυνημένοι νάνοι που λέρωσαν της χώρας μας την ιστορία; Είναι πολύς ο χώρος που χρειάζεται για να χωρέσουν τα περιστατικά αυτής της αγωνίστριας και σταματώ εδώ.

Στα χέρια ποιος μας κράτησε - Και μας πρωτοτραγούδησε;
Και ποιος μας πρωτοφίλισε - Και μας γλυκονανούρισε;
Ποιανού χέρι κρατήσαμε - Στα πρώτα βήματα μας
Και όταν παίζοντας πέσαμε - Ποιος έτρεξε κοντά μας;
Η Μάνα μας λαχτάρισε - Και ήρθε να μας σηκώσει
Να μας χαϊδέψει τρυφερά - Και θάρρος να μας δώσει.
Ποιος είναι που αμφισβητεί - Της μάνας την φροντίδα
Να δώσει θάρρος στα παιδιά - Παρηγοριά κι ελπίδα;
Η Μάνα που αναφέρω εδώ - Η σκληραγωγημένη
Πάλεψε ασταμάτητα - Και νιώθει ευτυχισμένη.

Η μητέρα: 1928-1996

ΚΥΡΑ ΓΙΑΝΝΟΥΛΑ (ΣΤΟΥΜΠΟΥ ΓΙΑΝΝΟΥΛΑ... ΤΟΥ ΙΩΑΝΝΗ ΚΑΙ ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ ΦΡΙΝΤΖHΛΑ)


Σημείωση δική μου...
Αλλά και πέρα από το πιο μακρινό παρελθόν......ακόμη και στις πιο πρόσφατες εποχές, η κόρη της, η κυρά Γιαννούλα, ...... η μητέρα μας......, σε ηλικία είκοσι οκτώ ετών, ξεγέννησε το μικρότερο αδελφό μου το μήνα θεριστή στο δρόμο που οδηγούσε απ’ το αλώνι όπου δούλευε μέχρι την ώρα της γέννας καθ’ οδόν προς το σπίτι με τη βοήθεια και συμπαράσταση, από δυο γειτόνισσες που αυτό διορίστηκαν μαίες και επιμελήθηκαν τον τοκετό στην αυλή του φτωχικού σπιτιού τους, κάτω από τον ίσκιο της γέρικης ελιάς.
Η μαμή του χωριού κατέφθασε όταν ήδη η γέννα είχε λάβει αίσιο τέλος.
Βλέπε : Σε ξέσκεπο σπίτι σας μεγάλωσα...
Σημείωση ΙΙ:
Η κόρη τους ....η Κυρά Γιαννούλα δέκα εννιάχρονη έφηβη ερωτεύτηκε επίσης δέκα εννιάχρονο έφηβο από τα Κουλέντια (Οικισμό Μπουμπουτσέλια), στρατολογημένο από τους "χίτες" του  περιβόητου Μπραντίτσα που λυμαίνονταν το χωριό τους.
«Στα χωριά του Πάρνωνα, δρούσε ο περίφημος καπετάν, ο Δημήτριος ο Μπραντίτσας, ο οποίος καταγόταν από τα Νιάτα Λακωνίας και είχε οργανώσει ένα λόχο παρακρατικών που δρούσαν εναντίον του ΕΛΑΣ. Ήταν ο φόβος και ο τρόμος της περιοχής, είχε πάρει σβάρνα τα διάφορα χωριά, εκτελούσε εν ψυχρώ, και έκαιγε τα σπίτια, ρήμαζε και λεηλατούσε περιουσίες, κάναν πλιάτσικο και έπαιρναν τα πάντα, από λάδια, αλεύρια... ό,τι πολύτιμο είχαν οι άνθρωποι εν πάση περίπτωση.»
Το έσκασαν λοιπόν από την Ρηχιά........ και κυνηγημένοι... η μεν μητέρα μου από την οικογένεια της, ο δε πατέρας μου από την παρακρατική ομάδα του, βρήκαν καταφύγιο στον μικρό και απόμερο οικισμό τα Βουβουτσέλια (Παναγίτσα), του χωριού Κουλέντια ......όπου ξεκίνησαν την φτωχική ζωή τους.............σ᾿ χαμόσπιτο φτωχικό κι ηλιόφωτο, ... και η ζωή τους φτωχική και αξιοπρεπής...... ζωή του μεροκαματιάρη.

Σημείωση ΙΙΙ: Ο πατέρας υπηρέτησε στον ελληνικό στρατό και έλαβε μέρος στις μάχες στην Βόρειο Ελλάδα στον εμφύλιο.....
.......Όταν τον ρωτούσε ο Εγγονός του για τη ζωή στα νιάτα του... του απαντούσε απλά χωρίς περαιτέρω εξηγήσεις: «Ήμουν μέλος μιας συμμορίας».

Ο αδικοχαμένος Θείος:1924-1949

ΦΡΙΝΤΖHΛΑΣ ΛΑΜΠΡΟΣ του ΙΩΑΝΝΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ ΦΡΙΝΤΖHΛΑ

Ο Λάμπρος Ιωάννου Φριτζήλας ήταν ένα από εκείνα τα αγνά απολύτως αθώα τσοπανόπουλα της δικής μας γενιάς που τα ανέθρεφαν οι απλοϊκοί και αγράμματοι γονείς τους με τις αρχές της Ελληνοχριστιανικής θρησκείας, τους αυστηρούς παραδοσιακούς μας οικογενειακούς κανόνες και την ανιδιοτελή φιλοπατρία. Είχε αναθραφεί με πολλές στερήσεις και σκληρές συνθήκες διαβίωσης και ήταν προσαρμοσμένος στην σκληρή ζωή των νέων που ζούσαν τότε στα απομονωμένα χωριά του Ζάρακα που δεν είχαν την υποδομή που έχουν τώρα. Δεν υπήρχαν δρόμοι, ρεύμα και γενικά τα σημερινά μέσα επικοινωνίας. Πήγαινε με τα πόδια του περπατώντας από τη Ρηχιά στα Καρύκια που είχαν τα στανοτόπια τους και όχι με την κατάλληλη ενδυμασία και ποδεμή. Όλος ο γνωστός κόσμος μέχρι τότε για τον Λάμπρο ήτανε από τα καρύκια, μέχρι τα Μπελεσέϊκα, της Ρηχιάς. Είχε ακούσει από τους μεγαλύτερους κάτι για τους Κολοκοτρώνηδες, Παπαφλέσσηδες και Διάκους, που πολεμήσανε τους Τούρκους. Του είχε διηγηθεί και ο Πατέρας του τις πολεμικές του περιπέτειες στον Μικρασιατικό πόλεμο που είχε πάρει μέρος τότε που ήταν νέος και τον κάλεσε η Πατρίδα. Όταν κι αυτός άκουσε ότι στα κοντινά βουνά υπήρχαν κάτι πατριώτες που τους λέγανε αντάρτες και πολεμούσαν τους καινούργιους κατακτητές υπάκουσε στον άγραφο νόμο του καθήκοντος και δεν δίστασε αυτό το καθαρόαιμο Ελληνόπουλο της υπαίθρου με την λεβέντικη κορμοστασιά να δώσει το παρών του. Και να διαθέσει με ανιδιοτέλεια και εθελοντικά τα ξέγνοιαστα και ωραία του νιάτα για τον αγώνα της λευτεριάς. Αυτή του η απόφαση ήταν που στοίχισε στον Πατέρα του υλική καταστροφή και φριχτά βασανιστήρια και θάνατο από τους δοσίλογους της κατοχής όταν εκ των υστέρων έγιναν οι εθνοσωτήρες και οι θεματοφύλακες των ιδανικών της φυλής μας. 'Ήταν τότε που το παρακράτος της δεξιάς δεν σταματούσε μπροστά σε τίποτα. 'Ήταν τότε που ο κάθε πατέρας σαν και εκείνον τον ξωμάχο τον Μπάρμπα Γιάννη τον Φριτζήλα που και αυτός είχε πολεμήσει στην πρώτη γραμμή του μετώπου της Μικρά Ασίας, έπρεπε να τιμωρούνται με τρόπο κανιβαλικό για την στάση των παιδιών τους. Ήταν τότε που οι Χίτες θέλαν να πείσουν τον κόσμο, ότι έπρεπε να τιμωρούνται εκείνοι οι πατεράδες που δεν συμβούλεψαν τα παιδιά τους να προσκυνήσουν τους δυνατούς κατακτητές πηγαίνοντας μαζί τους και να πρόδιναν την πίστη τους και τα ιδανικά τους. Ήταν τότε που εν ονόματι του βασιλέως διαπομπεύτηκαν και εξοντώθηκαν πολλοί γονείς διότι είχαν κάνει το λάθος κατά τη γνώμη των ανθρωποκυνηγών της δεξιάς και είχαν γαλουχήσει τα παιδιά τους με το αίσθημα της τιμής και του πατριωτικού καθήκοντος.
Αυτό είχε κάνει α ο Μπάρμπα-Γιάννης ο Φριτζήλας και το πλήρωσε πολύ ακριβά αγαπητέ μου αναγνώστη.  Μετά την απελευθέρωση η ζωή του Λάμπρου έγινε πολύ δύσκολη διότι οι παρακρατικοί χτύπησαν την οικογένεια αδίσταχτα με πολλούς τρόπους. Τον καταδίωξαν μανιωδώς τον αγωνιστή, ο οποίος αναγκάστηκε να πιάσει πάλι το όπλο του αντάρτη. Το 1946-47, ήταν στο λόχο του Τάκη Γεωργόπουλου από το Βλαχιώτη, και το 1948 αποσπάστηκε  στον λόχο του Γιώργου Γκοβάτσου από τη Μεταμόρφωση Λοχίας. Τον Ιούνιο του 1949 κατά τις επιχειρήσεις της 9ης Μεραρχίας έπεσε σε ενέδρα και πιάστηκε αιχμάλωτος στην Θέση Αμυγδαλιά Πελετών όπου και τον εξόντωσαν αμέσως. Είχαν προηγηθεί τρομερές κακοποιήσεις των γονέων του και η κατάσχεση κάθε κινητού περιουσιακού στοιχείου. Ο γέρος πατέρας του δάρθηκε μέχρι αναισθησίας από τους Χίτες, η μάνα του κλείστηκε για οκτώ μήνες φυλακή, η κακομεταχείριση δεν σταμάτησε μέχρι και της καταστροφής του σπιτιού τους και του στανοτοπιού τους.

Ο Λάμπρος σαν ξεκίνησε - Και μπήκε στον αγώνα
'Ήταν πεντακάθαρος - Κρυστάλλινη σταγόνα.
Ήταν το τσοπανόπουλο - Το σκληραγωγημένο
Σαν το πουλί ελεύτερο - Ήτανε μαθημένο.
Ήταν αγνός και τίμιος - Που πάντα στους αγώνες
Για λευτεριά και προκοπή- Τίμησε τη φυλή του.

θείοι -θείες

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΦΡΙΝΤΖHΛΑΣ ΤΟΥ ΙΩΑΝΝΗ ΚΑΙ ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ 1932-2020
ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ ΜΑΡΙΖΑ.... ΤΟΥ ΙΩΑΝΝΗ ΦΡΙΝΤΖHΛΑ ΚΑΙ ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ 1934-
ΘΕΟΔΟΥΛΗ ΠΕΤΡΑΚΗ.... ΤΟΥ ΙΩΑΝΝΗ ΦΡΙΝΤΖHΛΑ ΚΑΙ ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ 1936-1998
ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ ΣΙΔΕΡΗ... ΤΟΥ ΙΩΑΝΝΗ ΦΡΙΝΤΖHΛΑ ΚΑΙ ΤΗς ΜΑΡΙΑΣ 1943-

Η Συνέχεια...Το γένος του Πατέρα στα Μπουμπουτσέλια….Μονεμβάσιας

Ο Παππούς: 1904-1942

ΣΤΟΥΜΠΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΤΟΥ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ το γένος "ΤΣΙΓΓΟΥΝΗ";

Η γιαγιά: Ζαφείρω Καραστατήρη... 1900-1935

ΣΤΟΥΜΠΟΥ ΖΑΦΕΙΡΩ …. ΤΟΥ ΙΩΑΝΝΗ ΚΑΡΑΣΤΑΤΗΡΗ ΚΑΙ ΤΗΣ ......ΕΙΡΗΝΗΣ .........................Πατέρας της γιαγιάς μου Ζαφείρως ήταν ο Ιωάννης Καραστατήρης του Μελέτη (1850) και η μητέρα της λεγόταν Ειρήνη. 
Αδελφές της ήταν οι:
Παναγιώτα σύζυγος Νικολάου Μπαρμπαγιάννη στα Φούτια, 
Καλλιόπη σύζυγος. Θεοδώρου Κατσουλώτου, 
Θεοδώρα σύζυγος Ευάγγελου Κουντουρόγιαννη 
Κυράνη σύζυγος Νικολάου Τσιλιπουνιδάκη.
και
Πρώτα ξαδέρφια της
Ο παπά Γιώργης Καραστατήρης στα Κουλέντια, , 
Ο Λουκάς Αρώνης και τα αδέρφια του ..................

............Και
Με Παιδιά:
τους...1) Χαράλαμπος Στούμπος του Θεοδώρου και της Ζαφείρω 1924-2018...
          2) Ιωάννης Στούμπος  του Θεοδώρου και της Ζαφείρω 1928-2013 .... ο Πατέρας

Πηγή: Ευχαριστώ τον: Nikos-Eleni Pavlakis/ . για τις ανεκτίμητες πληροφορίες που αφορούν την γιαγιά μου..

Ο Πατέρας: 1928-2013

ΣΤΟΥΜΠΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΤΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΖΑΦΕΙΡΩ

Τεκνα: 

1. ΣΤΟΥΜΠΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΤΟΥ ΙΩΑΝΝΗ ΚΑΙ ΤΗΣ ΓΙΑΝΝΟΥΛΑΣ 1950...

2. ΣΤΟΥΜΠΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΤΟΥ ΙΩΑΝΝΗ ΚΑΙ ΤΗΣ ΓΙΑΝΝΟΥΛΑΣ 1954..1998

3. ΣΤΟΥΜΠΟΣ ΧΡΥΣΑΝΘΟΣ ΤΟΥ ΙΩΑΝΝΗ ΚΑΙ ΤΗΣ ΓΙΑΝΝΟΥΛΑΣ 1956..
Ο Θειος: 1924-2016
ΣΤΟΥΜΠΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΖΑΦΕΙΡΩ 1924-2016

Η ετεροθαλής γιαγιά: 1902-1982

ΔΙΑΜΑΝΤΩ ΣΤΟΥΜΠΟΥ….. ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΚΑΡΑΣΤΑΤΗΡΗ ΚΑΙ ΤΗΣ "ΚΙΑΠΕ".......

Ετεροθαλείς θείοι -θείες

ΚΑΛΙΟΠΗ ΣΤΟΥΜΠΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΔΙΑΜΑΝΤΩ 1932-1967
ΣΤΑΥΡΟΣ ΣΤΟΥΜΠΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΔΙΑΜΑΝΤΩ 1934-
ΕΛΕΝΗ ΣΤΟΥΜΠΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΔΙΑΜΑΝΤΩ 1937-2019
ΓΙΑΝΝΟΥΛΑ ΣΤΟΥΜΠΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΔΙΑΜΑΝΤΩ 1939-
ΠΕΤΡΟΣ ΣΤΟΥΜΠΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΚΑΙ ΤΗς ΔΙΑΜΑΝΤΩ 1942-
............

Τέκνα του Ιωάννη Στούμπου του Θεοδώρου και της Γιαννούλας Στούμπου (Φριντζήλα)

1. Θεόδωρος Στούμπος του Ιωάννη 1950….. Σύζυγος Βασιλική... του Γεωργίου Σκούρα και της Αικατερίνης το γένος Κωνσταντίνου Σταυρόπουλος 
2. Χαράλαμπος Στούμπος του Ιωάννη 1954…1998 
3. Χρύσανθος Στούμπος του Ιωάννη 1956… (Σύζυγος Αθανασία Α.. Τέκνα Γιαννούλα..1978 ...Ματίνα..1980 Αττική)

Τέκνα Θεόδωρου Στούμπου του Ιωάννη

1..Ιωάννης Στούμπος του Θεοδώρου ...1982 Αττική .........Σύζυγος Ευαγγελία Καραγιάννη του Ηλία και της Αικατερίνης το γένος Μπούρα 
2..Γεώργιος Στούμπος του Θεοδώρου.... 1984 Αττική ..........Σύζυγος Eliza Suranbaeva 
3..Αικατερίνη-Ιωάννα Στούμπου του Θεοδώρου.... 1997  Αττική

Τέκνα Ιωάννη Στούμπου του Θεοδώρου

1..Θεόδωρος Στούμπος του Ιωάννη... 2017...... Αττική 
2,,Μάριος Στούμπος του Ιωάννη.... 2019.. ... Αττική

Τέκνα Γεωργίου Στούμπου του Θεοδώρου

1.. Μύρωνας Στούμπος Ιούνιος 2022 ... . Αττική 
2..



 
Web Informer Button