ADS

click to open

Πέμπτη 13 Απριλίου 2023

Oi dyo Filenades sto Shopping Center

Ένα μικρο απόσπασμα από την «Ερωτική Μυθοπλασία ΙΙ.» (Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας.....κλπ.. Βλέπε Μυθοπλασία ΙΙ: (Part:1))
Ερωτική Μυθοπλασία ΙΙ (Part..1).....
.....Εριφύλη και Ελπινίκη.......
Αφήνοντας το όχημα στο πάρκινγκ του εμπορικού κέντρου οι δυο όμορφες κυρίες χαλαρές σαν έφηβες πιάστηκαν αγκαζέ και ιδιαίτερα χαμογελαστές και ευδιάθετες περπάτησαν στους χώρους του εμπορικού κέντρου και απόλαυσαν τον περίπατό τους χαζεύοντας στις βιτρίνες και την βόλτα τους στα μαγαζιά.  Τελειώνοντας τα απαραίτητα ψώνια τους κάθισαν να απολαύσουν ένα όμορφο μεσημεριανό γεύμα, μετά τη κοπιαστική βόλτα τους σ’ ένα εξαιρετικά δημοφιλές μπαρ εστιατόριο, ειδικότερα δημοφιλές σε νέους ανθρώπους. Η ατμόσφαιρα ήσυχη και λόγο ότι ήδη είναι προχωρημένη απογευματινή ώρα υπάρχουν λιγοστοί πελάτες στο κατάστημα.
Το ρεστοράν ήταν σχεδόν άδειο, αν εξαιρούσε κανείς τρία-τέσσερα ζευγάρια που κάθονταν στη μπροστινή σάλα του μαγαζιού, οπότε δεν δυσκολεύθηκαν να βρουν τραπέζι. Κάθισαν σε μια ήσυχη γωνία στο βάθος του εστιατορίου ήταν μόνες τους, δεν υπήρχαν πελάτες τριγύρω τους απολαμβάνοντας το γεύμα τους σε στιγμές χαλάρωσης και ιδιωτικότητας. Έχοντας απολαύσει ένα ελαφρύ αλλά πολύ γευστικό γεύμα με ένα εξαίρετο ελαφρό ροζέ κρασί συνοδεία τώρα απολαμβάνουν χαλαρά τη γεύση απ’ ένα δροσιστικό κοκτέιλ. Είχαν χαρούμενη διάθεση, τους λύθηκε η γλώσσα (όχι πως μέχρι τότε ήταν δεμένη) και φλυαρούσαν ακατάπαυστα σαν πρωινές τσίχλες μες σ' ασημένια φυλλώματα.
«Άπαπα! πανάθεμα σε! Τι χουνέρι έκανες στον υπάλληλο εκεί στο κατάστημα με τις γόβες.» Λέει η Ελπινίκη στην Εριφύλη.
«Εγώ! Τι του έκανα;»
«Τι έκανες χρυσή μου η τι έδειξες, όταν δοκίμαζες τις γόβες; Ο υπάλληλος είχε γονατίσει μπροστά σου να σε βοηθήσει και εσύ όταν άνοιξες ελαφρά τα πόδια σου για να έχεις ευκολία στη δοκιμή, χαλαρή και άνετη του δείχνεις ίδια την επίμαχη σκηνή στο «Βασικό ένστικτο». Αυτός παρατηρούσε με λαίμαργο ερωτικό βλέμμα και κόντευε να σκάσει σαν λάστιχο Michelin που πατάει πρόκα στο δρόμο, κάθε φορά που εσύ έκλεινες και άνοιγες τα πόδια σου δοκιμάζοντας τις γόβες. Από σαράντα κύματα τον πέρασες και εξήντα καρδιακές προσβολές έπαθε μέχρι να τελειώσεις τις δοκιμές και να σηκωθείς από το κάθισμα. Τον φουκαρά, τον λυπήθηκα λιγάκι όταν εσύ έφερες τα μάτια σου στο πρόσωπό του, δείχνοντας ότι είχες προσέξει το πού κοίταγε προηγουμένως και το βλέμμα σου είχε εκείνο το πουτανίστικο ύφος του ξέρω ότι με παίρνεις μάτι και γουστάρω.  Με μπαλτά του ‘κοψες την καρδιά.»
«Τουλάχιστον, τις αγόρασα..... οπότε συνδυάσαμε αμφότεροι το τερπνόν μετά του ωφελίμου.» 
Εκείνη την ώρα έκανε την είσοδο στο μπιστρό ο γοητευτικός άνδρας με πολύ στυλ στο εκρηκτικό σεξ απίλ του. Η Ελπινίκη καθώς είχε θέα στην είσοδο τον είδε πρώτη.
«Φιλενάδα έρχεται στο διπλανό τραπέζι! Ακριβώς διπλά σου!.»
Η Εριφύλη μεμιάς  ξαφνιασμένη έστρεψε προς το άλλο μέρος.
«Τι είναι; Έρχεται; Ποιος έρχεται;»  Ρωτάει η Εριφύλη με απορία. Και ξαφνικά βλέπει τον ομορφάντρα απέναντί της.
«Δεν θα το πιστέψεις. Ίδιος μ’ αυτόν τον ηθοποιό που είχε ξεσπάσει ντόρος σχετικά με τα πλούσια ελέη του.» Της ψιθύρισε σκύβοντας κοντά της η Ελπινίκη.
Η Εριφύλη τον παρατηρεί όταν ήταν σχεδόν διπλά της.
«Ρε Ελπινίκη! Φτυστός ίδιος αν λέμε τον ίδιο ηθοποιό. Πως τον έλεγαν να δεις, που έπαιζε σε μια ταινία έναν επιτυχημένο, γοητευτικό τριαντάρη με μια σχεδόν ακόρεστη σεξουαλική όρεξη, όπου εμφανιζόταν και ολόγυμνος.»
«Έχεις δίκιο. Ίδιος αυτός ο εργένης ηθοποιός που δηλώνει ότι αναζήτα να βρει τον έρωτα της ζωής του. Λες και τούτος ο ομορφάντρας να ψάχνει κι αυτός τον έρωτα της ζωής του; Και να 'χει τα ίδια προσόντα; Ξέρεις τι λένε για τον ηθοποιό. Μπορεί να παίξει γκολφ με τα χέρια του δεμένα πίσω από την πλάτη του» Ψιθύρισε το τελευταίο η Ελπινίκη.
«Μωρή φιλενάδα; Πως;!» Ρώτησε η Εριφύλη με απορία.
«Μ' αυτό που του κρέμεται ανάμεσα στα σκέλια!» Εξήγησε σκασμένη στα γέλια η Ελπινίκη.
«Και πώς το έμαθες εσύ;!»
«Θα σου πω!» Της απάντησε, και την κοίταξε με ύφος μυστηριώδες.
«Λοιπόν;»
«Τον είδα γυμνό στο μπάνιο να τη χαϊδεύει κι αυτή μεγάλωνε, μάτια μου.»
«Ανάθεμά σε! Σήμερα δεν παίζεσαι Ελπινίκη! Να 'σαι καλά μ' έκανες και γέλασα!» Και της γέλασε πονηρά η Εριφύλη.
«Του έγινε τόοοση!. Θεέ μου συγχωράμε!» Συνέχισε η Ελπινίκη κι έδειξε με τα χέρια της το μέγεθος.
Ο γοητευτικός άνδρας πέρασε δίπλα τους σε ελάχιστη απόσταση. Τα μάτια της Εριφύλης παρασυρμένη από τη γοητεία της παραστατικής αφήγησης της Ελπινίκης με τα προσόντα του ιδιαίτερα προικισμένου ηθοποιού, ενστικτωδώς στράφηκαν στο καβάλο του άνδρα. Φανταζόταν τη στύση του να φουσκώνει και να γεμίζει το καβάλο του. Ξαφνικό ρίγος διαπέρασε την επιδερμίδα της. Λάγνες επιθυμίες αγκαλιάζουν τις σκέψεις της και πλημμυρίζει τα μέσα της. Ένιωθε να αναψοκοκκινίζει και να πλημμυρίζει χυμούς.
«Τι ηθοποιούς και πράσινα άλογα μου λες ρε φιλενάδα. Αυτός είναι πιο όμορφος από τον Θεό Απόλλωνα που έχουμε στο Μουσείο μας. Τυχερή η κοπέλα που τον αγκαλιάζει.»
Κοίταξαν συνωμοτικά η μία την άλλη, κατόπιν στράφηκαν προς τα διπλανά τραπέζια και τότε διαπίστωσαν πως οι παρέες είχανε φύγει. Ήταν μοναχές τους στην άκρη της παραλληλόγραμμης αίθουσας του καταστήματος.
Ο άνδρας τις είδε! Ένα πλατύ χαμόγελο ευχαρίστησης ζωγραφίστηκε στο πρόσωπο του. Επέλεξε και κάθισε στον γωνιακό καναπέ δίπλα τους. Ήταν το πιο απόμακρο και ήσυχο σημείο του μαγαζιού. Ακριβώς δίπλα και απέναντι από τις δυο μας φίλες. Τόσο η Ελπινίκη όσο και η Εριφύλη τον κοιτούσαν διακριτικά.
Όντως ήταν κούκλος. Κούκλος, όμως. Από αυτούς με τα επιθυμητά χαρακτηριστικά που όλες οι γυναίκες θέλουν. 
Γύρω στα τριάντα του χρόνια με πλούσια ανάκατα μαλλιά μια φιγούρα μοναχικού γοητευτικού τριαντάρη που τραβούσε τα βλέμματα των θηλυκών που προσπερνούσε και μ' ένα γλυκό χαμόγελο που του χαρίζει τη γοητεία εκείνη που δύσκολα μπορεί μία γυναίκα να αντισταθεί.  Με πέντε λέξεις, αρσενικό που δεν περνάει απαρατήρητο και προφανώς, θα είχε πολλές επιτυχίες με τις γυναίκες.
Ακούμπησε απαλά την χρυσό-καστανή ματιά του στις δύο τόσο γοητευτικά λαμπερές γυναικείες σιλουέτες και άφησε τις στιγμές να χαλαρώσουν. Στα χείλη του γεννήθηκε ένα στοχαστικό χαμόγελο. Παρατηρώντας τις το πρόσωπο του ρόδισε και χαμογέλασε. Σκέψεις τον πλημμύρισαν αυθόρμητα. Πραγματοποίησε μια νοητή περιπλάνηση χαρτογραφώντας με ενδιαφέρον τις δυο όμορφες γυναίκες εκεί δίπλα του. Είχε μεγάλη αδυναμία στις όμορφες, προσεγμένες γυναίκες. Θεωρούσε πραγματικό Θηλυκό όποια ήξερε με μαεστρία ν' αναδεικνύει τα δυνατά σημεία που της χάρισε η φύση.
Πρώτα νοερά περιπλανήθηκε στην Ελπινίκη. 
«Αυτή με το σινιέ ταγιέρ. Ομορφιά κλασσική. Απόλυτη κοκέτα  πάντα στην τρίχα. Κομψή γυναίκα που ακόμη και το αιδοίο της  σίγουρα είναι απαλό, όμορφο και περιποιημένο.»
Δεν πρόλαβε να αποσώσει το συλλογισμό του και το βλέμμα του πέφτει γυρνώντας στην Εριφύλη και όταν τα βλέμματα τους συναντήθηκαν ένιωσε εκείνο τον ηλεκτρισμό, αυτό το πρωτόγνωρο συναίσθημα. Ήταν έλξη με την πρώτη ματιά. Kαθώς την κοιτάζει, απολαμβάνει με γρήγορες ματιές τις λεπτές κινήσεις και την αριστοκρατική της φιγούρα, μια κλασική εικόνα κομψοντυμένης ομορφιάς στο ρεστοράν. Tα κατσαρά καστανοκκοκινα μαλλιά της κατεβαίνουν με τέλειο κυματισμό και τονίζουν το σταρένιο της δέρμα, ίδιο με τη χλομάδα των γυναικών της Mεσογείου. Tα τοξωτά φρύδια κι οι μακριές βλεφαρίδες της, μια νυχτερίδα. Tα μάτια της, λαμπυριζουν κάτω απ᾽ τα φρύδια της σαν πολύτιμο πετράδι μέσα σε χρυσό πλαίσιο. Η συμμετρία των χαρακτηριστικών του προσώπου της χαρίζει, χωρίς αμφιβολία, αυτοπεποίθηση! Καλοσχηματισμένη μύτη και χείλη συνθέτουν ένα αρμονικό πρόσωπο, που προσθέτει στο σοβαρό της προφίλ μια πινελιά, μια υποψία για κάτι που μένει ανομολόγητο.
Ήταν η σεξουαλική ένταση που τον απογειώνει. Το σώμα του αυτόματα ποθούσε αυτό που έβλεπε. «Γυναίκα αγριόμουνο» άφησε να φύγει από τα χείλη του ένας άτονος ψίθυρος: «Πολύ όμορφη γυναίκα σαν ατίθασο άτι που ξυπνάει μέσα σου το ζώο. Επίσης, γυναίκα που γουστάρει άγρια κόλπα. Γυναίκα που φέρεται στο σεξ ως αφέντρα» μουρμουρίζει ενώ το ακριβό της άρωμα αναμειγμένο με τη μυρωδιά απ’ το σώμα της τον μεθάει, θα ’θελε να το μαζέψει στην παλάμη του όπως αιωρείται και τον περιβάλλει με τη γοητεία της. Σαν χείμαρρος τον παρέσυρε η σεξουαλική αύρα που ακτινοβολούσε αυτή η γυναίκα. Ένιωσε κύματα καύλας να τον διαπερνούν. Όλα τα κύτταρά του, του έλεγαν ότι αυτή τη γυναίκα επιθυμούν να είναι το άλλο του μισό. 
Η Εριφύλη συνειδητοποίησε ότι ο άντρας που καθόταν απέναντι ακουμπώντας τις παλάμες του διπλωμένες στο τραπέζι είχε ρίξει το βλέμμα του πάνω της. Τα χρυσαφιά του μάτια βυθίστηκαν στα δικά της, αιχμαλωτίζοντας τα για μερικά ατέλειωτα δευτερόλεπτα, κι εκείνη ένιωσε να την αξιολογεί άμεσα και να την κοιτάζει με στιγμιαία περιέργεια. Είχε την άβολη αίσθηση πως αυτός ο άντρας μπορούσε να δει περισσότερα απ’ όσα θα ήθελε η ίδια να δείξει. Έμεινε να τον κοιτάζει σαν χαζή, με την καρδιά να βροντοχτυπάει στο στήθος της, και με μια σκέψη να σκάει σαν βεγγαλικά στο μυαλό της: Θεέ μου, τι άντρας που είναι. Κι ήταν τόσο κοντά της. Ήταν ο πιο επιθυμητός άντρας που είχε ποτέ συναντήσει.
Θυμήθηκε τις ξεχασμένες συμβουλές της γιαγιάς της. Την συμβούλευε πως οι αληθινές γυναίκες πρέπει να είναι εκπληκτικές ηθοποιοί. Από τα χρόνια της πρώιμης εφηβείας τους να κάνουν ώρες πρόβας μπροστά στο ανδρικό κοινό ώστε να εκτοξεύουν την υποκριτική τους. Η γιαγιά της θεωρούσε πάντα τον έρωτα σαν μια Θεατρική σκηνή, όπου οι γυναίκες ζουν την κάθε τους μέρα σαν πρεμιέρα. Γυναίκα είναι εκείνη τη συμβούλευε πως δεν κοιτάζεις ποτέ έναν άγνωστο άνδρα στα μάτια. Αφήνεις να κυλήσει ικανό διάστημα, μέχρις ότου εκείνος προσηλωθεί πάνω σου επίμονα και διεκδικητικά. Επιλέγεις από ένστικτο, τη στιγμή που Θα του ρίξεις μία και μοναδική θανατηφόρα ματιά, λίγο πριν αποχωρήσεις απ' το σκηνικό. Ο άνδρας, έχοντας περάσει τη βασανιστική δοκιμασία της αδιαφορίας, νιώθει το ακαριαίο κοίταγμα σου να καρφώνεται σαν κεντρί στην καρδιά του. Αποχωρώντας αυτοκρατορικά, έχεις ήδη Θέσει τους κανόνες σου. Εσύ βασίλισσα στον Θρόνο, εκείνος πιστός ιππότης αφιερωμένος στη γοητεία σου. Το παιχνίδι συνεχίζεται με απανωτές πολλαπλές δοκιμασίες, μέχρι ν' αποφασίσεις εσύ να δώσεις το οριστικό τέλος. 
 Ξεροκατάπιε. Το αίμα κύλησε πιο έντονα στις φλέβες της. Ξαφνικά, μια αίσθηση φόβου την κυρίευσε. Είχε αρχίσει να φοβάται ότι ο άνδρας δεν θα σταματούσε εκεί. Αισθανόταν ευάλωτη και αυτό φαινόταν. Ο άνδρας της χαμογέλασε εγκάρδια με το που κατάλαβε ότι η Εριφύλη αισθανόταν άβολα. Σήκωσε το βλέμμα του αναζητώντας το σερβιτόρο. Τα βλέμματα τους συναντήθηκαν και πάλι και τα μάτια του βυθίζονταν αλύπητα στα βάθη της ψυχής της, και τα έλεγαν όλα! Η Εριφύλη είχε αρχίσει να νοιώθει αυτή την γλυκιά ζέστη να την κυριεύει να την ζαλίζει και να νιώθει μια αμοιβαία σεξουαλική έλξη. Ένιωσε και αυτή κύματα καύλας να την διαπερνούν.
Από εκείνη τη στιγμή, άρχισαν να επικοινωνούν νοερά. Τα νοητά μηνύματα που αντάλλαζαν ήταν ανοιχτό βιβλίο και για τους δύο. Είναι ζωγραφισμένα στα πρόσωπα τους, κάθε στιγμή, κάθε λεπτό! Χωρίς υποθέσεις. Χωρίς αμφιβολίες. Ξεκάθαρα της έλεγαν ότι ήθελε να τη γνωρίσει. Και μαζί με τα μηνύματα, άρχισαν απλόχερα να γεννιούνται, συναισθήματα πρωτόγνωρα και να την «πλημμυρίζουν». Προσπαθούσε να κρατήσει αποστάσεις, καθώς συλλογιζόταν τις συνέπειες. 
Με κάθε λεπτό που περνούσε, οι χτύποι της καρδιάς της επιταχύνονταν. Η ταραχή της φούντωνε, κι άρχισε να νιώθει φριχτά, καθώς ένταση πλημμύρισε ξαφνικά το χώρο, τόσο απτή και χαρακτηριστική, που θα ταν αδύνατο να ξεγελάσει τον οποιονδήποτε: μια τόσο ωμή, απροκάλυπτη και βίαιη σεξουαλικότητα, που η Εριφύλη ένιωσε να της κόβεται η ανάσα. Σαν ηλεκτρικό ρεύμα τη διαπέρασε το μήνυμα, κι ένιωσε τα γόνατά της να κόβονται.
«Τον θέλω,» σκέφτηκε πανικόβλητη.
Δεν είχε ιδέα πώς της είχε συμβεί αυτό.
«Τον θέλω! Ακόμη ακόμη και όταν σκέφτομαι ότι αυτή την στιγμή, μπορεί και να μην έρθει ποτέ.»
Ασυναίσθητα, το κορμί της έγειρε προς το μέρος του, τα χείλια της μισάνοιξαν, η επιδερμίδα της ρίγησε σαν να τη φυσούσε δυνατός αέρας. Έκλεισε για μια στιγμή τα μάτια, κοντανασαίνοντας.

Click to Open
Ερωτική Μυθοπλασία IΙ: (Part.. 1)
.....

Κυριακή 19 Φεβρουαρίου 2023

Apo Tin Paidikotita Stin Efivia: o Epilogos

...O Αλκιβιάδης λόγω βιοποριστικών και όχι μόνο συνθηκών εγκατέλειψε το λύκειο προς μεγάλη απογοήτευση της Κύπριας φιλολόγου του που αλλιώς την φανταζόταν την σταδιοδρομία του. (Όχι πάντως μηχανικό...  Κάτι για ρεπόρτερ του έλεγε. Δημοσιογράφος εννοείς; τη ρωτούσε.) «Για κάποιους ανθρώπους τα γράμματα γίνονται πολυτέλεια όταν το μόνο που τους έχει απομείνει είναι η περηφάνια της φτώχειας τους.» Και άντε και πώς να το ανακοινώσει στην Ιοκάστη που τον έβλεπε να παίρνει τα γράμματα και καμάρωνε. Έβλεπε στο γιο της τα διψασμένα για γνώση μάτια της.
Από τα παιδικά του χρόνια, ο Αλκιβιάδης ήταν φορτωμένος με ευθύνες και έπρεπε να αγωνιστεί σκληρά για το ψωμί του, αφού η Ιοκάστη του και ο Κλέαρχος ήταν φτωχοί και δεν μπορούσαν να εξασφαλίσουν στον ανήσυχο Αλκιβιάδη μια καλή εκπαίδευση, για την οποία τόσο λαχταρούσε. 
.....Πού να ’ξερε η δόλια η Ιοκάστη πως για το φτωχόπαιδο του παλιού εκείνου καιρού, τα τρύπια και χιλιομπαλωμένα παντελόνια του θα γίνονταν αιτία να του κλέψουν τον ήλιο της ελπίδας που δεν έμαθε πολλά γράμματα, και ξένες γλώσσες. Γιατί, πού να περισσέψουν λεφτά για καινούριο παντελόνι, τότε που η φτώχεια κυνηγούσε τους ανθρώπους. Αυτά τα τρύπια, τα χιλιομπαλωμένα παντελόνια που φορούσε από ανάγκη και περισσή ανέχεια, έγιναν η αιτία ώστε ο Αλκιβιάδης στην προεφηβική του ηλικία να νοιώθει άβολα και ν' αρνείται να πηγαίνει στο φροντιστήριο των αγγλικών και των γαλλικών βρίσκοντας χιλιάδες δικαιολογίες για να μην στεναχωρεί την Ιοκάστη, που του τα παρείχε δουλεύοντας πολύ σκληρά και πολλές ώρες..και σήμερα την ευγνωμονεί, γιατί ακόμα του θυμίζουν το καθήκον και τη θέση του μέσα στην κοινωνία, κάθε φορά που πάει να ξεχαστεί.
..,, Απλώς τελείωσε μια νυκτερινή σχόλη εργοδηγών μηχανολόγων.. Υπηρέτησε τη στρατιωτική θητεία του ως υπαξιωματικός στο τεχνικό κλάδο στα τεθωρακισμένα. Με το τέλος της στρατιωτικής θητείας επέτυχε πρόσληψης στο τεχνικό τμήμα της ολυμπιακής αεροπορίας αλλά δεν τον ικανοποιούσαν την εποχή εκείνη οι μισθολογικές προοπτικές και αποφάσισε να μην αποδεχθεί την πρόσληψη. Με το πτυχίο του εργοδηγού μηχανολόγου, φοίτησε ένα χρόνο στις  ακαδημίες των εμποροπλοιάρχων ώστε να ακολουθήσει το επάγγελμα του ναυτικού. Τον κέρδισε η θάλασσα το παιδικό του όνειρο, παρασύροντας τον στα πιο μαγευτικά ταξίδια. Κι’ η θάλασσα τον δέχτηκε στην αγκαλιά της. Την συνέχεια των σπουδών που πολύ την επιθυμούσε, ήταν πλέον ένα όνειρο παραγκωνισμένο στο χώρο της φαντασίας.
Ίσως κάποια μέρα.
Ίσως.
Μα εκείνη η μέρα δεν ήρθε, δεν παρουσιάστηκε ποτέ. Τώρα που έχει τα τριπλάσια χρόνια, κυνηγάει την παιδική ηλικία που δεν είχε, και γι' αυτό του αρέσουν οι παιδικές περιπέτειες.
Την ίδια εποχή είναι που συντελείτε η σωματική μεταμόρφωση του Τηλέμαχου. Μέχρι τότε στα δεκατέσσερα του χρόνια ήταν ένα κοντό παιδί που ψήλωσε απότομα στα δεκαπέντε με δεκαέξι του χρόνια, κι ακόμα συνέχισε να ψηλώνει, σαν κάποιο χέρι μαγικό να έπλαθε το κορμί του. Ψήλωσε αρκετά, απέκτησε φυσική ομορφιά, και από έφηβος έδειχνε μεγάλη αυτοκυριαρχία και εμπιστοσύνη στον εαυτό του.Το πρόσωπό του είχε στιβαρή χάρη και το βλέμμα του ήταν χαϊδευτικό, ήμερο, αντίφεγγε με μελί φωτεινές αναλαμπές. Ένας όμορφος έφηβος με καστανόξανθα μαλλιά που συνήθως τα άφηνε λίγο περισσότερο μακρύτερα απ' όσο έπρεπε. Η φυσική του σεξουαλικότητα και ο ήρεμος θελκτικός τόνος της φωνής του κυριαρχούσαν στους γύρο του. Ήταν αυτός απ’ τα αδέλφια που είχε όλα εκείνα τα φυσικά σωματικά χαρίσματα των προγόνων από την πλευρά της μητέρας τους.
Ο μικρός Ιάσονας μεγαλώνοντας ψήλωσε έγινε ένα γεροδεμένο παλικαράκι. Τέλειωσε το δημοτικό και προετοιμάζεται για εισαγωγικές εξετάσεις στο γυμνάσιο. Προετοιμάζεται τρόπος του λέγειν διότι τα βιβλία γενικά του έφερναν αλλεργία.
Ο Αλκιβιάδης αν και είχε εγκαταλείψει το Λύκειο, διατηρούσε καλές αναμνήσεις και εκτιμούσε το παιδαγωγικό έργο του πατρινού γυμνασιάρχη του και αντίστοιχα ο γυμνασιάρχης εκτιμούσε την φιλομάθεια του Αλκιβιάδη… Με θάρρος λοιπόν ζήτησε από τον γυμνασιάρχη να βοηθήσει τον μικρό Ιάσονα διότι είναι ένα πανέξυπνο παιδί απλά δεν τα πάει καλά με τα γράμματα.
Ακόμη και σήμερα ο Αλκιβιάδης θυμάται με νοσταλγία και σεβασμό τον καταγωγή απ’ την Πάτρα γυμνασιάρχη του να του γραπώνει την μύτη με τον Δείκτη και τον μεσαίο δάκτυλο και να τον ταρακουνά μέχρι που τον έπαιρναν τα ζουμιά απ  την αιμορραγούσα μύτη… 
Το έγκλημα του ήταν ότι είχε ζωηρή φαντασία και μια μεγάλη αγάπη στις περιπέτειες, έγραφε γλαφυρές εκθέσεις, αλλά οι σελίδες του ήταν σαν ένα ολάνθιστο λιβάδι σπαρμένο παπαρούνες.  Η Κύπρια φιλόλογος χαμογελούσε με κατανόηση αλλά ο γυμνασιάρχης το είχε βάλει αμέτη-μωχαμέτη ο μαθητής του να μάθει και ορθογραφία.
«Ζωντόβολο θα μάθεις ποτέ να γραφείς σωστά τις λέξεις.» Και τον ταρακουνούσε χωρίς οίκτο. Αλλά στα ματιά του ο Αλκιβιάδης έβλεπε μια ζεστή, τρυφερή ματιά που ενδιαφερόταν για εκείνον. Αυτή η κρυμμένη τρυφερότητα  ήταν η απόδειξη της αγάπης του για τον μαθητή του.
Ο μικρός Ιάσονας συμμετείχε αναγκαστικά για να πάρει μέρος στις εισαγωγικές εξετάσεις για το γυμνάσιο, για να μην πικράνει την Ιοκάστη και τον αδελφό του ύστερα από τις δέουσες ασφυκτικές παραινέσεις, αλλά παρακάλεσε το γυμνασιάρχη να μην τον βοηθήσει γιατί δεν επιθυμεί να πάει στο γυμνάσιο. Το 'βλέπε για γράμματα ότι δεν μπορούσε να προχωρήσει, θεωρούσε το σχολικό βάρος ασήκωτο. Ήταν καιρός του να διαλέξει μια τέχνη. Ο γυμνασιάρχης με κατανόηση του χάιδεψε στοργικά το κεφάλι και του ευχήθηκε να βρει αυτό που επιθυμεί στην ζωή του. Με το πέρασμα το χρόνου δεν κάθισε ξανά ποτέ σε θρανία, βρήκε όμως τον δρόμο του, κι έκανε προκοπή  ύστερα από μόχθο και σκληρή δουλειά. ...  
Η ίδια η ζωή έχει διδάξει πως ουκ ολίγοι, που δεν κάθισαν σε θρανία, βρήκαν τον δρόμο τους, δούλεψαν σκληρά και πέτυχαν πολλά. Όπως ο ιδιόμορφος και πλούσιος Κεφαλλονίτης της ανέκδοτης ιστορίας που λέγεται από στόμα σε στόμα, για πολλά χρόνια, που λέει στο τραπεζίτη του «Αν ήξερα να γράφω θα ήμουν καντηλανάφτης».
Ο Κλέαρχος η Ιοκάστη με τον Τηλέμαχο και τον Ιάσονα μετακόμισαν στην Αθήνα το διάστημα της στρατιωτικής θητείας του Αλκιβιάδη.
Η Ιοκάστη. Η υπέροχη μητέρα τους.
Απεβίωσε στα εξήντα επτά της χρόνια σε πολύ καλή φυσική και πνευματική κατάσταση και καλή φυσική σωματική δραστηριότητα, από αιφνίδιο θάνατο (την πρόδωσε η αγνή καρδιά της) που ξάφνιασε τόσο το γιατρό της, καθώς και όλους τους άλλους γύρω τους.
Του Αλκιβιάδη υπάρχουν ακόμη μέσα στο μυαλό και στην ψυχή του αναμνήσεις, εικόνες της και συναισθήματα από το παρελθόν τους που έχουν χαραχτεί βαθιά μέσα του και δεν ξεχνιούνται, αν και έχουν ξεθωριάσει και δεν είναι τόσο ζωντανές με το πέρασμα του χρόνου, που τις κουβαλά ακόμα και σήμερα. Οι αναμνήσεις είναι συνυφασμένες με το παρελθόν του και το παρελθόν του καθορίζει άμεσα το παρόν και το μέλλον του.  Η Ιοκάστη του είναι μια ανάμνηση που για αυτόν σημαίνει κάτι θετικό, κάτι που θέλει να θυμάται για όσο ζει, κάτι που βίωσε και τον έκανε ευτυχισμένο και η ανάμνηση της βρίσκεται σε μια γωνιά της ψυχής και του μυαλού του και τον συντροφεύει να έχει το ψυχικό σθένος για να πετύχει, να είναι αισιόδοξος, τολμηρός και δυνατός όπως αυτή τον συμβούλευε. Το αποτύπωμα που άφησε, δεν ξεθώριασε! Μέσα του «φωσφορίζει» να του την θυμίζει ανελέητα και να 'ρχεται στα χείλη του ψιθυριστά πόσο τους λείπει....
Επέστρεψε εσπευσμένα από το Χιούστον των ΗΠΑ όπου βρισκόταν.
Δεν τα κατάφερε! Δεν πρόλαβε να την ασπαστεί αν και έτρεξε να αγκαλιάσει για τελευταία φορά το άψυχο σώμα της. Αν και το επιθυμούσε.
Ο άνεμος της μνήμης γέμισε μελαγχολική σκόνη το μυαλό του και αμέσως το πρόσωπό του σκοτείνιασε ενθυμούμενος την εικόνα της πρόωρα χαμένης μητέρας του. Ο πόνος του ξεχείλισε για μια ακόμα φορά και τα μάτια του άρπαξαν φωτιά. Είχε καιρό να κλάψει, παρόλο που η σκέψη της τον βάραινε διαρκώς. Από εκείνο το μελανό δευτερόλεπτο που έμαθε για τον αιφνίδιο θάνατό της, μια σκιά σαν κοράκι ήρθε και κάθισε μόνιμα στην ψυχή του. Άφησε τα δάκρυα να κυλήσουν, ζητώντας να ξορκίσει την προσωπική του τραγωδία. Αν τον έβλεπε από μια γωνιά του σύμπαντος, σίγουρα θα τον καμάρωνε. 
Τον πρώτο καιρό τις νύχτες που το φεγγάρι έπαιζε κρυφτό με τα σύννεφα, μες στα βαθιά μεσάνυχτα σαν λύκος μοναχικός, σερνόταν κρυφά μέσα από τους ίσκιους και τρύπωνε σαν φάντασμα στην τελευταία κατοικία της.
Ήθελε να είναι ολομόναχοι οι δυο τους, πλησίαζε αθόρυβα, εκεί που εκείνη κοιμόταν ήσυχα και γαλήνια. Να τα πούνε. Και να μην τους ακούει κανείς. Στεκόταν πάνω από την λιτή μαρμάρινη πλάκα, η ψυχή του κομμάτια. Δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί έφυγε τόσο νωρίς, έτσι ξαφνικά, χωρίς ένα αντίο, χωρίς μια λέξη… Περίμενε εκεί….Κλαίει, μ' έντονο, γοερό κλάμα και τα δάκρυα που καίγανε χύνονται ζεστά απάνω στο κρύο μάρμαρο. Γονατιστός επάνω της και αναρωτιόταν «Γιατί;»  Καμία απάντηση από πουθενά. «Που πήγε η γαλήνη και η ηρεμία σου. Γιατί χάθηκε η ομορφιά της ψυχής σου; Γιατί; Χάθηκαν τα χάδια σου τα τρυφερά.» 'Όταν ήταν μικρός, ερχόταν ακροπατώντας στο κρεβάτι του λίγο πριν κοιμηθεί, για να τον σκεπάσει. Του χάιδευε τα μαλλιά, τον μύριζε απαλά, τον ασπαζόταν τρυφερά όπως μόνο μια μάνα ξέρει και πήγαινε να ξαποστάσει από την κούραση της ημέρας. Πέρασαν κιόλας τριάντα πέντε χρόνια, συλλογίστηκε. Έτσι απλά! Σαν ένα ανοιγόκλεισμα του ματιού. Κι ένοιωσε στο μάγουλό του, το φιλί της μάνας του, όπως όταν τον αποχαιρετούσε στο πρώτο του μπάρκο. «Να πας στο καλό καρδιά μου. Να σε φυλάει ο Άγιος μας, εκεί στα ξένα που πηγαίνεις». Έχωσε μέσα στη τσέπη από το σακάκι του ένα φυλακτό και τον ξεπροβόδισε μέχρι το αεροδρόμιο που ετοιμαζόταν να σαλπάρει για τον Περσικό κόλπο. 
Έφευγε όταν η μέρα χάραζε και ο ορίζοντας ρόδιζε στο βάθος. Έκλεινε τα μάτια και το ξέρει πως δεν υπάρχει γιατί. Έτσι είναι ο κόσμος.
Ο Κλέαρχος.
Απεβίωσε στα ογδόντα πέντε του έτη. Ο Αλκιβιάδης με τα χέρια του ... του έκλεισε τα μάτια όταν αναχώρησε η ψυχή του από το σώμα του, για ν' αναπαυθεί.. (........ αιώνια μετά των δικαίων........)
Ο Τηλέμαχος.
Τελείωσε το Λύκειο,  σταμάτησε όμως εκεί, δεν έκανε ένα βήμα ακόμη να πάρει εφόδια για να προχωρήσει παραπέρα,. Oταν ήταν μικρός μάλλον ήθελε να γίνει ποδοσφαιριστής, δεν υπάρχει παιδί που παίζει μπάλα και να μη θέλει να γίνει ποδοσφαιριστής.  Είχε μεγάλο φυσικό ταλέντο, αλλά ήταν τρομερά απείθαρχος, οπότε το πλάνο αυτό δεν προχώρησε με επιτυχία.  Μετά, και καθώς τα πράγματα σοβάρευαν και οι αποφάσεις έπρεπε να έχουν και κάποιον ρεαλισμό, αυτός παρέμεινε αναποφάσιστος, επιβεβαιώνοντας τη αστάθεια του χαρακτήρα μου. Δεν είχε ιδέα τι μπορεί πραγματικά να του αρέσει, ίσως μόνο μια αίσθηση, αλλά κι αυτή δεν ήταν αρκετή. Υπηρέτησε στις ειδικές δυνάμεις καταδρομών του στρατού. Του Αλκιβιάδη δεν του φάνηκε παράξενο αλλά είχε κάποιους φόβους με την επιλογή του αδελφού του. Πίστευε ότι δεν ταίριαζε με τον ατίθασο χαρακτήρα του να γίνει μέλος μίας επίλεκτης ομάδας καταδρομέων που πρέπει να περάσει από ασκήσεις και γυμνάσια που προκαλούν τρόμο και πόνο και ορισμένες φορές μάλιστα η εκπαίδευση για τα ειδικά αυτά σώματα ξεπερνάει κάθε φαντασία.
Η μετέπειτα επαγγελματική ζωή του πολυτάραχη και ασταθής. Ασχολήθηκε με μια πληθώρα από επαγγέλματα. Από δουλειές του ποδαριού μέχρι επιτυχημένες επιχειρήσεις. Μπορεί να ‘ταν ένα χαρισματικό παιδί, αλλά οδήγησε την ζωή του χωρίς πηδάλιο, ανήσυχος, χωρίς πληρότητα, τελικά βούλιαξε στο βάλτο της καθημερινότητας, με τα σπουδαία του χαρίσματα χαμένα. Από την εφηβική του ηλικία η περιπέτεια ήταν συνυφασμένη με την ίδια τη ζωή μου. Ήταν αυτός απ’ τα αδέλφια που είχε όλα εκείνα τα φυσικά σωματικά χαρίσματα των προγόνων από την πλευρά της μητέρας τους. Ήταν ένας όμορφος άντρας με καστανόξανθα μαλλιά που συνήθως τα άφηνε λίγο περισσότερο μακρύτερα απ' όσο έπρεπε. Τον Τηλέμαχο τον σκότωσε το ίδιο του το πάθος για τη ζωή. Και η ίδια η ζωή τον έδιωξε από την αγκαλιά της. Δε χρειάστηκε και πολύς κόπος για να αναποδογυρίσει το σκάφος παρασύροντας στο βυθό ότι υπήρχε πάνω του. Όταν τον βάλανε κάτω απ' τη γη ήταν μονάχα σαράντα τριών ετών. Χάθηκε έτσι ξαφνικά. Ποιος θα το 'λεγε. Σαράντα τρία χρόνια ανέμελης ζωής που ξαφνικά ένα ύπουλο τσίμπημα στην καρδιά τον σκόρπισε για πάντα.
Λάκισε απ' τούτη τη ζωή χωρίς να τους πει ούτε ένα αντίο.....
 Ο Ιάσονας. ....
Όταν ο Ιάσονας είπε την απόφαση του η Ιοκάστη δεν συμφωνούσε που αποφάσισε να παρατήσει τα γράμματα για μια τέχνη, το θεωρούσε παράτολμη κίνηση για την μετέπειτα ζωή του, θύμωσε πικράθηκε μα η απόφαση του Ιάσονα ήταν αγύριστη... Ο Κλέαρχος που είχε ιδιαίτερη αδυναμία στον Βενιαμίν τους δεν του έκανε εντύπωση και δεν αντέδρασε στις επιθυμίες του Ιάσονα. Τουναντίον πολλές φορές  έγινε πολύτιμος αρωγός στις προσπάθειες του.
Και ο Αλκιβιάδης καθησύχασε την μητέρα τους. «Αυτό το παιδί έχει έμφυτο μέσα του το δαιμόνιο του εμπορίου, και μην το υποτιμάς, μητέρα» της είπε.
Από έφηβος ξημεροβραδιαζόταν δουλεύοντας τόσο σκληρά που είχε συνηθίσει να κοπιάζει για να πετύχει. Του χρειαζόταν εξάλλου να κάνει βήματα προόδου, για να κλείσει το στόμα της μητέρας τους, η οποία ανησυχούσε σχετικά με το μέλλον του. Ασχολήθηκε ταυτόχρονα με τεχνικές εργασίες υδραυλικών εγκαταστάσεων, και με εμπορικές δουλειές, μειώνοντας με γοργό ρυθμό την απόσταση που χρειάζεται να διανυθεί ως την καταξίωση.
Παντρεύτηκε νεαρότατος και ήδη στη στρατιωτική θητεία του είχε μια κόρη, που έφερε πανάξια το όνομα της μητέρας τους. Υπηρέτησε στην επίλεκτη Μονάδα της Προεδρικής Φρουράς παρ’ ότι δεν ήταν επιλογή του, ούτε το επιθυμούσε.. Απλώς επιλέγει με κριτήρια κυρίως ήθους και σωματικά. Και αυτό ο Αλκιβιάδης νομίζει ότι τα λέει όλα!  Αργότερα ο χαρακτήρας του, το εμπορικό και επιχειρηματικό δαιμόνιο που είχε μέσα του, είχαν σημαντική συμβολή στην προώθηση της κοινωνικής του ευημερίας, με αποτέλεσμα η βελτίωση της ευημερίας του να να συνδεθεί με τη δημιουργία μια όμορφης οικογένειας.
.........Το ταξίδι, η περιπέτεια και η μακριά πορεία τελειώνει σ' εκείνο το μέρος όπου πηγαίνει η φλόγα όταν σβήνει, στο άυλο παρελθόν .
.......... Όταν αρχίζει να σουρουπώνει, παίρνει το μονοπάτι που οδηγεί στην ακτή, όπου κάθεται ώρες ολόκληρες εκεί που σκάει το κύμα, στην άμμο την ποτισμένη από την αλμύρα, και αγναντεύει το πέλαγος. Βλέπει τα  κύματα να παφλάζουν στην αμμουδιά στα πόδια του, τα νιώθει στο ρυθμό του φλοίσβου τους να του ψιθυρίζουν ολόγυρα από το σώμα του. Έκλεισε  τα μάτια του για ν' ακούσει τη μουσική τους μα δεν τ' άκουγε παρά μόνο τον παφλασμό τους. Ήταν η αντάρα της ψυχής του, που βούβαινε τα πάντα γύρω του. Το μυαλό του ανασύρει από τα ξεχασμένα υπόγειά του αναμνήσεις, είναι οι στιγμές που εύχεται να μπορούσε να γκρεμίσει τα σύνορα του Χώρου και του Χρόνου. Αισθάνεται τη μαγεία να αναβλύζει από κάθε κόκκο άμμου στην ακρογιαλιά, να εξαπλώνεται γύρω του με τα κύματα του νερού και του αέρα. Ξαναγυρίζει στα χρόνια της ξέγνοιαστης παιδικότητας, που τα κορμιά τους ήτανε στητά σαν λαμπάδες, τα πρόσωπα αρυτίδωτα σαν χυμώδη φρέσκα ροδάκινα, τα μάτια λαμπερά, γεμάτα φλόγα και το κεφάλι σκεπασμένο από πλούσια ατίθασα μαλλιά.
Τα κύματα του σιγοτραγουδούσαν τραγούδια δίχως μουσική, σφύριζαν σκοπούς δίχως λόγια, με μόνο στόμα, με μόνη γλώσσα κι έκφραση, τη γλώσσα των κυμάτων και εκεί καθισμένος στην αμμουδιά, ταξίδευε με τα καράβια που περνούσαν...
...............................................
***Πηγή … Η Κουμουστά της Λακεδαίμονος…
Θεοδ. Σ. Κατσουλάκου… Παν. Χ. Στούμπου
Εκδοση ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΞΗΡΟΚΑΜΠΙΟΥ......ΣΠΑΡΤΗ 2012
Γ. ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΖΩΗ
1. Οικογένειες και ιστορική τους παρουσία… Σελίδα 199….

**Kατά την παράδοση ήταν ο πρώτος οικιστής της Ρειχιάς από τις Σπέτσες στα 1795…Βλέπε: Λακωνικαί Σπουδαί… Τόμος 20
Ελευθερίου Π. Αλεξάκη… ΚΡΥΜΜΕΝΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ ΑΛΒΑΝΟΠΟΙΗΣΗ ΑΠΟΑΛΒΑΝΟΠΠΟΙΗΣΗ ΣΤΗ ΒΑ ΛΑΚΩΝΙΑ. (1400-2000)

Τρίτη 14 Φεβρουαρίου 2023

«Den Legonte Ta Panta Stous Pantes»

... Την εποχή που ο Αλκιβιάδης βρισκόταν στο τέλος της εφηβείας του, ο Κλέαρχος άρχισε να δείχνει τα πρώτα σημάδια της φθοράς. Δεν ήταν πια ο δυνατός άνδρας που κουβαλούσε την παρουσία του μέσα στη γειτονιά. Έμοιαζε αποστραγγισμένος από ενέργεια, πιο εύθραυστος, και συχνά τον ταλαιπωρούσαν ασθένειες. Ο θεράπων ιατρός, γνωρίζοντας το ιστορικό του με τα νεφρά, τους εξήγησε πως η κατάσταση απαιτούσε νοσοκομειακή παρακολούθηση και πως για πιο ολοκληρωμένο έλεγχο ήταν απαραίτητη η παραπομπή του σε μεγάλο νοσοκομείο των Αθηνών για περαιτέρω εξετάσεις. 
Ο Αλκιβιάδης άκουγε σιωπηλός. Μέσα του όμως αναδύονταν παλιές εικόνες, παλιές σκέψεις, πράγματα που είχε κρατήσει για χρόνια. «Ταλαιπωρήθηκε στις κυνηγητικές εξορμήσεις στα βουνά και στα λαγκάδια που εφορμούσαν με τον φίλο του τον γιατρό…» μουρμούρισε χαμηλόφωνα προς την Ιοκάστη. Η μητέρα του γύρισε και τον κοίταξε αυστηρά. «Αλκιβιάδη, σε παρακαλώ! Μη λες τέτοια λόγια για τον ίδιο σου τον πατέρα» του είπε. Και εκείνη τη στιγμή, χωρίς να το καταλάβει ίσως ούτε ο ίδιος, βρέθηκε μπροστά σε μια δύσκολη αλήθεια. Ένας άνθρωπος μπορεί να έχει σφάλματα, αδυναμίες και πληγές που άφησε στους άλλους, αλλά παραμένει πάντα ο άνθρωπος που κάποτε αγάπησαν.
Έχει περάσει μια εβδομάδα που η Ιοκάστη άφησε τον Κλέαρχο στην εποπτεία των γιατρών με τη συνδρομή της αδελφής της που μένει στην Αθήνα. Επιστρέφει πάλι στο νοσοκομείο στην Αθήνα για να δει την πρόοδο της ανάρρωσης του Κλέαρχου. Διαβαίνοντας το εσωτερικό μεγάλο πάρκο του νοσοκομείου έπιασε στα «πράσα» τον Κλέαρχο να ερωτοτροπεί σε παγκάκι του πάρκου με μια νοσοκόμα. 
Είχε δίκιο λοιπόν η αδελφή της που τον επισκεπτόταν καθημερινά και εκμυστηρευόταν της Ιοκάστης ότι ο Κλέαρχος τον τελευταίο καιρό εκμεταλλεύεται την ψυχολογία της με την φιλάσθενη νοοτροπία που παρουσιάζει. Αδελφή μου της έλεγε το μυαλό του είναι στο «Ο γιατρός θεραπεύει, αλλά η νοσοκόμα φροντίζει τον ασθενή.» Και της τόνιζε ιδιαίτερα με στόμφο ειρωνικό αυτό το «αλλά η νοσοκόμα φροντίζει τον ασθενή.» Ο Κλέαρχος τις ώρες εκείνες ήταν τόσο απορροφημένος το μόνο που σκέφτεσαι είναι το πουλί του και τα σαλιαρίσματα! Δεν πήρε είδηση την παρουσία ούτε καν τον ίσκιο της Ιοκάστης. 
Την Ιοκάστη ένας τεράστιος θυμός την είχε πλημμυρίσει και ξεχείλιζε από κάθε της πόρο. Μια πίκρα. Αγαπούσε τον Κλέαρχο, λαχταρούσε και ανησυχούσε να τον συναντήσει ώστε να μάθει για την πορεία της υγείας του. Η αντίδρασή της έμοιαζε με βουβή κραυγή. Κυριευμένη από απογοήτευση πήρε των κομματιών της κι έφυγε χωρίς να την πάρει είδηση ο Κλέαρχος. Γύρισε άναυλη στη Λαμία.. 
Με την επιστροφή στη Λαμία, μια απέραντη πίκρα και ένας βουβός θυμός εγκαταστάθηκαν στο σπίτι τους. Δεν ήταν ένας θυμός που ξέσπαγε με φωνές και κατηγορίες, ήταν ένας θυμός σιωπηλός, βαρύς, που πλανιόταν στην ατμόσφαιρα και γινόταν αισθητός σε κάθε γωνιά του σπιτιού. Ο Αλκιβιάδης καταλάβαινε ποιος ήταν ο αποδέκτης αυτού του θυμού. Καταλάβαινε όμως επίσης πως το μεγαλύτερο βάρος δεν ήταν η οργή της μητέρας του, αλλά το γεγονός ότι αυτή η οργή δεν έβρισκε τρόπο να εκφραστεί. Έμενε μέσα της, κλεισμένη, σαν μια πληγή που δεν είχε ακόμη αποφασίσει αν θα επουλωθεί ή αν θα αφήσει σημάδι. 
 Βαθιά λύπη τον πλημμύρισε στο βουβό συναπάντημα των ματιών τους. Για μια στιγμή τα βλέμματα της Ιοκάστης και του Αλκιβιάδη συναντήθηκαν και ήταν σαν να αντάλλαξαν μια ολόκληρη συζήτηση χωρίς να ειπωθεί ούτε μία λέξη. Στα μάτια της μητέρας του καθρεφτιζόταν ο πόνος, στα δικά του αντανακλούσε η προσπάθεια να τον καταλάβει. Ήταν εκείνες οι σπάνιες στιγμές όπου η σιωπή γίνεται πιο δυνατή από τον λόγο, όπου δύο άνθρωποι επικοινωνούν όχι με φράσεις, αλλά με την κοινή τους θλίψη. Και τότε ο Αλκιβιάδης ένιωσε πως άρχιζε να γνωρίζει τη μητέρα του όχι μόνο ως μάνα, αλλά ως γυναίκα. Μια γυναίκα που είχε αγαπήσει, είχε υπομείνει, είχε συγχωρήσει πολλές φορές και τώρα προσπαθούσε να διαχειριστεί μια νέα πληγή. 
Δεν την είχε ματαειδεί σε μια τέτοια κατάσταση βαθιάς ψυχικής οδύνης και συναισθηματικής διάλυσης το στύλο του σπιτιού τους. Την νιώθει ότι η ψυχή της είναι «κομματιασμένη» σαν τ’ αλωνιού τη πέτρα τη παλιά. Σαν του παξιμαδιού το θρύμμα όταν κάποιος βιώνει έναν κατακερματισμό του εσωτερικού του κόσμου, συχνά εξαιτίας μιας μεγάλης προδοσίας και ψυχικού πόνου. Ρίγησε μέσα του, μια ανατριχίλα διαπερνά το σώμα του με έντονη συναισθηματική φόρτιση. Αγκάλιασε με τις μεγάλες του παλάμες το σκυμμένο κορμί της σε μια προστατευτική αγκαλιά. Θέλει να προσφέρει ασφάλεια και παρηγοριά στη λυπημένη και κουρασμένη μητέρα του. Φίλησε τρυφερά τη κεφαλή της παραμερίζοντας με τα χείλη του το μαύρο θύσανο των μαλλιών της δείχνοντας της αγάπη, προστασία και στοργή, που αποπνέει ηρεμία και βαθιά συναισθηματική σύνδεση. 
«Μητέρα, ψιθύρισε! Όσο κάποιος δε μιλάει, όσο κρατά βουβή την πίκρα και την ενόχλησή του, σχεδόν πάντοτε φωλιάζει ένας άλλος βουβός θυμός και γι' αυτό αγριότερος. Ο ανεκδήλωτος θυμός είναι δηλητήριο που έχει κατεύθυνση, συσσωρεύεται «δηλητηριάζει» τον ίδιο σου τον εαυτό γιγαντώνει το πρόβλημα και κάποια στιγμή εκπυρσοκροτεί. Βουβά, σαν συριγμός..» Της πρότεινε με θέρμη να του μιλήσει ανοιχτά για το πρόβλημά της και γ’ αυτόν που της το προξενεί. Να του εξομολογηθεί τις σκέψεις της, τις αντιρρήσεις της, την πίκρα της, το θυμό της. Ότι τέλος πάντων ταλαιπωρεί τη σχέση τους με τον πατέρα του.. «Ακόμη και να μη σε καταλάβω, θα νιώσεις καλύτερα με τον εαυτό σου που μίλησες. Θα νιώσεις καλύτερα με την αυτοεκτίμησή σου. Το να βγάλεις τα συναισθήματά σου από μέσα σου, έχει συχνά θεραπευτική επίδραση, ανεξάρτητα από το αν ο άλλος κατανοεί πλήρως την κατάσταση σου. Είναι πολύ πιο εύκολο να είσαι ειλικρινής και θαρραλέα από το να είσαι λυπημένη και θυμωμένη. Η ειλικρίνεια και το θάρρος προσφέρουν ανακούφιση, ενώ η θλίψη και ο θυμός, όταν εκφράζονται ανεξέλεγκτα, μακροπρόθεσμα είναι εξαιρετικά ψυχοφθόρα. Είναι, δεν είναι; Είμαι εδώ για να σε ακούσω, ό,τι κι αν θέλεις να μοιραστείς!» 
Η Ιοκάστη δάμασε το θυμό της, έδωσε χρόνο στον εαυτό της ώστε να ξεθυμάνει η οργή της και βουβά σταλαματιά- σταλαματιά τα δάκρυά της να πέφτουν, έπνιξε κάθε φωνή διαμαρτυρίας και του μίλησε μέσα από τα βάθη της καρδιάς της, από τις βαθύτερες τις πιο εσωτερικές περιοχές της ψυχής της. Παράπονο την έπιασε, αναστενάζει και διηγείται εφηβικές αναμνήσεις για τις επιλογές της, και με παράτονο να βγαίνει το αχ της φωνή της μέσ' από τα φυλλοκάρδια της. Εξέφρασε τις πιο κρυφές της σκέψεις, τα βαθύτερα συναισθήματά της στη διάβα του χρόνου, χωρίς φόβο και αναστολές με απόλυτη εμπιστοσύνη προς το πρόσωπο στο οποίο μιλάει, σε μια βαθιά εξομολόγηση προερχόμενη από το «εσωτερικό» της, δηλαδή από τον πυρήνα της ύπαρξής της. 
Τα γεγονότα μεταφέρονται όπως ακριβώς βιώθηκαν, χωρίς ωραιοποιήσεις ή ψεύδη και η αφήγηση της συνοδεύεται από συναισθηματική φόρτιση με την ψυχή να καθοδηγεί την αφήγηση της. Η μητέρα του ανατρέχει στο παρελθόν όχι για να θυμηθεί, αλλά για να επεξεργαστεί τα συναισθήματά της τώρα που η γλώσσα της ρέει συναισθηματικά.. 
Tα χωριά του Ζάρακα, κατά την περίοδο της Κατοχής, υπήρξαν θέατρο σημαντικής δραστηριότητας της Εθνικής Αντίστασης. Στον Γέρακα, στο Κυπαρίσσι και σε άλλα παραθαλάσσια σημεία της περιοχής έφθαναν συχνά, μέσα στη νύχτα, ελληνικά και συμμαχικά υποβρύχια από τη Μέση Ανατολή. Οι αφίξεις αυτές δεν ήταν τυχαίες. Μετέφεραν ανθρώπους, πληροφορίες και εφόδια, διακινούσαν στελέχη και κατασκόπους των Συμμάχων και διατηρούσαν επαφή με τις ομάδες της τοπικής Αντίστασης. Οι κάτοικοι της περιοχής, άνθρωποι απλοί, κυρίως αγρότες και ψαράδες, βρέθηκαν μπροστά σε δύσκολες επιλογές. 
Μέλη των αντιστασιακών ομάδων, μαζί με ντόπιους Ζαρακίτικης καταγωγής, περιέθαλπαν, έκρυβαν και προστάτευαν Έλληνες και ξένους αγωνιστές, πολλές φορές με κίνδυνο της ίδιας τους της ζωής. Σε εκείνα τα δύσκολα χρόνια, η σιωπή ενός σπιτιού, μιας αποθήκης ή μιας σπηλιάς μπορούσε να γίνει καταφύγιο ελευθερίας. Και η απλή πράξη ενός ανθρώπου —ένα πιάτο φαγητό, ένα κρεβάτι για ύπνο, μια κρυφή διαδρομή μέσα στη νύχτα— μπορούσε να σημαίνει ζωή ή θάνατο. 
Η Ρηχιά ήταν και παραμένει αγροτική περιοχή. Μερικά από τα χωράφια βρίσκονται σε μακρινή απόσταση από του οικισμούς, όχι τόσο χιλιομετρικώς αλλά χρονικώς γιατί ο απαιτούμενος χρόνος μεταβίβασης σε αυτά ήταν μεγάλος, επειδή η μεταφορές γίνονταν με μουλάρια και γαϊδούρια σε δρόμους δύσβατους. Για τον λόγο αυτό δημιουργήθηκε η ανάγκη κατασκευής καταλυμάτων- καταφυγίων για αποθηκεύσεις και την προστασία από τις καιρικές συνθήκες. Στα μακρινά κτήματα όπως τα Καρίκια, που ήταν οι ιδιοκτησίες της οικογενείας του παππού σου βοσκούσαν τα πρόβατά μας και καλλιεργούσαμε τα χτήματα μας. 
Εκεί στα Καρίκια, οι πρόγονοι μας είχαν χτίσει ένα ισόγειο σπιτάκι με κεραμίδια που κάλυπταν ανθρώπους και ζώα μαζί. Ταυτόχρονα χαμηλά στο μυχό της θάλασσας στη θέση Βρίζα είχαν χτίσει πρόχειρο καταφύγιο τη λεγομένη τούρλα που θύμιζε κτίσμα της λεγομένης « Μεγαλιθικής Περιόδου.» Ο Αλκιβιάδης ανέμενε προσηνής την συνέχεια της ιστορίας της, προβληματισμένος για το τι σκοπό εξυπηρετεί η περιγραφή της περιοχής. Έχοντας ζήσει και ο ίδιος για ένα διάστημα στο χωριό, όλα αυτά τα γνώριζε από πρώτο χέρι. 
Εδώ η Ιοκάστη σταμάτησε για λίγο την αφήγησή της, όντας εμφανώς πιο ήρεμη. Έκλεισε για λίγο τα μάτια και άρχισε πάλι να του αφηγείται. Πήρε μια βαθιά ανάσα και τότε κατάλαβε πως είχε φτάσει στο πιο δύσκολο. Ξεκίνησε μια εκ βαθέων εξομολόγηση όταν ξανάπιασε το μίτο των συλλογισμών της. Ζούσε τόσο έντονα το παρελθόν, που το παρόν δεν την ενδιέφερε πια σχεδόν καθόλου. Όσο η δροσερή σκιά της μουριάς σκέπαζε την αυλή κι η μυρωδιά απ' τα χρυσάνθεμα έφτανε από τον κήπο, τόσο πιο έντονα θυμόταν την εποχή εκείνη. 
..Στη Νοτιοανατολική Λακωνία κατά την περίοδο της γερμανικής κατοχής 1941-1944. οι πρώτες ομάδες ανταρτών είχαν δημιουργηθεί στην οροσειρά του Πάρνωνα ήδη απ’ τα τέλη του 1942. Αρχικά, οι ομάδες είχαν πολύ περιορισμένη δράση λόγω έλλειψης οπλισμού και έμψυχου δυναμικού. Η κατάσταση άλλαξε την Άνοιξη του 1943 με την άφιξη της πρώτης αγγλικής αποστολής, και το τέλος της Ιταλικής Κατοχής από το καλοκαίρι του 1943 και βρισκόμαστε πλέον στην δεύτερη αιματηρή γερμανική κατοχή στην Πελοπόννησο. Την εποχή εκείνη Έλληνες και Βρετανοί κομάντος είχαν φθάσει στη Λακωνία από τη Μέση Ανατολή με τελικό τους προορισμό να ενισχύσουν την Αντίσταση. 
Βρετανοί κομάντος έπεσαν με αλεξίπτωτα κοντά στην θαλάσσια περιοχή του μικρού όρμου Βρίζα στο κάβο στις Λούτσισες με δύσκολες καιρικές συνθήκες εκεί που βρίσκεται το κατάλυμα- καταφύγιο της οικογένειας μας. Λόγω σφοδρής βροχής και ισχυρών ανεμών έχασε τα ίχνη ο ένας του άλλου. Φήμες μιλούσαν για έναν τραυματία και έναν ακόμη θανάσιμα τραυματία στην περιοχή... ο νεότερος είχε βγει στη θέση Βρίζα. Επειδή δεν βρήκε άμεσα μια ασφαλή γωνιά τη βροχερή νύχτα, η αγωνία είχε ήδη αρχίσει να φωλιάζει στο στομάχι του όταν ανακάλυψε μια μικρή σπηλιά όπου βρήκε ασφαλές και φιλόξενο καταφύγιο τις νυχτερινές ώρες. Μέσα στο θαμπό φως της αυγής, η πρώτη εικόνα μπροστά του μοιάζει σχεδόν με ζωγραφική σύνθεση στην ψυχή του. Μια στήλη λευκού καπνού ήταν ορατή καθώς υψωνόταν στην υγρασία της ατμόσφαιρας. Μόλις που χαράζει και με ψιλή-ψιλή βροχή κατά αραιά διαστήματα ακολούθησε τον κατσικόδρομο που οδηγούσε από τον όρμο της Βρίζα στο κατάλυμα- καταφύγιο της οικογένειας μας μετά από δύσκολη πεζοπορία. Το κατάλυμα- καταφύγιο ήταν μια πανάρχαια τούρλα που είχε μετατραπεί σε με τον χρόνο σε πιο ευρύχωρο κατάλυμα. Η βροχή είχε σταματήσει, αλλά ο καιρός τα ίδια και τα ίδια, όταν βλέπεις αυτά τα μαύρα σύννεφα στην Κουλοχέρα να κολλάνε κατά το Αμπελάκι, να κατηφορίζουν κατά το Σκίθι και να ξαπλώνονται στα Μαντριά, να περιμένεις κι άλλες βροχές, όπως συνηθίζουν να το λένε οι τσοπαναραίοι (ποιμένες). 
Ο νεαρός άνδρας εντοπίστηκε πρώτα από τα σκυλιά του κοπαδιού μας. Ο παππούς σου πρόσταξε τα σκυλιά να ησυχάσουν. Αν και βρεγμένος και έχοντας ταλαιπωρηθεί ιδιαίτερα φαινόταν ότι διέθετε την απαραίτητη στιβαρότητα να επιβιώνει σε δυσμενείς συνθήκες και ευτυχώς, έδειχνε καλά στην υγεία του. Μπήκε στο σπίτι ζητώντας την άδεια να απευθυνθεί στη γιαγιά σου. Συμπαθητικός, καλοσχηματισμένος, όμορφος, πειστικός..... φαινόταν και πολύ ειλικρινής. 
Ήταν η περιπέτεια ενός νεαρού, Βρετανού στρατιώτη, ο οποίος, μπάρκαρε μια νύχτα της άνοιξης του 1943; από την Μέση Ανατολή με προορισμό την Κρήτη, και την Πελοπόννησο κι από ‘κει, περπατώντας, κατέληξε στην εξώπορτα του αγρότο- καλυβιού μας. Εγώ μόλις είχα αναχωρήσει για το μαντρί μας που βρισκόταν κοντά στο κατάλυμα. Σε μια στιγμή κοίταξα πίσω και είδα σε μικρή απόσταση το νεαρό στρατιώτη..
.. . Η ανάμνηση ξετυλίχτηκε στο μυαλό της, δάκρυα άρχισαν να πλημμυρίζουν τα μάτια της. Η εικόνα του Βρετανού στρατιώτη πρέπει να είχε πλημμυρίσει το μυαλό της. ....... Ο παππούς σου γέμισε ποτήρι με ρακί και του το πρόσφερε. Το ήπιε λαίμαργα σαν να έπινε νερό, οι γουλιές κατέβαιναν χωρίς να το καταλαβαίνει, μέχρι που ξαφνικά ξαναζωντάνεψε, πήρε δύναμη. Ήταν σαν «μάννα εξ ουρανού» διότι όπως ήταν γεμάτος αλάτι από τα κύματα, αισθανόταν αφόρητη δίψα. Τον βοήθησε να βγάλει τα βρεγμένα ρούχα του και του έδωσε να ρίξει επάνω του μια κάπα που φορούσε ο παππούς σου φτιαγμένη από τραγόμαλλο. Ο απρόσμενος επισκέπτης τυλίχτηκε με την κάπα καθώς κούρνιαζε πιο κοντά στη φωτιά με την πλάτη ακουμπισμένη στον τοίχο έτσι ώστε όσο το δυνατόν να φτάνει περισσότερη θερμότητα επάνω του. Η γιαγιά σου ετοίμασε ένα ζεστό πρωινό με φρέσκο γάλα, και φρέσκο-ψημένο χωριάτικο ψωμί με τηγανιτά αυγά για τον ταλαιπωρημένο στρατιώτη και μπόλικο τουλουμίσιο τυρί με ελιές. 
Η οικογένεια μας, τηρώντας τις πατροπαράδοτες παραδόσεις του τόπου μας, απέκρυψαν τον περιπλανώμενο στρατιώτη, μοιράστηκαν μαζί του το λιγοστό φαγητό μας, με κίνδυνο της ζωής τους αφού οι Γερμανικές διαταγές ήταν σαφείς. Όποιος παρέχει αρωγή στον εχθρό θα τιμωρείται με θάνατο, (έλεγε η διαταγή του Γερμανού Διοικητή Φρουρίου της Μονεμβάσιας). 
Ο νεαρός Βρετανός στρατιώτης ήξερε λίγα ελληνικά που τα είχε μάθει στη Μέση Ανατολή και στην Κρήτη. Λέξεις που τον βοηθούσαν στην επαφή του.. Ο παππούς σου χωρίς να χάσει καιρό αναχώρησε για τη Ρηχιά να βρει το σύνδεσμο των ανταρτών και να τον φέρει σε επαφή με Βρετανό στρατιώτη. Έμεινε μαζί μας κρυμμένος και την επομένη. Και τις δύο μέρες που ακολούθησαν, φανταζόταν ότι ήταν καλά κρυμμένος, με ασφάλεια στο οικογενειακό κατάλυμα- καταφύγιο μέχρι που ο παππούς σου τον έφερε σ' επαφή με τους συνδέσμους των ανταρτικών ομάδων στην περιοχή. Τον διαβεβαιώσαμε ότι ήταν καλά κρυμμένος ακόμη κι από ακούσιους πληροφοριοδότες. 
Ήδη ο θείος σου είχε πιάσει όπλο του αντάρτη και το 1946-47, ήταν σε λόχο αντάρτικο. Ένοιωθε μια σιγουριά και μια ασφάλεια, που του μαλάκωνε την ψυχή. Έκτοτε, ποτέ μου δεν έμαθα τι απέγινε ο Βρετανός στρατιώτης. Θυμάμαι που έδωσε καραμέλες και σοκολάτες στις μικρές μου αδελφές. Ναι τον συμπάθησα από την πρώτη στιγμή. Ήταν ένας πολύ απλός και ευθύς άνθρωπος. Εκείνα τα γκρίζο- πράσινα μάτια του με σημάδεψαν με την ύπαρξή τους. Μας υποσχέθηκε μόλις τελειώσει ο πόλεμος θα προσπαθήσει να ξαναγυρίσει και να μας ξαναβρεί. Με ρώτησε αν με το καλό όλα αυτά τελειώσουν αν θα ήθελα να πάω στην Αγγλία να τον βρω. Μας υποσχέθηκε ότι θα μας γραφεί συχνά. Όταν αυτό είναι εφικτό. 
Την εποχή εκείνη ετοιμαζόταν τα βαφτίσια της μικρής-μικρής θείας σου. Νονός της ήταν πρώην βουλευτής από την Κρεμαστή που είχε σπουδάσει νομικά στο Παρίσι, μετέπειτα υπουργός στην κυβέρνηση του Σ. Βενιζέλου. Ζήτησα από την γιαγιά σου να μεσολαβήσει να είναι αυτός ο σύνδεσμος έχοντας την μεγάλη ελπίδα ότι έτσι ίσως θα μπορέσω να έχω επαφή μαζί του. Είναι η στιγμή που στης Ιοκάστης το μυαλό επικρατεί μελαγχολική διάθεση ανακαλώντας με νοσταλγία γεγονότα και αμυδρές εικόνες εκείνης της εποχής. Στην σκέψη της λιμνάζουν και πάλι οι ίδιες μελαγχολικές ιδέες, όπως τότε! Που δεν τις εξωτερικεύει. Ένα «κουβάρι» το οποίο δεν το αφήνει να ξετυλιχτεί. Άπλα νοιώθει. Μελαγχολική. Θλιμμένη.
.. Ο Αλκιβιάδης βλέποντας τώρα την ωχρά και μελαγχολική όψη της μάνας του την έπιασε απ' το χέρι και την τράβηξε μαλακά να κάτσει δίπλα του. Κοίταξε γύρω του με τα ζεστά δάκτυλα του ακουμπισμένα στο χέρι της και μ' αυτή την έκφραση θυμού και εξάντλησης στο πρόσωπο του εκφράζοντας τη δυσαρέσκεια του και πιο πολύ απ' όλα τον εξόργιζε η υποτακτηκότητα της μητέρας του στη συζυγική της σχέση με τον πατέρα του. Η Ιοκάστη τότε έβαλε το πρόσωπο της στις χούφτες της, έγειρε το κεφάλι της πάνω στα γόνατά της κι έτσι όπως καθόταν ζαρωμένη άρχισε να κλαίει πνιχτά μ' έναν τρόπο σα να 'βγάζε από μέσα της το παράπονο μιας ζωής. Ένας βουβός αναστεναγμός, της ξέφυγε πιο πολύ σαν λυγμός ήταν. Οι ανάσες της γίνονταν βαθιές και λαχανιασμένες, ένιωθε σαν να είχε τρέξει. Και κατά κάποιον τρόπο ίσως να το είχε κάνει κιόλας. Έτρεχε πίσω από τη ζωή που επιθυμούσε για την οικογένεια της και ο σύντροφος της δεν βοηθούσε, ιδιαίτερα να την αποκτήσουν. 
Ο Αλκιβιάδης προβληματιζεται ευρισκόμενος σε μια κατάσταση αμφιβολίας και ενδοσκόπησης σχετικά με τη βαρύτητα των λόγων και των πράξεων της μητέρας του. Αν τα λόγια που άκουσε ήταν αληθινά, ειλικρινή ή αν λέχθηκαν πάνω στην ένταση, και τον θυμό της. Και ίσως και όσα δεν ειπώθηκαν! Τα «ανείπωτα». Η Αναπόληση, η νοσταλγία, οι αγιάτρευτες πληγές, ο έρωτας που έμεινε ανείπωτος όπως τον λέει ο ποιητής που περιγράφει τη διαδικασία της λήθης. «Τα περασμένα καίγονται, στη λησμονιά πετάνε, γίνονται αγιάτρευτες πληγές τις νύχτες και πονάνε». 
.... Μητέρα! όλοι μας νιώθουμε κάποιες φορές θλιμμένοι ή άκεφοι – κι αυτό μάλιστα δεν είναι καθόλου κακό μπορεί να νιώθεις σύγχυση και να είσαι πληγωμένη από τη συμπεριφορά του πατέρα, συμπεριφορά σαν και αυτές που αισθάνεσαι ότι το ποτήρι ξεχειλίζει, αλλά το γνωρίζεις πολύ καλύτερα από εμένα ότι ο πατέρας δεν είναι κακός, απλώς παθιάζεται ορισμένες φορές με συμπεριφορές και πράξεις που ξεφεύγουν από τα όρια και σε βγάζουν από τα ρούχα σου. Καιρός πολύς έχει περάσει από την τελευταία φορά που σύσσωμο το χωριό σε χαρακτήρισε «θαρραλέα γυναίκα». Το να σε χαρακτήρισαν ως «θαρραλέα γυναίκα», σημαίνει ότι οι πράξεις σου, η στάση σου και οι αποφάσεις σου ξεπέρασαν τα συνηθισμένα και έδειξαν δύναμη ψυχής, τόλμη και αποφασιστικότητα. Έδειξε ότι κέρδισες τον σεβασμό και τον θαυμασμό όλων, όταν υπερασπίστηκες και πήρες μια δύσκολη απόφαση παρά τις αντιξοότητες. Είκοσι χρόνια έχουν περάσει από εκείνο το ηλιόλουστο πρωινό που είπατε χαμογελαστοί καλημέρα ο ένας στον άλλο. 
Η Ιοκάστη φίλησε με τρυφερότητα τον γιο της που λειτούργησε στο θύμο της ως «άγκυρα» ηρεμίας. Ένιωθε με ανακούφιση τις θολές της σκέψεις να διαλύονται. Τα παιδιά της και η οικογένεια της είναι η κυρίαρχη σκέψη στο μυαλό της που καταπραΰνει το θυμό της. 
... Ο Αλκιβιάδης σήμερα, επιμένοντας μυθιστορηματικά, δεν επιχειρεί να αναστήσει μόνο τα γεγονότα, αλλά κυρίως το αποτύπωμά τους στην ψυχή της Ιοκάστης. Γιατί η ανάμνηση της ευτυχίας δεν είναι η ίδια η ευτυχία· είναι η σκιά της, μια αχνή επιστροφή ενός κόσμου που χάθηκε. Δεν τον ενδιαφέρει μόνο τι πραγματικά συνέβη τότε, αλλά τι σημασία απέκτησε εκείνο το γεγονός μέσα της, καθώς περνούσαν τα χρόνια. Γιατί ο χρόνος ανακατεύει φόβους, ελπίδες, επιθυμίες και αναμνήσεις, δημιουργώντας μια αλήθεια διαφορετική από την ψυχρή καταγραφή των γεγονότων, μια αλήθεια βαθιά ανθρώπινη. 
 Και η καταληκτική φράση: «Δεν λέγονται τα πάντα στους πάντες: Ου πάσι τα πάντα ρητά» 
.. Οι σκέψεις του υποδηλώνουν μια συνειδητή προσπάθεια να μην καταγράψει απλώς γεγονότα, αλλά να δώσει σε αυτά τη δραματική ένταση μιας ιστορίας, διατηρώντας ωστόσο στον πυρήνα τους τις αλήθειες των αναμνήσεων της μητέρας του. Τις αναμνήσεις εκείνες που η ψυχή ηγείται των γεγονότων. Αυτό σημαίνει ο Αλκιβιάδης τα γεγονότα δεν τα αφηγείται με αντικειμενικότητα, αλλά μέσα από το πρίσμα της συναισθηματικής τους βαρύτητας. Γι αυτόν σήμερα δεν έχουν σημασία τα γεγονότα και τι ακριβώς συνέβη με τη μητέρα του εκεί στην εφηβεία της με τον Εγγλέζο αλεξιπτωτιστή αλλά πως τα ένιωσε η ίδια στην ψυχή της. ...
... Η Ιοκάστη δεν είχε διακρίνει καλά το πρόσωπο του νέου που ήρθε από τόπο μακρινό, αλλά πρόσεξε την ψηλή του κορμοστασιά και τα βρεγμένα πυκνά μαλλιά του, σε έναν συνδυασμό κόκκινου και χρυσού την όψη της φωτιάς κατά το ηλιοβασίλεμα. Ηταν ο πρώτος κίνδυνος και η προειδοποίηση! Το κόκκινο της φωτιάς τραβά την προσοχή και σηματοδοτεί τον κίνδυνο, λειτουργώντας προειδοποιητικά σε μια κατάσταση «απειλής». Κάθε λέξη του και η ξενική του προφορά έκαναν την καρδιά της να σκιρτάει. Λειτουργεί επάνω της ως ιδιαίτερο στοιχείο, το οποίο προσθέτει γοητεία και κάνει τον στρατιώτη να ξεχωρίζει στα μάτια της. Ο Στρατιώτης έχοντας επιβιώσει από μια ανώμαλη που έμελλε να είναι η προσγείωση του με το αλεξίπτωτο, λόγω δυσμενών καιρικών συνθηκών, αποτέλεσε μια από τις πιο τραυματικές εμπειρίες που μπορεί να βιώσει ένας άνθρωπος, ευτυχώς δεν τραυματίστηκε, και τώρα προσπαθει να συνηδητοποιήσει που ακριβώς βρίσκεται. Τώρα όμως που έβλεπε να τον σερβίρουν όλο φροντίδα, την γιαγιά να του χαμογελά σαν να ήταν μωρό και τα μικρά κορίτσια καθισμένα στο λίθινο πάγκο να τον κοιτάζουν παραξενεμένα, αλλά χωρίς φόβο. Ένοιωσε ότι όλοι ήταν σοβαροί, αλλά ευτυχισμένοι, μέσα στη φτωχική καλύβα τους ένιωσε μια φυσική και συναισθηματική ασφάλεια! Είναι η αίσθηση του ότι είναι προστατευμένος και αποδεκτός, και αυτό του ενισχύει το αίσθημα της ψυχικής ασφάλειας, της εμπιστοσύνης και αποδοχής που νιώθει κάποιος όταν γίνεται δεκτός με θέρμη και φιλικότητα. Η φιλικότητα τους δεν είναι απλώς μια ευγενική συμπεριφορά, αλλά ο μοχλός που του επιτρέπει να αντεπεξέλθει στις δύσκολες καταστάσεις, και του εξασφαλίζει την υποστήριξη που είναι απαραίτητη για να επικεντρωθεί στη συνέχεια της αποστολής του. ον Εγγλέζο στρατιώτη ο παππους σε μια κρίσιμη και επικίνδυνη πράξη υποστήριξης τον μετέφερε σε ένα ασφαλές μέρος σε απομονωμένο και εγκαταλελειμμένο μαντρί που επιτρέπει στον κρυβόμενο να επιβιώσει μεχρι να τον παραλάβει ο σύνδεσμος της αντίστασης των ανταρτών του Πάρνωνα. 
Η έφηβη Ιοκάστη είναι το άτομο που ανέλαβε τον κίνδυνο να υποστηρίξει τον στρατιώτη που κρύβεται και το έργο να του παρέχει το φαγητό από τις δικές τους λιγοστές προμήθειες σε μια πράξη μεγάλης γενναιότητας και αυτοθυσίας. Η ίδια έθετε σε άμεσο κίνδυνο τη δική της ζωή, για να προστατεύσει έναν Εγγλέζο αλεξιπτωτιστή στρατιώτη που απρόσμενα βρέθηκε στην πόρτα της αυλής τους. Στην περίοδο της κατοχής, η κρύπτη ενός στρατιώτη αποτελούσε πράξη αντίστασης ενάντια στην κατοχική δύναμη και μια τέτοια ενέργεια, αν την ειχαν ανακαλύψει, μπορούσε να επιφέρει εκτέλεση.
..... .Έπιασε τον εαυτό του να την κοιτάζει.«Πόσο χρόνων να είναι;» Αναρωτιέται! Όμορφη κοπέλα με το αγέρωχο παράστημα της, επιβλητικό ανάστημα, που εκπέμπει υπερηφάνεια, αυτοπεποίθηση και ίσως μια ελαφριά απόσταση και έναν αέρα δυναμισμού. Η εικόνα της είχε πλημμυρίσει το μυαλό του με τα λυτά τα μαλλιά της, ελεύθερα όπως τα ρυάκια και τα χόρτα στα λιβάδια που υποδηλώνουν μια «ατίθαση» χάρη, χωρίς περιορισμούς. «Μου φαίνεται πως ονειρεύομαι. Τι φυσική ομορφιά! Πανέμορφο δροσερό πρόσωπο νεανίδας, γεμάτο υγεία το σφριγηλό και λαμπερό κορμί της δεν χρειάζεται τα φτιασίδια. Ένα παρθένο κορμί που έχει τη φρεσκάδα των μυστικών πηγών, τη βελούδινη πρωινή απαλότητα του μπουμπουκιού, τη γυαλάδα του μαργαριταριού όταν βέβηλα χέρια δεν έχουν ακόμη ποτέ χαϊδέψει. Ο στρατιώτης μαγεύεται απ' την εικόνα της που είναι τόσο ξεκάθαρη, νιώθει σαν τον ιππότη στο μύθο ο οποίος ανοίγει με μεγάλη δυσκολία δρόμο ανάμεσα από αγκαθωτούς θάμνους για να κόψει ένα τριαντάφυλλο που κανείς ποτέ δεν είχε μυρίσει.» 
Η επικοινωνία τους είναι δύσκολη, αλλά ευοδώθηκε να σπάσει τον πάγο, με τα λιγοστά ελληνικά που γνώριζε ο νεαρός Εγγλέζος. Επικεντρώθηκαν στο να χτίσουν εμπιστοσύνη και φιλία. Ένα ζεστό χαμόγελο είναι παγκόσμιο σήμα οικειότητας και μειώνει την αμηχανία μεχρι να βρεθεί το «κλειδί» επικοινωνίας. Τα μάτια τους λειτουργούσαν ως «καθρέφτης της ψυχής» τους που παρακάμπτει το φίλτρο της λογικής, προσφέροντας μια πιο άμεση και αυθεντική εικόνα για το τι νιώθουν πραγματικά ο καθένας τους. Τα μάτια συχνά αποκαλύπτουν αληθινά συναισθήματα, προθέσεις και σκέψεις που οι λέξεις μπορεί να κρύβουν ή να μην μπορούν να εκφράσουν. Κατά τη διάρκεια της προσπάθειας τους να συνεννοηθούν, καθώς υπήρχε φτωχικό γλωσσικό επικοινωνιακό εμπόδιο, οι χειρονομίες τους βοηθούσαν στην «αποκωδικοποίηση» των νοημάτων, επιτρέποντας την κατανόηση τους. Η Ιοκάστη προσπαθούσε πολύ να συγκεντρωθεί, να καταπνίξει τις επιθυμίες που φούντωναν μέσα της. Είναι η έφηβη που που θέλει να γίνει γυναίκα. Εν μέρει μόνο τα κατάφερνε να συγκρατηθεί και να μην φανερώσει την ερωτική έξαψη, που της είχε προκαλέσει. Μια μαγική κλωστή έμοιαζε να τους συνδέει, κάτι σαν το «κόκκινο νήμα της μοίρας», που δεν εξαρτάται από τη φυσική τους εγγύτητα, διεγείροντας τους με τρόπο κόσμιο και φλογερό σε μια ισορροπία μεταξύ δύο φαινομενικά αντίθετων επιθυμιών τους. 
Ήταν ήδη η τρίτη ή η τέταρτη ημέρα· η Ιοκάστη είχε χάσει την αίσθηση του χρόνου. Οι ώρες περνούσαν διαφορετικά μέσα στην αγωνία της αναμονής, περιμένοντας τα νέα από τον παππού της και τον σύνδεσμο των ανταρτών. Καθώς οι μέρες κυλούσαν, η πρώτη ένταση είχε κάπως υποχωρήσει. Η προφύλαξη παρέμενε, αλλά ανάμεσα στον φόβο και στην ανάγκη για προσοχή είχαν αρχίσει να δημιουργούνται μικρές στιγμές ηρεμίας. Κάποια στιγμή βρέθηκαν να περπατούν ανάμεσα στους πράσινους θάμνους. Εκείνος ψηλός και στητός, ένας άνθρωπος από έναν μακρινό τόπο· εκείνη ένα κορίτσι του τόπου αυτού, με το πρόσωπο στραμμένο προς τη φύση που την μεγάλωσε. Δεν χρειάζονταν πολλές λέξεις. Ένα χαμόγελο, μια κίνηση, ένα βλέμμα αρκούσαν για να χτιστεί μια αθόρυβη επικοινωνία. Για λίγο ένιωθαν και οι δύο πως βρίσκονταν μακριά από τον πόλεμο, σε έναν μικρό χώρο όπου υπήρχε μόνο η ανθρώπινη παρουσία. Η Ιοκάστη σήκωσε το βλέμμα της προς την κορυφή της Κουλοχέρας και χαμογέλασε. Έμοιαζε σαν να αγκάλιαζε με τα μάτια της όλο το τοπίο, μέχρι εκεί που έφτανε ο ορίζοντας. Για λίγες στιγμές δεν υπήρχαν φόβοι ούτε κίνδυνοι· υπήρχε μόνο η ομορφιά του τόπου της και η παράξενη αίσθηση πως η ζωή, ακόμη και μέσα στη σκοτεινιά του πολέμου, συνέχιζε να αναπνέει.
Tα μάτια τους συναντήθηκαν για λίγο. Η στιγμή κράτησε περισσότερο απ’ όσο περίμενε, όμως κανείς δεν μίλησε. Ήταν σαν να υπήρχαν πράγματα που δεν μπορούσαν να ειπωθούν, όχι μόνο επειδή τους χώριζε η γλώσσα, αλλά επειδή τους χώριζαν η ηλικία, η εποχή και οι συνθήκες. Η Ιοκάστη ένιωσε μια παράξενη ταραχή που δεν καταλάβαινε ακόμη. Όμως ο νους της επέστρεψε γρήγορα στην πραγματικότητα. Υπήρχε μια αποστολή που έπρεπε να ολοκληρωθεί, ένας πατέρας που έπρεπε να βρεθεί. «Πάμε», είπε μόνο.'  
Οι ασπάλαθοι και τα ρείκια που πατούσαν στο δύσβατο μονοπάτι ήταν τραχιά. Τα κοτσάνια τους μπλέκονταν στα παπούτσια τους καθώς έσερναν τα βήματά τούς, διασχίζοντας μια περιοχή άγριας φύσης, όπου η βλάστηση ήταν πυκνή και «τραχιά» στη διαδρομή. Ο ήλιος που έδυε άπλωνε τις σκιές του πάνω στα ρείκια, το φως του γίνεται πιο μαλακό και οι σκιές μακραίνουν. Ο ανοιξιάτικος αέρας ψυχρός αργά το απόγευμα, όπου ο χειμώνας δεν έχει φύγει εντελώς μύριζε λουλούδια. Μερικές μέλισσες βούιζαν ράθυμα, πηγαίνοντας από λουλούδι σε λουλούδι ενώ οι χαμηλοί θάμνοι μοσχοβολούσαν γεμάτοι ζωντάνια και χρώματα. Ο στρατιώτης άπλωσε και πήρε το χέρι της μέσα στο δικό του σε μια πολύ τρυφερή, ρομαντική και οικεία κίνηση. Η Ιοκάστη δεν αντέδρασε. Ένιωσε τόσο φυσικό το άγγιγμα του, η πράξη δεν της φάνηκε ξένη ή απειλητική. Αντίθετα, ένιωσε πως ήταν κάτι σαν να έπρεπε να συμβεί, σαν να «ταίριαζαν» τα σώματα τους και η επαφή τους γίνεται αβίαστα δεκτή. Ένοιωθε το χέρι της να εγκαταλείπεται μέσα στο δικό του, ενώ τα σκληρά και ζεστά δάχτυλα του μπλέκονταν δυνατά με τα δικά της σαν να ήταν εραστές. Αισθάνθηκε να της τρέμουν τα γόνατα, σκιρτούσε η καρδία της και μέσα της ένοιωσε να την πλημμυρίζει η φωτεινή ομορφιά του ηλιοβασιλέματος, από τις τελευταίες αχτίδες του ηλίου προς τη μεριά της δύσης. Αυτή να χάνεται μες την ευφορία της μέθης και στις απραγματοποίητες επιθυμίες και φαντασιώσεις της όπου μειώνονται οι φυσιολογικές αναστολές και χάνεται η ισορροπία. Επάνω στη πιο δύσκολη στιγμή μπήκαν στο πετρόκτιστο μαντρί εκεί που τους περίμεναν οι γονείς της. Η Ιοκάστη μετά από μια στιγμή αμηχανίας, μαζεύτηκε μέσα στο καβούκι της για να προστατευτεί από αδιάκριτα βλέμματα ,σταμάτησε να ονειροπολεί, γύρισε απότομα στην πεζή πραγματικότητα. Της φάνηκε ότι έσβησε η φλόγα, το έντονο και ίσως ανεξέλεγκτο «μεθύσι» του έρωτα, τώρα τελείωσε και το αίμα της σταμάτησε να χτυπά με βία μέσα στις φλέβες της. 
Αργά το βράδυ ξάπλωσε ανήσυχη στο στρώμα, μα ο ύπνος δεν ερχόταν. Η σκέψη του είχε καταλάβει όλο τον προσωπικό της χώρο και τον χρόνο της ημέρας της. Ήταν κάτι πρωτόγνωρο, κάτι που δεν μπορούσε ακόμη να εξηγήσει. «Πώς είναι άραγε να είσαι ερωτευμένη;» αναρωτήθηκε. Όταν πεινάς, το σώμα σου βρίσκει τρόπο να στο φωνάξει. Όταν κρυώνεις, πάλι το καταλαβαίνεις αμέσως. Μα όταν η ψυχή σου αλλάζει, όταν μέσα σου γεννιέται μια καινούργια αίσθηση, πώς την ονομάζεις; Πώς λες αυτό που αισθάνεσαι; Κοίταζε ψηλά, στο σκοτάδι της νύχτας, με τα μάτια γεμάτα σκέψεις και όνειρα. Κάτι μέσα της την ξάφνιαζε, αλλά ταυτόχρονα την φόβιζε. Ήταν η πρώτη φορά που ένιωθε τόσο έντονα την παρουσία ενός άλλου ανθρώπου στη ζωή της, ενός ανθρώπου που είχε έρθει από μακριά και είχε αναστατώσει τον ήσυχο κόσμο που μέχρι τότε γνώριζε. ον πρώτο καιρό, τις βροχερές μέρες της άνοιξης, όταν το φως άρχιζε να λιγοστεύει και το δειλινό απλωνόταν αργά πάνω στη γη, καθόταν μπροστά στο λιθόκτιστο σπιτάκι τους και κοίταζε τη θάλασσα από ψηλά. Εκείνες τις ώρες μια παράξενη μελαγχολία την πλημμύριζε, σαν να κουβαλούσε μέσα της κάτι που είχε χαθεί πριν ακόμη προλάβει να το αποκτήσει. «Γιατί δεν μπορώ να ξεχάσω το βλέμμα του; Γιατί αυτή η γνωριμία μένει μέσα μου και με πονάει ακόμη;» αναρωτιόταν. «Αφού ξέρω πως δεν υπάρχει ελπίδα...»
...Ίσως γιατί κάποιες συναντήσεις δεν μετρούνται με τον χρόνο που κράτησαν, αλλά με το αποτύπωμα που αφήνουν. Ίσως γιατί ήταν το πρώτο μεγάλο σκίρτημα της ψυχής της, εκείνη η στιγμή που ένας άνθρωπος εμφανίζεται απρόσμενα στη ζωή σου και, χωρίς να το καταλάβεις, γίνεται κομμάτι της μνήμης σου. Η μορφή του επέστρεφε συνεχώς στις σκέψεις της, σαν να περιφερόταν σιωπηλά γύρω από την καρδιά της. Θυμόταν το ήρεμο χαμόγελό του, εκείνη τη γαλήνη στο πρόσωπό του την τελευταία φορά που τον είδε να περνά κοντά της. Κι όσο περισσότερο προσπαθούσε να πείσει τον εαυτό της πως όλα είχαν τελειώσει, τόσο πιο έντονα μέσα της μεγάλωνε η αίσθηση μιας προσμονής που δεν ήξερε πού να οδηγήσει. Έκλεινε τα μάτια της και αποκοιμιόταν με τη σκέψη του. Ίσως γιατί μερικές φορές οι άνθρωποι δεν περιμένουν μόνο κάποιον που έφυγε· περιμένουν και εκείνο το κομμάτι του εαυτού τους που γεννήθηκε μαζί με μια ανάμνηση. Στην εφηβεία της ο χρόνος κυλούσε γρήγορα, σχεδόν ασταμάτητα, και χωρίς να το καταλάβει η Ιοκάστη βρέθηκε μπροστά σε μια αλήθεια που όλοι κάποτε ανακαλύπτουν: ο χρόνος αλλάζει τα πάντα. Η μόνη σταθερά στη ζωή είναι η ίδια η αλλαγή. Τίποτα δεν μένει ανέγγιχτο από το πέρασμά του. Οι άνθρωποι αλλάζουν, οι τόποι αλλάζουν, οι επιθυμίες μεταμορφώνονται και ακόμη και οι πιο έντονες στιγμές της νιότης απομακρύνονται σιγά-σιγά μέσα στην ομίχλη των χρόνων. Κι όμως, οι πρώτες εφηβικές αναμνήσεις, εκείνα τα άγνωστα και πρωτόγνωρα σκιρτήματα της καρδιάς, δεν χάθηκαν εντελώς. Έμειναν κάπου βαθιά κρυμμένα, σαν αχνές εικόνες που άλλοτε φωτίζονται και άλλοτε σβήνουν. Ήταν σαν τα σύννεφα που διαλύονται αργά γύρω από το φεγγάρι όταν φυσά η τραμουντάνα· η μορφή τους χάνεται στον ουρανό, αλλά η νύχτα εξακολουθεί να θυμάται πως κάποτε υπήρχαν.
....... .Όσο κι αν μπορεί να φαίνεται απίστευτο ότι ένα γαρύφαλλο καταφέρνει ν' αντέχει στην παγωνιά, το ίδιο μπορεί να φαίνεται απίστευτο κι όμως ναι, η σχέση του Κλέαρχου και της Ιοκάστης μπορούσε ν' αντέξει τους κραδασμούς που ήταν αναπόφευκτοι. Και να που είχαν πετύχει τη συντροφική κατανόηση, που καθένας τους ανέμενε και προσδοκούσε, από τον άλλο και με τον καιρό ήταν και πάλι όλα καλά, και η συμβίωση τους όπως τότε τον παλιό καιρό που μοιράζονταν τη χαρά και την αγωνία τους. Με την Ιοκάστη που από πάντα σεβόταν βαθύτατα την επιλογή που είχε ακολουθήσει, σ' ένα γάμο ανάμεσα σε δύο ανθρώπους που πίστευε ότι αγαπιόνταν, και στον οποίο παρέμενε πιστή. Και τον Κλέαρχο να νιώθει ότι είναι ασφαλής δίπλα σε μια τέτοια δυναμική σύντροφο που τον εμπνέει και τον κάνει να νιώθει θετικά για τον εαυτό μου. Στο πέρασμα των χρόνων ο Κλέαρχος, ως φανατικός κυνηγός, έζησε υπέροχες στιγμές και μοιράστηκε αξέχαστες εμπειρίες με φίλους που απέκτησε στη Λαμία. Το κυνήγι για εκείνον δεν ήταν μόνο η αναζήτηση του θηράματος· ήταν η έξοδος από την καθημερινότητα, η επαφή με τη φύση, η σιωπή πριν από το ξημέρωμα και η συντροφικότητα γύρω από μια κοινή εμπειρία. Ταξίδεψε σε όμορφα τοπία, σε λίμνες, βάλτους και απομακρυσμένες περιοχές όπου ο άνθρωπος νιώθει μικρός μπροστά στο μεγαλείο της φύσης. Γνώρισε τα κανάλια και τις όχθες του Σπερχειού ποταμού, ιδιαίτερα τον χειμώνα, όταν τα νερά και οι υγρότοποι φιλοξενούν τα υδρόβια πουλιά. Εκεί, στις παγωμένες πρωινές ώρες, όταν η ομίχλη σκεπάζει τον ποταμό και τα ανοικτά νερά παγώνουν, τα πουλιά αναζητούν τα πιο απάνεμα σημεία, εκεί όπου το νερό παραμένει ζωντανό και προστατευμένο. Αυτές ήταν οι στιγμές που ο Κλέαρχος ένιωθε πραγματικά ελεύθερος, μακριά από τις έγνοιες της καθημερινής ζωής. Σε μια από αυτές τις εξορμήσεις, μέσα από μια τραγική εξέλιξη που υπενθύμισε τους κινδύνους της ενασχόλησης με το κυνήγι, έμελλε να χαθεί ένας πολύ καλός φίλος του Κλέαρχου. Είχε αναφερθεί αγνοούμενος κυνηγός στην ευρύτερη περιοχή του Σπερχειού ποταμού, τις ημέρες που τα νερά του είχαν φουσκώσει επικίνδυνα. Παρά τις επίμονες έρευνες για τον εντοπισμό του, δεν υπήρξε κανένα αποτέλεσμα. Μια εβδομάδα αργότερα βρέθηκε στον Μαλιακό κόλπο· ο ποταμός είχε μεταφέρει το σώμα του μέχρι τη θάλασσα. Το γεγονός αυτό σημάδεψε βαθιά τον Κλέαρχο και όσους γνώριζαν τον άτυχο κυνηγό. Για την Ιοκάστη όμως άφησε κάτι ακόμη πιο προσωπικό: έναν φόβο που δεν έφυγε ποτέ εντελώς. Παρότι πέρασαν τα χρόνια και θα περίμενε κανείς ο χρόνος να απαλύνει την αγωνία της, κάθε φορά που ο Κλέαρχος αργούσε να επιστρέψει από κάποια κυνηγετική εξόρμηση, μέσα της ξυπνούσε η ίδια ανησυχία. Το μυαλό της γύριζε ξανά και ξανά σε εκείνο το περιστατικό. Ήταν σαν μια μικρή, αόρατη γρατζουνιά στην ψυχή της· μια πληγή που δεν φαινόταν, αλλά κάθε φορά που ο φόβος άγγιζε το ίδιο σημείο την έκανε να πονά. 
...Ο Κλέαρχος, μετά από μια ακόμη ημερήσια κυνηγετική εξόρμηση, δεν είχε φανεί ακόμη. Είχε νυχτώσει για τα καλά. Τα ηλεκτρικά είχαν ανάψει από ώρα, η υγρασία είχε καθίσει βαριά πάνω στη γειτονιά και ο νοτιάς περόνιαζε τα κόκαλα. Ο ουρανός ήταν πίσσα μαύρος και ο άνεμος βρυχιόταν γύρω από τα σπίτια. Μέσα στο σπίτι απλώθηκε μια βουβαμάρα που γινόταν όλο και πιο βαριά όσο περνούσε η ώρα. Μια σιωπή αβάσταχτη, καθώς όλοι περίμεναν να ακουστεί η πόρτα και να φανεί ο Κλέαρχος. Κάποια στιγμή η Ιοκάστη ένιωσε σαν να την έζωσαν μαύρα φίδια. Σηκώθηκε απότομα, πήρε το πανωφόρι της και βγήκε έξω. «Που νάνε να φανεί; Πέρασαν τόσες ώρες... Ούτε πέντε ώρες νύχτα δεν απόμειναν», μουρμούρισε. Κατέβηκε χαμηλά προς το ρέμα και ανέβηκε στον μεγάλο βράχο απέναντι από το σπίτι του γείτονά τους, του τσαγκάρη. Το κρύο την ανάγκαζε να σφίγγεται και να τυλίγεται μέσα στο φαρδύ πανωφόρι της. Και τότε άρχισε σιγά-σιγά να μουρμουρίζει έναν μακρόσυρτο, θλιβερό σκοπό. Τον επαναλάμβανε ξανά και ξανά, σαν παραπονεμένο μοιρολόι. Η φωνή της βραχνή, σπασμένη, έβγαινε ανάμεσα από τα δόντια της, περισσότερο σαν προσευχή παρά σαν τραγούδι. «Πού είσαι, Κλεαρχέ μου; Φανερώσου... Βρέχει και αστράφτει ο ουρανός... Πού είσαι, Κλεαρχέ μου; Φανερώσου...» 
.... Δεν πέρασαν παρά λίγα λεπτά από τη στιγμή που ξεκίνησε το μοιρολόι, όταν ένας γνώριμος ήχος ακούστηκε από το παράλληλο μονοπάτι του ρέματος. Ήταν ο ήχος της παλιάς Zündapp KS 50 του 1960. Η μηχανή του «αγνοούμενου» κυνηγού επέστρεφε μέσα στη νύχτα, φέρνοντας μαζί της τη λύτρωση. Όταν η αγωνία καταλάγιασε, όταν η καταχνιά που είχε σκεπάσει το μυαλό της Ιοκάστης διαλύθηκε και η ψυχή της βρήκε ξανά την ηρεμία της, ο Αλκιβιάδης έμεινε με έναν άλλο αγώνα μέσα του. Ένιωθε έναν μεγάλο θυμό. Θυμό και οργή απέναντι σε δύο ανθρώπους, αλλά δεν μπορούσε να αποφασίσει ποιος από τους δύο τον πλήγωνε περισσότερο. Ο πατέρας του, που με την απουσία του και την αδιαφορία του για την αγωνία των άλλων δημιουργούσε τέτοιες στιγμές φόβου; Ή η μητέρα του, που με την αγάπη και την υπομονή της έφτανε πολλές φορές να ξεχνά τον ίδιο της τον εαυτό; Όσο όμως περνούσε η ένταση, καταλάβαινε κάτι πιο δύσκολο: όποιον κι αν κατηγορούσε περισσότερο, τίποτα ουσιαστικό δεν θα άλλαζε. 
 Και τότε ο θυμός του προς τη μητέρα του δεν ήταν πραγματική απόρριψη. Ήταν ένας θυμός που γεννιέται μόνο εκεί όπου υπάρχει βαθιά οικειότητα. Μόνο σε εκείνον που αγαπάμε περισσότερο επιτρέπουμε να του μιλήσουμε απότομα, επειδή μέσα μας πιστεύουμε πως θα μας ακούσει. 
 «Ρε μάνα! Ρε μάνα! Τι να πω, ρε μάνα; Κλάματα και μοιρολόγια, επειδή άργησε να φανεί ο Άρχοντας;» 
Η Ιοκάστη αυτό που αισθανόταν για τον Κλέαρχο το αποκαλούσε αγάπη, επειδή δεν υπήρχε άλλη λέξη που να μπορούσε να χωρέσει όλο αυτό που ένιωθε. Δεν ήταν μόνο η τρυφερότητα, ούτε μόνο η συνήθεια τόσων χρόνων, ούτε μόνο οι κοινές χαρές και οι δοκιμασίες που είχαν μοιραστεί. Ήταν κάτι βαθύτερο. Ήταν δεμένο με την ίδια την αίσθηση της ταυτότητάς της, σαν ένας καθρέφτης του εσωτερικού της κόσμου. Μέσα από εκείνον έβλεπε ένα κομμάτι του εαυτού της. Την πορεία της, τις επιλογές της, τις θυσίες της, τα όνειρα που έκανε όταν ήταν ακόμη νέα. Ο Κλέαρχος δεν ήταν απλώς ο σύντροφός της· ήταν μέρος της ιστορίας της. Χωρίς αυτή τη σύνδεση ένιωθε ότι κάτι έλειπε από μέσα της. Σαν ένας χώρος άδειος, σαν μια σιωπή που δεν μπορούσε εύκολα να εξηγήσει. Ένιωθε κάτι λιγότερο από αυτό που γνώριζε ως «εαυτό» της. Και ίσως γι’ αυτό συγχωρούσε. Ίσως γι’ αυτό άντεχε. Όχι επειδή δεν πονούσε, ούτε επειδή δεν καταλάβαινε τις πληγές της, αλλά επειδή μέσα της η αγάπη αυτή είχε γίνει κομμάτι της ίδιας της ύπαρξής της. 

.Σημείωση Ι: Ο Αλκιβιάδης την εποχή εκείνη δεν έδωσε σημασία στην αφήγηση της Ιοκάστης... το θεώρησε ένα εφήμερο εφηβικό ερωτικό σκίρτημα στο μυαλό της..... για ένα νεαρό Βρετανό στρατιώτη με γκρίζο-πράσινα μάτια.....
Σήμερα που έχει την περιέργεια να αποτυπώσει με ακρίβειά το επεισόδιο...., δυστυχώς ο παππούς η γιαγιά και η μητέρα του.... έχουν προ πολλού αποδημήσει...  
Η ογδοντάχρονη σήμερα θεία του...... (ήταν οκτάχρονη τότε....)  θυμάται πολύ καλά.... ένα νεαρό στρατιώτη βρεγμένο ως το κόκκαλο που εμφανίστηκε στην πόρτα του καταλύματος ξαφνικά ένα πρωινό.... (Παιδούλα... ένοιωσε φόβο στην παρουσία του....) και μερικές λεπτομέρειες ... (πχ... φορούσε μια Πουλάδα μεταλλική - ασημένια;-χρυσή; - που την χάρισε μ' επιμονή στη γιαγιά και ένα φουλάρι που το χάρισε στην αδελφή της.... Ακόμη θυμάται πως είχε αφήσει πίσω του στη θάλασσα έναν νεκρό.....  είχαν πέσει μαζί απ' το αεροπλάνο..)
Μετά από εκτεταμένη ερεύνα στο διαδίκτυο ... ο Αλκιβιάδης πιστεύει ότι η αποστολή  που..... ταιριάζει με την αφήγηση της μητέρας του.... (Βέβαια το 1943 - 1944..... η μια αποστολή πρακτόρων διαδεχόταν την άλλη.... είχε πήξει ο Πάρνωνας και ο Ταΰγετος στους Εγγλέζους και Έλληνες πράκτορες .... άλλοι έρχονταν.... άλλοι φυγαδεύονταν.....)
πρέπει να 'ταν αυτή................
............20 Μαΐου 1943 έπεσε στον Πάρνωνα ο Άγγλος ταγματάρχης Χέριγκτον με ένα ασυρματιστή και δύο ακόμα, ο ένα εξ αυτών κατά την πτώση σκοτώθηκε................  Πηγή:http://pluton22.blogspot.com/2014/11/
................... Η ίδια με άλλη ημερομηνία.....Τη νύχτα της 12ης-13ης Μαΐου 1943 οι Έλληνες απεσταλμένοι υποδέχτηκαν στην περιοχή του Αγίου Βασιλείου τη δεύτερη αποστολή, η οποία αποτελούνταν από τον Άγγλο ταγματάρχη Χάρινγκτον και άλλους τρεις αξιωματικούς. Κατά την πτώση με τα αλεξίπτωτα, δύο απ’ αυτούς ο σμηναγός Δρακούλης και άλλος ένας ανθυπολοχαγός, τραυματίστηκαν θανάσιμα.
Πηγή: https://skalalakonias.wordpress.com/2016/05/08/oelasnotialakonia/

Η συνέχεια στο...
Click to Open
Ο Επίλογος!
.....

Κυριακή 12 Φεβρουαρίου 2023

O Efivos Orimase

....... Ο Αλκιβιάδης κοιτάζει πίσω, στην πιο έντονη καμπή της νεότητας του, συγχέοντας τη συναισθηματική φλόγα της ηλικίας του με τη ζοφερή πραγματικότητα μιας δύσκολης εποχής. Μέσα στο μυαλό του, οι σπίθες του πάθους καταφέρνουν να φωτίζουν ακόμα τα σκοτάδια εκείνων των χρόνων, κάνοντας τον να ξεχνά πως πίσω από την ομορφιά των αναμνήσεων στεκόταν πάντα ο αγώνας για την ίδια την επιβίωση.
Ηταν Άνοιξη 1968.. Έναν χρόνο μετά την επιβολή της Χούντας των Συνταγματαρχών (21 Απριλίου 1967), το καθεστώς έχει εδραιώσει τον έλεγχο του κράτους, επιβάλλοντας λογοκρισία, απαγορεύσεις και τρομοκρατία, ενώ οι πρώτες σοβαρές ρωγμές αντίστασης αρχίζουν μόλις να διαφαίνονται. Η  καθημερινότητα είναι βαριά για την ελληνική κοινωνία, ειδικά για τους νέους που βιώνουν τον περιορισμό των ελευθεριών τους, την κρατική επιτήρηση και την αίσθηση της ασφυξίας.
Στα 18 του χρόνια, ο Αλκιβιάδης βρίσκεται σε μια μεταβατική φάση όπου όλα τα συναισθήματα είναι μεγεθυμένα. Οι πρώτες αγάπες, η αναζήτηση ταυτότητας, η αίσθηση της ανεξαρτησίας και ορμή της νιότης προσδίδουν στη ζωή μια «χρωματιστή» ένταση, ανεξάρτητα από τις εξωτερικές συνθήκες.
Μέσα του συγκρούεται ένας κόσμος. Από τη μία η εσωτερική ανάγκη για αυτονομία και από την άλλη η στείρα, καταπιεστική πραγματικότητα ενός καθεστώτος που προσπαθεί να ποδηγετήσει τη σκέψη και τη δράση της νεολαίας.
Πενήντα και πλέον χρόνια μετά, ο ηλικιωμένος πλέον Αλκιβιάδης πέφτει στην παγίδα της νοσταλγικής στρέβλωσης. Ο ανθρώπινος εγκέφαλος, σοφός μα και απατηλός, έχει την τάση να αμβλύνει το ψυχικό τραύμα, το άγχος και τον διαρκή φόβο, αφήνοντας πίσω του αποσταγμένη μόνο τη «ζωντάνια» της νιότης. Τα δύσκολα χρόνια του 1968 μεταπλάθονται τώρα στη μνήμη του σε μια «ρομαντική» εποχή έντονης ζωής και πάθους. Μέσα από το φίλτρο του χρόνου, ξεχνάει εντελώς ότι τα χρώματα εκείνα ήταν συχνά καλυμμένα από τη μουντάδα, τη στέρηση και την αγωνία της καθημερινής επιβίωσης στη φτωχική γειτονιά τους στο Αραπόρεμα, εκεί όπου η σκληρή πραγματικότητα έπρεπε να παλέψει σκληρά για να ανασάνει.
...Το μαλακό, χρυσαφένιο φως του δειλινού έλουζε την παλιά γειτονιά, χαρίζοντας στις προσόψεις των σπιτιών μια νοσταλγική, σχεδόν θεατρική όψη. Εκεί, μπροστά στη μεγάλη ξύλινη πόρτα της αυλής της Ασπασίας, η Ιοκάστη στεκόταν απορροφημένη στη συζήτηση, αναζητώντας τις πληροφορίες που την είχαν φέρει στην αυλή της Ασπασίας. Για τον Αλκιβιάδη, ωστόσο, ο χρόνος είχε σταματήσει. Καθώς η Ασπασία άνοιξε την πόρτα, η εικόνα της του ξύπνησε αθόρυβα και ηδονικά καταχωνιασμένες, πυρακτωμένες μυρωδιές στα σκοτεινά διαμερίσματα του μυαλού του. Τα τέσσερα και πλέον χρόνια που είχαν περάσει από τότε που σταμάτησε το πρωτοχρονιάτικο ποδαρικό είχαν μεταμορφώσει την ανάμνηση που κουβαλούσε. Η Ασπασία δεν ήταν πια η «θεία» των παιδικών του χρόνων. Το τροφαντό, λαχταριστό κορμί της, τυλιγμένο σε μια απλή αλλά κομψή καθημερινή αμφίεση, ανάβλυζε μια ώριμη γυναικεία γοητεία που μπορούσε να βάλει σε πειρασμό ακόμα και άγιο. Η σκέψη του πλημμύρισε από τις κρυφές φαντασιώσεις που τον βασάνιζαν τόσον καιρό, αυτές ακριβώς που τον είχαν κάνει να ντρέπεται και να απομακρυνθεί. Μια ξαφνική, ανεξέλεγκτη ένταση τον φούντωσε από μέσα, σαν φωτιά που φουντώνει απότομα καθώς της ρίχνουν φρέσκα ξύλα. Η καρδιά του χτυπούσε δυνατά στα πλευρά του. Το βλέμμα του Αλκιβιάδη δεν κρατούσε πια τα προσχήματα. Ήταν γεμάτο από εκείνη την ωμή, ατόφια ερωτική φλόγα της νεότητας, ασυγκράτητη και καθαρή.
Η Ασπασία, μέσα στη μοναξιά της καθημερινότητάς της, ανάμεσα στις μοναχικές βόλτες στην αγορά, τις Κυριακές στην εκκλησία και τη λατρεία της για τον κήπο της που έμοιαζε με επίγειο Παράδεισο, είχε μάθει να διαβάζει τις σιωπές των ανθρώπων. Κοιτάζοντάς τον, ξαφνικά συνειδητοποίησε την αλλαγή. Εκείνος που θυμόταν για χρόνια ως ένα παιδάκι της οικογένειας που ζούσε στο σπίτι δίπλα στο ρέμα, στεκόταν τώρα απέναντι της ως άντρας. Το κύμα της αμηχανίας τη χτύπησε ξαφνικά. Ένα βαθύ κόκκινο χρώμα κατέκλυσε τα μάγουλά της. Στα μάτια του νέου διέκρινε ξεκάθαρα τον πόθο και το ενδιαφέρον του, κι αυτό το βλέμμα λειτούργησε σαν σπίθα στον δικό της εσωτερικό κόσμο, ξυπνώντας αισθήματα και επιθυμίες που η μοναξιά και η ρουτίνα είχαν θάψει βαθιά.
Σήμερα, ο Αλκιβιάδης αφήνει τη σκέψη του να περιπλανηθεί σε εκείνη τη σκοτεινή, αποσιωπημένη πλευρά του πένθους . Μια αλήθεια τόσο βαριά που σπάνια τολμά κανείς να ομολογήσει δημόσια. Δεν πρόκειται μόνο για τον πόνο της απουσίας, αλλά για την ασφυκτική, εξουθενωτική δοκιμασία της μακροχρόνιας φροντίδας ενός βαριά άρρωστου ανθρώπου. Την αργή, βασανιστική φθορά όπου η ζωή του φροντιστή γίνεται φυλακή, γεμάτη αυπνίες, φόβο, αγωνία και μια ατελείωτη αλυσίδα καθηκόντων που λυγίζουν το σώμα και την ψυχή.  Και πίσω από αυτή τη σιωπηλή σταύρωση, κρύβεται το ταμπού που κανείς δεν ξεστομίζει εύκολα. Η ηχηρή, σχεδόν σκανδαλώδης λύτρωση που ακολουθεί την απώλεια. Εκείνη η πρώτη, απαγορευμένη ανάσα ανακούφισης όταν τα βάσανα τελειώνουν, και ο άνθρωπος, μέσα στα ερείπια της μοναξιάς του, νιώθει επιτέλους τα δεσμά να λύνονται και το κορμί του να διεκδικεί ξανά, σχεδόν με ενοχική ορμή, το δικαίωμα στη ζωή, στην ανάσα και στην ηδονή.
Το ερώτημα «πόσο θα κρατήσει ακόμα;» δεν πηγάζει από έλλειψη αγάπης, αλλά από το ένστικτο της αυτοσυντήρησης. Είναι η ανθρώπινη κραυγή ενός πλάσματος που πνίγεται κάτω από το βάρος ενός ατελείωτου Γολγοθά.
 Στην κηδεία, τη χήρα τη φαντάζεται με μαύρα γυαλιά που λειτουργούν ως προστατευτικό παραπέτασμα. Οι γύρω βλέπουν μια σύζυγο που «σπαράζει» πίσω από σκούρους φακούς, ενώ στην πραγματικότητα τα γυαλιά κρύβουν ένα βλέμμα αστραφτερό, απελευθερωμένο από το βάρος.
 Όταν ο κύκλος του μαρτυρίου της κλείνει, η φύση γύρω συνεχίζει να υπάρχει. Ο ουρανός είναι γαλανός, τα λουλούδια ανθίζουν, μοσχομυρίζουν και η χήρα, για πρώτη φορά μετά από χρόνια, συνειδητοποιεί ότι βρίσκεται ξανά στο επίκεντρο της δικής της ζωής. Το τελευταίο πλύσιμο των λερωμένων σεντονιών δεν είναι απλώς μια δουλειά του σπιτιού, είναι το τελετουργικό καθαρτήριο μιας εποχής που τελείωσε οριστικά.
Έχουν περάσει χρόνια ολόκληρα από τον οδυνηρό θάνατο του συζύγου της και τη μακρά περίοδο της φροντίδας και του πένθους, η θλίψη είχε γίνει δεύτερη φύση της. Η Ασπασία είχε συνηθίσει να ζει στη σκιά, ξεχνώντας τις δικές της ανάγκες. 
Τους τελευταίους μήνες, ωστόσο, κάτι είχε αλλάξει ριζικά. Μέσα από την ενασχόληση με τον εαυτό της, είχε καταφέρει να επανέλθει σε φόρμα, ολοκληρώνοντας μια σιωπηλή αλλά δυναμική εσωτερική και εξωτερική μεταμόρφωση. Το σώμα της και η ψυχή της ήταν έτοιμα, ακόμα κι αν η ίδια δεν το ομολογούσε ανοιχτά. 
Η είσοδος του κήπου της Ασπασίας, αυτού του επίγειου παραδείσου που έχτισε με τόση αγάπη για να γιατρεύει τη μοναξιά της, μεταμορφώνεται ξαφνικά σε σκηνή μιας αναπάντεχης συναισθηματικής έκρηξης. Όταν αντικρίζει τον Αλκιβιάδη, όχι πια το λιγνό αγοράκι από το χαμηλό σπίτι του ρέματος, αλλά έναν γοητευτικό, ξαναμμένο νεαρό, η Ασπασία αισθάνεται τη Μοίρα να την αγγίζει. Η εσωτερική της τρικυμία δεν είναι φόβος, αλλά η ξαφνική, αναζωογονητική επιστροφή των ερωτικών παρορμήσεων που η μοναξιά είχε θάψει. Ανάμεσα σε εκείνη και τον Αλκιβιάδη στήνεται ένας χορός χωρίς λόγια. Τα βλέμματα τους μιλούν, φιλούν και αγγίζουν, διαπερνώντας τα χρόνια και τις αποστάσεις. Ο νέος στέκεται εκεί σαν μια υπόσχεση φωτός για τη νύχτα που έρχεται, έτοιμος να απαλύνει μια μοναξιά που η ίδια άρχισε πια να αποστρέφεται.
Ενώ ο Αλκιβιάδης στεκόταν παράμερα, αφήνοντας την Ιοκάστη και την Ασπασία να βυθιστούν στη συζήτησή τους μια ξαφνική παρουσία ήρθε να ανατρέψει τη δυναμική της στιγμής. Από τον πλαϊνό δρόμο εμφανίστηκε η Μυρσίνη. Η Μυρσίνη, κουβαλώντας το δικό της βαρύ παρελθόν και την πρόσφατη, πικρή απογοήτευση από τον έφεδρο αξιωματικό που είχε πάρει μετάθεση για τη Βόρεια Ελλάδα αφήνοντας την πίσω μόνη, βυθισμένη στη σιωπή των ανεκπλήρωτων υποσχέσεων, μόλις αντίκρισε τον Αλκιβιάδη μεταμορφώθηκε. Η έκπληξή της έγινε αμέσως χαρά· μια μικρή, αυθόρμητη τσιρίδα ξέφυγε από τα χείλη της πριν τρέξει να τον αγκαλιάσει σφιχτά. Το φιλί στα μάγουλα διαδέχτηκε ένα ξαφνικό, τρυφερό φιλί στο στόμα και η ατάκα που κουβαλούσε όλη την οικειότητα του παρελθόντος:
«Σε πεθύμησα, παλιοτόμαρο».
Μετά τις τυπικές φιλοφρονήσεις ανάμεσα στις γυναίκες, οι δυο νέοι αποσύρθηκαν λίγο πιο πέρα, αφήνοντας τις μεγαλύτερες γυναίκες να συνεχίσουν την κουβέντα τους. Καθώς η ώρα κυλούσε και η κουβέντα τους άναβε, μια απροσεξία έφερε την ανατροπή. Η Μυρσίνη παραπάτησε αδέξια. Στην προσπάθειά της να μην πέσει κάτω, άρπαξε τον Αλκιβιάδη από το πανωφόρι, ενώ το άλλο της χέρι κατέληξε να γλιστρήσει και να πιαστεί ακριβώς επάνω στα αχαμνά του. Συνειδητοποιώντας αμέσως πού είχε προσγειωθεί το χέρι της, τα έχασε για ένα δευτερόλεπτο. Όμως, αντί για αμηχανία, το πονηρό της πνεύμα και η παλιά τους οικειότητα πήραν τον έλεγχο. Με ένα σκανδαλιάρικο χαμόγελο και μια δόση αυτοσαρκασμού, του ψιθύρισε:
«Συγγνώμη, ελπίζω να μην σε πόνεσα... αν και το χρειάζεσαι! Στο χρωστάω!», χαϊδεύοντας τον απαλά και στοργικά πάνω από το παντελόνι, αφήνοντας τον Αλκιβιάδη διχασμένο ανάμεσα στη φλόγα που είχε μόλις ανάψει για την Ασπασία και την ακαταμάχητη, παιχνιδιάρικη ενέργεια της Μυρσίνης.
Καθώς ο ήλιος έγειρε οριστικά πίσω από τις βουνοκορφές, το τοπίο της Φθιώτιδας μεταμορφώθηκε σε έναν πίνακα ζωγραφικής. Τα βουνά της Αταλάντης και της Χαλκίδας φλόγιζαν κατακόκκινα, κολυμπώντας στη χρυσόμαλλη καταχνιά και ανθίζοντας σαν πελώρια μενεξεδένια μπουκέτα. Η Λαμία χανόταν ανάμεσα στις τριφυλλοσπαρμένες ραχούλες του απέραντου κάμπου, η Όθρυς στεκόταν κατάγυμνη στα αριστερά, η ελατοφυτεμμένη Οίτη καμάρωνε δεξιά, και ο Σπερχειός ξεχύνονταν σαν γιγαντιαίο ασημοστόλιστο φίδι μέσα στις πικροδάφνες, τα πλατάνια και τα κυπαρίσσια.
Η Ιοκάστη στεκόταν με γυρισμένη την πλάτη, ανυποψίαστη για το δράμα που παιζόταν ελάχιστα μέτρα μακριά της. Η Μυρσίνη, με τη ζωντάνια και τον αυθορμητισμό της, τον κοιτούσε στα μάτια, ζητώντας ξεκάθαρη ανταπόκριση και αφήνοντας τις επιθυμίες της ορθάνοιχτες. Όμως, ο Αλκιβιάδης ήταν παγιδευμένος ανάμεσα σε δύο κόσμους. Από τη μία, η Μυρσίνη απαιτούσε την προσοχή του· από την άλλη, τα μάτια της Ασπασίας τον είχαν «καρφώσει». Με ένα αινιγματικό, χαμόγελο, η Ασπασία δεν χρειαζόταν λόγια. Τα παιχνιδιάρικα μάτια της έστελναν ένα σιωπηλό, βαρυσήμαντο «τάξιμο», αφήνοντας τον νεαρό κόκκινο από ντροπαλή απόγνωση και εσωτερική τρικυμία.
Η απόφαση είχε παρθεί. Χρησιμοποιώντας χίλιες δυο προφάσεις και εκμεταλλευόμενη την οικειότητα των χρόνων, η Ασπασία κατάφερε να πείσει την Ιοκάστη. Η βραδιά έκρυβε άλλες προτεραιότητες. Ο Αλκιβιάδης θα έμενε το βράδυ στο σπίτι της. Καθώς η νύχτα άρχισε να απλώνεται πάνω από τον κάμπο του Σπερχειού, η πόρτα του «επίγειου παραδείσου» ετοιμαζόταν να κλείσει για τον έξω κόσμο, αφήνοντας πίσω της ανοιχτό το κεφάλαιο μιας επικίνδυνης, συναρπαστικής ενηλικίωσης.
Όταν η Ιοκάστη και η Μυρσίνη απομακρύνθηκαν στο σκοτάδι, με την Ιοκάστη να αφήνει πίσω της την προειδοποίηση για την τεντωμένη ατμόσφαιρα και τα πιθανά επεισόδια της σκοτεινής επετείου, και τη Μυρσίνη να κουβαλά στο βλέμμα της μια πικρή απογοήτευση για τη σιωπή του, το σκηνικό άλλαξε απότομα. Η αυλή της Ασπασίας έγινε ένας κλειστός, απομονωμένος κόσμος.
Η πικρόχολη ατάκα της Ασπασίας για τη Μυρσίνη . «Το τσουλάκι! πως σε κοιτούσε έτσι...» δεν έκρυβε απλώς την κρίση της, αλλά πρόδιδε την κτητικότητα και τον εσωτερικό της πυρετό. Η ώριμη γυναίκα δεν άντεχε τον ανταγωνισμό, ούτε την ωμή, απροκάλυπτη επιθυμία μιας νεότερης κοπέλας που διεκδικούσε τον Αλκιβιάδη. Ο νεαρός, πιασμένος στην παγίδα της αμηχανίας του, προσπάθησε να σώσει τα προσχήματα:«Ξέρετε, κυρία Ασπασία...» Δεν πρόλαβε όμως να ολοκληρώσει τη φράση του. Η αντίδραση της Ασπασίας ήταν άμεση και κοφτερή, γκρεμίζοντας μεμιάς τα τείχη του σεβασμού και της απόστασης. «Με κάνεις και αισθάνομαι σαν γριά καντηλανάφτισσα. Ακούς εκεί κυρία Ασπασία; Ασπασία σκέτο. Εκτός εάν ήθελες να πας μαζί της και όχι να κάνεις παρέα με γριές σαν και εμένα!»
Καθώς τον πλησίαζε αποφασιστικά, αναγκάζοντάς τον να κάνει ένα βήμα πίσω, το πρόσωπό της φωτίστηκε από ένα πονηρό, βαθιά αισθησιακό χαμόγελο. Ένα χαμόγελο που δεν άφηνε περιθώρια παρερμηνείας, ήταν μια δήλωση πρόθεσης, μια υπόσχεση νυχτερινής αποπλάνησης. Ο Αλκιβιάδης, κοκαλωμένος ανάμεσα στην ηλικιακή του συστολή και στην ιλιγγιώδη πραγματικότητα αυτού που συνέβαινε, έχασε τα λόγια του. Προσπάθησε ψελλίζοντας να εξηγήσει ότι δεν την έβλεπε έτσι, αλλά η φωνή του πνίγηκε. Η νύχτα έπεφτε βαριά γύρω τους, και η πόρτα του σπιτιού είχε πια κλείσει οριστικά πίσω τους. «Λοιπόν, θα περάσεις ή θα την βγάλουμε εδώ στην πόρτα;» του είπε με μια φωνή που ακροβατούσε ανάμεσα στο χιούμορ και την πρόκληση.
Την ίδια στιγμή, με μια αργή, ελεγχόμενη κίνηση, σύρθηκε πίσω τους η βαριά αυλόπορτα, κλείνοντας έξω τον κόσμο, τη νυχτερινή αναταραχή της επετείου και τα βλέμματα των περαστικών. Η Ασπασία γύρισε την πλάτη και άρχισε να περπατά προς το σπίτι, κουνώντας επιδεικτικά και όλο νάζι τα λαγόνια της, κάνοντας κάθε της βήμα μια σκόπιμη δήλωση γοητείας. Ο Αλκιβιάδης την ακολούθησε αμέσως. Επιτάχυνε το βήμα του, ανίκανος να ξεκολλήσει τα μάτια του από τους εύσαρκους, λικνιζόμενους γλουτούς της, που τον είχαν αναστατώσει ολοκληρωτικά, μετατρέποντας τη λογική του σε θολό καπνό.
Στα πενήντα επτά της χρόνια, η Ασπασία διέθετε μια ομορφιά που όχι μόνο είχε αντέξει στη φθορά του χρόνου, αλλά έμοιαζε να έχει ωριμάσει εκρηκτικά. Σαν κορασίδα υπήρξε εντυπωσιακή, αλλά τώρα, με τη στητή κορμοστασιά της και το λαμπερό της πρόσωπο, έμοιαζε πολύ μικρότερη από την ηλικία της. Πάνω στο πρόσωπό της κυριαρχούσαν εκείνα τα τεράστια, εκφραστικά μελιά μάτια, ικανά να αιχμαλωτίσουν τον οποιονδήποτε. Ήταν από τις γυναίκες που, είτε κάθονταν είτε στεκόντουσαν όρθιες, ανάγκαζαν τα αντρικά βλέμματα να σκαλώνουν πάνω τους χωρίς δεύτερη σκέψη. Άλλωστε, η ζωή της δεν είχε στερηθεί πάθη· στα νιάτα της είχε ζήσει έρωτες που έρχονταν και έφευγαν. Σχέσεις συχνά ασταθείς και περαστικές, που στηρίζονταν περισσότερο στην ωμή, ζωική έλξη και στη φωτιά του σεξ παρά σε βαριές, στιβαρές δεσμεύσεις. Και τώρα, αυτή ακριβώς η φωτιά φαινόταν έτοιμη να αναβιώσει με τον πιο απρόσμενο, τολμηρό τρόπο.
Καθώς η Ασπασία ανέβαινε τα σκαλοπάτια προς το πλατύσκαλο, το αέρινο φουστάνι της άνοιξε, αποκαλύπτοντας ολόκληρο τον μηρό της. Ο Αλκιβιάδης, καθηλωμένος από το θέαμα, άφησε το βλέμμα του να γλιστρήσει στα κλεφτά πάνω στο λευκό, σαρκώδες δέρμα της. Την ίδια στιγμή, ένιωσε τον ανδρισμό του να φουσκώνει απειλητικά και να αντιδρά σε κάθε του σκέψη. Έμεινε ακίνητος, απορροφημένος από την εικόνα. Η Ασπασία, νιώθοντας το βάρος του βλέμματος του, έστρεψε μια φευγαλέα ματιά πίσω της. Είδε ακριβώς πού κατέληγαν τα μάτια του. Ένα πονηρό, ικανοποιημένο μειδίαμα σχηματίστηκε στα χείλη της. Όταν γύρισε και τον κοίταξε ευθεία στα μάτια, διάβασε καθαρά τον ατόφιο πόθο του. Και η ίδια, μέσα της, ένιωσε ένα κύμα ηδονής να την διαπερνά, ήταν τόσο εύκολο να ανάψει αυτή η φωτιά.
«Θέλω να αισθάνεσαι άνετα, κι όχι να με ντρέπεσαι... Δεν υπάρχει κανένας απολύτως λόγος να με ντρέπεσαι», του είπε με φωνή χαμηλή, γλυκιά, διαλύοντας τις τελευταίες του αντιστάσεις.
Ο Αλκιβιάδης πάλευε με τα δικά του φαντάσματα. Αισθανόταν αμήχανα στην ιδέα να εκφραστεί επιτέλους ως άνδρας και όχι ως το παιδί που θυμόταν εκείνη. Ντρεπόταν βαθιά στην ιδέα ότι η απειρία του ήταν καταφανής, πως δεν είχε κάνει ποτέ του μια αληθινή, ολοκληρωμένη σχέση. Κι όμως, παραδόξως, η εγγύτητα της Ασπασίας τού πρόσφερε μια παράξενη, λυτρωτική άνεση.
«Στην Ιοκάστη είπα ότι χρειάζομαι τη βοήθειά σου για ένα σωρό δουλειές που επείγουν. Ξεκινάμε από το τζάκι, γιατί οι δουλειές που έχω στο μυαλό μου θέλουν ατμόσφαιρα, αυθορμητισμό και φαντασία. Δεν πιστεύω να διαφωνείς με τις επιλογές μου;» του πέταξε την ατάκα, χωρίς καν να περιμένει την απάντησή του.
Από μικρό παιδί τη συμπαθούσε, μα αυτό που εκτυλισσόταν τώρα δεν είχε καμία σχέση με το παρελθόν. Κοιτάζοντάς την, ένιωθε ότι παρότι διατηρούσε εξωτερικά μια ψύχραιμη στάση, η Ασπασία έκρυβε μέσα της θαμμένα, τεράστια πάθη. Δεν ήταν σίγουρος αν ήξερε πού ακριβώς οδηγούσε όλο αυτό, ήξερε όμως καλά τι της έδειχνε, πως απόψε ενδιαφερόταν γι' αυτήν, πως αναγνώριζε τη γοητεία της και πως, πέρα από κάθε ηλικιακή απόσταση, τη «θέλει», με όλη τη δύναμη της νεόκοπης ανδρικής του ψυχής.
Η μεγάλη, ασβεστωμένη κάμαρα ήταν ένα καταφύγιο θαλπωρής. Το καθαρό, λευκό φως που αντανακλούσε στους τοίχους τους αγκάλιαζε με μια αίσθηση ζεστασιάς, ασφάλειας και λύτρωσης. Οι λεπτές, άσπρες κουρτίνες στα παράθυρα λικνίζονταν διακριτικά, ενώ μπροστά στο τζάκι είχε απλωθεί μια αφράτη, ζεστή κίτρινη φλοκάτη, σαν ολόκληρος κρόκος αυγού, που προσκαλούσε σε χαλάρωση. Ο Αλκιβιάδης είχε αναλάβει το άναμμα της φωτιάς, την ώρα που η Ασπασία ετοίμαζε το τραπέζι δίπλα στην εστία.
Ο Αλκιβιάδης, με τα κυματιστά, καστανά μαλλιά του αναστατωμένα και την εσωτερική του αμηχανία να έχει πλέον δώσει τη θέση της σε μια βαθιά, σχεδόν νωχελική άνεση, είχε αράξει στον καναπέ. Καθώς η Ασπασία κάθισε στην πολυθρόνα απέναντί του, εκείνος πέρασε το χέρι μέσα από τα σγουρά μαλλιά του, κοιτάζοντας αφηρημένα τους πίνακες σε καμβά που στόλιζαν τον τοίχο με τοπία της φύσης. Απέναντί του, η Ασπασία πάλευε να τιθασεύσει τις δικές της μύχιες σκέψεις. Η πρωτοβουλία να τον κρατήσει στο σπίτι της ήταν δική της, μα τώρα που η νύχτα έκλεινε τον κύκλο της γύρω τους, η εσωτερική πάλη φούντωνε. Πώς να παραμερίσει τα τεχνητά πέπλα και τις κοινωνικές αποστάσεις που έκρυβαν τις βαθύτερες επιθυμίες της;
«Ίσως είναι μια ευκαιρία να πλέξω μαζί του μια πρόσκαιρη ερωτική ιστορία και, όσο πάρει, να χαρώ και εγώ την ηδονή», σκέφτηκε, αφήνοντας το βλέμμα της να χαθεί στη φλόγα που δυνάμωνε αργά στο τζάκι.
Η σιωπή μέσα στην κάμαρα βάρυνε, φορτισμένη από τις αόρατες, πυρακτωμένες σκέψεις που διασταυρώνονταν ανάμεσά τους. Η Ασπασία, κλεισμένη στον προσωπικό της κόσμο, άφησε το μυαλό της να πλάσει μια τολμηρή, κινηματογραφική εικόνα. Μια εσωτερική προβολή που γεννήθηκε από τα βάθη της καταπιεσμένης επιθυμίας της. Φαντάστηκε τον Αλκιβιάδη να κυριεύει μια γυναίκα γονατιστή στα τέσσερα, με τα μαλλιά της λυτά να της κρύβουν το πρόσωπο και το κορμί της να σπαρταρά κάτω από το ρυθμικό, έντονο σφυροκόπημα του. Η σκηνή αυτή, ολοζώντανη και ωμή, κάθισε βαριά στο κατώφλι του νου της, ανάβοντας μια φωτιά που δεν μπορούσε πια να ελέγξει.
Με τα μάτια της να λάμπουν αινιγματικά, τον κοίταξε επίμονα, μετρώντας μέσα της το μέγεθος του καημού και της καύλας της. Την ώρα που ο νέος της μιλούσε, εκείνη ένιωθε το ένοχο, σεξουαλικό πάθος να τη διαπερνά. Το βλέμμα της γλίστρησε διακριτικά προς το παντελόνι του, παρατηρώντας τον ανδρισμό του να διαγράφεται ξεσηκωμένος, προδομένος από τη φαντασία του. Στο ίδιο δευτερόλεπτο, ένα ζεστό κύμα από υγρά άρχισε να πλημμυρίζει το εσωτερικό της, κάνοντας το σώμα της να ζητάει επίμονα λύτρωση.
Αποφασισμένη πια να σπάσει τον πάγο, σηκώθηκε απότομα, γέμισε τα ποτήρια τους με το βαθύ κόκκινο κρασί και κάθισε πιο κοντά του. Η νευρικότητα της πρόδιδε την αδιάκοπη εσωτερική της κίνηση, μια σχεδόν σωματική ανάγκη να αγγίξει, να προκαλέσει, να ανατρέψει τα πάντα.
Ξεκίνησαν να μιλούν επιφανειακά, «περί ανέμων και υδάτων», όμως η Ασπασία δεν είχε σκοπό να μείνει στα ασφαλή νερά. Με ένα πονηρό, πειραχτικό ύφος, άρχισε να τον στριμώχνει, ρωτώντας τον ευθέως για τα κορίτσια της ηλικίας του, τις παρέες του και, κυρίως, εάν είχε ποτέ του κάποια ολοκληρωμένη, αληθινή σχέση.
Η ερώτηση αυτή, χτυπώντας ακριβώς στην αχίλλειο πτέρνα της απειρίας του, έκανε τον Αλκιβιάδη να κοκκινίσει σύγκορμος, νιώθοντας την παγίδα να κλείνει γύρω του, την ώρα που η Ασπασία απολάμβανε κάθε του δισταγμό, έτοιμη να τον οδηγήσει στον δικό της, απαγορευμένο παράδεισο.
Η αποκάλυψη της αμηχανίας και της απειρίας του Αλκιβιάδη λειτούργησε πάνω στην Ασπασία όχι αποθαρρυντικά, αλλά σαν το τελικό σύνθημα για να πέσουν και τα τελευταία προσχήματα.
Όταν ο νεαρός ομολόγησε πως δεν είχε τις «φοβερές επιτυχίες» και πως δεν είχε ζήσει ακόμη μια ολοκληρωμένη σχέση, η Ασπασία δυσκολεύτηκε να το πιστέψει. Η αντίθεσή ανάμεσα στα πλούσια φυσικά του προσόντα και στην εσωτερική του συστολή της φάνηκε σχεδόν απίθανη.
Με ένα ελεύθερο, ηχηρό γέλιο, η Ασπασία έσπασε τον πάγο, αποδίδοντας την «αποτυχία» του σε δισταγμό ή άρνηση δέσμευσης, ενώ ο ίδιος παραδεχόταν πως η ατυχία και η αναποδιά του είχαν στερήσει τις γυναίκες που πραγματικά ποθούσε.
Καθώς η συζήτηση προχωρούσε, η ατμόσφαιρα γινόταν ολοένα και πιο πυρακτωμένη. Η Ασπασία, νιώθοντας πια σαν μια γυναίκα που διεκδικεί με αξιώσεις το δικό της, απαγορευμένο μέχρι χτες δικαίωμα στην ηδονή, σήκωνε αργά το φόρεμά της αποκαλύπτοντας τα πόδια της και αλλάζοντας συνεχώς σταύρωμα με μια υπολογισμένη, αισθησιακή κίνηση. Απέναντί της, ο Αλκιβιάδης ένιωθε εντελώς απροετοίμαστος. Μέσα στα φυλλοκάρδια του κυριαρχούσε ένας πρωτόγνωρος φόβος, όχι από φόβο για την ίδια, αλλά από το μέγεθος της πρωτοφανούς εμπειρίας που τον συνέτριψε. Η κίνηση της Ασπασίας να σηκωθεί, να γεμίσει ξανά τα ποτήρια και να έρθει να κολλήσει δίπλα του στον καναπέ, ακουμπώντας το χέρι της απευθείας πάνω στον μηρό του, έδωσε το σύνθημα της οριστικής ανατροπής.
Στο άγγιγμα αυτό, η αντίδραση του σώματος του ήταν άμεση και αμείλικτη. Ένα τεράστιο, καυτό φούσκωμα σχηματίστηκε στο παντελόνι του. Ήταν η στιγμή που το τρέμουλο της ερωτικής επιθυμίας τον συνεπήρε ολόκληρο. Οι αισθήσεις του παρέλυσαν, η αναπνοή του έγινε κόμπος στον λαιμό, η καρδιά του χτυπούσε μανιασμένα στα πλευρά του και οι παλάμες του γέμισαν κρύο ιδρώτα, καθώς στεκόταν στο χείλος ενός γκρεμού από όπου δεν υπήρχε πια δρόμος επιστροφής.
Η απόφαση είχε παρθεί. Χωρίς να αφήσει περιθώρια για δεύτερες σκέψεις ή δισταγμούς, η Ασπασία σηκώθηκε από τον καναπέ, άφησε τον Αλκιβιάδη με την αναπνοή κομμένη και κατευθύνθηκε προς το δωμάτιό της, ψιθυρίζοντας πως θα επέστρεφε σε λίγο.
Η αναμονή διήρκεσε ελάχιστα, αλλά για τον νεαρό κάθε δευτερόλεπτο φάνηκε αιώνας. Όταν η πόρτα άνοιξε ξανά, η εικόνα που αντίκρισε του έκοψε τα τελευταία ψήγματα λογικής.
Καθώς τα φώτα έσβησαν και το μοναδικό φως στην κάμαρα προερχόταν πια από τις φλόγες που χόρευαν στο τζάκι, η Ασπασία στάθηκε μπροστά του. Φορούσε ένα αέρινο, διάφανο μαύρο νυχτικό που άφηνε ελάχιστα στη φαντασία, με μια μικρή, αστραφτερή ασημένια κιλότα να διαγράφεται προκλητικά από κάτω. Με μια αργή, υπνωτική κίνηση, έκανε μια ολόκληρη περιστροφή μπροστά του, αφήνοντας το φως της φωτιάς να γλιστρά πάνω στις καμπύλες του κορμιού της. Τον κοιτούσε ερωτιάρικα, με ένα βλέμμα γεμάτο αυτοπεποίθηση και πόθο. Ο Αλκιβιάδης είχε μαζευτεί απελπισμένα στην άκρη του καναπέ, με τα μάτια ορθάνοιχτα από δέος και ζάλη. Το χέρι του, εντελώς ασυναίσθητα, είχε κατέβει και πίεζε σφιχτά το τεράστιο φούσκωμα στο παντελόνι του, το οποίο έδειχνε έτοιμο να σκιστεί από την εσωτερική πίεση. Η Ασπασία έκανε ένα βήμα πιο κοντά του, άπλωσε το χέρι και, ακουμπώντας ελαφρά τα δάχτυλά της στα χείλη του, του έδωσε την τελική εντολή:
«Μην πεις κουβέντα...»
Ο Αλκιβιάδης είχε παραδοθεί άνευ όρων. Και πώς αλλιώς θα μπορούσε να γίνει; Όλα γύρω του συνέβαιναν με μια πρωτόγνωρη, ακατανίκητη ένταση, απροσποίητη και ωμή. Θυμόταν την καρδιά του να χτυπά τόσο δυνατά που ο παλμός της αντηχούσε μέσα στα μηνίγγια του, ενώ η ανάσα του κοβόταν κάθε φορά που τα χέρια της άρχιζαν να τον περιεργάζονται.
Η εμπειρία και η δεξιοτεχνία της Ασπασίας ήταν σαρωτικές. Το χέρι της γλιστρούσε με ακρίβεια πάνω στην επιφάνεια της σκληρής του στύσης, περιτρέχοντας τις γραμμές του και ζυγίζοντας απαλά, μεθοδικά το χάδι της από τον αφαλό και προς τα κάτω, αφαιρώντας του και τα τελευταία ψήγματα λογικής αντίστασης.
Κι όμως, ο Αλκιβιάδης απέφευγε επίμονα να τη κοιτάξει στα μάτια. Δεν μπορούσε! Ούτε ο ίδιος ήξερε γιατί. Ένας πρωτόγνωρος κόμπος ντροπής, δέους και μέθης τον είχε παραλύσει. Τέτοιο πράγμα δεν του είχε ξανασυμβεί ποτέ στη ζωή του.
«Επ, κοίτα με», του είπε χαμηλόφωνα, σχεδόν διατακτικά.
Εκείνος, αντί να υπακούσει, χαμήλωσε το κεφάλι του ακόμη πιο πολύ, προσπαθώντας να κρυφτεί. Τότε, η Ασπασία άπλωσε το χέρι της, έπιασε σταθερά το πηγούνι του και, με τα απαλά της δάχτυλα, σήκωσε αργά το κατεβασμένο κεφάλι του μέχρι να τον φέρει στα μέτρα της. Τα μάτια της ήταν γεμάτα από μια βαθιά, αχόρταγη ερωτική φλόγα.
«Με ρωτάς τώρα, δηλαδή; Ναι! Μ' αρέσει. Μ' αρέσει αυτό που ζω», ψέλλισε με φωνή βραχνή, παραδεχόμενος την ήττα του από το ίδιο του το σώμα.
Η Ασπασία, χαμογελώντας με μια παιχνιδιάρικη, προκλητική ζεστασιά που έκρυβε χρόνια στέρησης, τον πλησίασε ακόμα περισσότερο, αφήνοντας την ανάσα της να χαϊδέψει το πρόσωπό του. 
Αυτός παραδόθηκε αχόρταγα στον έρωτά της, αφήνοντας πίσω του κάθε σκέψη, κάθε λογική και κάθε απόσταση, σαν να ήταν η αγκαλιά της ο μοναδικός τόπος στον κόσμο.
Ο Αλκιβιάδης άνοιξε για μια στιγμή μονάχα τα βλέφαρά του για να αποτυπώσει για πάντα στη μνήμη του την εικόνα της. Το πρόσωπό της έμοιαζε σαν να είχε πάρει φωτιά, χαμένο σε συσπάσεις ηδονής και απόλυτης παράδοσης. Από τα μισάνοιχτα χείλη της ξέφυγαν μικρές, κοφτές κραυγές που δυνάμωναν ρυθμικά, καθώς πλησίαζε η αναπόφευκτη κορύφωση. Τα πόδια της τυλίχθηκαν σφιχτά γύρω του, τα χέρια της ανέβηκαν και αγκιστρώθηκαν στον λαιμό του, σφίγγοντας τον όλο και πιο δυνατά σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια να γίνουν ένα. Αυτός, με τα μάτια καρφωμένα επάνω της, ένιωσε το κορμί του να μεταμορφώνεται σε μια εύφλεκτη δάδα, έτοιμη να προσφέρει φως και ζωή στην πιο ιερή σπονδή. Άδειασε από μέσα του ολόκληρο το κρυμμένο του πάθος, απελευθερώνοντας όλη τη φωτιά της νιότης του, την ίδια στιγμή που είδε το κορμί της να πάλλεται, συντονισμένο απόλυτα με το δικό του σε έναν χορό πρωτόγονο και δαιμονικό.
Την έκρηξη διαδέχθηκε μια βαθιά, σχεδόν ιερή σιωπή. Μοναδικός ήχος η καρδιά του Αλκιβιάδη που πυροβολούσε αδιακρίτως μέσα στα στήθη του, τρέχοντας να προλάβει τον χρόνο. Εκείνη έβγαλε έναν βαθύ, απαλό αναστεναγμό πλήρωσης και ανακούφισης. Τον κοίταξε τρυφερά, με τα μάτια της να λάμπουν από μια νέα, αναγεννημένη ζεστασιά, και τον αγκάλιασε σφιχτά με τα δύο της χέρια. Ο Αλκιβιάδης έχωσε το κεφάλι του στον ώμο της. Εκείνη τον έσφιξε ακόμη πιο κοντά της, χαϊδεύοντας του τρυφερά τα κυματιστά, ανάστατα μαλλιά.
«Αγορίνα μου!» του είπε με φωνή στάλα μέλι και πονηρό υπονοούμενο. «Αναρωτιέμαι πόσες φορές ακόμη αντέχεις να κάνεις σεξ σε ένα βράδυ; Γιατί εγώ είχα ξεχάσει πώς το κάνουν... Λες και είχα γίνει ξανά παρθένα;»
Ο Αλκιβιάδης, αφήνοντας την αμηχανία του να μεταμορφωθεί σε μια ξαφνική, τολμηρή αυτοπεποίθηση, βρήκε τον τρόπο να της απαντήσει. Χωρίς να χάσει χρόνο, απαγγελώντες τους στίχους σαν ένα αιώνιο ερωτικό στοίχημα, της ξεκαθάρισε τις προθέσεις του:
..........Ένας νεαρός με μια κυρά στοιχηματίζει Πως δώδεκα φορές θα της το κάνει.
Εκείνη δέχεται, και μάνι-μάνι Στο στρώμα πέφτουν και το γλέντι αρχίζει.
Μα όταν αυτός μετράει ως τις οχτώ, «Το μέτρημα,» του λέει, «δεν είναι σωστό.
Με κλέβεις μια. Χωρίς να σε προσβάλω. Θαρρώ πως δεν αντέχεις άλλο.
Και να ξεφύγεις προσπαθείς.» Κι ο τύπος απαντάει ευθύς:
«Εγώ πάντα μετράω με προσοχή. Μα αν θέλεις, ξεκινάμε απ’ την αρχή.»....................
Η Ασπασία τον κοίταξε έκπληκτη, με τα μεγάλα μελιά της μάτια να ανοιγοκλείνουν από το θράσος και την ετοιμολογία του. Μια σκιά πονηρής ζήλιας και απορίας πέρασε από το βλέμμα της.
«Σίγουρα δεν έχεις ξεμουνιάσει μερικές ξεφωνημένες πιτσιρίκες;» τον ρώτησε απότομα, θέλοντας να δοκιμάσει τα όριά του και να μάθει το παρελθόν του.
Εκείνος, όμως, δεν της απάντησε. Άφησε την ερώτηση να αιωρείται στον θερμό αέρα της κάμαρας, δίπλα στο αναμμένο τζάκι. Θεώρησε πως τέτοιες ερωτήσεις, δεν επιδέχονταν απαντήσεως, ειδικά τώρα που το παρόν απαιτούσε ολόκληρη την προσοχή τους.
Μέσα στο ημίφως της κάμαρας, με τη μοναδική ζεστασιά να προέρχεται από τις σβήνουσες φλόγες του τζακιού, ο χρόνος σταμάτησε.
«Δεν έχω νιώσει ποτέ ξανά τόσο όμορφα», ψέλλισε ο Αλκιβιάδης με φωνή σχεδόν ανύπαρκτη, προτού αφήσει το κορμί του αποκαμωμένο να γλιστρήσει και να απλωθεί δίπλα της.
«Ναι, ήταν όμορφα», παραδέχτηκε κι εκείνη με σβηστή, βραχνή φωνή, αφήνοντας το βλέμμα της να χαθεί στο ταβάνι, νιώθοντας επιτέλους ξανά ζωντανή.
Η φωνή της Ασπασίας, σπασμένη από την ένταση και γεμάτη μια πρωτόγνωρη, ζωώδη ευφορία, έσπασε τη σιωπή της νύχτας.
«Παναγία μου, θα αρχίσω να ουρλιάζω με το σεξ που μου χαρίζεις απόψε, είναι υπέροχο, πώς στο καλό ζούσα τόσο καιρό χωρίς αυτό το δώρο της φύσης στον άνθρωπο!» Η ψυχή και το σώμα της είχαν σπάσει τα δεσμά των επτά χρόνων της σιωπής και του πένθους. Μέσα στον πυρετό της ηδονής, οι αισθήσεις της είχαν οξυνθεί σε σημείο παράλογο. «Ακούω πουλάκια να κελαηδούν και κάποια πυροτεχνήματα! Ναι, όλη η πλάση γιορτάζει μαζί μου απόψε!»
Δεν ήταν απλώς η έκρηξη μιας ερωτικής στιγμής· ήταν η θριαμβευτική, ασυγκράτητη επιβεβαίωση της ζωής πάνω στον θάνατο και τη μοναξιά. Το αποκορύφωμα μιας χήρας που ένιωθε τη γυναικεία της φύση, τόσο καιρό θαμμένη κάτω από τα καθήκοντα, τον πόνο και τη φροντίδα, να νεκρανασταίνεται ολοζώντανη, απαιτώντας ξανά τη θέση της στον κόσμο.
Η Ασπασία έπεσε εξαντλημένη πάνω του, με το κορμί της να βαραίνει γλυκά το στήθος του. Εκείνος την αγκάλιασε τρυφερά, νιώθοντας τα δόντια της να τον δαγκώνουν ελαφρά στον ώμο, μια τελευταία, ζωώδης σφραγίδα κατοχής. Τα μάτια της λαμποκοπούσαν, λιγωμένα από την ανείπωτη ευχαρίστηση, ενώ η ανάσα της, βαριά και κοφτή, χάιδευε το δέρμα του. Τον κοιτούσε και τον ήθελε. Τον ήθελε και τον είχε ακόμα μέσα της βαθιά, μα δεν έδειχνε να τον χορταίνει. Ούτε που κατάλαβαν πότε πέρασε η ώρα, μείνανε ακίνητοι πάνω στη ζεστή φλοκάτη στο πάτωμα, ξέπνοοι και σφιχταγκαλιασμένοι, προσπαθώντας να μαζέψουν τις ανάσες τους από τον τυφώνα των οργασμών τους.
«Τι γαμήσι!» του ψιθύρισε με φωνή βραχνή, σχεδόν αποκαμωμένη. «Ακόμα με πονάνε τα σκέλια μου. Με ξέσχισες. Ήταν βροχή στο ξεραμένο μου μουνί». 
Ο Αλκιβιάδης, καθώς, του είχε ζητήσει να μείνει μέσα της, βρίσκοντας το σθένος και το θράσος της νεότητας, της απάντησε με σκανδαλιάρικο ρυθμό:
...........Ως πότε, αχόρταγη γυναίκα, Πρέπει, λοιπόν, να τον αφήσω μέσα.
Το εργαλείο μου, που δέκα Κιόλας σου το’κανε φορές;
Ας’ το να πάρει μιαν ανάσα Και πριν το πετεινάρι κράξει
Πάλι εδώ θα’ναι, αν το θες. Φτερά δεν έχει, να πετάξει....................
Η Ασπασία ξέσπασε σε έναν γλυκό, χαρούμενο λυγμό ικανοποίησης. Μέσα σε αυτή την αέναη, πρωτόγνωρη ανακάλυψη του ενός από τον άλλον, τους πήρε τελικά ο ύπνος, δεμένους σε μια κοινή ανάσα.
Έξω, ο χρόνος κυλούσε αδυσώπητος. Τ' άστρα κατά την Ανατολή άρχισαν να λιώνουν ένα-ένα, μέχρι που απέμεινε μόνο ο πρόσχαρος Αυγερινός, ο διώχτης του φεγγαριού, να λάμπει μοναχός στον ουρανό.
Ο ουρανός άρχισε χαμηλά ν' αργυρώνεται και η αυγή ξεπρόβαλε αργά. Μια αμυδρή φωτεινή απόχρωση απλώθηκε στην ανατολική πλευρά, πάνω από το γκρίζο της επιβλητικής οροσειράς της Όθρυς που στεκόταν αγέρωχη πάνω από το Κρόκιο και το Αθαμάντιο Πεδίο. Σχεδόν αμέσως, το θαμπό, ασημένιο φως της μέρας πέρασε κλεφτά στην ατμόσφαιρα. Τα σπουργίτια, οι αιώνιοι μαντατοφόροι του ερχομού της ημέρας, χάλαγαν τον κόσμο με τα διαπεραστικά, ασταμάτητα τιτιβίσματά τους στη Μελικοκιά της αυλής. Το φεγγάρι είχε ήδη διασχίσει όλο τον ορίζοντα, βυθιζόμενο στη νύχτα που έφευγε, αλλά εκείνοι, κλεισμένοι στον δικό τους, μυστικό παράδεισο, δεν το είδαν ποτέ.
Καθώς οι μέρες διαδέχονταν η μία την άλλη, ένα ερώτημα δεν έπαυε να στριφογυρίζει στη σκέψη του Αλκιβιάδη, ερεθίζοντας τη φαντασία του ακόμα κι αν η απάντηση έμενε μετέωρη. Πως, από ένα παιχνίδι της μοίρας, η Ιοκάστη είχε γίνει εκείνο το βράδυ ο αθέατος συνδετικός κρίκος που τον οδήγησε στην αγκαλιά της Ασπασίας, μιας ώριμης γυναίκας που άλλαξε για πάντα τον ορισμό του κόσμου του, ενώ κάθε αρνητική συγκυρία γύρω από τη Μυρσίνη είχε διαλυθεί στο κενό;
Τα πρώτα βράδια, ξαπλωμένος ανάσκελα στο κρεβάτι του με τα χέρια πλεγμένα πίσω από το κεφάλι, έπιανε τον εαυτό του να την ονειρεύεται ακόμα και ξυπνητός, με τα μάτια ορθάνοιχτα στο σκοτάδι. Η πραγματικότητα είχε αποδειχθεί πολύ ανώτερη από κάθε τολμηρή φαντασίωση, ήταν απλώς υπέροχη. Ήταν αυτό ακριβώς το δώρο της φύσης που, όπως ποιητικά του είχε εξομολογηθεί η ίδια η Ασπασία, τον έκανε να αναρωτιέται πώς στο καλό ζούσε τόσα χρόνια χωρίς αυτό. Στα αυτιά του ηχούσαν ακόμα εκείνα τα πουλάκια που κελαηδούσαν και τα αόρατα πυροτεχνήματα μιας πλάσης που έμοιαζε να γιορτάζει μαζί τους.
Οι δρόμοι τους δεν ξανάσμιξαν. Εκείνη η νύχτα έμεινε μοναδική, κλεισμένη σαν ιερό μυστικό πίσω από την πόρτα του «επίγειου παραδείσου».
Με το πέρασμα του καιρού, ο Αλκιβιάδης άρχισε να την αναζητά όλο και πιο σπάνια, μόνο στα όνειρα του. Και όταν εκείνη ξεπρόβαλε ξανά στον ύπνο του, η σκέψη του πλημμύριζε από τη ζεστασιά και τη φλόγα της ξέφρενης εκείνης ερωτικής επαφής. Μιας επαφής που, αργά αλλά σταθερά, άρχισε να ξεθωριάζει, όπως ακριβώς συμβαίνει με τις πιο ελκυστικές συναντήσεις που μας χαρίζει τυχαία ο δρόμος της ζωής μας. Εκείνες που, πριν προλάβουμε να τις κρατήσουμε, χάνονται οριστικά στο διάβα του χρόνου, αφήνοντας πίσω τους μόνο μια γλυκιά, αδιόρατη νοσταλγία.
Έτσι είναι η ζωή και ο έρωτας. Πέρα από τη φθαρτή ύλη, οι άνθρωποι είναι πάνω απ' όλα ενέργεια, και σαν ενεργειακά όντα συνεχώς αλληλεπιδρούν, έλκονται και απωθούνται. Εκείνο το βράδυ, το πάθος τους είχε καεί σαν φωτιά που καταναλώνει τα πάντα στο πέρασμά της, κάνοντας έρωτα ώρες ατέλειωτες μέχρι που, όταν χόρτασαν την ύπαρξη ο ένας του άλλου, η ίδια η ενέργεια εξανεμίστηκε και οι δρόμοι τους χώρισαν αθόρυβα, όπως ακριβώς είχαν συναντηθεί.
Στον αντίποδα εκείνης της μίας, απόλυτης και ολοκληρωμένης νύχτας με την Ασπασία, στεκόταν η μακρόχρονη διαδρομή της εφηβείας.
Μέσα στα χρόνια που ακολούθησαν, ο Αλκιβιάδης και η Μυρσίνη είχαν βρεθεί πολλές φορές. Στις σιωπηλές γωνιές και στα κρυφά τους ραντεβού, είχαν επιδοθεί αναρίθμητες φορές στο αισθησιακό ερωτικό παιχνίδι, χάνοντας τον έλεγχο μέσα σε αγγίγματα και υποσχέσεις. Ωστόσο, από μια παράξενη ειρωνεία της μοίρας ή από έναν αόρατο δισταγμό που προστάτευε την αθωότητά τους, οι στιγμές αυτές ποτέ δεν είχαν φτάσει μέχρι το τέλος, ποτέ δεν είχαν ολοκληρώσει τη σεξουαλική τους επαφή, αφήνοντας αυτή την πλευρά της σχέσης τους να αιωρείται σαν ένα ανοιχτό, ανεκπλήρωτο κεφάλαιο στον χρόνο.

Η συνέχεια στο...
Click to Open
Δεν Λέγονται τα Πάντα στους Πάντες!
.....

 
Web Informer Button