Ηταν Άνοιξη 1968.. Έναν χρόνο μετά την επιβολή της Χούντας των Συνταγματαρχών (21 Απριλίου 1967), το καθεστώς έχει εδραιώσει τον έλεγχο του κράτους, επιβάλλοντας λογοκρισία, απαγορεύσεις και τρομοκρατία, ενώ οι πρώτες σοβαρές ρωγμές αντίστασης αρχίζουν μόλις να διαφαίνονται. Η καθημερινότητα είναι βαριά για την ελληνική κοινωνία, ειδικά για τους νέους που βιώνουν τον περιορισμό των ελευθεριών τους, την κρατική επιτήρηση και την αίσθηση της ασφυξίας.
Στα 18 του χρόνια, ο Αλκιβιάδης βρίσκεται σε μια μεταβατική φάση όπου όλα τα συναισθήματα είναι μεγεθυμένα. Οι πρώτες αγάπες, η αναζήτηση ταυτότητας, η αίσθηση της ανεξαρτησίας και ορμή της νιότης προσδίδουν στη ζωή μια «χρωματιστή» ένταση, ανεξάρτητα από τις εξωτερικές συνθήκες.
Μέσα του συγκρούεται ένας κόσμος. Από τη μία η εσωτερική ανάγκη για αυτονομία και από την άλλη η στείρα, καταπιεστική πραγματικότητα ενός καθεστώτος που προσπαθεί να ποδηγετήσει τη σκέψη και τη δράση της νεολαίας.
Πενήντα και πλέον χρόνια μετά, ο ηλικιωμένος πλέον Αλκιβιάδης πέφτει στην παγίδα της νοσταλγικής στρέβλωσης. Ο ανθρώπινος εγκέφαλος, σοφός μα και απατηλός, έχει την τάση να αμβλύνει το ψυχικό τραύμα, το άγχος και τον διαρκή φόβο, αφήνοντας πίσω του αποσταγμένη μόνο τη «ζωντάνια» της νιότης. Τα δύσκολα χρόνια του 1968 μεταπλάθονται τώρα στη μνήμη του σε μια «ρομαντική» εποχή έντονης ζωής και πάθους. Μέσα από το φίλτρο του χρόνου, ξεχνάει εντελώς ότι τα χρώματα εκείνα ήταν συχνά καλυμμένα από τη μουντάδα, τη στέρηση και την αγωνία της καθημερινής επιβίωσης στη φτωχική γειτονιά τους στο Αραπόρεμα, εκεί όπου η σκληρή πραγματικότητα έπρεπε να παλέψει σκληρά για να ανασάνει.
...Το μαλακό, χρυσαφένιο φως του δειλινού έλουζε την παλιά γειτονιά, χαρίζοντας στις προσόψεις των σπιτιών μια νοσταλγική, σχεδόν θεατρική όψη. Εκεί, μπροστά στη μεγάλη ξύλινη πόρτα της αυλής της Ασπασίας, η Ιοκάστη στεκόταν απορροφημένη στη συζήτηση, αναζητώντας τις πληροφορίες που την είχαν φέρει στην αυλή της Ασπασίας. Για τον Αλκιβιάδη, ωστόσο, ο χρόνος είχε σταματήσει. Καθώς η Ασπασία άνοιξε την πόρτα, η εικόνα της του ξύπνησε αθόρυβα και ηδονικά καταχωνιασμένες, πυρακτωμένες μυρωδιές στα σκοτεινά διαμερίσματα του μυαλού του. Τα τέσσερα και πλέον χρόνια που είχαν περάσει από τότε που σταμάτησε το πρωτοχρονιάτικο ποδαρικό είχαν μεταμορφώσει την ανάμνηση που κουβαλούσε. Η Ασπασία δεν ήταν πια η «θεία» των παιδικών του χρόνων. Το τροφαντό, λαχταριστό κορμί της, τυλιγμένο σε μια απλή αλλά κομψή καθημερινή αμφίεση, ανάβλυζε μια ώριμη γυναικεία γοητεία που μπορούσε να βάλει σε πειρασμό ακόμα και άγιο. Η σκέψη του πλημμύρισε από τις κρυφές φαντασιώσεις που τον βασάνιζαν τόσον καιρό, αυτές ακριβώς που τον είχαν κάνει να ντρέπεται και να απομακρυνθεί. Μια ξαφνική, ανεξέλεγκτη ένταση τον φούντωσε από μέσα, σαν φωτιά που φουντώνει απότομα καθώς της ρίχνουν φρέσκα ξύλα. Η καρδιά του χτυπούσε δυνατά στα πλευρά του. Το βλέμμα του Αλκιβιάδη δεν κρατούσε πια τα προσχήματα. Ήταν γεμάτο από εκείνη την ωμή, ατόφια ερωτική φλόγα της νεότητας, ασυγκράτητη και καθαρή.
Η Ασπασία, μέσα στη μοναξιά της καθημερινότητάς της, ανάμεσα στις μοναχικές βόλτες στην αγορά, τις Κυριακές στην εκκλησία και τη λατρεία της για τον κήπο της που έμοιαζε με επίγειο Παράδεισο, είχε μάθει να διαβάζει τις σιωπές των ανθρώπων. Κοιτάζοντάς τον, ξαφνικά συνειδητοποίησε την αλλαγή. Εκείνος που θυμόταν για χρόνια ως ένα παιδάκι της οικογένειας που ζούσε στο σπίτι δίπλα στο ρέμα, στεκόταν τώρα απέναντι της ως άντρας. Το κύμα της αμηχανίας τη χτύπησε ξαφνικά. Ένα βαθύ κόκκινο χρώμα κατέκλυσε τα μάγουλά της. Στα μάτια του νέου διέκρινε ξεκάθαρα τον πόθο και το ενδιαφέρον του, κι αυτό το βλέμμα λειτούργησε σαν σπίθα στον δικό της εσωτερικό κόσμο, ξυπνώντας αισθήματα και επιθυμίες που η μοναξιά και η ρουτίνα είχαν θάψει βαθιά.
Σήμερα, ο Αλκιβιάδης αφήνει τη σκέψη του να περιπλανηθεί σε εκείνη τη σκοτεινή, αποσιωπημένη πλευρά του πένθους . Μια αλήθεια τόσο βαριά που σπάνια τολμά κανείς να ομολογήσει δημόσια. Δεν πρόκειται μόνο για τον πόνο της απουσίας, αλλά για την ασφυκτική, εξουθενωτική δοκιμασία της μακροχρόνιας φροντίδας ενός βαριά άρρωστου ανθρώπου. Την αργή, βασανιστική φθορά όπου η ζωή του φροντιστή γίνεται φυλακή, γεμάτη αυπνίες, φόβο, αγωνία και μια ατελείωτη αλυσίδα καθηκόντων που λυγίζουν το σώμα και την ψυχή. Και πίσω από αυτή τη σιωπηλή σταύρωση, κρύβεται το ταμπού που κανείς δεν ξεστομίζει εύκολα. Η ηχηρή, σχεδόν σκανδαλώδης λύτρωση που ακολουθεί την απώλεια. Εκείνη η πρώτη, απαγορευμένη ανάσα ανακούφισης όταν τα βάσανα τελειώνουν, και ο άνθρωπος, μέσα στα ερείπια της μοναξιάς του, νιώθει επιτέλους τα δεσμά να λύνονται και το κορμί του να διεκδικεί ξανά, σχεδόν με ενοχική ορμή, το δικαίωμα στη ζωή, στην ανάσα και στην ηδονή.
Το ερώτημα «πόσο θα κρατήσει ακόμα;» δεν πηγάζει από έλλειψη αγάπης, αλλά από το ένστικτο της αυτοσυντήρησης. Είναι η ανθρώπινη κραυγή ενός πλάσματος που πνίγεται κάτω από το βάρος ενός ατελείωτου Γολγοθά.
Στην κηδεία, τη χήρα τη φαντάζεται με μαύρα γυαλιά που λειτουργούν ως προστατευτικό παραπέτασμα. Οι γύρω βλέπουν μια σύζυγο που «σπαράζει» πίσω από σκούρους φακούς, ενώ στην πραγματικότητα τα γυαλιά κρύβουν ένα βλέμμα αστραφτερό, απελευθερωμένο από το βάρος.
Όταν ο κύκλος του μαρτυρίου της κλείνει, η φύση γύρω συνεχίζει να υπάρχει. Ο ουρανός είναι γαλανός, τα λουλούδια ανθίζουν, μοσχομυρίζουν και η χήρα, για πρώτη φορά μετά από χρόνια, συνειδητοποιεί ότι βρίσκεται ξανά στο επίκεντρο της δικής της ζωής. Το τελευταίο πλύσιμο των λερωμένων σεντονιών δεν είναι απλώς μια δουλειά του σπιτιού, είναι το τελετουργικό καθαρτήριο μιας εποχής που τελείωσε οριστικά.
Έχουν περάσει χρόνια ολόκληρα από τον οδυνηρό θάνατο του συζύγου της και τη μακρά περίοδο της φροντίδας και του πένθους, η θλίψη είχε γίνει δεύτερη φύση της. Η Ασπασία είχε συνηθίσει να ζει στη σκιά, ξεχνώντας τις δικές της ανάγκες.
Τους τελευταίους μήνες, ωστόσο, κάτι είχε αλλάξει ριζικά. Μέσα από την ενασχόληση με τον εαυτό της, είχε καταφέρει να επανέλθει σε φόρμα, ολοκληρώνοντας μια σιωπηλή αλλά δυναμική εσωτερική και εξωτερική μεταμόρφωση. Το σώμα της και η ψυχή της ήταν έτοιμα, ακόμα κι αν η ίδια δεν το ομολογούσε ανοιχτά.
Η είσοδος του κήπου της Ασπασίας, αυτού του επίγειου παραδείσου που έχτισε με τόση αγάπη για να γιατρεύει τη μοναξιά της, μεταμορφώνεται ξαφνικά σε σκηνή μιας αναπάντεχης συναισθηματικής έκρηξης. Όταν αντικρίζει τον Αλκιβιάδη, όχι πια το λιγνό αγοράκι από το χαμηλό σπίτι του ρέματος, αλλά έναν γοητευτικό, ξαναμμένο νεαρό, η Ασπασία αισθάνεται τη Μοίρα να την αγγίζει. Η εσωτερική της τρικυμία δεν είναι φόβος, αλλά η ξαφνική, αναζωογονητική επιστροφή των ερωτικών παρορμήσεων που η μοναξιά είχε θάψει. Ανάμεσα σε εκείνη και τον Αλκιβιάδη στήνεται ένας χορός χωρίς λόγια. Τα βλέμματα τους μιλούν, φιλούν και αγγίζουν, διαπερνώντας τα χρόνια και τις αποστάσεις. Ο νέος στέκεται εκεί σαν μια υπόσχεση φωτός για τη νύχτα που έρχεται, έτοιμος να απαλύνει μια μοναξιά που η ίδια άρχισε πια να αποστρέφεται.
Ενώ ο Αλκιβιάδης στεκόταν παράμερα, αφήνοντας την Ιοκάστη και την Ασπασία να βυθιστούν στη συζήτησή τους μια ξαφνική παρουσία ήρθε να ανατρέψει τη δυναμική της στιγμής. Από τον πλαϊνό δρόμο εμφανίστηκε η Μυρσίνη. Η Μυρσίνη, κουβαλώντας το δικό της βαρύ παρελθόν και την πρόσφατη, πικρή απογοήτευση από τον έφεδρο αξιωματικό που είχε πάρει μετάθεση για τη Βόρεια Ελλάδα αφήνοντας την πίσω μόνη, βυθισμένη στη σιωπή των ανεκπλήρωτων υποσχέσεων, μόλις αντίκρισε τον Αλκιβιάδη μεταμορφώθηκε. Η έκπληξή της έγινε αμέσως χαρά· μια μικρή, αυθόρμητη τσιρίδα ξέφυγε από τα χείλη της πριν τρέξει να τον αγκαλιάσει σφιχτά. Το φιλί στα μάγουλα διαδέχτηκε ένα ξαφνικό, τρυφερό φιλί στο στόμα και η ατάκα που κουβαλούσε όλη την οικειότητα του παρελθόντος:
«Σε πεθύμησα, παλιοτόμαρο».
Μετά τις τυπικές φιλοφρονήσεις ανάμεσα στις γυναίκες, οι δυο νέοι αποσύρθηκαν λίγο πιο πέρα, αφήνοντας τις μεγαλύτερες γυναίκες να συνεχίσουν την κουβέντα τους. Καθώς η ώρα κυλούσε και η κουβέντα τους άναβε, μια απροσεξία έφερε την ανατροπή. Η Μυρσίνη παραπάτησε αδέξια. Στην προσπάθειά της να μην πέσει κάτω, άρπαξε τον Αλκιβιάδη από το πανωφόρι, ενώ το άλλο της χέρι κατέληξε να γλιστρήσει και να πιαστεί ακριβώς επάνω στα αχαμνά του. Συνειδητοποιώντας αμέσως πού είχε προσγειωθεί το χέρι της, τα έχασε για ένα δευτερόλεπτο. Όμως, αντί για αμηχανία, το πονηρό της πνεύμα και η παλιά τους οικειότητα πήραν τον έλεγχο. Με ένα σκανδαλιάρικο χαμόγελο και μια δόση αυτοσαρκασμού, του ψιθύρισε:
«Συγγνώμη, ελπίζω να μην σε πόνεσα... αν και το χρειάζεσαι! Στο χρωστάω!», χαϊδεύοντας τον απαλά και στοργικά πάνω από το παντελόνι, αφήνοντας τον Αλκιβιάδη διχασμένο ανάμεσα στη φλόγα που είχε μόλις ανάψει για την Ασπασία και την ακαταμάχητη, παιχνιδιάρικη ενέργεια της Μυρσίνης.
Καθώς ο ήλιος έγειρε οριστικά πίσω από τις βουνοκορφές, το τοπίο της Φθιώτιδας μεταμορφώθηκε σε έναν πίνακα ζωγραφικής. Τα βουνά της Αταλάντης και της Χαλκίδας φλόγιζαν κατακόκκινα, κολυμπώντας στη χρυσόμαλλη καταχνιά και ανθίζοντας σαν πελώρια μενεξεδένια μπουκέτα. Η Λαμία χανόταν ανάμεσα στις τριφυλλοσπαρμένες ραχούλες του απέραντου κάμπου, η Όθρυς στεκόταν κατάγυμνη στα αριστερά, η ελατοφυτεμμένη Οίτη καμάρωνε δεξιά, και ο Σπερχειός ξεχύνονταν σαν γιγαντιαίο ασημοστόλιστο φίδι μέσα στις πικροδάφνες, τα πλατάνια και τα κυπαρίσσια.
Η Ιοκάστη στεκόταν με γυρισμένη την πλάτη, ανυποψίαστη για το δράμα που παιζόταν ελάχιστα μέτρα μακριά της. Η Μυρσίνη, με τη ζωντάνια και τον αυθορμητισμό της, τον κοιτούσε στα μάτια, ζητώντας ξεκάθαρη ανταπόκριση και αφήνοντας τις επιθυμίες της ορθάνοιχτες. Όμως, ο Αλκιβιάδης ήταν παγιδευμένος ανάμεσα σε δύο κόσμους. Από τη μία, η Μυρσίνη απαιτούσε την προσοχή του· από την άλλη, τα μάτια της Ασπασίας τον είχαν «καρφώσει». Με ένα αινιγματικό, χαμόγελο, η Ασπασία δεν χρειαζόταν λόγια. Τα παιχνιδιάρικα μάτια της έστελναν ένα σιωπηλό, βαρυσήμαντο «τάξιμο», αφήνοντας τον νεαρό κόκκινο από ντροπαλή απόγνωση και εσωτερική τρικυμία.
Η απόφαση είχε παρθεί. Χρησιμοποιώντας χίλιες δυο προφάσεις και εκμεταλλευόμενη την οικειότητα των χρόνων, η Ασπασία κατάφερε να πείσει την Ιοκάστη. Η βραδιά έκρυβε άλλες προτεραιότητες. Ο Αλκιβιάδης θα έμενε το βράδυ στο σπίτι της. Καθώς η νύχτα άρχισε να απλώνεται πάνω από τον κάμπο του Σπερχειού, η πόρτα του «επίγειου παραδείσου» ετοιμαζόταν να κλείσει για τον έξω κόσμο, αφήνοντας πίσω της ανοιχτό το κεφάλαιο μιας επικίνδυνης, συναρπαστικής ενηλικίωσης.
Όταν η Ιοκάστη και η Μυρσίνη απομακρύνθηκαν στο σκοτάδι, με την Ιοκάστη να αφήνει πίσω της την προειδοποίηση για την τεντωμένη ατμόσφαιρα και τα πιθανά επεισόδια της σκοτεινής επετείου, και τη Μυρσίνη να κουβαλά στο βλέμμα της μια πικρή απογοήτευση για τη σιωπή του, το σκηνικό άλλαξε απότομα. Η αυλή της Ασπασίας έγινε ένας κλειστός, απομονωμένος κόσμος.
Η πικρόχολη ατάκα της Ασπασίας για τη Μυρσίνη . «Το τσουλάκι! πως σε κοιτούσε έτσι...» δεν έκρυβε απλώς την κρίση της, αλλά πρόδιδε την κτητικότητα και τον εσωτερικό της πυρετό. Η ώριμη γυναίκα δεν άντεχε τον ανταγωνισμό, ούτε την ωμή, απροκάλυπτη επιθυμία μιας νεότερης κοπέλας που διεκδικούσε τον Αλκιβιάδη. Ο νεαρός, πιασμένος στην παγίδα της αμηχανίας του, προσπάθησε να σώσει τα προσχήματα:«Ξέρετε, κυρία Ασπασία...» Δεν πρόλαβε όμως να ολοκληρώσει τη φράση του. Η αντίδραση της Ασπασίας ήταν άμεση και κοφτερή, γκρεμίζοντας μεμιάς τα τείχη του σεβασμού και της απόστασης. «Με κάνεις και αισθάνομαι σαν γριά καντηλανάφτισσα. Ακούς εκεί κυρία Ασπασία; Ασπασία σκέτο. Εκτός εάν ήθελες να πας μαζί της και όχι να κάνεις παρέα με γριές σαν και εμένα!»
Καθώς τον πλησίαζε αποφασιστικά, αναγκάζοντάς τον να κάνει ένα βήμα πίσω, το πρόσωπό της φωτίστηκε από ένα πονηρό, βαθιά αισθησιακό χαμόγελο. Ένα χαμόγελο που δεν άφηνε περιθώρια παρερμηνείας, ήταν μια δήλωση πρόθεσης, μια υπόσχεση νυχτερινής αποπλάνησης. Ο Αλκιβιάδης, κοκαλωμένος ανάμεσα στην ηλικιακή του συστολή και στην ιλιγγιώδη πραγματικότητα αυτού που συνέβαινε, έχασε τα λόγια του. Προσπάθησε ψελλίζοντας να εξηγήσει ότι δεν την έβλεπε έτσι, αλλά η φωνή του πνίγηκε. Η νύχτα έπεφτε βαριά γύρω τους, και η πόρτα του σπιτιού είχε πια κλείσει οριστικά πίσω τους. «Λοιπόν, θα περάσεις ή θα την βγάλουμε εδώ στην πόρτα;» του είπε με μια φωνή που ακροβατούσε ανάμεσα στο χιούμορ και την πρόκληση.
Την ίδια στιγμή, με μια αργή, ελεγχόμενη κίνηση, σύρθηκε πίσω τους η βαριά αυλόπορτα, κλείνοντας έξω τον κόσμο, τη νυχτερινή αναταραχή της επετείου και τα βλέμματα των περαστικών. Η Ασπασία γύρισε την πλάτη και άρχισε να περπατά προς το σπίτι, κουνώντας επιδεικτικά και όλο νάζι τα λαγόνια της, κάνοντας κάθε της βήμα μια σκόπιμη δήλωση γοητείας. Ο Αλκιβιάδης την ακολούθησε αμέσως. Επιτάχυνε το βήμα του, ανίκανος να ξεκολλήσει τα μάτια του από τους εύσαρκους, λικνιζόμενους γλουτούς της, που τον είχαν αναστατώσει ολοκληρωτικά, μετατρέποντας τη λογική του σε θολό καπνό.
Στα πενήντα επτά της χρόνια, η Ασπασία διέθετε μια ομορφιά που όχι μόνο είχε αντέξει στη φθορά του χρόνου, αλλά έμοιαζε να έχει ωριμάσει εκρηκτικά. Σαν κορασίδα υπήρξε εντυπωσιακή, αλλά τώρα, με τη στητή κορμοστασιά της και το λαμπερό της πρόσωπο, έμοιαζε πολύ μικρότερη από την ηλικία της. Πάνω στο πρόσωπό της κυριαρχούσαν εκείνα τα τεράστια, εκφραστικά μελιά μάτια, ικανά να αιχμαλωτίσουν τον οποιονδήποτε. Ήταν από τις γυναίκες που, είτε κάθονταν είτε στεκόντουσαν όρθιες, ανάγκαζαν τα αντρικά βλέμματα να σκαλώνουν πάνω τους χωρίς δεύτερη σκέψη. Άλλωστε, η ζωή της δεν είχε στερηθεί πάθη· στα νιάτα της είχε ζήσει έρωτες που έρχονταν και έφευγαν. Σχέσεις συχνά ασταθείς και περαστικές, που στηρίζονταν περισσότερο στην ωμή, ζωική έλξη και στη φωτιά του σεξ παρά σε βαριές, στιβαρές δεσμεύσεις. Και τώρα, αυτή ακριβώς η φωτιά φαινόταν έτοιμη να αναβιώσει με τον πιο απρόσμενο, τολμηρό τρόπο.
Καθώς η Ασπασία ανέβαινε τα σκαλοπάτια προς το πλατύσκαλο, το αέρινο φουστάνι της άνοιξε, αποκαλύπτοντας ολόκληρο τον μηρό της. Ο Αλκιβιάδης, καθηλωμένος από το θέαμα, άφησε το βλέμμα του να γλιστρήσει στα κλεφτά πάνω στο λευκό, σαρκώδες δέρμα της. Την ίδια στιγμή, ένιωσε τον ανδρισμό του να φουσκώνει απειλητικά και να αντιδρά σε κάθε του σκέψη. Έμεινε ακίνητος, απορροφημένος από την εικόνα. Η Ασπασία, νιώθοντας το βάρος του βλέμματος του, έστρεψε μια φευγαλέα ματιά πίσω της. Είδε ακριβώς πού κατέληγαν τα μάτια του. Ένα πονηρό, ικανοποιημένο μειδίαμα σχηματίστηκε στα χείλη της. Όταν γύρισε και τον κοίταξε ευθεία στα μάτια, διάβασε καθαρά τον ατόφιο πόθο του. Και η ίδια, μέσα της, ένιωσε ένα κύμα ηδονής να την διαπερνά, ήταν τόσο εύκολο να ανάψει αυτή η φωτιά.
«Θέλω να αισθάνεσαι άνετα, κι όχι να με ντρέπεσαι... Δεν υπάρχει κανένας απολύτως λόγος να με ντρέπεσαι», του είπε με φωνή χαμηλή, γλυκιά, διαλύοντας τις τελευταίες του αντιστάσεις.
Ο Αλκιβιάδης πάλευε με τα δικά του φαντάσματα. Αισθανόταν αμήχανα στην ιδέα να εκφραστεί επιτέλους ως άνδρας και όχι ως το παιδί που θυμόταν εκείνη. Ντρεπόταν βαθιά στην ιδέα ότι η απειρία του ήταν καταφανής, πως δεν είχε κάνει ποτέ του μια αληθινή, ολοκληρωμένη σχέση. Κι όμως, παραδόξως, η εγγύτητα της Ασπασίας τού πρόσφερε μια παράξενη, λυτρωτική άνεση.
«Στην Ιοκάστη είπα ότι χρειάζομαι τη βοήθειά σου για ένα σωρό δουλειές που επείγουν. Ξεκινάμε από το τζάκι, γιατί οι δουλειές που έχω στο μυαλό μου θέλουν ατμόσφαιρα, αυθορμητισμό και φαντασία. Δεν πιστεύω να διαφωνείς με τις επιλογές μου;» του πέταξε την ατάκα, χωρίς καν να περιμένει την απάντησή του.
Από μικρό παιδί τη συμπαθούσε, μα αυτό που εκτυλισσόταν τώρα δεν είχε καμία σχέση με το παρελθόν. Κοιτάζοντάς την, ένιωθε ότι παρότι διατηρούσε εξωτερικά μια ψύχραιμη στάση, η Ασπασία έκρυβε μέσα της θαμμένα, τεράστια πάθη. Δεν ήταν σίγουρος αν ήξερε πού ακριβώς οδηγούσε όλο αυτό, ήξερε όμως καλά τι της έδειχνε, πως απόψε ενδιαφερόταν γι' αυτήν, πως αναγνώριζε τη γοητεία της και πως, πέρα από κάθε ηλικιακή απόσταση, τη «θέλει», με όλη τη δύναμη της νεόκοπης ανδρικής του ψυχής.
Η μεγάλη, ασβεστωμένη κάμαρα ήταν ένα καταφύγιο θαλπωρής. Το καθαρό, λευκό φως που αντανακλούσε στους τοίχους τους αγκάλιαζε με μια αίσθηση ζεστασιάς, ασφάλειας και λύτρωσης. Οι λεπτές, άσπρες κουρτίνες στα παράθυρα λικνίζονταν διακριτικά, ενώ μπροστά στο τζάκι είχε απλωθεί μια αφράτη, ζεστή κίτρινη φλοκάτη, σαν ολόκληρος κρόκος αυγού, που προσκαλούσε σε χαλάρωση. Ο Αλκιβιάδης είχε αναλάβει το άναμμα της φωτιάς, την ώρα που η Ασπασία ετοίμαζε το τραπέζι δίπλα στην εστία.
Ο Αλκιβιάδης, με τα κυματιστά, καστανά μαλλιά του αναστατωμένα και την εσωτερική του αμηχανία να έχει πλέον δώσει τη θέση της σε μια βαθιά, σχεδόν νωχελική άνεση, είχε αράξει στον καναπέ. Καθώς η Ασπασία κάθισε στην πολυθρόνα απέναντί του, εκείνος πέρασε το χέρι μέσα από τα σγουρά μαλλιά του, κοιτάζοντας αφηρημένα τους πίνακες σε καμβά που στόλιζαν τον τοίχο με τοπία της φύσης. Απέναντί του, η Ασπασία πάλευε να τιθασεύσει τις δικές της μύχιες σκέψεις. Η πρωτοβουλία να τον κρατήσει στο σπίτι της ήταν δική της, μα τώρα που η νύχτα έκλεινε τον κύκλο της γύρω τους, η εσωτερική πάλη φούντωνε. Πώς να παραμερίσει τα τεχνητά πέπλα και τις κοινωνικές αποστάσεις που έκρυβαν τις βαθύτερες επιθυμίες της;
«Ίσως είναι μια ευκαιρία να πλέξω μαζί του μια πρόσκαιρη ερωτική ιστορία και, όσο πάρει, να χαρώ και εγώ την ηδονή», σκέφτηκε, αφήνοντας το βλέμμα της να χαθεί στη φλόγα που δυνάμωνε αργά στο τζάκι.
Η σιωπή μέσα στην κάμαρα βάρυνε, φορτισμένη από τις αόρατες, πυρακτωμένες σκέψεις που διασταυρώνονταν ανάμεσά τους. Η Ασπασία, κλεισμένη στον προσωπικό της κόσμο, άφησε το μυαλό της να πλάσει μια τολμηρή, κινηματογραφική εικόνα. Μια εσωτερική προβολή που γεννήθηκε από τα βάθη της καταπιεσμένης επιθυμίας της. Φαντάστηκε τον Αλκιβιάδη να κυριεύει μια γυναίκα γονατιστή στα τέσσερα, με τα μαλλιά της λυτά να της κρύβουν το πρόσωπο και το κορμί της να σπαρταρά κάτω από το ρυθμικό, έντονο σφυροκόπημα του. Η σκηνή αυτή, ολοζώντανη και ωμή, κάθισε βαριά στο κατώφλι του νου της, ανάβοντας μια φωτιά που δεν μπορούσε πια να ελέγξει.
Με τα μάτια της να λάμπουν αινιγματικά, τον κοίταξε επίμονα, μετρώντας μέσα της το μέγεθος του καημού και της καύλας της. Την ώρα που ο νέος της μιλούσε, εκείνη ένιωθε το ένοχο, σεξουαλικό πάθος να τη διαπερνά. Το βλέμμα της γλίστρησε διακριτικά προς το παντελόνι του, παρατηρώντας τον ανδρισμό του να διαγράφεται ξεσηκωμένος, προδομένος από τη φαντασία του. Στο ίδιο δευτερόλεπτο, ένα ζεστό κύμα από υγρά άρχισε να πλημμυρίζει το εσωτερικό της, κάνοντας το σώμα της να ζητάει επίμονα λύτρωση.
Αποφασισμένη πια να σπάσει τον πάγο, σηκώθηκε απότομα, γέμισε τα ποτήρια τους με το βαθύ κόκκινο κρασί και κάθισε πιο κοντά του. Η νευρικότητα της πρόδιδε την αδιάκοπη εσωτερική της κίνηση, μια σχεδόν σωματική ανάγκη να αγγίξει, να προκαλέσει, να ανατρέψει τα πάντα.
Ξεκίνησαν να μιλούν επιφανειακά, «περί ανέμων και υδάτων», όμως η Ασπασία δεν είχε σκοπό να μείνει στα ασφαλή νερά. Με ένα πονηρό, πειραχτικό ύφος, άρχισε να τον στριμώχνει, ρωτώντας τον ευθέως για τα κορίτσια της ηλικίας του, τις παρέες του και, κυρίως, εάν είχε ποτέ του κάποια ολοκληρωμένη, αληθινή σχέση.
Η ερώτηση αυτή, χτυπώντας ακριβώς στην αχίλλειο πτέρνα της απειρίας του, έκανε τον Αλκιβιάδη να κοκκινίσει σύγκορμος, νιώθοντας την παγίδα να κλείνει γύρω του, την ώρα που η Ασπασία απολάμβανε κάθε του δισταγμό, έτοιμη να τον οδηγήσει στον δικό της, απαγορευμένο παράδεισο.
Η αποκάλυψη της αμηχανίας και της απειρίας του Αλκιβιάδη λειτούργησε πάνω στην Ασπασία όχι αποθαρρυντικά, αλλά σαν το τελικό σύνθημα για να πέσουν και τα τελευταία προσχήματα.
Όταν ο νεαρός ομολόγησε πως δεν είχε τις «φοβερές επιτυχίες» και πως δεν είχε ζήσει ακόμη μια ολοκληρωμένη σχέση, η Ασπασία δυσκολεύτηκε να το πιστέψει. Η αντίθεσή ανάμεσα στα πλούσια φυσικά του προσόντα και στην εσωτερική του συστολή της φάνηκε σχεδόν απίθανη.
Με ένα ελεύθερο, ηχηρό γέλιο, η Ασπασία έσπασε τον πάγο, αποδίδοντας την «αποτυχία» του σε δισταγμό ή άρνηση δέσμευσης, ενώ ο ίδιος παραδεχόταν πως η ατυχία και η αναποδιά του είχαν στερήσει τις γυναίκες που πραγματικά ποθούσε.
Καθώς η συζήτηση προχωρούσε, η ατμόσφαιρα γινόταν ολοένα και πιο πυρακτωμένη. Η Ασπασία, νιώθοντας πια σαν μια γυναίκα που διεκδικεί με αξιώσεις το δικό της, απαγορευμένο μέχρι χτες δικαίωμα στην ηδονή, σήκωνε αργά το φόρεμά της αποκαλύπτοντας τα πόδια της και αλλάζοντας συνεχώς σταύρωμα με μια υπολογισμένη, αισθησιακή κίνηση. Απέναντί της, ο Αλκιβιάδης ένιωθε εντελώς απροετοίμαστος. Μέσα στα φυλλοκάρδια του κυριαρχούσε ένας πρωτόγνωρος φόβος, όχι από φόβο για την ίδια, αλλά από το μέγεθος της πρωτοφανούς εμπειρίας που τον συνέτριψε. Η κίνηση της Ασπασίας να σηκωθεί, να γεμίσει ξανά τα ποτήρια και να έρθει να κολλήσει δίπλα του στον καναπέ, ακουμπώντας το χέρι της απευθείας πάνω στον μηρό του, έδωσε το σύνθημα της οριστικής ανατροπής.
Στο άγγιγμα αυτό, η αντίδραση του σώματος του ήταν άμεση και αμείλικτη. Ένα τεράστιο, καυτό φούσκωμα σχηματίστηκε στο παντελόνι του. Ήταν η στιγμή που το τρέμουλο της ερωτικής επιθυμίας τον συνεπήρε ολόκληρο. Οι αισθήσεις του παρέλυσαν, η αναπνοή του έγινε κόμπος στον λαιμό, η καρδιά του χτυπούσε μανιασμένα στα πλευρά του και οι παλάμες του γέμισαν κρύο ιδρώτα, καθώς στεκόταν στο χείλος ενός γκρεμού από όπου δεν υπήρχε πια δρόμος επιστροφής.
Η απόφαση είχε παρθεί. Χωρίς να αφήσει περιθώρια για δεύτερες σκέψεις ή δισταγμούς, η Ασπασία σηκώθηκε από τον καναπέ, άφησε τον Αλκιβιάδη με την αναπνοή κομμένη και κατευθύνθηκε προς το δωμάτιό της, ψιθυρίζοντας πως θα επέστρεφε σε λίγο.
Η αναμονή διήρκεσε ελάχιστα, αλλά για τον νεαρό κάθε δευτερόλεπτο φάνηκε αιώνας. Όταν η πόρτα άνοιξε ξανά, η εικόνα που αντίκρισε του έκοψε τα τελευταία ψήγματα λογικής.
Καθώς τα φώτα έσβησαν και το μοναδικό φως στην κάμαρα προερχόταν πια από τις φλόγες που χόρευαν στο τζάκι, η Ασπασία στάθηκε μπροστά του. Φορούσε ένα αέρινο, διάφανο μαύρο νυχτικό που άφηνε ελάχιστα στη φαντασία, με μια μικρή, αστραφτερή ασημένια κιλότα να διαγράφεται προκλητικά από κάτω. Με μια αργή, υπνωτική κίνηση, έκανε μια ολόκληρη περιστροφή μπροστά του, αφήνοντας το φως της φωτιάς να γλιστρά πάνω στις καμπύλες του κορμιού της. Τον κοιτούσε ερωτιάρικα, με ένα βλέμμα γεμάτο αυτοπεποίθηση και πόθο. Ο Αλκιβιάδης είχε μαζευτεί απελπισμένα στην άκρη του καναπέ, με τα μάτια ορθάνοιχτα από δέος και ζάλη. Το χέρι του, εντελώς ασυναίσθητα, είχε κατέβει και πίεζε σφιχτά το τεράστιο φούσκωμα στο παντελόνι του, το οποίο έδειχνε έτοιμο να σκιστεί από την εσωτερική πίεση. Η Ασπασία έκανε ένα βήμα πιο κοντά του, άπλωσε το χέρι και, ακουμπώντας ελαφρά τα δάχτυλά της στα χείλη του, του έδωσε την τελική εντολή:
«Μην πεις κουβέντα...»
Ο Αλκιβιάδης είχε παραδοθεί άνευ όρων. Και πώς αλλιώς θα μπορούσε να γίνει; Όλα γύρω του συνέβαιναν με μια πρωτόγνωρη, ακατανίκητη ένταση, απροσποίητη και ωμή. Θυμόταν την καρδιά του να χτυπά τόσο δυνατά που ο παλμός της αντηχούσε μέσα στα μηνίγγια του, ενώ η ανάσα του κοβόταν κάθε φορά που τα χέρια της άρχιζαν να τον περιεργάζονται.
Η εμπειρία και η δεξιοτεχνία της Ασπασίας ήταν σαρωτικές. Το χέρι της γλιστρούσε με ακρίβεια πάνω στην επιφάνεια της σκληρής του στύσης, περιτρέχοντας τις γραμμές του και ζυγίζοντας απαλά, μεθοδικά το χάδι της από τον αφαλό και προς τα κάτω, αφαιρώντας του και τα τελευταία ψήγματα λογικής αντίστασης.
Κι όμως, ο Αλκιβιάδης απέφευγε επίμονα να τη κοιτάξει στα μάτια. Δεν μπορούσε! Ούτε ο ίδιος ήξερε γιατί. Ένας πρωτόγνωρος κόμπος ντροπής, δέους και μέθης τον είχε παραλύσει. Τέτοιο πράγμα δεν του είχε ξανασυμβεί ποτέ στη ζωή του.
«Επ, κοίτα με», του είπε χαμηλόφωνα, σχεδόν διατακτικά.
Εκείνος, αντί να υπακούσει, χαμήλωσε το κεφάλι του ακόμη πιο πολύ, προσπαθώντας να κρυφτεί. Τότε, η Ασπασία άπλωσε το χέρι της, έπιασε σταθερά το πηγούνι του και, με τα απαλά της δάχτυλα, σήκωσε αργά το κατεβασμένο κεφάλι του μέχρι να τον φέρει στα μέτρα της. Τα μάτια της ήταν γεμάτα από μια βαθιά, αχόρταγη ερωτική φλόγα.
«Με ρωτάς τώρα, δηλαδή; Ναι! Μ' αρέσει. Μ' αρέσει αυτό που ζω», ψέλλισε με φωνή βραχνή, παραδεχόμενος την ήττα του από το ίδιο του το σώμα.
Η Ασπασία, χαμογελώντας με μια παιχνιδιάρικη, προκλητική ζεστασιά που έκρυβε χρόνια στέρησης, τον πλησίασε ακόμα περισσότερο, αφήνοντας την ανάσα της να χαϊδέψει το πρόσωπό του.
Αυτός παραδόθηκε αχόρταγα στον έρωτά της, αφήνοντας πίσω του κάθε σκέψη, κάθε λογική και κάθε απόσταση, σαν να ήταν η αγκαλιά της ο μοναδικός τόπος στον κόσμο.
Ο Αλκιβιάδης άνοιξε για μια στιγμή μονάχα τα βλέφαρά του για να αποτυπώσει για πάντα στη μνήμη του την εικόνα της. Το πρόσωπό της έμοιαζε σαν να είχε πάρει φωτιά, χαμένο σε συσπάσεις ηδονής και απόλυτης παράδοσης. Από τα μισάνοιχτα χείλη της ξέφυγαν μικρές, κοφτές κραυγές που δυνάμωναν ρυθμικά, καθώς πλησίαζε η αναπόφευκτη κορύφωση. Τα πόδια της τυλίχθηκαν σφιχτά γύρω του, τα χέρια της ανέβηκαν και αγκιστρώθηκαν στον λαιμό του, σφίγγοντας τον όλο και πιο δυνατά σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια να γίνουν ένα. Αυτός, με τα μάτια καρφωμένα επάνω της, ένιωσε το κορμί του να μεταμορφώνεται σε μια εύφλεκτη δάδα, έτοιμη να προσφέρει φως και ζωή στην πιο ιερή σπονδή. Άδειασε από μέσα του ολόκληρο το κρυμμένο του πάθος, απελευθερώνοντας όλη τη φωτιά της νιότης του, την ίδια στιγμή που είδε το κορμί της να πάλλεται, συντονισμένο απόλυτα με το δικό του σε έναν χορό πρωτόγονο και δαιμονικό.
Την έκρηξη διαδέχθηκε μια βαθιά, σχεδόν ιερή σιωπή. Μοναδικός ήχος η καρδιά του Αλκιβιάδη που πυροβολούσε αδιακρίτως μέσα στα στήθη του, τρέχοντας να προλάβει τον χρόνο. Εκείνη έβγαλε έναν βαθύ, απαλό αναστεναγμό πλήρωσης και ανακούφισης. Τον κοίταξε τρυφερά, με τα μάτια της να λάμπουν από μια νέα, αναγεννημένη ζεστασιά, και τον αγκάλιασε σφιχτά με τα δύο της χέρια. Ο Αλκιβιάδης έχωσε το κεφάλι του στον ώμο της. Εκείνη τον έσφιξε ακόμη πιο κοντά της, χαϊδεύοντας του τρυφερά τα κυματιστά, ανάστατα μαλλιά.
«Αγορίνα μου!» του είπε με φωνή στάλα μέλι και πονηρό υπονοούμενο. «Αναρωτιέμαι πόσες φορές ακόμη αντέχεις να κάνεις σεξ σε ένα βράδυ; Γιατί εγώ είχα ξεχάσει πώς το κάνουν... Λες και είχα γίνει ξανά παρθένα;»
Ο Αλκιβιάδης, αφήνοντας την αμηχανία του να μεταμορφωθεί σε μια ξαφνική, τολμηρή αυτοπεποίθηση, βρήκε τον τρόπο να της απαντήσει. Χωρίς να χάσει χρόνο, απαγγελώντες τους στίχους σαν ένα αιώνιο ερωτικό στοίχημα, της ξεκαθάρισε τις προθέσεις του:
..........Ένας νεαρός με μια κυρά στοιχηματίζει Πως δώδεκα φορές θα της το κάνει.
Εκείνη δέχεται, και μάνι-μάνι Στο στρώμα πέφτουν και το γλέντι αρχίζει.
Μα όταν αυτός μετράει ως τις οχτώ, «Το μέτρημα,» του λέει, «δεν είναι σωστό.
Με κλέβεις μια. Χωρίς να σε προσβάλω. Θαρρώ πως δεν αντέχεις άλλο.
Και να ξεφύγεις προσπαθείς.» Κι ο τύπος απαντάει ευθύς:
«Εγώ πάντα μετράω με προσοχή. Μα αν θέλεις, ξεκινάμε απ’ την αρχή.»....................
Η Ασπασία τον κοίταξε έκπληκτη, με τα μεγάλα μελιά της μάτια να ανοιγοκλείνουν από το θράσος και την ετοιμολογία του. Μια σκιά πονηρής ζήλιας και απορίας πέρασε από το βλέμμα της.
«Σίγουρα δεν έχεις ξεμουνιάσει μερικές ξεφωνημένες πιτσιρίκες;» τον ρώτησε απότομα, θέλοντας να δοκιμάσει τα όριά του και να μάθει το παρελθόν του.
Εκείνος, όμως, δεν της απάντησε. Άφησε την ερώτηση να αιωρείται στον θερμό αέρα της κάμαρας, δίπλα στο αναμμένο τζάκι. Θεώρησε πως τέτοιες ερωτήσεις, δεν επιδέχονταν απαντήσεως, ειδικά τώρα που το παρόν απαιτούσε ολόκληρη την προσοχή τους.
Μέσα στο ημίφως της κάμαρας, με τη μοναδική ζεστασιά να προέρχεται από τις σβήνουσες φλόγες του τζακιού, ο χρόνος σταμάτησε.
«Δεν έχω νιώσει ποτέ ξανά τόσο όμορφα», ψέλλισε ο Αλκιβιάδης με φωνή σχεδόν ανύπαρκτη, προτού αφήσει το κορμί του αποκαμωμένο να γλιστρήσει και να απλωθεί δίπλα της.
«Ναι, ήταν όμορφα», παραδέχτηκε κι εκείνη με σβηστή, βραχνή φωνή, αφήνοντας το βλέμμα της να χαθεί στο ταβάνι, νιώθοντας επιτέλους ξανά ζωντανή.
Η φωνή της Ασπασίας, σπασμένη από την ένταση και γεμάτη μια πρωτόγνωρη, ζωώδη ευφορία, έσπασε τη σιωπή της νύχτας.
«Παναγία μου, θα αρχίσω να ουρλιάζω με το σεξ που μου χαρίζεις απόψε, είναι υπέροχο, πώς στο καλό ζούσα τόσο καιρό χωρίς αυτό το δώρο της φύσης στον άνθρωπο!» Η ψυχή και το σώμα της είχαν σπάσει τα δεσμά των επτά χρόνων της σιωπής και του πένθους. Μέσα στον πυρετό της ηδονής, οι αισθήσεις της είχαν οξυνθεί σε σημείο παράλογο. «Ακούω πουλάκια να κελαηδούν και κάποια πυροτεχνήματα! Ναι, όλη η πλάση γιορτάζει μαζί μου απόψε!»
Δεν ήταν απλώς η έκρηξη μιας ερωτικής στιγμής· ήταν η θριαμβευτική, ασυγκράτητη επιβεβαίωση της ζωής πάνω στον θάνατο και τη μοναξιά. Το αποκορύφωμα μιας χήρας που ένιωθε τη γυναικεία της φύση, τόσο καιρό θαμμένη κάτω από τα καθήκοντα, τον πόνο και τη φροντίδα, να νεκρανασταίνεται ολοζώντανη, απαιτώντας ξανά τη θέση της στον κόσμο.
Η Ασπασία έπεσε εξαντλημένη πάνω του, με το κορμί της να βαραίνει γλυκά το στήθος του. Εκείνος την αγκάλιασε τρυφερά, νιώθοντας τα δόντια της να τον δαγκώνουν ελαφρά στον ώμο, μια τελευταία, ζωώδης σφραγίδα κατοχής. Τα μάτια της λαμποκοπούσαν, λιγωμένα από την ανείπωτη ευχαρίστηση, ενώ η ανάσα της, βαριά και κοφτή, χάιδευε το δέρμα του. Τον κοιτούσε και τον ήθελε. Τον ήθελε και τον είχε ακόμα μέσα της βαθιά, μα δεν έδειχνε να τον χορταίνει. Ούτε που κατάλαβαν πότε πέρασε η ώρα, μείνανε ακίνητοι πάνω στη ζεστή φλοκάτη στο πάτωμα, ξέπνοοι και σφιχταγκαλιασμένοι, προσπαθώντας να μαζέψουν τις ανάσες τους από τον τυφώνα των οργασμών τους.
«Τι γαμήσι!» του ψιθύρισε με φωνή βραχνή, σχεδόν αποκαμωμένη. «Ακόμα με πονάνε τα σκέλια μου. Με ξέσχισες. Ήταν βροχή στο ξεραμένο μου μουνί».
Ο Αλκιβιάδης, καθώς, του είχε ζητήσει να μείνει μέσα της, βρίσκοντας το σθένος και το θράσος της νεότητας, της απάντησε με σκανδαλιάρικο ρυθμό:
...........Ως πότε, αχόρταγη γυναίκα, Πρέπει, λοιπόν, να τον αφήσω μέσα.
Το εργαλείο μου, που δέκα Κιόλας σου το’κανε φορές;
Ας’ το να πάρει μιαν ανάσα Και πριν το πετεινάρι κράξει
Πάλι εδώ θα’ναι, αν το θες. Φτερά δεν έχει, να πετάξει....................
Η Ασπασία ξέσπασε σε έναν γλυκό, χαρούμενο λυγμό ικανοποίησης. Μέσα σε αυτή την αέναη, πρωτόγνωρη ανακάλυψη του ενός από τον άλλον, τους πήρε τελικά ο ύπνος, δεμένους σε μια κοινή ανάσα.
Έξω, ο χρόνος κυλούσε αδυσώπητος. Τ' άστρα κατά την Ανατολή άρχισαν να λιώνουν ένα-ένα, μέχρι που απέμεινε μόνο ο πρόσχαρος Αυγερινός, ο διώχτης του φεγγαριού, να λάμπει μοναχός στον ουρανό.
Ο ουρανός άρχισε χαμηλά ν' αργυρώνεται και η αυγή ξεπρόβαλε αργά. Μια αμυδρή φωτεινή απόχρωση απλώθηκε στην ανατολική πλευρά, πάνω από το γκρίζο της επιβλητικής οροσειράς της Όθρυς που στεκόταν αγέρωχη πάνω από το Κρόκιο και το Αθαμάντιο Πεδίο. Σχεδόν αμέσως, το θαμπό, ασημένιο φως της μέρας πέρασε κλεφτά στην ατμόσφαιρα. Τα σπουργίτια, οι αιώνιοι μαντατοφόροι του ερχομού της ημέρας, χάλαγαν τον κόσμο με τα διαπεραστικά, ασταμάτητα τιτιβίσματά τους στη Μελικοκιά της αυλής. Το φεγγάρι είχε ήδη διασχίσει όλο τον ορίζοντα, βυθιζόμενο στη νύχτα που έφευγε, αλλά εκείνοι, κλεισμένοι στον δικό τους, μυστικό παράδεισο, δεν το είδαν ποτέ.
Καθώς οι μέρες διαδέχονταν η μία την άλλη, ένα ερώτημα δεν έπαυε να στριφογυρίζει στη σκέψη του Αλκιβιάδη, ερεθίζοντας τη φαντασία του ακόμα κι αν η απάντηση έμενε μετέωρη. Πως, από ένα παιχνίδι της μοίρας, η Ιοκάστη είχε γίνει εκείνο το βράδυ ο αθέατος συνδετικός κρίκος που τον οδήγησε στην αγκαλιά της Ασπασίας, μιας ώριμης γυναίκας που άλλαξε για πάντα τον ορισμό του κόσμου του, ενώ κάθε αρνητική συγκυρία γύρω από τη Μυρσίνη είχε διαλυθεί στο κενό;
Τα πρώτα βράδια, ξαπλωμένος ανάσκελα στο κρεβάτι του με τα χέρια πλεγμένα πίσω από το κεφάλι, έπιανε τον εαυτό του να την ονειρεύεται ακόμα και ξυπνητός, με τα μάτια ορθάνοιχτα στο σκοτάδι. Η πραγματικότητα είχε αποδειχθεί πολύ ανώτερη από κάθε τολμηρή φαντασίωση, ήταν απλώς υπέροχη. Ήταν αυτό ακριβώς το δώρο της φύσης που, όπως ποιητικά του είχε εξομολογηθεί η ίδια η Ασπασία, τον έκανε να αναρωτιέται πώς στο καλό ζούσε τόσα χρόνια χωρίς αυτό. Στα αυτιά του ηχούσαν ακόμα εκείνα τα πουλάκια που κελαηδούσαν και τα αόρατα πυροτεχνήματα μιας πλάσης που έμοιαζε να γιορτάζει μαζί τους.
Οι δρόμοι τους δεν ξανάσμιξαν. Εκείνη η νύχτα έμεινε μοναδική, κλεισμένη σαν ιερό μυστικό πίσω από την πόρτα του «επίγειου παραδείσου».
Με το πέρασμα του καιρού, ο Αλκιβιάδης άρχισε να την αναζητά όλο και πιο σπάνια, μόνο στα όνειρα του. Και όταν εκείνη ξεπρόβαλε ξανά στον ύπνο του, η σκέψη του πλημμύριζε από τη ζεστασιά και τη φλόγα της ξέφρενης εκείνης ερωτικής επαφής. Μιας επαφής που, αργά αλλά σταθερά, άρχισε να ξεθωριάζει, όπως ακριβώς συμβαίνει με τις πιο ελκυστικές συναντήσεις που μας χαρίζει τυχαία ο δρόμος της ζωής μας. Εκείνες που, πριν προλάβουμε να τις κρατήσουμε, χάνονται οριστικά στο διάβα του χρόνου, αφήνοντας πίσω τους μόνο μια γλυκιά, αδιόρατη νοσταλγία.
Έτσι είναι η ζωή και ο έρωτας. Πέρα από τη φθαρτή ύλη, οι άνθρωποι είναι πάνω απ' όλα ενέργεια, και σαν ενεργειακά όντα συνεχώς αλληλεπιδρούν, έλκονται και απωθούνται. Εκείνο το βράδυ, το πάθος τους είχε καεί σαν φωτιά που καταναλώνει τα πάντα στο πέρασμά της, κάνοντας έρωτα ώρες ατέλειωτες μέχρι που, όταν χόρτασαν την ύπαρξη ο ένας του άλλου, η ίδια η ενέργεια εξανεμίστηκε και οι δρόμοι τους χώρισαν αθόρυβα, όπως ακριβώς είχαν συναντηθεί.
Στον αντίποδα εκείνης της μίας, απόλυτης και ολοκληρωμένης νύχτας με την Ασπασία, στεκόταν η μακρόχρονη διαδρομή της εφηβείας.
Μέσα στα χρόνια που ακολούθησαν, ο Αλκιβιάδης και η Μυρσίνη είχαν βρεθεί πολλές φορές. Στις σιωπηλές γωνιές και στα κρυφά τους ραντεβού, είχαν επιδοθεί αναρίθμητες φορές στο αισθησιακό ερωτικό παιχνίδι, χάνοντας τον έλεγχο μέσα σε αγγίγματα και υποσχέσεις. Ωστόσο, από μια παράξενη ειρωνεία της μοίρας ή από έναν αόρατο δισταγμό που προστάτευε την αθωότητά τους, οι στιγμές αυτές ποτέ δεν είχαν φτάσει μέχρι το τέλος, ποτέ δεν είχαν ολοκληρώσει τη σεξουαλική τους επαφή, αφήνοντας αυτή την πλευρά της σχέσης τους να αιωρείται σαν ένα ανοιχτό, ανεκπλήρωτο κεφάλαιο στον χρόνο.
Η συνέχεια στο...
Δεν Λέγονται τα Πάντα στους Πάντες!.....





'

0 comments:
Δημοσίευση σχολίου