ADS

click to open

Κυριακή 27 Οκτωβρίου 2024

Mparmpa Theodorakis Frintzilas

...Θεόδωρος Φριντζήλας ή Στραβοθοδωράκης, ο πασίγνωστος τυφλός ποιητής από τη Ρηχιά μέλος της οικογένειας Φριντζήλα, με μέλη στη Κρεμαστή, τα Πελετά, τα Πιστάματα και τη Ρηχιά.  Διακρίθηκε για το ποιητικό του τάλαντο, ως ο πασίγνωστος τυφλός ποιητής από τη Ρηχιά. 
........................... 
Ένας Λεβεντάνθρωπος.... Μποέμ ..............
Ξάδελφος του παππού.........................
Θείος της μητέρας μου.......

1955 -1956.... Ήμουν πεντάχρονος που σαν μέσα από μια συννεφιά μνήμης ενθυμούμαι το μπάρμπα Θοδωράκη που έμενε σε ένα κατώι, όπου τα έβγαζε πέρα με ελάχιστα. Σηκωνόταν κατά το μεσημεράκι, ζητούσε να τον πάρω από το χέρι και να τον οδηγήσω σεργιάνι μέχρι την ντάπια του οικισμού Μπελεσέικα. Αυτή τη βόλτα την εκτελούσε, με τον ενθουσιασμό ενός προσκυνητή που βαδίζει σε ιερά χώματα. Όταν είχε ήλιο, καθόταν στο βράχο και μασουλούσε το ψωμί του καπνίζοντας και ένα τσιγάρο. Όταν έβρεχε ή έκανε κρύο, έμενε στο κατώι βούλιαζε σ’ ένα φθαρμένο καναπέ και άκουγε στη διαπασών μουσική. Με το που έπαιρνε να νυχτώνει και απέξω το σκοτάδι ήταν απόλυτο στο κατώι επικρατούσε βαθιά σιωπή. Το μυαλό του τότε ήταν καθαρό σαν τον χειμωνιάτικο νυχτερινό ουρανό, με το φεγγάρι και τον πολικό αστέρα στη θέση τους να τρεμοσβήνουν ζωηρά. Ο μπάρμπα Θοδωράκης μέσα στην ησυχία της νύχτας αναζητεί τα θέματα των στιχουργημάτων του βασισμένα στην καθημερινή ζωή και τις τοπικές παραδόσεις στα Ζαρακιτοχώρια. Λίγο πριν τον πάρει ο ύπνος, σκεφτόταν τον τελευταίο του στίχο και προσπαθούσε να θυμηθεί πως είχε ταιριάξει τις λέξεις και πότε τις είχε χρησιμοποιήσει ξανά. Μπορεί να τις είχε ξανασκεφτεί και άλλες φορές στη ζωή του, αλλά δεν μπορούσε να θυμηθεί τίποτε το συγκεκριμένο. Σχολίαζε με καυστικό τρόπο τις πολιτικές εξελίξεις, περίβαλλε με αγάπη τα γνωστά του πρόσωπα που αναφέρονται στα ποιήματά του, παραθέτει τις σκέψεις του χωρίς να ηθικολογεί. Είχε τόσα πράγματα να σκεφτεί, τόσες ιστορίες να πει. Αυτό που του έλειπε ήταν η σωστή διέξοδος, απ’ όπου θα ξεχύνονταν οι σκέψεις και οι ιδέες, σαν λάβα που μετά θα έπηζε σε μια σταθερή ροή πρωτότυπων έργων, που όμοια τους ο κόσμος δεν είχε δει ποτέ.  Οραματιζόταν πως τα μάτια των ανθρώπων θα άνοιγαν διάπλατα από την έκπληξη στο σπάνιο ταλέντο. Μια φωτογραφία του μ’ ένα χαμόγελο, θα έμπαινε στις λογοτεχνικές σελίδες των περιοδικών! Ο μπάρμπα Θοδωράκης σκεφτόταν μερικά ποιήματα που είχαν αρχή. Μερικά άλλα είχαν τέλος. Κανένα όμως δεν είχε αρχή και τέλος και ασταμάτητα, δούλευε καθετί που του περνούσε από το μυαλό. Το πρόβλημα ήταν ότι σκεφτόταν υπερβολικά πολλά. Δεν μπορούσε με τίποτε ν’ αποφασίσει, όταν σκεφτόταν τη ρίμα του στο σύνολό της, τι ήταν απαραίτητο και τι όχι. Την επόμενη μέρα, σχεδόν τα είχε ξεχάσει! 

Ω! Βλάχα Μούσα της Ρηχιάς
Κόρη του Θοδωράκη
Κατέβα και βοήθα με
Να πω ένα τραγουδάκι
…………………………
Έτσι άρχιζε ένα ποιηματάκι κάποιος φιλόδοξος σατιρικός ποιητής στα μαθητικά του χρόνια, και ο οποίος εγκατέλειψε, για ευνόητους λόγους, την ποίηση πολύ σύντομα. Ο ποιητής(;) αναφέρεται στο Μπάρμπα Θοδωράκη τον Φριντζήλα. Ο μπάρμπα Θοδωράκης ήταν ένας γέρος αγράμματος, τυφλος, εξ ου και Στραβοθοδωράκης, με άσπρα γένια που είχε το χάρισμα να φτιάχνει στίχους με μεγάλη ευκολία. Πολλοί από αυτούς τους στίχους γινόταν και τραγούδια. Δεν πιστεύω ότι οι στίχοι του να έχουν διασωθεί. Είχε μεγάλη απήχηση στον παιδόκοσμο. Όταν το παιδομάνι έβλεπε τον Μπάρμπα Θοδωράκη έτρεχε πίσω του.
«Μπάρμπα Θοδωράκη πες μου ένα ποίημα»
«Πως σε λένε;»
«Μπότη»
«Ο Μπότης το καλό παιδί και τ’άξιο παλληκάρι…..κλπ»
«Πες μου και μένα ένα.»
«Πως σε λένε?»
«Γιάννη»
«Ο Γιάννης το καλό παιδί κλπ. κλπ.»
Ο μπάρμπα Θοδωράκης είχε πάντα ένα τετράστιχο για όλους. Το έφτιαχνε εκείνη τη στιγμή, ή τα είχε σε μια τράπεζα δεδομένων και τραβούσε ένα κατά την ζήτηση; Πως σε λένε Γιώργο. Πάρε Γιώργο. Εσένα; Νίκο. Πάρε Νίκο. Εσένα; Χρήστο. Πάρε Χρήστο.
Περάστε κόσμε, πάρε παιδόκοσμε.
Ανήκε ο μπάρμπα Θοδωράκης στους Entertainers της Παλιάς Ρηχιάς; Στους ενήλικες προφανώς όχι. Ο παιδόκοσμος όμως;
Ο μπάρμπα Θοδωράκης είναι ένας θρύλος, και όπως όλους τους θρύλους να τον τιμούμε και να τον σεβόμαστε..

.........................................
Ο Θεοδωράκης Φριντζήλας γεννήθηκε το 1880 στο Μπρακάκι, στην περιοχή Καρίκια του χωριού Ρηχιάς.
Πέθανε στις 22 του Ιούλη το 1961, 82 χρόνων.
................................................
Γιώργη, τι να τα κάνεις τα λεφτά - με τους πολλούς τους τόκους
άμα δεν έχεις άνθρωπο καλό - με τους καλούς τους τρόπους.
Γιώργη, να μην κοιτάξεις χρήματα - παρά καλή γυναίκα
γιατί ποτέ τα χρήματα - δεν βγαίνουν στο σεργιάνι.
Πάρε γυναίκα όμορφη - να βγαίνεις στο σεργιάνι
να σκάζουν οι ρουφιάνοι.
.................................
Αυτό το αχ να μούφευγε - απ’της καρδιάς τα φύλλα
όλο τον κόσμο θάκαιγα - δίχως φωτιά και ξύλα.
Καημένη Κουλοχέρα μου - πόχεις την τρύπια πέτρα
τρούπια είν’κι η καρδούλα μου - σαν τη δική σου πέτρα.
..........................................
Α, ρε φίλε δεν ξέρω - αν κοιμάσαι ή ονειριάζεσαι
κείνος πούχει καλό μυαλό - και άλλο δεφτέρι βγάζει.
.................
Ναι,φίλε μου ετούτο το μυαλό - βγαζει βελόνες άφθονες
χιλιάδες εκατομμύρια - να ράψεις τα κασμίρια σου
κι όλα σου τα στολίδια.
................
Κλαίω με μαύρα δάκρυα - της γης το χώμα βρέχω
και δεν εβρέθηκε άνθρωπος - να με ρωτήσει τι έχω.
Όταν πεθάνω μη με κλαις - γιατί ΄μαι πεθαμένος,
κλάψε με τώρα πούμαι ζωντανός - κι είμαι τυφλός και καταφρονημένος.
..........................
Δεν το πιστεύω στο ντουνιά - κανένας να με φτάσει
στα τραγουδάκια τα πολλά - και ούτε να με περάσει.
Τα ποιήματα .....
Από το βιβλίο ΤΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ Θ. ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
θοδωράκης φριτζήλας - Ο ΤΥΦΛΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ
................
Σημείωση I: Τα ανίψια του (Η μητέρα μου.... και οι Θείες μου)... Μου δηλώσαν ότι δεν ήταν παντελώς τυφλός! Απλώς από νεαρή ηλικία είχε αρχίσει να έχει εκτεταμένα μειωμένη όραση η οποία με την πάροδο του χρόνου επιδεινώθηκε. Προς επιβεβαίωση τους παραθέτω το δίστιχο...
Ανέβαινε το 1956 σε ηλικία 76 χρονών στις «Βόγιες» και βλέποντας τον πρόεδρο του Χάρακα, το Δαμιανό να επιβλέπει το έργο επαναχάραξης του νέου δρόμου του λέει:
                              Γεια σου Δαμιανέ - με τη βόγια την καινούρια
                            που θα σε συγχωράνε - άνθρωποι και γαιδούρια.

Σημείωση II: Το 1825 πέρασε από το Ζάρακα ο Ιμπραήμ ο οποίος ως γνωστό δεν άφησε πίσω του τίποτε όρθιο.  Αμέσως μετά την επανάσταση η Ρηχιά ήταν ακατοίκητη και οι διάφορες εκτάσεις που ονομάζονταν μετόχια ανήκαν σε κατοίκους της Κρεμαστής. Αμέσως μετά την επιδρομή του Ιμπραήμ άρχισαν να εγκαθίσταται στην περιοχή της Ρηχιάς  διάφορες οικογένειες όπως οι Πετρουτσάς στα Νήπια από τις Σπέτσες, οι Φριντζήλας στα Καρίκια επίσης από τις Σπέτσες. Οι Κόκκορης στη Ρηχιά πιθανώς από τους Γοράνους Σπάρτης. Οι Δρίβας ήταν κάτοικοι Κρεμαστής πολύ παλαιότερα.

Σημείωση III: Το Μετόχι Καρίκια άνηκε στους Φριτζηλαίους αλλά μέσω προικώων απέκτησαν γη εκεί και οι Μπελεσαίοι οι οποίοι ήταν μάλλον από τα μέρη της Κορίνθου..

Τετάρτη 25 Σεπτεμβρίου 2024

Stoumpos (Petra-Kotrona)

..Είναι κάποιες ενδιαφέρουσες πληροφορίες που αφορούν τη δομή του οικογενειακού μας δένδρου που περιλαμβάνει γενιές (γονείς, παππούδες, προπάππους) και πλάγιες γραμμές (αδέλφια, θείοι, ξαδέλφια), απεικονίζοντας τις βιολογικές ή θετές σχέσεις, που πολλές φορές βρίσκονται ανάμεσα μας ή δίπλα μας, ως πηγές άντλησης πληροφοριών, και εμείς δεν γνωρίζουμε πως ακριβώς να τις ανακαλύψουμε και να ενημερωθούμε.
Πατημένα στο Φθινόπωρο των εξήντα μου χρόνων, με γκρίζο-λευκό μαλλί πλαισιωμένο με γκριζόμαυρες κηλίδες από δω κι από εκεί, ελαφριές ρυτίδες σαν χαρακιές, σκύβω να δέσω τα κορδόνια μου κι αναστενάζει η μέση μου αλλά αρνούμαι να υποταχθώ στον γρήγορο, αγωνιώδη ρυθμό της ζωής μας. Διανύοντας λοιπόν μια περίοδο ωριμότητας, αναστοχασμού και απολογισμού που συνδέεται με τη μετάβαση σε μια πιο ήρεμη φάση, όπου η εμπειρία δίνει τη θέση της στη σοφία, παρόμοια με την αλλαγή των εποχών. Έτσι ξαφνικά από μια στιγμιαία, φωτεινή αναλαμπή μολύνθηκα από το μικρόβιο να αναζητήσω τις μακρινές ρίζες της οικογένειάς μου. Σε μια αναζήτηση του γενεαλογικού μας δέντρου που άρχισε να μου φαντάζει, συναρπαστική εμπειρία, κτίζοντας το οικογενειακό μας δέντρο σε μια λευκή σελίδα του τετραδίου ανοιχτή μπροστά μου, ώστε να νιώσω πως πατάω πιο στέρεα σ’ αυτό τον τρίτο πλανήτη από τον ήλιο. 
Στο ξεκίνημα της αναζήτησης ζητώντας κάποια επικουρική βοήθειά έγινα Φίλος της ομάδας του χωριού μου ΚΟΥΛΕΝΤΙΑ ΛΑΚΩΝΙΑΣ στο Facebook για άντληση πληροφοριών από τους συγχωριανούς του τόπου καταγωγής μου. Ταυτόχρονα σ' αυτή τη καταπληκτική ομάδα, μέσα από τις επαφές μου με τους φίλους, φίλες βιώνω χαρές και λύπες ανακαλύπτοντας το μοναδικό δώρο της Φιλίας! Η καρδιά μου γεμίζει με συναισθήματα που μοιάζουν με κύματα. Αυτές οι φιλίες τις περισσότερες φορές μας ανεβάζουν ψηλά, αλλά καμιά φορά μας πετάνε άτσαλα στην όχθη όταν μαθαίνεις δυσάρεστα νέα τους!
 Από πλευράς γενεαλογικού δένδρου μητέρας η αναζήτηση ήταν απλή και εύκολη να φιλοτεχνήσω το γενεαλογικό της δέντρο και ένα σύντομο ιστορικό της οικογένειας της. Η μικρότερη αδελφή της μητέρας μου η θεία η Κατερίνα είναι ένα ανεξάντλητο και πολύτιμο βιβλίο σε αυτό το αντικείμενο. Την επισκέπτομαι κατά περιόδους στη Μαγούλα Αττικής, φτιάχνει μυρωδάτο καφέ με εσάνς κανέλας και τα λέμε. Μερικές φόρες ερχόταν στην παρέα μας και ο ξάδελφος της ο συγχωρεμένος ο Μίμης ο Φριντζήλας ο πατέρας της Μάρθας και τότε ο καφές συνοδευόταν με τσίπουρο και οι πληροφορίες γίνονταν ποταμός.. Για τους Φριντζηλαίους της ομάδας του χωριού τον Μίμη τον είχε βαπτίσει η μητέρα μου. Ήταν η μεγαλύτερη στα αδέλφια και ξαδέλφια.
Για τους γονείς του πατέρα μου που τους έχασε στην παιδική του ηλικία ελάχιστα ήξερα. Ο πατέρας μου δεν μιλούσε σχεδόν ποτέ για τους αποβιώσαντες γονείς του. Γενικά δεν ήταν ομιλητικός, και ότι και να του συνέβαινε, ποτέ δεν μιλούσε εύκολα για τα συναισθήματά του λες και ήταν μολυσματικά μικρόβια σε στόμα ασθενούς. Γυρίζοντας το χρόνο πίσω δεν θυμόμουν να είχα ρωτήσει και πολλά τον πατέρα μου για τον παππού και τη γιαγιά μου που δεν γνώρισα γιατί ειχαν αποβιώσει όταν ο πατέρας μου ήταν ακόμη μικρο παιδί. Θυμάμαι μια φορά μικρός, που του ζήτησα να μου μιλήσει για την γιαγιά μου: 
«Πώς ήταν η γιαγιά;» τον ρώτησα! Ο πατέρας μου αναστέναξε, κοίταξε αλλού και σκέφτηκε για λίγο πριν απαντήσει. «Είχε πολύ λευκή επιδερμίδα», μου είπε κομπιάζοντας στην κάθε λέξη λες και προσπαθούσε να στύψει το μυαλό του και να θυμηθεί αν είχε παιδικές αναμνήσεις! Μετά από μια μικρή παύση συνέχισε την ολοκλήρωση της σκέψης του με προσεκτικά τα λόγια του! «Ήταν ευγενικό και καλόβολο άτομο και είχε ωραίο περπάτημα». Περίεργος τρόπος για να περιγράφεις έναν άνθρωπο αλλά με τον καιρό κατάλαβα ότι πάντα του ήταν τόσο δύσκολο να μιλήσει για τη μητέρα του. Ηταν μόλις έξι χρονών όταν την έχασε.
Γνωρίζοντας σταδιακά φίλους της ομάδας του χωριού μου «ΚΟΥΛΕΝΤΙΑ ΛΑΚΩΝΙΑΣ» στο Facebook άρχισα αναμοχλεύοντας υποδόρια τις επαφές μου και τις σχέσεις με μερικούς φίλους της ομάδας. Έγινα στενός κορσές του Παναγιώτη Κοντάκου, αυτός με ανέχθηκε με περίσσια υπομονή μου έδωσε τα τηλέφωνα για ενορίες και ληξιαρχεία και με έφερε σε επαφή ηλεκτρονικά με την αξιότιμη μητέρα του και από ότι έχω νιώσει μέσα από τα σχόλια των φίλων της ομάδας είναι και μια αξιολάτρευτη δεσποσύνη η Μητέρα του η κυρία Ελένη. Σε αυτούς τους ανθρώπους τους σαν την κυρία Ελένη τους εύχεσαι να ζήσουν άλλον ένα αιώνα γεμάτο υγεία Ξεκίνησα να ξετυλίγω το κουβάρι για τις ρίζες μου  στα ληξιαρχεία Μολάων, Σπάρτης, και ενορίες Λυρών, Κουλέντια κλπ.
Σκαλίζω με υπομονή να βρω πληροφορίες από τα Γενικά Αρχεία Κράτους, και τους παλαιούς εκλογικούς καταλόγους της περιοχής μας. Γνωρίζω και έρχομαι σε επαφή με «Nikos-Eleni Pavlakis/» από τη Νεάπολη στα Βάτικα Λακωνίας τον οποίο ευχαριστώ από καρδιάς για τις ανεκτίμητες πληροφορίες που αφορούν τις οικογένειες Καραστατήρη και ιδιαίτερα την γιαγιά μου από πατέρα. Μου μετέφερε γνώσεις και δεδομένα εξαιρετικής αξίας! Σημαντικά ιστορικά στοιχεία για τη Ζαφείρω Καραστατήρη του Ιωάννη Καραστατήρη. Συνεχίζοντας την αναζήτηση η διαδικασία με οδηγεί στην αποκάλυψη άγνωστων στοιχείων και γνώσεων. Ανακάλυψα πληροφορίες που υπήρχαν, αλλά μου ήταν άγνωστες. Κάνοντας κάθε καινούργια ανακάλυψη, ένιωθα όπως ο Κολόμβος που ανακάλυψε την Αμερική. Η έρευνα μου για ιστορικά γεγονότα της οικογένειας με οδήγησαν στις εκδόσεις «Λακωνικαί σπουδαί» όπου υπάρχουν πληροφορίες με τους «Στούμπος». Να μη το πλατειάζω κατέληξα σε μια νοητή διαδρομή από τοποθεσίες καταγωγής των προγόνων μου από πλευράς του πατρός μου. Λιασίνοβα (Προσήλιο)-Ξηροκάμπι-Κουμουστά-Ελίκα-Άγιος Μάμμας-Κουλέντια-Μπουμπουτσέλια. Καθώς ένωσα τις σκόρπιες, άτακτες τελείες της αναζήτησης που με αφορούσαν προσωπικά, αναστοχάζομαι τη ζωή των προγόνων μου, τις επιτυχίες τους, τις αποτυχίες και τα ερείπια που άφησαν πίσω τους, κτίζοντας ένα ανάγλυφο, ολοζώντανο πορτραίτο της προσωπικότητάς τους. Έφτιαξα το γενεαλογικό μας δέντρο έχοντας ερωτηματικά πολλά για την αρχική ρίζα του επωνύμου της οικογενείας μου.
......Ανιψιά από ξαδέλφη της συζύγου μου, από το Βόλο, αναπληρώτρια δασκάλα το επάγγελμα μετατέθηκε πρόσφατα Αθήνα. Ανατολική Αττική. Ενοίκια και τα λοιπά έξοδα που περιέχονται σ ένα διαμέρισμα φτάνουν και δεν φτάνουν να τα καλύψει ο μισθός της. Την φιλοξενούμε! Μένει με την κόρη μας. Χώρος «δόξα το Θεό.»
Καθόμαστε απογευματάκι παρέα απολαμβάνοντας τον καφέ μας εγώ η κόρη μου και η ανιψιά. Κάποια στιγμή μου λέει το κορίτσι «Θείε διάβασα την ανάρτηση «το Μεγάλο Ρέμα. Τι ωραία που γράφεις».
«Στη θεία σου να τα πεις που μου λέει τι μαλακίες γράφεις πάλι!» της λέω γελώντας ευχαριστημένος.
Και αρχίζω να τους εξηγώ πως το μικρόβιο να γράφω ιστορίες μας ξεκίνησε αναζητώντας τις ρίζες μου και εν τάχη τους εξιστορώ το οικογενειακό μας δέντρο. Εκείνη την ώρα να σου και ο μεγάλος μου ο γιος. Κάθεται στη παρέα μας. Εγώ εξηγώ το γένος του πάτερα και πως τελικά το επώνυμο σύμφωνα με φήμες προήλθε από το ότι κάποιος πρόγονος μας χρησιμοποιούσε τακτικά τη λέξη Στούμπος και είχε σαν αποτέλεσμα να του έμεινε σαν επώνυμο.
Χωρίς να χάσει χρόνο παίρνει το λόγο ο γιος.
«Τι παραμύθια λες στα κορίτσια ρε πάτερα.»
Και αρχίζει να μας λέει την ιστορία που ξέρει. 
Ένας άνδρας από τα μέρη της Δυτικής Μάνης έκανε φόνο και  κυνηγημένος έφυγε προς τα ανατολικά της Μάνης στα χωριά του Ταΰγετου πάνω από το Γύθειο! Εκεί ρίζωσε έγινε ποιμένας απέκτησε μαντριά και αιγοπρόβατα και παντρεύτηκε. Ήταν σκληροτράχηλος άνδρας, μεγαλόσωμος, γεροδεμένος και σλαβικής καταγωγής από το σλάβικο χωριό την εποχή εκείνη της Μάνης τη Λιασίνοβα. Στον καινούργιο του τόπο που ρίζωσε λόγω του μεγάλου όγκου της σωματοδομής του τον αποκαλούσαν με το σλαβικό προσωνύμιο «Στούμπο», που σημαίνει ακατέργαστη μεγάλη πέτρα (κοτρόνα). Το οποίο προσωνύμιο έμεινε και επωνυμία. Κάποιος απόγονος πιθανόν παιδί του ήταν υπερβολικά γεροδεμένος, ρωμαλέος. Είχε σηκώσει στους ώμους του ένα γαϊδούρι φορτωμένο και το μετέφερε εκατό μέτρα με το φορτίο του. Η μετέπειτα καταγωγή μας από παππού είναι από την περιοχή της Ελίκας δήμου Νεαπολέως Βοιών Λακωνίας.
Κόκκαλο εγώ. «Και εσύ πως τα ξέρεις όλα αυτά;»
«Πως τα ξέρω. Μου τα διηγήθηκε ο παππούς όταν ήμουν μικρός.»
Γύρισα τον κόσμο ανάποδα να μάθω τις ρίζες μας, κάτι που πριν τριάντα και χρόνια τις γνώριζε ποιο τεκμηριωμένα ο γιος μου από μια απλή αφήγηση του παππού του.
Η κόρη μου με κοιτούσε με κατανόηση. «Μπαμπά μου μη στεναχωριέσαι έτσι συνήθως συμβαίνει! Μέχρι τα εξήντα όλοι τρέχουν να προφτάσουν τη ζωή! Που χρόνος για αναζητήσεις.»
Τελικά ανακάλυψα ότι οι οικογενειακές μας ρίζες συμπίπτουν με τα γενετικά δεδομένα και τη θεωρία του Γερμανού Γιάκομπ Φίλιπ Φαλμεράιερ ότι, μετά από τις σλαβικές επιδρομές κατά τον Μεσαίωνα, ο ντόπιος ελληνικός πληθυσμός ουσιαστικά εξαφανίσθηκε και αντικαταστάθηκε τον 6ο αιώνα μ.Χ. Οι Σλάβοι εγκαταστάθηκαν σε μικρές ομάδες (δηλαδή, οικογένειες και φυλές) και η δημογραφική τους επίδραση ήταν ασθενής και διάχυτη, στις δυτικές πλαγιές του Ταΰγετου από όπου και οι οικογενειακές ρίζες του πατέρα μου. Οι οικογενειακές μας ρίζες από την μητέρα μου, από τα χωριά του Νότιου Πάρνωνα μαρτυρούν αρβανίτικο αίμα Οι Αρβανίτες του Ζάρακα στη Λακωνία αποτελούσαν μια σημαντική πληθυσμιακή ομάδα που κατοίκησε την περιοχή, ιδίως γύρω από τον Λαμπόκαμπο, από τα τέλη του 14ου αιώνα, έως τις αρχές του 20ού αιώνα. Εγκαταστάθηκαν ως καλλιεργητές και πολεμιστές, διατηρώντας την αρβανίτικη γλώσσα, τα ήθη, τα έθιμα και την κοινωνική οργάνωση σε οικογενειακές γειτονιές, με έντονη παρουσία έως τις δεκαετίες του 1960-1970. 
....Εγώ δε συζητούσα εύκολα με τον πατέρα μου για τα παλιά για την οικογένεια του. Απλά γνώριζα ότι ήταν ορφανός και από τους δυο γονείς από μικρή παιδική ηλικία. Ο πατέρας εμένα πότε δεν μου μίλησε για την οικογενειακή ιστορία του. Ήμουν έφηβος πια που μια φορά τον ρώτησα για το πρωτο του γάμο. Είχε παντρευτεί στην εφηβεία του, αλλά ο γάμος του δεν μακροημέρευσε! 
«Πες μου κάτι για τον προηγούμενο γάμο σου.» τον προέτρεψα. Ανόρεχτα, σε μια κατάσταση μηχανικής και αδιάφορης επιθυμίας να μιλήσει, θαρρείς από ανάγκη κάτι να μου πει παρά από εσωτερική επιθυμία, μου λέει. «Μετά την κατοχή πεινούσα και έψαχνα να βρω ένα πιάτο φαγητό. Κάπου χτύπησα λάθος πόρτα με στρίμωξαν και με ανάγκασαν και παντρεύτηκα μια μεγάλη γυναίκα στα δέκα οκτώ μου χρόνια. Ούτε εβδομάδα δεν κράτησε ο γάμος. Με την πρώτη ευκαιρία την κοπάνησα!»

Click to Open

Πέμπτη 12 Σεπτεμβρίου 2024

Ta Neanika Toy Xronia

....Τα πρώτα χρόνια στη Λαμία μαθητής ακόμη του δημοτικού σχολείου τελειώνοντας η σχολική χρονιά τα καλοκαίρια ο «Αλκιβιάδης» εργαζόταν περιστασιακά σε διάφορες δουλειές του ποδαριού. Αρχικά το πρώτο καλοκαίρι δεκάχρονος σ΄ ένα καφενείο ήταν ο μικρός που μετέφερε τους καφέδες στους πελάτες. Το επόμενο καλοκαίρι έκανε το βοηθό σε πλανόδιο πωλητή πάγου για τα ψυγεία της εποχής! To επάγγελμα του παγοπώλη την δεκαετία του εξήντα είχε ξεχωριστή θέση κυρίως τους καυτούς μήνες του καλοκαιριού! Θυμάται που σηκώνονταν με το αφεντικό του απ' τα βαθιά χαράματα για να προλάβουν τις παραγγελίες τους και να ικανοποιήσουν την απαιτητική πελατεία τους. Το μεροκάματο ήταν σκληρό με το μεταφορικό τους μέσον ένα τρίκυκλο μηχανάκι με καρότσα μετάφεραν τις κολόνες του πάγου από τα παγοποιείο της πόλης στους πελάτες και φυσικά έπρεπε να κινείτε γρήγορα, να είναι σβέλτος στη δουλειά του να κόβει τον πάγο και να τον μεταφέρει στα σπίτια ή στα μαγαζιά, ανάλογα. Περιστασιακά βοηθούσε έμπορο υποδημάτων την εποχή που γινόταν το παζάρι. Επίσης εκεί στις πρώτες μέρες του Σεπτέμβρη τους έπαιρνε η «Ιοκάστη» η μητέρα τους αυτόν και τα μικρά αδέλφια του στις βαμβακοφυτείες του Λαμιακού κάμπου και μάζευαν βαμβάκι τότε που η συγκομιδή του βαμβακιού γινόταν με τον παραδοσιακό χειρωνακτικό τρόπο, πριν οι βαμβακοσυλλεκτικές μηχανές αντικαταστήσουν τους ανθρώπους και κατακλύσουν τον κάμπο. Η εργασία συγκομιδής ήταν επίπονος, απαιτείτο περισσότερος χρόνος αλλά και περισσότερα εργατικά χέρια. Η συγκομιδή του βαμβακιού ξεκινούσε το πρώτο δεκαήμερο του Σεπτεμβρίου και συνήθως μέχρι το τέλος του Οκτωβρίου και άρχιζε από το πρωί ως και τη δύση του ηλίου! Χρόνια ευτυχισμένα; Χρόνια δυστυχισμένα; Πως να τα πεις; Δούλευαν από το πρωί μέχρι το βασίλεμα του Ήλιου και χαιρόταν τις πέντε-δέκα δεκάρες που έφερναν το βράδυ στο σπίτι και συνέχιζε η Ιοκάστη τις σπιτικές εργασίες μέχρι αργά.
Τελειώνοντας η σχολική χρονιά στο γυμνάσιο πλέον το καλοκαίρι του 1965 το δεκαπεντάχρονο «Αλκιβιάδη» ο πατέρας του ο «Κλέαρχος» τον μετέφερε στα Καμένα Βούρλα για εργασία. Ήταν η εποχή που τα Καμένα Βούρλα ήταν δημοφιλές τουριστικό θέρετρο και υπήρχαν ευκαιρίες για εργασία. Εκεί ξεκίνησε την καριέρα στα τουριστικά επαγγέλματα πλένοντας τα ποτήρια στο μπαρ γνωστού ξενοδοχείου. Πολύ σύντομα έγινε βοηθός σερβιτόρου μέχρι το τέλος της καλοκαιρινής σαιζόν. Στα Καμένα Βούρλα ο Αλκιβιάδης πέρασε τρεις μοναχικούς μήνες! Όταν η δουλειά της ημέρας είχε τελειώσει, πολλά βράδια έπαιρνε το ποδήλατο του δυο κουβέρτες και πήγαινε και κοιμόταν μέσα στο πευκόδασος επάνω από την ακρογιαλιά του Κρυονερίου! Του άρεσε ιδιαίτερα αυτός ο τρόπος ζωής. Ηταν μια εφηβικη εμπειρία! Εκεί στην ανία και στη μοναξιά της ερημιάς, εκεί όπου βασιζόταν αποκλειστικά και μόνο στον εαυτό του ένιωθε την πραγματική και κρυμμένη δύναμή του με τα σκούρα μελιά του μάτια να κοιτάζουν μέσα από τα δέντρα την απέραντη μοναξιά του διαστήματος,. 
Με την έναρξη της σχολικής χρονιάς ίσχυε ήδη η νέα εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του 1964  στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και ήταν σε δύο τριετείς κύκλους (το Γυμνάσιο και το Λύκειο), και το «Ακαδημαϊκό Απολυτήριο» για την εισαγωγή στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση, με την ταυτόχρονη κατάργηση των εισαγωγικών εξετάσεων στα ΑΕΙ, και η δημοτική γλώσσα ως όργανο και αντικείμενο διδασκαλίας και μάθησης. Κύριοι μεταρρυθμιστικοί στόχοι ήταν να γίνει η εκπαίδευση προσιτή σε όλες τις κοινωνικές τάξεις (δωρεάν παιδεία) και να διευθετηθεί ταυτόχρονα, με την ανάπτυξη ενός δεύτερου δικτύου τεχνικής και επαγγελματικής εκπαίδευσης. Και πολύ απλά από το γυμνάσιο που είχε τελειώσει ο «Αλκιβιαδης» για εισαγωγή στο Λύκειο απαιτούντο πλέον εισαγωγικές εξετάσεις. Ο «Αλκιβιάδης» είχε την ατυχία να του συμβεί ένα απρόσμενο συμβάν και έχασε το λεωφορείο της γραμμής από τα Καμένα βούρλα για τη Λαμία την ήμερα των εξετάσεων και δεν έλαβε μέρος. Στο μυαλό του είχε καθίσει και η ιδέα ότι οι σπουδές στο Λύκειο κατά βάση προετοίμαζαν τους μαθητές για την Τριτοβάθμια Εκπαίδευση και στη συνέχεια για ηγετικές θέσεις στη κοινωνία και προσωπικά για να ολοκληρώσει αυτό το κύκλο ένιωθε ότι δεν έχει το οικονομικό υπόβαθρο να υποστηρίξει αυτό το κύκλο σπουδών. Σκέφτεται μη ρεαλιστικές τις προσδοκίες για συνέχιση στις σπουδές του, κρίνοντας αντικειμενικά, ως ανυπέρβλητα τα εμπόδια που αποφέρουν οι οικονομικές δυσκολίες και η έλλειψη οικονομικής υποστήριξης από το οικογενειακό περιβάλλον. Έτσι, θεωρούσε τον εαυτό του ευάλωτο. Καθόλου περίεργο λοιπόν, που λίγο πριν ξεκινήσει το σχολικό έτος, το παράτησε οριστικά το λύκειο. Κατέληξε στο συμπέρασμα ότι θα ήταν μεγάλη σπατάλη χρόνου αν έμενε εκεί άλλα τρία χρόνια. Νόμιζε ότι ήταν σωστή η κίνησή του που έλαβε την απόφαση να παραιτηθεί από τη συνολική προσπάθεια ολοκλήρωσης των σπουδών του! Είχε αρχίσει δειλά-δειλά να σχεδιάζει το μέλλον του. Γυρίζοντας στη Λαμία και εγκαταλείποντας το Λύκειο είχε δυο σκέψεις στο μυαλό του. Πρώτον να βγάλει ναυτικό φυλλάδιο και δεύτερο να φοιτήσει στη σχόλη εμποροπλοιάρχων τη φημισμένη «ΛΑΜΙΑΚΗ». Οι απόφοιτοι της σχολής την εποχή εκείνη  ήταν περιζήτητοι στην εμπορική ναυτιλία.
Ναυτικό φυλλάδιο λόγω ηλικίας απαιτείτο γονική συναίνεση. Από τον «Κλέαρχο» ήταν πολύ εύκολο να τη πάρει μα αυτός επιθυμούσε τη συναίνεση να του τη δώσει η «Ιοκάστη.» Αρχικά ήταν ανένδοτη, έκαμψε τις αντιστάσεις της όταν της υποσχέθηκε ότι μέχρι να πάει στρατιώτης δεν θα φύγει. Ενδόμυχα πίστευε ότι θα του περάσει και έδωσε τη συγκατάθεση της. Το πρόβλημα της σχολής αποδείχτηκε ανυπέρβλητο. Ήταν ημερησία η σχολή και τα δίδακτρα ασήκωτα για το οικογενειακό τους βαλάντιο. Σαν εναλλακτική αποφάσισε να φοιτήσει στο νυχτερινό τμήμα εργοδηγών μηχανολόγων της σχολής και έπιασε δουλειά σ΄ ένα κατάστημα χονδρεμπορικής με δημητριακά προϊόντα τη διάρκεια της σχολικής χρονιάς. Το κατάστημα ήταν  στη περιοχή της λαχαναγοράς και ταυτόχρονα έκανε μερικές έχτρα εργασίες βοηθώντας στα ξεφορτώματα των φορτηγών για έχτρα χαρτζιλίκι. Ήταν και η εποχή που απόκτησε τη βλαβερή συνήθεια του καπνίσματος και ταυτόχρονα η υπεύθυνη της σχολής αγγλικών όπου φοιτούσε κάλεσε την «Ιοκάστη» και της εκμυστηρεύτικε τις πολύ συχνές απουσίες του. Βλέπεις μάθαινε γαλλικό μπιλιάρδο το παλικάρι το έβρισκε πολύ πιο ενδιαφέρον.
Το  καλοκαίρι του 1966 δέκα εξάχρονος προσελήφθη εποχικός εργάτης στη ΔΕΗ. Την εποχή εκείνη επέκτειναν το δίκτυο της επιχείρησης στα γύρω χωριά της Υπάτης και αναζητούσαν προσωπικό να σκάβει για να τοποθετηθούν οι κολόνες του νέου δικτύου. Κοπιαστική η διαδικασία εγκατάστασης του νέου δικτύου, ειδικά αυτό της Υπάτης διάσχιζε βουνά και λαγκάδια. Πριν το σκάψιμο των λάκκων μέσα στους οποίους θα «εμφύτευαν» τις κολόνες, είχε προηγηθεί τεχνική μελέτη και σήμανση τοποθέτησης τους. Όλες οι κολόνες που τοποθετήθηκαν στη περιοχή προς επέκταση του δικτύου προς τα χωριά είχαν ύψος από 10 μέχρι 15 μέτρα και η θεμελίωση τους γύρω στα δυο μέτρα για λόγους αντοχής και τήρησης των κανόνων ασφαλείας. Θεόρατα ξύλα. Τα χρόνια εκείνα δεν υπήρχαν γερανοί, που να σηκώναν και «φύτευαν» τις κολώνες. Η διαδικασία που ακολουθούσαν οι εργάτες της ΔΕΗ ήταν η εξής: Πρώτα άνοιγε ο λάκκος με προσοχή ώστε μη χαλάσει η συνοχή της γης γύρω του.  Ο Εργάτης χειριζόταν έναν ατσάλινο σφυρήλατο λοστό 225 εκατοστών μήκος περίπου τη γνωστή παραμίνα. Σφυρηλατημένο ατσάλι για αντοχή με στιλβωμένα, λοξά νύχια για ακρίβεια στο σκάψιμο.
Ο «Αλκιβιάδης», δέκα εξάχρονος ήταν όχι απλώς ο νεότερος της εργατικής ομάδας αλλά σχεδόν οι περισσότεροι τον θεωρούσαν παιδί τους. Είχε συμφωνήσει με τον εργοδηγό ότι δεν θέλει διάλειμμα στην εργασία του απλά όταν τελειώσει το λάκκο του να είναι ελεύθερος. Ο εργοδηγός γελώντας συγκαταβατικά συμφώνησε μαζί του. Δυστυχώς για τον «Αλκιβιάδη» σε ελάχιστα σημεία το έδαφος ήταν ευκολόχρηστο στους περισσότερους λάκκους ήταν σκέτος γρανίτης. ''Όσο πιο στενός ήταν ο λάκκος, τόσο καλύτερα. Μετά έβαζαν στην μια πλευρά του λάκκου ένα έλασμα, το λεγόμενο ως «γκόμενα» στην αργκό των εργατών και παράλληλα πλησίαζαν την κολόνα από την απέναντι πλευρά. Στη συνέχεια άρχιζαν να σηκώνουν την κολόνα από τη μια άκρη της, για να μπορεί να γλιστράει το κάτω μέρος της, μέχρι να σηκωθεί όρθια. Για τη δική τους ασφάλεια και για να υπάρχει καλύτερος έλεγχος σε όλη τη διαδικασία, η κολόνα ήταν δεμένη με σκοινιά δεξιά και αριστερά. 'Όταν κατάφερναν να τοποθετήσουν την κολόνα κατακόρυφα μέσα στο λάκκο, ρίχνανε μέσα χώμα και τραβούσαν τη λαμαρίνα, που πλέον δεν χρειαζόταν. Η διαδικασία τελείωνε με καλό πάκτωμα του χώματος με ειδικούς τετράγωνους κόπανους.
Θυμάται εκείνες τις  μέρες με καύσωνα στο οροπέδιο της Υπάτης, με τον λίβα να καίει τα σπαρτά, με το θερμόμετρο να χτυπάει σαρανταπεντάρια, και να προσπαθούν ντάλα μεσημέρι να στήσουν τις κολόνες και τις περισσότερες φορές η υψηλή θερμοκρασία και η πίσσα από τις κολόνες να καταστρέφει το δέρμα τους με εγκαύματα.  Φτώχεια καταραμένη που οι εργάτες, ποτέ δεν σκέφτηκαν μέτρα προστασίας, ποτέ δεν διανοήθηκαν να κάτσουν στη σκιά να περάσει το καμίνι. Η ανάγκη για επιβίωση, ήταν πάνω από όλα. Και τότε, στα τέλη της δεκαετίας του εξήντα, ήταν όλα χειροκίνητα. Όλες οι δουλειές γινόταν με το χέρι, με την πλάτη.
Πέρασε ο Ιούνιος και τέλος Ιουλίου αρχές Αυγούστου είχε στηθεί το δίκτυο, τέλειωσε το σκάψιμο παροπλίστηκε η παραμίνα και έμειναν αναμνήσεις οι κάλοι, οι φουσκάλες και το σκίσιμο στο δέρμα του «Αλκιβιάδη» κάτι που  αποτελεί συχνό φαινόμενο για όσους ασχολούνται με βαριές χειρονακτικές εργασίες χωρίς να λάβουν τα απαραίτητα μέτρα προστασίας. Στη συνέχεια άρχισε η σύνδεση δικτύου στα σπίτια. Ηλεκτρολόγος της εταιρείας εκτιμώντας τον ακάματο ζήλο του τον πρότεινε στη διοίκηση να τον πάρει βοηθό του και να του ανανεώσουν τη σύμβαση όταν τελείωση το τρίμηνο του. Δεν είχε περάσει ούτε εβδομάδα στα νέα του καθήκοντα που η θεία του «Ερμιόνη» τον κάλεσε να πάνε στο χωριό στη Ρειχιά. Και όταν τον «Αλκιβιάδη» τον καλεί η «Ερμιόνη» σαν άλλος Μωυσής ανοίγει πέρασμα στη θάλασσα και ανταποκρίνεται στο κάλεσμα της. Με το πρώτο λεωφορείο της γραμμής ο Αλκιβιάδης αναχώρησε για Αθήνα και από εκεί με την θεία «Ερμιόνη» για Μονεμβάσια. Μάλιστα, η «Ερμιόνη» του είχε προτείνει από το Πάσχα το καλοκαίρι να πάμε μαζί οι δύο τους δυο εβδομάδες διακοπές στο χωριό! Δεν το έκρυβε ότι τον ξεσήκωσε η ιδέα αυτή, σκεφτόταν πόσο έντονα περάσαν το τελευταίο Πάσχα. Ίσως μια καινούργια καλοκαιρινή γνωριμία και αυτός να αφεθεί σε αυτή τη φαντασιακή τρέλα του και του αρέσει πολύ. Ένα ταξίδι διακοπών που θα ρουφάει ήλιο, θάλασσα ένταση και φυσικά την ανατροπή.
Γυρίζοντας ο «Αλκιβιάδης» από τις καλοκαιρινές διακοπές παράλληλα με τη φοίτηση στη σχόλη του αναζήτησε μία εργασία παρεμφερή στο τεχνικό κλάδο αλλά την εποχή εκείνη το μαθητευόμενο οι εργοδότες το προσλάμβαναν άμισθο για να μάθει τη τέχνη. Αναγκάστηκε να ασχοληθεί με οικοδομικές εργασίες που ήταν πιο προσοδοφόρες οικονομικά. Στη λέσχη που σύχναζε για μπιλιάρδο γνώρισε ένα νεαρό εργολάβο που είχε αναλάβει την εργολαβία της επένδυσης πλακιδίων στις εγκαταστάσεις του μεγάλου επίγειου δορυφορικού σταθμού στις Θερμοπύλες και στα νεοαναγειρόμενα σφαγεία Λαμίας. Αναζητούσε εργάτη για να παρασκευάζει τις λάσπες στους δυο μαστόρους του, προσφέρθηκε τον προσέλαβε στην μικρή του ομάδα που την απάρτιζαν τρία-τέσσερα άτομα όλα πολύ νεαρής ηλικίας και έτσι περίπου κύλησε η εφηβεία του μεχρι την ενηλικίωση του. Με το καιρό έγινε ένας καλός μάστορας σε επενδύσεις πλακιδίων το χειμώνα και σερβιτόρος-μπάρμαν τα καλοκαίρια στα Καμένα Βούρλα. Επίσης ο εργολάβος εκτός από ένας πολύ καλός παίκτης στο γαλλικό μπιλιάρδο ήταν και άριστος σκακιστής, και δεν άργησε να γαλουχήσει και τον Αλκιβιάδη ώστε να εντρυφήσει και αυτός στα μαγικά μυστικά του σπουδαίου αυτού παιχνιδιού.
Η «Ιοκάστη» μερίμνησε με μια καθηγήτρια αγγλικών να κάνει ο «Αλκιβιάδης» ατομικά μαθήματα στο σπίτι της καθηγήτριας και έτσι κουτσό-έμαθε πέντε-δέκα υποφερτές αράδες από δαύτα γιατί με τα αρχαία και τις ξένες γλώσσες δεν το είχε και στο άνετα το άθλημα. Τουναντίον διάβαζε ότι βρισκόταν στα χέρια του. Η υπεύθυνη της δημοτικής βιβλιοθήκης Λαμίας του είχε το ελεύθερο ότι ώρα ήθελε όποιο βιβλίο ήθελε του το παραχωρούσε ελεύθερα! Και από τα πρώτα βιβλία της βιβλιοθήκης ήταν και «Τα κατά συνθήκην ψεύδη» του Μαξ Νορντάου  (1849-1923).  Λογοτεχνικό ψευδώνυμο του, εβραϊκής καταγωγής, Αυστριακού στοχαστή Μαξιμίλιαν Ζίντφελντ… που τον σημάδεψε σα χαρακτήρα. Το διάβασε όταν ήταν δέκα πέντε χρονών και τον συνεπήρε τόσο πολύ που το ξαναδιάβασε και πάλι δεύτερη φορά.
Απλώς τελείωσε τη νυκτερινή σχόλη εργοδηγών μηχανολόγων. Τελευταία χρονιά η σχολή  του επέστρεψε το χρηματικό ποσό που είχε καταβάλλει στα δίδακτρα σαν ο μαθητής που ξεχώρισε με την απόδοσή του. Βρισκόταν στα Καμένα Βούρλα δούλευε στο μπαρ-μπουφέ μεγάλου ξενοδοχείου που του έφερε ο ταχυδρόμος την επιταγή με τα χρήματα. Την εποχή εκείνη στα Καμένα Βούρλα έκαναν εμφανίσεις περιοδεύοντες θίασοι τραγουδοποιών. Για ένα μεγάλο διάστημα ήταν και ο Γιάννης Σπάρτακος, ο «μικρός βασιλιάς» της τζαζ ένας από τους κορυφαίους Έλληνες συνθέτες, πιανίστας και μαέστρος με τέσσερα πέντε κοριτσόπουλα στη πίστα. Λογικό ήταν να μη χρειαζόταν ο «Αλκιβιαδης» και ιδιαίτερο κόπο να καταναλώσει το αντίτιμο της υποτροφίας του.
Υπηρέτησε τη στρατιωτική θητεία του ως υπαξιωματικός στο τεχνικό κλάδο στα τεθωρακισμένα. Με την εκπλήρωση των στρατιωτικών του υποχρεώσεων, σκεπτόταν τον επαγγελματικό προσανατολισμό του και την επιλογή του σωστού επαγγέλματος που θα ταίριαζε στον χαρακτήρα του, τα ενδιαφέροντά του, και σα νέος θα είχε την ευκαιρία να εξελιχθεί στο μέλλον σ' έναν ενήλικα που θα αντλεί ικανοποίηση από την εργασία του! Απόφοιτος της Μέσης σχολής Εργοδηγών μηχανολόγων έκανε αίτηση πρόσληψης στον ΟΤΕ και Την Ολυμπιακή Αεροπορία για τα  τεχνικά τμήματα. Αναμένοντας της έκβαση των αιτήσεων δούλευε εργάτης στις οικοδομές. Την εποχή του 1972-3 στην Αθήνα γινόταν οργασμός ανοικοδόμησης. Η αναμενόμενη πρόσληψη καθυστερούσε, και τότε θυμήθηκε το ναυτικό του φυλλάδιο το καταχωνιασμένο από την «Ιοκάστη» σε κάποιο συρτάρι. Το ξέθαψε κατέβηκε Πειραιά και χωρίς να το καταλάβει βρέθηκε στο Περσικό κόλπο μπαρκαρισμένος σ' ένα γκαζάδικο. Ταυτόχρονα η Ολυμπιακή του πρότεινε πρόσληψη άλλα δεν την αποδέχτηκε. Έμεινε εννέα μήνες στη θάλασσα. Γυρίζοντας στην Ελλάδα έλαβε την απόφαση να φοιτήσει ως είχε δικαίωμα ένα έτος στη ναυτική ακαδημία μηχανικών εμπορικού ναυτικού ώστε το επιλεχθέν επάγγελμα να του διασφαλίζει τις επιδιωκόμενες προοπτικές εξέλιξης του, και να μην αποτελεί μια παρωχημένη επιλογή που ενδεχομένως θα τον οδηγούσε σε μια αδιέξοδη κατάσταση στασιμότητας. Τον κέρδισε η θάλασσα όπως την ατένιζε στα θολά παιδικά του όνειρα από τις ακτές της Αγίας Μαρίνας Φθιώτιδας παρασύροντας τον στα πιο μαγευτικά ταξίδια. Κι’ η θάλασσα τον δέχτηκε στην αγκαλιά της προς μεγάλη απογοήτευση της Κύπριας φιλολόγου του που αλλιώς τη φανταζόταν τη σταδιοδρομία του. (Όχι πάντως μηχανικό. Κάτι για ρεπόρτερ του έλεγε. Δημοσιογράφος εννοείς; τη ρωτούσε.)
Για κάποιους ανθρώπους τα γράμματα γίνονται πολυτέλεια όταν το μόνο που τους έχει απομείνει είναι η περηφάνια της φτώχειας τους. Και άντε και πώς να το ανακοινώσει στην «Ιοκάστη» που τον έβλεπε να παίρνει τα γράμματα και καμάρωνε. Έβλεπε στο γιο της τα διψασμένα για γνώση μάτια της.
Μπορεί να φαίνεται ανόητο αλλά κάποτε μέσα του σαν φευγαλέο σύννεφο είχε ένα όνειρο πολύ κοινό, να συνεχίσει τις σπουδές του, αλλά υπήρχε έλλειψης στόχων, για την ακρίβεια με την πιο πλατιά έννοια του όρου απλώς να αποκτήσει ευρύτερες γνώσεις. Κάπου κάπου το όνειρο αυτό γυρνούσε και του κτυπούσε τη πόρτα μα με τον καιρό ένιωσε ότι ήταν πλέον ένα όνειρο παραγκωνισμένο στο χώρο της φαντασίας του.
«Ίσως κάποια μέρα.» Σκεφτόταν.
«Ίσως.»
Μα εκείνη η μέρα δεν ήρθε, δεν του παρουσιάστηκε ποτέ. Τώρα που έχει τα τριπλάσια χρόνια, κυνηγάει την παιδική ηλικία που δεν είχε, και γι' αυτό του αρέσουν οι παιδικές περιπέτειες. 
Υ.Γ: Και στα είκοσι οκτώ του χρόνια έκοψε και το τσιγάρο άπαξ και δια παντός.

Σάββατο 7 Σεπτεμβρίου 2024

The happy night of the Tibetans,

μαγικό τραγούδι και ρυθμός .... χαμογελαστά πρόσωπα. Φιλικά πρόσωπα! Αγαπητά πανέμορφα κορίτσια! Η ανοιχτή ψυχή των χορευτών είναι πλήρης αρμονία. Και αυτή η αρμονία μεταδίδεται σε όλους εμάς που παρακολουθούμε αυτό το βίντεο.
Ευχαριστώ όλους για το βίντεο.

Παρασκευή 24 Μαΐου 2024

Malaga... Playa de la Malagueta.. Ki Ena Mpoykali Sangria

Ένα μικρο απόσπασμα από την «Ερωτική Μυθοπλασία ΙΙ....»
«Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας του συγγραφέα. Τα ονόματα, οι χαρακτήρες, οι τοποθεσίες .....κλπ.. Βλέπε Μυθοπλασία ΙΙ: (Part:1)
Ερωτική Μυθοπλασία ΙΙ (Part..1).....
.Ξαδέρφη αυτό το υπέροχο και απρόβλεπτο ταξίδι που λέγεται ζωή είναι γεμάτο συγκινήσεις και εναλλαγές! Γιατί η επιθυμία δεν ακολουθεί πάντα πρωτόκολλο. Δεν έχει ωράριο, ούτε ζητά άδεια για να εμφανιστεί. Υπάρχουν στιγμές που το σώμα και η φαντασία μιλούν με μια δική τους γλώσσα και η λογική προσπαθεί απλώς να μεταφράσει.
Και τότε δεν αρκεί να πεις στον εαυτό σου αυτό είναι σωστό ή αυτό είναι λάθος. Το πραγματικό ερώτημα είναι τι θα κάνεις όταν βρεθείς απέναντι σε αυτό που αισθάνεσαι. Γιατί το σεξ και η επιθυμία αποκαλύπτουν πολλές φορές πλευρές του εαυτού μας που καταφέρνουμε να κρατάμε κρυμμένες στους υπόλοιπους τομείς της ζωής μας. Υπήρχε, υπάρχει και μάλλον θα υπάρχει πάντα το απαγορευμένο. Το απαγορευμένο μήλο. Η έλξη για εκείνο που ξέρουμε πως δεν μας ανήκει. Η περιέργεια για το κι αν….
Και πόσες ιστορίες, βγαλμένες από την ίδια τη ζωή, δεν έχουν ειπωθεί γι’ αυτό;
 Ακριβώς σαν την ιστορία που σου διηγήθηκε η καλή σου φίλη η Ελπινίκη. Την ιστορία της κυρίας Μελισσάνθης, της συζύγου ενός υποπλοιάρχου σε γκαζάδικο που έκανε ταξίδια από τη Μεσόγειο μέχρι τη Βραζιλία. Μια ερωτική ιστορία βασισμένη, όπως έλεγαν, σε αληθινά γεγονότα. Είχε συμβεί μερικά χρόνια νωρίτερα και η Ελπινίκη την είχε ακούσει με εκείνη τη γερή δόση κουτσομπολιού που, όταν ξεκινήσει, σπάνια μένει για πολύ καιρό στο ίδιο στόμα. Την είχε ακούσει από ανθρώπους των γραφείων της μεγάλης ναυτιλιακής εταιρείας όπου εργαζόταν ο σύζυγός της. Και, όπως ήταν σχεδόν αναμενόμενο, η ιστορία ταξίδεψε αυθημερόν από την Ελπινίκη στην Εριφύλη. Γιατί, τελικά, υπάρχουν ιστορίες που δεν χρειάζονται κανένα εισιτήριο για να ταξιδέψουν. Αρκεί να βρεθεί κάποιος που ξέρει κάποιον που ξέρει κάποιον…
Η Μελισσάνθη ήταν μια όμορφη και ιδιαίτερα γοητευτική γυναίκα, που εργαζόταν σε ασφαλιστική εταιρεία του νησιού της. Εκείνη την περίοδο είχε πάρει άδεια άνευ αποδοχών, μέσω μιας ειδικής μορφής μακροχρόνιας αναστολής της εργασιακής της σχέσης.
Στα τριάντα πέντε της, πρόσεχε πολύ τον εαυτό της. Γυμναζόταν συστηματικά, ακολουθούσε έναν ισορροπημένο τρόπο ζωής και θεωρούσε τη φροντίδα του σώματος και της υγείας της αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητάς της. Ήταν γύρω στο ένα εβδομήντα, λεπτή, μελαχρινή, με σγουρά μαλλιά και μεγάλα μαύρα μάτια. Είχε έντονη παρουσία, πλούσιες καμπύλες και μακριά, καλοσχηματισμένα πόδια. Ήταν από εκείνες τις γυναίκες που, χωρίς να το επιδιώκουν ιδιαίτερα, τραβούσαν τα βλέμματα.
Κι εκείνη, όπως τόσες άλλες γυναίκες της ναυτικής κοινωνίας, ήταν παντρεμένη με ναυτικό, Κυκλαδίτη στην καταγωγή.
Εκείνη την εποχή ο σύζυγός της είχε μπαρκάρει ως υποπλοίαρχος σε ένα δεξαμενόπλοιο, το οποίο εκτελούσε ταξίδια από λιμένες της Βόρειας Αφρικής στη Βραζιλία, μεταφέροντας αργό πετρέλαιο — crude oil. 
Η Μελισσάνθη αποφάσισε να τον επισκεφθεί. Πήρε το αεροπλάνο με προορισμό τη Μάλαγα της Ισπανίας και από εκεί συνέχισε οδικώς για το Αλχεθίρας (Algeciras), το λιμάνι όπου θα περνούσε το πλοίο. Επιβιβάστηκε ως φιλοξενούμενη επιβάτης, με σκοπό να μείνει μαζί με τον σύζυγό της μερικές ημέρες, πριν συνεχίσει εκείνος το ταξίδι του.
Ο υποπλοίαρχος ήταν τότε περίπου σαράντα πέντε ετών. Έμπειρος ναυτικός, μαθημένος στις δυσκολίες της θάλασσας και στις απαιτήσεις των μεγάλων δεξαμενόπλοιων. Το πρόσωπό του είχε εκείνη τη χαρακτηριστική τραχύτητα που χαράζουν πάνω στον χρόνο ο ήλιος, το αλάτι, ο αέρας και η κούραση των μακρινών ταξιδιών. Δεν ήταν άνθρωπος που περνούσε απαρατήρητος, αλλά η ζωή πάνω στο πλοίο είχε αρχίσει να αφήνει τα σημάδια της.
Ως αξιωματικός υπεύθυνος για τις διαδικασίες φόρτωσης και εκφόρτωσης των υγρών και επικίνδυνων φορτίων, ερχόταν καθημερινά αντιμέτωπος με ιδιαίτερα απαιτητικές συνθήκες εργασίας. Οι πιέσεις ήταν μεγάλες, οι ευθύνες πολλές και η ανάγκη για διαρκή διαθεσιμότητα σχεδόν αυτονόητη. Η εργασία δεν τελείωνε πάντοτε όταν τελείωνε η βάρδια. Υπήρχαν πρόσθετες ώρες, απρόβλεπτες καταστάσεις, έλεγχοι, συντονισμοί και αποφάσεις που απαιτούσαν εμπειρία και απόλυτη προσήλωση.
Η συσσωρευμένη κόπωση, όπως ήταν φυσικό, επηρέαζε σταδιακά και την προσωπική του ζωή. Στον ελεύθερο χρόνο του αισθανόταν συχνά εξαντλημένος. Το σώμα ζητούσε ξεκούραση, το μυαλό ησυχία και η διάθεση για ερωτική επαφή δεν ήταν πάντοτε ανάλογη με τις προσδοκίες της γυναίκας του. Και η Μελισσάνθη, από την άλλη πλευρά, είχε φτάσει στο πλοίο με εντελώς διαφορετική διάθεση.
Περίμενε αυτές τις λίγες ημέρες σαν μια μικρή γιορτή μέσα στη μακρά απουσία του συζύγου της. Ήθελε να τον χαρεί, να μιλήσουν, να ξαναβρούν τη μεταξύ τους οικειότητα και, φυσικά, να ζήσουν ως ζευγάρι εκείνες τις στιγμές που η απόσταση της θάλασσας τους στερούσε για μήνες. Όμως η πραγματικότητα αποδείχθηκε διαφορετική. Ο υποπλοίαρχος, κουρασμένος και απορροφημένος από τις υποχρεώσεις του, δεν έδειχνε την ίδια διάθεση. Δεν ήταν ότι δεν αγαπούσε τη γυναίκα του ούτε ότι ήθελε να την απομακρύνει. Απλώς η εξάντληση είχε καταλάβει μεγάλο μέρος του χώρου που άλλοτε καταλάμβανε η επιθυμία. Για τη Μελισσάνθη, όμως, η εξήγηση δεν ήταν εύκολο να λειτουργήσει ως παρηγοριά. Η απογοήτευση άρχισε να μεγαλώνει. Είχε κάνει ολόκληρο το ταξίδι μέχρι την Ισπανία για να βρεθεί κοντά στον άνθρωπό της και, τελικά, όταν ήρθε η ώρα να ξεμπαρκάρει, έφευγε έχοντας την αίσθηση ότι είχε πάρει μαζί της περισσότερη προσμονή απ’ όση μπόρεσε να εκπληρώσει. Οι επιστροφές των ανθρώπων της θάλασσας έχουν συχνά τις δικές τους μικρές ειρωνείες. Η Μελισσάνθη είχε πάει στο πλοίο περιμένοντας να ξαναζήσει για λίγο τον γάμο της και έφευγε με την αίσθηση πως είχε περάσει από τη ζωή του συζύγου της περισσότερο ως επισκέπτρια παρά ως γυναίκα του. Και τότε, όπως συμβαίνει πάντα σε τέτοιες ιστορίες, άρχισαν να κυκλοφορούν και οι φήμες.
Κάποιοι έλεγαν ότι ο υποπλοίαρχος είχε προσβληθεί σε προηγούμενο ταξίδι από χλαμύδια, (Chlamydia trachomatis) ύστερα από μια περιστασιακή ερωτική περιπέτεια στη Βραζιλία και ότι μόλις είχε ολοκληρώσει τη θεραπεία του. Σύμφωνα με την ίδια εκδοχή, γι’ αυτό ήταν ιδιαίτερα προσεκτικός μαζί της τις πρώτες ημέρες και προτιμούσε να επικαλείται τον φόρτο εργασίας του, αποφεύγοντας τη στενότερη επαφή. Άλλοι πάλι έλεγαν πως όλα αυτά ήταν απλώς ναυτικό κουτσομπολιό. Και, όπως συμβαίνει με κάθε καλό κουτσομπολιό, κανείς δεν μπορούσε να ξεχωρίσει εύκολα πού τελείωνε η αλήθεια και πού άρχιζε η φαντασία.
Στην επιστροφή στο Αλχεθίρας, όταν ήρθε η ώρα της αποβίβασης, η Μελισσάνθη κατέβηκε από το πλοίο μαζί με έναν ακόμη ναυτικό. Ήταν ένας εικοσιπεντάχρονος μηχανικός, με καταγωγή από νησί του Αργοσαρωνικού. Και κανείς από τους δύο δεν μπορούσε τότε να γνωρίζει ότι η κοινή τους έξοδος από τον καταπέλτη του πλοίου θα αποτελούσε την αρχή μιας ιστορίας που, λίγο αργότερα, θα ταξίδευε από στόμα σε στόμα και τελικά, μέσα από τα γνωστά κανάλια της ναυτικής κοινωνίας, θα έφτανε μέχρι την Ελπινίκη και από εκεί στην Εριφύλη.
Ξεκίνησαν αργά το απόγευμα από το Αλχεθίρας, με το σούρουπο να τους ακολουθεί κατά μήκος της Costa del Sol Occidental. Ο ουρανός ήταν πλημμυρισμένος από ιριδίζοντα ρόδινα, γαλαζοπράσινα και πορφυρά χρώματα, μπλεγμένα αξεδιάλυτα μεταξύ τους, έτσι όπως μόνο η Φύση ξέρει να τα συνταιριάζει. Έφτασαν στη Μάλαγα την ώρα που ο ήλιος έγερνε προς τη δύση, βάφοντας τον ορίζοντα μενεξεδένιο. Το φως της ημέρας ξεθώριαζε γρήγορα, παραχωρώντας τη θέση του σ’ ένα ήσυχο, μεσογειακό σούρουπο. Η βραδιά ήταν διαυγής και δροσερή, ενώ τα φώτα της πόλης άρχισαν να λαμπυρίζουν και να τρεμοπαίζουν, καλωσορίζοντας τους καθώς έφταναν στο ξενοδοχείο.
Τα νέα που τους περίμεναν στη Μάλαγα είχαν δύο όψεις,  ευχάριστη και δυσάρεστη, ανάλογα με το ποιος τα έβλεπε και από ποια πλευρά.
Εξαιτίας μιας παρατεταμένης απεργίας των ελεγκτών εναέριας κυκλοφορίας, οι πτήσεις του τελευταίου εικοσιτετραώρου είχαν ακυρωθεί. Η αναστάτωση είχε προκαλέσει μεγάλη πληρότητα στα ξενοδοχεία της πόλης και ο πράκτορας, εμφανώς πιεσμένος, τους εξήγησε πως με μεγάλη δυσκολία κατάφερε να τους εξασφαλίσει ένα οικογενειακό δωμάτιο, διαμορφωμένο ουσιαστικά σαν μικρή οικογενειακή σουίτα. Διέθετε δύο ξεχωριστές κρεβατοκάμαρες, προσφέροντας έτσι την απαραίτητη ιδιωτικότητα, ενώ υπήρχε και ένα σχετικά μεγάλο σαλόνι με επιπλέον καναπέ-κρεβάτι.
«Κάτω από αυτές τις πιεστικές και επείγουσες συνθήκες, αυτό είναι ό,τι καλύτερο κατάφερα να βρω», τους είπε ο πράκτορας, προσπαθώντας να δικαιολογήσει την επιλογή του. «Μπορεί να μην είναι ακριβώς το ιδανικό, αλλά είναι το καλύτερο δυνατό κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις. Και, από όσο γνωρίζω, θα χρειαστεί να μείνετε τουλάχιστον δύο ακόμη νύχτες μέχρι να αποκατασταθούν οι πτήσεις.»
Η Μελισσάνθη και ο νεαρός μηχανικός κοιτάχτηκαν για μια στιγμή. Η κατάσταση είχε ασφαλώς μια μικρή αμηχανία.
Υπήρχαν όμως και πρακτικές λύσεις. Έπρεπε να τη διαχειριστούν με ψυχραιμία και διπλωματία. Άλλωστε, δεν είχαν πολλές επιλογές. Με μερικά τυπικά «ναι μεν, αλλά» περισσότερο για την τιμή των όπλων, συμφώνησαν τελικά και οι δύο πως η συγκεκριμένη λύση κάλυπτε τις ανάγκες τους.
Κανείς δεν είχε διάθεση να διαπληκτιστεί με τον πράκτορα για μια κατάσταση που δεν είχε δημιουργήσει ο ίδιος. Εξάλλου, επρόκειτο για μια συμβίωση περιορισμένης διάρκειας. Θα απαιτούσε ευελιξία, προσαρμοστικότητα, διακριτικότητα και έναν ορισμένο βαθμό συμβιβασμού και από τους δύο. Μόνο που πίσω από αυτή τη λογική υπήρχε κάτι που κανείς τους δεν έσπευδε να ομολογήσει. Η απρόσμενη συνύπαρξη είχε ήδη αρχίσει να δημιουργεί έναν διαφορετικό χώρο στις σκέψεις τους.
Η Μελισσάνθη, απογοητευμένη από την πρόσφατη εμπειρία της στο πλοίο, κουβαλούσε μαζί της μια συσσωρευμένη ανάγκη για τρυφερότητα, οικειότητα και ανθρώπινη επαφή. Ο νεαρός μηχανικός, από την άλλη, βρισκόταν σε μια εντελώς διαφορετική φάση της ζωής του και δεν μπορούσε να αγνοήσει ότι η γυναίκα απέναντί του ήταν ελκυστική. Και τώρα η ζωή τούς είχε τοποθετήσει, σχεδόν ειρωνικά, κάτω από την ίδια στέγη.
Δεν υπήρχε λόγος να προεξοφλήσουν τίποτε. Ούτε να δημιουργήσουν προσδοκίες. Αν κάτι επρόκειτο να συμβεί, θα έπρεπε να προκύψει φυσικά, μέσα από την αμοιβαία συναίνεση, τον σεβασμό και τη σαφή επικοινωνία. Αν πάλι δεν συνέβαινε τίποτε, θα συνέχιζαν κανονικά το ταξίδι τους όταν θα άνοιγε ξανά ο αεροπορικός διάδρομος. Ωστόσο, η αλλαγή περιβάλλοντος, η απρόσμενη διαμονή στην ίδια σουίτα και η αίσθηση ότι για τρεις νύχτες η κανονική τους ζωή είχε μπει προσωρινά σε παρένθεση δημιουργούσαν μια παράξενη ατμόσφαιρα.
Μερικές φορές η ζωή δεν χρειάζεται να οργανώσει τίποτε. Αρκεί να μετακινήσει λίγο τα δεδομένα.
Και τότε οι άνθρωποι ανακαλύπτουν πως μέσα τους υπήρχαν σκέψεις που δεν είχαν ποτέ εξετάσει σοβαρά. Το ξενοδοχείο βρισκόταν πολύ κοντά στον λιμένα. Από τα μεγάλα μπαλκόνια του απλωνόταν μπροστά τους η ατελείωτη Μεσόγειος. Ο νεαρός μηχανικός τη βοήθησε να μεταφέρουν τις αποσκευές τους στη σουίτα. Η Μελισσάνθη μπήκε τελευταία, έκλεισε και κλείδωσε την πόρτα, έβγαλε τα παπούτσια της και φόρεσε τις παντόφλες του ξενοδοχείου. Τακτοποίησε προσεκτικά το πανωφόρι και την τσάντα της στον καλόγερο και ύστερα κάθισε στον καναπέ του σαλονιού. Τα δωμάτια ήταν καθαρά και τακτοποιημένα, κλιματιζόμενα, με δύο μονά κρεβάτια, τηλεόραση, ψυγείο, δωρεάν Wi-Fi και θέα προς το λιμάνι. Το ξενοδοχείο διέθετε επίσης εικοσιτετράωρο room service.
Ο νεαρός περιεργάστηκε τον χώρο με το βλέμμα του. «Τελικά, μια χαρά είναι εδώ. Και τα κρεβάτια είναι πραγματικά άνετα. Τουλάχιστον στον ύπνο δεν θα έχουμε πρόβλημα.»
Η Μελισσάνθη κοίταξε το ρολόι της. «Είμαι αρκετά κουρασμένη. Χθες το βράδυ δεν κοιμήθηκα σχεδόν καθόλου. Θα μπορούσαν βέβαια τα πράγματα να είναι και χειρότερα.»
«Σε νιώθω απόλυτα. Το να φεύγεις και να αφήνεις τον άνθρωπό σου πίσω δεν είναι εύκολο. Σημασία έχει να μη σε παίρνει από κάτω.»
Η Μελισσάνθη χαμογέλασε. «Εγώ, πάντως, με όλη αυτή την αναστάτωση άρχισα ήδη να πεινάω. Εσύ;»
«Κι εγώ το ίδιο. Με τόση διαδρομή, το στομάχι μου γουργουρίζει σαν να έχω να φάω από χθες. Αλλά δεν κάνουμε πρώτα ένα ντους;»
«Εννοείται. Αυτή τη στιγμή είναι ό,τι πιο αναγκαίο, μετά από δύο ώρες μέσα στο ταξί.»
Ο νεαρός πήγε πρώτος στο μπάνιο. Όταν βγήκε, ήταν ήδη ντυμένος και έτοιμος για έξοδο. «Μπες εσύ τώρα και κάνε το ντους σου με την ησυχία σου. Εγώ θα περιμένω στο μπαλκόνι.»
Έκανε μια μικρή παύση και πρόσθεσε, σχεδόν αυθόρμητα. «Αφού είμαστε μόνοι μας απόψε, χωρίς υποχρεώσεις και χωρίς πρόγραμμα, τι λες να βγούμε; Να φάμε κάτι, να πιούμε ένα ποτό, να γνωρίσουμε λίγο τη Μάλαγα;»
Η Μελισσάνθη τον κοίταξε για μια στιγμή και χαμογέλασε. «Γιατί όχι;»
Ο νεαρός φάνηκε ειλικρινά χαρούμενος. «Ωραία. Όταν είσαστε έτοιμη, φώναξε με και παίρνουμε ταξί.»
Προχώρησε προς το μπαλκόνι και η Μελισσάνθη τον σταμάτησε με μια παιχνιδιάρικη απορία στο βλέμμα.
«Μια στιγμή…»
«Συμβαίνει κάτι;»
Εκείνη κοίταξε δήθεν εξεταστικά γύρω της.
«Κοιτάζω αν είμαστε πολλές.»
Ο νεαρός έβαλε τα γέλια.
«Για τον πληθυντικό εννοείς;»
«Μπορεί.»
Γέλασαν και οι δύο.
Η Μελισσάνθη έκλεισε πίσω της την πόρτα του μπάνιου και, καθώς έμεινε μόνη, συνειδητοποίησε για πρώτη φορά καθαρά την παράξενη τροπή που είχε πάρει η ημέρα. Τυχαία γεγονότα την είχαν φέρει απροσδόκητα και σχεδόν αναπόφευκτα να συγκατοικεί προσωρινά με έναν νεαρό άνδρα σε μια ξενοδοχειακή σουίτα, σε μια ξένη πόλη. Δεν ήταν κάτι που είχε επιλέξει. Όμως είχε αποφασίσει να μη σταθεί απέναντι στην κατάσταση με φόβο ή καχυποψία.
«Εντάξει», σκέφτηκε. «Μου έτυχε. Θα το ζήσω όπως έρχεται.»
Το κλειδί βρισκόταν στον τρόπο με τον οποίο αντιμετώπιζε τα πράγματα. Αντί να αναζητά συνεχώς τι θα μπορούσε να πάει στραβά, προτίμησε να αφήσει στην άκρη τις αρνητικές σκέψεις και να δει τη νέα εμπειρία σαν μια μικρή παρένθεση από την καθημερινότητά της.
Μπήκε στο ντους. Το ζεστό νερό έπεσε στους ώμους της και, σχεδόν αμέσως, ένιωσε το σώμα και το μυαλό της να ξυπνούν. Η κούραση υποχωρούσε σιγά σιγά και τη θέση της έπαιρνε μια ευχάριστη αίσθηση ανανέωσης.
Χωρίς βιασύνη, ακολούθησε τη μικρή προσωπική της ρουτίνα περιποίησης. Έβαλε τις κρέμες της, φρόντισε τα μαλλιά και το πρόσωπό της και στάθηκε για λίγο μπροστά στον καθρέφτη. Δεν είχε λόγο να βιαστεί. Απόψε δεν υπήρχε πρόγραμμα. Μόνο μια άγνωστη πόλη, μια όμορφη βραδιά και ένας καινούργιος άνθρωπος στην παρέα της.
Όταν τελικά βγήκε από το μπάνιο, φόρεσε ένα κομψό, εφαρμοστό casual φόρεμα, διάλεξε προσεκτικά τα παπούτσια της και έβαλε το αγαπημένο της άρωμα.
Στο μεταξύ, ο νεαρός μηχανικός περίμενε στο μπαλκόνι. Όσο περνούσε η ώρα, άρχισε να αισθάνεται εκείνη την ευχάριστη ανυπομονησία που γεννιέται όταν περιμένεις κάτι που θέλεις να πάει καλά. Δεν ήξερε πώς θα εξελισσόταν η βραδιά. Το μυαλό του έφτιαχνε σενάρια, αλλά ταυτόχρονα προσπαθούσε να τα κρατήσει σε απόσταση.
Η πόρτα άνοιξε. Η Μελισσάνθη εμφανίστηκε στο μπαλκόνι. «Δεν άργησα, ελπίζω;»
Ο νεαρός γύρισε και την κοίταξε.«Καθόλου.» Το φόρεμα της ήταν κομψό και εφαρμοστό, χωρίς υπερβολή. Η παρουσία της, όμως, είχε αλλάξει. Έμοιαζε πιο ξεκούραστη, πιο φωτεινή και κυρίως πιο άνετη με τον εαυτό της.
«Πάμε;» ρώτησε εκείνη.
«Πάμε.»
Το ταξί, ύστερα από μια σύντομη διαδρομή, τους άφησε στην Playa de la Malagueta, σε μια από τις πιο ζωντανές περιοχές της Μάλαγα.
Η νύχτα είχε πλέον πέσει. Τα φώτα της πόλης αντανακλούσαν πάνω στο νερό, ενώ τα κατάρτια των σκαφών σχημάτιζαν ένα πυκνό δάσος από λεπτές σκοτεινές γραμμές μπροστά στο φως της πανσελήνου.
Ο νεαρός μηχανικός κοίταξε γύρω του εντυπωσιασμένος. «Αυτό το τοπίο μοιάζει σαν να το ζωγράφισε ο Πικάσο. Ξέρεις ότι η Μάλαγα είναι η πόλη του Πικάσο;» είπε στη Μελισσάνθη.
Εκείνη χαμογέλασε. «Το ξέρω. Αλλά απόψε μάλλον θα προτιμήσω να τη γνωρίσω από την πλευρά του φαγητού.»
Ο αέρας ήταν γεμάτος μυρωδιές από σκόρδο, ελαιόλαδο, θαλασσινά, παέγια και τάπας. Ανάμεσα στα κτίρια, στα μεγάλα δέντρα και στους φοίνικες, η παραλία απλωνόταν φωτισμένη, με τη λευκή άμμο να χάνεται κάτω από το απαλό άγγιγμα των κυμάτων. Ήταν ένα σκηνικό σχεδόν σαν καρτ ποστάλ.
Ο νεαρός την άγγιξε διακριτικά στον αγκώνα για να την καθοδηγήσει ανάμεσα στους πεζούς και να περάσουν την ξύλινη πόρτα ενός μικρού ισπανικού εστιατορίου.
Η Μελισσάνθη ένιωσε ένα ανεπαίσθητο ρίγος. Ήταν όμως μια απλή, ευγενική χειρονομία. Τίποτε περισσότερο. Τουλάχιστον έτσι είπε στον εαυτό της. Εκείνος τράβηξε ευγενικά την καρέκλα της και η Μελισσάνθη κάθισε. Το τραπέζι τους βρισκόταν σε μια ήσυχη γωνιά, μακριά από τον θόρυβο της εισόδου. Το εστιατόριο συνδύαζε τη ζεστασιά ενός οικογενειακού μαγαζιού με τη θέα προς τη θάλασσα. Χάλκινα μαγειρικά σκεύη κρέμονταν στον έναν τοίχο, ενώ στον απέναντι υπήρχαν ξεθωριασμένα σχέδια και παλιές ζωγραφιές. Για τις επόμενες δύο ώρες μιλούσαν, έτρωγαν και έπιναν.
Η συζήτηση πήγαινε από τη ναυτική ζωή στη Μάλαγα, από τα ταξίδια στις οικογένειές τους, από τις προσωπικές τους συνήθειες σε μικρές ιστορίες της ζωής.
Και χωρίς να το καταλάβουν, άρχισαν να αισθάνονται όλο και πιο άνετα ο ένας με τον άλλον.
«Επιδόρπιο;» ρώτησε ο νεαρός, την ώρα που η Μελισσάνθη περνούσε απαλά την πετσέτα από τα χείλη της.
«Θ’ αστειεύεσαι! Κοντεύω να σκάσω.»
«Απ’ ό,τι βλέπω, χρειάζεσαι λίγη εξάσκηση στα πλούσια γεύματα. Δεν απορώ που είσαι τόσο λεπτή.»
«Ε, όχι και λεπτή!» διαμαρτυρήθηκε εκείνη.
Παρά την προσποιητή διαφωνία της, όμως, το κομπλιμέντο την είχε ευχαριστήσει. «Τα γονίδιά μου φταίνε», συμπλήρωσε γελώντας. «Πάντως, αδύνατη δεν υπήρξα ποτέ.»
«Και καλά κάνεις.»
Απόλαυσαν το δείπνο τους, δοκιμάζοντας διαφορετικά πιάτα και συνδυάζοντας τα με κρασί τη τοπική και σαγκρία.
Όταν το μπουκάλι είχε σχεδόν τελειώσει, ο νεαρός σήκωσε το ποτήρι του. «Εντάξει λοιπόν. Να απολαύσουμε και το υπόλοιπο και μετά να επιστρέψουμε στο ξενοδοχείο, αν συμφωνείς.»
«Συμφωνώ. Απόψε νιώθω όμορφα. Χαλαρά και ευχάριστα.»
«Χαίρομαι πολύ που το ακούω. Είναι σημαντικό να δίνουμε λίγο χρόνο στον εαυτό μας. Να χαλαρώνουμε και να γεμίζουμε ξανά τις μπαταρίες μας.»
«Σε ευχαριστώ. Η παρέα σου μου δημιουργεί μια πολύ ευχάριστη ατμόσφαιρα. Νιώθω όμορφα μαζί σου.»
Εκείνος χαμογέλασε. «Χαίρομαι που με βρίσκεις καλή παρέα.»
Η Μελισσάνθη τον κοίταξε για λίγο πιο επίμονα. «Με παρασύρεις σαν βιβλίο που το ξεφυλλίζουν σελίδα-σελίδα. Και κάθε σελίδα μου φέρνει κάτι καινούργιο.»
Ο νεαρός χαμογέλασε χωρίς να απαντήσει αμέσως. Η βραδιά είχε ήδη αποκτήσει τη δική της μικρή ιστορία.
Και κανείς από τους δύο δεν βιαζόταν να φτάσει στην τελευταία σελίδα. Επιστρέφοντας από το εστιατόριο στο ξενοδοχείο, ανάμεσά τους είχε πλέον διαμορφωθεί μια έντονη ερωτική ατμόσφαιρα. Η επιθυμία ήταν αμοιβαία και, χωρίς να έχει ειπωθεί κάτι ξεκάθαρο, είχε γίνει σχεδόν αδύνατο να αγνοηθεί. Δεν ήταν ένας βίαιος παρασυρμός. Ήταν περισσότερο μια γλυκιά αιχμαλωσία· μια αργή, σχεδόν βασανιστικά ευχάριστη προσμονή για το επόμενο βήμα. Είχαν περάσει από τη γνωριμία στο φλερτ, από το φλερτ στην οικειότητα, και τώρα βρίσκονταν εκεί όπου η σιωπή άρχιζε να αποκτά περισσότερο νόημα από τα λόγια.
Το μόνο ερώτημα ήταν ποιος θα έκανε την πρώτη κίνηση. Πλησίαζαν τα μεσάνυχτα και, παρόλο που γνωρίζονταν μόλις λίγες ώρες, έμοιαζαν σαν να είχαν γνωριστεί πολύ παλαιότερα. Η επικοινωνία τους είχε γίνει άνετη, ζεστή, παιχνιδιάρικη. Γελούσαν πολύ. Μιλούσαν για τη δουλειά τους, για τη ζωή των ναυτικών, για ταξίδια και ανθρώπους που είχαν γνωρίσει, για όσα τους άρεσαν και όσα τους ενοχλούσαν.
Και, όπως ήταν σχεδόν αναπόφευκτο, η συζήτηση κάποια στιγμή πέρασε και στα ερωτικά. Η Μελισσάνθη ήταν αραγμένη στον μικρό καναπέ και ο νεαρός μηχανικός καθόταν απέναντί της. Κάθε τόσο τα βλέμματα τους συναντιούνταν και κανείς δεν τα απέστρεφε αμέσως.
Εκείνη το αντιλήφθηκε πρώτη. Και χαμογέλασε. Όχι ακριβώς προκλητικά. Περισσότερο σαν γυναίκα που είχε καταλάβει πως ο άνθρωπος απέναντί της δεν έκρυβε πλέον ιδιαίτερα καλά αυτό που ένιωθε.
Η ίδια δεν ήταν λιγότερο επηρεασμένη. «Με έχει πιάσει ένας φοβερός πονοκέφαλος στον αυχένα», είπε κάποια στιγμή. «Αυτό το άτιμο πιάσιμο που ξεκινάει από τον αυχένα και ανεβαίνει μέχρι το κεφάλι.»
Ο νεαρός χαμογέλασε. Ήταν ίσως η ευκαιρία που περίμενε. «Ένα καλό μασάζ μπορεί να βοηθήσει πολύ. Να σε χαλαρώσει και να σου πάρει λίγο από την ένταση.»
Σηκώθηκε και στάθηκε πίσω της. «Αν θέλεις…»
Η Μελισσάνθη δεν απάντησε αμέσως. Έκανε μόνο ένα μικρό νεύμα.
Εκείνος ακούμπησε απαλά τα δάχτυλά του στους κροτάφους της και άρχισε να της κάνει ένα ήρεμο μασάζ. Οι κινήσεις του κατέβηκαν αργά προς τον αυχένα, χωρίς βιασύνη, σαν να ήθελε πρώτα να βεβαιωθεί ότι εκείνη ένιωθε άνετα.
Η Μελισσάνθη έκλεισε τα μάτια. Ένας βαθύς αναστεναγμός ξέφυγε από τα χείλη της.
«Ξέρεις πόση ώρα το ήθελα αυτό;» είπε χαμηλόφωνα. «Τόσες φορές το φαντάστηκα, που κάποια στιγμή άρχισα να πιστεύω πως δεν θα γινόταν ποτέ πραγματικότητα.»
«Εγώ να δεις.» Η φωνή του είχε χάσει το παιχνιδιάρικο ύφος της. «Το περίμενα τόσο, που μου φαίνεται σαν να έχει περάσει μια αιωνιότητα.»
Η Μελισσάνθη άνοιξε τα μάτια και γύρισε λίγο το κεφάλι της. «Το λες σοβαρά ή με πειράζεις;»
«Απολύτως σοβαρά.»
Τα βλέμματά τους συναντήθηκαν. Για λίγες στιγμές δεν μίλησε κανείς. Η ατμόσφαιρα είχε αλλάξει. Δεν υπήρχε πλέον ανάγκη για υπονοούμενα. Και οι δύο γνώριζαν τι συνέβαινε.
«Θέλω μόνο να είσαι σίγουρη», είπε εκείνος. «Δεν θέλω να κάνουμε τίποτα επειδή απλώς μας παρέσυρε η στιγμή. Αν προχωρήσουμε, θέλω να είναι επειδή το θέλουμε και οι δύο.»
Η Μελισσάνθη τον κοίταξε ήρεμα.
«Αυτό ακριβώς θέλω κι εγώ. Να υπάρχει εμπιστοσύνη και σεβασμός. Τα υπόλοιπα βρίσκονται.»
«Θέλω να νιώθεις ασφαλής μαζί μου.»
«Ήδη νιώθω.»
Ένα μικρό χαμόγελο εμφανίστηκε στα χείλη του.«Αυτό σημαίνει ότι έχω την άδειά σου να συνεχίσω;»
«Σημαίνει ότι περιμένω να δω τι θα κάνεις.»
Γέλασαν και οι δύο. Για μια στιγμή η ένταση έσπασε. Ύστερα επέστρεψε, ακόμη πιο δυνατή.
Ο νεαρός συνέχισε απαλά το μασάζ στον αυχένα της. Η Μελισσάνθη είχε χαλαρώσει και άφηνε την ένταση της ημέρας να υποχωρεί. Ταυτόχρονα, όμως, αισθανόταν ότι κάτω από αυτή την ηρεμία υπήρχε κάτι άλλο που μεγάλωνε.
Κάτι που δεν είχε σχέση πλέον με τον πονοκέφαλο.
«Να σε ρωτήσω κάτι;» είπε εκείνος.
«Ρώτα.»
«Όταν μου μίλησες για τον άντρα σου στο πλοίο… μου φάνηκε πως υπάρχει κάποια ένταση μεταξύ σας. Έπεσε έξω η εντύπωσή μου;»
Η Μελισσάνθη αναστέναξε. «Όχι ακριβώς. Το πρόβλημα είναι πως έχω την τάση να αναλύω υπερβολικά τα πράγματα. Εκείνος κουράζεται. Μου λέει πως οι συνήθειες μου έχουν αποκτήσει έναν επαναλαμβανόμενο, τελειομανή χαρακτήρα και ότι πολλές φορές προσπαθώ να ελέγχω τα πάντα.»
«Και αυτό επηρεάζει και τη σχέση σας;»
«Ίσως. Δεν ξέρω πώς ακριβώς να το ερμηνεύσω. Μερικές φορές αναρωτιέμαι αν όλες οι σχέσεις, όσο περνούν τα χρόνια, αποκτούν μια διαφορετική μορφή. Συνηθίζεις τον άλλον, ξέρεις τις αντιδράσεις του, ξέρεις τι θα πει πριν το πει…»
«Δεν συμφωνώ.»
«Γιατί;»
«Επειδή δεν είσαι καθόλου μεγάλη για να πιστεύεις πως τελείωσαν οι εκπλήξεις.»
Η Μελισσάνθη χαμογέλασε. «Και τι είμαι;»
«Μια νέα και πολύ ελκυστική γυναίκα που μόλις βρέθηκε, χωρίς να το έχει προγραμματίσει, σε μια κατάσταση που δεν περίμενε.»
Τα δάχτυλά του συνέχισαν να κινούνται απαλά στον αυχένα της. Η Μελισσάνθη έκλεισε ξανά τα μάτια.
Αυτή τη φορά όμως δεν ήθελε να χαλαρώσει. Ήθελε να παραμείνει ξύπνια μέσα στη στιγμή.
Γιατί ήξερε πια πως η βραδιά στη Μάλαγα είχε ξεφύγει από το αρχικό της σχέδιο. Και πως το επόμενο κεφάλαιο του μικρού τους ταξιδιού δεν θα γραφόταν με λόγια.
«Εσύ! Για πες τώρα… τι λέει η κοπέλα σου για το επάγγελμά σου;»
«Δεν υπάρχει κάτι αυτή την εποχή. Μόνος μου είμαι.»
«Έλα, βρε αγόρι μου! Σοβαρά μιλάς; Τόσο ωραίος άντρας και είσαι μόνος; Σίγουρα θα έχεις γνωρίσει πολλές γυναίκες στα ταξίδια σου. Άλλωστε, βλέπεις… οι διαθέσιμοι άντρες όλο και λιγοστεύουν, αν με καταλαβαίνεις.»
«Κάποιες γνωριμίες που είχα δεν ευδοκίμησαν. Έψαξαν για άλλα λιμάνια!»
Η Μελισσάνθη γέλασε. «Μάλιστα… Και η προσωπική σου ζωή τελευταία;»
Ο νεαρός ανασήκωσε τους ώμους. «Πικρή η αλήθεια, αλλά θα στην πω. Νιώθω εντελώς άδειος. Την παλεύω όπως μπορώ!»
«Αα… κρίμα. Καλά, κι εγώ είχα καιρό να νιώσω ξανά τόσο έντονα αυτή την πλευρά της ζωής. Και στο πλοίο, μην νομίζεις… Είχαμε κι εκεί τις δυσκολίες μας. Με τη συνεχή επαγρύπνηση για τα φορτία και τις ευθύνες, πού χρόνος για…» Άφησε τη φράση να αιωρηθεί, χωρίς να την ολοκληρώσει.
Ο νεαρός την κοίταξε για λίγο και χαμογέλασε.
«Με τέτοια μελαχρινή ομορφιά και τέτοια θηλυκότητα, μην προσπαθείς να με πείσεις ότι δεν έχεις θαυμαστές. Σίγουρα θα είσαι πολύ επιθυμητή. Νομίζω πως κάθε γυναίκα έχει, κάποια στιγμή, έναν θαυμαστή που, παρότι γνωρίζει ότι είναι δεσμευμένη, εξακολουθεί να την πλησιάζει διακριτικά.»
Έγειρε λίγο προς το μέρος της και πρόσθεσε παιχνιδιάρικα. «Σίγουρα προτάσεις δεν σου έχουν κάνει; Άσε τον ναυτικό και… παντρέψου εμένα!»
Η Μελισσάνθη ξέσπασε σε γέλια.
«Χυλόπιτα έχεις ρίξει;»
«Ναι, έχει χρειαστεί.»
«Και… εμμονικός θαυμαστής;»
«Τώρα όχι. Αλλά έχει υπάρξει.»
«Και τι έκανες;»
«Του μίλησα στα ίσα. Ήρεμα και χωρίς να τον προσβάλω. Του εξήγησα ότι δεν έχω διάθεση για κάτι περισσότερο και, τελικά, κατάφερα να τον απομακρύνω.»
«Μάλιστα…»
Η Μελισσάνθη σταμάτησε για λίγο. Ήταν φανερό πως κάτι άλλο ήθελε να ρωτήσει, αλλά δίσταζε. «Το θέμα είναι ότι απλώς δεν έχω συνηθίσει να…» Σταμάτησε απότομα. Έπειτα, σαν να της ήρθε ξαφνικά μια σκέψη, τον κοίταξε ευθεία. «Αυτό με τα αφροδίσια που κυκλοφορούσε στο πλοίο… ισχύει;»
Ο νεαρός πάγωσε για μια στιγμή. Δεν περίμενε με τίποτα την ερώτηση. Έμεινε άφωνος, κοιτάζοντάς την σαν να προσπαθούσε να καταλάβει από που ακριβώς είχε προκύψει.
Η Μελισσάνθη, βλέποντας τη σιωπή του, κατάλαβε ότι είχε πετύχει διάνα σε κάτι που την απασχολούσε περισσότερο απ’ όσο ήθελε να παραδεχτεί.
«Τον… τον παλιομαλάκα! Τον γαμημένο! Αυτό μου έλειπε τώρα, να με έχει κολλήσει καμιά αρρώστια!»
Ο νεαρός σήκωσε τα χέρια ψηλά, προσπαθώντας να συγκρατήσει τα γέλια του. «Ώπα! Αγρίεψαν τα πράγματα… Το θέμα έχει βαρύτητα και απαιτεί εις βάθος ανάλυση!»
Η Μελισσάνθη τον κοίταξε με μισό χαμόγελο και μισή αγωνία. Εκείνος κατάλαβε πως το χιούμορ ήταν ο καλύτερος τρόπος να απομακρύνει την ένταση. «Όσο για τα αφροδίσια, δεν ισχύει τίποτα απ’ όσα άκουσες. Σαν γραμματικός σε γκαζάδικο και υπεύθυνος για τη φόρτωση και την εκφόρτωση, δεν έχεις και πολλές ευκαιρίες να τριγυρνάς στα λιμάνια. Το ξέρεις κι εσύ.» Το είπε ήρεμα, σχεδόν καθησυχαστικά. «Οπότε, μην αγχώνεσαι.»
Η Μελισσάνθη τον κοίταξε για λίγα δευτερόλεπτα. «Χμ… Ας το πιστέψω!»
«Όλα καλά;» τη ρώτησε.
Εκείνη χαμογέλασε και πήρε μια μικρή ανάσα. «Ναι. Όλα καλά.»
Και η κουβέντα, που για λίγες στιγμές είχε ακουμπήσει μια απρόσμενα ευαίσθητη χορδή, ξαναβρήκε σιγά-σιγά τον ανάλαφρο ρυθμό της.
Ο νεαρός μηχανικός συνέχισε το μασάζ με απαλές, επιδέξιες κινήσεις, κατεβαίνοντας αργά από τους ώμους προς την πλάτη της. Κάποια στιγμή, με μια ήρεμη αυτοπεποίθηση που δεν έκρυβε την πρόθεσή του, έλυσε το κούμπωμα του δαντελένιου σουτιέν της.  Η κίνηση αυτή ήταν μικρή, σχεδόν ανεπαίσθητη, κι όμως έμοιαζε σαν να άνοιγε έναν δρόμο που μέχρι εκείνη τη στιγμή παρέμενε κλειστός.  Έναν δρόμο προς την απόλαυση, αλλά και προς κάτι πολύ βαθύτερο που η Μελισσάνθη προσπαθούσε τόση ώρα να κρατήσει υπό έλεγχο. Εκείνος συνέχισε αργά, αφήνοντάς την να τον καθοδηγεί με τις αντιδράσεις της. Δεν υπήρχε βιασύνη. Μόνο η σταδιακή αφύπνιση των αισθήσεων, η αυξανόμενη ένταση και η αίσθηση πως κάθε προηγούμενο όριο είχε αρχίσει να γίνεται λιγότερο σαφές. 
Η Μελισσάνθη έκλεισε τα μάτια. Το σώμα της είχε ξυπνήσει πριν ακόμη προλάβει η σκέψη της να αποφασίσει τι ακριβώς ήθελε. Για πρώτη φορά ύστερα από καιρό ένιωθε να υποχωρούν οι άμυνες που είχε χτίσει γύρω από τον εαυτό της. Δεν ήταν μόνο η σωματική επιθυμία. Ήταν η ανάγκη να νιώσει γυναίκα, επιθυμητή, ζωντανή. 
Για λίγες στιγμές έμειναν σιωπηλοί. Ακούγονταν μόνο οι ανάσες τους. Όταν άνοιξε τα μάτια της, τον βρήκε να την κοιτάζει. Το βλέμμα του είχε αλλάξει. Δεν υπήρχε πια η παιχνιδιάρικη διάθεση της προηγούμενης ώρας. Υπήρχε μια ένταση που και οι δυο αναγνώριζαν. 
Εκείνος την αγκάλιασε. Τα χείλη τους συναντήθηκαν.
 Η Μελισσάνθη ακούμπησε πίσω στον τοίχο, ξαφνιασμένη περισσότερο από τον εαυτό της παρά από εκείνον. Για μια στιγμή πέρασε από το μυαλό της να τον απομακρύνει. Τα χέρια της, όμως, δεν υπάκουσαν στη σκέψη της. Αντίθετα, βρέθηκαν πάνω του. Τ ο φιλί έγινε βαθύτερο και η αμηχανία της άρχισε να υποχωρεί. Η αντίσταση που είχε εμφανιστεί στην πρώτη στιγμή μετατράπηκε σιγά-σιγά σε συνειδητή ανταπόκριση. Τώρα πια δεν υπήρχε παρεξήγηση. Ήξεραν και οι δύο πού οδηγούσε εκείνη η στιγμή. Η Μελισσάνθη τον κοίταξε για λίγο στα μάτια. Στο βλέμμα της υπήρχε ακόμη ένας τελευταίος δισταγμός, όχι φόβος, αλλά η επίγνωση ότι από εκεί και πέρα τίποτα δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί απλώς μια αθώα γνωριμία στη Μάλαγα.
«Ωραία… τι κάνουμε τώρα;» ψιθύρισε εκείνος, χαμογελώντας.
Η Μελισσάνθη πήρε μια βαθιά ανάσα. Για λίγα δευτερόλεπτα δεν απάντησε. Ύστερα, χωρίς να προσθέσει τίποτε άλλο, του έπιασε το χέρι. «Πάμε στο κρεβάτι», είπε. Και αυτή τη φορά δεν υπήρχε ούτε αμηχανία ούτε υπεκφυγή στη φωνή της. Η Μελισσάνθη τον τράβηξε κοντά της και τα χείλη τους συναντήθηκαν ξανά, αυτή τη φορά χωρίς τον παραμικρό δισταγμό. Τα χέρια του έκλεισαν γύρω από τη μέση της και τα σώματά τους ήρθαν κοντά, σαν να είχαν πάψει πια να υπάρχουν οι αποστάσεις που μέχρι πριν από λίγο τους κρατούσαν επιφυλακτικούς. Η ανυπομονησία είχε πάρει τη θέση της αμηχανίας.
Εκείνος την αγκάλιασε και την ανασήκωσε με ευκολία. Εκείνη τυλίχτηκε πάνω του, παραδομένη στη στιγμή, και για λίγες στιγμές έμειναν έτσι, γελώντας σχεδόν αθόρυβα ανάμεσα στα φιλιά τους, σαν να τους είχε ξαφνιάσει και τους ίδιους η ταχύτητα με την οποία είχαν φτάσει μέχρι εκεί. Τα στήθη της πιέστηκαν στο στέρνο του. Ο ερεθισμός του ήταν τόσο έντονος και εντυπωσιακός που η Μελισσάνθη ένιωσε ένα ρίγος ωμής γυναικείας δύναμης. «Σε θέλω τώρα. Τώρα», τον ικέτεψε. «Σε θέλω τώρα», του ψιθύρισε. «Τώρα.»
Το βλέμμα του σκοτείνιασε από την ένταση.  Τα ρούχα τους έπαψαν να έχουν σημασία. Έπεσαν βιαστικά στην άκρη, καθώς η απόσταση ανάμεσά τους μηδενιζόταν. «Θεέ μου… τι όμορφη που είσαι», της είπε χαμηλόφωνα .
Η Μελισσάνθη δεν απάντησε. Τον κοίταξε μόνο, με εκείνο το βλέμμα που δεν άφηνε πλέον χώρο για παρερμηνείες. Εκείνος την πήρε στην αγκαλιά του και τη μετέφερε στο κρεβάτι. Εκείνη αφέθηκε στα χέρια του, ενώ τα φιλιά του έγιναν πιο τρυφερά, σαν να ήθελε ξαφνικά να ισορροπήσει την ένταση με κάτι πιο βαθύ και ουσιαστικό. 
Για μια στιγμή σταμάτησε. Την κοίταξε στα μάτια. «Είσαι σίγουρη;»
Η Μελισσάνθη κράτησε το βλέμμα του. «Ναι», απάντησε αποφασιστικά. «Είμαι.» Και αυτή η μία λέξη ήταν αρκετή. 
Δεν χρειάζονταν πλέον άλλες εξηγήσεις, ούτε υποσχέσεις για το αύριο. Εκείνη τη νύχτα στη Μάλαγα, δύο άνθρωποι που είχαν συναντηθεί σχεδόν τυχαία είχαν φτάσει στο τελευταίο όριο της μεταξύ τους έλξης.  Κι από εκεί και πέρα, οι λέξεις περίσσευαν.  Την ξάπλωσε ανάσκελα κι έπεσε από πάνω της. «Το μόνο που μπορώ να σκεφτώ είναι ότι σε θέλω», της είπε με κομμένη ανάσα. Χάιδεψε τα στήθη και την κοιλιά της με τα χέρια και τη γλώσσα του, έπειτα κατέβηκε χαμηλότερα για να της ανοίξει τα πόδια. Η Μελισσάνθη ήταν ήδη έτοιμη, ζεστή, υγρή και πρόθυμη. 
«Δεν μπορώ να πιστέψω ότι...»  ήταν τα λόγια της όταν τον ένιωσε να ξαπλώνει ανάμεσα στα πόδια της, να μπαίνει μέσα της κι αυτή να τον τυλίγει σαν να ήταν φτιαγμένος για κείνη και μόνο. Οι κινήσεις του ήταν απαλές, το δικό της καλωσόρισμα φλογερό. Ένιωσε το πέος του να γλιστράει απαλά μέσα στο αιδοίο της της που ήταν μουσκεμένο από τα χάδια του. .
 Η Μελισσάνθη κλείνει τα βλέφαρα, απολαμβάνοντας την πληρότητα, την υπέροχη αίσθηση της κυριαρχίας του, καμπυλώνοντας ενστικτωδώς τη λεκάνη της προς τα επάνω για να τον συναντήσει, να ενωθεί μαζί του, βογκώντας δυνατά. Τραβιέται πίσω και με αργές κινήσεις την ξαναγεμίζει. Τα δάχτυλά της χώνονται μέσα στα ανακατωμένα μαλλιά του, και τον νιώθει που κουνιέται, αργά αργά, μέσα έξω. «Πιο γρήγορα αγορίνα μου... Πιο γρήγορα. Σε παρακαλώ...» Την κοιτάζει Θριαμβευτικά και τη φιλάει με πάθος. «Έτσι, μωρό μου... Θέλω να σ' ακούω». Μετά περνάει το ένα του χέρι γύρω από τη μέση της αρπάζοντας με το άλλο τον γοφό της και μπαίνει πιο δυνατά μέσα της, κάνοντάς τη να ξεφωνίσει ξανά. Και αρχίζει ο εξαντλητικός ρυθμός. Η ανάσα του γίνεται όλο και πιο τραχιά, σαν τη δική της. Νιώθει βαθιά μέσα της το γνωστό σκίρτημα. Πάλι! Είναι ολόκληρη μια αίσθηση που, κουρσεύει το κορμί της. «Ελα, μωρό μου...» μουγκρίζει μέσα από τα σφιγμένα δόντια του, ακριβώς τη στιγμή, που και η Μελισσάνθη αφήνεται και φτάνουν μαζί στην κορύφωση. 
Κοιταζόντουσαν στα μάτια. Μερικές στιγμές τα λόγια περιττεύουν και οι ηθικές ισορροπίες είναι αδύνατον να κρατηθούν..! Ό,τι συνέβηκε ήταν απίστευτο. Η επόμενη μέρα και νύχτα που θα ακολουθούσαν θα 'ταν ένα όνειρο, μια φαντασία, χαρίζοντας τους ατέλειωτες στιγμές ηδονής. Η συνέχεια ήταν φοβερά φιλήδονη. Κι οι δυο είχαν παραδοθεί κατά διαστήματα ανελέητα στις ορέξεις τους . Η συνέχεια εκείνης της νύχτας ήταν γεμάτη πάθος. Κι οι δυο, παρασυρμένοι από την αμοιβαία έλξη και την απροσδόκητη ελευθερία που τους είχε χαρίσει η Μάλαγα, αφέθηκαν στη στιγμή χωρίς πολλές σκέψεις για το αύριο.
Για τη Μελισσάνθη, όμως, εκείνη η γνωριμία έμελλε να μείνει σαν μια παράξενη παρένθεση στη ζωή της. Ο νεαρός μηχανικός δεν έμαθε ποτέ τίποτε περισσότερο για εκείνη. Δεν γνώριζε την οικογένειά της, την καθημερινότητά της, ούτε τι συνέβη μετά την επιστροφή της στο νησί. Κι εκείνη δεν του έδωσε ποτέ την ευκαιρία να τη γνωρίσει πραγματικά.
Χάθηκε από τη ζωή του σχεδόν τόσο ξαφνικά όσο είχε εμφανιστεί. Δεν προσπάθησε να την αναζητήσει. Δεν την πήρε τηλέφωνο, δεν έψαξε να βρει τα ίχνη της, δεν επιχείρησε να ξανανοίξει εκείνη την πόρτα. Ίσως επειδή κατάλαβε πως κάποια πράγματα είναι όμορφα ακριβώς επειδή μένουν εκεί όπου γεννήθηκαν: σε μια συγκεκριμένη νύχτα, σε μια ξένη πόλη, ανάμεσα σε δύο ανθρώπους που συναντήθηκαν τυχαία και ύστερα συνέχισαν τον δρόμο τους. Ίσως, πάλι, να ήθελε να γίνει έτσι.
Και η Μελισσάνθη, χρόνια αργότερα, όταν θυμόταν τη Μάλαγα, δεν ήταν τόσο το πρόσωπό του που ερχόταν πρώτο στη μνήμη της, όσο εκείνη η παράξενη αίσθηση ελευθερίας που είχε νιώσει για λίγο, σαν να είχε ανοίξει ένα παράθυρο σε μια ζωή που δεν θα γνώριζε ποτέ

Η συνέχεια στην ...
Click to Open
Ερωτική Μυθοπλασία ΙΙ (Part..2)
.....

Τετάρτη 24 Απριλίου 2024

Tha Perassei Kai Afti I Kataigida

....  Ο ήχος από την βροντή τον αιφνιδίασε, τον κατέλαβε απροετοίμαστο, ήρθε να διαταράξει την ηρεμία του. Σηκώθηκε όρθιος, κοίταξε έξω από το παράθυρο του μικρού του γραφείου να δει τι συνέβαινε. Παρατήρησε πως οι δρόμοι άδειαζαν από τους πεζούς και ο ουρανός σκοτείνιαζε. Τα πυκνά σύννεφα που συσσωρεύονταν, είχαν σκεπάσει τον ήλιο και προμήνυαν μια επερχόμενη καταιγίδα. Ήταν βαριά, φορτωμένα, συνδεδεμένα με την καταιγίδα που πλησίαζε, σκεπάζοντας το φως της ημέρας και δημιουργώντας μια αίσθηση αναμονής και οι άκρες τους είχαν ακόμη φωτεινές ανταύγειες που λαμπύριζαν σαν χαλκόχρωμο κεχριμπάρι, σαν κρυσταλλιασμένο αλάτι. Το βράδυ της προηγούμενης ημέρας τα δεδομένα στο ευαίσθητο βαρόμετρο του, δεν προμήνυαν το ξέσπασμα της καταιγίδας που θα ακολουθήσει. Αυτός για άλλη μια φορά, κοιτάζει πέρα στον ορίζοντα, που τον συνεπαίρνει και τον εμπνέει να δραπετεύσει το μυαλό του απ'το εδώ και το τώρα. Δεν εστιάζει στα κοντινά, αλλά αναζητά το μακρινό και ορίζοντας γίνεται μια οθόνη για τις αναμνήσεις του.
Τα μικρά καφέ της πλατείας απέναντι, είχαν γεμίσει όταν άρχισαν να πέφτουν οι πρώτες σταγόνες και η πρώτη εκθαμβωτική αστραπή έσκισε στα δυο τον ορατό ορίζοντα εμπρός του. Όταν έβλεπε αστραπή είχε την συνήθεια να μετρά τα δευτερόλεπτα από την αντίληψη της αστραπής μέχρι την αντίληψη της βροντής. Την άκουσε τη βροντή όταν είχε μετρήσει με μια χρήσιμη μέθοδο μέτρησης των δευτερολέπτων «εννέα» και υπολόγισε πως η αστραπή είχε πέσει σε απόσταση τριών χιλιομέτρων περίπου.  Η βροχή δυνάμωνε όλο και πιο πολύ. Μια καθαρτική μπόρα που κατέβαινε µε βρυχηθμούς από τα ξεκοιλιασμένα σύννεφα. Το νερό έτρεχε ορμητικά στις πλαϊνές υδρορροές των δρόμων κατακαθίζοντας την σκόνη, κρατώντας τους δρόμους καθαρούς. Ένιωσε την αναπάντεχη δροσιά να γλιστράει στο δωμάτιο και να απλώνεται σαν κομπρέσα στους τοίχους. Ένιωσε ένα δροσερό αερικό να τον πλησιάζει και να χαϊδεύει το μέτωπό του. Έβρεχε, έβρεχε, η πόλη ξεπλενόταν. Οι όποιες σκέψεις του θα πρέπει να σκορπίστηκαν όταν στον ουρανό πρόβαλλε ένα διπλό ουράνιο τόξο μέσα από τα σύννεφα. Οι τελευταίες σταγόνες πιτσίλιζαν τα πεζοδρόμια οι βροντές μάκρυναν πέρα βόρειο ανατολικά αφήνοντας πίσω τους ένα μακρινό σιγανό μουρμουρητό. Η καταιγίδα είχε περάσει και η κεντρική πλατεία εκεί έξω άρχισε και πάλι να γεμίζει από ζωή.
Η ζωή στον πλανήτη μας, είναι ένα εύθραυστο και λεπτό φαινόμενο που ισορροπεί πάνω στην κόψη ενός ξυραφιού, ανάμεσα στις σφοδρές εναλλαγές του κλίματος μουρμούρισε χαμηλόφωνα. Ο άνθρωπος ωστόσο δεν ικανοποιείται από τους κινδύνους που κρύβει η φύση. Αντιθέτως παρεμβαίνοντας με θράσος στο οικοσύστημα, σκάβει με επιμελημένη προσοχή τον ίδιο του τον τάφο.
Αυτός χαλάρωσε πίσω από το μεγάλο παράθυρο μισόκλεισε τα μάτια του ξεφυλλίζοντας τη σιωπή που καμωμένη από σκέψεις, που τον συντροφεύει και τον παρασύρει στα άδυτα της μνήμης και στα μεγάλα και ζόρικα ταξίδια του, που έντονα του τα θυμίζει η σημερινή κακοκαιρία. Αξέχαστες εμπειρίες, που του χάρισαν τόσα πολλά και έντονα συναισθήματα! Τον πλημμυρίζουν οι αναμνήσεις του, εκείνες οι πολύτιμες κι ανεκτίμητες αναμνήσεις του, που δεν ξεθωριάζουν ποτέ. Συσσωρευμένη βρυχάται μέσα του η αλμύρα και το αλάτι που τόσα χρόνια πότισε την υπόσταση του και ψάχνει να βρει διέξοδο και να τον ταξιδέψει σ΄ εκείνες τις εποχές σ' εκείνα τα ταξίδια. 
Ας τον ακολουθήσουμε! Σύνορα Γερμανίας Ελβετίας στα χίλια εννιακόσια εβδομήντα πέντε. Το τραίνο δεν έκοψε ταχύτητα καθώς σκαρφάλωνε πάνω στους σκιερούς λόφους. Δυτικά στον φλογισμένο ουρανό διαγραφόταν οι βουνοκορφές των Άλπεων, λουσμένες μέσα στις τελευταίες αχτίδες του Ήλιου που έδυε. Το σκοτάδι έπεφτε τόσο απότομα ώστε η πλαγιές των βουνών χάνονταν μέσα σ’ αυτό αφήνοντας μόνο τις κορυφές να φαίνονται λουσμένες στο φως, με τον ήλιο να χάνεται αιωρούμενος στον ορίζοντα μέχρι να σβήσει και η τελευταία αχτίδα του και οι κορυφές να χαθούν μέσα στο σκοτάδι.
Η μεγάλη παρέα στο βαγόνι του τραίνου ήταν Έλληνες ναυτικοί που ξεμπαρκάρισαν από τον λιμένα Μπρεμερχάφεν (Bremerhaven) που βρίσκεται στις εκβολές του ποταμού Βέζερ, ένα εμπορικό λιμάνι από τα πιο σημαντικά γερμανικά λιμάνια, διαδραματίζοντας καθοριστικό ρόλο στο εμπόριο της Γερμανίας. Από το Μπρέμεν λοιπόν της Γερμανίας οι ναυτικοί αποφάσισαν να επιστρέψουν στην πατρίδα με το τραίνο, το φημισμένο «ακρόπολις εξπρές» της εποχής που εκτελούσε τα δρομολόγια Μόναχο- Θεσσαλονίκη- Αθήνα....
"«Ακρόπολις Εξπρές», το επονομαζόμενο «τρένο της ξενιτιάς», κουβαλούσε, τα καλοκαίρια ειδικά, στοιβαγμένους στα κουπέ και τους διαδρόμους, Έλληνες, αλλά και Τούρκους «γκασταρμπάιτερ» σε μια περιπετειώδη διαδρομή από τη Θεσσαλονίκη μέσω Γιουγκοσλαβίας προς το Μόναχο και αντίστροφα, η οποία κρατούσε κοντά δύο ημέρες.
Ήταν το τρένο που μετέφερε ελπίδες, προσδοκίες και όνειρα, από τη μεταπολεμική Ελλάδα της δεκαετίας του ΄60 στη Γερμανία. που αγωνίζεται να αναγεννηθεί μέσα από τις στάχτες του πολέμου. Τα βαγόνια του τρένου φυλάσσουν στο εσωτερικό τους ερμητικά κλεισμένες, χιλιάδες ιστορίες διαφορετικών ηρώων, που με ένα φτερούγισμα στην καρδιά εξορμούσαν για να κατακτήσουν μια καινούργια ζωή, μακριά από την Ελλάδα της δυστυχίας, με μόνη τους αποσκευή την ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο και κοινό τους στόχο η κατάκτηση του ονείρου."
Την παρέα των ναυτικών την αποτελούν, ο Γιάννης ο Τρίτος μηχανικός από την Ελευσίνα, ο Ιπποκράτης ο καμαρότος ομογενής εξ Αιγύπτου, ο Αγγελής ο ναύτης από τον προσφυγικό μαχαλά της Καισαριανής, ο Γιώργος Ανθυποπλοίαρχος από την Λευκάδα, ο Πασχάλης ο ναύτης, ένα γιγαντόσωμο θεριό από την Σαμοθράκη, ο Επαμεινώνδας ο λοστρόμος από την ναυτομάνα Άνδρο, και ο νεαρός δόκιμος μηχανικός μας από τα χωριά του Νότιου Πάρνωνα. 
Όλοι αυτοί συνθέτουν μια παρέα εύθυμη, ταλαιπωρημένη μεν αλλά άκρως ζωντανή που η πείνα για ζωή και εμπειρίες ξεχειλίζει μέσα τους.
Προχωρώντας η βραδιά ο νεαρός μηχανικός σηκώθηκε από την θέση του και έκανε το γύρο της κουκέτας να ξεμουδιάσει την απραξία του. Από τον τρόπο που περπατούσε, ένας έμπειρος ταξιδιώτης θα μπορούσε να καταλάβει πως ο νεαρός ήταν σχετικά νεόφερτος σε ταξίδι με το τραίνο. Οι κινήσεις του ήταν κάπως απότομες σε αντίθεση με τον ανάλαφρο, σταθερό βηματισμό πολλών συνταξιδιωτών του. Έριξε μια ματιά στο εξωτερικό τοπίο αλλά τα φώτα στο βαγόνι τον εμπόδιζαν να δει καθαρά εκεί έξω το σκοτεινό τοπίο. Μ’ αυτή τη σκέψη ετοιμάστηκε να γυρίσει στη θέση του όταν ξαφνικά βρέθηκαν σε σήραγγα κι ενστικτωδώς τραβήχτηκε μακριά απ’ το παράθυρό ανοίγω-κλείνοντας τα μάτια του.
 Όλο το υπόλοιπο πλήρωμα αντιμετώπιζαν το νεαρό μηχανικό με φιλική διάθεση και τον ενθάρρυναν να πάρει μέρος στην συζήτηση που είχε ανάψει για τα καλά στο διπλανό κουπέ. Τα κουπέ είναι για έξι άτομα αλλά συνήθως ποτέ δεν είναι γεμάτα στα χειμερινά τους δρομολόγια. Η παρέα τους είχε κάνει κατάληψη σε τρία κουπέ του βαγονιού. Ο ίδιος βρέθηκε να συνταξιδεύουν με τον Αγγελή και έναν Τούρκο φοιτητή από την Κωνσταντινούπολη.
Με τον Τούρκο φοιτητή η γνωριμία ήταν μια ευχάριστη νότα του ταξιδιού. Όταν τα βλέμματα τους συναντήθηκαν μια σιωπηλή αλληλοεκτίμηση διαχύθηκε στα πρόσωπα τους. Ο νεαρός μηχανικός χαμογέλασε και στο πρόσωπο του σχηματίστηκαν σκιερές αυλακιές όμοιες μ’ αυτές του γύρω αλπικού τοπίου. Έγιναν οι απαραίτητες συστάσεις και ήταν εγκάρδια φιλικές παρά τα τραγικά γεγονότα της Κύπρου που ήταν ακόμη νωπά. Η σπίθα που είχε ανάψει στο νησί ήταν παρούσα γύρω τους. Το ότι δεν ξέσπασε πόλεμος σκέφτηκε ο νεαρός μηχανικός οφειλόταν σε μια τραγική συγκυρία περιστάσεων και όχι σε μια εσκεμμένη τακτική των κρατών μας. Η ισχυρογνωμοσύνη τόσο το χουντικού καθεστώτος όσο και του βαθύ κράτους της Γείτονος είχαν φέρει σαν μια κακόγουστη φάρσα σε τροχιά σύγκρουσης τα δυο έθνη. Δικαιολογίες υπήρχαν και για τις δυο πλευρές. Άλλωστε πάντα υπάρχουν.
Απολάμβανε στο ταξίδι να βλέπει τα τοπία να περνούν από μπροστά του σαν μεγάλη οθόνη που κάποιο αόρατο χέρι την άλλαζε συνεχώς.
Ξάπλωσε αναπαυτικά στην κουκέτα του τραίνου, ακούμπησε πίσω στη μαλακή ταπετσαρία κι έκλεισε τα βλέφαρα του. Το τραίνο ταξίδευε με σταθερή ταχύτητα σ’ ένα απαλό νανουριστικό γλίστρημα άλλα ο νεαρός μηχανικός δεν κοιμήθηκε. Αντίθετα σκεπτόταν έντονα τα γεγονότα του τελευταίου ταξιδιού στην μακρινή άπω ανατολή. Στο τραίνο βρίσκει ο ταξιδιώτης το χρόνο να κάνει την εσωτερική του περιήγηση και να παραδοθεί στα όνειρα του. 
Θέλησε να βουλιάξει στη σιωπή και στις αναμνήσεις του, σαν το πλοίο που το καταπίνουν σύννεφα από αφρούς που στροβιλίζονται πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας.
............... Το τελευταίο ταξίδι ήταν από τη δυτική ακτή των Ηνωμένων Πολιτειών προς τη θάλασσα της Ινδονησίας και από εκεί θα συνέχιζαν για Ευρώπη.
Τις τελευταίες ώρες ο ουρανός καλύφθηκε ολόκληρος με μαύρα σύννεφα και απ’ όλα τα σημεία του ορίζοντα έρχονταν βροντές κι αστραπές που έκαναν την νύχτα μέρα. Αν και αρχικά τα μετεωρολογικά δελτία του καιρού προέβλεπαν σχετικά καλές καιρικές συνθήκες ο καιρός άρχισε να διαμορφώνεται διαφορετικά από αυτό που προβλέπει το μοντέλο. Γύρω τους ο ουρανός ήταν σκούρος και μαβής και ο ήλιος άσπρος και λερωμένος ταξίδευε γοργά, μέσα στα σύννεφα λες και βιαζόταν να κρυφτεί.
Οι ασύρματοι σε όλα τα μήκη και πλάτη του βορειοδυτικού Ειρηνικού, ωκεανού άρχισαν να στέλνουν αδιάκοπα μηνύματα για την μεγάλη καταιγίδα που εξελισσόταν σε τυφώνα. Είχε ξεκινήσει ανατολικά των Φιλιππίνων και σάρωνε ανεξέλεγκτα τον απέραντο ωκεανό, κινούμενος με τρομαχτική ταχύτητα βόρεια, βορειοανατολικά. Τα πλοία που ταξίδευαν κοντά σε απάνεμα λιμάνια, κόλπους ή προφυλαγμένα νησιά, έσπευσαν να αγκυροβολήσουν για λόγους ασφαλείας, μετά τις απανωτές προειδοποιήσεις που έστελναν τα ερτζιανά.
Πλάκωσε η νύχτα. Και τι νύχτα! Κόλαση σωστή. Ούτε άστρο στον ουρανό. Τα φώτα της καμπίνας του άναψαν καθώς βρήκε το διακόπτη και τον γύρισε. Για ένα λεπτό αισθανόταν πολύ ζαλισμένος για να κάνει κάτι και έμεινε ακίνητος κοιτάζοντας στο κενό.
Σηκώθηκε. Ακολούθησε τον αλουέ του πλοίου μέχρι την έξοδο του ντέκ.
Το πλοίο χόρευε στα λυσσασμένα κύματα τα οποία λες και ήθελαν να το καταπιούν.
 Αγκομαχούσε πάνω στην επιφάνεια της θάλασσας κι όλο κλυδωνιζόταν και μούγκριζε κάτω από το ανελέητο σφυροκόπημα των κυμάτων.
Όταν κόπασαν οι αστραπές δεν μπορούσε να δει τίποτα, η νύχτα ποτέ δεν ήταν τόσο σκοτεινή όσο αυτή.
Όσα πλοία βρέθηκαν όμως μεσοπέλαγα, το μόνο που ήλπιζαν οι ναυτικοί τους, ήταν να μη βρεθεί στη ρότα τους τούτος ο ανισόρροπος τυφώνας που άλλαζε πορεία και κατεύθυνση συνεχώς. Μια διέσχιζε τον ωκεανό προς τα βορειοανατολικά, μια γύριζε απότομα νότια, και εκεί που περίμεναν όλοι οι μετεωρολόγοι πως θα κόπαζε και θα ξεθύμαινε, αυτός θαρρείς και έπαιρνε αιφνίδιες δυνάμεις, έστρεφε και πάλι βορειοανατολικά με μεγαλύτερη ακόμα ένταση.
Στη γέφυρα υπήρχε σύσκεψη για τα επερχόμενα.
Ο πλοίαρχος ήταν ένας άνδρας γύρω στα πενήντα, αλλά τα μαλλιά του ήσαν ακόμη αρκετά μαύρα και πυκνά. Ανήκε στη κατηγορία των όχι εξαιρετικά όμορφων ατόμων που εμπνέουν όμως εμπιστοσύνη από την πρώτη στιγμή που τα συναντάει κανένας. Έδινε την εντύπωση του ευχάριστου πεπειραμένου πλοιάρχου που δεν νοιαζόταν να δίνει συμβουλές χωρίς προκατάληψη, ωστόσο είχε πολύ καλή επαφή με τα πληρώματα του. Μια χρυσή καρδιά κάτω από μια τραχιά μορφή είχε σκεφτεί ο νεαρός μηχανικός στην αρχική τους γνωριμία και είχε επιδοκιμάσει με τον νου του την κοινοτοπία του χαρακτηρισμού του. Ο Γραμματικός του πλοίου ήταν ο καπετάν Γεράσιμος που ήταν γραμματικός με κεφαλαία γράμματα. Γεροδεμένος, τετράγωνες πλάτες, μετρίου αναστήματος, με αεικίνητα γαλάζια μάτια, που δεν άφηναν τίποτα απαρατήρητο. Τα εγγλέζικα του ήταν πολύ καλύτερα από του καπετάνιου και μιλούσε πέντε έξι γλώσσες ακόμα.
Είχε περάσει μια ώρα πριν βεβαιωθούν ότι η τροπική καταιγίδα έδειχνε μεταβαλλόμενη αλλαγή πορείας με άμεσο κίνδυνο να διασταυρωθεί με το δρομολόγιο του πλοίου, αλλά ακόμη δεν μπορούσαν να αποφανθούν ποσό σύντομα θα συνέβαινε αυτό.
Ο αμείλικτος δείκτης του βαρομέτρου στη γέφυρα του πλοίου τυλιγμένο μέσα στο πέπλο της νύκτας διέγραφε τα τελευταία λεπτά συνεχή πτώση κάνοντας αντιληπτά τα γεγονότα που θα ακολουθούσαν.
Ο γραμματικός μίλησε πρώτος
«Όλοι φεύγουν σα να τους κυνηγάει ο διάβολος. Ο καιρός μπορεί να γίνει πολύ ζόρικος σε τούτα τα μέρη. Έχω ταξιδέψει στην καραϊβική θάλασσα τα πρώτα μου ναυτικά χρόνια, κι έχω δει μερικούς τυφώνες στα ταξίδια μου, άλλα τίποτα δεν συγκρίνεται με έναν κυκλώνα του Ειρηνικού.»
«Έχουμε μόνο δυο επιλογές να κάνουμε» είπε.
«Μπορούμε να μειώσουμε ταχύτητα να παραμείνουμε στην θαλάσσια περιοχή που βρισκόμαστε αναμένοντας ότι τελικά η καταιγίδα θα πάρει τη συνηθισμένη βορειοανατολική πορεία που ακολουθούν οι καταιγίδες της περιοχής αυτή την εποχή και να περάσει σε ασφαλή απόσταση από την θέση μας.»
Η άλλη λύση είναι να κάνουμε αναστροφή πορείας να γυρίσουμε νοτιά νοτιοανατολικά και να αναμένουμε το ξέσπασμα της μέχρι να εξαντληθεί στα βόρεια. Ας ελπίσουμε πως δεν θα χρειαστεί να δοκιμάσουμε την δεύτερη λύση.» Συμπλήρωσε.
Ο μεγάλος κίνδυνος ήταν η συνεχώς μεταβαλλόμενη και απρόβλεπτη πορεία της καταιγίδας. Ο καπετάνιος σκέφτηκε πως είχε πολύ καιρό ν’ ακούσει χειρότερο μαντάτο. Έκανε μερικούς αριθμητικούς υπολογισμούς με το μυαλό του για να υπολογίσει την ακριβή απόσταση της καταιγίδας και τις πιθανές πορείες της. Αν και αισθανόταν ότι το πλοίο θα ήταν φοβερά εκτεθειμένο στην απόφαση του αποφάσισε να ακολουθήσουν την πρώτη λύση.
Απόμεινε να διαπιστωθεί εάν η πρώτη λύση που αποφασίστηκε ήταν και η πιο κατάλληλη και αποτελεσματική για την αντιμετώπιση της καταιγίδας.
Βρίσκονταν κάπου νοτιοανατολικά της Ιαπωνίας και η θεομηνία να μην είχε σκοπό να λιγοστέψει. Όσο πήγαινε, και φούντωνε. Η θάλασσα σφυροκοπούσε το πλοίο απ’ άκρη σ’ άκρη και κυνηγούσαν το ένα το άλλο τα κύματα, ψήλωναν σαν θεριά ανήμερα καβαλίκεψαν το κατάστρωμα και σάρωναν ό,τι έβρισκαν μπροστά τους και περνούσαν μανιασμένα αφήνοντας τους αφρούς καταπάνω τους.
Τρεις ημέρες αργότερα ξημέρωσε με τον ουρανό και τη θάλασσα να έχουν ακόμη μια θωλομάρα που σου έσφιγγε την καρδιά. Κατά το μεσημέρι ο ήλιος έσχισε τα σύγνεφα κι έριξε μιαν αχτίνα του μακριά. Αν και δεν είχαν οριστικά μείνει ακόμη μακρυά από την ακτίνα δράσης της καταιγίδας, το πλοίο ανακτούσε ταχύτητα καθώς η αντίσταση της κακοκαιρίας λιγόστεψε.
Μπορεί να είχαν ακόμη δρόμο μέχρι να απομακρυνθούν τελείως και να βγουν έξω από την ακτίνα δράσης της και σε ασφαλή πορεία, μα ήξεραν ότι είχε περάσει κι αυτή η καταιγίδα, άγρια όπως όλες που χτυπάνε χωρίς λύπη και έλεος… και… κάποια στιγμή αρχίζει να χαράζει ο Ήλιος ζωηρός και τα πάντα γεμίζουν με φως. Τα νερά του ωκεανού ήρεμα καθρεφτίζουν τις ακτίνες του. Υπέροχες στιγμές. Χρειάζονται μοναχά λίγα δευτερόλεπτα να κοιτάξεις τέτοιες εικόνες, για να νιώσεις ευτυχισμένος άνθρωπος. Να ζεστάνεις την ψυχή σου με την ανάσα σου. Και να σκεφτείς πόσα πράγματα σημαντικά έχεις να κάνεις, μόλις περάσει η καταιγίδα. Κι όταν η καταιγίδα θα έχει περάσει, δεν θα θυμάσαι πως τα κατάφερες ή πως επιβίωσες.
Γιατί ότι γίνει στη θάλασσα γρήγορα λησμονιέται. Έγινε πέρασε, πάει με τ’ αγέρι, με το κύμα, με τον αφρό, με του καιρού τη  διάβα. 
Πόσο διαφορετική είναι τούτες τις ώρες η θάλασσα.
Γαλήνια! Μια ήρεμη γαλήνη, μια αβίαστη γαλήνη, μια απόμακρη γαλήνη. .............................

Η χαρούμενη παρέα των ναυτικών μας τις περισσότερες ώρες τις περνούσαν συνήθως μαζεμένοι σε μια κουκέτα φλυαρώντας ευχάριστα. Οι συζητήσεις τους περιφέρονταν γύρω από τα της πατρίδος και συμπληρωματικά με τη γνώση των αναγκών του επαγγέλματος τους, που οι αρχαιότεροι της παρέας μετέφεραν την συσσωρευμένη πείρα τους στους νεώτερους. Ο ανθυποπλοίαρχος ήταν αυτός που άλλαξε πρώτος το αντικείμενο της συζήτησης. Το να περάσεις την κουβέντα από την επαγγελματική συζήτηση στη πολιτική δε χρειαζόταν και μεγάλη δεξιοτεχνία, γιατί τις ήμερες εκείνες η πολιτική αποτελούσε το κύριο θέμα. Και δεν υπήρχε καμία αμφιβολία, πως όλοι θα είχαν και κάποιο πειστικό επιχείρημα στο λόγο τους, και αν κάποιος προσπαθούσε να τους αντικρούσει θα του πρόβαλλαν τις συνηθισμένες κοινωνικές θεωρίες. Ο ανθυποπλοίαρχος είχε ξαναβρεθεί σε παρόμοιες συζητήσεις και με το ταλέντο του ομιλητή με την βαθιά καλλιεργημένη και ειλικρινή φωνή του έδινε προοδευτικά ζωηρό τόνο στην συζήτηση ώστε να μην καταλήξει σε ανιαρή κουβέντα. Χαμηλόφωνος και πάντα τόσο χαμογελαστός που σε προτρέπει να υποψιαστείς ότι ο πολίτικος διάλογος δεν του είναι μια άγνωστη πρακτική, αλλά ταυτόχρονα δεν είναι ο κλασσικός τύπος επαναστάτη που θέλει να ανατρέψει τα σύγχρονα πολιτικά δρώμενα.
Έπεσε μια ξαφνική σιωπή στην κουκέτα. Μόνο το σφύριγμα της ατμομηχανής και το τρίξιμο των τροχών του σιδηροδρομικού συρμού ακουγόταν στην ατμόσφαιρα. Η πολύβουη παρέα είχε σταματήσει την κουβέντα της για να μπορέσει να ακούσει την αναγγελία από τα μεγάφωνα. Ο νεαρός μηχανικός έστρεψε το βλέμμα του προς τα διαγράμματα πάνω από τις πόρτες για να αναγνωρίσει τον σταθμό άφιξης του τραίνου.
 «Πλησιάζουμε το Ζάγκρεμπ.» Πληροφόρησε την ομήγυρη, στη συνέχεια περπάτησε όχι πολύ σταθερά προς το κοντινότερο παράθυρο κόλλησε το πρόσωπο του στο τζάμι, κοίταξε ίσια μπροστά του και σε μερικά δευτερόλεπτα εμφανίζεται σαν φωτεινή όαση σε σκοτεινή έρημο η πολιτεία του Ζάγκρεμπ. Έμεινε κολλημένος στο τζάμι παρατηρώντας εκεί που ο μεγάλος μεταλλικός θόλος του σταθμού έλαμπε στο ομιχλώδες πρωινό κάτω από το φως των λαμπτήρων.
Ένα μεγάλο γκρουπ με ποδοσφαιριστές της τοπικής ομάδας καταλαμβάνουν με θορυβώδη τρόπο τα μπροστινά βαγόνια, γεμίζουν με ζωή τα σαλόνια και τα παράθυρα των βαγονιών.
Οι νέοι ταξιδιώτες μπαίνουν στο τραίνο και ξεκίνησαν να βολεύονται στις θέσεις τους.
Για μια στιγμή το βλέμμα του ταξίδεψε στον σκοτεινό καθρέφτη του γυάλινου διαχωριστικού κι είδε το είδωλο της κάπως μισοφωτισμένο καθώς προβαλλόταν στο καθρέφτη. Το είδωλο μιας κοπέλας να στέκεται πίσω στο διάδρομο. Η ελκυστική εμφάνισή της τον απορρόφησε να την παρατηρεί, κι όσο περισσότερο την κοιτούσε του ήταν αδύνατο να τραβήξει τα μάτια του απ’ το είδωλό της. Έμοιαζε με έφηβη, και σίγουρα δεν ήταν πάνω από είκοσι χρόνων. Όλα τα χαρακτηριστικά της, ως κι ο τρόπος που στεκόταν, έμοιαζαν να τονίζουν την παιδικότητα του προσώπου της, και σύντομα κατάλαβε ότι η θέα της είχε αρχίσει να τον εξάπτει. Εκείνη βέβαια δεν φαινόταν να τον προσέχει, αλλά για να αποφύγει το βλέμμα του να συναντήσει το δικό της, κοίταξε για μια στιγμή αμήχανος τα χέρια του. Στο μυαλό του εξακολουθούσε να βλέπει το είδωλο της άγνωστης κοπέλας. 
Ξανασήκωσε το βλέμμα του.... Τότε, είδε το ίδιο καστανόξανθο κεφάλι, και μαζί του την υπόλοιπη εικόνα της. Στεκόταν όρθια στην είσοδο της κουκέτας χαμογελώντας ανάλαφρα, στα χέρια της κρατούσε ένα μεγάλο δερμάτινο ταξιδιωτικό σάκο, και είχε το βλέμμα της στραμμένο προς την πινακίδα της κουκέτας.
Τα βλέμματα τους συναντήθηκαν. Ασυναίσθητα αυτός τραβήχτηκε προς τα πίσω, την ίδια στιγμή, όμως δεν σταμάτησε να την κοιτάζει. Αν και η κοπέλα προσποιούνταν ότι η προσοχή της χάνονταν στην πινακίδα, αισθανόταν το βλέμμα του να την εξερευνά, έδειξε αμήχανη όπως κι εκείνος. Τον κοίταξε μια στιγμή και μετά έριξε το βλέμμα πάνω από το κεφάλι του…. Έμεινε λοιπόν ακίνητη για μερικά λεπτά, ξαφνικά έστρεψε τα μάτια της πάνω του και είδε στο βλέμμα της «ματιά καθαρή» που πάσχιζε να ρωτήσει. Ίσιωσε το κορμί του σαν να δανειζόταν ενέργεια η αυτοπεποίθησή του κίνησε τα χείλη του σ’ ένα «την κουκέτα σας ψάχνεται» κ' επειδή δε βγήκε καθαρός ήχος.... πρόσθεσε βουβά «τι πριγκιπική κορμοστασιά θεέ μου». Ήταν ψηλή και στητή σαν λαμπάδα, ένα κορίτσι γύρω στα είκοσι, με εμφάνιση «νεράιδας» παρατηρούσε γοητευμένος το παράστημα της. Το ταξίδι απόχτησε άλλης ποιότητας ενδιαφέρον… σκέφτηκε.
*Ναʼ την έρχεται λικνισμένη με χάρη
Μ’ έναν πανέμορφο κότσο 
Με γυρισμένες προς τα επάνω τις άκρες των μαλλιών της.
Όπως το πουλί μέσα στα σύννεφα.
Μ’ ένα λινό φόρεμα.
Απλά ντυμένη.
Με πόση χάρη κουνούσε ανάλαφρα το κορμί της.
Η λεπτή και χαριτωμένη κορμοστασιά της.
Α! Τι εκπληκτική ομορφιά.
Μ’ αλαβάστρινα δάχτυλα που έμοιαζαν 
Με τους βλαστούς του μπαμπού την άνοιξη.
Τα ροδοκόκκινα χείλια της,
Στόλιζαν το αρωματισμένο στόμα της.
(*Το ποίημα προέρχεται από την κινεζική μυθολογία...)
Και τα δικά της χείλη κινήθηκαν επίσης. «Είναι ελεύθερα» ρώτησε μ’ ευχάριστα φιλικό τόνο δείχνοντας τις άδειες θέσεις. Η φωνή της έστω και στις τετριμμένες λέξεις ηχεί βαθιά, βελούδινη στ’ αυτιά του!
Κάτι πήγε να της πει αλλά τον πρόλαβε εκείνη λέγοντας: «Είστε Έλληνας; Η κάνω λάθος;»
«Ναι, ναι πραγματικά από την Ελλάδα είμαι… Αλήθεια και εσείς;  Πολύ ενδιαφέρον.».
«Νομίζω εδώ είναι η θέση μου! Μπορώ να καθίσω;;»
«Ναι βέβαια γιατί όχι».
Ξεπερνώντας την αρχική του αμηχανία ο νεαρός μηχανικός περπάτησε σιωπηλός την απόσταση που τους χώριζε, την πλησίασε να την βοηθήσει, ζήτησε ευγενικά τον ταξιδιωτικό σάκο τον πήρε στα στιβαρά του χεριά και τον τακτοποίησε στον ουρανό της κουκέτας.
Τον ευχαρίστησε που τη βοήθησε. «Ευχαριστώ πολύ ήταν, πολύ ευγενικό εκ μέρους σας» του είπε.
Η αρχική του αμηχανία ήταν ορατή με γυμνό μάτι. Φαινόταν ντροπαλός - σα να είχε καταπιεί τη γλώσσα του μολονότι η κοπέλα μιλούσε την γλώσσα του.
Την κοίταξε «Δεν είναι απαραίτητο να μ’ ευχαριστήσετε καν. Ακολούθησα κανόνες της λακωνικής γης.» της απάντησε βρίσκοντας το χαμόγελο του.
Έμεινε για λίγο ευχάριστα άναυδη «αιφνιδιασμένη».
«Μη μου πείτε! Και εσείς Λάκωνας» είπε.
Το πανωφόρι της παλλόταν στους ώμους όπως τον προσπερνούσε στα θυρόφυλλα της κουκέτας που έκλεισαν πίσω τους, γλίστρησε σαν χορεύτρια, ήταν υπέροχη, ήταν ένα όνειρο και το άρωμά της έμεινε εκεί δα, στη νοτισμένη πρωινή ατμόσφαιρα της κουκέτας.
Ένοιωσε και πάλι τον εαυτό του να κοκκινίζει ελαφρά.
«Από τα περίχωρα της Μονεμβασιάς» και προτείνοντας το χέρι του μ’ εγκαρδιότητα συστήθηκε.
Αυτή δίστασε ανεπαίσθητα, βλεφάρισε αντικρίζοντας δυο μάτια στο χρώμα του καπουτσίνο που θα έβαζαν σε πειρασμό κάθε γυναίκα. Μετά πήρε το χέρι του και το κράτησε για λίγο σφιχτά. «Να υποθέσω ότι θα βρεθούμε και συγγενείς;» αναρωτήθηκε «φορώντας» ένα αφοπλιστικό χαμόγελο. «Από τα ορεινά χωριά του Ζάρακα η καταγωγή μου. Τα κρυμμένα ανάμεσα στα βουνά», συμπλήρωσε, και της ξέφυγε ένας στεναγμός ευχαρίστησης καθώς καθόταν αναπαυτικά στην άδεια θέση. Και μόνο η σκέψη της απρόσμενης συνάντησης σ’ αυτό τον απόμακρο σιδηροδρομικό σταθμό των Βαλκανίων την έκανε να χαμογελάσει. Ίσως το ταξίδι της να μην εξελισσόταν άσχημα. Ο κόσμος τελικά είναι πολύ μικρός.
Ένιωσαν το απαλό συναίσθημα της επιτάχυνσης της αμαξοστοιχίας και μετά μια αόριστη, ελάχιστη αντιληπτή, αίσθηση ταχύτητας.
Η κοπέλα, πραγματικά ήταν πολύ όμορφη, το ντύσιμο της αν και ευπρεπές άφηνε αρκετά ερεθιστικά σημεία ακάλυπτα. 
Ο νεαρός μας μηχανικός προσποιήθηκε ότι άκουγε τον διπλανό του, τον Αγγελή τον ναύτη για να μην της δώσει να καταλάβει ότι χάζευε τις χυτές γάμπες της. Στο μεταξύ αναλογίστηκε το εσωτερικό του δίλημμα πως θα προετοιμάσει το έδαφος για ένα φλερτ. Ύστερα συγκράτησε την παρόρμηση του να πει κάτι «χαριτωμένο». Ήταν καθαρή διαίσθηση. Πρέπει να προσέξει πάρα πολύ καλά την αρχή, πώς θα το πάει. Σε πρώτη φάση τα βλέμματα τον γυναικών τον προσπερνούν. Βλέπουν έναν νεαρό άντρα µε όχι ιδιαίτερα προσεγμένα παπούτσια, µ’ ένα φθαρμένο τζιν κι από πάνω ένα βαμβακερό μπλουζάκι. Τα μαλλιά του είναι επίτηδες ανακατωμένα. Είχε μαλλιά που του το επιτρέπουν. Σκεφτόταν. «Μπας και πολύ το βασανίζω το θέμα;»
Αυτή η σκέψη ήταν τόσο έντονη που παρέλειψε όλες τις τυπικότητες και μπήκε κατευθείαν στην ουσία. Η νεαρή γυναίκα παρουσίαζε πλέον έντονο ενδιαφέρον για εκείνον ως άντρα. 
Είτε θα της έλεγε κατευθείαν την αλήθεια για τις σκέψεις του, ξέροντας τον κίνδυνο ότι η έλξη μεταξύ τους θα έκανε φτερά αν προσπαθούσε να δώσει μια ώθηση πέρα από τα επιτρεπτά όρια. Στριφογύρισε στη θέση του έτσι ώστε να την κοιτάζει κατάματα, ακουμπώντας το χέρι στην πλάτη του καθίσματος και γέρνοντας προς το μέρος της, τη ρώτησε όταν εκείνη έμεινε σιωπηλή: «Αν σας κάνω μια προσωπική ερώτηση, υπόσχεσαι να μην με παρεξηγήσετε;» 
«Εξαρτάται από την ερώτηση.»
Έβγαλε έναν βαθύ αναστεναγμό. Ήταν ένας αναστεναγμός ανακούφισης. «Με συγχωρείς» είπε «Κλασσική γυναικεία απάντηση.»
Μισόκλεισε τα µάτια της. Τι άραγε να ρωτούσαν αυτά τα μισόκλειστα µάτια. «Α, ώστε το πρόσεξες ότι είμαι γυναίκα».
Χωρίς να τραβήξει το βλέμμα του από πάνω της, έθαψε προς στιγμήν τα δάχτυλά του στα μαλλιά του και τα τράβηξε ανέμελα προς τα πίσω, µε αποτέλεσμα να ανακατευτούν ακόμα πιο πολύ. Στο μεταξύ δεν κοιτούσε πια τον διπλανό του. Ήταν σαν να μην υπήρχε πια. Σαν να ήταν πια µόνο οι δυο τους. Η κοπέλα του χαμογέλασε. Και δεν έκανε καμία προσπάθεια να κρύψει το σύντομο εξεταστικό βλέμμα που άφησε να γλιστρήσει πάνω από το υπόλοιπο σώμα του. Προφανώς της άρεσε αυτό που έβλεπε, γιατί το χαμόγελό της έγινε πιο πλατύ, δείχνοντας έτσι τα ωραία δόντια της. Και το χαμόγελο το νεαρού μηχανικού πλάτυνε και τα μάτια του τώρα λένε τόσα πολλά όσα δεν τολμά η φλύαρη γλώσσα του. Ήταν δυνατόν να μην προσέξει κάτι τέτοιο. Η αλήθεια ήταν ότι του άρεσε πολύ η νεαρή γυναίκα διπλά του. «Ναι και βέβαια το πρόσεξα πως είστε μια όμορφη και ενδιαφέρουσα γυναίκα και θα χαιρόμουν να γνωριστούμε καλύτερα.» 
«Δε νομίζετε πως βιάζεστε κύριε .....;»
«Αλκιβιαδης! Δίκιο έχετε, πάντα βιάζομαι για κάτι που μ’ ενδιαφέρει πολύ. Αυτό που στη γλώσσα μας ονομάζεται «τακτ», μου είναι δύσκολο να το εφαρμόσω,..»
«Μυρτώ! Βοηθάει όμως στις καλές σχέσεις δεν συμφωνείται;. »
«Οφείλω να δεχτώ πως έχετε δίκιο αλλά..... »
«Αλλά; Τι είναι αυτό που σας ενδιαφέρει και δεν το λέτε;».
«Όπως δείχνουν τα πράγματα, ας πούμε είστε εσείς.» της είπε αυτός χαμογελώντας.
«Βιάζεστε, βιάζεστε. Θα δούμε…προς το παρόν πρέπει πρώτα να γνωριστούμε».
«Σωστά, αλήθεια είστε δεσποινίς ή κυρία;». Παίρνει νέα ρίσκα  να την προσεγγίσει.
«Παίζει ρόλο αυτό; Στην εποχή μας ο διαχωρισμός αυτός είναι περιττός.»
«Ναι βέβαια, αλλά είναι ένας τρόπος να μάθω αν είστε παντρεμένη…».
«Και σε τι θα σας ωφελούσε αυτό;».
«Ε, πως, αν είστε παντρεμένη θα πρέπει να σας διεκδικήσω από το σύζυγο αν είστε δεσμευμένη…».
«Α, έτσι μπορείτε να φτάσετε ως εκεί; Δε θα χρειαστεί, δεν είμαι παντρεμένη».
 Ο Αλκιβιάδης δεν μπόρεσε να μη γελάσει. Κατάλαβε ότι η έμπνευση της στιγμής είχε αγγίξει την  νεαρή κοπέλα. ««Εμείς οι δυο έχουμε ακόμη πολλά να πούμε!»
Την είδε να ξεροκαταπίνει και πρόσεξε τη διαστολή στις κόρες των ματιών της, που μαρτυρούσε την στιγμιαία διέγερση της.
Τα σώθηκα του πήραν φωτιά. Όταν ανεβαίνει το θερμόμετρο, τα πάντα μπορούν να συμβούν.
Έκατσε πιο βαθιά στο κάθισμα κι έπαιξε με τα δάχτυλα την άκρη από το κορδόνι του πανωφοριού του, αφήνοντας το μυαλό του να παρασυρθεί σε προσωπικές σκέψεις.
«Η Ρηχειά ήταν στη νηπιακή ηλικία η καλοκαιρινή μου διαμονή. Αλλά και στην εφηβεία μου πέρασα δυο ολόκληρα καλοκαίρια εκεί. Στο δρόμο προς τη Βλυχάδα, τοπίο μαγικό η Ράχη. Είναι δύσκολο να πιστέψει κανείς πως πολύ κοντά σε αυτό τον ορεινό οικισμό βρίσκεται η μαγευτική παραλία της Βλυχάδας. Άγνωστη για τους πολλούς, ακριβό προνόμιο για αυτούς που την γνωρίζουν. Είναι βίωμα, μαγεία, και δεν παίρνει περιγραφή η μαγευτική αυτή παραλία, εκεί που η θάλασσα λαμπυρίζει σε χιλιάδες σταγόνες φωτός. Ένα τοπίο με μυστική παρθενικότητα, με αρώματα βουνού και ψιθύρους της θάλασσας στη σκιά των βράχων, θαυμάζοντας το μαγευτικό και σπάνιο χρώμα των νερών. Παραλία δυσπρόσιτη, με ανοίγματα στους συμπαγείς βράχους, όπου σχηματίζεται ο εντυπωσιακός όρμος της Βλυχάδας. Η πρόσβαση γίνεται μέσα από μονοπάτια με πικροδάφνες, γαλατσίδες, κιτρινοξιλιές, συκιές και σκίνα. Τα καλοκαιρινά βράδια στη Βλυχάδα είναι δροσερά. Είναι ο γλυκός νυκτερινός αέρας που κατεβαίνει από τα βουνά του Ζάρακα με τα έλατα και περνάει από τα αμπέλια, τις ελιές, τις χαρουπιές και τις συκιές και φέρνει μαζί το θυμάρι που σμίγει με τη θαλασσινή αύρα. Αυτή η αύρα είναι που μαζί με τον ήσυχο παφλασμό του νερού σε νανουρίζουν τα βράδια κοντά στο κύμα, όταν αποκαμωμένος από το κολύμπι ησυχάζεις. Ένα άγριο και επιβλητικό τοπίο, που γίνεται όμως απρόσιτο και πολύ επικίνδυνο όταν λυσσομανούν τα μελτέμια.» Της είπε.
Είδε τη λάμψη στο χαμόγελο του προσώπου της, λες και κάποιος το είχε αποτυπώσει εκεί. Το μυαλό της πρέπει να ταξίδεψε σε ευτυχισμένες στιγμές....... σε χαρούμενους τόπους. Της χαμογέλασε καθησυχαστικά, και στο χαμόγελο του φάνηκε μια λάμψη ευχαρίστησης στην ανάμνηση αυτών των καλοκαιριών.
«Πως βρεθήκατε στο Ζάγκρεμπ;»
«Σπουδάζω σ' αυτή την πόλη.»
«Είστε Ελληνίδα και σπουδάζετε εδώ στο Ζάγκρεμπ;».
«Γιατί σπουδάζω στην Κροατία;. Εκτός από την ομορφιά της χώρας, η υψηλή ποιότητα σπουδών σε συνδυασμό με τα χαμηλά δίδακτρα είναι δέλεαρ.»
«Α, μάλιστα. Είστε τόσο νέα. Έχετε σκέψεις για κάποια ακαδημαϊκή καριέρα;»»
«Υπερβολές. Σπουδάζω ιατρική. Το κάνω γιατί μ’ αρέσει… αλλά πέστε μου εσείς πως ασχοληθήκατε με την θάλασσα;»
«Που το καταλάβατε;»
«Άκουσα κάποιες στιχομυθίες με τους φίλους σας και κατάλαβα..»
Πήγαν παρακάτω, μίλησαν όμως περισσότερο για τα ενδιαφέροντα τους παρά για την προσωπική τους ζωή. Τους απασχόλησε ακόμα η πολιτική κατάσταση στην Ευρώπη άλλαζε αλλά κανένας δεν θα μπορούσε να βεβαιώσει πως πήγαινε προς το καλύτερο. Στην πατρίδα, έλεγαν, είχε επανέλθει η δημοκρατία αλλά πώς να επανέλθει κάτι που δεν είχε φύγει μια και δεν είχε υπάρξει; 
Πάνω από δυο ώρες, συζήτησαν. Εκείνη ξέσπασε πολλές φορές σε γέλια «Αγαπητέ μου, μένω κατάπληκτη! Γνωρίζετε πολύ καλύτερα από μένα, τα χωριά του Πάρνωνα.»
«Για να είμαι ειλικρινής, ποτέ δε θα μου περνούσε από το μυαλό ότι κάποτε θα αντάμωνα κάτω από τέτοιες συνθήκες μια Ζαρακιτισα με γνήσια ομορφιά και αντάξια απόγονο της πεντάμορφης Στάμω, την Παναρίτη. Της λυγερής της Στάμω, με την αέρινη κορμοστασιά».
«Με κολακεύετε. Πολύ φοβάμαι ότι δεν γνωρίζω, για το πρότυπο που μου λέτε.» Του αποκρίθηκε χαμογελώντας.
Του φάνηκε παράξενο που δεν γνώριζε την ιστορία τούτη.
Τις επόμενες ώρες της αφηγήθηκε την «ιστορία» της φημισμένης Στάμω.
Την αιχμάλωτη του Ιμπραήμ. ...........
"......... Την ώρα που ο ήλιος καταπόρφυρος, αναδυόταν βαθιά στον ορίζοντα, μέσα στα καταγάλανα νερά του Μυρτώου, άρχισε το μακελειό. Σκοτείνιασε ο ουρανός και ο ουρανός και ο ήλιος κρύφτηκε μες στη μεγάλη εκείνη σκοτεινιά. Άναψαν τα τούρκικα γιαταγάνια, καθώς τα σφαγμένα κορμιά κατρακύλαγαν το ένα πίσω από το άλλο στο βάθος της βαθιάς εκείνης λαγκάδας.
«Α! Ετούτη τη μορφονιά αφέντη μου, μην τη χαλάσουμε» είπε ο δήμιος στο σερασχέρη δείχνοντας με το ματωβαμμένο χέρι του τη Στάμω, που κράταγε σφιχτά στην αγκαλιά της το δωδεκάχρονο αδελφό της τον Αντώνη. «Είναι πολύ γκιουζέλ. Θα χαρεί ο πασάς σαν του την πάμε να την έχει στολίδι στο χαρέμι του»
Έτσι, την όμορφη Στάμω, την Παναρίτη και τον μοναδικό αδερφό της, τον Αντώνη, τους μπάρκαραν σε ένα πλεούμενο, και από την Πύλο βρέθηκαν στην Αλεξάνδρεια, συστημένοι για το χαρέμι του μεγάλου πασά. Τη λυγερή τη Στάμω,με την αέρινη κορμοστασιά, εκείνος ο πασάς τη στόλισε στα μετάξια και τα χρυσαφικά. Την έκανε βασίλισσα του χαρεμιού του. ....................."
.....Υπήρχε κάποιο πάθος και βαθύ αίσθημα πίσω από τα λόγια του, που έκρυβε μια βαθιά εσωτερική ζεστασιά. Είχε χαθεί μέσα στις λεπτομέρειες της αφήγησης του για αρκετή ώρα όταν άκουσε μ’ ευχαρίστηση την απαλή μουσική που πλημμύρισε ξαφνικά το βαγόνι, χωρίς να διασπασθεί η ροή της ιστορίας του. Όπως ξαφνικά άρχισε η μουσική έτσι ξαφνικά σταμάτησε. Μεσολάβησε μια σύντομη σιγή, και μια γλυκιά διακριτική φωνή ανήγγειλε τον επόμενο σταθμό.
Το τραίνο πλησίαζε τώρα στο τέλος του ταξιδιού του. Θα έφτανε στη Θεσσαλονίκη σε λιγότερο από μια ώρα. Στα μάτια του νεαρού μηχανικού απλώθηκε μια ονειροπόλα έκφραση. Κοίταξε την κοπέλα δίπλα του σιωπηλός. Την περίμενε αυτή την εξέλιξη. Όταν όμως το τέλος του ταξιδιού και ο χωρισμός όσο και αν είναι αναμενόμενος, γίνεται πραγματικότητα, πάντα προκαλεί ένα τρεμούλιασμα στην καρδιά. Είναι δύσκολη η αντιμετώπιση της πικρής αυτής αλήθειας, που σε βγάζει από έναν εφήμερο απατηλό παράδεισο. Για λίγο οι δυο νέοι κοιτάχτηκαν ο ένας με τον άλλον, εκτιμώντας, μελετώντας, ξεπερνώντας τα σύνορα της συστολής που χώριζαν τη σύντομη γνωριμία τους. Κάτι αναταράχτηκε μέσα τους, κι ορθώθηκε όπως το τρομαγμένο άλογο.
Άφιξη στη Θεσσαλονίκη.
Αισθάνθηκαν τον κρύο αέρα να τυλίγει τα πόδια τους και παγωμένες ψιχάλες βροχής να πέφτουν πάνω τους. Ζύγωνε η ώρα του χωρισμού.
Η καρδιά τους χτυπούσε δυνατά στο στήθος.
Ήταν ένα φυσικό συναίσθημα, ωστόσο δεν ήθελαν να το αφήσουν να έλθει στην επιφάνεια.
Αυτή δεν ήταν χαρούμενη, ούτε ανάλαφρη η ομιλητική.
Μια σκιά απλώθηκε στο πρόσωπο της. « Έως εδώ ήταν λοιπόν;». Και κάποιο ίχνος παράκλησης φάνηκε στη φωνή της.
Την κοίταξε ερωτηματικά στα μάτια, με αμφιβολία για μια στιγμή, κι είπε.
«Δεν είμαι σίγουρος τι εννοείς μ’ αυτό. Ακούγεται σα μια θετική πρόταση.»
Εκείνη τον πλησίασε κι αυτός χωρίς δισταγμό την αγκάλιασε. Έβαλε το δάχτυλο της στα χείλια του κι αυτός το φίλησε ανάλαφρα. Κοιτάζοντας τον με ελαφρά δακρυσμένα τα γκριζοπράσινα μάτια της του είπε. «Φαινόσουν τόσο ευτυχισμένος τόσο χαρούμενος εκεί μέσα στην κουκέτα. Έμεινα κουρνιασμένη στον ώμο σου και άκουγα την καρδιά σου να κτυπάει γρήγορα στην αρχή και μετά αργά και πιο αργά.»
«Πρέπει να χωρίσουμε τώρα.» του είπε.
Εκείνος δίστασε και μετά έσκυψε και την φίλησε. Έμειναν αγκαλιασμένοι για λίγο.
«Θα ξαναϊδωθούμε σύντομα.» Της είπε.
«Το ελπίζω» του μουρμούρισε με θλίψη και κίνησε για το μικρό αυτοκίνητο που την ανέμενε εκεί έξω στην είσοδο του σιδηροδρομικού σταθμού της πόλης.
Τα βλέμματα τους αποχωρίστηκαν με την σιωπηλή αλληλοεκτίμηση αυτών , που επιθυμούν οι δρόμοι τους να σμίγουν ξανά.
Στεκόταν ακίνητος στη μέση της αποβάθρας κι άκουγε τα βήματά της που απομακρύνονταν, την παρακολουθούσε μέχρι που έκλεισε η πόρτα του αυτοκινήτου πίσω της.
Κατέβασε τα μάτια του τα στύλωσε στο έδαφος και δεν τα σήκωσε παρά μόνο όταν τα μεγάφωνα του σταθμού ανήγγειλαν την αναχώρηση του τραίνου. Προχώρησε προς την σκάλα ανόδου μελαγχολικά και ανέβηκε στο βαγόνι για τη συνεχεία του ταξιδιού και το τέλος της διαδρομής. Δεν είχε καμία διάθεση για κουβέντα καθώς καθόταν στη φωτισμένη κουκέτα του. Το τραίνο ξεκίνησε.
Με την πλάτη ακουμπισμένη στο κάθισμα του, κοίταζε από το αχνισμένο τζάμι το σταθμό που έμενε πίσω τους με μάτια που δεν έβλεπαν. Ένοιωθε την καρδιά του να κτυπάει ξέφρενα στο στήθος του.
Την ονειρευόταν συχνά ...... όχι απόλυτα ερωτικά........ όταν επέστρεψε στα επαγγελματικά του θαλασσινά ταξίδια. Στα όνειρα του έβλεπε πάντα ότι ήταν αδύνατο να τη φτάσει. Δεν τον άκουγε όταν τη φώναζε. Του έφευγε, όσο την πλησίαζε.
Τα όνειρα αδυνάτισαν με τον καιρό.

............
**Τώρα που πίσω από πέλαγα
έχουν χαθεί τα παλαιά μου οράματα
και δεν με φθάνει η μορφή τους
κι η ανάμνηση τους μ’ άφησε…

Δεν τό ’θελα ποτέ
σε τέτοιες σκέψεις να γυρίσω.
Μα είναι νύχτες,
κάποιες ατέλειωτες,
που από τα πέλαγα
όλως ακούραστα
τα παλαιά μου οράματα
τα φέρνω πίσω.

**Από τη συλλογή Έρεβος (1956)
[πηγή: Κική Δημουλά, Ποιήματα, Ίκαρος, Αθήνα 62005, σ. 14]
 
Web Informer Button