Μπουμπουτσέλια (Παναγίτσα) 1956

Πριν η Ελένη γίνει η ξακουστή Ελένη της Τροίας, ήταν η Ελένη της Σπάρτης. Η γυναίκα με το μοναδικό κάλλος, που η ομορφιά της πέρασε στους αιώνες και έγινε μύθος. Λένε πως οι γυναίκες της Σπάρτης ξεχώριζαν για την ομορφιά τους, μα και για τη δύναμη του χαρακτήρα τους. Γιατί η γη που τις μεγάλωνε δεν ήταν εύκολη. Ήταν μια γη αυστηρή, που ζητούσε από τον άνθρωπο αντοχή, υπομονή και καρδιά δυνατή. Η μητέρα του ήταν γνήσια Σπαρτιάτισσα. Μια αυθεντική ζωγραφιά της γυναίκας του νότιου Πάρνωνα, από τα χωριά του Ζάρακα. Γεννημένη σε μια ακραία και περήφανη περιοχή, στο ανατολικό κομμάτι της Λακωνικής γης, στη νοτιότερη απόληξη της ηπειρωτικής Ευρώπης, εκεί όπου τα βουνά συναντούν το Μυρτώο πέλαγος. Είναι ένας τόπος δύσκολος και συνάμα μαγευτικός. Κακοτράχαλα βουνά, χαραγμένα από βαθιά φαράγγια, απόκρημνες ακτές, πέτρινα χωριά και διάσπαρτα δέντρα που επιμένουν μέσα στην άνυδρη γη. Συκιές, αμυγδαλιές και ελιές, που με τον πολύτιμο καρπό τους κρατούν ζωντανή τη σχέση του ανθρώπου με τον τόπο του. Ένας ήλιος ανελέητος και ταυτόχρονα ευεργετικός.
Τα καλοκαίρια εκεί η γη πυρώνεται. Η πέτρα κρατά τη ζέστη της ημέρας και μόνο το αδιάκοπο τραγούδι των τζιτζικιών σπάει τη σιωπή του τοπίου. Πεζούλες και ξερολιθιές μαρτυρούν τον αιώνιο αγώνα του ανθρώπου με τη φύση. Η Ρειχιά, η Κρεμαστή, το Κυπαρίσσι, ο Γέρακας, οι μικρές αγροικίες στα Καρίκια, στα Πιστάματα, στον Λαδόκαμπο.
Χωριά και τόποι που δεν χτίστηκαν για να επιβληθούν στο τοπίο, αλλά για να δεθούν μαζί του. Σπίτια που μοιάζουν σαν να φύτρωσαν μέσα από την ίδια την πέτρα, σαν φυσική συνέχεια της γης. Και ανάμεσά τους οι μικρές καλλιέργειες. Πεζούλες που για αιώνες δέχονται το ίδιο βασανιστικό έργο. Το όργωμα, το σκάψιμο, τη σπορά, τον θερισμό. Η γη που τρίζει, που ανασαίνει, που αλλάζει με τον μόχθο των ανθρώπων της.
Εδώ έζησαν γενιές ανθρώπων που δεν προσπάθησαν να νικήσουν τη φύση, αλλά να συνυπάρξουν μαζί της. Άνθρωποι, ζώα, φυτά, πουλιά και έντομα σε μια αδιάσπαστη ενότητα ζωής. Και ανατολικά, το Μυρτώο πέλαγος. Τα νερά του σβήνουν πάνω στα ασβεστολιθικά και ηφαιστειακά πετρώματα των ακτών, ενώ ο παφλασμός και το αντιμάμαλο της θάλασσας χαράζουν συνεχώς τις πέτρες, όπως ο χρόνος χαράζει τις ζωές των ανθρώπων. Εκεί γεννήθηκε ο πολιτισμός της Λακωνικής γης.
Μόνο όποιος έχει περπατήσει αυτά τα χώματα μπορεί πραγματικά να καταλάβει. Γιατί αυτή η γη δεν είναι απλώς ένας τόπος.
Είναι ζωντανή μαρτυρία.
Κρατά στις πέτρες της τις ιστορίες των ανθρώπων της. Κρατά τον μόχθο τους, τα όνειρά τους, τις χαρές και τις λύπες τους. Είναι η γη που έμαθε στον άνθρωπο να στέκεται όρθιος.
Να αντέχει.
Να δημιουργεί.
Να επιμένει.
Παράστημα καλοφτιαγμένο και όμορφο. Σκελετός εύρωστος, κορμοστασιά στητή, με φαρδιούς καλοσχηματισμένους ώμους. Μάτια ακτινοβόλα και λαμπερά, με καθαρά χρώματα και βλέμμα βαθύ, ευθύ, που φανέρωνε άνθρωπο χωρίς φόβο και χωρίς προσποίηση. Ένα πρόσωπο μοναδικό, με χαρακτηριστικά αρμονικά δεμένα μεταξύ τους, χωρίς ίχνος έπαρσης.
Μια ομορφιά ξεχωριστή.
Μια ομορφιά που δεν περιοριζόταν στην εμφάνιση, αλλά καθρεφτιζόταν στο βλέμμα της. Γιατί υπάρχουν άνθρωποι που το πρόσωπό τους γίνεται καθρέφτης της ψυχής τους. Μια πανέμορφη Σπαρτιάτισσα, με κερασένια χείλη και καστανόμαυρα σγουρά μαλλιά. Μια φυσική ομορφιά, σαν δώρο Θεού. Το βήμα της σταθερό. Η παρουσία της αγέρωχη, περήφανη. Κι όμως, πίσω από αυτή την ομορφιά υπήρχε κάτι ακόμη πιο σημαντικό: η δύναμη της μάνας.
«Τη Λήδα αγνάντεψα ύστερα, το ταίρι του Τυνδάρου,
που γέννησε δύο αντρόψυχα παιδιά, τον Κάστορα έναν
τον αλογάρη, κι άλλονε το μέγα Πολυδεύκη,
το γροθομάχο· ζωντανούς η γης η ψυχοδότρα.»
Όπως οι γυναίκες της αρχαίας Σπάρτης, έτσι κι εκείνη πίστευε πως η ανατροφή των παιδιών δεν ήταν μόνο θέμα αγάπης, αλλά και ευθύνης. Είχε επιλέξει να ακολουθεί έναν αυστηρό κώδικα ζωής. Δεν μεγάλωνε παιδιά που θα έκαναν πάντα ό,τι ήθελαν, αλλά ανθρώπους που θα γνώριζαν τα όρια, την τιμή και την ευθύνη των πράξεών τους. Τα καθοδηγούσε με αυστηρότητα, αλλά πίσω από κάθε αυστηρή της λέξη κρυβόταν η αγάπη. Ακόμη και σήμερα θυμάται με νοσταλγία εκείνη τη χαρακτηριστική νουθεσία της κάθε φορά που τα παιδιά έκαναν κάποια παιδική σκανταλιά: «Σε ξέσκεπο σπίτι σας γέννησα, στον ανοικτό ουρανό, κάτω απ’ τον ίσκιο της ελιάς.»
Δεν ήταν απλή φράση.
Ήταν ένα μήνυμα.
Ήθελε να τους θυμίζει πως η ζωή τους πρέπει να είναι καθαρή και αληθινή. Πως οι πράξεις του ανθρώπου πρέπει να μπορούν να σταθούν μπροστά στα μάτια όλου του κόσμου, χωρίς φόβο και χωρίς ντροπή. Πως ο άνθρωπος που δεν έχει τίποτα να κρύψει δεν φοβάται το φως.
«Η ζωή σας να λάμπει… αλλά να μην λειτουργεί σαν παραμορφωτικός καθρέφτης», τους έλεγε. Να λάμπει, αλλά να παραμένει αληθινή.
Το αγόρι που ήρθε στον κόσμο εκείνες τις ημέρες ήταν το τρίτο παιδί της οικογένειας, το στερνοπαίδι της Ιοκάστης. Πριν από εκείνον είχαν έρθει ο Αλκιβιάδης και ο Τηλέμαχος.
Και η μάνα τους ήταν μόλις είκοσι οκτώ χρόνων.
Μια νέα γυναίκα, με τρεις γιους πλέον στην αγκαλιά της, αλλά με μια ψυχή ήδη σφυρηλατημένη από τη ζωή.
Τ’ αστέρια φέγγιζαν ακόμη και η μέρα είχε τραβήξει μονάχα μια αχνή πινελιά φωτός χαμηλά στον ανατολικό ουρανό. Οι κόκορες είχαν αρχίσει από ώρα το πρωινό τους κάλεσμα. Ένα δροσερό αεράκι, ευχάριστο και απαλό, χάιδευε τα μαλλιά και τα αγουροξυπνημένα πρόσωπα των χωριατών, που είχαν ήδη ξεκινήσει τον καθημερινό αγώνα της εποχής. Στο αλώνι μετέφεραν τα δεμάτια του σταριού. Τα κουβαλούσαν ένα-ένα και τα στοίβαζαν στη μεγάλη θημωνιά, περιμένοντας την ώρα που θα άρχιζε το αλώνισμα. Ήταν ο Αλωνάρης, ο μήνας του Ιουλίου, η εποχή που η γη παρέδιδε τον καρπό της στον άνθρωπο ύστερα από μήνες κόπου, αγωνίας και προσμονής. Το αλώνι βρισκόταν σε ανοιχτό χώρο, στο ύψωμα στην άκρη του οικισμού, εκεί όπου το χτυπούσαν οι άνεμοι. Ο αέρας ήταν πολύτιμος σύντροφος εκείνες τις ημέρες, γιατί βοηθούσε αργότερα στο λίχνισμα, ξεχωρίζοντας τον καρπό από το άχυρο. Για τους ανθρώπους του μικρού οικισμού ήταν ένα συνηθισμένο καλοκαιρινό πρωινό. Ένα ακόμη πρωινό από εκείνα που άρχιζαν πριν ακόμη ανατείλει ο ήλιος. Ξυπνούσαν νωρίς, όσο κρατούσε ακόμη η δροσιά της νύχτας, γιατί όλοι γνώριζαν πως λίγες ώρες αργότερα η ζέστη θα γινόταν βαριά και αμείλικτη. Έπρεπε να προλάβουν. Να ετοιμάσουν το αλώνι, να φέρουν τα ζώα, να ξεκινήσουν τη δουλειά πριν ο ήλιος ανέβει ψηλά στον ουρανό. Κι ενώ οι άνθρωποι ετοίμαζαν τον μόχθο της ημέρας, η φύση συνέχιζε το δικό της τραγούδι. Έξω από το αλώνι, σε μια συστάδα από αγραπιδιές, ένα σμήνος μικρών πουλιών τιτίβιζε ασταμάτητα και φτεροκοπούσε ανάμεσα στα κλαδιά, όπου κρέμονταν οι μικροί, στυφοί καρποί τους.
Ήταν ένα ακόμη πρωινό στον Πάρνωνα.
Ένα πρωινό γεμάτο φως, εργασία και ζωή.
Η Ιοκάστη, η μητέρα του, δούλευε αβίαστα κι εκείνη, με την κοιλιά στο στόμα, χωρίς να εγκαταλείπει ούτε για μια στιγμή την προσπάθεια. Ήταν ήδη στον ένατο μήνα. Κοντά στις μέρες της.
Εκείνα τα χρόνια οι γυναίκες της υπαίθρου δεν γνώριζαν πολυτέλειες και ξεκούραση. Η εγκυμοσύνη δεν ήταν λόγος να σταματήσει η ζωή. Συνέχιζαν μέχρι την τελευταία στιγμή. Στο χωράφι, στο θέρισμα, στο αλώνισμα. Πολλές φορές οι πόνοι του τοκετού τις έβρισκαν εκεί, ανάμεσα στη γη που καλλιεργούσαν και στον καρπό που με τόσο κόπο είχαν βοηθήσει να γεννηθεί.
Η αυγή ήρθε γρήγορα. Στην αρχή μια αχνή γραμμή φωτός στον ορίζοντα. Έπειτα ένα αντιφέγγισμα, μια λάμψη, και τέλος μια έκρηξη φωτιάς, καθώς ο ήλιος αναδύθηκε πέρα από τη θάλασσα της Μονεμβασιάς και πλημμύρισε τον τόπο με το χρυσό του φως. Από μικρός ακόμη, συχνά απορούσε με τη δύναμη που έκρυβε μέσα της η μητέρα του.
Μια δύναμη σιωπηλή, σιδερένια. Μπορούσε να αντέξει την κούραση, την κακουχία, τη στέρηση και την πείνα σχεδόν καλύτερα κι από τον πιο δυνατό άντρα. Δεν παραπονιόταν. Δεν λύγιζε. Προχωρούσε.
«Πού βρίσκει τόση δύναμη;» αναρωτιόταν. Δεν γνώριζε τότε πως η δύναμη μιας μάνας δεν μετριέται μόνο στο σώμα.
Βγαίνει από την καρδιά.
Και από την αγάπη για τα παιδιά της.
Και τώρα, εκείνο το πρωινό, μέσα στη βοή του αλωνιού και στον αδιάκοπο ρυθμό της δουλειάς, η φωνή της έσκισε ξαφνικά τον αέρα.
Μια φωνή αγωνίας.
Όλοι σταμάτησαν.
«Τη μαμή!» φώναξε. «Φωνάξτε τη μαμή!»
Οι άνθρωποι κοιτάχτηκαν για μια στιγμή σαστισμένοι.
Η ώρα είχε φτάσει.
Η Ιοκάστη ακούμπησε την πλάτη της στον κορμό της αγραπιδιάς. Με αργές κινήσεις, σαν να προσπαθούσε να κρατήσει ακόμη την αξιοπρέπειά της μέσα στον πόνο, γλίστρησε σιγά σιγά και ξάπλωσε στη ρίζα του δέντρου. Οι γυναίκες άφησαν αμέσως το λίχνισμα. Τα χέρια που πριν κρατούσαν τα εργαλεία της δουλειάς τώρα έτρεχαν να βοηθήσουν. Άφησαν πίσω το αλώνι, το στάρι και τον καθημερινό μόχθο. Για λίγο, όλος ο κόσμος σταμάτησε. Γιατί ερχόταν μια νέα ζωή.
Οι αχτίνες του καλοκαιρινού ήλιου περνούσαν ανάμεσα από το αραιό φύλλωμα της γκορτσιάς και ράντιζαν με χρυσές κηλίδες φωτός το χλωμό, λουσμένο στον κρύο ιδρώτα πρόσωπο της .
Έφωτιζαν τη μορφή της μητέρας του. Τη γυναίκα εκείνη που λίγες στιγμές πριν κρατούσε ακόμη το ρυθμό της δουλειάς στο αλώνι και τώρα πάλευε με τον μεγαλύτερο πόνο και το μεγαλύτερο θαύμα της ζωής.
Άρχισαν οι πόνοι.
Η στιγμή είχε φτάσει.
Ο πατέρας του, μόλις κατάλαβε πως δεν υπήρχε χρόνος για χάσιμο, ανέβηκε στο άλογο και ξεκίνησε γρήγορα για το χωριό, να φέρει τη μαμή που ξεγεννούσε τις γυναίκες όχι μόνο του δικού τους οικισμού, αλλά και των γύρω χωριών. Εκείνα τα χρόνια δεν υπήρχαν ανέσεις, ούτε γιατροί κοντά, ούτε δρόμοι εύκολοι. Υπήρχαν μόνο οι πρακτικές μαμές. Γυναίκες με πείρα, με γνώση που είχε περάσει από γενιά σε γενιά, που πολλές φορές έφταναν μέσα στη νύχτα, με κρύο, βροχή ή ζέστη, όπου τις καλούσε η ανάγκη. Και όταν ακόμη κι αυτές δεν προλάβαιναν να φτάσουν, πολλές γυναίκες της υπαίθρου γεννούσαν μόνες τους, βοηθώντας η μία την άλλη με ό,τι μέσα είχαν.Με αγωνία περίμεναν την επιστροφή.
Και όταν επιτέλους , όλοι μαζί, με μεγάλη προσπάθεια και κόπο, κατάφεραν να μεταφέρουν την κυρά στην αυλή του σπιτιού. Εκεί, κάτω από τον ίδιο ουρανό που είχε δει τους κόπους και τις χαρές τους, θα ερχόταν στον κόσμο ο μικρότερος γιος της οικογένειας.
Ο Αλκιβιάδης θυμάται πως έκανε μεγάλη ζέστη εκείνο το απομεσήμερο. Ήταν ένα από εκείνα τα λακωνικά καλοκαιρινά απογεύματα, όπου ο ήλιος έκαιγε την πέτρα, ο αέρας μύριζε χώμα και στάρι, και μέσα σε αυτή τη σκληρή αλλά ζωντανή φύση γεννιόταν ένα ακόμη παιδί.
Ο μικρότερος αδελφός του.
Ήταν Ιούλιος. Στον μικρό οικισμό επικρατούσε ησυχία. Μια βαθιά καλοκαιρινή ησυχία, που μόνο τα τζιτζίκια την έσπαζαν με το ασταμάτητο τραγούδι τους. Το ερωτικό κάλεσμα των αρσενικών, όπως λένε οι άνθρωποι της φύσης, γέμιζε τον τόπο με εκείνον τον χαρακτηριστικό ήχο του καλοκαιριού, που άλλοτε νανουρίζει κι άλλοτε σχεδόν ξεκουφαίνει. Δίπλα στη μητέρα του είχε σταθεί η γειτόνισσά τους, η κυρά Γιώργαινα η Καραστατήρη. Γυναίκα με πείρα στις γέννες, γνώριζε τα σημάδια, τους πόνους, τις δύσκολες στιγμές. Δίπλα της βοηθούσε και η εξαδέλφη του πατέρα του, η κυρά Καλλιόπη του Σεμπέπου, προσφέροντας κι εκείνη τη δική της συνδρομή. Εκείνα τα χρόνια η γέννα ήταν υπόθεση των γυναικών. Μια γνώση που περνούσε από στόμα σε στόμα, από μάνα σε κόρη, από γενιά σε γενιά.
Από τον κοντινό ναό του Αγίου Παντελεήμονα έφεραν το εικόνισμα της Παναγίας της Χρυσαφίτισσας. Άναψαν ένα κερί και προσευχήθηκαν σιωπηλά για την καλή έκβαση του τοκετού. Γιατί η γέννα, όσο φυσική κι αν είναι, παραμένει πάντα μια στιγμή αβεβαιότητας. Μια στιγμή όπου ο άνθρωπος κάνει ό,τι μπορεί, αλλά αφήνει και χώρο στην «εξ ύψους βοήθεια». Στην αυλή του σπιτιού άναψαν τον πέτρινο φούρνο. Έβαλαν τη σιδεριά πάνω στη φωτιά, τοποθέτησαν επάνω της τη μεγάλη χύτρα του σπιτιού και άρχισαν να ζεσταίνουν νερό.
Όλα ήταν έτοιμα.
Το σπίτι, οι γυναίκες, η προσευχή, η φωτιά.
Κι ολόκληρος ο μικρός οικισμός, σιωπηλός μάρτυρας, περίμενε τη στιγμή που θα ερχόταν στον κόσμο μια νέα ζωή. Η ξαδέλφη τους, η κυρά Καλλιόπη, κατέβηκε στο μπροστινό χαντάκι και διάλεξε μια μεγάλη επίπεδη πέτρα, με φυσική υφή και λεία επιφάνεια από το πέρασμα του χρόνου. Την έπλυνε προσεκτικά με άφθονο καθαρό νερό και σαπούνι, σαν να ετοίμαζε ένα ιερό μέρος για τη μεγάλη στιγμή που πλησίαζε. Ύστερα πήρε τον αγιασμό από το εικονοστάσι του σπιτιού, ράντισε την πέτρα και έπλυνε τα χέρια των γυναικών. Ήταν μια πράξη καθαρισμού και φροντίδας, αλλά και μια σιωπηλή προσευχή. Η κυρά Γιώργαινα, όμως, δεν μπορούσε να ηρεμήσει.
Η αγωνία την είχε κυριεύσει. Πηγαινοερχόταν νευρικά, έκανε μικρές ασυνείδητες κινήσεις, σαν να μην μπορούσε να κρατήσει το σώμα της ακίνητο από την ένταση της στιγμής. Μικρά βήματα, μικρά πηδηματάκια από την αγωνία, σαν να ήθελε με την κίνηση να επισπεύσει τον χρόνο. Ήταν «σε αναμμένα κάρβουνα».
Το μεγάλο της άγχος ήταν ένα:
Να προλάβουν.
Να αντέξει η λεχώνα μέχρι να φτάσει η μαμή.
Γύριζε κάθε τόσο προς τον δρόμο, περιμένοντας να φανεί η γνώριμη μορφή της γυναίκας που τόσες φορές είχε βοηθήσει να έρθουν παιδιά στον κόσμο.
Κι όταν έβλεπε τη μητέρα του να δυσκολεύεται, της μιλούσε αυστηρά, όπως μιλούν οι γυναίκες της υπαίθρου όταν η αγάπη τους ντύνεται με αγωνία: «Κακούργα, περίμενε τη μαμή», της έλεγε.
Δεν ήταν θυμός.
Ήταν φόβος.
Ο φόβος εκείνος που γεννιέται όταν κρατάς στα χέρια σου την ευθύνη μιας ζωής.
Στο φαρδύ πεζούλι, δίπλα στην πόρτα του σπιτιού και κάτω από τον βαθύ ίσκιο της μεγάλης γέρικης ελιάς, έστρωσαν τη μαντανία. Το ανοιχτόχρωμο μάλλινο κρεβατοσκέπασμα, με το μπαμπακερό στημόνι και το μάλλινο υφάδι, στολισμένο με όμορφους γεωμετρικούς σχηματισμούς και υφασμένο διπλής όψεως, απλώθηκε πάνω στην πέτρα και στο χώμα της αυλής σαν ένα μικρό καταφύγιο για τη μεγάλη στιγμή. Επάνω της τοποθέτησαν την καθαρή, πλυμένη πέτρα που είχε ετοιμάσει η κυρά Καλλιόπη. Με προσοχή βοήθησαν τη λεχώνα να καθίσει. Οι γυναίκες γύρω της γνώριζαν τι έπρεπε να κάνουν. Με τα χέρια τους στήριζαν τη μέση και την κοιλιά της, με λόγια κουράγιου προσπαθούσαν να της δώσουν δύναμη. Ήταν εκεί, γονατιστές δίπλα της, με την αγωνία ζωγραφισμένη στα πρόσωπά τους, περιμένοντας τη στιγμή που μια νέα ζωή θα περνούσε από τον κόσμο της μητέρας στον κόσμο όλων.
Και ύστερα ήρθε εκείνη η στιγμή. Το παιδί έκανε την εμφάνισή του στον κόσμο. Για μια ανάσα ο χρόνος σταμάτησε. Η αγωνία τόσων ωρών λύθηκε μέσα σε μια κραυγή χαράς.
Η κυρά Γιώργαινα ανακουφίστηκε. Όμως, σαν να μην μπορούσε να αφήσει αμέσως τον φόβο που την είχε κρατήσει τόση ώρα σφιγμένη, συνέχισε να γκρινιάζει, όπως κάνουν οι άνθρωποι όταν η μεγάλη συγκίνηση ψάχνει έναν τρόπο να βγει από μέσα τους.
«Κακούργα, το έβγαλες! Το έβγαλες, κακούργα!» Τα λόγια της ακούγονταν αυστηρά. Μα μέσα στην αγωνία τους έκρυβαν μια απέραντη τρυφερότητα.
Ήταν τα λόγια μιας γυναίκας που μόλις είχε ξαναδεί τη ζωή να νικά. Δεν άργησε να φανεί στον δρόμο και ο σύζυγός της μαζί με τη μαμή.
Μα η κυρά είχε ήδη γεννήσει. Το παιδί είχε δει το φως του κόσμου και η πρώτη του κραυγή, εκείνο το γνώριμο «ουά - ουά» του νεογέννητου, γέμισε την αυλή και έφτασε μέχρι τα γύρω σπίτια.
«Αγόρι!... Αγόρι!» φώναξαν όλες μαζί οι γυναίκες
«Να σου ζήσει! Να σας ζήσει! Να είναι γερό, ευτυχισμένο και τυχερό σε όλη του τη ζωή!»
Χωρίς τη βοήθεια της μαμής, σχεδόν σαν από θαύμα, είχε γεννηθεί αρτιμελές και ζωηρό το στερνοπαίδι της οικογένειας.
Ο Ιάσονας. Και αυτό το χρωστούσε η μάνα του στην αγάπη, στην πείρα και στην αμέριστη συμπαράσταση των γυναικών του μικρού οικισμού, που στάθηκαν δίπλα της την κρίσιμη εκείνη στιγμή. Μια καθαρή, πανέμορφη μελωδία απλώθηκε στη φτωχική αυλή τους. Όχι μια μελωδία από μουσικά όργανα, αλλά από φωνές, χαμόγελα, ευχές και ανακουφισμένες ανάσες. Μια μελωδία ζεστή και πλούσια, γεμάτη τα ζωηρά χρώματα της χαράς, που καθρεφτίζονταν στα πρόσωπα όλων.
Ήταν όλοι ευτυχισμένοι.
Όλοι συγκινημένοι.
Όλοι μοιράζονταν τη χαρά της οικογένειας σαν να ήταν δική τους.
Και η φύση γύρω τους έμοιαζε να συμμετέχει στη γιορτή. Απέναντι από το χαντάκι, πίσω από την αχυρώνα του γείτονά τους, του μπάρμπα Παναγιώτη, στις αγραπιδιές και στις συκιές, ένα σμήνος μικρά πουλιά τιτίβιζαν και φτεροκοπούσαν χαρούμενα.Σαν να καλωσόριζαν κι αυτά το νέο μέλος της μικρής κοινωνίας τους.
Η λεχώνα, μετά τη γέννα, έμεινε στο δωμάτιο μαζί με το μωρό της. Ήταν ένας άγραφος νόμος εκείνων των χρόνων: κανείς δεν έπρεπε να την ενοχλεί. Η μάνα και το παιδί χρειάζονταν ησυχία, ξεκούραση και προστασία. Η απομόνωση αυτή κρατούσε σαράντα ημέρες. Οι παλιές αντιλήψεις, οι προλήψεις και οι δεισιδαιμονίες εκείνης της εποχής λειτουργούσαν σαν ένα αόρατο προστατευτικό τείχος γύρω από τη λεχώνα και το νεογέννητο. Φυλαχτά και σύμβολα της βασκανίας συνόδευαν τις πρώτες ημέρες της ζωής του παιδιού, με την ελπίδα να το προφυλάξουν από κάθε κακό. Ένας κόκκινος φιόγκος στη ρόμπα της μητέρας, μια σκελίδα σκόρδο, ένα φλουρί, ένα μικρό «μάτι» στο μωρό· όλα αυτά ήταν συνηθισμένα μέχρι το σαράντισμα. Και όταν πέρασαν οι σαράντα ημέρες, η μάνα, κρατώντας μέσα της τη χαρά και την ευγνωμοσύνη για το θησαυρό που της είχε χαρίσει η ζωή, δρασκέλισε το κατώφλι του ναού της Παναγίας της Χρυσαφίτισσας στη Μονεμβασιά.
Ήταν ταμένος στην Παναγία τη Χρυσαφίτισσα.
Εκείνη τη στιγμή ένιωσε πως η εκκλησία δεν ήταν μόνο ένας τόπος προσευχής. Ήταν ένα ασφαλές λιμάνι, όπου μπορούσε να εμπιστευτεί το παιδί της στις προστατευτικές δυνάμεις της πίστης της.
Και ύστερα ο χρόνος συνέχισε τον δρόμο του.Το αλώνι σήμερα αποτελεί μνημειακό κατάλοιπο και κομμάτι της παραδοσιακής μνήμης του μικρού οικισμού.
Μα είναι έρημο.
Βουβό.
Δεν ακούγονται πια τα ξεφωνητά του βαλμά, δεν ακούγεται το ποδοβολητό των αλόγων, δεν ανεβαίνει στον αέρα η σκόνη από τα στάχυα και το λίχνισμα.
Έμεινε μόνο η πέτρα, να θυμάται.
Η αχρησία και ο χρόνος άρχισαν να φθείρουν το πλακόστρωτο. Σιγά σιγά οι αρμοί ανοίγουν, οι πλάκες αποσαθρώνονται και ίσως κάποτε να μην απομείνουν παρά μόνο λίγα ίχνη, κρυμμένα μέσα στη γη.
Έτσι αλλάζουν οι καιροί.
Οι άνθρωποι περνούν.
Οι φωνές σβήνουν.
Μα οι τόποι κρατούν μέσα τους τη μνήμη όσων έζησαν επάνω τους.
Η συνέχεια στο...
Τα Μονοπάτια για το Σχολείο!.....





'
0 comments:
Δημοσίευση σχολίου