ADS

click to open

Παρασκευή 30 Οκτωβρίου 2026

The Curtain Came Down

........Ένα απόσπασμα από την «Ερωτική Μυθοπλασία Ι....Μέρος ΙΙ»
«Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας του συγγραφέα. Τα ονόματα, οι χαρακτήρες, οι τοποθεσίες .... Βλέπε Μυθοπλασία Ι: (Part:2)
Ερωτική Μυθοπλασία Ι (Part..1).....
....Το μεθεπόμενο πρωινό, η Ανδρομάχη του έπιασε το χέρι και κοιτώντας τον στα μάτια σκεπτική του λέει. «Λέω να μην πάμε με την παρέα στην Τήνο! Μόνο να πάμε οι δυο μας όπως κάνουμε πάντα.»
«Γιατί; Μωρό μου! Ωραίες οι φαντασιώσεις αλλά με μέτρο;»
Η Ανδρομάχη χαμήλωσε το βλέμμα, αφήνοντας το χέρι του να γλιστρήσει αργά από το δικό της. Η σιωπή που έπεσε στην κρεβατοκάμαρα είχε το βάρος της επόμενης μέρας, εκείνης της αμήχανης στιγμής που τα φώτα σβήνουν, η αδρεναλίνη πέφτει και η σκληρή πραγματικότητα του «καθώς πρέπει» κόσμου χτυπά την πόρτα.
«Δεν είναι απλά θέμα μέτρου, Αλκιβιάδη...» του είπε με φωνή χαμηλή, σχεδόν απολογητική, καθώς προσπαθούσε να μαζέψει τα μαλλιά της πίσω από τ' αυτιά. «Άλλο να το παίζεις στα όνειρα και στις φαντασιώσεις, και άλλο να το κουβαλάς στο φως της ημέρας, να κοιτάς τους ίδιους ανθρώπους στα μάτια, να σκέφτεσαι τι θα πουν, πού θα σταθούμε... Φοβάμαι μήπως ανοίξαμε μια πόρτα που δεν θα μπορούμε πια να κλείσουμε.» Ο Αλκιβιάδης την κοίταξε βαθιά, ακούγοντας τις ανασφάλειες να ξεπροβάλλουν εκεί ακριβώς που λίγες ώρες πριν υπήρχε μόνο φωτιά. Κατάλαβε απόλυτα. Η υπέρβαση είχε το κόστος της. Η σύζυγός του, η γυναίκα που είχε μόλις τσαλακώσει κάθε ταμπού, ένιωθε τώρα το έδαφος να φεύγει κάτω από τα πόδια της από το ίδιο της το θάρρος.
Την πλησίασε, της έπιασε απαλά το πιγούνι και την ανάγκασε να τον κοιτάξει στα μάτια. Το βλέμμα του δεν είχε ούτε πίεση ούτε απογοήτευση, είχε μια βαθιά, γαλήνια κατανόηση.
«Αγάπη μου» της είπε ήρεμα, χαϊδεύοντας της το μάγουλο. «Οι φαντασιώσεις δεν είναι για να γίνουν συμβόλαια ζωής. Είναι εκείνα τα σκοτεινά, μαγικά δωμάτια του μυαλού μας που μας δίνουν ανάσα, που μας θυμίζουν ότι είμαστε ζωντανοί πέρα από τους ρόλους μας, πέρα από τα παιδιά, πέρα από τα σχολεία και τις εκκλησίες. 
Αν η Τήνος σού φαίνεται βουνό τώρα, αν θες να πάμε οι δυο μας να περπατήσουμε στα σοκάκια, να πιούμε τον καφέ μας αγκαλιά και να αφήσουμε την ησυχία να μας γιατρέψει, θα το κάνουμε. Χωρίς δεύτερη σκέψη.»
Έκανε μια μικρή παύση, αφήνοντας τα λόγια του να κατασταλάξουν, πριν προσθέσει με ένα τρυφερό, πονηρό χαμόγελο.
«Αλλά να ξέρεις κάτι... Ακόμα κι αν κλείσουμε την πόρτα σε εκείνο το δωμάτιο για λίγο, το κλειδί το έχουμε πια στην τσέπη μας. Και κανείς δεν μπορεί να μας πάρει πίσω όσα ζήσαμε, ούτε όσα μάθαμε για τους εαυτούς μας.»
Η Ανδρομάχη τον κοίταξε, άφησε έναν βαθύ αναστεναγμό ανακούφισης και έπεσε στην αγκαλιά του, κρύβοντας το πρόσωπό της στον λαιμό του.
«Πάμε οι δυο μας στην Τήνο...» του ψιθύρισε, σφίγγοντας τον δυνατά. 
«Μόνο εμείς...»
Η Ανδρομάχη τον κοίταξε με τα μάτια της να λάμπουν, μια μίξη συγκίνησης και ερωτικής έξαψης που γύρισε αμέσως την ατμόσφαιρα. Η αφοπλιστική της ειλικρίνεια και η απόλυτη εμπιστοσύνη που του έδειχνε ήταν το πιο δυνατό αφροδισιακό, πιο ισχυρό ακόμα και από τις πιο τρελές φαντασιώσεις που είχαν μοιραστεί τις προηγούμενες μέρες.
«Είσαι απίστευτος...» του ψιθύρισε, χαμογελώντας πλατιά καθώς τύλιξε τα χέρια της γύρω από τον λαιμό του. «Δηλαδή, για να καταλάβω... μου βάζεις όρο να κάνουμε το ταξίδι τετράδα, με τη Ναυσικά και τον παπά, στο ίδιο ταχύπλοο, για να ζήσει η φιλενάδα μου το απόλυτο ερωτικό της όνειρο;»
Ο Αλκιβιάδης τη σφιχταγκάλιασε, νιώθοντας τη ζεστή της αναπνοή στο δέρμα του.
«Ακριβώς, μωρό μου» της απάντησε με πονηρό, σαγηνευτικό χαμόγελο. «Αφού το ταξίδι και ο έρωτας είναι η απόπειρα να κάνουμε το όνειρο πραγματικότητα, γιατί να της το στερήσουμε; Θα πάρουμε τις καλύτερες θέσεις στο ταχύπλοο, με την πολυτέλεια και την άνεση που μας αξίζει, κι ας αφήσουμε τον αέρα του Αιγαίου να παρασύρει τα σχέδιά μας. Ο καλός ταξιδευτής, όπως λες κι εσύ, δεν νοιάζεται πού θα φτάσει, αλλά τι θα ζήσει στη διαδρομή!»
«Φαντάζεσαι σκηνικό;» είπε η Ανδρομάχη, ξεσπώντας σε ένα μικρό, συγκρατημένο γέλιο που έσταζε πονηριά. 
«Ο ιερέας μας με πολιτικά ή ακόμα καλύτερα, με το ράσο στο κατάστρωμα να το παίρνει ο αέρας η Ναυσικά δίπλα του να στάζει καύλα και να του ψιθυρίζει αμαρτίες, κι εμείς οι δυο να τους καμαρώνουμε και να σχεδιάζουμε τις νύχτες μας στο νησί;»
«Αυτό δεν θα είναι απλό ταξίδι για την Τήνο» συμπλήρωσε ο Αλκιβιάδης, φιμώνοντας την απαλά με ένα βαθύ, ερωτικό φιλί στα χείλη. «Αυτό θα είναι η δική μας, ιδιωτική κρουαζιέρα ακολασίας. Και αφού είμαστε μαζί, εγώ είμαι έτοιμος για όλα τα κύματα...»
...Έτσι, με μια απλή στροφή της τύχης, ένα αλλεργικό άσθμα της Ναυσικάς και κάτι γραφειοκρατικά μπλεξίματα του ρασοφόρου με τη βίζα, το μεγάλο, αμαρτωλό σενάριο της τετράδας διαλύθηκε σαν καπνός στον αέρα. Ο διαβολάκος, αφού έκανε την αναστάτωση του, έβαλε την ουρά του και αποσύρθηκε, αφήνοντας τις ακραίες φαντασιώσεις να αιωρούνται σαν ανεκτέλεστες υποσχέσεις μιας νύχτας που πέρασε.
«Τα ταξίδια, όπως οι καλλιτέχνες, γεννιούνται, δεν γίνονται, μωρό μου...» της είπε ο Αλκιβιάδης, χαμογελώντας γλυκά καθώς της χάιδευε τα μαλλιά. «Το δικό μας ήταν γραπτό να κοπεί στην κυοφορία του. Ίσως γιατί ο δρόμος μας ήταν πάντα άλλος.»
Και πράγματι, εκείνο το πολύβουο, ανατρεπτικό ταξίδι των τεσσάρων δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ.
Λίγο καιρό αργότερα, το ταχύπλοο ταξίδεψε στο μπλε του Αιγαίου μόνο για τους δυο τους, όπως ακριβώς το συνήθιζαν όλα αυτά τα χρόνια. Ο Αλκιβιάδης στάθηκε για άλλη μια φορά δίπλα στην Ανδρομάχη, συνοδεύοντας την με υπομονή και σεβασμό στο δικό της εσωτερικό τάμα, στη Μεγαλόχαρη της Τήνου. 
Την έβλεπε να ανάβει το κερί της, να γονατίζει με κατάνυξη στη θεία λατρεία, κι εκείνος έστεκε εκεί όχι απλά σαν σύζυγος, αλλά σαν ο άνθρωπος που γνώριζε κάθε κρυφή, σκοτεινή και φωτεινή γωνιά της ψυχής της.
Εκείνη του το αναγνώριζε με κάθε της βλέμμα, με κάθε άγγιγμα του χεριού της μέσα στο πλήθος.
Μέσα από τις θύελλες των πειρασμών, τα παιχνίδια του μυαλού και τις αμαρτωλές εξομολογήσεις, οι δυο τους είχαν καταφέρει κάτι σπάνιο. Να χτίσουν μια σχέση υπέροχη, βαθιά και αδιάσπαστη, βασισμένη στην απόλυτη αποδοχή, την ελευθερία και μια αγάπη που δεν φοβόταν ούτε το φως ούτε το σκοτάδι.
...Έχει μπει ο Σεπτέμβριος για τα καλά και ο ιερομόναχος-Αρχιμανδρίτης,  ετοιμάζεται για αναχωρήσει με προορισμό το πατριαρχείο στα νέα καθήκοντα του. 
Η Ανδρομάχη θεωρούσε αδιανόητο να μην κάνουν μια αποχαιρετιστήρια γιορτή, ένα τραπέζι…. κάτι με αφορμή το τέλος της συνεργασίας του ρασοφόρου με την ενορία τους. Της φαινόταν γρουσουζιά, αλλά και μόνο στη σκέψη να το συζητήσει με τον σύντροφο της την έπιαναν ενοχές...
Περίμενε ότι ο Αλκιβιάδης θα δίσταζε ή θα συνοφρυωνόταν, εκείνος όμως την κοίταξε σκεπτικός. Κατόπιν, πήρε τα χέρια της συντρόφου του μέσα στα δικά του και εξέτασε τα νύχια της, όπως έκανε στα πρώτα χρόνια της γνωριμίας τους, και μετά την κοίταξε κατάματα.
.«Ένα τραπέζι» είπε. «Πράγματι. Ωραία ιδέα»..
Η κίνηση αυτή του Αλκιβιάδη, τόσο γνώριμη, ζεστή και φορτισμένη με μνήμες από τα πρώτα χρόνια του έρωτά τους, έκανε την καρδιά της Ανδρομάχης να σκιρτήσει. Οι ενοχές που την έσφιγγαν τόσες μέρες έλιωσαν ακαριαία, δίνοντας τη θέση τους σε μια ανακούφιση που σχεδόν την έκανε να βουρκώσει.
«Αλήθεια λες, Αλκιβιάδη;» ψιθύρισε, σφίγγοντας τα δάχτυλά της γύρω από τα δικά του. «Δεν... δεν σε πειράζει;» Ο Αλκιβιάδης χαμογέλασε ήρεμα, με εκείνο το σοφό, αινιγματικό μειδίαμα που είχε μάθει πια να αποκωδικοποιεί. Στα μάτια του δεν υπήρχε ούτε ίχνος ζήλιας, ούτε καχυποψία. Υπήρχε μόνο η βαθιά αποδοχή του ανθρώπου που έχει κοιτάξει μαζί της στην άβυσσο των επιθυμιών και δεν φοβάται πια τις σκιές.
«Γιατί να με πειράζει, μωρό μου;» της είπε, χαϊδεύοντας απαλά τη ράχη του χεριού της. 
«Ο Αρχιμανδρίτης πια φεύγει για το Πατριαρχείο, ανεβαίνει σε άλλα αξιώματα. Προσέφερε στην ενορία, αναστάτωσε τις καρδιές, μας χάρισε... έμπνευση και συζητήσεις που δεν θα ξεχάσουμε ποτέ. Ένα αποχαιρετιστήριο τραπέζι είναι το λιγότερο που μπορούμε να κάνουμε για να τον ξεπροβοδίσουμε όπως του αξίζει. Σαν φίλοι, σαν ευσεβείς ενορίτες, αλλά και σαν άνθρωποι που ξέρουν να εκτιμούν τις όμορφες ανατροπές της ζωής.»
Η Ανδρομάχη τον αγκάλιασε σφιχτά, κρύβοντας το πρόσωπο της στον στέρνο του, νιώθοντας τον χτύπο της καρδιάς του.
«Είσαι μοναδικός, το ξέρεις;» του ψιθύρισε.
«Το ξέρω» απάντησε εκείνος γελώντας σιγανά. «Λοιπόν, οργάνωσε το! Αλλά πρόσεξε... αυτή τη φορά, πρόσεξε ποιους θα καλέσεις. Μην έχουμε πάλι καμία επίτροπο να μας κόβει την όρεξη και να μας κάνει τη ζωή πατρίδα!»
Η Ανδρομάχη ξέσπασε σε ένα λαμπερό, απελευθερωτικό γέλιο. Ο Σεπτέμβριος είχε μπει για τα καλά, φέρνοντας μαζί του το αγεράκι της αλλαγής, και το αποχαιρετιστήριο τραπέζι του Αρχιμανδρίτη προμηνυόταν τουλάχιστον αξιομνημόνευτο...
«Ένα πολύ ιδιαίτερο, αποχαιρετιστήριο, τραπέζι, με μοναδικούς καλεσμένους τον ιερέα μας και τη φιλενάδα σου την Ναυσικά μας και κύριο πιάτο τη συγκίνηση.» Της είπε με τρυφερότητα.
Η Ανδρομάχη, νιώθοντας το καυτό, καθαρό ποτό να κατεβαίνει στον λαιμό της και να σκορπίζει μια ακαριαία, γλυκιά ζέστη στα σπλάχνα της, τίναξε ελαφρά τους ώμους της. Οι τελευταίοι ενδοιασμοί, τα «πρέπει» και οι ψίθυροι της γειτονιάς διαλύθηκαν σαν καπνός μέσα στη δροσιά της ρακής.
Βγήκε στη μεγάλη βεράντα με ένα δίσκο γεμάτο μεζέδες στα χέρια, κοιτάζοντας γύρω της με υπερηφάνεια. Το σκηνικό ήταν μαγικό. Η πέργκολα με την κληματαριά και τις κατακόκκινες βουκαμβίλιες έμοιαζε να αγκαλιάζει τον χώρο, το λευκό κεντητό τραπεζομάντιλο έλαμπε στο ζεστό φως των φαναριών, και οι μυρωδιές από τα ψητά και τα μυρωδικά είχαν μεταμορφώσει το σπίτι τους σε μια αυθεντική, ζεστή εξοχική ταβέρνα. 
Στα απέναντι πεύκα, τα τζιτζίκια συνέχιζαν το ασταμάτητο, μελωδικό τους τραγούδι, δίνοντας τον ρυθμό σε μια βραδιά που υποσχόταν να μείνει αξέχαστη.
Τα δάκρυα της Ανδρομάχης κύλησαν ζεστά στα μάγουλά της, λαμπυρίζοντας στο χαμηλό φως της βεράντας. Ήταν η αλμύρα της ρακής, ο πυκνός καπνός από τα σκουμπριά που ψήνονταν στη σχάρα, αλλά πάνω από όλα ήταν αυτή η γλυκόπικρη βεβαιότητα. Το οριστικό τέλος μιας εποχής. Η φαντασιακή, αμαρτωλή ερωτική σχέση που τους είχε αναστατώσει, που είχε δοκιμάσει τα όριά τους και είχε ανάψει τις πιο κρυφές τους επιθυμίες, έφτανε στο αναπόφευκτο τέρμα της. 
Εξατμιζόταν αργά στον αέρα του Σεπτέμβρη, αφήνοντας πίσω της μόνο την επίγευση της νοσταλγικής συγκίνησης.
Ο Αλκιβιάδης τη κοίταξε με μια απέραντη τρυφερότητα. Δεν υπήρχε ίχνος πικρίας στα μάτια του· μόνο μια βαθιά, ώριμη κατανόηση για τη γυναίκα του που στεκόταν εκεί, ευάλωτη και πανέμορφη, ανάμεσα στη θεοσέβεια και το πάθος. Πλησίασε, σκούπισε απαλά το δάκρυ από το μάγουλό της και της φίλησε το μέτωπο, 
Το τραπέζι ήταν ένα αληθινό ποίημα, φτιαγμένο με όλο το μεράκι και την τέχνη της Ανδρομάχης. Οι μοσχοβολιστές γαρίδες με τη σκορδάτη, η πρωτότυπη μαγιονέζα με τα τραγανά κρίταμα, τα ζουμερά, καπνιστά σκουμπριά που έλιωναν 
στο στόμα, μαζί με τη δροσερή μαϊντανοσαλάτα, τη λεμονάτη μελιτζανοσαλάτα και τη φρέσκια σαλάτα με τον άνηθο, μετέτρεψαν τη βεράντα σε μια ιεροτελεστία των αισθήσεων.
Το μεστό, γεμάτο νεύρο Σαββατιανό έρρεε άφθονο στα ποτήρια , συνοδεύοντας κάθε μπουκιά, κάθε εξομολόγηση και κάθε βλέμμα που ανταλλάσσονταν στην πυκνή σκιά της κληματαριάς.
Καθώς το δείπνο πλησίαζε στο τέλος του, ο Αλκιβιάδης σήκωσε το μικρό ποτηράκι με τη ρακή για τον τελικό αποχαιρετισμό.
«Στον ιερέα μας, που φεύγει για τα ψηλά...» είπε χαμογελώντας ήρεμα, «και στην Ανδρομάχη μου, που ξέρει να αγαπάει με όλη της την ψυχή. Στα όνειρα που ζήσαμε και σε αυτά που μας περιμένουν.»
Τα ποτήρια τσούγκρισαν για τελευταία φορά. Η φαντασίωση μπορεί να εξατμιζόταν, αλλά η ουσία, η απόλυτη αγάπη, η εμπιστοσύνη και η ελευθερία ανάμεσα στον Αλκιβιάδη και την Ανδρομάχη, έμενε εκεί, πιο δυνατή και πιο στέρεη από ποτέ.
Η νύχτα στη βεράντα έκλεισε σιγά σιγά, σαν μια αυλαία που πέφτει αργά σε θεατρική σκηνή, αφήνοντας πίσω της μόνο τη ζεστασιά από τα ποτήρια και την αύρα του Σεπτέμβρη. Ο ιερέας και η Ναυσικά έφυγαν, όπως έπρεπε να φύγουν· σαν οπτασίες μιας άλλης πραγματικότητας που φώτισαν για λίγο το σκοτάδι τους, έβαλαν φωτιά στα ταμπού τους και μετά τράβηξαν τον δρόμο τους.
Καθώς έμειναν πάλι μόνοι κάτω από την κληματαριά, ο Αλκιβιάδης κοίταξε την Ανδρομάχη. 
Το ερώτημα που τον βασάνιζε σιωπηλά έπλεε στον αέρα ανάμεσα τους. Ήταν τελικά αυτοί οι ίδιοι;
Μήπως ο ιερέας με τα ράσα και η ατίθαση Ναυσικά δεν ήταν παρά οι κρυφές, ανεκπλήρωτες πτυχές του δικού τους εαυτού; Μήπως ήταν τα alter ego τους, οι καθρέφτες που τόλμησαν να δείξουν όσα οι ίδιοι έκρυβαν στα πιο βαθιά, σκοτεινά δωμάτια του μυαλού τους;
Τη θυμήθηκε και τη διηγήθηκε όλη αυτή την ιστορία όχι με πίκρα, αλλά με μια βαθιά, σχεδόν συγκινητική τρυφερότητα. Γιατί κατάλαβε πως η δική τους ερωτική ιστορία δεν διέφερε σε τίποτα από αυτήν των ηρώων τους. Ισορροπούσε κι αυτή στην ίδια λεπτή κλωστή, ανάμεσα στο φαντασιακό και το πραγματικό, στην καθημερινή ρουτίνα και στο ιδανικό παραμύθι.
Για λίγο, ο πραγματικός τους κόσμος είχε σταματήσει. Είχαν μιλήσει τη γλώσσα του ονείρου, είχαν περπατήσει στα μονοπάτια της απόλυτης ελευθερίας, και μέσα από τις λέξεις και τα συναισθήματα είχαν ανακαλύψει ξανά ο ένας τον άλλον.
Οι περισσότεροι έρωτες χάνονται. Εξατμίζονται σιγά σιγά στο πέρασμα του χρόνου, πνιγμένοι από τις έγνοιες, τα «πρέπει» και τη φθορά των ημερών. Αλλά όχι ο δικός τους.
Ο Αλκιβιάδης αρνιόταν να αφήσει τη φλόγα να σβήσει. Ήξερε πως το μυστικό δεν ήταν να ζεις διαρκώς μέσα στην ψευδαίσθηση, αλλά να κρατάς το κλειδί εκείνου του μαγικού δωματίου στην τσέπη σου. Να μπορείς, ακόμα και μέσα στην πιο απλή καθημερινότητα σε ένα πρωινό καφέ, σε ένα βλέμμα στον δρόμο, σε μια τυχαία επαφή, να ξαναζωντανεύεις το όνειρο.
«Λοιπόν...» της είπε χαμογελώντας απαλά, πιάνοντας ξανά το χέρι της και τραβώντας την στην αγκαλιά του κάτω από το φεγγάρι. 
«Τι λες; Συνεχίζουμε το παραμύθι;»
Η Ανδρομάχη ακούμπησε το κεφάλι της στον ώμο του, έκλεισε τα μάτια και χαμογέλασε. 
Το ταξίδι μπορεί να τελείωνε εδώ για τους άλλους, αλλά για εκείνους μόλις είχε αρχίσει να γράφεται ξανά.
Οι λέξεις που γράφει απόψε αφήνουν μια αίσθηση από αιχμηρό μέταλλο. Έχουν σκοινιά που σφίγγουν και σύρματα αγκαθωτά, καθώς κάθε πρόταση γίνεται το εργαλείο για να κόψει τους δεσμούς, να αποχωριστεί τις μορφές που τον συντρόφευσαν τόσο καιρό στο εσωτερικό του ταξίδι.
Ήρθε όμως η κατάλληλη ώρα. Το παραμύθι έφτασε στην τελευταία του σελίδα.
Με μια κίνηση σχεδόν τελετουργική, κατεβάζει τον διακόπτη. Κλείνει απαλά την πόρτα του φαντασιακού εκείνου δωματίου, αφήνοντας απ' έξω τον ιερέα και τη Ναυσικά τις δύο αέρινες οπτασίες που έδωσαν σάρκα και οστά στις πιο βαθιές, ανείπωτες επιθυμίες του. 
Όσο κι αν οι σκέψεις που κατακλύζουν το μυαλό του δεν χωρούν σε λόγια, ξεδιαλέγει τις φιγούρες τους από τη μνήμη, επιτρέποντάς τους να σβήσουν ήσυχα, να χαθούν στο κενό με τον ίδιο ακριβώς αθόρυβο τρόπο που εμφανίστηκαν στο συναισθηματικό του σύμπαν. Δεν υπάρχει οργή ή βία σε αυτόν τον αποχωρισμό. Υπάρχει μια ήρεμη αποδοχή του τέλους, μια λύτρωση μέσα από τη σιωπή και τη λήθη.
Έξω, η νύχτα καταφθάνει συμπονετική και δροσερή. Απλώνει παντού τα αθόρυβα σεντόνια της σιωπής, γλυκαίνοντας την αποκοπή. 
Ψηλά στον σκοτεινό ουρανό, τα λιγοστά σύννεφα τρέχουν βιαστικά, αλλάζοντας συνεχώς σχήματα, σαν να παλεύουν κι αυτά όπως κι ο ίδιος, να βρουν την ιδεατή, τέλεια μορφή τους πριν χαθούν στη νύχτα.
Ο Αλκιβιάδης αφήνει την τελευταία τελεία να κατασταλάξει στο χαρτί, ανασαίνει βαθιά και στρέφεται στην πραγματικότητα που τον περιμένει, στη ζεστή, αληθινή αγκαλιά της Ανδρομάχης.
Η νύχτα τύλιξε απαλά τη βεράντα, αφήνοντας πίσω της κάθε περιττό θόρυβο. Ο Αλκιβιάδης έκλεισε τα μάτια, αφήνοντας το σώμα του να χαλαρώσει εντελώς. Δεν υπήρχε πια καμία ανάγκη για λέξεις, καμία αγωνία για το πού τελειώνει η πραγματικότητα και πού αρχίζει το όνειρο.
Άφησε τον εαυτό του να παρασυρθεί στη ροή των αναμνήσεων, εκεί όπου ο πόθος και η φαντασία τραγουδούσαν σαν Σειρήνες μέσα στο στήθος του μια γλυκιά, ακαταμάχητη μουσική στην οποία δεν είχε καμία διάθεση να αντισταθεί.
Μπροστά στα κλειστά του βλέφαρα άρχισαν να ξεδιπλώνονται οι εικόνες της πρώτης τους επαφής. Σαν φύλλα και κλαράκια που ταξίδευαν μαζί, νωχελικά και αβίαστα, στα νερά ενός μικρού, καθαρού ποταμού. Εκείνος ορμητικός και ήρεμος μαζί, η Ανδρομάχη δίπλα του να κυλάει στο ίδιο ρεύμα. Από εκείνο το πρώτο, αθώο κύμα είχε γεννηθεί ο σπόρος. Και τι δέντρο είχε γίνει από τότε! Ένα θαυμαστό, αειθαλές φυτό αγάπης που είχε ριζώσει βαθιά, είχε θεριέψει, είχε απλώσει κλαδιά και άνθη μέσα στα χρόνια, αντέχοντας σε καταιγίδες και ανέμους.
Και είχε δώσει την αμετάκλητη υπόσχεση στον εαυτό του. Ποτέ, με καμία μικρή ή ποταπή πράξη, δεν θα άφηνε το χέρι του να αγγίξει το κλαδί εκείνου του δέντρου για να το κλαδέψει ή να το πληγώσει.
Τα χνάρια της ζωής τους ήταν όλα εκεί, ολοζώντανα, άθικτα από τη φθορά του χρόνου. Κάθε σημάδι, κάθε βλέμμα, κάθε γέλιο και κάθε δάκρυ στα είκοσι τόσα χρόνια της κοινής τους πορείας δεν είχαν χαθεί, περίμεναν υπομονετικά να φωτιστούν από το φεγγαρόφωτο.
Τι γλυκιά μελωδία που είχαν αλήθεια κάποιες αναμνήσεις...
Ένα κύμα από τρυφερή, ασφυκτική νοσταλγία τον έπνιξε για λίγο, κάνοντας την καρδιά του να χτυπήσει πιο δυνατά. Άνοιξε αργά τα μάτια του. Δίπλα του, η Ανδρομάχη καθόταν ήσυχη, νανουρισμένη από τη σιωπή της νύχτας, με το βλέμμα της στραμμένο σ' εκείνον.
Δεν χρειαζόταν να πουν τίποτα. 
Εκείνος άλωσε το χέρι της, το έσφιξε απαλά στην παλάμη του, και το ποτάμι της ζωής τους συνέχισε να κυλάει, αιώνιο, ζεστό και δικό τους.
Καθώς η νύχτα τύλιγε τη βεράντα με τη δροσερή, γαλήνια αγκαλιά της, οι δυο τους έμειναν εκεί, καθισμένοι δίπλα-δίπλα κάτω από την κληματαριά. Ο Αλκιβιάδης, σταθερός και αταλάντευτος σύντροφος, ένιωθε τον χρόνο να κυλά ήρεμα, κουβαλώντας μαζί του όλες τις χαρές και τις λύπες που είχαν μοιραστεί όλα αυτά τα χρόνια.
Συνειδητοποίησε πως η ζωή τους δεν είχε ποτέ μπροστά της λαβυρίνθους με αμέτρητους δρόμους και διασταυρώσεις για πολλές, τυχαίες επιλογές. Η δική τους διαδρομή ήταν μία και μοναδική, εκείνος ο μοναδικός, ανηφορικός αλλά υπέροχος δρόμος που οδηγούσε σταθερά στα ασφαλή, ζεστά λημέρια της οικογένειάς τους, στο δικό τους αληθινό καταφύγιο.
Και μπορεί το ερωτικό πάθος να είχε αλλάξει μορφή, να μην είχε πια την τυφλή, ορμητική έκρηξη της πρώτης νιότης, όμως ήξερε καλά πως δεν είχε χαθεί. Μπορούσε να αναβιώσει ξανά και ξανά, κάθε φορά που η εμπιστοσύνη και η βαθιά οικειότητα άνοιγαν την πόρτα. Γιατί κατάλαβε το μεγαλύτερο μυστικό της αγάπης τους: δεν ήταν η ίδια η σεξουαλική επιθυμία που τροφοδοτούσε το ερωτικό συναίσθημα, αλλά ακριβώς το αντίθετο. Ήταν εκείνα τα μικρά, καθημερινά, τρυφερά συναισθήματα, ένα βλέμμα, ένα άγγιγμα, η σιωπηλή παρουσία του ενός δίπλα στον άλλον, που ξύπναγαν ξανά και ξανά τη φλόγα και την επιθυμία, κάνοντας τον κύκλο της ζωής τους να μοιάζει με ένα αέναο, γλυκό ταξίδι.
Έτσι, το τραπέζι στη βεράντα, κάτω από την πυκνή σκιά της κληματαριάς και τις βουκαμβίλιες, άλλαξε αμέσως όψη. Δεν υπήρχε πια χώρος για λύπη, ούτε για τη γλυκόπικρη θλίψη του αποχαιρετισμού. Ήταν ένα τραπέζι γιορτής, γεμάτο φως, γέλια και αληθινή ευτυχία, με μοναδικούς πρωταγωνιστές τους δυο τους.
Απόψε γιόρταζαν δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια κοινής πορείας και συμβίωσης. Δεκαπέντε χρόνια γεμάτα αναμνήσεις, δοκιμασίες, κρυφές φαντασιώσεις και αδιάσπαστη αφοσίωση. Η χαρά τους ήταν τόσο αυθεντική και βαθιά που τα πρόσωπά τους πραγματικά έλαμπαν μέσα στη γλυκιά ατμόσφαιρα της νύχτας.
Η ευτυχία δεν ήταν πια μια μακρινή ιδέα ή ένα άπιαστο όνειρο· ήταν εκεί, απλωμένη παντού γύρω τους, τους πολιορκούσε στοργικά από κάθε γωνιά. Χτυπούσε την πόρτα της καρδιάς τους με κάθε ανάσα, με το δροσερό αεράκι που έφερνε τη μυρωδιά των πεύκων, με τον ήχο του κρασιού που έπεφτε στα ποτήρια.
«Τι μεγάλη χαρά να βλέπω γύρω μου χαρούμενους ανθρώπους...» του είπε η Ανδρομάχη, γέρνοντας ελαφρά προς το μέρος του, με τα μάτια της να λάμπουν ηδονικά και καθαρά κάτω από το θερμό φως των φαναριών.
Ο Αλκιβιάδης την κοίταξε με όλη την αγάπη και τον θαυμασμό που συγκέντρωνε στην ψυχή του όλα αυτά τα χρόνια. Άπλωσε το χέρι του, αγγίζοντας απαλά το δικό της πάνω στο λευκό κεντητό τραπεζομάντιλο.
«Και εγώ, άγγελε μου!» της απάντησε με φωνή ζεστή και γεμάτη σιγουριά. «Κι όταν εμείς είμαστε ευτυχισμένοι, τότε όλος ο κόσμος γύρω μας φέγγει. Όταν εμείς είμαστε καλά, η ευτυχία μας καθρεφτίζεται και στους γύρω μας.»
Σήκωσαν τα ποτήρια τους με το δροσερό Σαββατιανό, σφραγίζοντας όχι μόνο τη δεκαπενταετία που πέρασε, αλλά και κάθε μέρα που απλωνόταν μπροστά τους, έτοιμοι να συνεχίσουν να ζουν το δικό τους, αληθινό παραμύθι.
Καθώς οι ήχοι και τα πάθη της νύχτας ενώθηκαν σε μια μοναδική, αχαλίνωτη έκρηξη, το σαλόνι γέμισε από την παλμό και τη ζεστασιά της δικής τους, αληθινής ζωής. Τα πάντα είχαν καταλαγιάσει στα πιο καθαρά, αιώνια νερά τους.
Ο Αλκιβιάδης την κράτησε σφιχτά στην αγκαλιά του, καθισμένος πια αναπαυτικά στον καναπέ, με την Ανδρομάχη να ανασαίνει βαριά πάνω στο στήθος του, έχοντας τα χέρια της τυλιγμένα γύρω του. Κοιτάζοντας το σκοτεινό, μαγικό δωμάτιο του μυαλού τους, κατάλαβε πως δεν χρειάζονταν πια ούτε φαντασιώσεις, ούτε οπτασίες, ούτε ξένα πρόσωπα. Το παραμύθι τους ήταν εδώ, ζωντανό, αψεγάδιαστο και δικό τους.
«Είσαι η ζωή μου όλη...» της ψιθύρισε στο αφτί, φιλώντας την απαλά στα μαλλιά.
Η Ανδρομάχη έκλεισε τα μάτια, χαμογέλασε και ακούμπησε πιο βαθιά στην αγκαλιά του, έτοιμη να ονειρευτεί την επόμενη μέρα, σταθερά δεμένη στο πλευρό του, για πάντα.
Καθώς οι παλμοί τους καταλάγιαζαν και η ζεστασιά των σωμάτων τους γινόταν ένα με τη σιωπή του σαλονιού, η νύχτα έξω έμοιαζε να έχει σταματήσει την ανάσα της αποκλειστικά γι' αυτούς.
Δεν υπήρχε τίποτα άλλο στον κόσμο πέρα από εκείνη τη στιγμή. Οι λέξεις είχαν στερέψει από καιρό, περιττές και ασήμαντες μπροστά στη δύναμη μιας σιωπής που τα έλεγε όλα. Τα μάτια τους συναντήθηκαν μέσα στο ημίφως, μιλώντας μια γλώσσα αρχέγονη, δική τους, ικανή να γεμίσει κάθε κενό, να απαλύνει κάθε παλιό σημάδι και να φωτίσει κάθε γωνιά της ψυχής τους.
Οι ανάσες τους έγιναν μία, οι χτύποι της καρδιάς τους συντονίστηκαν στον ίδιο, αιώνιο ρυθμό, χαράζοντας κοινές νότες ευτυχίας στον αέρα. Ένιωθαν «ένας»  ακριβώς όπως έκαναν εδώ και δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια.
Ο Αλκιβιάδης την τράβηξε πιο κοντά του, κλείνοντας τα μάτια του, και η Ανδρομάχη χάθηκε στην αγκαλιά του, γνωρίζοντας πως το πιο αληθινό, το πιο μαγικό παραμύθι δεν βρισκόταν σε φανταστικούς κόσμους ούτε σε ξένες οπτασίες, αλλά ακριβώς εκεί: στα χέρια του ανθρώπου της, στη ζεστασιά του σπιτιού τους, στην αιωνιότητα μιας αγάπης που δεν είχε ανάγκη από τίποτα άλλο παρά μόνο από τους δυό τους.
..Σε μια ρουτίνα που δε μιλάνε τα χείλη αλλά τα βλέμματα. Καταργούνται οι λέξεις και απλά της φανερώνει την αγάπη του με πράξεις. Και μαζί ανταμώνουν τ’ όνειρο σ ’έναν κόσμο δικό τους κάτω απ’ την επήρεια εθιστικών αγγιγμάτων, κι αισθήσεων που συγκρούονται κι εκρήγνυται σε ένα ερωτικό παραλήρημα που δίνει ενέργεια στις σεξουαλικές φαντασιώσεις τους.
Τα δάχτυλα και τα χέρια του, της χαρίζουν λυτρωτικά χάδια και χαλαρώνουν κάθε της αντίσταση, κάθε της ενδοιασμό. 
Το μασάζ σε κάθε σημείο του σώματος της την κάνουν να παραδίνεται άνευ όρων και να ξεχνά κάθε «πρέπει», «μη» και «δεν». Μαζί του δεν υπάρχουν «απαγορεύεται» κι «επιτρέπεται» και όλα γίνονται σκόνη που τη φυσάει, κάθε φορά που αφήνει μικρές αναπνοές πάνω στο κορμί της. Κάνει το σώμα της δικό του κι αυτή δοκιμάζει και δοκιμάζεται, παίζει, ταξιδεύει, τρελαίνεται και του προσφέρεται. Κάθε φορά που την κάνει να «τελειώνει», νιώθει να δαμάζεται κι απολαμβάνει δυνατά τον ρόλο της. Τον νιώθει να εισχωρεί στο κορμί της και τον εκλιπαρεί να μη σταματήσει. 
Όταν είναι υπό το καθεστώς της καύλας, δεν κρατά μεζούρες. Μόνο παρακαλά αυτός ο «τύραννος» να συνεχίσει να τη βασανίζει. Μόνη της λύτρωση η ένωσή τους και αυτό που θα κάνει όλες τους τις αισθήσεις να χτυπήσουν συναγερμό και να φτάσει το μυαλό τους στο «κόκκινο». Λόγια, κραυγές, μουγκρητά.
Ιδρώτας, αναστεναγμοί που μπερδεύονται με τους χτύπους της καρδιάς τους μέσα στη νύχτα.
Όλα γίνονται ένας χείμαρρος χωρίς επιστροφή. Το σαλόνι μεταμορφώνεται στον δικό τους, απόλυτο ναό, όπου οι κανόνες του έξω κόσμου, τα στερεότυπα και τα κοινωνικά ταμπού διαλύονται ακαριαία, σαν λεπτή σκόνη στον αέρα.
Τα δάχτυλα του γλιστρούν με σιγουριά πάνω στο καυτό της δέρμα, διαγράφοντας διαδρομές που η Ανδρομάχη γνωρίζει, λαχταρά και παραδίδεται σε αυτές χωρίς καμία αντίσταση. Κάθε άγγιγμα, κάθε πίεση των χεριών του, κάθε ζεστή αναπνοή που αφήνει στα ευαίσθητα σημεία του κορμιού της, σπάει και ένα ακόμα οχυρό.
Δεν υπάρχουν πια μέτρα, ζυγίσματα ή «πρέπει». Υπάρχει μόνο η απόλυτη, αχαλίνωτη επιθυμία δύο ανθρώπων που ξέρουν να χάνονται ο ένας μέσα στον άλλον και να ξαναγεννιούνται.
Εκείνος γίνεσαι ο «τύραννος» που με κάθε του κίνηση, με κάθε βαθιά, ηδονική εισχώρηση, οδηγεί το μυαλό της στο «κόκκινο». Κι εκείνη, τεντωμένη, παραδομένη, με τα νύχια της γαντζωμένα στην πλάτη του, εκλιπαρεί για περισσότερο, απολαμβάνοντας κάθε στιγμή αυτής της λυτρωτικής υποταγής στο πάθος τους.
Οι κραυγές της γίνονται η δική του επιβεβαίωση, τα μουγκρητά του η δική της δικαίωση.
Η ένωση τους είναι η απόλυτη λύτρωση , μια έκρηξη αισθήσεων που χτυπά συναγερμό σε κάθε κύτταρο του σώματος τους.
 Μέσα σε αυτό το ερωτικό παραλήρημα, ο Αλκιβιάδης και η Ανδρομάχη φτάνουν μαζί στην κορύφωση, εκεί όπου ο χρόνος σταματά τελείως και μένει μόνο η αιώνια, αδιάσπαστη αλήθεια της αγάπης και του πάθους τους.
..Ξάπλωσε δίπλα της άνοιξε τα καυτά χείλη του αιδοίου της, και άρχισε απαλά να γλείφει το θάμνο γύρω του. Η Ανδρομάχη αρχίζει να αναδεύεται ανήσυχα, αρχίζει να βογκά και να αναστενάζει γεμάτη λαγνεία. Αμέσως μετά η γλώσσα του βυθίζεται και το κορμί της σφαδάζει φρενιασμένα. Όσο τη ρουφάει και τη πηδάει με τη γλώσσα του, νιώθει ηδονικό σκίρτημα παντού, σε όλο της το κορμί, δεν μπορεί να αντισταθεί στο κάλεσμά του, τύλιξε τα πόδια της στο λαιμό του και τον κράτησε εκεί.
Της αρέσει αυτή η στάση. Δεν δέχονται όλες οι γυναίκες να πέσει ένας οποιοσδήποτε άντρας ανάμεσα στα σκέλια τους,  πρέπει πρώτα να τις κερδίσει για να του δώσουν το σινιάλο. Με τη γλώσσα του διαχώρισε τα δυο χείλη και όταν τ' άνοιξε πια ήταν υγρά και έτριψε τη γλώσσα του πάνω κάτω ανάμεσα στα στρώματα της ευαίσθητης της σάρκας, πέρασε τα χέρια του κάτω απ' τα γόνατα της, έπιασε τους γοφούς της και τη κοιλιά της με της παλάμες του, την χάιδεψε και της άνοιξε τα πόδια. 
Όλα γίνονται απαλά, με ευγένεια, είναι μια προσευχή που θέλει την ώρα της.
Τον ικανοποιεί βαθιά το να φέρνει τη σύντροφο του σε σπασμούς έκστασης με τα φιλιά του.
Το πιστεύει βαθιά ότι μεταξύ δύο συντρόφων δεν υπάρχει καμία διαφθορά, ενοχή ή ντροπή, γιατί η σαρκική ανισότητα παύει να υπάρχει στο κρεβάτι. Υπάρχει μόνο η υπόσχεση της ευχαρίστησης και η εκπλήρωση των αμοιβαίων επιθυμιών.
Η θέα των χειλιών του αιδοίου και των αστραφτερών ρόδινων πτυχών έστειλαν όλο το αίμα από το σώμα του να ξεχυθεί σαν χείμαρρος στο πέος του. 
Εκείνη βόγκηξε απελπισμένα. «Σε παρακαλώ» είπε λαχανιασμένα, τον ικέτεψε να βάλει ένα τέλος στα ηδονικά βασανιστήρια που της έκανε με τη γλώσσα του.
Καθώς εκείνος ξεκίνησε να κινείται με αργές ωθήσεις, εκείνη ανασηκώθηκε για να τον συναντήσει, άρχισε να κινείται ρυθμικά μέσα της σ’ ένα ξέφρενο οργασμό που δεν μπορούσε να τον συγκρατήσει, οι απότομοι σπασμοί του ξύπνησαν μέσα της κύματα, σαν φλόγες, αστραφτερές που έκαναν τα σωθικά της να λιώνουν. Είναι σαν να διαδέχονται το ένα το άλλο, πολλά κύματα ευχαρίστησης. 
Σχεδόν σαν πυροτεχνήματα, όπου υπάρχει μια έκρηξη και μετά έρχεται μια άλλη, λίγο μετά μια ακόμα και είναι όλες υπέροχες.. Η απελευθέρωση του ήρθε καυτή, ο σφυγμός του σφυροκοπούσε στα αυτιά του και ούτε που κατάλαβε τις άναρθρες κραυγές της σαν πληγωμένο θηλυκό ζώο που δεν έβγαζαν κανένα νόημα, καθώς άλλος ένας οργασμός που την κυρίευσε της εξουθένωσε σώμα και ψυχή. Έμεινε να βαριανασαίνει με κλειστά μάτια για καμπόση ώρα και μετά τον έβγαλε απότομα από μέσα της, καθώς συνερχόταν σιγά σιγά.
Καθώς ο τελευταίος απόηχος από το ξέφρενο παραλήρημα της ηδονής έσβησε απαλά μες στη σιωπή του δωματίου, η ανάσα τους άρχισε σιγά-σιγά να βρίσκει και πάλι τον κανονικό της ρυθμό.
Ο Αλκιβιάδης γύρισε και ξάπλωσε ανάσκελα δίπλα της, νιώθοντας τους μυς του χαλαρούς, το σώμα του κατάκοπο αλλά την ψυχή του ανάλαφρη και απόλυτα γαλήνια. 
Η ζεστασιά της Ανδρομάχης ακουμπούσε πάνω του, μια αίσθηση οικειότητας και ασφάλειας που ούτε ο χρόνος ούτε οι πιο τρελές φαντασιώσεις μπόρεσαν ποτέ να αγγίξουν.
Έσκυψε ελαφρά προς το μέρος της, έδιωξε με απαλή κίνηση μια τούφα ιδρωμένων μαλλιών από το μέτωπο της και της ψιθύρισε σχεδόν αθόρυβα στο αυτί, σαν μυστικό που μόνο οι δυο τους 
γνώριζαν.
 «Η χημεία μας... η μαγεία μας... δεν χάνονται ποτέ, μωρό μου. Είναι εκείνη η όαση που μας περιμένει 
πάντα, όπου κι αν βρισκόμαστε. Αρκεί να κλείνουμε τα μάτια και να παρασυρόμαστε... μέχρι να μας βρει το ξημέρωμα αγκαλιά.»
Η Ανδρομάχη γύρισε το κεφάλι της, ακούμπησε το ζεστό της μάγουλο στο στήθος του και χαμογέλασε με τα μάτια κλειστά.
Η νύχτα συνέχισε να κυλάει αργά, τυλίγοντας τους με τα μαλακά, αόρατα σεντόνια της, αφήνοντας τους να κοιμηθούν επιτέλους ήσυχοι, ενωμένοι, στο τέλος ενός ταξιδιού που δεν είχε πια τίποτα να αποδείξει και κανέναν άλλο φόβο να αντιμετωπίσει. Μόνο το αύριο, που ξημέρωνε αποκλειστικά δικό τους.
Η εικόνα τους μέσα στη σιωπή του δωματίου ήταν η απόλυτη αποθέωση της αρμονίας. Ο Αλκιβιάδης, κουλουριασμένος πίσω της σαν χαδιάρης γάτος, ένιωθε την κάθε καμπύλη του σώματος της να θηλυκώνει τέλεια με το δικό του. Το μυώδες στομάχι του στην καμάρα της πλάτης της, οι μηροί του στην κοιλότητα των λυγισμένων ποδιών της, και τα μακριά, μυώδη μπράτσα του τυλιγμένα γύρω της σαν προστατευτικό καταφύγιο.
Καθώς το απαλό λίκνισμα της αναπνοής του την νανούριζε και η Ανδρομάχη αποκοιμιόταν πρώτη, η σκέψη του ταξίδευε στη δική της μοναδική φύση.
Θυμήθηκε τη σταθερή της υπενθύμιση, πως όταν κοιμούνται μαζί, μπορεί να αφήνει το πνεύμα του στα χέρια της με απόλυτη ασφάλεια, γιατί δεν πρόκειται να βγει ποτέ από τα δίχτυα της. Κι εκείνος, άλλωστε, ποτέ δεν θέλησε να ξεφύγει. Πώς θα μπορούσε να δραπετεύσει από την ισόβια σύντροφο του, που συνέχιζε να τον σαγηνεύει με την άδολη χάρη της και τον φυσικό, αυθεντικό αισθησιασμό της.
Πίσω από τη φαινομενική της ευθραυστότητα έκρυβε μια τεράστια, ακατάβλητη δύναμη επιβίωσης, μια δύναμη ικανή να προσφέρει απόλυτη ασφάλεια και προστασία στη σχέση τους, στα παιδιά τους, σε  ολόκληρη την οικογένεια τους. 
Ήξερε καλά πως η Ανδρομάχη δεν θα δείλιαζε ποτέ, δεν θα έκανε πίσω ούτε σπιθαμή για εκείνους που αγαπούσε, αν χρειαζόταν, θα γύριζε τον κόσμο ανάποδα για το χατίρι τους. 
Αυτή η μία και μοναδική γυναίκα ήταν το απάνεμο λιμάνι τους. Ο κυματοθραύστης στις καταιγίδες της ζωής και ο σηματοφόρος της χαράς τους. 
Η παρουσία της μέσα στο σπίτι έπεφτε πάντα σαν τη σταγόνα του λαδιού στο ταραγμένο νερό, μια σταγόνα που απλώνεται αθόρυβα, απαλύνει τις γωνίες και γαληνεύει ολόκληρη την υδάτινη επιφάνεια.
Με ένα ελαφρύ, σχεδόν ανεπαίσθητο φιλί στον αυχένα της, ο Αλκιβιάδης έκλεισε κι εκείνος τα μάτια του, αφήνοντας την ψυχή του να αναπαυθεί στην πιο γλυκιά, αιώνια βεβαιότητα της ζωής του.
Είναι σημαντικό γι αυτόν, γιατί την αγάπησε τελικά από μέσα προς τα έξω, όχι για τις εικόνες ή τα φευγαλέα φαντάσματα, αλλά για την ίδια την ουσία της. Έμαθε πως δεν χρειάζεται να κυνηγά σκιές στον ορίζοντα ούτε να ψάχνει κάτι καλύτερο από αυτό που ήδη κρατά στα χέρια του, γιατί η ίδια η κοινή τους ζωή είναι το πιο πλούσιο, το πιο αληθινό δώρο.
Μαζί, χέρι-χέρι, έμαθαν να πορεύονται με τις συμφωνίες και τις διαφωνίες τους, να μοιράζονται και τις λιακάδες και τις μπόρες, στεκάμενοι πάντα δίπλα ο ένας στον άλλο και ποτέ απέναντι.
Και τι πιο ταιριαστό επίλογο για μια τέτοια πορεία; Μια σχέση που, όπως ακριβώς και τα τραπέζια που έστηναν με μεράκι κάτω από την κληματαριά, ξέρει να τη μαγειρεύει με αγάπη, αλλά και ξέρει να 
την τρώει, απολαμβάνοντας κάθε της μπουκιά, κάθε της γεύση, από την πιο γλυκιά μέχρι την πιο αλμυρή, μέχρι το τέλος.
Και με αυτά τα λόγια, βαρυσήμαντα και κομμένα από την αλμύρα της εμπειρίας και τη σοφία της ανοιχτής θάλασσας, ο παλιόφιλος ο καπετάνιος άφησε την τελευταία του παρακαταθήκη πριν ανοίξει πανιά για ταξίδια μακρινά.
Ήταν μια κουβέντα σταράτη, από εκείνες που δεν αφήνουν περιθώρια για παρερμηνείες. Ο καπετάνιος, αφού πρώτα του είχε βάλει φωτιά στα λογικά με τις αναλύσεις και τα σενάρια του, έτρεχε τώρα να σβήσει τη σπίθα πριν γίνει πυρκαγιά, θυμίζοντάς του την πιο απλή, αγνή αλήθεια. Η ευτυχία στο σπίτι δεν χτίζεται με φόβους και καχυποψίες, αλλά με έργα.
«Αν μία γυναίκα περνάει καλά, δεν κάνει σχέδια παρά μόνο για τον άντρα στον οποίο οφείλει την ευτυχία της...»  
Μια φράση που ηχούσε σαν άγκυρα ασφαλείας μέσα στο κεφάλι του Αλκιβιάδη. Και βέβαια, η ιστορία επαναλαμβάνεται πάντα για εκείνους που ξέρουν να διαβάζουν τα σημάδια. Στο τέλος, η Πηνελόπη πάντα με τον Οδυσσέα μένει, αρκεί ο Οδυσσέας να είναι εκεί, άξιος και παρών, να την κρατάει ζωντανή στην καρδιά και στο μυαλό του.
Η μαγκιά δεν είναι να κρατάς το σπίτι με αλυσίδες, αλλά να γίνεσαι εσύ ο ίδιος ο προορισμός της, έτσι που ο «δαίμονας» να μην βρίσκει ούτε χαραμάδα να τρυπώσει. Και πάνω απ' όλα, η μεγάλη αλήθεια για το σεξ και τον πόθο, τίποτα δεν επιβάλλεται, τίποτα δεν εκβιάζεται. 
Το πάθος είναι ιεροτελεστία, είναι η λαχτάρα να θες τη γυναίκα σου ολόκληρη, μυαλό και κορμί. Και τελικά, όπως ήξερε καλά ο καπετάνιος, το κλειδί το κρατάει εκείνη. Εκείνη ξέρει πώς να παίζει με τα 
κουμπιά του άντρα, πώς να τον φέρνει από την άκρη του κόσμου και πώς να τον λυγίζει με ένα της βλέμμα.
Καθώς τα βήματα του καπετάνιου χάνονταν στον δρόμο της επιστροφής, ο Αλκιβιάδης κοίταξε πίσω του, στο σπίτι, στη βεράντα με την κληματαριά και, πάνω απ' όλα, στην Ανδρομάχη του που κοιμόταν ήσυχη, τυλιγμένη στην αγκαλιά του.
Όλες οι φαντασιώσεις, οι φόβοι και οι αναλύσεις είχαν διαλυθεί. Είχε πάρει το μάθημά του. Στην αγάπη, όπως και στη  θάλασσα, δεν μετράει πόσο δυνατή είναι η φουρτούνα, αλλά πόσο καλά κρατάει το σκαρί. Και το δικό τους σκαρί, μετά από δεκαπέντε χρόνια, ήταν φτιαγμένο για να αντέχει σε όλους τους ανέμους.
...........................Η Αλκιβιάδης σκέφτηκε το απόφθεγμα του Μπερνς με ένα χαμόγελο που φώτισε το πρόσωπό του, ένα χαμόγελο που έκρυβε μια ολόκληρη φιλοσοφία ζωής, αναγνωρίζοντας την αλήθεια σε αυτά τα λόγια. «Ο Μπερνς είχε δίκιο,» σκέφτηκε. 
«Εκείνη η εποχή που λέει... τότε που το σεξ ήταν «βρώμικο», ήταν και η εποχή που είχε την πιο αληθινή του δύναμη. Ήταν απαγορευμένο, ήταν σκοτεινό, ήταν κάτι που έκαιγε πίσω από κλειστές πόρτες. Και τώρα; Τώρα το έχουμε εξορθολογίσει, το έχουμε κάνει «υγιεινό», το έχουμε αναλύσει μέχρι θανάτου. Το έχουμε κάνει να μοιάζει με διατροφική συμβουλή.»
Στράφηκε το βλέμμα του στην Ανδρομάχη! «Είναι έτοιμη άραγε να τολμήσουμε να λερώσουμε ξανά το σεξ με την αλήθεια της επιθυμίας μας;» αναρωτήθηκε..
Μια βαθιά, σχεδόν ανατρεπτική σκέψη που έρχεται να ταράξει τα νερά της σύγχρονης «αποστειρωμένης» πραγματικότητας.
Ο Αλκιβιάδης, χαμογελώντας στη σιωπή της νύχτας, συνειδητοποιεί πόσο δίκιο είχε ο George Burns. Σήμερα, έχουμε φροντίσει να τοποθετήσουμε τον έρωτα και τη σαρκική επαφή κάτω από το φως ενός υπερβολικού εξορθολογισμού. Το έχουμε κάνει ασφαλές, καθωσπρέπει, προβλέψιμο, σχεδόν γραφειοκρατικό. Το ντύσαμε με τα καλά του ρούχα, το μετρήσαμε, το αναλύσαμε σε άρθρα και εγχειρίδια, του αφαιρέσαμε το μυστήριο, την άγρια ομορφιά του κινδύνου και τη σπίθα της παράβασης.
Αλλά η αληθινή, η βαθιά επιθυμία δεν χωράει σε αποστειρωμένα κουτάκια. 
Ζει στις σκιές, τρέφεται από την ένταση, καίει πίσω από κλειστές πόρτες και δεν φοβάται να λερώσει τα χέρια της.
Στρεφόμενος προς την Ανδρομάχη, ο Αλκιβιάδης θέτει το πιο τολμηρό, το πιο απολαυστικό ερώτημα. Είναι έτοιμοι να αφήσουν πίσω τους τους τύπους και να ξαναλερώσουν το σεξ με την ωμή, ακατέργαστη αλήθεια της επιθυμίας τους;
Μετά από δεκαπέντε χρόνια κοινής πορείας, η απάντηση δεν βρίσκεται στα λόγια, αλλά στα κορμιά τους που ξέρουν να μιλούν τη γλώσσα της φωτιάς, έτοιμα να ξαναζωντανέψουν εκείνο το σκοτεινό, μεθυστικό πάθος που δεν χρειάζεται άδεια από κανέναν για να υπάρξει.
.......Ο Αλκιβιάδης διαβάζει στις σκέψεις του έναν καθρέφτη της ίδιας του της ζωής. Γιατί κατάλαβε από πρώτο χέρι αυτό που οι πολλοί αρνούνται να παραδεχτούν. Ο ιδανικός σύντροφος δεν είναι εκείνος που ταιριάζει σε όλα, αλλά εκείνος που αντέχει το μέγεθος σου.
Σε μια εποχή που οι άνθρωποι ψάχνουν απεγνωσμένα έναν τέλειο «καθρέφτη» μια προέκταση του 
εαυτού τους χωρίς γωνίες, χωρίς τριβές και χωρίς χαρές ή φουρτούνες, καταλήγουν να χτίζουν αποστειρωμένες συμβάσεις. Σχέσεις-εταιρείες, βασισμένες σε λογιστικά φύλλα, σε ρόλους και σε άτυπα συμβόλαια που διαλύονται με την πρώτη ρωγμή. Όταν η επιφάνεια ζορίζει, η «σύμβαση» καταγγέλλεται.
Αλλά ο Αλκιβιάδης και η Ανδρομάχη δεν έφτιαξαν ποτέ σύμβαση. Έφτιαξαν έναν ζωντανό οργανισμό.
Ο «ιδανικός» σύντροφος δεν ήρθε για να του χαϊδέψει τα αυτιά ούτε για να κρύψει τις σκιές του. Είναι εκείνος που δεν τρομάζει ούτε όταν η γυναίκα του γίνεται «σκέτη σάρκα» και φωτιά, ούτε όταν αναζητά την πιο βαθιά, υπαρξιακή λύτρωση. Είναι εκείνος που ξέρει να διαχειρίζεται τις σπίθες χωρίς να καίγεται, ή ακόμα καλύτερα, που καίγεται μαζί σου.
Και πάνω από όλα, η πιο ώριμη συνειδητοποίηση, η αναζήτηση του «τέλειους άλλου» δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια βολική δικαιολογία. Ένας τρόπος για να κρυφτούμε από την ευθύνη του να σταθούμε εμείς οι ίδιοι ολόκληροι, ακατέργαστοι και αληθινοί απέναντι στον άλλον.
Κοιτάζοντας την Ανδρομάχη να κοιμάται ήσυχη δίπλα του, ο Αλκιβιάδης ξέρει καλά πως δεν βρήκε κάποιο πλαστικό, αψεγάδιαστο πρότυπο από τα περιοδικά. Βρήκε την ψυχή που άντεξε τις καταιγίδες του, που μοιράστηκε τον χώρο του χωρίς να τον πνίγει, και που έκανε τη ζωή τους όχι μια κοινότυπη συμφωνία, αλλά ένα αληθινό, ασυμβίβαστο ταξίδι.



0 comments:

Δημοσίευση σχολίου

 
Web Informer Button