ADS

click to open

Τρίτη 3 Νοεμβρίου 2026

The Parishioners And the Shadow

..Ένα μικρό απόσπασμα από την «Ερωτική Μυθοπλασία: Ι..»
«Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας του συγγραφέα. Τα ονόματα, οι χαρακτήρες, οι τοποθεσίες .... Βλέπε Μυθοπλασία Ι: (Part:1)
Ερωτική Μυθοπλασία Ι (Part..1).....
.Ταυτόχρονα στο κάδρο με τις φαντασιώσεις του εισβάλλουν και πραγματικές καθημερινές εικόνες με κουτσομπολιά που βρίσκουν εύφορο έδαφος να ανθίσουν και περιφέρονται στον περίγυρο της γειτονιάς από τις δυο ανέραστες γειτόνισσες τους που ασχολούνται με τα δρώμενα της ενορίας, και του ενισχύουν τις υποψίες του. Η Μαγδαληνή η σταφιδωμένη στεγνή επίτροπος που αν και το παίζει αγία κι εγώ-δεν-ξέρω-τίποτα-στ' ορκίζομαι, στην πραγματικότητα είναι και η πρώτη κουτσομπόλα και μανούλα στο να βάζει φιτίλι στον περίγυρο της. Η Μαγδαληνή δεν είναι απλώς μια επίτροπος, είναι το «ραντάρ» της ηθικής της ενορίας, που, σαν την ίδια την αμαρτία, μεταμφιέζεται σε αρετή. Η Μαγδαληνή, με τη «σταφιδωμένη» της όψη, αποτελεί το τέλειο αντίβαρο στην Ανδρομάχη. Εκεί που η Ανδρομάχη εκπέμπει γονιμότητα, πόθο και την αναταραχή της αμαρτίας, η Μαγδαληνή εκπέμπει την ξηρότητα της ανεκπλήρωτης ζωής. 
Οι γειτόνισσες δεν λένε την αλήθεια, λένε αυτό που υποψιάζονται ότι συμβαίνει. Και οι υποψίες τους, όσο «κουτσομπολίστικες» κι αν είναι, τροφοδοτούν το μυαλό του Αλκιβιάδη με λεπτομέρειες που ίσως ο ίδιος δεν είχε σκεφτεί: «Γιατί αργεί ο πάτερ στο γραφείο;», «Γιατί η Ανδρομάχη φοράει τόσο στενά ρούχα στις αγρυπνίες;», «Μήπως η πίστη τους είναι πιο σαρκική απ' όσο πρέπει;». Το «φιτίλι» που βάζει η επίτροπος δεν στοχεύει μόνο στην Ανδρομάχη, στοχεύει στην ίδια την υπόσταση του Αλκιβιάδη ως συζύγου. Η γειτονιά αρχίζει να βλέπει, και ο Αλκιβιάδης ξέρει ότι οι «σταφιδωμένες» γυναίκες έχουν πιο κοφτερά μάτια από τους πάντες. 
«Αλκιβιάδη», του ψιθυρίζει η σκιά, «οι γειτόνισσες είναι οι μάρτυρες της πτώσης σας. Δεν χρειάζεται να τους δείξεις τίποτα, η μυρωδιά της αμαρτίας είναι πιο έντονη από κάθε λιβάνι. Η Μαγδαληνή δεν σε ενημερώνει για το τι συμβαίνει, σου επιβεβαιώνει ότι όλοι βλέπουν αυτό που εσύ προσπαθείς να κρύψεις πίσω από τη φιλία και τον εθελοντισμό. 
Και η άλλη η Καλλιόπη η γειτονισσα τους, σύζυγος του Ανάσταση του οικοδόμου που τους έκτισε το σπίτι, μια ψιλή στεγνή σέξι τριανταπεντάρα γυναίκα που διατηρεί άριστες φιλικές σχέσεις με την Ανδρομάχη και ταυτόχρονα είναι εξόχως ομιλητική και διαχυτική, με τον Αλκιβιάδη μεταδίδοντας του με διαχυτικό τρόπο ότι τον γουστάρει και χωρίς δεσμεύσεις, χωρίς προσδοκίες και χωρίς απογοητεύσεις είναι πρόθυμη να πέσει στα σεντόνια μαζί του. Ναι, είναι πολύ πρόθυμη για ένα γρήγορο κύλισμα στα σεντόνια ενός ξενοδοχείου για να γαμηθεί μαζί του με εχεμύθεια και να περάσουν καλά!
Η κατάσταση έχει μετατραπεί σε ένα πυκνό δίχτυ από σάρκα, φήμες και υπόγειες επιθυμίες. Η τακτική της Μαγδαληνής είναι κλασική. Η προβολή της «καλοσύνης» ως όπλο καταστροφής. Το «δεν ήθελα να σας τα πω» είναι η σφραγίδα της πιο δηλητηριώδους υποκρισίας. Η εκδικητική της ικανοποίηση πηγάζει από τον φθόνο, δεν μπορεί να ανεχθεί την ομορφιά και την «ελευθερία» της Ανδρομάχης, γι' αυτό και μετατρέπει την Ανδρομάχη σε «πόρνη» του παπά στα στόματα όλης της ενορίας. Για εκείνη, το «φιτίλι» δεν είναι απλώς πληροφορία, είναι η τιμωρία που επιβάλλει σε μια γυναίκα που τόλμησε να ξεφύγει από τα στενά πλαίσια της κοινωνικής «αγιοσύνης». 
Στον αντίποδα της Μαγδαληνής, η Καλλιόπη εμφανίζεται ως η ωμή, σαρκική λύση. Ενώ η Ανδρομάχη βυθίζεται στο «μυστήριο» του παπά, η Καλλιόπη προτείνει στον Αλκιβιάδη κάτι εντελώς αντίθετο, την απόλυτη διαφάνεια του «γρήγορου κυλίσματος». Χωρίς δεσμεύσεις, χωρίς το βάρος της εξομολόγησης, χωρίς τις «αγρυπνίες». Η παρουσία της Καλλιόπης είναι μια πρόκληση για τον ίδιο τον Αλκιβιάδη. Του προσφέρει μια διέξοδο. Η πρότασή της για το ξενοδοχείο είναι μια συμφωνία «ανταλλαγής»: σώμα με σώμα, χωρίς συναισθηματικό κόστος.
«Αλκιβιάδη», του ψιθυρίζει η σκιά, «είσαι πλέον κυκλωμένος από τη δική σου επιθυμία. Από τη μία, η γυναίκα σου στην αγκαλιά του ιερέα, και από την άλλη, η Καλλιόπη που σου ζητά να ξεχάσεις την Ανδρομάχη στα σεντόνια ενός ξενοδοχείου, χρησιμοποιώντας το ίδιο το σώμα της για να σε αποσπάσει.  Περιμένει το νεύμα σου για να ξεκινήσει τη δική της «αγρυπνία» μαζί σου, μακριά από τα φώτα της εκκλησίας. 
Η επίτροπος της εκκλησίας η Μαγδαληνή, δεν χάνει ευκαιρία, τη συχνή επαφή της Ανδρομάχης με τον ιερέα τους την σχολιάσει πολλάκις και ποικιλοτρόπως.
«Εσύ που τα έχεις καλά με τον ιερέα ποτέ θα...... Εσύ που τον βλέπεις τόσο τακτικά ξέρεις αν έχει ελεύθερο χρόνο για.... να.......» Την ρωτάνε δήθεν, για να μάθουν τα ήδη οικεία και γνωστά.
Όπως ήταν φυσικό, και η δράση της στα εκκλησιαστικά δρώμενα δεν έμενε ασχολίαστη ακόμη και με ειρωνεία από τις ίδιες σιτεμένες ενορίτισσες.
Η Μαγδαληνή χρησιμοποιεί την «αθωότητα» των ερωτήσεων «δεν ήθελα να σας τα πω» για να δηλητηριάσει την ατμόσφαιρα. Όταν ρωτάει για τον «ελεύθερο χρόνο» του ιερέα, δεν θέλει να μάθει το πρόγραμμα, θέλει να επιβάλει στην Ανδρομάχη τη συνειδητοποίηση ότι όλοι ξέρουν. Θέλει να την κάνει να νιώσει την πίεση του βλέμματος της γειτονιάς. Η ειρωνεία τους για τη δράση της στα εκκλησιαστικά δρώμενα είναι η εκδίκησή τους. Αφού η Ανδρομάχη «παίρνει» τον ιερέα, εκείνες θα της πάρουν την αξιοπρέπεια. Και το κυριότερο, οι ενοχλητικές, αδιάκριτες και περίεργες ερωτήσεις που δεχόταν.
«Χρυσή μου! Ευκαιρία τώρα που βρεθήκαμε. Έχεις το τηλέφωνο του ιερέα, για να τον ρωτήσουμε πότε έχει πρόγραμμα που εξομολογεί;» . Ροδάνι οι γλώσσες τους με χαμηλόφωνα προς το παρόν δηλητηριώδη κουτσομπολιά, που εκφράζουν φρικτές υποψίες.
«Τα έμαθες καλή μου γειτόνισσα,» λέει η Μαγδαληνή «τι παίζεται με τον ιερέα μας και με τη λεγάμενη την φίλη μας; Το περίμενες να ψάχνεται μέσα στην εκκλησία Θεέ μου συγχώρα με, για να πιάσει γκόμενο τον παπά;» θα της πει της φιλενάδας γειτόνισσας της σε ρόλο καταδότη. Η Μαγδαληνή έχει γίνει η αυτοδιορισμένη εισαγγελέας της γειτονιάς, και το «τηλέφωνο του ιερέα» είναι απλώς η πρόφαση για να διεισδύσει στην ιδιωτική ζωή της Ανδρομάχης.
 Η Ανδρομάχη έχει γίνει ο «αποδιοπομπαίος τράγος». Δεν την κατηγορούν επειδή έκανε κάτι κακό, αλλά επειδή έκανε κάτι που εκείνες δεν τόλμησαν. Η «αμαρτία» της Ανδρομάχης είναι η δική τους απωθημένη επιθυμία. 
«Όχι δεν έμαθα κάτι για λεγε εσύ τι ξέρεις.»
«Δεν ήθελα μωρέ να μπω σε ξένα χωράφια και να νομίσεις ότι βάζω φιτιλιές στην ενορία μας, αλλά η κυρία και ο λεγάμενος συναντιούνται τακτικά και ύποπτα εντός και εκτός εκκλησίας.»
«Μη μου πεις ότι έχουν σχέση; Είσαι απόλυτα σίγουρη ότι οι υποψίες σου έχουν βάση; Η Ανδρομάχη είναι κυρία σοβαρή και της εκκλησίας, εντάξει εδώ που τα λέμε μεταξύ μας η τσαπερδόνα τον κουνάει λίγο τον πισινό της και γνωρίζει ότι ανάβει φωτιές στους άνδρες αλλά μέχρι σήμερα δεν έχει δώσει ιδιαίτερα δικαιώματα για κακόβουλα σχόλια. Απεναντίας δείχνουν ωραίο και ταιριαστό ζευγάρι ο Αλκιβιαδης και η Ανδρομάχη και στα μάτια της γειτονιάς είναι ιδανική σύζυγος και μητέρα.»
Η γειτόνισσα που ρωτάει αν είναι «σίγουρη» προσπαθεί να κρατηθεί από την παλιά εικόνα της Ανδρομάχης «κυρία σοβαρή», «ιδανική σύζυγος». Είναι η άμυνα της κοινωνίας απέναντι στο σκάνδαλο, όσο η Ανδρομάχη είναι «ιδανική», ο κόσμος τους παραμένει ασφαλής. Μόλις όμως η «τσαπερδόνα» όπως λένε χαρακτηριστικά γίνει «η γκόμενα του παπά», ο κόσμος τους ανατρέπεται.
 Η Μαγδαληνή χρησιμοποιεί την «κουνημένη» κίνηση των γοφών της Ανδρομάχης ως το τεκμήριο της ενοχής της. Στα μάτια αυτών των γυναικών, μια γυναίκα που είναι όμορφη και ζωντανή είναι εκ προοιμίου ένοχη, ειδικά αν τολμά να αναστατώνει τον κόσμο των ανδρών. 
Ο Αλκιβιάδης και η Ανδρομάχη θεωρούνταν «ταιριαστό ζευγάρι» μια βιτρίνα που η Μαγδαληνή τώρα απολαμβάνει να σπάσει. Η «υποψία» που φυτεύει η Μαγδαληνή δεν αφορά απλώς μια απιστία, αφορά την αποκαθήλωση. Θέλουν να δουν την Ανδρομάχη να πέφτει από το βάθρο της, θέλουν να δουν την «ιδανική μητέρα» να γίνεται η «αμαρτωλή της ενορίας». 
«Ακούς τις φωνές τους, Αλκιβιάδη;», ψιθυρίζει η σκιά. «Είναι ο θόρυβος της κοινωνίας που τρώει τα σωθικά της. Η Μαγδαληνή δεν σε ενημερώνει για μια αλήθεια, σε προετοιμάζει για μια εκτέλεση.»
«Με δουλεύεις ρε Καλλιόπη; Μόνο λίγο τον κουνάει τον πισινό της η λεγάμενη; Η κυρία απ' την αρχή ήταν φως φανάρι πως όταν ανέλαβε ο καινούργιος ιερεας του άναψε φωτιές και ψαχνόταν για κάποια πρόσκαιρη αλλαγή στο ερωτικό μενού της μαζί του! Επόμενο ήταν αργά η γρήγορα, δεν θα αργούσε να αποκαλυφθεί η άπιστη πλευρά του εαυτού της. Αααχ, ματάκια μου έτσι είναι αυτές οι δήθεν σοβαρές κυρίες, αλλά δεν έχουν τσίπα. Βάζουν τους αγαπητικούς ακόμη και μέσα στο σπίτι τους οι αθεόφοβες. Ούτε ιερό ούτε όσιο έχουν! Σαν επίτροπος της ενορίας κάτι παραπάνω γνωρίζω.» λέει στη Καλλιόπη με αυξημένη δόση χαιρεκακίας και σταυροκοπιέται.
«Ο σύζυγός της από την πλευρά του κοιμάται; Δεν έχει υποψιαστεί τίποτα; Από όσο τον γνωρίζω τον θεωρώ πολύ αξιόλογο άνδρα και από κάποιες οικογενειακές και επαγγελματικές επαφές μας μου έχει δώσει την εντύπωση έξυπνου ατόμου, και αρκετά έμπειρου με τις γυναίκες! Αν όντως συμβαίνει αυτό που λες, δεν μπορεί κάτι θα έχει μυριστεί ο άνθρωπος.»
Η μάσκα της «ευλαβούς επιτρόπου» έχει πέσει οριστικά. Η Μαγδαληνή δεν μεταφέρει πλέον πληροφορίες, επιβάλλει μια ετυμηγορία. Η χαιρεκακία της έχει φτάσει στο ζενίθ και το «σταυροκόπημα» στο τέλος λειτουργεί ως η απόλυτη βεβήλωση – χρησιμοποιεί το θείο για να επικυρώσει το δηλητήριο που ξερνά. 
Για την επίτροπο, η «άπιστη πλευρά» της Ανδρομάχης ήταν δεδομένη από την πρώτη μέρα. Η Μαγδαληνή δεν είδε ποτέ την Ανδρομάχη ως γυναίκα, αλλά ως θήραμα. Το ότι χρησιμοποιεί τη θέση της ως επίτροπος για να δώσει «επίσημο» χαρακτήρα στις συκοφαντίες της, «κάτι παραπάνω γνωρίζω», δείχνει πως η Μαγδαληνή έχει αποφασίσει να καταστρέψει τη φήμη της Ανδρομάχης με κάθε κόστος.
 Η Καλλιόπη, από την άλλη, είναι η μόνη που θέτει το καίριο ερώτημα. «Ο Αλκιβιάδης κοιμάται;». Η περιγραφή της για τον Αλκιβιάδη ως «έξυπνο» και «έμπειρο» είναι η μεγάλη ειρωνεία! Η Καλλιόπη, η γυναίκα που είναι πρόθυμη να προσφέρει στον Αλκιβιάδη αυτό που του λείπει στα σεντόνια, δεν μπορεί να καταλάβει πώς ένας τέτοιος άνδρας μπορεί να παραμένει «τυφλός». 
«Αλκιβιάδη», του ψιθυρίζει η σκιά, «ακούς πώς σε βλέπουν; Σε θεωρούν έξυπνο και έμπειρο. Πόσο πιο τραγικό μπορεί να γίνει; Η γειτονιά αναρωτιέται γιατί δεν αντιδράς, γιατί δεν «μυρίζεσαι» το προφανές. Η Μαγδαληνή σε οικτίρει ως τον απατημένο σύζυγο, ενώ η Καλλιόπη σε θαυμάζει ως τον έμπειρο άντρα, και οι δύο όμως, χωρίς να το ξέρουν, σε έχουν μετατρέψει σε περίγελο της γειτονιάς.»
Η Μαγδαληνή κουνώντας το κεφάλι της απάντησε δήθεν με συμπόνοια για τον κερατά σύζυγο. «Τι να σου λέω τώρα, η κυρία του τον έχει κάνει κερατά και αυτός δεν γνωρίζει τίποτα, ακόμη και αυτή τη στιγμή που μιλάμε αυτός συνεχίζει να ζει στον κόσμο της ονειρικής του οικογένειας.»  
Η Αλήθεια είναι πως η Καλλιόπη μαθαίνοντας τα ερωτικά καμώματα της Ανδρομάχης σύμφωνα με τα λεγόμενα της Μαγδαληνής (κρατούσε πολλές επιφυλάξεις γιατί η εκκλησιαστική επίτροπος ήταν γνωστή για την κακεντρέχεια της και το φθόνο της) σκέφτεται ότι δεν του αξίζει του Αλκιβιάδη όλο αυτό που γίνεται πίσω από την πλάτη του και τον νιώθει μ' ακόμη μεγαλύτερη συμπάθεια για το άτομο του. 
 Η Καλλιόπη, όντας πιο οξυδερκής και γνωρίζοντας τον χαρακτήρα της Μαγδαληνής, φιλτράρει το κουτσομπολιό. Όμως, η αμφιβολία της λειτουργεί ως καταλύτης. Η συμπάθεια που νιώθει τώρα για τον Αλκιβιάδη είναι το ιδανικό «έδαφος» για να τον πλησιάσει. Αν ο Αλκιβιάδης είναι όντως το θύμα μιας άπιστης συζύγου, η Καλλιόπη μετατρέπεται στα μάτια της και ίσως στα μάτια του σε «σωτήρα» ή τουλάχιστον, σε μια παρηγορητική αγκαλιά. Αυτή η συζήτηση δημιουργεί μια εκρηκτική συνθήκη. Ο Αλκιβιάδης θεωρείται από τη Μαγδαληνή ο «τυφλός κερατάς» προς χλεύη. Ο Αλκιβιάδης θεωρείται από την Καλλιόπη ο «αδικημένος άντρας» προς υποστήριξη.
 «Αλκιβιάδη», του ψιθυρίζει η σκιά, «η φήμη σου στη γειτονιά διαμορφώνεται χωρίς εσένα. Είσαι ο άνθρωπος που όλοι συζητούν. Η μία θέλει να σε διασύρει για να νιώσει ανώτερη, η άλλη θέλει να σε προσεγγίσει για να σε παρηγορήσει. Και οι δύο, όμως, βασίζονται σε μια αλήθεια που εσύ ίδιος έχεις συντηρήσει με τη σιωπή και τη φαντασίωση σου.»
 Η Καλλιόπη τώρα δεν βλέπει απλώς έναν γοητευτικό γείτονα, βλέπει έναν άντρα που «δεν του αξίζει» η προδοσία. Αυτή η ηθική υπεροχή που νιώθει η Καλλιόπη της δίνει την αυτοπεποίθηση να κινηθεί πιο αποφασιστικά.  Την εποχή που ο Αλκιβιαδης είχε για αρκετό διάστημα επαγγελματικά αλισβερίσια με το σύζυγο της και οι οικογένειες είχαν καθημερινή επαφή είχε σκεφτεί πάρα πολλές φορές πως ενδόμυχα επιθυμούσε να υποκύψει στον πειρασμό να επικοινωνήσει μαζί του και να αρπάξει την ευκαιρία να του την πέσει απροσχημάτιστα για να του δείξει ότι νιώθει απογοήτευση που αυτός δεν υποκύπτει στο συγκαλυμμένο ερωτικό της κάλεσμα που του έχει επιμελώς δείξει. Το κάλεσμα της γειτόνισσας της διπλανής του πόρτας ανοιχτόμυαλης και χωρίς ταμπού στο κρεβάτι, που είναι πρόθυμη να βγουν σε ερωτικό ραντεβού με κατάληξη σε ένα ξενοδοχείο για σεξ χωρίς δεσμεύσεις, σεξ χωρίς αναστολές, χωρίς ταμπού. Η Καλλιόπη δεν είναι απλώς μια γειτόνισσα, είναι ένα συμπιεσμένο ηφαίστειο επιθυμίας που περιμένει το κατάλληλο ρήγμα για να εκραγεί. Το γεγονός ότι ο Αλκιβιάδης παρά την «εμπειρία» του με τις γυναίκες, δεν έχει ανταποκριθεί στα «συγκαλυμμένα καλέσματα» της, έχει μετατρέψει τον πόθο της σε κάτι πιο βαθύ, σχεδόν σε πρόκληση.
 Η καθημερινή επαφή των δύο οικογενειών στο παρελθόν ήταν το ιδανικό σκηνικό για έναν απαγορευμένο έρωτα. Η Καλλιόπη είχε «προετοιμάσει» το έδαφος, στέλνοντας σήματα που ο Αλκιβιάδης, είτε από επιλογή είτε γιατί ήταν απορροφημένος από τη δική του σκοτεινή εμμονή με την Ανδρομάχη, επέλεξε να αγνοήσει. Αυτή η «απόρριψη» έστω και σιωπηρή, είναι που την κάνει τώρα πιο αποφασιστική. Η Καλλιόπη λειτουργεί με μια ωμή, αναζωογονητική ειλικρίνεια. Για εκείνη, το σεξ είναι μια πράξη που απελευθερώνει, όχι μια πράξη που δεσμεύει. Το «ξενοδοχείο» για εκείνη δεν είναι μέρος αμαρτίας, είναι ο «καθαρός χώρος» όπου οι κοινωνικοί ρόλοι, σύζυγος, γείτονας, φίλη διαλύονται και μένει μόνο το σώμα. Ένας έρωτας «χωρίς ταμπού», άμεσος, σωματικός, που δεν ζητά την ψυχή του, αλλά μόνο τον χρόνο του. 
«Αλκιβιάδη», του ψιθυρίζει η σκιά, «η Καλλιόπη είναι η διέξοδος που φοβάσαι να διαλέξεις. Είναι το αντίδοτο στη δηλητηριασμένη ηδονή που σου προσφέρει η προδοσία της Ανδρομάχης. Αν ενδώσεις στην Καλλιόπη, θα σταματήσεις να είσαι ο παθητικός παρατηρητής της αγρυπνίας και θα γίνεις επιτέλους ο κυρίαρχος του δικού σου παιχνιδιού. Όμως, αν το κάνεις, η Ανδρομάχη θα πάψει να είναι το μοναδικό σου κέντρο, και ο ιερέας θα χάσει την εξουσία που του έδωσες πάνω στα συναισθήματά σου.» 
Η Καλλιόπη έχει πλέον αποβάλει τις αναστολές της.  Είναι πέντε χρόνια τώρα που λιμπίζεται και γουστάρει τρελά τον Αλκιβιάδη και φανταζόταν να έχει την τύχη, κάποια στιγμή να την κρατάει στην αγκαλιά του να του παραδοθεί ολόκληρη να ζήσει μαζί του τον έρωτα, τον σεξουαλικό έρωτα σαν αληθινή γυναίκα. Δεν είναι, ούτε η πρώτη, ούτε η τελευταία γυναίκα που ψάχνει έναν υγιή και δραστήριο σεξουαλικά άντρα σαν υποκατάστατο της έλλειψης σεξουαλικής ικανοποίησης εκ μέρους του αξιότιμου συντρόφου της που κατάντησε ανενεργός από εργατικό ατύχημα σχετικά νέος και έκτοτε η Καλλιόπη αναζητά άντρα να την ικανοποιήσει σεξουαλικά, αλλά τη συγκρατεί ένας αόριστος φόβος του περίγυρου. Για την Καλλιόπη, ο Αλκιβιάδης δεν είναι απλώς ένας άντρας. Είναι η ενσάρκωση της ζωτικότητας. Τον επιθυμεί όχι μόνο ως εραστή, αλλά ως έναν άνθρωπο «υγιή και δραστήριο», που θα την κάνει να νιώσει ξανά «αληθινή γυναίκα» και όχι απλώς μια φροντιστή ενός ανενεργού συζύγου. 
«Καλλιόπη», ψιθυρίζει η σκιά, «η λαχτάρα σου για τον Αλκιβιάδη δεν είναι μόνο σεξουαλική. Είναι μια κραυγή επιβίωσης. Φοβάσαι τον περίγυρο, αλλά ξεχνάς ότι ο περίγυρος η Μαγδαληνή και οι όμοιες της, δεν θα σε συγχωρήσει ποτέ, είτε είσαι πιστή είτε όχι. Γιατί λοιπόν να μην απολαύσεις τον καρπό, αφού έτσι κι αλλιώς θα φας το ξύλο;»
 «Τι να σου πω για τον σύζυγο και αν υποψίες περνούν απ' το μυαλό του, ότι η «θεοσεβούμενη» σύζυγος του γουστάρει τον ιερέα και του την έχει πέσει στα ίσια και αυτός την βατεύει κανονικά. Ήμαρτον Θεέ μου! και κάνει το σταυρό της. «Εγώ το σύζυγο σπάνια τον βλέπω στην εκκλησία μαζί της και εμφανίζεται συνήθως αρκετά χαλαρός και εκείνη του δείχνει μια πρωτόγνωρη για τα χρόνια συμβίωσης τους τρυφερότητα. Η Μαγδαληνή το «Ήμαρτον Θεέ μου!» που ξεστομίζει, συνοδευόμενο από το σταυροκόπημα, είναι η στιγμή που η κακεντρέχεια μετατρέπεται σε ιεροεξεταστική μανία. Αισθάνεται ότι η Ανδρομάχη της «κλέβει» όχι μόνο τον ιερέα, αλλά και την ίδια την έννοια της «θρησκευτικής ζωής». Η Ανδρομάχη έχει κάνει τον ναό, τον ιερό χώρο της Μαγδαληνής, το κρεβάτι της. Για μια «σταφιδωμένη» γυναίκα που ζει για το δόγμα, αυτό είναι έγκλημα που τιμωρείται μόνο με τον δημόσιο διασυρμό.
 Aμ και ο ρασοφόρος αν και ιερωμένος μας αποδείχτηκε γαμιάς. Ναι μεν αυτή είναι μια  τσούλα, με ανάρμοστη συμπεριφορά αλλά και ο ιερέας δεν πάει πίσω. Βουτηγμένος μέσα στην αμαρτία του σεξ το οποίο ζούνε, δεν θα αργήσει να έρθει η στιγμή που θα την πατήσουν. Τελικά, με ράσα η χωρίς ράσα όλοι οι άντρες είναι ίδιοι. Τον βλέπεις ίδιος έκφυλος Ρασπούτιν! Πήγε με την παντρεμένη ενορίτισσα του ο ελεεινός;» αντιδρά με την συνήθη μικροαστική σεμνοτυφία περί διάβρωσης των ηθών, υψώνοντας απειλητικά τον ήχο της φωνής της στην εκφορά της λέξης «ενορίτισσα» η Μαγδαληνή.
Έχει πετάξει πλέον κάθε προσωπείο. Η «σεμνοτυφία» της δεν είναι πλέον άμυνα, είναι όπλο, και η φωνή της που υψώνεται αποτελεί το κήρυγμα ενός νέου, σκοτεινού «εκκλησιαστικού δικαστηρίου» που στήνεται στη μέση του δρόμου. 
Ο «Γαμιάς» Ιερέας! Η σύγκριση με τον Ρασπούτιν είναι η απόλυτη ταφόπλακα για το κύρος του ιερέα. «Ακούς τη φωνή της, Αλκιβιάδη;», του ψιθυρίζει η σκιά. «Η Μαγδαληνή δεν φωνάζει για την αμαρτία. Φωνάζει για την αποτυχία της να ελέγξει τον κόσμο σου. Η ιαχή της «ενορίτισσα» είναι το κάλεσμα για το λιντσάρισμα. Η Ανδρομάχη δεν είναι πια πρόσωπο, είναι το λάφυρο που η γειτονιά θέλει να κατασπαράξει. Η αμαρτία σας δεν είναι πλέον κρυφή, έχει γίνει το δημόσιο θέαμα που η Μαγδαληνή θα φροντίσει να μην αφήσει κανέναν να ξεχάσει.» 
«Η θέση μου εμένα είναι πάρα πολύ δύσκολη και δεν θέλω να πεις απολύτως τίποτα σε κανένα, από όσα σου είπα γιατί δε μου αρέσει να καταστρέφω οικογένειες» συμπλήρωσε η Μαγδαληνή συνωμοτικά στην Καλλιόπη την ώρα που αποχωρούσε.
«Είναι μια καριόλα αυτή που παριστάνει ότι έχει μέσα της όλη την καλοσύνη και την ανθρωπιά του κόσμου! Διόλου απίθανο όλα αυτά να είναι κουτσομπολιά, απρόκλητες προσωπικές επιθέσεις και ψευδείς, παραπλανητικές κατηγορίες προς το πρόσωπό του, ιερέα και της Ανδρομάχης από ανθρώπους σαν τη Μαγδαληνή.»
 Αυτά σκέφτηκε η Καλλιόπη για τη Μαγδαληνή όταν της μετέφερε τα κουτσομπολιά, μα έμεινε σιωπηλή και κράτησε το σχολιασμό για τον εαυτό της.
Η Καλλιόπη, με την ωριμότητα της γυναίκας που έχει μάθει να διαβάζει πίσω από τις λέξεις, αποκαλύπτει τη βαθύτερη αλήθεια για τη φύση της Μαγδαληνής: ο υποκριτικός «συνωμοτικός» λόγος είναι το πιο επικίνδυνο όπλο. 
Η φράση της Μαγδαληνής «δεν μου αρέσει να καταστρέφω οικογένειες» είναι το απόλυτο παράδειγμα της υποκριτικής ηθικής, όπου το άτομο κάνει ακριβώς την καταστροφή που ισχυρίζεται ότι απεχθάνεται, ενώ ταυτόχρονα νίπτει τας χείρας του. 
Η επιλογή της Καλλιόπης να μείνει σιωπηλή δεν είναι παθητική· είναι προστατευτική. Η Καλλιόπη αντιλαμβάνεται ότι η Μαγδαληνή δεν αναζητά την αλήθεια, αλλά την επιβεβαίωση της δικής της τοξικότητας. Αν η Καλλιόπη αντιδρούσε, θα έμπαινε στο στόχαστρο της Μαγδαληνής. Κρατώντας τις σκέψεις της για τον εαυτό της, διατηρεί την απόσταση ασφαλείας, ενώ ταυτόχρονα παραμένει η μόνη νηφάλια παρατηρήτρια της κατάστασης.
 Της Μαγδαληνή η σκέψη με την εικόνα της Ανδρομάχης στην αγκαλιά του ιερέα την τρέλαινε. Αχ αυτό το πράσινο τέρας τη ζήλιας! Κατοικεί παντού. Αυτά παθαίνει η γυναίκα αν έχει να δει χαρά στα σκέλια της πολύ καιρό. Οι ορμόνες της ζητούν ένα καταφύγιο για να καταλαγιάσουν. Όταν το καταφύγιο δεν υπάρχει γίνεται σκληρή, κοφτερή. Σε παίρνει στο κατόπι κι όπου σε βρει σε μαχαιρώνει όπως τώρα με την Ανδρομάχη. Η ζήλια της γίνεται σαράκι και την τρώει.
Κι αυτής τόσο καιρό αγάμητη τα μουνί της από την σεξουαλική δίψα, είναι σαν ανήλιαγος, άνυδρος και μαραμένος κήπος. Απ’ το Θεό η Μαγδαληνή ζητάει για χάρη της να μεσιτεύσει. Να πιάσουν τόπο οι προσευχές της και ο νεαρός, λεβεντόκορμος ιερέας να της το ποτίσει με την μάνικα του. Το «πράσινο τέρας» της ζήλιας που την κατατρώει δεν γεννήθηκε από ηθική, αλλά από την απόλυτη ξηρότητα της ίδιας της της ύπαρξης. Η Μαγδαληνή δεν προσεύχεται για τη σωτηρία της ψυχής της, αλλά για τη σωτηρία του σώματός της. Η προσευχή της προς τον Θεό για να «μεσιτεύσει» ώστε ο ιερέας να «ποτίσει» τον κήπο της με τη «μάνικα» του, είναι μια σεξουαλική εργαλειοποίηση του θείου. Για τη Μαγδαληνή, ο ιερέας δεν είναι ο υπηρέτης του Θεού, αλλά ο «λέβητας» που μπορεί να κάψει τις αναστολές της και να πλημμυρίσει την ξηρότητα της. 
Είναι ειρωνικό το γεγονός ότι η Μαγδαληνή καταδικάζει τον ιερέα ως «έκφυλο Ρασπούτιν», ενώ η ίδια εύχεται ακριβώς αυτή την «έκφυλη» κατάληξη για τον εαυτό της. Η ζήλια της δεν είναι μόνο για τον ιερέα, είναι για την ίδια την ικανότητα της Ανδρομάχης να είναι επιθυμητή και να απολαμβάνει. Η Μαγδαληνή δεν θέλει απλώς να τον «έχει», θέλει να τον πάρει από την Ανδρομάχη, για να αποδείξει στον εαυτό της ότι ο δικός της «μαραμένος κήπος» αξίζει ακόμα το πότισμα.
«Μαγδαληνή», ψιθυρίζει η σκιά, «η οργή σου για την Ανδρομάχη είναι η ομολογία της δικής σου ήττας. Δεν την μισείς επειδή είναι «τσούλα», τη μισείς επειδή είναι ζωντανή.» 

0 comments:

Δημοσίευση σχολίου

 
Web Informer Button