ADS

click to open

Τρίτη 18 Οκτωβρίου 2022

Mpoumpoutselia

..Μπουμπουτσέλια! Looking over the ruins of my family home!

.....1948–1949.

Με την οριστική ήττα των δυνάμεων του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας (ΔΣΕ) στην Πελοπόννησο, ο Εμφύλιος στην περιοχή ουσιαστικά έφθανε στο τέλος του.Πολλά μέλη της ακροδεξιάς παραστρατιωτικής οργάνωσης «Χ», η οποία είχε αναπτύξει έντονη δράση στην περιοχή του Ζάρακα και του Πάρνωνα κατά την περίοδο της Κατοχής, των Δεκεμβριανών και, κυρίως, κατά τα χρόνια του Εμφυλίου Πολέμου (1946–1949), άρχισαν σταδιακά να αποχωρούν, καθώς η οργάνωση έχανε πλέον τον λόγο ύπαρξής της και οδηγήθηκε στη διάλυση. Ο Κλέαρχος ήταν από τους πρώτους που εγκατέλειψαν τις τάξεις της. Λίγο αργότερα εκπλήρωσε τη στρατιωτική του θητεία στον Ελληνικό Στρατό και προσπάθησε να αφήσει πίσω του τα δύσκολα χρόνια της εμφύλιας σύγκρουσης.
......Ιούνιος 1949. Καθώς το πρώτο φως έσχιζε το σκοτάδι και η νύχτα παραχωρούσε τη θέση της στις πρώτες ανάσες της καινούριας μέρας, έφτασαν οι τραγικές ειδήσεις. Το χωριό πάγωσε. Οι άνθρωποι κοιτάζονταν σιωπηλοί· κανείς δεν ήθελε να πιστέψει αυτό που μόλις είχε ακούσει. Εκείνο το μοιραίο ξημέρωμα της ανήγγειλαν τον θάνατο του αγαπημένου της αδελφού. Έναν βίαιο και άδικο θάνατο. Ο Λάμπρος έπεσε σε ενέδρα στις πλαγιές του Πάρνωνα και σκοτώθηκε από ενόπλους που ανήκαν στην οργάνωση «Χ», η οποία είχε αναπτύξει έντονη αντικομμουνιστική δράση στην περιοχή κατά τα τελευταία χρόνια της Κατοχής και του Εμφυλίου Πολέμου. Για τους διώκτες του ήταν ένας επικίνδυνος αντίπαλος. Για τους δικούς του ανθρώπους, όμως, ήταν ο αγαπημένος τους Λάμπρος· ένας νέος άνθρωπος, «πέτρινος και αέρινος, αντάρτης και συνάμα τρυφερός».
Το χάραμα, που μόλις είχε πάρει τον δρόμο του ήλιου, σφραγίστηκε από τον θάνατό του. Οι σφαίρες τον βρήκαν αμέσως. Ο Λάμπρος λύγισε, διπλώθηκε στα δύο και κύλησε λίγο πιο πέρα. Μα τη ζητωκραυγή του για τη λευτεριά δεν την πέτυχαν τα βόλια. Εκείνη την αντιβούιζε ολόκληρος ο Πάρνωνας. Ήταν μόλις είκοσι τριών χρονών. Πάνω στο άνθος της νιότης του.
Η Ιοκάστη ντύθηκε στα μαύρα και έκλαψε απαρηγόρητα τον άγριο χαμό του αδελφού της. «Θεέ μου Μεγαλοδύναμε… ω Θεέ μου Μεγαλοδύναμε! Γιατί; Γιατί να έρθουν έτσι τα πράγματα, αφού ο εφιάλτης του πολέμου είχε πια τελειώσει;»
Το χτύπημα έμοιαζε βγαλμένο από την ίδια την κόλαση. Δεν μπορούσε να χωρέσει ο νους της πως, ενώ οι άνθρωποι περίμεναν να ξαναβρούν την ειρήνη, ο θάνατος συνέχιζε να θερίζει.Έκλαψε τη νιότη του. Έκλαψε τα όνειρά του που έμειναν ανεκπλήρωτα. Μα μαζί με τα δικά του όνειρα ένιωθε πως χάθηκαν και τα όνειρα όλων των αδελφών του. Έσβησε μια κοινή πορεία, μια ζωή που ονειρεύονταν να χτίσουν μαζί. Από εκείνη την ημέρα, κάθε χαρά της οικογένειας θα είχε μέσα της μια σκιά. Το όνομα του Λάμπρου δεν θα ακουγόταν πια σαν προσμονή, αλλά σαν μνήμη· μια μνήμη που πονούσε, μα δεν έσβηνε.
Σπαραγμός ψυχής. Ανείπωτος θρήνος. Το φτωχικό τους σπίτι μεταβλήθηκε σε σκηνή αρχαίας τραγωδίας. Η γιαγιά μοιρολογούσε ασταμάτητα, κι η φωνή της έσκιζε τη σιωπή του χωριού. Ήταν ένα μοιρολόι που ράγιζε καρδιές· δεν θρηνούσε μονάχα τον γιο της, μα όλη τη χαμένη νιότη που καταβρόχθισε ο Εμφύλιος. Ο πόνος της ξεπέρασε τα όρια του σπιτιού τους. Έγινε πόνος όλων. Ήθελε να ουρλιάξει. Να σκίσει τον ουρανό με τη φωνή της. Μα ο λαιμός της είχε στεγνώσει. Το στόμα της άνοιγε και δεν έβγαινε ήχος. Μόνο τα δάκρυα κυλούσαν ασταμάτητα, σαν να είχαν αποφασίσει να κλάψουν εκείνα αντί για τη φωνή της. Ένιωθε πως, αν μπορούσε, θα πλημμύριζε με τα δάκρυά της ολόκληρο τον κόσμο. Ο πόνος είχε γίνει χείμαρρος μέσα της, έτοιμος να παρασύρει κάθε σκέψη, κάθε ελπίδα, κάθε παρηγοριά. Κανένας λόγος δεν μπορούσε να σταθεί απέναντι σε μια μάνα που θρηνούσε το παιδί της. Καταράστηκε τον πόλεμο, καταράστηκε όσους γεννούν τους πολέμους και όσους τους συντηρούν. Το μοιρολόι της υψώθηκε σαν αρχαία κατάρα, σκίζοντας τον αέρα του χωριού. Έμοιαζε να καλεί τη γη να ανοίξει και τα βουνά να ραγίσουν, γιατί δεν χωρούσε ανθρώπινος νους τέτοιο κακό. Έκλαιγε τον νέο που έπεσε πάνω στο άνθος της ηλικίας του, τον λεβέντη που δεν πρόλαβε να ζήσει, κι ένιωθε πως μαζί του σκοτείνιασε ο ουρανός και βουβάθηκε ο κόσμος.
«Αχ, παιδί μου...»
Τα χείλη της έτρεμαν, μα η φωνή της δεν λύγιζε. Μόνο τα μάτια της πλημμύριζαν από έναν πόνο που δεν είχε τέλος.
Πώς να βαστάξει έναν τέτοιο κεραυνό;
Κι όμως, έπρεπε.
Έπρεπε να σταθεί όρθια, να γίνει πέτρα και ατσάλι, όπως στάθηκαν τόσες άλλες μανάδες που είδαν τα παιδιά τους να χάνονται στα χρόνια της φωτιάς και του αδελφοκτόνου μίσους. Έπρεπε να κρατήσει ζωντανή τη μνήμη του, γιατί μόνο η μνήμη μπορούσε να αντισταθεί στη λησμονιά. Έσκυψε το κεφάλι, σταύρωσε τα χέρια πάνω στο στήθος και ψιθύρισε με φωνή που μόλις ακουγόταν:
«Γλυκό μου αγόρι... έχε γεια.»
Σαν έφυγαν οι κατακτητές —όπως φεύγουν όλοι οι κατακτητές, αργά ή γρήγορα— ήρθαν τα καταραμένα χρόνια του Εμφυλίου. Χρόνια που ο αδελφός σήκωνε το όπλο στον αδελφό, ο γείτονας στον γείτονα και ο φίλος στον φίλο. Ας πάνε στον αγύριστο τέτοια χρόνια. Θεός να φυλάει τον άνθρωπο από τον πόλεμο με τον ξένο· μα πιο πολύ από τον πόλεμο με τον ίδιο του τον αδελφό.
....Σεπτέμβριος του χίλια εννιακόσια σαράντα εννέα. Σε λίγο θα χάραζε η καινούργια μέρα, κι εκείνη θα περνούσε ακόμη μία νύχτα άυπνη, παλεύοντας να κατανοήσει όλα όσα είχαν συμβεί τους τελευταίους μήνες, να βάλει σε μια τάξη τις σκέψεις της και να ξαναβρεί τον προσανατολισμό της ζωής της.
Μπορούσε άραγε;
Η αποπνικτική ζέστη και η βαριά υγρασία εκείνης της νύχτας έκαναν την αγρύπνια της ακόμη πιο βασανιστική. Ξαπλωμένη ανάσκελα, στη μέση του κρεβατιού, με τα χέρια περασμένα πίσω από το κεφάλι, κοιτούσε αφηρημένα το ταβάνι. Το πρόσωπό της παρέμενε νέο και σφριγηλό· τίποτε δεν πρόδιδε την εξάντληση από τις ατέλειωτες αϋπνίες που τη βασάνιζαν όλον αυτόν τον καιρό. Γύρω απλωνόταν απόλυτη σιωπή. Από το ανοιχτό παράθυρο έμπαινε η ανάσα της νύχτας μαζί μ' ένα ανεπαίσθητο αεράκι. Πότε πότε ακουγόταν το τραγούδι ενός γρύλου. Για λίγες στιγμές η μονότονη, κι όμως γλυκιά φωνή του σκέπαζε κάθε άλλον ήχο της νύχτας, εκείνο το λεπτό κουδούνισμα που χαρίζει στις καλοκαιρινές νύχτες μια παράξενη γαλήνη.
Τα τριζόνια, λένε, διαλέγουν ένα ταίρι και μένουν μαζί του μια ζωή. «Μήπως είμαι κι εγώ ένα τριζόνι;» ψιθύρισε και, σαν να φοβήθηκε ακόμη και τα ίδια της τα λόγια, έφερε τα δάχτυλά της στα χείλη.
Ένα δροσερό αεράκι μπήκε από το ανοιχτό παράθυρο, φουσκώνοντας απαλά την κουρτίνα και παίρνοντας μαζί του λίγη από τη βαριά ατμόσφαιρα του δωματίου.
Τα τριζόνια είχαν πια σωπάσει.
Ένιωθε μια γλυκιά θαλπωρή να τυλίγει το κορμί της και μια βαθιά χαλάρωση να απλώνεται σε κάθε ίνα του σώματός της. Ήταν η στιγμή που ξημέρωνε· όταν το σκοτάδι υποχωρεί αργά, παραδίδοντας τη θέση του στο φως και στους πρώτους ήχους της καινούργιας ημέρας.
Η είδηση της έπεσε στο σπιτικό τους σαν κεραυνός. Η απόφασή της να φύγει μαζί του αναστάτωσε τους πάντες. Μέσα σε λίγες μόνο στιγμές ανατράπηκαν όσα θεωρούσαν βέβαια. Το σπίτι βυθίστηκε στη σιωπή· κανείς δεν έβρισκε λόγια να μιλήσει.
Η γιαγιά έμεινε άφωνη. Δεν μπορούσε να πιστέψει πως η κόρη της αποφάσισε να ενώσει τη ζωή της με έναν άνθρωπο που, στα δικά της μάτια, ανήκε στην απέναντι πλευρά. Πώς να δεχτεί μια τέτοια απόφαση, όταν τα χρόνια του Εμφυλίου είχαν σημαδέψει την οικογένειά τους με αίμα, φόβο και αβάσταχτο πόνο;
«Πώς μπόρεσες, παιδί μου;» ψιθύρισε.
Στο μυαλό της γύριζαν ξανά και ξανά οι δύσκολες εκείνες μέρες, τότε που —όπως συνήθιζαν να λένε στο χωριό— «οι συμμορίες» είχαν μετατρέψει τη ζωή των ανθρώπων σε μια ατέλειωτη δοκιμασία, γεμάτη φόβο, στερήσεις και ανασφάλεια.
Στα μάτια της δεν ήταν απλώς ένας γάμος. Ήταν μια πληγή που άνοιγε ξανά. Ένα σκάνδαλο για την οικογένεια. Δεν χωρούσε στον νου της πως η κόρη της είχε διαλέξει να πορευτεί με έναν άντρα από την αντίπαλη παράταξη, λες και δεν υπήρχαν άλλα παλικάρια να της ζητήσουν το χέρι. Ένα μεγάλο «Γιατί;» αιωρούνταν ανάμεσά τους, βαρύ σαν σύννεφο πριν από την καταιγίδα. Ήταν ένα ερώτημα που κανείς δεν μπορούσε να απαντήσει και που έκανε τη σιωπή ακόμη πιο ασήκωτη.
«Γιατί, παιδί μου;» ψιθύριζε η μάνα της. «Γιατί τώρα, που ο πόνος είναι ακόμη τόσο νωπός;»
Η κόρη τους... Το κορίτσι που το βλέμμα του έκλεβε καρδιές. Εκείνη που όλα τα παλικάρια της περιοχής καμάρωναν κι ονειρεύονταν να την κάνουν γυναίκα τους. Κι όμως, εκείνη είχε δώσει την καρδιά της αλλού. Όσο κι αν προσπαθούσαν να της αλλάξουν γνώμη, όσο κι αν της έλεγαν πως ο άνθρωπος που αγάπησε δεν ήταν αντάξιός της, τα λόγια τους έπεφταν πάνω σε μια απόφαση που είχε ήδη ριζώσει βαθιά μέσα της. Για τους δικούς της δεν ήταν μόνο ένας έρωτας. Ήταν μια επιλογή που άνοιγε ξανά τις πληγές του Εμφυλίου και έφερνε την οικογένεια αντιμέτωπη με τους πιο σκοτεινούς φόβους της.
Ώσπου άνοιξε μια δύσκολη κουβέντα. Δεν υπήρχε πια χώρος για τρυφερότητα. Οι φωνές υψώθηκαν, οι βαριές κουβέντες διαδέχονταν η μία την άλλη και οι βρισιές αντηχούσαν στο μικρό τους σπίτι, ώσπου ακούγονταν ως την πλατεία του χωριού. Ο μικρός αδελφός της, τυφλωμένος από θυμό, της επιτέθηκε με λόγια σκληρά.
«Έφερες τον Χίτη μέσα στο σπίτι μας!» της φώναξε.
Η Ιοκάστη δεν ανταπέδωσε. Ήξερε πως η οργή γεννάει μόνο περισσότερη οργή και πως η φωτιά δεν σβήνει με φωτιά.
Τον κοίταξε κατάματα. Στα μάτια του έβλεπε περισσότερο πόνο παρά μίσος. «Ξέρω πως πονάς», του είπε ήρεμα. «Μα μη με πληγώνεις άλλο με τα λόγια σου. Δεν είμαι ο εχθρός σου.»
Για μια στιγμή ο χρόνος πάγωσε. Κανείς δεν μιλούσε. Μονάχα οι βαριές ανάσες τους ακούγονταν μέσα στο σπίτι, σαν να κουβαλούσε ο καθένας τον δικό του σταυρό.
Η Ιοκάστη και ο πατέρας της κοιτάχτηκαν κατάματα. Για λίγες στιγμές κανείς τους δεν μίλησε. Η σιωπή που απλώθηκε ανάμεσά τους ήταν πιο βαριά από τις φωνές που είχαν προηγηθεί. Εκείνος περίμενε να λυγίσει, να δακρύσει, να κάνει πίσω. Εκείνη έμεινε ακίνητη. Δεν αντιμίλησε. Δεν ύψωσε τη φωνή της. Δεν προσπάθησε να δικαιολογηθεί. Μόνο τον κοίταζε με βλέμμα καθαρό και αποφασισμένο.
Η απόφασή της είχε ήδη παρθεί και τίποτε δεν μπορούσε να τη μετακινήσει. Άκουσε τα λόγια τους, ένιωσε τον πόνο, την οργή και τον φόβο τους, όμως η καρδιά της είχε χαράξει τον δικό της δρόμο.
Ήξερε πως η επιλογή της θα πλήγωνε τους ανθρώπους που αγαπούσε. Το γνώριζε καλύτερα από όλους. Κι όμως, δεν μπορούσε να προδώσει αυτό που ένιωθε βαθιά μέσα της. Για πρώτη φορά στη ζωή της αποφάσιζε μόνη της για το μέλλον της, αναλαμβάνοντας ολόκληρο το βάρος της απόφασής της
Το έμαθε κι εκείνος· ο λεβέντης, ο ερωτοχτυπημένος νιος, το καμάρι απ' το Κυπαρίσσι. Την πρόλαβε λίγο πριν φύγει. Στάθηκε μπροστά της. «Μη φεύγεις...» της είπε με φωνή που έτρεμε. «Σε παρακαλώ, μείνε. Μη με αρνηθείς τώρα. Είναι βαρύ τούτο το αντίο. Αν όμως η μοίρα σε πάρει μακριά μου, κράτησε με τουλάχιστον μέσα στην καρδιά σου. Κι εγώ, όπου κι αν βρεθώ, όσο κι αν περάσουν τα χρόνια, θα σε περιμένω.»
Η Ιοκάστη είχε ήδη δώσει την καρδιά της αλλού. Δεν ήταν μια παρόρμηση της στιγμής ούτε μια απόφαση που θα άλλαζε από τον φόβο, τις πιέσεις ή τα δάκρυα των δικών της. Είχε διαλέξει τον δρόμο της και ήξερε πως θα τον περπατούσε πληρώνοντας βαρύ τίμημα.
Δεν λύγιζε.
Όχι γιατί δεν πονούσε, αλλά γιατί πίστευε πως ο άνθρωπος οφείλει κάποτε να σταθεί όρθιος απέναντι στη μοίρα του και να αναλάβει την ευθύνη των επιλογών του. Μπροστά της άνοιγε ένας άγνωστος κόσμος, γεμάτος κινδύνους, αβεβαιότητα και δοκιμασίες. Δεν τον υποδεχόταν με αφέλεια· τον αντίκριζε με καθαρό βλέμμα και με μια θέληση που δεν μπορούσαν να δαμάσουν ούτε οι απειλές ούτε οι προκαταλήψεις ούτε οι πληγές που είχε αφήσει πίσω του ο Εμφύλιος.
Ήξερε πως δεν θα ήταν εύκολο. Κι όμως, δεν έκανε πίσω.
Ο πατέρας της στεκόταν βουβός.
Η ψυχή του ήταν σκοτεινιασμένη από τα χρόνια του αδελφοκτόνου πολέμου που μόλις είχε τελειώσει. Οι πληγές ήταν ακόμη ανοιχτές· το μίσος έκαιγε ακόμη τις καρδιές των ανθρώπων και κάθε κουβέντα μπορούσε να γίνει σπίθα που θα άναβε καινούρια φωτιά.
Δεν ήθελε να φουντώσουν άλλα ανώφελα πάθη.
Σήκωσε αργά το κεφάλι και κοίταξε έναν έναν τους δικούς του.
«Ακούστε με καλά...» είπε με φωνή σταθερή. «Ό,τι ήταν να ειπωθεί, ειπώθηκε. Από δω και πέρα, κανείς δεν θα πειράξει την κόρη μου. Είναι αίμα μου και θα την σεβαστείτε όλοι.»
Στο σπίτι απλώθηκε βαθιά σιωπή.
Έπειτα στράφηκε προς την Ιοκάστη. Το βλέμμα του μαλάκωσε, σαν να πάλευαν μέσα του ο πόνος, η πίκρα και η πατρική αγάπη.
«Ο δρόμος που διάλεξες είναι δικός σου», της είπε. «Εγώ δεν μπορώ να τον αλλάξω. Να πας στην ευχή του Θεού, κόρη μου. Ο Θεός να σε φυλάει όπου κι αν βρεθείς και να σου δίνει δύναμη στις δύσκολες ώρες.»
Δεν την αγκάλιασε. Δεν μπορούσε ακόμη.
Όμως η ευχή του ήταν το πιο μεγάλο κατευόδιο που μπορούσε να της δώσει εκείνη την ώρα.
Υπάρχουν άνθρωποι σαν την Ιοκάστη, φτιαγμένοι από άλλο κράμα. Όχι γιατί δεν πονάνε ούτε γιατί δεν λυγίζουν. Λυγίζουν κι αυτοί. Μα βρίσκουν πάντοτε τη δύναμη να ξανασηκωθούν. Κρατιούνται από μια μικρή σπίθα ελπίδας, όταν όλα γύρω τους μοιάζουν χαμένα. Αγαπούν με όλη τους την ψυχή. Δεν ζητούν να αλλάξουν τον άνθρωπο που αγαπούν ούτε να τον κάνουν όπως τον θέλουν. Τον δέχονται όπως είναι και χαίρονται να τον βλέπουν να προχωρεί και να ανθίζει. Δεν φοβούνται να δώσουν την καρδιά τους, ακόμη κι όταν ξέρουν πως μπορεί να πληγωθούν. Προτιμούν έναν αληθινό έρωτα με όλο το τίμημά του, παρά μια ζωή ασφαλή, δίχως πάθος και δίχως όνειρα. Το μυαλό τους δεν γνωρίζει σύνορα. Ταξιδεύει εκεί όπου η ψυχή λαχταρά να φτάσει. Κι όσο το σώμα μπορεί να περιοριστεί, η ψυχή τους μένει πάντοτε ελεύθερη. Αν η ζωή σου χαρίσει έναν τέτοιο άνθρωπο, κράτησε τον κοντά σου. Είναι σπάνιο δώρο.
«Τη δύναμή σου την τρανή, Έρωτα,
όποιος δε σε γνωρίζει,
μάταια ελπίζει να ιδωθεί
τι μέγα κρύβουν οι ουρανοί.»
Ο Αλκιβιάδης ένιωθε ευλογημένος, γιατί ένας τέτοιος άνθρωπος ήταν η μητέρα του. Όσο μεγάλωνε, τόσο περισσότερο καταλάβαινε πως η παρουσία της στη ζωή του δεν ήταν απλώς μια ευτυχής συγκυρία. Ήταν η μεγαλύτερη ευλογία που του χάρισε η μοίρα. Εκείνη του έμαθε πως η πραγματική δύναμη δεν βρίσκεται στη σκληρότητα, αλλά στην αγάπη· όχι στην εκδίκηση, αλλά στη συγχώρεση· όχι στον φόβο, αλλά στην ελπίδα.
Από τι κράμα ήταν πλασμένη;
Είχε κορμοστασιά περήφανη, λεβέντικη, και μια αυθεντική αρχοντιά που δεν την χάριζε ούτε η ομορφιά ούτε τα νιάτα της, αλλά η δύναμη της ψυχής της. Το πρόσωπό της έλαμπε με εκείνο το ήρεμο φως των ανθρώπων που έχουν πάρει τις αποφάσεις τους.
Ξεκίνησε το ταξίδι της μέρα μεσημέρι.
Δεν έτρεξε. Δεν κρύφτηκε. Δεν κιότεψε.
Με το κεφάλι ψηλά και το βήμα αργό, μα σταθερό, διέσχισε τον κεντρικό δρόμο του χωριού. Οι γειτόνισσες άφηναν τις δουλειές τους και στέκονταν στα παράθυρα. Οι άντρες σώπαιναν στις αυλόπορτες. Άλλοι τη λυπόταν, άλλοι την κατέκριναν, άλλοι τη θαύμαζαν κρυφά.
Εκείνη δεν γύρισε να κοιτάξει κανέναν.
Τα μάτια της είχαν μια σκιά θλίψης, μα στην καρδιά της κατοικούσε μια δύναμη που δεν λύγιζε. Ήξερε πως κάθε βήμα την απομάκρυνε από τον κόσμο όπου γεννήθηκε και την οδηγούσε σ' έναν άλλον, άγνωστο και δύσκολο.
Κι όμως προχωρούσε.
Η καρδιά οδηγούσε τα βήματά της.
Η ζωή της Ιοκάστης έγινε η ζωή όλων εκείνων των ανθρώπων που σηκώνουν στους ώμους τους βαρύ φορτίο, χωρίς ποτέ να το απαρνηθούν και χωρίς να το αφήσουν να τους λυγίσει.
Με το δείλι βρέθηκαν στη Μονεμβασιά. Περπατούσαν αγκαλιά οι δυο τους στην ακρογιαλιά, κι ο ήλιος έμοιαζε να τους ζηλεύει καθώς βουτούσε αργά πίσω από το βουνό. Η ανήσυχη θάλασσα ηρεμούσε, γινόταν μια λίμνη σκοτεινής μελάνης, πλαισιωμένη από τις αχνές, σταχτογάλανες σκιές του μεγάλου βράχου. Απάνωθε της ο ουρανός, ντυμένος με πορφύρες και χρυσάφια, άπλωνε τα τελευταία του χρώματα, ανακατεμένα με μαβιά αντιφεγγίσματα, σαν να αποχαιρετούσε τη μέρα με μια τελευταία μεγαλοπρέπεια.
Η Ιοκάστη σταμάτησε για λίγο.
Κοίταξε μακριά, προς το πέλαγος, και ένα παράξενο χαμόγελο φάνηκε στα χείλη της. «Θεέ μου... μόλις συνειδητοποίησα κάτι που τις τελευταίες εβδομάδες δεν είχα προσέξει.»
Το χαμόγελό της ήταν μυστηριώδες και ο Κλέαρχος δεν μπορούσε να καταλάβει τι περνούσε από το μυαλό της.
«Τι εννοείς;» τη ρώτησε.
«Δεν μαντεύεις;»
«Όχι.»
Πήρε μια μικρή ανάσα. Σαν να φοβόταν πως, μόλις το έλεγε, η στιγμή θα γινόταν πραγματικότητα.
«Νομίζω πως μπορεί να είμαι έγκυος...»
Τα λόγια της βγήκαν χαμηλά, σχεδόν ψιθυριστά.
Ο Κλέαρχος την κοίταξε για μια στιγμή. Έπειτα έστρεψε αργά το βλέμμα του προς το πέλαγος.
Η θάλασσα μπροστά τους συνέχιζε να σκοτεινιάζει ήρεμα, σαν να κρατούσε κι αυτή το μυστικό τους.
«Σοβαρολογείς;»
Η φωνή του είχε μέσα της ενθουσιασμό, αλλά και μια μικρή αναστάτωση. Σαν να προσπαθούσε να χωρέσει μέσα σε λίγες στιγμές μια ολόκληρη καινούργια πραγματικότητα.
Η Ιοκάστη σήκωσε το βλέμμα της και τον κοίταξε. Για μια στιγμή έμοιαζε σαν να θυμήθηκε κάτι που είχε αφήσει στην άκρη, κάτι που τώρα επέστρεφε ξαφνικά μπροστά της.
«Νομίζω πως έγινε εκείνη τη βραδιά...» είπε χαμηλά.
Σταμάτησε για λίγο.
«Έχω καθυστέρηση. Μεγάλη καθυστέρηση. Τεσσάρων εβδομάδων... Το είχα ξεχάσει εντελώς.»
Τα λόγια της συνοδεύτηκαν από έναν βαθύ, παρατεταμένο αναστεναγμό, σαν να άφηνε να φύγει από μέσα της όλη η αγωνία των τελευταίων ημερών.
Ο Κλέαρχος την άκουγε σιωπηλός.
Ένα ρίγος πέρασε μέσα του.
Ξαφνικά ένιωσε πως το ήξερε κι αυτός. Ήταν σαν μια ξεχασμένη σκέψη να επέστρεφε από το βάθος της μνήμης του. Θυμήθηκε εκείνη τη νύχτα, το πάθος που τους είχε παρασύρει, τη στιγμή που για μια αστραπή είχε περάσει από το μυαλό του η σκέψη πως ίσως η Ιοκάστη να κρατούσε μέσα της ένα παιδί.
Ύστερα την είχε διώξει από το μυαλό του.
Ή τουλάχιστον έτσι πίστευε.
Τώρα όμως η σκέψη εκείνη στεκόταν ξανά μπροστά του, όχι σαν φόβος, αλλά σαν πιθανότητα μιας νέας ζωής.
Άπλωσε το χέρι του και άγγιξε απαλά το μάγουλό της.
Η Ιοκάστη γύρισε προς το μέρος του.
Τα μάτια της ήταν γεμάτα ελπίδα.
«Θα το επιβεβαιώσω τη Δευτέρα», του είπε με φωνή ελάχιστα πιο δυνατή από ψίθυρο.
Ύστερα τύλιξε τα χέρια της γύρω του και τον φίλησε.
Κανείς από τους δυο τους όμως δεν μπορούσε ακόμη να δώσει μια βέβαιη εξήγηση για την καθυστέρηση. Δεν της είχε συμβεί ποτέ μέχρι τότε. Οι μέρες που θα ακολουθούσαν θα ήταν γεμάτες αγωνία, προσμονή και σκέψεις.
Θα ήταν ένα μακρύ Σαββατοκύριακο.
Και ύστερα ήρθε η επιβεβαίωση.
Μια καινούργια ζωή είχε αρχίσει να μεγαλώνει μέσα της.
Ήταν το παιδί που γεννήθηκε από μια συνάντηση απρόσμενη, ανάμεσα σε δύο ανθρώπους που κουβαλούσαν διαφορετικές μνήμες, διαφορετικές πληγές και διαφορετικά παρελθόντα.
Ο Αλκιβιάδης.
Ο γιος του νεαρού «χίτη» από τη νότια Λακωνία και της πανέμορφης νεαρής Ιοκάστης, από ένα παραδοσιακό ορεινό χωριό γαντζωμένο στις πλαγιές του Πάρνωνα.
Ένα παιδί που, χωρίς να το γνωρίζει ακόμη, θα κουβαλούσε μέσα του δύο κόσμους. Την πέτρα και τη θάλασσα. Τη μνήμη και τη λήθη. Τον πόνο μιας εποχής και την ελπίδα μιας καινούργιας ζωής.
Αφήνοντας πίσω τους το τρικυμιώδες παρελθόν και αναλαμβάνοντας την ευθύνη των επιλογών τους, ο Κλέαρχος και η Ιοκάστη έβλεπαν μπροστά τους να ανοίγεται μια καινούργια ζωή.
Δεν είχαν περιουσίες, δεν είχαν υλικά αγαθά. Είχαν όμως κάτι πολυτιμότερο: αρχές, αξιοπρέπεια και τη δύναμη να σταθούν όρθιοι απέναντι στις δυσκολίες.
Ο Αλκιβιάδης πάντα θυμάται τη μητέρα του, την Ιοκάστη, περήφανη και αξιοπρεπή, τίμια και αυθεντική. Μια γυναίκα που δεν έκανε θόρυβο για τη δύναμή της, όπως το βαθύ ποτάμι που όσο πιο μεγάλο και βαθύ είναι, τόσο πιο αθόρυβα κυλά.
Ρίζωσαν σ’ έναν απόμερο μικρό οικισμό δυτικά της Μονεμβασιάς.
Τα Μπουμπουτσέλια.
Εκεί βρήκαν καταφύγιο στο παλιό, εγκαταλειμμένο πατρικό σπίτι του Κλέαρχου, μια φτωχική κληρονομιά από τη μητέρα του που είχε φύγει πρόωρα από τη ζωή.
Η γιαγιά του Αλκιβιάδη είχε πεθάνει μόλις στα τριάντα πέντε της χρόνια. Ο Κλέαρχος έμεινε ορφανός από μητέρα όταν ήταν μόλις έξι ετών. Και σαν να μην έφτανε αυτή η απώλεια, τρία χρόνια αργότερα έχασε και τον πατέρα του.
Ήταν ένα παιδί που μεγάλωσε με τις απουσίες να βαραίνουν τους ώμους του.
Ο παππούς του Αλκιβιάδη, άλλωστε, είχε εγκαταλείψει την οικογένειά του από πολύ νωρίς, όταν ακόμη ο Κλέαρχος δεν είχε καλά καλά αρχίσει να περπατά.
Έτσι, μέσα σ’ ένα παλιό σπίτι, σε έναν μικρό ξεχασμένο οικισμό, δύο άνθρωποι που είχαν γνωρίσει τον πόνο προσπάθησαν να χτίσουν κάτι που τους είχε στερηθεί: μια οικογένεια.
Ο Αλκιβιάδης ήταν ο μεγαλύτερος από τα τρία αγόρια της νέας οικογένειας.
Ένα μικρό αγόρι, ψηλό και λιπόσαρκο. Το μπόι του έμοιαζε με λιγνό κυπαρισσάκι που πάλευε να φτάσει τον ουρανό. Είχε θεληματικό πιγούνι, καστανά μαλλιά και έξυπνα, ερευνητικά σκούρα μάτια, μάτια που έμοιαζαν να παρατηρούν τον κόσμο πριν ακόμη τον γνωρίσουν. Γεννήθηκε στην ενδοχώρα, στον μικρό οικισμό Μπουμπουτσέλια, μιας φτωχής και ξεχασμένης περιοχής του ελληνικού Νότου, στις ανατολικές άγονες πλαγιές του Λακωνικού Πάρνωνα. Ήταν ένας τόπος δυσπρόσιτος, που είχε παραμείνει σχεδόν ανέγγιχτος από τον χρόνο. Τα χωριά ήταν φωλιασμένα στις πλαγιές των βουνών. Δεν υπήρχαν εύκολοι δρόμοι για να τα προσεγγίσεις· υπήρχαν όμως εκατοντάδες μονοπάτια που γνώριζαν μόνο οι άνθρωποι του τόπου. Δεν υπήρχαν μεγαλοπρεπή χωριά ούτε εντυπωσιακά κτίσματα. Υπήρχε όμως κάτι πιο σπάνιο: μια χούφτα ξωμάχοι που αντιστέκονταν στη φθορά του χρόνου.
Άνθρωποι φιλόξενοι και ταπεινοί, κουρασμένοι από τη σκληρότητα της ζωής, μα περήφανοι για την καταγωγή τους. Άνθρωποι δεμένοι με τη γη τους, που ήξεραν να αντέχουν, να περιμένουν και να συνεχίζουν.
Το κυρίως χωριό, τα Κουλέντια, ήταν από εκείνα τα βουνίσια χωριά που σκαρφαλώνουν στις πλαγιές των βουνών και μοιάζουν μεταξύ τους. Όμορφα, μα φτωχά. Και ο μικρός τους οικισμός, τα Μπουμπουτσέλια, χωμένος σε μια απόμερη γωνιά του χωριού, ήταν ένας ξεχωριστός μικρός κόσμος. Ένας απομονωμένος αγροτοκτηνοτροφικός οικισμός με δεκαπέντε χαμηλά σπίτια και ισάριθμες αιωνόβιες χαρουπιές να στέκουν γύρω τους σαν σιωπηλοί φρουροί του χρόνου. Μικρός και ασήμαντος οικισμός, θα έλεγες πως στεκόταν σκυφτός από κάποια βαθιά στενοχώρια. Γκρίζος και λιγοστός, όπως όλα εκείνα τα μέρη όπου οι άνθρωποι ζουν μακριά από την εποχή τους. Απόμεροι, ξεχασμένοι, δεμένοι όμως με τη γη τους. Η ορεινή ύπαιθρος γύρω τους ήταν μια άγονη γη, γεμάτη πέτρα, που τις ζεστές μέρες του χρόνου λουζόταν από το ανελέητο, εκτυφλωτικό φως του ήλιου. Οι λιγοστοί κάτοικοι πάλευαν με κόπο και ιδρώτα να κερδίσουν τη ζωή τους. Από τα χαράματα μέχρι το βράδυ, στις χέρσες εκτάσεις με το γκρίζο χώμα, καλλιεργούσαν λίγες ελιές, λίγες συκιές, μερικά αμπέλια και μικρά περιβόλια με οπωροφόρα δέντρα και λαχανικά.
Δεν κυνηγούσαν τον πλούτο. Κυνηγούσαν το απαραίτητο.
Το ψωμί.
Το καρβέλι της ημέρας.
Και αυτό ήταν δύσκολο πράγμα.
Όμως η γης ήτανε για κείνους πλάσμα ζωντανό. Κρύωνε, πυρωνόταν, θρασομανούσε να δεχτεί τον σπόρο, κοιλοπονούσε για να γεννήσει τον καρπό της. Οι βροχές έπεφταν μετρημένες, κι έτσι πολλές φορές το χώμα δεν άνοιγε αρκετά για να ποτιστεί βαθιά η γη. Τα αλέτρια όργωναν και ξαναόργωναν τα λιγοστά υγρά χωράφια, παλεύοντας για μια καλή σπορά, για μια καλύτερη σοδειά. Οι ξωμάχοι χωρικοί έτρεχαν κάθε τόσο να τη συντρέξουν. Τη μια μέρα ζευγάδες και σποριάδες, την άλλη θεριστές και μαζωχτές. Όλη τους η ζωή δεμένη με τον κύκλο της γης και τις προσταγές των εποχών.
Δύσκολα χρόνια.
Η γη ήταν λίγη και φτωχή στο μερτικό τους. Αδυνατούσε να τους θρέψει όπως θα ήθελαν και να τους χαρίσει εκείνη τη ζωή που ο καθένας πλάθει μέσα στα όνειρά του. Υπήρχαν όμως ακόμη κάποιοι προνομιούχοι νοικοκυραίοι που κατείχαν τις πιο εύφορες εκτάσεις, στις μικρές κοιλάδες με το κόκκινο χώμα. Εκεί καλλιεργούσαν όσπρια και σιτηρά, σε γη πιο γενναιόδωρη από την πετρώδη γη των φτωχότερων χωριανών. Ήταν ιδιοκτησίες που περνούσαν από γενιά σε γενιά και παλιότερα ανήκαν σε τουρκικές φαμίλιες που κατοικούσαν στο χωριό στα χρόνια της οθωμανικής παρουσίας. Στενοί χωματόδρομοι και στριφογυριστά μονοπάτια, που θύμιζαν λαβύρινθο από μυρμηγκοφωλιές, συνέδεαν τους μικρούς οικισμούς μεταξύ τους και με την καλλιεργήσιμη γη. Οι απαραίτητες μεταφορές ανθρώπων και αγαθών γίνονταν με μουλάρια, άλογα και γαϊδούρια. Αυτά ήταν τα μέσα που κουβαλούσαν το βάρος της καθημερινότητας, μεταφέροντας σοδειές, προμήθειες και ανθρώπους μέσα από δύσβατα περάσματα. Η σταδιακή ανάπτυξη που σημειωνόταν με το πέρασμα των χρόνων στα βορειότερα τμήματα της λακωνικής πεδιάδας του Ευρώτα δεν είχε ακόμη φτάσει στις τοπικές κοινωνίες του Νότου. Οι μικροί και απομονωμένοι οικισμοί παρέμεναν δεμένοι με έναν παλιότερο τρόπο ζωής. Οι κάτοικοι συνήθιζαν να ανταλλάσσουν τα προϊόντα τους με τη μέθοδο της αγροτικής οικονομίας. Άλλος είχε λάδι, άλλος σιτάρι, άλλος κρασί ή ζώα, και με αυτόν τον τρόπο κατάφερναν να καλύπτουν τις ανάγκες τους. Και, όσο δύσκολα κι αν ήταν τα πράγματα, κάπως βολευόταν η κατάσταση. Φτωχοί άνθρωποι οι περισσότεροι, είχαν ανάγκη ο ένας τον άλλον. Γι’ αυτό, όταν ερχόταν η ώρα να καλλιεργήσουν τη γη, συνήθως συνεταιρίζονταν. Αν κάποιος είχε ένα «καματερό» ζώο, ένα βόδι ή ένα μουλάρι, το έκανε ζευγάρι με κάποιου άλλου και μαζί όργωναν και έσπερναν τα χωράφια και των δύο. Στο θέρισμα, που χρειαζόταν πολλά χέρια, βοηθούσαν όλοι. Το ίδιο γινόταν και στο αλώνισμα. Μέσα σε όλες αυτές τις ελλείψεις, η ζωή τους παρέμενε ήσυχη και γεμάτη ανθρωπιά. Οι κάτοικοι του χωριού ένιωθαν ζεστασιά στις σχέσεις τους και στις καθημερινές τους επαφές. Ήταν πάντα έτοιμοι να προσφέρουν πρόθυμα τη βοήθειά τους σε όποιον τη χρειαζόταν. Τα συναισθήματά τους ήταν πιο άμεσα, πιο δυνατά. Η φιλία είχε μεγαλύτερη αξία, γιατί στηριζόταν στην ανάγκη, στην εμπιστοσύνη και στη συντροφικότητα. Η καλοσύνη, η τιμιότητα και η χαρά υπήρχαν σε αφθονία μέσα στο χωριό. Κι ας ήταν τα σπίτια μικρά, έφταναν να χωρέσουν μέσα τους την αγάπη, τη συμπόνια, τη φιλοξενία και την ανθρωπιά. Όταν στο χωριό ερχόταν κάποια λύπη ή κάποια χαρά, δεν ανήκε ποτέ σε έναν μόνο άνθρωπο. Την ένιωθαν και τη μοιράζονταν όλοι οι κάτοικοι. Στις γιορτές και στα πανηγύρια, η αληθινή χαρά απλωνόταν σε κάθε γωνιά του χωριού.
Ανηφορίζοντας από τη δυτική πλευρά του λόφου, με τα πόδια, προς την κορφή του οικισμού, αφήνεις πίσω σου μια συστάδα σπιτιών ομοιόμορφα κτισμένων, το ένα δίπλα στο άλλο. Τα περισσότερα ήταν δίπατα, σκεπασμένα με στέγες από κατακόκκινα κεραμίδια.
Ήταν η γειτονιά με τις οικογένειες των Καραστατήρηδων.
Στην κορφή του λόφου συναντάς τη μικρή εκκλησία, λιτή και ολόασπρη, ανάμεσα στα πεδινά πεύκα. Είναι ο Άγιος Παντελεήμονας.
Κατηφορίζοντας προς τα ανατολικά, φτάνεις σ’ ένα πλάτωμα. Εκεί μπροστά σου βρίσκεται το παλιό ελαιοτριβείο και, σε μικρή απόσταση, πέντε έξι σπίτια, ομοιόμορφα κι αυτά, κτισμένα το ένα δίπλα στο άλλο. Είναι η γειτονιά των Αρώνηδων.
Οι νοσταλγικές αναδρομές έρχονται σαν μυροβόλο αεράκι. Τον δροσίζουν, τον αναζωογονούν και τον τυλίγουν απαλά, σαν αναρριχώμενος κισσός που αγκαλιάζει τον παλιό τοίχο της μνήμης.
Οι σκέψεις του γυρίζουν στα παλιά. Νιώθει βαθιά νοσταλγία και επιθυμεί να ξαναζήσει εκείνο το παραδοσιακό πανηγύρι του Αγίου Παντελεήμονα, που με τόση χάρη γινόταν στη μικρή πλατεία του οικισμού. Κόσμος από όλα τα γύρω χωριά ερχόταν όταν γιόρταζε ο Άγιος. Προσκυνούσαν, προσεύχονταν, έπιναν, γλεντούσαν. Και οι νέοι, ανάμεσα στα τραγούδια και στους χορούς, έψαχναν τις μέλλουσες νύφες τους στου Αγίου το πανηγύρι. Ο Άγιος Παντελεήμονας ακόμη και σήμερα είναι ένα μικρό εκκλησάκι, χτισμένο στο ψηλότερο σημείο ενός υψώματος. Προστάτης και φύλακας του οικισμού, αγναντεύει τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα και τα βουνά του τόπου, περιτριγυρισμένος από τη μοναδική πλατεία του οικισμού, πάνω στον λόφο. Τέτοιες μέρες ολόκληρο το χωριό σηκώνεται στο πόδι. Βουίζει από κίνηση και ζωή και οι καμπάνες του χτυπούν χαρούμενα, ξυπνώντας μέσα του τη νοσταλγία για το παλιό πανηγύρι. Πλήθος κόσμου μαζεύεται στη γιορτή του Αγίου. Τα τραπεζάκια και οι καρέκλες στήνονται από τα χαράματα στον περίβολο του ναού, όταν ακόμη ο νυχτερινός ίσκιος σέρνεται πάνω στην απλωσιά του λόφου. Η γη ανατριχιάζει κάθε τόσο από τις ανάλαφρες ριπές του ανέμου, τα δέντρα θροΐζουν και ο ουρανός παίρνει όλες τις αποχρώσεις του γαλάζιου και του ρόδινου.
Καθώς ο ήλιος ανηφορίζει, η πρωινή άχνα μαζεύεται στις άκρες του ορίζοντα ώσπου χάνεται ολότελα. Και τότε όλα αποθεώνονται μέσα στο χρυσό φως: τα σχήματα, οι όγκοι, οι απλωσιές και τα ψηλώματα, τα σπίτια, τα δέντρα, οι πλαγιές. Τα νερά της μικρής λίμνης αστράφτουν, οι πέτρες και ο αέρας μοιάζουν να λαμπυρίζουν, και γύρω από τον περίβολο του ναού στριμώχνεται ένα πολύχρωμο, γραφικό πλήθος ανθρώπων, σαν μια παλιά ζωγραφιά που ζωντανεύει ξανά μπροστά στα μάτια του.
Του φαίνεται πως είναι ακόμη μικρό παιδί, μια μέρα του Ιούλη, και ολόκληρος ο κόσμος του μοιάζει ευτυχισμένος. Το ακορντεόν και τα βιολιά, με τους χαρούμενους ήχους τους, γεμίζουν τον προαύλιο χώρο της εκκλησιάς. Οι φωτιές από τις ψησταριές φωτίζουν με την κοκκινωπή τους λάμψη και προβάλλουν πάνω στον λευκό ασβέστη του τοίχου τις ευκίνητες φιγούρες των μουσικών, αλλά και τα αναψοκοκκινισμένα πρόσωπα των γυναικών και των αγοριών που γελούν και διασκεδάζουν, χορεύοντας τους παραδοσιακούς χορούς της Πελοποννήσου. Το πανηγύρι κρατά και μοιάζει να μην τελειώνει ποτέ. Συνεχίζεται ακόμη κι όταν τ’ αστέρια έχουν ανέβει ψηλά πάνω από την εκκλησιά, σαν να τα έχει συνεπάρει κι εκείνα ο ρυθμός του χορού, σαν να συμμετέχουν σιωπηλά στη χαρά των ανθρώπων.Σήμερα, κουρασμένος στρατοκόπος της ζωής, σταματά για λίγο στο διάβα του και θυμάται το τότε. Οι παιδικές του αναμνήσεις, σαν μαγευτικές νεράιδες, χορεύουν για λίγο μπροστά του στον δικό τους ρυθμό. Προσπαθεί να ξανανιώσει, να γίνει πάλι παιδί, έστω και μόνο με τη δύναμη της σκέψης. Τα πρώτα χρόνια στην ξενιτιά, η άνοιξη τον αναστάτωνε. Τα όνειρα της ζωής του άνθιζαν μέσα του, όπως οι μοβ περικοκλάδες ανάμεσα στις πέτρες του παλιού νεκροταφείου του χωριού του.
Ήταν μια αδυναμία που περνούσε με τις πρώτες ζέστες του καλοκαιριού και τότε άφηνε τη φαντασία του να ταξιδεύει ολόγυρα, σε τόπους μακρινούς και αγαπημένους, εκεί όπου η μνήμη κρατούσε ακόμη ζωντανές τις εικόνες της πρώτης του πατρίδας.
Θυμάται τα πρώτα εκείνα χρόνια, τότε που ένιωθε απλώς παιδί, χωρίς να γνωρίζει ακόμη τον κόσμο με τις απαιτήσεις και τα βάρη του. Τότε που, αμέριμνο και ξυπόλητο, ξέγνοιαστο και πεινασμένο, γυρνούσε στις γειτονιές, στους δρόμους και στα χωράφια, χωρίς φόβους και χωρίς να λογαριάζει κινδύνους.
Ήταν χρόνια τόσο πλούσια σε φτώχεια.
Ήξερε πως ήταν φτωχοί. Ήξερε πως οι άνθρωποι έπρεπε να δουλεύουν για να ζήσουν. Έβλεπε τους γονείς του να παλεύουν με τη χέρσα γη και καταλάβαινε πως, όταν μεγάλωνε, θα ερχόταν και η δική του σειρά να δουλέψει. Το γνώριζε όπως γνώριζε πως κάθε βράδυ ο ήλιος βασιλεύει και χάνεται πίσω από το Μεγάλο Ρέμα. Το γιατί όμως όλων αυτών δεν μπορούσε ακόμη να το συλλάβει. Στα παιδικά χρόνια όλα τα παίρνουμε όπως φαίνονται. Μαζεύουμε εικόνες, ήχους και χρώματα· ζωγραφιές της ζωής που μένουν βαθιά χαραγμένες μέσα μας. Κι αυτό δεν σημαίνει πως δεν καταλαβαίναμε τον κόσμο. Τον νιώθαμε με έναν άλλον τρόπο. Όχι με τη λογική του μεγάλου ανθρώπου, αλλά με την καθαρή ματιά του παιδιού.
Εικόνες της εποχής, από τότε που μόλις είχε μάθει να περπατά καλά, και στιγμή δεν καθόταν. Έτρεχε μέσα στα πεζούλια και στις πλαγιές και ήταν ελεύθερος σαν τον άνεμο, χαρούμενος σαν την Άνοιξη και ανέμελος σαν το Καλοκαίρι. Ήταν η εποχή που πότιζε το μικρό τους μποστάνι χαμηλά στη ρεματιά, ανάμεσα στα νεροκάλαμα, εκείνο το στενό λουρί γης που τους έδινε τους καρπούς του. Έτρεχε ξέγνοιαστος, τσαλαβουτώντας μέσα στα νερά και στη μαγεία του βρεγμένου χορταριού και της λάσπης, με τα γυμνά του πόδια, το κοντοβράκι του και το μακρύ φτυάρι στα αδύνατα χέρια του. Άλλαζε τα κανάλια του ποτιστικού νερού ανάμεσα στα παρτέρια με τα λαχανικά και στις κολοκυθιές, φορτωμένες με πορτοκαλιά λουλούδια, μεγάλα σαν χάλκινες τρομπέτες. Κι ήταν ευτυχισμένος σαν το πουλί επάνω στο κλαδί του. Τα μεσημέρια του καλοκαιριού καθόταν στον ίσκιο κάτω από τον μεγάλο πλάτανο. Στα κλαδιά του πετούσαν και κελαηδούσαν τα πουλιά, ενώ τα χελιδόνια βουτούσαν χαριτωμένα για να πιουν το δροσερό νερό της λιμνούλας. Τι ήταν τότε ο κόσμος γι’ αυτόν παρά ένα απέραντο περιβόλι; Ένα καταπράσινο και μοσχοβολημένο περιβόλι, όπου η φύση βρισκόταν στο αποκορύφωμα της λάμψης της, λουσμένη στις χρυσές ακτίνες του ήλιου.
Σαν στρέφει προς τα πίσω στο παρελθόν τα μάτια και τη σκέψη του, τον γυρίζουν στα περασμένα και του φέρνουν στον νου εικόνες. Όλα του φαντάζουν σαν ένα ανάγλυφο τοπίο μέσα στην ομίχλη· ό,τι ξεπροβάλλει από τη λησμονιά, ό,τι κατορθώνει να δραπετεύσει από τον χρόνο. Αράθυμος ο νους του περιδιαβαίνει το τοπίο και αφήνεται στον ρεμβασμό, στα «περασμένα κι αλησμόνητα» στιγμιότυπα της εφήμερης ύπαρξής του. Εικόνες παλιές, συννεφιασμένες· άλλες πικρές και άλλες φωτεινές, χαρούμενες, γεμάτες ευτυχία.
Η γαλήνια ομορφιά του τοπίου αναδύεται ξανά μπροστά του, μαζί με τη σιλουέτα του μικρού τους σπιτιού. Στεκόταν στη δυτική πλευρά του Αγίου Παντελεήμονα, στη νοτιοανατολική άκρη του μικρού οικισμού. Ένα μικρό ισόγειο πετρόχτιστο σπίτι με δύο κάμαρες, ασβεστωμένους τοίχους, χρωματιστά πορτοπαράθυρα και κόκκινη κεραμοσκεπή. Ένα ταπεινό σπιτικό, που δε διέθετε τίποτε από την πολυτέλεια του κόσμου, είχε όμως μέσα του όλη τη ζεστασιά της οικογένειας.
Και καθώς η μνήμη το ξαναφέρνει μπροστά του, το σπίτι αυτό, δεμένο αρμονικά με την ομορφιά της φύσης γύρω του, μεταμορφώνεται σε ένα τοπίο μοναδικό· έναν μικρό κόσμο που έκλεινε μέσα του τα πρώτα του βήματα, τις χαρές, τις στερήσεις και την αθωότητα μιας ολόκληρης εποχής.
Εμπρός νότιο-ανατολικά, στο τέλος της αυλής ήταν ένα χαντάκι. Ανάβαθο. Το χαντάκι γεμάτο γκρίζες πέτρες και βράχους. Μερικές γκορτσιές εδώ και εκεί, φραγκοσυκιές στις άνυδρες όχθες του και μερικές συστάδες από σκίνα. Η μια συστάδα σε απόσταση από την άλλη. Με τον ερχομό της άνοιξης θρασομανούν τ’ αγριάγκαθα και το χαντάκι γεμίζει γαλάζιους ίσκιους. Θάμνοι γυμνοί, αγκαθωτοί και ξερά χόρτα που δυναστεύουν το τοπίο. Και για την ανάγκη τους χρησίμευε και για το σκουπίδι. Το σπίτι ταπεινό χαμηλό, με την μεγάλη αυλή του να κοιτά στο νοτιά χωρίς μαντρότοιχο εμπρός του, και με το λίθο-χτισμένο φούρνο στο τέλος της αυλής, δίπλα στη μεγάλη γέρικη αμυγδαλιά που όταν άνθιζε την άνοιξη η αμυγδαλιά ξαναγέμιζε πουλιά. Στη συνέχεια της δυτικής πλευράς του σπιτιού ήταν ένα καλύβι χτισμένο με ξερολιθιά, για αποθήκη χρησίμευε όπου έβαζε η φαμίλια τα φτωχικά εισοδήματα τους, καρπούς, το σιτάρι, το λάδι και το κρασί που έβγαζε η άνυδρη γη τους, «τα λιγοστά χτήματα τους», οι κόποι κι ο ιδρώτας των γονιών του. Πίσω από την αποθήκη, ήταν κι ένα άλλο μεγαλύτερο καλύβι που έβαζαν τα ζωντανά τους, μερικές κότες και γαλοπούλες, δυο κατσίκες, μια γαϊδουρίτσα, το εργαλείο τους στις αγροτικές εργασίες και μεταφορικό μέσο εκείνα τα χρόνια. Αργότερα απέκτησαν κι ένα εξαίσια όμορφο κατάμαυρο άτι μ’ ένα λευκό αστέρι κόσμημα στο μέτωπο. Δυτικότερα στις αποθήκες, στο βάθος ήταν ένα ευρύχωρο και άνυδρο κτηματάκι, μια πεζούλα, περιφραγμένη με ξερολιθιά και φραγκοσυκιές όπου φύτρωναν αγκινάρες και εκεί στον υπαίθριο χώρο οι κότες και τα κοκόρια βοσκούσαν ελεύθερα.
Νοτιοανατολικά, σύνορο με την αυλή του σπιτιού είναι ο χωματόδρομος, στη συνέχεια μια αρκετά δύσκολη κατηφορική διαδρομή, ένα φιδοειδές μονοπάτι, και μετά από  τριακόσια μέτρα περίπου σταματά σ' ένα μικρο διάσελο όπου μια μικρή πηγή ανάβλυζε όλο το χρόνο λιγοστό γάργαρο νερό, διαυγές και κελαρυστό, όμοιο με διάφανο χρυσάφι, μέσα από τα βράχια που σχημάτιζαν έναν κατακόρυφο γκρεμό σαν φυσικό πέτρινο τείχος. Η πηγή αυτή ήταν το μέρος από όπου προμηθεύονταν νερό οι κάτοικοι του οικισμού δυτικά του Αγίου Παντελεήμονα. Σε περιοχές όπου το νερό ήταν δυσεύρετο, ήταν πηγή ζωής για τους ανθρώπους. Το περισσευούμενο είχαν φτιάξει μια ευρύχωρη στεγανοποιημένη τσιμεντένια στέρνα, δίπλα σε μια μεγάλη κλαίουσα ιτιά, και ήταν πολύ σημαντική για τις μικρές υπαίθριες καλλιέργειες κηπευτικών των κατοίκων στην περιοχή του της δυτικής πλευράς του οικισμού. Το έδαφος της περιοχής δεν μπορούσε να συγκρατήσει νερό, απαραίτητο για την ανάπτυξη των καλλιεργειών. Έτσι, οι κάτοικοι είχαν διαμορφώσει αυλάκια με νερό που έφταναν με κατάλληλο σχεδιασμό και με κανάλια πότιζαν τα περιβόλια και τους μπαξέδες στις μικρές πεζούλες τις κατάλληλα διαμορφωμένες για τις καλλιέργειες που απλώνονταν ως την άλλη μεριά της ρεματιάς. Με αυτό τον τρόπο, εξασφάλιζαν το απαιτούμενο πότισμα τόσο στους λαχανόκηπους και τα διάφορα μικρά μποστάνια, όσο και για το πότισμα των οικόσιτων ζώων.
Χάνεται σε σκέψεις και αναμνήσεις! Περασμένη ώρα και του φαίνεται ότι κρατάει έναν πέτρινο τοίχο που καταρρέει και δεν ξέρει αν προτιμότερο θα ήταν όλα να είχαν σκεπαστεί απ' την ομίχλη και όλα να είχαν βυθιστεί μέσα στη λήθη.
( Ω χώματα της γης μου!
Χώμα «Μπουμπουτσελιάνικο»**
πρωτόχωμα
τιτάνια ζύμη του κορμιού μου
του ίδιου μου του ακοίμητου μυαλού!)  Άγγελος Σικελιανός, Λυρικός Βίος Γ΄ 
**Λευκαδίτικο)

Click to Open
Ο Πρωτότοκος υιός. Ο Αλκιβιάδης
.....

Παρασκευή 14 Οκτωβρίου 2022

Klearchos Kai Iokasti

........... Αν είναι αλήθεια πως ο έρωτας ξεκινά με ένα βλέμμα, τότε η ιστορία τους άρχισε κάπως έτσι. Ο Κλέαρχος την πρωτοείδε μια μέρα που η Ιοκάστη κλείνοντας την αυλόπορτα πίσω της και βγαίνοντας στον ζεστό απογευματινό ήλιο, κοιτάει ψηλά τα επιβλητικά κυπαρίσσια που «σκίζουν» τον λαμπερό γαλανό ουρανό και στέκουν περήφανα εδώ κι εκατό χρόνια στην αυλή του σπιτιού της οικογένειάς της. Ήταν ένα από εκείνα τα τυχαία απογεύματα, που το σύμπαν αποφασίζει να σταματήσει τον χρόνο για δύο ανθρώπους. Εκείνη κοίταξε προς την πλευρά του δρόμου, κι εκείνος έτυχε να σηκώσει το βλέμμα ακριβώς εκείνη τη στιγμή. Θαμπώθηκε όταν την πρώτο-είδε. Το βλέμμα κλείδωσε, η καρδιά του έκανε ένα μικρό, αδιόρατο σκίρτημα, και ο κόσμος γύρω του – έγινε μια θολή, ασπρόμαυρη εικόνα. Ήταν μια στιγμή που κράτησε όσο ένας χτύπος της καρδιάς, αλλά του έμοιαζε με αιωνιότητα. Εκείνο το πρώτο, αμήχανο αλλά ηλεκτρισμένο βλέμμα, έγραψε την πρώτη σελίδα μιας ιστορίας που, όπως φάνηκε, ήταν γραφτό να συμβεί.
Κι αν λένε πως τα μάτια είναι ο καθρέφτης της ψυχής, εκείνο το απόγευμα, οι ψυχές τους είχαν ήδη συναντηθεί, πριν καν τα χείλη τους προφέρουν το πρώτο «γεια». 
Όμορφη σαν την Άνοιξη, με τους είκοσι Απρίληδες - ρόδα στα μάγουλά της. Μια γνήσια  ζωγραφιά της γυναίκας του νότιου Πάρνωνα, από τα χωριά του Ζάρακα. Ο Ζάρακας είναι μια ακραία γωνιά της Πελοποννήσου, στο ανατολικό κομμάτι της Λακωνικής γης, στη νοτιότερη απόληξη της ηπειρωτικής Ελλάδας, εκεί όπου τα βουνά συναντούν το Μυρτώο πέλαγος. Κακοτράχαλα βουνά, χαρακωμένα από βαθιά φαράγγια, απόκρημνες ακτές, πέτρινα χωριά σκαρφαλωμένα στις πλαγιές, συκιές, αμυγδαλιές και ελιές σκορπισμένες μέσα σε μια άνυδρη γη που μοιάζει να παλεύει καθημερινά με τον ήλιο. Έναν ήλιο εκτυφλωτικό, αλλά ταυτόχρονα ζωογόνο. Το καλοκαίρι εδώ δεν χαρίζεται. Το λιοπύρι βαραίνει τις πέτρες, η γη διψά και μόνο το αδιάκοπο τραγούδι των τζιτζικιών σπάει τη σιωπή του τοπίου. Μόνο όποιος έχει περπατήσει σ’ αυτά τα χώματα μπορεί να καταλάβει τη δύναμή τους. Γιατί αυτή η γη δεν είναι απλώς ένας τόπος, είναι ζωντανή μαρτυρία μιας ιστορίας αιώνων. Κρατά στις πέτρες της τα ίχνη των ανθρώπων του βουνού, των ξωμάχων, των ανθρώπων που με ιδρώτα και επιμονή πάλεψαν με τη φύση για να επιβιώσουν.Είναι η γη που γέννησε περήφανους ανθρώπους, σκληραγωγημένους από την ανέχεια, αλλά δεμένους βαθιά με τον τόπο τους. Είναι η γη των προγόνων του Αλκιβιάδη.
Η Ιοκάστη πρόσωπο μοναδικό πάνω σε λυγερή κορμοστασιά με σωματικά χαρακτηριστικά αρμονικά δεμένα μεταξύ τους, χωρίς ίχνος έπαρσης. Μια ομορφιά ξεχωριστή, με βλέμμα καθρέφτη της ψυχής. Μια πανέμορφη Σπαρτιάτισσα. Μια φυσική ομορφιά ευλογία και δώρο θεού.
Ψηλή, ευθυτενής, χυτό κορμί χτισμένο σε πόδια δυνατά, πρόσωπο γαλήνιο με σκούρα μελόχρυσα μαλλιά, στη χαίτη απλωμένα και τα μάγουλά της τραγανά, με ρόδινα φεγγίσματα και κερασένια χείλη . Ήταν στο ύψος του, και όπως κι αυτός, είχε περήφανο βάδισμα και ίσια πλάτη.Ο Κλέαρχος νόμισε ότι έβλεπε τον ίδιο τον ήλιο να περνά. Άγρια ομορφιά, ατίθαση κοπέλα με αμαρτωλές καμπύλες. Τα φλογερά αμυγδαλωτά της μάτια αεικίνητα, στέλνουν σινιάλα στον ορίζοντα, σαν φάροι που με πάθος καρτερούν τον ερχομό της νύχτας. Αυτός όταν την είδε, έμεινε άφωνος, κυριολεκτικά ένιωσε την ανάσα του να κόβεται, χάθηκε μέσα στα βλέφαρα της. Βυθίστηκε στο μελένιο βυθό των ματιών της, τα γεμάτα φως και ρέμβη και δεν μίλησε. Δεν ήταν ούτε είκοσι χρονών και ο Κλέαρχος κι είχε δεθεί κόμπος η γλώσσα του μπροστά σ΄ αυτή τη ξεχωριστή ομορφιά.
Την ερωτεύτηκε. Από κείνη τη μέρα στηνόταν στο παράθυρό της και την περίμενε να βγει. Την ακολουθούσε στους δρόμους, στις αγορές και της ζήταγε να γευτεί τον έρωτά του.
Η γλώσσα του λύθηκε. Σαν κρασί από λιαστό σταφύλι ξεχείλισαν τα λόγια του. «Τα όμορφα τα µάτια σου θάλασσα από μέλι σε μια ματιά σου να πνιγώ καθόλου δε µε μέλλει.».
Εκείνη χαμογέλασε ευχαριστημένη με τα λόγια του. Το χαμόγελό της ήταν τόσο εγκάρδιο και ζεστό που θα μπορούσε να λιώσει παγετώνα. Γι αυτόν ήταν ο πιο όμορφος ήχος που είχε ακούσει στη ζωή του. «Και γιατί να πνιγείς;» τον ρώτησε με απίστευτη γλυκύτητα, απλότητα και παιχνιδιάρικη διάθεση. Ο Κλέαρχος δε βιάζεται να της απαντήσει. Αντίθετα, συνεχίζει να την παρατηρεί. Από τόσο μικρή απόσταση που βρίσκονται η Ιοκάστη μπορεί να καταλάβει ότι τα ρούχα παραλλαγής που φορά είναι φθαρμένα αλλά καθαρά, τα μαλλιά του είναι ανακατεμένα αλλά πολύ σέξι, λες και μόλις σηκώθηκε από το κρεβάτι. Στο βλέμμα του υπάρχει μια λάμψη που την αφήνει με την εξής απορία, τελικά τα μάτια του είναι σκούρα μαύρα ή μελιά; Δύσκολο να απαντήσει μέσα σε αυτή την απογευματινή αντηλιά όπως ότι έχει μαύρα μαλλιά. Όχι πολύ μαύρα. Μάλλον σκούρα καφέ. Δεν διαλέγεις το «πότε», δεν διαλέγεις το «πού» και κυρίως δεν διαλέγεις το «ποιον» θα ερωτευθείς. Αυτός είναι ο απαράβατος κανόνας που μάλλον η Ιοκάστη παντελώς αγνοούσε, καθώς από την πρώτη στιγμή που αντίκρισε τα σαρκώδη χείλη και το στιβαρό κορμί του Κλεαρχου έπρεπε να έχει καταλάβει πού πάει να μπλέξει. Το γοητευτικό του πρόσωπο την τράβα σαν μαγνήτης και πριν καλά-καλά προλάβει να συνειδητοποιήσει τι της συμβαίνει, της ξυπνά μία αρχέγονη έλξη που δεν έχει νιώσει ποτέ ξανά. 
Την κοίταζε καταγοητευμένος, εκστασιασμένος και δίχως να πάψει να της χαμογελάει με τα γλυκά του μάτια γεμάτα από επιθυμία, αφήνοντας να φανούν ανάμεσα από τα κόκκινα χείλη τα άσπρα δόντια του λες και ήθελε να τη δαγκώσει. Και εκείνη δεν ένοιωθε ντροπή κάτω από το αδηφάγο βλέμμα του. Αντιθέτως, είχε καιρό να νοιώσει πάνω της αυτό το βλέμμα. Ήρθε κοντά της. Την κοιτούσε βαθιά μέσα στα μάτια. Πλησίασε το πρόσωπο της, χάιδεψε απαλά τα μαλλιά της λέγοντας:  «Καλημέρα ήλιε μου!».
Εκείνο το απομεσήμερο ο ήλιος σαν να άργησε, θαρρείς, να πάει να ξαπλώσει. Οι παπαρούνες του αγρού έκαναν υπόκλιση στην αγάπη που κατέβαινε από τα μάτια στα χείλη τους.
Όμορφος και νέος ο Κλέαρχος, πανέμορφη η Ιοκάστη, ερωτεύτηκαν σφόδρα. Αγαπήθηκαν πολύ για νύχτες και νύχτες.  Ανάσαναν μαζί. Ζούσε ο ένας για τον άλλον και χίλια όνειρα ευτυχίας πλημμύριζαν τη σκέψη τους.
«Κ' όταν θα νιώθεις χαμένη και θα χρειάζεσαι καθοδήγηση, απλώς άκου τις φωνές των προγόνων σου ανάμεσα στο θρόισμα των κυπαρισσιών, να σου τραγουδούν και να σε καθοδηγούν».  Αυτή είναι η Ιοκάστη η μητέρα του Αλκιβιάδη στα είκοσι της χρόνια.
......Την προσοχή της τράβηξε το ξαφνικό άνοιγμα της κλειστής πόρτας. Λουσμένη από κρύο ιδρώτα, κάρφωσε τα μάτια της στην πόρτα και μέσα στο μισοσκόταδο διέκρινε μετά βίας μία όχι και τόσο άγνωστη αντρική φιγούρα.
«Εσύ!» τραύλισε ξέπνοα, «Μα…μα πώς…δεν άκουσα…»
Η Ιοκάστη κυριολεκτικά άκουσε την ανάσα της να κόβεται. Και η ανάσα της είχε τον ήχο μιας αραχνοΰφαντης κουρτίνας που την ανοίγουμε ένα ήρεμο πρωινό για ν’ αφήσουμε να μπει το φως του ήλιου και να ξυπνήσει κάποιον που αγαπάμε πολύ. 
Με δυο δρασκελιές έφτασε ακριβώς δίπλα της και γονάτισε μπροστά στο κρεβάτι. «Συγνώμη», απολογήθηκε, αγγίζοντας απαλά τα καστανά μαλλιά της,  την έπιασε πολύ ελαφρά, τρυφερά από το σαγόνι και έστρεψε το πρόσωπό της προς το μέρος του και την κοίταξε. Σαν να θαύμαζε έναν αριστουργηματικό πίνακα με την πιο λιτή απεικόνιση της αναδυόμενης Αφροδίτης Γάλλου ζωγράφου! «Είσαι υπέροχη. Δεν καταλαβαίνεις πόσο γοητευτική είσαι!» Το πρόσωπο της Ιοκάστης κοκκίνισε, άπλωσε το χέρι της και εντελώς ανεπιτήδευτα άγγιξε ελαφρά το χέρι του Κλέαρχου. Η καρδιά της άρχισε να κτυπάει γοργά σαν άλογο που καλπάζει σε κακοτράχαλα μονοπάτια. Κάποια στιγμή ζεστά δάκρυα άρχισαν να κυλάνε στα μάγουλα της καθώς ο ένας αγκάλιαζε τον άλλον. Τα δάκρυά έγιναν λυγμοί. Δεν είχε κλάψει καθόλου όλο αυτό το διάστημα. Και τώρα μια λέξη ήταν αρκετή για να την κάνει να ξεσπάσει σε δάκρυα του σεβντά και του θανάτου μόνο. Τα χείλη του σκέπασαν τα δικά της. Το φιλί του ήταν απαλό, υπομονετικό. Περίμενε ανταπόκριση από εκείνη. Δεν άργησε να έρθει. Λυγμοί, δάκρυα και φιλιά έγιναν ένα. Τώρα το φιλί είχε γίνει πιο έντονο, πιο απαιτητικό. Και εκείνη απλά υπάκουε. Παραδομένη σ’ αυτή την αναπάντεχη και ξαφνική ηδονή. Τα χέρια του χάιδευαν απαλά το πρόσωπό της, τον αυχένα της. Τα δάχτυλά του βυθίστηκαν στα πλούσια, καστανά μαλλιά της. Άγγιξε τους ώμους της και άφησε τα δάχτυλά του να ταξιδέψουν μέχρι τους καρπούς της και ξανά πάλι προς τα πάνω. Χάιδεψε την πλάτη, τη μέση και τους γοφούς της. Την έσφιξε πιο πολύ πάνω του, κάνοντας το κάθε σημείο του κορμιού της να ακουμπάει πάνω στο δικό του. Ήθελε να γίνουν ένα. Το απαιτούσε, δεν το ζήταγε.Και έτσι να ήταν, εκείνη δεν έφερνε αντίρρηση. Είχε πια αφεθεί ολοκληρωτικά σε εκείνον. Ένοιωσε την έξαψη του και χαμογέλασε. Με μια αποφασιστική κίνηση την πήρε στα χέρια του και την έβαλε να ξαπλώσει. Με γρήγορες κινήσεις απαλλάχτηκε από τα ρούχα του και ξάπλωσε και ο ίδιος. Οι ματιές που αντάλλασσαν ήταν φλογερές, κατ έκαιγαν χωρίς οίκτο σώματα και ψυχές. «Πανέμορφη», μουρμούρισε ο Κλέαρχος βραχνά, αλλά η Ιοκάστη δεν μπορούσε να πει τίποτ’ άλλο γιατί η ηδονή που της χάριζαν τα επιδέξια χέρια του θόλωνε το μυαλό της. «Πανέμορφη, επαναστάτρια και απίστευτα σέξι.» Η Ιοκάστη αναδεύτηκε ανήσυχα πάνω του, μη αντέχοντας άλλο όσα της έκαναν τα χέρια του. «Και ζητούσα απελπισμένα την προσοχή σου!», του υπενθύμισε, τυλίγοντας το ένα της χέρι γύρω απ’ το λαιμό του και τραβώντας τον πάνω της. Και χωρίς να χρειαστεί περισσότερη ενθάρρυνση, ο Κλέαρχος έσκυψε το κεφάλι του και της πρόσφερε όλη την προσοχή που χρειαζόταν, γιατί όταν τα πάντα είχαν ειπωθεί ξεκάθαρα, δεν χρειάζονταν περαιτέρω λόγια.

Η συνέχεια στο...
Click to Open
    mpoumpoutselia
.....

Σάββατο 8 Οκτωβρίου 2022

O Klearchos

....Με τη λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, την Απελευθέρωση και την έναρξη του αιματοβαμμένου Εμφυλίου, η Ελλάδα βρέθηκε ξανά αντιμέτωπη με μια νέα δοκιμασία. Οι σκληρές ένοπλες αναμετρήσεις ανάμεσα στη νόμιμη κυβέρνηση και τον Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας σημάδεψαν μια ολόκληρη γενιά ανθρώπων που μόλις είχαν προλάβει να γνωρίσουν τον πόλεμο και την Κατοχή. Μέσα σε αυτή τη θυελλώδη εποχή ο Κλέαρχος, ο πατέρας του Αλκιβιάδη, είχε μόλις μπει στην άνοιξη των δεκαοκτώ του χρόνων.
Ήταν ένας νέος που δεν είχε προλάβει να χαρεί πραγματικά την παιδική του ηλικία. Τα χρόνια που για άλλους θα ήταν χρόνια παιχνιδιού και ανεμελιάς, για εκείνον είχαν γεμίσει στερήσεις, περιπλανήσεις και αγώνα για επιβίωση. Τώρα, στην ηλικία που ένας άνθρωπος αρχίζει να ονειρεύεται το μέλλον του, η ιστορία τού ζητούσε ξανά να αντιμετωπίσει μια δύσκολη πραγματικότητα. Ο Κλέαρχος δεν μεγάλωσε απλώς μέσα σε μια εποχή αναταραχής. Ήταν παιδί της Κατοχής και νέος του Εμφυλίου. Οι πληγές της οικογένεια του συναντούσαν τις πληγές μιας ολόκληρης χώρας. Εκείνη την εποχή, περιπλανώμενος από τόπο σε τόπο αναζητώντας εργασία και τροφή, ο Κλέαρχος βρέθηκε ξανά κοντά στη γη της καταγωγής του, στις άγονες νοτιοδυτικές πλαγιές του Λακωνικού Πάρνωνα. Ήταν μια περιοχή σκληρή, όπως και η ζωή των ανθρώπων της. Μικρά χωριά, σκαρφαλωμένα στις ορθοπλαγιές της νότιας λακωνικής χερσονήσου, κοντά στο ακρωτήριο Μαλέας, απλώνονταν σε έναν τόπο φτωχό και δύσβατο, όπου η γη έδινε λίγα και ο άνθρωπος έπρεπε να παλέψει πολύ για να επιβιώσει. Χωριά ξεχασμένα στον χρόνο, όπως τόσα άλλα της Ελλάδας στα χρόνια του Εμφυλίου. Σπίτια με βαριές, ασφαλισμένες πόρτες, αυλές κρυμμένες πίσω από μάντρες και φράχτες, παράθυρα μισόκλειστα και κουρτίνες που κουνιούνταν στον άνεμο, σαν να φύλαγαν μέσα τους μυστικά και φόβους. Ήταν ένας κόσμος χωρισμένος. Οι τοίχοι των σπιτιών δεν προστάτευαν μόνο από τον καιρό, πολλές φορές προστάτευαν από την καχυποψία, από τον φόβο και από τις πληγές μιας κοινωνίας βαθιά διχασμένης. 
Και πάνω απ’ όλα υπήρχε η ζέστη του νότου. Όλο τον χρόνο σχεδόν καλοκαίρι. Ο ήλιος αμείλικτος, η κάψα βαριά, η πέτρα να καίει κάτω από τα πόδια των ανθρώπων. Η φτώχεια στα παντοπωλεία, η κυρά που τρέχει φευγαλέα και κρυφά στη συνάντηση με τον εραστή της, τα ξοφλημένα καφενεία όπου είχε λείψει η χαρά και είχε σβήσει νωρίς η φλόγα στα μάτια των γερόντων που παρέμεναν στις ίδιες καρέκλες, εκεί όπου κάποτε αντηχούσαν οι φωνές των ξωμάχων αγροτών. Ένας κόσμος που είχε αλλάξει. Στους δρόμους κυκλοφορούσαν πλέον και οι χωροφύλακες του νέου κράτους, μαζί με τους φόβους, τις υποψίες και τις σκιές που άφησε πίσω του ο διχασμός. Αυτό το τοπίο δεν ήταν απλώς μια εικόνα φτώχειας. Ήταν το αποτύπωμα μιας ολόκληρης εποχής, μιας πρόσφατης ιστορικής περιόδου όπου οι άνθρωποι κλήθηκαν να αντιμετωπίσουν το μεγάλο ερώτημα: πώς θα μπορούσε να ξανασταθεί όρθια η κοινωνική συνοχή μέσα από τα τραύματα και τις πληγές που είχαν αφήσει ο πόλεμος και ο Εμφύλιος.
Και σε αυτή τη δύσκολη προσπάθεια της κοινωνικής ανασυγκρότησης δεν στάθηκαν όλοι με τον ίδιο τρόπο. Υπήρχαν άνθρωποι που πάλεψαν με αξιοπρέπεια, αλλά υπήρχαν και εκείνοι που εκμεταλλεύτηκαν τις νέες συνθήκες, τις φοβίες και τις ανάγκες των άλλων. Κι όμως, μέσα σε όλα αυτά, ο τόπος παρέμενε ένας τόπος ιδιαίτερος. Μια δυσπρόσιτη περιοχή, φωλιασμένη στα βουνά, που είχε κρατήσει κάτι από την παλιά της αυθεντικότητα. 
Δεν υπήρχαν εύκολοι δρόμοι να τη διασχίσεις. Υπήρχαν όμως εκατοντάδες μονοπάτια, χαραγμένα από τα βήματα των ανθρώπων και των ζώων τους. Δεν υπήρχαν μεγαλόπρεπα σπίτια και πλούτη. Υπήρχαν όμως λίγοι ξωμάχοι που αντιστέκονταν στον χρόνο. Άνθρωποι φιλόξενοι και ταπεινοί, κουρασμένοι από τον μόχθο και τις δυσκολίες, αλλά περήφανοι για τη γη τους, την καταγωγή τους και την ιστορία που κουβαλούσαν. Σε αυτόν τον τόπο, ανάμεσα στη σκληρότητα της φύσης και στη σκληρότητα των καιρών, ο Κλέαρχος προσπαθούσε να βρει τον δρόμο του. Στην πρώιμη εφηβική του ηλικία ο Κλέαρχος είχε ήδη γνωρίσει την ορφάνια δύο φορές. Είχε χάσει τη μητέρα του και είχε στερηθεί την παρουσία του πατέρα του. Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, αποχωρίστηκε και τον μεγαλύτερο αδελφό του, ο οποίος έφυγε για τη Στερεά Ελλάδα αναζητώντας μια καλύτερη τύχη και για να εκπληρώσει τη στρατιωτική του θητεία. Έτσι ο Κλέαρχος έμεινε μόνος. 
Συνέχισε τις περιπλανήσεις του στα χωριά της περιοχής, κάνοντας κάθε είδους δουλειά που μπορούσε να βρεθεί μπροστά του. Ήταν ακόμη παιδί, αλλά η ζωή δεν του επέτρεπε να φέρεται σαν παιδί. Έζησε ως εργάτης και κάποτε ως επαίτης. Μάζευε ό,τι μπορούσε από περιβόλια και χωράφια, αναζητώντας κάθε μικρή ευκαιρία επιβίωσης. Υπήρχαν φορές που, μετά από μέρες περιπλάνησης και εξάντλησης, έφτανε μπροστά σε πόρτες σπιτιών και χτυπούσε ζητώντας βοήθεια. Δεν ντρεπόταν να ζητήσει δουλειά. 
Πρόσφερε τα χέρια του για κάθε μικρή εργασία, με αντάλλαγμα ένα πιάτο φαγητό. Ήξερε πως η περηφάνια δεν ήταν να μη ζητάς ποτέ, αλλά να προσπαθείς να σταθείς όρθιος ακόμη και όταν όλα γύρω σου σε έχουν γονατίσει. Πέρασε πολλές μέρες στο χείλος της πείνας. Χρόνια αργότερα θυμόταν εκείνες τις περιπέτειες, όχι μόνο ως στιγμές στέρησης, αλλά και ως χρόνια που τον έμαθαν να αντέχει. Παρά το νεαρό της ηλικίας του, είχε μια ξεχωριστή ικανότητα στη γη. Ήξερε να καλλιεργεί, να παρατηρεί τις εποχές, να αξιοποιεί τη βλαστική περίοδο του τόπου. Η γεωργία δεν ήταν απλώς εργασία γι’ αυτόν, ήταν ένας τρόπος ζωής, μια γνώση που την είχε αποκτήσει από την ανάγκη και την εμπειρία. Η σχολική του μόρφωση κράτησε λίγο. Δεν πρόλαβε να γνωρίσει τον κόσμο των βιβλίων. Ήξερε όμως να γράφει και να διαβάζει, να κάνει τις βασικές πράξεις της αριθμητικής, όσα πίστευε πως χρειαζόταν ένας άνθρωπος για να τα βγάλει πέρα στη ζωή. Το σχολείο το εγκατέλειψε περίπου στα δέκα με έντεκα χρόνια του, όχι επειδή δεν μπορούσε, αλλά επειδή η ζωή τον κάλεσε αλλού. Τον πρώτο καιρό ακολούθησε τον δρόμο του μεγαλύτερου αδελφού του, στους δύσκολους δρόμους της επιβίωσης.
Βρισκόμαστε λοιπόν στα χρόνια 1945-1946. Η Ελλάδα μόλις είχε βγει από τον μεγάλο πόλεμο και βρισκόταν ήδη μπροστά στη νέα δοκιμασία του Εμφυλίου. Μέσα σε αυτή τη δύσκολη εποχή ο Κλέαρχος ήταν μόλις δεκαοκτώ χρονών. Ήταν ένας μελαχρινός, όμορφος νεαρός, με αθλητική κορμοστασιά και τα χαρακτηριστικά εκείνα των ανδρών της Νότιας Ελλάδας. Ένας άνθρωπος που μόλις είχε αφήσει πίσω του την εφηβεία, αλλά η ζωή τον είχε ήδη σκληραγωγήσει. Ήταν άγουρος ακόμη ως άνδρας, αλλά γεροδεμένος, δυνατός και γεμάτος ενέργεια. Οι στερήσεις των παιδικών του χρόνων δεν είχαν σβήσει μέσα του τη ζωντάνια της ηλικίας του. Αντίθετα, η νιότη αναζητούσε τώρα τον δικό της δρόμο. Όπως πολλοί νέοι της εποχής του, ανακάλυπτε τον κόσμο των σχέσεων, της επιθυμίας και του έρωτα. Η ανδρική του παρουσία είχε αρχίσει να γίνεται αισθητή στην τοπική κοινωνία, ιδιαίτερα σε μια εποχή όπου οι ισορροπίες στα χωριά είχαν αλλάξει βαθιά. Στα χρόνια μετά τον πόλεμο, πολλά χωριά είχαν μείνει κυρίως με γυναίκες, νεαρά κορίτσια και παιδιά. Πολλοί άνδρες είχαν χαθεί, είχαν ξενιτευτεί ή βρίσκονταν μακριά, είτε στον στρατό είτε μέσα στις σκληρές συγκρούσεις του Εμφυλίου. Οι γυναίκες που είχαν μείνει πίσω συνέχιζαν τη ζωή. Δούλευαν στα χωράφια, κρατούσαν τα σπίτια, μεγάλωναν παιδιά και προσπαθούσαν μέσα στις δυσκολίες να ξαναβρούν μικρές στιγμές χαράς και ανθρώπινης επαφής. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον ενηλικιώθηκε και ο Κλέαρχος. Η γη, η εργασία, η επιβίωση αλλά και ο έρωτας ήταν όλα μέρος του ίδιου κόσμου που διαμόρφωνε τον χαρακτήρα του. Στα χωριά εκείνης της εποχής ο έρωτας είχε τις δικές του σιωπηλές διαδρομές. Οι άνθρωποι μπορεί να μιλούσαν λίγο γι’ αυτά, όμως όλοι γνώριζαν πως η ζωή δεν σταματούσε επειδή οι άνδρες έλειπαν στον πόλεμο ή στην ξενιτιά.
 Με τη λαϊκή σοφία και το χωρατό τους, οι άνθρωποι παρομοίαζαν πολλές φορές το γυναικείο σώμα με έναν κήπο που χρειάζεται φροντίδα. Οι σύζυγοι ήταν οι φυσικοί «κηπουροί» αυτού του κήπου, όμως όταν εκείνοι έλειπαν για μεγάλα χρονικά διαστήματα, η ανθρώπινη φύση και οι ανάγκες της ζωής δημιουργούσαν τις δικές τους πραγματικότητες. Ήταν μια εποχή αντιθέσεων. Από τη μια η αυστηρότητα των ηθών, η τιμή και το βλέμμα της μικρής κοινωνίας, από την άλλη οι κρυφές επιθυμίες, οι μοναξιές και οι ανάγκες ανθρώπων που προσπαθούσαν να συνεχίσουν να ζουν μέσα σε δύσκολους καιρούς.
Περιπλανώμενος από χωριό σε χωριό, ο Κλέαρχος είχε προσωρινά ριζώσει σε ένα μικρό αγροτοκτηνοτροφικό χωριό του ακρωτηρίου Μαλέα. Εκείνες τις ημέρες τον είχε προσλάβει μια ηλικιωμένη χήρα που ζούσε σ’ ένα παλιό δίπατο σπίτι, με έναν μεγάλο κήπο που κάποτε θα πρέπει να ήταν το καμάρι του σπιτιού, αλλά τώρα είχε αφεθεί στη μοίρα του. Όταν παρουσιάστηκε ζητώντας δουλειά και ένα πιάτο φαγητό, η γυναίκα βρισκόταν ήδη σε απόγνωση. Ο κήπος της είχε γεμίσει αγριόχορτα και χρειαζόταν χέρια πρόθυμα να τον ξαναζωντανέψουν. Η γειτονιά βρισκόταν στο βορειοδυτικό άκρο του χωριού, μακριά από τη φασαρία, απομονωμένη και ήσυχη. Το σπίτι της ξεχώριζε από τα υπόλοιπα. Ήταν το μοναδικό δίπατο κτίσμα στην περιοχή και έμοιαζε να κουβαλάει πάνω του τη μνήμη μιας άλλης εποχής. 
Η χήρα είχε και μια κόρη. Ήταν άγαμη, γύρω στα είκοσι με είκοσι πέντε χρόνια, όπως μπόρεσε να υπολογίσει ο Κλέαρχος. Ένα κορίτσι με λιπόσαρκο κορμί και στεγνό πρόσωπο, σαν να είχε πάνω του αποτυπωθεί η μακρά αναμονή. Περίμενε χρόνια τον άνθρωπο που είχε φύγει στην ξενιτιά. Στην αρχή ίσως περίμενε με πίστη, με την υπομονή εκείνων των γυναικών που μεγάλωσαν με την ιδέα πως η ζωή τους ήταν δεμένη με την επιστροφή κάποιου άλλου.  Όμως τα χρόνια περνούσαν. Έκλαψε μέχρι που τα δάκρυά της στέρεψαν. Μέχρι που η προσμονή κουράστηκε μέσα της. Μέχρι που η καρδιά της, από τόση αναμονή και σιωπή, άρχισε να μοιάζει με έρημο τόπο.
Τον παρακολουθούσε αθέατη από το δωμάτιό της, κρυμμένη πίσω από τις κουρτίνες. Δυο μέρες τώρα τον έβλεπε να δουλεύει ακούραστα στον κήπο που είχε σχεδόν εγκαταλειφθεί. Έσκαβε το χώμα, τακτοποιούσε τα παρτέρια, ξερίζωνε τα αγριόχορτα που είχαν πνίξει τον χώρο, καθάριζε τους λάκκους γύρω από τα δέντρα και πότιζε τις ρίζες τους. Με κάθε κίνηση έμοιαζε να ξαναφέρνει ζωή εκεί όπου ο χρόνος είχε αφήσει τη σιωπή του. Κι εκείνη τον κοιτούσε.
 Ήταν νέος. Ήταν όμορφος. Κι εκείνη, μια μικροκαμωμένη γυναίκα που τα χρόνια της αναμονής είχαν αφήσει πάνω της τα σημάδια τους, ένιωθε παράξενα μπροστά σε αυτή τη ζωντάνια που είχε μπει ξαφνικά στο σπίτι της. Κάποιες στιγμές ευχόταν να ήταν διαφορετική. Λίγο πιο γεμάτη, λίγο πιο δυνατή, σαν τις γυναίκες που φανταζόταν πως τραβούν ευκολότερα τα βλέμματα των ανδρών. Τα μάτια του, σκοτεινά και ζωντανά, περιπλανιούνταν στον χώρο καθώς εργαζόταν. Το πρόσωπό του είχε τη σκληράδα του ανθρώπου που είχε μεγαλώσει με τη γη και τη δυσκολία. Τον παρατηρούσε καθώς έσκυβε στο χώμα, καθώς σηκωνόταν, άλλαζε εργαλεία και σκούπιζε με την ανάστροφη της παλάμης τον ιδρώτα από το μέτωπό του. Και χωρίς να το καταλαβαίνει, δεν παρακολουθούσε πια μόνο έναν εργάτη που περιποιούνταν τον κήπο της. Παρακολουθούσε την επιστροφή μιας ζωής που πίστευε πως είχε τελειώσει.Τον είχε παρατηρήσει πολλές φορές κρυφά. Όχι μόνο για την ομορφιά του νεαρού άνδρα, αλλά γιατί μέσα από τις κινήσεις του έβλεπε κάτι που είχε λείψει από τη ζωή της. Δύναμη, νιότη, παρουσία. Τον έβλεπε να δουλεύει στον κήπο, να σκύβει πάνω από το χώμα, να σηκώνεται κουρασμένος, να σκουπίζει τον ιδρώτα από το μέτωπό του. Κάθε του κίνηση είχε κάτι απλό και φυσικό, κάτι που της θύμιζε πως η ζωή συνέχιζε να κυλά, παρά τα χρόνια που εκείνη είχε μείνει ακίνητη περιμένοντας. Και τότε άρχισαν να ξυπνούν μέσα της σκέψεις που πίστευε πως είχαν πια σβήσει. Σήκωσε το βλέμμα της προς το ηλιοβασίλεμα. Ο ουρανός είχε πάρει εκείνο το βαθύ άλικο χρώμα της ώρας που η μέρα παραδίδεται στη νύχτα. Μέσα σε μια παράξενη ομίχλη της φαντασίας της είδε τον εαυτό της αλλιώς· όχι όπως τον είχε συνηθίσει στον καθρέφτη, αλλά όπως θα ήθελε να είναι.
Είδε μια γυναίκα ζωντανή, ελεύθερη, απαλλαγμένη από την αναμονή και τη σιωπή. Για πρώτη φορά μετά από χρόνια ένιωσε πως μέσα της υπήρχε ακόμη ένας κόσμος που δεν είχε τελειώσει. Επιθυμίες, όνειρα και συναισθήματα που είχαν μείνει κρυμμένα κάτω από το βάρος της καθημερινότητας. Την τρόμαζε αυτή η αλλαγή, αλλά ταυτόχρονα την έκανε να νιώθει ξανά άνθρωπος. Έμεινε για λίγο ακίνητη μέσα στο άδειο δωμάτιο, προσπαθώντας να καταλάβει τι είχε συμβεί. Δεν ήταν μόνο ο νεαρός εργάτης που είχε αναστατώσει τη σκέψη της. Ήταν η ξαφνική ανακάλυψη πως η καρδιά της δεν είχε γεράσει όσο νόμιζε. Κάπου βαθιά μέσα της, κάτω από τη σκόνη των χρόνων και της μοναξιάς, υπήρχε ακόμη μια γυναίκα που περίμενε να ξυπνήσει. 
Η κόρη πίστευε πως είχε καταφέρει να μείνει αθέατη. Δεν είχε καταλάβει όμως πως ο Κλέαρχος το είχε αντιληφθεί από την πρώτη κιόλας μέρα. Είχε προσέξει την ελαφριά κίνηση της κουρτίνας στο παράθυρο, εκείνη τη μικρή αλλαγή που πρόδιδε ένα βλέμμα κρυμμένο πίσω από το ύφασμα. Δεν χρειάστηκε τίποτε άλλο για να καταλάβει. Δεν άλλαξε όμως τη συμπεριφορά του. Συνέχισε τη δουλειά του στον κήπο με την ίδια ηρεμία, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα. Έσκαβε το χώμα, καθάριζε τα παρτέρια, φρόντιζε τα δέντρα και την άφηνε να παρακολουθεί. Ίσως, κατά βάθος, του άρεσε αυτό το σιωπηλό παιχνίδι. Η αίσθηση πως κάποιος τον πρόσεχε, πως η παρουσία του είχε σημασία για έναν άλλο άνθρωπο. Ήταν νέος, γεμάτος ζωή και αυτοπεποίθηση. Είχε μεγαλώσει μέσα στη στέρηση, όμως τώρα ανακάλυπτε τη δύναμη που του έδινε η ηλικία του, η εμφάνισή του, η επίδραση που μπορούσε να έχει στους άλλους. Κάποιες φορές άφηνε σκόπιμα τη σιωπή να κρατήσει περισσότερο. Δεν βιαζόταν. Παρατηρούσε μόνο την κίνηση της κουρτίνας και χαμογελούσε μέσα του. Δεν ήξερε τι ακριβώς σκεφτόταν εκείνη η γυναίκα. Άλλωστε ο άνθρωπος, έλεγε μέσα του, είναι ένας κόσμος δύσκολος να διαβαστεί. Οι επιθυμίες του κρύβονται πίσω από φόβους, αναμνήσεις και ανάγκες που πολλές φορές ούτε ο ίδιος δεν καταλαβαίνει.
Κι έτσι αποφάσισε να περιμένει. Να αφήσει το παιχνίδι να εξελιχθεί με τον δικό της ρυθμό.
«Έχει καταλάβει την κρυψώνα μου», σκεφτόταν η γυναίκα κάθε φορά που εκείνος έστρεφε το σώμα του προς την πλευρά του παραθύρου της. Δεν μπορούσε να είναι σίγουρη. Ίσως ήταν μόνο η φαντασία της, ίσως όμως και όχι. Κάθε του κίνηση τής φαινόταν σαν ένα σιωπηλό μήνυμα που δεν ήξερε αν έπρεπε να αγνοήσει ή να ακούσει. Εκείνος συνέχιζε τη δουλειά του στον κήπο με την ίδια αργή, σταθερή κίνηση. Ήξερε πως πίσω από την κουρτίνα υπήρχε ένα βλέμμα που τον ακολουθούσε, και αυτή η γνώση του έδινε μια παράξενη αυτοπεποίθηση.
Δεν υπήρχαν λόγια ανάμεσά τους. Μόνο μικρές κινήσεις, στιγμές σιωπής και η αίσθηση πως κάτι είχε αρχίσει να γεννιέται χωρίς κανείς από τους δύο να το έχει ομολογήσει. Εκείνη προσπαθούσε να καταλάβει τι συνέβαινε μέσα της. Ήταν η έλξη για έναν νέο άνδρα ή η ξαφνική επιστροφή μιας ζωής που είχε πιστέψει πως είχε τελειώσει; Κι εκείνος, με την απλότητα και την αλαζονεία της νιότης του, αναρωτιόταν πόσο μπορεί να αντέξει ένας άνθρωπος όταν μια ξεχασμένη επιθυμία ξυπνά ύστερα από χρόνια σιωπής. Γιατί ο άνθρωπος δεν είναι πάντα εύκολο να διαβαστεί. Κρύβει μέσα του ανάγκες, φόβους και όνειρα που πολλές φορές ούτε ο ίδιος δεν τολμά να παραδεχτεί.
Από κοντά του φάνηκε διαφορετική απ’ ό,τι την είχε φανταστεί. Ήταν μια γυναίκα που κουβαλούσε πάνω της χρόνια στέρησης και μοναξιάς. Δεν ήταν μόνο η εμφάνισή της· ήταν περισσότερο εκείνη η αίσθηση πως κάποια κομμάτια της ζωής της είχαν μείνει πίσω, σαν να περίμεναν ακόμη να τα αγγίξει κάποιος. Ο Κλέαρχος διέκρινε την αμηχανία της. Έβλεπε μια γυναίκα που ήθελε να πλησιάσει, αλλά ταυτόχρονα φοβόταν τις συνέπειες μιας τέτοιας κίνησης. Η επιθυμία και ο φόβος πάλευαν μέσα της. Για πρώτη φορά ίσως κατάλαβε πως η έλξη δεν ήταν μόνο δύναμη και πάθος. Ήταν και ευθύνη. Ήταν η στιγμή που ο άνθρωπος έπρεπε να μάθει να ξεχωρίζει το δικό του θέλω από το θέλω του άλλου. Και τότε, μέσα στη μνήμη του, γύρισε σε εκείνα τα πρώτα χρόνια της νιότης του, όταν η ζωή του έμοιαζε ένας δρόμος χωρίς κανόνες. Ήταν ένας κόσμος όπου οι άνθρωποι ζούσαν με τα πάθη τους φανερά, αλλά πολλές φορές πλήρωναν ακριβά τα λάθη τους. Οι γυναίκες εκείνης της εποχής κουβαλούσαν μοναξιές που δεν έλεγαν, και οι άντρες μεγάλωναν γρήγορα, μαθαίνοντας τη ζωή μέσα από εμπειρίες που άλλοτε τους ωρίμαζαν και άλλοτε τους άφηναν πληγές. Ο Κλέαρχος δεν ήταν ακόμη ο άνδρας που θα γινόταν. Ήταν ένα παιδί που προσπαθούσε να καταλάβει τον κόσμο, μέσα σε μια κοινωνία φτώχειας, στερήσεων και σιωπηλών επιθυμιών. Αλαφιασμένη, έμεινε για λίγο ακίνητη, σαν να προσπαθούσε να καταλάβει όσα συνέβαιναν μέσα της. Δεν ήταν μόνο η παρουσία ενός άνδρα δίπλα της· ήταν η ξαφνική αίσθηση πως κάποιος έβλεπε τη μοναξιά της, τη σιωπή των χρόνων που είχαν περάσει και την ανάγκη της να νιώσει ξανά ζωντανή. Χωρίς πολλά λόγια, πλησίασε. Άφησε για λίγο την άμυνά της στην άκρη και αναζήτησε μια αγκαλιά, όχι μόνο ως επιθυμία, αλλά ως καταφύγιο. Ήταν η πρώτη φορά που ένιωθε τόσο κοντά σε έναν άνθρωπο, τόσο κοντά σε μια παρουσία που της θύμιζε πως υπήρχε ακόμη μέσα της κάτι που δεν είχε σβήσει. Ο Κλέαρχος την κοίταξε σιωπηλός. Μέσα στη νεανική του αυτοπεποίθηση υπήρχε ακόμη η αμηχανία ενός παιδιού που είχε μεγαλώσει απότομα. Δεν καταλάβαινε ακόμη πως οι άνθρωποι δεν ζητούν μόνο πάθος· ζητούν κατανόηση, τρυφερότητα και την ασφάλεια πως κάποιος τους ακούει. Εκείνη τη στιγμή, ανάμεσα στους δυο τους δεν υπήρχε μόνο έλξη. Υπήρχαν δύο μοναξιές που για λίγο συναντήθηκαν.
Την τρίτη μέρα, αργά το απόγευμα έσπρωξε την πόρτα της αποθήκης ελαφρά, και την άνοιξε αργά-αργά, προσπάθησε οι κινήσεις της να είναι απαλές, να μην κάνει θόρυβο και πριν την κλείσει πίσω της σάρωσε με το βλέμμα τον περίγυρο. Τον βρήκε όρθιο, η σιλουέτα του σκυφτή πάνω από μια λεκάνη νερό να πλένεται και τα νερά να στάζουν από πάνω του, κόμπιασε, είχε παραλύσει. Όχι από φόβο. Αμέσως προχώρησε ευθεία μπροστά κι εκείνος την είδε, δεν έκανε καμία κίνηση, σαν να την περίμενε ανασήκωσε τον κορμό του και την κοίταξε όπως τα αρπακτικά το θήραμά τους. Η μάνα της δεν τη ρώτησε τι έκανε τόση ώρα και γιατί άργησε αδικαιολόγητα, μπήκε στο σπίτι, διότι δεν άντεχε τώρα να κοιτάξει τη μάνα της στα μάτια παρά χώθηκε στην κάμαρά της κι έπεσε ανάσκελα στο κρεβάτι. Φοβόταν μην τυχόν και ανοίξει την πόρτα η μάνα της και τότε θα την άρχιζε στις ερωτήσεις. Αισθάνθηκε την κιλότα της να μουλιάζει από τα υγρά ανάμεσα στα πόδια της είχε ακόμη την αίσθηση του εκεί, χαμηλά. Άκουγε ακόμη τον εαυτό της να ψιθυρίζει με μισόσβηστη και λιγωμένη φωνή. «Μη! σταμάτα σε παρακαλώ!» Μα εκείνος δεν άκουγε τίποτα, ήξερε τι έκανε και το έκανε καλά, σφιχτά όσο έπρεπε, και ήταν τόσο απαλό το χέρι του, πολύ πιο απαλό από την κόχη του κρεβατιού της όπου ξέδινε κάποια πρωινά, μόλις ξυπνούσε, διακριτικά, μην τυχόν και την πάρει είδηση η μητέρα της.
Η μάνα της το έμαθε από τους «καλοθελητές». Σε χωριά με λίγους ανθρώπους, τα μυστικά σπάνια μένουν κρυφά για πολύ. Δεν χρειάζεται να ρωτήσεις· πάντα θα βρεθεί κάποιος να έρθει πρώτος, να χαμηλώσει τη φωνή και να σου διηγηθεί αυτά που «όλος ο κόσμος ξέρει». Και όπως η στάμνα που πηγαινοέρχεται στη βρύση κάποια στιγμή ραγίζει και σπάει, έτσι κι αυτή η ιστορία, με τα πολλά κρυφά βλέμματα και τις ψιθυριστές κουβέντες, δεν μπορούσε να μείνει για πάντα κρυμμένη. Γιατί μια φορά μπορεί να ξεγελάσεις τη μοίρα, δυο φορές μπορεί να σταθείς τυχερός, αλλά η συνήθεια κάποτε προδίδει τον άνθρωπο. Κι έτσι, μια βραδιά, ήρθε η στιγμή που εκείνη που όλοι περίμεναν λιγότερο, αυτή που πίστευε πως γνώριζε καλύτερα την κόρη της, βρέθηκε μπροστά στην αλήθεια. Μια αλήθεια που δεν έφερε μόνο θυμό, αλλά και πόνο, ντροπή και φόβο για το αύριο.
Κοντά στο ηλιοβασίλεμα η γριά μητέρα της τής είπε πως θα πήγαινε στον εσπερινό. Θα αργούσε να επιστρέψει· ήθελε να προσευχηθεί, να μιλήσει με τον Θεό, να βρει λίγη γαλήνη. Της ζήτησε μόνο να προσέχει το σπίτι. Εκείνο το απόγευμα, όταν τον είδε να περνά την αυλόπορτα, δεν ένιωσε πια την ανάγκη να κρυφτεί. Οι κουβέντες τους έγιναν πιο ήρεμες, πιο προσωπικές. Για πρώτη φορά ένιωθε πως κάποιος την άκουγε πραγματικά. Τα μάτια της έλαμπαν και μέσα της πάλευαν η χαρά, ο φόβος και η προσμονή. Τον οδήγησε στο δωμάτιό της. Ήταν η πρώτη φορά που ένας ξένος περνούσε το κατώφλι αυτού του χώρου που τόσα χρόνια φύλαγε τις σιωπές και τα όνειρά της. Ένα απαλό άρωμα από τριαντάφυλλα γέμιζε τον αέρα. Και τότε η ησυχία έσπασε. Η πόρτα άνοιξε απότομα. Φωνές, βαριά βήματα και θυμός γέμισαν το σπίτι. Άνθρωποι οπλισμένοι μπήκαν στην αυλή με άγριες διαθέσεις. Ήταν συγγενείς της, όπως έλεγαν, αλλά πίσω τους ακολουθούσε και η δύναμη της κοινότητας: η «τάξη» του χωριού και ο γραμματέας της κοινότητας. Εκείνη τη στιγμή δεν εισέβαλαν μόνο σε ένα σπίτι. Εισέβαλαν σε μια κρυφή ζωή που μέχρι τότε ανήκε μόνο στους δύο τους.
Ο Κλέαρχος έμεινε ακίνητος, με την αμηχανία ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του. Προσπάθησε να κρατήσει κρυφό το κύμα πανικού που φούσκωνε μέσα του, μα η αγωνία είχε ήδη αρχίσει να τον κυριεύει. Δεν χρειαζόταν πολύ μυαλό για να καταλάβει τις διαθέσεις τους. Τα βλέμματα, οι φωνές, ο τρόπος που στέκονταν απέναντί του, όλα μαρτυρούσαν πως δεν είχαν έρθει για κουβέντα. Η κοπέλα, χωρίς να πει λέξη, κατευθύνθηκε προς την έξοδο. Έκλεισε αθόρυβα την πόρτα πίσω της, αφήνοντάς τον μόνο απέναντι σε ανθρώπους που δεν γνώριζε αν ήθελαν να τον φοβίσουν ή να τον τιμωρήσουν.
Για λίγες στιγμές απλώθηκε στο δωμάτιο μια βαριά σιωπή. Μια σιωπή πιο τρομακτική κι από τις φωνές. Ο Κλέαρχος ένιωθε σαν να είχε ξυπνήσει μέσα σε έναν εφιάλτη. Όσα άκουγε δεν μπορούσε να τα πιστέψει. Μέχρι πριν από λίγο βρισκόταν σε ένα δωμάτιο όπου νόμιζε πως άνοιγε ένας καινούργιος κόσμος μπροστά του· τώρα βρισκόταν αντιμέτωπος με έναν κόσμο γεμάτο απειλές.
Τη σιωπή έσπασε ο γραμματέας της κοινότητας. «Τι κάνουμε μ’ αυτόν;» είπε.Τα λόγια έπεσαν βαριά στον χώρο.
Ο Κλέαρχος ένιωσε ένα κρύο μούδιασμα να απλώνεται μέσα του. Ήξερε πως εκείνα τα χρόνια, σε εκείνους τους τόπους, η ζωή του ανθρώπου μπορούσε να κριθεί μέσα σε λίγα λεπτά. Οι παλιές έχθρες, η ντροπή, η εκδίκηση και ο φόβος μπορούσαν εύκολα να μετατρέψουν μια ανθρώπινη στιγμή σε τραγωδία.
«Κοιμήθηκες με ορφανό, απροστάτευτο κοριτσόπουλο. Κόρη χήρας. Είναι ζήτημα τιμής, θρησκευτικών και ηθικών επιταγών. Ο νόμος της κοινωνίας μας ορίζει πως ο γάμος είναι η μόνη λύση».Τα λόγια τους έπεσαν βαριά μέσα στο δωμάτιο.
Ο Κλέαρχος ήθελε να απαντήσει. Ήθελε να πει πως τα πράγματα δεν ήταν έτσι όπως τα παρουσίαζαν. Πως το κορίτσι δεν ήταν τόσο αθώο και ανυποψίαστο όσο ήθελαν να πιστεύουν. Μα τα χείλη του έμειναν κλειστά. Δεν ήταν η έλλειψη λόγων που τον σταμάτησε. Ήταν η γνώση πως κάθε λέξη του μπορούσε να χειροτερέψει τη θέση του. Ένιωθε την απειλή να σφίγγει γύρω του σαν μέγγενη. Για πρώτη φορά μετά από χρόνια περιπλάνησης και αγώνα για επιβίωση ένιωθε πάλι εκείνο το παλιό συναίσθημα της αδυναμίας. Σαν το ορφανό παιδί που δεν είχε κανέναν να υπερασπιστεί το δίκιο του.
Χαμήλωσε το κεφάλι και κάθισε στον ξηλωμένο καναπέ.
Ήξερε την απάντηση πριν ακόμη του τη ζητήσουν. Τον κανόνα αυτόν τον είχε ακούσει πολλές φορές στη ζωή του. Στους τόπους εκείνους η τιμή της οικογένειας δεν ήταν απλώς μια λέξη· ήταν ένας νόμος βαρύτερος από την προσωπική επιθυμία. Ποιος ήταν λοιπόν αυτός που μπορούσε να αρνηθεί;
Το χέρι του πήρε το χαρτί. Για μια στιγμή δίστασε. Ήταν σαν να υπέγραφε όχι μόνο ένα γάμο, αλλά και την αποδοχή μιας μοίρας που άλλοι είχαν ήδη αποφασίσει γι’ αυτόν.
«Δώστε μου να υπογράψω…» ψέλλισε.
Και ο ίδιος δυσκολευόταν να πιστέψει πως αυτές οι λέξεις βγήκαν από το στόμα του.
Όσο περνούσε η ώρα, το πρώτο μούδιασμα άρχισε να υποχωρεί. Στη θέση του έμενε ένας βουβός, βραδυφλεγής θυμός που μεγάλωνε μέσα του. Δεν ήταν μόνο η οργή για όσα είχαν συμβεί· ήταν περισσότερο η αίσθηση πως κανείς δεν τον είχε ρωτήσει τι ήθελε. Του έδωσαν τα χαρτιά. Τα αμυδρά χαμόγελα στα πρόσωπά τους, που για μια στιγμή μαλάκωναν τη σκληράδα τους, φανέρωναν την ικανοποίησή τους. Για εκείνους η υπόθεση είχε τελειώσει. Η τιμή της οικογένειας είχε αποκατασταθεί, η κοινωνική τάξη είχε ξαναμπεί στη θέση της.
«Όλα εντάξει», έμοιαζαν να λένε. «Δεν έχεις τίποτα να φοβάσαι».
Μα ο Κλέαρχος φοβόταν. Γύρω του δεν υπήρχε ειρήνη. Η χώρα βρισκόταν ακόμη μέσα στον σπαραγμό του εμφυλίου πολέμου. Η ζωή του ανθρώπου μπορούσε να αλλάξει από τη μια στιγμή στην άλλη. Οι ισορροπίες στα χωριά ήταν εύθραυστες και εκείνοι που είχαν δύναμη την χρησιμοποιούσαν χωρίς δισταγμό. Οι άνθρωποι της εξουσίας, ο σταθμάρχης της χωροφυλακής, οι πληροφοριοδότες και όσοι κινούνταν στο σκοτάδι των φόβων της εποχής, δεν ήταν άγνωστοι σε κανέναν. Ο Κλέαρχος ήξερε πως η ζωή του κρεμόταν από λεπτές κλωστές.
Και έτσι, μέσα στη νύχτα, έγινε ο γάμος. Χωρίς γιορτή, χωρίς χαρά, χωρίς εκείνη την προσμονή που συνοδεύει μια τέτοια στιγμή. Με παπά, κουμπάρο και την πόρτα της κοινότητας ανοιχτή για να καταγραφεί αμέσως το γεγονός. Από τη μια στιγμή στην άλλη βρέθηκε παντρεμένος.
Ένας νέος άνθρωπος, που μόλις είχε αρχίσει να γνωρίζει τη ζωή, βρέθηκε δεμένος με μια γυναίκα που δεν είχε επιλέξει και για μια μοίρα που άλλοι είχαν αποφασίσει. Και το πιο βαρύ δεν ήταν ο γάμος. Ήταν πως δεν είχε κανέναν να πει τον πόνο του.
Τον καιρό εκείνο εκτυλίσσεται γύρω του, μια ανθρώπινη τραγωδία, ένας εμφύλιος σπαραγμός, συνθήκες όπου απειλείται η ζωή του καθενός με ευκολία. Και εκείνοι πού 'χαν τον πάνω λόγο (και το πάνω χέρι) στο χωριό τα τελευταία χρόνια, ήταν ο σταθμάρχης της χωροφυλακής και οι χαφιέδες που ποτέ δεν έλειψαν, όπως τώρα που το έκαναν φανερά και φυσικά φοβήθηκε για την ζωή του. 
Άγρια μεσάνυχτα συνοπτικά έγινε γάμος με παπά και κουμπάρο και με την γραμματεία της κοινότητας ανοικτή να δηλωθεί πάραυτα. Από την μια στιγμή στην άλλη βρέθηκε παντρεμένος. Που να πει τον πόνο του; με μια γυναίκα μεγαλύτερη του που δεν την ήθελε. Αξημέρωτα πήγε κρυφά σ' ένα φιλικό του σπίτι, με το γιο αχώριστοι από μικρά παιδιά. Στην ίδια γειτονιά μεγάλωσαν, τα ίδια παιχνίδια έπαιξαν.
Μέσα του έβραζε ο θυμός για την προσβολή που έπαθε και είχε το κεφάλι σκυμμένο και τα μάτια χάμω. Βρίσκει τη λύση στην σιωπή γιατί τον πνίγει η ντροπή του.
Του δάνεισαν το άλογο τους. Ο Κλέαρχος δεν έχασε λεπτό, καβάλησε το άλογο τράβηξε τα χαλινάρια και ξεκίνησε, χωρίς να κοιτάξει πίσω του. Χύθηκε σαν τον άνεμο καλπάζοντας πέρα από τους λόφους πήδηξε πάνω από μια συστάδα θάμνων και χάθηκε μέσα στη βλάστηση και ανάμεσα στα ελαιόδεντρα. 
Έφθασε στους Μολάους. Αναζήτησε βοήθεια και στήριξη από τον αδελφό της θετής μητέρας του. Με τις γνωριμίες του θείου του, στρατολογήθηκε στις παραστρατιωτικές δυνάμεις της περιοχής, στα τάγματα εθνοφυλακής «ΧΙΤΕΣ». Ο Θείος του ήταν μια περίεργη υπόθεση, ένας δύσκολος άνθρωπος, μερακλής, μόρτης, παθιασμένος με τα κουμπούρια και τους τσαμπουκάδες, γνωστός στην περιοχή με το παρατσούκλι «Τσαχλαμπούρης». Μόνο σε φονικά δεν ήταν μπλεγμένος. Μετέπειτα ο «Τσαχλαμπούρης» έγινε ο νονός του Αλκιβιάδη. Ο Κλέαρχος χειρίζεται κι αυτός σαν τον θείο του με ικανότατα τα όπλα. Γενναίος, υγιής από φυσικού του, πολύ σύντομα τον εμπιστεύθηκαν σε μια ομάδα που στρατοπέδευσε στο ορεινό χωριό της οικογένειας της Ιοκάστης. Το σπίτι του παππού ήταν αρκετά μεγάλο, οι παραστρατιωτικοί επίταξαν ένα μέρος του μαζί με τα τρόφιμα, τις προμήθειες και μερικά ζώα του. Οι παρακρατικές αυτές οργανώσεις είχαν  στρατιωτική δομή, αντίστοιχη εκπαίδευση και αυστηρή ιεραρχία. Η οργανωμένη δράση τους ασκούσε εξουσία στις περιοχές τους.  
Αργότερα όταν ο εγγονός του, ο Κλέαρχος τζούνιορ τον ρωτούσε τον παππού του. «Τι έκανες στα νιάτα σου παππού». Αυτός του απαντούσε με μία λιγόλογη και αόριστη αναφορά. «Ήμουν σε μια συμμορία αγόρι μου.» 
Η Ιοκάστη τον μάλωνε. «Σιώπα τι είναι αυτά που λες στο παιδί» Και συμπλήρωνε. «Στρατιώτης στο στρατό ξηράς ήταν καρδούλα μου.»
..... Ο επικεφαλής της οργάνωσης έστειλε μήνυμα στους συγγενείς της κοπέλας και τους απείλησαν ότι εάν τολμήσουν να πειράξουν το παλικάρι του δε θα μείνει πέτρα πάνω στην πέτρα στα σπίτια τους· όλα θα γκρεμιστούν!
Έστειλαν και υστερόγραφο. Ο γραμματέας της κοινότητας και ο παπάς της ενορίας τους να κινήσουν τάχιστα διαδικασίες ακύρωσης του γάμου αυτοδικαίως ως μηδέποτε γενόμενος: να θεωρηθεί ως  «λευκός» γάμος.... και απείλησαν σοβαρά ότι θα κρεμάσουν το γραμματέα στην πλατεία του χωριού, και τον παπά στο καμπαναριό της εκκλησίας.
Από τότε κανείς δεν τολμούσε να τον πειράξει. Τις μέρες εκείνες οι αντίπαλες  παρατάξεις  έκαψαν πολλά σπίτια στα χωριά τους. (ανταρτών, χιτών μεταξύ τους).

Η συνέχεια στο...
Click to Open
Klearchos Kai Iokasti
.....

Τρίτη 4 Οκτωβρίου 2022

Oi Rizes tou... Ap' Tin Paidikotita Stin Efivia!

....Τα χελιδόνια της φωτιάς θάλασσες και αν περνούνε του ριζωμού τα χώματα ποτέ δεν λησμονούνε.
Ι. «Ιοκάστη» — Η μητέρα του 
Μια σπουδαία γυναίκα. Η σιωπηλή ηρωίδα της οικογένειας. Πάντα φρόντιζε τους δικούς της ανθρώπους, βάζοντας σχεδόν πάντοτε τον εαυτό της σε δεύτερη μοίρα. Η αγάπη της δεν ήταν θορυβώδης, ήταν πράξη, ευθύνη και καθημερινή προσφορά.
Για την Ιοκάστη, η μονογαμία δεν ήταν καταναγκασμός ούτε κοινωνική υποχρέωση. Ήταν μια συνειδητή επιλογή ζωής, μια στάση που γεννιόταν από την πίστη, την αφοσίωση και τον σεβασμό προς τον άνθρωπο που είχε διαλέξει να πορευτεί μαζί του.
ΙΙ. «Κλέαρχος».  Ο πατέρας του. Έβλεπε τον κόσμο διαφορετικά. Πίστευε πως η ανθρώπινη φύση δεν είναι από μόνη της μονογαμική και πως η επιθυμία δύσκολα περιορίζεται από κανόνες ή συμβάσεις. 
Συχνά συνήθιζε να λέει: «Η μονογαμία δεν είναι έμφυτο χαρακτηριστικό του ανθρώπου. Είναι μια απόφαση που κάποιοι παίρνουν και κάποιοι άλλοι αδυνατούν να υπηρετήσουν.»
ΙΙΙ. «Αλκιβιάδης»  Από την παιδικότητα στην εφηβεία 
Ανάμεσα σε δύο τόσο διαφορετικούς κόσμους μεγάλωνε ο Αλκιβιάδης. Από τη μια, η μητέρα του, που πίστευε πως η αγάπη είναι αφοσίωση. Από την άλλη, ο πατέρας του, που θεωρούσε πως η ανθρώπινη φύση δύσκολα φυλακίζεται μέσα σε μία μόνο  σχέση. Χωρίς ακόμη να το γνωρίζει, η εφηβεία θα τον ανάγκαζε να αναζητήσει τις δικές του απαντήσεις. Όχι για να δικαιώσει τον έναν ή τον άλλον, αλλά για να ανακαλύψει ποιος πραγματικά ήταν ο ίδιος.......
Με αυτή την πίστη επιστρέφει στα χρόνια της παιδικότητας και της εφηβείας. Όχι για να εξιδανικεύσει το παρελθόν, αλλά για να περισώσει τους ανθρώπους, τις στιγμές και τις αξίες που τον διαμόρφωσαν.
Οι αναμνήσεις του δεν είναι μόνο δικές του. Είναι πολύτιμα θραύσματα της ιστορίας της οικογένειας του. Προσπαθεί να τις διασώσει από τη λήθη, υπακούοντας στην προτροπή του ποιητή.
«Τούτο μόνο να ξέρεις:
ό,τι σώσεις μες στην αστραπή,
καθαρό στον αιώνα θα διαρκέσει
και θα διαρκέσει σε χρόνους τακτούς,
όσους η γνώση ορίζει…»
Τα χρόνια περνούν και, στο διάβα τους, σαν ορμητικά ποτάμια, παρασύρουν καθετί που εμείς οι άνθρωποι αφήνουμε να χαθεί στο ρεύμα του χρόνου. Άτιμο πράγμα η νοσταλγία...Ο τόπος όπου ο άνθρωπος αντίκρισε το πρώτο φως της ζωής και έζησε τα παιδικά του χρόνια μένει βαθιά ριζωμένος μέσα του. Λένε πως στα πρώτα χρόνια της ζωής μας αποθηκεύονται περισσότερες εικόνες και βιώματα απ' όσα σε όλες τις κατοπινές δεκαετίες. Λένε ακόμη πως τα παιδικά μας χρόνια είναι η αληθινή μας πατρίδα.
Η ίδια η λέξη νοσταλγία γεννήθηκε από το «άλγος του νόστου»· είναι ο πόνος που προκαλεί η ακατανίκητη επιθυμία της επιστροφής στον γενέθλιο τόπο, στον χαμένο παράδεισο της παιδικής ηλικίας. Δεν είναι τυχαίο ότι, τον δέκατο έβδομο αιώνα, η νοσταλγία θεωρούνταν μια ήπια μορφή ψυχικής νόσου, συγγενική με τη μελαγχολία. Οι γιατροί της εποχής πίστευαν πως ο αβάσταχτος πόθος της επιστροφής στην πατρίδα μπορούσε, σε ακραίες περιπτώσεις, να οδηγήσει ακόμη και στον θάνατο.
Ίσως γι' αυτό, όσο μεγαλώνει ο άνθρωπος, τόσο συχνότερα επιστρέφει με τη μνήμη του στα πρώτα του χρόνια. Εκεί, όπου όλα ξεκίνησαν. Εκεί, όπου βρίσκονται οι ρίζες της ζωής του.
Ο νόστος για το παρελθόν ξυπνά στον Αλκιβιάδη μια βαθιά δίψα επιστροφής στις ρίζες του. Η μνήμη, όμως, δεν είναι ποτέ ένας αδέκαστος μάρτυρας. Εξωραΐζει, λειαίνει τις γωνίες του χρόνου και, πολλές φορές, πλάθει μια εικόνα διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έζησε. Η νοσταλγία χτυπά αδιάκριτα το μυαλό και την καρδιά του για κάτι που έχασε, αλλά ποτέ δεν ξέχασε. Τον κάνει να αφουγκράζεται και να νοσταλγεί τόπους, χρώματα και μυρωδιές· τον αέρα που πρωτοανάσανε, το φως που πρωτοαντίκρισε και την παιδική ζωή που έζησε στις βουνοπλαγιές, μυρωμένες από θυμάρι και καψαλισμένα αγκάθια.
Κοιτάζοντας αναδρομικά τη ζωή του, ο Αλκιβιάδης ένιωθε πως όλα τα σκέπαζε μια χρυσή βροχή αναμνήσεων, που ερχόταν να ταράξει τα στάσιμα νερά της λήθης.
Λες και ήταν χθες.
Δεν ήταν, βέβαια.
Θυμήθηκε μια ιστορία που του είχε διηγηθεί κάποτε ο γέρος παππούς του. Παραπονιόταν πως η ζωή είχε περάσει τόσο γρήγορα, ώστε του φαινόταν πως μόλις χθες ήταν παιδί.
«Θυμάμαι τα καινούργια παπούτσια που φόρεσα όταν ήμουν δέκα χρονών», του είχε πει. «Μου φαίνεται σαν να ήταν χθες. Πού πήγε ο χρόνος;» Κανείς δεν μπόρεσε ποτέ να απαντήσει σ' αυτή την ερώτηση.
Ο χρόνος συνεχίζει ακούραστος το αιώνιο ταξίδι του, αφήνοντάς μας πίσω να ζούμε με τις αναμνήσεις μας·άλλοτε γλυκές σαν χάδι και άλλοτε πικρές σαν πληγή. Ίσως, τελικά, αυτές οι αναμνήσεις να είναι το μόνο κομμάτι του παρελθόντος που κατορθώνει να νικήσει τη λήθη.
Κάθε αναδρομή σε ό,τι βρίσκεται θαμμένο στους απέραντους κάμπους του χρόνου είναι συγκινητική. Οι μνήμες αυτές δεν πρέπει να φθείρονται· αξίζει να διατηρούν αναλλοίωτη την ομορφιά και την αλήθεια των χρόνων που τις γέννησαν. Τότε που παιδιά αμέριμνα και ξυπόλητα, ξέγνοιαστα και πεινασμένα, γύριζαν στις γειτονιές, στους χωματόδρομους και στα χωράφια, χωρίς να λογαριάζουν φόβους και κινδύνους. Τότε που τα χρόνια ήταν τόσο πλούσια... σε φτώχεια.
Έχει περάσει πολύς καιρός από τότε. Από τα δύσκολα χρόνια της ελληνικής υπαίθρου, από τα χρόνια της μεγάλης μετανάστευσης, όταν οι άνθρωποι των χωριών, σαν τα αποδημητικά πουλιά, σκόρπισαν στους ορίζοντες των μεγάλων αστικών κέντρων, αναζητώντας μια καλύτερη ζωή.
Τι ήταν εκείνο που τους ξερίζωνε από τον τόπο τους, δεν ήταν δύσκολο να το μαντέψει κανείς. Ήταν η φτώχεια, η έλλειψη προοπτικής, η ανάγκη να επιβιώσουν και να προσφέρουν στα παιδιά τους ένα αύριο που ο τόπος τους αδυνατούσε να τους χαρίσει.
Υπάρχουν στιγμές που πασχίζει να αποστάξει ακόμη και τις τελευταίες σταγόνες της μνήμης. Να τις σπείρει στο λευκό χαρτί, με την ελπίδα πως θα ξαναφυτρώσουν, θα βλαστήσουν και θα ζωντανέψουν ξανά τους ανθρώπους, τους τόπους και τις στιγμές που ο χρόνος προσπάθησε να σβήσει. Ταράζει τα νερά της μνήμης του και της ζητά να διαλέξει, σχεδόν στα τυφλά, μια ιστορία από εκείνες που έζησε. Μια ιστορία πλασμένη με υλικά από τη δική του ζωή, αλλά και από τις ζωές των ανθρώπων που πορεύτηκαν δίπλα του. Ίσως ο καθένας αναγνώστης να ανακαλύψει μέσα της ένα δικό του νόημα, ίσως διαβάσει, ανάμεσα στις γραμμές, και ένα κομμάτι της δικής του ζωής.
Θυμάται τις φτωχικές γειτονιές όπου μεγάλωσε, ίδιες μ' εκείνες που ζωντανεύουν στις παλιές ασπρόμαυρες ελληνικές ταινίες. Η ανάγκη της επιβίωσης ήταν η πρώτη έγνοια των ανθρώπων. Κι όμως, μέσα στην ανέχεια άνθιζαν η αλληλεγγύη, η φιλία, ο έρωτας και η αφύπνιση της ερωτικής 
επιθυμίας. Όλα αυτά ύφαιναν τους αόρατους δεσμούς που κρατούσαν ενωμένες τις οικογένειες και ολόκληρη τη γειτονιά.
Συχνά ο νους μας επιστρέφει στα πρώτα χρόνια της συνειδητής μας ζωής, τότε που ο κόσμος άρχισε να αποκτά σχήμα, πρόσωπα και νόημα. Είναι εκείνα τα χρόνια που αφήνουν τα βαθύτερα αποτυπώματα στην ψυχή, γιατί τότε γεννιούνται οι πρώτες μεγάλες συγκινήσεις, οι πρώτες φιλίες, οι πρώτες απώλειες και τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα.
Ο Αλκιβιάδης δεν γνωρίζει γιατί, αλλά κάθε φορά που αφήνεται στη νοσταλγία, οι μνήμες του έχουν το χρώμα του τέλους του καλοκαιριού. Του θυμίζουν εκείνη τη μοναδική μυρωδιά που αναδύεται από τη διψασμένη γη όταν πέφτουν οι πρώτες σταγόνες της βροχής. Έτσι αναδύονται κι από μέσα του οι εικόνες των παιδικών και νεανικών του χρόνων, μαζί με τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα που τον συνόδευσαν στο πέρασμά του προς την ενηλικίωση. 
Στις σελίδες που ακολουθούν επιχειρεί να ιστορήσει πρόσωπα, γεγονότα και καταστάσεις που έζησε ή παρατήρησε στον μικρόκοσμο όπου μεγάλωσε και ανδρώθηκε. Ιδιαίτερη θέση κατέχουν οι ερωτικές σχέσεις, τα σαρκικά πάθη και οι επιθυμίες των ανθρώπων της εποχής, όχι ως διάθεση σκανδαλοθηρίας, αλλά ως αναπόσπαστο κομμάτι της ανθρώπινης φύσης και της κοινωνίας που διαμόρφωσε τον ίδιο και τα πρώτα του βήματα στον κόσμο του έρωτα.
Το μυαλό του ξεκινά ένα μεγάλο ταξίδι αναμνήσεων. Αφετηρία του είναι ο τερματικός σταθμός του σήμερα, στην ηλικία των εξήντα δύο χρόνων, μέσα στη βοή της μεγαλούπολης. Προορισμός του, οι ρίζες του· τα παιδικά του χρόνια στο χωριό. Ο νους ταξιδεύει πίσω, στα ανύποπτα χρόνια της αθωότητας. Με νοσταλγία αναπολεί τις ευτυχισμένες στιγμές που έζησε στο αγαπημένο χωριό του σοφού παππού του από τη μεριά της μητέρας του.
Ήταν πριν από πενήντα σχεδόν χρόνια. Τα καλοκαιρινά απογεύματα περνούσαν αργά, μέσα σε ατέλειωτες ώρες συζητήσεων και ξεγνοιασιάς, εκεί, στη δυσπρόσιτη μα και μαγευτική περιοχή του Ζάρακα, στα Καρήκια, όπου η οικογένεια διατηρούσε τα μαντριά της.
Ο παππούς του δεν του αφηγούνταν απλώς την ιστορία του έθνους. Την ερμήνευε. Την εξηγούσε. Φώτιζε τις αντιθέσεις της και του έδειχνε πώς το παρελθόν συνομιλεί με το παρόν και προετοιμάζει το μέλλον.
Ο Αλκιβιάδης τον άκουγε μαγεμένος. Ευαίσθητος και παρατηρητικός, ρουφούσε κάθε του λέξη, κάθε εικόνα, κάθε σιωπή, σαν σφουγγάρι που απορροφά το νερό.
Σήμερα, που και  ο ίδιος είναι πια παππούς, αντιλαμβάνεται ακόμη περισσότερο το ανεκτίμητο δώρο που του χάρισε εκείνος ο άνθρωπος. Και προσπαθεί να οικοδομήσει με τα μικρά εγγόνια του την ίδια μοναδική σχέση, ελπίζοντας πως κάποτε κι εκείνα θα θυμούνται τις δικές τους καλοκαιρινές συζητήσεις με την ίδια τρυφερότητα και ευγνωμοσύνη.
Ο παππούς του, ο πατέρας της μητέρας του, ήταν ένας αυτάρκης αγρότης και κτηνοτρόφος από τα ορεινά χωριά του Πάρνωνα. Άνθρωπος του μόχθου, με βαθιά αγάπη για τη γη και την πατρίδα του. Η οικογένειά του είχε πάρει ενεργό μέρος στην Εθνική Αντίσταση και, όπως ο ίδιος διηγούνταν, μετά τον πόλεμο γνώρισε τη σκληρή εκδίκηση. Οι περιουσίες τους λεηλατήθηκαν και παραδόθηκαν στη φωτιά, αφήνοντας πίσω μόνο στάχτες και μνήμες.
Ήταν ένας γνήσιος, ρομαντικός χωρικός του Ζάρακα. Με αραιή γενειάδα, αρβανίτικη προφορά, γαλήνιο βλέμμα και μια ζεστή καλοσύνη που φώτιζε τα λεπτά χαρακτηριστικά του προσώπου του.
Ο Αλκιβιάδης τον άκουγε πάντα με ανοιχτό το στόμα. Ο παππούς χαιρόταν να αναπολεί και να αφηγείται τις εμπειρίες και τα βιώματά του από τα ταραγμένα χρόνια της εποχής του, αλλά και τις μνήμες που κουβαλούσε από τη Μικρασιατική Εκστρατεία. Δεν αφηγούνταν μόνο γεγονότα· μετέδιδε έναν  τρόπο να βλέπει την ιστορία και τη ζωή.
Ο παππούς είχε πολεμήσει στην πρώτη γραμμή, στη μάχη του Σαγγάριου ποταμού. Έμεινε στο μέτωπο μέχρι το τέλος της Μικρασιατικής Εκστρατείας και έζησε από κοντά την οδυνηρή πορεία της υποχώρησης.
Συχνά διηγούνταν στον Αλκιβιάδη εκείνον τον μαύρο Αύγουστο του 1922. Θυμόταν την εξάντληση των στρατιωτών, την αγωνία της επιστροφής, τον πανικό και την απελπισία. Μιλούσε για τη μοναδική στρατιωτική φάλαγγα που, υπό τον συνταγματάρχη Γαρδίκα, κατόρθωσε να διαφύγει την αιχμαλωσία, ενώ οι περισσότερες άλλες κυκλώθηκαν και παραδόθηκαν στον εχθρό.
Για εκείνον, όμως, η μεγαλύτερη πληγή δεν ήταν η στρατιωτική ήττα. Ήταν ο ξεριζωμός. Ήταν η καταστροφή της Σμύρνης και το τέλος ενός ολόκληρου κόσμου. «Τίποτε δεν έμεινε όρθιο», έλεγε. «Ό,τι αγαπήσαμε έγινε στάχτη.»
Όταν μιλούσε για εκείνα τα χρόνια, η φωνή του άλλαζε. Θυμόταν τους συντρόφους που χάθηκαν, τις χαμένες πατρίδες και τις αποφάσεις των ισχυρών που, όπως πίστευε, οδήγησαν τον ελληνικό στρατό και τον λαό στην καταστροφή. Αναφερόταν συχνά και στις μεγάλες δυνάμεις της εποχής, τις οποίες θεωρούσε ότι υπηρετούσαν πάντοτε τα δικά τους συμφέροντα, αδιαφορώντας για το τίμημα που πλήρωναν οι μικροί λαοί. Και στο τέλος γύριζε προς τον εγγονό του, τον κοιτούσε στα μάτια και του έλεγε: «Και όχι μόνο σε μας, σταυραετέ μου. Και όχι μόνο σε μας. Οι μεγάλοι πάντοτε βρίσκουν τρόπο να σπέρνουν τον πόλεμο, την πείνα και την εξαθλίωση. Μα να θυμάσαι κάτι. Του Έλληνα ο σβέρκος δεν ανέχεται για πολύ τον ντορβά. Το έχει αποδείξει η ιστορία μας.»
Ο παππούς, όπου κι αν στεκόταν, γέμιζε τον τόπο με την παρουσία του. Δεν ήταν άνθρωπος των μεγάλων γραμμάτων· ήταν άνθρωπος της ζωής. Κουβαλούσε μέσα του μια σπάνια σοφία, γεννημένη από τον μόχθο, τους πολέμους, τις αδικίες και τις ήττες που είχε γνωρίσει. Κάποιες φορές δυσκολευόταν να βρει τις κατάλληλες λέξεις, γιατί όσα ήθελε να πει ήταν περισσότερα απ' όσα μπορούσε να χωρέσει η γλώσσα.
Οι ιδέες του ήταν ελεύθερες, σχεδόν αναρχικές, όχι επειδή τις είχε διαβάσει σε βιβλία, αλλά επειδή τις είχε πληρώσει με τη ζωή του.
«Να μη φοβάσαι, γιε μου», έλεγε στον Αλκιβιάδη. «Να μη φοβάσαι να αμφισβητήσεις όσα σου παρουσιάζουν σαν αιώνιες αλήθειες. Οι κοινωνίες προχωρούν μόνο όταν οι νέοι τολμούν να παραβούν τα όρια που τους επιβάλλει η κατεστημένη τάξη. Και να κάνεις παρέα με ανθρώπους που έμαθαν να ζουν τη ζωή, όχι να την κοιτούν από μακριά ζηλεύοντας εκείνους που τη ζουν.»
Ύστερα σώπαινε για λίγο, σαν να τακτοποιούσε τις σκέψεις του, και συνέχιζε: «Να γνωρίζεις, γιε μου, πως άλλοτε οι άνθρωποι πίστευαν ότι η μοίρα τους ήταν δεμένη με τους θεούς και τ' άστρα. Σήμερα οι θεοί άλλαξαν όνομα. Αν παρατηρήσεις την ιστορία, κάθε εποχή έχει τα δικά της ιερά σύμβολα, τα δικά της μαγεμένα αντικείμενα, που χωρίζουν τον κόσμο της εξουσίας από τον κόσμο των ανθρώπων. Άλλοτε ήταν το στέμμα, ο θρόνος ή το στεφάνι. Σήμερα είναι άλλες δυνάμεις. Το πρόσωπο που 
κατέχει την εξουσία είναι πάντοτε φθαρτό. Εκείνο που μένει είναι το σύμβολο και ο μηχανισμός της εξουσίας. Κι όπως κάποτε οι άνθρωποι απέδιδαν στους θεούς την κρίση της μοίρας τους, έτσι σήμερα πολλοί παραδίδουν τη ζωή τους σε μια νέα, αόρατη θεότητα: στις αγορές. Τις αντιμετωπίζουν σαν υπερβατικές δυνάμεις, λες και βρίσκονται πάνω από τον άνθρωπο και όχι στην υπηρεσία του.»
Ωστόσο, όσο μιλούσε, τόσο λησμονούσε το παρόν. Το βλέμμα του ξαστέρωνε και το πρόσωπό του έπαιρνε ένα παράξενο φως, σαν να ξαναζούσε όσα αφηγούνταν.
Δεν διηγούνταν απλώς ιστορίες από τη ζωή του. Μετέδιδε έναν τρόπο να βλέπει τον κόσμο. Οι αναμνήσεις του ήταν η συμπυκνωμένη σοφία μιας εποχής όπου οι άνθρωποι είχαν ακόμη τον χρόνο να
κάθονται στις αυλές και να κουβεντιάζουν με τις ώρες.
«Να το ξέρεις, γιε μου», του έλεγε. «Σε όλα τα μέρη του κόσμου τα πάθη είναι ίδια. Οι άνθρωποι αλλάζουν γλώσσα, χρώμα και συνήθειες, όμως οι επιθυμίες, οι φόβοι, οι αξίες και οι αγωνίες τους μένουν ίδιες. Μόνο ο τρόπος που τις ζουν αλλάζει. Αυτό που μας γοητεύει είναι μια ζωή χωρίς σύνορα. Κι όμως, κάθε σύνορο που περνάμε γεννά ένα καινούργιο. Έτσι συνεχίζεται το ταξίδι του ανθρώπου. Με την ψυχή του να καταπίνει την πίκρα και να κυνηγά τη χαρά. Κι αν ο άνθρωπος δεν ξεχνούσε, γιε μου, δεν θα μπορούσε να συνεχίσει να ζει.»
Κι ύστερα, εκεί που νόμιζες πως τελείωσε η φιλοσοφία, χαμογελούσε πονηρά, έσκυβε προς το μέρος 
του και, με τον αθυρόστομο αλλά απολύτως φυσικό τρόπο των παλιών χωρικών, συμπλήρωνε: «Και να θυμάσαι και κάτι ακόμα, γιε μου. Όλα τα μουνιά είναι όμορφα. Με τρίχες ή χωρίς, με σημάδια ή όχι, μικρά ή μεγάλα. Όπως και να 'ναι... αρκεί να τα ποτίζεις σωστά.»
Και ξεσπούσε σ' εκείνο το τρανταχτό, αυθεντικό γέλιο που μόνο οι άνθρωποι που είχαν αντικρίσει κατάματα τη ζωή και τον θάνατο μπορούσαν ακόμη να χαρίζουν.
Πολλές φορές το σκερτσόζικο, ακαταμάχητο χιούμορ του, μαζί με τις αλλεπάλληλες γκριμάτσες που ζωγράφιζαν το  πρόσωπό του, τον έκανε να ξεσπά σε γέλια.
Ο Αλκιβιάδης δεν αισθάνθηκε ποτέ ούτε πολύ κοντά ούτε πολύ μακριά από τις αναρχικές ιδέες του παππού του. Κάτι όμως από εκείνον ρίζωσε βαθιά μέσα του και εξακολουθεί να τον συνοδεύει μέχρι σήμερα.
«Να μάθεις να διαβάζεις όσα κρύβονται πίσω από αυτά που σου λένε οι άνθρωποι», τον συμβούλευε. «Και ακόμη περισσότερο, να διαβάζεις όσα κρύβονται πίσω από τα ίδια τα βιβλία. Γιατί ούτε οι άνθρωποι ούτε τα βιβλία λένε πάντοτε ολόκληρη την αλήθεια.»
Ήταν μια συμβουλή που δεν τον καλούσε να δυσπιστεί απέναντι στη γνώση, αλλά να μη σταματά ποτέ να σκέφτεται, να αμφισβητεί και να αναζητά μόνος του την αλήθεια.
Δεν θα ήταν δίκαιο να αδικήσει τη γιαγιά του.
Νέα ακόμη, ήταν μια επαναστάτρια της ζωής. Ψηλή, στητή σαν κυπαρίσσι, με αρχοντική θωριά και βλέμμα που απέπνεε περηφάνια και αξιοπρέπεια. Λεβέντισσα και αρχόντισσα μαζί, με καθαρό μυαλό και ψυχή που δεν λύγιζε εύκολα. Ατένιζε τη ζωή αγέρωχα, χωρίς φόβο και χωρίς μικρότητα.
Ήταν αγράμματη· δεν είχε περάσει ποτέ το κατώφλι του σχολείου. Είχε όμως τη σοφία που αποκτούν οι άνθρωποι όταν ζυμώνονται καθημερινά με τον μόχθο, τις δυσκολίες και τους αγώνες της ζωής. Πλούσια δεν υπήρξε ποτέ. Διέθετε, όμως, έναν πλούτο που δεν μετριέται με χρήματα: τον πλούτο της ψυχής. Ήταν γεμάτη αγάπη για τους ανθρώπους, και αυτό φαινόταν παντού· στο βλέμμα της, στον λόγο της, στις πράξεις της και στον τρόπο που στεκόταν δίπλα σε όποιον είχε ανάγκη.
Η γιαγιά του κουβαλούσε μέσα της μια ιστορία που έμοιαζε περισσότερο με θρύλο παρά με πραγματικότητα.
Σε μία από τις διαδρομές της από τα Καρήκια προς τη Ρειχιά, ενώ βρισκόταν στις τελευταίες ημέρες της εγκυμοσύνης της, δεν έμεινε στο σπίτι να περιμένει τον τοκετό. Όπως τόσες άλλες φορές, πήρε τον γνώριμο μουλαρόδρομο. Όταν έφτασε στη θέση «Ράχη του Μίνι», την έπιασαν οι πόνοι της γέννας. Εκεί, καταμεσής του μονοπατιού, χωρίς καμία ανθρώπινη βοήθεια, έφερε στον κόσμο τα δίδυμα παιδιά της. Μόνη της έκοψε τους ομφάλιους λώρους, τύλιξε τα νεογέννητα στην ποδιά της και, βρίσκοντας δυνάμεις που μόνο η μάνα γνωρίζει από πού τις αντλεί, συνέχισε τον δρόμο της μέχρι το χωριό, διανύοντας περίπου έξι χιλιόμετρα. Κι όταν έφτασε, δεν την περίμεναν γιατροί ούτε νοσοκόμες. Την υποδέχθηκαν οι γειτόνισσες, με τη λαϊκή γνώση, την εμπειρία και τα λιγοστά πρακτικά μέσα που διέθεταν για να φροντίσουν τη λεχώνα και τα νεογέννητα.
Τι άλλο θα μπορούσε να ονομάσει κανείς αυτή τη γυναίκα, αν όχι γενναία; Ήταν μια σκληροτράχηλη αγρότισσα και κτηνοτρόφος του Ζάρακα. Μια λεβεντομάνα που μεγάλωσε τα παιδιά της με τον ιδρώτα του προσώπου της, με κόπους, στερήσεις και ατέλειωτο μόχθο. Έζησε έναν ολόκληρο αιώνα και έφυγε από τη ζωή πλήρης ημερών, έχοντας συμπληρώσει εκατό χρόνια.
Αναζητώντας σήμερα τις διαδρομές της ζωής του, ο Αλκιβιάδης ακολουθεί τα ίχνη που άφησε ο χρόνος, τις αόρατες κλωστές που υφάνθηκαν στον αργαλειό της μνήμης και της συνείδησής του. Επιστρέφει στο παρελθόν, αναζητώντας όχι μόνο τις προσωπικές του αναμνήσεις, αλλά και τις ρίζες που τον συνδέουν με όσους προηγήθηκαν.
Όπως συμβαίνει με τα δέντρα, έτσι και ο άνθρωπος δεν μπορεί να υψωθεί προς το φως, αν δεν έχει βυθίσει βαθιά τις ρίζες του στη γη που τον γέννησε. Για τον Αλκιβιάδη, η αναζήτηση της ρίζας ταυτίζεται με την αναζήτηση της πατρίδας. Μιας πατρίδας που δεν είναι μόνο τόπος, αλλά και οι πρόγονοί του, οι μνήμες τους, οι αγώνες τους και η αδιάκοπη συνέχεια της καταγωγής του. Εκεί βρίσκουν έδαφος οι βαθύτερες αναμνήσεις του, εκεί ακουμπούν οι πιο ουσιαστικές σωματικές και 
πνευματικές του ανάγκες. Ο ξεριζωμός είναι από τις πιο βίαιες εμπειρίες που μπορεί να γνωρίσει ένας άνθρωπος. Δεν ξεριζώνονται εύκολα οι άνθρωποι. Ακόμη κι όταν γκρεμιστούν το σπίτι και η γειτονιά των παιδικών τους χρόνων, αυτά εξακολουθούν να στέκουν άθικτα μέσα στη μνήμη. Γίνονται ένα τραύμα που κληρονομείται από γενιά σε γενιά, αλλά ταυτόχρονα και μια παρηγοριά, ένα σταθερό σημείο αναφοράς, ένας εσωτερικός τόπος όπου η ψυχή επιστρέφει όταν αναζητά τον εαυτό της.
Δεν είναι τυχαίο ότι ο Ευριπίδης, στη Μήδεια, γράφει: «Μόχθων δ᾽ οὐκ ἄλλος ὕπερθεν ἢ γᾶς 
πατρίας στερεῖσθαι.» «Δεν υπάρχει μεγαλύτερος πόνος από τη στέρηση της πατρικής γης.»
Το γενεαλογικό δέντρο του Αλκιβιάδη από την πλευρά του πατέρα του χάνεται μέσα στην αχλή του χρόνου και παραμένει, σε πολλά σημεία, ασαφές.
Τον παππού του, τον πατέρα του πατέρα του, δεν πρόλαβε να τον γνωρίσει. Είχε φύγει από τη ζωή σε νεαρή ηλικία. Ονομαζόταν Θεόδωρος και καταγόταν από τον Άγιο Μάμα, κοινότητα του Δημοτικού Διαμερίσματος Ελίκας, κοντά στη Μονεμβασιά, στον σημερινό Δήμο Μονεμβασίας της Λακωνίας.
Από εκεί και πέρα, τα ίχνη γίνονται αμυδρά. Ο Αλκιβιάδης προσπαθεί να τα ακολουθήσει μέσα από οικογενειακές αφηγήσεις, προφορικές παραδόσεις και σκόρπιες μαρτυρίες που διασώθηκαν από γενιά σε γενιά. Άλλοτε μοιάζουν με βεβαιότητες και άλλοτε με θρύλους που μεταφέρθηκαν από στόμα σε στόμα. Όλες αυτές οι αφηγήσεις οδηγούν τη σκέψη του βαθύτερα στο παρελθόν, στα χρόνια της Ενετοκρατίας και της Τουρκοκρατίας στην Πελοπόννησο, εκεί όπου η ιστορία συναντά τη μνήμη και η οικογενειακή παράδοση συχνά συμπληρώνει τα κενά που άφησαν τα γραπτά αρχεία.
Ακολουθώντας ο Αλκιβιάδης το νήμα της οικογενειακής ιστορίας, που ξετυλίγεται από τον έναν σταθμό στον άλλο, ανακαλύπτει σιγά-σιγά τη μακρά ιστορική διαδρομή της οικογένειάς του.
Οι αφηγήσεις για ξαδέλφια που ξενιτεύτηκαν αναζητώντας μια καλύτερη ζωή, για θείους με συναρπαστικές ιστορίες, για ανθρώπους που πέρασαν δυσκολίες, αγωνίστηκαν, έφυγαν και επέστρεψαν, άνοιξαν μπροστά του έναν ολόκληρο κόσμο που μέχρι τότε αγνοούσε.
Έτσι, η αρχική απλή περιέργεια για τις ρίζες του και την οικογενειακή του ιστορία μετατράπηκε σταδιακά σε πραγματικό πάθος. Έγινε ένα ταξίδι αναζήτησης, ένα προσωπικό χόμπι που τον συντρόφευε για χρόνια. Αμέτρητες ώρες μετά τη δουλειά του αφιέρωνε στη συλλογή πληροφοριών, στην καταγραφή ονομάτων και γεγονότων, στη συμπλήρωση, ψηφίδα-ψηφίδα, του γενεαλογικού του δέντρου.
Σήμερα μιλά για τις ρίζες του όχι μόνο ως μια αναφορά στο παρελθόν, αλλά ως μια εσωτερική ανάγκη επιστροφής. Γιατί η αναζήτηση των προγόνων του δεν ήταν απλώς αναζήτηση καταγωγής· ήταν αναζήτηση ταυτότητας. Ήταν η προσπάθειά του να καταλάβει από πού έρχεται, ποιοι άνθρωποι προηγήθηκαν από εκείνον και ποια αόρατα νήματα συνδέουν τη δική του ζωή με τις ζωές εκείνων που έζησαν πριν από αυτόν.
Η οικογενειακή ρίζα του πατέρα του, σε βάθος χρόνου, οδηγούσε στη Δυτική Μάνη και στο παραδοσιακό χωριό Λιασίνοβα της Καρδαμύλης. Το 1956 το χωριό μετονομάστηκε σε Προσήλιο και, όπως μαρτυρά και το όνομά του, είναι ένας τόπος λουσμένος στο φως, ένα χωριό που η θάλασσα και ο ήλιος συντροφεύουν σχεδόν όλο τον χρόνο.
Εκεί έζησαν οι άνθρωποι της οικογένειας που έφεραν το όνομα «Μαστρογιανναίοι». Άνθρωποι περήφανοι, μαθημένοι στις δυσκολίες, που ήξεραν να μετατρέπουν το δηλητήριο της ζωής σε φάρμακο. Άνθρωποι θυμόσοφοι, που απέδειξαν την αγάπη τους μέσα στις δοκιμασίες, άνθρωποι συνετοί και δίκαιοι, αλλά και άνθρωποι με πάθη, αδυναμίες και αντιφάσεις. Γιατί οι οικογένειες, όπως και οι τόποι, δεν αποτελούνται από αγίους και ήρωες μόνο. Αποτελούνται από ανθρώπους. Κάθε ζωή ήταν ένα μικρό, ξεχωριστό ποτάμι που κυλούσε μέσα στον χρόνο. Ποτάμια άλλοτε ήρεμα και άλλοτε ορμητικά, που παρασύρονταν από έρωτες, πάθη, πλάνες, δεινά, προσδοκίες και συγκρούσεις, μέσα στη δίνη των ιστορικών και πολιτικών γεγονότων που σημάδεψαν τα τέλη του 17ου αιώνα.
Σύμφωνα με την οικογενειακή παράδοση, υπάρχει μια βαριά σκιά από το παρελθόν που συνοδεύει τις παλιές ιστορίες της οικογένειας. Ήταν μια εποχή κατά την οποία η έννοια της τιμής και η προστασία της οικογένειας είχαν διαφορετικό βάρος απ’ ό,τι σήμερα. Σε πολλές κοινωνίες της υπαίθρου, οι αντιλήψεις αυτές μπορούσαν να οδηγήσουν σε ακραίες αντιδράσεις, καθώς η προσβολή ενός μέλους της οικογένειας θεωρούνταν προσβολή ολόκληρης της γενιάς.
Η οικογένεια είχε σλαβική καταγωγή και αριθμούσε πέντε παιδιά: τέσσερα αγόρια και μία κόρη. Κάποτε, η κόρη πήγε στο λιβάδι για να δει τα βόδια που έβοσκαν. Εκεί συνέβη ένα περιστατικό με έναν συγχωριανό της, το οποίο οι δικοί της εξέλαβαν ως μεγάλη προσβολή, σύμφωνα με τα ήθη και τους αυστηρούς κοινωνικούς κώδικες της εποχής. Για εκείνους, η αδελφή τους δεν ήταν απλώς ένα μέλος της οικογένειας. Ήταν φορέας της τιμής της. Ένα σύμβολο που, μέσα στην αντίληψη εκείνου του κόσμου, έπρεπε να προστατευτεί με κάθε κόστος. Σήμερα, κοιτάζοντας πίσω στον χρόνο, ο Αλκιβιάδης προσπαθεί να κατανοήσει όχι μόνο το γεγονός, αλλά και τον κόσμο που το γέννησε· έναν κόσμο όπου η παράδοση, η περηφάνια, η αγάπη για την οικογένεια και οι αυστηροί κοινωνικοί κανόνες συνυπήρχαν πολλές φορές με τραγικές συνέπειες.
Σύμφωνα με την οικογενειακή παράδοση, το περιστατικό αυτό δεν αντιμετωπίστηκε ως μια προσωπική διαφορά, αλλά ως προσβολή ολόκληρης της οικογένειας. Στον κόσμο εκείνης της εποχής, όπου η έννοια της τιμής είχε τεράστιο βάρος και οι οικογενειακοί δεσμοί ήταν ισχυρότεροι από την ατομική επιλογή, η αποκατάσταση της προσβολής θεωρούνταν υποχρέωση που αφορούσε όλους.
Έτσι, λέγεται πως οι άντρες της οικογένειας έριξαν κλήρο για το ποιος θα αναλάμβανε να «ξεπλύνει» την ντροπή που, σύμφωνα με τα δικά τους μέτρα και τις αντιλήψεις της εποχής, είχε προκληθεί. Δεν ήταν μια απόφαση που παρουσιάστηκε ως προσωπική εκδίκηση. Ήταν μια συλλογική απόφαση, ένα βάρος που μεταφέρθηκε σε έναν άνθρωπο ως δήθεν ιερό χρέος απέναντι στην οικογένεια και στο όνομά της.
Και ο κλήρος έπεσε σε εκείνον.
Ο κλήρος επιτέλεσε το χρέος που του φόρτωσε η εποχή του.
Δεν μπορούσε, όμως, να παραμείνει στο χωριό του. Άφησε πίσω του τα μέρη της Δυτικής Μάνης και πήρε τον δρόμο προς τα ανατολικά, προς τα χωριά του Ταΰγετου, πάνω από το Γύθειο. Εκεί, σε έναν νέο τόπο, ανάμεσα στις σκληρές πλαγιές του βουνού, προσπάθησε να ξαναχτίσει τη ζωή του.
Έγινε ποιμένας. Ο άνθρωπος αυτός κουβαλούσε μέσα του το βάρος μιας πράξης που σημάδεψε τη ζωή του, αλλά και το βάρος της εξορίας. Παρ' όλα αυτά, είχε τη δύναμη να επιβιώσει. Βρέθηκε καθημερινά αντιμέτωπος με τη φύση, με τις δυσκολίες της ζωής του βουνού, με τον κύκλο της ζωής και του θανάτου των ζώων που φρόντιζε. Η εγκατάλειψη του παλιού τόπου, η πορεία μέσα από τα βουνά και η προσπάθεια να ξεκινήσει από την αρχή έδωσαν στην οικογενειακή μνήμη τη μορφή ενός γενάρχη. Ενός ανθρώπου που καθορίστηκε από την αντοχή και την ικανότητα να μετατρέπει την απώλεια σε επιβίωση. Από τη Δυτική Μάνη, όπου το αίμα και η βία σημάδεψαν το παρελθόν του, στον Ταΰγετο, όπου η σκληρή καθημερινότητα δίδαξε τη δύναμη της υπομονής, η διαδρομή του έγινε η διαδρομή ενός ανθρώπου που έπρεπε να ξαναγεννηθεί. Στον καινούργιο τόπο όπου ρίζωσε, το μεγάλο ανάστημά του, η σωματική του δύναμη και η καταγωγή του έγιναν αφορμή να του δοθεί ένα ιδιαίτερο προσωνύμιο. Τον αποκαλούσαν «Στούμπο», μια λέξη σλαβικής προέλευσης που, σύμφωνα με την οικογενειακή παράδοση, παρέπεμπε στη μεγάλη, ακατέργαστη πέτρα, στην κοτρόνα. Στην αρχή ίσως ήταν ένα όνομα που περιέγραφε την επιβλητική του παρουσία και την καταγωγή του. Με τον χρόνο, όμως, το προσωνύμιο ξεπέρασε την αρχική του σημασία. Έγινε όνομα οικογένειας, μνήμη και ταυτότητα. Η οικογενειακή παράδοση διέσωσε ιστορίες για τη δύναμη και τη σωματική ρώμη των πρώτων Στούμπων στον νέο τους τόπο.
Λέγεται πως ένας από τους απογόνους του γενάρχη, πιθανόν παιδί του, ήταν άνθρωπος εξαιρετικά γεροδεμένος και ρωμαλέος. Η παράδοση τον θέλει να έχει σηκώσει στους ώμους του ένα γαϊδούρι φορτωμένο και να το έχει μεταφέρει για περίπου εκατό μέτρα, ένα περιστατικό που πέρασε από γενιά σε γενιά ως δείγμα της ασυνήθιστης δύναμής του. Πέρα όμως από τις αφηγήσεις που συνοδεύουν τη μνήμη της οικογένειας, υπάρχει και η πρώτη γραπτή μαρτυρία για την παρουσία των Στούμπων στην περιοχή. Το έτος 1754, σε έγγραφο της Μονής Γόλας, ο Γεώργιος Κονίδης υπογράφει ως μάρτυρας μαζί με τον Στρατήγη Στούμπο και τον Δημητράκη Κροτάκη, σε απόδειξη δανεισμού χρημάτων από τους μοναχούς της μονής. Η αναφορά αυτή αποτελεί ένα από τα πρώτα ιστορικά ίχνη της οικογένειας στην περιοχή και συνδέει την προφορική παράδοση με ένα γραπτό τεκμήριο.
Ο Στρατήγης Στούμπος, πέρα από το όνομά του στο έγγραφο, παρέμεινε στη μνήμη των απογόνων του ως μια μορφή επιβλητική: ένας άνδρας με μεγάλη σωματική δύναμη, χαρακτηριστικό που ταίριαζε με την εικόνα του ανθρώπου του Ταΰγετου, μαθημένου στον μόχθο, στις δυσκολίες και στη σκληρή καθημερινότητα του βουνού.
Στη συνέχεια, μέσα από ιστορίες και δρώμενα που είχαν μείνει θαμμένα στα οικογενειακά ίχνη του παρελθόντος, αναδύεται η μορφή ενός περιπλανώμενου νεαρού εργάτη της γης από τις πλαγιές του Ταΰγετου. Ένας άνθρωπος που, αναζητώντας μια καλύτερη τύχη, άφησε πίσω του τον τόπο του και εμφανίστηκε στον Φοινίκη και στην ευρύτερη περιοχή της Ελίκας. Ήταν καλοφτιαγμένος άνδρας. Το σώμα του είχε σμιλευτεί από τη σκληρή δουλειά στους αγρούς, ενώ μέσα του υπήρχαν ακόμη η ζωντάνια της νιότης, η δύναμη της θέλησης και η λαχτάρα για μια διαφορετική ζωή. Οι οικογενειακές αφηγήσεις μιλούν για έναν άνδρα με έντονη παρουσία, για έναν άνθρωπο που η φήμη τον ήθελε γοητευτικό και ακαταμάχητο στις γυναίκες. Ίσως να ήταν υπερβολή της μνήμης, ίσως όμως και μια πραγματικότητα που πέρασε από στόμα σε στόμα μέσα στις γενιές. Λέγεται πως κάποτε έκλεψε μια κοπέλα της περιοχής και την πήρε μαζί του σε ένα σπήλαιο, το οποίο πιθανόν να ήταν το καταφύγιό του κατά τον πρώτο καιρό της περιπλάνησης του. Εκεί, μέσα στον κόσμο του, της έδειξε τα κυνηγετικά του τρόπαια και τη ζωή που είχε δημιουργήσει μακριά από τον τόπο καταγωγής του. Από εκεί και πέρα, σύμφωνα με την παράδοση, η ιστορία τους πήρε τον δικό της δρόμο.
Αυτές είναι οι πρώτες εξακριβωμένες ρίζες που ο Αλκιβιάδης ανακαλύπτει στην αναζήτησή του. Όχι μόνο ονόματα και ημερομηνίες, αλλά ανθρώπους από σάρκα και αίμα, με τις αρετές, τα πάθη και τις αντιφάσεις τους.
Ο παππούς του Αλκιβιάδη γεννήθηκε το 1904 στον Άγιο Μάμα της Ελίκας. Ήταν το μικρότερο από τα τρία παιδιά της οικογένειας. Ψηλός, επιβλητικός και με λεβέντικη κορμοστασιά, ξεχώριζε ανάμεσα στους νέους της περιοχής και θεωρούνταν ένα από τα πιο περιζήτητα παλικάρια του τόπου. Αναζητώντας εργασία, βρέθηκε στον οικισμό Μπουμπουτσέλια, στην ευρύτερη περιοχή της Μονεμβασιάς, όπου εργάστηκε στα κτήματα ενός τοπικού κτηματία. Εκείνος είχε πέντε κόρες και ο νεαρός εργάτης προσπαθούσε να εξασφαλίσει το καθημερινό του μεροκάματο μέσα από τη σκληρή δουλειά της γης. Σύντομα, όμως, η ζωή του συνδέθηκε με την οικογένεια του κτηματία. Δημιούργησε δεσμό με μία από τις κόρες του, τη Ζαφείρω, τη γυναίκα που έμελλε να γίνει η πραγματική γιαγιά του Αλκιβιάδη. Η σχέση αυτή οδήγησε σε γάμο, καθώς οι οικογένειες της εποχής είχαν τον δικό τους αυστηρό τρόπο να αντιμετωπίζουν τέτοιες καταστάσεις. Παντρεύτηκαν τον επόμενο χρόνο. Εκείνη ήταν είκοσι τεσσάρων ετών και εκείνος είκοσι. Από τον γάμο τους γεννήθηκαν δύο αγόρια, που αποτέλεσαν τη συνέχεια της οικογένειας. Ο πρωτότοκος γεννήθηκε το 1924 και ο δεύτερος γιος το 1928, ο Κλέαρχος. Η μητέρα του Κλέαρχου, η γιαγιά Ζαφειρούλα, ήταν μια γυναίκα φιλάσθενη, με εύθραυστη και επισφαλή υγεία. Ο γάμος της, που θα έπρεπε να αποτελέσει ένα νέο ξεκίνημα στη ζωή της, έγινε τελικά άλλη μία πηγή στενοχώριας. Η σχέση τους δεν υπήρξε ευτυχισμένη. Με το πέρασμα του χρόνου, οι δυσκολίες πλήθαιναν και η απόσταση ανάμεσά τους μεγάλωνε. Τα σημάδια ότι ο γάμος τους είχε πληγωθεί βαθιά είχαν ήδη εμφανιστεί. Λίγο μετά τον γάμο τους, ο παππούς δημιούργησε ερωτικό δεσμό με μια νεαρή γειτόνισσα, η οποία είχε συγγενική σχέση εκ πλαγίου με τη Ζαφείρω. Όταν εκείνη το έμαθε, η ζωή της άλλαξε. Ένιωσε προδομένη και ταπεινωμένη. Ξεσπούσε συχνά σε κλάματα και έλεγε πως ποτέ ξανά δεν θα γνώριζε ευτυχία. Δεν μπορούσε πλέον να προσποιείται ότι δεν γνώριζε. Οι συναντήσεις του άντρα της με τη νεαρή γυναίκα ήταν συχνές και η πραγματικότητα είχε γίνει αδύνατο να κρυφτεί. Ο γάμος τους άρχισε να καταρρέει. Παρά τις προσπάθειες της Ζαφείρως να κρατήσει την οικογένεια όρθια και να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις του συζύγου της, εκείνος συχνά εξέφραζε παράπονα, ύψωνε τη φωνή του και την υποτιμούσε ακόμη και μπροστά σε άλλους ανθρώπους. Η κατάσταση αυτή συνεχίστηκε μέχρι το 1931. Τότε ο παππούς εγκατέλειψε τη Ζαφείρω και τα δύο μικρά παιδιά τους και έφυγε προς την περιοχή της Καλαμάτας μαζί με τη νέα του σύντροφο.
 Η φυγή αυτή δεν ήταν μια απλή οικογενειακή ρήξη. Στην κοινωνία εκείνης της εποχής, τέτοιες πράξεις είχαν βαρύ κοινωνικό κόστος. Τα αδέλφια της νεαρής γυναίκας θεωρούσαν ότι είχαν προσβληθεί και, σύμφωνα με τις οικογενειακές αφηγήσεις, απειλούσαν ακόμη και με ακραίες αντιδράσεις. Έτσι, πίσω από την ιστορία δύο ανθρώπων υπήρχε ένας ολόκληρος κόσμος από αυστηρούς κώδικες τιμής, φόβους, πάθη και κοινωνικές πιέσεις. Και πίσω απ’ όλα αυτά έμεινε μια γυναίκα μόνη, με δύο μικρά παιδιά, να σηκώσει το βάρος μιας εγκατάλειψης που δεν είχε επιλέξει.
Η γιαγιά Ζαφείρω δεν είχε γερή κράση. Ήταν μια γυναίκα εύθραυστη και ευάλωτη, και από τη στιγμή που ο σύζυγός της την εγκατέλειψε, ο κόσμος γύρω της άλλαξε.Δεν είχε μόνο να αντιμετωπίσει τη φτώχεια και τις δυσκολίες της καθημερινότητας. Είχε να σηκώσει και το βάρος της μοναξιάς, της προδοσίας και της αγωνίας για τα δύο μικρά της παιδιά. Σιγά-σιγά, ο καημός άρχισε να μαραίνει την ψυχή της. Σαν να ανέβαινε βασανιστικά μια ατέλειωτη ανηφόρα, κουβαλώντας ένα βάρος που ξεπερνούσε τις δυνάμεις της. Το σώμα της ταλαιπωρήθηκε, η υγεία της κλονίστηκε και η εσωτερική της δύναμη άρχισε να υποχωρεί. Οι νύχτες της έγιναν ατέλειωτες. Οι ίδιες σκέψεις επέστρεφαν ξανά και ξανά. Προσευχόταν:
«Θεέ μου, βοήθησε μας. Είναι άδικο.»
Ο πόνος της δεν ακουγόταν στους δρόμους του χωριού. Δεν ήταν ένας θόρυβος που μπορούσαν να ακούσουν οι άλλοι άνθρωποι. Ήταν όμως ένας εσωτερικός θρήνος, ένας πόνος που χτυπούσε μέσα της πιο δυνατά από κάθε κραυγή. Οι μέρες περνούσαν ίδιες μεταξύ τους, με την ίδια αγωνία, την ίδια προσπάθεια να βρει κουράγιο για να συνεχίσει. Μα η φωτιά του καημού έκαιγε τα σωθικά της. Πώς μπορούσε μια γυναίκα μόνη, χωρίς τη στήριξη του άντρα της, με δύο μικρά παιδιά στην αγκαλιά, να αντιμετωπίσει όλες τις ανάγκες της οικογένειας; Εκείνη την εποχή δεν υπήρχαν εύκολες λύσεις, ούτε δίχτυα προστασίας για όσους λύγιζαν κάτω από το βάρος της ζωής. Η αποτυχία του γάμου της άφησε βαθιά σημάδια. Η ψυχή της κουράστηκε και το σώμα της δεν άντεξε. Η Ζαφείρω έφυγε από τη ζωή το 1935, σε ηλικία μόλις τριάντα πέντε ετών, από καρδιακή ανεπάρκεια. Ο θάνατός της έμοιαζε, σε όσους γνώρισαν την ιστορία της, σαν το τελευταίο κεφάλαιο μιας ζωής γεμάτης στερήσεις και πόνο. Ίσως η μεγαλύτερη τραγωδία της δεν ήταν μόνο ότι πέθανε νέα. Ήταν ότι για χρόνια πριν από τον θάνατό της είχε αναγκαστεί να πολεμά καθημερινά για να κρατηθεί όρθια. Και έμεινε πίσω μια μνήμη: μιας γυναίκας που πάλεψε όσο μπορούσε, μέχρι εκεί που της επέτρεψαν οι δυνάμεις της.
Έναν πραγματικό Γολγοθά ανέβηκαν τα δύο μικρά παιδιά από τα πρώτα κιόλας χρόνια της ζωής τους. Ο πατέρας τους είχε φύγει από κοντά τους και η μητέρα τους, η ταλαιπωρημένη Ζαφείρω, είχε φύγει από τη ζωή νικημένη από τις στερήσεις, τον καημό και τις δυσκολίες που δεν μπόρεσε να αντέξει.
Ο Κλέαρχος πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της παιδικής του ηλικίας στο σπίτι της οικογένειας της μητέρας του, στα Μπουμπουτσέλια, μαζί με τον μεγαλύτερο αδελφό του. Εκεί, μετά την εγκατάλειψη από τον πατέρα τους, μεγάλωσαν μέσα σε χρόνια δύσκολα, με στερήσεις και αγωνίες.
Η απουσία του πατέρα και ο θάνατος της μητέρας άφησαν ένα κενό που κανείς δεν μπορούσε εύκολα να καλύψει. Τα δύο παιδιά χρειάστηκε να μεγαλώσουν γρήγορα, μέσα σε μια πραγματικότητα όπου η επιβίωση ήταν καθημερινός αγώνας. Μετά τον θάνατο της Ζαφείρως, ο παππούς του Αλκιβιάδη επέστρεψε στο χωριό, όταν οι έντονες αντιδράσεις και οι κοινωνικές εντάσεις είχαν πλέον κάπως καταλαγιάσει. Εκεί παντρεύτηκε επίσημα τη γυναίκα που είχε επιλέξει, τη Διαμάντω. Η νέα του ζωή εξελίχθηκε διαφορετικά. Σύμφωνα με τις οικογενειακές μαρτυρίες, υπήρξε ένας πιστός σύζυγος και αφοσιωμένος στη νέα του οικογένεια. Με τη Διαμάντω απέκτησε πέντε παιδιά: τρία κορίτσια και δύο αγόρια, τα οποία έγιναν ετεροθαλή αδέλφια του Κλέαρχου. Έτσι, η οικογενειακή ιστορία συνέχισε την πορεία της, κουβαλώντας μαζί της και τις πληγές του παρελθόντος αλλά και νέες αρχές.
Στα χρόνια της Γερμανικής Κατοχής η μοίρα χτύπησε ξανά την οικογένεια. Ο παππούς προσβλήθηκε από φυματίωση. Η αρρώστια άρχισε να απλώνεται μέσα στα πνευμόνια του, όπως η κατσιφάρα που κατεβαίνει πυκνή από τις πλαγιές του βουνού, σκεπάζει τα χωράφια, μπαίνει στα στενά του χωριού και τυλίγει αργά τα πάντα γύρω της. Αργά, ακούραστα και με σταθερό ρυθμό, το κακό προχωρούσε μέσα του. Εκείνα τα χρόνια η φυματίωση ήταν συχνά μια καταδίκη. Δεν υπήρχαν οι θεραπείες που γνωρίζουμε σήμερα και πολλές φορές η οικογένεια έμενε μόνη απέναντι στην αρρώστια. Η γιαγιά Διαμάντω ήταν η μοναδική του συμπαραστάτρια. Τον φρόντιζε σε ένα παλιό, απομονωμένο χαμόσπιτο, σε μια απόμακρη θέση του οικισμού, μέχρι την τελευταία του στιγμή. Το 1942, σε ηλικία μόλις τριάντα οκτώ ετών, έφυγε από τη ζωή. Άφησε πίσω του τη νέα του σύζυγο και επτά παιδιά, το ένα ακόμη στην αγκαλιά της μάνας. Μια οικογένεια που βρέθηκε ξανά αντιμέτωπη με την απώλεια και την ανασφάλεια.
Και σαν να μην έφτανε η αρρώστια και η φτώχεια, η Διαμάντω γνώρισε και την κοινωνική απομόνωση. Η επαφή της με έναν άνθρωπο που έπασχε από φυματίωση προκαλούσε φόβο και καχυποψία στους γύρω της. Όμως εκείνη δεν λύγισε. «Ο κόσμος δουλειά δεν έχει, με τους άλλους ασχολείται. Τα στόματα του κόσμου», έλεγε, «δεν είναι τσουβάλια να τα ράψεις.»
Δεν εγκατέλειψε τον άνθρωπό της. Έφτασε μάλιστα στο σημείο να πουλήσει το καλύτερο αγρόκτημά τους για να βοηθήσει στην αποκατάσταση της υγείας του και κάθε μέρα προσευχόταν, ζητώντας από τον Θεό δύναμη και προστασία για την οικογένειά της.
Η Διαμάντω έμεινε όρθια εκεί που άλλοι ίσως θα είχαν λυγίσει. Και μέσα στην απόλυτη δυσκολία, έγινε το στήριγμα μιας οικογένειας που δοκιμάστηκε σκληρά. Σκηνές αρχαίας τραγωδίας έμοιαζε να ζει αυτή η μάνα με τα ανήλικα παιδιά της. Η ζωή τους είχε μετατραπεί σε μια καθημερινή δοκιμασία, σε έναν αγώνα επιβίωσης μέσα στη φτώχεια, την απώλεια και τη μοναξιά.
Τα αδέλφια της Διαμάντως, που από την αρχή είχαν εκφράσει την έντονη αντίθεσή τους στην επιλογή της, δεν αποδέχθηκαν ποτέ πραγματικά την απόφασή της. Ακόμη κι όταν ο γάμος είχε γίνει και η ζωή είχε προχωρήσει, η σκιά της παλιάς τους αντίδρασης παρέμεινε. Ο σύζυγός της δεν έγινε ποτέ ένα πρόσωπο που να αγκαλιάσουν ως μέλος της οικογένειας. Στις δύσκολες ώρες που ακολούθησαν, όταν η αρρώστια και ο θάνατος χτύπησαν την πόρτα της, η Διαμάντω δεν βρήκε από αυτούς τη στήριξη που ίσως είχε ανάγκη. Δεν υπήρξαν η στοργή, η συμπόνια και η συγχώρεση που θα μπορούσαν να απαλύνουν τον πόνο της. Ήταν όμως και οι καιροί δύσκολοι. Χρόνια σκληρά, που πολλές φορές αγρίευαν τις καρδιές των ανθρώπων και στέγνωναν τα αισθήματα. Η φτώχεια, ο φόβος και η ανάγκη επιβίωσης άφηναν λίγο χώρο για κατανόηση και επιείκεια. Κι όμως, μέσα σε αυτή τη θύελλα, η Διαμάντω στάθηκε όρθια. Σαν φτερό στον άνεμο, που το παρασύρει η μοίρα αλλά δεν χάνει την ύπαρξή του, αυτή η γυναίκα πάλεψε για τα παιδιά της. Δεν είχε μεγάλα όπλα ούτε εύκολες λύσεις. Είχε μόνο τη δύναμη της μάνας, την υπομονή και την αποφασιστικότητα να συνεχίσει. Και ίσως αυτή να ήταν η πραγματική της ηρωική πράξη: όχι μια στιγμή μεγαλείου, αλλά η καθημερινή μάχη να κρατήσει ζωντανή μια οικογένεια που όλα γύρω της προσπαθούσαν να διαλύσουν. Ήταν ακόμη η περίοδος της Κατοχής. Η Ελλάδα ζούσε μέσα στη φτώχεια, την πείνα και την απελπισία. Για τη χήρα Διαμάντω και τα ορφανά παιδιά της δεν είχε απομείνει κανένα ουσιαστικό στήριγμα. Μόνα και άπορα, δεν μπορούσαν να περιμένουν βοήθεια από κρατικές υπηρεσίες ή οργανωμένες δομές προστασίας. Εκείνα τα χρόνια πολλά ορφανά επιβίωναν χάρη στην ενορία, στην καλοσύνη κάποιων γειτόνων ή απλώς στην ανοχή ανθρώπων που τους παραχωρούσαν έναν στάβλο, έναν αχυρώνα, κάποια γωνιά για να περάσουν τη νύχτα. Άλλα πάλι περιπλανιόνταν από οικισμό σε οικισμό, πεινασμένα και εξαθλιωμένα. Με αυτές τις συνθήκες πάλευε και η Διαμάντω. Μια μάνα μόνη, με παιδιά στην αγκαλιά της, προσπαθούσε να κρατήσει όρθια μια οικογένεια που η ζωή είχε χτυπήσει ανελέητα. Κάποια μέρα, σε μια εποχή που το κρύο έκανε ακόμη πιο δύσκολη την καθημερινότητα, εμφανίστηκε στην εμποροπανήγυρη της Ελίκας ένας πραματευτής από τα μέρη της Κορινθίας. Είδε μπροστά του τη μορφή μιας ταλαιπωρημένης χήρας και πληροφορήθηκε την ιστορία της. Άκουσε για τον αγώνα της να μεγαλώσει τα ορφανά παιδιά της, για τις στερήσεις και τις περιπέτειες που περνούσαν καθημερινά. Η καρδιά του μαλάκωσε.
Δεν μπορούσε να της προσφέρει χρήματα ή μια άμεση λύση στα προβλήματά της. Της πρόσφερε όμως κάτι άλλο: μια συμβουλή που ίσως αποδείχθηκε σωτήρια. Της είπε να πάρει τα παιδιά της και να κατηφορίσει προς τη Σκάλα του Ευρώτα, στην εύφορη περιοχή γύρω από τον ποταμό. Εκεί υπήρχαν οι απέραντοι ορυζώνες, όπου οι άνθρωποι μπορούσαν να βρουν δουλειά και, έστω με κόπο, να εξασφαλίσουν ένα πιάτο φαγητό. Ίσως ο πραματευτής, χωρίς να το γνωρίζει, να επαναλάμβανε μια παλιά μορφή λαϊκής αλληλεγγύης που συναντάμε και στη λογοτεχνία μας. Κάτι από τον κόσμο της «Σταχομαζώχτρας» του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη: εκεί όπου μέσα στη μεγάλη φτώχεια, μια μικρή πράξη καλοσύνης μπορεί να γίνει το νήμα που κρατά έναν άνθρωπο δεμένο με τη ζωή.
Η γιαγιά Διαμάντω, σαν την πέρδικα που μαζεύει τα μικρά της κάτω από τις φτερούγες της για να τα προστατεύσει από την καταιγίδα, πήρε τη φαμίλια της και ξεκίνησε για έναν τόπο πιο απάνεμο.
Δεν είχε τίποτα άλλο να κρατήσει στα χέρια της παρά μόνο τα παιδιά της και την ελπίδα πως κάπου αλλού η ζωή ίσως να ήταν λίγο πιο επιεικής μαζί τους. Καμιά φορά ο άνθρωπος πιστεύει πως αλλάζοντας τόπο μπορεί να αλλάξει και τη μοίρα του. Δεν γνωρίζει αν αυτό θα συμβεί, όμως η ανάγκη τον σπρώχνει να προχωρήσει. Γιατί όταν όλα γύρω έχουν γκρεμιστεί, ακόμη και μια μικρή πιθανότητα γίνεται ελπίδα.
Έτσι, η Διαμάντω πήρε τον δρόμο προς τη Σκάλα του Ευρώτα. Εκεί, σε ένα μικρό και φτωχικό καμαράκι, βρήκαν το καταφύγιό τους. Δεν ήταν σπίτι με ανέσεις, ούτε τόπος πλούτου. Ήταν όμως ένας τόπος όπου μπορούσαν να σταθούν ξανά στα πόδια τους.
Εκεί απάγκιασαν.
Εκεί, μέσα στη φτώχεια και στις δυσκολίες, άρχισαν σιγά-σιγά να ριζώνουν ξανά.
Γιατί μερικές φορές οι άνθρωποι δεν χρειάζονται πολλά για να ξεκινήσουν από την αρχή. Χρειάζονται μόνο έναν τόπο να ακουμπήσουν, λίγη ελπίδα και τη δύναμη μιας μάνας που αρνείται να παραδοθεί.
Κάθε γιορτή του Αγίου Μάμα, η γιαγιά Διαμάντω μνημόνευε τον άγνωστο πραματευτή που είχε αλλάξει τη μοίρα της οικογένειας και προσευχόταν υπέρ υγείας του. Δεν τον ξέχασε ποτέ. Ήταν ένας ξένος άνθρωπος που, σε μια στιγμή απόλυτης ανάγκης, είχε απλώσει το χέρι του και είχε δείξει τον δρόμο της επιβίωσης. Ο μεγάλος αδελφός και ο Κλέαρχος όμως δεν την ακολούθησαν. Από τα χρόνια ακόμη που έχασαν τη μητέρα τους, είχαν απομακρυνθεί από την πατρική στέγη και είχαν ανοίξει τα δικά τους φτερά, όχι από επιλογή αλλά από ανάγκη. Περιπλανιόνταν στα χωριά, προσφέροντας παιδική εργασία για να εξασφαλίσουν το καθημερινό τους ψωμί. Ο Κλέαρχος, μικρό παιδί ακόμη στα σκληρά χρόνια της Κατοχής, ουσιαστικά ακολουθούσε τον κατά τέσσερα χρόνια μεγαλύτερο αδελφό του στις περιπλανήσεις τους. Ίσως αυτά τα χρόνια να σημάδεψαν βαθιά τον χαρακτήρα του.
Ο Αλκιβιάδης θυμάται πως ο Κλέαρχος δεν μιλούσε ποτέ για τη νεκρή μητέρα του. Γενικά δεν ήταν άνθρωπος που εξέφραζε εύκολα τα συναισθήματά του. Ό,τι κι αν συνέβαινε μέσα του, έμενε κλεισμένο βαθιά, σαν να φοβόταν πως αν άνοιγε το στόμα του θα ξεχείλιζαν όλα εκείνα που είχε φυλάξει για μια ολόκληρη ζωή.
Ο Αλκιβιάδης δεν θυμάται να είχε ρωτήσει ποτέ τον πατέρα του για τη μητέρα που δεν γνώρισε. Μόνο μια φορά, όταν ήταν ακόμη μικρό παιδί, τον ρώτησε χωρίς να θυμάται ακριβώς την αφορμή:
«Πώς ήταν η γιαγιά;»
Θυμόταν όμως πολύ καθαρά τη στιγμή που ακολούθησε. Ο πατέρας του κοίταξε αλλού. Έμεινε για λίγο σιωπηλός, σαν να αναζήτησε μέσα του μια απάντηση. Ύστερα είπε μόνο:
«Ήταν φιλάσθενη.» Ήταν ένας παράξενος τρόπος να περιγράψεις έναν άνθρωπο.
Όχι τη μητέρα δύο παιδιών. Όχι τη γυναίκα που εγκαταλείφθηκε και πάλεψε όσο μπορούσε. Όχι τη Ζαφείρω με τις χαρές, τις λύπες και τις πληγές της.
Μόνο: «Ήταν φιλάσθενη.»
Και δεν είπε τίποτε περισσότερο.
Μα και το οικογενειακό δέντρο της Ιοκάστης, με τον γενάρχη της οικογένειάς της στον Ζάρακα, έκρυβε τη δική του μυστηριώδη ιστορία.
Ήταν μια μορφή που, όταν έφυγε από τη ζωή, άφησε πίσω του περισσότερα ερωτήματα παρά απαντήσεις. Η σιωπή γύρω από το παρελθόν του γέννησε φήμες, και οι φήμες, όπως συχνά συμβαίνει στους μικρούς τόπους, πέρασαν από στόμα σε στόμα και με τα χρόνια απέκτησαν τη δική τους ζωή.
Οι αφηγήσεις αυτές χάνονταν πίσω στον χρόνο, πριν ακόμη από την εποχή του Ιμπραήμ Πασά και του Κολοκοτρώνη. Κανείς δεν μπορούσε να θυμηθεί με ακρίβεια πότε ακούστηκε για πρώτη φορά αυτή η ιστορία ούτε ποιος την πρωτοδιηγήθηκε.
Μιλούσαν για έναν στιβαρό άνδρα από τις Σπέτσες, που κάποτε αναγκάστηκε να πάρει τον δρόμο του μισεμού. Κουβαλούσε μαζί του ανοιχτούς λογαριασμούς, παλιές αντιπαλότητες και πληγές που δεν είχαν κλείσει στον τόπο του. Κυνηγημένος από τους εχθρούς του, αλλά ίσως και από τον ίδιο του τον εαυτό, εγκατέλειψε την πατρίδα του και ταξίδεψε μέχρι τη θαλάσσια περιοχή της Βλυχάδας στον Ζάρακα. Εκεί έφτασε σαν ξένος σε ξένη γη. Ένας άνθρωπος χωρίς παρελθόν για τους ντόπιους, χωρίς όνομα και χωρίς συγγενείς να τον περιμένουν. Ένας εξόριστος, μοναχικός και φτωχός περιπλανώμενος, που πορευόταν με όσα του πρόσφερε η ζωή. Και όμως, από αυτόν τον άγνωστο άνδρα, σύμφωνα με την οικογενειακή παράδοση, ξεκίνησε μια νέα γενιά.
Ήταν όμορφος άνδρας, με ανοιχτόχρωμα μαλλιά και ζεστό, ηλιοκαμένο δέρμα, σημάδι ανθρώπου που είχε μάθει να ζει κοντά στη φύση και στη θάλασσα.
«Αλβανός είναι», έλεγαν κάποιοι.
«Έλληνας είναι», απαντούσε ο ίδιος.
Και η αλήθεια έμεινε για πάντα κάπου ανάμεσα στις δύο αυτές εκδοχές. Κανείς δεν μπόρεσε ποτέ να ξεχωρίσει τι ήταν πραγματικότητα και τι γεννήθηκε μέσα από τις κουβέντες των ανθρώπων, τις υποψίες και τις φήμες που ταξιδεύουν από γενιά σε γενιά. Ένα πράγμα όμως έμοιαζε βέβαιο: τον είχαν δεμένο αυτά τα χώματα. Γιατί αγάπησε με πάθος τον τόπο και τους ανθρώπους του. Και πάνω απ’ όλα αγάπησε σαν τρελός μια Ζαρακοπούλα. Λένε πως εκείνη την ημέρα, σε ένα ηλιόλουστο απόγευμα, κοριτσόπουλα ανυπόδητα από τα Πιστάματα κατέβαιναν στην αμμουδιά για να πλύνουν τα ρούχα τους, ανάμεσα στα βράχια και στα ήσυχα νερά του πανέμορφου μυχού. Εκεί, μέσα στην απλότητα μιας καθημερινής στιγμής, οι δρόμοι δύο ανθρώπων συναντήθηκαν. Από εκείνη τη στιγμή η ζωή και η μοίρα του άγνωστου ξένου ενώθηκαν αξεχώριστα με τη ζωή και τη μοίρα εκείνου του ασυνήθιστα όμορφου κοριτσιού. Και σαν ήρωες μιας παλιάς αφήγησης, έζησαν ανάμεσα σε δύο κόσμους: τον πραγματικό κόσμο των ανθρώπων, της ανάγκης και της επιβίωσης, αλλά και τον κόσμο της μνήμης, όπου οι ιστορίες μεγαλώνουν, μεταμορφώνονται και αποκτούν τη δύναμη του θρύλου.
Άφησαν πίσω τους ένα θαμπό σύννεφο μυστηρίου, που αιωρείται πάνω από τους απογόνους τους και τους καλεί ακόμη να αναζητήσουν τις ρίζες τους.
.
Η συνέχεια στο...
Click to Open
            (Ο Κλέαρχος).....

 
Web Informer Button