......Οταν ξεκινησε η νέα σχολικη χρονιά, ο χρόνος στη γειτονιά και στο σπιτικό τους κυλούσε φυσιολογικά, χωρίς ακραίες ανατροπές ή εξαιρετικά γεγονότα, ακολουθώντας τον ίδιο ρυθμό, τις χαρές, τις λύπες, τις καθημερινές συνήθειες που ακολουθεί η ζωή των περισσότερων ανθρώπων στον κόσμο. Ο χρόνος δεν είχε παγώσει ούτε έτρεχε απεγνωσμένα, αλλά είχε μια ομαλή ροή. Κάποια μικρά, καθημερινά γεγονότα που συνέβησαν στο μικρο κλειστό κύκλο της γειτονιάς, αν και η γειτονιά τα θεωρούσε ασήμαντα, ο Αλκιβιαδης πίστευε ότι αυτά ήταν που στην πραγματικότητα διαμόρφωναν την ιστορία, τον χαρακτήρα και τις κοινωνικές σχέσεις της γειτονιάς τους. Αυτές οι μικρές λεπτομέρειες είναι που τελικά προσδίδουν σε κάθε γειτονιά τη μοναδικότητά της.
Η νεαρή σπουδάστρια δεν εμφανίστηκε τη νέα σχολική περίοδο για αδιευκρίνιστους λόγους, η μικρή κάμαρα έμεινε άδεια. Χάθηκε η επαφή με την οικογένεια τους, έκτοτε ο Αλκιβιάδης ποτέ του δεν έμαθε αν ίσως υπήρξε κάποια επαφή, είδηση ή πληροφορία για τη συγκεκριμένη νεαρή κοπέλα.

Τα Πρώτα Χρόνια της Εφηβίας!.....
Η Ιόλη την τελευταία της χρονιά στο δημοτικό δεν εμφανίστηκε στο σχολείο τους. Η Μερόπη που κρατούσε επαφή μαζί της, τους πληροφόρησε πως η οικογένεια της Ιόλης μετά της καλοκαιρινές διακοπές, είχε μετακομίσει σε ένα κεφαλοχώρι στο κάμπο του Σπερχειού. Ο Αλκιβιαδης αργότερα έμαθε ότι η Ιόλη τελειώνοντας το δημοτικό πολύ σύντομα παντρεύτηκε! Παντρεύτηκε σε πολύ μικρή ηλικία ακόμη, ούτε την εφηβική της ηλικία δεν γεύτηκε ελεύθερη.
Η Μερόπη που είχε τελειώσει το δημοτικό, μεγάλωσε απότομα, σοβάρεψε, έχασε εκείνη την σκερτσόζικη παιδική ανεμελιά της, πιο ώριμη και υπεύθυνη έπιασε εργασία σε μια βιοτεχνία ενδυμάτων.
Και η οικογένεια του Αλκιβιάδη μετακόμισε και αυτή, ενοικίασαν ένα σπίτι λίγο ψηλότερα από το ρέμα, μια μικρή αυτόνομη μονοκατοικία με πολύ μεγάλη αυλή που ένα μέρος της ο Κλέαρχος ενθυμούμενος τις συνήθειες του χωριού τους, ένα τετράγωνο της το μετέτρεψε σε καταπράσινο λαχανόκηπο. Μετακομίζοντας ο Αλκιβιαδης δεν έχασε επαφή με τη Μερόπη ούτε με την Μυρσίνη, απλώς οι επαφές τους αραίωσαν.
Ο Κλέαρχος περίμενε για άλλη μια φορά να ξεκινήσει η σαιζόν στο εργοστάσιο με τους ριζόμυλους του Μουζέλη. Η Ιοκάστη είχε προσληφθεί και αυτή στο ελαιουργικό εργοστάσιο του συγκροτήματος, εκεί που έβγαζαν το βαμβακέλαιο.
Η Ιοκάστη μετά την δουλειά έπρεπε να πλένει ως αργά το βράδυ σε μια σκάφη, γιατί ήταν τρία παιδιά, τι να προλάβει; Η εικόνα της μητέρας του να «παλεύει» με τη σκάφη ως αργά αποτύπωνε την αυταπάρνηση, την κούραση αλλά και την ανάγκη για καθαριότητα παρά τις αντίξοες συνθήκες. Η Ιοκάστη αποτελούσε τον ακρογωνιαίο λίθο της οικιακής οικονομίας και φροντίδας της οικογένειας τους, στη σκληρή πραγματικότητα της καθημερινότητας, τη δεκαετία του 1960.
Μάνα, μητέρα, μαμά, όπως και να την φώναζαν, ήταν ιερή λέξη, που ακουγόταν σαν μελωδία. Η μάνα τους ήταν το σύμβολο της ανιδιοτελούς αγάπης, της θυσίας και της φροντίδας. Ήταν το πρόσωπο που εβρίσκετο πάντα εκεί, έτοιμο να στηρίξει, να καθοδηγήσει και να προσφέρει ζεστασιά, φροντίζοντας ακούραστα για τα πάντα. Αγαπούσε χωρίς όρους και ανταλλάγματα και ήταν το καταφύγιο τους σε κάθε δυσκολία.
Είναι αργά, η ώρα είναι προχωρημένη! Δίνες αστεριών στο νυχτερινό ουρανό του φθινοπώρου. Ο φθινοπωρινός νυχτερινός ουρανός προσφέρει εξαιρετικές ευκαιρίες για παρατήρηση στον μικρο Αλκιβιάδη, με τους χαρακτηριστικούς αστερισμούς και φαινόμενα που «στροβιλίζονται» γύρω από τον Πολικό Αστέρα. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, η Μεγάλη Άρκτος βρίσκεται χαμηλά στον βορρά, ενώ η Κασσιόπη, με το χαρακτηριστικό σχήμα «W», κυριαρχεί ψηλότερα. Βασικό χαρακτηριστικό αυτής της καθαρής νύχτας, ήταν ένα φωτεινό κιτρινοπορτοκαλί μισοφέγγαρο που κυριαρχούσε στον ουρανό, προσθέτοντας μια ατμοσφαιρική και ρομαντική νότα. Το ανάγλυφο των λόφων, από το στρατόπεδο απέναντι δεν φαινόταν πλέον με λεπτομέρειες, αλλά ως συμπαγείς, σκοτεινές σιλουέτες που επιβάλλονται στο τοπίο. Μπροστά τους προς την ανατολή μία φεγγαρόλουστη πόλη, ενώ η σκούρες σιλουέτες από τις ασημοπράσινες λεύκες της ρεματιάς βρίσκονταν σε πρώτο πλάνο. Η μητέρα του έχει βάλει το καζάνι να βράζει με φύλλα από την λεμονιά και την πορτοκάλια ώστε τα ρούχα να μοσχοβολάνε με το σπιτικό σαπούνι και έχει ξεκινήσει τη μπουγάδα της οικογένειας στη ξύλινη σκάφη που την τοποθέτησε πάνω στον ξύλινο πάγκο της αυλής εκεί που ο Κλέαρχος συσκεύαζε τα κυνηγετικά του φυσίγγια Ο Αλκιβιάδης κάθισε δίπλα της να της κάνει παρέα έχοντας για θρόνο μια ταπεινή καρεκλίτσα και συνεχώς διάβαζε. «Τα σχολικά του.» Διάβαζε το βιβλίο του στο λιγοστό κιτρινωπό φως μιας λάμπας πετρελαίου. Χαμένος στις φαντασιώσεις του, διάβαζε προσηλωμένος το θέμα γιατί είχε πολύ ενδιαφέρουσα εξέλιξη. Το σώμα του ήταν παρόν, αλλά το μυαλό του ταξίδευε και η φαντασία του παίρνοντας αφορμή από το θέμα έφτιαχνε δικές του εικόνες, ευχάριστες, μακρινές από την πραγματικότητα. Προσηλωμένος ξαφνιάστηκε και διακόπηκε η συγκέντρωσή του με την αντίδραση της μητέρας του που με απότομο τρόπο, απροσδόκητα, του άρπαξε το βιβλίο που «διάβαζε» από τα χέρια του. Το εσωτερικό περιεχόμενο του βιβλίου έπεσε στο δάπεδο.
«Τι είναι αυτό;»
Ο Αλκιβιάδης ανήμπορος να αρθρωσει λόγο κοιτάζει τη μητέρα του με αμηχανία και με το σπινθηροβόλο βλέμμα της αγελάδας. ...(Η εικόνα του, του θυμίζει τον Αλκιβιάδη, έναν άντρα που φημιζόταν για τη ρητορική του δεινότητα και την αυτοπεποίθησή του, να είναι ανήμπορος να μιλήσει και να κοιτάζει τη μητέρα του τη Δεινομαχίδη, μια ισχυρή προσωπικότητα).......
Με αμηχανία έρχεται αντιμέτωπος με μια κατάσταση που δεν μπορεί να διαχειριστεί με λόγια.
Γκαούρ -Ταρζάν ήταν το κρυφό ανάγνωσμα στο εσωτερικό του σχολικού βιβλίου που κάθε τεύχος περιλάμβανε συναρπαστικές ιστορίες περιπέτειας με τους θρυλικούς ήρωες Γκαούρ και Ταρζάν, συνδυάζοντας δράση, μυστήριο και φαντασία. Στο μύχιο, βαθύ και άγουρο παρελθόν του, όπου τα συναισθήματα και τα γεγονότα ήταν πρωτόλεια και καθοριστικά και οι πρώτες ηδονές να μυρμηγκιάζουν το κορμί του. Γκαούρ ήταν μελαχρινός γίγας, γενναίος, με ελληνικό φιλότιμο και λεβεντιά, κάτι που ο Άγγλος ξανθός, λίγο αφελής Ταρζάν δεν μπορούσε να συγκριθεί. Η ωραία Ταταμπού, η μελαχρινή Ελληνοαφρικάνα κοπέλα του Γκαούρ με το χυμώδες σώμα και το υπέροχο μπικίνι της. Αλλά ακόμα έφτιαχνε ιστορίες με τη Τζέιν, την ξανθιά καλλονή του Ταρζάν, Αγγλίδα, πανούργα και κρυφά ερωτευμένη με τον καλό Γκαούρ. Τι συνδυασμός! Τζέιν, ξανθή, σκύλα και επικίνδυνη! Ταταμπού, μελαχρινή, γλυκιά και καλή! Και οι δυο θεές όλο χυμούς αντίζηλες και ερωμένες! Ποιο πιτσιρίκι δεν θα άρπαζε φωτιά.
Ήταν δώδεκα χρονών τότε τελείωνε σε λίγο το δημοτικό. Το ανάγνωσμα του ξυπνούσε μια διάχυτη, ευχάριστη και διεγερτική αίσθηση που έτρεχε στο δέρμα του, και διαπερνούσε το σώμα του σαν ρίγος.
Η Ιοκάστη μια φόρα την εβδομάδα καθάριζε το σπίτι του διευθυντή του σχολείου τους. Της παραπονέθηκε ότι ενώ ήταν καλός μαθητής τελευταία έδειχνε αδιάφορος στα σχολικά του. Είχαν συμφωνήσει ότι θα γίνει επιμελής, και συνεπής στις σχολικές του υποχρεώσεις. Διάβαζε βέβαια αλλά αυτά που άρεσαν σ' εκείνον και τελικά η μητέρα του τον συνέλαβε αδιάβαστο και του έδειξε την δυσαρέσκεια και την απογοήτευση της.
Με την πρόθεση να του δείξει ότι «πρέπει να το πάρει στα σοβαρά» τον τιμώρησε τον ελεύθερο χρόνο του θα πηγαίνει μαζί της τα Σαββατοκύριακα στη νέα της εργασία για να καταλάβει πως βγαίνει το ψωμί και να στρώσει τον πισινό του να μάθει γράμματα εάν αναζητεί μια καλύτερη ζωή.
Αχ καλή μητέρα πόσο θα θελε να καταλάβει ότι πραγματικά καλός μαθητής είναι μόνο αυτός που είναι καλά και στην υπόλοιπη ζωή του.
Εκείνη την εποχή η Ιοκάστη δούλευε σκληρά ... Εργαζόταν περιστασιακά ως καθαρίστρια σε κάποια σπίτια πολλές ώρες για να βγάλει επιπλέον χρήματα.. Ένας εργοδότης της στην περιστασιακή αυτή εργασία της ήταν ένας τριαντάρης εργένης Έλληνας γεννημένος στον Καναδά με την όμορφη ελληνική κατατομή.
Πρώτη φορά τον είδε να εμφανίζεται μπροστά του εκείνο το μαγιάτικο πρωινό που μύριζε καλοκαίρι. Ψηλός, καστανός, με κατατομή αρχαίου ελληνικού αγάλματος, ψηλό μέτωπο, σκέφτηκε, να ο αγαπημένος του ήρωας ο Γκαούρ σε πιο ανοιχτόχρωμη έκδοση. Τα ωραία χαρακτηριστικά του, το βαθιά μελαγχολικό του βλέμμα, με το ωραίο μελανό των ματιών του, που μέσα τους σπινθηροβολούσαν και ο γοητευτικός τόνος της φωνής του σε μαγνήτιζε άθελά του. Μια γοητευτική παρουσία που γύρισε στην πατρίδα των γονιών του και ασχολήθηκε με την γεωργία δυναμικά. Είχε σπουδάσει μηχανολόγος μα πήρε απόφαση ζωής να γίνει γεωργός. Ήταν κάτοχος ενός αμερικανικού τζιπ, ενός μεγάλου τρακτέρ και μιας πλατφόρμας που έσερνε το τρακτέρ και είχε στην κατοχή του ένα πλήθος γεωργικά μηχανήματα, πολύτιμα εργαλεία στην επιχείρηση του..
Κοντράστ η Ιοκάστη στα τριάντα τρία της χρόνια πλέον. Η Ταταμπού σε καστανή ανοιχτή χροιά. Γεροδεμένη, μια γνήσια Σπαρτιάτισσα. Και η Σπάρτη αναφέρεται από τον Όμηρο ως καλλιγύναικα. Την εποχή του Ομήρου θα 'ταν η Περίβοια, η κόρη του Ευρυμέδοντα. Λέγεται ότι ήταν η πιο όμορφη μέσα στις γυναίκες.
Η Ιοκάστη λοιπόν εργαζόταν περιστασιακά στη δούλεψη του. Συνήθως τις Κυριακές και πολλές φορές όταν την χρειαζόταν επικουρικά στα κτήματα του. Τακτοποιούσε το σπίτι και τις κτιριακές εγκαταστάσεις της επιχείρησης. Τελευταία εκτός από την συντήρηση των οικημάτων και κυρίως τις εποχές που δεν υπήρχε εποχικό προσωπικό, η απουσίαζε και ο εργοδότης τότε αναλάμβανε και τις καλλιέργειες. Ενεργοποιούσε τα συστήματα ύδρευσης τις πότιζε και γενικά τις πρόσεχε. Την ικανοποιούσε βαθιά αυτή η ασχολία, τσαλαβουτούσε στα νερά χαρούμενη και αμέριμνη σαν παιδούλα. Ο εργοδότης είχε αντιληφθεί ότι αυτές οι ασχολίες την γέμιζαν ικανοποίηση. Έβλεπε ότι η Ιοκάστη είχε γνώσεις, εμπειρίες και αίσθημα ευθύνης απέναντι στη δουλειά και στη φύση και συχνά ζητούσε την βοήθεια της.
Το μαγιάτικο λοιπόν πρωινό ήταν ένα γλυκό ξημέρωμα και προμήνυε μια όμορφη μέρα. Το Τζιπ περίμενε την Ιοκάστη στο πλάτωμα της γειτονιάς για να την μεταφέρει στις εγκαταστάσεις του κτήματος .
Η Ιοκάστη τους σύστησε. Του χαμογέλασε πλατιά. «Όμορφη μέρα κοίτα να την απολαύσεις νεαρέ μου». Του είπε με φιλικό τόνο στη φωνή του.
Ξεκινήσανε . «Μάλλον το κυριακάτικο πρωινό προμηνύει μια δύσκολη μέρα για τον λεβέντη μου». Δήλωσε η μητέρα του με έμφαση.
Ο Λέανδρος (το όνομα του) την κοίταξε ερωτηματικά…
Η Ιοκάστη του εξήγησε για το επεισόδιο και την τιμωρία του.
Ένα πλατύ χαμόγελο στόλισε το πρόσωπό του δείχνοντας και τα λευκά όμορφα δόντια του.
«Έχουν δίκιο λοιπόν αυτά που λένε για τις Σπαρτιάτισσες . Τίμιες και αυστηρές! Εσύ τι λες αγόρι μου;» Τον ρώτησε.
«Μάλλον έτσι θα ‘ναι». απάντησε
«Λιγομίλητος… Λακεδαιμόνιος μου φαίνεται;» Ξαναρώτησε.
«Μπα απλώς είναι λιγάκι ντροπαλός.» Τον ενημέρωσε η Ιοκάστη.
Το κτήμα είναι τετρακόσια στρέμματα επίπεδης γης καλλιεργήσιμης. Κάμπος. Αυτή η πράσινη θάλασσα ανθρώπινης καλλιέργειας. Ευλογημένη Μητέρα γη.
Στα βόρεια στέκεται ένα πάρκινγκ στρωμένο με χαλίκια, μπροστά σε ένα δίπατο σπίτι με αετώματα που διατηρεί την ομορφιά του παρελθόντος, και διπλά του δυο τεράστιες αποθήκες. Μπροστά από τις αποθήκες σε κάποια απόσταση είναι το πηγάδι με το αρτεσιανό νερό ανάμεσα σε δυο υπέρ αιωνόβια σκιερά πλατάνια. Τριγύρω από το σπίτι μπαξές με λεμονόδεντρα. Μια σκηνή από την ονειρική Εδέμ. Μια εικόνα παραδείσου όλες τις εποχές του χρόνου.
Ανατολικά ένα μικρό δάσος από βυσσινιές και ένας αμπελώνας.
Δυτικά αρδευτικό κανάλι εξοργιστικά καταπράσινο χαμένο ανάμεσα σε μια απέραντη διπλό-σειρά τεραστίων κυπαρισσιών στην όχθη του.
Το κυπαρίσσι είναι χωρίς αμφιβολία ένα πανέμορφο δέντρο, αναπόσπαστα συνδεδεμένο με την παράδοσή μας.
«Ο Κυπάρισσος από την Κέα μια μέρα, από λάθος του, σκότωσε ένα ιερό ελάφι. Από τη θλίψη του παρακάλεσε τον Απόλλωνα να διατηρήσει τη μνήμη της λύπης του αθάνατη. Ο Απόλλωνας τον άκουσε και τον μετέτρεψε σε κυπαρίσσι. Το δέντρο αφιερώθηκε στον Πλούτωνα, τον θεό των νεκρών, και είναι έμβλημα πένθους.»
Το κυρίως κτήμα απέραντο συνήθως χρησιμοποιείτο για βαμβακοκαλλιέργειες...
Ο Λέανδρος και η Ιοκάστη. «Νιώθουν σαν να γνωρίζονται από χρόνια», κι ας μην έχουν περάσει πάρα μόνο λίγες ημέρες από τότε που πρώτο-ειδώθηκαν.
Το βλέπει στα μάτια τους. Τα μάτια έχουν πάντα τον πρώτο ρόλο. Από την πρώτη τους κιόλας συνάντηση, χωρίς οι ίδιοι να υποψιάζονται τίποτα, τα σώματά τους έχουν ήδη ανταλλάξει πάρα πολλές και σημαντικές πληροφορίες. Ήταν κάτι που ποτέ δεν ειπώθηκε, αλλά υπήρχε στον αέρα.
Μετά από ώρες και την επαφή του με τον Λέανδρο ένοιωσε και αυτός πώς υπάρχει χημεία μεταξύ τους. Κάτι σαν δάσκαλου μαθητή;. Αισθάνεται ότι θα 'ταν ο άνθρωπος να υποστηρίζει τα όνειρα του τις φιλοδοξίες του ακόμα κι αν δεν τα καταλαβαίνει. Κάποια στιγμή που ο Αλκιβιάδης εκθείαζε το εξαιρετικά όμορφο σπίτι ο Λέανδρος τον ρώτησε τι θα επιθυμούσε να προσθέσει στο σπίτι. Του είπε ένα γαλλικό μπιλιάρδο στο μεγάλο ισόγειο. Από την επαφή και τη συζήτηση τους ο Αλκιβιάδης το είχε καταλάβει ότι ο Λέανδρος είχε μια αγάπη σ' αυτό το άθλημα. Αυτός τον κοίταξε έκπληκτος και τον αγκάλιασε πατρικά με στοργή. Αυτή η επαφή εκείνης της υπέροχης μέρας ήταν το έναυσμα για τον Αλκιβιάδη να προσπαθήσει να μάθει μπιλιάρδο και σκάκι. Η γλυκιά του μανούλα του επέβαλλε τη γλυκύτερη τιμωρία και μάλλον το ήξερε εκ των προτέρων. Πως να μην την λάτρευε.
......... Ήδη είναι μεσημέρι. Ο Λέανδρος κάτω από τη σκιά του μεγάλου πλάτανου παιδευόταν με την επισκευή ενός ενδιάμεσου κρουνού στο αρτεσιανό δίκτυο παροχής του νερού άρδευσης. Ο καύσωνας, αν και εξασθενημένος, καλά κρατούσε! Η Ιοκάστη κάτω από το βλέμμα ενός οργισμένου ήλιου, τον προσέγγισε λουσμένη στον ιδρώτα να τον ρωτήσει εάν έχει προτίμηση να μαγειρέψει κάτι ιδιαίτερο γιατί απομένουν αρκετές εργασίες και θα τους πάρει αργά στο τέλος της ημέρας να τις τελειώσουν. Αυτός απορροφήθηκε να κοιτάζει την όμορφη σιλουέτα της Ιοκάστης, και ξεχάστηκε για λίγο με τον κρουνό που επισκεύαζε μ' αποτέλεσμα ένας πίδακας αρτεσιανό νερό διέφυγε ξαφνικά από τον ενδιάμεσο κρουνό κατά βρέχοντας τόσο τον Λέανδρο όσο και την Ιοκάστη.
Της Ιοκάστης το λεπτό λινό φόρεμα, καλά εφαρμοσμένο επάνω της αντί να κρύβει, αναδείχνει τις απαλές καμπύλες του κορμιού της. Το είχε μαζεμένο ψηλά από την δεξιά πλευρά και αγκιστρωμένο πάνω από τις γάμπες της που γυάλιζαν αφήνοντας τα όμορφα πόδια της στη θέα μέχρι ψηλά. Το βρεγμένο φόρεμα κόλλησε κατάσαρκα πάνω της τονίζοντας το όρθιο γεροδεμένο κορμί της. Το πλούσιο στήθος διαγράφηκε σαν από καλούπι στητό κι ελαστικό, ως τους μελαχρινούς κύκλους με τις ορθωμένες θηλές, και η βρεγμένη κιλότα της τονίζει ηδονικά τους πανέμορφους γλουτούς της. Ένα όμορφο μαντήλι πειθαρχούσε τα σγουρά κι ατίθασα πλούσια μαλλιά της.... και τα αμυγδαλωτά της μάτια υγρά σ’ ένα πρόσωπο γεμάτο υγεία με χρώμα ροδαλό, σαν παλιό μηλόξιδο. Η Ιοκάστη ήταν πάντα όμορφη, με το σταρένιο δέρμα στο στιβαρό, μα αρμονικό κορμί της. Ο Λέανδρος έβγαλε το βρεγμένο πουκάμισο του έμεινε γυμνός από τη μέση και επάνω ένας όμορφος γεροδεμένος άνδρας με ευρύ στέρνο και φαρδιές πλάτες. Ήταν ακουμπισμένος στο πλάι του αρτεσιανού συγκροτήματος, ξυπόλυτος και γυμνός από τη μέση και πάνω, με το τζιν του χαμηλά, φαίνεται το λάστιχο του εσωρούχου και οι γραμμωμένοι κοιλιακοί του. Τα σκούρα καστανά μαλλιά του ήταν ανακατεμένα σε ένα πολύ σέξι στιλ και τα σμαραγδένια μάτια του άστραφταν με μια πονηρή λάμψη. Ακτινοβολούσε σεξουαλική ενέργεια.
Ένα στιγμιαίο χαρούμενο και απελευθερωτικό γέλιο ξέφυγε αυθόρμητα από τα χείλη τους. Κι ήταν τόσο γοητευτικό το γέλιο τους! Ένας γάργαρος καταρράχτης από κρύσταλλα, που γέμιζε τον ίσκιο των δέντρων με ήχους επουράνιας γλυκύτητας.
Περνώντας η πρώτη αντίδραση και κοιτάζοντας ο ένας τον άλλο ξαφνικά σοβάρεψαν. Εάν παρατηρήσει κανείς τα βλέμματα τους είναι ένας πολύ καλός τρόπος για να καταλάβει ότι κάτι πολύ έντονα τους συμβαίνει. Τα μάτια τους, είναι ο καθρέφτης της ψυχής και των συναισθημάτων τους εκείνες τις στιγμές. Ποτέ της δεν φανταζόταν μέχρι σήμερα ότι θα μπορούσε να της συμβεί κάτι τέτοιο μ' έναν άλλο άνδρα.
Ο σοφός παππούς του έλεγε. «Oι ποιητές τα καταφέρνουν καλύτερα να μας κάνουν να νιώσουμε τι σημαίνει ερωτικό πάθος, γιατί έχουν τις λέξεις να το πουν, χωρίς να προσπαθούν να το εξηγήσουν.»
......... Ο Αλκιβιάδης μετά από εξήντα χρόνια από τις ημέρες εκείνες, έχοντας εσωτερικεύσει τις επιταγές μιας χριστιανικού τύπου ηθικής, που του την εμφύσησε κυρίως η μητέρα του, που η πορεία της ζωής της ήταν δύσκολη και επίπονα κουραστική, μια πορεία που περιόριζε τα όνειρα της και την έκανε να ζει υπό δύσκολες συνθήκες το παρόν και με περισσή αγωνία για το μέλλον. Ένιωθε πως έπρεπε να είναι καλά, να φροντίζει εκτός από τους γιους της και τον ίδιο της τον εαυτό, αφού το μητρικό της φίλτρο της έλεγε πως χρειαζόταν να είναι και αυτή καλά για να είναι σίγουρη πως και τα παιδιά της θα ήταν ευτυχισμένα
....... Με τόλμη λοιπόν σήμερα προσεγγίζει περιοχές αχαρτογράφητες με τρόπο βέβηλο, και βλάσφημη ομορφιά, για το φανέρωμα της δύναμης του ερωτικού πόθου που ασφυκτιά μέσα στις παραδοχές του κοινωνικού στάτους και υπερβαίνει συνειδητά τα όριά του, προσπαθώντας να δώσει έναν πιο ελεύθερο προσωπικό κόσμο της μητέρας του που ανάγεται στη σφαίρα του ονείρου και της μυθοπλαστικής φαντασίας υπερβαίνοντας τα όρια της καθημερινής τους αλήθειας. Έναν κόσμο όπως πιθανόν τον ονειρευόταν η κοκκινομάλλα με τα βιολετιά μάτια φίλη της, και πολύ-πολύ δύσκολα αν όχι τελείως αρνητικά η μητέρα του. Είναι γι αυτόν σήμερα ένα νοσταλγικό φλας-μπακ σε μια εποχή που έρωτας, ενοχές, τύψεις, φιλία, όλα δοκιμάζονται μέσα στο χρόνο.
Ζήσε τη χαρά του πνεύματος και τη σοφία των αισθήσεων. Ζήσε κείνο που είσαι μέσα στη φαντασία σου. Γιατί, στον φανταστικό μας κόσμο, υπάρχουν γνωστά συναισθήματα. Τι είναι λοιπόν αυτά τα συναισθήματα που λίγο πολύ όλοι φοβόμαστε να εκφράσουμε; H μυθοπλασία μπορεί και να καταφέρει να πει στον κόσμο για την αλήθεια των συναισθημάτων μας. Για την ελευθερία,για την αίσθηση ότι μπορείς να πετάξεις μακριά από ηθικές αναστολές, θρησκευτικούς συντηρητισμούς, σεξουαλικά κρατήματα.
Στην Ιοκάστη, υποσχέθηκε ότι θα στρώσει τον πισινό του κάτω να μάθει γράμματα. Όπως συνεχώς τον παρότρυνε μ' ένα σωρό ενθαρρυντικά λόγια για την χρησιμότητα τους. Στο Λέανδρο υποσχέθηκε ότι δεν θα ασχοληθεί πλέον στο μέλλον με την πυγμαχία, που ήταν το χόμπι του. Ο Λέανδρος το θεωρούσε παρεξηγημένο άθλημα. Δεν το ενέκρινε. Θα προσπαθήσει να μάθει καλό σκάκι και γαλλικό μπιλιάρδο όπως τον προέτρεψε. Σ' όλα αυτά απλώς τα μισό-κατάφερε.. Δεν δικαιολογείται ούτε κλαίγεται σήμερα. Νομίζει ότι η μισή αλήθεια είναι ότι προσπαθησε δεν παραιτήθηκε. Απλώς δεν επέμενε και δεν προσπάθησε τόσο όσο θα έπρεπε. Ίσως γιατί ποτέ δεν είχε βάλει ορόσημα και ιδιαιτερους στοχους στη ζωή του. Ούτε ιδιαίτερες προκλήσεις και δοκιμασίες, που θα τον ανάγκαζαν να μετρήσει τον εαυτό του. Να ζυγίσει τις δυνάμεις του και να προχωρήσει τη ζωή του. Όπως πολύ αργότερα ενήλικας έμαθε για τη μικρή χαριτωμένη συμμαθήτρια του στο δημοτικό σχολείο με τα φωτεινά μελένια μάτια τη Στέλλα πως πρόσφατα είχε επιστρέψει στην Ελλάδα από τη Γαλλία μετά από μια υποτροφία σπουδών που είχε κερδίσει στη διακονία της μουσικής, αποδεικνύοντας πως αγωνίστηκε σκληρά να πραγματοποιήσει το όνειρο της.
....Ο ήλιος πλέον είχε χαθεί πίσω από τις ψηλές κορυφές του Παρνασσού η ατμόσφαιρα άλλαζε χρώματα και τα πουλιά είχαν κουρνιάσει στα δέντρα όταν τους άφησε εκεί στο πλάτωμα της γειτονιάς. Μετά από μια απίστευτα όμορφη Κυριακή για όλους, επέστρεψαν στην γειτονιά τους. Χαμογελαστά πρόσωπα. Από την πρώτη στιγμή, ήταν ξεκάθαρο ότι υπήρξε χημεία μεταξύ τους καθώς την έκανε να νιώθει πολύ ιδιαίτερη, που όμως δεν είχε κανένα νόημα να περιμένει κάτι περισσότερο. Τον Κλέαρχο τον αγαπούσε και τoν τιμούσε.
Τα Πρώτα Χρόνια της Εφηβίας!.....





'


