....Μία ακόμη σχολική χρονιά τελειώνει, η τελευταία του Αλκιβιάδη στο δημοτικό σχολείο και ήταν μια ξεχωριστή χρονιά και καθοριστική για την μετέπειτα ζωή του. Πολλές φορές κάποια τυχαία ή και ασήμαντα γεγονότα μπορεί να αποδειχθούν καθοριστικής σημασίας για ολόκληρη τη μετέπειτα ζωή μας. Ένα περιστατικό, ένα επεισόδιο, μια συνάντηση, μια γνωριμία συχνά διαδραματίζουν αποφασιστικό ρόλο στην πορεία μιας ζωής. Ως ένα τυχαίο και ασήμαντο γεγονός μπορεί να χαρακτηρισθεί και η απόφαση του Αλκιβιάδη ένα απλό, καθημερινό παιδί να αρχίσει να ονειρεύεται να ταξιδέψει στη θάλασσα, να ονειρεύεται να γίνει ένας Αργοναύτης, να γνωρίσει μέρη μακρινά που βλέπει μόνο μέσα από τα βιβλία του..

Εφηβικές Φουσκοδεντριές!.....
......Έξω οι δρόμοι λουζόταν στον ανοιξιάτικο ήλιο, όταν μετά το σχολείο σεργιάνισε στις αλάνες της γειτονιάς με το παραπάνω. Αυτό του στοίχισε άφθονους μώλωπες, και ένα εγκάρσιο σκίσιμο σαν από ξυράφι στην κνήμη βαθύ μέχρι το κόκκαλο και κάτι αφόρητους πόνους. Στο τέλος της αλάνας δυο ατροφικά δέντρα, έριχναν παραπετάσματα από μικρές σκιές και έτρεξε βιαστικά στον ίσκιο τους τον πόνο του να καταπραΰνει και να τον ανακουφίσει. Καθισμένος εκεί στον ίσκιο τα ξαφνιασμένα μάτια του σαν μια κινηματογραφική ταινία είδε το νεαρό άνδρα να ξεπροβάλει από τον κήπο παρακείμενης οικίας με ναυτική στολή στα ολόλευκα ντυμένο. Τον παρακολουθούσε έτσι ακίνητος και σκεφτικός όπως καθόταν αθέατος, πίσω από τη σκιά των δέντρων στον απογευματινό Ήλιο και στη δύναμη της εικόνας ένιωσε κάτι περίεργο να διαπερνά το κορμί του. Μυστήριο λαμπερό τον συνεπήρε, «τρελό όνειρο» που έβγαινε από την ψυχή του, μπορούσε να το δει καθαρά. Με τα μάτια της φαντασίας του απεικόνισε νοερά τον εαυτό του, να ταξιδεύει στα πέρατα του κόσμου. Ένοιωσε ζωντανά τη περιπλάνηση στην καταχνιά της σκέψης του, λες και δεν πατούσε στη γη, λες και έπλεε με καράβι στα γαλανά νερά της απέραντης θάλασσας, έγινε για λίγο ναυτικός. Αγαπούσε ιδιαίτερα τη θάλασσα και κάθε φορά που κατηφόριζε στις ακτές της Αγίας Μαρίνας το γλεντούσε η ψυχή μου. Όταν έφτανε κοντά της άπλωνε το βλέμμα παγανιά να κυνηγήσει τις ομορφιές της όλες, και άφηνε τη φαντασία του να καλπάζει αχαλίνωτη παρασύροντας τον στα πιο μαγευτικά ταξίδια. Είτανε για αυτόν το ξεκίνημα και συγχρόνως το θεμέλιο για το ριζικό του! Κι η θάλασσα τον καρτερούσε υπομονετικά να τον δεχτεί με στοργή στην αγκαλιά της.
Τελειώνοντας το δημοτικό γράφτηκε στο οικονομικό Γυμνάσιο Λαμίας. Η Λαμία την εποχή εκείνη του 1960 είχε δυο γυμνάσια αμιγώς αρρένων που στεγάζονταν στο ίδιο κτήριο ένα θηλέων και το οικονομικό γυμνάσιο που ήταν μικτό. Αώο το τους αποφοιτήσαντες την τάξη του μόνο μια συμμαθήτρια του φοίτησε και αυτή στο οικονομικό γυμνάσιο.
....Λένε πως ο χρόνος είναι αδιάκοπος και όπως το νερό στο ποτάμι δεν σταματά ποτέ, έτσι και ο χρόνος κινείται μόνο προς μία κατεύθυνση, από το παρελθόν στο μέλλον, χωρίς να μπορούμε να τον αναστρέψουμε, και όπως δεν μπορείς να αγγίξεις το ίδιο νερό δύο φορές σε ένα ποτάμι, έτσι και οι στιγμές που περνούν δεν επιστρέφουν ποτέ. Και είμαστε «παρασυρμένοι» από το ρεύμα του. Μπορούμε να μάθουμε να κολυμπάμε, αλλά δεν μπορούμε να σταματήσουμε τη ροή του χρόνου. Το ποτάμι του χρόνου μας φέρνει αλλαγές, μας ωριμάζει, αλλά ταυτόχρονα «διαβρώνει» τα πάντα και πολλά είναι και τα γεγονότα που λαμβάνουν χώρα στη διάβα του .
Ο Μπόρχες αναφέρει: «Ο χρόνος είναι ένα ποτάμι που με παρασύρει, αλλά εγώ είμαι το ποτάμι», υπονοώντας ότι ο χρόνος δεν είναι κάτι ξένο, αλλά η ίδια η ουσία της ύπαρξής μας.
....Θα ήταν ήδη ο Αλκιβιάδης στα δεκατέσσερα του χρόνια που αλλάξαν και πάλι σπίτι. Νοικιάσανε ένα μεγαλύτερο σπίτι μόλις τρία κάθετα σοκάκια κατά το μήκος της κοίτης του ρέματος βορειοδυτικά της ίδιας παραδοσιακής γειτονιάς.Τα παιδιά μεγάλωσαν και οι γονείς αποφάσισαν ότι χρειάζονταν κάτι μεγαλύτερο. Τσιμεντένια σκαλοπάτια έκαναν ποιο εύκολη την πρόσβαση των πεζών στα σπίτια τους, εκει που οι στενοί δρόμοι ακολουθούσαν τη φυσική έντονη κλίση του εδάφους και οι οποίοι αποτελούσαν χαρακτηριστικό γνώρισμα του παραδοσιακού οικισμού της πόλης με το έντονο ανάγλυφο του με τα σπίτια σκαρφαλωμένα το ένα πίσω απ' το άλλο στις πλαγιές του λόφου. Τα σκαλοπάτια ξεκινούσαν από την όχθη του ρέματος και ανηφόριζαν ψηλά, σ' ένα τεράστιο χωμάτινο επίπεδο πλάτωμα. Δεξιά και αριστερά στα σκαλοπάτια έστεκαν λιτά αλλά επιβλητικά, τα σπίτια σαν αετοφωλιές προσφέροντας πανοραμική θέα, συνήθως τα περισσότερα δίπατα με μικρές η μεγάλες αυλές. Το σπίτι που νοικιάσανε ήταν δίπατο (ισόγειο και έναν όροφο) στην αριστερή πλευρά και στο μέσον της κλίμακας από τα σκαλοπάτια, ιδιοκτησία μιας κοντούλας στρουμπουλής γυναίκας. Πρέπει να ήταν γύρω στα σαρανταπέντε της χρόνια χήρα και έμενε στο ισόγειο με το γιο της, ένα δωδεκάχρονο αγόρι. Χαμηλά στην όχθη του ρέματος υπήρχε μια παρόχθια δασική συστάδα, ένα μικρο δάσος με πανύψηλες λευκές λεύκες που σταθεροποιούσαν την όχθη του ρέματος και το ριζικό τους σύστημα, απέτρεπε τη διάβρωση στα πλατώματα με τα σπίτια και ταν μια πολύ όμορφη οικολογικά ζωτική εικόνα. Τα δέντρα τακτοποιημένα το ένα δίπλα στο άλλο, λειτουργούσαν ως καταφύγιο για τα πουλιά, με μια συνεχή οχλοβοή από τα σπουργίτια και τις δεκαοχτούρες στα κλαδιά τους. Η οχλοβοή που έκαναν ήταν αντιστρόφως ανάλογη του μεγέθους τους. Πίσω από της λεύκες σ' ένα ευρύχωρο πλάτωμα ήταν απλωμένα στις γωνίες του πλατώματος τα πρώτα σπίτια. Στη δεξιά πλευρά του ήταν ακροβολισμένα τρία σπίτια όπου διέμεναν αντίστοιχα τρεις οικογένειες με δεσμούς αίματος. Ηταν σύνηθες στις οικογένειες της γειτονιάς τα πατρικά σπίτια να χωρίζονται ή να χτίζονται νέα σπίτια στο ίδιο οικόπεδο για να στεγάσουν τα παιδιά και τις δικές τους οικογένειες. Από τα πρώτα χρόνια οι γονείς του Αλκιβιάδη είχαν αποκτήσει κοινωνική επαφή, οικειότητα και φιλία μ' αυτές τις οικογένειες. Στο μικρότερο από τα τρία σπίτια έμενε μια χήρα με τους δυο γιους της, νεαροί άνδρες σε ηλικία παντρειάς. Ο Αλκιβιάδης δυσκολευόταν να περιγράψει αυτό που συνέβαινε στις γειτονιές κατά μήκος του ρέματος με τη μεγάλη πυκνότητα γυναικών που είτε είχαν χάσει τους συζύγους τους, (χήρες,) είτε ήταν ζωντοχήρες (γυναίκες που βρίσκονταν σε διάσταση, είχαν εγκαταλειφθεί ή οι άντρες τους έλειπαν για μεγάλο διάστημα). Η χαμηλότερη προσδόκιμη ηλικία των ανδρών σε σύγκριση με τις γυναίκες ήταν ένα διαπιστωμένο δημογραφικό φαινόμενο. Το χάσμα αυτό αποτελούσε σημαντική κοινωνική παράμετρο, στη δομή του πληθυσμού της γειτονιάς τους, καθώς κατά κύριο λόγο αποτελείτο από χήρες ηλικιωμένες γυναίκες. Μετά από τους πολέμους, και από άλλους διάφορους παράγοντες, πολλές γυναίκες έμεναν μόνες, αναλαμβάνοντας το βάρος της οικογένειας και της επιβίωσης. Οι γυναίκες αυτές, αποτελούσαν αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητας στη φτωχική γειτονιά τους.
Στην ουσία, οι ζωντοχήρες την εποχή εκείνη βρίσκονταν σε μια γκρίζα ζώνη στην κλειστή, πατριαρχική κοινωνία της γειτονιάς τους, καθώς η απουσία του «προστάτη» άνδρα καθιστούσε τη θέση τους επισφαλή και την ηθική τους «ανοιχτή» σε σχόλια. Ισορροπούσαν ανάμεσα στην ανάγκη να διατηρήσουν την κοινωνική τους υπόληψη και στην ανάγκη επιβίωσης, αποτελώντας συχνά πρότυπα ανθεκτικότητας, παρά το στίγμα που τις συνόδευε.
Στο δεύτερη και τη μεγαλύτερη οικία, μια ευρύχωρη νεόδμητη οικοδομή κατασκευασμένη με τσιμέντο και τούβλα την κλασική και διαδεδομένη μέθοδο δόμησης πλέον στην Ελλάδα έμενε η οικογένεια της μεγαλύτερης κόρης της χήρας που είχε τρεις κόρες ηλικίας από τέσσερα έως δώδεκα χρονών την εποχή που μετακόμισε η οικογένεια του Αλκιβιάδη στη νέα περιοχή της ίδιας γειτονιάς. Στην τρίτη οικία, μια πετρόκτιστη μονοκατοικία όχι ιδιαίτερα ευρύχωρη έμενε η μικρότερη κόρη της με δυο παιδιά μικρά ένα αγόρι κι ένα κορίτσι. Η οικία που έμενε χήρα μητέρα τους, μαζί με τους δυο, μικρότερους από τα κορίτσια γιους της, ήταν μια παλιά ξύλινη κατασκευή από συμπαγή ξυλεία με πέτρινα θεμέλια για μεγαλύτερη σταθερότητα. Μια παλιά οικία σαν αυτές που συνήθως συναντώνται ειδικά σε ορεινές περιοχές ή σε παραδοσιακούς οικισμούς. Ο μεγάλος της ο γιος είχε νοητική υστέρηση, ήταν άτομο με περιορισμένες γνωστικές και προσαρμοστικές λειτουργίες, αλλά με καλή σωματική υγεία σε συνδυασμό με μεγάλη μυϊκή δύναμη. Παρά τους περιορισμούς στη γνωστική λειτουργία, είχε καλή καθημερινότητα, συνεργάσιμος με «αγαθιάρικη διάθεση» και εκδηλωτικός με τα συναισθήματά του. Δούλευε συνήθως βοηθός στις οικοδομικές εργασίες. Το ότι ήταν ερωτευμένος με την κοντούλα στρουμπουλή σπιτονοικοκυρά της οικογενείας του Αλκιβιάδη, ήταν ένα από τα συχνά τα πιο άμεσα και καθημερινά, θέματα συζήτησης στη γειτονιά. Ο Μικρότερος γιος εκείνη την εποχή υπηρετούσε τη στρατιωτική του θητεία. Ήταν ένα ψηλός ωραίος μελαχρινός άνδρας, που όταν απολύθηκε από το στρατό έφερε και μια νύφη στο σπίτι από την Αθήνα. Η σχέση δεν κράτησε πολύ! Τέσσερα άτομα στο μικρό ξύλινο σπίτι ήταν υπερβολικά πολλά. Σε «κακεντρεχείς» συζητήσεις και φήμες, που αφορούσαν τοξικές σχέσεις γινόταν αναφορά, όπου η μητέρα του μπορεί να ζήλευε και να ανταγωνιζόταν την υποψήφια νύφη της.Κατά το μήκος στα τσιμεντένια σκαλοπάτια που ξεκινούσαν από έναν μικρο πεζόδρομο παράλληλο της όχθης του ρέματος μεχρι το χωμάτινο πλάτωμα, υπήρχαν τρεις-τεσσερις κατοικίες σε κάθε πλευρά, δεξιά και αριστερά. Η οικία που ξεχώριζε ήταν μια μεγάλη υπερυψωμένη πέτρινη κατοικία στην ανατολική πλευρά από τα σκαλοπάτια και μπροστά από την οικία που είχε ενοικιάσει η οικογένεια του Αλκιβιάδη. Ηταν κτισμένη εμπρός τους με θέα το ρέμα εκεί που το ρέμα έκανε ένα μεγάλο τόξο και είχε δημιουργηθεί ένα υδάτινο φαράγγι με απόκρημνα τοιχώματα, και πολύ πλούσια βλάστηση. Μπροστά αυτής της οικίας επεκτεινόταν μεγάλο επικλινές οικόπεδο, με σύνορο από την υπερυψωμένη κοίτη του ρέματος μεχρι τις αποθήκες που ήταν κάτω από το τεράστιο μπαλκόνι της κατοικίας. Η κατοικία και το οικόπεδο ήταν ιδιοκτησία ενός εμπόρου, που είχε το κατάστημα του στο κέντρο της πόλης. Αυτός ήταν γύρω στο πενήντα του χρόνια, η σύζυγος μια σαραντάρα, σεμνή και χαμηλών τόνων γυναίκα και και το ζευγάρι είχε δυο κόρες που φοιτούσαν στο γυμνάσιο. Η μεγάλη το τελείωνε τη χρονιά εκείνη. Δύο νεαρά όμορφα χαμογελαστά μελαχρινά κορίτσια.
Η Ιοκάστη είχε αγαστή φιλία και με τις δυο κόρες της χήρας. Η μεγάλη η Πανδώρα ήταν στην ηλικία της Ιοκάστης. Η μικρότερη η Περσεφόνη ήταν δυο με τρία χρόνια μικρότερη.
Η Πανδώρα, ούτε Αρσακειάς, ούτε Ουρσουλίνα. Ήταν μια χαριτωμένη μυρωδάτη κοκκινομάλλα, κοντή με καλές αναλογίες, συμπαθής, με χλωμό λευκόχρωμο πρόσωπο βιολετί μάτια που ασκούσαν αδιόρατη γοητεία και πεταχτό περπάτημα. Η Πανδώρα ήταν αθεράπευτα ρομαντική και αμετακίνητη στις απόψεις της και κάπως αφελής. Εάν της έδινες αφορμή να μιλήσει, άρχιζε και ξεχνούσε να τελειώσει, αλλά αν βρισκόταν με κάποιον που δεν τον συμπαθούσε, δηλαδή με τους αρκετούς ανθρώπους του κόσμου της συνοικίας. σχεδόν δεν άνοιγε το στόμα της! Παντρεμένη μ' έναν κοντό και ξερακιανό τριανταπεντάρη, με τα μαλλιά του πάντα ανακατωμένα, και που συνήθως έμενε βδομάδες αξύριστος. Δούλευε εργάτης στις οικοδομές.
Η Περσεφόνη. Ήταν μετρίου αναστήματος κοπέλα, με λευκή επιδερμίδα και λεπτό σκελετό, συμπαθητική, και ντελικάτη. Τα καστανά μαλλιά της έκαναν μικρές μπούκλες. Τα ανοιχτά καστανά υγρά μάτια της είχαν μια γλυκύτητα, μάτια που φανέρωναν ότι το άτομο διαθέτει καλούς τρόπους και υπομονή. Παντρεμένη μ' έναν ψηλό άνδρα, καστανό, με όμορφη κατατομή, ψηλό μέτωπο, ντυμένος συνήθως κατά τα κιτς πρότυπα της εποχής. Όταν τον γνώρισε η Περσεφόνη υπηρετούσε στρατιώτης στην κοντινή μονάδα στρατού. Δούλευε υδραυλικός, ανακατωνόταν και με το εμπόριο, φανατικός ποδοσφαιρόφιλος.
Η Ιοκάστη με την Περσεφόνη από τον πρώτο χρόνο που γνωρίστηκαν κόλλησαν από την πρώτη στιγμή, με μια πολύ όμορφη και άμεση σύνδεση, έγιναν φίλες. Ταίριαζαν οι προσωπικότητές τους χωρίς προσπάθεια, ένιωθαν λες και γνωρίζονταν χρόνια ολόκληρα, και δεν χρειάστηκε πολύς χρόνος για να νιώσουν οικεία μεταξύ τους. Είχαν αυτά τ' αναγκαία συστατικά για τη δημιουργία μιας ιδιαίτερης οικειότητας και συμπάθειας, δέθηκαν μεταξύ τους. «Ο καλός φίλος και η σκιά εμφανίζονται μόνον όταν ο ήλιος λάμπει. Και ο φίλος σου είναι ο άνθρωπος που ξέρει τα πάντα για σένα και παρόλα αυτά, ακόμα σε συμπαθεί. Η Ιοκάστη δεν είχε βασικές γνώσεις γραφής και ανάγνωσης: Δεν μπορούσε να διαβάσει ή να γράψει κείμενα. Η μόνη της επαφή με τη γραφή ήταν η ικανότητα της να γράφει το ονοματεπώνυμό της, συχνά με κόπο, ένα φαινόμενο αρκετά συνηθισμένο, σε μεγαλύτερες γενιές και ιδιαίτερα με καταγωγή από αγροτικές περιοχές. Η Περσεφόνη έχοντας ολοκληρώσει τη βασική εκπαίδευση είχε αποκτήσει τις απαραίτητες γνώσεις και δεξιότητες, όπως το να διαβάζει και να γράφει με επάρκεια.Όταν γνωρίστηκαν η Περσεφόνη της μετέδωσε της Ιοκάστης το προσωπικό της πάθος. Αυτό της απλής γυναίκας και νοικοκυράς που δεν εργαζόταν με αμειβόμενη εργασία εκτός σπιτιού, αλλά εκτελούσε την απλήρωτη οικιακή εργασία με την αφοσίωση στην οικογένεια της. Το παθος που της εδινε χαρά και παρηγοριά αι διέξοδο στη λιτή ζωή της φτωχογειτονιάς ήταν τα οικογενειακά περιοδικά ποικίλης ύλης της εποχής, «Ντόμινο» και «Ρομάντζο», που ξεχώριζαν, κυρίως, για τα φωτορομάντζα τους. Τα αγόραζε ανελλιπώς κάθε βδομάδα, καθόταν ύστερα στο προσήλιο, στην αυλή της, και τα ξεκοκάλιζε. Κρατούσε δε όλα τα τεύχη του περιοδικού σε μια ντουλάπα στο δωμάτιό της και πολλές φορές έπαιρνε και διάβαζε και κάποιο τεύχος παλιό.
Η Ιοκάστη, εντυπωσιασμένη από το φανταχτερά εξώφυλλα, ζήτησε να της διαβάσει τα φωτορομάντζα τους. Μια φορά κι έναν καιρό, όπως αρχίζουν όλα τα παραμύθια, ζούσε ένα αγόρι κι ένα κορίτσι. Κι έπειτα, δειλά – δειλά, αγάπη ερωτική.Μόλις της διάβασε, λοιπόν, τα φωτορομάντζα κι έφτασαν στο... «συνεχίζεται στο επόμενο», «κόλλησε» στην περιέργεια να παρακολουθήσει την εξέλιξη των ιστοριών, κι έτσι κάθε Σάββατο, που η Περσεφόνη έπαιρνε και διάβαζε το νέο τεύχος των «Ντόμινο»-«Ρομάντζο» στη συνέχεια τα διάβαζε στην Ιοκάστη. Πολλές φόρες της τα έδινε για να της τα διαβάσει ο γιος της ο Αλκιβιάδης.
Αισθήματα και αγάπες, έρωτες και λουλούδια, μικρές και μεγάλες προκλήσεις το περιεχόμενο, σε μια εποχή ρομαντισμού. Όνειρα σε συνέχειες, όπως σήμερα τα σήριαλ στην τηλεόραση, παλιά τα φωτορομάντζα στα περιοδικά, πονεμένες ιστορίες και δάκρυζαν οι ευαίσθητες ψυχές. Οι σαπουνόπερες, μιας άλλης εποχής. Βάσανα, λυγμοί, κατατρεγμοί. Για την Ιοκάστη οι στιγμές αυτές λειτουργούσαν ως αντίβαρο στη σκληρή καθημερινότητα της, προσφέροντας πνευματική και ψυχική ανάταση. «Χμμμ! η ανάγκη να πιστεύεις για ένα παραμύθι ήταν που τα έθρεψε και θρέφει και σήμερα τα παντός είδους λαϊκά αναγνώσματα».
Εκεί στη γειτονιά τους του έβρισκαν και οι μέρες του χιονιά. Οι μέρες που τα πουλιά σπρωγμένα από τον χιονιά κατεβαίνουν κατά χιλιάδες πετούν χαμηλά και ορμούν όλα μαζί προς τον κάμπο, σχηματίζοντας μεγάλα σμήνη. Ημέρες που τις περνούσαν μέσα στο σπίτι ακούγοντας τη φωτιά να τριζοβολάει στο τζάκι η στη σόμπα. Αυτό θυμάται. Τη φωτιά. Μια περίοδος που όλα κυλούσαν πιο αργά, σαν οι επιθυμίες να πάγωναν στο χιονιά. Βρίσκονται στο νέο τους σπίτι πιο ευρύχωρο που είναι σε θέση να καλύψει απόλυτα τις οικογενειακές τους ανάγκες.
Τέτοιες μέρες ήταν που ξεκίνησε μία παράδοση. Ο Λυκούργος ο σύζυγος της Πανδώρας πρότεινε και οργάνωσε δραστήριες οικογενειακές συναντήσεις, μεταξύ των οικογενειών τους.
Του άρεσε το κρασάκι και τα μεζεδάκια για να συνοδεύουν το κρασί. Ήταν μεν κοντός και γεροδεμένος, αλλά ήταν σχετικά λιπόσαρκος και νευρώδης και δικαίως χαρακτηριζόταν στη γειτονιά και μερακλής. Στην οικογένεια του μπορεί και να τους έλειπαν μερικά από τα απαραίτητα όμως ήταν πάντα χαρούμενοι και γλεντούσαν την απλή και φτωχική ζωή, όπως αυτοί μόνο ήξεραν, οι άνθρωποι δεν έπαιρναν τη ζωή μοιρολατρικά.
«Τώρα είναι η ιδανική εποχή για να μαζευόμαστε στο σπίτι με φίλους και μ΄ένα ποτήρι κρασί στο χέρι να μοιραζόμαστε εμπειρίες και συναισθήματα.» Ένιωθε ότι μπορούσε να μοιραστεί και με άλλους τα βάσανα και τις αγωνίες της ζωής.
Οικογενειακές στιγμές ηρεμίας και χαλάρωσης πότε στο σπίτι της Πανδώρας που διέθετε ευρύχωρο σαλόνι με τζάκι ποτέ στο δικό τους με τη ξυλόσομπα. Σαν αποτέλεσμα, είχανε δεθεί πολύ σαν οικογένειες. Σπάνια συμμετείχε και η οικογένεια της Πηνελόπης... Ο ποδοσφαιρόφιλος σύζυγος της συνήθως απουσίαζε με αποτέλεσμα να μην συμμετέχει ούτε η Πηνελόπη.
Είναι αυτές οι στιγμές ηρεμίας και χαλάρωσης που και η Ιοκάστη νιώθει ότι μπορεί να ξεκλέψει και λίγο χρόνο για τον εαυτό της. Ξεχνά τη κούραση, την απογοήτευση. Τα δικά της χαμένα όνειρα. Τις μεγάλες δυσκολίες της ζωής που αντιμετωπίζει χωρίς την αρμόζουσα βοήθεια απ τον σύντροφο της. Δεν είναι κακός αλλά δεν είναι και ο ενεργητικός οικογενειάρχης.
Το να είσαι εργαζόμενη μητέρα συνεπάγεται άγχος, κούραση, ευθύνες και καθόλου μα καθόλου χρόνο. Η καθημερινότητα φαντάζει τόσο δύσκολη... Γιατί η μητέρα είναι ο στυλοβάτης του σπιτιού τους. Η Ιοκάστη είναι ηρωίδα! Θέλει τα παιδιά της να μπορούν να είναι χαρούμενα. Εν αντιθέσει με τον Κλέαρχο που όπως είπαμε είναι αρκετά φυγόπονος και τα έχει φορτώσει σχεδόν όλα πάνω της. Η Ιοκάστη είναι μια γυναίκα που τον ηρεμεί, τον χαλαρώνει με την οποία νιώθει μεγάλη ευχαρίστηση, όταν ξέρει πως η σύντροφός του διακρίνεται για τον δυναμισμό και την αυτάρκεια της.
Ο Λυκούργος εργάζεται κι αυτός πολύ σκληρά, δίνει καθημερινά σκληρή μάχη για το μεροκάματο: Οικοδομή, κασμάς, φτυάρι, τενεκές. Σκληρή και κουραστική δουλειά. Σηκωνόταν από τ' αξημέρωτα. Βογκά και πασχίζει να τα φέρει βόλτα με το μεροκάματο.. Για ζωή με αξιοπρέπεια παλεύει, για το τραπέζι της φαμίλιας παλεύει..
Στα τριάντα πέντε του χρόνια νοιώθει κουρασμένος, νοιώθει να μην έχει ενέργεια και διάθεση μετά από τη σκληρή δουλειά για να έχει όρεξη για ερωτικά παιχνίδια. Δ εν αισθάνεται πλέον την απαραίτητη διέγερση για να διατηρήσει το ενδιαφέρον του για σεξ με τον σύντροφό του. γρήγορα άρχισε να παραμελεί και δεν ανταποκρίνεται στα συζυγικά του καθήκοντα απέναντι στις σεξουαλικές επιθυμίες της γυναίκας του. Η Πανδώρα φαινότανε πως της άρεσαν τα ερωτικά παιγνίδια και ο Λυκούργος δεν μπορούσε να την καλύψει. «Δεν τη φρόντιζε όσο πρέπει.» Ένοιωθε ότι δεν την πρόσεχε όπως παλιά, με συνέπεια, να εμφανιστεί η σεξουαλική πλήξη στην Πανδώρα. Και όπως ήταν επόμενο του παραπονιόταν ότι την παραμελεί, δεν ενδιαφέρεται για αυτή και άλλα πολλά. Συχνά πυκνά μάλιστα του έλεγε ότι θα καταλήξει να βρει κάποιον να την ικανοποιεί και καλά θα έκανε να τη φροντίζει πιο συχνά. Από την πλευρά του, παρότι ακόμη του άρεσε πολύ σαν γυναίκα, δεν ένιωθε την ανάγκη να κάνει έρωτα μαζί της και όταν το έκανε, η Πανωραία παραπονιόταν στην Ιοκάστη πως το σεξ με τον άνδρα της ήταν σκέτη αγγαρεία.
Αυτή είναι μια απλή νοικοκυρά, και μπορεί να αφιερώσει περισσότερο χρόνο και φροντίδα στον εαυτό της. Δέκα πέντε χρόνια παντρεμένη συνήθισε τόσο που είχε ξεχάσει λίγο τον νεανικό εαυτό της. Η αλήθεια ήταν ότι τελευταία είχε αρχίσει να σκέφτεται να προσπαθήσει να πραγματοποιήσει κάποιες από τις φαντασιώσεις της τώρα που έχει ακόμα την ευκαιρία στα τριάντα πέντε της χρόνια. Ψάχνει, κάποιον να την κυνηγά λίγο και να της δίνει σημασία χωρίς να σημαίνει ότι την ερωτεύτηκε. Αρκεί να μπορεί άνετα να κάνει μόνο σεξ. Απλά να τον συναντά όταν έχει την ανάγκη να κάνει σεξ.
Η Πηνελόπη ζει στο δικό της κόσμο των φωτορομάντζων και νοιώθει τη δική τους αμείωτη και αυτάρκη ενέργεια τους. Αναμφίβολα ήταν μια γυναίκα πάντοτε μειλίχια, ήρεμη, γαλήνια και προσιτή σε όλους. Ο ποδοσφαιρόφιλος σύζυγος της, ένας τύπος έξω καρδιά με μια επηρμένη βλάχο-αυθάδεια συμμετείχε σπάνια στις οικογενειακές συνάξεις. Κι όταν συμμετείχε και το εκλεκτό κρασί έρεε άφθονο, ήταν φορές που κολλούσε πάνω στην Ιοκάστη τα μάτια του, θαυμάζοντας τις καμπύλες της και με δυσκολία συγκρατιόταν να μην εκδηλωθεί. Έβλεπες πώς ο θαυμασμός και η συμπάθεια που ένοιωθε για την Ιοκάστη, δεν άργησε να μετατραπεί σ’ ερωτική επιθυμία. Η Ιοκάστη ξεχώριζε ήταν η πιο όμορφη. Φιλήδονα όμορφη. Μελιά προς καστανά μάτια κι ένα κορμί με πλούσια τα ελέη! Πιο όμορφη από ποτέ απ έπνεε έντονο ερωτισμό, μέσα σ' ένα κρεμεζί φόρεμα, με τα καστανά μαλλιά της ατίθασα, τον δυναμισμό της, και την όρεξη της που είχε για ζωή.
Η Ιοκάστη τον απέκρουε ευγενικά, με καλοσύνη και συμπάθεια. Προς τιμή του την σεβόταν απόλυτα δεν την παρενόχλησε σεξουαλικά ανεπίτρεπτα ποτέ. Και η Πανδώρα μπορεί να φαίνεται πολύ φιλική με τη μητέρα αλλά πίσω από την πλάτη της αμόλαγε φαντασιόπληκτες τορπίλες και σεξουαλικές κακίες μαγειρεμένες.
Χύμα τα τσουχτερά και όλο υπονοούμενα σεξιστικά σχόλια, με αφορμή τους όμορφους γλουτούς της Ιοκάστης. Ο σεξισμός κατά των εργαζομένων γυναικών σε ανδροκρατούμενο περιβάλλον, στο πρόσωπο της μητέρας του ζει και βασιλεύει στα κουτσομπολιά της.
Ήταν μια εποχή που η Πανδώρα περνούσε τακτικά για φιλικές επισκέψεις από το χώρο εργασίας της Ιοκάστης. Εκεί ανάμεσα στα μηχανήματα συναντούσε την Ιοκάστη, ήταν η μοναδική γυναίκα εργαζόμενη στο χώρο ευθύνης της και τρεις τέσσερις άνδρες… Όπως μέσα στα πουλιά ξεχωρίζει το αηδόνι για τ’ όμορφο τραγούδι του έτσι ανάμεσα στους εργαζόμενους ξεχώριζε η Ιοκάστη που ακτινοβολούσε λάμψη, ομορφιά. Ακτινοβολούσε αγέρωχη χωρίς μακιγιάζ! Αφήνει το στίγμα της και ξεχωρίζει, δείχνει ότι έχει δυναμισμό αλλά και αυτοπεποίθηση για την φυσική της εμφάνιση.
Η Πανδώρα σχεδόν δεν το πίστευε αυτό που αντίκρισε τη μέρα εκείνη. Ένας άνδρας που έκανε την καρδιά της να πεταρίσει σαν πετροχελίδονο που το χτυπάει η καταιγίδα πέρα στους λόφους του Αγίου Λουκά. Ήταν ψηλός, γεροδεμένος, με καστανά μακριά μαλλιά που ξεκουράζονταν στους φαρδιούς γεροδεμένους ώμους του, σαν νύμφες ξαπλωμένες στα βράχια. Χαμογελούσε και το χαμόγελό του έκανε τη Πανδώρα να την περιλούσει η ταραχή που την βυζοχτυπούσε την ώρα εκείνη. Η Πανδώρα ύψωσε το βλέμμα της και τα μάτια της διασταυρώθηκαν με εκείνα του εργάτη. Ένιωσε να μουδιάζει από γλυκιά ηδονή καθώς τα μάτια του όργωναν το κορμί της κι ένα συγκαταβατικό χαμόγελο να παιχνιδίζει στα χείλη του.
Δάγκωσε τα χείλη της ηδονικά, ένα πλατύ χαμόγελο σχηματίστηκε στο πρόσωπό της, σαν να του έλεγε.«Είμαι διαθέσιμη, έτοιμη να τρυγήσω μαζί σου την ηδονή.» Το λαχνό της βλέμμα υποδηλώνει «σε θέλω εδώ και τώρα». Αυτός ο άνδρας της διεγείρει τις αισθήσεις και το μυαλό. Είναι αυτό που λατρεύει στο σεξ.
Εστιάζει την προσοχή της στην Ιοκάστη. Τα σκούρα βιολετιά μάτια της έλαμπαν ζωηρά, και σήμερα ήταν αρκούντως φλύαρη.
«Βρε κορίτσι μου, στις ομορφιές σου είσαι όπως πάντα.... ελκυστική, σέξι! Πως τα καταφέρνεις!; Θέλω τη συμβουλή σου.» της λέει μ' ένα σκανταλιάρικο χαμόγελο στα μάτια.
«Εδώ εργάζεται αυτό το ομορφόπαιδο; ολόκληρος παίδαρος είναι, δύο μέτρα» Τα λόγια της έβγαιναν βιαστικά με αδημονία και φανερή περιέργεια.
Η Ιοκάστη την κοίταξε συλλογισμένη, έχωσε δύο δάκτυλα μέσα στη σφαίρα των καστανών μαλλιών της και άρχισε να ξύνει το κεφάλι της αμήχανα για μερικά δευτερόλεπτα πριν απαντήσει.
«Ναι. Είναι υπεύθυνος του ηλεκτρομηχανολογικού εξοπλισμού της επιχείρησης.» Την πληροφορεί, ακούγοντας υπομονετικά τη φλυαρία της
«Γουάου, τι αρσενικό είναι ετούτο! Πω-πω!, Ρε, τι κούκλος είναι αυτός; Τι παίδαρος; Λοιπόν φιλενάδα προτείνω να το πας παρακάτω με τον γκόμενο! Να κάνεις κάποια κίνηση να πάρει κάποιο σήμα. Βγάλε πράσινο που έχουν κολλήσει οι σηματοδότες σου και ανάβουν κόκκινο ασταμάτητα.» Της είπε.
«Ααα. Εσύ τρελάθηκες. Τι λόγια είναι αυτά που λες κορίτσι μου.» Είπε η Ιοκάστη.
«Δεν το βλέπεις πως να σε γνωρίσει καλύτερα θελει ο κούκλος. Γι αυτό γίνονται οι σχέσεις φιλενάδα, για να γνωριστούν δυο άνθρωποι καλύτερα σε βάθος και πλάτος. Επαναλαμβάνω λοιπόν. Αν και εφόσον σε γουστάρει ο γκόμενος, μην καθυστερείς, διότι όσο το σουρντίζεις το πράγμα, και δεν «επιτίθεσαι», φιλενάδα έχεις εν πολλοίς χαμένο και παιχνίδι.»
Ταυτόχρονα ένας ακόμη παίδαρος από την απέναντι βιομηχανική μονάδα έρχεται να ρωτήσει για κάποιο μηχανολογικό πρόβλημα τον φίλο του. Η Πανδώρα δεν μπορεί να το πιστέψει μ’ αυτά τα όμορφα αντρικά κορμιά που βλέπει σήμερα.
«Εδώ ρε φιλενάδα μου δεν είναι βιοτεχνία. Εδώ χωρίς να το καταλάβω έχω βρεθεί σ΄ ένα ανδρολίβαδο! Τόσοι άνδρες; Και τι άνδρες! Ποιος τη χάρη σου, αχ και να είχα την τύχη σου! Μόνο μία απορία μου καρφώθηκε… Μπορείς, αλήθεια, ένα τέτοιο αρσενικό που κάνει «γκελ» στις γυναίκες χωρίς να καταβάλλει τη στοιχειώδη προσπάθεια να φλερτάρει να τον απορρίπτεις;» Της λέει.
Δεδομένου ότι η Πανδώρα δεν δουλεύει και μένει συνέχεια στο σπίτι έχει το προνόμιο να έχει άφθονο ελεύθερο χρόνο και ο κόσμος των φαντασιώσεων της είναι φλογερός και ορμητικός. Φαντασιώνεται μια πλούσια ερωτική ζωή και αφήνει τη φαντασία της να την παρασύρει σε ένα κλίμα αισθησιασμού, που ξυπνά μέσα της αναμνήσεις ή και κρυφούς πόθους εφηβικών και πρώιμων ενήλικων περιπλανήσεων. Εκεί που ο ερωτισμός της αντικαθιστά τον φόβο, και το ποθητό γίνεται σχεδόν προσιτό γνώριμο και την οδηγεί σε ανεξερεύνητα ερωτικά μονοπάτια και περιπετειώδης εμπειρίες. Ακόμα και αν τα σενάρια που φτιάχνει η φαντασία της είναι σοκαριστηκά.
. Η Πανδώρα έχει αφεθεί σε ένα φαντασιακό παιχνίδι ηδονής. Έχει έναν ολόκληρο φαντασιακό σεξουαλικό κόσμο μες το κεφάλι της, που απλώνεται και αγκαλιάζει όλο της το είναι. Η σχέση της με την Ιοκάστη είναι μια σχέση ιδιαίτερη. Την θαυμάζει για το χαρακτήρα της, για την λεβέντικη κορμοστασιά της. Ταυτόχρονα τη ζηλεύει και θα ήθελε να της μοιάζει να ήταν σαν τη μητέρα του. «Σκέφτεται ο Αλκιβιαδης σήμερα.» Η Ιοκάστη συνέχισε να εργάζεται σκληρά αφιερώνοντας πολλές ώρες στη δουλειά, πριν γυρίσει σπίτι για να συνεχίσει και τις δουλειές του σπιτιού.
.Τελειώνοντας το δημοτικό σχολείο ο Αλκιβιαδης γράφτηκε στο οικονομικο Γυμνάσιο Λαμίας. Η Λαμία την εποχή εκείνη του 1960 είχε δυο γυμνάσια αμιγώς αρρένων που στεγάζονταν στο ίδιο κτήριο ένα θηλέων και το οικονομικο που ήταν μικτό. Από το τους αποφοιτήσαντες την τάξη του στο δημοτικό μόνο μια συμμαθήτρια του φοίτησε και αυτή στο οικονομικο γυμνάσιο. Τελειώνοντας η σχολική χρονιά στο γυμνάσιο πλέον το καλοκαίρι του 1965 το δεκαπεντάχρονο «Αλκιβιάδη» ο πατέρας του ο «Κλέαρχος» τον μετέφερε στα Καμένα Βούρλα για εργασία. Ήταν η εποχή που τα Καμένα Βούρλα ήταν δημοφιλές τουριστικό θέρετρο και υπήρχαν ευκαιρίες για εργασία. Εκεί ξεκίνησε την καριέρα στα τουριστικά επαγγέλματα πλένοντας τα ποτήρια στο μπαρ γνωστού ξενοδοχείου. Πολύ σύντομα έγινε βοηθός σερβιτόρου μέχρι το τέλος της καλοκαιρινής σαιζόν. Στα Καμένα Βούρλα ο Αλκιβιάδης πέρασε τρεις μοναχικούς μήνες! Όταν η δουλειά της ημέρας είχε τελειώσει, πολλά βράδια έπαιρνε το ποδήλατο του δυο κουβέρτες και πήγαινε και κοιμόταν μέσα στο πευκόδασος επάνω από την ακρογιαλιά του Κρυονερίου! Του άρεσε ιδιαίτερα αυτός ο τρόπος ζωής. Ηταν μια εφηβικη εμπειρία! Εκεί στην ανία και στη μοναξιά της ερημιάς, εκεί όπου βασιζόταν αποκλειστικά και μόνο στον εαυτό του ένιωθε την πραγματική και κρυμμένη δύναμή του με τα σκούρα μελιά του μάτια να κοιτάζουν μέσα από τα δέντρα την απέραντη μοναξιά του διαστήματος,.
Με την έναρξη της σχολικής χρονιάς ίσχυε ήδη η νέα εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του 1964 στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και ήταν σε δύο τριετείς κύκλους (το Γυμνάσιο και το Λύκειο), και το «Ακαδημαϊκό Απολυτήριο» για την εισαγωγή στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση, με την ταυτόχρονη κατάργηση των εισαγωγικών εξετάσεων στα ΑΕΙ, και η δημοτική γλώσσα ως όργανο και αντικείμενο διδασκαλίας και μάθησης. Κύριοι μεταρρυθμιστικοί στόχοι ήταν να γίνει η εκπαίδευση προσιτή σε όλες τις κοινωνικές τάξεις (δωρεάν παιδεία) και να διευθετηθεί ταυτόχρονα, με την ανάπτυξη ενός δεύτερου δικτύου τεχνικής και επαγγελματικής εκπαίδευσης. Και πολύ απλά από το γυμνάσιο που είχε τελειώσει ο Αλκιβιαδης για εισαγωγή στο Λύκειο απαιτούντο πλέον εισαγωγικές εξετάσεις. Ο Αλκιβιάδης είχε την ατυχία να του συμβεί ένα απρόσμενο συμβάν και έχασε το λεωφορείο της γραμμής από τα Καμένα βούρλα για τη Λαμία την ήμερα των εξετάσεων και δεν έλαβε μέρος. Στο μυαλό του είχε καθίσει και η ιδέα ότι οι σπουδές στο Λύκειο κατά βάση προετοίμαζαν τους μαθητές για την Τριτοβάθμια Εκπαίδευση και στη συνέχεια για ηγετικές θέσεις στη κοινωνία και προσωπικά για να ολοκληρώσει αυτό το κύκλο ένιωθε ότι δεν έχει το οικονομικό υπόβαθρο να υποστηρίξει αυτό το κύκλο σπουδών. Σκέφτεται μη ρεαλιστικές τις προσδοκίες για συνέχιση στις σπουδές του, κρίνοντας αντικειμενικά, ως ανυπέρβλητα τα εμπόδια που αποφέρουν οι οικονομικές δυσκολίες και η έλλειψη οικονομικής υποστήριξης από το οικογενειακό περιβάλλον. Έτσι, θεωρούσε τον εαυτό του ευάλωτο. Καθόλου περίεργο λοιπόν, που λίγο πριν ξεκινήσει το σχολικό έτος, το παράτησε οριστικά το λύκειο. Κατέληξε στο συμπέρασμα ότι θα ήταν μεγάλη σπατάλη χρόνου αν έμενε εκεί άλλα τρία χρόνια. Νόμιζε ότι ήταν σωστή η κίνησή του που έλαβε την απόφαση να παραιτηθεί από τη συνολική προσπάθεια ολοκλήρωσης των σπουδών του! Είχε αρχίσει δειλά-δειλά να σχεδιάζει το μέλλον του. Γυρίζοντας στη Λαμία και εγκαταλείποντας το Λύκειο είχε δυο σκέψεις στο μυαλό του. Πρώτον να βγάλει ναυτικό φυλλάδιο και δεύτερο να φοιτήσει στη σχόλη εμποροπλοιάρχων τη φημισμένη «ΛΑΜΙΑΚΗ». Οι απόφοιτοι της σχολής την εποχή εκείνη ήταν περιζήτητοι στην εμπορική ναυτιλία.
Ναυτικό φυλλάδιο λόγω ηλικίας απαιτείτο γονική συναίνεση. Από τον «Κλέαρχο» ήταν πολύ εύκολο να τη πάρει μα αυτός επιθυμούσε τη συναίνεση να του τη δώσει η «Ιοκάστη.» Αρχικά ήταν ανένδοτη, έκαμψε τις αντιστάσεις της όταν της υποσχέθηκε ότι μέχρι να πάει στρατιώτης δεν θα φύγει. Ενδόμυχα πίστευε ότι θα του περάσει και έδωσε τη συγκατάθεση της. Το πρόβλημα της σχολής αποδείχτηκε ανυπέρβλητο. Ήταν ημερησία η σχολή και τα δίδακτρα ασήκωτα για το οικογενειακό τους βαλάντιο. Σαν εναλλακτική αποφάσισε να φοιτήσει στο νυχτερινό τμήμα εργοδηγών μηχανολόγων της σχολής και έπιασε δουλειά σ΄ ένα κατάστημα χονδρεμπορικής με δημητριακά προϊόντα τη διάρκεια της σχολικής χρονιάς. Το κατάστημα ήταν στη περιοχή της λαχαναγοράς και ταυτόχρονα έκανε μερικές έχτρα εργασίες βοηθώντας στα ξεφορτώματα των φορτηγών για έχτρα χαρτζιλίκι. Ήταν και η εποχή που απόκτησε τη βλαβερή συνήθεια του καπνίσματος και ταυτόχρονα η υπεύθυνη της σχολής αγγλικών όπου φοιτούσε κάλεσε την Ιοκάστη και της εκμυστηρεύτικε τις πολύ συχνές απουσίες του. Βλέπεις μάθαινε γαλλικό μπιλιάρδο το παλικάρι το έβρισκε πολύ πιο ενδιαφέρον.
....Ο Αλκιβιάδης με τη Μυρσίνη απ' όταν η οικογένεια του άλλαξε για άλλη μια φορά κατοικία, βλέπονταν αραιά και που και τα λέγανε σε μια σχέση που περιελάμβανε «όλα μαζί» φιλική, κοινωνική και λανθάνουσα ερωτική. Υπήρξε μια περίοδος που τα λέγανε πιο συχνά, τότε μάλιστα υπήρχε ένα έντονο φλερτ μεταξύ τους. Κι όπως έλεγε ο σοφός παππούς του «όπου υπάρχει φλερτ δεν υπάρχει αθωότητα» Εκεί στα χρόνια της εφηβεία τους έγιναν αρκετές απόπειρες να αποκτήσουν μία επιτυχημένη και ολοκληρωμένη σεξουαλική συνεύρεση και πάντα ξαφνικά και αναπάντεχα, σαν από μηχανής Θεός παρέμβαινε καθοριστικά η Ιοκάστη. Η παρέμβαση της ήταν καταλυτική για την εξέλιξη και τους ανάγκαζε σε ημιτελείς επαφές που έπαιρναν αναβολή για επόμενη ολοκλήρωση και που τελικά ποτέ δεν ολοκληρώθηκαν τελεσίδικα. Ήταν κάτι το απίστευτο αυτό που συνέβαινε με αυτούς. Λες κάποιες ασυνήθιστες υπερφυσικές ικανότητες της Ιοκάστης λειτουργούσαν ως μηχανισμός και την προειδοποιούσαν. Της έστελναν σημάδια για να δείξουν ότι δύο άνθρωποι είναι ασύμβατοι, και να ματαιώσει τις προσπάθειας τους. «Πρόσεχε τον μην μπλέξει.» Σαν να 'θελαν να της πουν οι δυνάμεις, ότι η προσπάθεια τους είναι μάταιη. «Δεν ταιριάζουν, δεν υπάρχει μέλλον. Να το ξεχάσουν.» Και το ξέχασαν. Με τον καιρό οι συναισθηματικοί τους δεσμοί κόπηκαν και η σχέση μπήκε στο αρχείο του παρελθόντος.
Εφηβικές Φουσκοδεντριές!.....





'



