ADS

click to open

Τρίτη 7 Φεβρουαρίου 2023

Ta Prota Chronia Stin Efivia

....Μία ακόμη σχολική χρονιά τελειώνει, η τελευταία του Αλκιβιάδη στο δημοτικό σχολείο και ήταν μια ξεχωριστή χρονιά και καθοριστική για την μετέπειτα ζωή του. Πολλές φορές κάποια τυχαία ή και ασήμαντα γεγονότα μπορεί να αποδειχθούν καθοριστικής σημασίας για ολόκληρη τη μετέπειτα ζωή μας. Ένα περιστατικό, ένα επεισόδιο, μια συνάντηση, μια γνωριμία συχνά  διαδραματίζουν αποφασιστικό ρόλο στην πορεία μιας ζωής. Ως ένα τυχαίο και ασήμαντο γεγονός μπορεί να χαρακτηρισθεί και η απόφαση του Αλκιβιάδη ένα απλό, καθημερινό παιδί να αρχίσει να ονειρεύεται να ταξιδέψει στη θάλασσα, να ονειρεύεται να γίνει ένας Αργοναύτης, να γνωρίσει μέρη μακρινά που βλέπει μόνο μέσα από τα βιβλία του.. 
......Έξω οι δρόμοι λουζόταν στον ανοιξιάτικο ήλιο, όταν μετά το σχολείο σεργιάνισε στις αλάνες της γειτονιάς με το παραπάνω. Αυτό του στοίχισε άφθονους μώλωπες, και ένα εγκάρσιο σκίσιμο σαν από ξυράφι στην κνήμη βαθύ μέχρι το κόκκαλο και κάτι αφόρητους πόνους. Στο τέλος της αλάνας δυο ατροφικά δέντρα, έριχναν παραπετάσματα από μικρές σκιές και έτρεξε βιαστικά στον ίσκιο τους τον πόνο του να καταπραΰνει και να τον ανακουφίσει. Καθισμένος εκεί στον ίσκιο τα ξαφνιασμένα μάτια του σαν μια κινηματογραφική ταινία είδε το νεαρό άνδρα να ξεπροβάλει από τον κήπο παρακείμενης οικίας με ναυτική στολή στα ολόλευκα ντυμένο. Τον παρακολουθούσε έτσι ακίνητος και σκεφτικός όπως καθόταν αθέατος, πίσω από τη σκιά των δέντρων στον απογευματινό Ήλιο και στη δύναμη της εικόνας ένιωσε κάτι περίεργο να διαπερνά το κορμί του. Μυστήριο λαμπερό τον συνεπήρε, «τρελό όνειρο» που έβγαινε από την ψυχή του, μπορούσε να το δει καθαρά. Με τα μάτια της φαντασίας του απεικόνισε νοερά τον εαυτό του, να ταξιδεύει στα πέρατα του κόσμου. Ένοιωσε ζωντανά τη περιπλάνηση στην καταχνιά της σκέψης του, λες και δεν πατούσε στη γη, λες και έπλεε με καράβι στα γαλανά νερά της απέραντης θάλασσας, έγινε για λίγο ναυτικός. Αγαπούσε ιδιαίτερα τη θάλασσα και κάθε φορά που κατηφόριζε στις ακτές της Αγίας Μαρίνας το γλεντούσε η ψυχή μου. Όταν έφτανε κοντά της άπλωνε το βλέμμα παγανιά να κυνηγήσει τις ομορφιές της όλες, και άφηνε τη φαντασία του να καλπάζει αχαλίνωτη παρασύροντας τον στα πιο μαγευτικά ταξίδια. Είτανε για αυτόν το ξεκίνημα και συγχρόνως το θεμέλιο για το ριζικό του! Κι η θάλασσα τον καρτερούσε υπομονετικά να τον δεχτεί με στοργή στην αγκαλιά της.
Τελειώνοντας το δημοτικό γράφτηκε στο οικονομικό Γυμνάσιο Λαμίας. Η Λαμία την εποχή εκείνη του 1960 είχε δυο γυμνάσια αμιγώς αρρένων που στεγάζονταν στο ίδιο κτήριο ένα θηλέων και το οικονομικό γυμνάσιο που ήταν μικτό. Αώο το τους αποφοιτήσαντες την τάξη του μόνο μια συμμαθήτρια του φοίτησε και αυτή στο οικονομικό γυμνάσιο.
....Λένε πως ο χρόνος είναι αδιάκοπος και όπως το νερό στο ποτάμι δεν σταματά ποτέ, έτσι και ο χρόνος κινείται μόνο προς μία κατεύθυνση, από το παρελθόν στο μέλλον, χωρίς να μπορούμε να τον αναστρέψουμε, και όπως δεν μπορείς να αγγίξεις το ίδιο νερό δύο φορές σε ένα ποτάμι, έτσι και οι στιγμές που περνούν δεν επιστρέφουν ποτέ. Και είμαστε «παρασυρμένοι» από το ρεύμα του. Μπορούμε να μάθουμε να κολυμπάμε, αλλά δεν μπορούμε να σταματήσουμε τη ροή του χρόνου. Το ποτάμι του χρόνου μας φέρνει αλλαγές, μας ωριμάζει, αλλά ταυτόχρονα «διαβρώνει» τα πάντα και πολλά είναι και τα γεγονότα που λαμβάνουν χώρα στη διάβα του . 
Ο Μπόρχες αναφέρει: «Ο χρόνος είναι ένα ποτάμι που με παρασύρει, αλλά εγώ είμαι το ποτάμι», υπονοώντας ότι ο χρόνος δεν είναι κάτι ξένο, αλλά η ίδια η ουσία της ύπαρξής μας.
....Θα ήταν ήδη ο Αλκιβιάδης στα δεκατέσσερα του χρόνια που αλλάξαν και πάλι σπίτι.  Νοικιάσανε ένα μεγαλύτερο σπίτι μόλις τρία κάθετα σοκάκια κατά το μήκος της κοίτης του ρέματος βορειοδυτικά της ίδιας παραδοσιακής γειτονιάς.Τα παιδιά μεγάλωσαν και οι γονείς αποφάσισαν ότι χρειάζονταν κάτι μεγαλύτερο. Τσιμεντένια σκαλοπάτια έκαναν ποιο εύκολη την πρόσβαση των πεζών στα σπίτια τους, εκει που οι στενοί δρόμοι ακολουθούσαν τη φυσική έντονη κλίση του εδάφους και οι οποίοι αποτελούσαν χαρακτηριστικό γνώρισμα του παραδοσιακού οικισμού της πόλης με το έντονο ανάγλυφο του με τα σπίτια σκαρφαλωμένα το ένα πίσω απ' το άλλο στις πλαγιές του λόφου. Τα σκαλοπάτια ξεκινούσαν από την όχθη του ρέματος και ανηφόριζαν ψηλά, σ' ένα τεράστιο χωμάτινο επίπεδο πλάτωμα. Δεξιά και αριστερά στα σκαλοπάτια έστεκαν λιτά αλλά επιβλητικά, τα σπίτια σαν αετοφωλιές προσφέροντας πανοραμική θέα, συνήθως τα περισσότερα δίπατα με μικρές η μεγάλες αυλές. Το σπίτι που νοικιάσανε ήταν δίπατο (ισόγειο και έναν όροφο) στην αριστερή πλευρά και στο μέσον της κλίμακας από τα σκαλοπάτια, ιδιοκτησία μιας κοντούλας στρουμπουλής γυναίκας. Πρέπει να ήταν γύρω στα σαρανταπέντε της χρόνια χήρα και έμενε στο ισόγειο με το γιο της, ένα δωδεκάχρονο αγόρι. Χαμηλά στην όχθη του ρέματος υπήρχε μια παρόχθια δασική συστάδα, ένα μικρο δάσος με πανύψηλες λευκές λεύκες που σταθεροποιούσαν την όχθη του ρέματος και το ριζικό τους σύστημα, απέτρεπε τη διάβρωση στα πλατώματα με τα σπίτια και ταν μια πολύ όμορφη οικολογικά ζωτική εικόνα. Τα δέντρα τακτοποιημένα το ένα δίπλα στο άλλο, λειτουργούσαν ως καταφύγιο για τα πουλιά, με μια συνεχή οχλοβοή από τα σπουργίτια και τις δεκαοχτούρες στα κλαδιά τους. Η οχλοβοή που έκαναν ήταν αντιστρόφως ανάλογη του μεγέθους τους. Πίσω από της λεύκες σ' ένα ευρύχωρο πλάτωμα ήταν απλωμένα στις γωνίες του πλατώματος τα πρώτα σπίτια. Στη δεξιά πλευρά του ήταν ακροβολισμένα τρία σπίτια όπου διέμεναν αντίστοιχα τρεις οικογένειες με δεσμούς αίματος. Ηταν σύνηθες στις οικογένειες της γειτονιάς τα πατρικά σπίτια να χωρίζονται ή να χτίζονται νέα σπίτια στο ίδιο οικόπεδο για να στεγάσουν τα παιδιά και τις δικές τους οικογένειες. Από τα πρώτα χρόνια οι γονείς του Αλκιβιάδη είχαν αποκτήσει κοινωνική επαφή, οικειότητα και φιλία μ' αυτές τις οικογένειες. Στο μικρότερο από τα τρία σπίτια έμενε μια χήρα με τους δυο γιους της, νεαροί άνδρες σε ηλικία παντρειάς. Ο Αλκιβιάδης δυσκολευόταν να περιγράψει αυτό που συνέβαινε στις γειτονιές κατά μήκος του ρέματος με τη μεγάλη πυκνότητα γυναικών που είτε είχαν χάσει τους συζύγους τους, (χήρες,) είτε ήταν ζωντοχήρες (γυναίκες που βρίσκονταν σε διάσταση, είχαν εγκαταλειφθεί ή οι άντρες τους έλειπαν για μεγάλο διάστημα). Η χαμηλότερη προσδόκιμη ηλικία των ανδρών σε σύγκριση με τις γυναίκες ήταν ένα διαπιστωμένο δημογραφικό φαινόμενο. Το χάσμα αυτό αποτελούσε σημαντική κοινωνική παράμετρο, στη δομή του πληθυσμού της γειτονιάς τους, καθώς κατά κύριο λόγο αποτελείτο από χήρες ηλικιωμένες γυναίκες. Μετά από τους πολέμους, και από άλλους διάφορους παράγοντες, πολλές γυναίκες έμεναν μόνες, αναλαμβάνοντας το βάρος της οικογένειας και της επιβίωσης. Οι γυναίκες αυτές, αποτελούσαν αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητας στη φτωχική γειτονιά τους.
Στην ουσία, οι ζωντοχήρες την εποχή εκείνη βρίσκονταν σε μια γκρίζα ζώνη στην κλειστή, πατριαρχική κοινωνία της γειτονιάς τους, καθώς η απουσία του «προστάτη» άνδρα καθιστούσε τη θέση τους επισφαλή και την ηθική τους «ανοιχτή» σε σχόλια. Ισορροπούσαν ανάμεσα στην ανάγκη να διατηρήσουν την κοινωνική τους υπόληψη και στην ανάγκη επιβίωσης, αποτελώντας συχνά πρότυπα ανθεκτικότητας, παρά το στίγμα που τις συνόδευε.
Στο δεύτερη και τη μεγαλύτερη οικία, μια ευρύχωρη νεόδμητη οικοδομή κατασκευασμένη με τσιμέντο  και τούβλα την κλασική και διαδεδομένη μέθοδο δόμησης πλέον στην Ελλάδα έμενε η οικογένεια της μεγαλύτερης κόρης της χήρας που είχε τρεις κόρες ηλικίας από τέσσερα έως δώδεκα χρονών την εποχή που μετακόμισε  η οικογένεια του Αλκιβιάδη στη νέα περιοχή της ίδιας γειτονιάς. Στην τρίτη οικία, μια  πετρόκτιστη μονοκατοικία όχι ιδιαίτερα ευρύχωρη έμενε η μικρότερη κόρη της με δυο παιδιά μικρά ένα αγόρι κι ένα κορίτσι. Η οικία που έμενε χήρα μητέρα τους, μαζί με τους δυο, μικρότερους από τα κορίτσια γιους της, ήταν μια παλιά ξύλινη κατασκευή από συμπαγή ξυλεία με πέτρινα θεμέλια για μεγαλύτερη σταθερότητα. Μια παλιά οικία σαν αυτές που συνήθως συναντώνται ειδικά σε ορεινές περιοχές ή σε παραδοσιακούς οικισμούς. Ο μεγάλος της ο γιος είχε νοητική υστέρηση, ήταν άτομο με περιορισμένες γνωστικές και προσαρμοστικές λειτουργίες, αλλά με καλή σωματική υγεία σε συνδυασμό με μεγάλη μυϊκή δύναμη. Παρά τους περιορισμούς στη γνωστική λειτουργία, είχε καλή καθημερινότητα, συνεργάσιμος με «αγαθιάρικη διάθεση» και εκδηλωτικός με τα συναισθήματά του. Δούλευε συνήθως βοηθός στις οικοδομικές εργασίες. Το ότι ήταν ερωτευμένος με την κοντούλα στρουμπουλή σπιτονοικοκυρά της οικογενείας του Αλκιβιάδη, ήταν ένα από τα συχνά τα πιο άμεσα και καθημερινά, θέματα συζήτησης στη γειτονιά. Ο Μικρότερος γιος εκείνη την εποχή υπηρετούσε τη στρατιωτική του θητεία. Ήταν ένα ψηλός ωραίος μελαχρινός άνδρας, που όταν απολύθηκε από το στρατό έφερε και μια νύφη στο σπίτι από την Αθήνα. Η σχέση δεν κράτησε πολύ! Τέσσερα άτομα στο μικρό ξύλινο σπίτι ήταν υπερβολικά πολλά. Σε «κακεντρεχείς» συζητήσεις και φήμες, που αφορούσαν τοξικές σχέσεις γινόταν αναφορά, όπου η μητέρα του μπορεί να ζήλευε και να ανταγωνιζόταν την υποψήφια  νύφη της.
Κατά το μήκος στα τσιμεντένια σκαλοπάτια που ξεκινούσαν από έναν μικρο πεζόδρομο παράλληλο της όχθης του ρέματος μεχρι το χωμάτινο πλάτωμα, υπήρχαν τρεις-τεσσερις κατοικίες σε κάθε πλευρά, δεξιά και αριστερά. Η οικία που ξεχώριζε ήταν μια μεγάλη υπερυψωμένη πέτρινη κατοικία στην ανατολική πλευρά από τα σκαλοπάτια και μπροστά από την οικία που είχε ενοικιάσει η οικογένεια του Αλκιβιάδη. Ηταν κτισμένη εμπρός τους με θέα το ρέμα εκεί που το ρέμα έκανε ένα μεγάλο τόξο και είχε δημιουργηθεί ένα υδάτινο φαράγγι με απόκρημνα τοιχώματα, και πολύ πλούσια βλάστηση. Μπροστά αυτής της οικίας επεκτεινόταν μεγάλο επικλινές οικόπεδο, με σύνορο από την υπερυψωμένη κοίτη του ρέματος μεχρι τις αποθήκες που ήταν κάτω από το τεράστιο μπαλκόνι της κατοικίας.  Η κατοικία και το οικόπεδο ήταν ιδιοκτησία ενός εμπόρου, που είχε το κατάστημα του στο κέντρο της πόλης. Αυτός ήταν γύρω στο πενήντα του χρόνια, η σύζυγος μια σαραντάρα, σεμνή και χαμηλών τόνων γυναίκα και και το ζευγάρι είχε δυο κόρες που φοιτούσαν στο γυμνάσιο. Η μεγάλη το τελείωνε τη χρονιά εκείνη. Δύο νεαρά όμορφα χαμογελαστά μελαχρινά κορίτσια.
Η Ιοκάστη είχε αγαστή φιλία και με τις δυο κόρες της χήρας. Η μεγάλη η Πανδώρα ήταν στην ηλικία της Ιοκάστης. Η μικρότερη η Περσεφόνη ήταν δυο με τρία χρόνια μικρότερη.
Η Πανδώρα, ούτε Αρσακειάς, ούτε Ουρσουλίνα. Ήταν μια χαριτωμένη μυρωδάτη κοκκινομάλλα, κοντή με καλές αναλογίες, συμπαθής, με χλωμό λευκόχρωμο πρόσωπο βιολετί μάτια που ασκούσαν αδιόρατη γοητεία και πεταχτό περπάτημα. Η Πανδώρα ήταν αθεράπευτα ρομαντική και αμετακίνητη στις απόψεις της και κάπως αφελής. Εάν της έδινες αφορμή να μιλήσει, άρχιζε και ξεχνούσε να τελειώσει, αλλά αν βρισκόταν με κάποιον που δεν τον συμπαθούσε, δηλαδή με τους αρκετούς ανθρώπους του κόσμου της συνοικίας. σχεδόν δεν άνοιγε το στόμα της! Παντρεμένη μ' έναν κοντό και ξερακιανό τριανταπεντάρη, με τα μαλλιά του πάντα ανακατωμένα, και που συνήθως έμενε βδομάδες αξύριστος. Δούλευε εργάτης στις οικοδομές.
Η Περσεφόνη. Ήταν μετρίου αναστήματος κοπέλα, με λευκή επιδερμίδα και λεπτό σκελετό, συμπαθητική, και ντελικάτη. Τα καστανά μαλλιά της έκαναν μικρές μπούκλες. Τα ανοιχτά καστανά υγρά μάτια της είχαν μια γλυκύτητα, μάτια που φανέρωναν ότι το άτομο διαθέτει καλούς τρόπους και υπομονή. Παντρεμένη μ' έναν ψηλό άνδρα, καστανό, με όμορφη κατατομή, ψηλό μέτωπο, ντυμένος συνήθως κατά τα κιτς πρότυπα της εποχής. Όταν τον γνώρισε η Περσεφόνη υπηρετούσε στρατιώτης στην κοντινή μονάδα στρατού. Δούλευε υδραυλικός, ανακατωνόταν και με το εμπόριο, φανατικός ποδοσφαιρόφιλος.
Η Ιοκάστη με την Περσεφόνη από τον πρώτο χρόνο που γνωρίστηκαν κόλλησαν από την πρώτη στιγμή, με μια πολύ όμορφη και άμεση σύνδεση, έγιναν φίλες. Ταίριαζαν οι προσωπικότητές τους χωρίς προσπάθεια, ένιωθαν λες και γνωρίζονταν χρόνια ολόκληρα, και δεν χρειάστηκε πολύς χρόνος για να νιώσουν οικεία μεταξύ τους. Είχαν αυτά τ' αναγκαία συστατικά για τη δημιουργία μιας ιδιαίτερης οικειότητας και συμπάθειας, δέθηκαν μεταξύ τους. «Ο καλός φίλος και η σκιά εμφανίζονται μόνον όταν ο ήλιος λάμπει. Και ο φίλος σου είναι ο άνθρωπος που ξέρει τα πάντα για σένα και παρόλα αυτά, ακόμα σε συμπαθεί. Η Ιοκάστη δεν είχε βασικές γνώσεις γραφής και ανάγνωσης: Δεν μπορούσε να διαβάσει ή να γράψει κείμενα. Η μόνη της επαφή με τη γραφή ήταν η ικανότητα της να γράφει το ονοματεπώνυμό της, συχνά με κόπο, ένα φαινόμενο αρκετά συνηθισμένο, σε μεγαλύτερες γενιές και ιδιαίτερα με καταγωγή από αγροτικές περιοχές.  Η Περσεφόνη έχοντας ολοκληρώσει τη βασική εκπαίδευση είχε αποκτήσει τις απαραίτητες γνώσεις και δεξιότητες, όπως το να διαβάζει και να γράφει με επάρκεια.Όταν γνωρίστηκαν η Περσεφόνη της μετέδωσε της Ιοκάστης το προσωπικό της πάθος. Αυτό της απλής γυναίκας και νοικοκυράς που δεν εργαζόταν με αμειβόμενη εργασία εκτός σπιτιού, αλλά εκτελούσε την απλήρωτη οικιακή εργασία με την αφοσίωση στην οικογένεια της. Το παθος που της εδινε χαρά και παρηγοριά αι διέξοδο στη λιτή ζωή της φτωχογειτονιάς ήταν τα οικογενειακά περιοδικά ποικίλης ύλης της εποχής, «Ντόμινο» και «Ρομάντζο», που ξεχώριζαν, κυρίως, για τα φωτορομάντζα τους. Τα αγόραζε ανελλιπώς κάθε βδομάδα, καθόταν ύστερα στο προσήλιο, στην αυλή της, και τα ξεκοκάλιζε. Κρατούσε δε όλα τα τεύχη του περιοδικού σε μια ντουλάπα στο δωμάτιό της και πολλές φορές έπαιρνε και διάβαζε και κάποιο τεύχος παλιό.
Η Ιοκάστη, εντυπωσιασμένη από το φανταχτερά εξώφυλλα, ζήτησε να της διαβάσει τα φωτορομάντζα τους. Μια φορά κι έναν καιρό, όπως αρχίζουν όλα τα παραμύθια, ζούσε ένα αγόρι κι ένα κορίτσι. Κι έπειτα, δειλά – δειλά, αγάπη ερωτική.Μόλις της διάβασε, λοιπόν, τα φωτορομάντζα κι έφτασαν στο... «συνεχίζεται στο επόμενο», «κόλλησε» στην περιέργεια να παρακολουθήσει την εξέλιξη των ιστοριών, κι έτσι κάθε Σάββατο, που η Περσεφόνη έπαιρνε και διάβαζε το νέο τεύχος των «Ντόμινο»-«Ρομάντζο» στη συνέχεια τα διάβαζε στην Ιοκάστη. Πολλές φόρες της τα έδινε για να της τα διαβάσει ο γιος της ο Αλκιβιάδης.
Αισθήματα και αγάπες, έρωτες και λουλούδια, μικρές και μεγάλες προκλήσεις το περιεχόμενο, σε μια εποχή ρομαντισμού. Όνειρα σε συνέχειες, όπως σήμερα τα σήριαλ στην τηλεόραση, παλιά τα φωτορομάντζα στα περιοδικά, πονεμένες ιστορίες και δάκρυζαν οι ευαίσθητες ψυχές. Οι σαπουνόπερες, μιας άλλης εποχής. Βάσανα, λυγμοί, κατατρεγμοί. Για την Ιοκάστη οι στιγμές αυτές λειτουργούσαν ως αντίβαρο στη σκληρή καθημερινότητα της, προσφέροντας πνευματική και ψυχική ανάταση. «Χμμμ! η ανάγκη να πιστεύεις για ένα παραμύθι ήταν που τα έθρεψε και θρέφει και σήμερα τα παντός είδους λαϊκά αναγνώσματα».
Εκεί στη γειτονιά τους του έβρισκαν και οι μέρες του χιονιά. Οι μέρες που τα πουλιά σπρωγμένα από τον χιονιά κατεβαίνουν κατά χιλιάδες πετούν χαμηλά και ορμούν όλα μαζί προς τον κάμπο, σχηματίζοντας μεγάλα σμήνη.  Ημέρες που τις περνούσαν μέσα στο σπίτι ακούγοντας τη φωτιά να τριζοβολάει στο τζάκι η στη σόμπα. Αυτό θυμάται. Τη φωτιά. Μια περίοδος που όλα κυλούσαν πιο αργά, σαν οι επιθυμίες να πάγωναν στο χιονιά. Βρίσκονται στο νέο τους σπίτι πιο ευρύχωρο που είναι σε θέση να καλύψει απόλυτα τις οικογενειακές τους ανάγκες.
Τέτοιες μέρες ήταν που ξεκίνησε μία παράδοση. Ο Λυκούργος ο σύζυγος της Πανδώρας πρότεινε και οργάνωσε δραστήριες οικογενειακές συναντήσεις, μεταξύ των οικογενειών τους.
Του άρεσε το κρασάκι και τα μεζεδάκια για να συνοδεύουν το κρασί. Ήταν μεν κοντός και γεροδεμένος, αλλά ήταν σχετικά λιπόσαρκος και νευρώδης και δικαίως χαρακτηριζόταν στη γειτονιά και μερακλής. Στην οικογένεια του μπορεί και να τους έλειπαν μερικά από τα απαραίτητα όμως ήταν πάντα χαρούμενοι και γλεντούσαν την απλή και φτωχική ζωή, όπως αυτοί μόνο ήξεραν, οι άνθρωποι δεν έπαιρναν τη ζωή μοιρολατρικά.
«Τώρα είναι η ιδανική εποχή για να μαζευόμαστε στο σπίτι με φίλους και μ΄ένα ποτήρι κρασί στο χέρι να μοιραζόμαστε εμπειρίες και συναισθήματα.» Ένιωθε ότι μπορούσε να μοιραστεί και με άλλους τα βάσανα και τις αγωνίες της ζωής.
Οικογενειακές στιγμές ηρεμίας και χαλάρωσης πότε στο σπίτι της Πανδώρας που διέθετε ευρύχωρο σαλόνι με τζάκι ποτέ στο δικό τους με τη ξυλόσομπα. Σαν αποτέλεσμα, είχανε δεθεί πολύ σαν οικογένειες. Σπάνια συμμετείχε και η οικογένεια της Πηνελόπης... Ο ποδοσφαιρόφιλος σύζυγος της συνήθως απουσίαζε με αποτέλεσμα να μην συμμετέχει ούτε η Πηνελόπη.
Είναι αυτές οι στιγμές ηρεμίας και χαλάρωσης που και η Ιοκάστη νιώθει ότι μπορεί να ξεκλέψει και λίγο χρόνο για τον εαυτό της. Ξεχνά τη κούραση, την απογοήτευση. Τα δικά της χαμένα όνειρα. Τις μεγάλες δυσκολίες της ζωής που αντιμετωπίζει χωρίς την αρμόζουσα βοήθεια απ τον σύντροφο της. Δεν είναι κακός αλλά δεν είναι και ο ενεργητικός οικογενειάρχης.
Το να είσαι εργαζόμενη μητέρα συνεπάγεται άγχος, κούραση, ευθύνες και καθόλου μα καθόλου χρόνο. Η καθημερινότητα φαντάζει τόσο δύσκολη... Γιατί η μητέρα είναι ο στυλοβάτης του σπιτιού τους. Η Ιοκάστη είναι ηρωίδα! Θέλει τα παιδιά της να μπορούν να είναι χαρούμενα. Εν αντιθέσει με τον Κλέαρχο που όπως είπαμε είναι αρκετά φυγόπονος και τα έχει φορτώσει σχεδόν όλα πάνω της. Η Ιοκάστη είναι μια γυναίκα που τον ηρεμεί, τον χαλαρώνει με την οποία νιώθει μεγάλη ευχαρίστηση, όταν ξέρει πως η σύντροφός του διακρίνεται για τον δυναμισμό και την αυτάρκεια της.
Ο Λυκούργος εργάζεται κι αυτός πολύ σκληρά, δίνει καθημερινά σκληρή μάχη για το μεροκάματο: Οικοδομή, κασμάς, φτυάρι, τενεκές. Σκληρή και κουραστική δουλειά. Σηκωνόταν από τ' αξημέρωτα. Βογκά και πασχίζει να τα φέρει βόλτα με το μεροκάματο.. Για ζωή με αξιοπρέπεια παλεύει, για το τραπέζι της φαμίλιας παλεύει..
Στα τριάντα πέντε του χρόνια νοιώθει κουρασμένος, νοιώθει να μην έχει ενέργεια και διάθεση μετά από τη σκληρή δουλειά για να έχει όρεξη για ερωτικά παιχνίδια. Δ εν αισθάνεται πλέον την απαραίτητη διέγερση για να διατηρήσει το ενδιαφέρον του για σεξ με τον σύντροφό του. γρήγορα άρχισε να παραμελεί και δεν ανταποκρίνεται στα συζυγικά του καθήκοντα απέναντι στις σεξουαλικές επιθυμίες της γυναίκας του. Η Πανδώρα φαινότανε πως της άρεσαν τα ερωτικά παιγνίδια και ο Λυκούργος δεν μπορούσε να την καλύψει. «Δεν τη φρόντιζε όσο πρέπει.» Ένοιωθε ότι δεν την πρόσεχε όπως παλιά, με συνέπεια, να εμφανιστεί η σεξουαλική πλήξη στην Πανδώρα. Και όπως ήταν επόμενο του παραπονιόταν ότι την παραμελεί, δεν ενδιαφέρεται για αυτή και άλλα πολλά. Συχνά πυκνά μάλιστα του έλεγε ότι θα καταλήξει να βρει κάποιον να την ικανοποιεί και καλά θα έκανε να τη φροντίζει πιο συχνά. Από την πλευρά του, παρότι ακόμη του άρεσε πολύ σαν γυναίκα, δεν ένιωθε την ανάγκη να κάνει έρωτα μαζί της και όταν το έκανε, η Πανωραία παραπονιόταν στην Ιοκάστη πως το σεξ με τον άνδρα της ήταν σκέτη αγγαρεία.
Αυτή είναι μια απλή νοικοκυρά, και μπορεί να αφιερώσει περισσότερο χρόνο και φροντίδα στον εαυτό της. Δέκα πέντε χρόνια παντρεμένη συνήθισε τόσο που είχε ξεχάσει λίγο τον νεανικό εαυτό της. Η αλήθεια ήταν ότι τελευταία είχε αρχίσει να σκέφτεται να προσπαθήσει να πραγματοποιήσει κάποιες από τις φαντασιώσεις της τώρα που έχει ακόμα την ευκαιρία στα τριάντα πέντε της χρόνια. Ψάχνει, κάποιον να την κυνηγά λίγο και να της δίνει σημασία χωρίς να σημαίνει ότι την ερωτεύτηκε. Αρκεί να μπορεί άνετα να κάνει μόνο σεξ. Απλά να τον συναντά όταν έχει την ανάγκη να κάνει σεξ.
Η Πηνελόπη ζει στο δικό της κόσμο των φωτορομάντζων και νοιώθει τη δική τους αμείωτη και αυτάρκη ενέργεια τους. Αναμφίβολα ήταν μια γυναίκα πάντοτε μειλίχια, ήρεμη, γαλήνια και προσιτή σε όλους. Ο ποδοσφαιρόφιλος σύζυγος της, ένας τύπος έξω καρδιά με μια επηρμένη βλάχο-αυθάδεια συμμετείχε σπάνια στις οικογενειακές συνάξεις. Κι όταν συμμετείχε και το εκλεκτό κρασί έρεε άφθονο, ήταν φορές που κολλούσε πάνω στην Ιοκάστη τα μάτια του, θαυμάζοντας τις καμπύλες της και με δυσκολία συγκρατιόταν να μην εκδηλωθεί.  Έβλεπες πώς ο θαυμασμός και η συμπάθεια που ένοιωθε για την Ιοκάστη, δεν άργησε να μετατραπεί σ’ ερωτική επιθυμία.  Η Ιοκάστη ξεχώριζε ήταν η πιο όμορφη. Φιλήδονα όμορφη. Μελιά προς καστανά μάτια κι ένα κορμί με πλούσια τα ελέη! Πιο όμορφη από ποτέ απ έπνεε έντονο ερωτισμό, μέσα σ' ένα κρεμεζί φόρεμα, με τα καστανά μαλλιά της ατίθασα, τον δυναμισμό της, και την όρεξη της που είχε για ζωή.
Η Ιοκάστη τον απέκρουε ευγενικά, με καλοσύνη και συμπάθεια. Προς τιμή του την σεβόταν απόλυτα δεν την παρενόχλησε σεξουαλικά ανεπίτρεπτα ποτέ. Και η Πανδώρα μπορεί να φαίνεται πολύ φιλική με τη μητέρα αλλά πίσω από την πλάτη της αμόλαγε φαντασιόπληκτες τορπίλες και σεξουαλικές κακίες μαγειρεμένες.
Χύμα τα τσουχτερά και όλο υπονοούμενα σεξιστικά σχόλια, με αφορμή τους όμορφους γλουτούς της Ιοκάστης. Ο σεξισμός κατά των εργαζομένων γυναικών σε ανδροκρατούμενο περιβάλλον, στο πρόσωπο της μητέρας του ζει και βασιλεύει στα κουτσομπολιά της.
Ήταν μια εποχή που η Πανδώρα περνούσε τακτικά για φιλικές επισκέψεις από το χώρο εργασίας της  Ιοκάστης. Εκεί ανάμεσα στα μηχανήματα συναντούσε την Ιοκάστη, ήταν η μοναδική γυναίκα εργαζόμενη στο χώρο ευθύνης της και τρεις τέσσερις  άνδρες… Όπως μέσα στα πουλιά ξεχωρίζει το αηδόνι για τ’ όμορφο τραγούδι του έτσι ανάμεσα στους εργαζόμενους ξεχώριζε η Ιοκάστη που ακτινοβολούσε λάμψη, ομορφιά. Ακτινοβολούσε αγέρωχη χωρίς μακιγιάζ! Αφήνει το στίγμα της και ξεχωρίζει, δείχνει ότι έχει δυναμισμό αλλά και αυτοπεποίθηση για την φυσική της εμφάνιση.
Η Πανδώρα σχεδόν δεν το πίστευε αυτό που αντίκρισε τη μέρα εκείνη. Ένας άνδρας που έκανε την καρδιά της να πεταρίσει σαν πετροχελίδονο που το χτυπάει η καταιγίδα πέρα στους λόφους του Αγίου Λουκά. Ήταν ψηλός, γεροδεμένος, με καστανά μακριά μαλλιά που ξεκουράζονταν στους φαρδιούς γεροδεμένους ώμους του, σαν νύμφες ξαπλωμένες στα βράχια. Χαμογελούσε και το χαμόγελό του έκανε τη Πανδώρα να την περιλούσει η ταραχή που την βυζοχτυπούσε την ώρα εκείνη. Η Πανδώρα ύψωσε το βλέμμα της και τα μάτια της διασταυρώθηκαν με εκείνα του εργάτη. Ένιωσε να  μουδιάζει από γλυκιά ηδονή καθώς τα μάτια του όργωναν το κορμί της κι ένα συγκαταβατικό χαμόγελο να παιχνιδίζει στα χείλη του.
Δάγκωσε τα χείλη της ηδονικά, ένα πλατύ χαμόγελο σχηματίστηκε στο πρόσωπό της, σαν να του έλεγε.«Είμαι διαθέσιμη, έτοιμη να τρυγήσω μαζί σου την ηδονή.» Το λαχνό της βλέμμα υποδηλώνει «σε θέλω εδώ και τώρα». Αυτός ο άνδρας της διεγείρει τις αισθήσεις και το μυαλό. Είναι αυτό που λατρεύει στο σεξ.
Εστιάζει την προσοχή της στην Ιοκάστη. Τα σκούρα βιολετιά μάτια της έλαμπαν ζωηρά, και σήμερα ήταν αρκούντως φλύαρη.
«Βρε κορίτσι μου, στις ομορφιές σου είσαι όπως πάντα.... ελκυστική, σέξι! Πως τα καταφέρνεις!; Θέλω τη συμβουλή σου.» της λέει μ' ένα σκανταλιάρικο χαμόγελο στα μάτια.
«Εδώ εργάζεται αυτό το ομορφόπαιδο; ολόκληρος παίδαρος είναι, δύο μέτρα» Τα λόγια της έβγαιναν βιαστικά με αδημονία και φανερή περιέργεια.
Η Ιοκάστη την κοίταξε συλλογισμένη, έχωσε δύο δάκτυλα μέσα στη σφαίρα των καστανών μαλλιών της και άρχισε να ξύνει το κεφάλι της αμήχανα για μερικά δευτερόλεπτα πριν απαντήσει.
«Ναι. Είναι υπεύθυνος του ηλεκτρομηχανολογικού εξοπλισμού της επιχείρησης.» Την πληροφορεί, ακούγοντας υπομονετικά τη φλυαρία της
«Γουάου, τι αρσενικό είναι ετούτο! Πω-πω!, Ρε, τι κούκλος είναι αυτός; Τι παίδαρος; Λοιπόν φιλενάδα προτείνω να το πας παρακάτω με τον γκόμενο! Να κάνεις κάποια κίνηση να πάρει κάποιο σήμα. Βγάλε πράσινο που έχουν κολλήσει οι σηματοδότες σου και ανάβουν κόκκινο ασταμάτητα.» Της είπε.
«Ααα. Εσύ τρελάθηκες. Τι λόγια είναι αυτά που λες κορίτσι μου.» Είπε η Ιοκάστη.
«Δεν το βλέπεις πως να σε γνωρίσει καλύτερα θελει ο κούκλος. Γι αυτό γίνονται οι σχέσεις φιλενάδα, για να γνωριστούν δυο άνθρωποι καλύτερα σε βάθος και πλάτος. Επαναλαμβάνω λοιπόν. Αν και εφόσον σε γουστάρει ο γκόμενος, μην καθυστερείς, διότι όσο το σουρντίζεις το πράγμα, και δεν «επιτίθεσαι», φιλενάδα έχεις εν πολλοίς χαμένο και παιχνίδι.»
Ταυτόχρονα ένας ακόμη παίδαρος από την απέναντι βιομηχανική μονάδα έρχεται να ρωτήσει για κάποιο μηχανολογικό πρόβλημα τον φίλο του. Η Πανδώρα δεν μπορεί να το πιστέψει μ’ αυτά τα όμορφα αντρικά κορμιά που βλέπει σήμερα.
«Εδώ ρε φιλενάδα μου δεν είναι βιοτεχνία. Εδώ χωρίς να το καταλάβω έχω βρεθεί σ΄ ένα ανδρολίβαδο! Τόσοι άνδρες; Και τι άνδρες! Ποιος τη χάρη σου, αχ και να είχα την τύχη σου! Μόνο μία απορία μου καρφώθηκε… Μπορείς, αλήθεια, ένα τέτοιο αρσενικό που κάνει «γκελ» στις γυναίκες χωρίς να καταβάλλει τη στοιχειώδη προσπάθεια να φλερτάρει να τον απορρίπτεις;» Της λέει.
Δεδομένου ότι η Πανδώρα δεν δουλεύει και μένει συνέχεια στο σπίτι έχει το προνόμιο να έχει άφθονο ελεύθερο χρόνο και ο κόσμος των φαντασιώσεων της είναι φλογερός και ορμητικός. Φαντασιώνεται μια πλούσια ερωτική ζωή και αφήνει τη φαντασία της να την παρασύρει σε ένα κλίμα αισθησιασμού, που ξυπνά μέσα της αναμνήσεις ή και κρυφούς πόθους εφηβικών και πρώιμων ενήλικων περιπλανήσεων. Εκεί που ο ερωτισμός της αντικαθιστά τον φόβο, και το ποθητό γίνεται σχεδόν προσιτό γνώριμο και την οδηγεί σε ανεξερεύνητα ερωτικά μονοπάτια και περιπετειώδης εμπειρίες. Ακόμα και αν τα σενάρια που φτιάχνει η φαντασία της είναι σοκαριστηκά.
. Η Πανδώρα έχει αφεθεί σε ένα φαντασιακό παιχνίδι ηδονής. Έχει έναν ολόκληρο φαντασιακό σεξουαλικό κόσμο μες το κεφάλι της, που απλώνεται και αγκαλιάζει όλο της το είναι. Η σχέση της με την Ιοκάστη είναι μια σχέση ιδιαίτερη. Την θαυμάζει για το χαρακτήρα της, για την λεβέντικη κορμοστασιά της. Ταυτόχρονα τη ζηλεύει και θα ήθελε να της μοιάζει να ήταν σαν τη μητέρα του. «Σκέφτεται ο Αλκιβιαδης σήμερα.» Η Ιοκάστη συνέχισε να εργάζεται σκληρά αφιερώνοντας πολλές ώρες στη δουλειά, πριν γυρίσει σπίτι για να συνεχίσει και τις δουλειές του σπιτιού.
.Τελειώνοντας το δημοτικό σχολείο ο Αλκιβιαδης γράφτηκε στο οικονομικο Γυμνάσιο Λαμίας. Η Λαμία την εποχή εκείνη του 1960 είχε δυο γυμνάσια αμιγώς αρρένων που στεγάζονταν στο ίδιο κτήριο ένα θηλέων και το οικονομικο που ήταν μικτό. Από το τους αποφοιτήσαντες την τάξη του στο δημοτικό μόνο μια συμμαθήτρια του φοίτησε και αυτή στο οικονομικο γυμνάσιο. Τελειώνοντας η σχολική χρονιά στο γυμνάσιο πλέον το καλοκαίρι του 1965 το δεκαπεντάχρονο «Αλκιβιάδη» ο πατέρας του ο «Κλέαρχος» τον μετέφερε στα Καμένα Βούρλα για εργασία. Ήταν η εποχή που τα Καμένα Βούρλα ήταν δημοφιλές τουριστικό θέρετρο και υπήρχαν ευκαιρίες για εργασία. Εκεί ξεκίνησε την καριέρα στα τουριστικά επαγγέλματα πλένοντας τα ποτήρια στο μπαρ γνωστού ξενοδοχείου. Πολύ σύντομα έγινε βοηθός σερβιτόρου μέχρι το τέλος της καλοκαιρινής σαιζόν. Στα Καμένα Βούρλα ο Αλκιβιάδης πέρασε τρεις μοναχικούς μήνες! Όταν η δουλειά της ημέρας είχε τελειώσει, πολλά βράδια έπαιρνε το ποδήλατο του δυο κουβέρτες και πήγαινε και κοιμόταν μέσα στο πευκόδασος επάνω από την ακρογιαλιά του Κρυονερίου! Του άρεσε ιδιαίτερα αυτός ο τρόπος ζωής. Ηταν μια εφηβικη εμπειρία! Εκεί στην ανία και στη μοναξιά της ερημιάς, εκεί όπου βασιζόταν αποκλειστικά και μόνο στον εαυτό του ένιωθε την πραγματική και κρυμμένη δύναμή του με τα σκούρα μελιά του μάτια να κοιτάζουν μέσα από τα δέντρα την απέραντη μοναξιά του διαστήματος,. 
Με την έναρξη της σχολικής χρονιάς ίσχυε ήδη η νέα εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του 1964  στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και ήταν σε δύο τριετείς κύκλους (το Γυμνάσιο και το Λύκειο), και το «Ακαδημαϊκό Απολυτήριο» για την εισαγωγή στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση, με την ταυτόχρονη κατάργηση των εισαγωγικών εξετάσεων στα ΑΕΙ, και η δημοτική γλώσσα ως όργανο και αντικείμενο διδασκαλίας και μάθησης. Κύριοι μεταρρυθμιστικοί στόχοι ήταν να γίνει η εκπαίδευση προσιτή σε όλες τις κοινωνικές τάξεις (δωρεάν παιδεία) και να διευθετηθεί ταυτόχρονα, με την ανάπτυξη ενός δεύτερου δικτύου τεχνικής και επαγγελματικής εκπαίδευσης. Και πολύ απλά από το γυμνάσιο που είχε τελειώσει ο Αλκιβιαδης για εισαγωγή στο Λύκειο απαιτούντο πλέον εισαγωγικές εξετάσεις. Ο Αλκιβιάδης είχε την ατυχία να του συμβεί ένα απρόσμενο συμβάν και έχασε το λεωφορείο της γραμμής από τα Καμένα βούρλα για τη Λαμία την ήμερα των εξετάσεων και δεν έλαβε μέρος. Στο μυαλό του είχε καθίσει και η ιδέα ότι οι σπουδές στο Λύκειο κατά βάση προετοίμαζαν τους μαθητές για την Τριτοβάθμια Εκπαίδευση και στη συνέχεια για ηγετικές θέσεις στη κοινωνία και προσωπικά για να ολοκληρώσει αυτό το κύκλο ένιωθε ότι δεν έχει το οικονομικό υπόβαθρο να υποστηρίξει αυτό το κύκλο σπουδών. Σκέφτεται μη ρεαλιστικές τις προσδοκίες για συνέχιση στις σπουδές του, κρίνοντας αντικειμενικά, ως ανυπέρβλητα τα εμπόδια που αποφέρουν οι οικονομικές δυσκολίες και η έλλειψη οικονομικής υποστήριξης από το οικογενειακό περιβάλλον. Έτσι, θεωρούσε τον εαυτό του ευάλωτο. Καθόλου περίεργο λοιπόν, που λίγο πριν ξεκινήσει το σχολικό έτος, το παράτησε οριστικά το λύκειο. Κατέληξε στο συμπέρασμα ότι θα ήταν μεγάλη σπατάλη χρόνου αν έμενε εκεί άλλα τρία χρόνια. Νόμιζε ότι ήταν σωστή η κίνησή του που έλαβε την απόφαση να παραιτηθεί από τη συνολική προσπάθεια ολοκλήρωσης των σπουδών του! Είχε αρχίσει δειλά-δειλά να σχεδιάζει το μέλλον του. Γυρίζοντας στη Λαμία και εγκαταλείποντας το Λύκειο είχε δυο σκέψεις στο μυαλό του. Πρώτον να βγάλει ναυτικό φυλλάδιο και δεύτερο να φοιτήσει στη σχόλη εμποροπλοιάρχων τη φημισμένη «ΛΑΜΙΑΚΗ». Οι απόφοιτοι της σχολής την εποχή εκείνη  ήταν περιζήτητοι στην εμπορική ναυτιλία.
Ναυτικό φυλλάδιο λόγω ηλικίας απαιτείτο γονική συναίνεση. Από τον «Κλέαρχο» ήταν πολύ εύκολο να τη πάρει μα αυτός επιθυμούσε τη συναίνεση να του τη δώσει η «Ιοκάστη.» Αρχικά ήταν ανένδοτη, έκαμψε τις αντιστάσεις της όταν της υποσχέθηκε ότι μέχρι να πάει στρατιώτης δεν θα φύγει. Ενδόμυχα πίστευε ότι θα του περάσει και έδωσε τη συγκατάθεση της. Το πρόβλημα της σχολής αποδείχτηκε ανυπέρβλητο. Ήταν ημερησία η σχολή και τα δίδακτρα ασήκωτα για το οικογενειακό τους βαλάντιο. Σαν εναλλακτική αποφάσισε να φοιτήσει στο νυχτερινό τμήμα εργοδηγών μηχανολόγων της σχολής και έπιασε δουλειά σ΄ ένα κατάστημα χονδρεμπορικής με δημητριακά προϊόντα τη διάρκεια της σχολικής χρονιάς. Το κατάστημα ήταν  στη περιοχή της λαχαναγοράς και ταυτόχρονα έκανε μερικές έχτρα εργασίες βοηθώντας στα ξεφορτώματα των φορτηγών για έχτρα χαρτζιλίκι. Ήταν και η εποχή που απόκτησε τη βλαβερή συνήθεια του καπνίσματος και ταυτόχρονα η υπεύθυνη της σχολής αγγλικών όπου φοιτούσε κάλεσε την Ιοκάστη και της εκμυστηρεύτικε τις πολύ συχνές απουσίες του. Βλέπεις μάθαινε γαλλικό μπιλιάρδο το παλικάρι το έβρισκε πολύ πιο ενδιαφέρον.
....Ο Αλκιβιάδης με τη Μυρσίνη απ' όταν η οικογένεια του άλλαξε για άλλη μια φορά κατοικία, βλέπονταν αραιά και που και τα λέγανε σε μια σχέση που περιελάμβανε «όλα μαζί» φιλική, κοινωνική και λανθάνουσα ερωτική. Υπήρξε μια περίοδος που τα λέγανε πιο συχνά, τότε μάλιστα υπήρχε ένα έντονο φλερτ μεταξύ τους. Κι όπως έλεγε ο σοφός παππούς του «όπου υπάρχει φλερτ δεν υπάρχει αθωότητα»  Εκεί στα χρόνια της εφηβεία τους έγιναν αρκετές απόπειρες να αποκτήσουν μία επιτυχημένη και ολοκληρωμένη σεξουαλική συνεύρεση και πάντα  ξαφνικά και αναπάντεχα, σαν από μηχανής Θεός παρέμβαινε καθοριστικά η Ιοκάστη. Η παρέμβαση της ήταν καταλυτική για την εξέλιξη και τους ανάγκαζε σε ημιτελείς επαφές που έπαιρναν αναβολή για επόμενη ολοκλήρωση και που τελικά ποτέ δεν ολοκληρώθηκαν τελεσίδικα. Ήταν κάτι το απίστευτο αυτό που συνέβαινε με αυτούς. Λες κάποιες ασυνήθιστες υπερφυσικές ικανότητες της Ιοκάστης  λειτουργούσαν ως μηχανισμός και την προειδοποιούσαν. Της έστελναν σημάδια για να δείξουν ότι δύο άνθρωποι είναι ασύμβατοι, και να ματαιώσει τις προσπάθειας τους. «Πρόσεχε τον μην μπλέξει.» Σαν να 'θελαν να της πουν οι δυνάμεις, ότι η προσπάθεια τους είναι μάταιη. «Δεν ταιριάζουν, δεν υπάρχει μέλλον. Να το ξεχάσουν.» Και το ξέχασαν. Με τον καιρό οι συναισθηματικοί τους δεσμοί κόπηκαν και η σχέση μπήκε στο αρχείο του παρελθόντος.

Click to Open
Εφηβικές Φουσκοδεντριές!
.....

Δευτέρα 6 Φεβρουαρίου 2023

Prothalamos Tis Efivias

......Οταν ξεκινησε η νέα σχολικη χρονιά, ο χρόνος στη γειτονιά και στο σπιτικό τους  κυλούσε φυσιολογικά, χωρίς ακραίες ανατροπές ή εξαιρετικά γεγονότα, ακολουθώντας τον ίδιο ρυθμό, τις χαρές, τις λύπες, τις καθημερινές συνήθειες που ακολουθεί η ζωή των περισσότερων ανθρώπων στον κόσμο.  Ο χρόνος δεν είχε παγώσει ούτε έτρεχε απεγνωσμένα, αλλά είχε μια ομαλή ροή. Κάποια μικρά, καθημερινά γεγονότα που συνέβησαν στο μικρο κλειστό κύκλο της γειτονιάς, αν και η γειτονιά τα θεωρούσε ασήμαντα, ο Αλκιβιαδης πίστευε ότι αυτά ήταν που στην πραγματικότητα διαμόρφωναν την ιστορία, τον χαρακτήρα και τις κοινωνικές σχέσεις της γειτονιάς τους. Αυτές οι μικρές λεπτομέρειες είναι που τελικά προσδίδουν σε κάθε γειτονιά τη μοναδικότητά της. 
Η νεαρή σπουδάστρια δεν εμφανίστηκε τη νέα σχολική περίοδο για  αδιευκρίνιστους λόγους, η μικρή κάμαρα έμεινε άδεια. Χάθηκε η επαφή με την οικογένεια τους, έκτοτε ο Αλκιβιάδης ποτέ του δεν έμαθε αν ίσως υπήρξε κάποια επαφή, είδηση ή πληροφορία για τη συγκεκριμένη νεαρή κοπέλα.
Η Ιόλη την τελευταία της χρονιά στο δημοτικό δεν εμφανίστηκε στο σχολείο τους. Η Μερόπη που κρατούσε επαφή μαζί της, τους πληροφόρησε πως η οικογένεια της Ιόλης μετά της καλοκαιρινές διακοπές, είχε μετακομίσει σε ένα κεφαλοχώρι στο κάμπο του Σπερχειού. Ο Αλκιβιαδης αργότερα έμαθε ότι η Ιόλη τελειώνοντας το δημοτικό πολύ σύντομα παντρεύτηκε! Παντρεύτηκε σε πολύ μικρή ηλικία ακόμη, ούτε την εφηβική της ηλικία δεν γεύτηκε ελεύθερη.
Η Μερόπη που είχε τελειώσει το δημοτικό, μεγάλωσε απότομα, σοβάρεψε, έχασε εκείνη την σκερτσόζικη παιδική ανεμελιά της, πιο ώριμη και υπεύθυνη έπιασε εργασία σε μια βιοτεχνία ενδυμάτων.
Και η οικογένεια του Αλκιβιάδη μετακόμισε και αυτή, ενοικίασαν ένα σπίτι λίγο ψηλότερα από το ρέμα, μια μικρή αυτόνομη μονοκατοικία με πολύ μεγάλη αυλή που ένα μέρος της ο Κλέαρχος ενθυμούμενος τις συνήθειες του χωριού τους, ένα τετράγωνο της το μετέτρεψε σε καταπράσινο λαχανόκηπο. Μετακομίζοντας ο Αλκιβιαδης δεν έχασε επαφή με τη Μερόπη ούτε με την Μυρσίνη, απλώς οι επαφές τους αραίωσαν.
Ο Κλέαρχος περίμενε για άλλη μια φορά να ξεκινήσει η σαιζόν στο εργοστάσιο με τους ριζόμυλους του Μουζέλη. Η Ιοκάστη είχε προσληφθεί και αυτή στο ελαιουργικό εργοστάσιο του συγκροτήματος, εκεί που έβγαζαν το βαμβακέλαιο.
Η Ιοκάστη μετά την δουλειά έπρεπε να πλένει ως αργά το βράδυ σε μια σκάφη, γιατί ήταν τρία παιδιά, τι να προλάβει; Η εικόνα της μητέρας του να «παλεύει» με τη σκάφη ως αργά αποτύπωνε την αυταπάρνηση, την κούραση αλλά και την ανάγκη για καθαριότητα παρά τις αντίξοες συνθήκες. Η Ιοκάστη αποτελούσε τον ακρογωνιαίο λίθο της οικιακής οικονομίας και φροντίδας της οικογένειας τους, στη σκληρή πραγματικότητα της καθημερινότητας, τη δεκαετία του 1960. 
Μάνα, μητέρα, μαμά, όπως και να την φώναζαν, ήταν ιερή λέξη, που ακουγόταν σαν μελωδία. Η μάνα τους ήταν το σύμβολο της ανιδιοτελούς αγάπης, της θυσίας και της φροντίδας. Ήταν το πρόσωπο που εβρίσκετο πάντα εκεί, έτοιμο να στηρίξει, να καθοδηγήσει και να προσφέρει ζεστασιά, φροντίζοντας ακούραστα για τα πάντα. Αγαπούσε χωρίς όρους και ανταλλάγματα και ήταν το καταφύγιο τους σε κάθε δυσκολία.
Είναι αργά, η ώρα είναι προχωρημένη! Δίνες αστεριών στο νυχτερινό ουρανό του φθινοπώρου. Ο φθινοπωρινός νυχτερινός ουρανός προσφέρει εξαιρετικές ευκαιρίες για παρατήρηση στον μικρο Αλκιβιάδη, με τους χαρακτηριστικούς αστερισμούς και φαινόμενα που «στροβιλίζονται» γύρω από τον Πολικό Αστέρα. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, η Μεγάλη Άρκτος βρίσκεται χαμηλά στον βορρά, ενώ η Κασσιόπη, με το χαρακτηριστικό σχήμα «W», κυριαρχεί ψηλότερα. Βασικό χαρακτηριστικό αυτής της καθαρής νύχτας, ήταν ένα φωτεινό κιτρινοπορτοκαλί μισοφέγγαρο που κυριαρχούσε στον ουρανό, προσθέτοντας μια ατμοσφαιρική και ρομαντική νότα. Το ανάγλυφο των λόφων, από το στρατόπεδο απέναντι δεν φαινόταν πλέον με λεπτομέρειες, αλλά ως συμπαγείς, σκοτεινές σιλουέτες που επιβάλλονται στο τοπίο. Μπροστά τους προς την ανατολή μία φεγγαρόλουστη πόλη, ενώ η σκούρες σιλουέτες από τις ασημοπράσινες λεύκες της ρεματιάς βρίσκονταν σε πρώτο πλάνο. Η μητέρα του έχει βάλει το καζάνι να βράζει με φύλλα από την λεμονιά και την πορτοκάλια ώστε τα ρούχα να μοσχοβολάνε με το σπιτικό σαπούνι και έχει ξεκινήσει τη μπουγάδα της οικογένειας στη ξύλινη σκάφη που την τοποθέτησε πάνω στον ξύλινο πάγκο της αυλής εκεί που ο Κλέαρχος συσκεύαζε τα κυνηγετικά του φυσίγγια Ο Αλκιβιάδης κάθισε δίπλα της να της κάνει παρέα έχοντας για θρόνο μια ταπεινή καρεκλίτσα και συνεχώς διάβαζε. «Τα σχολικά του.» Διάβαζε το βιβλίο του στο λιγοστό κιτρινωπό φως μιας λάμπας πετρελαίου. Χαμένος στις φαντασιώσεις του, διάβαζε προσηλωμένος το θέμα γιατί είχε πολύ ενδιαφέρουσα εξέλιξη. Το σώμα του ήταν παρόν, αλλά το μυαλό του ταξίδευε και η φαντασία του παίρνοντας αφορμή από το θέμα έφτιαχνε δικές του εικόνες, ευχάριστες, μακρινές από την πραγματικότητα. Προσηλωμένος ξαφνιάστηκε και διακόπηκε η συγκέντρωσή του με την αντίδραση της μητέρας του που με απότομο τρόπο, απροσδόκητα, του άρπαξε το βιβλίο που «διάβαζε» από τα χέρια του. Το εσωτερικό περιεχόμενο του βιβλίου έπεσε στο δάπεδο.
«Τι είναι αυτό;» 
Ο Αλκιβιάδης ανήμπορος να αρθρωσει λόγο κοιτάζει τη μητέρα του με αμηχανία και με το σπινθηροβόλο βλέμμα της αγελάδας. ...(Η εικόνα του, του θυμίζει τον Αλκιβιάδη, έναν άντρα που φημιζόταν για τη ρητορική του δεινότητα και την αυτοπεποίθησή του, να είναι ανήμπορος να μιλήσει και να κοιτάζει τη μητέρα του τη Δεινομαχίδη, μια ισχυρή προσωπικότητα)....... 
Με αμηχανία έρχεται αντιμέτωπος με μια κατάσταση που δεν μπορεί να διαχειριστεί με λόγια. 
Γκαούρ -Ταρζάν ήταν το κρυφό ανάγνωσμα στο εσωτερικό του σχολικού βιβλίου που κάθε τεύχος περιλάμβανε συναρπαστικές ιστορίες περιπέτειας με τους θρυλικούς ήρωες Γκαούρ και Ταρζάν, συνδυάζοντας δράση, μυστήριο και φαντασία. Στο μύχιο, βαθύ και άγουρο παρελθόν του, όπου τα συναισθήματα και τα γεγονότα ήταν πρωτόλεια και καθοριστικά και οι πρώτες ηδονές να μυρμηγκιάζουν το κορμί του. Γκαούρ ήταν μελαχρινός γίγας, γενναίος, με ελληνικό φιλότιμο και λεβεντιά, κάτι που ο Άγγλος ξανθός, λίγο αφελής Ταρζάν δεν μπορούσε να συγκριθεί. Η ωραία Ταταμπού, η μελαχρινή Ελληνοαφρικάνα κοπέλα του Γκαούρ με το χυμώδες σώμα και το υπέροχο μπικίνι της. Αλλά ακόμα έφτιαχνε ιστορίες με τη Τζέιν, την ξανθιά καλλονή του Ταρζάν, Αγγλίδα, πανούργα και κρυφά ερωτευμένη με τον καλό Γκαούρ. Τι συνδυασμός! Τζέιν, ξανθή, σκύλα και επικίνδυνη! Ταταμπού, μελαχρινή, γλυκιά  και καλή! Και οι δυο θεές όλο χυμούς αντίζηλες και ερωμένες! Ποιο πιτσιρίκι δεν θα άρπαζε φωτιά.
Ήταν δώδεκα χρονών τότε τελείωνε σε λίγο το δημοτικό. Το ανάγνωσμα του ξυπνούσε μια διάχυτη, ευχάριστη και διεγερτική αίσθηση που έτρεχε στο δέρμα του, και διαπερνούσε το σώμα του σαν ρίγος.
Η Ιοκάστη μια φόρα την εβδομάδα καθάριζε το σπίτι του διευθυντή του σχολείου τους. Της παραπονέθηκε ότι ενώ ήταν καλός μαθητής τελευταία έδειχνε αδιάφορος στα σχολικά του. Είχαν συμφωνήσει ότι θα γίνει επιμελής, και συνεπής στις σχολικές του υποχρεώσεις. Διάβαζε βέβαια αλλά αυτά που άρεσαν σ' εκείνον και τελικά η μητέρα του τον συνέλαβε αδιάβαστο και του έδειξε την δυσαρέσκεια και την απογοήτευση της.
Με την πρόθεση να του δείξει ότι «πρέπει να το πάρει στα σοβαρά» τον τιμώρησε τον ελεύθερο χρόνο του θα πηγαίνει μαζί της τα Σαββατοκύριακα στη νέα της εργασία για να καταλάβει πως βγαίνει το ψωμί και να στρώσει τον πισινό του να μάθει γράμματα εάν αναζητεί μια καλύτερη ζωή.
Αχ καλή μητέρα πόσο θα θελε να καταλάβει ότι πραγματικά καλός μαθητής είναι μόνο αυτός που είναι καλά και στην υπόλοιπη ζωή του.
Εκείνη την εποχή η Ιοκάστη δούλευε σκληρά ... Εργαζόταν περιστασιακά ως καθαρίστρια σε κάποια σπίτια πολλές ώρες για να βγάλει επιπλέον χρήματα.. Ένας εργοδότης της στην περιστασιακή αυτή εργασία της ήταν ένας τριαντάρης εργένης Έλληνας γεννημένος στον Καναδά με την όμορφη ελληνική κατατομή.
Πρώτη φορά τον είδε να εμφανίζεται μπροστά του εκείνο το μαγιάτικο πρωινό που μύριζε καλοκαίρι. Ψηλός, καστανός, με κατατομή αρχαίου ελληνικού αγάλματος, ψηλό μέτωπο, σκέφτηκε, να ο αγαπημένος του ήρωας ο Γκαούρ σε πιο ανοιχτόχρωμη έκδοση. Τα ωραία χαρακτηριστικά του, το βαθιά μελαγχολικό του βλέμμα, με το ωραίο μελανό των ματιών του, που μέσα τους σπινθηροβολούσαν και ο γοητευτικός τόνος της φωνής του σε μαγνήτιζε άθελά του. Μια γοητευτική παρουσία που γύρισε στην πατρίδα των γονιών του και ασχολήθηκε με την γεωργία δυναμικά. Είχε σπουδάσει μηχανολόγος μα πήρε απόφαση ζωής να γίνει γεωργός. Ήταν κάτοχος ενός αμερικανικού τζιπ, ενός μεγάλου τρακτέρ και μιας πλατφόρμας που έσερνε το τρακτέρ και είχε στην κατοχή του ένα πλήθος γεωργικά μηχανήματα, πολύτιμα εργαλεία στην επιχείρηση του..
Κοντράστ η Ιοκάστη στα τριάντα τρία της χρόνια πλέον. Η Ταταμπού σε καστανή ανοιχτή χροιά. Γεροδεμένη, μια γνήσια Σπαρτιάτισσα. Και η Σπάρτη αναφέρεται από τον Όμηρο ως καλλιγύναικα. Την εποχή του Ομήρου θα 'ταν η Περίβοια, η κόρη του Ευρυμέδοντα. Λέγεται ότι ήταν η πιο όμορφη μέσα στις γυναίκες.
Η Ιοκάστη λοιπόν εργαζόταν περιστασιακά στη δούλεψη του. Συνήθως τις Κυριακές και πολλές φορές όταν την χρειαζόταν επικουρικά στα κτήματα του. Τακτοποιούσε το σπίτι και τις κτιριακές εγκαταστάσεις της επιχείρησης. Τελευταία εκτός από την συντήρηση των οικημάτων και κυρίως τις εποχές που δεν υπήρχε εποχικό προσωπικό, η απουσίαζε και ο εργοδότης τότε αναλάμβανε και τις καλλιέργειες. Ενεργοποιούσε τα συστήματα ύδρευσης τις πότιζε και γενικά τις πρόσεχε. Την ικανοποιούσε βαθιά αυτή η ασχολία, τσαλαβουτούσε στα νερά χαρούμενη και αμέριμνη σαν παιδούλα. Ο εργοδότης είχε αντιληφθεί ότι αυτές οι ασχολίες την γέμιζαν ικανοποίηση. Έβλεπε ότι η Ιοκάστη είχε γνώσεις, εμπειρίες και αίσθημα ευθύνης απέναντι στη δουλειά και στη φύση και συχνά ζητούσε την βοήθεια της.
Το μαγιάτικο λοιπόν πρωινό ήταν ένα γλυκό ξημέρωμα και προμήνυε μια όμορφη μέρα. Το Τζιπ περίμενε την Ιοκάστη στο πλάτωμα της γειτονιάς για να την μεταφέρει στις εγκαταστάσεις του κτήματος .
Η Ιοκάστη τους σύστησε. Του χαμογέλασε πλατιά. «Όμορφη μέρα κοίτα να την απολαύσεις νεαρέ μου». Του είπε με φιλικό τόνο στη φωνή του.
Ξεκινήσανε . «Μάλλον το κυριακάτικο πρωινό προμηνύει μια δύσκολη μέρα για τον λεβέντη μου». Δήλωσε η μητέρα του με έμφαση.
Ο Λέανδρος (το όνομα του) την κοίταξε ερωτηματικά…
Η Ιοκάστη του εξήγησε για το επεισόδιο και την τιμωρία του.
Ένα πλατύ χαμόγελο στόλισε το πρόσωπό του δείχνοντας και τα λευκά όμορφα δόντια  του.
«Έχουν δίκιο λοιπόν αυτά που λένε για τις Σπαρτιάτισσες . Τίμιες και αυστηρές! Εσύ τι λες αγόρι μου;» Τον ρώτησε.
«Μάλλον έτσι θα ‘ναι».  απάντησε
«Λιγομίλητος… Λακεδαιμόνιος μου φαίνεται;» Ξαναρώτησε.
«Μπα απλώς είναι λιγάκι ντροπαλός.» Τον ενημέρωσε η Ιοκάστη.
Το κτήμα είναι τετρακόσια στρέμματα επίπεδης γης καλλιεργήσιμης. Κάμπος. Αυτή η πράσινη θάλασσα ανθρώπινης καλλιέργειας.  Ευλογημένη Μητέρα γη.
Στα βόρεια στέκεται ένα πάρκινγκ στρωμένο με χαλίκια, μπροστά σε ένα δίπατο σπίτι με αετώματα που διατηρεί την ομορφιά του παρελθόντος, και διπλά του δυο τεράστιες αποθήκες. Μπροστά από τις αποθήκες σε κάποια απόσταση είναι το πηγάδι με το αρτεσιανό νερό ανάμεσα σε δυο υπέρ αιωνόβια σκιερά πλατάνια. Τριγύρω από το σπίτι μπαξές με λεμονόδεντρα. Μια σκηνή από την ονειρική Εδέμ. Μια εικόνα παραδείσου όλες τις εποχές του χρόνου.
Ανατολικά ένα μικρό δάσος από βυσσινιές και ένας αμπελώνας.
Δυτικά αρδευτικό κανάλι εξοργιστικά καταπράσινο χαμένο ανάμεσα σε μια απέραντη διπλό-σειρά τεραστίων κυπαρισσιών στην όχθη του.
Το κυπαρίσσι είναι χωρίς αμφιβολία ένα πανέμορφο δέντρο, αναπόσπαστα συνδεδεμένο με την παράδοσή μας.
«Ο Κυπάρισσος από την Κέα μια μέρα, από λάθος του, σκότωσε ένα ιερό ελάφι. Από τη θλίψη του παρακάλεσε τον Απόλλωνα να διατηρήσει τη μνήμη της λύπης του αθάνατη. Ο Απόλλωνας τον άκουσε και τον μετέτρεψε σε κυπαρίσσι. Το δέντρο αφιερώθηκε στον Πλούτωνα, τον θεό των νεκρών, και είναι έμβλημα πένθους.»
Το κυρίως κτήμα απέραντο συνήθως χρησιμοποιείτο για βαμβακοκαλλιέργειες...
Ο Λέανδρος και η Ιοκάστη. «Νιώθουν σαν να γνωρίζονται από χρόνια», κι ας μην έχουν περάσει πάρα μόνο λίγες ημέρες από τότε που πρώτο-ειδώθηκαν.
Το βλέπει στα μάτια τους. Τα μάτια έχουν πάντα τον πρώτο ρόλο. Από την πρώτη τους κιόλας συνάντηση, χωρίς οι ίδιοι να υποψιάζονται τίποτα, τα σώματά τους έχουν ήδη ανταλλάξει πάρα πολλές και σημαντικές πληροφορίες.  Ήταν κάτι που ποτέ δεν ειπώθηκε, αλλά υπήρχε στον αέρα.
Μετά από ώρες και την επαφή του με τον Λέανδρο ένοιωσε και αυτός πώς υπάρχει χημεία μεταξύ τους. Κάτι σαν δάσκαλου μαθητή;.  Αισθάνεται ότι θα 'ταν ο άνθρωπος να υποστηρίζει τα όνειρα του τις φιλοδοξίες του ακόμα κι αν δεν τα καταλαβαίνει. Κάποια στιγμή που ο Αλκιβιάδης εκθείαζε το εξαιρετικά όμορφο σπίτι ο Λέανδρος τον ρώτησε τι θα επιθυμούσε να προσθέσει στο σπίτι. Του είπε ένα γαλλικό μπιλιάρδο στο μεγάλο ισόγειο. Από την επαφή και τη συζήτηση τους ο Αλκιβιάδης το είχε καταλάβει ότι ο Λέανδρος είχε μια αγάπη σ' αυτό το άθλημα. Αυτός τον κοίταξε έκπληκτος και τον αγκάλιασε πατρικά με στοργή. Αυτή η επαφή εκείνης της υπέροχης μέρας ήταν το έναυσμα για τον Αλκιβιάδη να προσπαθήσει να μάθει μπιλιάρδο και σκάκι. Η γλυκιά του μανούλα του επέβαλλε τη γλυκύτερη τιμωρία και μάλλον το ήξερε εκ των προτέρων. Πως να μην την λάτρευε.
......... Ήδη είναι  μεσημέρι. Ο Λέανδρος κάτω από τη σκιά του μεγάλου πλάτανου παιδευόταν με την επισκευή ενός ενδιάμεσου κρουνού στο αρτεσιανό δίκτυο παροχής του νερού άρδευσης. Ο καύσωνας, αν και εξασθενημένος, καλά κρατούσε! Η Ιοκάστη κάτω από το βλέμμα ενός οργισμένου ήλιου, τον προσέγγισε λουσμένη στον ιδρώτα να τον ρωτήσει εάν έχει προτίμηση να μαγειρέψει κάτι ιδιαίτερο γιατί απομένουν αρκετές εργασίες και θα τους πάρει αργά στο τέλος της ημέρας να τις τελειώσουν. Αυτός απορροφήθηκε να κοιτάζει την όμορφη σιλουέτα της Ιοκάστης, και ξεχάστηκε για λίγο με τον κρουνό που επισκεύαζε μ' αποτέλεσμα ένας πίδακας αρτεσιανό νερό διέφυγε ξαφνικά από τον ενδιάμεσο κρουνό κατά βρέχοντας τόσο τον Λέανδρο όσο και την Ιοκάστη.
Της Ιοκάστης το λεπτό λινό φόρεμα, καλά εφαρμοσμένο επάνω της αντί να κρύβει, αναδείχνει τις απαλές καμπύλες του κορμιού της. Το είχε μαζεμένο ψηλά από την δεξιά πλευρά και αγκιστρωμένο πάνω από τις γάμπες της που γυάλιζαν αφήνοντας τα όμορφα πόδια της στη θέα μέχρι ψηλά. Το βρεγμένο φόρεμα κόλλησε κατάσαρκα πάνω της τονίζοντας το όρθιο γεροδεμένο κορμί της. Το πλούσιο στήθος διαγράφηκε σαν από καλούπι στητό κι ελαστικό, ως τους μελαχρινούς κύκλους με τις ορθωμένες θηλές, και η βρεγμένη κιλότα της τονίζει ηδονικά τους πανέμορφους γλουτούς της. Ένα όμορφο μαντήλι πειθαρχούσε τα σγουρά κι ατίθασα πλούσια μαλλιά της.... και τα αμυγδαλωτά της μάτια υγρά σ’ ένα πρόσωπο γεμάτο υγεία με χρώμα ροδαλό, σαν παλιό μηλόξιδο. Η Ιοκάστη ήταν πάντα όμορφη, με το σταρένιο δέρμα στο στιβαρό, μα αρμονικό κορμί της. Ο Λέανδρος έβγαλε το βρεγμένο πουκάμισο του έμεινε γυμνός από τη μέση και επάνω ένας όμορφος γεροδεμένος άνδρας με ευρύ στέρνο και φαρδιές πλάτες. Ήταν ακουμπισμένος στο πλάι του αρτεσιανού συγκροτήματος, ξυπόλυτος και γυμνός από τη μέση και πάνω, με το τζιν του χαμηλά, φαίνεται το λάστιχο του εσωρούχου και οι γραμμωμένοι κοιλιακοί του. Τα σκούρα καστανά μαλλιά του ήταν ανακατεμένα σε ένα πολύ σέξι στιλ και τα σμαραγδένια μάτια του άστραφταν με μια πονηρή λάμψη. Ακτινοβολούσε σεξουαλική ενέργεια. 
Ένα στιγμιαίο χαρούμενο και απελευθερωτικό γέλιο ξέφυγε αυθόρμητα από τα χείλη τους. Κι ήταν τόσο γοητευτικό το γέλιο τους! Ένας γάργαρος καταρράχτης από κρύσταλλα, που γέμιζε τον ίσκιο των δέντρων με ήχους επουράνιας γλυκύτητας.
Περνώντας η πρώτη αντίδραση και κοιτάζοντας ο ένας τον άλλο ξαφνικά σοβάρεψαν. Εάν παρατηρήσει κανείς τα βλέμματα τους είναι ένας πολύ καλός τρόπος για να καταλάβει ότι κάτι πολύ έντονα τους συμβαίνει. Τα μάτια τους, είναι ο καθρέφτης της ψυχής και των συναισθημάτων τους εκείνες τις στιγμές. Ποτέ της δεν φανταζόταν μέχρι σήμερα ότι θα μπορούσε να της συμβεί κάτι τέτοιο μ' έναν άλλο άνδρα.
Ο σοφός παππούς του έλεγε. «Oι ποιητές τα καταφέρνουν καλύτερα να μας κάνουν να νιώσουμε τι σημαίνει ερωτικό πάθος, γιατί έχουν τις λέξεις να το πουν, χωρίς να προσπαθούν να το εξηγήσουν.»
......... Ο Αλκιβιάδης μετά από εξήντα χρόνια από τις ημέρες εκείνες, έχοντας εσωτερικεύσει τις επιταγές μιας χριστιανικού τύπου ηθικής, που του την εμφύσησε κυρίως η μητέρα του, που η πορεία της ζωής της ήταν δύσκολη και επίπονα κουραστική, μια πορεία που περιόριζε τα όνειρα της και την έκανε να ζει υπό δύσκολες συνθήκες το παρόν και με περισσή αγωνία για το μέλλον. Ένιωθε πως έπρεπε να είναι καλά, να φροντίζει εκτός από τους γιους της και τον ίδιο της τον εαυτό, αφού το μητρικό της φίλτρο της έλεγε πως χρειαζόταν να είναι και αυτή καλά για να είναι σίγουρη πως και τα παιδιά της θα ήταν ευτυχισμένα
....... Με τόλμη λοιπόν σήμερα προσεγγίζει περιοχές αχαρτογράφητες με τρόπο βέβηλο, και βλάσφημη ομορφιά, για το φανέρωμα της δύναμης του ερωτικού πόθου που ασφυκτιά μέσα στις παραδοχές του κοινωνικού στάτους και υπερβαίνει συνειδητά τα όριά του, προσπαθώντας να δώσει έναν πιο ελεύθερο προσωπικό κόσμο της μητέρας του που ανάγεται στη σφαίρα του ονείρου και της μυθοπλαστικής φαντασίας υπερβαίνοντας τα όρια της καθημερινής τους αλήθειας. Έναν κόσμο όπως πιθανόν τον ονειρευόταν η κοκκινομάλλα με τα βιολετιά μάτια φίλη της, και πολύ-πολύ δύσκολα αν όχι τελείως αρνητικά η μητέρα του. Είναι γι αυτόν σήμερα ένα νοσταλγικό φλας-μπακ σε μια εποχή που έρωτας, ενοχές, τύψεις, φιλία, όλα δοκιμάζονται μέσα στο χρόνο.
Ζήσε τη χαρά του πνεύματος και τη σοφία των αισθήσεων. Ζήσε κείνο που είσαι μέσα στη φαντασία σου. Γιατί, στον φανταστικό μας κόσμο, υπάρχουν γνωστά συναισθήματα. Τι είναι λοιπόν αυτά τα συναισθήματα που λίγο πολύ όλοι φοβόμαστε να εκφράσουμε; H μυθοπλασία μπορεί και να καταφέρει να πει στον κόσμο για την αλήθεια των συναισθημάτων μας. Για την ελευθερία,για την αίσθηση ότι μπορείς να πετάξεις μακριά από ηθικές αναστολές, θρησκευτικούς συντηρητισμούς, σεξουαλικά κρατήματα.
Στην Ιοκάστη, υποσχέθηκε ότι θα στρώσει τον πισινό του κάτω να μάθει γράμματα. Όπως συνεχώς τον παρότρυνε μ' ένα σωρό ενθαρρυντικά λόγια για την χρησιμότητα τους. Στο Λέανδρο υποσχέθηκε ότι δεν θα ασχοληθεί πλέον στο μέλλον με την πυγμαχία, που ήταν το χόμπι του. Ο Λέανδρος το θεωρούσε παρεξηγημένο άθλημα. Δεν το ενέκρινε. Θα προσπαθήσει να μάθει καλό σκάκι και γαλλικό μπιλιάρδο όπως τον προέτρεψε. Σ' όλα αυτά απλώς τα μισό-κατάφερε.. Δεν δικαιολογείται ούτε κλαίγεται σήμερα. Νομίζει ότι η μισή αλήθεια είναι ότι προσπαθησε δεν παραιτήθηκε. Απλώς δεν επέμενε και δεν προσπάθησε τόσο όσο θα έπρεπε. Ίσως γιατί ποτέ δεν είχε βάλει ορόσημα και ιδιαιτερους στοχους στη ζωή του. Ούτε ιδιαίτερες προκλήσεις και δοκιμασίες, που θα τον ανάγκαζαν να μετρήσει τον εαυτό του. Να ζυγίσει τις δυνάμεις του και να προχωρήσει τη ζωή του. Όπως πολύ αργότερα ενήλικας έμαθε για τη μικρή χαριτωμένη συμμαθήτρια του στο δημοτικό σχολείο με τα φωτεινά μελένια μάτια τη Στέλλα πως πρόσφατα είχε επιστρέψει στην Ελλάδα από τη Γαλλία μετά από μια υποτροφία σπουδών που είχε κερδίσει στη διακονία της μουσικής, αποδεικνύοντας πως αγωνίστηκε σκληρά να πραγματοποιήσει το όνειρο της. 
....Ο ήλιος πλέον είχε χαθεί πίσω από τις ψηλές κορυφές του Παρνασσού η ατμόσφαιρα άλλαζε χρώματα και τα πουλιά είχαν κουρνιάσει στα δέντρα όταν τους άφησε εκεί στο πλάτωμα της γειτονιάς. Μετά από μια απίστευτα όμορφη Κυριακή για όλους, επέστρεψαν στην γειτονιά τους. Χαμογελαστά πρόσωπα.  Από την πρώτη στιγμή, ήταν ξεκάθαρο ότι υπήρξε χημεία μεταξύ τους καθώς την έκανε να νιώθει πολύ ιδιαίτερη, που όμως δεν είχε κανένα νόημα να περιμένει κάτι περισσότερο. Τον Κλέαρχο τον αγαπούσε και τoν τιμούσε.

Click to Open
Τα Πρώτα Χρόνια της Εφηβίας!
.....

Κυριακή 5 Φεβρουαρίου 2023

Oi Geitones Sto Rema

.......... Στο Νότιο-ανατολικό σύνορο κατά μήκος του ρέματος ήταν μια μεγάλη πέτρινη οικοδομή, με κεραμοσκεπή, μια παραδοσιακή οικία με ημιυπόγειο χώρο  χρησίμευε  ως αποθήκη και κελάρι. Η οικία ήταν περιτριγυρισμένη από έναν μεγάλο κήπο με πράσινο και δέντρα. Ο ιδιοκτήτης της οικίας ήταν ένας πενηνταπεντάρης στην ηλικία άνδρας, εργένης, ράπτης το επάγγελμα, και στην οικία του είχε διαμορφωμένο χώρο όπου λειτουργούσε το ραφείο του (ραφτάδικο).Σε αυτό το σπίτι βασίλευε συνήθως μια ατμόσφαιρα απόλυτης μοναξιάς και απομόνωσης. Λες και ήταν βυθισμένο σε μια συνεχή, βαριά σιωπή. Ο ράπτης κατά κανόνα ασχολείτο με επιδιορθώσεις ρούχων με περιορισμένη πελατεία, η οποία βασιζόταν κυρίως σε γείτονες και πελάτες της περιοχής για μικρομετατροπές. Ήταν χαρακτήρας ερμητικά κλειστός σαν όστρακο, είχε μια δυσκολία στην επικοινωνία και ελάχιστα ήταν γνωστά για την προσωπική του ζωή. Ο Αλκιβιάδης δεν θυμάται αν τον είχε εντοπίσει ποτέ σε κοινωνικές ή ερωτικές περιστάσεις με γυναίκα. Τα μεγαλύτερα παιδιά της γειτονιάς έλεγαν πως τον ειχαν δει στα στενά της πλατείας Λαού στα πορνεία που ικανοποιούσε τις γενετήσιες ανάγκες του. Την ησυχία και την γαλήνη τακτικά του την χαλούσαν τα παιδιά της γειτονιάς και ήταν και κάποιες φορές που τον έφερναν σε εξαιρετικά δύσκολη θέση, εξαιτίας της φασαρίας, της αναστάτωσης και της οχλοβοής που προκαλούσαν, διότι ακριβώς στο δυτικό σύνορο του κήπου του, υπήρχε ευρύχωρη χωμάτινη αλάνα και εκεί τα παιδιά ξεφάντωναν παίζοντας ποδόσφαιρο, στέλνοντας πολλές φορές το τόπι στη αυλή του. Άντε να πείσεις τα παιδιά της αλάνας να κάνουν ησυχία. Όποιος μένει σε περιοχές με αλάνες και παιδικές χαρές ξέρει.
Βόρειο δυτικά πάλι κατά μήκος του ρέματος μετά από δυο ακόμη σπίτια με κήπους που τα διαχωρίζουν στενά σοκάκια όρθιο στέκονταν ένα τρίτο σπίτι λίγο ψηλότερα από την κοίτη του ρέματος μια όμορφη μονοκατοικία με αποθήκες και εξωτερικά ουρητήρια όπως όλα τα σπίτια χαμηλά στο ρέμα. Είχε επίσης πολύ μεγάλο κήπο, ολόκληρο περιβόλι, γεμάτο τζανεριές, κόκκινες με τραγανό καρπό. Όταν ήταν άγουρα τα έτρωγαν και ξίνιζαν το μούτρο τους. Είχε επίσης λεμονιές, αχλαδιές και κερασιές. Ήταν ιδιοκτησία μιας ευγενικής και όμορφης χήρας με λίγα παραπανίσια κιλά, της Ασπασίας. Την εποχή εκείνη η Ασπασία πρέπει να ήταν στα πενήντα της χρόνια περίπου. Τον σύζυγο τον είχε χάσει πρόσφατα από ατύχημα σε οικοδομή. Ο γιος της είχε παντρευτεί στην Αθήνα και ερχόταν στη μητέρα κάποιες φόρες στις γιορτές. Είχε και κάποιο εισόδημα από τα αδέλφια της που ειχαν προκόψει στην Αμερική και ζούσε με αξιοπρέπεια. Το εισόδημα της ήταν αρκετό για να καλύψει τις βασικές της ανάγκες, επιτρέποντας της να διατηρεί την αυτοεκτίμηση της στη γειτονιά. Η χήρα από τον πρωτο χρόνο της άφιξης της οικογένειας τους στη γειτονιά τον μικρό Αλκιβιάδη τον συμπάθησε ιδιαίτερα! Δεν άργησε να δημιουργηθεί ένας συναισθηματικός δεσμός, ο οποίος προέκυψε μέσα από μια αμοιβαία υποστήριξη σε μια δύσκολη περίοδο, όπου η Ασπασία, λόγω ιδιαίτερης συμπάθειας, του αναθέτει εργασίες (θελήματα) στον μικρό Αλκιβιάδη. Το καλοκαίρι της πήγαινε νερό με το σταμνί! Το σταμνί ήταν απαραίτητο στοιχείο σε κάθε νοικοκυριό της γειτονιάς, καθώς δεν υπήρχε ακόμη τρεχούμενο νερό στη συνοικία, και έπρεπε να μεταφέρεται από μια κεντρική βρύση του οικισμού. Φρόντιζε, περιποιόταν και σκάλιζε τον κήπο της με δημιουργική διάθεση, με τον ζήλο και τον ενθουσιασμό ενός προσκυνητή που βαδίζει σε ιερά χώματα. Το χειμώνα έκοβε τα ξύλα για το τζάκι και καθάριζε το χιόνι στην αυλή της. Αυτές τις δουλειές τις θεωρούσε αποκλειστικά δικές του. Η χήρα το είχε καταλάβει και δεχόταν τη βοήθεια του πάντα με τρυφερό χαμόγελο. Το σπίτι της μοσχοβολούσε, έψηνε τακτικά φρέσκο ψωμί, έφτιαχνε γλυκά και νόστιμα φαγητά. Και πάντα κάτι θα είχε να τον φιλέψει.  Το έθιμο του ποδαρικού την πρωτοχρονιά που σχετίζεται με τον ένα ή τον άλλο τρόπο με την τύχη, ήταν που «χρωμάτιζε» τις γιορτινές αυτές μέρες την επαφή του με την ευγενική αυτή γυναίκα και αποτελούσε μια όαση χαράς. Ήταν ιδιαίτερα προσεκτική ποιος θα της κάνει ποδαρικό στο σπίτι της, πίστευε ότι σαν παιδί είχε αθώα καρδιά, τον θεωρούσε καλότυχο και γουρλή. Έτσι από την παραμονή τον είχε επιφορτίσει να τελεί  ευλαβικά το έθιμο να της κάνει ποδαρικό για το καλό του χρόνου.
Ακόμη στη συνέχεια μετά από δυο σπίτια με κήπους, βόρειο δυτικότερα έστεκε ένα σπίτι ψηλό δίπατο, έμοιαζε με αρχοντικό. Εκεί έμενε επίσης μια χήρα με δυο παιδιά. Αγόρια. Ο μεγάλος είχε μείνει  μόνιμος στο στρατό, ο μικρότερος είχε τελειώσει το εξατάξιο γυμνάσιο τότε, ανέμενε να πάει φαντάρος σύντομα. Εκείνη έκανε ότι μπορούσε να τα ζήσει. Ήταν μια πενηντάρα στεγνή γυναίκα. Πότε καθαρίστρια, πότε μαμή. Κάτω από το σπίτι στην αυλή δυο τεράστιες καρυδιές λες και αιώνες πολλούς ζούσαν εκεί και έκρυβαν στη σιωπή της την ιστορία της γειτονιάς. Ψηλές, με κορμούς θεόρατους, λες και ήταν από τους χρόνους του άρχοντα Παλαιολόγου και στη βάση τους είχε πηγάδι με τουλούμπα νερού.
Πάνω από τα σπίτια αυτά ήταν μια πολύ μεγάλη ανηφόρα και στο πλάτωμα έστεκε σαν αετό φωλιά το σπίτι της Ιόλης με τη μεγάλη αυλή του με μια τεράστια συκιά και δυο όμορφες αμυγδαλιές. Εκεί στα τέλη του Φλεβάρη αρχές Μάρτη κιτρίνιζε το πλάι της αυλής από τα κίτρινα κρινάκια και το λεπτό άρωμα τους. Η Ιόλη στα ένδεκα της χρόνια ήταν πολύ ψηλό με γεροδεμένο κορμό κοριτσόπουλο, έδειχνε μεγαλύτερη σε εμφάνιση. Αντίθετα με την Ιόλη η μητέρα της ήταν  μετρίου αναστήματος λεπτοκαμωμένη, περιποιημένη και φιλάρεσκη, ξεχώριζε για την εμφάνιση και το ύφος της. Μια φατσούλα σπιρτόζα με καστανόξανθα σγουρά μαλλιά. Το περιβάλλον της ζωηρής μαμάς της, έχει να λέει πάντως ότι είναι σέξι και κοκέτα.  Μια γυναίκα που μπορείς να την πάρεις στα χέρια σου, να την σηκώσεις στην αγκαλιά σου, να την στριφογυρίσεις και όταν πέσετε στο κρεβάτι θα ταιριάξετε καλύτερα στα σεξουαλικά παιγνίδια.
«Οι ψηλές είναι για την παρέλαση και οι κοντές για το κρεβάτι.» Του έλεγε ο σοφός παππούς του.
Ήταν  τριάντα χρονών, παντρεύτηκε στα δέκα οκτώ της χρόνια λόγω ότι ήταν έγκυος στην Ιόλη και δυστυχώς έχει πλέον παγιδευτεί σε έναν γάμο χωρίς να την ικανοποιεί το σεξ. Δεδομένου ότι δεν δουλεύει και μένει συνέχεια στο σπίτι έχει δικό της πολύ ελεύθερο χρόνο για τον εαυτό της. Ακόμα και όταν γυρίζει ο σύζυγος από τα ταξίδια του ασχολείται πολύ ελάχιστα μαζί της με αποτέλεσμα η ερωτική της διάθεση να μην καλύπτεται όσο θα ήθελε..
Ο πατέρας της Ιόλης ένας σαραντάρης με πλούσιο κατσαρό μαλλί,μετρίου αναστήματος, και αυτός και ο Αλκιβιαδης σκεφτόταν πως ήταν λίγο βιολογικά παράξενο, παράξενο που η κόρη βγήκε τόσο ψηλή.
Συνήθως εργαζόταν στις περιοχές της βορείου Ελλάδας και απουσίαζε πολύ συχνά και μεγάλα διαστήματα από την οικογενειακή τους εστία, λόγω εργασίας και σαν γονέας που λείπει συχνά γινόταν συναισθηματικά μη διαθέσιμος στην Ιόλη, και σεξουαλικά μη διαθέσιμος στη μητέρα της.
Σύντομα, τη σεξουαλική ευχαρίστηση που στερείται η μητέρα της Ιόλης από την απουσία του πατέρα της θα αναλάβει να καλύψει ο νεότερος από τους γιους της μαμής. 
Η ιστορία τους ξεκινά μόλις είχε φύγει και πάλι ο πατέρας της Ιόλη για ένα από τα ταξίδια του και η μητέρα της αποφάσισε μια μικρή ανακαίνιση στο σπιτικό τους. Όχι ιδιαίτερα πράγματα ένα φρεσκάρισμα. Η Ιόλη θα έμενε μεχρι αργά το βράδυ στης Μερόπης, ένα τετράγωνο χώριζε τα σπίτια τους, τα κορίτσια ετοίμαζαν ένα θεατρικό μονόπρακτο για το σχολείο , γεμάτο, χιούμορ, κέφι, και έξυπνες ατάκες έκαναν τις απαραίτητες πρόβες, 
Όταν στη μητέρα της παρουσιάστηκε μια δυσκολία να μετακομίσει ένα έπιπλο σκέφτηκε να ζητήσει από την γειτόνισσα την μαμή που έμενε ποιο κάτω στο ρέμα αν μπορούσε να την βοηθήσει. Η μαμή της είπε ότι αν δεν την πείραζε να της έστελνε στο σπίτι της για βοήθεια ο εικοσάχρονος γιος της που σύντομα θα παρουσιαζόταν για την στρατιωτική του θητεία και ήταν αργόσχολος αυτή την εποχή. Η μητέρα της Ιόλης την βρήκε ενδιαφέρουσα την πρόταση και την ευχαρίστησε προκαταβολικά. Όταν έφτασε ο νεαρός και του άνοιξε την πόρτα, έπαθε πλάκα όπως τον είδε να στέκεται εκεί, είχε πολύ καιρό να τον δει και για μια στιγμή αιφνιδιάστηκε που είδε πόσο όμορφο παλικάρι είχε γίνει ο εικοσάχρονος νεαρός γιος της μαμής. Στη θέα του όμορφου νεαρού άνδρα μια καταιγίδα έντονων σεξουαλικών σκέψεων την πλημμυρίζουν. Μια σεξουαλική διέγερση που τη βιώνει ως μια πλημμύρα σκέψεων που αποζητούν ικανοποίηση. Ο σύζυγος στα βουνά της Ροδόπης σκέφτεται, η Ιόλη με το θεατρικό της στη φίλη της θα το πάει μεχρι αργά το βράδυ αποφασίζει λοιπόν μέσα από την βοήθεια του νεαρού στην εργασία να παίξει και λίγο ερωτικά με το παλικάρι!
Τον ρώτησε εάν βιάζεται, αν έχει κάτι άλλο να κάνει και τον καθυστερεί.
«Όχι! Ήρθα να βοηθήσω και μετά θα πω στη λέσχη για μπιλιάρδο να περάσει η ώρα μου.»
«Αν δεν βιάζεσαι κάτσε τότε! Έχεις φάει;»
«Ναι μόλις τελείωσα το μεσημεριανό, απ' το τραπέζι έρχομαι.»
«Ωραία να σου φτιάξω πρώτα ένα καφέ! Πως τον πίνεις.»
«Μέτριο, προς το γλυκό!»
«Κούκλε μου έχουμε τα ίδια γούστα. Ώστε στη λέσχη για μπιλιάρδο!»
«Ναι! Εκτός και εάν θέλεις επιπλέον βοήθεια είμαι διαθέσιμος να μείνω να σε βοηθήσω.»
«Αν θέλω λέει!» (Καύλες είναι αυτές αγόρι μου που έχω και πρέπει να ικανοποιούνται. Αυτό θέλω) σκέφτηκε η μητέρα της Ιόλης. 
«Λοιπόν πιες τον καφέ σου με την ησυχία, πάω στην κρεβατοκάμαρα να βάλω κάτι ποιο πρόχειρο για τις δουλειές και γυρίζω.»
Όλα τα σημάδια ήταν ολοφάνερα έβγαζαν μάτι, ότι η γυναίκα ήθελε απλά σεξ από εκείνον άλλο που ο νεαρός δεν έπαιρνε ακόμη χαμπάρι. Τον αφήνει εκεί στο σαλονάκι να πίνει τον καφέ του και πηγαίνει στην κρεβατοκάμαρα. Εμφανίστηκε σε λίγο μ' ένα λινό κοντό φλοράλ τιραντέ φόρεμα με βολάν στο στήθος, μεγάλο ντεκολτέ που τόνιζε τα βυζιά της και άφηνε ακάλυπτα το όμορφα πόδια της, για να φαίνεται αέρινη και αυθόρμητη. Ένα αέρινο φουστανάκι το οποίο πολύ λίγα άφηνε στην φαντασία του νεαρού. Έβαλε και μια μικροσκοπική κιλότα που μόλις καλύπτει το αιδοίο της, ένοιωθε όντως αέρινη. Στη διάρκεια των εργασιών δεν είναι λίγες οι φορές που έχει τσακώσει με την άκρη του ματιού της, το νεαρό, να «παίρνει μάτι» κάτω από το ανάλαφρο φόρεμα κάθε φορά που έσκυβε για κάποια εργασία και του πρόσφερε σέξι πλάνα αφειδώς. Το ματάκι του ταξίδευε κάτω από το φουστάνι της, το οποίο… «κατά λάθος», είχε σηκωθεί πολλές φορές μέχρι πάνω, κάνοντας το νεανικό του πέος να πάλλεται.Ήταν πλέον και η ίδια σε μια τέτοια κατάσταση, που άρχισε να υγραίνει.
Έτσι, ήρθε η στιγμή που πήρε τη μεγάλη απόφαση να ξελογιάσει ερωτικά τον νεαρό άντρα, να ξεπεράσει τη μονογαμική της σχέση και να πάρει ηδονή από άλλον άνδρα.
Με τη βοήθεια του μετέφερε στον εσωτερικό διάδρομο του σπιτιού την ξύλινη σκάφη που χρησημοποιούσε για να πλένει τα ρούχα τους, τη γέμισε χλιαρό νερό και του ζήτησε να την βοηθήσει να πλυθεί γιατί νοιώθει άσχημα μετά από τόση δουλειά και ιδρώτα. Η ίδια, τον ρώτησε εάν έχει κανένα πρόβλημα να μείνει γυμνή μπροστά του και να κάνει το  μπάνιο της.  Πόσο ποιο ξεκάθαρα να του πει δηλαδή ότι μόνο το σεξ ζητάει από εκείνον!
Γδύθηκε και μπήκε στη σκάφη γυμνή, ο νεαρός την κοιτούσε με τα μελαγχολικά του μάτια χωρίς να κάνει την παραμικρή κίνηση δεν αισθανόταν και πολύ άνετα. Τον λυπήθηκε λίγο για να είναι ειλικρινής. Του ζήτησε εάν έχει την καλοσύνη να της τρίψει την πλάτη. Είναι έμπειρη το ξέρει η επαφή με το γυμνό δέρμα ενισχύει την αίσθηση δεσίματος ανάμεσα σε δυο ανθρώπους. Δίχως αντίρρηση ο νεαρός μας άρχισε να τρίβει την πλάτη της με το σφουγγάρι στην αρχή. Αργότερα πέταξε το σφουγγάρι και τα χέρια του ταξίδευαν στη γυμνή πλάτη της κι αυτή αναστέναξε. Της ξέφυγε ένα τρεμάμενο βογκητό, η τριβή της κίνησης θέριεψε μέσα της. Τα χείλη της γλιστρούν πάνω στα δικά του και η γλώσσα της στο στόμα να του δίνει ένα παθιασμένο φιλί. Με τα χέρια της του κατέβασε το φερμουάρ του παντελονιού. «Θέλεις να σταματήσω;» Του λέει. Αυτός δεν μίλησε καθόλου. Είχε αφεθεί στα χάδια της και δεν θα ήθελε να τελειώσουν. Ήταν πρωτόγνωρο το συναίσθημα!
Της είπε ότι δεν μπορούσε να πιστέψει ότι αυτό που ονειρευόταν τα βράδια του, έγινε πραγματικότητα. Ένα πλατύ χαμόγελο φάνηκε στο πρόσωπο της. Τον ρώτησε αν λέει αλήθεια ότι πραγματικά είχε φαντασιώσεις με εκείνη και του είπε ότι αισθανόταν ιδιαίτερα κολακευμένη από αυτό που μόλις είχε πει και πως της άρεσε ιδιαίτερα που ένας άντρα και μάλιστα νεαρός να αυνανίζεται για χάρη της.
Βγαίνει από τη σκάφη, σκουπίζεται, τον πήρε από το χέρι και τον πήγε στο κρεβάτι. Εκεί αφέθηκε στα χάδια της με μια τρυφερότητα και ένα πάθος ταυτόχρονα. Στη συνέχεια είχαν επανωτά σμιξίματα και οργασμούς που δεν ήθελαν να σταματήσουν ποτέ. Την επισκέπτεται από τότε τακτικά, με πολύ προσοχή βέβαια, μην καταλάβει κανένας κάτι.
.......Και όμως η Ιόλη εκείνη τη σκηνή με τη μητέρα της γυμνή μέσα στη σκάφη και το νεαρό άνδρα να της χαιδευει το γυμνό κορμί της, την είδε ανέλπιστα ολοζώντανη. Κυριολεκτικά αιφνιδιάστηκε όταν, χωρίς να το περιμένει κανείς γύρισε σπίτι να πάρει κάτι σημειώσεις και είδε τη μάνα της και το νεαρό, «με τα δάχτυλα τους στο μέλι» να επιδίδονται σε παθιασμένα φιλιά και χάδια σε στιγμές έντονης ερωτικής έκφρασης.. Αφού ολοκλήρωσε την παρατήρηση, απομακρύνθηκε αθόρυβα πριν γίνει αντιληπτή! Ξεπερνώντας μια αρχική άρνηση της πραγματικότητας, που της προκάλεσε το  απρόσμενο περιστατικό, ήλθε μια συναισθηματική εκτόνωση.  Περνώντας οι ημέρες η Ιόλη άρχισε να βλέπει την κατάσταση πιο ψύχραιμα έχοντας περάσει από τη φάση της άρνησης σε μια φάση ρεαλιστικής, αλλά ένοχης αποδοχής. Σε μια στάση ανοχής, δικαιολογεί την απιστία της μητέρα της και κατανοεί τα κίνητρά της, γιατί θεωρεί ότι ο γάμος των γονιών της ήταν ήδη προβληματικός.
Ξύπνησαν μέσα της τα πρώτα νεανικά ερωτικά σκιρτήματα, τα οποία συνοδεύονταν από μια αυθόρμητη εμφάνιση των πρώτων ερωτικών συναισθημάτων στην πρώιμη νεότητα της. Η Ιόλη νιώθει μια σεξουαλική έλξη για τον εραστή της μητέρας της ως μια μορφή του «συμπλέγματος της Ηλέκτρας». Υποσυνείδητα θελει να αναλάβει τον ρόλο της μητερας της στην αγκαλια του εραστη, να τη φιλά παθιασμένα, και να της ψιθυρίσει στο αυτί της πόσο τη θελει.
Με αμηχανία εκμυστηρεύεται και μοιραζεται το πολύ προσωπικό στην Μερόπη ότι εδώ και λίγο καιρό έχει καταλάβει ότι η μητέρα της απατάει τον πατέρα της με έναν πολύ νεότερο άνδρα. Τι να κάνει; Πώς μπορεί να διαχειριστεί αυτή τη δύσκολη υπόθεση. Δεν ένιωθε απαραίτητα ιδιαίτερα άσχημα στο πρόβλημα, και η στάση της αυτή κρύβει μια βαθύτερη επιθυμία της, που ήταν πως πολύ θα ήθελε να σμίξει και εκείνη με το νεαρό άνδρα κάποια στιγμή.
Η παμπόνηρη και αθυρόστομη ξαδερφούλα του Αλκιβιάδη η Μερόπη λες και διάβασε τις σκέψεις της Ιόλης, της βρήκε τη λύση στο ερώτημα πως να διαχειριστεί αυτή τη δύσκολη υπόθεση, που την προσγειώνει. «Τι να κάνεις;. Μην είσαι αφελής, κάνε συμφωνία με την μαμά σου μόλις αποκτήσεις περίοδο και ωρίμανση να σου τον δώσει εσένα τον νεαρό. Που και που της τον δανείζεις και αυτής για τη χάρη που θα σου κάνει». Της λέει  χαμογελώντας. «Τη βρίσκω πολύ δίκαιη συμφωνία» συμπλήρωσε με μια παιχνιδιάρικη διάθεση για να την πειράξει.
«Η περίοδος μου έχει ξεκινήσει ήδη» λέει κάπως προβληματισμένη η Ιόλη και βγάζει έναν αναστεναγμό, σημάδι ότι εκφράζει αμφιβολίες, για την πρόταση της Μερόπης, χωρίς όμως να είναι απόλυτα αρνητική!
«Τι έπαθες Ιόλη μου και σε βλέπω έτσι αλαφιασμένη;!» Της λέει η Μερόπη.
Η Ιόλη έδειχνε αιφνιδιασμένη, διστακτική, σαν να μην απορρίπτει άμεσα την πρόταση, αντίθετα, αφήνει περιθώρια πιθανής αποδοχής, δείχνοντας ότι η πρόταση της προκάλεσε το ενδιαφέρον, παρά το απρόσμενα δύσκολο να υλοποιηθεί. 
«H αλόγα η αψηλιά και άχαρη, δεν είναι ιδέα μου...τη γαργαλάει το μουνάκι της... γουστάρει και τον νεαρό να της ηρεμήσει το γαργαλητό..... ψάχνεται από τώρα για επιβήτορα!» Αυτά βέβαια η Μερόπη δεν τα εξέφρασε ανοιχτά, (φόρα παρτίδα) στην Ιόλη, αλλά τα κράτησε για τον εαυτό της. 
Σήμερα ο Αλκιβιάδης αποστασιοποιημένος από τα δρώμενα εκείνης της προ εφηβικής τους ηλικίας τους ... σκέπτεται  με ψύχραιμη και ουδέτερη στάση ότι η Ιόλη και η Μερόπη από τα ένδεκα τους χρόνια είχαν προχωρημένες σκέψεις και ανησυχίες για τις σεξουαλικές επιθυμίες και την ανακάλυψη της ηδονής. Η σεξουαλική τους ωρίμανση είχε  ήδη ενεργοποιηθεί, και η ενεργοποίηση τους αυτή συνοδευόταν από την αναζήτηση της σεξουαλικής ικανοποίησης τους.
Έχουν περάσει μερικές εβδομάδες ήδη, που ειχαν εσπευσμένα μετακομίσει από το σπίτι και από την γειτονιά τους η Νεφέλη με τον σύζυγο της. Λένε πως οι μετακομίσεις συχνά κλείνουν έναν κύκλο και ανοίγουν έναν νέο, τόσο για αυτούς που φεύγουν όσο και για αυτούς που μένουν πίσω. Η συζυγική σχέση του Κλεαρχου με την Ιοκάστη στη συνέχεια κυλούσε σε «ήρεμα νερά» χωρίς αναταράξεις και προβλήματα. Μπορεί να μην υπήρχε λήθη, αλλά τη διαχείριση της σχέσης τους την τακτοποίησαν και πάλι το ίδιο εκείνο βράδυ. Τακτοποίησαν τις διαφορές τους αυτόματα, χρησιμοποιώντας τις ίδιες στρατηγικές που συνήθιζαν, ακόμα κι αν αυτές δεν επίλυαν το ουσιαστικό πρόβλημα.
Η Ιοκάστη νιώθει ανήμπορη να λειτουργήσει αυτόνομα, να αισθανθεί ευτυχισμένη χωρίς την συνεχή επιβεβαίωση και την παρουσία του Κλεαρχου. «Αφέθηκε» σε στιγμές συναισθηματικής εξάρτησης, όταν αισθάνθηκε το ζεστό σπέρμα του να εκτοξεύεται μέσα στα τοιχώματα του κόλπου της και να τα χτυπά με δύναμη. Η αίσθηση του καυτού αντρικού υγρού την έκανε πια να αμοληθεί ξέφρενα στο πέλαγος της ηδονής και να αδειάσει και αυτή όλη της την καύλα που είχε μαζεμένη. Μετά, αφέθηκε από κάτω του ξεθεωμένη, πλακωμένη απ’ το βαρύ αντρικό κορμί που αγκομαχούσε, εκστατική και απόλυτα ικανοποιημένη. Η Ιοκάστη καθώς παντρεύτηκε τον Κλέαρχο στη σχέση τους θυμόταν πάντα ένα πράγμα. Η γυναίκα γεννήθηκε για να γαμιέται κι ο άντρας για να γαμάει. Γι αυτό και αυτή δε άφηνε ποτέ την ευκαιρία να πάει χαμένη όταν είχε διάθεση. Ο Κλέαρχος ήταν σπάνιας απόδοσης αρσενικό στο κρεβάτι και σκεφτόταν πως ήταν τυχερή που τον είχε. Τώρα μικρό το κακό αν καμιά φορά γαμούσε και καμιά άλλη γυναίκα, την ανδρική απιστία μάλλον τη θεωρούσε «φυσική ανάγκη» ή «αναγκαίο κακό» που συνδέεται με παλιές αντιλήψεις ότι ο άνδρας είναι ο «κυνηγός» και η απιστία του είναι κάτι φυσικό, ασήμαντο, συγχωρητέο.
......... Στο βόρειο μέρος της αυλής του σπιτιού που έμεναν ξεκινούσαν τσιμεντένια σκαλοπάτια που κατέληγαν σ’ ένα ανηφορικό σοκάκι και από εκεί στον εξωτερικό  δρόμο. Τα σκαλοπάτια κατέληγαν σε έναν διαδρομο απέναντι από την κυρία είσοδο στην αυλή τους. Στο διαδρομο διπλά στα σκαλοπάτια ο Κλέαρχος είχε στήσει έναν ξύλινο πάγκο και επάνω του είχε τοποθετήσει την Μηχανή Ρελιάσματος που γέμιζε τα κυνηγετικά του φυσίγγια. Ο Κλέαρχος ήταν ένας μανιώδης κυνηγός και ένας πραγματικός φυσιολάτρης. Από την νεαρή του ηλικία, εδώ και χρόνια γέμιζε τα κυνηγετικά του φυσίγγια στο χέρι, με άριστη ποιότητα υλικών. Το να φτιάξει κανείς ένα καλό φυσίγγιο δεν ήταν ιδιαίτερα δύσκολο.
Είναι περασμένο μεσημέρι το σκηνικό γύρω είναι ένας μουντός βροχερός καιρός αλλά με υψηλή θερμοκρασία και ο Κλέαρχος παλεύει στο πάγκο του με τα φυσίγγια του, όταν μέσα από το σοκάκι στο τελευταίο πλατύσκαλο εμφανίζεται η Νιόβη ντυμένη με φούστα midi και κοντό ανοιξιάτικο σακάκι. Η Νιόβη ήταν μια κοπελάρα δεκαοκτώ χρονών, ψηλή, καστανόξανθη, και γεμάτη σφρίγος. Αισθανόταν ήδη πολύ γυναίκα. Το σώμα της ήταν άριστα σχηματισμένο, τα μπούτια της δεμένα, οι γάμπες της μακριές και χυτές, τα στήθια της στητά και ολοστρόγγυλα τέντωναν το στενό πουκάμισο της, καθώς δεν φορούσε σουτιέν, οι τεντωμένες ρώγες της σχηματιζόντουσαν προκλητικά πάνω στο λευκό ύφασμα. Οι ερωτικές της εμπειρίες ήταν λιγοστές. Είχε κάποιες παρέες νεαρών φίλων στην πόλη, αλλά μεχρι πρόσφατα πριν έλθει στην πόλη στο χωριό ζούσε σε σπίτι αυστηρών αρχών, με πολύ αυστηρό πατέρα και σεμνή μητέρα, και δεν είχε ποτέ τολμήσει να αφήσει ελεύθερο τον εαυτό της. Αυνανιζόταν τα  βράδια, για να μπορέσει να ηρεμήσει και να κοιμηθεί, αλλά κάθε πρωί ξυπνούσε μελαγχολική, καθώς της έλειπε η αντρική αγκαλιά, που τόσο την αισθανόταν πια απαραίτητη.
Νωπές είναι οι μνήμες της από το επεισόδιο με τον γείτονα της τον Κλέαρχο να είναι στο απέναντι υπνοδωμάτιο της γειτόνισσας τους Νεφέλης  και τα τρία μικρά κοριτσόπουλα να προσπαθούν να πάρουν μάτι μέσα από τις γρίλιες του παράθυρου τον Κλέαρχο ξαπλωμένο ανάσκελα και Νεφέλη πάνω στο καυλί του! Κατάλαβε πως η Νεφέλη και ο Κλέαρχος ψωνίστηκαν όταν ο σύζυγος της Νεφέλης απουσίαζε στην πατρίδα τους και η γυναίκα του Κλεαρχου η Ιοκάστη δούλευε, στον κάμπο. Η Νιόβη
αισθάνθηκε το μουνάκι της να πλημμυρίζει. Το κορμί της φούντωσε ολόκληρο. Κλείστηκε στην κάμαρα της και, άρχισε με το αριστερό χέρι να τσιμπάει τα βυζιά της και με το δεξί να τρίβει απ’ έξω το μουνί της μεχρι να έρθει σε οργασμό. 
 ...Η Νιόβη από εκεί απ' το πλατύσκαλο αντιλαμβάνεται τον Κλέαρχο στον πάγκο του, συγκεντρωμένο με αφοσίωση στη δημιουργική χειρωνακτική δραστηριότητα του, με πάθος και αφοσίωση στην εργασία του, αγνοώντας το περιβάλλον του. Κοντοστέκεται στο μεγάλο πλατύσκαλο αφήνει σκόπιμα έναν φάκελο παρουσίασης με σημειώσεις να πέσει από τα χέρια της στο τσιμέντο σε μια κλασική τεχνική να κεντρίσει την προσοχή του Κλέαρχου και να του μεταφέρει κρυφά μια πληροφορία. Ο ξαφνικός ήχος του φακέλου στο δάπεδο λειτουργεί ως ερέθισμα και διακόπτει την αποξένωση του Κλεαρχου από το περιβάλλον, τον ενεργοποιεί και η προσοχή του στρέφεται στο κορίτσι!  Η Νιόβη ρίχνει μια ματιά στον Κλέαρχο, το βλέμμα της είναι παιχνιδιάρικο, με νάζι και πονηριά (Αχ συγνώμη που σε έκανα να ανησυχήσεις, δεν το ήθελα). Είναι ένα βλέμμα που «μιλάει» και δείχνει διάθεση για φλερτ, χωρίς να είναι απαραίτητα σοβαρό. Δεν ήθελε να δείξει ότι το ήθελε, αλλά το βλέμμα της «πρόδιδε» την επιθυμία της.
Στη συνέχεια με μια άμεση, ενεργητική αντίδραση για να διορθώσει δήθεν την κατάσταση, σκύβει να πάρει το φάκελο αδέξια, οι σημειώσεις σκόρπισαν. Σκύβοντας, τα πόδια της είναι σε διάσταση και δεν έχει λυγίσει τα γόνατα. Προσπαθεί με ηρεμία και αργές κινήσεις να ανακτήσει τον έλεγχο του φακέλου και να μαζέψει τις σημειώσεις. Μαζεύοντας τα χαρτιά της, στριφογυρίζει στη θέση της ώστε ο Κλέαρχος που βρίσκεται τώρα ακριβώς πίσω της χαμηλά στην αυλή και σε κάποια σχετικά μικρή απόσταση να να έχει θέα τους γυμνασμένους γλουτούς της και στην υπερυψωμένη περιοχή του όρους της Αφροδίτης μέσα από τι μικρό κιλοτάκι της.
Ο Κλέαρχος την κοιτούσε με ελαφρώς ανοιχτό στόμα χαλαρά χείλη, ενισχύοντας την αίσθηση στο ενδιαφέρον που του προκαλεί το κορίτσι. «Κοίτα το καυλιάρικο μωρό! Μου δείχνει το «μύδι» της! Μωρό μου τι καύλα είσαι εσύ!» Μονολόγησε ο Κλέαρχος ερεθισμένος από τη θέα που του προσέφερε η έφηβη γυναίκα. Τα βλέμματα τους συναντούνται και  αναμετράει ο ένας τον άλλο. Τα μαύρα μάτια του ακτινοβόλησαν όπως το σπασμένο γυαλί. Στα τριάντα δυο του χρόνια είναι στα ντουζένια του σαν γάτος που γυρνοβολάει στα κεραμίδια. Και δεν υπάρχει κάτι που να μπορεί να τον περιορίσει. Η Νιόβη σηκώθηκε όρθια του χαμογέλασε ικανοποιημένη πονηρά και όλο νόημα. Τον Κλέαρχο στεγνός πυρετός τον έπιασε. Αχ αυτό το κορίτσι με τα μάτια φωτιά. Τον κοίταζε και άναβε. Κατέβαινε τα σκαλοπάτια και χόρευαν οι ρώγες της. Το κορίτσι βιώνει κι αυτό το ερωτικό σκίρτημα σαν γαργαλητό στο στομάχι. Έχει κι αυτό ερωτικά σκιρτήματα που δεν την αφήνουν ήρεμα να κοιμηθεί τα βράδια. Η Νιόβη, ένιωθε μια ευχάριστη περιέργεια για το ενδιαφέρον που της έδειχνε ο άνδρας. Άκουσε τη φωνή της μητέρας της να ψιθυρίζει στο μυαλό της.«Εε, λοιπόν, αυτός είναι ένας άντρας που δε θα είχα πρόβλημα να του κατεβάσω το παντελόνι.» Η ανάρμοστη σκέψη την έκανε να νιώσει ντροπή κι έδιωξε τα μη λογοκριμένα σχόλια της μητέρας της απ’ το μυαλό της. Τον κοιτούσε με ιδιαίτερο ενθουσιασμό, καθώς σκέψεις ρίζωναν μέσα της. Η ιδέα να της κάνει έρωτα αυτός ο άντρας ήταν ιδιαίτερα ερεθιστική και ήταν και κάτι που δρα ως διεγερτικό της σεξουαλικής επιθυμίας πάνω της. Το μυαλό της ήταν ήδη γεμάτο με τρυφερές περιπτύξεις και λάγνες φαντασιώσεις, παρορμήσεις που επιθυμούσε για να τις δοκιμάσει.
...Η βροχή είχε σταματήσει όταν έφτασε και ο Αλκιβιάδης στο σπίτι. Άνοιξε την πόρτα. Τους είδε. Κοιτούσε ο ένας τον άλλο. Το δεξί του χέρι χάιδευε τρυφερά τους μηρούς της. Ήταν σίγουρος στο σάλιο του είχε τη γεύση της ανάμεικτη με του φαγητού που έβραζε και δοκίμαζε εάν είναι έτοιμο.  Ο Κλέαρχος όπως είχε τον τρόπο του στην κρεβατοκάμαρα έτσι είχε τον τρόπο του και στην κουζίνα.  Μαγείρευε για την οικογένεια αρκετές φορές γιατί η Ιοκάστη δουλεύει πολλές ώρες.. Ναι δεν μαγείρευε κάτι ιδιαίτερα πέρα από τα συνηθισμένα και τα κατάφερνε πολύ καλά..
Η Νιόβη, πρέπει πριν μπει ο Αλκιβιάδης μέσα να είχε αφεθεί στο χάδι του. Να ένιωθε το χέρι του αργά να ανεβαίνει όλο και ψηλότερα, να είχε κλείσει τα μάτια και το εσώρουχό της να είχε υγρανθεί. Το ραδιόφωνο έπαιζε ένα άσμα απ’ τα παλιά. Ελαφρό-λαϊκό. Του απομάκρυνε το χέρι. Κάθισε σεμνότερα.
Ο Αλκιβιάδης τους κοιτούσε. Αυτή ήταν δεκαοχτώ χρονών περίπου κι ο Κλέαρχος τριάντα δυο, τόσο νέα! Φαινόταν κοριτσάκι μπροστά του. Η ζωή της ανήκε.
Ο Κλέαρχος φώναξε τον Αλκιβιάδη εκεί έξω στην αυλή. Μέχρι να ετοιμαστεί το φαγητό, του έδωσε χρήματα να τρέξει να αγοράσει μια σαμπρέλα ποδηλάτου για το ποδήλατο που τους είχε δανείσει ο φύλακας του ορυζόμυλου. Το κατάστημα ήταν μακριά στο κέντρο της πόλης. Ο Αλκιβιάδης, αντί να δείξει υπακοή, προέβαλε αντιρρήσεις, αρνήθηκε πεισματικά, δεν του άρεσε η ιδέα να τους αφήσει μόνους. Ο Κλέαρχος του αγρίεψε αλλά στη συνέχεια άλλαξε γνώμη, το ξανασκέφτηκε έβαλε πάλι τα χρήματα στην τσέπη του μουρμουρίζοντας. Ο Αλκιβιάδης μουρμούρισε και αυτός στον εαυτό του. «Κάνε υπομονή μέχρι τα δέκα οκτώ σου και τότε εάν σου αγριέψει ξανά τον πατάς στο λαιμό.» Είπαμε ήταν μόνο δέκα χρόνων..  Έτσι ήταν από παιδί. Ο χαρακτήρας του ανθρώπου φαίνεται εκεί γύρω στα δέκα του.


Click to Open
Έναρξη της Εφηβίας!
.....

Παρασκευή 3 Φεβρουαρίου 2023

Ypotaktiki! Agapi

....Ο Κλέαρχος εκείνα τα πρώτα χρόνια στη Λαμία είχε πολύ μικρή θα έλεγες συμμετοχή στα οικογενειακά βάρη της οικογένειας! H συμμετοχή του δεν αντιστοιχούσε στην πραγματική ευθύνη που ως πατριάρχης της οικογένειας όφειλε. Εν συγκρίσει με την Ιοκάστη η προσφορά του στα οικογενειακά βάρη ήταν πενιχρά και στην καλύτερη περίπτωση, χαμηλότερη από την αναμενόμενη.  Η Ιοκάστη ήταν η εργατική μέλισσα, που ακούραστη σαν το μυρμήγκι δουλεύει πολλές φορές σε δυο δουλειές και έχει αναλάβει τα βάρη και τις ευθύνες της οικογένειας. Η συνεισφορά της στην οικογένεια  ήταν σαν το τρεχούμενο νερό που γεννιέται από μια τρύπα στον βράχο, κατρακυλάει από το βουνό, και ποτίζει τον αγρό. 
«Της αξίζει να μένει σ’ αυτό το γάμο;» Αναρωτιόταν ο Αλκιβιάδης έφηβος πλέον όταν εκνευριζόταν, με την παθητική στάση μητέρας του και τη χαμηλή αυτοεκτίμηση της, ακόμη και σε θέματα ενδοοικογενειακής βίας. Ν’ αποδέχεται ότι αυτός είναι ο αρχηγός και όταν υπήρχε θυμός να χρησημοποιούσε την οργή του ως εργαλείο χειραγώγησης σε μια τακτική συναισθηματικής κακοποίησης της, όπου ο Κλέαρχος ήταν χειριστικός και αποσπούσε την υποταγή της. Είχε καταλήξει πως η σχέσης τους είχε κτιστεί σ' έναν ισχυρό συναισθηματικό δεσμό που είχε πάρει και μορφές εξάρτησης. Να του συγχωρεί με μεγάλη ευκολία όταν της έδειχνε καλοσύνη μετά από μια βίαιη πράξη, και η Ιοκάστη να αισθάνεται έντονη ανακούφιση και ευγνωμοσύνη, γεγονός που ενίσχυε τον δεσμό τους και καθιστούσε τη συγχώρεση της προσπάθεια να διατηρηθεί η οικογενειακή ηρεμία. Ίσως η αρχική της πολύ δύσκολη απόφαση να μπλέξει μαζί του λειτουργούσε ως κινητήριο αίσθημα, το οποίο δεν της επέτρεπε η επιλογή της αυτή να κλονιστεί από εξωτερικές αντιξοότητες, αμφιβολίες και δυσκολίες. Και το συναίσθημα  αυτό ήταν αρκετά ισχυρό, να αντέχει σε οποιαδήποτε πίεση, όταν από τη στιγμή που θα μπορούσε να έχει για σύντροφο σχεδόν οποιονδήποτε επιθυμούσε από τα χωριά του Ζάρακα, αυτή απλά σήκωσε το βλέμμα και διάλεξε τον Κλέαρχο. Αυτής της τόσο όμορφης και ενεργητικής γυναίκας στο μυαλό της είχε ριζώσει η πατροπαράδοτη ηθικοπλαστική θεωρία ότι η κοινωνία είναι πατριαρχική καθώς το κυρίαρχο φύλο είναι το αρσενικό και οι σχέσεις ανάμεσα στα δύο φύλα δεν είναι σχέσεις οι οποίες στηρίζονται στον αμοιβαίο σεβασμό και στην συντροφικότητα, αλλά είναι κατά βάση σχέσεις εξουσίας και υποταγής. Η Ιοκάστη αν και ισχυρή γυναίκα, είχε υποτάξει τον εαυτό της, σε έναν κυριαρχικό άντρα. Αυτά σκεφτόταν ο Αλκιβιάδης και με μια γκριμάτσα αποδοκιμασίας παραδέχεται ότι και ο Κλέαρχος πάρα τα σοβαρά ελαττώματα του χαρακτήρα του φαίνεται ότι για την Ιοκάστη ήταν ένας πολύ ενδιαφέρον άνδρας. Ένας άνδρας υψηλής αξίας για εκείνη, και δεν υπάρχει ντροπή στο να υποτάσσεται, υπό την αιγίδα της «Αληθινής Αγάπης» ή της «Χημείας», και που αξίζει να μένει πιστή σε αυτή τη σχέση! Ότι έκανε καλή επιλογή να ακολουθήσει αυτόν τον άνδρα! και ότι τελικά είναι καλά μαζί του!
Ο Αλκιβιάδης δεν γνωρίζει ακόμη και σήμερα αν σκεφτόταν λάθος αλλά από πάντα είχε την εντύπωση ότι η Ιοκάστη δεν μπορούσε να φανταστεί τη ζωή της χωρίς τον Κλέαρχο. Είχε συνδέσει κάθε της βήμα στη ζωή της μαζί του. Είχε αποφασίσει να κάνει οικογένεια με αυτόν. Και εκείνη δεν θα τον απογοήτευε ποτέ. Τον αγαπούσε πραγματικά και υποτακτικά. Ποιος θα μπορούσε να το πει.
..Τις ημέρες εκείνες ο Κλέαρχος παίζοντας τον ρόλο του θερμού εραστή, κάνει της Νεφέλης όταν σμίγουν στο κρεβάτι της την κάθε της στιγμή μοναδική, τώρα που απουσιάζει ο σύζυγος της! Η ατμόσφαιρα άλλαζε κάθε φορά που την επισκεπτόταν και το ερωτικό το πάθος τους ξεχείλιζε! Της χάριζε την απόλυτη σεξουαλική απόλαυση με την ακόρεστη ερωτική του επιθυμία. Όταν συνευρίσκονταν δεν υπήρχε χρόνος για καθυστερήσεις, παρά μόνο για ένταση και απόλαυση. Όταν ο χρόνος τους ήταν περιορισμένος, η ένταση στην απόλαυση ήταν  ο πιο αποτελεσματικός τους τρόπος για να ζήσουν τη στιγμή στο έπακρο. Τελευταία η Νεφέλη παρουσίαζε αυξημένη σεξουαλική επιθυμία και οι σεξουαλικές ορμές της ήταν τόσο έντονες που δυσκολευόταν να τις ελέγξει, με συνέπεια να αρχίζουν να παρουσιάζονται αρνητικές συνέπειες στην «παράνομη» σχέση τους. Πίεζε τον Κλέαρχο να έχουν συχνότερη σεξουαλική δραστηριότητα και η συμπεριφορά της άρχισε να γίνεται καταναγκαστική. Στην αυξημένη συχνότητα με την οποία η Νεφέλη αναζητά τη σεξουαλική επαφή τους ο Κλέαρχος άρχισε να δυσφορεί, νιώθει ότι πιέζεται, ενοχλείται από τη συχνότητα της αναζήτησης, φτάνοντας σε σημείο να νιώθει ότι τα όριά του έχουν ξεπεραστεί και να μην το αποδέχεται ευχάριστα.
Μέχρι που το τέλος στην παράνομη σχέση τους γράφτηκε ένα μοιραίο βράδυ.
Ήταν περασμένα μεσάνυχτα και ο Αλκιβιάδης με τα μικρότερα αδέλφια του κοιμόταν στο μικρο δωμάτιο τους. Το δωμάτιο είχε δυο κρεβάτια! Ένα για το δεκάχρονο Αλκιβιάδη και στο άλλο τα δυο μικρότερα αδέλφια του. Μέσα στον ύπνο του το βαθύ, και στη νυχτερινή ησυχία του δωματίου, τον ξύπνησε απότομα, προκαλώντας του αίσθημα αποπροσανατολισμού ένας σαματάς που ακούστηκε πίσω από τον τοίχο και από την κρεβατοκάμαρα των γονιών του.
Σαν ξύπνησε, αφουγκράζεται με προσοχή, σε μια προσπάθεια να ακούσει πίσω από τον τοίχο τι συμβαίνει στην κρεβατοκάμαρα με ένα αίσθημα περιέργειας και άγχους! Ακούει την οργισμένη φωνή της μητέρας του. Είναι Θυμωμένη! Δείχνει αγανάκτηση, και αντίδραση σε μια επώδυνη κατάσταση.
«Πουτάνα!  Δεν ντρέπεσαι μωρή ξεφτιλισμένη, τόσοι άντρες με τον άντρα μου βρήκες να γαμηθείς!»
Από την χαμηλή ένταση στη φωνή του Κλέαρχου, καταλαβαίνει πως αυτή η κουβέντα έχει ξεκινήσει από νωρίτερα. Ο Κλέαρχος βγάζει έναν βαθύ τρεμουλιαστό αναστεναγμό σαν να παλεύει να περισώσει την κατάσταση.
Στην αρχή αναρωτήθηκε μισό-κοιμισμένος και μισό-νυσταγμένος, τι συμβαίνει μέχρι που κατάλαβε πως η μητέρα του ήταν αρκετά θυμωμένη.  Κατάλαβε και τους λόγους και πέρναγαν από το μυαλό του κάποιες σκηνές. Γύρισε πλευρό έκλεισε τα μάτια του και έκανε πως κοιμάται βαθιά. 
Ήξερε ότι δεν θα μπορούσε ποτέ να γνωρίζει πλήρως τις ιστορίες τους. Θα προσπαθήσει όμως να μιλήσει γι' αυτές, όπως περίπου συνέβησαν και αποτυπώθηκαν στο δικό του μυαλό.
Πολύ σύντομα η Ιοκάστη πρέπει ν' άρχισε να υποψιάζεται. Άλλωστε τα σημάδια ήταν ολοφάνερα και η απάντηση μπροστά στα μάτια της, απλώς δυσκολευόταν να αντικρίσει την αλήθεια.
Ταυτόχρονα σίγουρα όλο και κάποιος «καλοθελητής» στον στενό φιλικό περίγυρο θα της ψιθύρισε να ξυπνήσει από το λήθαργο. 
Μέσα στη νύχτα της Νεφέλης ο ερωτικός οίστρος την αναστάτωνε και της προκαλούσε την αφύπνιση της σεξουαλικής της ορμής. Έχοντας υπολογίσει ότι η Ιοκάστη κουρασμένη και ταλαιπωρημένη από τον κάματο της δουλειάς θα κοιμάται, κάνει σήματα μέσα από τον κοινό τοίχο που χωρίζει τις κρεβατοκάμαρες τους στον Κλέαρχο. Είναι ξαναμμένη, η γυναίκα έχει ανάγκη από χάδια και σεξ, αναζητάει ανακούφιση στη διέγερση της και ο Κλέαρχος δεν πρέπει να την αγνοεί. 
Η Ιοκάστη δείχνει ότι κοιμάται αλλά δεν βρίσκεται σε κατάσταση ύπνου απλά «πνίγεται» από επαναλαμβανόμενες σκέψεις και προσπαθεί να τις ελέγξει. Μπερδεμένη και αμήχανη πως γίνεται να ελέγξει τις σκέψεις, τις επιθυμίες και τη συμπεριφορά της, να θέσει υπό τον έλεγχό το μυαλό της. Ε ναι, δεν έπεσε κι απ' τα σύννεφα. Συχνά έφθαναν τον τελευταίο καιρό ψίθυροι στ’ αυτιά της ψίθυροι πως η νέα τους γειτόνισσα όχι απλά του κουνούσε με νάζι τον πισινό της αλλά τώρα που έλειπε ο άνδρας της ξεσάλωναν και στο κρεβάτι. Στα κουτσομπολιά της γειτονιάς που οι κάτοικοι ενδιαφέρονταν έντονα για τις ζωές των άλλων, εξιστορούσαν θυμίζοντας κάποιες φορές σκηνές από σαπουνόπερα πως ο Κλέαρχος τη γαμούσε τη Νεφέλη.
Πάλι του έριξε κι ένα δίκιο, το συνήθιζε άλλωστε αυτό η Ιοκάστη. Να τον δικαιολογεί με ευκολία και πάντα πρόθυμη να καλύψει τις πράξεις του. Και τώρα πώς να πάρει στα σοβαρά τη σχέση του μ' αυτή τη γυναίκα. Ήταν αρκετά εμφανίσιμη μεν μα και λιγάκι σουρλουλού και γι’ αυτό οι άνδρες  την γλυκοκοίταζαν, παντρεμένοι και μη!. Ίσως όμως κι αυτή η γυναίκα να ‘χει τα δίκια της. Η στέρηση που ίσως βιώνει ότι της λείπει το σεξ να ‘ναι υπεύθυνη για τις πράξεις της. Με αυτά τα ερωτήματα στο μυαλό, βρήκε το θάρρος να κάνει κάτι που το ήθελε η καρδιά της. Να τον συγχωρήσει με τον δικό της τρόπο.
.....Ο Κλέαρχος της ρίχνει μια μάτια τη βλέπει ότι κοιμάται σηκώνεται αθόρυβα ξεπορτίζει. Η Ιοκάστη σαν αίλουρος σηκώνεται τον βλέπει που πηγαίνει αρχικά στην εξωτερική τουαλέτα. Σαν αστραπή κλίνει την πόρτα των παιδιών βγάζει το νυχτικό της, την κιλότα της και μένει μ’ ένα κοντό κομπινεζόν. Βγαίνει στην εξώπορτα και στήνεται κάτω από την κάσα της πόρτας με τα πόδια προκλητικά ανοιχτά μέσα στο σκοτάδι και το κρύο. Το φρέσκο αεράκι έχει κολλήσει το κομπινεζόν στο κορμί της.
Η Ιοκάστη ήταν στα ερωτικά σαν παιδί. Ήταν αθώα κι αυτή ήταν η γοητεία της. Λειτουργούσε με το ένστικτο. Δεν ήταν μια διανοούμενη, δεν ήξερε καν να διαβάζει. Δεν υποκρινόταν αλλά αντιδρούσε όταν χρειαζόταν. Και στα τριάντα δυο της χρόνια τότε ήταν μια καλλίπυγος καστανή και ερωτευμένη με τον άνδρα της γυναίκα.
Βγαίνοντας ο Κλέαρχος από την τουαλέτα, του έπεσε κεραμίδα στο κεφάλι. Σίγουρα ποτέ του δεν θα ξεχάσει την έκπληξη που ένιωσε. Κατάλαβε.
«Δεν κοιμάσαι;» Τη ρωτάει.
«Προσπάθησα αλλά δεν το βλέπεις;  Ανησύχησα που σηκώθηκες. Όλα καλά;»
«Ννναιιι!!! Όλα καλά.»
«Έχεις να πεις κάτι; Σε ξέρω πολύ καλά.»
Σιωπή! Ο Κλέαρχος μένει αμίλητος περιμένοντας την αντίδραση της.
«Τι έπαθες και δεν μιλάς;» Τον ξαναρωτάει η Ιοκάστη και αυτός μπερδεύεται ακόμα περισσότερο.
Αρχίζει να ψελλίζει διάφορα 
«Ξέρεις....εγώ....» απαντάει ηλίθια μη ξέροντας τι να πει.
«Εσύ βέβαια.... μαζί δε μιλάμε;»
Δύσκολη ώρα και ο κόμπος στο λαιμό. Ένιωθε ότι τον έλουζε κρύος ιδρώτας. Ζύγωσε κοντά της σιγά-σιγά, σαν να αποκάλυπτε ένα παράνομο μυστικό, ταραγμένος και στάθηκε απέναντί της. Κοιταχτήκανε, σαν να αναγνωρίζανε ο ένας στην όψη του άλλου για πρώτη φορά. Οι θολές αναλαμπές που μισοκαιγόταν στα μάτια της τώρα, άναψαν και γίνανε πυρκαγιά. Τον άρπαξε από το σβέρκο τον κόλλησε επάνω της και άρχισε να τον φιλάει παθιασμένα. Πρώτα άγγιξε τα δόντια του, μετά αισθάνθηκε το σάλιο του. Τον τράβηξε από το χέρι και ανήμπορος να αντιδράσει τον παρέσυρε σαν αιχμάλωτο στην κρεβατοκάμαρα στο κρεβάτι. Του συμπεριφέρεται σαν να μην έχει αλλάξει τίποτε, σαν να μην συνέβη ποτέ τίποτα. Ξαναφιληθήκανε. Κι αυτή τη φορά το φιλί τους ήταν μακρόσυρτο και πεινασμένο και σκληρό κι οι μύες στην πλάτη της κινούνταν με έναν ζωώδη τρόπο. 
Το φιλί του τώρα ήταν μανιασμένο, συναρπαστικό και την έκανε να νιώσει μια δόση τρέλας ν' απλώνεται ανάμεσά τους σαν πυρακτωμένο σίδερο. Έψαξε και βρήκε το θηρίο του όρθιο, είχε αρχίσει να φουσκώσει και να σκληρύνει υπερβολικά. Ενθουσιάστηκε! Ο κόλπος της ήταν πολύ υγρός και ανοιχτόχρωμος, ζεστός και φιλόξενος, αλλά κυρίως η κλειτορίδα της στεκόταν όρθια και σκληρή. Σε μια παθιασμένη ερωτική στιγμή, όπου οι αισθήσεις της κυριαρχούν! Τον φιλούσε με ένταση και πάθος, και με μια αίσθηση κυριαρχίας. Δεν είναι φιλιά απαλά, αλλά φιλιά που διεκδικούν. «Καμία πουτάνα δεν θα μου τον πάρει!» Σε μια έκφραση απελευθέρωσης που ξεσπά με άγριο τρόπο, τα καταπιεσμένα συναισθήματα της που ειχαν συσσωρευτεί μέσα της. Ήταν τόσο καυλωμένη που ήταν όλη σαν ένα πυροτέχνημα! Αναστέναζε και βογκούσε από καύλα και ηδονή ,λες και ήταν μόνοι τους μέσα σε μια ερημιά και όχι στον κοιτώνα τους.. Πριν καλά καλά τον πάρει όλο μέσα της, ήρθε ο πρώτος της οργασμός. Ο Κλέαρχος είχε μείνει άφωνος, γιατί σίγουρα ήταν κάτι που δεν το περίμενε. Τη νιώθει πως είχε χάσει τον έλεγχο εντελώς. Μοιάζει με λέαινα που συμπεριφέρεται σαν αρσενικό λιοντάρι αν πρόκειται για την κυριαρχία της. .
Ήταν η κλιμάκωση, το «κρεσέντο» στις φωνές της Ιοκάστης που ξύπνησαν τον Αλκιβιάδη από τον βαθύ του ύπνο. Επάνω στην κορύφωση της σεξουαλικής επαφής τους και του οργασμού της, σε μια έντονη απελευθέρωση συναισθημάτων, ξεσπάει. Η ένταση στη φωνή της είχε αλλάξει, λες και είχε σκληρύνει, έμοιαζε πολύ αποφασιστική.
«Αρκετά! Ως εδώ ξετσίπωτη πουτάνα! Απ' αύριο ετοίμασε τα μπογαλάκια σου και ψάξε να βρεις αλλού σπίτι. Να εξαφανιστείς! Να μη σε ξαναδώ μπροστά μου! Θα σε ξεσκίσω»….
Και όταν η Ιοκάστη λέει κάτι το εννοεί, οι προθέσεις είναι ξεκάθαρες, και τα λόγια της αντικατοπτρίζουν τις πραγματικές της σκέψεις και συναισθήματα. 
Του Κλέαρχου του φαίνεται όλο αυτό που συμβαίνει σαν ψέμα αλλά ταυτόχρονα τον ανακούφιζε αυτή η έκρηξη της Ιοκάστης και την ευγνωμονούσε μ' όλη του την καρδιά. Όταν η έντονη σεξουαλική τους ορμή είχε υποχωρήσει επιτρέποντας στο σώμα του να «ηρεμήσει» τον τυραννούσε ακόμη μια αβεβαιότητα μέσα του. Της φίλησε τα χέρια δεν τολμούσε τώρα να την φιλήσει στο πρόσωπο, ....
«Ήξερες;»
«Ναι. Μην συνεχίζεις.»
Έψαξε μέσα στα μάτια του, όπως το έκανε παλιά, όταν τον ήθελε.
Τότε είναι που η Ιοκάστη λες και δεν είχε συμβεί τίποτα τον φίλησε με θέρμη, με δύναμη, το φιλί της δεν ήταν τρυφερό ή διερευνητικό, αλλά διεκδικητικό με μια έντονη σεξουαλική επιθυμία. Και πολλή, πολλή ώρα, τόσο, που όταν απομάκρυνε τα χείλη της απ' τα δικά του, ένας ασίγαστος πόθος είχε και πάλι φωλιάσει μέσα της. Σηκώνεται ανοίγει με προσοχή την πόρτα του δωματίου των παιδιών τους. Σιγουρεύεται ότι κοιμούνται, και την ξανακλείνει με προσοχή. Δεν έχει  αναστολές ένιωθε το μουνί της γεμάτο υγρά, και χώνεται κάτω από τα σκεπάσματα στην αγκαλιά και πάλι του Κλέαρχου. Το κορμί της έβραζε και ζητάει ξανά την αντρική επαφή του. Αισθάνθηκε το στόμα του να ρουφάει με δύναμη τη γλώσσα της, δαγκώνοντας τη, και τα χέρια του να ανοίγουν βίαια το ανασηκωμένο νυχτικό της και να χουφτώνουν τα βυζιά της. Άπλωσε το χέρι της κι αναζήτησε το καυλί του. «Έλα να με πηδήξεις πάλι…», του ψιθύρισε. «Είμαι δική σου. Κάνε με ότι θέλεις απόψε». Ο Κλέαρχος τότε, έπιασε τον πούτσο του κι άρχισε να τον τρίβει με δύναμη πότε στην κλειτορίδα της και πότε γύρω - γύρω στα μουνόχειλα της. Η Ιοκάστη νόμιζε πως θα λιποθυμήσει. «Μπες μέσα μου!», του φώναξε. «Γάμησε με. Δεν αντέχω άλλο».
Ο Κλέαρχος της χαμογέλασε. Μ΄ ένα χαμόγελο με υπονοούμενα, που δείχνει σιγουριά γνωρίζοντας ότι πλέον αυτός ως άντρας είναι κυρίαρχος στο κρεβάτι, και έχει τον έλεγχο της κατάστασης. Η σκέψη του πως η Νεφέλη είναι ακριβώς δίπλα τους και τους ακούει του απογειώνει την σεξουαλική ορμή του για να συνεχίσουν το παθιασμένο σεξ με την Ιοκάστη
«Μη βιάζεσαι…», της είπε. «Έχουμε ώρα ακόμα. Να πάρω ανάσα! ».
«Γάμησε με, άντρα μου! Σκίσε με! Σκάλισε μου τα σπλάχνα. Ξεθύμανε πάνω μου. Χύσε μέσα μου όλη σου την καύλα, όλο σου τον ανδρισμό. Εγώ είμαι η γυναίκα σου. Θέλω να με γαμάς όλο το βράδυ και να μας ακούει αυτή η καριόλα!»
Και η «Καριόλα» όντως με τις κρεβατοκάμαρες τους μεσοτοιχία, να τις χωρίζει, μονότουβλος τοίχος, ορθοδρομικής τοιχοποιίας με πολύ χαμηλή ηχομόνωση, ζούσε μαζί τους την σεξουαλική έκρηξη της Ιοκάστης.
Σε μια ατμόσφαιρα μυστηρίου, κουτσομπολιού και από έντονες φήμες για ένα συγκεκριμένο βραδινό γεγονός που διαδόθηκε στην κλειστή κοινωνία της γειτονιάς πολύ πιθανόν να έφτασαν και στα αυτιά του συζύγου της Νεφέλης. Τις  αμέσως επόμενες ημέρες επέστρεψε ο σύζυγος της. Ίσως σε μια εξέλιξη που συνέβη νωρίτερα από το αναμενόμενο χρονοδιάγραμμα του.
Η Νεφέλη, παραπονέθηκε με υποκριτική σαφήνεια και δυσαρέσκεια στο σύζυγο της πως ο Κλέαρχος την παρενοχλούσε.
........ Στις μέρες μας ακούμε συχνά για παρενόχληση και πολλοί νομίζουν ότι το φαινόμενο αυτό είναι πρόσφατο. Η ελληνική μυθολογία, όμως, μας μεταφέρει πολύ πίσω, ίσως στη μυκηναϊκή εποχή, με πρωταγωνιστή τον Λαπίθη Ιξίωνα, βασιλιά της Λάρισας.
Σύμφωνα με τον μύθο, είναι ο πρώτος άνθρωπος που διέπραξε φόνο σε συγγενή του. Για το έγκλημά του αυτό δεν δεχόταν να τον εξαγνίσει κανείς. Μόνο ο ύπατος των θεών, ο Δίας, αποφάσισε να τον εξαγνίσει. Τον έφερε στον Όλυμπο και τον έκανε ομοτράπεζο του. Αυτός, όμως, αντί να ευγνωμονεί τον Δία, άρχισε να παρενοχλεί την Ήρα, τη γυναίκα του ευεργέτη του. Μιλώντας στον Δία, η Ήρα λέει: «Μου ρίχνεται εδώ και πολύ καιρό. Στην αρχή παραξενευόμουν που είχε τα μάτια του καρφωμένα πάνω μου. Αυτός αναστέναζε και δάκρυζε κρυφά. Αν έπινα και έδινα το ποτήρι μου πίσω στον Γανυμήδη, τότε γύρευε να πιει από το ίδιο και σαν το έπαιρνε στα χέρια του το φιλούσε».
Μαλλιά κουβάρια έγιναν  o «φίλος» με τον Κλέαρχο.
.......... Ήταν λίγο πριν το μεσημέρι που σημειώθηκε το περιστατικό. Ο Κλέαρχος βρισκόταν σε μια μεγάλη αποθήκη σιτηρών μαζί με άλλους δυο συναδέλφους εργάτες και δούλευαν εντατικά. Ξεφόρτωναν σακιά με σιτηρά από ένα μεγάλο φορτηγό και τα στοίβαζαν στο εσωτερικό της αποθήκης.
Σύμφωνα με πληροφορίες, ο σύζυγος καλοντυμένος μπήκε στην αποθήκη απαιτώντας από τον Κλέαρχο εξηγήσεις.
«Ξέρεις εσύ.» Του λέει.
«Και γιατί να ξέρω εγώ; Και τι ακριβώς είναι αυτό που πρέπει να ξέρω;»
«Ε, λοιπόν άκουσε.» Και του ζητά το λόγο γιατί παρενοχλεί την συμβία του..
Τον Κλέαρχο τον ενοχλούσε αυτή η συζήτηση! Έβλεπε ότι δεν έβγαζε άκρη με τα λόγια...
«Δεν έχω να δώσω τίποτα εξηγήσεις, και σε κανέναν.» Θέλησε να δώσει τόπο στην οργή γιατί ήξερε το χαρακτήρα του.
«Λοιπόν άκου με καλά φίλε μου. Είναι καλύτερα να μην πούμε τίποτα άλλο. Η Νεφέλη είναι γυναίκα σου. Καλά κάνει και είναι. Εμένα τι με νοιάζει;»
Δυστυχώς ο τύπος έμοιαζε να γυρεύει καυγά.
«Ξέρεις τι λέω εγώ;»
«Τι;»
«Αν μάθω ξανά πως την παρενοχλείς, θα σε........» του είπε χωρίς να αποτελειώσει την απειλή του.
Του Κλέαρχου του φάνηκε περίεργο που του μιλούσαν έτσι. Εκεί στο χωριό του στη Νότιο Λακωνία πριν μερικά χρόνια δεν θα τολμούσε κανείς να του πει έστω τα μισά. Μα σήμερα δεν είχε καμιά διάθεση ν’ αρπαχτεί. Αλλά ο τύπος επέμενε. Με ύφος ενοχλημένου κόκορα, μιλούσε µε μια άχρωμη, καμπανιστή φωνή και ζητούσε κάτι σαν καυγά επίμονα.. 
«Πολύ μεγάλη ιδέα για τον εαυτό σου έχεις.. Αυτό πάει πολύ! Άντε στο διάβολο!» τον διαολόστειλε ο Κλέαρχος.
«Πρόσεξε Κλέαρχε! Πρόσεξε καλά.»
«Λοιπόν ξέρεις τι λέω κι εγώ; Δεν είναι άνδρας όποιος φοβερίζει και μένει στις απειλές.»
Το επεισόδιο έλαβε τέλος χάρη στην καταλυτική παρέμβαση των άλλων εργατών που επενέβησαν για να χωρίσουν τον καυγά πριν η κατάσταση ξεφύγει από κάθε έλεγχο...
Ο Κλέαρχος είναι κάτι που ποτέ του δεν μπόρεσε να καταλάβει, γιατί δεν τον άρπαξε εκείνη τη στιγμή. Είναι αλήθεια πως εξαιρετικά ευέξαπτος δεν είναι αλλά τέτοιου είδους προσβολές δεν μπορείς να τις αφήσεις να περάσουν έτσι, δίχως να σου ανεβάσουν το αίμα στο κεφάλι, να σηκωθεί η τρίχα σου και να μην ορμίσεις. Στο τέλος αυτού του εντόνου φραστικού επεισοδίου αναχωρώντας ο φίλος, ακούει τον Κλέαρχο ήρεμα και νηφάλια να του λέει. « Άκου φίλε μου! Εγώ πάντως έχω την συνείδηση μου ήσυχη. Εσύ κοίταξε να μαζέψεις την κυρα σου. Αυτή είναι η συμβουλή μου...»
......... Η συνέχεια είναι όπως όλες οι συνέχειες που δεν καταλήγουν σε ρήξη. Κοιτάζοντας η Ιοκάστη τον Κλέαρχο μια χλομάδα πέρασε στο πρόσωπό της κι αυτός άνοιξε την αγκαλιά του σαν φτερά αετού και την ακούμπησε απαλά απαλά στο στέρνο του… και με μάτια που γυάλιζαν από ευγνωμοσύνη ο Κλέαρχος της έσφιξε τα χέρια της περνώντας τα δάχτυλά της μέσα στα δικά του. Ήταν τόση η σιγουριά και η δύναμη που του ενέπνεε η Ιοκάστη που ακόμη και μετά από χρόνια του άρεσε να κουλουριάζεται δίπλα της, ν' αναπνέει τ' άρωμα της και να της χαϊδεύει τα τόσο απαλά μάγουλα της. Σίγουρα σιγά σιγά όλα διορθώνονται οι ρήξεις, ο θυμός, ο πόνος, μόνο ο θάνατος δεν διορθώνεται!
Λίαν συντόμως οι νέοι γείτονες αθόρυβα και ταπεινά μετακόμισαν σε παρακείμενη γειτονιά...

Click to Open
Οι Γείτονες τους στο Ρέμα!
.....

 
Web Informer Button