ADS

click to open

Τρίτη 14 Φεβρουαρίου 2023

«Den Legonte Ta Panta Stous Pantes»

... Την εποχή εκείνη στο τέλος τη εφηβείας του Αλκιβιάδη, ο Κλέαρχος ένοιωθε εντελώς αποστραγγισμένος από ενέργεια και παρουσίαζε φιλάσθενο χαρακτήρα και ασθένειες τον ταλαιπωρούσαν. Ο θεράπων του ιατρός τους δήλωσε, ότι λόγω του ιστορικού με τα νεφρά του, χρήζει νοσοκομειακής περίθαλψης και για «καλύτερα» αποτελέσματα τον παρέπεμψε σε μεγάλο νοσοκομείο των Αθηνών για περαιτέρω κλινικές εξετάσεις καθώς τους δήλωσε ότι τις κρίνει πραγματικά απαραίτητες...
 «Ταλαιπωρήθηκε στις κυνηγητικές εξορμήσεις στα βουνά και τα λαγκάδια που εφορμούσαν με τον φίλο του το γιατρό.» Μουρμούρισε μέσα από τα δόντια του ο Αλκιβιάδης στην Ιοκάστη.
«Αλκιβιάδη σε παρακαλώ! Μη λες τέτοια λόγια για την ίδιο σου τον πατέρα». Τον μάλωσε η μητέρα του.
Έχει περάσει μια εβδομάδα που η Ιοκάστη άφησε τον Κλέαρχο στην εποπτεία των γιατρών με τη συνδρομή της αδελφής της που μένει στην Αθήνα. Επιστρέφει πάλι στο νοσοκομείο στην Αθήνα για να δει την πρόοδο της ανάρρωσης του Κλέαρχου. Διαβαίνοντας το εσωτερικό μεγάλο πάρκο του νοσοκομείου έπιασε στα «πράσα» τον Κλέαρχο να ερωτοτροπεί σε παγκάκι του πάρκου με μια νοσοκόμα. Είχε δίκιο λοιπόν η αδελφή της που τον επισκεπτόταν καθημερινά και εκμυστηρευόταν της Ιοκάστης ότι ο Κλέαρχος τον τελευταίο καιρό εκμεταλλεύεται την ψυχολογία της με την φιλάσθενη νοοτροπία που παρουσιάζει. Αδελφή μου της έλεγε το μυαλό του είναι στο «Ο γιατρός θεραπεύει, αλλά η νοσοκόμα φροντίζει τον ασθενή.» Και της τόνιζε ιδιαίτερα με στόμφο ειρωνικό αυτό το «αλλά η νοσοκόμα φροντίζει τον ασθενή.»
Ο Κλέαρχος τις ώρες εκείνες ήταν τόσο απορροφημένος το μόνο που σκέφτεσαι είναι το πουλί του και τα σαλιαρίσματα! Δεν πήρε είδηση την παρουσία ούτε καν τον ίσκιο της Ιοκάστης. Την Ιοκάστη ένας τεράστιος θυμός την είχε πλημμυρίσει και ξεχείλιζε από κάθε της πόρο. Μια πίκρα. Αγαπούσε τον Κλέαρχο, λαχταρούσε και ανησυχούσε να τον συναντήσει ώστε να μάθει για την πορεία της υγείας του. Η αντίδρασή της έμοιαζε με βουβή κραυγή: Κυριευμένη από απογοήτευση πήρε των κομματιών της κι έφυγε χωρίς να την πάρει είδηση ο Κλέαρχος. Γύρισε άναυλη στη Λαμία..
Με τη επιστροφή στη Λαμία μια απέραντη πίκρα και ένας βουβός θυμός αιωρείται και κυριαρχεί στο περιβάλλον του σπιτιού τους. Ο Αλκιβιάδης αντιλαμβάνεται ποιος είναι ο στόχος του θυμού της, και δυστυχώς ο θυμός της αποτελεί πρόβλημα που δεν εκφράζεται και παραμένει βουβός. Λύπη βαθιά τον πλημμύρισε στο βουβό συναπάντημα των ματιών τους με την Ιοκάστη, όπου ο πόνος της μητέρας του  καθρεφτίζεται και στα δικά του μάτια σε μια στιγμή, σιωπηλής επικοινωνίας, όπου τα μάτια τους συναντώνται και «μιλάνε» χωρίς να ακούγεται λέξη. Υπάρχει μια συναισθηματική φόρτιση  και το συναίσθημα είναι τόσο μεγάλο, που δεν χρειάζονται λόγια. Είναι οι στιγμές όπου ο Αλκιβιάδης καταλαβαίνει τα βαθύτερα αισθήματα και τις σκέψεις της μητέρας του.
Δεν την είχε ματαειδεί σε μια τέτοια κατάσταση βαθιάς ψυχικής οδύνης και συναισθηματικής διάλυσης το στύλο του σπιτιού τους. Την νιώθει ότι η ψυχή της είναι  «κομματιασμένη» σαν τ’ αλωνιού τη πέτρα τη παλιά. Σαν του παξιμαδιού το θρύμμα όταν κάποιος βιώνει έναν κατακερματισμό του εσωτερικού του κόσμου, συχνά εξαιτίας μιας μεγάλης προδοσίας και ψυχικού πόνου. Ρίγησε μέσα του, μια ανατριχίλα διαπερνά το σώμα του με έντονη συναισθηματική φόρτιση. Αγκάλιασε με τις μεγάλες του παλάμες το σκυμμένο κορμί της σε μια προστατευτική αγκαλιά. Θέλει να προσφέρει ασφάλεια και παρηγοριά στη λυπημένη και κουρασμένη μητέρα του. Φίλησε τρυφερά τη κεφαλή της παραμερίζοντας με τα χείλη του το μαύρο θύσανο των μαλλιών της δείχνοντας της αγάπη, προστασία και στοργή, που αποπνέει ηρεμία και βαθιά συναισθηματική σύνδεση.
«Μητέρα, ψιθύρισε! Όσο κάποιος δε μιλάει, όσο κρατά βουβή την πίκρα και την ενόχλησή του, σχεδόν πάντοτε φωλιάζει ένας άλλος βουβός θυμός και γι' αυτό αγριότερος. Ο ανεκδήλωτος θυμός είναι δηλητήριο που έχει κατεύθυνση, συσσωρεύεται «δηλητηριάζει» τον ίδιο σου τον εαυτό γιγαντώνει το πρόβλημα και κάποια στιγμή εκπυρσοκροτεί. Βουβά, σαν συριγμός..» Της πρότεινε με θέρμη να του μιλήσει ανοιχτά για το πρόβλημά της και γ’ αυτόν που της το προξενεί. Να του εξομολογηθεί τις σκέψεις της, τις αντιρρήσεις της, την πίκρα της, το θυμό της. Ότι τέλος πάντων ταλαιπωρεί τη σχέση τους με τον πατέρα του..
«Ακόμη και να μη σε καταλάβω, θα νιώσεις καλύτερα με τον εαυτό σου που μίλησες. Θα νιώσεις καλύτερα με την αυτοεκτίμησή σου. Το να βγάλεις τα συναισθήματά σου από μέσα σου, έχει συχνά θεραπευτική επίδραση, ανεξάρτητα από το αν ο άλλος κατανοεί πλήρως την κατάσταση σου. Είναι πολύ πιο εύκολο να είσαι ειλικρινής και θαρραλέα από το να είσαι λυπημένη και θυμωμένη. Η ειλικρίνεια και το θάρρος προσφέρουν ανακούφιση, ενώ η θλίψη και ο θυμός, όταν εκφράζονται ανεξέλεγκτα, μακροπρόθεσμα είναι εξαιρετικά ψυχοφθόρα. Είναι, δεν είναι; Είμαι εδώ για να σε ακούσω, ό,τι κι αν θέλεις να μοιραστείς!»
Η Ιοκάστη δάμασε το θυμό της, έδωσε χρόνο στον εαυτό της ώστε να ξεθυμάνει η οργή της και βουβά σταλαματιά-σταλαματιά τα δάκρυά της να πέφτουν, έπνιξε κάθε φωνή διαμαρτυρίας και του μίλησε μέσα από τα βάθη της καρδιάς της, από τις βαθύτερες τις πιο εσωτερικές περιοχές της ψυχής της. Παράπονο την έπιασε, αναστενάζει και διηγείται εφηβικές αναμνήσεις για τις επιλογές της, και με παράτονο να βγαίνει το αχ της φωνή της μέσ' από τα φυλλοκάρδια της.
Εξέφρασε τις πιο κρυφές της σκέψεις, τα βαθύτερα συναισθήματά της στη διάβα του χρόνου, χωρίς φόβο και αναστολές με απόλυτη εμπιστοσύνη προς το πρόσωπο στο οποίο μιλάει, σε μια βαθιά εξομολόγηση προερχόμενη από το «εσωτερικό» της, δηλαδή από τον πυρήνα της ύπαρξής της. Τα γεγονότα μεταφέρονται όπως ακριβώς βιώθηκαν, χωρίς ωραιοποιήσεις ή ψεύδη και η αφήγηση της συνοδεύεται από συναισθηματική φόρτιση με την ψυχή να καθοδηγεί την αφήγηση της. Η μητέρα του ανατρέχει στο παρελθόν όχι για να θυμηθεί, αλλά για να επεξεργαστεί τα συναισθήματά της τώρα που η γλώσσα της ρέει συναισθηματικά..
.....Τα χωριά του Ζάρακα κατά την περίοδο της Κατοχής, ήταν θέατρο δραστηριοτήτων της Εθνικής Αντίστασης. Στο Γέρακα στο Κυπαρίσσι και αλλού έφθαναν συχνά ελληνικά και συμμαχικά υποβρύχια, τη νύχτα, από τη Μέση Ανατολή. Διακινούσαν κατασκόπους και είχαν επαφή  με τις  μονάδες Εθνικής Αντίστασης. Μέλη της ομάδας αυτής  μαζί με τους ντόπιους, Ζαρακίτικης καταγωγής,  περιέθαλπαν και έκρυβαν από  τους Γερμανούς,  με κίνδυνο της ζωής τους  Έλληνες και ξένους  κατασκόπους.
Η Ρηχιά ήταν και παραμένει αγροτική περιοχή. Μερικά από τα χωράφια βρίσκονται σε μακρινή απόσταση από του οικισμούς, όχι τόσο χιλιομετρικώς αλλά χρονικώς γιατί ο απαιτούμενος χρόνος μεταβίβασης σε αυτά ήταν μεγάλος, επειδή η μεταφορές γίνονταν με μουλάρια και γαϊδούρια σε δρόμους δύσβατους. Για τον λόγο αυτό δημιουργήθηκε η ανάγκη κατασκευής καταλυμάτων- καταφυγίων για αποθηκεύσεις και την προστασία από τις καιρικές συνθήκες. Στα μακρινά κτήματα όπως τα Καρίκια, που ήταν οι ιδιοκτησίες της οικογενείας του παππού σου βοσκούσαν τα πρόβατά μας και καλλιεργούσαμε  τα χτήματα μας. Εκεί στα Καρίκια, οι πρόγονοι μας είχαν χτίσει ένα ισόγειο σπιτάκι με κεραμίδια που κάλυπταν ανθρώπους και ζώα μαζί.  Ταυτόχρονα χαμηλά στο μυχό της θάλασσας στη θέση Βρίζα είχαν χτίσει πρόχειρο καταφύγιο τη λεγομένη τούρλα που  θύμιζε κτίσμα της λεγομένης « Μεγαλιθικής Περιόδου.»
Ο Αλκιβιάδης ανέμενε προσηνής την συνέχεια της ιστορίας της, προβληματισμένος για το τι σκοπό  εξυπηρετεί η περιγραφή της περιοχής. Έχοντας ζήσει και ο ίδιος για ένα διάστημα στο χωριό, όλα αυτά τα γνώριζε από πρώτο χέρι.
Εδώ η Ιοκάστη σταμάτησε για λίγο την αφήγησή της, όντας εμφανώς πιο ήρεμη. Έκλεισε για λίγο τα μάτια και άρχισε πάλι να του αφηγείται. Πήρε μια βαθιά ανάσα και τότε κατάλαβε πως είχε φτάσει στο πιο δύσκολο. Ξεκίνησε μια εκ βαθέων εξομολόγηση όταν ξανάπιασε το μίτο των συλλογισμών της. Ζούσε τόσο έντονα το παρελθόν, που το παρόν δεν την ενδιέφερε πια σχεδόν καθόλου. Όσο η δροσερή σκιά της μουριάς σκέπαζε την αυλή κι η μυρωδιά απ' τα χρυσάνθεμα έφτανε από τον κήπο, τόσο πιο έντονα θυμόταν την εποχή εκείνη.
...........Στη Νοτιοανατολική Λακωνία κατά την περίοδο της γερμανικής κατοχής 1941-1944. οι πρώτες ομάδες ανταρτών είχαν δημιουργηθεί στην οροσειρά του Πάρνωνα ήδη απ’ τα τέλη του 1942. Αρχικά, οι ομάδες είχαν πολύ περιορισμένη δράση λόγω έλλειψης οπλισμού και έμψυχου δυναμικού. Η κατάσταση άλλαξε την Άνοιξη του 1943 με την άφιξη της πρώτης αγγλικής αποστολής, και το τέλος της Ιταλικής Κατοχής από  το καλοκαίρι του 1943 και  βρισκόμαστε πλέον στην δεύτερη αιματηρή γερμανική κατοχή στην Πελοπόννησο. Την εποχή εκείνη Έλληνες και Βρετανοί κομάντος  είχαν  φθάσει στη Λακωνία από τη Μέση Ανατολή με τελικό τους προορισμό να ενισχύσουν την Αντίσταση.
Βρετανοί κομάντος έπεσαν με αλεξίπτωτα κοντά στην  θαλάσσια περιοχή του μικρού όρμου Βρίζα στο κάβο στις Λούτσισες με δύσκολες καιρικές συνθήκες εκεί που βρίσκεται το κατάλυμα- καταφύγιο της οικογένειας μας... Λόγω σφοδρής βροχής και ισχυρών ανεμών έχασε τα ίχνη ο ένας του άλλου. Φήμες μιλούσαν για έναν τραυματία και έναν ακόμη θανάσιμα τραυματία στην περιοχή... ο νεότερος είχε βγει στη θέση Βρίζα. Επειδή δεν βρήκε άμεσα μια ασφαλή γωνιά τη βροχερή νύχτα, η αγωνία είχε ήδη αρχίσει να φωλιάζει στο στομάχι του όταν ανακάλυψε μια μικρή σπηλιά όπου βρήκε ασφαλές και φιλόξενο καταφύγιο τις νυχτερινές ώρες. Μέσα στο θαμπό φως της αυγής, η πρώτη εικόνα μπροστά του μοιάζει σχεδόν με ζωγραφική σύνθεση στην ψυχή του. Μια στήλη λευκού καπνού ήταν ορατή καθώς υψωνόταν στην υγρασία της ατμόσφαιρας. Μόλις που χαράζει και με ψιλή-ψιλή βροχή κατά αραιά διαστήματα ακολούθησε τον κατσικόδρομο που οδηγούσε από τον όρμο της Βρίζα στο κατάλυμα- καταφύγιο της οικογένειας μας μετά από δύσκολη πεζοπορία. Το κατάλυμα- καταφύγιο ήταν μια πανάρχαια τούρλα που είχε μετατραπεί σε με τον χρόνο σε πιο ευρύχωρο κατάλυμα.
Η βροχή είχε σταματήσει, αλλά ο καιρός τα ίδια και τα ίδια, όταν βλέπεις αυτά τα μαύρα σύννεφα στην Κουλοχέρα να κολλάνε κατά το Αμπελάκι, να κατηφορίζουν κατά το Σκίθι και να ξαπλώνονται στα Μαντριά, να περιμένεις κι άλλες βροχές, όπως συνηθίζουν να το λένε οι τσοπαναραίοι (ποιμένες).
Ο νεαρός άνδρας εντοπίστηκε πρώτα από τα σκυλιά του κοπαδιού μας. Ο παππούς σου πρόσταξε  τα σκυλιά να ησυχάσουν. Αν και βρεγμένος και έχοντας ταλαιπωρηθεί ιδιαίτερα φαινόταν ότι διέθετε την απαραίτητη στιβαρότητα να επιβιώνει σε δυσμενείς συνθήκες και ευτυχώς, έδειχνε καλά στην υγεία του. Μπήκε στο σπίτι ζητώντας την άδεια να απευθυνθεί στη γιαγιά σου. Συμπαθητικός, καλοσχηματισμένος, όμορφος, πειστικός..... φαινόταν και πολύ ειλικρινής.
Ήταν η περιπέτεια ενός νεαρού, Βρετανού στρατιώτη, ο οποίος, μπάρκαρε μια νύχτα της άνοιξης του 1943; από την Μέση Ανατολή με προορισμό την Κρήτη, και την Πελοπόννησο κι από ‘κει, περπατώντας, κατέληξε στην εξώπορτα του αγρότο-καλυβιού μας.
Εγώ μόλις είχα αναχωρήσει για το μαντρί μας που βρισκόταν κοντά στο κατάλυμα. Σε μια στιγμή κοίταξα πίσω και είδα σε μικρή απόσταση το νεαρό στρατιώτη.
......... Η ανάμνηση ξετυλίχτηκε στο μυαλό της, δάκρυα άρχισαν να πλημμυρίζουν τα μάτια της. Η εικόνα του Βρετανού στρατιώτη πρέπει να είχε πλημμυρίσει το μυαλό της.
....... Ο παππούς σου γέμισε ποτήρι με ρακί και του το πρόσφερε. Το ήπιε λαίμαργα σαν να έπινε νερό, οι γουλιές κατέβαιναν χωρίς να το καταλαβαίνει, μέχρι που ξαφνικά ξαναζωντάνεψε, πήρε δύναμη. Ήταν σαν «μάννα εξ ουρανού» διότι όπως ήταν γεμάτος αλάτι από τα κύματα, αισθανόταν αφόρητη δίψα. Τον βοήθησε να βγάλει τα βρεγμένα ρούχα του και του έδωσε να ρίξει επάνω του μια κάπα που φορούσε ο παππούς σου φτιαγμένη από τραγόμαλλο. Ο απρόσμενος επισκέπτης τυλίχτηκε με την κάπα καθώς κούρνιαζε πιο κοντά στη φωτιά με την πλάτη ακουμπισμένη στον τοίχο έτσι ώστε όσο το δυνατόν να φτάνει περισσότερη θερμότητα επάνω του. Η γιαγιά σου ετοίμασε ένα ζεστό πρωινό με φρέσκο γάλα, και φρέσκο-ψημένο χωριάτικο ψωμί με τηγανιτά αυγά για τον ταλαιπωρημένο στρατιώτη και μπόλικο τουλουμίσιο τυρί με ελιές.
Η οικογένεια μας, τηρώντας τις πατροπαράδοτες παραδόσεις του τόπου μας, απέκρυψαν τον περιπλανώμενο στρατιώτη, μοιράστηκαν μαζί του το λιγοστό φαγητό μας, με κίνδυνο της ζωής τους αφού οι Γερμανικές διαταγές ήταν σαφείς. Όποιος παρέχει αρωγή στον εχθρό θα τιμωρείται με θάνατο, (έλεγε η διαταγή του Γερμανού Διοικητή Φρουρίου της Μονεμβάσιας).
Ο νεαρός Βρετανός στρατιώτης ήξερε λίγα ελληνικά που τα είχε μάθει στη Μέση Ανατολή και στην Κρήτη. Λέξεις που τον βοηθούσαν στην επαφή του..
Ο παππούς σου χωρίς να χάσει καιρό αναχώρησε για τη Ρηχιά να βρει το σύνδεσμο των ανταρτών και να τον φέρει σε επαφή με Βρετανό στρατιώτη.
Έμεινε μαζί μας κρυμμένος και την επομένη. Και τις δύο μέρες που ακολούθησαν, φανταζόταν ότι ήταν καλά κρυμμένος, με ασφάλεια στο οικογενειακό κατάλυμα- καταφύγιο μέχρι που ο παππούς σου τον έφερε σ' επαφή με τους συνδέσμους των ανταρτικών ομάδων στην περιοχή. Τον διαβεβαιώσαμε ότι ήταν καλά κρυμμένος ακόμη κι από ακούσιους πληροφοριοδότες. «Ήδη ο θείος σου είχε πιάσει όπλο του αντάρτη και το 1946-47, ήταν σε λόχο αντάρτικο.» Ένοιωθε μια σιγουριά και μια ασφάλεια, που του μαλάκωνε την ψυχή.
Έκτοτε, ποτέ μου δεν έμαθα τι απέγινε ο Βρετανός στρατιώτης. Θυμάμαι που έδωσε καραμέλες και σοκολάτες στις μικρές μου αδελφές. Ναι τον συμπάθησα από την πρώτη στιγμή. Ήταν ένας πολύ απλός και ευθύς άνθρωπος. Εκείνα τα γκρίζο-πράσινα μάτια του με σημάδεψαν με την ύπαρξή τους. Μας υποσχέθηκε μόλις τελειώσει ο πόλεμος θα προσπαθήσει να ξαναγυρίσει και να μας ξαναβρεί. Με ρώτησε αν με το καλό όλα αυτά τελειώσουν αν θα ήθελα να πάω στην Αγγλία να τον βρω. Μας υποσχέθηκε ότι θα μας γραφεί συχνά. Όταν αυτό είναι εφικτό. Την εποχή εκείνη ετοιμαζόταν τα βαφτίσια της μικρής-μικρής θείας σου. Νονός της ήταν πρώην βουλευτής από την Κρεμαστή που είχε σπουδάσει νομικά στο Παρίσι, μετέπειτα υπουργός στην κυβέρνηση του Σ. Βενιζέλου. Ζήτησα από την γιαγιά σου να μεσολαβήσει να είναι αυτός ο σύνδεσμος έχοντας την μεγάλη ελπίδα ότι έτσι ίσως θα μπορέσω να έχω επαφή μαζί του.
Είναι η στιγμή που στης Ιοκάστης το μυαλό επικρατεί μελαγχολική διάθεση ανακαλώντας με νοσταλγία γεγονότα και αμυδρές εικόνες εκείνης της εποχής. Στην σκέψη της λιμνάζουν και πάλι οι ίδιες μελαγχολικές ιδέες, όπως τότε! Που δεν τις εξωτερικεύει. Ένα «κουβάρι» το οποίο δεν το αφήνει να ξετυλιχτεί. Άπλα νοιώθει. Μελαγχολική. Θλιμμένη...
Ο Αλκιβιάδης βλέποντας τώρα την ωχρά και μελαγχολική όψη της μάνας του την έπιασε απ' το χέρι και την τράβηξε μαλακά να κάτσει δίπλα του. Κοίταξε γύρω του με τα ζεστά δάκτυλα του ακουμπισμένα στο χέρι της και μ' αυτή την έκφραση θυμού και εξάντλησης στο πρόσωπο του εκφράζοντας τη δυσαρέσκεια του και πιο πολύ απ' όλα τον εξόργιζε η υποτακτηκότητα της μητέρας του στη συζυγική της σχέση με τον πατέρα του.
Η Ιοκάστη τότε έβαλε το πρόσωπο της στις χούφτες της, έγειρε το κεφάλι της πάνω στα γόνατά της κι έτσι όπως καθόταν ζαρωμένη άρχισε να κλαίει πνιχτά μ' έναν τρόπο σα να 'βγάζε από μέσα της το παράπονο μιας ζωής. Ένας βουβός αναστεναγμός, της ξέφυγε πιο πολύ σαν λυγμός ήταν.  Οι ανάσες της γίνονταν βαθιές και λαχανιασμένες, ένιωθε σαν να είχε τρέξει. Και κατά κάποιον τρόπο ίσως να το είχε κάνει κιόλας. Έτρεχε πίσω από τη ζωή που επιθυμούσε για την οικογένεια της και ο σύντροφος της δεν βοηθούσε, ιδιαίτερα να την αποκτήσουν.
...Ο Αλκιβιάδης προβληματιζεται ευρισκόμενος σε μια κατάσταση αμφιβολίας και ενδοσκόπησης σχετικά με τη βαρύτητα των λόγων και των πράξεων της μητέρας του. Αν τα λόγια που άκουσε ήταν αληθινά, ειλικρινή ή αν λέχθηκαν πάνω στην ένταση, και τον θυμό της. Και ίσως και όσα δεν ειπώθηκαν! Τα «ανείπωτα». Η Αναπόληση, η νοσταλγία, οι αγιάτρευτες πληγές, ο έρωτας που έμεινε ανείπωτος όπως τον λέει ο ποιητής που περιγράφει τη διαδικασία της λήθης. «Τα περασμένα καίγονται, στη λησμονιά πετάνε, γίνονται αγιάτρευτες πληγές τις νύχτες και πονάνε». 
Μητέρα! όλοι μας νιώθουμε κάποιες φορές θλιμμένοι ή άκεφοι – κι αυτό μάλιστα δεν είναι καθόλου κακό μπορεί να νιώθεις σύγχυση και να είσαι πληγωμένη από τη συμπεριφορά του πατέρα, συμπεριφορά σαν και αυτές που αισθάνεσαι ότι το ποτήρι ξεχειλίζει, αλλά το γνωρίζεις πολύ καλύτερα από εμένα ότι ο πατέρας δεν είναι κακός, απλώς παθιάζεται ορισμένες φορές με συμπεριφορές και πράξεις που ξεφεύγουν από τα όρια και σε βγάζουν από τα ρούχα σου. Καιρός πολύς έχει περάσει από την τελευταία φορά που σύσσωμο το χωριό σε χαρακτήρισε «θαρραλέα γυναίκα». Το να σε  χαρακτήρισαν ως «θαρραλέα γυναίκα», σημαίνει ότι οι πράξεις σου, η στάση σου και οι αποφάσεις σου ξεπέρασαν τα συνηθισμένα και έδειξαν δύναμη ψυχής, τόλμη και αποφασιστικότητα. Έδειξε ότι κέρδισες τον σεβασμό και τον θαυμασμό όλων, όταν υπερασπίστηκες και πήρες μια δύσκολη απόφαση παρά τις αντιξοότητες. Είκοσι χρόνια έχουν περάσει από εκείνο το ηλιόλουστο πρωινό που είπατε χαμογελαστοί καλημέρα ο ένας στον άλλο. Η Ιοκάστη φίλησε με τρυφερότητα τον γιο της που λειτούργησε στο θύμο της ως «άγκυρα» ηρεμίας. Ένιωθε με  ανακούφιση τις θολές της σκέψεις να διαλύονται. Τα παιδιά της και η οικογένεια της είναι η κυρίαρχη σκέψη στο μυαλό της που καταπραΰνει το θυμό της.
......Ο Αλκιβιάδης σήμερα «επιμένοντας μυθιστορηματικά» αποπειράται να ζωντανέψει και να αναπλάσει πραγματικά γεγονότα και αναμνήσεις της Ιοκάστης αυτές που άγγιξαν την ψυχή της και που δεν τόλμησε να του εξομολογηθεί. Γιατί η ανάμνηση της ευτυχίας, δεν είναι πια ευτυχία. Είναι στιγμιαίες σκέψεις και βουβές ονειροφαντασίες, απ' τα εφηβικά σκιρτήματα. Που σβήνουν σαν τα χνάρια στο μαλακό το χώμα. Οι σκέψεις του υποδηλώνουν μια συνειδητή προσπάθεια να μην καταγράψει απλώς γεγονότα, αλλά να δώσει σε αυτά τη δραματική ένταση μιας ιστορίας, διατηρώντας ωστόσο στον πυρήνα τους τις αλήθειες των αναμνήσεων της μητέρας του. Τις αναμνήσεις εκείνες που η ψυχή ηγείται των γεγονότων. Αυτό σημαίνει ο Αλκιβιάδης τα γεγονότα δεν τα αφηγείται με αντικειμενικότητα, αλλά μέσα από το πρίσμα της συναισθηματικής τους βαρύτητας. Γι αυτόν σήμερα δεν έχουν σημασία τα γεγονότα και τι ακριβώς συνέβη με τη μητέρα του εκεί στην εφηβεία της με τον Εγγλέζο αλεξιπτωτιστή αλλά πως τα ένιωσε η ίδια στην ψυχή της. Όταν στο διάβα του χρόνου οι σκέψεις, οι φόβοι, οι ελπίδες και οι αναμνήσεις αναμειγνύονται με την πραγματικότητα, δημιουργώντας μια υποκειμενική αλήθεια. Τα γεγονότα μπορεί να αποθηκευτούν με διαφορετική ένταση ή μορφή, ανάλογα με το πόσο βαθιά άγγιξαν το άτομο εκείνη τη στιγμή, δημιουργώντας «ψευδείς αναμνήσεις» ή εξιδανικευμένες εικόνες.
«Δεν λέγονται τα πάντα στους πάντες: Ου πάσι τα πάντα ρητά».
....... Η Ιοκάστη δεν είχε διακρίνει καλά το πρόσωπο του νέου που ήρθε από τόπο μακρινό, αλλά πρόσεξε την ψηλή του κορμοστασιά και τα βρεγμένα πυκνά μαλλιά του, σε έναν συνδυασμό κόκκινου και χρυσού την όψη της φωτιάς κατά το ηλιοβασίλεμα. Ηταν ο πρώτος κίνδυνος και η προειδοποίηση! Το κόκκινο της φωτιάς τραβά την προσοχή και σηματοδοτεί τον κίνδυνο, λειτουργώντας προειδοποιητικά σε μια κατάσταση «απειλής». Κάθε λέξη του και η ξενική του προφορά έκαναν την καρδιά της να σκιρτάει. Λειτουργεί επάνω της ως ιδιαίτερο στοιχείο, το οποίο προσθέτει γοητεία και κάνει τον στρατιώτη να ξεχωρίζει στα μάτια της.
Ο Στρατιώτης έχοντας επιβιώσει από μια ανώμαλη που έμελλε να είναι η προσγείωση του με το αλεξίπτωτο, λόγω δυσμενών καιρικών συνθηκών, αποτέλεσε μια από τις πιο τραυματικές εμπειρίες που μπορεί να βιώσει ένας άνθρωπος, ευτυχώς δεν τραυματίστηκε, και τώρα προσπαθει να συνηδητοποιήσει που ακριβώς βρίσκεται. Τώρα όμως που έβλεπε να τον σερβίρουν όλο φροντίδα, την γιαγιά να του χαμογελά σαν να ήταν μωρό και τα μικρά κορίτσια καθισμένα στο λίθινο πάγκο να τον κοιτάζουν παραξενεμένα, αλλά χωρίς φόβο. Ένοιωσε ότι όλοι ήταν σοβαροί, αλλά ευτυχισμένοι, μέσα στη φτωχική καλύβα τους ένιωσε μια φυσική και συναισθηματική ασφάλεια! Είναι η αίσθηση του ότι  είναι προστατευμένος και αποδεκτός, και αυτό του ενισχύει το αίσθημα της ψυχικής ασφάλειας, της εμπιστοσύνης και αποδοχής που νιώθει κάποιος όταν γίνεται δεκτός με θέρμη και φιλικότητα. Η φιλικότητα τους δεν είναι απλώς μια ευγενική συμπεριφορά, αλλά ο μοχλός που του επιτρέπει να αντεπεξέλθει στις δύσκολες καταστάσεις, και του εξασφαλίζει την υποστήριξη που είναι απαραίτητη για να επικεντρωθεί στη συνέχεια της αποστολής του.
Τον Εγγλέζο στρατιώτη ο παππους σε μια κρίσιμη και επικίνδυνη πράξη υποστήριξης τον μετέφερε σε ένα ασφαλές μέρος σε απομονωμένο και εγκαταλελειμμένο μαντρί που επιτρέπει στον κρυβόμενο να επιβιώσει μεχρι να τον παραλάβει ο σύνδεσμος της αντίστασης των ανταρτών του Πάρνωνα. Η έφηβη Ιοκάστη είναι το άτομο που ανέλαβε τον κίνδυνο να υποστηρίξει τον στρατιώτη που κρύβεται και το έργο να του παρέχει το φαγητό από τις δικές τους λιγοστές προμήθειες σε μια πράξη μεγάλης γενναιότητας και αυτοθυσίας. Η ίδια έθετε σε άμεσο κίνδυνο τη δική της ζωή, για να προστατεύσει έναν Εγγλέζο αλεξιπτωτιστή στρατιώτη που απρόσμενα βρέθηκε στην πόρτα της αυλής τους. Στην περίοδο της κατοχής, η κρύπτη ενός στρατιώτη αποτελούσε πράξη αντίστασης ενάντια στην κατοχική δύναμη και μια τέτοια ενέργεια, αν την ειχαν ανακαλύψει, μπορούσε να επιφέρει εκτέλεση.
........Έπιασε τον εαυτό του να την κοιτάζει.«Πόσο χρόνων να είναι;» Αναρωτιέται!
Όμορφη κοπέλα με το αγέρωχο παράστημα της, επιβλητικό ανάστημα, που εκπέμπει υπερηφάνεια, αυτοπεποίθηση και ίσως μια ελαφριά απόσταση και έναν αέρα δυναμισμού. Η εικόνα της είχε πλημμυρίσει το μυαλό του με τα λυτά τα μαλλιά της, ελεύθερα όπως τα ρυάκια και τα χόρτα στα λιβάδια που υποδηλώνουν μια «ατίθαση» χάρη, χωρίς περιορισμούς. 
«Μου φαίνεται πως ονειρεύομαι. Τι φυσική ομορφιά! Πανέμορφο δροσερό πρόσωπο νεανίδας, γεμάτο υγεία το σφριγηλό και λαμπερό κορμί της δεν χρειάζεται τα φτιασίδια. Ένα παρθένο κορμί που έχει τη φρεσκάδα των μυστικών πηγών, τη βελούδινη πρωινή απαλότητα του μπουμπουκιού, τη γυαλάδα του μαργαριταριού όταν βέβηλα χέρια δεν έχουν ακόμη ποτέ χαϊδέψει. Ο στρατιώτης μαγεύεται απ' την εικόνα της που είναι τόσο ξεκάθαρη, νιώθει σαν τον ιππότη στο μύθο ο οποίος ανοίγει με μεγάλη δυσκολία δρόμο ανάμεσα από αγκαθωτούς θάμνους για να κόψει ένα τριαντάφυλλο που κανείς ποτέ δεν είχε μυρίσει.»
Η επικοινωνία τους είναι δύσκολη, αλλά ευοδώθηκε να σπάσει τον πάγο, με τα λιγοστά ελληνικά που γνώριζε ο νεαρός Εγγλέζος. Επικεντρώθηκαν στο να χτίσουν εμπιστοσύνη και φιλία. Ένα ζεστό χαμόγελο είναι παγκόσμιο σήμα οικειότητας και μειώνει την αμηχανία μεχρι να βρεθεί το «κλειδί» επικοινωνίας. Τα μάτια τους λειτουργούσαν ως «καθρέφτης της ψυχής» τους που παρακάμπτει το φίλτρο της λογικής, προσφέροντας μια πιο άμεση και αυθεντική εικόνα για το τι νιώθουν πραγματικά ο καθένας τους. Τα μάτια συχνά αποκαλύπτουν αληθινά συναισθήματα, προθέσεις και σκέψεις που οι λέξεις μπορεί να κρύβουν ή να μην μπορούν να εκφράσουν. Κατά τη διάρκεια της προσπάθειας τους να συνεννοηθούν, καθώς υπήρχε φτωχικό γλωσσικό επικοινωνιακό εμπόδιο, οι χειρονομίες τους βοηθούσαν στην «αποκωδικοποίηση» των νοημάτων, επιτρέποντας την κατανόηση τους.
Η Ιοκάστη προσπαθούσε πολύ να συγκεντρωθεί, να καταπνίξει τις επιθυμίες που φούντωναν μέσα της. Είναι η έφηβη που που θέλει να γίνει γυναίκα. Εν μέρει μόνο τα κατάφερνε να συγκρατηθεί και να μην φανερώσει την ερωτική έξαψη, που της είχε προκαλέσει. Μια μαγική κλωστή έμοιαζε να τους συνδέει, κάτι σαν το «κόκκινο νήμα της μοίρας», που δεν εξαρτάται από τη φυσική τους εγγύτητα, διεγείροντας τους με τρόπο κόσμιο και φλογερό σε μια ισορροπία μεταξύ δύο φαινομενικά αντίθετων επιθυμιών τους.
......Ηταν ήδη η τρίτη; ή η τετάρτη ημέρα! Η Ιοκάστη είχε χάσει το χρόνο! Είχαν κάπως χαλαρώσει την προφύλαξη περιμένοντας τον παππού και τα νέα από τον σύνδεσμο των ανταρτών. Κάποια στιγμή βρέθηκαν περπατώντας οι δυο τους ανάμεσα στο πράσινο των θάμνων, εκείνος ψηλός και στητός, εκείνη σταρένια και καστανή. Η επαφή τους μια θετική αλληλεπίδραση και ένα ευχάριστο κλίμα.  Το χαμόγελο του η χαλαρή του στάση της δημιουργούν ένα περιβάλλον όπου ο καθένας τους νιώθει ότι τον αποδέχονται για αυτό που είναι, χωρίς να φοβάται την απόρριψη. Η Ιοκάστη έχει απλώσει το βλέμμα της  προς την κορυφή της Κουλοχέρας και γελούσε χαρούμενη, σαν να αγκαλιάζει το βλέμμα της όλο το τοπίο μέχρι εκείνο το σημείο.
«Νομίζω πως είναι η ώρα να πάμε να βρούμε τον πατέρα μου.»
Ο στρατιώτης έγνεψε καταφατικά. «Εντάξει», κι έστρεψε το κεφάλι του.
Τα μάτια της απείχαν μόλις λίγα εκατοστά απ' τα δικά του. Πόσο ήθελε να τη φιλήσει, αλλά αντ' αυτού του είπε απλώς: «Πάμε». Σε μια μονολεκτική φράση που δείχνει δισταγμό, αυτοσυγκράτηση, ίσως και τον φόβο της απόρριψης, και ταυτόχρονα αποτυπώνει μια εσωτερική της σύγκρουση, όπου η λογική της επικρατεί της επιθυμίας.
Οι ασπάλαθοι και τα ρείκια που πατούσαν στο δύσβατο μονοπάτι ήταν τραχιά. Τα κοτσάνια τους μπλέκονταν στα παπούτσια τους καθώς έσερναν τα βήματά τούς, διασχίζοντας μια περιοχή άγριας φύσης, όπου η βλάστηση ήταν πυκνή και «τραχιά» στη διαδρομή. Ο ήλιος που έδυε άπλωνε τις σκιές του πάνω στα ρείκια, το φως του γίνεται πιο μαλακό και οι σκιές μακραίνουν. Ο ανοιξιάτικος αέρας ψυχρός αργά το απόγευμα, όπου ο χειμώνας δεν έχει φύγει εντελώς μύριζε λουλούδια. Μερικές μέλισσες βούιζαν ράθυμα, πηγαίνοντας  από λουλούδι σε λουλούδι ενώ οι χαμηλοί θάμνοι μοσχοβολούσαν γεμάτοι ζωντάνια και χρώματα. Ο στρατιώτης άπλωσε και πήρε το χέρι της μέσα στο δικό του σε μια πολύ τρυφερή, ρομαντική και οικεία κίνηση. Η Ιοκάστη δεν αντέδρασε. Ένιωσε τόσο φυσικό το άγγιγμα του, η πράξη δεν της φάνηκε ξένη ή απειλητική. Αντίθετα, ένιωσε πως ήταν κάτι σαν να έπρεπε να συμβεί, σαν να «ταίριαζαν» τα σώματα τους και η επαφή τους γίνεται αβίαστα δεκτή. Ένοιωθε το χέρι της να εγκαταλείπεται μέσα στο δικό του, ενώ τα σκληρά και ζεστά δάχτυλα του μπλέκονταν δυνατά με τα δικά της σαν να ήταν εραστές. Αισθάνθηκε να της τρέμουν τα γόνατα, σκιρτούσε η καρδία της και μέσα της ένοιωσε να την πλημμυρίζει η φωτεινή ομορφιά του ηλιοβασιλέματος, από τις τελευταίες αχτίδες του ηλίου προς τη μεριά της δύσης. Αυτή να χάνεται μες την ευφορία της μέθης και στις απραγματοποίητες επιθυμίες και φαντασιώσεις της όπου μειώνονται οι φυσιολογικές αναστολές και χάνεται η ισορροπία.
Επάνω στη πιο δύσκολη στιγμή μπήκαν στο πετρόκτιστο μαντρί εκεί που τους περίμεναν οι γονείς της.  Η Ιοκάστη μετά από μια στιγμή αμηχανίας, μαζεύτηκε μέσα στο καβούκι της για να προστατευτεί από αδιάκριτα βλέμματα ,σταμάτησε να ονειροπολεί, γύρισε απότομα στην πεζή πραγματικότητα. Της φάνηκε ότι έσβησε η φλόγα, το έντονο και ίσως ανεξέλεγκτο «μεθύσι» του έρωτα, τώρα τελείωσε και το αίμα της σταμάτησε να χτυπά με βία μέσα στις φλέβες της.
Αργά το βράδυ έπεσε ανήσυχη στο στρώμα με την σκέψη του να είναι κυρίαρχη, καταλαμβάνοντας τον προσωπικό της χώρο και χρόνο. Πως είναι να είσαι ερωτευμένη σκέφτηκε. Άμα είσαι πεινασμένη το ξέρεις φωνάζουν τα σπλάχνα σου. Όταν στην παγωνιά του χειμώνα κρυώνεις πάλι το λένε τα σπλάχνα σου. Όταν όμως είσαι ερωτευμένη και θέλεις να το πεις, δυσκολεύεσαι. Αυτό που θέλεις να πεις πως το λένε; Κοιτούσε ψηλά με τα μάτια της γεμάτα όνειρα. Και όμως κάτι την φόβιζε, γιατί ήταν η πρώτη της φορά που ένιωθε την ανάγκη να την φιλούσε αυτός ο άγνωστος όμορφος άνδρας.
Τον πρώτο καιρό τις βροχερές μέρες της άνοιξης, και ενώ έπαιρνε να βραδιάζει καθισμένη μπροστά στο λιθόκτιστο σπιτάκι τους, ατένιζε τη θάλασσα από ψηλά και μια μελαγχολία πολύ θλιμμένη την γέμιζε.
«Γιατί όμως δεν μπορώ να ξεχάσω το βλέμμα του, τη γνωριμία μας. Γιατί με πονάει ακόμα;  Αφού το ξέρω ότι  δεν υπάρχει ελπίδα;  Ίσως να είναι το πρώτο σκίρτημα σε μια καθοριστική, μοιραία συνάντηση που δεν ξεχνιέται ποτέ, καθώς όπως λένε σου σημαδεύει τη ζωή.» Συλλογίζεται με την εικόνα του να επανέρχεται διαρκώς, σαν να περιφέρεται γύρω από τις σκέψεις της.
Ξανάβλεπε το μειλίχιο χαμόγελο του όπως τον είδε την τελευταία φορά περνώντας πλάι της για να πάει για ύπνο και γεννήθηκε μέσα της η τρελή ελπίδα. Πόσο θα ήθελε να κοιμόντουσαν μαζί στο ίδιο κρεβάτι, αλλά το ήξερε ότι άδικα το περίμενε. Αποκοιμήθηκε περιμένοντας τον και ίσως ακόμη να τον περιμένει στα όνειρα της σαν να ψάχνει κάτι χαμένο...
Στην εφηβεία της ο χρόνος κυλούσε ραγδαία και ο χρόνος τ' αλλάζει όλα, επισημαίνοντας της ότι η αλλαγή είναι η μόνη σταθερά στη ζωή. Τίποτα δεν αντιστέκεται στο πέρασμα του, ακόμη και οι εφηβικές αναμνήσεις της με τα πρώτα εφηβικά ερωτικά σκιρτήματα, σκόρπισαν και έσβησαν μέσα της όπως διαλύονται τα σύννεφα στον ουρανό γύρω από το φεγγάρι, όταν φυσάει η τραμουντάνα.
........Όσο κι αν μπορεί να φαίνεται απίστευτο ότι ένα γαρύφαλλο καταφέρνει ν' αντέχει στην παγωνιά, το ίδιο μπορεί να φαίνεται απίστευτο κι όμως ναι, η σχέση του Κλέαρχου και της Ιοκάστης μπορούσε ν' αντέξει τους κραδασμούς που ήταν αναπόφευκτοι. Και να που είχαν πετύχει τη συντροφική κατανόηση, που καθένας τους ανέμενε και προσδοκούσε, από τον άλλο και με τον καιρό ήταν και πάλι όλα καλά, και η συμβίωση τους όπως τότε τον παλιό καιρό που μοιράζονταν τη χαρά και την αγωνία τους. Με την Ιοκάστη που από πάντα σεβόταν βαθύτατα την επιλογή που είχε ακολουθήσει, σ' ένα γάμο ανάμεσα σε δύο ανθρώπους που πίστευε ότι αγαπιόνταν, και στον οποίο παρέμενε πιστή.  Και τον Κλέαρχο να νιώθει ότι είναι ασφαλής δίπλα σε μια τέτοια δυναμική σύντροφο που τον εμπνέει και τον κάνει να νιώθει θετικά για τον εαυτό μου.
Μεγαλώνοντας ο Αλκιβιάδης συχνά-πυκνά όσο κοίταζε μέσα του πιο βαθιά, τόσο πιο πολύ αναρωτιέται τι είναι αυτό που έκανε την Ιοκάστη να ερωτευτεί τον Κλέαρχο και να τον αγάπα τόσο άδολα, τόσο αγνά, τόσο αληθινά που έμαθε να ξεχνάει και να συγχωρεί. Αυτή η άδολη αγάπη της του θυμίζει την ευλάβεια της θρησκευτικής της πίστης έχοντας ακόμη «νωπές» τις μνήμες από το τελευταίο επεισόδιο. Μοιάζει σαν να ήταν χθες το επεισόδιο που του θυμίζει πόσο δυνατό είναι το δέσιμο της Ιοκάστης με τον Κλέαρχο.
Στο πέρασμα των χρόνων ο Κλέαρχος σαν φανατικός κυνηγός έζησε υπέροχες στιγμές και μοιράστηκε πολύ όμορφες εμπειρίες με άλλους φίλους κυνηγούς που απέκτησε στη Λαμία... Ταξίδεψε σ' όμορφα τοπία, σε λίμνες σε βάλτους και σε απομακρυσμένες περιοχές. Γνώρισε κανάλια και όχθες με αξέχαστα κυνήγια υδροβίων στο Σπερχειό ποταμό, στην καρδιά του χειμώνα που προσελκύει παπιά, όταν ο τόπος είναι απείραχτος από κυνηγετική πίεση ή όταν η παγωνιά στα ανοικτά νερά έχει σπρώξει τα πουλιά σε μέρη πιο απάνεμα, που «ρεματίζουν» και δεν παγώνουν.
Σε μια από αυτές τις εξορμήσεις σε μια τραγική εξέλιξη από τους κινδύνους που κρύβει η ενασχόληση με το κυνήγι έμελλε να χαθεί ένας πολύ καλός του φίλος κυνηγός.  Είχε αναφερθεί αγνοούμενος κυνηγός στην ευρύτερη περιοχή του Σπερχειού ποταμού, με τον ποταμό να έχει φουσκώσει απειλητικά τις ημέρες εκείνες. Παρά τις επίμονες έρευνες για την ανεύρεση του, αυτές απέβησαν άκαρπες μέχρι που τον βρήκαν μετά από μια εβδομάδα στο Μαλιακό κόλπο. Τον είχε ξεβράσει ο ποταμός! 
Αν και απ' το θλιβερό γεγονός είχε περάσει καιρός, και θα έπρεπε να είχε αμβλύνει τις φοβίες της Ιοκάστης, κάθε φορά που αργούσε να γυρίσει ο Κλέαρχος από την κυνηγετική του εξόρμηση, αυτή βρισκόταν σε μια εσωτερική ανησυχία. Το μυαλό της επιστρέφει συνεχώς σε εκείνο το περιστατικό με τον αγνοούμενο κυνηγό, είναι κάτι σαν μια εσωτερική ψυχική γρατζουνιά που την ενοχλεί και δεν την αφήνει να ησυχάσει.. 
Ο Κλέαρχος μετά από μια ακόμη ημερήσια κυνηγητική εξόρμηση, νύχτωσε κι ακόμη να φανεί. Νύχτωσε για τα καλά, ειχαν ανάψει απ’ ώρα τα ηλεκτρικά. Έχει και μια υγρασία, του κέρατα. Φυσάει νοτιάς, που περονιάζει τα κόκαλα. Ο ουρανός πίσσα και άνεμος βρυχάται. Στο σπίτι έπεσε μια βουβαμάρα για πολλή ώρα. Μια μούγκα, που γινόταν αβάσταχτη όσο περνούσε η ώρα να φανεί ο Κλέαρχος. Και κάποια στιγμή σαν να την έζωσαν τα μαύρα φίδια, σηκώθηκε επήρε το πανωφόρι της και ξεπόρτισε. «Πούντος να φανεί; Περάσαν οι ώρες! Ούτε πέντε ώρες νύχτα δεν απόμειναν». 
Ξεκίνησε και πήγε κάτω χαμηλά στο ρέμα ανέβηκε στο μεγάλο βράχο απέναντι από το σπίτι του γείτονα τους του τσαγκάρη. Το κρύο την ανάγκαζε να σφίγγεται και να τυλίγεται στο φαρδύ πανωφόρι της. Και η Ιοκάστη τότε άρχισε σιγανά να μουρμουρίζει ένα μακρόσυρτο θλιβερό σκοπό και τον επαναλαμβάνει πολλές φορές κάτι σαν παραπονεμένο μοιρολόι με φωνή βραχνή, θλιβερή και παραπονεμένη. Ασυντόνιστη φωνή, μέσα από τα δόντια της .
«Που είσαι, Κλεαρχέ μου; Φανερώσου. Βρέχει και αστράφτει ο ουρανός. Που είσαι, Κλεαρχέ μου; Φανερώσου.»
Δεν πέρασαν μερικά λεπτά που ξεκίνησε το μοιρολόι και θόρυβος μοτοσυκλέτας ακούστηκε να έρχεται από το παράλληλο μονοπάτι του ρέματος. Ήταν ο ήχος απ' τη zündapp ks 50 1960 μοτοσυκλέτα, του «αγνοούμενου!» κυνηγού. Όταν η αγωνία καταστάλαξε, όταν η καταχνιά στο μυαλό της Ιοκάστης διαλύθηκε, όταν ηρέμησε η ψυχή της, ο  Αλκιβιάδης  βιώνει μεγάλο θυμό και οργή απέναντι σε δύο διαφορετικά πρόσωπα, αλλά αδυνατεί να αποφασίσει ποιο από τα δύο ευθύνεται περισσότερο, ποιο του προκαλεί τα πιο έντονα αρνητικά συναισθήματα, δεν ήξερε με ποιον από τους δυο ήταν πραγματικά περισσότερο, εξοργισμένος.  Καταλαγιάζοντας η ένταση του διαπιστώνει ότι όποιον κι αν κατηγορήσει περισσότερο, το πρόβλημα δεν λύνεται. Απλά μαλώνει τη μητέρα του και αυτό το «μάλωμα» του είναι μια απόδειξη οικειότητας που αισθάνεται ότι μπορεί να τη «μαλώσει» επειδή υπάρχει βαθιά οικειότητα, νομίζοντας ότι αυτός είναι ο μόνος τρόπος να εισακουστεί. 
«Ρε μάνα! Ρε μάνα! Τι να πω ρε μάνα! κλάματα και μοιρολόγια, που άργησε να φανεί ο Άρχοντας;»
 Η Ιοκάστη αυτό που αισθανόταν για τον Κλέαρχο το αποκαλούσε αγάπη επειδή δεν υπήρχε πιο κατάλληλη λέξη. Ήταν η αίσθηση της ταυτότητας της ο καθρέπτης του εσωτερικού της κόσμου. Χωρίς αυτό αισθανόταν ότι είναι κάτι άδειο. Κάτι λιγότερο.............

.Σημείωση Ι: Ο Αλκιβιάδης την εποχή εκείνη δεν έδωσε σημασία στην αφήγηση της Ιοκάστης... το θεώρησε ένα εφήμερο εφηβικό ερωτικό σκίρτημα στο μυαλό της..... για ένα νεαρό Βρετανό στρατιώτη με γκρίζο-πράσινα μάτια.....
Σήμερα που έχει την περιέργεια να αποτυπώσει με ακρίβειά το επεισόδιο...., δυστυχώς ο παππούς η γιαγιά και η μητέρα του.... έχουν προ πολλού αποδημήσει...  
Η ογδοντάχρονη σήμερα θεία του...... (ήταν οκτάχρονη τότε....)  θυμάται πολύ καλά.... ένα νεαρό στρατιώτη βρεγμένο ως το κόκκαλο που εμφανίστηκε στην πόρτα του καταλύματος ξαφνικά ένα πρωινό.... (Παιδούλα... ένοιωσε φόβο στην παρουσία του....) και μερικές λεπτομέρειες ... (πχ... φορούσε μια Πουλάδα μεταλλική - ασημένια;-χρυσή; - που την χάρισε μ' επιμονή στη γιαγιά και ένα φουλάρι που το χάρισε στην αδελφή της.... Ακόμη θυμάται πως είχε αφήσει πίσω του στη θάλασσα έναν νεκρό.....  είχαν πέσει μαζί απ' το αεροπλάνο..)
Μετά από εκτεταμένη ερεύνα στο διαδίκτυο ... ο Αλκιβιάδης πιστεύει ότι η αποστολή  που..... ταιριάζει με την αφήγηση της μητέρας του.... (Βέβαια το 1943 - 1944..... η μια αποστολή πρακτόρων διαδεχόταν την άλλη.... είχε πήξει ο Πάρνωνας και ο Ταΰγετος στους Εγγλέζους και Έλληνες πράκτορες .... άλλοι έρχονταν.... άλλοι φυγαδεύονταν.....)
πρέπει να 'ταν αυτή................
............20 Μαΐου 1943 έπεσε στον Πάρνωνα ο Άγγλος ταγματάρχης Χέριγκτον με ένα ασυρματιστή και δύο ακόμα, ο ένα εξ αυτών κατά την πτώση σκοτώθηκε................  Πηγή:http://pluton22.blogspot.com/2014/11/
................... Η ίδια με άλλη ημερομηνία.....Τη νύχτα της 12ης-13ης Μαΐου 1943 οι Έλληνες απεσταλμένοι υποδέχτηκαν στην περιοχή του Αγίου Βασιλείου τη δεύτερη αποστολή, η οποία αποτελούνταν από τον Άγγλο ταγματάρχη Χάρινγκτον και άλλους τρεις αξιωματικούς. Κατά την πτώση με τα αλεξίπτωτα, δύο απ’ αυτούς ο σμηναγός Δρακούλης και άλλος ένας ανθυπολοχαγός, τραυματίστηκαν θανάσιμα.
Πηγή: https://skalalakonias.wordpress.com/2016/05/08/oelasnotialakonia/

Click to Open
Ο Επίλογος!
.....

Κυριακή 12 Φεβρουαρίου 2023

O Efivos Orimase

....... Χίλια εννιακόσια εξήντα οκτώ! Το Απριλιανό πραξικόπημα, και η επιβολή της δικτατορίας, έχει συμπληρώσει ένα χρόνο στην Ελλάδα. Ο Αλκιβιάδης έκλεισε τα δέκα οκτώ του χρόνια στα περασμένα του γενέθλια, και είναι πλέον σ’ αυτό το στάδιο που σαν νέος περνώντας στη μεταεφηβική ηλικία που αρχίζει να ωριμάζει και να αναζητά να ακολουθείσει πλέον τη δική του  αυτόνομη ζωή. Σήμερα σαν ενήλικας μετά από πενήντα και χρόνια τείνει στις σκέψεις του να ωραιοποιεί αυτή την περίοδο επειδή το μυαλό του συχνά απωθεί και σβήνει τις δύσκολες αναμνήσεις, τις συγκρούσεις και το άγχος που τον συνόδευαν τις εποχές εκείνες και θυμάται μόνο πως τα πράγματα τότε ήταν πιο έντονα, πιο χρωματιστά, με πρωτόγνωρες εμπειρίες.
Ηταν αργά το απόγευμα κατά τη δύση του ηλίου,  καθώς το φως είναι μαλακό και ζεστό, λίγο πριν νυχτώσει που ο Αλκιβιαδης συνοδεύοντας την Ιοκάστη, βρίσκονται στον εξωτερικό χώρο της οικία της χήρας της Ασπασίας. Η  Ιοκάστη αναζητούσε κάποιες πληροφορίες και οι δυο γυναίκες σε μια σκηνή καθημερινότητας, συζητούσαν φιλικά μπροστά στην πόρτα εισόδου της μεγάλης αυλής της οικίας. Μεγαλώνοντας σαν έφηβος ο Αλκιβιαδης είχε συλλάβει τον εαυτό του τη χήρα να τη σκέφτεται σεξουαλικά, την ντρεπόταν και είχε αραιώσει να έχει επαφές μαζί της. Είχαν περάσει και πάνω από τρία χρόνια που είχε σταματήσει και το πρωτοχρονιάτικο ποδαρικό στην οικία της. Σήμερα μετά από πολύ καιρό που τη βλέπει έμεινε ευχάριστα άναυδος με την εμφάνιση της. Η σκέψη του πλημμύρισε με το τροφαντό, λαχταριστό κορμί της, που άγιο μπορούσε σε πειρασμό να βάλει. Μέσα του άρχισε αυτό το ξύπνημα των έντονων, συναισθημάτων, που συνδέονται με τη νεότητα, τη ζωντάνια και την ερωτική επιθυμία. Να τον Φουντώνει μια ξαφνική, ανεξέλεγκτη ένταση σαν φωτιά που μεγαλώνει. όσο της ρίχνουμε ξύλα. Βλέποντας το ερωτικό βλέμμα του νεαρού, η Ασπασία κοκκίνισε απότομα. Το βλέμμα του πρόδιδε ξεκάθαρα τις σκέψεις του, πρόδιδε το ερωτικό ενδιαφέρον του για εκείνη  ότι ήθελε σεξ μαζί της. Όλα αυτά τα χρόνια που τον θυμάται ένα οκτάχρονο λιγνό νεαρό αγόρι όταν ειχαν έλθει εσωτερικοί πρόσφυγες στη φτωχική συνοικία της πόλης και στη γειτονιά τους δίπλας στο ρέμα. Τον συνήθισε να τον βλέπει να μεγαλώνει και σήμερα τον ατενίζει να έχει ψηθεί να έχει γίνει ένας ευπαρουσίαστος νεαρός. Η Ασπασία μετά το θανατηφόρο ατύχημα του συζύγου της έβρισκε διέξοδο στη μοναξιά της πηγαίνοντας τα πρωινά, στην αγορά, την Κυριακή στην εκκλησιά και τα απογεύματα ασχολιόταν με τον κήπο τη που τον λάτρευε και ο κήπος της έμοιαζε με επίγειο Παράδεισο.
Συνήθως οι χήρες φτάνουν σε μεγάλη ηλικία. Σε βαθιά γεράματα. Είναι και πολλές που συχνά ανθίζουν για λίγο αμέσως μετά τον θάνατο του άντρα τους. Είναι στενοχωρημένες, πιέζουν ένα μαντιλάκι στα µάτια τους, αλλά νιώθουν και ανακούφιση. Η ανακούφιση είναι ένα συναίσθημα που δύσκολα κρύβεται. Ειδικά εάν ο σύζυγος τις ταλαιπωρεί με μια μακροχρόνια ασθένεια που δεν είναι παίξε γέλασε. Να τον φροντίζεις τρεις φορές την ημέρα για καθαρά στρωσίδια, σεντόνια και κουβέρτες που έχουν βαρύνει από το ξερατό και τα σκατά, πόσο θα κρατήσει ακόμη; συλλογίζεται η μέλλουσα χήρα. Θα το αντέξω μέχρι την κηδεία; Αλλά τότε επιτέλους χαράζει και εκείνη η μέρα. Ο καιρός είναι ωραίος, ο ουρανός γαλανός µε άσπρα σύννεφα, πουλιά κελαηδούν στα κλαριά, και η φύση μοσχομυρίζει φρέσκα λουλούδια. Για πρώτη φορά στη ζωή της η ίδια η χήρα βρίσκεται στο επίκεντρο. Φοράει γυαλιά ηλίου, έτσι ώστε κανείς να μην μπορεί να δει τα δάκρυά της, νομίζουν όλοι. Αλλά στην πραγματικότητα τα µαύρα γυαλιά χρησιμεύουν για να κρύψουν την ανακούφιση της. Η χήρα έχει βγάλει τα γυαλιά ηλίου της. Γελάει. Αστράφτει. Τα γεμάτα ξερατά σεντόνια βρίσκονται ακόμη στο καλάθι για τα άπλυτα, αλλά αύριο θα µπουν πραγματικά για τελευταία φορά στο πλυντήριο. Νομίζει ότι η ζωή της ως χήρας θα είναι πάντα έτσι από εδώ κι εμπρός.
Και να που τώρα εκεί στη πόρτα αυτού του επίγειου παράδεισου στέκεται ένας αληθινός άγγελος και όχι αποκύημα φαντασίας. Τι ήταν τούτο Θεέ μου! Ένα παλικάρι που την παρακολουθούσε χαμογελώντας ερωτικά. Η Ασπασία ανέπνευσε, έβλεπε το χέρι της Μοίρας να την ακουμπάει για να αδράξει την ευκαιρία που της παρουσιάστηκε, μέσα της ένιωσε τρικυμία, μια ολοκληρωτική αναστάτωση που αφορούσε τις ερωτικές παρορμήσεις της και την πιθανότητα ενός ερωτικού ρίσκου. Στο πρόσωπο του Αλκιβιάδη είδε έναν ενδιαφέροντα νεαρό που ίσως να γέμιζε τη μοναξιά της στη νύχτα που έρχεται. Ο Αλκιβιάδης  αισθάνθηκε το βλέμμα της να περιπλανιέται συνέχεια επάνω του καθώς μιλούσε με την Ιοκάστη. Έστελνε μηνύματα που μπορούν να μιλήσουν με τα μάτια, να φιλήσουν με το βλέμμα και να φέρουν μία μαγευτική χάρη στην καρδιά. Μετά από επτά χρόνια και έχοντας βιώσει τον οδυνηρό θάνατο του συζύγου της ήταν θλιμμένη συνέχεια. Τόσα χρόνια σε μια θλίψη συνήθισε τόσο που ξέχασε για λίγο τον εαυτό της. Τελευταία φαίνεται πως αποφάσισε ότι ήθελε να αλλάξει εντελώς την ζωή της και να αφιερώσει περισσότερο χρόνο και φροντίδα στον εαυτό της. Μετά από αρκετούς μήνες προσπάθειας ήταν και πάλι σε φόρμα και είχε ολοκληρώσει την «μεταμόρφωσή της», αλλά, ένιωθε αρκετά μόνη. Δεν είχε κάνει κάποια σχέση γιατί δεν αισθανόταν την ανάγκη τουλάχιστον ακόμα. 
Αμέριμνες καθώς συζητούν η Ιοκάστη και η Ασπασία ο Αλκιβιαδης έμεινε παράμερα αναμένοντας τη μητέρα του, όταν βλέπει από τον πλαϊνό δρόμο να έρχεται η Μυρσίνη. Η Μυρσίνη και ο Αλκιβιαδης, δύο νέοι με παρελθόν που έχουν πολύ καιρό να ιδωθούν. Πάει καιρός που ο Αλκιβιάδης είχε μάθει πως η Μυρσίνη ήταν σε σχέση με έφεδρο αξιωματικό από το γειτονικό στρατόπεδο, η οποία σχέση έληξε άδοξα διότι ο νεαρός επήρε μετάθεση για τη Βόρεια Ελλάδα και της κούνησε μαντήλι αναζητώντας νέα φιλόξενη αγκαλιά.
Η κοπέλα όταν τον είδε έκανε σαν παιδάκι που της χαρίζουν το πιο όμορφο δώρο, έβγαλε μια μικρή τσιρίδα έκπληξης και τον αγκάλιασε σφιχτά φιλώντας τον στα μάγουλα. Έμεινε για κάποια δευτερόλεπτα στην αγκαλιά του και όταν τραβήχτηκε λίγο πίσω, του έδωσε ένα φιλί στο στόμα λέγοντας ψιθυριστά. «Σε πεθύμησα παλιοτόμαρο». Έγιναν οι απαραίτητες φιλοφρονήσεις με τις γυναίκες εκθειάζοντας η μια την άλλη και ο Αλκιβιαδης με τη Μυρσίνη αποσυρθηκαν στην άκρη να αφήσουν τις δυο γυναίκες να συνεχίσουν την συζήτηση τους και να πουν και αυτοί τα δικά τους. Η ώρα περνούσε. Κάποια στιγμή η Μυρσίνη παραπάτησε αδέξια χάνει την ισορροπία της μπροστά του και για να μην πέσει κάτω τον άρπαξε και κρατήθηκε επάνω του πιάνοντας με το ένα χέρι το πανωφόρι του και με το άλλο την περιοχή στα αχαμνά του. Συνηδειτοποιόντας έκπληκτη το αποτέλεσμα ζήτησε συγνώμη.
«Συγνώμη ελπίζω να μην σε πόνεσα, αν και το χρειάζεσαι! Στο χρωστάω!» του λέει και τα χάιδεψε απαλά, στοργικά επάνω από το παντελόνι. Η Ιοκάστη είχε γυρισμένη την πλάτη άλλα η Ασπασία βλέποντας την σκηνή τον κάρφωσε μ’ ένα βλέμμα συνοδευόμενο από το αινιγματικό χαμόγελο της που είναι έκφραση φλερτ. Ότι ήταν να πει τ 'λεγε με τα παιχνιδιαρικα της μάτια που έπεφταν κατά-πάνω του, τον κοιτούσε κι αυτός κοκκίνιζε χαμένος μέσα σε ντροπαλή απόγνωση. Είχε έρθει η ώρα να βάλει σε εφαρμογή το σχέδιο της. Σκεφτόταν. Η Μυρσίνη τον κοιτούσε στα μάτια σαν να προσπαθούσε κάτι να του πει, να του κάνει ξεκάθαρο τις επιθυμίες της, ζητώντας ανταπόκριση. Το βλέμμα της Ασπασίας δεν του το επέτρεπε, τον κοιτούσε ήσυχα ήσυχα, δίχως να του μιλήσει, μα του φάνηκε πως ξεχώρισε στα μάτια της ένα τάξιμο. Η Ασπασία βρίσκοντας χίλιες προφάσεις έπεισε την Ιοκάστη να μείνει ο Αλκιβιάδης σπίτι της το βράδυ. Ο ήλιος έγερνε πίσω από τις βουνοκορφές, βασίλευε απαλά, και τα βουνά της Αταλάντης και της Χαλκίδας πέρα πότε φλογίζονταν κατακόκκινα, πότε κολυμπούσαν σε χρυσομάλλη καταχνιά, και πότε άνοιγαν σαν πελώρια μενεξεδένια ανοιξιάτικα μπουκέτα. Η Λαμία χάνονταν ανάμεσα σε τριφυλλοσπαρμένες ραχούλες του στενόμακρου απέραντου κάμπου με την πρασινισμένη στρώση. Αριστερά η κατάγυμνη Όθρυς ατέλειωτη σειρά με χυτά, καταστρόγγυλα βουνά και δεξιά καμάρωνε πρασινισμένη, η ελατοφυτεμμένη και βελανιδοφουντωμένη Οίτη, κι ο Σπερχειός κάτου στον κάμπο φιδωτός, μέγας κι ατέλειωτος, ξεχύνονταν σα γιγαντιαίο ασημοστόλιστο φίδι μέσα στου κάμπου τις πικροδάφνες, τις λυγαριές, τα πλατάνια και τα κυπαρίσσια, ανάμεσα στα πρασινισμένα χωράφια και λιβάδια. Η Ιοκάστη με την Μυρσίνη αναχώρησαν αφού τους καληνύχτισαν με την προτροπή της Ιοκάστης να προσέχει να μην κυκλοφορήσει έξω το βράδυ. Φοβόταν τη βραδιά της επετείου ότι ίσως συνέβαιναν επεισόδια. Καθώς και η Μυρσίνη έφευγε, τον χαιρετούσε και τον κοιτούσε με ένα περίεργα λυπημένο ύφος, ίσως περίμενε να δει κάτι διαφορετικό στις αντιδράσεις του και δεν το είδε.
«Το τσουλάκι! πως σε κοιτούσε έτσι η ξελιγωμένη; με λιγωμένα μάτια και προκλητικά πρόστυχα να το λυτρώσεις από την καύλα ήθελε.» λέει πικρόχολα μόλις απομακρύνθηκαν η Ασπασία για να κρίνει υπαινικτικά την Μυρσίνη.
«Ξέρετε κυρία. Ασπασία.» είπε, προσπαθώντας να δικαιολογήσει την σκηνή και τη Μυρσίνη. Χωρίς να προλάβει να από σώσει την κουβέντα του.
«Με κάνεις και αισθάνομαι σαν γριά καντηλανάφτισσα. Ακούς εκεί Κυρία Ασπασία. Ασπασία σκέτο. Εκτός εάν ήθελες να πας μαζί της και όχι να κάνεις παρέα με γριές σαν και εμένα»! Τον πλησίασε περισσότερο και αυτός έκανε ένα βήμα πίσω. Του χαμογέλασε πονηρά με αυτό το σέξι χαμόγελο που φώναζε πως απόψε εγώ εσένα θα σε αποπλανήσω. Ένοιωσε η αλήθεια αμήχανα και προσπαθούσε κάτι να πει, μάλλον δεν τα κατάφερε. Ότι δεν τη βλέπει έτσι.
«Λοιπόν, θα περάσεις ή θα την βγάλουμε εδώ στην πόρτα» του είπε προσπαθώντας να σπάσει την αμηχανία του, συρτώνοντας ταυτόχρονα πίσω τους την αυλόπορτα  και περπατάει κουνώντας επιδεικτικά κι όλο νάζι τα λαγόνια της μέχρι που μπήκε μέσα στο σπίτι. Την ακολούθησε, τάχυνε το βήμα χωρίς να ξεκολλήσει τα μάτια από τους εύσαρκους γλουτούς της, που τον αναστάτωναν, καθώς λικνίζονταν στο αργό, περιπατητικό της βάδισμα.
Ήταν όμορφη ως κορασίδα η Ασπασία και τώρα ως πενηντα πεντε της χρονια έμοιαζε πολύ μικρότερη, παραμένει όμορφη, με στητή  κορμοστασιά, με λαμπερό πρόσωπο που πάνω του κυριαρχούσαν τα τεράστια μελιά μάτια της. Σαν καθόταν ή έμενε στητή δεν υπήρχε περίπτωση να μην σκαλώσουν πάνω της τα μάτια των αντρών. Και τους έρωτές της είχε, στα νιατα της έρωτες που έρχονται και φεύγουν, γιατί μάλλον δεν ήταν έρωτες στιβαροί μα πάνω στο σεξ στηριζόταν.
Καθώς η Ασπασία ανέβηκε στο πλατύσκαλο το φουστάνι της είχε ένα μεγάλο άνοιγμα και φανερωνόταν όλος ο μηρός περίπου και ο Αλκιβιαδης παρατήρησε στα κλεφτά το εσωτερικό τους. Ένιωσε τον ανδρισμό του να μεγαλώνει. Κι απέμεινε εκεί να κοιτά. Η Ασπασία, ρίχνοντας του μια φευγαλέα ματιά, είδε το βλέμμα του να στηρίζεται μέσα στο μηρό της. Μειδίασε. Τον κοίταξε στα μάτια. Είδε τον πόθο του. Εκείνη ένιωσε τη δικιά της ηδονή. Δεν ήταν δύσκολο να συμβεί.
«Θέλω να αισθάνεσαι άνετα, κι όχι να με ντρέπεσαι. . Δεν υπάρχει κανένας απολύτως λόγος να με ντρέπεσαι.» Συμπλήρωσε τον μονόλογο της.
Απλά αισθανόταν λίγο άβολα στο να εκφραστεί ως άνδρας και όχι ως έφηβος πλέον. Ντρεπόταν να πει ότι δεν έχει κάνει πραγματική σχέση, ότι είναι σχετικά άπειρος. Μα παράξενα απόψε νιώθει πραγματικά άνετα με την Ασπασία.
«Στην Ιοκάστη είπα ότι χρειάζομαι τη βοήθεια σου για ένα σωρό δουλειές που επείγουν. Ξεκινάμε από το τζάκι γιατί οι δουλειές που έχω στο μυαλό μου θέλουν ατμόσφαιρα, αυθορμητισμό και φαντασία. Δεν πιστεύω να διαφωνείς με τις επιλογές μου;» Τον ρώτησε χωρίς να περιμένει απάντηση. Από πολύ μικρός τη συμπαθούσε ιδιαίτερα αυτή τη γυναίκα, αλλά αυτό απόψε είναι κάτι άλλο. Προς τα έξω διατηρεί μία ήρεμη ψυχραιμία, αλλά μέσα της είναι θαμμένα βαθιά μεγάλα πάθη. Δεν ξέρει αν θέλει κάτι παραπάνω, θέλει όμως να της δείξει ότι ενδιαφέρεται για εκείνη, ότι μετράει ακόμα σαν γυναίκα. Τη θέλει!
Η Ασπασία οργάνωσε και προετοίμασε τον χώρο, την ατμόσφαιρα. Στη μεγάλη, ασβεστωμένη κάμαρα με τις άσπρες λεπτές κουρτίνες στα παράθυρα έστρωσε ένα αφράτο και ζεστό χαλί φτιαγμένο από μαλλί, μία κίτρινη φλοκάτη, σωστός κρόκος αυγού εμπρός στο τζάκι και τον άφησε να ανάψει το τζάκι όσο αυτή θα ετοίμαζε το βραδινό τους. Ετοίμασε να ψήσουν μαριναρισμένα αρνίσια παϊδάκια που είχε στο ψυγείο, έφερε και ένα μπουκάλι κόκκινο κρασί, ένα πιάτο με κομμάτια κεφαλογραβιέρα, ένα μπολ με τσακιστές ελιές και τα απέθεσε σ' ένα τραπεζάκι δίπλα στο τζάκι. Ο Αλκιβιάδης όμορφος, με ανάστατα τα κυματιστά μαλλιά του είχε αράξει στον καναπέ δίπλα στο τζάκι, σίγουρα δεν του λείπει κάποια αμηχανία όταν ήρθε και κάθισε η Ασπασία στη πολυθρόνα αντίκρυ του. Πέρασε το χέρι του μέσα από τα καστανά σγουρά μαλλιά του και κοίταξε αφηρημένα τον τοίχο δίπλα του, ο οποίος ήταν καλυμμένος με πίνακες σε καμβά που είχαν σαν θέμα υπέροχα τοπία από την φύση.  Μα και η Ασπασία προσπαθούσε να κοντρολάρει τις μύχιες σκέψεις της. Μικρή σιωπή. Τον κάλεσε να περάσει το βράδυ σπίτι της μα τώρα δεν ξέρει πώς ν’ αρχίσει. Πως να παραμερίσει τα πέπλα που κρύβουν τις βαθύτερες επιθυμίες της. «Ίσως είναι μια ευκαιρία να πλέξω μαζί του μια πρόσκαιρη ερωτική ιστορία και όσο πάρει να χαρώ και εγώ την ηδονή.» σκέφτεται.
Σε μια διαδικασία νοερής απεικόνισης η Ασπασία προσπαθεί να απεικονίσει αυτό που φαντάζεται και που θα την βοηθήσει να εξωτερικεύσει τα συναισθήματα της. Φαντάζεται μια σκηνή του σινεμά, μια εσωτερική εικόνα που παράγει ο εγκέφαλος της! Χρησιμοποιεί τη φαντασία της πως ο Αλκιβιαδης πηδούσε μια γυναίκα ριγμένη στα τέσσερα, με τα μαλλιά της να της κρύβουν το πρόσωπο, τα βυζιά της να πηγαινοέρχονται στο έντονο σφυροκόπημα του και η εικόνα αυτή διάβηκε και κάθισε στο κατώφλι του νου της. Κοίταξε επίμονα τον Αλκιβιάδη, τα μάτια της να λάμπουν αινιγματικά και προσπάθησε μέσα της να μετρήσει το μέγεθος της καύλα της. Νοούσε, εκείνες τις στιγμές που της μιλούσε, το ένοχο σεξουαλικό πάθος της. Παρατηρούσε τον ανδρισμό του, που άρχισε να διαγράφεται ξεσηκωμένος. Και σε αυτήν κάποια υγρά γέμιζαν τον χώρο κάτω της. Σήμερα αισθάνθηκε πιο αποφασισμένη. Γέμισε τα ποτήρια τους κρασί και ξεκίνησαν να μιλάνε περί ανέμων και υδάτων. Τον πείραζε συνέχεια και γρήγορα άρχισε να τον ρωτάει για τα κορίτσια της ηλικίας του και τις σχέσεις μαζί τους, εάν είχε κάποια ολοκληρωμένη σχέση. Αισθάνεται μια συνεχή νευρικότητα και μια ανάγκη αδιάκοπης κίνησης. Περισσότερη από κάθε άλλη φορά. Όταν της είπε ότι όχι δεν είχε και τις φοβερές επιτυχίες στον ερωτικό τομέα με τα κορίτσια... ότι είναι σε αυτή την ηλικία και δεν έχει κάνει μια ολοκληρωμένη σχέση δεν ήθελε να το πιστέψει.
«Κούκλε μου με τα προσόντα σου έπρεπε να κάνουν ουρά οι υποψήφιες. Τι κάνεις λάθος;»
«Ίσως αγνοώ στο παιχνίδι τις σωστές ατάκες!» Είπε.
Γέλασε με την καρδιά της...«Μάλλον δεν σ' αρέσουν οι δεσμεύσεις. Σωστά;»
«Πες το και έτσι» Είπε πάλι.
«Ίσως είμαι δύσκολος, μια δυο που μ' άρεσαν με είχαν προλάβει άλλοι. Ατύχησα.»
 Ενώ μιλούσαν η Ασπασία έδειχνε να φλεγόταν.Την παρακολουθούσε να σηκώνει σιγά-σιγά το φόρεμα της έτσι ώστε να αποκαλύπτονται τα πόδια της, και άλλαζε συνεχώς σταύρωμα. Ήταν η γυναίκα που διεκδικεί το απαγορευμένο μέχρι χτες σε αυτή δικαίωμα στην ηδονή και από την άλλη ο Αλκιβιάδης να νιώθει απροετοίμαστος και μέσ’ στα φυλλοκάρδια του ένα φόβο!
Και αφού έβαζε κρασί άρχισε να κάθεται πιο κοντά του μέχρι που κόλλησε πάνω του και ακουμπούσε το χέρι της στο μηρό του. Ένα τεράστιο φούσκωμα δημιουργήθηκε στο παντελόνι του, είναι η στιγμή που νιώθει το τρέμουλο του ερωτικής επιθυμίας να τον συνεπαίρνει τις αισθήσεις του να παραλύουν την αναπνοή του να γίνεται κόμπος, την καρδιά του να χτυπάει δυνατά και τις παλάμες του να ιδρώνουν.
Τότε είναι που η Ασπασία αποφάσισε να κάνει πρώτη το μεγάλο βήμα. Σηκώθηκε και έφυγε προς το δωμάτιό της λέγοντάς ότι θα επιστρέψει σε λίγο. Σε λίγο επέστρεψε και σβήνοντας τα φώτα στάθηκε μπροστά του στο φως της φωτιάς φορώντας ένα διάφανο μαύρο νυχτικό, με μια μικρή ασημένια κιλότα από μέσα. Έκανε μια περιστροφή, τον κοιταξε ερωτιάρικα καθώς αυτός είχε μαζευτεί στον καναπέ και την κοιτούσε με ορθάνοιχτα μάτια, ενώ το χέρι του ασυναίσθητα είχε κατέβει στο φούσκωμα του παντελονιού του που κόντευε να σκιστεί.
«Μην πεις κουβέντα…..» Του λέει.
Τον πλησίασε και γονάτισε αργά-αργά ανάμεσα στα πόδια του. Ακούμπησε το χέρι της πάνω στο φούσκωμα του παντελονιού και το χάιδεψε απαλά. «Κατά πως φαίνεται, σου αρέσει που τον χαϊδεύω και πως θέλεις λίγη βοήθεια με αυτό ε;» Του λέει. Αυτός είχε παραδοθεί. Δεν ήταν και δύσκολο να το πάθει. Όλα ήταν τόσο έντονα. Απροσποίητα. Θυμάται την καρδιά του να αντηχεί μες στα μηνίγγια και την ανάσα που κοβόταν καθ όλη τη διάρκεια της περίπτυξης των χεριών της. Πόσο επιδέξια περιέφερε το χέρι της και άπλωνε όλο το χάδι στην επιφάνεια της στύσης του, πως περιτρέχει τις γραμμές στο εσωτερικό του και ζύγιζε απαλά το χάδι από τον αφαλό και κάτω. Ο Αλκιβιάδης απέφευγε να την κοιτάξει στα μάτια. Δε μπορούσε. Δεν άντεχε. Δεν ήξερε γιατί. Δεν του είχε ξανασυμβεί. «Επ, κοίτα με,» του είπε, και κείνος χαμήλωσε ακόμη πιο πολύ το βλέμμα. Άπλωσε το χέρι της έπιασε το πηγούνι και σήκωσε το κατεβασμένο κεφάλι του με τα δάχτυλα της. Ήταν ερωτική η ματιά της. «Με ρωτάς τώρα, δηλαδή; Ναι! μου αρέσει. Μ' αρέσει αυτό που ζω.»
«Μωρό μου! αναρωτιέμαι πόσες φορές αντέχεις να κάνεις σεξ σε ένα βράδυ; Γιατί εγώ έχω ξεχάσει πως το κάνουν. Λες να έχω γίνει ξανά παρθένα;» Τον ρωτάει χαδιάρικα.
Της απάντησε ποιητικά.
Ένας νεαρός με μια κυρά στοιχηματίζει Πως δώδεκα φορές θα της το κάνει.
Εκείνη δέχεται, και μάνι-μάνι Στο στρώμα πέφτουν και το γλέντι αρχίζει.
Μα όταν αυτός μετράει ως τις οχτώ, «Το μέτρημα,» του λέει, «δεν είναι σωστό.
Με κλέβεις μια. Χωρίς να σε προσβάλω. Θαρρώ πως δεν αντέχεις άλλο. Και να ξεφύγεις προσπαθείς.»
Κι ο τύπος απαντάει ευθύς: «Εγώ πάντα μετράω με προσοχή. Μα αν θέλεις, ξεκινάμε απ΄την αρχή.»
Τον κοιτάζει έκπληκτη... «Σίγουρα δεν έχεις ξεμουνιάσει μερικές ξεφωνημένες πιτσιρίκες;» Τον ρωτάει. Δεν της απάντησε, άφησε την ερώτηση αναπάντητη.  Θεώρησε ότι η ερώτηση ανήκε στο είδος ερωτήσεων που δεν επιδέχονται απαντήσεως.
Ανέβηκε πάνω του έβγαλε το νυχτικό της, αποκαλύπτοντας το μεγάλο στήθος της. Χώθηκε μέσα του σαν υπνωτισμένος....  Τον έσπρωξε απαλά πίσω στην πλάτη του καναπέ και κατέβηκε πάλι ανάμεσα στα πόδια του. Του έβγαλε την μπλούζα χάιδεψε λίγο το στέρνο του με τη γλώσσα της, κατέβηκε προς τα κάτω του έβγαλε το παντελόνι και το εσώρουχο. Δεν μπόρεσε να κρύψει την έκπληξή της για το «κανόνι» που έκρυβε στο παντελόνι του. «Παναγία μου! Παίδαρος με πλούσια τα ελέη του. «Τώρα είμαι σίγουρη ουρά θα κάνουν τα νυμφίδια γι αυτή τη βόμβα στο παντελόνι σου! Πανάθεμα με! Προσωρινά ας το ξεχάσουν.»
.... Άνοιξε για μια στιγμή μονάχα τα βλέφαρά του ν' αποτυπώσει το βλέμμα της. Το πρόσωπό της λες κι είχε πάρει φωτιά, καθώς χανόταν ξαναμμένο σε συσπάσεις ηδονής. Από το μισάνοιχτο στόμα της έβγαιναν μικρές κοφτές κραυγές, που δυνάμωναν όσο πλησίαζε η ώρα της κορύφωσης. Τύλιξε τα πόδια της γύρω του. Έβαλε τα χέρια της γύρω από τον λαιμό του και άρχισε να τον σφίγγει όλο και πιο δυνατά. Αυτός κάρφωσε τα μάτια του επάνω της, το κορμί του μεταμορφώθηκε σε μια εύφλεκτη δάδα που έδινε το φως για την πιο ιερή σπονδή. Άδειασε από μέσα του όλο το κρυμμένο του πάθος κι είδε το κορμί της να πάλλεται, συντονισμένο με το δικό του, σ' έναν χορό δαιμονικό. Την έκρηξη ακολούθησε η σιωπή, ενώ η καρδιά του πυροβολούσε αδιακρίτως. Εκείνη έβγαλε ένα μικρό αναστεναγμό πλήρωσης και ανακούφισης τον κοίταξε τρυφερά και τον αγκάλιασε με τα δυο της χέρια. Χώθηκε στον ώμο της. Εκείνη τον έσφιξε δυνατά και του χάιδεψε τα μαλλιά. «Δεν έχω νιώσει ποτέ ξανά τόσο όμορφα», ήταν το μόνο που κατάφερε να πει κι έγειρε αποκαμωμένος το κορμί του δίπλα της. «Ναι, ήταν όμορφα», παραδέχτηκε κι εκείνη με σβηστή φωνή. Τα μάτια της έλαμπαν.
Μωρό μου! Στ' αλήθεια ζήλεψα όπως σε κοίταζε αυτό τσουλάκι η Μυρσίνη. Της τ' έχεις πετάξει τα ματάκια σίγουρα, μα όταν κατάλαβα ότι αποφάσισες να μείνεις μαζί μου, το βρακί μου έγινε μούσκεμα. Και να ξέρεις σίγα που ξέρει να γαμηθεί το μαλακισμένο, ένα ξέκωλο, πουτανάκι της οκάς είναι. Μια τσούλα ξενέρωτη που σε κοίταζε σαν ξελιγωμένη λυσσάρα; Και ούτε που γύρισε να μας κοιτάξει, καλά-καλά. Είχε μάτια μόνο για χάρη σου, πολύ κολλημένη μαζί σου.» Όπως καταλάβαινε είχε κολλήσει με την Μυρσίνη. Την ζήλευε στ’ αλήθεια.
Το πέος του συνέχισε και πάλι να παίρνει φωτιά, πολύ του άρεσαν τα βρομόλογα της.
«Παναγία μου, θα αρχίσω να ουρλιάζω  με το σεξ που μου χαρίζεις απόψε, είναι υπέροχο, πώς στο καλό ζούσα τόσο καιρό χωρίς αυτό το δώρο της φύσης στον άνθρωπο!  Ακούω πουλάκια να κελαηδούν και κάποια πυροτεχνήματα! Ναι, όλη η πλάση γιορτάζει μαζί μου απόψε! Ήταν το αποκορύφωμα της ηδονής μιας χήρας που νεκρανασταινόταν η γυναικεία φύση της.
Τον αισθάνθηκε να σκληραίνει κι άλλο, μπήκε και πάλι μέσα της, έγινε πιο βίαιος, τα χέρια του χάιδευαν το στήθος της με δύναμη, έσπρωξε τη λεκάνη της προς τα πάνω για να ταιριάζει μέσα της απόλυτα. Τελειώσανε ταυτόχρονα και πολύ δυνατά, ενώ έκοβε την ανάσα του με τη δική της. Έμεινε μέσα της. Έπεσε εξαντλημένη πάνω του. Την αγκάλιασε τρυφερά, τον δάγκωσε στον ώμο. Τα μάτια της λαμποκοπούσαν λιγωμένα από ευχαρίστηση, η ανάσα της είχε βαρύνει, την κοιτούσε κι την ήθελε, τον ήθελε κι αυτή, τον είχε μέσα της μα δεν τον χόρταινε. Ούτε κατάλαβαν πόση ώρα έμειναν ακίνητοι στο πάτωμα! ξέπνοοι, αγκαλιά, να προσπαθούν να συνέλθουν από την ένταση των οργασμών τους! «Τι γαμήσι! Ακόμα με πονάνε τα σκέλια μου. Με ξέσχισες. Ήταν βροχή στο ξεραμένο μου μουνί». Του λέει.
Θυμάται ότι του ζήτησε να μείνει μέσα της..
Ως πότε, αχόρταγη γυναίκα, Πρέπει, λοιπόν, να τον αφήσω μέσα.
Το εργαλείο μου, που δέκα Κιόλας σου το’κανε φορές;
Ας’ το να πάρει μιαν ανάσα Και πριν το πετεινάρι κράξει
Πάλι εδώ θα’ναι, αν το θες. Φτερά δεν έχει, να πετάξει.
Η Ασπασία του χαμογέλασε πολύ χαρούμενη με αυτό που της είπε, πήρε το χέρι του και το έβαλε πάνω στο στήθος της και ενώ η θηλή της άρχισε να σκληραίνει, το χεράκι της άρχισε να δουλεύει το πούτσο του πάνω κάτω, αργά – αργά. Ανακάλυπταν ο ένας τον άλλο μέχρι που τους πήρε ο ύπνος. Τ’ άστρα κατά την Ανατολή έλιωναν ένα ένα. Μόνος ο πρόσχαρος Αυγερινός, του φεγγαριού ο διώχτης, έλαμπε τώρα. Ο ουρανός άρχιζε χαμηλά ν’ αργυρώνεται κι η αυγή δε θ’ αργούσε να προβάλει. Μια αμυδρή φωτεινή απόχρωση είχε απλωθεί στην ανατολική πλευρά του ουρανού, πάνω από το γκρίζο της οροσειράς της Όθρυς που στέκεται επιβλητική πάνω από το Κρόκιο και το Αθαμάντιο Πεδίο, και σχεδόν αμέσως το θαμπό φως της αυγής πέρασε κλεφτά στην ατμόσφαιρα, πάνω από τη γη. Τα σπουργίτια, οι αιώνιοι μαντατοφόροι του ερχομού της ημέρας, χάλαγαν τον κόσμο με τα διαπεραστικά τους τιτιβίσματα στη Μελικοκιά της αυλής. Το φεγγάρι διέσχισε όλο τον ορίζοντα, αλλά εκείνοι δεν το είδαν. 
......Περνώντας οι μέρες, ένα ερώτημα δεν έπαυε να στριφογυρίζει στη σκέψη του, και να τον προβληματίζει.  Αυτό είναι ένα ερώτημα που ερεθίζει την φαντασία του, ακόμα, και αν η ερώτηση «γιατί;» δεν έχει απάντηση. Συνειδητοποιεί ότι όση αρνητική επίδραση υπήρχε στο να σμίξει με την Μυρσίνη, ξαφνικά και συντονισμένα ή ωσεί συντονισμένα η Ιοκάστη έγινε το βράδυ εκείνο ο συνδετικός κρίκος να σμίξει με την Ασπασία, μια ώριμη γυναίκα αρκετά μεγαλύτερη από την Ιοκάστη.
Τα πρώτα βράδια στο κρεβάτι ανάσκελα με τα χέρια πίσω από το κεφάλι συνειδητοποίησε πως, ακόμα και τώρα ξυπνητός, την ονειρευόταν με τα μάτια ανοιχτά. Κατά περίεργο τρόπο, η πραγματικότητα ήταν πολύ καλύτερη απ' ό,τι την είχε φανταστεί, ήταν υπέροχη. Ήταν όπως ποιητικά το είπε η Ασπασία..... Πώς στο καλό ζούσε τόσο καιρό χωρίς αυτό το δώρο της φύσης στον άνθρωπο!  Άκουγε πουλάκια να κελαηδούν και κάποια πυροτεχνήματα! Ναι, όλη η πλάση γιόρταζε μαζί τους!  Δεν ξανάσμιξαν. Με τον καιρό η αλήθεια είναι πως την έψαχνε μερικές φορές στα όνειρα του, και όταν την έβρισκε, τη σκέψη του πλημμύριζε η ανάμνηση της μοναδικής ξέφρενης ερωτικής νύχτας τους, την οποία είχε αρχίσει κιόλας να ξεχνάει, όπως συμβαίνει με τις ελκυστικές επαφές που συναντούμε τυχαία στο δρόμο μας κι ύστερα τις χάνουμε. 
Έτσι είναι η ζωή κι ο έρωτας. Oι άνθρωποι εκτός από ύλη είναι και ενέργεια και σαν ενεργειακά όντα συνεχώς αλληλεπιδρούν ο ένας με τον άλλο. Το βράδυ εκείνο λοιπόν έκαναν έρωτα ώρες ατέλειωτες, κι όταν πια είχαν χορτάσει, το πάθος τους εξανεμίστηκε και χώρισαν οι δρόμοι τους...
Ενδιάμεσα, όλα αυτά τα χρόνια, της εφηβείας με τη Μυρσίνη είχανε βρεθεί αρκετές φορές και κάποιες από αυτές κάνανε το ερωτικό παιχνίδι τους αν και ποτέ δεν είχανε ολοκληρώσει τη σεξουαλική επαφή τους.

Click to Open
Δεν Λέγονται τα Πάντα στους Πάντες!
.....

Παρασκευή 10 Φεβρουαρίου 2023

H Gefira Tis Agias Marinas

.
..Η ταινία Brokeback Mountain (2005) με το περιεχόμενο της, του Αλκιβιάδη του ξύπνησε μνήμες: Ήταν στην εφηβεία του, στην αφέλεια του και στην αθωότητα όπως τουλάχιστον ένιωθε σε εκείνη την ηλικία που σήμερα δεν το θεωρεί ανεξήγητο. Είχε μεγαλώσει σε μια πολύ φτωχική συντηρητική οικογένεια από ένα μικρο χωριό του νότου, και ποτέ δεν τα είχαν συζητήσει αυτά τα θέματα και έτσι είχε φτάσει στην ενηλικίωση  με σχετική άγνοια σχετικά με το σεξ. Οκ, είχε κάνει τις φάσεις του με τρυφερές συνομήλικες γειτονοπούλες του, φιλιά, μπαλαμούτια, αλλά μέχρι εκεί. Ανατομικά ήξερε στο περίπου τι παιζόταν, αλλά προχωρημένη επαφή ούτε είχε πάρει ούτε είχε δώσει. Μπουρδέλο μια δυο φορές που το επισκέφτηκε, δεν τον ικανοποίησε, δεν το γούσταρε να είναι έτσι. Όσο για τσόντες, μόνο κλασσικά εικονογραφημένα! Ο αυνανισμός ήταν το αποκούμπι του όταν μάλιστα συνειδητοποίησε όσο προχωρούσε η εφηβεία, ότι ούτε «κουφαίνει», ούτε επηρεάζει αρνητικά την όραση, όπως τον προειδοποιούσαν οι δικοί του, και τον είχε κάνει λάστιχο.
Ο Αλκιβιάδης σήμερα θυμάται τα γεγονότα που συνέβησαν όταν ήταν δέκα επτά ετών μια ηλιόλουστη καλοκαιρινή ημέρα. Ήταν στις 17 Ιουλίου, ημέρα της οποίας εορτάζεται η μνήμη της Μεγαλομάρτυς της Ορθόδοξης Εκκλησίας, της Αγίας Μαρίνας. 
Εργαζόταν περιστασιακά τις ήμερες εκείνες σε κατάστημα στην κεντρική αγορά της Λαμίας, υπάλληλος αποθήκης με μερική απασχόληση, για διεκπεραίωση των εργασιών της αποθήκης, όπως παραλαβές, παραγγελίες, ταξινόμηση και αποθήκευση εμπορευμάτων, και λοιπές βοηθητικές εργασίες στο πλαίσιο λειτουργίας της αποθήκης.
Στο απέναντι κατάστημα ο έμπορος είχε μια δεκαεξάχρονη κόρη που τους καλοκαιρινούς μήνες απασχολείτο στην οικογενειακή επιχείρηση. Ο Αλκιβιάδης έβλεπε ένα πανέμορφο, έξυπνο και ταλαντούχο μελαχρινό κορίτσι που δεν περνούσε απαρατήρητο με σώμα που θα ζήλευαν πολλές τις εκπληκτικές αναλογίες και το χαμόγελό της. Μέσα σε όλο αυτό το λεφούσι της κεντρικής αγοράς ξεχώριζε για τους γύρω, αλλά και ανάμεσά τους. Ο Αλκιβιάδης την έβλεπε σαν παγωτό τον Αύγουστο και η κοπέλα είχε καταλάβει την ελκυστικότητα που του προκαλούσε! Όλα ξεκίνησαν με δική του πρωτοβουλία και βγήκαν για έναν σύντομο καφέ μετά τη δουλειά τους στον οποίο περάσαν πολύ ωραία. Δεν της ζήτησε κάτι, ούτε έκανε κάποια παραπάνω κίνηση. Η επαφή τους συνεχίστηκε με χαμόγελα, ματιές και χαζοκουβέντα άλλα τίποτα το ουσιαστικό. Κάποια στιγμή αποφάσισε και εκδήλωσε πιο ξεκάθαρα πλέον ενδιαφέρον του! Του υποσχέθηκε να κανονίσει να βγούμε παρέα την επόμενη ημέρα, αργία της Αγίας Μαρίνας, να συναντηθούν στη γέφυρα να κάνουν το μπάνιο τους στη θάλασσα και να περάσουν τη μέρα μαζί. 
Αισθάνθηκε την καρδιά του να πεταρίζει στην πρόταση της: «Άφησέ με να ΄ρθω μαζί σου. Θα σταθούμε λιγάκι στην κορφή της σιδερένιας γέφυρας της Αγίας Μαρίνας, ύστερα εσύ θα κατηφορίσεις κι εγώ θα γυρίσω πίσω έχοντας στ’ αριστερό πλευρό μου τη ζέστα απ’ το τυχαίο άγγιγμα του πανωφοριού σου…»
(Γ. Ρίτσος, H Σονάτα του Σεληνόφωτος)
 Η Αγία Μαρίνα ένα γραφικό παραλιακό χωριουδάκι ένας μικρός παράδεισος. Πρόκειται για ένα ψαροχώρι που προσφέρεται για κολύμπι, ψάρεμα, τοπικούς περιπάτους. Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα και εντυπωσιακή είναι η ιστορία της γέφυρας, που δεσπόζει παραλιακά της Αγίας Μαρίνας. Είναι πως υπάρχει στενή συγγένεια με τον πύργο του Άιφελ. Για την ακρίβεια, η κατασκευαστική BATIGNOLLES, συνεργάτης της οποίας ήταν και ο Άιφελ, είναι η εταιρεία η οποία ξεκίνησε το έργο κατασκευής της προβλήτας το 1892. Την ίδια περίοδο, δουλευόταν παράλληλα και το μεγάλο έργο στη Γαλλική πρωτεύουσα. Οι πληροφορίες θέλουν τον Άιφελ να είναι υπεύθυνος και για το σχεδιασμό της γέφυρας στην Αγία Μαρίνα, τόσο οι εκπληκτικές ομοιότητες στο σκελετό και τη δομή των δύο έργων, όσο και παλιά σχέδια με την υπογραφή του γραφείου του, κάνουν σχεδόν βέβαιη την ανάμειξη του. Την ημέρα της εορτής ακολούθησε πάνδημη Ιερά Λιτανεία της Αγίας Εικόνας στους παραθαλάσσιους δρόμους του χωριού».
Την περίμενε δεν φάνηκε! Αφήνοντας τον να τρώει τη δεύτερη χυλοπίτα από κοπέλα που του έκατσε και πιο βάρια από την προηγούμενη! «Mην το σκέφτεσαι.» Λέει στον εαυτό του. Ήταν μια από αυτές τις ημέρες του Ιούλη, όπου ο ήλιος λάμπει ζεστός και ο αέρας φυσάει μελτέμι δροσερό. Όπου είναι καλοκαίρι στο φως και άνοιξη δροσερή στη σκιά. Στεκόταν με υπομονή στην αρχή της γέφυρας, ο ήλιος που έλαμπε ζέσταινε το πρόσωπό του. Μα δεν τον ένοιαζε να κουνηθεί για να τον αποφύγει. Δεν ήταν πως ήταν πληγωμένος εξαιτίας της χυλόπιτας, μα θύμωνε και ένιωθε τόσο χαζός που νόμισε ότι η κοπέλα ενδιαφέρεται ενώ δεν ενδιαφερόταν που πλέον αμφέβαλλε τόσο πολύ για την κρίση του και φοβάται ότι ερμήνευσε μια φιλική συμπεριφορά της ως φλερτ!  Η ερώτηση είναι: Πως το ξεπερνάει όταν την επόμενη ήμερα θα την ξαναδεί και θα του θυμίζει πόσο πολύ νιώθει ότι έχει εξευτελιστεί;. Σε κάθε περίπτωση, δεν αφήνει περιθώρια στον εαυτό του για περισσότερα, οπότε θα το πάρει απόφαση ότι δεν υπάρχει παρακάτω και θα σταματήσει να ασχολείται με το τι θέλει, εφόσον η κοπέλα δεν θέλει αυτό που θέλει αυτός. «Νικηφόρε πάντα είχες πολύ καλή σχέση με την πραγματικότητα, δεν νομίζω να κινδυνεύεις από αυταπάτες και ονειροφαντασίες που τόλμησες να της πεις ότι σου αρέσει. Θέλει δύναμη να το δείξεις, μιας και το αποτέλεσμα δεν είναι ποτέ σίγουρο. Όσοι δεν το κάνουν είναι γιατί φοβούνται την απόρριψη, την έκθεση. Τα χαμογελάκια και κλεισίματα ματιών, είναι η δική της ανάγκη για επιβεβαίωση. Δε θέλει εσένα, αλλά τη βρίσκει που τη γουστάρεις. Αγνόησέ την και προστάτευσε τον εαυτό σου. Όταν λοιπόν μαζέψεις και με την ηλεκτρική σκούπα αυτά τα νόστιμα  ψίχουλα ενδιαφέροντος που σου ρίχνει, θα έρθει και η οριστική διαγραφή. Μην αμφισβητείς τον εαυτό σου. Δεν είσαι τρελός όταν σου κλείνει το μάτι. Άστη να πάει στο καλό και πάμε γι’ άλλα. Οπότε στη συνέχεια πάμε με αέρα!.... είμαι ένας cool, ελεύθερος, ωραίος νεαρός, που φλέρταρε και ε, τι να κάνουμε που δεν πέτυχε, τώρα έχουμε άλλα πράγματα να ασχοληθούμε,.... κι άσ΄ την αυτήν να βλεφαρίζει μόνη της πια, σα να ΄χει πάθει επιπεφυκίτιδα!  Η πραγματικότητα είναι πως ναι, θα ήταν πάρα πολύ ωραίο, αλλά δεν έγινε. Η ζωή προχωρά, μη χάνεις το χρόνο σου μένοντας κολλημένος  και ο χρόνος όλα τα διορθώνει, αρκεί να τον αφήνουμε να κάνει τη δουλειά του χωρίς ψευδαισθήσεις.» Συνομιλούσε ο Αλκιβιάδης με τον εαυτό του.
Μπροστά του είναι σιδηροδρομικός σταθμός που εξυπηρετείται από τα τοπικά τρένα ανάμεσα στο Λειανοκλάδι και τη Στυλίδα.  Σημαντικό ρόλο έπαιξε το τρένο που με τα δρομολόγια που μετέφερε πολύ κόσμο στην πλησιέστερη, λαϊκή παραλία της πόλης. Μία αμμουδερή παραλία και μια πολυσύχναστη ακτή με ψιλή άμμο που την προτιμούσε ιδιαίτερα ο νεαρόκοσμος. Η Αγία Μαρίνα Στυλίδας από τα χρόνια του Μεσοπολέμου, αλλά και μεταπολεμικά ήταν την περίοδο του καλοκαιριού «το Φάληρο» της Λαμίας. Εκεί κάθε καλοκαίρι γίνονταν τα μπάνια του λαού. Σ’ αυτό βοηθούσε το τραίνο με δύο δρομολόγια, που έφερνε πολύν κόσμο στην πλησιέστερη λαϊκή παραλία. Στα μεταπολεμικά χρόνια δεκαετίες 1950 και 1960 με το «μουτζούρη», δηλαδή με μια ατμομηχανή και πίσω βαγόνια επιβατικά και φορτηγά, οι κάτοικοι της Λαμίας και των άλλων κοινοτήτων, σε δύο
δρομολόγια ημερησίως, πήγαιναν στην Αγία Μαρίνα και τη Βασιλική Στυλίδας για θαλάσσια μπάνια.
Απορροφημένος στις σκέψεις του δείχνει αφηρημένα αδέξιος και πολλές απορίες τον απασχολούν, απορίες που διογκώνονται και τον επηρεάζουν. Απορίες που είναι κοινές στα μετά-εφηβικά χρόνια των αγοριών και αφορούν κυρίως τα ερωτικά και σεξουαλικά θέματα. Τα επόμενα λεπτά κύλησαν γρήγορα και τον έβγαλαν από την ομίχλη των σκέψεων του. Μπροστά του στη βάση της σιδερένιας γέφυρας μια δεμένη παρέα φίλων του που σχεδόν όλοι συνδέονται χαλαρά μεταξύ τους τον καλούν να απολαύσει τις κοινές τους δραστηριότητες. Η θάλασσα, το νερό, η φύση γενικά έχει την απόλυτη δύναμη, δημιουργεί ισχυρούς δεσμούς, και ο νεανικός αυθορμητισμός, δημιουργούν νέες παρέες και σε βοηθούν να κάνεις νέους φίλους, ενώ ανακαλύπτεις τις δεξιότητες σου, και όχι μόνο. Περνώντας η ώρα η παρέα τους την είδε να μεγαλώνει και να απλώνεται στα βότσαλα της παράλιας. Την ημέρα εκείνη της γιορτής της Αγίας αποθεώθηκε από μια λαοθάλασσα νεαρόκοσμου, η δημοφιλής παραλία...
Ανάμεσα στην παρέα τους ξεχώριζε ο Φίλιππος! Εντελώς αμερόληπτα ο Φίλιππος ήταν, ευγενικός, έξυπνος, και φυσικά ένας νεαρός όμορφος άντρας στα είκοσι τρία του χρόνια. Περνώντας τα χρόνια όταν τον θυμάται καμιά φορά ο Αλκιβιάδης του θυμίζει τον Hugh Jackman τον ηθοποιό που τρελαίνονταν μαζί του, το γυναικείο κοινό.
Ο Αλκιβιάδης τον είχε δει πρόσφατα στο δρόμο τη γειτονιάς του μια δυο φορές. Είχε μάθει πως είχε απολυθεί από το στρατό τελευταία έμενε στην Αθήνα, αλλά ερχόταν τακτικά στην πόλη τους στους γονείς του. Στην γειτονιά που έμενε ο Αλκιβιάδης είχε μια ωραία μονοκατοικία ένας Λαμιώτης μεγαλέμπορας! Η οικογένεια του μεγαλέμπορα είχε μια εικοσάχρονη κόρη ίδια η Κλαούντια Καρντινάλε σε ομορφιά. Μάλιστα μια γειτόνισά τους με καταγωγή από την Κωνσταντινούπολη όταν αναφερόταν στην κοπελιά σαν κάποια γυναίκα πολύ θελκτική, έλεγε. «Σαν τα κρύα τα νερά! Την κοιτάνε σαν ξερολούκουμο. Σαν του Χατζή-Μπεκηρ λουκούμι ο κάτασπρος λαιμός της και μαλεμπί καζάντιμπι ο αναστεναγμός της.»
(Χατζή-Μπεκηρ διάσημο ζαχαροπλαστείο για τα λουκούμια του.)
Ο Φίλιππος ήταν γνωστό ότι είχε επαφές με την οικογένεια και μάλιστα είχε γνωστοποιηθεί πως προοριζόταν για επίσημος μνηστήρας της «Κλαούντια Καρντινάλε».
Και ο Αλκιβιάδης βρισκόταν ήδη στη ζώνη των δέκα οκτώ του χρόνων του. Ήταν ένας κομψός  νεαρός άνδρας ψηλός μα όχι άχαρος με πλούσιο μαλλί, καστανομελιά μάτια, γεμάτα πάθος για ζωή.  
Όλα ξεκίνησαν όταν κάποια στιγμή ο Φίλιππος αστειευόμενος προκάλεσε τον Αλκιβιάδη σε μια αναμέτρηση, έναν αγώνα κολύμβησης οι δυο τους μεχρι το τέλος της σιδερένιας γέφυρας.
«Συμφωνώ! Και τι μεγάλο έπαθλο περιμένει τον νικητή;» ρώτησε ο Αλκιβιάδης απευθυνόμενος στον Φίλιππο, προσπαθώντας να  φαίνεται αθώος και αφελής και ότι δεν κάνει υπόδειξη!
«Τι προτείνεις;» 
«Χμ!»
«Λοιπόν έχω να προτείνω εγώ κάποιο καλό καφέ- ρεστοράν το απόγευμα για ένα ποτό η καφε εάν συμφωνείς! Στο λόφο του Αγίου Λουκά! Πάνω από την γειτονιά σου!»
«Ενδιαφέρον μου ακούγεται ...! Όμορφο μέρος για καφε και ποτό!»
Ο αναμέτρηση για τον Αλκιβιάδη ήταν φιάσκο. Ο Φίλιππος ήταν δεινός κολυμβητής! Ο Αλκιβιάδης στο τέλος της αναμέτρησης διαπίστωσε πως ο Φίλιππος κατείχε σε βάθος τις τεχνικές κολύμβησης! 
«Το ξέρεις ότι κολυμπάς λάθος στο νερό;» Του δήλωσε ο Παύλος.
«Καταλαβαίνω ότι κολυμπάω λάθος αλλά δεν ξέρω από που να αρχίσω και τι να πρωτοδιορθώσω!»
«Λοιπόν, θα σε βοηθήσω να το διορθώσουμε. Κατ΄ αρχήν ας το αναλύσουμε! Το νερό είναι οκτακόσιες φορές πιο πυκνό από τον αέρα, πράγμα που σημαίνει ότι η κακή τεχνική σε επιβραδύνει και σε κουράζει πολύ γρήγορα και επομένως είναι δύσκολο να κολυμπήσεις πολύ μακριά.» Πηγαίνει δίπλα του και τον πιάνει από τη μέση για να του δείξει τη σωστή θέση μέσα στο νερό. 
«Είναι σαφές ότι αυτό που θέλουμε να πετύχουμε είναι να μειώσουμε τις αντιστάσεις του σώματός μας μέσα στο νερό. Για να γίνει αυτό χρειάζεται να μένεις ψηλά στο νερό και όσο το δυνατό πιο ευθυγραμμισμένος. Τα δυνατά πόδια σου μπορούν να βοηθήσουν σημαντικά προς αυτή την κατεύθυνση. Η σωστή θέση στο κεφάλι σου βοηθά να μένουν τα πόδια ψηλά μέσα στο νερό.» 
Ο Φίλιππος όταν βοήθησε τον  Αλκιβιάδη να οριζοντιώσει το κορμί του στο νερό του έδινε συμβουλές που θα τον βοηθήσουν να βελτιώσει την τεχνική του. Του εξηγεί υπομονετικά. Αποφεύγει τις τεχνικές λεπτομέρειες. Ο Αλκιβιάδης σε αυτή τη θέση ένιωθε τον φαλλό και τα «καρύδια» του να κρέμονται χαλαρά μέσα στο ζεστό νερό όταν ξαφνικά ένιωσε το χέρι του Φίλιππα πάνω από το μαγιό του να χαιδευει με μαεστρία τις μπάλες του. Όλα έγιναν πολύ γρήγορα. Δεν έχει καν προλάβει να συνειδητοποιήσει τι γίνεται. Εάν το θέλει ή όχι. Εάν του αρέσει ή όχι. Σαφέστατα ο πούτσος του είχε άλλη γνώμη. Έγινε σκληρός σαν πέτρα. Ο  Αλκιβιάδης έκπληκτος διαπιστωνει το σύστημα του «μου αρέσει» έχει ηδονική επίδραση επάνω του και το  φαινόμενο της αυθόρμητη στύσης, επιτυγχάνεται μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα που του προκαλεί «μυρμήγκιασμα» στα γεννητικά όργανα, σαν να προδίδει κάπως το σώμα το μυαλό του και τα συναισθήματά του! Αναρωτιέται πως του συμβαίνει κάτι τέτοιο γιατί δεν είχε καμιά επιθυμία για ερωτική επαφή εκείνη τη στιγμή. Αμήχανα και μηχανικά αφέθηκε στο χάδι του. Σιγά - σιγά άρχισε να καυλώνει συνειδητά. 
Αργότερα μεστωμένος ενήλικας κάπου διάβασε το παράδειγμα  το σύστημα της «εκμάθησης» του σώματος, (learning system) που μαθαίνουμε να προσδοκούμε κάτι από έναν ερεθισμό όπως τα σκυλιά του Pavlov. Ο Pavlov τους έμαθε ότι κάθε φορά που χτυπάει το κουδούνι θα εμφανιστεί το φαγητό τους, ώσπου τα σκυλιά άκουγαν το κουδούνι και είχαν σάλια χωρίς να εμφανιστεί φαγητό. Αυτό δεν σημαίνει ότι τα σκυλιά ήθελαν να φάνε το κουδούνι! Σημαίνει ότι έμαθαν ότι το κουδούνι ήταν ερέθισμα που σχετίζεται με το φαγητό. Έτσι και ο Αλκιβιάδης δεν σκεφτόταν το σεξ με τον Φίλιππο, αλλά το σώμα του είχε μάθει ότι να του χαϊδεύουν την «οικογένεια» ήταν ερέθισμα που σχετιζόταν με το σεξ και είναι μια αυτόματη σωματική αντίδραση που συχνά δε μπορούσε να την ελέγξει. Αμήχανα και μηχανικά αφέθηκε στο χάδι του Φιλίππου. Σιγά - σιγά άρχισε να καυλώνει συνειδητά με το χέρι του Φιλίππου πλέον να τον χουφτώνει πάνω από το μαγιό, καθώς έσκυψε και του είπε σιγά στο αυτί! «Φιλαράκο μου το μαγιό σου έχει φουσκώσει τόσο πολύ που νομίζω ότι έχει χωθεί ανακόντα μέσα. Το είχα καταλάβει πως έχεις προσόντα.»
Ο Αλκιβιάδης ξερόβηξε λίγο αμήχανα και του λέει! «Χμμμ! Νομίζω ότι έχει δημιουργηθεί πρόβλημα μήπως να βγούμε από το νερό να ηρεμήσουμε;»
Η επόμενες στιγμές βρήκαν τον Αλκιβιάδη ιδρωμένο έξω από τη θάλασσα με τον ήλιο από πάνω του να καίει. Είχε βγει πρώτος έξω και με πέντε βήματα βρέθηκε στην αμμουδιά. Μετά από λίγο βγήκε και ο Φίλιππος και χωρίς δεύτερη σκέψη άραξε δίπλα στον Αλκιβιάδη.
«Μην βλέπεις το χαμένο ποντάρισμα της αναμέτρησης σαν αποτυχία.» του λέει.
«Ο ποιητής λέει πως σαν χαμένος έχω ελπίδες.» Του λέει ο Αλκιβιάδης.
«Για πες μου τι λέει ο ποιητής.»
«Αναμετρήθηκαν για τα μάτια της Ελένης, όμως εκείνη προτίμησε τον Αλκιβιάδη κι ας ήταν αυτός που κατέληξε στο νοσοκομείο.» 
«Λοιπόν ώρα να τα μαζεύουμε έρχεται το τραίνο! Στον Άγιο Λουκά κερνάω το φαγητό πληρώνεις τα ποτά που έχασες!»
Απόγευμα ήδη βρίσκονται στη δροσιά που προσφέρει το δημοτικό περίπτερο του λόφου. Η σκηνή στη θάλασσα έχει ξεχαστεί. Ο Αλκιβιάδης το εξέλαβε ως ένα παιχνίδι, μια ακραία προχωρημένη χειρονομία μεταξύ φίλων χωρίς συνέχεια.
Ο λόφος του Αγίου Λουκά είναι ένας κατάφυτος λόφος της Λαμίας, που βρίσκεται ακριβώς πάνω από την Πλατεία Διάκου, με εύκολη πρόσβαση από εκεί. Εκεί ο επισκέπτης μπορεί να απολαύσει έναν ευχάριστο περίπατο, φαγητό, καφέ ή ποτό στο δημοτικό περίπτερο με τη μαγευτική θέα στην Οίτη, την Κοιλάδα του Σπερχειού και το Μαλιακό Κόλπο. Μέσα στο καταπράσινο δασύλλιο υπάρχει το εκκλησάκι του Αγίου Λουκά, πολιούχου της πόλης της Λαμίας, ένας μικρός ναός σταυροειδής χωρίς τρούλο που χτίστηκε ως ξωκλήσι το 1910. Έχει ιστορικό ενδιαφέρον για τις μνήμες των κατοίκων λόγω της σύνδεσής του με σημαντικά ιστορικά γεγονότα, ενώ έχει χαρακτηριστεί ιστορικό διατηρητέο μνημείο από το Υπουργείο Πολιτισμού.
Το πυκνό δάσος προς την δυτική του πλευρά γειτνίαζε με βοσκοτόπια και το πανέμορφο αυτό δασύλλιο της δυτικής πλευράς ήταν τόπος ερωτικής συνεύρεσης, συνήθως κρυφής! Ήταν η γαμηστρώνα της περιοχής! Ο Αλκιβιάδης θυμάται μια ιστορία που τους έλεγε μια ανέραστη καθηγητρια των θρησκευτικών. Τους είχε πει ότι έβλεπε σκιές, κακά πνεύματα δηλαδή, σε αυτό το δάσος, γιατί έλεγε πως πηγαίνουν οι νέοι και κάνουν σεξ πριν τον γάμο. Επίσης τους έλεγε άμα έχουν κάνει σεξ πριν τον γάμο θα πάνε κόλαση.
Είχαν τελειώσει το φαγητό τους και απολάμβαναν τον απογευματινό καφε τους. Οι λάτρεις του καφέ και της μοναξιάς θα υπερασπιστούν αυτήν τη πρωινή τελετουργία, λέγοντας πως λίγος ποιοτικός χρόνος με τον εαυτό μας και μια κούπα καλού καφέ, αξίζει πολλά περισσότερα.» Ο Αλκιβιάδης δεν θα διαφωνήσει, όμως ως γνήσιος λάτρης της επαφής και της κοινωνικότητας αντιπαρέρχεται και λέει πως σαν τον απογευματινό καφέ δεν έχει. Ο απογευματινός καφές είναι ο βασικός λόγος συνάντησης με φίλους. Η έκφραση «πάμε για καφέ» είναι πια ατάκα-ορόσημο που ενώνει την παρέα, σήμα κατατεθέν χαλάρωσης και χαβαλέ. Αυτές τις στιγμές απολαμβάνουν οι δυο φίλοι μας.
«Ώρα να φύγουμε» προτείνει ο Αλκιβιάδης! Όπου να 'ναι θα δύσει ο ήλιος πίσω απ' τις κορφές στα απέναντι βουνά της Οίτης και της Γκιώνας και θα χαθεί. Κατηφόρισαν το δρόμο από το δεξιό πυκνό αλσύλλιο. Καθώς, ο ήλιος έγειρε και ο ίσκιος τους μεγάλωνε περπατούσαν αμίλητοι την επιστροφή προς την πόλη οι απέναντι πλαγιές του λόφου παίρνουν το θαμπό χρώμα στο απογευματινό σούρουπο.
Στο δρόμο ο  Αλκιβιάδης νιώθει την ανάγκη ότι θελει να ουρήσει. Ζητάει συγνώμη από τον Φίλιππο και μπαίνει μέσα στο δασύλλιο «στη γαμηστρώνα» για την ανάγκη του. Ο Φίλιππος τον ακολουθεί και αυτός μέσα στο δάσος.» Μπροστά στα πόδια τους σέρνεται μια χελώνα με μαύρο κρασπεδωτό καβούκι.
«Μια αρχαία παροιμία λέει πως αν σε κατουρήσει χελώνα είναι γούρι.» του λέει γελώντας ο Φίλιππος του  Αλκιβιάδη.
Αδειάζει την κύστη του ο  Αλκιβιάδης και ετοιμάζεται να συμμαζευτεί. Ο Φίλιππος απλώνει το χέρι να του πιάσει και πάλι τον πούτσο.
«Θέλω να τον δω,» Του λέει! Τον πιάνει με το χέρι του και του τον παίζει λίγο ανάποδα. Κάνει να γονατίσει.
Ο Αλκιβιαδης τον πιάνει όμως από τον ώμο και τον κολλάει πισωκολλητά στο κορμό του δέντρου, τον κοιτάζει στα μάτια και του λέει: «Τι είναι αυτό που ζητάς;»
«Ξέρεις τι θέλω!»
«Φίλε μου αυτό ξεχασέτο δεν θα γίνει»
«Κρίμα,» λέει αμήχανα.
«Πάρε το χέρι σου μόνο, πριν μας δουν!»
«Έχεις δίκιο, παρασύρθηκα! Ίσως κάποια μέρα ξανασυναντηθούμε, ίσως και πάλι να μην ξαναβρεθούμε ποτέ.»
Θέλεις η μοίρα, θέλεις ο χρόνος που όλα τα ισοπεδώνει στη διάβα του δεν συναντήθηκαν ποτέ ξανά!
Του Αλκιβιάδη ο ανδρικός πισινός στο μυαλό του φάνταζε ένα Φυσικό απόρθητο φρούριο που δεν επιδεχόταν κυριαρχίας!  Τα όρια της απαγόρευσης εγκατάλειψης του οχυρού είχαν καθοριστεί με εξονυχιστική ακρίβεια στο «πρακτικό» που είχε συνταχθεί στο μυαλό του.
.
Click to Open
Ο ¨Εφηβος Ωρίμασε!
.....

Πέμπτη 9 Φεβρουαρίου 2023

Kalokairi 1966

.....Καλοκαίρι του χίλια εννιακόσια εξήντα έξι.  Ο Αλκιβιάδης είχε ήδη αναχωρήσει για Αθήνα και από εκεί με την θεία του την Ερμιόνη για Μονεμβάσια. Μάλιστα, η Ερμιόνη του είχε προτείνει από το Πάσχα το καλοκαίρι να πάμε μαζί οι δύο τους ένα μήνα για καλοκαιρινές διακοπές στο χωριό! Δεν το έκρυψε ότι η πρόταση της τον ξεσήκωσε, ήταν ακριβώς αυτό που χρειαζόταν για να φτιάξει το καλοκαίρι του και ο ίδιος έδειξε αμέσως ότι την αποδέχεται με μεγάλη χαρά. Ακόμη κυριαρχούν στο μυαλό του αναμνήσεις με πάθος και έντονη νοσταλγία, απ' το τελευταίο Πάσχα στο χωριό του παππού του και η νοσταλγία του αυτή είναι και μια έντονη επιθυμία επιστροφής, με κίνητρο να βαδίσει και πάλι στα περίεργα ερωτικά µμονοπάτι του μυαλού του που τον οδηγούν στον εφηβικό έρωτα, και ο έρωτας από µόνος του είναι εφηβική επανάσταση. Σαν έφηβος που σκέπτεται την ανατροπή, του αρέσει σαν ιδέα, δεν είναι απλώς μια «ανυπάκουη» διάθεση του, αλλά μια κεντρική ψυχολογική ανάγκη για την ανάπτυξη της ταυτότητάς του. Ωριμάζοντας νιώθει πως  χρειάζεται να διαφοροποιηθεί από τους γονείς του και τους κανόνες τους, να δημιουργήσει τη δική του προσωπικότητα με δημιουργική διάθεση. Νιώθει πως βρίσκεται σε μια φυσιολογική φάση ανάπτυξης όπου η αμφισβήτηση του «παλιού» αποτελεί το θεμέλιο για την οικοδόμηση του «νέου» εαυτού του. 
Τα μικρότερα αδέλφια του ήδη είχαν αναχωρήσει σε καλοκαιρινή παιδική κατασκήνωση. Η παιδική κατασκήνωση, ήταν ένας θεσμός για τις οικογένειες το καλοκαίρι και τα μικρά αδέλφια του το απολάμβαναν να πηγαίνουν.
.....Η Ρειχιά ήταν στη νηπιακή του ηλικία η καλοκαιρινή διαμονή, διακοπές στου παππού και στη γιαγιά. Ήταν μία σχέση μεγάλης αγάπης με τον παππού και τη γιαγιά, παραμύθια, λιχουδιές, χατίρια, αλλά και καλοκαιρινές διακοπές! Μέρες ξενοιασιάς, παιχνιδιού και ανεμελιάς. Μα και στην εφηβεία του πέρασε δυο ολόκληρα καλοκαίρια εκεί στο χωριό της μητέρας τους. Η αίσθηση της μοναδικότητας και της παντοδυναμίας που ένιωθε με τον παππού του τον έκανε να αισθάνεται ψυχικά δυνατός, ικανός, του τόνωνε την αυτοπεποίθησή του. Η Ρειχιά δεν είναι μόνο βουνά. Διαθέτει και παραλίες. Οι εξαιρετικού κάλους ακρογιαλιές, που εκτείνονται από τα Καρίκια μέχρι την μονή της Ευαγγελιστρίας, περιλαμβάνουν και δύο πανέμορφες αμμουδιές. Την πασίγνωστη πλέον Βλυχάδα και τη λιγότερη γνωστή αλλά κατά την άποψη του ακόμα ομορφότερη είναι η αμμουδιά στο Παλουγγέρι στην έκβαση του ομώνυμου  φαραγγιού. Η παραλία όμως αυτή έχει δύσκολη. πρόσβαση που απαιτούνται ικανότητες ορειβάτη.  Η πρόσβαση μέσω του φαραγγιού είναι αδύνατη γιατί το φαράγγι δυστυχώς είναι σχεδόν άβατο, στερώντας από τον πολύ κόσμο την άγρια ομορφιά του.
 Στο δρόμο προς τη Βλυχάδα, τοπίο μαγικό η Ράχη. Είναι δύσκολο να πιστέψει κανείς πως πολύ κοντά σε αυτό τον ορεινό οικισμό βρίσκεται η μαγευτική παραλία της Βλυχάδας. Άγνωστη για τους πολλούς, ακριβό προνόμιο για αυτούς που την γνωρίζουν. Είναι βίωμα, μαγεία, και δεν παίρνει περιγραφή η μαγευτική αυτή παραλία, εκεί που η θάλασσα λαμπυρίζει σε χιλιάδες σταγόνες φωτός. Ένα τοπίο με μυστική παρθενικότητα, με αρώματα βουνού και ψιθύρους της θάλασσας. Παραλία δυσπρόσιτη, η επίσκεψη γίνεται μέσα από μονοπάτια με πικροδάφνες, γαλατσίδες, κιτρινοξιλιές, συκιές και σκίνα. Τα καλοκαιρινά βράδια στη Βλυχάδα είναι δροσερά. Είναι ο γλυκός νυκτερινός αέρας που κατεβαίνει από τα βουνά του Ζάρακα με τα έλατα και περνάει από τα αμπέλια, τις ελιές, τις χαρουπιές και τις συκιές και φέρνει μαζί το θυμάρι που σμίγει με τη θαλασσινή αύρα. Αυτή η αύρα είναι που μαζί με τον ήσυχο παφλασμό του νερού σε νανουρίζουν τα βράδια κοντά στο κύμα, όταν αποκαμωμένος από το κολύμπι ησυχάζεις.»
Ήταν μια πολύ όμορφη ξεχωριστή παρέα! Αρχηγός ο θείος ο Πέτρος, μαζί του και ο μικρός γιος του ο Γιαννάκης, η γιαγιά η Μαρία, η θεία Κατερίνα και ο Αλκιβιαδης. Κουβαλούσαν μαζί προμήθειες από πατάτες, κρεμμύδια, ψωμί, ελιές, λάδι, μερικά λεμόνια, τουλουμίσιο τυρί και μια μεγάλη κατσαρόλα. Με ορμητήριο το βράχο μέσα στα νερά, (Το σήμα κατατεθέν του πανέμορφου μυχού.)  είχαν τον τρόπο να προμηθευτούν τα ψάρια. Αυθεντική Μπουγιαμπέσα (Μεσογειακή ψαρόσουπα). Μάγειρας ο θείος Πέτρος.  Σύζυγος της δεύτερης αδελφής της Ιοκάστης. Έμεναν εκεί στην παραλία των εφηβικών του χρόνων, σε πρόχειρες κατασκευές τα τσαρδιά, που ήταν καλαμένιες καλύβες, σκεπασμένες με φυλλωσιές από φτέρες,για να μην μπαίνει μέσα ο ήλιος και η βροχή, και με κουρελούδες για πόρτες. Είναι οι αναμνήσεις του αυτές, η ταυτότητά του, η ιστορία του, ο σημερινός του εαυτός. Είναι οι στιγμές εκείνες που «ζωντανεύουν», την πιο νοσταλγική εποχή του χρόνου, τότε που οι μέρες έμοιαζαν ξέγνοιαστες και όλα ιδανικά. Πότε δεν έλειπαν και τα απρόοπτα συμβάντα με απρόβλεπτες εξελίξεις ή καταλήξεις! Η ευχάριστες στιγμές του καθενός στη ζωή δεν μπαίνουν στη μεζούρα του χρόνου.
Στον πάτο του γκρεμού η θάλασσα περνώντας πάνω από τα βότσαλα, εισχωρούσε στην ακτή δημιουργώντας μια αβαθή μικρή λίμνη που δεν θα ήταν περισσότερο από είκοσι, ίσως είκοσι πέντε μέτρα το πλάτος της και το μήκος της. Όταν σκούρα μπλε κύματα έρχονταν με φόρα κι ξέσπαγαν με θυμό πάνω στην αμμουδιά, το νερό που παγιδευόταν μέσα στη λίμνη ήταν διάφανο, πρασινωπό κι έμοιαζε ακίνητο. Μια μικρή λίμνη με δική της παραλία, καμωμένη από καθαρή άμμο και στολισμένη με μικρά βουναλάκια από φύκια, άλλα ξασπρισμένα από τον ήλιο κι άλλα διατηρώντας ακόμα την καφετιά γυαλάδα τους. Ένας Θεός ήξερε από πού είχαν έρθει τα φύκια. Πάντως όχι από εκεί κοντά, αφού το νερό ήταν τόσο ξάστερο, που φαινόταν καθαρά ο βυθός. «Ο βυθός είναι γεμάτος χέλια και αναδύονται στην επιφάνεια εάν ρίξεις στην λίμνη τα φυτά που ονομάζονται γαλατσίδες, (φλόμος), με τον γαλακτώδη και δηλητηριώδη χυμό που εμπεριέχεται μέσα τους.» Του λέει ο θείος του.
Ο Αλκιβιάδης έριξε μια ματιά στην Ερμιόνη να δει τι εντύπωση της είχαν κάνει τα λόγια του θείου του. Το χαμόγελο που είδε το ήξερε καλά. Λέξη δεν πίστευε από ότι είχε ακούσει για τα χέλια. Όμως, ακόμα κι αν όλα αυτά που έλεγε ο θείος του δεν ήταν αλήθεια, ακόμα κι αν δεν υπήρχαν χέλια, ένιωθε μια περιέργεια να το διαπιστώσει. Θα ήθελε, να έβλεπε με τα μάτια του, τα χέλια που έλεγε ότι είναι γεμάτος ο βυθός.
Οι Πελώριοι βράχοι ήταν τόσο εντυπωσιακοί, που ο Αλκιβιάδης πήρε την απόφαση να ανεβεί μέχρι τη κορυφή τους και από εκεί στο χορταριασμένο πλάτωμα που τριγύρω είχε φραγκοσυκιές, αθάνατους κι ένα σωρό θάμνους από γαλατσίδες.  Άρχισε να ψάχνει γύρω του προσπαθώντας να βρει κάποιο πέρασμα. Έψαχνε για ώρα και ήταν έτοιμος να τα παρατήσει απογοητευμένος. Στην πλαγιά την άνοιξη είχε βλάστηση αλλά το καλοκαίρι το χώμα ήταν κατάξερο και αφιλόξενο. Ξαφνικά το βλέμμα του έπεσε πάνω σ' ένα φιδογυριστό κομμάτι γης που φαινόταν πατημένο. Μάλλον κάποιο παλιό μονοπάτι, που όμως είχε παρασυρθεί από χειμωνιάτικες νεροποντές χρόνων μέχρι να σβηστεί τελείως. Ένα μονοπάτι κακοτράχαλο, απότομο, διαβρωμένο, που εσύ αν δεν το ήθελες μια, εκείνο δεν σε ήθελε δέκα. Κι όμως αποφάσισε ότι θα μπορούσε να το ακολουθήσει. Σκαρφαλώνει λίγο ψηλότερα σε μια άλλη γυαλιστερή εσοχή του παραλιακού γκρεμού και αρκουδίζει αναζητώντας τα μαγικά εκείνα φυτά  που θα βγάλουν τα χέλια από την φωλιά τους. Κάτω στην αμμουδιά η φιγούρα της Ερμιόνης να τρέχει πέρα δώθε θορυβημένη, και η αχνή φωνή της να φτάνει στ’ αυτιά του. «Πρόσεχε.» Του λέει «Πρόσεχε που πατούν τα πόδια σου.»
«Εντάξει, εντάξει! Καλά, ντε! Μη φωνάζεις!: Προσέχω.» Της λέει ο Αλκιβιάδης
Τώρα η αμμουδιά είναι κάτω χαμηλά και τα αγωνιώδη καλέσματα της Ερμιόνης ακούγονται καθαρά αλλά μακρινά.  Το πόδι του στερεώνεται σε κάτι ρίζες που ξεριζώνουν γιατί είχε κλείσει ο κύκλος της ζωής τους και μαζί αποκολλάται και ένα κομμάτι στρώμα εδάφους του στέρεου κόσμου που τελικά δεν είναι τόσο στέρεος από την απότομη πλαγιά και ξαφνικά χάνει τη στήριξή του και κατρακυλά μαζί με τις πέτρες ορμητικά προς τα κάτω, με τα χέρια τεντωμένα γλιστρά στον κατήφορο. Κι έρχεται να σταματήσει με μια πνιχτή ανάσα πόνου επάνω σε πουρνάρια και αγκάθια, προσβεβλημένος τόσο που αρνείται να βάλει τις φωνές. Η Ερμιόνη από κάτω τον κοιτά παγωμένα με μια έκφραση αγωνίας, έκπληξης, και τρόμου. Ένοιωσε ότι τη κτύπησε αστροπελέκι. Μούδιασε ολόκληρη. Ο Αλκιβιαδης την κοίταξε σαν χάννος. Προσπάθησε να χαμογελάσει, αλλά αισθανόταν το στόμα του όπως τότε που είχε κτυπήσει την κάτω σιαγόνα του πέφτοντας µε το ποδήλατό του στη διαδρομή από τα Καμένα Βούρλα στον Άγιο Κωνσταντίνο. Σ' ένα εποχιακό λάκκο στο παράδρομο της εθνικής οδού. Τώρα χαμογέλασε. Κατάφερε τουλάχιστον να διπλώσει τα χείλη του σε κάτι που έπρεπε να περάσει για χαμόγελο. Αν και νιώθει τον πόνο σαν βελονιές στο σώμα του, προσπαθεί να ηρεμήσει την Ερμιόνη να συνέλθει από τις σκέψεις ότι κάτι δυσάρεστο θα μπορούσε να του συμβεί και από την αρχική τρομάρα που πέρασε εξ αίτιας του.  Στάθηκε όσο πιο πίσω μπορούσε, του φάνηκε πιο σώφρον. Υπήρξε μια σύντομη στιγμή απόλυτης σιγής, έμοιαζε λες κι ακόμα και ο κυματισμός της παλίρροιας είχε πέσει ξαφνικά Την κοίταξε ενώ πάσχιζε να αναπνέει κανονικά. Τον πλησίασε µε μεγάλες δρασκελιές, και ο θόρυβος που έκανε στο χαλίκι της παράλιας ήταν ο μοναδικός ήχος στην κατά τα άλλα σιγή. Κοντοστάθηκε ακριβώς μπροστά του. Κατά βάθος ο Αλκιβιαδης περίμενε ότι θα τον χαστούκιζε. Ή ότι θα χτυπούσε τις γροθιές της στο στήθος του. Κοντολογίς, ότι θα του έκανε έκανε σκηνή. 
«Ερμιόνη» είπε – αλλά προς στιγμήν δεν ήξερε πώς να συνεχίσει. «Ερμιόνη» συνέχισε. «Μη μου φωνάξεις. Ηρέμησε. Γλίστρησα. Μα είμαι μια χαρά. Το βλέπεις;» Για ένα δύο δευτερόλεπτα φάνηκε να πτοείται από την αντίδραση του αλλά όντως όχι πάνω από ένα δύο δευτερόλεπτα. Η Ερμιόνη είναι πολύ αναστατωμένη. Τον κατηγορεί που δεν άκουσε τις συμβουλές της. Είναι σε έξαλλη  κατάσταση και θυμωμένη για τα όσα συνέβησαν. «Είχε μαλλιάσει η γλώσσα σου να λέω να μην επιχειρήσεις να ανέβεις στο βράχο. Είσαι αγύριστο κεφάλι. Δεν συμμορφώνεσαι.» Τώρα που τον βλέπει αρτιμελή και μ' ελάχιστους μώλωπες της βγαίνει ένας θυμός μια ενστικτώδης φυσική επιθετική αντίδραση και εξοργισμένη προσπαθεί να εξωτερικεύσει το θυμό της να τον βγάλει από μέσα της. Τώρα είναι που θέλει να τον βρίσει να του φωνάξει, να τον κτυπήσει να του δώσει μπουνιές. Μα δεν έκανε τίποτε απ’ όλα αυτά. Ο Αλκιβιαδης προσπαθει να περιορίσει τις εξοργισμένες αντιδράσεις της και να ελέγξει την επιθετικότητα της. «Ηρέμησε σε παρακαλώ. Μπορεί να έκανα λανθασμένους υπολογισμούς στο μονοπάτι. Το παραδέχομαι. Έχεις δίκιο.»
Η Ερμιόνη κοίταξε την κατάσταση των χεριών του κι ύστερα το πρόσωπό του µ’ ένα ερωτηματικό βλέμμα! Στην ησυχία την άκουσε να βγάζει έναν βαθύ αναστεναγμό. Το είδος αναστεναγμού που βγάζει κάνεις από ανακούφιση. Εν τέλει οι κακές στιγμές φεύγουν όπως η ξαφνική νεροποντή. Ο Αλκιβιάδης χαμογελά συγκαταβατικά όλο μαλαγανιά και αθωότητα για να αποφορτίσει το κλίμα, και να την καθησυχάσει. «Σταμάτα να φωνάζεις και άκουσε: Σ' αγαπώ Θειούλα μου! Σε λατρεύω, ηρέμησε σε παρακαλώ.»  
....Πίσω στη γειτονιά τους στο ρέμα αυτόν τον Αύγουστο.επικρατεί μια καλοκαιρινή χαλάρωση. Ο Λυκούργος βρίσκεται στην Υπάτη, η εταιρεία που εργάζεται είχε αναλάβει μια μεγάλη επαγγελματικη οικοδομή. Τα κορίτσια τους επίσης είναι σε καλοκαιρινές διακοπές στους γονείς του Λυκούργου στην Ευρυτανία. Από την παρέα έχουν μείνει πίσω στο ρέμα η Πανδώρα η Ιοκάστη και ο Κλέαρχος. Το εργοστασιακό συγκρότημα που εργάζονται βρίσκεται σε παύση αναμένοντας την νέα σοδειά του βαμβακιού και  των ορυζώνων. Η Ιοκάστη εργάζεται περιστασιακά πάλι σε σπίτια και ο Κλέαρχος ως συνήθως άνεργος τον περισσότερο καιρό. Τελευταία τον ταλαιπωρούσαν συμπτώματα κολικού του νεφρού και όταν εμφανίστηκαν τα ύποπτα συμπτώματα ,χρειάστηκε χορήγηση φαρμακευτικής αγωγής για την αντιμετώπιση τους. Θεωρήθηκε απαραίτητο η εισαγωγή του για θεραπεία σε κλινική για νοσοκομειακή περίθαλψη, θεραπεία που απαιτούσε την παραμονή του στο νοσηλευτικό ίδρυμα! Όταν η Ιοκάστη αναχώρησε από το νοσηλευτικό ίδρυμα, ο Κλέαρχος  «έμεινε σε καλά χέρια». Από ότι φημολογείτο μια νοσοκόμα της βάρδιας είναι «Νύμφω» και παλιά γνώριμη του Κλέαρχου.  Έχει και στα χέρια της μελέτη που ισχυρίζεται ότι βρήκε τη λύση ώστε να καταφέρνει ο οργανισμός να αποβάλλει εύκολα τις πέτρες, κι αυτή η λύση δεν είναι άλλη από το πολύ σεξ. Στον Κλέαρχο κάποιοι «καλοθελητές» λένε ότι αυτή την θεραπευτική μέθοδο την είχε προγραμματίσει με αυξημένη δόση στην θεραπεία του. Τελικά έχει πέραση και στις νοσοκόμες. Αρέσει ακόμα. Τράβαγε σαν μαγνήτης όλα τα νυμφίδια και τις εύκολες.
Γυρίζοντας η Ιοκάστη σπίτι ήταν ένα όμορφο Αυγουστιάτικο βράδυ, καθώς τα φυτά στις γύρω αυλές σκορπούσαν σαν βάλσαμο την ευωδιά τους, τα αστέρια ψηλά διαγράφανε την τροχιά τους και το μουρμούρισμα από το λιγοστό νερό στο ρέμα, αργό-κυλούσε σιγανά και μιλούσε στις ψυχές. Βόρειο δυτικά του σπιτιού υπήρχε ένα κατηφορικό πλάτωμα που έφθανε μεχρι την πλούσια βλάστηση της υπερυψωμένης όχθης του ρέματος με δεκάδες δέντρα, από, συκιές, ευκαλύπτους και ακακίες που «έφτιαχναν» ένα μικρό δάσος κυριολεκτικά δίπλα στα σπίτια. Εκεί κούρνιαζαν καρακάξες με τα εντυπωσιακά ιριδίζοντα φτερά τους, με τις μεταλλικές πράσινο-κυανές ανταύγειες, και τα στριγκά, καλέσματα τους, σπουργίτια, μέσα σ' ένα όργιο από φωνές και μερικές κουκουβάγιες. Μια τέτοια βραδιά κρατούσε μέσα της τη χαρούμενη υπόσχεση μιας καινούργιας ηλιόλουστης μέρας όλο ξεγνοιασιά, μιας μέρας προικισμένης με χίλιες δυο, αμέτρητες ευκαιρίες για χαρές και περιπέτειες. Ένοιωθε τόσο κουρασμένη που το μόνο που χρειάζεται είναι ένα χαλαρωτικό ντους. Στάθηκε απέναντι από τον καθρέφτη και κοίταξε το κουρασμένο και θλιμμένο της πρόσωπο. Δεν ξέρει από πότε έχει γίνει έτσι. Βασικά δεν θυμάται... πάει καιρός από τότε. Βρήκε τον εαυτό της να μπαίνει σε σκέψεις και αμέσως σταμάτησε. Δεν της αρέσει πλέον να σκέφτεται, μόνο να ζει τις στιγμές. Παλιά, συνέχεια σκεφτόταν και πιστεύει πως η πολύ σκέψη την άλλαξε και την έφερε σε αυτήν την κατάσταση. Παλιά, συνέχεια σκεφτόταν τις συνέπειες για το κάθε τι... πήρε μια βαθιά ανάσα και γδύθηκε, έβαλε τα ρούχα της διπλωμένα στο καλάθι των άπλυτων, άνοιξε το ντους. Μετά από μια γεμάτη ένταση ημέρα προσπαθούσε να αναπτύξει μια θετική αντίληψη για τα πράγματα. «Δεν χρειάζεται να φοράς ροζ γυαλιά πρωί βράδυ για βλέπεις τα θετικά της ζωής. Σκέψου θετικά και σίγουρα το σύμπαν θα συνωμοτήσει για να φέρει αυτό το θετικό που ζητάς.» Μιλούσε με τον εαυτό της. Έφτιαξε το νερό στη θερμοκρασία που της αρέσει και μπήκε μέσα. Χρησιμοποίησε το αφρόλουτρο και ξεκίνησε να το απλώνει με τα χέρια της παντού.  Το απολαμβάνει, τα χέρια της γλιστρούν σε όλο της το κορμί.
Σαν ν' άκουσε τη φωνή της Πανδώρας.
«Χτύπησε κανείς την πόρτα μου;» Ρωτάει.
Δεν έβρισκε το μπουρνούζι της, άρπαξε μια απαλή λευκή πετσέτα , τύλιξε το γυμνό κορμί της, τύλιξε και τα μαλλιά της πρόχειρα με μια πετσέτα  και πήγε ν' ανοίξει την πόρτα.
Εκεί στεκόταν η Πανδώρα με ένα εξαιρετικά κολλητό καλοκαιρινό μαύρο μπλουζάκι, το οποίο άφηνε να καταλάβεις ότι από μέσα δε φορούσε σουτιέν, κι ένα μαύρο κολλάν που άφηνε τα θεσπέσια κωλομέρια της να διαγράφονται. Κρατούσε ένα μπουκάλι κρασί και είχε μια εντελώς αλέγρα συμπεριφορά. κάτι που έκανε την Ιοκάστη να δυσανασχετήσει, αλλά δεν το έδειξε..
«Κορίτσαρος! συγγνώμη που σε διακόπτω μα μήπως χάσατε κάποια κοπέλα αδύνατη, κοκκινομάλλα με βιολετί μάτια; Έχει και εκφραστικό πρόσωπο, και μου είπαν ότι την περιμένατε να σου διώξει την μοναξιά.» Η πόρτα άνοιξε και την προσκάλεσε. Μάλλον ανόρεχτα, είναι η αλήθεια. Σκεφτόταν ότι η Πανδώρα ήταν προικισμένη με αρκετή περιέργεια και της άρεσε να έχει κάποιον να κουβεντιάζει ενώ εκείνη δεν ένοιωθε μοναξιά. Η Ιοκάστη απλώς εκείνες τις στιγμές θα προτιμούσε να μείνει μόνη.

Click to Open
Ο λόφος του Αγίου Λουκά!
.....

Τετάρτη 8 Φεβρουαρίου 2023

Efivikes Foyskodendries

.....Χίλια εννιακόσια εξήντα έξι! Είναι τέλος του Μάρτη  ή πρώτες ήμερες του Απρίλη και παραμονές του Πάσχα όταν η θεία του η Ερμιόνη τον προσκάλεσε να πάνε μαζί στο χωριό για τη Γιορτή του Πάσχα. Ηταν προτροπή της Ιοκάστης στην αδελφή της, να πάρει μαζί και μεγάλο τον ανιψιό της, να αποδράσει από τα καθημερινά του, γιατί τώρα τελευταία της διαμαρτυρόταν οι είχε επιθυμήσει να δει τον παππού και τη γιαγιά του. Και είναι αλήθεια πως ο Αλκιβιάδης ένιωθε ανεκτίμητη την αξία του δεσμού του με τη γιαγιά και τον παππού του (τους γονείς της μητέρας του). Μαζί τους ένιωθε η σχέση αυτή  ότι του προσφέρει μια αίσθηση συνέχειας και γνώσης στις ρίζες του. 
Η Ερμιόνη ήταν το δέκατο παιδί της οικογένειας το έκτο εν ζωή. Το στερνοπούλι τους. Το πιο νέο και αγαπητό μέλος της οικογένειας, η όμορφη Ερμιόνη. Η αγαπημένη του θεία και ο φαντασιακός παιδικός του έρωτας. Είχαν μόνο έξη-επτά χρόνια διαφορά. Στο εσωτερικό του κόσμο από πάντα θυμάται πως ήταν ριζωμένο το συναίσθημα ότι είναι η μεγαλύτερη και αξιολάτρευτη αδελφή του. Η πάντα αισθησιακή και ιδιαίτερη φωνή της ερχόταν να ταιριάξει απόλυτα με την εμφάνιση της χαριτωμένης και  όμορφης θείας του! Της αδελφής της Ιοκάστης, η οποία τώρα ήταν μια είκοσι-δυάχρονη γυναίκα. Μια ευαίσθητη, χαρούμενη και όμορφη παρουσία, που ενσάρκωνε τη φυσική κομψότητα. 
Εν αντιθέσει με την αδελφή της, την Ιοκάστη, μια γυναίκα στιβαρή, ανθεκτική στη σκληρή δουλειά, ικανή για να αντεπεξέλθει στις πιέσεις της καθημερινότητας και τα οικογενειακά της βάρη.. Ο Αλκιβιαδης πολύ μικρός θυμάται τα πρώτα χρόνια η Ιοκάστη νεαρή γυναίκα ακόμη όταν τα καλοκαίρια πηγαίναν για μπάνια στην Αγία Μαρίνα. Δεν είχε μαγιό και έμπαινε με το ελαφρύ καλοκαιρινό φουστάνι στη θάλασσα. Όταν έβγαινε περπατώντας στο νερό το φόρεμα κολλούσε πάνω στο γεροδεμένο σώμα της και η όλη παρουσία της να εκπέμπει έναν σαγηνευτικό ζωικό ερωτισμό. Η κίνηση, το λίκνισμα του σώματος της Ιοκάστης σε συνάρτηση με το περιβάλλον δημιουργούν μια αισθησιακή παρουσία, αυτή την πηγαία θέρμη που εξέπεμπαν οι φυσικές καμπύλες του  κορμιού της.
..Όταν είσαι δέκα έξι χρονών η ηλικία ευνοεί νέα ξεκινήματα, νέες ευκαιρίες να αποκτήσεις νέους φίλους και να γίνεις ιδιαίτερα δημοφιλής..Ο Αλκιβιάδης  πάντως ήταν έτοιμος! Δεν έχασε την ευκαιρία. Είναι πλέον και επίσημα δέκα έξι χρονών. Παρέα με την Ερμιόνη μια Τετάρτη πρωί βρίσκονται στον λιμένα του Πειραιά και στο κατάστρωμα του επιβατηγού πλοίου «Μυρτιδιώτισσα» με το χαρακτηριστικό ασπρόμαυρο σκαρί και την κιτρινόλευκη τσιμινιέρα: Το καράβι που έκανε τη λεγόμενη  «μαύρη» γραμμή. Δρομολόγιο από Πειραιά προς Κυπαρίσσι, Γέρακα, Μονεμβασιά, Νεάπολη, Ελαφόνησο, Αγία Πελαγία, Καψάλι, Πόρτο Κάγιο, Κυπριανό, Σολοτέρι, Γύθειο, Καψάλι, Αντικύθηρα.. Λιμάνια δεν υπήρχαν βέβαια και η αποβίβαση δεμάτων και επιβατών γινόταν με βάρκες. Η πρόσβαση από τη στεριά ήταν πολύ δύσκολη εκείνα τα χρόνια.
Ήταν σούρουπο, με ένα εντυπωσιακό σκηνικό όταν έγινε ο κατάπλους του πλοίου στον κόλπο του Γέρακα. Ο ουρανός είχε πάρει κόκκινο χρώμα ανάμεσα στα σύννεφα, όταν ο ήλιος έδυε πάνω από το λακωνικό κόλπο εκεί όπου η πλαγιά του βουνού στο Γέρακα έμπαινε στη θάλασσα. Το ηλιοβασίλεμα στο κόλπο του Γέρακα είναι κατά γενική ομολογία, μία από τις πιο ωραίες εικόνες της φύσης που συναντάς στην Ελλάδα. Ο Γέρακας είναι ένα μικρό παραθαλάσσιο χωριό, το οποίο είναι χτισμένο κυριολεκτικά μέσα σε ένα Φυσικό Φιόρδ: Πρόκειται για έναν στενό όρμο που εισχωρεί στην ξηρά, δημιουργώντας ένα απάνεμο φυσικό λιμάνι. Τα φυτά της λιμνοθάλασσας έχουν κοκκινωπή απόχρωση, δίνοντας ένα ιδιαίτερο οπτικό αποτέλεσμα. Το οικοσύστημα της λιμνοθάλασσας είναι σημαντικό καταφύγιο για αποδημητικά πτηνά και ερωδιούς, ενταγμένο στο δίκτυο NATURA 2000.
Θα 'ταν περασμένα μεσάνυχτα όταν φτάσανε από τον Γέρακα στη Ρειχιά και στο πατρικό σπίτι, του παππού του. Θερμές χειραψίες, αγκαλιές φιλιά και πολλά χαμόγελα από τους πολυπληθείς  συγγενείς που ήρθαν να πουν το καλωσόρισες. Ο Αλκιβιάδης όπως το συνήθιζε από τις πρώτες ώρες, κόλλησε με τον πληθωρικό παππού του μια έντονη προσωπικότητα, ένας άνθρωπος ζωντανός, με χιούμορ, που γεμίζει τον χώρο με την παρουσία του. ένιωθε οικειότητα, άνεση όταν περνούσε το χρόνο μαζί του, απολαμβάνοντας την διάθεση του για διηγήσεις. Του έλεγε ιστορίες πολλές με γλαφυρό, άμεσο και παραστατικό λόγο και του πρόσφερε απλόχερα αγάπη και συμβουλές. Ένας παππούς που κατάφερνε πάντα να του εξάπτει τη φαντασία μετατρέποντας σε παραμύθι την οικογενειακή τους ιστορία. Μια βόλτα στα μάντρα με τα γίδια, μια επίσκεψη στα μελίσσια του με τις παραδοσιακές κυψέλες τα κοφινέλια, μια επίσκεψη στην τούρλα τους το μεγαλιθικό κτίσμα όπου λημέριαζαν το καλοκαίρι τα κοπάδια τους, γινόντουσαν λεκτικές εικόνες, και παραδείγματα που «ζωγράφιζαν» αυτό που του περιέγραφε, κάνοντας τον λόγο του να μοιάζει με παράσταση. Μετέτρεπε σε παραμύθι ένα απλό ταξίδι στη γειτονική Μονεμβάσια. Ο παππους του έτρεχε με τη φαντασία του πίσω από τα νιάτα του, χαζεύοντας τους σύγχρονους ρυθμούς ζωής. Ο «Ψεύτης παππούς» που τον πήγαινε όσο πιο μακριά γινόταν στη δική του φαντασία. Ένιωθε πολύ τυχερός που έχει έναν τέτοιο παππού με τόσες γνώσεις και εμπειρίες της καθημερινής ζωής.
Ο παππους τον ρώτησε με το σχολείο πως τα πάει. Του εξομολογήθηκε ότι δεν είναι ιδιαίτερα επιμελής, γιατί προτιμά να λειτουργεί αυθόρμητα και όχι με πρόγραμμα, αλλά προσπαθεί να ευχαριστεί τους δασκάλους του και το αποτέλεσμα είναι πάντα καλό. Χωρίς έπαρση και προβολή του εκμυστηρεύτηκε πως σύμφωνα με τον δάσκαλο του, είναι κάλος μαθητής, αγαπά τη μάθηση και έχει έντονη περιέργεια για τον κόσμο γύρω του και αυτό τον κάνει να ψάχνει και να εξερευνά, να αναζητά νέες πηγές και να διαβάζει επιπλέον υλικό για να εμπλουτίσει τις γνώσεις του.
Ο Αλκιβιάδης θυμάται και ανακαλεί τις μνήμες του με τον παππού του, όλα εκείνα τα ξεχωριστά που του άρεσαν, όλα εκείνα τα ιδιαίτερα που ήθελε για πάντα να κρατήσει, τις υπέροχες στιγμές του με τον παππού του. Και φυσικά πάντα υπάρχει ο παππούς στη σκέψη του και στις αναμνήσεις του.
....Δεν είχαν  ακόμη ούτε μια εβδομάδα καλά καλά στο χωριό όταν τον έπιασαν οι φουσκοδεντριές. Μία τυχαία εξέλιξη στο τέλος της πρώτης εβδομάδας του εξάπτει τους πρώιμους νεανικούς πόθους που νιώθουν οι πάσης φύσεως ξαναμμένοι. Ήταν άνοιξη η φύση τριγύρω του οργίαζε από τη βλάστηση και τα κλαριά των δέντρων είχαν φουσκώσει από ζωή, έτοιμα να πετάξουν τους πρώτους καρπούς. Ο Αλκιβιάδης έχοντας «απασφαλίσει» σαν έφηβος αναζητούσε μια γνωριμία μία τυχαία συνάντηση με ερωτική διάθεση. Που αν ευοδωθεί, σημαίνει περιπέτεια, ανατροπή, και το αναπάντεχο συμβάν να  πάρει μια απρόσμενη τροπή, σπάζοντας τη ρουτίνα και την μονοτονία του χρόνου που του κυλούσε αδιάφορα μέχρι χθες.
Ηταν Κυριακή των Βαΐων ξημέρωμα! «Κοιμάσαι;» τον ρώτησε η θεία Ερμιόνη επιφυλακτικά. «Μμ», μούγκρισε και ενστικτωδώς κοίταξε το ξυπνητήρι δίπλα στο κρεβάτι του. Το ρολόι είχε τεράστιους φωσφορίζοντες δείκτες, αλλά μες στη θολούρα του πρωινού ξυπνήματος του ήταν αδύνατο να διαβάσει την ώρα. Η εικόνα από τους δείκτες του ρολογιού που προβαλλόταν στον αμφιβληστροειδή του και το μέρος του μυαλού του που την επεξεργαζόταν είχε αποσυντονιστεί, σαν μια γιαγιά που προσπαθεί μάταια να περάσει στη βελόνα της την κλωστή. Ο εγκέφαλος του χρειάστηκε χρόνο για να μεταβεί από τον ύπνο στην εγρήγορση. Η Ερμιόνη άνοιξε το παράθυρο και το φυσικό φως και η κίνηση βοήθησαν τον εγκέφαλο του να αντιληφθεί ότι η μέρα ξεκίνησε. Στα ανατολικά, στη Κουλοχέρα φέγγιζε για τα καλά και τα κοκόρια, είχαν σωπάσει να λαλούν εδώ και κάμποση ώρα που τα άκουγε να λαλούν με όλη τους την ψυχή λες και θελαν να πάρουν εκδίκηση από κάποιον. Της είχε υποσχεθεί της θείας Ερμιόνης να πάνε μαζί στην εκκλησία. Από το πρωί πιστοί σε όλο το χωριό προσέρχονταν στο ναό για να εκκλησιαστούν.
Είχε αναγιγνωστεί η οπισθάμβωνος ευχή, η οποία αποτέλεσε μέρος της ευχαριστίας για τη Θεία Κοινωνία, ο ιερέας εκφώνησε στο τέλος της ακολουθίας, την ολοκλήρωση της Θείας Λειτουργίας και άρχισε να γίνεται η διανομή του αντίδωρου όταν οι πρώτοι πιστοί ξεκίνησαν για τον εξωτερικό περίβολο του ναού. Στη συνέχεια παρέες-παρέες ξεχύθηκαν περπατώντας με προορισμό την κεντρική πλατεία του χωριού. Η κεντρική πλατεία αποτελούσε το σημείο συνάντησης, την «καρδιά» του χωριού, όπου συγκεντρώνονταν οι κάτοικοι, στα δυο καφενεία και πραγματοποιούνταν κοινωνικές συναθροίσεις. Η διαδρομή από τον περίβολό της εκκλησιάς προς την πλατεία γινόταν μέσα από έναν πλακόστρωτο στενό δρόμο.
Τότε είδε το κορίτσι! Κοντοστάθηκε και την κοίταζε! Ακολουθώντας το δρόμο της συνέχισε να την κοιτάζει και είχε ολοκληρωτικά μαγευτεί. Τη λογάριασε χονδρικά, δέκα πέντε, με δέκα έξι χρονών. Επιτέλους, κάποια στιγμή γύρισε και τον είδε. Κοιτάχτηκαν στο ίδιο ύψος. Συναντήθηκαν τα βλέμματα τους. Ήταν κι άλλοι γνώριμοι γύρω, αλλά τώρα εκεί στο έμπα της πλατείας του χωριού μόνο ένα πρόσωπο είχε σημασία. Εκείνη. Δεν ήταν απλό όνειρο. Ήταν εκεί, μπροστά του, ολοζώντανη. Θυμάται κάθε λεπτομέρεια απ’ το πρόσωπο της, κάθε φακίδα, κάθε κίτρινο ίχνος στη γαλάζια ίριδα της.. Φορούσε ένα φουστάνι απ’ αυτά με τις τιράντες. Η ίδια κοιτά μπροστά της ανέκφραστη. Αστραφτερή διασχίζει το πλακόστρωτο προκαλώντας τις διακριτικές ματιές του. Έμεινε να κουνάει τα μάτια του πέρα-δώθε, σαν εκκρεμές, για λίγα δευτερόλεπτα, μπορεί μόνο για ένα ή δύο, δεν ξέρει. Αλλά θυμάται, σαν να ‘τανε ταινία, να βλέπει το προφίλ της με τη λεπτή μύτη τη σχεδόν διάφανη εκείνη τη στιγμή στο φως του Ήλιου που είχε ανέβει στο στερέωμα. Του ήλιου που χυνόταν στα μπαλκόνια και έκανε τα λουλούδια στις γλάστρες ν’ ανάβουν με ζωηρά κόκκινα και πορτοκάλια χρώματα. Ήταν ένα μελαχρινό κορίτσι με δέρμα στο χρώμα του ώριμου σιταριού, με ζουμερές καμπύλες και μ' ένα προσωπάκι ζωγραφιά, η αιτία πού προερχόταν ένα μούδιασμα στα πόδια και η καρδιά του να χτυπά λίγο πιο γρήγορα. Ένα απαλό ρίγος αξεδιάλυτα δεμένο με μια ύπουλη σεξουαλική επιθυμία. Όταν την είδε πρώτη φορά κάτι σκίρτησε μέσα του, του ερέθισε το μυαλό σαν να τον κτύπησε η φθινοπωρινή τραμουντάνα του Μυρτώου πελάγους. Δεν ήθελε μονάχα να την κοιτά. Kάτι παραπάνω επιθυμούσε. Όλα ήταν μια ερωτική επιθυμία που πλανιόταν μέσα του, κι όπως η φωτιά έχει ανάγκη από οξυγόνο, έτσι και η επιθυμία είχε ανάγκη από ανταπόκριση. Οι επιθυμίες πάντα θα περιμένουν μια δικαίωση, μια ανταπόδοση. Έχουν ανοιχτούς λογαριασμούς με τη ζωή. Ζητούν μερίδιο, φορούν κόκκινο κραγιόν κι έχουν φιλήδονα χείλη. Και είναι η εποχή που η καύλα, αφόρητη κόλαση, τον ακολουθεί. Σε κάθε υποψία γυμνού δέρματος που διακρίνεται ανάμεσα απ’ τα ρούχα, στο παραμικρό φύσημα του αέρα που αναστατώνει τα μαλλιά ή τη φούστα μιας περαστικής, μια ιδιαίτερη βραχνάδα στη φωνή, ένα τυχαίο άγγιγμα στο μετρό ή στον κινηματογράφο, είναι αρκετά για να τινάξουν σπινθήρες μες στο μυαλό του και να πυροδοτήσουν εκρήξεις στο σώμα του. Πόσο μάλλον ένα φιλί ή η λεπτή μυρωδιά ενός ιδρωμένου κορμιού, που τον παρασέρνει σε μια ενστικτώδη ανάγκη για σεξουαλική δραστηριότητα και σωματική ηδονή. Σήμερα νιώθει, την ανάγκη αυτή τη θηλυκή οπτασία να την αγγίξει, να τη μυρίσει να τη φιλήσει και να την κάνει να νιώσει όμορφα στην αγκαλιά του. Τις επόμενες ημέρες το προσπάθησε ακολουθώντας τις χαρακτηριστικές συμβουλές του σοφού παππού του! «Γιε μου,» του έλεγε, «η ημέρα που σπέρνεις τον σπόρο δεν είναι η ημέρα που τρως τον καρπό. Η επιμονή και η υπομονή είναι τα «καύσιμα» που εξασφαλίζουν ότι η προσπάθεια θα καρποφορήσει, ακόμα και αν χρειαστεί χρόνος.»
Μάταια δεν υπήρξε αποτέλεσμα, συνάντησε τοίχο απροσπέλαστο, βρήκε πόρτες κλειστές και οι προσπάθειες του έπεφταν στο κενό. Η Ερμιόνη φοβήθηκε με αυτή την επιμονή του και την αδρεναλίνη του στα ύψη. «Όλοι τα περνάνε αυτά! Στην αρχή τουλάχιστον της εφηβείας τους» του είπε.
«Εύκολα είναι να δίνεις συμβουλές όταν πρόκειται για τους άλλους, έτσι δεν είναι; Εσύ πες μου δεν έχεις νιώσει ούτε μια φορά στη ζωή σου έτσι;» της πέταξε αυτός. 
Η Ερμιόνη, σοβαρεύτηκε. Του έβγαλε κήρυγμα και του ‘δώσε μερικές συμβουλές για τις παρορμήσεις του που αν τις υποτάξει θα ‘χουν γλιτώσει από τυχόν άσχημα προβλήματα .
«Σου ζητάω απλώς να είσαι προσεκτικός! Νομίζω πως μπορώ να σου εκφράσω τη γνώμη μου, δεν νομίζεις;», του είπε, έχοντας τώρα πάρει ένα ύφος σαν να ικέτευε. «Σου ζητάω απλώς να είσαι προσγειωμένος και συνετός. Συγκρατήσου για να μην μας δημιουργήσεις προβλήματα.» Συμπλήρωσε.
«Ερμιόνη μου γλυκιά μη με μαλώνεις, είπα να δοκιμάσω, κακό είναι να φλερτάρω κάτι που μου αρέσει; αν το δούμε στατιστικά είναι πολύ πιθανό να πετύχει. Εντάξει, δώσε μου ένα καλό λόγο γιατί με αρνείται πεισματικά και σου υπόσχομαι δεν πρόκειται να την ξαναενοχλήσω.»
Όσο και να το ήθελε δεν μπορούσε να έκανε και κάτι διαφορετικό. Είχε γευτεί την πρώτη εφηβικη του απόρριψη ο εγωισμός του δέχτηκε πλήγμα και αυτό τον πληγώνει αλλά δεν θα πέσει στα πατώματα κιόλας όταν η κοπελιά του έριξε άκυρο! Όλα στη ζωή είναι ένα τυχερό παιχνίδι. Έτσι και στον έρωτα, οι πιθανότητες να κερδίσει ή να χάσει ήταν 50-50! Ρίσκαρε αλλά δε χαλάστηκε ιδιαίτερα που έφαγε χυλόπιτα γιατί το έχει υπολογίσει σαν ενδεχόμενο!
«Κάποια μέρα θα παντρευτείς ένα καλό κορίτσι και θα  ξεχάσεις εντελώς τα εφηβικά σου σκιρτήματα. Αυτό που εννοώ είναι ότι δεν πρέπει να είσαι βιαστικός!» Του είπε η Ερμιόνη.
«Θα το θυμάμαι αυτό», είπε αυτός.
Οι διακοπές για τις γιορτές του Πάσχα τελείωσαν. Το λεωφορείο για Μολάους γεμάτο από κόσμο. Συνωστισμός. Απίστευτο στρίμωγμα. 
..Να-τη πάλι!  «Θεέ και Κύριε!, ο οποίος με προίκισες με επιθυμίες εισάκουσε την προσευχή μου.»
«Είπες κάτι;» Τον ρωτάει η Ερμιόνη όταν τον άκουσε να μουρμουρίζει!
«Ναι! Λέω την προσευχή της χαραυγής μπας και με εισακούσει ο «αποπάνω!»»
«Με δουλεύεις;»
Το μελαχρινό κοριτσόπουλο καταφθάνει αργοπορημένο και η καρδιά του σφίχτηκε όταν έφτασε κοντά τους. 
«Είναι με τη μητέρα της» τον πληροφορεί η Ερμιόνη.
«Αυτή είναι η μητέρα της; Αα! Καλά λένε πως η διαδρομή της ομορφιάς, περνάει από τη μία γενιά στην άλλη»
«Ήσυχα και σε θέλω φρόνιμο και συνετό.» Του λέει.
Κάθεται στο τέλος του συνωστισμού και μπαίνει μαζί τους στο λεωφορείο. Δεν έχασε την ευκαιρία να στριμωχτεί κοντά της, Το λεωφορείο ήταν πια φίσκα. Υπήρχαν τόσοι επιβάτες σ’ αυτό το μικρό χώρο και όλοι στεκόντουσαν πολύ πιο κοντά από όσο θα θέλανε υπό φυσιολογικές συνθήκες. Ένας ψηλός, επιβάτης χρειάστηκε να γείρει λιγάκι μπροστά για να μπορέσουν οι πόρτες να κλείσουν πίσω του. «Προχωρήστε στο βάθος, παρακαλώ», ακούστηκε η ευγενική αλλά ψυχρή φωνή ενός άλλου επιβάτη. Κανείς δε σάλεψε. Οι θύρες έκλεισαν, το πίσω μέρος ήταν πλέον πίτα στον κόσμο, οπότε οι άλλοι επιβάτες τον στραβοκοίταξαν καθώς προσπαθούσε να τρυπώσει σε ένα μικρό κενό δίπλα στην πόρτα, ακριβώς πίσω στη μητέρα της και στην κοπέλα όταν η μητέρα της λέει στη κοπέλα να προχωρήσει μπροστά που είναι μια θεία της και ταξιδεύει μαζί τους.
Επικρατούσε μια μικρή οχλαγωγία και οι υπόλοιποι επιβάτες με δυσκολία σχημάτισαν ένα διάδρομο για να περάσει το κορίτσι και σε λίγα δευτερόλεπτα είχε χαθεί στα μπροστινά καθίσματα. Προς μεγάλη του απογοήτευση και πάλι που θα έπρεπε να περάσει την επόμενη μισή περίπου ώρα τσιτωμένος και δυστυχής! 
Η Ρειχιά είναι ένα ορεινό χωριό του Δήμου Μονεμβασιάς, χτισμένο σε υψόμετρο περίπου 600 μέτρων στο οροπέδιο του Πάρνωνα και η σύνδεσή της με τους Μολάους, πραγματοποιείται μέσω επαρχιακού δρόμου που διασχίζει το ορεινό ανάγλυφο, του όρους Κουρκουλοτσούγκαρο με συνεχόμενες στροφές, πολλές από τις οποίες είναι κλειστές «φουρκέτες». Καθώς το όχημα ξεκίνησε, κουνηθήκανε όλοι μαζί, πέφτοντας ο ένας πάνω στον άλλο, παραπατώντας ελάχιστα και τεντώνοντας τα χέρια τους για να στηριχτούν κάπου και να ανακτήσουν την ισορροπία τους. Εκείνος τινάχτηκε προς τα εμπρός και η μητέρα της μπροστά του τσίτωσε την πλάτη της για να σταθεροποιηθεί. Ένιωσε το σώμα της να κολλάει φευγαλέα πάνω στο δικό του.
Βρέθηκαν λοιπόν να έχει επαφή με τους γλουτούς της κυρίας εντελώς φυσιολογικά, χωρίς να φανεί ότι το έκανε από πρόθεση και η ενέργεια του να θεωρηθεί ανεπιθύμητο άγγιγμα και ως τρόπος σεξουαλικής παρενόχλησης. Η μητέρα της γύρω στα τριάντα-πέντε με σαράντα, ήταν γυναίκα με καμπύλες, όμορφη, περιποιημένη, καλοχτενισμένη και σκερτσόζα, έτσι όπως ήταν στριμωγμένη, με το χέρι απλωμένο για να κρατιέται από τη χειρολαβή, όλα της τα ρούχα έμοιαζαν επάνω της ελαφρώς μικρότερα απ’ ό,τι θα έπρεπε. Στην πρώτη απότομη στροφή του οχήματος η γυναίκα έχασε για μια στιγμή την ισορροπία της και στην προσπάθεια της να βρει στήριγμα, να ισορροπήσει, «κόλλησε» και πάλι πάνω του άθελά της. Του ζήτησε συγγνώμη, ο Αλκιβιάδης έδειξε κατανόηση χαμογελώντας, «είναι όμορφο πλάσμα η μαμά», σκέφτηκε κι ένιωσε ένα ρίγος από τη σωματική επαφή τους. Στάθηκε για λίγο αμήχανος μα δεν ένιωσε άβολα, απ' το αναπάντεχο της επαφής τους. Τουναντίον ήταν ευχάριστα ευπρόσδεκτη. Έκλεισε τα μάτια του και φαντάστηκε μια φευγαλέα σκηνή. Άραγε το λεωφορείο θα τρανταχτεί ξανά μπροστά όπως παίρνει τις απότομες στροφές του ορεινού δρόμου; Πράγματι, έτσι έγινε. Η μητέρα της «κόλλησε» και πάλι πάνω του κι έμεινε εκεί. Τότε αυτός νιώθοντας τολμηρός έσφιξε τους μηρούς του. Δεν ήταν η ιδέα του, την ένιωσε πως τρίφτηκε απαλά επάνω του που τον έκανε να ξεχάσει την έφηβη κόρη της και το απίστευτο στρίμωγμα. Στο τέλος κατάφερε να κολλήσει ακριβώς εκεί που σίγουρα θα του δημιουργούσε πρόβλημα. Έγινε «επακούμβηση» όπως θα έλεγε και ο ξάδερφος του ο Μπότης που μόλις πρόσφατα υπηρετούσε τη θητεία του σε ακταιωρό. Θυμάται τον ξάδερφο του, που ο νους του ήταν συνεχώς στα κορίτσια, μάλιστα όπως ομολογούσε επιδιδόταν στο προσφιλές, εκείνον τον καιρό το ερωτικό «κολλητήρι». Ο Αλκιβιαδης το θεωρούσε ακατανόητο κάτι τέτοιο αλλά και αδύνατο να το κάνει, γιατί ποτέ δε θα ερεθιζόταν δημόσια με τέτοιο χυδαίο, όπως πίστευε, τρόπο… Όπως πίστευε!.
«Καλά, είναι δυνατόν να δέχεται μια γυναίκα να κολλάς πίσω της;» του έλεγε του μεγαλύτερου ξαδέλφου..
«Πίστεψε με, οι περισσότερες τα θέλουν, δεν τις πειράζει, και εσύ έχεις κάνει τη δουλειά σου, για τη δική του σεξουαλική ευχαρίστηση.»
Ένα απαλό άρωμα έφτανε μέχρι εκείνον, σίγουρα πολύ καλύτερο από την ιδρωτίλα που μυρίζει συνήθως κανείς στο λεωφορείο τέτοια εποχή. Την αισθάνθηκε να τσιτώνει. Μια ευτραφής μεγάλη γυναίκα δίπλα τους, σκουντώντας την στην πλάτη με τον αγκώνα της όπως έκανε να βγάλει ένα δέμα από την τεράστια τσάντα της, για να της δώσει περισσότερο χώρο, την ανάγκασε και στριμώχτηκε ακόμα πιο κοντά του ή μπορεί απλώς να απολάμβανε και αυτή την εγγύτητα των σωμάτων τους σκέφτηκε ικανοποιημένος. Το λεωφορείο τραντάχτηκε ξανά και για τον Αλκιβιάδη αρχίζει το ευχάριστο μαρτύριο. Το φούσκωμα που ένοιωθε χαμηλά δεν έλεγε να πέσει και σε κάθε κίνηση του οχήματος την ακουμπούσε. Τώρα το σώμα της ήταν κολλημένο πάνω στο δικό του, οπότε, παίρνοντας θάρρος από τη φαινομενικά τυχαία επαφή τους, έγειρε μια ιδέα προς τα εμπρός, έτσι ώστε το φούσκωμα του παντελονιού του να έρθει σε συνεχή επαφή με τους γλουτούς της. Ένιωσε ξαφνικά ένα τσίμπημα φόβου και σκέφτηκε μήπως το είχε παρατραβήξει. Φοβήθηκε ότι θα τον έπαιρνε χαμπάρι κανένας επιβάτης αλλά το όλο σκηνικό τον είχε εξιτάρει και ένοιωθε περίεργα. Δεν θυμάται αν άλλη φορά να ένιωσε την καρδιά του να χτυπάει τόσο ξέφρενα.Τι θα έκανε έτσι και του μιλούσε; Τη σκέψη του διέκοψε ένα άγγιγμα. Η γυναίκα αλλάζοντας χέρι στις χειρολαβές πιάστηκε να κρατηθεί με τη δική του. Το χέρι της τον ξάφνιασε. Σαν καμουφλαρισμένο χάδι. Για το επόμενο λεπτό δεν έγινε τίποτα και κάπως ηρέμησε όταν αισθάνθηκε τη γυναίκα αντί να προσπαθήσει να αποφύγει την επαφή, κολλάει το κορμί της σχεδόν πάνω του, ένιωθε τώρα την κάθε της εισπνοή και εκπνοή πάνω στις ωμοπλάτες του και τις μύτες των παπουτσιών του στο πίσω μέρος των τακουνιών της. Ήταν σίγουρος πλέον και δεν υπήρχε αμφιβολία πως και εκείνη καταλάβαινε, παρά την ουδέτερη στάση της, γι’ αυτό που ένιωθε να σαλεύει πάνω στα οπίσθια της. Στη συνέχεια, η γυναίκα είχε αρχίσει να στρέφει το πρόσωπό της προς το μέρος του, προσπαθώντας να τον κοιτάξει στα μάτια κι αυτός δε λέει τίποτα, κράτησε το βλέμμα του χαμηλωμένο και το πρόσωπό του σοβαρό, λες και η πίεση του σώματός του πάνω στο δικό της δεν είχε τίποτα άσεμνο. Τον έκοψε από πάνω μέχρι κάτω εξακολουθεί να τον κοιτάει, χαμογελάει πονηρά τον κοιτά στα μάτια και του πιάνει την κουβέντα! «Εγγονός του Μπάρμπα Οδυσσέα του Πρίφτη, δεν είσαι εσύ; Ωραίο παλικάρι είσαι! Ψηλός κι εσύ. Το έχει το σόι σας. Πάντως από ότι βλέπω πρέπει να μοιάζεις του πάτερα σου και όχι της μητέρας σου.»
«Μάλλον έχεις δίκιο, έτσι μου λένε όλοι.» Της απάντησε.
«Της μητέρας σου έχω ακούσει την ιστορία της. Πρέπει ν' είναι δυναμική γυναίκα ε;» Του λέει ερωτηματικά.
«Εγώ τη θεωρώ απλά μοναδική.» Της απαντά χωρίς περαιτέρω σχόλια.
«Μήπως νιώθεις άσχημα μ' αυτό το αναπόφευκτο στριμωξίδι;» Τη ρωτάει, φοβούμενος ακόμη ότι ίσως της δημιουργεί θέμα με το επιπλέον στρίμωγμα που επιδιώκει.
«Όχι αγόρι μου, όλα καλά! Μην ανησυχείς!» του λέει και συνεχίζει να του χαμογελά όλο σκέρτσο.
Αναρωτιέται «Είναι δυνατόν να μην καταλαβαίνει;» και συνέχισε να τρίβεται επάνω της με περισσότερο θάρρος και μέσα στις απορίες του η κυρία κάνει κάτι κινήσεις, δήθεν να αποκτήσει χώρο και κολλάει και αυτή ακόμη πιο έντονα πάνω του και τον κάνει να νοιώθει παράξενα. Και τρομερά ανήσυχος, ενώ το κούνημα του λεωφορείου επιβάρυνε την κατάσταση καθώς με το κορμί της επάνω του απολαμβάνει την επαφή τους και νοιώθει το καυλί του να θέλει να κόψει το ύφασμα και να πεταχτεί προς τα έξω έτοιμο να εκραγεί! Ένιωσε τα μάγουλά του να κοκκινίζουν. Τι γίνεται αν;
Η Γυναίκα του δείχνει ξεκάθαρα ότι δεν της είναι ανεπιθύμητη η σωματική επαφή τους, βρίσκεται σε ήρεμη κατάσταση και συνεχίζει κανονικά, να τον ρώτα πληροφορίες για την μητέρα του και ταυτόχρονα να τον πιέζει τώρα και εκείνη που τον αισθάνεται ότι είναι τόσο «σκληρός» και έδειξε να αποδέχεται τη σωματική επαφή τους σαν μια φυσική ευχαρίστηση! Του άρεσε! Στην εφηβεία του νιώθει ερωτική διέγερση και την ανάγκη για σεξουαλική επαφή. Ήταν ένα συναίσθημα αυθόρμητο. Πήγαζε από μέσα από τα ενδόμυχα του, πέρα από τον ελέγχο της λογικής του, γι' αυτό και η λογική του σκέψη δεν μπορούσε εύκολα να αλλοιώσει τη δύναμη του συναισθήματος στην περίοδο της εφηβείας του. Να είσαι φρόνιμος και συνετός δεν του είπε η Ερμιόνη...  Δηλαδή πόσο συνετός; και πόσο πιο φρόνιμος ρε Ερμιόνη. Με «κράμπες» κατάντησε στους όρχεις, έτσι ψυχρός ατάραχος και απαθής που προσπαθούσε να μείνει πλημυρισμένος από μια ατελείωτη θέρμη. Εκείνες τις ώρες αισθάνεται πως η κυρία «έχει τα πιο όμορφα οπίσθια του κόσμου».  
... Η κοπελιά με τη μητέρα της αναχώρησαν για Σπάρτη. Αν ήταν στο χέρι του μαζί της θα πήγαινε μέχρι και την Αθήνα έτσι κολλημένος όρθιος πίσω της. Αναχώρησαν για Μονεμβάσια και η Ερμιόνη με τον Αλκιβιάδη. Επιβίβαση στο πλοίο Μυρτιδιώτισσα και επιστροφή. Στο πλοίο συνάντησαν και μια πρώτη εξαδέλφη της Ερμιόνης. Θεία του δηλαδή και αυτή. Μια εικοσάχρονη.... ένα ανερχόμενο μοντέλο που ζούσε στη Νέα Υόρκη. Δεν υπήρχαν λόγια να την περιγράψει. Μιλούσε η εικόνα της. Φορώντας μια σούπερ μίνι ριγέ κόκκινη φούστα. Φόκους στα ατελείωτα και καλλίγραμμα πόδια της έκαναν οι επιβάτες. Τους άφησε με το στόμα ανοιχτό με την εμφάνιση της.
«Σόι πάει το βασίλειο. Όμορφο το σόι της μητέρας μου» σκέφτηκε ο Αλκιβιάδης. Τελικά ήταν ένα ενδιαφέρον δέκα-πενθήμερο από πολλές απόψεις.

Click to Open
Καλοκαίρι 1966!
.....

 
Web Informer Button