ADS

click to open

Κυριακή 12 Φεβρουαρίου 2023

O Efivos Orimase

....... Ο Αλκιβιάδης κοιτάζει πίσω, στην πιο έντονη καμπή της νεότητας του, συγχέοντας τη συναισθηματική φλόγα της ηλικίας του με τη ζοφερή πραγματικότητα μιας δύσκολης εποχής. Μέσα στο μυαλό του, οι σπίθες του πάθους καταφέρνουν να φωτίζουν ακόμα τα σκοτάδια εκείνων των χρόνων, κάνοντας τον να ξεχνά πως πίσω από την ομορφιά των αναμνήσεων στεκόταν πάντα ο αγώνας για την ίδια την επιβίωση.
Ηταν Άνοιξη 1968.. Έναν χρόνο μετά την επιβολή της Χούντας των Συνταγματαρχών (21 Απριλίου 1967), το καθεστώς έχει εδραιώσει τον έλεγχο του κράτους, επιβάλλοντας λογοκρισία, απαγορεύσεις και τρομοκρατία, ενώ οι πρώτες σοβαρές ρωγμές αντίστασης αρχίζουν μόλις να διαφαίνονται. Η  καθημερινότητα είναι βαριά για την ελληνική κοινωνία, ειδικά για τους νέους που βιώνουν τον περιορισμό των ελευθεριών τους, την κρατική επιτήρηση και την αίσθηση της ασφυξίας.
Στα 18 του χρόνια, ο Αλκιβιάδης βρίσκεται σε μια μεταβατική φάση όπου όλα τα συναισθήματα είναι μεγεθυμένα. Οι πρώτες αγάπες, η αναζήτηση ταυτότητας, η αίσθηση της ανεξαρτησίας και ορμή της νιότης προσδίδουν στη ζωή μια «χρωματιστή» ένταση, ανεξάρτητα από τις εξωτερικές συνθήκες.
Μέσα του συγκρούεται ένας κόσμος. Από τη μία η εσωτερική ανάγκη για αυτονομία και από την άλλη η στείρα, καταπιεστική πραγματικότητα ενός καθεστώτος που προσπαθεί να ποδηγετήσει τη σκέψη και τη δράση της νεολαίας.
Πενήντα και πλέον χρόνια μετά, ο ηλικιωμένος πλέον Αλκιβιάδης πέφτει στην παγίδα της νοσταλγικής στρέβλωσης. Ο ανθρώπινος εγκέφαλος, σοφός μα και απατηλός, έχει την τάση να αμβλύνει το ψυχικό τραύμα, το άγχος και τον διαρκή φόβο, αφήνοντας πίσω του αποσταγμένη μόνο τη «ζωντάνια» της νιότης. Τα δύσκολα χρόνια του 1968 μεταπλάθονται τώρα στη μνήμη του σε μια «ρομαντική» εποχή έντονης ζωής και πάθους. Μέσα από το φίλτρο του χρόνου, ξεχνάει εντελώς ότι τα χρώματα εκείνα ήταν συχνά καλυμμένα από τη μουντάδα, τη στέρηση και την αγωνία της καθημερινής επιβίωσης στη φτωχική γειτονιά τους στο Αραπόρεμα, εκεί όπου η σκληρή πραγματικότητα έπρεπε να παλέψει σκληρά για να ανασάνει.
...Το μαλακό, χρυσαφένιο φως του δειλινού έλουζε την παλιά γειτονιά, χαρίζοντας στις προσόψεις των σπιτιών μια νοσταλγική, σχεδόν θεατρική όψη. Εκεί, μπροστά στη μεγάλη ξύλινη πόρτα της αυλής της Ασπασίας, η Ιοκάστη στεκόταν απορροφημένη στη συζήτηση, αναζητώντας τις πληροφορίες που την είχαν φέρει στην αυλή της Ασπασίας. Για τον Αλκιβιάδη, ωστόσο, ο χρόνος είχε σταματήσει. Καθώς η Ασπασία άνοιξε την πόρτα, η εικόνα της του ξύπνησε αθόρυβα και ηδονικά καταχωνιασμένες, πυρακτωμένες μυρωδιές στα σκοτεινά διαμερίσματα του μυαλού του. Τα τέσσερα και πλέον χρόνια που είχαν περάσει από τότε που σταμάτησε το πρωτοχρονιάτικο ποδαρικό είχαν μεταμορφώσει την ανάμνηση που κουβαλούσε. Η Ασπασία δεν ήταν πια η «θεία» των παιδικών του χρόνων. Το τροφαντό, λαχταριστό κορμί της, τυλιγμένο σε μια απλή αλλά κομψή καθημερινή αμφίεση, ανάβλυζε μια ώριμη γυναικεία γοητεία που μπορούσε να βάλει σε πειρασμό ακόμα και άγιο. Η σκέψη του πλημμύρισε από τις κρυφές φαντασιώσεις που τον βασάνιζαν τόσον καιρό, αυτές ακριβώς που τον είχαν κάνει να ντρέπεται και να απομακρυνθεί. Μια ξαφνική, ανεξέλεγκτη ένταση τον φούντωσε από μέσα, σαν φωτιά που φουντώνει απότομα καθώς της ρίχνουν φρέσκα ξύλα. Η καρδιά του χτυπούσε δυνατά στα πλευρά του. Το βλέμμα του Αλκιβιάδη δεν κρατούσε πια τα προσχήματα. Ήταν γεμάτο από εκείνη την ωμή, ατόφια ερωτική φλόγα της νεότητας, ασυγκράτητη και καθαρή.
Η Ασπασία, μέσα στη μοναξιά της καθημερινότητάς της, ανάμεσα στις μοναχικές βόλτες στην αγορά, τις Κυριακές στην εκκλησία και τη λατρεία της για τον κήπο της που έμοιαζε με επίγειο Παράδεισο, είχε μάθει να διαβάζει τις σιωπές των ανθρώπων. Κοιτάζοντάς τον, ξαφνικά συνειδητοποίησε την αλλαγή. Εκείνος που θυμόταν για χρόνια ως ένα παιδάκι της οικογένειας που ζούσε στο σπίτι δίπλα στο ρέμα, στεκόταν τώρα απέναντι της ως άντρας. Το κύμα της αμηχανίας τη χτύπησε ξαφνικά. Ένα βαθύ κόκκινο χρώμα κατέκλυσε τα μάγουλά της. Στα μάτια του νέου διέκρινε ξεκάθαρα τον πόθο και το ενδιαφέρον του, κι αυτό το βλέμμα λειτούργησε σαν σπίθα στον δικό της εσωτερικό κόσμο, ξυπνώντας αισθήματα και επιθυμίες που η μοναξιά και η ρουτίνα είχαν θάψει βαθιά.
Σήμερα, ο Αλκιβιάδης αφήνει τη σκέψη του να περιπλανηθεί σε εκείνη τη σκοτεινή, αποσιωπημένη πλευρά του πένθους . Μια αλήθεια τόσο βαριά που σπάνια τολμά κανείς να ομολογήσει δημόσια. Δεν πρόκειται μόνο για τον πόνο της απουσίας, αλλά για την ασφυκτική, εξουθενωτική δοκιμασία της μακροχρόνιας φροντίδας ενός βαριά άρρωστου ανθρώπου. Την αργή, βασανιστική φθορά όπου η ζωή του φροντιστή γίνεται φυλακή, γεμάτη αυπνίες, φόβο, αγωνία και μια ατελείωτη αλυσίδα καθηκόντων που λυγίζουν το σώμα και την ψυχή.  Και πίσω από αυτή τη σιωπηλή σταύρωση, κρύβεται το ταμπού που κανείς δεν ξεστομίζει εύκολα. Η ηχηρή, σχεδόν σκανδαλώδης λύτρωση που ακολουθεί την απώλεια. Εκείνη η πρώτη, απαγορευμένη ανάσα ανακούφισης όταν τα βάσανα τελειώνουν, και ο άνθρωπος, μέσα στα ερείπια της μοναξιάς του, νιώθει επιτέλους τα δεσμά να λύνονται και το κορμί του να διεκδικεί ξανά, σχεδόν με ενοχική ορμή, το δικαίωμα στη ζωή, στην ανάσα και στην ηδονή.
Το ερώτημα «πόσο θα κρατήσει ακόμα;» δεν πηγάζει από έλλειψη αγάπης, αλλά από το ένστικτο της αυτοσυντήρησης. Είναι η ανθρώπινη κραυγή ενός πλάσματος που πνίγεται κάτω από το βάρος ενός ατελείωτου Γολγοθά.
 Στην κηδεία, τη χήρα τη φαντάζεται με μαύρα γυαλιά που λειτουργούν ως προστατευτικό παραπέτασμα. Οι γύρω βλέπουν μια σύζυγο που «σπαράζει» πίσω από σκούρους φακούς, ενώ στην πραγματικότητα τα γυαλιά κρύβουν ένα βλέμμα αστραφτερό, απελευθερωμένο από το βάρος.
 Όταν ο κύκλος του μαρτυρίου της κλείνει, η φύση γύρω συνεχίζει να υπάρχει. Ο ουρανός είναι γαλανός, τα λουλούδια ανθίζουν, μοσχομυρίζουν και η χήρα, για πρώτη φορά μετά από χρόνια, συνειδητοποιεί ότι βρίσκεται ξανά στο επίκεντρο της δικής της ζωής. Το τελευταίο πλύσιμο των λερωμένων σεντονιών δεν είναι απλώς μια δουλειά του σπιτιού, είναι το τελετουργικό καθαρτήριο μιας εποχής που τελείωσε οριστικά.
Έχουν περάσει χρόνια ολόκληρα από τον οδυνηρό θάνατο του συζύγου της και τη μακρά περίοδο της φροντίδας και του πένθους, η θλίψη είχε γίνει δεύτερη φύση της. Η Ασπασία είχε συνηθίσει να ζει στη σκιά, ξεχνώντας τις δικές της ανάγκες. 
Τους τελευταίους μήνες, ωστόσο, κάτι είχε αλλάξει ριζικά. Μέσα από την ενασχόληση με τον εαυτό της, είχε καταφέρει να επανέλθει σε φόρμα, ολοκληρώνοντας μια σιωπηλή αλλά δυναμική εσωτερική και εξωτερική μεταμόρφωση. Το σώμα της και η ψυχή της ήταν έτοιμα, ακόμα κι αν η ίδια δεν το ομολογούσε ανοιχτά. 
Η είσοδος του κήπου της Ασπασίας, αυτού του επίγειου παραδείσου που έχτισε με τόση αγάπη για να γιατρεύει τη μοναξιά της, μεταμορφώνεται ξαφνικά σε σκηνή μιας αναπάντεχης συναισθηματικής έκρηξης. Όταν αντικρίζει τον Αλκιβιάδη, όχι πια το λιγνό αγοράκι από το χαμηλό σπίτι του ρέματος, αλλά έναν γοητευτικό, ξαναμμένο νεαρό, η Ασπασία αισθάνεται τη Μοίρα να την αγγίζει. Η εσωτερική της τρικυμία δεν είναι φόβος, αλλά η ξαφνική, αναζωογονητική επιστροφή των ερωτικών παρορμήσεων που η μοναξιά είχε θάψει. Ανάμεσα σε εκείνη και τον Αλκιβιάδη στήνεται ένας χορός χωρίς λόγια. Τα βλέμματα τους μιλούν, φιλούν και αγγίζουν, διαπερνώντας τα χρόνια και τις αποστάσεις. Ο νέος στέκεται εκεί σαν μια υπόσχεση φωτός για τη νύχτα που έρχεται, έτοιμος να απαλύνει μια μοναξιά που η ίδια άρχισε πια να αποστρέφεται.
Ενώ ο Αλκιβιάδης στεκόταν παράμερα, αφήνοντας την Ιοκάστη και την Ασπασία να βυθιστούν στη συζήτησή τους μια ξαφνική παρουσία ήρθε να ανατρέψει τη δυναμική της στιγμής. Από τον πλαϊνό δρόμο εμφανίστηκε η Μυρσίνη. Η Μυρσίνη, κουβαλώντας το δικό της βαρύ παρελθόν και την πρόσφατη, πικρή απογοήτευση από τον έφεδρο αξιωματικό που είχε πάρει μετάθεση για τη Βόρεια Ελλάδα αφήνοντας την πίσω μόνη, βυθισμένη στη σιωπή των ανεκπλήρωτων υποσχέσεων, μόλις αντίκρισε τον Αλκιβιάδη μεταμορφώθηκε. Η έκπληξή της έγινε αμέσως χαρά· μια μικρή, αυθόρμητη τσιρίδα ξέφυγε από τα χείλη της πριν τρέξει να τον αγκαλιάσει σφιχτά. Το φιλί στα μάγουλα διαδέχτηκε ένα ξαφνικό, τρυφερό φιλί στο στόμα και η ατάκα που κουβαλούσε όλη την οικειότητα του παρελθόντος:
«Σε πεθύμησα, παλιοτόμαρο».
Μετά τις τυπικές φιλοφρονήσεις ανάμεσα στις γυναίκες, οι δυο νέοι αποσύρθηκαν λίγο πιο πέρα, αφήνοντας τις μεγαλύτερες γυναίκες να συνεχίσουν την κουβέντα τους. Καθώς η ώρα κυλούσε και η κουβέντα τους άναβε, μια απροσεξία έφερε την ανατροπή. Η Μυρσίνη παραπάτησε αδέξια. Στην προσπάθειά της να μην πέσει κάτω, άρπαξε τον Αλκιβιάδη από το πανωφόρι, ενώ το άλλο της χέρι κατέληξε να γλιστρήσει και να πιαστεί ακριβώς επάνω στα αχαμνά του. Συνειδητοποιώντας αμέσως πού είχε προσγειωθεί το χέρι της, τα έχασε για ένα δευτερόλεπτο. Όμως, αντί για αμηχανία, το πονηρό της πνεύμα και η παλιά τους οικειότητα πήραν τον έλεγχο. Με ένα σκανδαλιάρικο χαμόγελο και μια δόση αυτοσαρκασμού, του ψιθύρισε:
«Συγγνώμη, ελπίζω να μην σε πόνεσα... αν και το χρειάζεσαι! Στο χρωστάω!», χαϊδεύοντας τον απαλά και στοργικά πάνω από το παντελόνι, αφήνοντας τον Αλκιβιάδη διχασμένο ανάμεσα στη φλόγα που είχε μόλις ανάψει για την Ασπασία και την ακαταμάχητη, παιχνιδιάρικη ενέργεια της Μυρσίνης.
Καθώς ο ήλιος έγειρε οριστικά πίσω από τις βουνοκορφές, το τοπίο της Φθιώτιδας μεταμορφώθηκε σε έναν πίνακα ζωγραφικής. Τα βουνά της Αταλάντης και της Χαλκίδας φλόγιζαν κατακόκκινα, κολυμπώντας στη χρυσόμαλλη καταχνιά και ανθίζοντας σαν πελώρια μενεξεδένια μπουκέτα. Η Λαμία χανόταν ανάμεσα στις τριφυλλοσπαρμένες ραχούλες του απέραντου κάμπου, η Όθρυς στεκόταν κατάγυμνη στα αριστερά, η ελατοφυτεμμένη Οίτη καμάρωνε δεξιά, και ο Σπερχειός ξεχύνονταν σαν γιγαντιαίο ασημοστόλιστο φίδι μέσα στις πικροδάφνες, τα πλατάνια και τα κυπαρίσσια.
Η Ιοκάστη στεκόταν με γυρισμένη την πλάτη, ανυποψίαστη για το δράμα που παιζόταν ελάχιστα μέτρα μακριά της. Η Μυρσίνη, με τη ζωντάνια και τον αυθορμητισμό της, τον κοιτούσε στα μάτια, ζητώντας ξεκάθαρη ανταπόκριση και αφήνοντας τις επιθυμίες της ορθάνοιχτες. Όμως, ο Αλκιβιάδης ήταν παγιδευμένος ανάμεσα σε δύο κόσμους. Από τη μία, η Μυρσίνη απαιτούσε την προσοχή του· από την άλλη, τα μάτια της Ασπασίας τον είχαν «καρφώσει». Με ένα αινιγματικό, χαμόγελο, η Ασπασία δεν χρειαζόταν λόγια. Τα παιχνιδιάρικα μάτια της έστελναν ένα σιωπηλό, βαρυσήμαντο «τάξιμο», αφήνοντας τον νεαρό κόκκινο από ντροπαλή απόγνωση και εσωτερική τρικυμία.
Η απόφαση είχε παρθεί. Χρησιμοποιώντας χίλιες δυο προφάσεις και εκμεταλλευόμενη την οικειότητα των χρόνων, η Ασπασία κατάφερε να πείσει την Ιοκάστη. Η βραδιά έκρυβε άλλες προτεραιότητες. Ο Αλκιβιάδης θα έμενε το βράδυ στο σπίτι της. Καθώς η νύχτα άρχισε να απλώνεται πάνω από τον κάμπο του Σπερχειού, η πόρτα του «επίγειου παραδείσου» ετοιμαζόταν να κλείσει για τον έξω κόσμο, αφήνοντας πίσω της ανοιχτό το κεφάλαιο μιας επικίνδυνης, συναρπαστικής ενηλικίωσης.
Όταν η Ιοκάστη και η Μυρσίνη απομακρύνθηκαν στο σκοτάδι, με την Ιοκάστη να αφήνει πίσω της την προειδοποίηση για την τεντωμένη ατμόσφαιρα και τα πιθανά επεισόδια της σκοτεινής επετείου, και τη Μυρσίνη να κουβαλά στο βλέμμα της μια πικρή απογοήτευση για τη σιωπή του, το σκηνικό άλλαξε απότομα. Η αυλή της Ασπασίας έγινε ένας κλειστός, απομονωμένος κόσμος.
Η πικρόχολη ατάκα της Ασπασίας για τη Μυρσίνη . «Το τσουλάκι! πως σε κοιτούσε έτσι...» δεν έκρυβε απλώς την κρίση της, αλλά πρόδιδε την κτητικότητα και τον εσωτερικό της πυρετό. Η ώριμη γυναίκα δεν άντεχε τον ανταγωνισμό, ούτε την ωμή, απροκάλυπτη επιθυμία μιας νεότερης κοπέλας που διεκδικούσε τον Αλκιβιάδη. Ο νεαρός, πιασμένος στην παγίδα της αμηχανίας του, προσπάθησε να σώσει τα προσχήματα:«Ξέρετε, κυρία Ασπασία...» Δεν πρόλαβε όμως να ολοκληρώσει τη φράση του. Η αντίδραση της Ασπασίας ήταν άμεση και κοφτερή, γκρεμίζοντας μεμιάς τα τείχη του σεβασμού και της απόστασης. «Με κάνεις και αισθάνομαι σαν γριά καντηλανάφτισσα. Ακούς εκεί κυρία Ασπασία; Ασπασία σκέτο. Εκτός εάν ήθελες να πας μαζί της και όχι να κάνεις παρέα με γριές σαν και εμένα!»
Καθώς τον πλησίαζε αποφασιστικά, αναγκάζοντάς τον να κάνει ένα βήμα πίσω, το πρόσωπό της φωτίστηκε από ένα πονηρό, βαθιά αισθησιακό χαμόγελο. Ένα χαμόγελο που δεν άφηνε περιθώρια παρερμηνείας, ήταν μια δήλωση πρόθεσης, μια υπόσχεση νυχτερινής αποπλάνησης. Ο Αλκιβιάδης, κοκαλωμένος ανάμεσα στην ηλικιακή του συστολή και στην ιλιγγιώδη πραγματικότητα αυτού που συνέβαινε, έχασε τα λόγια του. Προσπάθησε ψελλίζοντας να εξηγήσει ότι δεν την έβλεπε έτσι, αλλά η φωνή του πνίγηκε. Η νύχτα έπεφτε βαριά γύρω τους, και η πόρτα του σπιτιού είχε πια κλείσει οριστικά πίσω τους. «Λοιπόν, θα περάσεις ή θα την βγάλουμε εδώ στην πόρτα;» του είπε με μια φωνή που ακροβατούσε ανάμεσα στο χιούμορ και την πρόκληση.
Την ίδια στιγμή, με μια αργή, ελεγχόμενη κίνηση, σύρθηκε πίσω τους η βαριά αυλόπορτα, κλείνοντας έξω τον κόσμο, τη νυχτερινή αναταραχή της επετείου και τα βλέμματα των περαστικών. Η Ασπασία γύρισε την πλάτη και άρχισε να περπατά προς το σπίτι, κουνώντας επιδεικτικά και όλο νάζι τα λαγόνια της, κάνοντας κάθε της βήμα μια σκόπιμη δήλωση γοητείας. Ο Αλκιβιάδης την ακολούθησε αμέσως. Επιτάχυνε το βήμα του, ανίκανος να ξεκολλήσει τα μάτια του από τους εύσαρκους, λικνιζόμενους γλουτούς της, που τον είχαν αναστατώσει ολοκληρωτικά, μετατρέποντας τη λογική του σε θολό καπνό.
Στα πενήντα επτά της χρόνια, η Ασπασία διέθετε μια ομορφιά που όχι μόνο είχε αντέξει στη φθορά του χρόνου, αλλά έμοιαζε να έχει ωριμάσει εκρηκτικά. Σαν κορασίδα υπήρξε εντυπωσιακή, αλλά τώρα, με τη στητή κορμοστασιά της και το λαμπερό της πρόσωπο, έμοιαζε πολύ μικρότερη από την ηλικία της. Πάνω στο πρόσωπό της κυριαρχούσαν εκείνα τα τεράστια, εκφραστικά μελιά μάτια, ικανά να αιχμαλωτίσουν τον οποιονδήποτε. Ήταν από τις γυναίκες που, είτε κάθονταν είτε στεκόντουσαν όρθιες, ανάγκαζαν τα αντρικά βλέμματα να σκαλώνουν πάνω τους χωρίς δεύτερη σκέψη. Άλλωστε, η ζωή της δεν είχε στερηθεί πάθη· στα νιάτα της είχε ζήσει έρωτες που έρχονταν και έφευγαν. Σχέσεις συχνά ασταθείς και περαστικές, που στηρίζονταν περισσότερο στην ωμή, ζωική έλξη και στη φωτιά του σεξ παρά σε βαριές, στιβαρές δεσμεύσεις. Και τώρα, αυτή ακριβώς η φωτιά φαινόταν έτοιμη να αναβιώσει με τον πιο απρόσμενο, τολμηρό τρόπο.
Καθώς η Ασπασία ανέβαινε τα σκαλοπάτια προς το πλατύσκαλο, το αέρινο φουστάνι της άνοιξε, αποκαλύπτοντας ολόκληρο τον μηρό της. Ο Αλκιβιάδης, καθηλωμένος από το θέαμα, άφησε το βλέμμα του να γλιστρήσει στα κλεφτά πάνω στο λευκό, σαρκώδες δέρμα της. Την ίδια στιγμή, ένιωσε τον ανδρισμό του να φουσκώνει απειλητικά και να αντιδρά σε κάθε του σκέψη. Έμεινε ακίνητος, απορροφημένος από την εικόνα. Η Ασπασία, νιώθοντας το βάρος του βλέμματος του, έστρεψε μια φευγαλέα ματιά πίσω της. Είδε ακριβώς πού κατέληγαν τα μάτια του. Ένα πονηρό, ικανοποιημένο μειδίαμα σχηματίστηκε στα χείλη της. Όταν γύρισε και τον κοίταξε ευθεία στα μάτια, διάβασε καθαρά τον ατόφιο πόθο του. Και η ίδια, μέσα της, ένιωσε ένα κύμα ηδονής να την διαπερνά, ήταν τόσο εύκολο να ανάψει αυτή η φωτιά.
«Θέλω να αισθάνεσαι άνετα, κι όχι να με ντρέπεσαι... Δεν υπάρχει κανένας απολύτως λόγος να με ντρέπεσαι», του είπε με φωνή χαμηλή, γλυκιά, διαλύοντας τις τελευταίες του αντιστάσεις.
Ο Αλκιβιάδης πάλευε με τα δικά του φαντάσματα. Αισθανόταν αμήχανα στην ιδέα να εκφραστεί επιτέλους ως άνδρας και όχι ως το παιδί που θυμόταν εκείνη. Ντρεπόταν βαθιά στην ιδέα ότι η απειρία του ήταν καταφανής, πως δεν είχε κάνει ποτέ του μια αληθινή, ολοκληρωμένη σχέση. Κι όμως, παραδόξως, η εγγύτητα της Ασπασίας τού πρόσφερε μια παράξενη, λυτρωτική άνεση.
«Στην Ιοκάστη είπα ότι χρειάζομαι τη βοήθειά σου για ένα σωρό δουλειές που επείγουν. Ξεκινάμε από το τζάκι, γιατί οι δουλειές που έχω στο μυαλό μου θέλουν ατμόσφαιρα, αυθορμητισμό και φαντασία. Δεν πιστεύω να διαφωνείς με τις επιλογές μου;» του πέταξε την ατάκα, χωρίς καν να περιμένει την απάντησή του.
Από μικρό παιδί τη συμπαθούσε, μα αυτό που εκτυλισσόταν τώρα δεν είχε καμία σχέση με το παρελθόν. Κοιτάζοντάς την, ένιωθε ότι παρότι διατηρούσε εξωτερικά μια ψύχραιμη στάση, η Ασπασία έκρυβε μέσα της θαμμένα, τεράστια πάθη. Δεν ήταν σίγουρος αν ήξερε πού ακριβώς οδηγούσε όλο αυτό, ήξερε όμως καλά τι της έδειχνε, πως απόψε ενδιαφερόταν γι' αυτήν, πως αναγνώριζε τη γοητεία της και πως, πέρα από κάθε ηλικιακή απόσταση, τη «θέλει», με όλη τη δύναμη της νεόκοπης ανδρικής του ψυχής.
Η μεγάλη, ασβεστωμένη κάμαρα ήταν ένα καταφύγιο θαλπωρής. Το καθαρό, λευκό φως που αντανακλούσε στους τοίχους τους αγκάλιαζε με μια αίσθηση ζεστασιάς, ασφάλειας και λύτρωσης. Οι λεπτές, άσπρες κουρτίνες στα παράθυρα λικνίζονταν διακριτικά, ενώ μπροστά στο τζάκι είχε απλωθεί μια αφράτη, ζεστή κίτρινη φλοκάτη, σαν ολόκληρος κρόκος αυγού, που προσκαλούσε σε χαλάρωση. Ο Αλκιβιάδης είχε αναλάβει το άναμμα της φωτιάς, την ώρα που η Ασπασία ετοίμαζε το τραπέζι δίπλα στην εστία.
Ο Αλκιβιάδης, με τα κυματιστά, καστανά μαλλιά του αναστατωμένα και την εσωτερική του αμηχανία να έχει πλέον δώσει τη θέση της σε μια βαθιά, σχεδόν νωχελική άνεση, είχε αράξει στον καναπέ. Καθώς η Ασπασία κάθισε στην πολυθρόνα απέναντί του, εκείνος πέρασε το χέρι μέσα από τα σγουρά μαλλιά του, κοιτάζοντας αφηρημένα τους πίνακες σε καμβά που στόλιζαν τον τοίχο με τοπία της φύσης. Απέναντί του, η Ασπασία πάλευε να τιθασεύσει τις δικές της μύχιες σκέψεις. Η πρωτοβουλία να τον κρατήσει στο σπίτι της ήταν δική της, μα τώρα που η νύχτα έκλεινε τον κύκλο της γύρω τους, η εσωτερική πάλη φούντωνε. Πώς να παραμερίσει τα τεχνητά πέπλα και τις κοινωνικές αποστάσεις που έκρυβαν τις βαθύτερες επιθυμίες της;
«Ίσως είναι μια ευκαιρία να πλέξω μαζί του μια πρόσκαιρη ερωτική ιστορία και, όσο πάρει, να χαρώ και εγώ την ηδονή», σκέφτηκε, αφήνοντας το βλέμμα της να χαθεί στη φλόγα που δυνάμωνε αργά στο τζάκι.
Η σιωπή μέσα στην κάμαρα βάρυνε, φορτισμένη από τις αόρατες, πυρακτωμένες σκέψεις που διασταυρώνονταν ανάμεσά τους. Η Ασπασία, κλεισμένη στον προσωπικό της κόσμο, άφησε το μυαλό της να πλάσει μια τολμηρή, κινηματογραφική εικόνα. Μια εσωτερική προβολή που γεννήθηκε από τα βάθη της καταπιεσμένης επιθυμίας της. Φαντάστηκε τον Αλκιβιάδη να κυριεύει μια γυναίκα γονατιστή στα τέσσερα, με τα μαλλιά της λυτά να της κρύβουν το πρόσωπο και το κορμί της να σπαρταρά κάτω από το ρυθμικό, έντονο σφυροκόπημα του. Η σκηνή αυτή, ολοζώντανη και ωμή, κάθισε βαριά στο κατώφλι του νου της, ανάβοντας μια φωτιά που δεν μπορούσε πια να ελέγξει.
Με τα μάτια της να λάμπουν αινιγματικά, τον κοίταξε επίμονα, μετρώντας μέσα της το μέγεθος του καημού και της καύλας της. Την ώρα που ο νέος της μιλούσε, εκείνη ένιωθε το ένοχο, σεξουαλικό πάθος να τη διαπερνά. Το βλέμμα της γλίστρησε διακριτικά προς το παντελόνι του, παρατηρώντας τον ανδρισμό του να διαγράφεται ξεσηκωμένος, προδομένος από τη φαντασία του. Στο ίδιο δευτερόλεπτο, ένα ζεστό κύμα από υγρά άρχισε να πλημμυρίζει το εσωτερικό της, κάνοντας το σώμα της να ζητάει επίμονα λύτρωση.
Αποφασισμένη πια να σπάσει τον πάγο, σηκώθηκε απότομα, γέμισε τα ποτήρια τους με το βαθύ κόκκινο κρασί και κάθισε πιο κοντά του. Η νευρικότητα της πρόδιδε την αδιάκοπη εσωτερική της κίνηση, μια σχεδόν σωματική ανάγκη να αγγίξει, να προκαλέσει, να ανατρέψει τα πάντα.
Ξεκίνησαν να μιλούν επιφανειακά, «περί ανέμων και υδάτων», όμως η Ασπασία δεν είχε σκοπό να μείνει στα ασφαλή νερά. Με ένα πονηρό, πειραχτικό ύφος, άρχισε να τον στριμώχνει, ρωτώντας τον ευθέως για τα κορίτσια της ηλικίας του, τις παρέες του και, κυρίως, εάν είχε ποτέ του κάποια ολοκληρωμένη, αληθινή σχέση.
Η ερώτηση αυτή, χτυπώντας ακριβώς στην αχίλλειο πτέρνα της απειρίας του, έκανε τον Αλκιβιάδη να κοκκινίσει σύγκορμος, νιώθοντας την παγίδα να κλείνει γύρω του, την ώρα που η Ασπασία απολάμβανε κάθε του δισταγμό, έτοιμη να τον οδηγήσει στον δικό της, απαγορευμένο παράδεισο.
Η αποκάλυψη της αμηχανίας και της απειρίας του Αλκιβιάδη λειτούργησε πάνω στην Ασπασία όχι αποθαρρυντικά, αλλά σαν το τελικό σύνθημα για να πέσουν και τα τελευταία προσχήματα.
Όταν ο νεαρός ομολόγησε πως δεν είχε τις «φοβερές επιτυχίες» και πως δεν είχε ζήσει ακόμη μια ολοκληρωμένη σχέση, η Ασπασία δυσκολεύτηκε να το πιστέψει. Η αντίθεσή ανάμεσα στα πλούσια φυσικά του προσόντα και στην εσωτερική του συστολή της φάνηκε σχεδόν απίθανη.
Με ένα ελεύθερο, ηχηρό γέλιο, η Ασπασία έσπασε τον πάγο, αποδίδοντας την «αποτυχία» του σε δισταγμό ή άρνηση δέσμευσης, ενώ ο ίδιος παραδεχόταν πως η ατυχία και η αναποδιά του είχαν στερήσει τις γυναίκες που πραγματικά ποθούσε.
Καθώς η συζήτηση προχωρούσε, η ατμόσφαιρα γινόταν ολοένα και πιο πυρακτωμένη. Η Ασπασία, νιώθοντας πια σαν μια γυναίκα που διεκδικεί με αξιώσεις το δικό της, απαγορευμένο μέχρι χτες δικαίωμα στην ηδονή, σήκωνε αργά το φόρεμά της αποκαλύπτοντας τα πόδια της και αλλάζοντας συνεχώς σταύρωμα με μια υπολογισμένη, αισθησιακή κίνηση. Απέναντί της, ο Αλκιβιάδης ένιωθε εντελώς απροετοίμαστος. Μέσα στα φυλλοκάρδια του κυριαρχούσε ένας πρωτόγνωρος φόβος, όχι από φόβο για την ίδια, αλλά από το μέγεθος της πρωτοφανούς εμπειρίας που τον συνέτριψε. Η κίνηση της Ασπασίας να σηκωθεί, να γεμίσει ξανά τα ποτήρια και να έρθει να κολλήσει δίπλα του στον καναπέ, ακουμπώντας το χέρι της απευθείας πάνω στον μηρό του, έδωσε το σύνθημα της οριστικής ανατροπής.
Στο άγγιγμα αυτό, η αντίδραση του σώματος του ήταν άμεση και αμείλικτη. Ένα τεράστιο, καυτό φούσκωμα σχηματίστηκε στο παντελόνι του. Ήταν η στιγμή που το τρέμουλο της ερωτικής επιθυμίας τον συνεπήρε ολόκληρο. Οι αισθήσεις του παρέλυσαν, η αναπνοή του έγινε κόμπος στον λαιμό, η καρδιά του χτυπούσε μανιασμένα στα πλευρά του και οι παλάμες του γέμισαν κρύο ιδρώτα, καθώς στεκόταν στο χείλος ενός γκρεμού από όπου δεν υπήρχε πια δρόμος επιστροφής.
Η απόφαση είχε παρθεί. Χωρίς να αφήσει περιθώρια για δεύτερες σκέψεις ή δισταγμούς, η Ασπασία σηκώθηκε από τον καναπέ, άφησε τον Αλκιβιάδη με την αναπνοή κομμένη και κατευθύνθηκε προς το δωμάτιό της, ψιθυρίζοντας πως θα επέστρεφε σε λίγο.
Η αναμονή διήρκεσε ελάχιστα, αλλά για τον νεαρό κάθε δευτερόλεπτο φάνηκε αιώνας. Όταν η πόρτα άνοιξε ξανά, η εικόνα που αντίκρισε του έκοψε τα τελευταία ψήγματα λογικής.
Καθώς τα φώτα έσβησαν και το μοναδικό φως στην κάμαρα προερχόταν πια από τις φλόγες που χόρευαν στο τζάκι, η Ασπασία στάθηκε μπροστά του. Φορούσε ένα αέρινο, διάφανο μαύρο νυχτικό που άφηνε ελάχιστα στη φαντασία, με μια μικρή, αστραφτερή ασημένια κιλότα να διαγράφεται προκλητικά από κάτω. Με μια αργή, υπνωτική κίνηση, έκανε μια ολόκληρη περιστροφή μπροστά του, αφήνοντας το φως της φωτιάς να γλιστρά πάνω στις καμπύλες του κορμιού της. Τον κοιτούσε ερωτιάρικα, με ένα βλέμμα γεμάτο αυτοπεποίθηση και πόθο. Ο Αλκιβιάδης είχε μαζευτεί απελπισμένα στην άκρη του καναπέ, με τα μάτια ορθάνοιχτα από δέος και ζάλη. Το χέρι του, εντελώς ασυναίσθητα, είχε κατέβει και πίεζε σφιχτά το τεράστιο φούσκωμα στο παντελόνι του, το οποίο έδειχνε έτοιμο να σκιστεί από την εσωτερική πίεση. Η Ασπασία έκανε ένα βήμα πιο κοντά του, άπλωσε το χέρι και, ακουμπώντας ελαφρά τα δάχτυλά της στα χείλη του, του έδωσε την τελική εντολή:
«Μην πεις κουβέντα...»
Ο Αλκιβιάδης είχε παραδοθεί άνευ όρων. Και πώς αλλιώς θα μπορούσε να γίνει; Όλα γύρω του συνέβαιναν με μια πρωτόγνωρη, ακατανίκητη ένταση, απροσποίητη και ωμή. Θυμόταν την καρδιά του να χτυπά τόσο δυνατά που ο παλμός της αντηχούσε μέσα στα μηνίγγια του, ενώ η ανάσα του κοβόταν κάθε φορά που τα χέρια της άρχιζαν να τον περιεργάζονται.
Η εμπειρία και η δεξιοτεχνία της Ασπασίας ήταν σαρωτικές. Το χέρι της γλιστρούσε με ακρίβεια πάνω στην επιφάνεια της σκληρής του στύσης, περιτρέχοντας τις γραμμές του και ζυγίζοντας απαλά, μεθοδικά το χάδι της από τον αφαλό και προς τα κάτω, αφαιρώντας του και τα τελευταία ψήγματα λογικής αντίστασης.
Κι όμως, ο Αλκιβιάδης απέφευγε επίμονα να τη κοιτάξει στα μάτια. Δεν μπορούσε! Ούτε ο ίδιος ήξερε γιατί. Ένας πρωτόγνωρος κόμπος ντροπής, δέους και μέθης τον είχε παραλύσει. Τέτοιο πράγμα δεν του είχε ξανασυμβεί ποτέ στη ζωή του.
«Επ, κοίτα με», του είπε χαμηλόφωνα, σχεδόν διατακτικά.
Εκείνος, αντί να υπακούσει, χαμήλωσε το κεφάλι του ακόμη πιο πολύ, προσπαθώντας να κρυφτεί. Τότε, η Ασπασία άπλωσε το χέρι της, έπιασε σταθερά το πηγούνι του και, με τα απαλά της δάχτυλα, σήκωσε αργά το κατεβασμένο κεφάλι του μέχρι να τον φέρει στα μέτρα της. Τα μάτια της ήταν γεμάτα από μια βαθιά, αχόρταγη ερωτική φλόγα.
«Με ρωτάς τώρα, δηλαδή; Ναι! Μ' αρέσει. Μ' αρέσει αυτό που ζω», ψέλλισε με φωνή βραχνή, παραδεχόμενος την ήττα του από το ίδιο του το σώμα.
Η Ασπασία, χαμογελώντας με μια παιχνιδιάρικη, προκλητική ζεστασιά που έκρυβε χρόνια στέρησης, τον πλησίασε ακόμα περισσότερο, αφήνοντας την ανάσα της να χαϊδέψει το πρόσωπό του. 
Αυτός παραδόθηκε αχόρταγα στον έρωτά της, αφήνοντας πίσω του κάθε σκέψη, κάθε λογική και κάθε απόσταση, σαν να ήταν η αγκαλιά της ο μοναδικός τόπος στον κόσμο.
Ο Αλκιβιάδης άνοιξε για μια στιγμή μονάχα τα βλέφαρά του για να αποτυπώσει για πάντα στη μνήμη του την εικόνα της. Το πρόσωπό της έμοιαζε σαν να είχε πάρει φωτιά, χαμένο σε συσπάσεις ηδονής και απόλυτης παράδοσης. Από τα μισάνοιχτα χείλη της ξέφυγαν μικρές, κοφτές κραυγές που δυνάμωναν ρυθμικά, καθώς πλησίαζε η αναπόφευκτη κορύφωση. Τα πόδια της τυλίχθηκαν σφιχτά γύρω του, τα χέρια της ανέβηκαν και αγκιστρώθηκαν στον λαιμό του, σφίγγοντας τον όλο και πιο δυνατά σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια να γίνουν ένα. Αυτός, με τα μάτια καρφωμένα επάνω της, ένιωσε το κορμί του να μεταμορφώνεται σε μια εύφλεκτη δάδα, έτοιμη να προσφέρει φως και ζωή στην πιο ιερή σπονδή. Άδειασε από μέσα του ολόκληρο το κρυμμένο του πάθος, απελευθερώνοντας όλη τη φωτιά της νιότης του, την ίδια στιγμή που είδε το κορμί της να πάλλεται, συντονισμένο απόλυτα με το δικό του σε έναν χορό πρωτόγονο και δαιμονικό.
Την έκρηξη διαδέχθηκε μια βαθιά, σχεδόν ιερή σιωπή. Μοναδικός ήχος η καρδιά του Αλκιβιάδη που πυροβολούσε αδιακρίτως μέσα στα στήθη του, τρέχοντας να προλάβει τον χρόνο. Εκείνη έβγαλε έναν βαθύ, απαλό αναστεναγμό πλήρωσης και ανακούφισης. Τον κοίταξε τρυφερά, με τα μάτια της να λάμπουν από μια νέα, αναγεννημένη ζεστασιά, και τον αγκάλιασε σφιχτά με τα δύο της χέρια. Ο Αλκιβιάδης έχωσε το κεφάλι του στον ώμο της. Εκείνη τον έσφιξε ακόμη πιο κοντά της, χαϊδεύοντας του τρυφερά τα κυματιστά, ανάστατα μαλλιά.
«Αγορίνα μου!» του είπε με φωνή στάλα μέλι και πονηρό υπονοούμενο. «Αναρωτιέμαι πόσες φορές ακόμη αντέχεις να κάνεις σεξ σε ένα βράδυ; Γιατί εγώ είχα ξεχάσει πώς το κάνουν... Λες και είχα γίνει ξανά παρθένα;»
Ο Αλκιβιάδης, αφήνοντας την αμηχανία του να μεταμορφωθεί σε μια ξαφνική, τολμηρή αυτοπεποίθηση, βρήκε τον τρόπο να της απαντήσει. Χωρίς να χάσει χρόνο, απαγγελώντες τους στίχους σαν ένα αιώνιο ερωτικό στοίχημα, της ξεκαθάρισε τις προθέσεις του:
..........Ένας νεαρός με μια κυρά στοιχηματίζει Πως δώδεκα φορές θα της το κάνει.
Εκείνη δέχεται, και μάνι-μάνι Στο στρώμα πέφτουν και το γλέντι αρχίζει.
Μα όταν αυτός μετράει ως τις οχτώ, «Το μέτρημα,» του λέει, «δεν είναι σωστό.
Με κλέβεις μια. Χωρίς να σε προσβάλω. Θαρρώ πως δεν αντέχεις άλλο.
Και να ξεφύγεις προσπαθείς.» Κι ο τύπος απαντάει ευθύς:
«Εγώ πάντα μετράω με προσοχή. Μα αν θέλεις, ξεκινάμε απ’ την αρχή.»....................
Η Ασπασία τον κοίταξε έκπληκτη, με τα μεγάλα μελιά της μάτια να ανοιγοκλείνουν από το θράσος και την ετοιμολογία του. Μια σκιά πονηρής ζήλιας και απορίας πέρασε από το βλέμμα της.
«Σίγουρα δεν έχεις ξεμουνιάσει μερικές ξεφωνημένες πιτσιρίκες;» τον ρώτησε απότομα, θέλοντας να δοκιμάσει τα όριά του και να μάθει το παρελθόν του.
Εκείνος, όμως, δεν της απάντησε. Άφησε την ερώτηση να αιωρείται στον θερμό αέρα της κάμαρας, δίπλα στο αναμμένο τζάκι. Θεώρησε πως τέτοιες ερωτήσεις, δεν επιδέχονταν απαντήσεως, ειδικά τώρα που το παρόν απαιτούσε ολόκληρη την προσοχή τους.
Μέσα στο ημίφως της κάμαρας, με τη μοναδική ζεστασιά να προέρχεται από τις σβήνουσες φλόγες του τζακιού, ο χρόνος σταμάτησε.
«Δεν έχω νιώσει ποτέ ξανά τόσο όμορφα», ψέλλισε ο Αλκιβιάδης με φωνή σχεδόν ανύπαρκτη, προτού αφήσει το κορμί του αποκαμωμένο να γλιστρήσει και να απλωθεί δίπλα της.
«Ναι, ήταν όμορφα», παραδέχτηκε κι εκείνη με σβηστή, βραχνή φωνή, αφήνοντας το βλέμμα της να χαθεί στο ταβάνι, νιώθοντας επιτέλους ξανά ζωντανή.
Η φωνή της Ασπασίας, σπασμένη από την ένταση και γεμάτη μια πρωτόγνωρη, ζωώδη ευφορία, έσπασε τη σιωπή της νύχτας.
«Παναγία μου, θα αρχίσω να ουρλιάζω με το σεξ που μου χαρίζεις απόψε, είναι υπέροχο, πώς στο καλό ζούσα τόσο καιρό χωρίς αυτό το δώρο της φύσης στον άνθρωπο!» Η ψυχή και το σώμα της είχαν σπάσει τα δεσμά των επτά χρόνων της σιωπής και του πένθους. Μέσα στον πυρετό της ηδονής, οι αισθήσεις της είχαν οξυνθεί σε σημείο παράλογο. «Ακούω πουλάκια να κελαηδούν και κάποια πυροτεχνήματα! Ναι, όλη η πλάση γιορτάζει μαζί μου απόψε!»
Δεν ήταν απλώς η έκρηξη μιας ερωτικής στιγμής· ήταν η θριαμβευτική, ασυγκράτητη επιβεβαίωση της ζωής πάνω στον θάνατο και τη μοναξιά. Το αποκορύφωμα μιας χήρας που ένιωθε τη γυναικεία της φύση, τόσο καιρό θαμμένη κάτω από τα καθήκοντα, τον πόνο και τη φροντίδα, να νεκρανασταίνεται ολοζώντανη, απαιτώντας ξανά τη θέση της στον κόσμο.
Η Ασπασία έπεσε εξαντλημένη πάνω του, με το κορμί της να βαραίνει γλυκά το στήθος του. Εκείνος την αγκάλιασε τρυφερά, νιώθοντας τα δόντια της να τον δαγκώνουν ελαφρά στον ώμο, μια τελευταία, ζωώδης σφραγίδα κατοχής. Τα μάτια της λαμποκοπούσαν, λιγωμένα από την ανείπωτη ευχαρίστηση, ενώ η ανάσα της, βαριά και κοφτή, χάιδευε το δέρμα του. Τον κοιτούσε και τον ήθελε. Τον ήθελε και τον είχε ακόμα μέσα της βαθιά, μα δεν έδειχνε να τον χορταίνει. Ούτε που κατάλαβαν πότε πέρασε η ώρα, μείνανε ακίνητοι πάνω στη ζεστή φλοκάτη στο πάτωμα, ξέπνοοι και σφιχταγκαλιασμένοι, προσπαθώντας να μαζέψουν τις ανάσες τους από τον τυφώνα των οργασμών τους.
«Τι γαμήσι!» του ψιθύρισε με φωνή βραχνή, σχεδόν αποκαμωμένη. «Ακόμα με πονάνε τα σκέλια μου. Με ξέσχισες. Ήταν βροχή στο ξεραμένο μου μουνί». 
Ο Αλκιβιάδης, καθώς, του είχε ζητήσει να μείνει μέσα της, βρίσκοντας το σθένος και το θράσος της νεότητας, της απάντησε με σκανδαλιάρικο ρυθμό:
...........Ως πότε, αχόρταγη γυναίκα, Πρέπει, λοιπόν, να τον αφήσω μέσα.
Το εργαλείο μου, που δέκα Κιόλας σου το’κανε φορές;
Ας’ το να πάρει μιαν ανάσα Και πριν το πετεινάρι κράξει
Πάλι εδώ θα’ναι, αν το θες. Φτερά δεν έχει, να πετάξει....................
Η Ασπασία ξέσπασε σε έναν γλυκό, χαρούμενο λυγμό ικανοποίησης. Μέσα σε αυτή την αέναη, πρωτόγνωρη ανακάλυψη του ενός από τον άλλον, τους πήρε τελικά ο ύπνος, δεμένους σε μια κοινή ανάσα.
Έξω, ο χρόνος κυλούσε αδυσώπητος. Τ' άστρα κατά την Ανατολή άρχισαν να λιώνουν ένα-ένα, μέχρι που απέμεινε μόνο ο πρόσχαρος Αυγερινός, ο διώχτης του φεγγαριού, να λάμπει μοναχός στον ουρανό.
Ο ουρανός άρχισε χαμηλά ν' αργυρώνεται και η αυγή ξεπρόβαλε αργά. Μια αμυδρή φωτεινή απόχρωση απλώθηκε στην ανατολική πλευρά, πάνω από το γκρίζο της επιβλητικής οροσειράς της Όθρυς που στεκόταν αγέρωχη πάνω από το Κρόκιο και το Αθαμάντιο Πεδίο. Σχεδόν αμέσως, το θαμπό, ασημένιο φως της μέρας πέρασε κλεφτά στην ατμόσφαιρα. Τα σπουργίτια, οι αιώνιοι μαντατοφόροι του ερχομού της ημέρας, χάλαγαν τον κόσμο με τα διαπεραστικά, ασταμάτητα τιτιβίσματά τους στη Μελικοκιά της αυλής. Το φεγγάρι είχε ήδη διασχίσει όλο τον ορίζοντα, βυθιζόμενο στη νύχτα που έφευγε, αλλά εκείνοι, κλεισμένοι στον δικό τους, μυστικό παράδεισο, δεν το είδαν ποτέ.
Καθώς οι μέρες διαδέχονταν η μία την άλλη, ένα ερώτημα δεν έπαυε να στριφογυρίζει στη σκέψη του Αλκιβιάδη, ερεθίζοντας τη φαντασία του ακόμα κι αν η απάντηση έμενε μετέωρη. Πως, από ένα παιχνίδι της μοίρας, η Ιοκάστη είχε γίνει εκείνο το βράδυ ο αθέατος συνδετικός κρίκος που τον οδήγησε στην αγκαλιά της Ασπασίας, μιας ώριμης γυναίκας που άλλαξε για πάντα τον ορισμό του κόσμου του, ενώ κάθε αρνητική συγκυρία γύρω από τη Μυρσίνη είχε διαλυθεί στο κενό;
Τα πρώτα βράδια, ξαπλωμένος ανάσκελα στο κρεβάτι του με τα χέρια πλεγμένα πίσω από το κεφάλι, έπιανε τον εαυτό του να την ονειρεύεται ακόμα και ξυπνητός, με τα μάτια ορθάνοιχτα στο σκοτάδι. Η πραγματικότητα είχε αποδειχθεί πολύ ανώτερη από κάθε τολμηρή φαντασίωση, ήταν απλώς υπέροχη. Ήταν αυτό ακριβώς το δώρο της φύσης που, όπως ποιητικά του είχε εξομολογηθεί η ίδια η Ασπασία, τον έκανε να αναρωτιέται πώς στο καλό ζούσε τόσα χρόνια χωρίς αυτό. Στα αυτιά του ηχούσαν ακόμα εκείνα τα πουλάκια που κελαηδούσαν και τα αόρατα πυροτεχνήματα μιας πλάσης που έμοιαζε να γιορτάζει μαζί τους.
Οι δρόμοι τους δεν ξανάσμιξαν. Εκείνη η νύχτα έμεινε μοναδική, κλεισμένη σαν ιερό μυστικό πίσω από την πόρτα του «επίγειου παραδείσου».
Με το πέρασμα του καιρού, ο Αλκιβιάδης άρχισε να την αναζητά όλο και πιο σπάνια, μόνο στα όνειρα του. Και όταν εκείνη ξεπρόβαλε ξανά στον ύπνο του, η σκέψη του πλημμύριζε από τη ζεστασιά και τη φλόγα της ξέφρενης εκείνης ερωτικής επαφής. Μιας επαφής που, αργά αλλά σταθερά, άρχισε να ξεθωριάζει, όπως ακριβώς συμβαίνει με τις πιο ελκυστικές συναντήσεις που μας χαρίζει τυχαία ο δρόμος της ζωής μας. Εκείνες που, πριν προλάβουμε να τις κρατήσουμε, χάνονται οριστικά στο διάβα του χρόνου, αφήνοντας πίσω τους μόνο μια γλυκιά, αδιόρατη νοσταλγία.
Έτσι είναι η ζωή και ο έρωτας. Πέρα από τη φθαρτή ύλη, οι άνθρωποι είναι πάνω απ' όλα ενέργεια, και σαν ενεργειακά όντα συνεχώς αλληλεπιδρούν, έλκονται και απωθούνται. Εκείνο το βράδυ, το πάθος τους είχε καεί σαν φωτιά που καταναλώνει τα πάντα στο πέρασμά της, κάνοντας έρωτα ώρες ατέλειωτες μέχρι που, όταν χόρτασαν την ύπαρξη ο ένας του άλλου, η ίδια η ενέργεια εξανεμίστηκε και οι δρόμοι τους χώρισαν αθόρυβα, όπως ακριβώς είχαν συναντηθεί.
Στον αντίποδα εκείνης της μίας, απόλυτης και ολοκληρωμένης νύχτας με την Ασπασία, στεκόταν η μακρόχρονη διαδρομή της εφηβείας.
Μέσα στα χρόνια που ακολούθησαν, ο Αλκιβιάδης και η Μυρσίνη είχαν βρεθεί πολλές φορές. Στις σιωπηλές γωνιές και στα κρυφά τους ραντεβού, είχαν επιδοθεί αναρίθμητες φορές στο αισθησιακό ερωτικό παιχνίδι, χάνοντας τον έλεγχο μέσα σε αγγίγματα και υποσχέσεις. Ωστόσο, από μια παράξενη ειρωνεία της μοίρας ή από έναν αόρατο δισταγμό που προστάτευε την αθωότητά τους, οι στιγμές αυτές ποτέ δεν είχαν φτάσει μέχρι το τέλος, ποτέ δεν είχαν ολοκληρώσει τη σεξουαλική τους επαφή, αφήνοντας αυτή την πλευρά της σχέσης τους να αιωρείται σαν ένα ανοιχτό, ανεκπλήρωτο κεφάλαιο στον χρόνο.

Η συνέχεια στο...
Click to Open
Δεν Λέγονται τα Πάντα στους Πάντες!
.....

Παρασκευή 10 Φεβρουαρίου 2023

H Gefira Tis Agias Marinas

.
.Η ταινία Brokeback Mountain (2005), με το ιδιαίτερο περιεχόμενό της, ξύπνησε στον Αλκιβιάδη παλιές μνήμες. Γύρισε πίσω στην εφηβεία του, σε εκείνα τα χρόνια της αφέλειας  και της αθωότητας, τουλάχιστον τα ένιωθε τότε. Σήμερα, κοιτάζοντας εκείνη την εποχή  από την απόσταση των χρόνων, δεν του φαίνονται πλέον ανεξήγητα πολλά από όσα τότε δεν μπορούσε να κατανοήσει. Είχε μεγαλώσει σε μια πολύ φτωχική και συντηρητική οικογένεια, σε ένα μικρό χωριό του νότου. Εκείνα τα χρόνια τέτοια θέματα δεν τα συζητούσαν εύκολα. Η γνώση γύρω από τη σεξουαλικότητα ερχόταν αποσπασματικά, μέσα από ψιθύρους, υπαινιγμούς και μισές αλήθειες. Κανείς δεν του είχε μιλήσει ανοιχτά, κανείς δεν είχε προσπαθήσει να του εξηγήσει τον σύνθετο κόσμο των ανθρώπινων επιθυμιών και συναισθημάτων. Έτσι έφτασε στην ενηλικίωση με μια σχετική άγνοια γύρω από το σεξ, όχι όμως χωρίς εμπειρίες.
Είχε ζήσει κι εκείνος τις πρώτες εφηβικές του αναζητήσεις με τρυφερές συνομήλικες γειτονοπούλες του.  Κλεφτά βλέμματα, διστακτικά αγγίγματα, φιλιά και εκείνα τα αθώα «μπαλαμουτιάσματα» της ηλικίας, που τότε έμοιαζαν με μεγάλες ανακαλύψεις.
Μέχρι εκεί όμως.
Πέρα από αυτό το όριο υπήρχε ένας κόσμος άγνωστος, που περίμενε ακόμη να τον γνωρίσει.
Ανατομικά ήξερε πάνω-κάτω τι συνέβαινε, όμως μια πιο ολοκληρωμένη ερωτική εμπειρία ούτε είχε γνωρίσει ούτε είχε προσφέρει. Μια-δυο επισκέψεις σε οίκο ανοχής δεν του άφησαν ιδιαίτερη ικανοποίηση. Δεν ήταν αυτό που αναζητούσε. Δεν του ταίριαζε η απρόσωπη και μηχανική πλευρά μιας τέτοιας επαφής. Κάτι μέσα του αντιδρούσε στην ιδέα ότι η επιθυμία μπορούσε να αποκοπεί από το συναίσθημα, την έλξη και την ανθρώπινη επικοινωνία.
Όσο για τις ερωτικές ταινίες, η ενημέρωσή του περιοριζόταν στα «κλασικά εικονογραφημένα» της 
εποχής. Εκείνα τα κρυφά έντυπα που περνούσαν από χέρι σε χέρι και άνοιγαν μικρά παράθυρα περιέργειας σε έναν κόσμο που παρέμενε άγνωστος. Ο αυνανισμός ήταν η προσωπική του διέξοδος, το καταφύγιο της εφηβείας του. Ιδιαίτερα όταν, όσο περνούσαν τα χρόνια, άρχισε να αντιλαμβάνεται πως πολλοί από τους φόβους και τις προειδοποιήσεις που άκουγε μικρός δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα. Οι υπερβολές ότι θα του προκαλούσε προβλήματα ή ότι θα επηρέαζε την υγεία του αποδείχθηκαν περισσότερο μύθοι μιας άλλης εποχής παρά αλήθειες.
Και τότε κατάλαβε πως η εφηβεία δεν ήταν παρά μια περίοδος αναζήτησης, γεμάτη απορίες, ανασφάλειες, επιθυμίες και ανακαλύψεις.
Ο Αλκιβιάδης, σήμερα, ανακαλεί στη μνήμη του εκείνα τα γεγονότα που συνέβησαν το καλοκαίρι του 1967, όταν ήταν δεκαεπτά ετών.
Ήταν μια ηλιόλουστη καλοκαιρινή ημέρα, από εκείνες που μένουν χαραγμένες στη μνήμη όχι μόνο για όσα συνέβησαν, αλλά και για την ατμόσφαιρα που τις περιβάλλει.
Ήταν 17 Ιουλίου, η ημέρα κατά την οποία η Ορθόδοξη Εκκλησία τιμά τη μνήμη της Μεγαλομάρτυρος Αγίας Μαρίνας. Μια ημέρα γιορτινή, μέσα στην καρδιά του καλοκαιριού, που έμελλε να συνδεθεί για πάντα με μια ανάμνηση της εφηβείας του. Εκείνες τις ημέρες εργαζόταν περιστασιακά σε ένα κατάστημα της κεντρικής αγοράς της Λαμίας. Ήταν υπάλληλος αποθήκης με μερική απασχόληση, αναλαμβάνοντας τις καθημερινές εργασίες που απαιτούσε η λειτουργία της: παραλαβές εμπορευμάτων, διεκπεραίωση παραγγελιών, ταξινόμηση και αποθήκευση προϊόντων, καθώς και κάθε άλλη βοηθητική εργασία που χρειαζόταν.
Στο απέναντι κατάστημα ο έμπορος είχε μια δεκαεξάχρονη κόρη, η οποία τους καλοκαιρινούς μήνες βοηθούσε στην οικογενειακή επιχείρηση. Ο Αλκιβιάδης την παρατηρούσε καθημερινά. Ήταν ένα πανέμορφο, έξυπνο και χαρισματικό μελαχρινό κορίτσι, που δεν περνούσε απαρατήρητο. Η παρουσία της ξεχώριζε μέσα στην πολυκοσμία της αγοράς· ανάμεσα στο θόρυβο, τις φωνές των εμπόρων και το αδιάκοπο πήγαινε-έλα των ανθρώπων, εκείνη είχε κάτι που τραβούσε το βλέμμα.
Το χαμόγελό της, η ζωντάνια της και η φυσική της κομψότητα είχαν προκαλέσει το ενδιαφέρον του. Για τον δεκαεπτάχρονο Αλκιβιάδη ήταν σαν εκείνα τα πράγματα που μοιάζουν απρόσιτα και πολύτιμα — σαν παγωτό μέσα στη ζέστη του Αυγούστου.
Και η ίδια, όπως κατάλαβε αργότερα, είχε αντιληφθεί την έλξη που του προκαλούσε. Όλα ξεκίνησαν από μια δική του πρωτοβουλία. Ένα απόγευμα, μετά τη δουλειά, βγήκαν για έναν σύντομο καφέ. Πέρασαν όμορφα, μίλησαν, γέλασαν, γνωρίστηκαν λίγο περισσότερο. Δεν της ζήτησε τίποτα και δεν προσπάθησε να προχωρήσει βιαστικά. Η επαφή τους συνεχίστηκε με χαμόγελα, βλέμματα και μικρές καθημερινές κουβέντες, εκείνα τα απλά και αθώα σημάδια που συχνά αποτελούν την αρχή μιας εφηβικής ιστορίας.
Κάποια στιγμή, όμως, αποφάσισε να εκφράσει πιο ξεκάθαρα το ενδιαφέρον του. Εκείνη του υποσχέθηκε πως θα κανονίσει να συναντηθούν την επόμενη ημέρα, που ήταν αργία της Αγίας Μαρίνας. Θα πήγαιναν μαζί στη γέφυρα, θα έκαναν το μπάνιο τους στη θάλασσα και θα περνούσαν τη μέρα παρέα. Η πρότασή της έκανε την καρδιά του να χτυπήσει δυνατά. Ήταν εκείνο το μεθυστικό συναίσθημα της εφηβείας, όταν μια απλή υπόσχεση μπορεί να μεταμορφώσει μια ολόκληρη ημέρα σε προσμονή.
«Άφησέ με να ’ρθω μαζί σου. Θα σταθούμε λιγάκι στην κορφή της σιδερένιας γέφυρας της Αγίας Μαρίνας, ύστερα εσύ θα κατηφορίσεις κι εγώ θα γυρίσω πίσω έχοντας στ’ αριστερό πλευρό μου τη ζέστα απ’ το τυχαίο άγγιγμα του πανωφοριού σου…»
(Γιάννης Ρίτσος, «Η Σονάτα του Σεληνόφωτος»)
Η Αγία Μαρίνα ήταν ένα γραφικό παραλιακό χωριουδάκι, ένας μικρός παράδεισος δίπλα στη θάλασσα. Ένα ψαροχώρι που προσφερόταν για κολύμπι, ψάρεμα, περιπάτους και μικρές αποδράσεις γεμάτες απλότητα και ανεμελιά. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσίαζε η ιστορία της γέφυρας που δέσποζε στην παραλία της. Μια κατασκευή που, σύμφωνα με την τοπική παράδοση, συνδεόταν με μια από τις σημαντικότερες μορφές της παγκόσμιας μηχανικής, τον Γουστάβο Άιφελ. Η σχέση αυτή ανάγεται στην κατασκευαστική εταιρεία BATIGNOLLES, συνεργάτης της οποίας υπήρξε και το γραφείο του Άιφελ. Η εταιρεία ξεκίνησε το έργο κατασκευής της προβλήτας το 1892, την ίδια περίπου περίοδο κατά την οποία εξελισσόταν και το μεγάλο έργο του Πύργου του Άιφελ στο Παρίσι. Οι ομοιότητες στη μεταλλική δομή και στον τρόπο κατασκευής των δύο έργων, καθώς και παλαιά σχέδια που αποδίδονται στο γραφείο του, έχουν οδηγήσει πολλούς να θεωρούν πιθανή τη συμμετοχή του στον σχεδιασμό της γέφυρας της Αγίας Μαρίνας. Για τον Αλκιβιάδη, όμως, η γέφυρα δεν ήταν μόνο ένα παλιό τεχνικό έργο. Ήταν το σημείο συνάντησης, η κορυφή της προσμονής, ο τόπος όπου μια εφηβική καρδιά περίμενε να ζήσει μια μικρή προσωπική ιστορία.
Την ημέρα της εορτής της Αγίας Μαρίνας ακολούθησε η πάνδημη Ιερά Λιτανεία της Αγίας Εικόνας στους παραθαλάσσιους δρόμους του χωριού. Οι κάτοικοι και οι επισκέπτες συμμετείχαν στη γιορτή, ενώ η θάλασσα, η γέφυρα και το καλοκαιρινό φως δημιουργούσαν το σκηνικό μιας ημέρας που έμελλε να μείνει χαραγμένη στη μνήμη του.
Την περίμενε, μα δεν φάνηκε.
Και έτσι τον άφησε να γευτεί τη δεύτερη χυλόπιτα της εφηβείας του, μια απόρριψη που του φάνηκε ακόμη πιο βαριά από την προηγούμενη.
«Μην το σκέφτεσαι», είπε μέσα του.
Ήταν από εκείνες τις ημέρες του Ιούλη που ο ήλιος λάμπει δυνατός και ο αέρας φυσάει με το δροσερό μελτέμι του καλοκαιριού. Μέρες που έχουν φως καλοκαιρινό και σκιά ανοιξιάτικη. Στεκόταν με υπομονή στην αρχή της γέφυρας. Ο ήλιος ζέσταινε το πρόσωπό του, μα δεν τον ένοιαζε να μετακινηθεί για να βρει λίγη δροσιά.
Δεν ήταν ακριβώς πληγωμένος από τη χυλόπιτα. Αυτό που τον ενοχλούσε περισσότερο ήταν η αίσθηση της αμηχανίας. Ο θυμός του στρεφόταν κυρίως εναντίον του ίδιου. Πώς μπόρεσε να πιστέψει ότι υπήρχε κάτι περισσότερο; Μήπως είχε παρερμηνεύσει μια απλή, φιλική συμπεριφορά και την είχε μετατρέψει στο μυαλό του σε φλερτ; Αυτό ήταν που τον πείραζε περισσότερο. Όχι η απόρριψη, αλλά η αμφιβολία για τη δική του κρίση. «Και τώρα;» αναρωτήθηκε. «Αύριο θα τη δω ξανά. Πώς θα μπορώ να την κοιτάξω χωρίς να θυμάμαι αυτή τη στιγμή;»
Για λίγο ένιωσε πως είχε εκτεθεί. Σαν να είχε φανερώσει κάτι πολύ προσωπικό και να είχε μείνει μόνος απέναντι στην αμηχανία του. Όμως δεν θα άφηνε τον εαυτό του να βουλιάξει σε αυτό.Θα το δεχόταν.
Δεν υπήρχε συνέχεια εκεί που ο άλλος άνθρωπος δεν την ήθελε. Δεν μπορούσε να ζητά από κάποιον να αισθανθεί κάτι που δεν αισθανόταν.
«Αλκιβιάδη, πάντα είχες καλή σχέση με την πραγματικότητα», είπε μέσα του, σαν να μιλούσε σε έναν φίλο. «Δεν κινδυνεύεις από αυταπάτες και ονειροφαντασίες επειδή τόλμησες να πεις σε μια κοπέλα ότι σου αρέσει. Θέλει θάρρος να το κάνεις. Το εύκολο είναι να κρύβεσαι, να μην εκτίθεσαι, να μην παίρνεις ποτέ το ρίσκο της απόρριψης.»
Χαμογέλασε αχνά. «Τα χαμόγελα και τα κλεισίματα των ματιών μπορεί  να ήταν απλώς η ανάγκη της για επιβεβαίωση. Δεν σημαίνει ότι ήθελε εμένα. Και αυτό πρέπει να το σεβαστώ. Άφησέ την ήσυχη και προστάτεψε τον εαυτό σου.» Συνέχισε τη σκέψη του με μια δόση ειρωνείας, όπως συνήθιζε όταν προσπαθούσε να ξεπεράσει κάτι που τον είχε πληγώσει:
«Όταν μαζέψεις με την ηλεκτρική σκούπα αυτά τα μικρά ψίχουλα ενδιαφέροντος που νόμιζες πως σου έριχνε, θα έρθει και η οριστική διαγραφή. Μην αμφισβητείς τον εαυτό σου. Δεν είσαι τρελός επειδή νόμισες πως ένα βλέμμα σήμαινε κάτι περισσότερο.»
Κοίταξε τη θάλασσα κάτω από τη γέφυρα. «Πάμε παρακάτω. Είσαι ένας ελεύθερος, ωραίος νεαρός που τόλμησε να φλερτάρει. Και τι έγινε που δεν πέτυχε; Αυτά συμβαίνουν. Η ζωή δεν είναι μόνο οι στιγμές που κερδίζεις. Είναι και εκείνες που μαθαίνεις να χάνεις χωρίς να μικραίνεις τον εαυτό σου.»
Η πραγματικότητα ήταν απλή: θα ήταν πολύ όμορφο αν είχε εξελιχθεί διαφορετικά. Δεν έγινε όμως.
Και η ζωή συνεχίζεται. Ο χρόνος διορθώνει πολλά, αρκεί να τον αφήνεις να κάνει τη δουλειά του, χωρίς να κρατιέσαι από όνειρα που δεν μπορούν να γίνουν πραγματικότητα.
Μπροστά του απλωνόταν ο σιδηροδρομικός σταθμός, ένας σταθμός που για δεκαετίες εξυπηρετούσε τα τοπικά δρομολόγια ανάμεσα στο Λειανοκλάδι και τη Στυλίδα. Το τρένο είχε παίξει σημαντικό ρόλο στη ζωή της περιοχής. Δεν ήταν απλώς ένα μέσο μεταφοράς· ήταν το όχημα που έφερνε τον κόσμο στις κοντινές παραλίες, δίνοντας τη δυνατότητα σε εκατοντάδες ανθρώπους να απολαμβάνουν το καλοκαιρινό μπάνιο.
Η Αγία Μαρίνα Στυλίδας, με την αμμουδερή ακτή και τα καθαρά, ρηχά νερά της, υπήρξε για πολλές δεκαετίες η αγαπημένη παραλία των κατοίκων της Λαμίας. Μια λαϊκή παραλία, γεμάτη ζωή, που ιδιαίτερα τα καλοκαίρια γινόταν σημείο συνάντησης για τον νεαρόκοσμο. Από τα χρόνια του Μεσοπολέμου, αλλά κυρίως στα μεταπολεμικά χρόνια, είχε αποκτήσει τη φήμη του «Φαλήρου της Λαμίας». Εκεί γίνονταν τα μπάνια του λαού. Στις δεκαετίες του 1950 και του 1960, ο «μουτζούρης», η μικρή ατμομηχανή με τα επιβατικά και φορτηγά βαγόνια πίσω της, κουβαλούσε καθημερινά ανθρώπους από τη Λαμία και τα γύρω χωριά προς την Αγία Μαρίνα και τη Βασιλική Στυλίδας. Δύο δρομολόγια την ημέρα ήταν αρκετά για να μεταμορφώσουν μια απλή καλοκαιρινή εξόρμηση σε μικρή γιορτή.
Για τον Αλκιβιάδη όμως, εκείνη τη στιγμή, ο σταθμός, οι ράγες και η θάλασσα γύρω του είχαν χάσει προσωρινά τη δική τους ιστορία. Ήταν απλώς το σκηνικό μιας προσωπικής δοκιμασίας.
Εκεί, στην αρχή της γέφυρας της Αγίας Μαρίνας, στεκόταν μόνος με τη σκέψη του,  προσπαθώντας να καταλάβει την πρώτη μεγάλη απογοήτευση της εφηβείας του. Απορροφημένος στις σκέψεις του, έδειχνε αφηρημένος, σχεδόν αδέξιος στις κινήσεις του. Πολλά ερωτήματα γύριζαν στο μυαλό του, ερωτήματα που μεγάλωναν όσο περισσότερο τα επεξεργαζόταν και τον επηρέαζαν βαθύτερα απ’ όσο θα ήθελε. Ήταν εκείνες οι συνηθισμένες ανησυχίες των αγοριών στα χρόνια που αφήνουν πίσω τους την εφηβεία· απορίες κυρίως γύρω από τον έρωτα, την αποδοχή, τη γοητεία, τη σχέση με το άλλο φύλο.
Τα επόμενα λεπτά κύλησαν γρήγορα και, χωρίς να το καταλάβει, τον έβγαλαν από την ομίχλη των σκέψεών του. Μπροστά του, στη βάση της σιδερένιας γέφυρας, μια δεμένη παρέα φίλων τον περίμενε. Ήταν από εκείνες τις παρέες της εποχής που δεν χρειάζονταν ιδιαίτερες συστάσεις· οι περισσότεροι 
γνωρίζονταν μεταξύ τους χαλαρά, μέσα από τις γειτονιές, τις δουλειές, τα σχολεία, τις καθημερινές συναναστροφές. Η θάλασσα, το νερό, η φύση είχαν πάντα μια ανεξήγητη δύναμη να φέρνουν τους ανθρώπους κοντά. Δημιουργούσαν δεσμούς, γεννούσαν φιλίες και άνοιγαν δρόμους σε νέες εμπειρίες. Μέσα στον νεανικό αυθορμητισμό, ο καθένας ανακάλυπτε τον εαυτό του, τις δυνατότητές του, αλλά και τη χαρά του να ανήκει σε μια ομάδα.
Όσο περνούσε η ώρα, η παρέα μεγάλωνε. Νεαροί και νεαρές κατέβαιναν στην παραλία, άλλοι γνωστοί, άλλοι άγνωστοι, και απλώνονταν στα βότσαλα δημιουργώντας ένα πολύχρωμο μωσαϊκό καλοκαιρινής ζωής. Εκείνη τη μέρα, ανήμερα της γιορτής της Αγίας Μαρίνας, η δημοφιλής παραλία γνώρισε την αποθέωση της. Μια λαοθάλασσα νεολαίας πλημμύρισε την ακτή· γέλια, φωνές, πειράγματα και το αδιάκοπο παιχνίδισμα της θάλασσας έφτιαχναν μια εικόνα που θα έμενε χαραγμένη στη μνήμη του.
Ανάμεσα στην παρέα τους ξεχώριζε ο Φίλιππος. Εντελώς αμερόληπτα, ο Αλκιβιάδης τον θεωρούσε έναν ευγενικό, έξυπνο και φυσικά όμορφο νεαρό άντρα, μόλις είκοσι τριών χρόνων τότε. Περνώντας τα χρόνια, όταν κάποτε τον φέρνει η μνήμη του μπροστά του, τον παρομοιάζει με τον Hugh Jackman, τον ηθοποιό που είχε γοητεύσει το γυναικείο κοινό.
Τον είχε συναντήσει πρόσφατα μία-δύο φορές στους δρόμους της γειτονιάς του. Είχε μάθει πως 
είχε μόλις απολυθεί από τον στρατό, ζούσε στην Αθήνα, αλλά επισκεπτόταν συχνά την πόλη, 
όπου έμεναν οι γονείς του. Στη γειτονιά του Αλκιβιάδη υπήρχε μια όμορφη μονοκατοικία που 
ανήκε σε έναν γνωστό Λαμιώτη μεγαλέμπορο. Η οικογένειά του είχε μια κόρη είκοσι ετών, ένα 
κορίτσι που, στα μάτια όσων την είχαν γνωρίσει, θύμιζε την Κλαούντια Καρντινάλε σε ομορφιά και γοητεία. Μια γειτόνισσα, με καταγωγή από την Κωνσταντινούπολη, όταν ήθελε να περιγράψει μια γυναίκα ιδιαίτερα θελκτική, χρησιμοποιούσε μια έκφραση γεμάτη εικόνες και γεύσεις:
«Σαν τα κρύα τα νερά! Την κοιτάνε σαν ξερολούκουμο. Σαν του Χατζή Μπεκίρ λουκούμι ο κάτασπρος λαιμός της και μαλεμπί καζάντιμπι ο αναστεναγμός της.» (Ο Χατζή Μπεκίρ ήταν ξακουστό ζαχαροπλαστείο για τα περίφημα λουκούμια του.)
Ο Φίλιππος ήταν γνωστό πως διατηρούσε στενές σχέσεις με την οικογένεια και μάλιστα είχε διαδοθεί ότι υπήρχε σοβαρή προοπτική να γίνει ο επίσημος μνηστήρας της «Κλαούντια Καρντινάλε».
Για τον νεαρό Αλκιβιάδη, εκείνη η εποχή ήταν γεμάτη πρόσωπα, βλέμματα, προσδοκίες και μικρές ιστορίες που έμοιαζαν τότε τεράστιες. Κάθε καλοκαίρι, κάθε παρέα, κάθε γνωριμία, κάθε χαμόγελο 
αποτελούσε ένα μικρό κομμάτι από το παζλ της ενηλικίωσής του.
Και ο Αλκιβιάδης βρισκόταν ήδη στη ζώνη των δεκαοκτώ του χρόνων. Ήταν ένας κομψός νεαρός άντρας, ψηλός αλλά όχι άχαρος, με πλούσια μαλλιά και καστανομελί μάτια που έκρυβαν την 
ανησυχία και το πάθος της ηλικίας του για τη ζωή.
Όλα ξεκίνησαν όταν κάποια στιγμή ο Φίλιππος, περισσότερο για αστείο και για να πειράξει την παρέα, τον προκάλεσε σε μια αναμέτρηση. Έναν αγώνα κολύμβησης οι δυο τους μέχρι το τέλος της σιδερένιας γέφυρας. «Συμφωνώ! Και ποιο μεγάλο έπαθλο περιμένει τον νικητή;» ρώτησε ο Αλκιβιάδης, κοιτάζοντας τον Φίλιππο με μια έκφραση δήθεν αθώα και ανέμελη, προσπαθώντας να κρύψει πως ίσως είχε ήδη κάτι στο μυαλό του.
«Τι προτείνεις;» τον ρώτησε ο Φίλιππος.
«Χμ…» έκανε πως σκέφτεται ο Αλκιβιάδης.
 Ο  Φίλιππος με το ύφος κάποιου που απλώς πετάει μια ιδέα χωρίς ιδιαίτερη σημασία, είπε: «Λοιπόν, έχω να προτείνω εγώ κάτι. Έναν καλό καφέ, ή ένα ποτό το απόγευμα, αν συμφωνείς, σε κάποιο καφέ-ρεστοράν στον λόφο του Αγίου Λουκά. Πάνω από τη γειτονιά σου.»
Ο Αλκιβιάδης χαμογέλασε. «Ενδιαφέρον μου ακούγεται… Όμορφο μέρος για καφέ και ποτό!»
Η αναμέτρηση για τον Αλκιβιάδη αποδείχθηκε τελικά φιάσκο. Ο Φίλιππος ήταν δεινός κολυμβητής. Από τα πρώτα μέτρα φάνηκε πως δεν είχε μόνο δύναμη, αλλά γνώριζε άριστα την τεχνική της κολύμβησης. Κι όταν έφτασαν στο τέλος της γέφυρας, ο Αλκιβιάδης κατάλαβε πως απέναντί του δεν είχε απλώς έναν καλύτερο κολυμβητή, αλλά κάποιον που είχε μάθει να συνεργάζεται με το νερό.
«Το ξέρεις ότι κολυμπάς λάθος;» του είπε ο Φίλιππος χαμογελώντας.
«Το καταλαβαίνω ότι κάτι δεν κάνω σωστά, αλλά δεν ξέρω από πού να αρχίσω και τι να 
διορθώσω πρώτο», απάντησε ο Αλκιβιάδης.
«Λοιπόν, θα σε βοηθήσω να το βρούμε. Ας το αναλύσουμε πρώτα. Το νερό είναι πολύ πιο πυκνό από τον αέρα. Αυτό σημαίνει πως κάθε λάθος κίνηση αυξάνει την αντίσταση και σε κουράζει γρήγορα. Η σωστή τεχνική δεν είναι θέμα μόνο δύναμης, αλλά οικονομίας κίνησης.»
Ο Φίλιππος στάθηκε δίπλα του μέσα στο νερό και του έδειξε πώς να κρατά το σώμα του πιο οριζόντιο.
«Αυτό που θέλουμε είναι να μειώσουμε όσο γίνεται τις αντιστάσεις. Να γλιστράς μέσα στο νερό, όχι να παλεύεις μαζί του. Το κεφάλι, η θέση του κορμού και η κίνηση των ποδιών παίζουν μεγάλο ρόλο. Έχεις δυνατά πόδια, απλώς πρέπει να μάθεις να τα χρησιμοποιείς σωστά.»
Ο Φίλιππος τού εξηγούσε υπομονετικά, αποφεύγοντας τις πολλές τεχνικές λεπτομέρειες. Ήθελε πρώτα να του δώσει την αίσθηση της σωστής θέσης, να καταλάβει το σώμα του πώς πρέπει να κινείται μέσα στο νερό. Ο Αλκιβιάδης σε αυτή τη θέση ένιωθε τον φαλλό και τα «καρύδια» του να κρέμονται χαλαρά μέσα στο ζεστό νερό όταν ξαφνικά ένιωσε το χέρι του Φίλιππα πάνω από το μαγιό του να χαιδευει με μαεστρία τις μπάλες του. Όλα έγιναν πολύ γρήγορα. Δεν έχει καν προλάβει να συνειδητοποιήσει τι γίνεται. Εάν το θέλει ή όχι. Εάν του αρέσει ή όχι. Σαφέστατα το πέος είχε άλλη γνώμη. Έγινε σκληρό σαν πέτρα. Ο  Αλκιβιάδης έκπληκτος διαπιστωνει το σύστημα του «μου αρέσει» έχει ηδονική επίδραση επάνω του και το  φαινόμενο της αυθόρμητη στύσης, επιτυγχάνεται μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα που του προκαλεί «μυρμήγκιασμα» στα γεννητικά όργανα, σαν να προδίδει κάπως το σώμα το μυαλό του και τα συναισθήματά του! Αναρωτιέται πως του συμβαίνει κάτι τέτοιο γιατί δεν είχε καμιά επιθυμία για ερωτική επαφή εκείνη τη στιγμή, βρέθηκε αντιμέτωπος με κάτι που δεν περίμενε. Μια αμηχανία που δεν μπορούσε εύκολα να εξηγήσει. Το σώμα του αντέδρασε πριν προλάβει η σκέψη του να καταλάβει 
τι συνέβαινε. Ήταν μια παράξενη εμπειρία για εκείνον. Όχι επειδή δεν γνώριζε την εφηβική επιθυμία, αλλά επειδή συνειδητοποιούσε για πρώτη φορά πόσο διαφορετικά μπορούσαν να λειτουργούν το μυαλό και το σώμα. Ένα συναίσθημα που δεν είχε προλάβει να ονομάσει, μια έλξη που δεν είχε ακόμη κατανοήσει, μια αντίδραση αυθόρμητη και ανεξέλεγκτη. Για λίγες στιγμές έμεινε σαστισμένος. Αναρωτήθηκε τι ακριβώς αισθανόταν. Αν ήταν επιθυμία, περιέργεια, έκπληξη ή απλώς η ένταση μιας στιγμής που δεν περίμενε.
Και ίσως αυτό ήταν το πιο παράξενο κομμάτι της ενηλικίωσής του: η ανακάλυψη πως ο άνθρωπος δεν γνωρίζει πάντα τον εαυτό του από πριν. Μερικές φορές το σώμα, τα συναισθήματα και η σκέψη βαδίζουν σε διαφορετικούς δρόμους μέχρι να συναντηθούν. Αργότερα, ως ώριμος πλέον ενήλικας, ο Αλκιβιάδης διάβασε κάπου για το σύστημα της «εκμάθησης» του σώματος, το λεγόμενο learning system. Ένα παράδειγμα που χρησιμοποιούσε η ψυχολογία ήταν το γνωστό πείραμα του Pavlov με τα σκυλιά.
Ο Pavlov είχε δείξει πως ένας οργανισμός μπορεί να συνδέσει ένα ουδέτερο ερέθισμα με ένα γεγονός που ακολουθεί. Τα σκυλιά, αφού είχαν μάθει ότι ο ήχος του κουδουνιού προηγούνταν της τροφής, αντιδρούσαν τελικά στο κουδούνι σαν να επρόκειτο να εμφανιστεί το φαγητό, ακόμη κι όταν αυτό δεν 
υπήρχε.Δεν σήμαινε ότι τα ζώα επιθυμούσαν το ίδιο το κουδούνι. Σήμαινε ότι ο οργανισμός τους είχε μάθει να το συνδέει με κάτι άλλο. Κάπως έτσι άρχισε να καταλαβαίνει και ο ίδιος μια παλιά εμπειρία της νεότητάς του. Δεν ήταν απαραίτητα η σκέψη ή η συνειδητή επιθυμία που προηγούνταν πάντα. Το σώμα είχε τη δική του μνήμη, τις δικές του αυτόματες αντιδράσεις, τους δικούς του δρόμους που πολλές φορές προηγούνταν της λογικής.
Εκείνη τη στιγμή με τον Φίλιππο, στην εφηβεία του, είχε βρεθεί μπροστά σε κάτι που δεν μπορούσε 
ακόμη να εξηγήσει. Δεν υπήρχε έτοιμη απάντηση μέσα του, ούτε ξεκάθαρη ερμηνεία. Υπήρχε 
μόνο η έκπληξη ενός νέου ανθρώπου που ανακάλυπτε πως ο εσωτερικός του κόσμος ήταν πολύ πιο σύνθετος απ’ όσο πίστευε. Αμήχανος, προσπαθώντας να βρει ισορροπία ανάμεσα στη σκέψη και στο συναίσθημα, ένιωσε την ανάγκη να σταματήσει για λίγο τη στιγμή.
«Νομίζω πως καλύτερα να βγούμε από το νερό», είπε τελικά. «Να πάρουμε λίγο χρόνο να ηρεμήσουμε.» Και ίσως αυτή ήταν μία από τις πρώτες φορές που ο Αλκιβιάδης κατάλαβε πως η ενηλικίωση δεν είναι μόνο η ανακάλυψη των επιθυμιών. Είναι κυρίως η προσπάθεια να καταλάβεις τι
σημαίνουν, από πού έρχονται και πώς εντάσσονται στην εικόνα που έχεις για τον εαυτό σου.
Οι επόμενες στιγμές βρήκαν τον Αλκιβιάδη έξω από τη θάλασσα, με το σώμα του ακόμη ζεστό 
από την κούραση και τον ήλιο του μεσημεριού να καίει από πάνω του. Είχε βγει πρώτος από το νερό και με λίγα βήματα είχε φτάσει στην αμμουδιά, όπου ξάπλωσε προσπαθώντας να βάλει σε τάξη τις σκέψεις του. Λίγο αργότερα εμφανίστηκε και ο Φίλιππος. Χωρίς δεύτερη σκέψη, άφησε τα πράγματά του δίπλα του και κάθισε στην άμμο.
«Μην το βλέπεις σαν αποτυχία το χαμένο ποντάρισμα της αναμέτρησης», του είπε χαμογελώντας.
Ο Αλκιβιάδης τον κοίταξε και χαμογέλασε κι αυτός.
«Ο ποιητής λέει πως, σαν χαμένος, έχω ακόμα ελπίδες», απάντησε.
«Για πες μου, τι λέει ο ποιητής;»
«Αναμετρήθηκαν για τα μάτια της Ελένης, όμως εκείνη προτίμησε τον Αλκιβιάδη, κι ας ήταν αυτός που κατέληξε τελικά στο νοσοκομείο.»
Ο Φίλιππος γέλασε. «Κατάλαβα… Προσπαθείς να βγάλεις νικητή τον ηττημένο.»
«Κάπως έτσι», απάντησε ο Αλκιβιάδης. «Ποτέ δεν ξέρεις πώς γράφεται η ιστορία.»
Ο Φίλιππος σηκώθηκε και τίναξε την άμμο από πάνω του. «Λοιπόν, ώρα να τα μαζεύουμε. Έρχεται το τρένο και δεν περιμένει κανέναν. Στον Άγιο Λουκά κερνάω το φαγητό. Τα ποτά όμως τα πληρώνεις εσύ, για το χαμένο σου στοίχημα.»
Ο Αλκιβιάδης γέλασε. Για πρώτη φορά εκείνη τη μέρα ένιωσε πως η ήττα του δεν είχε και τόση σημασία. Μερικές φορές οι μικρές αποτυχίες της ζωής δεν είναι παρά η αφορμή για μια καινούργια ιστορία. Το απόγευμα τους βρήκε στη δροσιά που πρόσφερε το δημοτικό περίπτερο του λόφου του Αγίου Λουκά. Η ένταση της θάλασσας είχε ήδη ξεθωριάσει μέσα του. Το περιστατικό που είχε 
προηγηθεί το είχε καταχωρίσει στο μυαλό του σαν ένα παράξενο παιχνίδι της στιγμής, μια ακραία ίσως, αλλά χωρίς συνέχεια, χειρονομία ανάμεσα σε δύο φίλους.
Ο λόφος του Αγίου Λουκά ήταν ένα από τα πιο αγαπημένα σημεία της Λαμίας. Ένας καταπράσινος λόφος, ακριβώς πάνω από την Πλατεία Διάκου, εύκολα προσβάσιμος από την πόλη, που πρόσφερε στους επισκέπτες έναν περίπατο μέσα στη φύση αλλά και μια μοναδική θέα. Από εκεί ψηλά απλωνόταν μπροστά στα μάτια τους η Οίτη, η κοιλάδα του Σπερχειού και ο Μαλιακός Κόλπος.
Στο δημοτικό περίπτερο, ανάμεσα στα δέντρα και τη δροσιά του δασυλλίου, οι άνθρωποι έβρισκαν καταφύγιο από τη ζέστη του καλοκαιριού. Ένα τραπέζι, ένας καφές, ένα ποτό, λίγη κουβέντα και η θέα 
που άνοιγε μπροστά τους αρκούσαν για να κάνουν τη στιγμή ξεχωριστή.
Λίγο πιο πέρα βρισκόταν το μικρό εκκλησάκι του Αγίου Λουκά, του πολιούχου της πόλης. Ένας λιτός 
σταυροειδής ναός χωρίς τρούλο, χτισμένος ως ξωκλήσι το 1910, που για τους κατοίκους δεν ήταν απλώς ένα θρησκευτικό μνημείο. Ήταν ένας τόπος δεμένος με τις μνήμες τους, με ιστορίες και γεγονότα που περνούσαν από γενιά σε γενιά.
Για τον Αλκιβιάδη, εκείνο το 
απόγευμα ο λόφος δεν ήταν μόνο ένα όμορφο σημείο της πόλης. Ήταν ένα ακόμη κομμάτι μιας εποχής που έμοιαζε ατέλειωτη· μιας εποχής γεμάτης θάλασσα, φιλίες, μικρές ανατροπές και εμπειρίες που τότε δεν μπορούσε ακόμη να καταλάβει πόσο βαθιά θα χαράζονταν μέσα του. Στη δυτική πλευρά του λόφου το πυκνό δάσος γειτνίαζε με βοσκοτόπια. Το πανέμορφο αυτό δασύλλιο, απομονωμένο από τα αδιάκριτα βλέμματα, είχε αποκτήσει με τα χρόνια τη δική του φήμη. Ήταν ένας τόπος μυστικών συναντήσεων, ένας χώρος όπου πολλοί νέοι αναζητούσαν λίγη ιδιωτικότητα μακριά από τα μάτια της κοινωνίας. Στη γλώσσα της εποχής είχε αποκτήσει και το δικό του παρατσούκλι, όχι ιδιαίτερα ευγενικό, αλλά χαρακτηριστικό της λαϊκής υπερβολής: η «γαμηστρώνα» της περιοχής.
Ο Αλκιβιάδης θυμάται ακόμη μια ιστορία που τους έλεγε μια καθηγήτρια των Θρησκευτικών, μια γυναίκα αυστηρή και μάλλον αποκομμένη από τον κόσμο των νέων. Τους διηγούνταν πως σε εκείνο το δάσος έβλεπε, όπως έλεγε, «σκιές» και «κακά πνεύματα», επειδή εκεί σύχναζαν νέοι που παραβίαζαν τους κανόνες της εποχής και είχαν ερωτικές σχέσεις πριν από τον γάμο.Με την αφέλεια αλλά και τον φόβο που καλλιεργούσαν τότε τέτοιες αντιλήψεις, τους προειδοποιούσε πως όποιος έκανε έρωτα πριν τον γάμο οδηγούνταν στην κόλαση.
Χρόνια αργότερα ο Αλκιβιάδης θα χαμογελούσε με αυτές τις αναμνήσεις. Όχι τόσο για τα λόγια της καθηγήτριας, όσο για το πόσο διαφορετικοί ήταν οι κόσμοι που συνυπήρχαν εκείνη την εποχή: από τη μία οι επιθυμίες και η περιέργεια των νέων και από την άλλη οι φόβοι, οι απαγορεύσεις και οι ενοχές μιας ολόκληρης κοινωνίας. 
Είχαν τελειώσει το φαγητό τους και τώρα απολάμβαναν τον απογευματινό καφέ τους. Οι λάτρεις του 
πρωινού καφέ και της μοναχικής τελετουργίας θα υπερασπιστούν πως λίγες στιγμές ηρεμίας με τον εαυτό σου και μια καλή κούπα καφέ αξίζουν όσο λίγα πράγματα. Ο Αλκιβιάδης δεν θα διαφωνούσε. Όμως, ως άνθρωπος που αγαπούσε την επαφή, την κουβέντα και την παρέα, είχε τη δική του άποψη.
Για εκείνον, σαν τον απογευματινό καφέ δεν υπήρχε. Ήταν η αφορμή για συνάντηση, το μικρό καθημερινό τελετουργικό της παρέας. Η φράση «πάμε για καφέ» δεν σήμαινε απλώς ένα ρόφημα. Ήταν πρόσκληση για κουβέντα, πείραγμα, χαλάρωση και λίγο χαβαλέ.Και αυτές ακριβώς τις στιγμές απολάμβαναν τώρα οι δύο φίλοι, κάτω από τη σκιά των δέντρων του Αγίου Λουκά, με την πόλη απλωμένη μπροστά τους.
«Ώρα να φύγουμε», πρότεινε ο Αλκιβιάδης. «Όπου να ’ναι ο ήλιος θα χαθεί πίσω από τις κορφές της Οίτης και της Γκιώνας.»
Πήραν τον κατηφορικό δρόμο της επιστροφής, περνώντας δίπλα από το πυκνό δασύλλιο της δυτικής πλαγιάς. Ο ήλιος είχε ήδη γείρει και οι σκιές τους μάκραιναν πάνω στο χώμα. Το φως έσβηνε σιγά σιγά, χαρίζοντας στις απέναντι πλαγιές εκείνο το θαμπό, χρυσοκόκκινο χρώμα του καλοκαιρινού δειλινού.
Περπατούσαν για ώρα σχεδόν αμίλητοι.Κάποια στιγμή ο Αλκιβιάδης κοντοστάθηκε. «Συγγνώμη... θα χρειαστώ ένα λεπτό.»
Ξέφυγε λίγα μέτρα μέσα στο δασύλλιο, εκεί όπου οι πυκνοί θάμνοι έκρυβαν όποιον αναζητούσε λίγη ιδιωτικότητα. Ο Φίλιππος τον ακολούθησε σχεδόν ασυναίσθητα. Μπροστά στα πόδια τους σύρθηκε αργά μια χελώνα με σκούρο, κρασπεδωτό καβούκι.
«Ξέρεις τι λέει η παλιά δοξασία;»  είπε γελώντας ο Φίλιππος. «Αν σε κατουρήσει χελώνα, είναι γούρι.»
Ο Αλκιβιάδης χαμογέλασε αμήχανα. Η σύντομη εκείνη στιγμή της ανεμελιάς κράτησε ελάχιστα.
Ο Φίλιππος έκανε μια απρόσμενη κίνηση προς το μέρος του.
Ο Αλκιβιάδης αντέδρασε αμέσως. Του έπιασε σταθερά τον ώμο και τον ακούμπησε στην πλάτη ενός δέντρου, χωρίς βία αλλά με αποφασιστικότητα. Τον κοίταξε κατάματα.
«Τι είναι αυτό που ζητάς;» είπε χαμηλόφωνα.
Ο Φίλιππος δεν απέφυγε το βλέμμα του.
«Νομίζω πως το ξέρεις.» Έμειναν για λίγες στιγμές σιωπηλοί.
«Φίλε μου»,  αποκρίθηκε τελικά ο Αλκιβιάδης ήρεμα, «αυτό δεν μπορώ να στο δώσω.»
Ο Φίλιππος κατέβασε το βλέμμα.
«Κρίμα...» Στη φωνή του δεν υπήρχε θυμός· μόνο αμηχανία.
Ο Αλκιβιάδης έκανε ένα βήμα πίσω. «Πάμε. Καλύτερα να φύγουμε πριν μας δει κανείς.»
Ο Φίλιππος έγνεψε καταφατικά. «Έχεις δίκιο», είπε. «Παρασύρθηκα.» Βγήκαν και οι δύο από το δασύλλιο χωρίς να ανταλλάξουν άλλη κουβέντα. Το μόνο που ακουγόταν ήταν τα τζιτζίκια και τα βήματά τους πάνω στα ξερά φύλλα.
Ύστερα από λίγο ο Φίλιππος έσπασε τη σιωπή.
«Ίσως κάποτε ξανασυναντηθούμε... Ίσως πάλι όχι.»
Ο Αλκιβιάδης δεν απάντησε αμέσως. Κοίταξε για μια στιγμή τον ήλιο που χανόταν πίσω από τα βουνά και συνέχισε να περπατά. Εκείνο το δειλινό κατάλαβε πως ορισμένες συναντήσεις αφήνουν βαθύ αποτύπωμα, ακόμη κι όταν δεν οδηγούν πουθενά. Θέλησε η μοίρα, θέλησε ο χρόνος, που όλα τα λειαίνει και τα παρασύρει στο πέρασμά του, οι δρόμοι τους να μη διασταυρωθούν ποτέ ξανά.
Χρόνια αργότερα, όταν ο Αλκιβιάδης ανακαλούσε εκείνο το καλοκαιρινό δειλινό, καταλάβαινε πως είχε υπάρξει μια στιγμή αμηχανίας, μια στιγμή δοκιμασίας, περισσότερο παρά ένας πειρασμός. Για τον ίδιο, τα όρια του σώματός του και της επιθυμίας του ήταν τότε απολύτως ξεκάθαρα. Μέσα στο μυαλό του είχαν χαραχθεί σαν μια αόρατη οχυρωματική γραμμή, την οποία δεν ήταν διατεθειμένος να διαβεί. Ένα προσωπικό σύνορο, αυστηρά οριοθετημένο, που δεν επιδεχόταν διαπραγμάτευση.
Δεν ένιωθε την ανάγκη να απολογηθεί γι' αυτή του τη στάση. Ήταν απλώς η αλήθεια του, έτσι όπως τη βίωνε εκείνη την εποχή. Και με αυτή την αλήθεια συνέχισε να πορεύεται, αφήνοντας τον χρόνο να κρατήσει μόνο την ανάμνηση μιας παράξενης συνάντησης, χωρίς συνέχεια και χωρίς επιστροφή.
.
Η συνέχεια στο...
Click to Open
Ο ¨Εφηβος Ωρίμασε!
.....

Πέμπτη 9 Φεβρουαρίου 2023

Kalokairi 1966

.....Καλοκαίρι του χίλια εννιακόσια εξήντα έξι.
Ο Αλκιβιάδης είχε ήδη αναχωρήσει για την Αθήνα και από εκεί, μαζί με τη θεία του την Ερμιόνη, θα συνέχιζε το ταξίδι για τη Μονεμβασιά. Η ιδέα είχε γεννηθεί από το Πάσχα ακόμη. Η Ερμιόνη τού είχε προτείνει να περάσουν μαζί έναν ολόκληρο μήνα στο χωριό, μακριά από τη βουή της πόλης και την καθημερινή ρουτίνα. Για τον Αλκιβιάδη η πρόταση αυτή ήταν κάτι περισσότερο από απλές καλοκαιρινές διακοπές. Ήταν μια ευκαιρία επιστροφής σε έναν τόπο που είχε ήδη αρχίσει να αποκτά ξεχωριστή θέση μέσα του. Δεν έκρυψε τον ενθουσιασμό του. Ήταν ακριβώς αυτό που χρειαζόταν. Ένα καλοκαίρι διαφορετικό, γεμάτο ελευθερία, φύση και χρόνο για να περιπλανηθεί, να παρατηρήσει, να γνωρίσει καλύτερα τον εαυτό του.
Ακόμη κουβαλούσε μέσα του τις εικόνες από το προηγούμενο Πάσχα στο χωριό του παππού του. Τις κουβέντες μαζί του, τις ιστορίες του, τις βόλτες στα μονοπάτια, τα κοπάδια, τα μελίσσια, εκείνη τη μοναδική αίσθηση ότι ανήκε κάπου βαθύτερα. Η νοσταλγία λειτουργούσε σαν γέφυρα ανάμεσα στο παρελθόν και στο παρόν. Το χωριό δεν ήταν απλώς ένας τόπος διακοπών. Ήταν ένας χώρος μνήμης, ένας τόπος όπου οι άνθρωποι, οι ιστορίες και τα συναισθήματα είχαν αφήσει το αποτύπωμά τους. Εκεί ο χρόνος έμοιαζε να κινείται διαφορετικά και η επιστροφή του έμοιαζε περισσότερο με αναζήτηση παρά με απλή μετακίνηση.
Ήταν ίσως αυτή η βαθύτερη ουσία της εφηβείας του: η ανάγκη να ανακαλύψει ποιος είναι, μέσα από τους ανθρώπους και τους τόπους που τον είχαν διαμορφώσει.
Τα μικρότερα αδέλφια του είχαν ήδη αναχωρήσει για την καλοκαιρινή παιδική κατασκήνωση. Εκείνη την εποχή οι κατασκηνώσεις αποτελούσαν έναν σημαντικό θεσμό για πολλές οικογένειες. Ήταν ένας κόσμος γεμάτος παιχνίδι, νέες φιλίες και εμπειρίες μακριά από το σπίτι, κάτι που τα παιδιά περίμεναν με ανυπομονησία κάθε καλοκαίρι.
Ο Αλκιβιάδης, όμως, βρισκόταν πια σε μια διαφορετική ηλικία. Δεν αναζητούσε μόνο παιχνίδι και ξεγνοιασιά. Αναζητούσε εμπειρίες, εικόνες και απαντήσεις που θα τον βοηθούσαν να περάσει από την παιδική ηλικία στον κόσμο των ενηλίκων.
Η Ρειχιά ήταν από τα πρώτα χρόνια της ζωής του ένας τόπος ξεχωριστός. Στα χρόνια της νηπιακής του ηλικίας ήταν ο τόπος των καλοκαιρινών διακοπών, η διαμονή στο σπίτι του παππού και της γιαγιάς. Εκεί όπου η αγάπη τους τον αγκάλιαζε καθημερινά μέσα από παραμύθια, λιχουδιές, χατίρια και μικρές χαρές που μόνο οι παππούδες ξέρουν να προσφέρουν. Ήταν μέρες ξεγνοιασιάς, παιχνιδιού και ανεμελιάς. Ένας κόσμος διαφορετικός από την καθημερινότητα της πόλης, όπου ο χρόνος κυλούσε πιο αργά και κάθε εμπειρία αποκτούσε μια ξεχωριστή σημασία. Αργότερα, στην εφηβεία του, επέστρεψε ξανά στη Ρειχιά και πέρασε εκεί δύο ολόκληρα καλοκαίρια. Αυτή τη φορά όμως δεν ήταν πια το μικρό παιδί που αναζητούσε μόνο το παιχνίδι και την προστασία των μεγάλων. Ήταν ένας έφηβος που αναζητούσε τον εαυτό του, την ελευθερία του και τη θέση του στον κόσμο. Η σχέση του με τον παππού του είχε ιδιαίτερη δύναμη. Δίπλα του ένιωθε μια αίσθηση μοναδικότητας και εσωτερικής δύναμης. Τα λόγια του, οι ιστορίες του και η αποδοχή που του έδειχνε λειτουργούσαν σαν αόρατο στήριγμα. Του έδιναν αυτοπεποίθηση και την αίσθηση ότι μπορούσε να σταθεί απέναντι στις δυσκολίες της ζωής.
Η Ρειχιά όμως δεν ήταν μόνο τα βουνά και το ορεινό τοπίο του Πάρνωνα. Ήταν και η θάλασσα Στον δρόμο προς τη Βλυχάδα, το τοπίο αλλάζει και εμφανίζεται η Ράχη. Ένα τοπίο σχεδόν απίστευτο, όπου δύσκολα μπορεί να φανταστεί κανείς πως τόσο κοντά σε αυτόν τον ορεινό οικισμό κρύβεται μια από τις πιο όμορφες παραλίες της περιοχής.
Η Βλυχάδα παρέμενε για πολλούς άγνωστη, ένα προνόμιο μόνο για εκείνους που είχαν την τύχη να τη γνωρίζουν. Δεν ήταν απλώς ένας τόπος για κολύμπι· ήταν εμπειρία. Ένα βίωμα που δύσκολα χωράει σε λέξεις. Εκεί όπου η θάλασσα λαμπύριζε κάτω από τον ήλιο, σπάζοντας το φως σε χιλιάδες μικρές αναλαμπές, το τοπίο κρατούσε ακόμη κάτι από την παλιά, μυστική του παρθενικότητα. Τα αρώματα του βουνού συναντούσαν την αρμύρα της θάλασσας. Τα μονοπάτια προς την ακρογιαλιά περνούσαν ανάμεσα από πικροδάφνες, γαλατσίδες, κιτρινοξυλιές, συκιές και σκίνα, σαν μια φυσική διαδρομή που οδηγούσε σε έναν κρυμμένο παράδεισο.
Τα καλοκαιρινά βράδια στη Βλυχάδα είχαν τη δική τους μαγεία. Όταν έπεφτε ο ήλιος, ένας γλυκός νυχτερινός αέρας κατέβαινε από τα βουνά του Ζάρακα, περνούσε πάνω από τα αμπέλια, τις ελιές, τις χαρουπιές και τις συκιές, κουβαλώντας μαζί του το άρωμα του θυμαριού. Εκείνο το άρωμα έσμιγε με τη θαλασσινή αύρα και δημιουργούσε μια αίσθηση μοναδικής γαλήνης. Κοντά στο κύμα, ο ήσυχος 
παφλασμός της θάλασσας γινόταν νανούρισμα. Ύστερα από ώρες κολύμπι και παιχνίδι στο νερό, αποκαμωμένος αλλά γεμάτος ευτυχία, άφηνε τον εαυτό του στη δροσιά της νύχτας και ένιωθε πως βρισκόταν σε έναν τόπο όπου ο χρόνος είχε σταματήσει.
Ήταν μια πολύ όμορφη και ξεχωριστή παρέα. Αρχηγός της εξόρμησης ο θείος Πέτρος. Μαζί του ο 
μικρός γιος του, ο Γιαννάκης, η γιαγιά Μαρία, η θεία Ερμιόνη και ο Αλκιβιάδης. Μια μικρή οικογενειακή ομάδα που ξεκινούσε για τη Βλυχάδα φορτωμένη με όλα τα απαραίτητα για να ζήσει μερικές μέρες δίπλα στη θάλασσα.
Κουβαλούσαν μαζί τους πατάτες, κρεμμύδια, ψωμί, ελιές, λάδι, λίγα λεμόνια, τουλουμίσιο τυρί και μια μεγάλη κατσαρόλα. Τα απλά υλικά που όμως, στα χέρια ανθρώπων μαθημένων να δημιουργούν με τα λίγα, μπορούσαν να μεταμορφωθούν σε πραγματικό γεύμα γιορτής.
Με ορμητήριο τον χαρακτηριστικό βράχο που υψωνόταν μέσα στα νερά, το σήμα κατατεθέν του πανέμορφου μυχού της Βλυχάδας, είχαν εξασφαλισμένο και το βασικό συστατικό της γιορτής τους: τα ψάρια. Ο θείος Πέτρος αναλάμβανε τον ρόλο του μάγειρα και ετοίμαζε μια αυθεντική μπουγιαμπέσα, τη μεσογειακή ψαρόσουπα που ταίριαζε απόλυτα με το τοπίο και τη στιγμή. Ο Πέτρος, σύζυγος της δεύτερης αδελφής της Ιοκάστης, ήξερε να απολαμβάνει τη ζωή με τον απλό τρόπο των ανθρώπων εκείνης της εποχής. Δεν χρειάζονταν πολλά για να δημιουργηθεί μια όμορφη ανάμνηση.
Έμεναν εκεί, στην παραλία των εφηβικών του χρόνων, σε πρόχειρες κατασκευές που τις έλεγαν τσαρδιά. Μικρές καλαμένιες καλύβες, σκεπασμένες με φυλλωσιές από φτέρες για προστασία από τον ήλιο και τη βροχή. Οι πόρτες τους ήταν κουρελούδες που κρέμονταν πρόχειρα, αρκετές όμως για να δημιουργήσουν την αίσθηση ενός μικρού καταφυγίου.
Και μέσα σε αυτή την απλότητα, ανάμεσα στη θάλασσα, στα βράχια και στη μυρωδιά της φωτιάς, ο Αλκιβιάδης ζούσε εμπειρίες που θα έμεναν για πάντα χαραγμένες μέσα του. Είναι αυτές οι αναμνήσεις του η ταυτότητά του, η ιστορία του, ο σημερινός του εαυτός. Είναι εκείνες οι στιγμές που επιστρέφουν ξανά και ξανά και ζωντανεύουν μέσα του την πιο νοσταλγική εποχή του χρόνου, τότε που οι μέρες έμοιαζαν ατέλειωτες, ξέγνοιαστες και όλα έμοιαζαν πιο απλά, πιο φωτεινά, σχεδόν ιδανικά. Και βέβαια δεν έλειπαν ποτέ τα απρόοπτα. Μικρά ή μεγάλα περιστατικά που έδιναν απρόβλεπτη τροπή στις ημέρες τους και συχνά κατέληγαν σε ιστορίες που έμεναν ζωντανές στη μνήμη. Γιατί οι ευτυχισμένες στιγμές της ζωής δεν μετριούνται με τη διάρκεια του χρόνου. Δεν χωρούν σε ημερολόγια και αριθμούς· μετριούνται μόνο με το αποτύπωμα που αφήνουν μέσα μας.
Στον πάτο του γκρεμού, εκεί όπου η θάλασσα συναντούσε την ακτή, το νερό περνούσε πάνω από τα βότσαλα και εισχωρούσε στη στεριά δημιουργώντας μια μικρή, ρηχή φυσική λίμνη. Δεν ξεπερνούσε σε έκταση τα είκοσι με είκοσι πέντε μέτρα, όμως στα μάτια του έμοιαζε με έναν ολόκληρο κόσμο. Όταν τα σκούρα μπλε κύματα του πελάγους έρχονταν με δύναμη και έσπαζαν πάνω στην αμμουδιά, το νερό που εγκλωβιζόταν στη μικρή λιμνούλα παρέμενε ήρεμο, διάφανο και πρασινωπό, σαν να είχε τη δική του ξεχωριστή ζωή. Μια μικρή παραλία μέσα στην παραλία, φτιαγμένη από καθαρή άμμο και στολισμένη με μικρούς λόφους από φύκια. Άλλα είχαν ασπρίσει κάτω από τον καυτό ήλιο του καλοκαιριού, ενώ άλλα κρατούσαν ακόμη τη βαθιά καφετιά τους γυαλάδα. Ένας Θεός ήξερε από που είχαν ταξιδέψει αυτά τα φύκια. Σίγουρα όχι από εκεί κοντά, γιατί τα νερά ήταν τόσο καθαρά, ώστε μπορούσες να διακρίνεις ξεκάθαρα τον βυθό, τις πέτρες και κάθε μικρή κίνηση κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας.
«Ο βυθός της είναι γεμάτος χέλια», του είπε ο θείος του. «Και αν ρίξεις μέσα στη λίμνη γαλατσίδες —τον φλόμο δηλαδή, με τον γαλακτώδη και δηλητηριώδη χυμό που έχουν μέσα τους, τα χέλια ζαλίζονται και ανεβαίνουν στην επιφάνεια.»
Ο Αλκιβιάδης κοίταξε την Ερμιόνη, θέλοντας να δει την εντύπωση που της είχαν κάνει τα λόγια του θείου Πέτρου. Το χαμόγελο της όμως το γνώριζε καλά. Δεν πίστευε ούτε λέξη από όσα είχε ακούσει για τα χέλια.
Κι όμως, ακόμη κι αν η ιστορία του θείου του ήταν μια από εκείνες τις υπερβολές που οι μεγαλύτεροι συνήθιζαν να λένε για να κρατούν ζωντανή τη φαντασία των νεότερων, ακόμη κι αν δεν υπήρχε ούτε ένα χέλι στον βυθό της μικρής λίμνης, εκείνος ένιωθε μια ακατανίκητη περιέργεια να το ανακαλύψει.
Ήθελε να δει με τα ίδια του τα μάτια αυτόν τον κρυμμένο κόσμο που του περιέγραφε ο θείος Πέτρος. Να βεβαιωθεί αν κάτω από τα ήρεμα, διάφανα νερά της Βλυχάδας κρυβόταν πράγματι ένας βυθός γεμάτος ζωή ή αν ήταν ακόμη μία από εκείνες τις ιστορίες που, ανεξάρτητα από την αλήθεια τους, έκαναν τον κόσμο πιο μεγάλο και πιο μυστηριώδη.
Οι πελώριοι βράχοι υψώνονταν μπροστά του επιβλητικοί. Η άγρια ομορφιά τους ήταν τέτοια που ο Αλκιβιάδης πήρε την απόφαση να ανέβει μέχρι την κορυφή τους. Από εκεί ήθελε να φτάσει στο χορταριασμένο πλάτωμα που απλωνόταν ψηλότερα, ανάμεσα σε φραγκοσυκιές, αθάνατους και αμέτρητους θάμνους από γαλατσίδες. Άρχισε να ψάχνει προσεκτικά γύρω του, αναζητώντας κάποιο πέρασμα. Για αρκετή ώρα περιπλανήθηκε χωρίς αποτέλεσμα και ήταν έτοιμος να εγκαταλείψει την προσπάθεια απογοητευμένος. Την άνοιξη η πλαγιά θα πρέπει να πρασίνιζε από τη βλάστηση, όμως τώρα, μέσα στο καλοκαίρι, το χώμα ήταν ξερό, σκληρό και αφιλόξενο, σαν να προσπαθούσε να κρατήσει μακριά κάθε ανεπιθύμητο επισκέπτη. Κι όμως, λίγο πριν τα παρατήσει, το βλέμμα του στάθηκε σε ένα λεπτό, φιδογυριστό σημάδι πάνω στη γη. Ένα κομμάτι εδάφους που έμοιαζε πατημένο από ανθρώπινα βήματα. Ίσως ήταν ένα παλιό μονοπάτι, ξεχασμένο από τον χρόνο, που οι χειμωνιάτικες νεροποντές και η διάβρωση των χρόνων είχαν αλλοιώσει μέχρι να κινδυνεύσει να χαθεί για πάντα. Ήταν ένα μονοπάτι κακοτράχαλο, απότομο και δύσκολο. Ένα μονοπάτι που, όπως θα έλεγε και ο ίδιος αργότερα, αν δεν το ήθελες μία φορά, εκείνο δεν σε ήθελε δέκα.
Παρόλα αυτά, δεν έκανε πίσω. Κοίταξε την ανηφορική διαδρομή και αποφάσισε πως άξιζε την προσπάθεια. Θα το ακολουθούσε. Σκαρφαλώνει λίγο ψηλότερα, σε μια άλλη γυαλιστερή εσοχή του παραλιακού γκρεμού, και αρχίζει να ψάχνει ανάμεσα στα βράχια και στους θάμνους, αναζητώντας εκείνα τα «μαγικά» φυτά που, σύμφωνα με την ιστορία του θείου του, θα έβγαζαν τα χέλια από τις κρυψώνες τους. Κάτω χαμηλά, στην αμμουδιά, η φιγούρα της Ερμιόνης πηγαινοερχόταν ανήσυχη. Έτρεχε πέρα δώθε κοιτάζοντας προς το μέρος του, ενώ η φωνή της, αδύναμη από την απόσταση, έφτανε μέχρι τ’ αυτιά του.
«Πρόσεχε!» του φώναζε. «Πρόσεχε πού πατούν τα πόδια σου!»
«Εντάξει, εντάξει! Καλά, ντε! Μη φωνάζεις! Προσέχω!» της απάντησε ο Αλκιβιάδης, περισσότερο για να την καθησυχάσει παρά γιατί είχε πραγματικά αντιληφθεί τον κίνδυνο. Τώρα η αμμουδιά είχε μείνει χαμηλά κάτω από τα πόδια του. Οι αγωνιώδεις φωνές της Ερμιόνης ακούγονταν καθαρά, μα έφταναν σαν από μακρινό σημείο. Εκείνος είχε απορροφηθεί από την αναζήτησή του, από την περιέργεια να ανακαλύψει αυτόν τον μικρό θησαυρό που έκρυβε ο βράχος.
Ξαφνικά όμως το έδαφος κάτω από το πόδι του υποχώρησε. Οι ρίζες ενός θάμνου, ξεραμένες και αδύναμες, δεν άντεξαν το βάρος του. Ο κύκλος της ζωής τους είχε τελειώσει και μαζί τους παρασύρθηκε ένα κομμάτι από το λεπτό στρώμα χώματος που τον κρατούσε. Για μια στιγμή ο κόσμος που νόμιζε σταθερό αποδείχτηκε εύθραυστος. Έχασε τη στήριξή του.
Οι πέτρες άρχισαν να κατρακυλούν μαζί του στην απότομη πλαγιά. Τα χέρια του τεντώθηκαν απελπισμένα, ψάχνοντας κάτι να πιαστούν, όμως η γη γλιστρούσε κάτω από τα δάχτυλά του. Για λίγα δευτερόλεπτα ένιωσε πως ολόκληρος ο γκρεμός τον παρέσερνε. Και ύστερα σταμάτησε.
Με μια πνιχτή ανάσα πόνου βρέθηκε πεσμένος πάνω σε πουρνάρια και αγκάθια. Το σώμα του πονούσε, τα ρούχα του είχαν σκιστεί και η ανάσα του έβγαινε βαριά.
Όμως δεν φώναξε. Ο εγωισμός του, η ντροπή του που είχε τρομάξει τους άλλους, αλλά και η εφηβική του περηφάνια δεν τον άφησαν να βγάλει ούτε έναν ήχο. Έμεινε για λίγο ακίνητος, προσπαθώντας να καταλάβει αν ήταν πραγματικά καλά. Και τότε άκουσε ξανά τη φωνή της Ερμιόνης.
«Αλκιβιάδη! Είσαι καλά;» Η Ερμιόνη από κάτω τον κοιτούσε παγωμένη, με μια έκφραση όπου μπλέκονταν η αγωνία, η έκπληξη και ο τρόμος. Για μια στιγμή ένιωσε σαν να την είχε χτυπήσει αστροπελέκι. Όλο της το σώμα μούδιασε. Ο Αλκιβιάδης την κοίταξε αποσβολωμένος, σαν χάννος. Προσπάθησε να χαμογελάσει, όμως ένιωθε το στόμα του βαρύ και μουδιασμένο, όπως τότε που είχε χτυπήσει την κάτω σιαγόνα του πέφτοντας με το ποδήλατό του στον εποχιακό λάκκο του παράδρομου της εθνικής οδού, στη διαδρομή από τα Καμένα Βούρλα προς τον Άγιο Κωνσταντίνο.
Κι όμως χαμογέλασε. Κατάφερε τουλάχιστον να διπλώσει τα χείλη του σε κάτι που έμοιαζε με χαμόγελο, μια προσπάθεια περισσότερο να την καθησυχάσει παρά να εκφράσει πραγματική ανεμελιά. Ο πόνος ερχόταν σαν μικρές βελόνες σε όλο του το σώμα, αλλά περισσότερο τον ένοιαζε να ηρεμήσει την Ερμιόνη, να τη βοηθήσει να ξεφύγει από τις τρομακτικές σκέψεις που είχαν πλημμυρίσει το μυαλό της.Έμεινε όσο πιο πίσω μπορούσε από την άκρη του γκρεμού. Του φάνηκε η πιο συνετή κίνηση.
Για λίγο επικράτησε απόλυτη σιγή. Ήταν σαν ακόμη και ο παφλασμός της θάλασσας να είχε χαμηλώσει, σαν η φύση ολόκληρη να είχε σταματήσει για μια στιγμή να παρακολουθεί.
Την κοίταξε, ενώ προσπαθούσε να επαναφέρει την αναπνοή του σε κανονικό ρυθμό. Η Ερμιόνη τον πλησίασε με μεγάλες δρασκελιές. Ο ήχος των βημάτων της πάνω στα χαλίκια της παραλίας ήταν ο μοναδικός ήχος μέσα σε εκείνη τη βαριά σιωπή. Στάθηκε ακριβώς μπροστά του.
Κατά βάθος ο Αλκιβιάδης περίμενε τα πάντα. Περίμενε ένα χαστούκι. Περίμενε να ξεσπάσει, να χτυπήσει τις γροθιές της στο στήθος του από τον φόβο και τον θυμό της. Περίμενε μια μεγάλη σκηνή, ένα ξέσπασμα που ίσως και να ένιωθε πως το άξιζε.
Περίμενε επίπληξη. Δεν περίμενε όμως αυτό που είδε στο πρόσωπό της. «Ερμιόνη...» είπε.
Μα για μια στιγμή δεν ήξερε πώς να συνεχίσει. Η φωνή του κόλλησε στον λαιμό του. Έπειτα προσπάθησε ξανά.
«Ερμιόνη... μη μου φωνάξεις. Ηρέμησε. Γλίστρησα μόνο. Είμαι καλά. Το βλέπεις;»
Για ένα-δυο δευτερόλεπτα φάνηκε σαν να τον επηρέασε η δική της αντίδραση. Σαν να φοβήθηκε περισσότερο την αγωνία της παρά την πτώση του. Όμως αυτό κράτησε ελάχιστα. Η Ερμιόνη ήταν ακόμη αναστατωμένη. Ο φόβος που είχε νιώσει πριν λίγο είχε μετατραπεί σε θυμό.
«Είχε μαλλιάσει η γλώσσα μου να σου λέω να μην επιχειρήσεις να ανέβεις στον βράχο! Είσαι αγύριστο κεφάλι! Δεν ακούς κανέναν!» Τα λόγια της έβγαιναν γρήγορα, σχεδόν χωρίς να τα ελέγχει. Τώρα που τον έβλεπε μπροστά της όρθιο, αρτιμελή, με λίγους μόνο μώλωπες, όλη η ένταση που είχε συσσωρευτεί μέσα της ζητούσε διέξοδο. Ήθελε να τον μαλώσει. Να τον βρίσει. Να τον ταρακουνήσει για να καταλάβει πόσο πολύ την είχε τρομάξει. Για μια στιγμή ένιωσε την παρόρμηση να τον χτυπήσει από τον θυμό και την ανακούφιση μαζί.
Δεν έκανε τίποτα από όλα αυτά.
Ο Αλκιβιάδης προσπάθησε να περιορίσει την έντασή της. «Ηρέμησε, σε παρακαλώ. Μπορεί να έκανα λάθος υπολογισμό στο μονοπάτι. Το  παραδέχομαι. Έχεις δίκιο.»
Η Ερμιόνη κοίταξε πρώτα τα χέρια του, μετά το πρόσωπό του, ψάχνοντας σημάδια που ίσως δεν είχε προσέξει. Το βλέμμα της μαλάκωσε για μια στιγμή. Και τότε, μέσα στην ησυχία της παραλίας, ακούστηκε ένας βαθύς αναστεναγμός. Ήταν εκείνος ο αναστεναγμός που δεν βγαίνει από κούραση, αλλά από ανακούφιση. Ο αναστεναγμός του ανθρώπου που μόλις κατάλαβε ότι η μεγάλη συμφορά πέρασε και ότι αυτό που φοβήθηκε περισσότερο δεν έγινε πραγματικότητα.
Οι δύσκολες στιγμές φεύγουν τελικά όπως μια ξαφνική καλοκαιρινή νεροποντή. Έρχονται απότομα, σαρώνουν τα πάντα και ύστερα αφήνουν πίσω τους μια παράξενη ηρεμία.
Ο Αλκιβιάδης χαμογέλασε συγκαταβατικά, με εκείνο το παιδικό του ύφος που χρησιμοποιούσε όταν ήθελε να ξεφορτώσει μια δύσκολη κατάσταση. Προσπάθησε να αποφορτίσει το κλίμα, να τη μαλακώσει.
«Σταμάτα να φωνάζεις και άκουσέ με. Σ’ αγαπώ, θειούλα μου. Σε λατρεύω. Ηρέμησε, σε παρακαλώ.»
Και τότε η Ερμιόνη, παρά τον θυμό της, δεν μπόρεσε να κρύψει πως η καρδιά της είχε ήδη ηρεμήσει.
Πίσω στη Λαμία στη γειτονιά τους, στο ρέμα, εκείνον τον Αύγουστο επικρατούσε η γνωστή καλοκαιρινή χαλάρωση. Ο Λυκούργος βρισκόταν στην Υπάτη, καθώς η εταιρεία όπου εργαζόταν είχε αναλάβει μια μεγάλη επαγγελματική οικοδομή. Τα κορίτσια τους είχαν επίσης φύγει για καλοκαιρινές 
διακοπές, κοντά στους γονείς του Λυκούργου στην Ευρυτανία.
Από την παλιά παρέα είχαν μείνει πίσω στο ρέμα μόνο η Πανδώρα, η Ιοκάστη και ο Κλέαρχος.
Το εργοστασιακό συγκρότημα όπου εργάζονταν βρισκόταν σε προσωρινή παύση λειτουργίας, περιμένοντας τη νέα σοδειά του βαμβακιού και των ορυζώνων. Η Ιοκάστη είχε επιστρέψει περιστασιακά σε δουλειές σε σπίτια για να συμπληρώνει το εισόδημα, ενώ ο Κλέαρχος, όπως συνήθως, παρέμενε το μεγαλύτερο διάστημα χωρίς σταθερή εργασία. Τον τελευταίο καιρό, όμως, τον ταλαιπωρούσαν έντονοι πόνοι από κολικό του νεφρού. Όταν εμφανίστηκαν ξανά τα ύποπτα συμπτώματα, χρειάστηκε φαρμακευτική αγωγή και κρίθηκε απαραίτητη η εισαγωγή του σε κλινική για παρακολούθηση και θεραπεία. Όταν η Ιοκάστη έφυγε από το νοσηλευτικό ίδρυμα, ο Κλέαρχος, όπως έλεγαν στη γειτονιά, «έμεινε σε καλά χέρια».
Και τότε άρχισαν οι γνωστές ψιθυριστές ιστορίες.
Κάποιοι ισχυρίζονταν πως μια νοσοκόμα της βάρδιας, η Νύμφω, ήταν παλιά γνώριμη του Κλέαρχου. 
Μάλιστα, όπως διηγούνταν με το απαραίτητο χαμόγελο οι «καλοθελητές», είχε βρει λέει και τη λύση για να βοηθήσει τον οργανισμό να απαλλαγεί ευκολότερα από τις πέτρες. Η μέθοδος αυτή, σύμφωνα πάντα με τις φήμες, δεν ήταν άλλη από μια ιδιαίτερα... ευχάριστη θεραπευτική αγωγή. Φυσικά, κανείς δεν μπορούσε να γνωρίζει αν όλα αυτά είχαν βάση ή αν ήταν απλώς ένα ακόμη από τα πολλά πειράγματα της γειτονιάς. Όμως ο Κλέαρχος ήταν από εκείνους τους ανθρώπους που ποτέ δεν περνούσαν απαρατήρητοι. Είχε μια παρουσία που τραβούσε τα βλέμματα και μια φήμη που συχνά μεγάλωνε περισσότερο από την πραγματικότητα. Στο ρέμα, άλλωστε, οι ιστορίες ταξίδευαν γρηγορότερα από τα νέα.
Γυρίζοντας η Ιοκάστη στο σπίτι, ήταν ένα όμορφο αυγουστιάτικο βράδυ. Τα φυτά στις γύρω αυλές σκόρπιζαν σαν βάλσαμο τις ευωδιές τους, τα αστέρια ψηλά χάραζαν αθόρυβα την τροχιά τους και το λιγοστό νερό στο ρέμα κυλούσε αργά, ψιθυριστά, σαν να μιλούσε στις ψυχές των ανθρώπων.
Βορειοδυτικά του σπιτιού υπήρχε ένα κατηφορικό πλάτωμα που έφτανε μέχρι την πλούσια βλάστηση της υπερυψωμένης όχθης του ρέματος. Δεκάδες δέντρα, συκιές, ευκάλυπτοι και ακακίες, δημιουργούσαν ένα μικρό δάσος, κυριολεκτικά δίπλα στα σπίτια. Εκεί κούρνιαζαν οι καρακάξες με τα εντυπωσιακά ιριδίζοντα φτερά τους, τις μεταλλικές πράσινες και κυανές ανταύγειες, και τα διαπεραστικά καλέσματα τους. Ανάμεσα στα κλαδιά ακούγονταν σπουργίτια μέσα σε ένα ατέλειωτο πανηγύρι ήχων, ενώ κάπου πιο μακριά, οι κουκουβάγιες έδιναν τη δική τους νυχτερινή παρουσία.
Μια τέτοια βραδιά έκρυβε μέσα της την υπόσχεση μιας καινούργιας ηλιόλουστης μέρας. Μιας μέρας γεμάτης ξεγνοιασιά, χαρές και μικρές περιπέτειες που περίμεναν να εμφανιστούν. Η Ιοκάστη, όμως, ένιωθε εξαντλημένη. Το μόνο που ήθελε ήταν ένα χαλαρωτικό ντους. Στάθηκε απέναντι από τον καθρέφτη και κοίταξε το πρόσωπό της. Ένα πρόσωπο κουρασμένο, βαρύ, με μια θλίψη που δεν ήξερε πότε είχε εγκατασταθεί μέσα του. Δεν θυμόταν από πότε είχε γίνει έτσι. Ήταν σαν να είχε περάσει πολύς καιρός από τότε που αναγνώριζε τον εαυτό της. Για μια στιγμή άφησε τις σκέψεις να την παρασύρουν. Ύστερα σταμάτησε. Δεν της άρεσε πια να σκέφτεται υπερβολικά. Ήθελε μόνο να ζει τις στιγμές. Παλιά σκεφτόταν συνεχώς. Ζύγιζε κάθε πράξη, κάθε απόφαση, κάθε πιθανή συνέπεια. Ίσως, πίστευε τώρα, αυτή η αδιάκοπη σκέψη να ήταν εκείνη που την άλλαξε και την έφερε στη σημερινή της
κατάσταση. 
Πήρε μια βαθιά ανάσα. Έβγαλε τα ρούχα της, τα δίπλωσε προσεκτικά και τα άφησε στο καλάθι των άπλυτων. Ύστερα άνοιξε το ντους. Μετά από μια ημέρα γεμάτη ένταση προσπαθούσε να κρατήσει μέσα της μια πιο θετική ματιά για τη ζωή.
«Δεν χρειάζεται να φοράς ροζ γυαλιά κάθε στιγμή για να βλέπεις τα καλά της ζωής. Αρκεί να σκέφτεσαι θετικά και ίσως τότε το σύμπαν να βρει έναν τρόπο να σου φέρει αυτό που ζητάς», ψιθύρισε στον εαυτό της. Ρύθμισε το νερό στη θερμοκρασία που της άρεσε και μπήκε κάτω από το ντους. Άπλωσε το αφρόλουτρο στο σώμα της και άφησε την αίσθηση της ζεστασιάς και της καθαριότητας να
σβήσει λίγο την κούραση της ημέρας. Για λίγες στιγμές υπήρχε μόνο εκείνη, το νερό και η σιωπή.
Τα χέρια της κινούνταν αργά, μηχανικά, σαν μια προσπάθεια να ξαναβρεί την επαφή με τον ίδιο της τον εαυτό. Τότε, μέσα στη σιωπή, σαν να άκουσε τη φωνή της Πανδώρας.
«Χτύπησε κανείς την πόρτα μου;» ρώτησε.
Δεν έβρισκε το μπουρνούζι της. Άρπαξε μια απαλή λευκή πετσέτα, τύλιξε το σώμα της και πρόχειρα μια δεύτερη στα μαλλιά της. Ύστερα κατευθύνθηκε προς την πόρτα.
Ανοίγοντάς την,βρέθηκε απέναντι στην Πανδώρα. Φορούσε ένα εφαρμοστό μαύρο καλοκαιρινό μπλουζάκι και ένα μαύρο κολάν που τόνιζε τη σιλουέτα της. Κρατούσε στο χέρι ένα μπουκάλι κρασί και είχε εκείνη τη γνώριμη, αλέγρα διάθεση που την έκανε πάντα να μοιάζει σαν να έφερνε μαζί της 
λίγο περισσότερο φως στον χώρο.
Η Ιοκάστη ένιωσε μια μικρή ενόχληση. Δεν της άρεσε που η επίσκεψη ερχόταν ακριβώς εκείνη τη στιγμή, αλλά δεν άφησε να φανεί.
«Κορίτσαρε!» είπε η Πανδώρα με το χαρακτηριστικό της ύφος. «Συγγνώμη που σε διακόπτω, αλλά μήπως χάσατε κάποια κοπέλα; Αδύνατη, κοκκινομάλλα, με βιολετί μάτια; Έχει και πολύ εκφραστικό πρόσωπο. Μου είπαν πως την περιμένατε να έρθει να σας διώξει τη μοναξιά.»
Η Ιοκάστη την κοίταξε για 
μια στιγμή χωρίς να απαντήσει. Ύστερα άνοιξε περισσότερο την πόρτα και της έκανε χώρο να περάσει. Μάλλον απρόθυμα, για να είμαστε ειλικρινείς. Ήξερε την Πανδώρα. Ήταν άνθρωπος με 
αστείρευτη περιέργεια, πάντα αναζητούσε μια κουβέντα, μια παρέα, μια αφορμή να μοιραστεί σκέψεις και ιστορίες. Η ίδια όμως εκείνη τη βραδιά δεν ένιωθε μοναξιά.
Ήθελε απλώς να μείνει μόνη

Η συνέχεια στο...
Click to Open
Ο λόφος του Αγίου Λουκά!
.....

Τετάρτη 8 Φεβρουαρίου 2023

Efivikes Foyskodendries

.....Χίλια εννιακόσια εξήντα έξι. Ήταν τέλος Μαρτίου ή οι πρώτες  ημέρες του Απριλίου, παραμονές του Πάσχα, όταν η θεία του η Ερμιόνη τον προσκάλεσε να πάνε μαζί στο χωριό για τη γιορτή της Λαμπρής.
Η προτροπή είχε ξεκινήσει από την Ιοκάστη. Είχε ζητήσει από την αδελφή της να πάρει μαζί της και τον μεγάλο πλέον ανιψιό της, να τον βοηθήσει να ξεφύγει λίγο από την καθημερινότητά του. Τον τελευταίο καιρό της παραπονιόταν συχνά πως είχε επιθυμήσει να δει τον παππού και τη γιαγιά του.
Και ήταν αλήθεια. Ο Αλκιβιάδης ένιωθε ανεκτίμητη την αξία αυτού του δεσμού με τους γονείς της μητέρας του.  Κοντά τους αισθανόταν πως κρατούσε ένα νήμα που τον συνέδεε με το παρελθόν, με τις ρίζες του, με μια ιστορία που είχε ξεκινήσει πολύ πριν από τον ίδιο.
Η παρουσία τους δεν ήταν μόνο μια οικογενειακή σχέση. Ήταν μια αίσθηση συνέχειας, μια άτυπη μαθητεία στη μνήμη, στις παραδόσεις και στις αφηγήσεις ενός κόσμου που σιγά σιγά άλλαζε και χανόταν.
Η Ερμιόνη ήταν το δέκατο παιδί της οικογένειας και το έκτο που είχε επιβιώσει. Το στερνοπούλι τους. Το πιο νέο και αγαπημένο μέλος της οικογένειας, η όμορφη Ερμιόνη. Ήταν η αγαπημένη του θεία και ταυτόχρονα ο φαντασιακός παιδικός του έρωτας. Είχαν μόλις έξι με επτά χρόνια διαφορά ηλικίας. Στον εσωτερικό του κόσμο, όπως πάντα θυμόταν, ήταν βαθιά ριζωμένη η αίσθηση πως δεν ήταν απλώς η θεία του, αλλά η μεγαλύτερη, η ξεχωριστή και αξιολάτρευτη αδελφή που ποτέ δεν είχε.
Η ιδιαίτερη, αισθησιακή φωνή της ερχόταν να ταιριάξει απόλυτα με την παρουσία της. Ήταν μια χαριτωμένη και όμορφη γυναίκα, η αδελφή της Ιοκάστης, που τότε βρισκόταν μόλις στα είκοσι δύο της χρόνια. Μια ευαίσθητη, χαρούμενη και φωτεινή παρουσία, που ενσάρκωνε τη φυσική κομψότητα και τη νεανική χάρη.
Σε αντίθεση με την αδελφή της, την Ιοκάστη, η Ερμιόνη εξέπεμπε μια διαφορετική θηλυκότητα. Η 
Ιοκάστη ήταν η γυναίκα της αντοχής και της ευθύνης· μια στιβαρή παρουσία, δοκιμασμένη στη 
σκληρή εργασία, ικανή να σηκώνει τα βάρη της καθημερινότητας και της οικογένειας χωρίς να λυγίζει.
Δύο αδελφές, δύο διαφορετικές εκφράσεις της ίδιας οικογενειακής ρίζας. Η μία σμιλεμένη από τις απαιτήσεις της ζωής και η άλλη διατηρώντας ακόμη τη φρεσκάδα, τη χαρά και την ανεμελιά της νεότητας.
Ο Αλκιβιάδης, ανατρέχοντας στα πολύ μικρά του χρόνια, θυμάται την Ιοκάστη τότε, ακόμη μια νεαρή γυναίκα, όταν τα καλοκαίρια πήγαιναν για μπάνιο στην Αγία Μαρίνα. Εκείνη την εποχή δεν είχε μαγιό και έμπαινε στη θάλασσα φορώντας το ελαφρύ καλοκαιρινό της φόρεμα. Όταν έβγαινε περπατώντας μέσα από τα ρηχά νερά, το βρεγμένο ύφασμα αγκάλιαζε το σώμα της και η εικόνα της έμενε χαραγμένη στη μνήμη του μικρού Αλκιβιάδη.
Ήταν μια γυναίκα με έντονη παρουσία, γεμάτη ζωντάνια και φυσική αυτοπεποίθηση. Ο τρόπος που περπατούσε, η κίνηση του σώματός της, η ανεμελιά της στιγμής και το καλοκαιρινό τοπίο δημιουργούσαν μια εικόνα γεμάτη δύναμη και ομορφιά. Χρόνια αργότερα, ο Αλκιβιάδης καταλάβαινε πως εκείνες οι απλές οικογενειακές στιγμές είχαν αποτυπωθεί μέσα του όχι μόνο ως εικόνες, αλλά ως σύμβολα μιας εποχής, μιας μητέρας νέας ακόμη, γεμάτης ενέργεια, πριν οι απαιτήσεις της ζωής φορτώσουν επάνω της τα βάρη των χρόνων.
 Όταν είσαι δεκαέξι χρονών, η ηλικία μοιάζει να ευνοεί τα νέα ξεκινήματα. Είναι η εποχή που ανοίγονται μπροστά σου νέες ευκαιρίες, που μπορείς να γνωρίσεις ανθρώπους, να αποκτήσεις καινούργιους φίλους, να ανακαλύψεις έναν διαφορετικό κόσμο και ίσως να γίνεις πιο αποδεκτός, πιο δημοφιλής. Ο Αλκιβιάδης πάντως ήταν έτοιμος. Δεν έχασε την ευκαιρία. Ήταν πλέον και επίσημα δεκαέξι χρονών και ένιωθε πως κάτι καινούργιο ξεκινούσε.
Ένα πρωινό Τετάρτης, μαζί με τη θεία του την Ερμιόνη, βρέθηκαν στον λιμένα του Πειραιά. Στο 
κατάστρωμα του επιβατηγού πλοίου «Μυρτιδιώτισσα» στεκόταν και παρατηρούσε το χαρακτηριστικό ασπρόμαυρο σκαρί του πλοίου με την κιτρινόλευκη τσιμινιέρα.
Ήταν το καράβι της λεγόμενης «μαύρης γραμμής», το πλοίο που συνέδεε τον Πειραιά με τα απομονωμένα λιμάνια της ανατολικής και νότιας Πελοποννήσου και των Κυθήρων.
Το δρομολόγιό του περνούσε από Κυπαρίσσι, Γέρακα, Μονεμβασιά, Νεάπολη, Ελαφόνησο, Αγία Πελαγία, Καψάλι, Πόρτο Κάγιο, Κυπριανό, Σολοτέρι, Γύθειο, Αντικύθηρα και άλλα μικρά παράκτια μέρη. Λιμάνια, όπως τα  γνωρίζουμε σήμερα, δεν υπήρχαν. Η αποβίβαση επιβατών, εμπορευμάτων και δεμάτων γινόταν με μικρές βάρκες που πλησίαζαν το πλοίο. Η επικοινωνία με τη στεριά ήταν δύσκολη και συχνά εξαρτιόταν από τον καιρό και τη θάλασσα.
Για τον Αλκιβιάδη όμως εκείνη η αναχώρηση δεν ήταν απλώς ένα ταξίδι. Ήταν μια μικρή έξοδος από τα γνώριμα του, ένα πέρασμα προς έναν κόσμο που μέχρι τότε υπήρχε μόνο στη φαντασία του: τον κόσμο της θάλασσας, των μακρινών τόπων και των νέων εμπειριών.
Ήταν σούρουπο όταν έγινε ο κατάπλους του πλοίου στον κόλπο του Γέρακα. Ένα εντυπωσιακό σκηνικό απλωνόταν μπροστά στα μάτια του Αλκιβιάδη. Ο ουρανός είχε πάρει βαθιές κόκκινες αποχρώσεις ανάμεσα στα αραιά σύννεφα, καθώς ο ήλιος βυθιζόταν αργά πίσω από τις πλαγιές  που κατέβαιναν από το βουνό και έμπαιναν μέσα στον Λακωνικό κόλπο.
Το ηλιοβασίλεμα εκείνο έμοιαζε σαν ζωγραφιά. Από εκείνες τις εικόνες που μένουν χαραγμένες στη μνήμη, όχι μόνο για την ομορφιά τους, αλλά και για το συναίσθημα που γεννούν. Ο Γέρακας φανταζόταν σαν ένας κρυμμένος τόπος, ένα μικρό θαύμα της φύσης που περίμενε υπομονετικά να το ανακαλύψει ο ταξιδιώτης. Το χωριό ήταν χτισμένο κυριολεκτικά μέσα σ’ ένα φυσικό φιόρδ. Ένας στενός θαλάσσιος όρμος εισχωρούσε βαθιά στη στεριά, σχηματίζοντας ένα απάνεμο φυσικό λιμάνι, μια ήρεμη αγκαλιά της θάλασσας προστατευμένη από τους ανέμους.
Γύρω από τα ήρεμα νερά της λιμνοθάλασσας η φύση είχε δημιουργήσει ένα μοναδικό τοπίο. Τα φυτά της, με τις κοκκινωπές αποχρώσεις τους, έδιναν στο νερό και στη γη μια ιδιαίτερη χρωματική αρμονία. Ένας τόπος ζωντανός, που φιλοξενούσε πλήθος αποδημητικών πουλιών και ερωδιών, ένα μικρό καταφύγιο ζωής ενταγμένο σήμερα στο δίκτυο προστατευόμενων περιοχών Natura 2000.
Ο Αλκιβιάδης όμως εκείνη τη στιγμή δεν γνώριζε τίποτε από όλα αυτά. Δεν ήξερε από οικοσυστήματα και προστατευόμενες περιοχές. Έβλεπε μόνο ένα καράβι να γλιστρά αργά στα ήρεμα νερά, έναν ουρανό που καιγόταν στα χρώματα της δύσης και έναν άγνωστο κόσμο να ανοίγεται μπροστά του.
Ήταν μια από εκείνες τις στιγμές που η ψυχή κρατά χωρίς να το γνωρίζει μια εικόνα για πάντα.
Θα ’ταν περασμένα μεσάνυχτα όταν έφτασαν από τον Γέρακα στη Ρειχιά, στο πατρικό σπίτι του 
παππού του. Το χωριό τους υποδέχτηκε μέσα στη σιωπή της νύχτας, μα το σπίτι ήταν ακόμη ξύπνιο. Θερμές χειραψίες, αγκαλιές, φιλιά και πολλά χαμόγελα από τους πολυάριθμους συγγενείς που είχαν έρθει για το καλωσόρισμα.
Ο Αλκιβιάδης, όπως συνήθιζε από τις πρώτες κιόλας ώρες, κόλλησε με τον πληθωρικό παππού του. Ήταν μια έντονη προσωπικότητα, ένας άνθρωπος ζωντανός, γεμάτος χιούμορ, που γέμιζε τον χώρο μόνο και μόνο με την παρουσία του. Κοντά του ένιωθε οικειότητα και ασφάλεια. Απολάμβανε τις ώρες που περνούσαν μαζί, κυρίως όταν ο παππούς άρχιζε τις διηγήσεις του. Μιλούσε με γλαφυρό, άμεσο και παραστατικό λόγο. Δεν διηγούνταν απλώς ιστορίες· τις ζωντάνευε. Του πρόσφερε απλόχερα αγάπη, συμβουλές και έναν ολόκληρο κόσμο εμπειριών. Ήταν ένας παππούς που ήξερε να εξάπτει τη φαντασία του εγγονού του, μετατρέποντας την οικογενειακή τους ιστορία σε παραμύθι.
Μια βόλτα στις μάντρες με τα γίδια, μια επίσκεψη στα μελίσσια με τις παραδοσιακές κυψέλες, τα 
κοφινέλια, ή μια ανάβαση στην τούρλα, το μεγαλιθικό κτίσμα όπου το καλοκαίρι λημέριαζαν τα κοπάδια τους, δεν ήταν ποτέ απλές καθημερινές δραστηριότητες. Με τα λόγια του παππού γίνονταν εικόνες. Κάθε πέτρα, κάθε ζώο, κάθε τόπος αποκτούσε τη δική του ιστορία. Ακόμη και ένα απλό ταξίδι στη γειτονική Μονεμβασιά μπορούσε να μετατραπεί στα χείλη του σε μια μεγάλη περιπέτεια. Ο παππούς έτρεχε με τη φαντασία του πίσω στα νιάτα του, αναπολώντας έναν κόσμο που άλλαζε γρήγορα και κοιτάζοντας με περιέργεια τους νέους ρυθμούς της ζωής. Ήταν ο «ψεύτης παππούς», όπως τον αποκαλούσε χαμογελώντας ο Αλκιβιάδης. Όχι γιατί έλεγε ψέματα, αλλά γιατί ήξερε να ταξιδεύει τον ακροατή του πέρα από τα όρια της πραγματικότητας. Οι υπερβολές του ήταν ένας τρόπος να μεγαλώνει τις εικόνες, να δίνει χρώμα στις αναμνήσεις και να κάνει τον κόσμο πιο μαγικό.
Ο Αλκιβιάδης ένιωθε πραγματικά τυχερός. Είχε έναν παππού με γνώσεις, εμπειρίες και μια σπάνια ικανότητα: να μετατρέπει την απλή καθημερινότητα σε ιστορία και τη μνήμη σε ζωντανή παράσταση.
Ο παππούς τον ρώτησε πώς τα πήγαινε με το σχολείο. Ο Αλκιβιάδης, χωρίς να προσπαθήσει να παρουσιάσει μια καλύτερη εικόνα του εαυτού του, του εξομολογήθηκε πως δεν ήταν ιδιαίτερα επιμελής. Δεν του ταίριαζε πολύ η αυστηρή πειθαρχία του προγράμματος· προτιμούσε να λειτουργεί αυθόρμητα, να ακολουθεί την περιέργειά του και να μαθαίνει με τον δικό του τρόπο. Του είπε όμως πως προσπαθούσε να είναι συνεπής απέναντι στους δασκάλους του και πως, τελικά, το αποτέλεσμα ήταν πάντα καλό. Χωρίς ίχνος έπαρσης ή διάθεση προβολής, του  εκμυστηρεύτηκε κάτι που του είχε πει ο δάσκαλός του: ότι ήταν καλός μαθητής, αγαπούσε τη μάθηση και είχε έντονη περιέργεια για τον κόσμο γύρω του.
Αυτή ακριβώς η περιέργεια ήταν που τον έκανε να ψάχνει, να εξερευνά και να μην περιορίζεται μόνο σε όσα διδάσκονταν μέσα στην τάξη. Του άρεσε να αναζητά νέες πηγές, να διαβάζει επιπλέον υλικό και να εμπλουτίζει μόνος του τις γνώσεις του. Ίσως ακόμη και τότε, χωρίς να το αντιλαμβάνεται πλήρως, να είχε ήδη μέσα του εκείνη τη δίψα για ανακάλυψη που αργότερα θα τον οδηγούσε να ονειρεύεται ταξίδια και μακρινούς ορίζοντες.
Ο Αλκιβιάδης, πολλά χρόνια αργότερα, επιστρέφει συχνά με τη σκέψη του στις στιγμές εκείνες με τον παππού του. Ανακαλεί μικρές και μεγάλες αναμνήσεις, όλα εκείνα τα ξεχωριστά στοιχεία που τον σημάδεψαν και που ήθελε βαθιά μέσα του να τα κρατήσει ζωντανά για πάντα. Θυμάται τη ζεστασιά της παρουσίας του, τις ιστορίες του, τον τρόπο που μιλούσε, τον τρόπο που μετέτρεπε τα απλά γεγονότα της καθημερινότητας σε εικόνες γεμάτες ζωή και φαντασία. Ήταν στιγμές που δεν ανήκαν μόνο στο παρελθόν, αλλά έγιναν μέρος της δικής του ταυτότητας.
Ο παππούς του δεν έφυγε ποτέ πραγματικά από τη σκέψη του. Παρέμεινε εκεί, μέσα στις αναμνήσεις του, σαν μια σταθερή παρουσία που τον συνόδευε στον χρόνο. Ένας άνθρωπος που του πρόσφερε όχι μόνο αγάπη, αλλά και έναν τρόπο να βλέπει τον κόσμο: με φαντασία, περιέργεια και σεβασμό στις ρίζες του. 
Δεν είχαν συμπληρώσει καλά καλά ούτε μία εβδομάδα στο χωριό, όταν τον έπιασαν οι «φουσκοδεντριές» της εφηβείας. Μια τυχαία εξέλιξη, ένα απρόσμενο περιστατικό στο τέλος  εκείνης της πρώτης εβδομάδας, ήρθε να ξυπνήσει μέσα του εκείνες τις πρώιμες νεανικές  ανησυχίες, τους αδιευκρίνιστους πόθους και τις προσδοκίες που γεννιούνται στην ηλικία όπου όλα μοιάζουν πιθανά.
Ήταν άνοιξη. Η φύση γύρω του οργίαζε από ζωή· τα δέντρα είχαν γεμίσει χυμούς, τα κλαδιά είχαν φουσκώσει από τη δύναμη της αναγέννησης και παντού υπήρχε η αίσθηση μιας δημιουργίας που περίμενε να εκδηλωθεί.
Ο Αλκιβιάδης, με την ορμή της εφηβείας, ένιωθε πως κάτι νέο αναζητούσε μέσα του δρόμο να εκφραστεί. Περίμενε μια γνωριμία, μια τυχαία συνάντηση, μια στιγμή που θα μπορούσε να αλλάξει τη συνηθισμένη ροή των ημερών του. Μια περιπέτεια που, αν ευοδωνόταν, θα έφερνε μαζί της ανατροπή, έκπληξη και την αίσθηση ότι η ζωή μπορούσε ξαφνικά να αποκτήσει άλλο χρώμα. Ήταν η ανάγκη της 
ηλικίας του να ξεφύγει από τη ρουτίνα και τη μονοτονία, να ανακαλύψει τον εαυτό του μέσα από το απρόβλεπτο, μέσα από μια συνάντηση που θα έσπαζε την αδιαφορία του χρόνου που μέχρι τότε κυλούσε ήσυχα και χωρίς μεγάλες συγκινήσεις.
Ήταν Κυριακή των Βαΐων, ξημέρωμα.
«Κοιμάσαι;» τον ρώτησε η θεία Ερμιόνη επιφυλακτικά.
«Μμ…» μουρμούρισε και ασυναίσθητα γύρισε το βλέμμα του προς το ξυπνητήρι δίπλα στο κρεβάτι. Το ρολόι είχε εκείνους τους μεγάλους φωσφορίζοντες δείκτες, όμως μέσα στη θολούρα του πρωινού ξυπνήματος αδυνατούσε να διακρίνει την ώρα. Η εικόνα των δεικτών έφτανε στα μάτια του, αλλά ο νους του αργούσε ακόμη να την επεξεργαστεί. Ο εγκέφαλός του πάλευε να περάσει από την ασφάλεια του ύπνου στην εγρήγορση, σαν μια ηλικιωμένη γυναίκα που προσπαθεί υπομονετικά να περάσει την κλωστή στη βελόνα.
Η Ερμιόνη άνοιξε το παράθυρο. Το πρωινό φως μπήκε στο δωμάτιο και μαζί με τον δροσερό αέρα βοήθησε τις αισθήσεις του να επιστρέψουν σιγά σιγά στην πραγματικότητα. Στα ανατολικά, στη θέση Κουλοχέρα, είχε ήδη φέξει για τα καλά. Τα κοκόρια είχαν από ώρα σταματήσει το αδιάκοπο λάλημα τους, εκείνο το επίμονο κάλεσμα που άκουγε τα ξημερώματα, λες και ήθελαν να διαμαρτυρηθούν για κάτι άγνωστο ή να πάρουν εκδίκηση από τον κόσμο.
Είχε υποσχεθεί στη θεία Ερμιόνη πως θα πήγαιναν μαζί στην εκκλησία. Από νωρίς οι κάτοικοι του χωριού, ντυμένοι με τα γιορτινά τους, κατευθύνονταν προς τον ναό για την ακολουθία της Κυριακής των Βαΐων. Ήταν μια από εκείνες τις ανοιξιάτικες ημέρες όπου η φύση και η παράδοση έμοιαζαν να βαδίζουν μαζί.
Είχε ήδη αναγνωστεί η οπισθάμβωνος ευχή και ο ιερέας είχε ολοκληρώσει τη Θεία Λειτουργία με την τελευταία εκφώνηση. Άρχισε η διανομή του αντίδωρου και σιγά-σιγά οι πρώτοι πιστοί βγήκαν στον εξωτερικό περίβολο του ναού. Λίγο αργότερα, παρέες-παρέες, οι χωριανοί ξεχύθηκαν προς την κεντρική πλατεία. Η πλατεία ήταν η καρδιά του χωριού, ο τόπος όπου συναντιούνταν οι άνθρωποι, αντάλλασσαν νέα, σχολίαζαν τα γεγονότα της ημέρας και ξανάβρισκαν τους παλιούς δεσμούς τους στα δύο καφενεία. Η διαδρομή από την εκκλησία ως την πλατεία περνούσε μέσα από έναν στενό πλακόστρωτο δρόμο, όπου τα βήματα των ανθρώπων αντηχούσαν πάνω στις πέτρες, όπως συνέβαινε για γενιές ολόκληρες.
Τότε είδε το κορίτσι.
Κοντοστάθηκε και την κοίταξε. Συνέχισε να ακολουθεί με το βλέμμα του την πορεία της στον δρόμο και ένιωσε πως κάτι τον είχε μαγέψει. Την υπολόγισε περίπου στην ίδια ηλικία με τη δική του, δεκαπέντε με δεκαέξι χρονών.Κάποια στιγμή εκείνη γύρισε και τον είδε. Τα βλέμματά τους συναντήθηκαν για μια σύντομη στιγμή. Ήταν κι άλλοι γνώριμοι γύρω τους, άνθρωποι της γειτονιάς και του χωριού, όμως εκείνη τη στιγμή, στο έμπα της πλατείας, για τον Αλκιβιάδη υπήρχε μόνο ένα πρόσωπο. Εκείνη.
Δεν ήταν ένα όνειρο της φαντασίας του. Ήταν εκεί, μπροστά του, πραγματική και ζωντανή.
Χρόνια αργότερα θα θυμόταν κάθε μικρή λεπτομέρεια από εκείνη την εικόνα. Την έκφραση του προσώπου της, τις μικρές φακίδες, το ιδιαίτερο χρώμα στα μάτια της, εκείνη τη γαλάζια ίριδα με τις 
χρυσαφένιες αντανακλάσεις. Φορούσε ένα απλό φουστάνι με τιράντες και περπατούσε ήρεμα 
στον πλακόστρωτο δρόμο, χωρίς να δείχνει να αντιλαμβάνεται την αναστάτωση που προκαλούσε γύρω της. Έμεινε να την παρακολουθεί για λίγα δευτερόλεπτα, ίσως μόνο για ένα ή δύο, μα ο  χρόνος εκείνη τη στιγμή έμοιαζε να είχε σταματήσει. Σαν μια κινηματογραφική σκηνή που χαράχτηκε βαθιά στη μνήμη του, έβλεπε το προφίλ της, τη λεπτή γραμμή του προσώπου της, φωτισμένο από τον πρωινό ήλιο που είχε ανέβει ψηλά στον ουρανό. Ο ίδιος ήλιος που χυνόταν στα μπαλκόνια και έκανε τα λουλούδια στις γλάστρες να λάμπουν με έντονα κόκκινα και πορτοκαλί χρώματα.
Ήταν ένα μελαχρινό κορίτσι, με πρόσωπο που έμοιαζε ζωγραφισμένο και μια παρουσία που του προκάλεσε ένα πρωτόγνωρο σκίρτημα. Ένιωσε την καρδιά του να χτυπά πιο γρήγορα και ένα παράξενο ρίγος να διαπερνά το σώμα του. Ήταν εκείνη η ανεξήγητη ταραχή της εφηβείας, όταν μια τυχαία συνάντηση μπορεί να αποκτήσει διαστάσεις ονείρου και να μείνει ανεξίτηλη στη μνήμη.
Όταν την είδε για πρώτη φορά, κάτι μέσα του ξύπνησε. Ήταν σαν ξαφνικός άνεμος από το Μυρτώο πέλαγος, μια δύναμη που αναστάτωνε τη σκέψη του και τον έκανε να αισθανθεί πως ένας καινούργιος κόσμος άνοιγε μπροστά του.
Δεν ήθελε απλώς να τη βλέπει. Ήθελε να τη γνωρίσει. Όλα εκείνα ήταν μια εσωτερική αναστάτωση που πλανιόταν μέσα του. Μια δύναμη άγνωστη, που όπως η φωτιά χρειάζεται οξυγόνο για να ζωντανέψει, έτσι και η νεανική επιθυμία αναζητά ένα βλέμμα, μια ανταπόκριση, ένα σημάδι ότι δεν υπάρχει μόνο στη φαντασία.
Οι επιθυμίες του ανθρώπου μοιάζουν με ανοιχτούς λογαριασμούς με τη ζωή. Περιμένουν τη στιγμή τους, αναζητούν την εκπλήρωση, ζητούν να αποκτήσουν χώρο μέσα στην πραγματικότητα. Και εκείνα τα χρόνια της εφηβείας, όλα έμοιαζαν πιο έντονα, πιο δυνατά, πιο δύσκολο να τιθασευτούν. Ήταν μια εποχή που η ευαισθησία των αισθήσεων είχε φτάσει στο αποκορύφωμά της. Ένα χαμόγελο, μια ιδιαίτερη φωνή, ένα βλέμμα που κρατούσε λίγο περισσότερο, μια τυχαία συνάντηση στον δρόμο, μπορούσαν να αφήσουν βαθύ αποτύπωμα στη σκέψη του. Μικρές στιγμές της καθημερινότητας αποκτούσαν τεράστια σημασία, γιατί η εφηβική φαντασία είχε τη δύναμη να μετατρέπει το απλό σε μοναδικό.
Σήμερα ένιωθε την ανάγκη να πλησιάσει αυτή τη νεανική παρουσία που είχε εμφανιστεί ξαφνικά στη ζωή του. Ήθελε να τη γνωρίσει, να ακούσει τη φωνή της, να ανακαλύψει τον άνθρωπο πίσω από την εικόνα που είχε χαραχτεί τόσο έντονα στη μνήμη του.
Τις επόμενες ημέρες προσπάθησε να βρει την κατάλληλη στιγμή, ακολουθώντας τις συμβουλές του σοφού παππού του. «Γιε μου», του έλεγε, «η ημέρα που σπέρνεις τον σπόρο δεν είναι η ημέρα που τρως τον καρπό. Η επιμονή και η υπομονή είναι τα καύσιμα που εξασφαλίζουν ότι η προσπάθεια θα καρποφορήσει, ακόμα κι αν χρειαστεί χρόνος».
Και ο Αλκιβιάδης, όπως κάθε νέος που ανακαλύπτει για πρώτη φορά τη δύναμη των συναισθημάτων του, έμαθε πως η προσμονή πολλές φορές είναι εξίσου δυνατή με την ίδια τη στιγμή της συνάντησης.
Μάταια όμως. Δεν υπήρξε αποτέλεσμα. Συνάντησε έναν τοίχο απροσπέλαστο, πόρτες κλειστές που δεν άνοιγαν όσο κι αν προσπαθούσε. Οι προσπάθειές του έπεφταν στο κενό και η προσμονή του άρχισε σιγά-σιγά να μετατρέπεται σε απορία και απογοήτευση.
Η Ερμιόνη παρακολουθούσε την επιμονή του με κάποια ανησυχία. Έβλεπε την ένταση που είχε μέσα του, την αδρεναλίνη της ηλικίας του, αυτή τη νεανική ορμή που δεν γνώριζε ακόμη τα όριά της. Προσπάθησε να τον ηρεμήσει με τον τρόπο που μόνο ένας μεγαλύτερος άνθρωπος μπορεί να μιλήσει σε έναν έφηβο που βρίσκεται στην πρώτη μεγάλη αναστάτωση της ζωής του.
«Όλοι τα περνάνε αυτά! Στην αρχή τουλάχιστον της εφηβείας τους», του είπε.
Ο Αλκιβιάδης την κοίταξε με εκείνο το βλέμμα του νέου ανθρώπου που νιώθει πως κανείς δεν μπορεί πραγματικά να καταλάβει την ένταση όσων βιώνει εκείνη τη στιγμή.
«Εύκολο είναι να δίνεις συμβουλές όταν πρόκειται για τους άλλους, έτσι δεν είναι;» της απάντησε. «Εσύ πες μου... δεν έχεις νιώσει ούτε μια φορά στη ζωή σου έτσι;»
Η ερώτησή του έμεινε για λίγο μετέωρη. Γιατί πίσω από την εφηβική πρόκληση δεν υπήρχε μόνο η επιθυμία. Υπήρχε η ανάγκη να ακούσει από έναν άνθρωπο που εμπιστευόταν πως αυτό που συνέβαινε μέσα του ήταν φυσιολογικό, πως δεν ήταν μόνος σ’ αυτή τη θύελλα των καινούργιων συναισθημάτων.
Η Ερμιόνη σοβαρεύτηκε. Άφησε στην άκρη τα πειράγματα και του μίλησε πιο αυστηρά. Του έκανε ένα μικρό κήρυγμα, προσπαθώντας να του εξηγήσει πως οι παρορμήσεις της ηλικίας του, αν δεν μάθει να τις ελέγχει, μπορούσαν να τον οδηγήσουν σε καταστάσεις που αργότερα ίσως μετάνιωνε.
«Σου ζητάω απλώς να είσαι προσεκτικός! Νομίζω πως μπορώ να σου εκφράσω τη γνώμη μου, δεν νομίζεις;» του είπε, έχοντας τώρα ένα ύφος περισσότερο παρακλητικό παρά αυστηρό.
«Σου ζητάω μόνο να είσαι προσγειωμένος και συνετός. Να συγκρατηθείς, για να μη δημιουργηθούν προβλήματα. Μερικές φορές οι άνθρωποι παρασύρονται από τη στιγμή και μετά βρίσκονται μπροστά σε καταστάσεις που δεν μπορούν εύκολα να διαχειριστούν», συμπλήρωσε.
Ο Αλκιβιάδης την κοίταξε με εκείνο το μισό χαμόγελο της εφηβικής σιγουριάς, που έκρυβε όμως και την ανάγκη του να τον καταλάβουν.
«Ερμιόνη μου γλυκιά, μη με μαλώνεις. Είπα να δοκιμάσω. Κακό είναι να φλερτάρω κάτι που μου αρέσει; Αν το δούμε και λίγο... στατιστικά, είναι πολύ πιθανό κάποια στιγμή να πετύχει», της είπε με το θάρρος της ηλικίας του.
Έκανε μια μικρή παύση και συνέχισε: «Εντάξει, δώσε μου έναν καλό λόγο γιατί με αρνείται τόσο πεισματικά και σου υπόσχομαι πως δεν πρόκειται να την ξαναενοχλήσω». Όσο κι αν το ήθελε, δεν μπορούσε να κάνει κάτι διαφορετικό. Είχε γευτεί την πρώτη εφηβική του απόρριψη. Ο εγωισμός του είχε δεχτεί ένα μικρό πλήγμα και, φυσικά, τον είχε πονέσει. Όμως δεν ήταν και το τέλος του κόσμου. Δεν θα γκρεμιζόταν επειδή ένα κορίτσι δεν ανταποκρίθηκε στο ενδιαφέρον του. Άλλωστε, έτσι είναι η ζωή. Ένα παιχνίδι πιθανοτήτων, γεμάτο μικρές νίκες και μικρές ήττες. Το ίδιο συμβαίνει και στον έρωτα. Κάποιες φορές κερδίζεις, κάποιες φορές χάνεις. Είχε ρισκάρει, γνωρίζοντας από την αρχή πως υπήρχε και το ενδεχόμενο της απόρριψης. Δεν χάλασε ιδιαίτερα. Η «χυλόπιτα» ήταν μέσα στα πιθανά 
σενάρια και, με έναν τρόπο, ήταν κι αυτή μια εμπειρία. Ένα πρώτο μάθημα για τον κόσμο των συναισθημάτων, εκεί όπου δεν αρκεί μόνο η επιθυμία του ενός.
Η Ερμιόνη, βλέποντας πως είχε κάπως ηρεμήσει, του χαμογέλασε. «Κάποια μέρα θα παντρευτείς ένα καλό κορίτσι και θα ξεχάσεις εντελώς αυτά τα εφηβικά σου σκιρτήματα. Αυτό που θέλω να σου πω είναι πως δεν πρέπει να βιάζεσαι. Κάθε πράγμα έχει τον χρόνο του», του είπε.
Ο Αλκιβιάδης την κοίταξε και χαμογέλασε.
«Θα το θυμάμαι αυτό», της απάντησε.
Οι διακοπές του Πάσχα τελείωσαν. Ήρθε η ώρα της επιστροφής. Το λεωφορείο για τους Μολάους  ήταν γεμάτο κόσμο. Συνωστισμός, φωνές, βαλίτσες, σακούλες και ένα απίστευτο στρίμωγμα, όπως συνηθιζόταν εκείνα τα χρόνια στις υπεραστικές διαδρομές. Οι άνθρωποι ο ένας δίπλα  στον άλλον, άλλοι όρθιοι, άλλοι στριμωγμένοι στα καθίσματα, όλοι στον δρόμο της επιστροφής.
Και τότε... «Να τη πάλι!»
Ο Αλκιβιάδης ένιωσε την καρδιά του να χτυπά διαφορετικά.
«Θεέ και Κύριε! Εσύ που με προίκισες με επιθυμίες, άκουσες την προσευχή μου», μουρμούρισε.
Η Ερμιόνη τον άκουσε και γύρισε προς το μέρος του.
«Είπες κάτι;»
«Ναι! Λέω την προσευχή της χαραυγής, μπας και με εισακούσει ο  «αποπάνω»!»
Η Ερμιόνη τον κοίταξε με απορία.
«Με δουλεύεις;»
Εκείνη τη στιγμή το μελαχρινό κορίτσι έφτασε αργοπορημένο κοντά τους. Η καρδιά του Αλκιβιάδη σφίχτηκε. Ήταν σαν να είχε επιστρέψει ξαφνικά μπροστά του η εικόνα που είχε μείνει χαραγμένη στη μνήμη του.
«Είναι με τη μητέρα της», τον πληροφόρησε η Ερμιόνη.
Ο Αλκιβιάδης κοίταξε τη γυναίκα δίπλα της και χαμογέλασε.
«Αυτή είναι η μητέρα της; Α, καλά λένε πως η ομορφιά περνάει από τη μια γενιά στην άλλη».
Η Ερμιόνη τον κοίταξε αυστηρά, αλλά με ένα κρυφό χαμόγελο.
«Ήσυχα και σε θέλω φρόνιμο και συνετό», του είπε.
Και ο Αλκιβιάδης, αν και προσπάθησε να δείξει σοβαρός, ένιωθε μέσα του εκείνη τη γνώριμη αναστάτωση που μόνο η εφηβεία μπορεί να δημιουργήσει. Κάθισε στο τέλος του συνωστισμού και μπήκε μαζί τους στο λεωφορείο. Δεν έχασε την ευκαιρία να βρεθεί όσο πιο κοντά μπορούσε στο μελαχρινό κορίτσι.
Το λεωφορείο είχε πλέον γεμίσει ασφυκτικά. Τόσοι άνθρωποι στριμωγμένοι σ’ έναν μικρό χώρο, πολύ πιο κοντά ο ένας στον άλλον απ’ όσο θα επέτρεπαν οι φυσιολογικές συνθήκες. Ήταν από εκείνες τις διαδρομές της εποχής που η επιστροφή γινόταν με υπομονή, στριμωγμένα σώματα και μια κοινή αποδοχή της ταλαιπωρίας.
Ένας ψηλός επιβάτης αναγκάστηκε να σκύψει λίγο προς τα εμπρός για να μπορέσουν να κλείσουν οι πόρτες πίσω του.
«Προχωρήστε στο βάθος, παρακαλώ», ακούστηκε η ευγενική αλλά ψυχρή φωνή κάποιου επιβάτη.
Κανείς όμως δεν κουνήθηκε. Δεν υπήρχε πλέον χώρος για μετακίνηση.
Οι πόρτες έκλεισαν τελικά και το πίσω μέρος του λεωφορείου έγινε μια ασφυκτική μάζα ανθρώπων. Οι υπόλοιποι επιβάτες τον κοίταξαν κάπως ενοχλημένοι, καθώς προσπαθούσε να χωρέσει σ’ ένα μικρό κενό δίπλα στην πόρτα, ακριβώς πίσω από τη μητέρα του κοριτσιού και την ίδια. Και τότε, πριν προλάβει να χαρεί την απρόσμενη αυτή εγγύτητα, άκουσε τη μητέρα της να της λέει:
«Πήγαινε μπροστά, παιδί μου. Είναι η θεία σου εκεί και ταξιδεύει μαζί μας».
Η κοπέλα υπάκουσε και προχώρησε προς τα εμπρός, αφήνοντας τον Αλκιβιάδη για άλλη μια φορά να παρακολουθεί από απόσταση εκείνο το πρόσωπο που είχε γίνει τόσο έντονη εικόνα στη σκέψη του.
Επικρατούσε μια μικρή οχλαγωγία και οι υπόλοιποι επιβάτες με δυσκολία σχημάτισαν ένα διάδρομο για να περάσει το κορίτσι και σε λίγα δευτερόλεπτα είχε χαθεί στα μπροστινά καθίσματα. Προς μεγάλη του απογοήτευση και πάλι που θα έπρεπε να περάσει την επόμενη μισή περίπου ώρα τσιτωμένος και δυστυχής! 
...Η Ρειχιά είναι ένα ορεινό χωριό του Δήμου Μονεμβασιάς, χτισμένο σε υψόμετρο περίπου εξακοσίων μέτρων, στο οροπέδιο του Πάρνωνα. Η σύνδεσή της με τους Μολάους γινόταν τότε μέσα από έναν επαρχιακό δρόμο που διέσχιζε το δύσκολο ορεινό ανάγλυφο του Κουρκουλοτσούγκαρου, με αμέτρητες στροφές και πολλές κλειστές φουρκέτες ήταν μια δοκιμασία ισορροπίας. Το λεωφορείο γεμάτο ασφυκτικά, οι επιβάτες στριμωγμένοι ο ένας δίπλα στον άλλο, προσπαθούσαν να κρατηθούν από όπου μπορούσαν κάθε φορά που το όχημα έπαιρνε μια απότομη φουρκέτα. Με την πρώτη κίνηση του 
λεωφορείου όλοι μετακινήθηκαν απότομα. Σώματα που μέχρι πριν λίγα δευτερόλεπτα είχαν τον 
δικό τους χώρο, βρέθηκαν αναγκαστικά πιο κοντά. Ο Αλκιβιάδης, παρασυρμένος από την κίνηση 
του οχήματος, βρέθηκε για μια στιγμή πολύ κοντά στη μητέρα της κοπέλας. Η γυναίκα, 
προσπαθώντας να διατηρήσει την ισορροπία της, γύρισε ελαφρά το σώμα της και αμέσως μετά, με ένα χαμόγελο αμηχανίας, του ζήτησε συγγνώμη.
«Δεν πειράζει», της απάντησε εκείνος.
Ήταν μια γυναίκα γύρω στα σαράντα, περιποιημένη, με μια φυσική κομψότητα και εκείνη τη σιγουριά που έχουν οι άνθρωποι οι οποίοι έχουν συμφιλιωθεί με την παρουσία τους. Ο Αλκιβιάδης, στην ηλικία που όλα τα ερεθίσματα αποκτούν μεγαλύτερη ένταση, ένιωσε για μια στιγμή τη σύγχυση της εφηβείας του. Η φαντασία του έτρεξε πιο γρήγορα από τη λογική του. Δεν ήταν μόνο η εικόνα μιας όμορφης γυναίκας. Ήταν η συνειδητοποίηση ότι ο κόσμος των ενηλίκων, που μέχρι τότε παρατηρούσε από απόσταση, άρχιζε να ανοίγεται μπροστά του με  τρόπο άγνωστο και γοητευτικό. Έκλεισε για λίγο τα μάτια του, όχι τόσο από την επιθυμία όσο από την αμηχανία που ένιωθε μπροστά σε κάτι καινούργιο. Η εφηβεία του ήταν γεμάτη αντιφάσεις: από τη μια η ανάγκη να γνωρίσει, να πλησιάσει, να αγαπηθεί· από την άλλη ο φόβος μήπως ξεπεράσει όρια που ακόμη δεν καταλάβαινε καλά.
Θυμήθηκε τότε τις κουβέντες του ξαδέλφου του Μπότη, που υπηρετούσε στο Πολεμικό Ναυτικό και είχε πάντα το μυαλό του στα κορίτσια. Ο Μπότης μιλούσε για τον έρωτα με την απλότητα και την υπερβολή της νεότητας, σαν να ήταν ένα παιχνίδι χωρίς συνέπειες.
Ο Αλκιβιάδης τον άκουγε τότε με απορία. Πίστευε πως ο έρωτας δεν μπορούσε να είναι μόνο ένστικτο και επιθυμία. Έπρεπε να υπάρχει κάτι περισσότερο: μια ματιά, μια αποδοχή, μια αμοιβαιότητα. Κι ίσως αυτή ήταν η διαφορά του. Παρόλο που μέσα του ξυπνούσαν δυνατές επιθυμίες, αναζητούσε πάντα ένα σημάδι ανταπόκρισης, μια πραγματική σύνδεση με τον άλλο άνθρωπο. Ένα απαλό άρωμα έφτανε μέχρι εκείνον. Ήταν κάτι διαφορετικό μέσα στην αποπνικτική ατμόσφαιρα του λεωφορείου, πολύ πιο ευχάριστο από τη βαριά μυρωδιά του ιδρώτα που συχνά πλημμύριζε τους κλειστούς χώρους τέτοια εποχή.
Η γυναίκα προσπαθούσε να κρατήσει την ισορροπία της κάθε φορά που το λεωφορείο έπαιρνε τις απότομες στροφές του δρόμου. Μια ευτραφής επιβάτισσα δίπλα τους, καθώς έσκυβε να βγάλει ένα δέμα από την τεράστια τσάντα της, την έσπρωξε άθελά της προς τα πίσω, περιορίζοντας ακόμη περισσότερο τον ήδη ελάχιστο χώρο που τους χώριζε. Ο Αλκιβιάδης ένιωσε την καρδιά του να χτυπά πιο δυνατά. Το λεωφορείο τρανταζόταν, η απόσταση ανάμεσά τους είχε σχεδόν εξαφανιστεί και εκείνος βρέθηκε αντιμέτωπος με μια ένταση που δυσκολευόταν να διαχειριστεί. Ήταν ένα παράξενο μείγμα 
ενθουσιασμού και φόβου. Για πρώτη φορά ένιωθε τόσο έντονα τη δύναμη του σώματος, της επιθυμίας και της φαντασίας του. Ταυτόχρονα, κάπου μέσα του υπήρχε και μια φωνή που τον προειδοποιούσε να προσέχει, να μην παρασυρθεί από τη στιγμή.
«Κι αν το καταλάβει;» σκέφτηκε.
Η σκέψη αυτή τον έκανε να νιώσει αμήχανα. Δεν ήθελε να γίνει κάποιος που ξεπερνά τα όρια. Ήθελε μόνο να καταλάβει τι συνέβαινε μέσα του, αυτό το καινούργιο κύμα επιθυμίας που τον είχε αιφνιδιάσει. Τη στιγμή εκείνη η γυναίκα άλλαξε χέρι στη χειρολαβή για να στηριχτεί καλύτερα και τα χέρια τους βρέθηκαν για λίγο κοντά. Η απλή αυτή κίνηση τον ξάφνιασε περισσότερο απ’ όσο περίμενε. Για λίγα δευτερόλεπτα έμεινε ακίνητος, προσπαθώντας να καταλάβει αν αυτό που ένιωθε ήταν πραγματικό ή απλώς μια προβολή της δικής του έντονης φαντασίας.
Σιγά-σιγά άρχισε να ηρεμεί. Η γυναίκα παρέμενε ήρεμη, χωρίς να δείχνει αναστάτωση. Ίσως να μην αντιλαμβανόταν τίποτα περισσότερο από την αναπόφευκτη αμηχανία ενός γεμάτου λεωφορείου. Ίσως πάλι να καταλάβαινε τη σύγχυση ενός νεαρού αγοριού που βρισκόταν για πρώτη φορά αντιμέτωπο με τα δικά του συναισθήματα.
Κάποια στιγμή γύρισε το πρόσωπό της προς το μέρος του και τον κοίταξε καλύτερα. Εκείνος κράτησε το βλέμμα του χαμηλωμένο, προσπαθώντας να δείξει ψυχραιμία, ενώ μέσα του γινόταν μια μικρή μάχη ανάμεσα στην επιθυμία και στη λογική.
Τότε εκείνη χαμογέλασε. «Εγγονός του μπάρμπα Οδυσσέα του Πρίφτη, δεν είσαι εσύ;» τον ρώτησε. «Ωραίο παλικάρι είσαι! Ψηλός κι εσύ. Το έχει το σόι σας. Πάντως, απ’ ό,τι βλέπω, πρέπει να μοιάζεις περισσότερο του πατέρα σου και όχι της μητέρας σου.»
Ο Αλκιβιάδης ένιωσε να επιστρέφει απότομα στην πραγματικότητα. Δεν ήταν πια μια άγνωστη γυναίκα μέσα σε ένα στριμωγμένο λεωφορείο. Ήταν μια γνωστή του οικογένειας, ένας άνθρωπος από τον κόσμο του χωριού.
«Μάλλον έχεις δίκιο. Έτσι μου λένε όλοι», απάντησε.
«Τη μητέρα σου έχω ακούσει την ιστορία της. Πρέπει να είναι δυναμική γυναίκα, ε;» συνέχισε εκείνη.
Ο Αλκιβιάδης χαμογέλασε ελαφρά.
«Εγώ τη θεωρώ απλά μοναδική», είπε χωρίς περισσότερα λόγια.
Ύστερα, σαν να ήθελε να βεβαιωθεί πως όλα ήταν εντάξει, τη ρώτησε:
«Μήπως νιώθεις άσχημα μ’ αυτό το αναπόφευκτο στριμωξίδι;»
Η γυναίκα τον κοίταξε καθησυχαστικά.
«Όχι, αγόρι μου. Όλα καλά. Μην ανησυχείς.»
Και το λεωφορείο συνέχισε τον δρόμο του στις στροφές του βουνού, ενώ ο Αλκιβιάδης έμενε σιωπηλός, προσπαθώντας να καταλάβει όχι μόνο τη γυναίκα απέναντί του, αλλά κυρίως τον ίδιο του τον εαυτό.
«Είναι δυνατόν να μην καταλαβαίνει;» αναρωτήθηκε.
Η σκέψη αυτή τον μπέρδευε περισσότερο απ’ όλα. Δεν ήξερε αν αυτό που συνέβαινε ήταν πραγματικότητα ή αν η δική του ταραγμένη φαντασία μεγάλωνε κάθε μικρή κίνηση, κάθε τυχαία επαφή, κάθε στιγμή μέσα στον ασφυκτικά γεμάτο χώρο του λεωφορείου. Το όχημα συνέχιζε να ανεβαίνει τις δύσκολες στροφές του ορεινού δρόμου, και κάθε τράνταγμα έκανε την αμηχανία του μεγαλύτερη. Προσπαθούσε να μείνει ακίνητος, ψύχραιμος, να μην προδοθεί από την ένταση που ένιωθε μέσα του.
Τα μάγουλά του είχαν κοκκινίσει. Δεν ήταν μόνο η επιθυμία· ήταν και ο φόβος. Ο φόβος μήπως φανεί, 
μήπως εκτεθεί, μήπως η στιγμή που για εκείνον είχε πάρει τεράστιες διαστάσεις, για την 
άλλη πλευρά να ήταν απλώς ένα αναπόφευκτο στρίμωγμα ενός παλιού λεωφορείου.
Η γυναίκα παρέμενε ήρεμη. Συνέχιζε να του μιλά για τη μητέρα του, για την οικογένειά του, για 
ανθρώπους που γνώριζε από το χωριό. Η φυσικότητα της συμπεριφοράς της τον μπέρδευε ακόμη 
περισσότερο. Δεν μπορούσε να καταλάβει αν αντιλαμβανόταν την εσωτερική του αναστάτωση ή 
αν απλώς παρέμενε ευγενική μέσα σε μια δύσκολη συνθήκη. Εκείνη τη στιγμή θυμήθηκε τα λόγια 
της Ερμιόνης:
«Να είσαι φρόνιμος και συνετός.»
Χαμογέλασε μέσα του. «Δηλαδή πόσο συνετός; Και πόσο πιο φρόνιμος, ρε Ερμιόνη;»
Ήταν δεκαέξι χρονών. Η εφηβεία είχε ανοίξει μπροστά του έναν καινούργιο κόσμο, γεμάτο αντιφάσεις. Από τη μια η λογική, η ντροπή, οι συμβουλές των μεγαλύτερων· από την άλλη ένα κύμα συναισθημάτων που έμοιαζε να έρχεται από πολύ βαθύτερα σημεία του εαυτού του. Δεν ήταν μόνο η σωματική έλξη. Ήταν η ανακάλυψη ότι μπορούσε ξαφνικά να νιώσει τόσο έντονα, να ταράζεται από μια παρουσία, από ένα βλέμμα, από μια στιγμή που ίσως αύριο να είχε ξεχαστεί.
Και εκεί, μέσα στο παλιό λεωφορείο που ανέβαινε τις στροφές του Κουρκουλοτσούγκαρου, ανάμεσα σε γνωστούς ανθρώπους και καθημερινές κουβέντες, ο Αλκιβιάδης γνώριζε για πρώτη φορά τη δύναμη της επιθυμίας. Μια δύναμη που τότε του φαινόταν τεράστια, σχεδόν ανεξέλεγκτη, σαν να είχε δική της φωνή και δική της θέληση.
Η κοπέλα με τη μητέρα της αναχώρησαν για τη Σπάρτη. Αν ήταν στο χέρι του, θα συνέχιζε μαζί τους μέχρι την Αθήνα, αρκεί να μπορούσε να παρατείνει εκείνη τη μαγική, παράξενη στιγμή της εφηβικής του ταραχής.
Όμως η ζωή είχε τη δική της πορεία.
Ο δρόμος της επιστροφής τους οδηγούσε προς τη Μονεμβασιά. Η Ερμιόνη και ο Αλκιβιάδης επιβιβάστηκαν ξανά στη «Μυρτιδιώτισσα», το πλοίο που έμοιαζε να ενώνει όχι μόνο τόπους αλλά και 
διαφορετικούς κόσμους. Στο πλοίο συνάντησαν και μια πρώτη εξαδέλφη της Ερμιόνης , μια ακόμη θεία του, όπως την αποκαλούσε μέσα στην οικογενειακή τους παράδοση. Ήταν μόλις είκοσι χρονών και ζούσε στη Νέα Υόρκη, όπου έκανε τα πρώτα της βήματα στον χώρο του μόντελινγκ.
Ο Αλκιβιάδης έμεινε για λίγο σιωπηλός. Δεν ήξερε πώς να περιγράψει αυτό που έβλεπε. Δεν ήταν μόνο η εμφάνιση· ήταν ο τρόπος που στεκόταν, η αυτοπεποίθηση, η διαφορετική αύρα ενός ανθρώπου που είχε γνωρίσει έναν άλλο κόσμο.Φορούσε μια κόκκινη ριγέ μίνι φούστα και η παρουσία της ξεχώριζε αμέσως ανάμεσα στους επιβάτες του πλοίου. Τα βλέμματα πολλών στράφηκαν επάνω της. Έμοιαζε να κουβαλά μαζί της κάτι από τη λάμψη μιας μακρινής πόλης, κάτι ξένο και γοητευτικό για ένα δεκαεξάχρονο αγόρι που μεγάλωνε ανάμεσα στα βουνά και στα χωριά του τόπου του.
«Σόι πάει το βασίλειο», σκέφτηκε χαμογελώντας. 
«Όμορφο το σόι της μητέρας μου.»
Τελικά εκείνο το δεκαπενθήμερο είχε αποδειχθεί πολύ διαφορετικό απ’ ό,τι περίμενε. Είχε μέσα του μνήμες, εικόνες, γνωριμίες και συναισθήματα που θα έμεναν για πάντα χαραγμένα στη μνήμη του.

Η συνέχεια στο...
Click to Open
Καλοκαίρι 1966!
.....

 
Web Informer Button